1878.11.27
1.393 στίχοι · 11.605 λέξεις · 99 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49
τῆς 27 Νοεμβρίου 1878.
(Δευτέρα.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετράκης καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι νομοσχέδιον «περὶ ἐξαιρέσεως τῶν κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ ΧΝΖʹ νόμου διατελούντων ἀκολούθων ἐκ τῆς ὁριζομένης ὑπὸ τοῦ νόμου τούτου τριετοῦς ὑπηρεσίας.» Θὰ τυπωθῇ. Ὁ κ. Βαλσαμάκης μετ’ ἄλλων Βουλευτῶν ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δενδροφθορᾶς. Θὰ τυπωθῇ καὶ αὐτή.
§2ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ἐξ ἑνὸς ἄρθρου συγκείμενον, διὰ τοῦ ὁποίου δίδεται προθεσμία μέχρι τέλους τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1879, διὰ νὰ γείνωσιν αἱ δηλώσεις διὰ τοὺς κατόχους τοὺς ἐγχωρίους, καὶ μέχρι τέλους Ἀπριλίου διὰ τοὺς μὴ ἐγχωρίους. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προβάλλεται νὰ διατηρηθῇ ἡ νομικὴ κατοχὴ ἐπὶ τῶν διαθεσίμων γαιῶν. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου μεταβάλλεται ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον δύναται νὰ προβάλληται ἡ ἀναθεώρησις τῶν καταλόγων φορολογησίμων ἐπιτηδευματιῶν ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου εἰς τὸν Ἰανουάριον, σύμφωνα μὲ τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ μοὶ ἀπηύθυνεν εἰς τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ συντάξεως τῆς ἐγγονῆς τοῦ ἀειμνήστου Βαρβάκη. Τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἶναι εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε, ἐὰν ἓν τῶν μελῶν ἀσθενήσῃ, δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ὁ ἔλεγχος τῆς διαχειρίσεως. Λαμβάνω λοιπὸν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν μελῶν αὐτοῦ.
§3ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἀρχιτεχνιτῶν, ἀρχιμουσικῶν καὶ μουσικῶν τῶν λόχων.
§4Φ. ΦΙΛΩΝΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε. Ὡς Πρόεδρος τῶν δύο Ἐπιτροπῶν, τῆς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Παιδείας, ἀναγγέλλω, ὅτι αἱ Ἐπιτροπαὶ αὗται δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνέλθωσι καὶ ἐργασθῶσιν, ὥστε τὰ εἰς αὐτὰς παραπεμφθέντα νομοσχέδια νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε τί λέγει ὁ κ. Φίλων ὡς Πρόεδρος τῶν Ἐπιτροπῶν αὐτῶν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ, θὰ ἐγγραφῶσι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§6ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§7ΛΑΠΠΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ συνάδελφός μου καὶ πολλοὶ ἄλλοι εἶπον, ὅτι ἡ τροπολογία ἡ ἰδική μου ἔφερεν ἐμπόδιον εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν περὶ τοῦ Βοιωτικοῦ πεδίου, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ εἴπῃ, ἐὰν ἕνεκα αὐτοῦ ἐμποδίσθη ἡ τρίτη συζήτησις.
§8ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι· ὄχι. Δὲν ἔφερε κανὲν ἐμπόδιον ἡ τροπολογία σας.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ Βοιωτικοῦ πεδίου θέλει προταχθῆ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§10ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι, κύριοι, νὰ κάμω μίαν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ τῷ ὑποδείξω ἓν παράπτωμα ἑνὸς Δημάρχου, τὸ ὁποῖον θίγει τὰ συμφέροντα πολίτου, διὰ τὸν ὁποῖον ἐνδιαφέρομαι, ὅπως ὀφείλῃ νὰ ἐνδιαφέρηται πᾶς Βουλευτὴς διὰ συμπολίτην του. Κατὰ τὸ 1876 Δημήτριός τις Νικολόπουλος, καταγόμενος ἐκ τοῦ δήμου Νωνάκριδος, κατετάχθη ὡς κληροῦχος ἐν τῷ στρατῷ ἀντὶ ἄλλου φέροντος τὸ αὐτὸ ὄνομα καὶ ἐπώνυμον, καὶ ἀνήκοντος εἰς ἄλλον δῆμον, τῆς Αἰγείρας. Ἀπηύδησα διὰ τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν ἀναβαίνων καὶ καταβαίνων τὰς κλίμακας τῶν Ὑπουργείων, τρέχων εἰς τὸν Νομάρχην, τὸν Ἔπαρχον, διὰ νὰ ἐξαιρεθῇ, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω δίκαιον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φροντίσῃ νὰ δώσῃ ἓν μάθημα εἰς τὴν ἀκρισίαν αὐτοῦ καὶ παντὸς ἄλλου Δημάρχου, ὅστις πράττει, ὅπως αὐτὸς ἔπραξεν, ἀδικήσας ἕνα πολίτην καὶ κατατάξας ἄλλον ἀντὶ ἄλλου. Δεύτερον μίαν τῶν ἡμερῶν ἠρώτησα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τί ἀπεφάσισε διὰ τῆς Κυβερνήσεώς του νὰ πράξῃ διὰ τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατῷ ἐκτάκτους ἐφέδρους, τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν δευτέραν σειράν.
§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοὺς συμπληρώσαντας τὸ ἑξάμηνον τοὺς ἀπελύσαμεν.
§12ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν, ὅτι θέλει τοὺς ἀπολύσει.
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§14ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω εἴκοσι γράμματα καὶ περισσότερα, τὰ ὁποῖα μοὶ λέγουσι τοὐναντίον περὶ τῶν ἐκτάκτων αὐτῶν ἐφέδρων, ὅτι ὑπάρχουσιν εἰς τὸν στρατὸν ἀκόμη. Τρίτον καὶ σπουδαιότερον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλω νὰ ῥίψω ἐνώπιον ὑμῶν τὸ μῆλον τῆς Ἔριδος, καὶ ὅποιος θέλει ἂς τὸ λάβῃ. Συνάδελφός τις μὲ ἤλεγξε σήμερον τὴν πρωΐαν, ὅτι πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν θέλουσι ν’ ἀποχωρήσωσιν, ἵνα παράσχωσιν οὕτω δυσχερείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἠξεύρω τί σκέπτονται ὅλοι οἱ ἄλλοι· ἐγὼ ὅμως δηλῶ ἐκ μέρους μου καὶ ἐκ μέρους τῶν φίλων, εἰς οὓς ἀνήκω, ὅτι ἡμεῖς σκοπὸν ἔχομεν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅ,τι αὐτὴ μᾶς ζητήσει, καὶ ὅ,τι συνδυάζεται μὲ τὴν συνείδησίν μας. Θέλομεν λοιπὸν μείνει ἐνταῦθα, ἐκπληροῦντες τὸ καθῆκόν μας, καὶ πιστεύω, ὅτι αὕτη ἡ δήλωσις ἀρκεῖ διὰ νὰ πείσῃ τοὺς πάντας, ὅτι ἡμεῖς δὲν κινούμεθα ἐκ πλαγιοτήτων.
§15ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν κάμνω καμμίαν δήλωσιν· αὐτὸς ἴσως ἔλαβεν ὑποψίαν καὶ τὴν ἔκαμε.
§16ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς δὲν ἠμπορεῖτε νὰ φύγητε ἀπ’ ἐδῶ.
§17ΡΙΚΑΚΗΣ. Πρὸς θεραπείαν τῶν δικαίων παραπόνων, τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν διατάξεώς τινος τοῦ νόμου περὶ Διδασκαλείου, δι’ ἧς οἱ ἀρχαῖοι Δημοδιδάσκαλοι παραγκωνίζονται, ὑποβάλλω μετ’ ἄλλων συναδέλφων τὴν ἑπομένην πρότασιν νόμου (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον μοναδικόν. Μὲ τοὺς διὰ διπλώματος τοῦ ἐν Ἀθήναις Διδασκαλείου ἐφωδιασμένους δημοδιδασκάλους, περὶ ὧν προβλέπουσι τὰ ἄρθρα 11 καὶ 12 τοῦ περὶ συστάσεως Διδασκαλείου ΧΘʹ νόμου, ἐξομοιοῦνται καὶ οἱ ἐκ τοῦ πρώην Β. Διδασκαλείου καὶ τοῦ προτύπου σχολείου Αἰγίνης ἐξελθόντες δημοδιδάσκαλοι. Ὁ Βουλευτὴς Πατρῶν Α. Ῥικάκης, Ὁ Βουλευτὴς Κέας Ι. Χωρεπισκοπίδης, Ὁ Βουλευτὴς Σύρου Κ. Κατσάκος.» Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ.
§18ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρὸ τριῶν μηνῶν, κύριοι, συνέβη ἐν Ζακύνθῳ μεγάλη καὶ καταστρεπτικὴ πυρκαϊά· τότε ἐδόθη εἰς τοὺς παθόντας νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε σπεύσει εἰς βοήθειάν των· ἐδόθησαν παραγγελίαι εἰς τὸν Νομάρχην, ὅπως σημειώσῃ τὰ ὀνόματα τῶν παθόντων, ἀλλὰ δὲν ἐδόθη καμμία βοήθεια, ἐπειδὴ τότε δὲν εἶχε πίστωσιν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀνεβλήθη ἕως ὅτου συνέλθῃ ἡ Βουλὴ καὶ ζητήσῃ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀπαιτουμένην πίστωσιν. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δοθῇ μία ὁριστικὴ ἀπάντησις εἰς αὐτοὺς τοὺς παθόντας ἂν θὰ δοθῇ ἢ ὄχι βοήθεια, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, μένοντες μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ τοῖς δοθῇ βοήθεια, δὲν ἔλαβον ἓν ἄλλο μέτρον, διὰ νὰ ἠμπορέσουν νὰ ὁδηγηθῶσιν εἰς κανὲν ἔργον. Ἡ κατάλληλος στιγμὴ νομίζω, ὅτι εἶναι τώρα ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν βοήθειαν αὐτῶν, διὰ νὰ δοθῇ ὁριστικὴ τέλος πάντων ἀπάντησις εἰς αὐτοὺς, ἂν θὰ τοῖς δοθῇ βοήθεια ἢ ὄχι.
§19ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω τίποτε περὶ τούτου.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης συνιστᾷ ὡς λίαν κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεών τινων τῆς Πολ. Δικονομίας ὡς πρὸς τὴν ἰδιωτικὴν κατηγορίαν ἐπὶ πταισμάτων. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν;
§21ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§22ΣΟΥΤΣΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει παραπόνων, προκληθέντων ὑπὸ τινων, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Δούμας, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ διπλῆ πληρωμὴ ἐμπορευμάτων τινῶν εἶναι κατὰ τύπον νόμιμος, δηλαδὴ πληρόνουν διπλᾶ, διότι ἐντὸς δύο μηνῶν δὲν ἐζήτησαν τὴν λυσεγγύησιν μόνον. Ἀλλὰ διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου καὶ οἱ ὑποτελῶναι ὀφείλουσιν ἐντὸς πέντε ἡμερῶν νὰ γράψωσιν εἰς τὸν τελώνην, ὅτι τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα ἐτελωνίσθησαν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὅπως οἱ συμπολῖταί μου ἔμποροι ἐτιμωρήθησαν, εἶναι δίκαιον καὶ κατὰ τοῦ ὑποτελώνου, ὁ ὁποῖος δὲν ἠθέλησε νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, νὰ ἐπιβληθῇ ἡ ποινὴ τοῦ νόμου.
§23ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα· θὰ ἐπιβληθῇ. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἑξῆς νομοσχέδια. ά) Εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεων διατάξεών τινων τῆς Ποιν. Δικονομίας ὡς πρὸς τὴν ἰδιωτικὴν κατηγορίαν ἐπὶ πταισμάτων. βʹ) Εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς τῆς εἰσπράξεως ἀντιτίμου ἅλατος τῆς κοινότητος Λευκάδος. γʹ) Εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΡΚΘʹ νόμου περὶ ἐπιβολῆς φόρων διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ κάθαρσιν λιμένων. δʹ) Εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ συνθήκης ἐμπορικῆς μεταξὺ Ῥωμουνίας καὶ Ἑλλάδος. εʹ) Εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Παρισίοις διεθνοῦς ταχυδρομικῆς συμβάσεως. ϛʹ) Εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 483 τῆς Πολ. Δικονομίας. ζʹ) Εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ ἐκλογῆς νόμων. ηʹ) Εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ περὶ δημαιρεσιῶν νόμου.)
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῶσι προηγουμένως εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν αἱ πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐκκρεμεῖς.
§25ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα. (Ψηφίζεται εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ἡ πίστωσις ἐξ 11,200 διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν· ὁμοίως εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ἡ ἔκτακτος ἐκ δραχμῶν 55,000· ὁμοίως εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ἡ πίστωσις 51,000 πρὸς βοήθειαν τοῦ γάλλου πλοιάρχου· ὡσαύτως ἀναπληρωτικὴ πίστωσις 40,000 δραχμῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.)
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μακρυγιάννης ὑπέβαλε τροπολογίαν εἰς τὸ περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Θέλει τυπωθῆ.
§27ΣΕΡΒΟΣ. Μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, εἶναι καὶ τὸ περὶ διανομῆς τῆς περιουσίας τῆς Λευκάδος, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ.
§28ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ, μάλιστα νὰ τελειώσῃ.
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ὑποβάλλω τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ αὐτή.
§31ΤΙΝΕΣ. Καὶ τὸ περὶ προσωρινῆς ἀπολύσεως δι’ ἐγγυήσεως.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἄρθρον 1ον. (Ἀναγινώσκεται.)
§33ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μία λέξις μόνον παρακαλῶ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 1ον. Ἐκεῖ ἔνθα λέγει «ἐκτὸς τῶν ἐγκλημάτων τῆς ληστείας, πειρατείας καὶ ναυταπάτης» νὰ προστεθῇ «καὶ τὸ ἔγκλημα τῆς ἀναιρέσεως».
§34ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι καινὸν ἔγκλημα.
§35ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν εἰσήχθη τὸ πρῶτον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ ὁποία συνέθετο ἐκτενῆ ἐπ’ αὐτοῦ ἔκθεσιν διὰ τοῦ διακεκριμένου νομομαθοῦς Εἰσηγητοῦ αὐτῆς Κ. Φλωριᾶ· καὶ τότε δὲ εἶχον τὴν γνώμην καὶ τώρα ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὅτι πρέπει ῥητῶς νὰ ἐξαιρεθῇ ἀπὸ τῶν εὐεργετικῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τὸ ἔγκλημα τῆς ἀναιρέσεως, καὶ ὁσάκις τοῦτο διαπράττεται ὑπὸ ἐλαφρυντικὰς περιπτώσεις καὶ ἐπισύρῃ συνεπῶς τὴν ποινὴν τῆς εἰρκτῆς, δυνάμει τῆς § 3ης τοῦ ἄρθρου 293 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Εἶχον δὲ, κύριοι, καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω αὐτὴν τὴν γνώμην, ἐπιθυμῶ δὲ μάλιστα καὶ εἰς ἄλλους νὰ τὴν μεταδώσω, εἰ δυνατὸν, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Τὸ ἄρθρον 1ον ἀποκλείει ῥητῶς τὰ ἐγκλήματα τῆς ληστείας, πειρατείας, καὶ ναυταπάτης· καὶ ἔπραξεν ἄριστα ὡς πρὸς τοῦτο ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὰ ἐγκλήματα ταῦτα προσβάλλουσιν ὄχι μόνον τὴν κοινωνίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐθνικὴν ὑπόληψιν, ἡ ὁποία οὐχὶ ἐφάπαξ ἐδυσφημίσθη ἐκ τῶν ἐγκλημάτων αὐτῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐνθυμηθῆτε, ὅτι τὰ ἐγκλήματα ταῦτα ἀπευθύνονται κυρίως καὶ κατ’ οὐσίαν κατὰ τοῦ δικαιώματος τῆς περιουσίας, ὅπερ εἶναι, τὸ ὁμολογῶ, δικαίωμα πολύτιμον, διότι ἄνευ τῆς περιουσίας ἡ ζωὴ, σήμερον μάλιστα, καθίσταται προβληματική. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον προσβάλλει τὸ ἔγκλημα τῆς ἀνθρωποκτονίας, καὶ ποία ἡ σύγκρισις αὐτοῦ πρὸς τὰ ἄλλα δικαιώματα; Διὰ τῆς ἀνθρωποκτονίας προσβάλλεται, κύριοι, τὸ ὑπέρτατον ὅλων τῶν δικαιωμάτων, προσβάλλεται τὸ κέντρον, ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας θεμελιοῦνται ὅλα τὰ λοιπὰ δικαιώματα τοῦ ἀτόμου, προσβάλλεται τὸ δικαίωμα τῆς ζωῆς, πρὸς τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ν’ ἀντιμετρηθῇ οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα· καὶ ὅταν, παρακαλῶ, δεικνύμεθα αὐστηρότατοι πρὸς τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἀπευθύνονται, ὡς εἶπον, κατὰ τῆς περιουσίας, πῶς θέλετε νὰ φανῶμεν ἐπιεικεῖς πρὸς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρωποκτόνους;
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἄν θὰ γείνῃ συζήτησις, ν’ ἀναβάλωμεν.
§37ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ποινικαὶ νομοθεσίαι εὑρέθησαν πολλάκις, ὡς γνωρίζετε, εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην ν’ ἀναγράψωσι ποινὰς αὐστηροτάτας καθ’ ὡρισμένων τινῶν ἐγκλημάτων, διὰ τὴν αὐστηρότητα ὅμως ταύτην ὑπῆρχεν ἰσχυρὰ δικαιολογία, ἡ δικαιολογία, ὅτι τὰ ἐγκλήματα ἐκεῖνα εἶχον λάβει ἐπίτασιν, κατὰ τῆς ὁποίας ἔδει νὰ ληφθῶσι μέτρα ἐξόχως αὐστηρὰ, ἔκτακτα. Καὶ ἂν, κύριοι Βουλευταὶ, ἦνε λογικὸν καὶ συμφέρον εἰς τὴν κοινωνίαν νὰ λαμβάνωνται τοιαῦτα αὐστηρὰ, αὐστηρότατα μέτρα καθ’ ὅλων τῶν ἐγκλημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπιτεινόμενα λυμαίνονται τὴν κοινωνίαν, δὲν ἐννοῶ πῶς θέλετε νὰ δειχθῶμεν συγκαταβατικοὶ ἤδη πρὸς τὸ ἔγκλημα τῆς ἀνθρωποκτονίας, τὸ ὁποῖον ἐπ’ ἐσχάτων ἔλαβε τὴν φοβερωτέραν ἐπίτασιν, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν ὅτι ὅλα τὰ κακουργιοδικεῖα τοῦ Κράτους καθ’ ἑκάστην δικάζουσιν ἐγκλήματα ἀνθρωποκτονίας, ὅλα δὲ τ’ ἀνακριτικὰ γραφεῖα καταπλημμυροῦν αἱ ἀκατάπαυστοι ἀνθρωποκτονίαι. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι Βουλευταὶ, ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι οἱ παθόντες, ἐκτὸς τῆς ἐπιδιωκομένης ποινικῆς τιμωρίας, κατέχονται προσέτι καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας τῆς ἀτομικῆς ἐκδικήσεως, ἐπιθυμίας, ἡ ὁποία καθίσταται πάθος, ὁσάκις μάλιστα ἀφορᾷ εἰς χυθὲν αἷμα. Καὶ δὲν ἀναλογίζεσθε ποῖαι ἔσονται αἱ συνέπειαι, ὁπόταν οἱ κατεχόμενοι ἰσχυρῶς ὑπὸ τοιούτου πάθους ἴδωσιν ἀπολυόμενον δι’ ἐγγυήσεως τὸν φονέα τοῦ πατρὸς, τοῦ ἀδελφοῦ των ἢ ἄλλου οἰκείου των προσφιλοῦς, ἐνῷ ἔτι ἀχνίζει τὸ αἷμα τοῦ φονευθέντος! Ἴσως ὅμως μοι εἴπητε, ὅτι δυνάμεθα νὰ προλαμβάνωμεν ὅλας αὐτὰς τὰς δυσαρέστους συνεπείας διὰ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Καὶ εἰς τοῦτο ἐν μέρει συμφωνῶ· ἀλλὰ μήπως καὶ οἱ δικασταὶ δὲν εἶναι ἄνθρωποι καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ σφάλλουν καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν καὶ τῶν περιστάσεων καὶ αὐτῆς ἀκόμη τῆς ποιότητος τοῦ κατηγορουμένου; Ἐν τέλει δὲ παρατηρῶ, ὅτι ἀρκεῖ καὶ μόνη ἡ ἐπιψήφισις νομοσχεδίου, ἐπαγγελλομένου χάριν εἰς τοὺς ἀνθρωποκτόνους, ὅπως ἐνισχύσῃ ἓν κακὸν, κατὰ τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν μέτρα αὐστηρὰ, αὐστηρότατα. Αὐτοὶ, κύριοι, εἶναι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους εἶχον ν’ ἀναπτύξω καὶ τοὺς ὁποίους παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Βουλὴ· ἐλπίζω δ’ ὅτι θέλει παραδεχθῆ τὴν πρότασίν μου, ἤτοι νὰ τεθῶσι μετὰ τὰς λέξεις «ληστείας, πειρατείας, ναυταπάτης» καὶ αἱ λέξεις «καὶ τὸ ἔγκλημα τῆς ἀναιρέσεως».
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται δι’ αὔριον.
§40Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἡ ἐξεταστικὴ τῆς Βουλῆς Ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν ἐξελέξατε, ἐπεράτωσε τὸ ἔργον αὐτῆς· καὶ ἕν τῶν μελῶν της, ὁ κ. Ζωχιὸς, ὅστις ἔλαβε μέρος εἰς τὰς πρώτας συνεδριάσεις, κατόπιν ἐδήλωσεν, ὅτι ἀπέχει καὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν· ἓν δ’ ἄλλο μέλος, ὁ κ. Ῥοῦφος, δὲν ἠθέλησε, δι’ οὓς λόγους θὰ ἐκθέσῃ ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ ὑπογράψῃ τὴν ἔκθεσιν. Ὅλα δὲ τὰ λοιπὰ μέλη ὑπέγραψαν τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω, καὶ εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι ἐκτὸς τοῦ κ. Κατριβάνου, ὅστις ἐπεφυλάχθη, μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀρβύλας, νὰ ὑποβάλῃ τὴν γνώμην του ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ εἰργάσθη ἀνενδότως, ὅσον ἐπέτρεπον αἱ περιστάσεις, διὰ νὰ εὕρῃ τὰ ἔγγραφα καὶ τὰς δυνατὰς πληροφορίας, καὶ νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἔκθεσιν πλήρη· συνέταξε λοιπὸν δι’ ἐμοῦ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, καὶ εἰς τὸ τέλος τῆς ἐκθέσεως, ἐν ἀντιγράφῳ, ὑπάρχουσιν ὅλα τὰ οὐσιώδη ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι σχέσιν μὲ τὰς ἀρβύλας καὶ μὲ τὸν διπυρίτην.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔκθεσις θέλει τυπωθῆ.
§42ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἐπίσης καὶ ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ προσαρτώμενα εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§43ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε πέντε ἐκθέσεις περὶ διαφόρων νομοσχεδίων· θέλουσι τυπωθῆ. Κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ προηγηθῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν παλαιῶν δανείων, ὡς ἔχον σχέσιν μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς, ἐπειδὴ πολλὰ ἐπανελήφθησαν περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαπραγματεύσεως τῶν δανείων τούτων. Κύριοι, τὸν κ. Νάζον ἔχω φίλον, καὶ διὰ τοῦτο καυχῶμαι, ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι καύχημα παντὸς ἀνθρώπου εἶναι νὰ ἔχῃ φίλους ἀνθρώπους ἀξιοτίμους ὡς αὐτόν. Ὁ κ. Νάζος εἶναι γνωστὸς καὶ οἰκογενειακῶς καὶ κοινωνικῶς. Γνωσταί εἰσιν αἱ ὑπηρεσίαι αὐτοῦ ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ὁ κ. Νάζος, πληρεξούσιος ἐπὶ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, εἶναι ὁ ἱδρυτὴς τοῦ «Φοίνικος» καὶ τῆς «Ἀλκυῶνος» καὶ συγχρόνως καὶ ἀνταποκριτὴς ὅλων τῶν ἀσφαλιστικῶν καταστημάτων τῶν Παρισίων καὶ τῆς Μασσαλίας. Ὑποδιευθυντὴς τῶν καταστημάτων «Ἀλκυῶνος» καὶ «Φοίνικος» πρὸ ἐτῶν πολλῶν εἶναι ὁ κ. Μαλικόπουλος, ἐκλεχθεὶς διὰ τὴν τιμιότητα καὶ τὴν ἱκανότητά του παρὰ τῶν μετόχων τῶν ἐν Ἀθήναις ἰδίως κατοικούντων, ὡς παρὰ τῆς Τραπέζης, τοῦ κ. Καλλιγᾶ, καὶ διαφόρων ἄλλων ἀξιοτίμων πολιτῶν. Ὁ κ. Νάζος, ὡς ἐκ τῶν σχέσεών του μετὰ τῆς Εὐρώπης, πρὸ πολλοῦ ἀσχολεῖται περὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου, καὶ πολλάκις μοὶ ὡμίλησε περὶ τῆς ἐπιθυμίας του νὰ προσφέρῃ εἰς αὐτὸν ὑπηρεσίαν, διαπραγματευόμενος ὑπόθεσιν σιδηροδρόμου ἢ δανείου. Ὅταν ὅλοι ᾐσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην τῆς εὑρέσεως ἐξωτερικοῦ δανείου μεγάλου καὶ οὐδεὶς παρουσιάζετο νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐργασίαν αὐτὴν, ὁ κ. Νάζος μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα, ἀναλαμβάνων νὰ διαπραγματευθῇ τὸ δάνειον τοῦτο, καὶ ἀπέρχεται αὐτὸς ἢ ὁ συνάδελφός του εἰς Παρισίους ἄνευ ἀπαιτήσεως δαπάνης τινὸς, διὰ νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ἂν μὲν ἐπιτύχῃ, νὰ δοθῇ καὶ πρὸς αὐτὸν προμήθεια, ἡ ὁποία συνήθως δίδεται, ἐὰν δὲ ἀποτύχῃ, οὐδὲν ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, οὐδ’ ἔξοδα κἂν, ἀναλαμβάνει δὲ τοῦτο εἰς βάρος του. Καὶ τῷ ὄντι γνωρίζω, ὅτι μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς, τὰ ἔξοδα εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθη ὁ κ. Νάζος, μόνον διὰ τὴν ἀποστολὴν τηλεγραφημάτων ἀναβαίνουσιν εἰς 6,000 φράγκων. Τὴν πρότασιν τοῦ κ. Νάζου παρεδέχθην καὶ τῷ ἔδωκα πληρεξουσιότητα ὡς καὶ πρὸς τὸν συνέταιρόν του, νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Εὐρώπην διὰ νὰ διαπραγματευθῶσι δάνειον· ὁ κ. Νάζος μετὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν δραστηριότητος ἀπέστειλε μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τὸν κ. Μαλικόπουλον, ὅστις ἐργασθεὶς συνεφώνησε μετὰ τραπεζιτῶν καὶ μοὶ ἀπέστειλαν σύμβασιν, ὑπογεγραμμένην παρ’ αὐτοῦ καὶ τῶν τραπεζιτῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ τραπεζῖται ὑπέσχοντο νὰ δανείσωσι πρὸς τὴν Ἑλλάδα 50 ἑκατομμύρια, πληρωτέα εἰς 12 δόσεις· ἐζήτουν ὅμως νὰ τοῖς ἐπιτραπῇ νὰ προκαταβάλουν τὰ χρήματα ἐπὶ πληρωμῇ πρὸς αὐτοὺς, λόγῳ προεξοφλήσεως, ἐκτὸς τοῦ τόκου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν συμφωνίαν ἀνέβαινεν εἰς 6 καὶ 90 τοῖς ἑκατὸν καὶ 6% διὰ τὰς καταβολάς· δεύτερον συνέδεον τὴν ἐπιχείρησιν αὐτὴν μὲ τὴν ἐξομάλυνσιν τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825, καὶ τρίτον ἀπῄτουν, ὥστε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸ Δημόσιον ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τοῦ χαρτοσήμου, δηλαδὴ ἡ Τράπεζα ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἔκδοσιν, τὴν πώλησιν καὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ χαρτοσήμου. Ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι τοὺς ὅρους αὐτοὺς δὲν ἠδυνάμην νὰ δεχθῶ, ἰδίως τὸν τελευταῖον, ὁ ὁποῖος μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ὑπῆρξεν ὁ σκόπελος, πρὸ τοῦ ὁποίου ἀπέτυχε τὸ δάνειον. Ἀπήντησα λοιπὸν, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ φροντίσουν πρὸ πάντων νὰ συμβιβάσουν τὰ παλαιὰ δάνεια, ἢ νὰ δεχθῶσιν, ὥστε τὸ νέον δάνειον νὰ ἦναι ἀνεξάρτητον τῶν παλαιῶν. Ἰδοὺ ὁ λόγος, κύριοι, διὰ τὸν ὁποῖον κυρίως ὁ Μαλικόπουλος ἐσκέφθη νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, καὶ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν διαπραγμάτευσιν, διότι ἐγνώριζεν ὅτι, ἂν τὸ δάνειον τὸ παλαιὸν δὲν συμβιβασθῇ, τὸ δάνειον τὸ νέον δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ. Ὅτε μετέβη οὗτος εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ᾐσθάνθημεν τὴν ἀνάγκην, ὅτι ἔπρεπε νὰ συνεργασθῇ μετ’ αὐτοῦ ὁ κ. Γεννάδιος. Ὁ κ. Γεννάδιος συνειργάσθη μετὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν εἰλικρινείας καὶ νοημοσύνης, ὡς καὶ ὁ κ. Μαλικόπουλος· μετὰ πολλοὺς δὲ κόπους ἔφθασαν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον βλέπετε. Πρῶτον, κύριοι, παρήγγειλα εἰς τοὺς πληρεξουσίους νὰ ἀποφύγουν τὴν πληρωμὴν προμηθείας· εἶπον ῥητῶς εἰς αὐτοὺς, ὅτι προμήθειαν δὲν ἀναδεχόμεθα οὐδεμίαν· ἂν ἐξ ἰδίων των οἱ δανεισταὶ θέλουν νὰ δώσουν, ἂς τὸ πράξωσιν· ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδὲν ἐννοεῖ νὰ δώσῃ. Δεύτερον, ἔπρεπε νὰ μείνουν εἰς τὸν ὅρον τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον εἴχαμεν ἔκτοτε ὁρίσει. Καὶ τρίτον, ὅλαι αἱ ἀπολεσθεῖσαι καὶ μὴ παρουσιασθεῖσαι ὁμολογίαι νὰ ὦσι πρὸς ὠφέλειαν τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ τὴν σύμβασιν, ὅλα ἐπετεύχθησαν, διότι συνεφωνήθη, ὅτι ὅσαι ὁμολογίαι δὲν παρουσιασθῶσιν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας δὲν ἀνταλλάσσονται· ἑπομένως ἡμεῖς τὰ ὠφελούμεθα, καὶ ὁ πρῶτος ὅρος ἐπραγματοποιήθη καὶ ὁ δεύτερος ἐπίσης. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι ἡ σύμβασις τοῦ 1867 εἶχε καλλίτερόν τινα ὅρον, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ. Κατ’ αὐτὸν ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀγοράζωνται ὁμολογίαι εἰς τὸ χρηματιστήριον, κατὰ τὴν τρέχουσαν τιμήν· κατ’ αὐτὸν ἠδύνατο νὰ ὠφεληθῇ ἡ Ἑλλὰς, διότι ἤθελεν ἀγοράσει τὰς ὁμολογίας ὑποτετιμημένας, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ κατορθωθῇ ἡ παραδοχὴ τοῦ συστήματος τούτου· πλὴν δὲν πρόκειται ἤδη νὰ συγκρίνωμεν ποία εἶναι ἡ καλλιτέρα σύμβασις, ἀλλ’ ἐὰν ἡ παροῦσα ἦναι καλὴ καὶ ἡ δυνατὴ νὰ γείνῃ· μετὰ τοσαῦτα ἔτη πληρόνομεν τὸ ἓν δέκατον τῶν ὀφειλομένων, καὶ τόκον πέντε τοῖς ἑκατὸν ἀπὸ τοῦ ἀρτίου, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ χρηματιστήρια· ὁ ὅρος οὗτος εἶναι ὁ σπουδαιότερος καὶ ὠφελιμώτερος. Τοιουτοτρόπως ἑδραιόνομεν τὴν τιμήν μας καὶ ἀποκτῶμεν τὴν πίστιν μας ἐν τῇ πλουσίᾳ Εὐρώπῃ. Ἡ πίστις δὲ εἶναι ὁ ἀκένωτος πλοῦτος καὶ τῶν ἀτόμων καὶ τῶν Κρατῶν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν σύμβασιν. Πρὸ πολλοῦ διαπραγματευόμεθα μετὰ τῶν ἄγγλων δανειστῶν συνετάξαμεν καὶ ἄλλοτε σύμβασιν, ἥτις ὅμως δὲν ἐνεκρίθη. Ἐὰν καὶ αὖθις δὲν γείνῃ παραδεκτή, θέλουσι πιστεύσει, καὶ δικαίως, ὅτι τοὺς ἀπατῶμεν, ὅτι εἴμεθα ἄνθρωποι κακῆς πίστεως, πρὸς οὓς εἰς οὐδεμίαν πρέπει νὰ ἔλθωσι πλέον συνεννόησιν. Αὐτοχειρία οἰκονομικὴ καὶ πολιτεία χειροτέρα δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ἕνεκα τούτου, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν σύμβασιν παμψηφεί.
§46ΔΟΥΜΑΣ. Κύριοι, ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀρχίζων τὴν ὁμιλίαν του, ὑπερήσπισε τὸν κ. Νάζον, ὡς νὰ τὸν εἶχέ τις προσβάλει· ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν ἐγένετο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ὅτε εἶχον λάβει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁμιλῶν, κύριοι, ἀνέφερον, ὅτι οἱ ἀναλαβόντες τὴν διαπραγμάτευσιν εἶναι ἔντιμα πρόσωπα· πάντες ἐνταῦθα ἐκτιμῶμεν τὴν ἠθικὴν ἀξίαν αὐτῶν καὶ ἐν τῷ ἰδιωτικῷ των βίῳ καὶ ἐν τῇ ἑταιρίᾳ, τὴν ὁποίαν λίαν ἐπιτυχῶς ἐπὶ τόσον χρόνον διευθύνει ὁ κ. Νάζος. Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμον, δὲν ἀνεφέρετο προσωπικῶς εἰς τοὺς κκ. Νάζον καὶ Μαλικόπουλον, ἀλλ’ ἦτο καθαρῶς πραγματική· ἐνόουν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠδύνατο, καὶ θὰ ἦτο πολὺ καλλίτερον, τὴν διαπραγμάτευσιν νὰ ἔκαμνε κατ’ εὐθεῖαν μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου ἡμῶν, χωρὶς ν’ ἀναμίξῃ ἄλλα πρόσωπα, διότι νομίζω, ὅτι οἱονδήποτε πρόσωπον καὶ ἂν ἀπεστέλλετο, δὲν θὰ ἐξεπλήρου τὸν σκοπὸν τῆς ἀποστολῆς, ἤτοι νὰ ἐπιβληθῇ, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τοὺς ὁμολογιούχους καὶ νὰ κατορθώσωμεν οὕτω νὰ ἔχωμεν ὅρους ἐπωφελεστέρους· μόνος ὁ ἀντιπρόσωπος ἡμῶν, διαπραγματευόμενος τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, θὰ ἔφθανεν εἰς καλλίτερον ἀποτέλεσμα ἴσως, ἂν τοῦ ἐδίδετε τὴν ἄδειαν νὰ προσλάβῃ εἰς τὰς διαπραγματεύσεις εἴτε Ἕλληνα ἐκεῖ διαμένοντα καὶ ἀπολαμβάνοντα κοινῆς ὑπολήψεως, εἴτε φιλέλληνα γνωστὸν καὶ κεκτημένον βαρύτητα ἐν Ἀγγλίᾳ, ἴσως, λέγω, θὰ ἐφθάναμεν πάλιν εἰς καλλίτερα ἀποτελέσματα· ὥστε τὸ παρεμπῖπτον τοῦτο προσωπικὸν ζήτημα δὲν γνωρίζω διὰ τί ἦλθεν, εὐχαριστοῦμαι ὅμως, διότι μοι ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ εἴπω τὰ ἀνωτέρω. Ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ ὅρου τῆς ἀποσβέσεως τῶν ὁμολογιῶν δι’ ἀγορᾶς καὶ οὐχὶ διὰ κληρώσεως, ἐπειδὴ τὴν ἀξίαν αὐτῆς ἀνωμολόγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, κρίνω περιττὸν νὰ ἐπιμείνω καὶ ἀναπτύξω αὐτήν. Εἰς τὴν ἄλλην μου παρατήρησιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἀπήντησε· πρόκειται διὰ τὸν τόκον καὶ χρεωλύσιον τῶν ὁμολογιῶν, αἵτινες δὲν θὰ παρουσιασθῶσιν· ὁ τόκος καὶ τὸ χρεωλύσιον αὐτῶν θὰ χρησιμεύσῃ κατὰ τὴν σύμβασιν πρὸς ἀπόσβεσιν τῶν ἐκδοθησομένων ὁμολογιῶν. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μένῃ πρὸς ὄφελός μας, διότι οὕτως, ἀντὶ 75 χιλιάδων λιρῶν στερλινῶν πρὸς λειτουργείαν τοῦ νέου δανείου, θὰ ἔχωμεν ἴσως ἀνάγκην μόνον 60 χιλιάδων. Ἐκτὸς ὅλων τούτων, ὁ κυριώτερος λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐπρότεινα τὴν ἀναβολὴν, εἶναι ἡ ἄγνοια τῆς οἰκονομικῆς μας θέσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν, πρὶν μᾶς ὑποβάλουν τὸ σύνολον τῆς οἰκονομικῆς μας καταστάσεως, διότι ἐνδεχόμενον νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἐκπληρώσωμεν ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας τόσον εὐκόλως ἀναλαμβάνομεν· διὰ τοῦτο καὶ πάλιν ζητῶ τὴν ἀναβολὴν καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν τοῦ συνόλου τῆς οἰκονομικῆς μας θέσεως, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ὁρίσῃ διὰ ποίων πόρων θὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τῶν 2,500,000 δραχμῶν, ἃς ἀπαιτεῖ ἡ ἐκτέλεσις τῆς συμβάσεως;
§47ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Αἰσθάνομαι, κύριοι, καθῆκον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, τοὐλάχιστον διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶμαι κατ’ ἀρχὴν κατὰ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν χρεῶν ἡμῶν. Ἐπιθυμῶ ὅμως, ὅπως γείνῃ ἐν δέοντι χρόνῳ καὶ ὅσον εἶναι δυνατὸν συμφερώτερον καὶ δικαιότερον πρὸς τὸ Κράτος. Εἶπον, κύριοι, καὶ ἐπανέλαβον οἱ κκ. Ὑπουργοὶ καὶ εἰς ἄλλας συνεδριάσεις, ὅτι ἀποκαλούμεθα κακῆς πίστεως ὀφειλέται, ἐν ὅσῳ δὲν ἀναγνωρίζομεν τὰ δάνεια ταῦτα· ἐπίσης μᾶς ἐβεβαίωσαν, ὅτι διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως αὐτῶν θὰ ἐπανορθώσωμεν τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν πίστιν. Κατ’ ἀμφότερα, κύριοι, παρατηρῶ μετὰ πολλῆς εὐλαβείας εἰς τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο, ὅτι ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, οὔτε αὐτοὶ οἱ ὁμολογιοῦχοι, οὔτε οὐδεὶς ἄλλος, φρονῶ, ἔχει εὔλογον ἀφορμὴν νὰ μεμφθῇ τοῦ ἑλληνικοῦ Κράτους, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ δάνεια ταῦτα· διότι ὅλοι οἱ γνωρίζοντες τὴν ἱστορίαν τῶν δανείων τούτων καὶ ἐγκύψαντες ἐπιμελέστερον εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν σᾶς ἐβεβαίωσαν, ὅτι ὀλίγον ὠφελήθη τὸ ἔθνος ἐκ τούτων. Οὐδὲν ἧττον ὅμως, κύριοι, τὸ ἔθνος, ζηλότυπον ὑπὲρ τῆς τιμῆς του, πάντοτε ἐξεδήλωσε τὴν ἐπιθυμία νὰ ἐκκαθαρίσῃ αὐτὰ κατὰ λόγον τοῦ δικαίου καὶ τῶν δυνάμεών του· καὶ μάρτυρας, κύριοι, ἔχετε ἐπισήμους προτάσεις καὶ πρὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ μετὰ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, τὰς ἀξιεπαίνους καὶ λίαν σπουδαίας ἐνεργείας τοῦ ἐντίμου κυρίου Πρωθυπουργοῦ τὰς διαπραχθείσας κατὰ τὸ 1867, καὶ μετέπειτα παρὰ τῶν ἄλλων Κυβερνήσεων. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, κύριοι, δι’ ὃν δύνανται νὰ μᾶς ὀνομάσωσιν ὡς ὀφειλέτας κακῆς πίστεως. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον, δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις συντελεῖ σπουδαίως εἰς τὴν ἐνίσχυσιν καὶ κραταίωσιν τῆς πίστεως, ἀμφιβάλλω ὅμως, ἐὰν διὰ μόνης ταύτης θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἀνορθώσωμεν τὴν ἐθνικὴν πίστιν, ἐὰν τῷ ὄντι κατέπεσεν. Ἡ ἀνόρθωσις, κύριοι, τῆς πίστεως δι’ ἄλλου τρόπου γίνεται, τὸν ὁποῖον πάντες γνωρίζετε, καὶ δὲν θέλω σᾶς ἀπασχολήσει ἐκθέτων τοῦτον. Ἂς κατορθώσωσιν αἱ Κυβερνήσεις, καὶ δὲν λέγω τὴν παροῦσαν, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν ἄλλην, νὰ ἔχωσιν ἰσοζύγιον τῶν δαπανῶν πρὸς τὰ ἔσοδα, καὶ ἰδού, κύριοι, ἔχομεν πλήρη τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν πίστιν καὶ ἑδραίαν τὴν ὑπόληψιν ἡμῶν· ἀλλὰ ὅταν κατ’ ἔτος ὑπερπλεονάζουν τὰ ἐλλείμματα, ἀναγκαίως θέλομεν ἐλαττώσει καὶ τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν πίστιν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι, ἐν γένει τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, ἐπιθυμῶ νὰ γινώσκῃ τοῦτο τὸ Κοινοβούλιον, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω τοῦτο μετὰ παῤῥησίας. Εἰπὼν, ὅτι τὸ ἔθνος ἐξήγησεν, ὅτι θέλει νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν κατὰ λόγον τοῦ δικαίου καὶ τῶν δυνάμεών του, ἐννοῶ ὅ,τι καὶ πάντες γινώσκετε, οἱ κάτοχοι τῶν χρεωγράφων, αὐτοὶ δὲν εἶναι οἱ ἀρχικοὶ δανεισταί· τὰ χρεώγραφα αὐτὰ ἐγένοντο ἀντικείμενον κερδοσκοπίας, καὶ, καθά, κύριοι, πολλοὶ λέγουσιν, οἵτινες καὶ δύνανται νὰ γνωρίζωσι, τὰ χρεώγραφα αὐτὰ ἠγοράσθησαν παρὰ τῶν ἤδη κατόχων ἀντὶ 800,000 φράγκων περίπου. Καὶ ἐγώ, κύριοι, συγχωρήσατέ μοι νὰ ἐξομολογηθῶ καὶ νὰ εἴπω τὴν πεποίθησίν μου, οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, διότι αὐθεντικῶς γνωρίζω, ὅτι πρὸ τοῦ 1862 οἱ ἔχοντες τὰ χρεώγραφα αὐτὰ ἀνέθεσαν εἰς τὸν κ. Καλλιγᾶν τὴν διαπραγμάτευσιν διὰ νὰ συμβιβασθοῦν μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀντὶ 8 ἢ 9,000,000 δραχμῶν. Ἐὰν τοῦτο, κύριοι, ἦναι βεβαιότατον, βέβαιον εἶναι ἐπίσης, ὅτι ἡ ἀγορὰ ἐγένετο εἰς πολὺ ἥσσονα τιμήν. Καὶ τοῦτο λέγων, βεβαίως δὲν θέλω νὰ ἐπηρεάσω τὴν προσοχὴν ἡμῶν ἢ τὴν ἀπόφασιν τοῦ νὰ ἐφαρμόσητε τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὁ Ἀναστασιανὸς νόμος διαγράφει καθ’ ὅλου, κύριοι, δὲν ἐννοῶ τοῦτο. Ἐννοῶ νὰ ἀποδείξω, ὅτι οἱ κύριοι οὗτοι, οἵτινες λέγουσιν, ὅτι χαρίζουσιν ἑκατοστύας χιλιάδων λιρῶν, κατ’ ἐμέ, θέλουσι λάβει τριπλάσια τὰ κεφάλαια, ἅτινα κατέθεσαν διὰ τὴν ἀγοράν των, καὶ ὡς Ἕλλην καὶ ὡς Βουλευτὴς οὐδεμίαν ἀναγνωρίζω παρ’ αὐτῶν θυσίαν καὶ χάριν. Μετὰ τοῦτο, κύριοι, ὀλίγας λέξεις θέλω εἴπει ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως. Καὶ πρῶτον βεβαίως σπουδαῖοι μοί φαίνονται οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Σύρου, διὰ τῶν ὁποίων ὑπεστήριξε τὴν ἀναβολήν. Ἔχω δὲ καὶ τὴν βεβαιότητα, ὅτι διὰ ταύτης οὔτε ἐκεῖνοι, οἵτινες κατέχουσι τὰ χρεώγραφα, θέλουσι ζημιωθῆ, καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἠθέλομεν ἐξυπηρετήσει, ἐὰν ἐπ’ ὀλίγον τινὰ χρόνον ἀνεβάλλομεν τὴν ἐκκαθάρισιν. Βεβαίως, κύριοι, εἰς ἣν κατάστασιν οἰκονομικῶς εὑρισκόμεθα, εἰς ἣν ἀνάγκην περιήλθομεν, βαρὺ θέλει εἶσθαι τὸ φορτεῖον διὰ τὸ ἑλληνικὸν Κράτος, ἐὰν προβῶμεν εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν, ὅπως ἤδη προβάλλεται. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, κύριοι, οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἔχω οὔτε περὶ τῆς τιμιότητος οὔτε περὶ τῆς εἰδικότητος οὔτε περὶ τῶν ἐμπορικῶν σχέσεων τοῦ κ. Μαλικοπούλου καὶ τοῦ κ. Νάζου, μολονότι περὶ τούτου δὲν ἐγένετο οὐδεὶς λόγος· καὶ ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ ἔντιμοι οὗτοι κύριοι ἔχουσι σχέσεις πολλαπλᾶς καὶ μετὰ ἐμπόρων καὶ μετὰ τραπεζικῶν οἴκων ἐν Ἀγγλίᾳ, εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ὅμως, ἂν δὲν ἔβλαψαν, κατ’ οὐδὲν ὠφέλησαν· διότι δὲν ἠδύναντο οὗτοι οὔτε κατάλληλοι ἦσαν, κύριοι, ὅπως σᾶς εἶπεν ὁ κ. Δούμας, νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ἥτις ἤθελε διεξαχθῆ καὶ διεξήχθη λίαν χρησίμως ὑπὸ τοῦ ἐπιτετραμμένου ἡμῶν κ. Γενναδίου. Περιπλέον, κύριοι, πλὴν τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Δούμας, τὰς ὁποίας, διὰ νὰ μὴ ἐνοχλήσω ὑμᾶς, δὲν ἐπαναλαμβάνω, αἱ ὁποῖαι ὅμως εἶναι σπουδαῖαι, καὶ αἵτινες, φρονῶ, δύνανται καὶ σήμερον νὰ ἐπιτευχθῶσιν, ἐὰν κατεβάλλετο ἡ πρὸς τοῦτο ἐπιμέλεια, οὐδὲν ἧττον σπουδαῖον δι’ ἐμὲ εἶναι τὸ μέρος τοῦτο τῆς συμβάσεως, διὰ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς ὑποχρεούμεθα νὰ δίδωμεν, ὅπως παρατηρεῖτε, 75,000 λιρῶν κατ’ ἔτος πρὸς ἀπόσβεσιν αὐτῶν τῶν παλαιῶν δανείων εἰς τὸ ὡρισμένον αὐτὸ διάστημα τῶν 33 ἐτῶν. Διατί, κύριοι, εἰς ἐμὲ φαίνεται σπουδαῖον; διότι εἶναι βέβαιον, ὅπως σᾶς εἶπε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι πολλαὶ τῶν ἀρχικῶν ὁμολογιῶν, ἴσως τὸ ἓν τρίτον καὶ πλέον, ἀπωλέσθη, καὶ αὐτὸ φαίνεται καὶ ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Γενναδίου, ἥτις μόλις πρὸ ὀλίγου μᾶς διενεμήθη, ὅτι δηλ. τὸ ⅓ αὐτῶν δὲν ὑπάρχει, καὶ τοῦτο τὸ ⅓ ὡς ἐν τῇ συνθήκῃ ὁρίζεται, θέλει λογισθῆ ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἡ καταβολὴ τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου γίνεται, ὡς ἂν ὑπάρχῃ ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιον. Ποία ὑπάρχει, κύριοι, διαφορά; Εἶναι ἀληθὲς μὲν, ὅτι κατ’ οὐσίαν δὲν ὑπάρχει οὐδεμία διαφορά, διότι θὰ πληρώσωμεν αὐτὸ τὸ ποσὸν, ἀλλὰ εἰς ὀλιγώτερον χρονικὸν διάστημα, ἐν ἄλλαις λέξεσι κατὰ λόγον τοῦ ποσοῦ τῶν ἀπολεσθεισῶν ὁμολογιῶν ἐπὶ ἔλαττον χρονικὸν διάστημα θέλομεν ἀποσβέσει αὐτὸ τὸ χρέος. Ἀλλὰ, κύριοι, ποῖον εἶναι τὸ προτιμότερον δι’ ἡμᾶς; νὰ πληρώσωμεν τὸ χρεωλύσιον καὶ τὸν τόκον ἐπὶ τῶν ὁμολογιῶν ἐκείνων τῶν παλαιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν, καὶ συνεπῶς νὰ πληρώσωμεν τὰ δύω τρίτα τῶν 75,000 λιρῶν κατ’ ἔτος καὶ νὰ ἐξοφλήσωμεν αὐτὰ τὰ παλαιὰ δάνεια ἐπὶ 33 ἔτη, ἢ νὰ πληρώσωμεν, ὅπως σήμερον μᾶς ζητοῦν, 780,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος πλειότερον, διὰ νὰ τὸ ἐξοφλήσωμεν εἰς ὀλιγώτερον χρονικὸν διάστημα; Βεβαίως, κύριοι, ἐὰν οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ μᾶς ἐπέτρεπε νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτην προεξόφλησιν, οὕτως εἰπεῖν, ἤθελον σιωπήσει. Σήμερον ὅμως, ὅτε σκεπτόμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν ὀλίγας χιλιάδας δραχμῶν, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀπολύτους ἡμῶν ἀνάγκας, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα τοῦτο. Ἐπίσης, κύριοι, μὴ νομίσητε, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι μικρὰ ἡ διαφορὰ, ἐὰν ὑπῆρχεν ὁ ὅρος, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχεν εἰς τὴν σύμβασιν τοῦ 1867, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ τότε εἶχε κανονίσει, τουτέστι νὰ ἀποσύρωμεν κατ’ ἔτος ἐκ τῆς ἀγορᾶς τοσοῦτον κεφάλαιον ὁμολογιῶν, ὅσον ἀναλογεῖ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ ὀφειλομένου μέρους διά τε κεφάλαιον καὶ χρεωλύσιον· ἡ διαφορὰ, κύριοι, ἤθελεν εἶσθαι μεγάλη, διότι οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐξαργύρωσις, οὕτως εἰπεῖν, ἢ ἐξαγορὰ ἤθελεν εἶσθαι ἐπὶ ἔλαττον τοὐλάχιστον κατὰ 20 ἢ 25%.
§48ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλά.
§49ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Βεβαιωθῆτε, ὅτι αὐτὰ οὐδέποτε πωλοῦνται εἰς τὸ ἄρτιον.
§50ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ τόκος 5% εἶναι τόσον καλὸς ἐν Ἀγγλίᾳ, ὥστε οὐδεὶς ἤθελε πωλήσει τὸ ὁμόλογόν του· ἑπομένως ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι ἠθέλομεν τὰ ἀγοράσει ὀλιγώτερον δὲν εἶναι ὀρθός.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Ζέγγελης εἶπε τοῦτο, διότι ὅλοι οἱ ὑπολογισμοὶ γίνονται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπάρχοντος, ὅτι θὰ ἦναι 50%, διότι ὁ τόκος 5% φέρει τὸ ἄρτιον, ὅταν πληρώνηται παρὰ τῆς Ἑλλάδος καί τινων ἄλλων κρατῶν 50, παρ’ ἄλλων ὅμως 60.
§52ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν ἔντιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν, διότι μὲ ἐβοήθησε· μὲ βεβαιοῖ δὲ ὁ κ. Δούμας, ὅτι σήμερον πωλοῦνται πρὸς 75 καὶ 80% τό τε Ἰταλικὸν καὶ τὸ Ῥωσσικὸν δάνειον, ἅπερ συνωμολογήθησαν μὲ τόκον 5%, καὶ ἡ διαφορὰ εἶναι 450,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος· νομίζω, ὅτι διὰ τὴν Ἑλλάδα τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι ἀνάξιον προσοχῆς. Βλέπετε λοιπὸν ἐπὶ πόσον, κύριοι, εἶναι ἐπιβλαβὴς κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἡ τοιαύτη σύμβασις, ἡ ὁποία, ὡς σᾶς εἶπον, προσδίδει κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν τριπλάσιον κέρδος εἰς τοὺς κατόχους. Ἐὰν εἴχομεν τοὺς ἀρχαίους δανειστὰς, βεβαίως, κύριοι, ἤθελον εἶσθαι μᾶλλον γενναιόψυχος ὅσον καὶ ζηλότυπος ὑπὲρ τῆς τιμῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους· ἀλλὰ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ὅτι αὐτοὶ τὰ ἠγόρασαν εἰς εὐτελεστάτην τιμὴν, μοὶ ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ ἐπιμείνω καὶ παρατηρήσω εἰς ὑμᾶς, ὅτι δὲν εἶναι συμφέρουσα ἡ σύμβασις. Ταῦτα, κύριοι, εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς. Δὲν θέλω νὰ θίξω τὴν σπουδαιότητα τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι εἰς ἡμᾶς δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν καλλιτέρους ὅρους. Μοὶ φαίνεται, ὅτι εἰς ἐμὲ δὲν ἁρμόζει νὰ ἀναιρέσω τοῦτο, διότι οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἔχω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατέβαλε πᾶσαν τὴν προσπάθειαν, ἵνα φθάσῃ εἰς αἴσιον ἀποτέλεσμα καὶ ἐπωφελὲς, ἀλλ’ ἀπέτυχεν ἴσως δι’ ἄλλους λόγους, ἴσως διότι δὲν διευθύνθη ἡ ὑπόθεσις παρὰ τοῦ ἐν Λονδίνῳ Ἐπιτετραμμένου, καὶ μεμονωμένη, ἴσως κατ’ ἐμὲ, κύριοι, καὶ τοῦτο μᾶλλον πιστεύω, παρέβλεψαν πάντα, ἵνα διευκολύνωσι δάνειον· εἶπε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔπρεπε νὰ λυθῇ, διὰ νὰ κατορθώσωμεν τὴν συνομολόγησιν ἑτέρου δανείου. Αἱ διαπραγματεύσεις ἐγένοντο, κύριοι, ὁμοῦ· ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ κατάλληλος νὰ δείξω τὸν τρόπον, μολονότι ἐπιθυμῶ νὰ φθάσωμεν εἰς αἴσιον πέρας· φρονῶ ὅμως, ὅτι, ἐὰν κατορθωθῇ νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ γνώμη ἡμῶν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ κ. Δούμας, οὔτε οἱ κάτοχοι τῶν χρεωγράφων θέλουσιν ἀδικηθῆ, καὶ τὸ ἔθνος θέλει ἔχει ὠφέλειαν. Ἂς ἀναβάλωμεν τὴν ὑπόθεσιν ἐπ’ ὀλίγον, ἀφοῦ ἤδη διατελοῦμεν εἰς μεγάλας οἰκονομικὰς δυσχερείας καὶ πόρους δὲν ἔχομεν νὰ καλύψωμεν τὰ τοιαῦτα βάρη καὶ ἄλλα ὅμοια, ἅπερ ἐπίκεινται ἡμῖν. Ταῦτα, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω, ὡς ἀνέφερον ἐν ἀρχῇ, τοὐλάχιστον διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου.
§53ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω ὀλίγας παρατηρήσεις ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον θεωρῶ λίαν σπουδαῖον, διότι ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν δὲν διαφωνῶ, καὶ μάλιστα εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες πρῶτοι ἐξέφρασαν γνώμην ὑπὲρ τῆς τακτοποιήσεως τῶν παλαιῶν δανείων. Εὑρέθην δὲ εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, κατὰ πόσον τὸ ζήτημα τοῦτο βλάπτει τὴν Ἑλλάδα, ἐνόσῳ μένει ἐκκρεμὲς, καὶ πόσον θέλει ὠφελήσει, ἐὰν λυθῇ· ὥστε, κύριοι, κατ’ ἀρχὴν δὲν δύναμαι νὰ ἦμαι ποτὲ κατὰ τῆς τακτοποιήσεως τῶν παλαιῶν δανείων, ἀλλ’ ἀπεναντίας, ἐὰν ὑπῆρχεν ἀνάγκη, ἤθελον συνηγορήσει ὑπὲρ αὐτῆς. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ ὑποβάλω ὀλίγας παρατηρήσεις καὶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἐπί τινων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὴν σύμβασιν. Λόγος σπουδαῖος, κύριοι, ἐθεωρήθη, ὅτι εἶναι ἡ ἀνάγκη τοῦ ν’ ἀνορθώσωμεν τὴν πίστιν ἡμῶν καὶ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς σχέσεις καὶ συναλλαγὰς μετὰ τῆς Εὐρώπης. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἴδωμεν, ἐὰν αἱ βάσεις, τὰς ὁποίας παρεδέχθησαν οἱ συνομολογήσαντες τὴν σύμβασιν, ἀνταποκρίνονται εἰς τὸν σκοπόν. Δύο ἰδέαι ἐπαρουσιάσθησαν· μία ἰδέα εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν ἐπὶ τῆς παρελθούσης συμβάσεως, δηλαδὴ νὰ ἑνώσωμεν τὸν κανονισμὸν τῶν παλαιῶν δανείων μὲ τὴν συνομολόγησιν νέου ἐξωτερικοῦ δανείου.
§54ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ ἰδέα ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1872.
§55ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ τελευταία ἰδέα, ἥτις καὶ ὑπερίσχυσεν, ἦτο ὅτι εἶναι προτιμοτέρα μόνη ἡ διαπραγμάτευσις καὶ ἡ ἀναγνώρισις ἄνευ νέου δανείου. Ἐδῶ, κύριοι, νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ πλάνη. Ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνομεν νέας ὑποχρεώσεις καὶ νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ συνομολογήσωμεν νέον δάνειον, καὶ τὴν ἀνάγκην αὐτὴν τὴν ἀναγνωρίζουσιν ὅλοι. Ἐὰν δὲν δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰμὴ διὰ δανείου, ὅπως μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἔχω νὰ ἀντιτάξω, διότι ἐλπίζω εἰς τὸ μέλλον νὰ τακτοποιήσωμεν τὰ οἰκονομικά μας, νὰ ζητήσωμεν νέους πόρους καὶ νὰ ἐφαρμόσωμεν ὁλόκληρον οἰκονομικὸν σύστημα, ὅπως κάμνουσιν ὅλα τὰ Ἔθνη, τὰ εὑρισκόμενα εἰς παρομοίαν θέσιν. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον, ἀφοῦ ὁμολογοῦμεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην δανείου, ἔπρεπε νὰ τὸ ἐπιζητήσωμεν. Μένει ἤδη νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἡ πραγματοποίησις τῆς ἰδέας ταύτης ἤθελε μᾶς θέσει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον ὑπὸ εὐνοϊκωτέρους ὅρους, ἢ ἤθελε συμβῆ τὸ ἐναντίον; Ἐγὼ φρονῶ καὶ θέλω ἀποδείξει, ὅτι μετὰ τὴν τακτοποίησιν τῶν παλαιῶν δανείων διὰ νὰ εὕρωμεν χρήματα, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἑξῆς θέσιν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ ἦναί τις μόνον τίμιος, διὰ νὰ εὕρῃ δάνειον, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἦναι καὶ ἀξιόχρεως· ἄνθρωποι πολλοί εἰσι τίμιοι, ἀλλὰ ὅταν προσέρχωνται εἰς τὰς τραπέζας νὰ δανεισθῶσι, ζητεῖται ἀπὸ αὐτοὺς ἡ δέουσα ἐγγύησις· πρέπει λοιπὸν νὰ ἦναι καὶ ἀξιόχρεως ὁ μέλλων νὰ δανεισθῇ, ἑπομένως πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον εἴμεθα ἀξιόχρεοι. Ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος, κύριοι, τραπεζιτικῶς εἶναι εἰς λίαν εὐάρεστον κατάστασιν· σήμερον τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα δὲν κυκλοφοροῦσιν εἰμὴ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Ἀνατολήν· σήμερον κατ’ ἐξαίρεσιν εὑρίσκονται εἰς ὑπερτίμησιν, κατ’ ἐξαίρεσιν τῶν ἄλλων ἐπικρατειῶν, ἐκτὸς τῆς Γαλλίας. Εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν εἰς τὴν Ἀνατολὴν ἐν γένει τὰ χρεώγραφα τῆς Ἑλλάδος ποτὲ δὲν ἐξέπεσαν.
§56ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι κάτω ἀπὸ τὸ ἄρτιον.
§57ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἴσως ἀπὸ τὸ ὀνομαστικὸν, ἀλλ’ ἄνω πάντοτε τοῦ πραγματικοῦ· ἐὰν θελήσητε νὰ κάμητε σήμερον δάνειον ἐξωτερικὸν, δὲν θὰ εὕρητε, ἐὰν ὅμως εὕρητε, θὰ πληρώσητε τόκον ὑπέρογκον. Ὁ κ. Γεννάδιος λέγει ἐν τῇ ἐκθέσει του, ὅτι ἡ ἀξία τῶν νέων ὁμολογιῶν ἐλογίσθη πρὸς 50%, ἐγὼ παραδέχομαι ὅτι θὰ ἦναι πρὸς 60%, καὶ ὅτι θὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ χρηματιστήριον εἰς αὐτὴν τὴν τιμήν, ὁ δὲ τόκος πρὸς 5% ἐπὶ τῆς ὀνομαστικῆς ἀξίας θὰ ἀναλογῇ πρὸς 9½%. Ἐὰν σήμερον εἰσέλθωσιν εἰς τὰ χρηματιστήρια πρώτην φορὰν ἑλληνικὰ χρεώγραφα ἀξίας 30 ἑκατομμυρίων, ἀποφέροντα τόκον 9½ τοῖς ἑκατὸν, θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν νέον δάνειον μὲ μικρότερον τόκον; Βεβαίως μόνον ἕνεκεν ἀνωτέρου τόκου θὰ ἐλπίσωμεν νέον δάνειον. Ὥστε φρονῶ, ὅτι ἦτο μέγα σφάλμα νὰ συνομολογηθῇ ἡ προκειμένη σύμβασις, χωρὶς νὰ συνδέσωμεν αὐτὴν μὲ νέον δάνειον. Τὸ σύστημα τοῦ νὰ συνεννοηθῶμεν μὲ τραπεζίτας, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀναδεχθῆ τὴν τακτοποίησιν καὶ τὸ δάνειον, ἤθελεν εἶσθαι πολὺ προτιμότερον καί, κατ’ ἐμὲ, ἦτο λάθος τοῦτο τὸ ὁποῖον ἐγένετο.
§58ΔΟΥΜΑΣ. Καλλίτερα ἐκάμαμεν ποῦ τὸ ἐχωρίσαμεν.
§59ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, ἤθελον ἐπιθυμήσει νὰ ἐγίνετο συγχρόνως διὰ τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας σᾶς ὑπέβαλα· ὥστε μόνον, ἐὰν ὑπάρχῃ λόγος ἀνωτέρου συμφέροντος, ὅπερ δὲν βλέπω, ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν σύμβασιν. Ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν οἰκονομικὴν δυσχέρειαν, τὸ βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν μεγάλην ἀδυναμίαν τοῦ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συνομολόγησιν ἐξωτερικοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἡ μόνη σωτηρία τῆς Ἑλλάδος, διότι, ἐὰν δὲν τακτοποιήσωμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῶν γραμματίων, δὲν θέλομεν σωθῆ. Δὲν συμφωνῶ ποτὲ νὰ γείνῃ πάγιον ἐσωτερικὸν δάνειον, καὶ τοῦτο τὸ πολεμῶ μὲ ὅλας μου τὰς δυνάμεις, διότι τὸ θεωρῶ δυστύχημα διὰ τὸν τόπον· εἶναι οἰκονομία προσωρινὴ τοῦ ἀθλίου Χρεωκόπου, ὁ ὁποῖος δὲν σκέπτεται περὶ τοῦ μέλλοντός του, ἀλλὰ μόνον περὶ τῶν προσωρινῶν ἀναγκῶν του. Νὰ ἀποφύγητε τὸ ἐσωτερικὸν δάνειον, νὰ κάμητε δάνειον ἐξωτερικόν· διότι, ἂν ἐκδώσητε δάνειον ἐσωτερικὸν, ἔστω καὶ 10.000,000, ὡς ἀκούω, θὰ συμβῇ τὸ ἑξῆς. Οὐδεὶς σχεδὸν ἔχει χρήματα διαθέσιμα, ὅπως ἀγοράσῃ ἀπὸ τὸ δάνειον τοῦτο, ὅλοι θὰ προσφύγουν εἰς τὴν Τράπεζαν, ἥτις θὰ ἐκδώσῃ χαρτονόμισμα 10 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον θὰ δανείζῃ πρὸς 8%. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει προτιμότερον εἶναι νὰ γείνῃ τὸ δάνειον ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ πληρώσωμεν μόνον 1%. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ κάλλιον ἐμοῦ τὰ τοιαῦτα. Ὁμιλῶ δὲ, οὐχὶ διότι ἀποκρούω, ὡς εἶπον κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ διότι ἐπιθυμῶ νὰ μένωσιν καταχωρισμέναι αἱ παρατηρήσεις μου αὗται ἐν τοῖς πρακτικοῖς, καθόσον ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει εὐθύνην, ἀκούουσα παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ ἐκτιμήσῃ, πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν κύρωσιν συμβάσεως, δυναμένης μᾶλλον νὰ βλάψῃ, ὡς ἔχει, τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος.
§60Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Ἔρχομαι καὶ τρίτην φορὰν, διὰ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐχρεστηθῇ νὰ μᾶς εἴπῃ διὰ τίνων πόρων θὰ πληρώσῃ τὰ 2 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ὅλως διάφορον τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ τὸ δάνειον. Ἂν ὁ προϋπολογισμὸς ἔχῃ ἔλλειμμα 5 ἑκατομμυρίων, εἶναι ἑνὸς χρόνου, καὶ ἑπομένως, συνομολογοῦντες δάνειον 10 ἑκατομμυρίων θέλομεν ἀναγράψει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 800,000 ἢ ἓν ἑκατομμύριον ὡς πάγιον χρέος. Ἐδῶ ὅμως δὲν δυνάμεθα νὰ συγχωνεύσωμεν τὰ 2 ἑκατομμύρια καὶ 300 χιλιάδας μὲ τὸ ἔλλειμμα τὸ τακτικὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι εἶναι ἔλλειμμα πάγιον, τὸ ὁποῖον, ἐπειδὴ δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ ἐξοφλήσωμεν, θέλει κατ’ ἔτος αὐξάνει καὶ, δανειζόμενοι κατ’ ἔτος 2½ ἑκατομμύρια, θὰ φθάσωμεν ἐπὶ 33 ἔτη εἰς 250 ἑκατομμύρια. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι κατ’ οὐδένα τρόπον δὲν πρέπει νὰ συγχύσωμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦτο μὲ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπιμένω δὲ καὶ παρακαλῶ, διότι εἶναι καὶ κοινοβουλευτικὸν καὶ ὀρθὸν καὶ δίκαιον, ὅταν ὑποβαλλώμεθα εἰς χρέη, πρέπει νὰ ὑποδεικνύωνται καὶ οἱ πόροι, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ πληρωθῶσι.
§61Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, τὸ ζήτημα πρέπει νὰ συζητηθῇ ὑπὸ τοὺς ἀληθεῖς αὐτοῦ ὅρους, πρέπει ν’ ἀναγνωρίσωσιν οἱ θέλοντες τὴν τιμὴν τοῦ τόπου ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωσι τὴν ἀλήθειαν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Πρέπει νὰ εἴπωμεν καθαρὰ αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι ψηφίζομεν φόρους 2 καὶ ½ ἑκατομμυρίων, ἐκτὸς τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον ἔχουν αἱ παρελθοῦσαι χρήσεις, καθὼς καὶ ἡ μέλλουσα τοῦ 1879. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα τῆς συμβάσεως, καθ’ ὃ, ἀναλαμβάνοντες ὑποχρεώσεις πρὸς τοὺς δανειστάς μας, ὅπως ἀποδειχθῶμεν καλῆς πίστεως, πρέπει νὰ κηρύξωμεν διὰ τῆς ψήφου μας εἰς τὸ ἔθνος, ὅτι τὸ καταδικάζομεν ἀπὸ σήμερον εἰς πληρωμὴν φόρου 2½ ἑκατομμυρίων, ἐκτὸς τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους θέλομεν ἐπιβάλει εἰς αὐτὸ, διὰ νὰ καλύψωμεν τὰ ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ τάσις, κύριοι, ἡ ὁποία παρουσιάζεται εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς ὑπέβαλε, δὲν ὑπεμφαίνει τίποτε ἄλλο παρὰ αὔξησιν διαρκῆ ἐξόδων, δημιουργεῖ εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς ὅλων τῶν Ὑπουργείων αὔξησιν δαπανῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, εἰς πᾶν Κράτος, ὅταν ἡ Κυβέρνησις πιέζηται ἀπὸ πολιτικὰς ὑποχρεώσεις καὶ χρηματικὰς ἀνάγκας, παρουσιάζει μετ’ αὐτῶν καὶ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ὀφείλει νὰ καλύψῃ αὐτάς. Ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἀφίνει εἰς τὸ ἀχανὲς, ἐννοοῦσα βεβαίως καὶ αὐτὴ, ὅτι διὰ φόρων, δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπιδιώκει, ἀλλὰ δὲν προβάλλει, οὔτε φόρους, οὔτε ὁρίζει τὰ φορολογητέα εἴδη. Θέλει ἀπὸ τοῦδε νὰ ὑποθηκεύσῃ τὸ Ἔθνος εἰς μέλλοντας φόρους, ὑποβάλλουσα αὐτῷ ἀπὸ τοῦδε εἰς ῥητὰς ὑποχρεώσεις, ἔπρεπε ὅμως νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀναλαμβάνουσα τὰς ὑποχρεώσεις αὐτὰς ἀναλαμβάνειν καὶ ὡρισμένα νέα βάρη. Καὶ οἱ Γάλλοι ἐξέδωκαν δάνεια κατόπιν τῶν συμφορῶν των, σήμερον δὲ ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀντίθετον θέσιν τῆς Γαλλίας. Σήμερον ἡ Ἑλλὰς προσδοκᾷ τι, νέαν διαῤῥύθμισιν ὁρίων, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ, χάριν τῶν προσδοκιῶν ἐπιβάλλω φόρους νέους. Οἱ Γάλλοι κατόπιν συμφορῶν, καὶ συμφορῶν ἴσως ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀνεπανορθώτων, εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωσι· θὰ ἐπιβάλλωμεν νέους φόρους, θὰ αὐξήσωμεν τοὺς ὑπάρχοντας, διότι θὰ ἐκδώσωμεν δάνειον, ἵνα πληρώσωμεν τὰ βάρη τοῦ πολέμου. Καὶ διὰ τοῦτο εἴδατε, ὅτι τὸ δάνειον τῆς Γαλλίας, ἕνεκα τοῦ θάῤῥους καὶ τῆς μεγάλης ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησίς των εἶχεν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐξωτερικῷ, οὐ μόνον ἐκαλύφθη ἀμέσως, ἀλλὰ πράγματι οἱ πολῖται διήρχοντο ὁλοκλήρους νύκτας εἰς τὰ γραφεῖα, ἵνα ἐγγραφῶσιν ὡς δανεισταί· ἔσπευσε δὲ ἡ λοιπὴ Εὐρώπη νὰ καλύψῃ ἀμέσως τὰς μετοχὰς τοῦ Γαλλικοῦ δανείου, ὥστε μερίδες πολιτῶν Γάλλων δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐγγραφῶσι, διότι πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, ἡ Συνέλευσις τῶν Γάλλων ἐκάλυψε διὰ προσθέτων καὶ θετικῶν φόρων τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ. Πῶς θέλετε λοιπὸν τακτικὴν, καθιερωθεῖσαν πανταχοῦ, ν’ ἀναιρέσητε ἐντὸς τοῦ ἡμετέρου Κράτους; Σήμερον τὸ Ἔθνος διατελεῖ εἰς καλλιτέραν θέσιν πολλῶν ἄλλων, ἡ Ἑλλὰς προσδοκᾷ αὔξησιν ὁρίων καὶ δύναται ν’ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν Εὐρώπην μετὰ μεγαλειτέρας ἐμπιστοσύνης ἢ κατὰ τὸ παρελθόν. Διατὶ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ, κατόπιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει καὶ διὰ τοῦ ὁποίου αὐξάνονται αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς πίστεως τῆς χώρας, εἰς τὸν οἰκονομικὸν κόσμον τῆς Εὐρώπης, νὰ ὁρίσῃ συνάμα καὶ τοὺς φόρους, δι’ ὧν θὰ καλύψῃ ἐμπράκτως καὶ τὰς ὑποχρεώσεις της; Τὸ τοιοῦτον ἤθελον ἐννοήσει καὶ ἤθελον δώσει τὴν ψῆφόν μου, διότι ἀναγνωρίζω τὰ χρέη αὐτὰ ὡς ὑποχρεωτικὰ διὰ τὴν Ἑλλάδα ἀλλὰ συνάμα θέλω νὰ ἐπιβάλω καὶ θυσίας, ἵνα ἀνταποκριθῶ ὡς καλῆς πίστεως ἄνθρωπος εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐνόσῳ ὅμως ἀναλαμβάνετε ὑποχρεώσεις, χωρὶς νὰ δηλώσητε καὶ τοὺς φόρους, δι’ ὧν θὰ τὰς καλύψητε, δὲν ἀναπτύσσετε τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος. Τὰ Χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης δὲν θέλουσι σᾶς ἀνοίξει τὰς θύρας, ἐνόσῳ δὲν ἔχουν προϋπολογισμὸν ἰσοσκελῆ, οὔτε δάνειον μεταλλικὸν δύνασθε νὰ διαπραγματευθῆτε μετ’ ἐπιτυχίας· διὰ ταῦτα θέλω καταψηφίσει τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν χορηγεῖ τὰ μέσα, ἵνα φανῇ ἡ Ἑλλὰς καλῆς πίστεως ἀπέναντι τῶν δανειστῶν της.
§62ΑΛ. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ὅτε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἐζητήθη ἡ ἀναβολὴ, ἐκηρύχθην κατὰ τῆς ἀναβολῆς, προήχθην δὲ τότε νὰ εἴπω καὶ τοὺς λόγους, δι’ οὓς κατ’ οὐσίαν ἤμην διατεθειμένος νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς συμβάσεως. Ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον νὰ πράξω τοῦτο, καὶ νομίζω, ὅτι καὶ σήμερον πρέπει ἐν ὀλίγοις νὰ ἐπαναλάβω τὰ αὐτὰ, ἀκριβῶς, διότι συμβαίνει νὰ μὴ ἀνήκω εἰς τὴν φάλαγγα τὴν ὑποστηρίζουσαν τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ὑπέβαλε τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Νομίζω ἀληθῶς, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει καθῆκον νὰ ἐλέγχῃ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ καταδεικνύῃ τὰ κακῶς ἔχοντα ἐν αὐταῖς, ὅτι δὲ πολλάκις οἱ συμπολιτευόμενοι Βουλευταὶ, καίπερ εὑρίσκοντες ἄτοπά τινα ἐν τοῖς νομοσχεδίοις τοῖς προτεινομένοις, ἀφ’ ἑνὸς μὲν βλέπουσι τὰ ἄτοπα ταῦτα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εὑρίσκονται ἐν τῷ φόβῳ μήπως ἡ ἀπόῤῥιψις νομοσχεδίου τινὸς φέρῃ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἣν ὑποστηρίζουσι, καὶ ἀναγκαζόμενοι οὕτω νὰ δεχθῶσι τὸ κατ’ αὐτοὺς ἧττον κακὸν ψηφίζουσι τὰ νομοσχέδια ὡς ἔχουσιν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει καθῆκον νὰ πολεμῇ τὰ ὑπουργικὰ νομοσχέδια, ὁσάκις νομίζει αὐτὰ κακῶς ἔχοντα, ἀφ’ ἑτέρου ἔχει καθῆκον, ὅταν πείθηται, ὅτι ἀνταποκρίνονται εἰς δημοσίαν τινὰ ἀνάγκην, νὰ μὴ ἀρνῆται τὴν συνδρομὴν αὐτῆς. Τοσοῦτον δὲ μᾶλλον ἐνόμισα ἐγὼ, ὅτι εἶχον σήμερον τὸ καθῆκον τοῦτο, καθόσον ὁσάκις, εἴτε ἐντὸς εἴτε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, συνέβη νὰ γείνῃ λόγος περὶ τῶν ἐξωτερικῶν δανείων δὲν ἐδίστασα νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, καὶ ἡ γνώμη μου ἦτο, ὅτι συμφέρει μεγάλως εἰς τὸ ἔθνος νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, δι’ οὗ ν’ ἀποζημιωθῶσι, κατὰ τὸ μέτρον τῶν μέσων τοῦ ἔθνους, οἱ κάτοχοι τῶν παλαιῶν ὁμολόγων. Διὰ τοῦτο κηρύττομαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Παρετήρησα εὐχαρίστως, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ἄχρι τοῦδε ἀγορεύσαντες, δὲν ἠρνήθησαν κατ’ ἀρχὴν τὸ δίκαιον καὶ τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναγνωρισθῶσι τὰ δάνεια ταῦτα, ἀλλ’ ἐπήνεγκον παρατηρήσεις τινὰς, οἰόμενοι ἐπὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐγένοντο αἱ διαπραγματεύσεις ἐν Λονδίνῳ, οἱ δὲ ἐπὶ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, ἣν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν. Καὶ, καθόσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ σύμβασις, δηλαδὴ ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα, εἰς ἃ ἡ Κυβέρνησις ἐνεπιστεύθη τὴν διαπραγμάτευσιν ταύτην, θέλω σᾶς εἴπει ἐν ὀλίγοις τὴν γνώμην μου. Φρονῶ, ὅτι εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ἀνήκει ὁμολογουμένως, νὰ ἐκλέξῃ τὰ πρόσωπα, εἰς ἃ ἐμπιστεύεται διαπραγμάτευσίν τινα· δὲν εἴμεθα δὲ δικαιολογημένοι ν’ ἀποκρούσωμεν νομοσχέδια λόγῳ τῶν προσώπων τῶν διαπραγματευθέντων, ἐκτὸς ἂν δυνηθῶμεν ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι πράγματι τὰ πρόσωπα αὐτὰ συνετέλεσαν, ὅπως ἡ ὑπόθεσις διεξαχθῇ κακῶς. Ἐπὶ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου δὲν ἤκουσα κανένα ἐκ τῶν ἀγορευσάντων περὶ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα διεπραγματεύθησαν τὴν σύμβασιν, νὰ μᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι ἐκ τούτων προέκυψε βλάβη τις. Ἀλλὰ δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι, ὅσῳ ἱκανώτερον εἶναι τὸ πρόσωπον τὸ διαπραγματευόμενον, κατὰ τοσοῦτον ἐπιτυγχάνει ἡ διαπραγμάτευσις. Διὰ τοῦτο ἡ καλὴ ἐκλογὴ τῶν προσώπων δέον ν’ ἀποτελῇ τὸ πρώτιστον μέλημα τῶν Κυβερνήσεων. Ὅταν συζητῶμεν, κύριοι, περὶ τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825 πρέπει ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐγένοντο, καὶ ἀφοῦ ἐκτιμήσωμεν τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς τὸ ἔθνος εὑρίσκετο, ἀφοῦ ἴδωμεν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον αἱ τότε Κυβερνήσεις τοῦ ἀγῶνος, καὶ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐξετίμησαν τότε τὰ δάνεια ταῦτα, τότε μόνον δυνάμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν ἐν γνώσει περὶ τοῦ τί πρέπει νὰ πράξωμεν. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι παλαιὰ κατὰ πεντήκοντα ἤδη ἔτη, καὶ εἶναι εὐνόητον ἑπομένως, ὅτι διαφεύγουσι τὴν μνήμην τινῶν τὰ περὶ τῶν δανείων τούτων. Ταῦτα συνωμολογήθησαν τὸ πρῶτον, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ μὲν Ὀμὲρ Βριώνης ἐπίεζε τὴν Ἑλλάδα ἐκ βοῤῥᾶ, ὁ δὲ Μεχμὲτ Ἀλῆς ἐκ νότου, καὶ ἐν τῇ καταστάσει ἐκείνῃ, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο ἐν στιγμῇ ἀπελπισίας καὶ δὲν ἤξευρε πῶς ν’ ἀποκρούσῃ τὸν ἐχθρὸν, διὰ ψηφίσματος τοῦ Βουλευτικοῦ τῆς 31 Ἰουλίου 1824 ἀπεφάσισεν ἡ νομοθετικὴ καὶ ἔπειτα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ συνομολογήσῃ δάνειον 15 ἑκατομμυρίων Ἱσπανικῶν ταλλήρων. Τίς δύναται ν’ ἀναγνώσῃ ἄνευ συγκινήσεως τὰς ὁδηγίας τὰς δοθείσας πρὸς τοὺς ἐντεταλμένους τότε τὴν συνομολόγησιν τῶν δανείων; τίς δύναται νὰ ἐνθυμηθῇ ἄνευ συγκινήσεως πῶς ἔχαιρον ὅλοι, καὶ κυβερνῶντες καὶ κυβερνώμενοι, ὅτε ἤρχοντο τὰ ποσὰ ἐκεῖνα, ἔστω καὶ μικρὰ, ἔστω καὶ ἐλάσσονα τῶν συνομολογηθέντων, καὶ δι’ αὐτῶν ἐπληρόνετο ὁ τακτικὸς στρατὸς καὶ τὸ ἡρωϊκὸν ναυτικὸν, τὸ ὁποῖον προεμάχει τότε ὑπὲρ τῆς πατρίδος; Λάβετε, κύριοι, ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν τὰ θεσπίσματα τῶν ἐθνικῶν Συνελεύσεων· ἔχομεν ἀπόφασιν τῆς τρίτης ἐν Ἐπιδαύρῳ ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία ἀνεγνώρισε τὰ δάνεια ταῦτα ὡς χρέος κοινὸν τῆς Ἑλλάδος. Ἰδοὺ τὸ κείμενον. «Ἡ Ἐθνικὴ Γεν. Συνέλευσις ψηφίζει.» Τὰ δάνεια ταῦτα εἶναι δεκτὰ καὶ ἀναγνωρίζονται ὡς χρέος κοινὸν τῆς Ἑλλάδος, κατὰ τὰ διαλειφθέντα συμφωνητικὰ καὶ καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῶν ἐν αὐτοῖς συνθηκῶν.» Ὑπάρχει δεύτερον ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως τῆς ἐν Ἄργει τοῦ 1829. Ἐπὶ τέλους ἡ Συνέλευσις τοῦ 1843 ἀπεφάσισεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, δι’ οὗ νὰ ἀποζημιωθῶσιν οἱ κάτοχοι τῶν παλαιῶν δανείων· ἐν τέλει δὲ ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864 διὰ τοῦ Συντάγματος ἡμῶν ὥρισεν, ὅτι μεταξὺ τῶν πρώτων νομοθετημάτων θέλει ὑπάρχει καὶ τὸ νομοθέτημα, δι’ οὗ ν’ ἀποζημιωθῶσιν οἱ κάτοχοι τῶν παλαιῶν δανείων. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν ἱστορίαν. Βεβαίως, κύριοι, ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι ὅλα τὰ ποσὰ τῶν δανείων δὲν ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ αὕτη εἶναι μία τῶν μεγάλων ἀντιῤῥήσεων, τὰς ὁποίας φέρουν κατὰ τῶν δανείων. Τοῦ πρώτου δανείου, ὅπερ ἦτο ἐξ 800,000 λιρῶν, ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα μόνον 348,000 λίραι· ἐκ τοῦ δευτέρου δανείου, ὅπερ ἦτο ἐκ 2,000,000 λιρῶν, ἦλθον μόνον 576,000 λίραι· τὸ ὅλον 924,000 λιρῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν, ὅτι τὸ χρῆμα εἶναι ἀνάλογον καὶ πρὸς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν δίδεται, καὶ πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ δανειζομένου. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο διδόμενον κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἦτο πολλῷ πλειότερον ἀναλόγως ἢ ὅ,τι χρήματα ἰσάριθμα διδόμενα σήμερον. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι τὰ ποσὰ ταῦτα ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα μικρότερα παρ’ ὅσον συνωμολογήθησαν, ἀκριβῶς διότι τινῶν ποσῶν ἐγένετο χρῆσις οὐχὶ συμφώνως πρὸς τὰς ἐθνικὰς ἐπιθυμίας καὶ πρὸς τὸ δίκαιον, διότι παρηγγέλθησαν πλοῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦλθον εἰς Ἑλλάδα, καὶ ἐγένοντο ἄλλαι περιτταὶ δαπάναι, ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἡ Ἑλλὰς δικαιοῦται νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς δανειστάς της, ὅτι ἀναγνωρίζει τὸ ἱερὸν καθῆκον, ὅπερ ἔχει ν’ ἀποζημιώσῃ αὐτοὺς, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ὀφείλουσι νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος, τὰς προσδοκίας, ἃς εἶχε τότε καὶ αἵτινες δυστυχῶς δὲν ἐξεπληρώθησαν· καὶ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τοὺς πόρους ἡμῶν νὰ δεχθῶμεν ἐκεῖνο, ὅπερ δυνάμεθα νὰ χορηγήσωμεν. Διὰ τοῦτο προτείνομεν νὰ δοθῶσιν 1,200,000 λίραι ἀπέναντι ποσοῦ, ὅπερ, ὑπολογιζόμενον μετὰ τῶν τόκων, ἀναβαίνει εἰς 10,000,000 περίπου λίρας. Ὑπάρχουν, κύριοι, διάφοροι τρόποι, καθ’ οὓς ἠδύνατο νὰ συνομολογηθῶσιν αἱ συμβάσεις αὗται, καὶ τοὺς τρόπους αὐτοὺς εὑρίσκει ἡ Βουλὴ ἀναγεγραμμένους ἐν ἀξιολόγῳ ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, τοῦ ἐν Ἀγγλίᾳ Ἐπιτετραμμένου τῆς Ἑλλάδος· ἐννοῶ τὴν πρώτην ἔκθεσιν τὴν ἀπευθυνθεῖσαν πρὸς τὸν ἀξιότιμον κύριον Κοντόσταυλον κατὰ τὸ 1875. Ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ νόμον ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς δανειστάς. «Ἰδοὺ τί δυνάμεθα νὰ χορηγήσωμεν· τὰ δέχεσθε ἢ τ’ ἀφίνετε;» Ὑπάρχει καὶ δεύτερος τρόπος, ὁ τοῦ συμβιβασμοῦ. Καὶ ὁ μὲν καὶ ὁ δὲ ἔχουν τὰ πλεονεκτήματά των. Ἐγὼ ὅμως δὲν διστάζω νὰ ἀποφανθῶ, ὅτι ὁ τρόπος τοῦ συμβιβασμοῦ εἶναι ὁ καταλληλότερος, διότι πρὸς τοῖς ἄλλοις ἔχει τὸ πλεονέκτημα τοῦ νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὰς ἑλληνικὰς ὁμολογίας ν’ ἀναγνωρίζωνται ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ τοῦ Λονδίνου. Τὸ ἄρθρον 18 τῆς παρούσης συμβάσεως ῥητῶς λέγει «ἂν μετὰ δύο μῆνας, ἀφοῦ τὸ συμβόλαιον τοῦτο κυρωθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς ἑλληνικῆς Βουλῆς καὶ ἀφοῦ δοθῇ δημοσίᾳ εἰδοποίησις, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον εἶναι ἕτοιμον καὶ πρόθυμον, κατὰ τὰ προδιατυπωθέντα, νὰ ἐκτελέσῃ τὸ συμβόλαιον, ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ χρηματιστηρίου τοῦ Λονδίνου δὲν ἐπιτρέψῃ τυχόν, ἵνα τὰ χρεώγραφα καὶ αἱ ἀξίαι τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀναγράφωνται ἐπισήμως ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ, τὸ συμβόλαιον τοῦτο θὰ ἦναι ἄκυρον, τὰ δὲ δικαιώματα καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τῶν ἑκατέρωθεν μερῶν θὰ ἦναι καὶ θὰ μένουν καθ’ ὅλα, ὡσὰν ἡ παροῦσα συμφωνία δὲν εἶχε γείνει ποτέ.»
§63ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Κατὰ τὴν ἄλλην σύμβασιν τοῦ 1867.
§64ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ζέγγελης μοὶ ὑπενθυμίζει τὴν σύμβασιν τοῦ 1867, καὶ τὸν εὐχαριστῶ διὰ τοῦτο. Ἄλλοι ἐμπειρότεροι ἐμοῦ θὰ ἔλθωσιν ἴσως ἐδῶ νὰ συζητήσωσι περὶ τῆς συμβάσεως τοῦ 1867 καὶ νὰ εἴπωσιν ἡμῖν κατὰ τί ὑπερτερεῖ τῆς σημερινῆς συμβάσεως. Τὸ κατ’ ἐμὲ τοῦτο παρατηρῶ, ὅτι καὶ ἡ σημερινὴ σύμβασις ὡς καὶ ἡ τοῦ 1867 μίαν ἔχει βάσιν, τὸν συμβιβασμὸν μετὰ τῶν πιστωτῶν ἡμῶν καὶ περὶ τῆς βάσεως ταύτης ἐσκόπουν νὰ ὁμιλήσω. Ἡ σύμβασις τοῦ 1867, καθὼς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς, εἶχεν ἓν μέγα πλεονέκτημα, ὅτι αἱ ὁμολογίαι ἐξηργυροῦντο δι’ ἀγορᾶς ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ, ἐπειδὴ δὲ ἦτο πιθανὸν ἐν αὐτῷ νὰ ἔχωσι τιμὴν πολὺ κατωτέραν τῆς ὀνομαστικῆς ἀξίας, ἡ Ἑλλὰς θὰ εἶχε νὰ πληρώσῃ ὀλιγώτερα ποσὰ ἢ ἐὰν ἀγοράσῃ σήμερον εἰς τὸ ἄρτιον. Ἀλλὰ, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν πραγμάτων ὑπὸ γενικὴν ἔποψιν, τὸ ζήτημα εἶναι ἂν σήμερον συμφέρῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ν’ ἀποκρούσῃ τὴν σύμβασιν ταύτην, ἢ δεχόμενοι αὐτὴν, ὡς ἔχει, νὰ ἐντείλωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπικυρώσῃ τὸν συμβιβασμόν. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἐπὶ τούτου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία. Ἀφοῦ ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις κατὰ συνέχειαν ἀνεγνώρισαν, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθωσιν εἰς συμβιβασμὸν μετ’ αὐτῶν, ἀφοῦ ἀνεγνώρισαν, καὶ τοῦτο βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ μὴ ὁμολογήσῃ, ὅστις γνωρίζει τὴν γνώμην τῶν ἐν Εὐρώπῃ περὶ τὰ τοιαῦτα ἀσχολουμένων, ἀφοῦ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ δημοσία πίστις τῆς Ἑλλάδος θέλει σπουδαίως αὐξήσει, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο πλάνη, ἂν σήμερον ἐδιστάζομεν νὰ ἐπικυρώσωμεν τὴν σύμβασιν ταύτην. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν εἶναι νομοθέτημα, ὅπερ δυνάμεθα νὰ ἀλλάξωμεν κατὰ βούλησιν· δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπωμεν, ὅτι μεταβάλλομεν τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα ἄρθρον· τὴν σύμβασιν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ἐν συνόλῳ ἢ νὰ ἀποῤῥίψωμεν. Ἂν δὲ σήμερον δὲν παραδεχθῶμεν τὴν σύμβασιν ταύτην, βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ φέρωμεν ἓν σπουδαῖον τραῦμα κατὰ τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως. Διὰ τοῦτο ἐγὼ παρακαλῶ ν’ ἀποδεχθῶμεν αὐτὴν, ἔστω καὶ ἂν ἔχῃ μικρὰς ἐλλείψεις· τοσούτῳ δὲ μεγαλειτέρα θὰ ἦναι ἡ τιμὴ, ὅσῳ μεγαλειτέρα θὰ ἦναι ἡ θυσία, διότι βεβαίως ἀναγνωρίζω, ὅτι θυσία εἶναι διὰ τὸ ἑλληνικὸν Ἔθνος ἐν ταῖς σημεριναῖς περιστάσεσι καὶ τῇ στενοχωρίᾳ, ἐν ᾗ εὑρίσκεται, ν’ ἀναλάβῃ μέγα βάρος· καὶ εἶναι μέγα βάρος τὸ ποσὸν 1,200,000 λιρῶν. Ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ ἐλλείμματος, καὶ ἐξετίμησα πράγματι τὸ ἐμβριθὲς τῶν προτάσεων ἐκείνων τῶν συναδέλφων, οἵτινες ἤθελον νὰ συνδυάσωσι τὰς συμβάσεις αὐτὰς μὲ τὸ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν ἔλλειμμα. Εἶναι πράγματι βαρὺ τὸ νὰ ἀποφασίζῃ τις νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἓν βάρος, χωρὶς νὰ βλέπῃ ὅτι θὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἐκ τούτου θὰ προκύψῃ· εὔχομαι καὶ ἐγὼ νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀποδειχθῇ πῶς νὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἄλλως τε μετὰ πεποιθήσεως λέγω, ὅτι, ἂν ἡ σύμβασις γείνῃ δεκτὴ, ἡ ἑλληνικὴ πίστις θέλει ὑψωθῆ, καὶ εἶναι δυνατὸν, ὡς προσδοκᾷ, ἡ Ἑλλὰς νὰ δανείζηται χρήματα ἐν τῷ μέλλοντι καὶ εὐκολώτερον καὶ εὐθηνότερον· νομίζω ὅτι δι’ αὐτοῦ τούτου τοῦ ἐπιχειρήματος λύεται ἐν μέρει τὸ ζήτημα. Ἀληθῶς ὑπάρχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡμῶν ἀναγεγραμμένον ποσὸν 8,000,000 δι’ ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, ἡ δὲ Ἑλλὰς πληρόνει σήμερον τόκον 8 καὶ 9%. Ἂν κατορθώσῃ νὰ δανεισθῇ ἐν τῷ μέλλοντι μὲ τόκον 5 ἢ 6%, ὅπως θὰ συμβῇ, ἅμα ἡ Ἑλλὰς ἀνυψώσῃ τὴν πίστιν αὐτῆς, θέλει ἐλαττώσει τὸ ποσὸν τὸ ἐγγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ ἑπομένως, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἐκπληροῦμεν ἱερὰς ὑποχρεώσεις, δὲν θέλομεν ἀφ’ ἑτέρου ζημιωθῆ· διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν σύμβασιν ταύτην τῶν παλαιῶν δανείων.
§65ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Κύριοι, ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, ἵνα δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Δὲν προτίθεμαι νὰ πολεμήσω τὸ συνταχθὲν νομοσχέδιον, διότι καὶ ἄσκοπον καὶ μάταιον θεωρῶ τοῦτο. Ἐξ ὅλων τῶν ἀγορευσάντων ἀπὸ τοῦ βήματος οὐδένα ἤκουσα ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825· πολλοὶ ὅμως ἐκηρύχθησαν ἐναντίον τῆς ὑπὸ ἐπιψήφισιν συμβάσεως, ἐπὶ τῷ ὅτι ἐν οὐ δέοντι γίνεται ἡ ἀναγνώρισις αὕτη, τινὲς δὲ, διότι οὐχὶ κατὰ τὸν προσήκοντα τρόπον ἐγένοντο αἱ περὶ ταύτης διαπραγματεύσεις. Ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ἡμᾶς, δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ σήμερον, ὅτε παρουσιάζεται τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐν τῇ ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ. Πρὸ χρόνων πολλάκις διαπραγματεύσεις ἐγένοντο περὶ τούτου, καὶ προτάσεις ἀντηλλάγησαν καὶ συμβάσεις συνετάχθησαν· ἀλλ’ οὐδεμία τῶν προγεγενημένων ἀποπειρῶν ὑπῆρξε χείρων τῆς παρούσης συμβάσεως, καὶ δυστυχῶς τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην ἠκούσατε σήμερον ἀπὸ τοῦ στόματος αὐτοῦ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Ἐκτὸς τῆς γνωστῆς συμβάσεως ἡ ὁποία παρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1867 καὶ ἥτις, ἂν καὶ ἐχαρακτηρίσθη χείρων τῆς παρούσης ὑπὸ τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, σήμερον δὲ κρείττων ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐκτὸς τῆς συμβάσεως ἐκείνης, καὶ κατὰ τὸ 1871, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐγένοντο διαπραγματεύσεις, αἵτινες ἐστηρίζοντο εἰς ὅρους πολὺ κρείττονας τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία σήμερον μέλλει ν’ ἀποφασισθῇ καὶ κυρωθῇ ὑφ’ ἡμῶν· ἀλλ’ ἂν καὶ οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως ἐκείνης ἦσαν πολλῷ κρείττονες τῶν τῆς παρούσης, οὐχ ἧττον ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἀπετέλει μέρος καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ διαδεξαμένη τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις τῆς συμβάσεως ἐκείνης τὴν πραγματοποίησιν ἐπεδίωκε, ἐπολέμησεν ἐντόνως τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἐν σχεδίῳ ἐκείνης συμβάσεως. Ἐν ἐγγράφῳ δὲ ἐπισήμῳ καὶ ῥητῶς ἀνέγραψε τοὺς λόγους τῆς γνώμης της ταύτης, ὧν ὁ κύριος ἦτο, ὅτι ὑπὸ τῶν ἀγωνιζομένων νὰ πραγματοποιήσωσι τὴν ἀναγνώρισιν τῶν δανείων δὲν προετείνετο ἡ ἐξεύρεσις πόρων, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα τοῦ τότε προϋπολογισμοῦ· κατὰ δὲ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ ἔλλειμμα ἀνήρχετο κατὰ ἀνώτατον ὅρον εἰς 2,000,000. Σήμερον δὲ, ἐνῷ τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα, ὡς ἠκούσατε, φθάνει μέχρι 14,000,000, σήμερον, λέγω, ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς λέγει, ὅτι δὲν θέλω νὰ ὑποτάξω τὴν ἀναγνώρισιν τῶν δανείων τοῦ 24 καὶ 25 εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὴν ἀντίφασιν ταύτην τῶν ἰδεῶν του δὲν ἀξιῶ νὰ ἐξηγήσω, ἀλλὰ παράδοξον μοὶ φαίνεται πῶς κατώρθωσε νὰ πείσῃ ἑαυτὸν, ἐνῷ ἐκηρύσσετο ἐναντίος κατὰ τὸ 1871 πάσης ἀναγνωρίσεως τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825, πρὶν ἢ προηγηθῇ ἡ ἐξεύρεσις πόρων, ὥστε νὰ προτείνῃ σήμερον, ὑπάρχοντος ἐλλείμματος 14,000,000. τοιαύτην σύμβασιν καὶ νὰ ζητῇ τὴν ψῆφόν μας ὑπὲρ ταύτης, χωρὶς νὰ φέρῃ οὐδὲν μέτρον πρὸς ἐξεύρεσιν νέων πόρων. Μοὶ φαίνεται παράδοξον πῶς Κυβέρνησις σπουδαία δύναται τοιαύτην ψῆφον νὰ ζητῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, χωρὶς κἂν νὰ δίδῃ τὴν ἐλπίδα, ὅτι εἰς τὸ μέλλον μελετᾷ νὰ ἀνεύρῃ καὶ προτείνῃ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὸν τρόπον, δι’ οὗ προτίθεται νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα, καὶ νὰ ὑποδείξῃ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων φρονεῖ, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ καλυφθῇ, καὶ νὰ δώσῃ ἰδέαν τινὰ τοὐλάχιστον τῆς μεθόδου, ἣν σκοπεῖ ν’ ἀκολουθήσῃ· τοῦτο τὸ νομίζω κἄτι τι ἀνώτερον ἐλλείψεως συστήματος, εἶναι σύστημα καθαυτὸ ἐλλείψεως συστήματος. Ὁ δεύτερος λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ἀποτρέπει νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, καί τοι, ὡς εἶπον, κατ’ ἀρχὴν φρονῶ, ὅτι πρέπει τὰ δάνεια ταῦτα νὰ ἀναγνωρισθῶσιν, εἶναι ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις, ὡς ἐγένοντο, δὲν γεννῶσιν εἰς τὸν κόσμον, εἰς τὸ κοινὸν, τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐγένοντο διὰ τῆς σπουδαιότητος καὶ τῆς ἀκριβείας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν νομίζω, ὅτι ἡ κοινὴ συνείδησις ἀπῄτει νὰ εὕρῃ εἰς τοιαύτας διαπραγματεύσεις· οὐ μόνον δὲ εἰς Βουλευτὰς ἀντιθέτους τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἔλλειψις τῆς πεποιθήσεως ταύτης ὑπάρχει, ἀλλὰ τὴν ἔλλειψιν τῆς πεποιθήσεως αὐτῆς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σήμερον διὰ τῆς ὁμιλίας του ἐνεθάῤῥυνε· σᾶς εἶπεν, ὅτι δι’ ἑνὸς τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐνήργησαν τὴν διαπραγμάτευσιν καὶ συνῆψαν τὴν σύμβασιν ἐπεχείρησε διαπραγματεύσει, καὶ ἐν Παρισίοις, ἀλλ’ ὅτι αὗται ἀπέτυχον, μὴ δεχθέντος αὐτοῦ ἕνα τῶν προταθέντων ὅρων· νομίζω, ὅτι μόνον τὸ νὰ διανοηθῇ τις νὰ διαπραγματευθῇ τὴν ἀναγνώρισιν τῶν δανείων τούτων ἐν Παρισίοις, μόνον τοῦτο εἶναι παιδαριῶδες, καὶ τοῦτο παρέχει τὴν ἀπόδειξιν, καὶ ἂν ἄλλοι ἔλειπον, ὅτι τὸ ὅλον τῆς διαπραγματεύσεως δὲν ἐγένετο μετὰ τῆς προσηκούσης σπουδαιότητος· νομίζω δὲ, ὅτι ἔσφαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἡ μνήμη δὲν τὸν ἐβοήθησεν εἰπόντα, ὅτι ἀπέτυχε τὸ δάνειον τότε, διότι δὲν ἤθελε νὰ δεχθῇ ὥστε τὸ χαρτόσημον νὰ ἐκδίδηται καὶ πωλῆται ὑπὸ τῆς Τραπέζης· ὁ λόγος οὗτος νομίζω, δὲν εἶναι ὁ ἀληθὴς, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπανειλημμένως ἐνετείλατο τῷ Ἐπιτετραμμένῳ τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις νὰ δεχθῇ τὸν ὅρον τοῦτον. Διὰ τοὺς λόγους λοιπὸν τούτους, ἤτοι ὅτι πρῶτον ἀπαιτεῖται ἡ κύρωσις τῆς συμβάσεως, χωρὶς προηγουμένως νὰ δίδηται νύξις κἂν εἰς ἡμᾶς περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ δυνηθῶμεν καὶ τοὺς τόκους καὶ τὸ χρεωλύσιον νὰ πληρώνωμεν, μὲ τὸ ὁποῖον θὰ βαρυνθῶμεν ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς συμβάσεως, καὶ τὸ ἔλλειμμα τὸ μέγιστον τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ ἐκ 14,000,000 συγκείμενον νὰ καλύψωμεν, καὶ διότι αἱ διαπραγματεύσεις δὲν ἐγένοντο διὰ τρόπου, τὸν ὁποῖον ἡ ἐθνικὴ συνείδησις εἰς τόσον σπουδαίαν ὑπόθεσιν καὶ λεπτὴν ἀπῄτει, θὰ καταψηφίσω κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καίτοι, ὡς εἶπον, κατ’ ἀρχὴν φρονῶ, ὅτι τὰ δάνεια ταῦτα πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῶσι.
§66ΣΟΥΤΣΟΣ. Ἐπὶ τῆς τετραπλῆς ἐπερωτήσεώς μου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ τὰς ἀπαντήσεις.
§67ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔδωκα ἀπάντησιν, συζητῶν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§68ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐπειδὴ θὰ ψηφίσω κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὀφείλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Ψηφίζω κατὰ τῆς ἀρχῆς διὰ τρεῖς πρὸ πάντων λόγους’ πρῶτον διότι θεωρῶ, ὅτι ἡ σύμβασις, ἣν σᾶς προτείνουν νὰ κυρώσητε, ἔχει βάσιν ἄδικον’ καὶ λέγω ἄδικον, διότι δὲν εἶναι δίκαιον ἡ Ἑλλὰς, εἴτε τώρα ἐν τῇ μεγάλῃ ἀνεχείᾳ αὐτῆς, εἴτε ἐν ἄλλῃ ἐποχῇ εὐπορίας, νὰ πληρώσῃ ὑπερμέτρως ὅ,τι δὲν ἔλαβεν’ ἄλλοτε, κύριοι, ὅτε ἡ Γαλλία εὑρέθη εἰς χείρονα ἡμῶν θέσιν, ἐσκέφθη περὶ πληρωμῆς τῶν χρεῶν αὐτῆς, ἀλλ’ ἔθεσε τὴν ἑξῆς βάσιν εἰς πληρωμὴν τῶν χρεῶν της’ ἐξήτασε τί ἔλαβεν ἀπὸ ἕκαστον δάνειον πραγματικῶς, καὶ τοιαύτην, κύριοι, ἀπόδοσιν δικαίαν ἔκαμεν, ὅταν ἀνώρθωσε τὰ οἰκονομικά της’ ἂν ἐξ ἑνὸς δανείου εἶχε λάβει πράγματι 10%, 10% ἀπέδωκεν’ ἂν εἶχε λάβει 15%, 15% ἀπέδωκε. Λοιπὸν, διὰ νὰ ἦναι ἡ ἀπόδοσις αὕτη τῶν δανείων δικαία, ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ τί ἐλάβομεν καὶ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ἀποδοθῇ. Ἠξεύρετε δὲ τί ἐλάβομεν ἐξ αὐτῶν τῶν δανείων; 7 καὶ ½% μόνον ἐκ τοῦ ὀνοματικοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον φέρουσιν αἱ ὀνοματικαὶ ὁμολογίαι αὐτῶν τῶν δανείων’ σήμερον δὲ τί πληρόνωμεν διὰ τῆς προκειμένης συμβάσεως; πληρόνομεν τὸ ⅒ 300,000,000 δραχμῶν, διότι ὑπολογίζονται ὅλοι οἱ τόκοι ἐξ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς τοῦ 1824 καὶ 1825· εἰς τὸ σύνολον λοιπὸν πρόκειται νὰ πληρώσωμεν ἓν μυθῶδες ποσὸν ἀπέναντι ἑνὸς εὐτελεστάτου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν’ δὲν εἶναι δικαία λοιπὸν ἡ τῆς ἀποδόσεως βάσις. Ὁ δὲ λόγος, ὅτι τὰ χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης θὰ ἀνοίξωσι διὰ τῆς παραδοχῆς αὐτῆς τῆς συμβάσεως, ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον λέγετε, ὅτι ἐπιδιώκετε διὰ τῆς συμβάσεως, ἤτοι νὰ ἀνοίξωσιν εἰς τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα τὰ χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης, εἶναι πλάνη οἰκτρά· καὶ ἂν ἀνοίξωσιν ὅμως τὰ χρηματιστήρια, κατ’ οὐδὲν θὰ ὠφεληθῶμεν, εὔχομαι μάλιστα ποτὲ νὰ μὴ ἀνοίξουν, ἐνόσῳ δὲν δυνηθῆτε νὰ ἀνορθώσητε τὴν οἰκονομικὴν ὑμῶν διαχείρισιν καὶ πίστιν. Ἡ Τουρκία ἔχει ὅλα τὰ χρηματιστήρια τοῦ Λονδίνου ἀνοικτὰ, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα βαίνει πλησίστιος εἰς τὴν χρεωκοπίαν. Τὸ κύριον λοιπὸν εἶναι νὰ ἀνορθώσητε τὴν πίστιν σας, καὶ τότε θὰ εὕρητε δάνεια’ καὶ θὰ ἀνορθώσητε τὴν πίστιν σας, ἐὰν δυνηθῆτε νὰ ἀνορθώσητε τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν’ ἀλλ’ ἐνόσῳ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι μυθῶδες καὶ φοβερὸν, μὴ νομίζητε, ὅτι, συμφωνοῦντες νέον δάνειον ὑπὸ τοιούτους ὅρους, θὰ ἀνορθώσητε τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν κατάστασιν. Τρίτος λόγος, δι’ ὃν θὰ καταψηφίσω τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἡ ἀπόλυτος ἀδυναμία τοῦ Κράτους εἰς τὸ νὰ ἀναδεχθῇ καὶ πληρώσῃ τοσοῦτον χρέος’ δὲν εἶναι ἐποχὴ νὰ ἀναδεχθῶμεν τοιαῦτα μεγάλα βάρη, ὡς λέγετε, πρὸς τιμὴν τοῦ ἔθνους’ εἰς ἄλλην εὐθετωτέραν ἐποχὴν, χάριν τῆς τιμῆς καὶ ὑπολήψεως τοῦ ἔθνους, ἠδυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν’ σήμερον ὅμως ἀπειλούμεθα ὑπὸ οἰκονομικοῦ κατακλυσμοῦ, καὶ πρέπει λίαν ἐσκεμμένως νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν· δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ πληρώσωμεν τόσα μεγάλα ποσὰ, διότι ἐνθυμήθητε πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὅτι θὰ βαρύνητε ὅλας τὰς ἐπερχομένας γενεὰς διὰ τοσοῦτον μεγάλου χρέους καὶ τοσούτων δανείων, ὅπερ δὲν εἶναι ὀρθὸν οὔτε δίκαιον. Ἕνεκα λοιπὸν τῶν τριῶν αὐτῶν λόγων, ἡ ψῆφός μου θὰ ἦναι ἀρνητική.
§69ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ θὰ ψηφίσω καὶ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς καὶ ὑπὲρ τῶν καθ’ ἕκαστα· αἰσθάνομαι ὅμως τὴν ἀνάγκην νὰ δικαιολογήσω καὶ ἐγὼ τὴν ψῆφόν μου, καθότι, ὡς τίθεται τὸ ζήτημα ὑπό τινων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἡμῶν, ὁ Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος ἑτοιμάζεται νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει νὰ δικαιολογῇ τὴν ψῆφόν του, διότι ἐτέθη τὸ ζήτημα ἐνώπιόν μας, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν λαὸν μὲ 2½ ἑκατομμύρια, ἐπιβάλλοντες νέους φόρους, τοὺς ὁποίους δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ πληρώσῃ. Ἐτέθη τὸ ζήτημα ἐνώπιόν μας, ὅτι ἑτοιμαζόμεθα νὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τοὐλάχιστον τὰ μέσα νὰ παρηγορηθῶμεν, ὅτι θὰ φανῶμεν τίμιοι ὀφειλέται, διότι δὲν ἔχομεν πρόχειρα τὰ μέσα, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸ δάνειον αὐτὸ. Ὑπὸ τὴν μίαν ἔποψιν ἴσως ἔχουν δίκαιον· ὅλα ὅμως αὐτὰ τὰ παράπονα εἶναι παράπονα μεταξύ μας, εἶναι παράπονα, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦμεν ν’ ἀπευθύνωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ τῆς εἴπωμεν: διατὶ λοιπὸν δὲν μᾶς φέρεις πόρους νέους νὰ τοὺς ψηφίσωμεν, ἵνα ἀναπληρώσωμεν αὐτὸ τὸ κενόν; Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τοῦτο, ἀλλὰ μόνον τὸ ζήτημα, ποίαν ἐντύπωσιν θὰ κάμωμεν εἰς τὴν Εὐρώπην κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμὴν, ἐὰν ἀναγγελθῇ, ὅτι, ὕστερον ἀπὸ τόσων ἐτῶν διαπραγματεύσεις, ὄχι πλέον ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος ἀποῤῥίπτει τὸ σχέδιον τοῦτο; Ἡ βλάβη, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸν τόπον, θὰ ἦναι ἀπείρως μεγαλειτέρα παρ’ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν θὰ αἰσθανθῶμεν ἐὰν πληρώσωμεν 2–3,000,000 κατ’ ἔτος. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, σκεπτόμενος τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἄλλην ἔποψιν παρὰ ἀπ’ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, δὲν διστάζω νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§70ΦΙΛΗΜΩΝ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ φέρω εἰς τὰς ἐπὶ τῆς συμβάσεως παρατηρήσεις τοῦ συναδέλφου καὶ φίλου μου κ. Βαλέττα. Εἶπεν, ὅτι ἡ συζήτησις καὶ ἡ ἀπόφασις περὶ τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825 γίνεται ἐν καιρῷ οὐ δέοντι. Νομίζω τοὐναντίον, ὅτι καταλληλότερος καὶ ἐπωφελέστερος καιρὸς δὲν ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῇ ἀπὸ τοῦ σημερινοῦ. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ἄλλοι ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἀρνοῦνται τὰ χρέη αὑτῶν καὶ κηρύσσονται χρεωκόποι, δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ἀποφανθῇ τις ὁποῖον ἔσεται τὸ ἀποτέλεσμα καὶ ὁποία ἡ ἐντύπωσις παρὰ τῷ φρονήματι τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, ἐὰν ἡμεῖς ἀναγνωρίσωμεν χρέη παλαιά. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ φράσις «ἀναγνώρισις τῶν χρεῶν». Τὰ χρέη τοῦ 1824 καὶ 1825 εἶναι ἀνεγνωρισμένα παρὰ τῶν Ἐθνικῶν Συνελεύσεων, παρὰ τῆς πολεμούσης Ἑλλάδος. Σήμερον πρόκειται ἁπλῶς περὶ συμβιβασμοῦ τινος. Ὁ κ. Μαυροκορδάτος σᾶς ἀνέφερεν ὅλας τὰς πράξεις τῶν Συνελεύσεων, καθ’ ἃς ἀναγνωρίζεται ἡ ἱερότης τῶν δανείων αὐτῶν· ἐλησμόνησε μόνον νὰ προσθέσῃ, ὅτι ἡ Συνέλευσις τοῦ Ἄργους τῷ 1829 διώρισεν ἐπιτροπὴν ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ μακαρίτου Κωνσταντίνου Ζωγράφου, κατὰ σύστασιν τοῦ Κυβερνήτου τῆς Ἑλλάδος, ὅπως σκεφθῇ καὶ γνωμοδοτήσῃ περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς πατρίδος. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ πληρώσῃ 2,600,000 λίρας εἰς τοὺς δανειστὰς τοῦ 1824 καὶ 1825. Ἀνομολογοῦσα δὲ τὴν μεγάλην πολιτικὴν καὶ ἐθνικὴν ἔννοιαν, ἣν τὰ δάνεια ταῦτα εἶχον, ὅτε συνωμολογήθησαν, καὶ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας παρέσχον εἰς τὸν ἀγῶνα, προέτεινεν, ἵνα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 (διότι ἡ ἰδέα τῆς συνομολογήσεως τοιούτου δανείου εἶναι πολλῷ παλαιοτέρα τῆς ὁριστικῆς μετέπειτα συνομολογήσεως αὐτοῦ) προέτεινεν, ἵνα τὰ ἐξ αὐτοῦ πρῶτα χρήματα ἀφιερωθῶσιν εἰς τὴν ἐξόφλησιν τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825. Τοιαύτην σημασίαν ἔδωκεν εἰς τὰ δάνεια ταῦτα ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἐκείνη, ἥτις περιεῖχε τοὺς ἄνδρας, τοὺς πολεμήσαντας καὶ ἀγωνισθέντας ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὄντας εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσωσιν ὁποίας ὑπηρεσίας παρέσχον τὰ χρήματα ἐκεῖνα εἰς τὸν ἀγῶνα. Ἐνεθυμήθησαν ἐκεῖνοι, ὅτι διὰ νὰ ἀποσταλῇ ὁ Πραΐδης εἰς τὸ Μεσολόγγιον παρὰ τῷ Βύρωνι, ἐγένετο χρεία εἷς ἰδιώτης Ὑδραῖος νὰ δώσῃ 16 τάλληρα. Ἡ ἀποστολὴ ἐκείνη δὲν ἤθελε γείνει, ἐὰν ὁ ἰδιώτης ἐκεῖνος δὲν εὑρίσκετο νὰ καταβάλῃ τὸν ναῦλον· διότι ἡ Κυβέρνησις ἐστερεῖτο τότε καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Πῶς λησμονοῦμεν δὲ, ὅτι αἱ ναυτικαὶ ἐκστρατεῖαι τοῦ Μεσολογγίου καὶ αἱ ἄλλαι δὲν θὰ ἐγίνοντο, ἐὰν τὰ χρήματα τοῦ δανείου τοῦ 1824 καὶ τοῦ 1825 δὲν κατέφθανον; Παρατήρησις ἑτέρα ἐγένετο, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀνατεθῇ ἡ διαπραγμάτευσις αὕτη εἰς τὸν ἀξιότιμον πρέσβυν. Ἀλλ’ ἡ παρατήρησις αὕτη δὲν ἔχει ὑπόστασιν, ἀφοῦ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος μετέσχε τῆς διαπραγματεύσεως, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι αὐτὸς κυρίως διηύθυνε καὶ ἐπέρανεν αὐτήν. Ἂν δὲ ἔχωμεν ὑπόληψιν εἰς αὐτὸν, καὶ τὴν ὑπόληψιν αὐτὴν δὲν τὴν ἀρνοῦνται οὐδ’ οἱ κατὰ τῆς συμβάσεως ὁμιλήσαντες, νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν διαβεβαίωσίν του, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη ἔγεινεν ὅσῳ ἦν δυνατὸν νὰ συνολομογηθῇ ἐπωφελέστερον. Βεβαίως ἡ σύμβασις τοῦ 1867 ἴσως εἶχε πλεονεκτήματα περισσότερα· ἀλλὰ ἂν συλλογισθῆτε, ὅτι ἡ σύμβασις ἐκείνη ἐγένετο πρὸ δωδεκαετίας, εὐκολώτερον δύνασθε νὰ ἐκτιμήσητε τὴν ἀξίαν συμβάσεως, ἐρχομένης, μετὰ τὴν παρέλευσιν τόσου χρόνου, καὶ ὅμως εἰς ἐλάχιστα διαφερούσης πρὸς τὴν παλαιοτέραν. Καὶ τὸ ἐθνικὸν καθῆκον τῆς εὐγνωμοσύνης, καὶ ἀνώτεροι πολιτικοὶ λόγοι, καὶ συμφέροντα ὑλικὰ πασίδηλα καὶ ἀναμφισβήτητα, ἐπιβάλλουσιν ἡμῖν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὴν ὑποβληθεῖσαν σύμβασιν.
§71ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὅταν εἶπον, ὅτι ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ δὲν ἔρχεται εἰς ψήφισιν ἡμῶν ἡ ὑποβληθεῖσα σύμβασις, δὲν ἐνόουν βεβαίως τὰς πολιτικὰς περιστάσεις οὐδὲ τὰς ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, διότι γινώσκω κάλλιστα ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν πάντες, ὅτι ὄχι μόνον οἱ καλῶς πληρόνοντες, ἀλλὰ καὶ οἱ μὴ πληρόνοντες ποσῶς ὑποστηρίζονται ὑπὸ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους λέγει ὁ κ. Φιλήμων· ἐγὼ ἐνόουν τὰ οἰκονομικά μας, ἅτινα θὰ εὑρεθῶσιν εἰς χειρίστην κατάστασιν, ἐὰν ἐπιβαρυνθῶμεν μὲ τὸ μέγα αὐτὸ ποσὸν τῶν 2–3,000,000 ἐτησίως· ὅταν δὲ εἶπον ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις δὲν διεξήχθησαν μετὰ τῆς προσηκούσης σπουδαιότητος, δὲν ἐνόουν βεβαίως νὰ ἐλέγξω τινὰ, πολὺ δὲ μᾶλλον τὸν κ. Γεννάδιον, τοῦ ὁποίου καὶ τὸν ζῆλον καὶ τὰς ἀρετὰς εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσω· ἐνόουν τὸ ὅλον τῶν διαπραγματεύσεων, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἤρξαντο μέχρι τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἐπερατώθησαν.
§72ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὁ συνάδελφος μου εἶπεν, ὅτι δυστυχῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν πληρόνουν, ὑποστηρίζονται. Ἀπεύχομαι εἰς τὸν τόπον μου νὰ περιέλθῃ εἰς ἣν θέσιν περιῆλθον ἐκεῖνοι, οὓς ἐννοῶ, καὶ τύχῃ ὑποστηρίξεως ὁμοίας τῇ ὑποστηρίξει, ἣν αὐτοὶ λαμβάνουσι. Ἡ ὑποστήριξις, ἥτις εἰς τούτους δίδεται, σήμερον, εἶναι ὑποστήριξις ἀποῤῥοφήσεως καὶ καταστροφῆς ὁριστικῆς, δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀναγνωρίσεως ἢ αἰωνίων καὶ διαρκῶν συμφερόντων, εἶναι πρόσκαιρος. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰς μεγάλας ὑπηρεσίας, ἃς θὰ προσφέρῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ πολιτικὴ αὕτη, ἡ φαινομένη, ὅτι ὑποστηρίζει τοὺς ἀρνουμένους τὰ χρέη των, θὰ τὰς αἰσθανθῶμεν ἐντὸς ὀλίγου.
§73ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Καὶ πάλιν παρεξηγήθην ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου· ἐγὼ εἶπον, ὅτι λόγος τῆς ὑποστηρίξεως ἐκ μέρους τῶν ἰσχυρῶν δὲν εἶναι μόνον, ἂν οἱ πρὸς οὓς ἡ ὑποστήριξις πληρόνουν τὰ χρέη των, διότι ἔχομεν καὶ ἐναντία παραδείγματα· ἀλλὰ κυρίως ὁ λόγος εἶναι ὁ νοῦς καὶ ἡ πολιτικὴ τῶν κυβερνήσεων καὶ τῶν ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀνάγκην ὑποστηρίξεως (θόρυβος).
§74ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν πλέον νὰ ἀκούωμεν τοιαύτας συζητήσεις.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσῃ· κηρύττω τὴν συζήτησιν περαιωμένην. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1. Γίνεται δεκτόν. Ἄρθρον 2.
§76ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ ά ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 2 πρέπει νὰ μετατεθῶσιν αἱ λέξεις «ὁλόκληρος ἡ πρόσοδος τοῦ τελωνείου Κερκύρας», προτασσόμεναι τῶν «καὶ ἀνάλογον ποσὸν ἀπὸ τὸ ἔσοδον τοῦ χαρτοσήμου» Δεύτερον ἐπὶ τοῦ 3 ἐδαφίου νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσι τὰ πρόσθετα τέλη, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλομεν διὰ τοῦ τελευταίου νόμου, ὃν ἐψηφίσαμεν ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας, διότι, ὅταν συνετάχθη ἡ σύμβασις, βεβαίως δὲν ἐνόουν ὅτι συμπεριλαμβάνονται καὶ αὐτά. Ὥστε μετὰ τὴν λέξιν «πληρωμῇ» νὰ τεθῇ «πλὴν τῶν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἀνηκόντων ποσοστῶν»· πρὸς τούτοις τὸ «πρὸς συμβιβασμὸν» νὰ γείνῃ «πᾶς συμβιβασμός».
§77ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα νὰ ἐξαιρεθοῦν. (Γίνεται τὸ ἄρθρον δεκτὸν τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Σιμοπούλου. Ἐπίσης τὸ ἄρθρον 3.) Ἄρθρον 4.
§78ΡΙΚΑΚΗΣ. Νὰ προσδιορίσωμεν τὸν μέγιστον ὅρον τῶν διὰ τὴν σύστασιν γραφείου ἐν Λονδίνῳ ἐξόδων, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Γενναδίου, εἰς 2,000 λίρας.
§79ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι καλλίτερον εἶναι νὰ προστεθῇ ὡς ἄρθρον 6 «τὰ ἔξοδα, ἅτινα κατὰ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 5 τῆς συμβάσεως ἐπιβαρύνουν τὸ Δημόσιον, ὁρίζονται κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰς 2,000 λίρας.»
§80ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ ἴδιον λέγομεν.
§81ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, διότι εἶναι καὶ ἄλλα ἔξοδα, εἶναι γραφικὴ ὕλη, χαρτόσημα, ταχυδρομικὰ τέλη καὶ ἄλλα.
§82ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὅπως θέλετε.
§83ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Γεννάδιος, ὁ ὁποῖος διεύθυνε τὰς διαπραγματεύσεις καὶ ὁ ὁποῖος κατέβαλε πολλοὺς κόπους, διὰ νὰ τελειώσῃ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ἀναφέρει, ὅτι δὲν προσδιώρισε τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι ἐφοβεῖτο μήπως ὁ προσδιορισμὸς αὐτὸς εἰς τὸν ἀνώτατον ὅρον θέλει καταστήσει ἀναπόφευκτον τὴν δαπάνην ταύτην εἰς τὸ προσδιορισθὲν ποσόν. Π. χ. ἐὰν προσδιορισθῶσι 50 λίραι δι’ ἐνοίκιον, θὰ τοῦ ἦναι ἀδύνατον νὰ ἀποφύγῃ τοῦτο, νὰ ἐνοικιάσῃ οἶκον 50 λιρῶν, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐπληροφόρησε δὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ τρομάξῃ διὰ τὸ ἀπροσδιόριστον τοῦτο τῶν κατὰ μέρος δαπανῶν, διότι ἐν συνόλῳ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβῶσι τὰς 2,000 λίρας. Διότι τοιουτοτρόπως ἡ μὲν Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὰ μέσα νὰ δαπανήσῃ εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ πλήρης ἐλευθερία. Ἐὰν δὲ ἐννοῆτε, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τοῦτο εἰς τὸ κείμενον τοῦ νόμου, δὲν ἔχομεν δυσκολίαν νὰ τὸ παραδεχθῶμεν, ἀλλ’ ἐγένετο διὰ νὰ μὴ δοθῇ οὐδεμία ὑπόνοια. Τώρα, ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ πράξῃ τοῦτο, ἡμεῖς δὲν ἐνδιαφερόμεθα.
§84ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, θὰ ἐξοδευθῇ ὅλον αὐτὸ τὸ ποσόν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Γεννάδιος εἶπεν, ὅτι ὁ ἀνώτατος ὅρος εἶναι 2,000 λίραι, ἂς τεθῇ αὐτὸ τὸ ποσόν.
§85ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὰς 2,000 λίρας τὰς δεχόμεθα, ἀλλὰ νὰ τεθῇ εἰς τὸν νόμον.
§86Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀνθίσταμαι.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις παραδέχεται νὰ τεθῇ.
§88Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀνθίσταμαι εἰς τὴν προσθήκην, ἀλλ’ ἠθέλησα νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλήν· διότι ἐνόμισα, ὅτι αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἰδίως παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ Πατρῶν, ἠδύναντο νὰ γεννήσωσιν ὑπονοίας, καὶ ἕνεκα τούτου παρέστησα τί διανοούμεθα νὰ πράξωμεν. Ἐὰν οἱ προτείνοντες θέλουν νὰ τεθῇ εἰς τὸν νόμον, εἰς αὐτὸ ἡμεῖς δὲν ἀνθιστάμεθα.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Σιμόπουλε, διατυπώσατε τὴν πρότασιν.
§90ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. «Τὰ ἔξοδα ἅτινα κατὰ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον ... ὁρίζονται κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰς 2,000 λίρας.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ἕκτον, ὅπως τὸ ἠκούσατε, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον....
§92ΤΙΝΕΣ. (Ἐγειρόμενοι.) Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§93ΔΟΥΜΑΣ. Ἐγὼ προτείνω τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου, διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν ὑπάρχει εἰδικὸς πόρος, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ πληρώνηται ὁ τόκος καὶ τὸ χρεωλύσιον.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἡ ἀναβολὴ· ὑποστηρίζεται ἀπὸ δέκα; (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς δέκα). Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν δέχηται τὴν ἀναβολήν.
§95ΤΙΝΕΣ. Τὴν ἀναβολὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ κ. Δούμας, λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. (Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ψηφολεκτῶν κυρίων Δούμα καὶ Ἰω. Μαυρομιχάλη. Παρόντες εὑρέθησαν 103, ἐξ ὧν τρεῖς ἠρνήθησαν, 82 εἶπον ὄχι, 18 εἶπον ναί· ἑπομένως ἡ Βουλὴ δὲν παραδέχθη τὴν ἀναβολήν.)
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§98ΤΙΝΕΣ. Αὔριον πλέον.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 6 μ. μ.