1878.11.24
1,887 rows · 15,310 words · 121 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47
τῆς 24 Νοεμβρίου 1878.
(Παρασκευή.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθησαν ἀναφοραί: 1) Τῆς χήρας Ἀλεξάνδρας Π. Ψαλλίδα Ἰωαννίτου, ἀνθυπολοχαγοῦ τῆς Φάλαγγος, αἰτούσης σύνταξιν· 2) Ἐμπόρων τινῶν ἐξ Ἑρμουπόλεως, παραπονουμένων, ὅτι ἐπεβλήθη αὐτοῖς διπλοῦν τέλος· 3) Τοῦ Ἰωάν. Χ. Μαρούλη, παραπονουμένου κατὰ τοῦ ὑποπροξένου Σουλινᾶ Ἀνδρέου Δελλαπόρτα. Θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν.
§2ΔΟΥΜΑΣ. Τὴν ἀναφορὰν τῶν ἐμπόρων Ἑρμουπόλεως συσταίνω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, προσθέτω τὰς ἑξῆς ἐξηγήσεις, Δυνάμει τοῦ νόμου, τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς διαμετακόμισιν, ὅταν πωλῶνται, ὅπως μεταφερθῶσιν εἰς ἄλλον λιμένα τοῦ Κράτους, πρὸς ἀποφυγὴν λαθρεμπορίου, οἱ ἔμποροι καταθέτουσιν ἐγγύησιν, ἧς ἀπαλλάσσονται, ἅμα παρουσιάσωσιν ἀπόδειξιν τοῦ τελώνου ἢ ὑποτελώνου, ὅτι ἐπληρώθη ὁ δασμὸς ἀπὸ τοὺς ἀγοραστὰς εἰς τὸ τελωνεῖον τοῦ λιμένος ὅπου μετεφέρθησαν. Εἰς τὴν Σῦρον ἔμποροι πολλοὶ ἐνόμιζον, ὅτι ἦσαν ἀπηλλαγμένοι τῆς ἐγγυήσεως, ἣν εἶχον οὗτοι δώσει, διότι ὑπέθετον, ὅτι ἡ λυσεγγύησίς των ἀπεστέλλετο ἐγκαίρως εἰς τὰ ἁρμόδια τελωνεῖα, καὶ δὲν ἐφρόντιζον νὰ παρουσιάζωσιν αὐτὴν οἱ ἴδιοι. Ἤδη δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς τοὺς ζητοῦσι νὰ πληρώσωσιν ἐκ δευτέρου δασμοὺς πληρωθέντας. Παρακαλῶ τὸ Ὑπουργεῖον, ἐπειδὴ εἶναι φανερὰ ἡ καλὴ των πίστις καὶ τὸ ἄδικον ὅπερ τοῖς γίνεται, νὰ ἐξετάσῃ περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως καὶ τοὺς ἀπαλλάξῃ, διότι ἔχουν ὄχι μόνον τὰ ἀποδεικτικὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ δασμοῦ, ἀλλὰ καὶ τὰς σχετικὰς ἀποδείξεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
§3ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσω....
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λάππας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ Βοιωτικοῦ πεδίου. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. Ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν ά. τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἱεροκηρύκων. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. βʹ τὸ περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ.
§7ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι περιττὸν νὰ συζητηθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. γʹ πρότασις νόμου περὶ τροποποιήσεως ἄρθρου τοῦ νόμου περὶ συστάσεως τοῦ σώματος τῶν πολιτικῶν Μηχανικῶν. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§9ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. δʹ νομοσχέδιον περὶ ἐπικυρώσεως τῆς συνθήκης ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας, μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωμουνίας. Θὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§11ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. εʹ νομοσχέδιον περὶ ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας. Θὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§13ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§14ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐπειδὴ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἠδυνήθη νὰ συνέλθῃ, ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, θὰ δώσω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μοι ἐζήτησεν ὁ Εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Παρακαλῶ δὲ νὰ συζητηθῇ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον τῆς πιστώσεως, διότι ὑπάρχει μεγίστη ἀνάγκη, καὶ εἶμαι πολὺ στενοχωρημένος νὰ πληρώσω.
§15ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ὑπῆρχε τεταγμένη ὥρα τῆς σήμερον, πρὸς συνεδρίασιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἐκφέρῃ γνώμην ἐπὶ τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι εἶχον παραπεμφθῆ εἰς αὐτήν· ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην δὲν εὑρέθημεν παρόντες παρὰ μόνον ἐγὼ καὶ ὁ κ. Εἰσηγητής, ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνεδριάσῃ ἡ Ἐπιτροπή. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει δίκαιον, ἐπιμένων εἰς τὴν ἐπίσπευσιν τῆς προεξελέγξεως τῆς πιστώσεως, διότι πραγματικῶς μεγίστη ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας βιάζει αὐτὸν νὰ λάβῃ ἓν ὁριστικὸν μέτρον, διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἐνδοιασμὸν, τὸν ὁποῖον ἡ Ἐπιτροπὴ συνέλαβεν ὡς πρὸς τὴν περὶ ἧς πρόκειται πίστωσιν, καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου ζητεῖ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησε, καὶ ἡ Βουλὴ τότε θὰ δυνηθῇ νὰ κρίνῃ, ἐὰν πρέπῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς πιστώσεως ἄνευ ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, ἢ, ἐὰν θέλῃ νὰ ἐπιμείνῃ, εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως ὑπὸ τῆς εἰρημένης Ἐπιτροπῆς. Γνωρίζετε, κ. Βουλευταὶ, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1878, εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπάρχουν δύο στῆλαι, καὶ εἰς μὲν τὴν μίαν ἐσημειοῦντο τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς δὲ τὴν ἑτέραν τὰ ἔκτακτα. Εἰς τὸν πίνακα ὅμως τὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιψηφισθέντα δὲν συμπεριελήφθησαν παρὰ μόνον τὰ ἔξοδα τὰ σημειωθέντα εἰς τὴν στήλην τῶν τακτικῶν ἐξόδων, τὰ δ’ ἔκτακτα δὲν ἐπεψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένει ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ζητεῖ σήμερον τὴν πίστωσιν. Εἰς τὴν εἰρημένην στήλην τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων ἦσαν σημειωμέναι 721,000 δραχμῶν περίπου, διὰ τὰ αὐτόθι μνημονευόμενα ἀντικείμενα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει σήμερον, ὅτι ἔχει ἀνάγκην μόνον 624.000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ λάβῃ ἐξήγησιν τοῦ λόγου, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐσημειώθη εἰς τὴν στήλην τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, καὶ διὰ τὸν ὁποῖον ζητεῖ σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν πίστωσιν, δὲν ἐλήφθη ὑπ’ αὐτοῦ, ὡς ἐλήφθη τοῦτο ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκ τῶν ἐκτάκτων πόρων τῶν χορηγηθέντων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ πῶς ἑπομένως ἔρχεται σήμερον νὰ ζητήσῃ νέαν πίστωσιν. Αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Ἐπιτροπὴ ἀμφέβαλε τί ἔπρεπε νὰ κάμῃ, καὶ διὰ τὸν ὁποῖον ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ προηγουμένως τὰς περὶ ὧν εἶπον πληροφορίας ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Τὴν ἐξήγησιν ταύτην ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ δώσω εἰς τὸ Σῶμα ὡς Πρόεδρος τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς.
§16ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.) Ὁ προϋπολογισμὸς, ὡς εἶπεν ὁ κ. προαγορεύσας, διῃρεῖτο εἰς προϋπολογισμὸν τακτικὸν καὶ εἰς ἔκτακτον, καὶ τὰ μὲν ἔξοδα τὰ τακτικὰ ἐλαμβάνοντο ἐκ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ δὲ ἐκ τοῦ ἐκτάκτου. Ἡ πίστωσις ὑπῆρχε, δυνάμει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ τὰ χρήματα τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν δὲν ἐπήρκεσαν. Καὶ ὁμολογῶ, κύριοι, τὴν ἀλήθειαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι οἱ διοικήσαντες τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐστάθησαν ἱκανώτεροι καὶ ἐλάμβανον τὰ χρήματα, ὅσα εἶχε τὸ ταμεῖον, ἡμεῖς δὲ οἱ ὁποῖοι δὲν ἠθέλομεν νὰ δυσχεράνωμεν τὰς περιστάσεις, διότι ὁ στρατὸς εἶχεν ἀνάγκην, καθυστερήσαμεν νὰ κάμωμεν χρῆσιν αὐτῶν. Ἑπομένως ἤδη, ὅτε ἐξηντλήθησαν τὰ τακτικὰ, ἡμεῖς δαπανῶμεν ἐκ τῶν ἐκτάκτων, τὰ χρήματα ἤδη μᾶς λείπουν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μᾶς δώσῃ αὐτὰ τὰ χρήματα.
§17ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. Πρόεδρε, δὲν νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὴν πίστωσιν ἄνευ ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Νομίζω, ὅτι ὅλαι αἱ πιστώσεις, καὶ ἀναπληρωτικαὶ καὶ μὴ, ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἄνευ ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, νομίζω, ὅτι καὶ ἡ πίστωσις, περὶ ἧς πρόκειται, δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ, ἐὰν δὲν ὑποβληθῇ οἱαδήποτε ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§18ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὅταν δὲν συνέρχηται ἡ Ἐπιτροπὴ, τί νὰ κάμωμεν;
§19ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ σεῖς ἔχετε δίκαιον, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν συνέρχεται.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι μόνον ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅλαι αἱ Ἐπιτροπαὶ καθυστεροῦν ἐργασίαν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ συνέλθουν τὸ ταχύτερον, διότι, ἂν δὲν συνέλθουν, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐγγράψω τὰ νομοσχέδια εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τί ἔκαμεν ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποξηράνσεως λιμνῶν;
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπέβαλε καμμίαν ἔκθεσιν.
§23ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὶς ἢ τρὶς προσεκλήθη ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ἐπιτροπή, ἀλλὰ μέχρι τῆς 11 ὥρας δὲν ἦλθεν ἢ ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἓν μέλος, ὁ κ. Εὐθύμιος Δηλιγιάννης. Ὅλους τοὺς φακέλλους ἔχω ἐσφραγισμένους εἰς τὴν οἰκίαν μου καὶ δὲν τοὺς ἀνοίγω. Δύναμιν δὲν ἔχω, ὥστε νὰ φέρω τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς.
§24ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ναυτικῶν· δὲν ἔρχεται ἄλλος παρὰ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Θεοχάρης, καὶ εἶναι περιττὸν πλέον νὰ προσμένωμεν ἐργασίαν ἀπὸ αὐτήν. Ἐγὼ προτείνω ὅλα τὰ νομοσχέδια τὰ ναυτικὰ νὰ ἔρχωνται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Βουλήν, καθόσον προσκαλῶ ἐπανειλημμένως τὰ μέλη αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν ἔρχεται κανείς.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ἐσωτερικῶν μᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐργασθῇ ἡ Ἐπιτροπή, καὶ ἂν πρόκηται περὶ νομοσχεδίων, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει σπουδαῖον πρόσκομμα· νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ τὰ ἐγγράψητε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ νομοσχέδια λοιπὸν τὰ ἐκκρεμῆ εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς τῶν Ναυτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν θὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§27ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνατροπῆς δικῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβάλλει ἐκθέσεις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων περὶ μετοχικοῦ ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ καὶ περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ. Θὰ τυπωθῶσιν.
§29ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, προβάλλω νομοσχέδια περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 2 ἑκατομμυρίων ἐπὶ διαφόρων κεφαλαίων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τῆς χρήσεως τοῦ 1878. Ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, προβάλλω νομοσχέδια περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 2500 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου. Πρὸ 250 ἐτῶν ὑπάρχει συστημένον ἐν Κερκύρᾳ κατάστημα ἀγαθοεργὸν, ἐνεχυροδανειστήριον· καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἡ προστασία ἐπὶ τῶν 7 νήσων, κατὰ τὴν νομοθεσίαν τὴν τότε ἰσχύουσαν, ἦτο ἀπηλλαγμένον τῆς ὑποχρεώσεως τῆς πληρωμῆς τέλους χαρτοσήμου. Μετὰ τὴν ἕνωσιν, τὸ κατάστημα τοῦτο δὲν ἐπλήρονε τέλη χαρτοσήμου, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1877 τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξετάζον καὶ ἐρευνῶν τοὺς νόμους, ἐπείσθη, ὅτι αἱ πράξεις τοῦ ἐνεχυροδανειστηρίου ὑπέκειντο εἰς τέλη χαρτοσήμου. Ἐπειδὴ δὲ αἱ διάφοροι πράξεις αὐτοῦ, ἤτοι αἱ ὁμολογίαι, τὰς ὁποίας οἱ ὀφειλέται δίδουσιν εἰς αὐτὸ τὸ κατάστημα, αἱ ἀποδείξεις, τὰς ὁποίας ἐκδίδουσι διὰ τὰ κατατιθέμενα ἐνέχυρα, τὰ ὁποῖα καταθέτουν, καὶ αἱ ἄλλαι πράξεις τῆς διοικήσεως τοῦ καταστήματος ἔμελλον νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τέλος χαρτοσήμου, καὶ προσέτι νὰ ἀποτίσωσι τὸ τέλος τοῦτο καὶ τὸ νόμιμον πρόστιμον διὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Τὸ Ὑπουργεῖον ἠσχολήθη νὰ βεβαιωθῇ εἰς πόσον ποσὸν ἀναβαίνει τὸ ὑπὸ τοῦ καταστήματος τούτου ἀποδοτέον ποσὸν διὰ τὸ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἑνώσεως μέχρι τοῦ 1877 χρονικὸν διάστημα, ἀνευρέθη δὲ, ὅτι τὸ κατάστημα τοῦτο ὤφειλε νὰ πληρώσῃ 500,000 δραχμῶν, διὰ τέλη χαρτοσήμου καὶ πρόστιμον, διὰ τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου ἀπὸ τῆς ἑνώσεως μέχρι τοῦ ἔτους 1877. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, βλέπον, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη ἤθελεν ἐπιφέρει βεβαίως τὴν διάλυσιν τοῦ καταστήματος, διέταξε νὰ μὴ ζητηθῇ ἀπὸ τὸ κατάστημα τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀλλ’ ὅλαι αἱ πράξεις αὐτοῦ νὰ γίνωνται ἀπὸ τοῦ χρόνου ἐκείνου ἐπὶ χαρτοσήμου. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ διεύθυνσις τοῦ καταστήματος παριστᾷ, ὅτι ἡ πληρωμὴ τέλους χαρτοσήμου θέλει παραλύσει τὸ κατάστημα, τὸ Ὑπουργεῖον, λαβὸν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οὐδ’ ἀλλαχοῦ τῆς Εὐρώπης ἐπιβάλλεται φόρος χαρτοσήμου ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν τῶν Monts de pieté, καὶ ὅτι τὸ κατάστημα ἔχει σκοπὸν ἀγαθοεργὸν, ἐνέκρινεν, ἵνα προβάλω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαλλάσσονται τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου αἱ πράξεις τοῦ ἐνεχυροδανειστηρίου ὧν ἐμνήσθην.
§30ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Διατὶ μόνον αὐτὸ τὸ κατάστημα; ὑπάρχουν τοιαῦτα καὶ εἰς τὴν Ζάκυνθον καὶ ἀλλαχοῦ.
§31ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ εἰς τὴν Ζάκυνθον ὑπάρχει τοιοῦτο κατάστημα πρὸ διακοσίων ἐτῶν.
§32ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν μοὶ ἐδηλώθη τι περὶ τούτου. Ἐν ὀνόματι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου 1865 περὶ ἐπιβολῆς φόρου διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ κάθαρσιν λιμένων. Κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐξέφρασε, προβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ μακαρίτου Δ. Σαχτούρη. Κατὰ τὸ διάστημα, τὸ ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ μέχρι τῆς ἐξελέγξεως καὶ ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ, ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία δύναται νὰ ζητήσῃ αὔξησιν τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας διὰ τοῦ προταθέντος προϋπολογισμοῦ ἐζήτησε· γίνεται δὲ τοῦτο διὰ δηλώσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἐμφανίζεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζητεῖ διὰ δηλώσεως τὴν αὔξησιν αὐτῆς τῆς δαπάνης. Εὑρίσκομαι εἰς τοιαύτην ἀνάγκην καὶ παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ ἡ πίστωσις, ἡ ζητηθεῖσα διὰ τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων κατὰ δραχμὰς 15,067, καὶ ἡ πίστωσις, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ κεφαλαίου 9 τοῦ προϋπολογισμοῦ «ἔξοδα διαγεγραμμένων χρήσεων, ἐξαιρουμένης τῆς πιστώσεως κατὰ δραχμὰς......» Ὑποβάλλω δὲ καὶ τὸν πίνακα.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ. Ὁ κ. Σέρβος ἐζήτησε τὸν λόγον.
§34ΣΕΡΒΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀπευθύνω μίαν μικρὰν ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὄχι διὰ νὰ φέρω τὸ ἐλάχιστον παράπονον, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπικαλεσθῶ πρόνοιαν, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαιοτάτη· ἐπικαλοῦμαι δὲ αὐτὴν ὄχι μόνον ἐγὼ, ἀλλὰ καὶ οἱ συνάδελφοί μου κύριοι Μαχαιρᾶς καὶ Βαλαωρίτης, διότι καὶ οἱ τρεῖς ἐλάβομεν κατεπείγουσαν προτροπὴν περὶ τούτου τοῦ ἀντικειμένου. Κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1877 ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν νόμος ἀφορῶν τὰς ἁλυκὰς τῆς Λευκάδος· ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τὰς ἁλυκὰς ἐπὶ ἀποζημιώσει, καὶ ὑπεχρεώθη προσέτι νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν κοινότητα Λευκάδος ποσότητα ἅλατος διὰ τὴν χρῆσιν τῆς ἐπαρχίας, ὑπέβαλεν ὅμως τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Τοῦτο ἔκαμε τὴν ἐκκαθάρισιν, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι κατ’ αὐτὴν ἔλαβε χώραν λάθος, καὶ τὸ ἐγχώριον συμβούλιον τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης ἐζήτησε τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ ἐκκαθαρισμοῦ. Ἐνῷ ἀπὸ τὸν Ἰούλιον τοῦ π.ε. ἔτους ὤφειλεν αὐτὸ τὸ ἅλας νὰ παραδοθῇ πρὸς 5 λεπτὰ τὸ κοιλὸν κατὰ τὸν νόμον, μέχρι τοῦδε δὲν ἐδόθη, καὶ τοῦτο διὰ δύο λόγους· πρῶτον, διότι οἱ δῆμοι τῆς Ἐπαρχίας δὲν εἶχον τὰ μετρητὰ νὰ τὸ πληρώσωσι, καὶ δεύτερον, διότι, ἐνῷ τὸ ποσὸν τοῦτο ἠδύνατο νὰ συμψηφισθῇ μὲ ἄλλο ποσὸν ἐκ τοῦ ὀφειλομένου ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἠδύνατο νὰ κατορθωθῇ τοῦτο, διότι ἡ ἐκκαθάρισις δὲν εἶχε γείνει. Ἐν τούτοις ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου τοῦ π. ε. μέχρι τῆς σήμερον παρῆλθον 18 σχεδὸν μῆνες, καὶ οἱ κάτοικοι ὑποφέρουσι τὴν δυσχέρειαν αὐτήν. Τώρα ὅμως ἐπῆλθεν ἡ συγκομιδὴ τῶν ἐλαιῶν, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ ἀπαραιτήτως ἓν ποσὸν ἅλατος, καὶ αὐτὸ τὸ ἅλας ἀπαιτεῖται ὄχι μόνον διὰ τὴν ἰδιωτικὴν περιουσίαν, ἡ ὁποία εἶναι πολύτιμος, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ διὰ τὸ συμφέρον αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἀπολαμβάνει ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἔλαιον τὸ 18 καὶ 20%. Ἑπομένως ἐν τῷ συμφέροντι τῆς ἐπαρχίας ἐπικαλοῦμαι τὴν πρόνοιαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀκόμη ἐν τῷ συμφέροντι αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ὑποθέσεως κοινοῦ ἐπίσης συμφέροντος. Ἐπικαλοῦμαι λοιπὸν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὴν πρόνοιαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀφ’ ἑτέρου, ὅπως δοθῇ ὅσον τάχιον αὐτὸ τὸ ἅλας εἰς τὴν ἐπαρχίαν.
§35ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ δώσω πληροφορίας περὶ τούτου. Γνωρίζω, ὅτι διὰ τοῦ νόμου, τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1877, εἶχε προσδιορισθῆ, νὰ δίδεται εἰς τὴν νῆσον Λευκάδος ποσὸν ἅλατος κατ’ ἔτος 11000 κοιλῶν, καὶ ὅτι, ψηφισθέντος τοῦ νόμου κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας, τὸ ἀναλογοῦν πρὸς τὴν νῆσον ἥμισυ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἅλατος, ἐκ 5500 κοιλῶν, ὡς καὶ τὸ ἀναλογοῦν διὰ τὸ ἔτος 1878, ἐξ 11000 κοιλῶν, ἤτοι τὸ ἀποδοτέον ποσὸν ἐκ κοιλῶν 16,500 δὲν ἐδόθη· δὲν εἶμαι δὲ εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, ἐὰν δὲν ἐδόθη, διότι δὲν τὸ ἐζήτησεν ἡ νῆσος, ἢ διότι οἱ διευθύνοντες τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶχον τὴν ἀξίωσιν τῆς πληρωμῆς τοῦ ἀντιτίμου. Γνωρίζετε προσέτι, ὅτι τὸ Δημόσιον κατέβαλε χρήματα πρὸς συμπλήρωσιν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα δίδει διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸς μίσθωσιν τῶν καθηγητῶν τοῦ Γυμνασίου Λευκάδος· ἑπομένως ὁ Δημόσιον ἔχει νὰ εἰσπράξῃ τὸ ἀντίτιμον τῶν 16,500 κοιλῶν ἅλατος, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1877, ὀφείλει νὰ παραχωρήσῃ, ὡς καὶ τὰς καταβολὰς τὰς ὁποίας ἔκαμε πρὸς μισθοδοσίαν τῶν καθηγητῶν τοῦ Γυμνασίου Λευκάδος. Ὤφειλε δὲ τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ εἰς τὴν Λευκάδα τὸ δεκατημόριον τοῦ ἀντιτίμου τοῦ ποσοῦ τοῦ ἅλατος, τὸ ὁποῖον παρέλαβεν, ὅταν ἐξετελέσθη ὁ νόμος περὶ ἁλυκῶν Λευκάδος, συνιστάμενον εἰς 12,000 περίπου δραχμῶν, καὶ προσέτι νὰ δώσῃ εἰς τὴν κοινότητα Λευκάδος 2000 περίπου δραχμῶν, τὴν ἀναλογίαν, ἡ ὁποία προσδιωρίσθη ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὡς ἐτήσιον εἰσόδημα τῆς νήσου ἐκ τῆς ἁλυκῆς. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ δώσῃ τὸ Δημόσιον, ἦτο μικρότερον τῆς καταβολῆς, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ κάμῃ, καὶ προσέτι τοῦ ἀντιτίμου τῶν 16,500 κοιλῶν, τὰ ὁποῖα ἔμελλε νὰ δώσῃ, εὗρον δὲ προχθές, ὅτι ἐπλήρωσεν ἤδη τὸ Δημόσιον ἀπέναντι ὅσων εἶχε νὰ δώσῃ δι’ ἐνταλμάτων χρηματικῶν εἴκοσι καὶ δύο περίπου χιλιάδας δραχμῶν, διὰ τῶν ὁποίων ὄχι μόνον ἐξοφλοῦνται ὅσα εἶχον νὰ λάβωσιν, ἀλλ’ ἐπληρώνοντο καὶ κάτι τι περισσότερον, εὗρον, λέγω, ὅτι τὸ Δημόσιον ἔμενεν ἔχον προκαταβολὰς διὰ τὴν μισθοδοσίαν τῶν καθηγητῶν· ὅθεν ἀνέστειλα τὴν παραχώρησιν τοῦ ἅλατος ἄνευ τῆς συγχρόνου πληρωμῆς τοῦ ἀντιτίμου αὐτοῦ. Ἀλλ’ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἡμῶν Βουλευταὶ Λευκάδος προσῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ μοὶ παρέστησαν, ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις τῆς προσόδου, τῆς ἀποδοτέας εἰς τὴν νῆσον Λευκάδος, ἡ γενομένη ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δὲν ἦτο ὀρθὴ, ἤτοι, ὅτι Λευκὰς ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ ποσὸν μεγαλείτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, ἔπρεπε νὰ λάβῃ. Δὲν ἤμην ἐγὼ ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσω κατ’ οὐσίαν τὴν ὑπόθεσιν· ἔπρεπε νὰ τὴν στείλω εἰς τὸ Συνέδριον τὸ Ἐλεγκτικὸν, ἵνα ἀναθεωρήσῃ τὴν γενομένην ἐκκαθάρισιν τοῦ λογαριασμοῦ τῆς Λευκάδος. Ἐπειδὴ ὅμως, ἕως ἂν γένηται ἡ ἀναθεώρησις αὕτη καὶ ἀνευρεθῇ ἂν ὁ ἰσχυρισμὸς τῶν ἐκ Λευκάδος Βουλευτῶν ἦναι ἀληθὴς, ἡ ἐπελθοῦσα συγκομιδὴ τῶν ἐλαιῶν κατέστησεν ἀναπόφευκτον τὴν ἀνάγκην τοῦ ἅλατος, ἤτοι ἐν Λευκάδι παρίστατο ἡ αὐτὴ ἀνάγκη, ὡς καὶ οἱ Βουλευταὶ Ζακύνθου παρέστησαν εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τοῦτο, οἱ ἐκ Λευκάδος Βουλευταὶ ἐζήτησαν ἐξαιρετικόν τι μέτρον, ὅπως καταστήσῃ δυνατὴν τὴν παραχώρησιν εἰς τὴν νῆσον τοῦ ἀποδοτέου αὐτῇ ἅλατος ἀπὸ τοῦδε καὶ πρὸ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ λογαριασμοῦ παρὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἑπομένως ἄνευ τῆς ἀμέσου πληρωμῆς τοῦ ἀντιτίμου τοῦ ἅλατος. Ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δύναμαι νὰ ἐπιτρέψω τὴν πληρωμὴν χρημάτων περισσότερον τῶν ὀφειλομένων ἀπὸ τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη, ἥτις μοὶ παρεστάθη, μὲ ἀναγκάζει νὰ ἐξεύρω μέσον τι, εὐκολύνον τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τῆς νήσου. Ὅθεν διὰ νομοσχεδίου θέλω προτείνει νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παραχωρήσω τὰς 16,500 κοιλὰ ἅλατος, τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὴν Λευκάδα κατὰ τὸ 1878 καὶ διὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας τοῦ 1877, χωρὶς ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ζητηθῇ τὸ ἀντίτιμον αὐτοῦ μέχρι τοῦ Νοεμβρίου 1879, δηλ. νὰ δώσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία προθεσμίαν εἰς τὴν Λευκάδα, διὰ ν’ ἀποτίσῃ τὸ εἰρημένον ποσὸν· τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλω εἰσαγάγει.
§36ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὅτε χθὲς συνάδελφοί τινες ὑπέβαλον προτάσεις, περὶ ἀμέσου ἀρωγῆς ἱστορικῶν οἰκογενειῶν, πλήρης ἐνθουσιασμοῦ μεθ’ ὅλων τῶν ἄλλων συναδέλφων μου ὑπεστήριξα τὴν πρότασιν ταύτην, διότι θεωρῶ καθῆκον ἡμῶν τῶν νεωτέρων, οἵτινες δὲν εὐτυχήσαμεν νὰ ἀνήκωμεν εἰς τὴν γενεὰν τοῦ ἀγῶνος, νὰ ἐρχώμεθα, ἄνευ συζητήσεως, εἰς ἀρωγὴν τῶν τέκνων ἐκείνων, εἰς τὰς θυσίας τῶν ὁποίων ὀφείλομεν τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ὕπαρξιν. Ὁρμώμενος ἐκ τῶν τοιούτων αἰσθημάτων, ἐπαναλαμβάνω πάλιν τὴν πρότασιν, ἣν ἄλλοτε ὑπέβαλον εἰς ὑμᾶς ὑπὲρ τῆς εἰς τὸ χεῖλος τοῦ τάφου εὑρισκομένης σήμερον ἐγγονῆς τοῦ μεγάλου εὐεργέτου τοῦ γένους, τοῦ ἀειμνήστου Ἰωάννου Βαρβάκη. Ἀλλὰ εἶναι καὶ ἄλλος λόγος, ὡς ἄλλοτε εἶπον, ὅστις θὰ σᾶς πείσῃ νὰ συστήσητε ὁμοφώνως εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ συντάξεως τῆς χήρας ταύτης. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων θυσιῶν καὶ ἀγώνων τῆς οἰκογενείας αὐτῆς, τὸ δημόσιον Ταμεῖον δὲν πρόκειται οὔτε λεπτὸν νὰ δαπανήσῃ, ἀπονεμομένης συντάξεως γενναίας εἰς τὴν χήραν αὐτὴν, διὰ τὰς ὀλίγας ἡμέρας, αἵτινες ἀπομένουσιν εἰς αὐτὴν νὰ ζήσῃ. Ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ὑπάρχουσι κατατεθειμένα 1,770,000 δραχμῶν, τοῦ κληροδοτήματος τοῦ Ἰωάννου Βαρβάκη, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ Δημόσιον εἰσπράττει τόκον ἐτησίως 113,000 δραχμῶν. Διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου πληρόνει τὸ δημόσιον διδασκάλους, καθηγητὰς, ὑποτρόφους, ἐπιστάτας. Ἀνακουφίζεται οὕτω τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς περιουσίας αὐτῆς κατὰ δραχμὰς 113,000. Σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι δίκαιον, ὅταν ἡ ἐγγονὴ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος τοσαύτας προσέφερε θυσίας, στερουμένη σήμερον ἄρτου καὶ φωτὸς, ζητῇ συνδρομὴν, ἡμεῖς....
§37ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§38ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἶναι δίκαιον ν’ ἀρνηθῶμεν αὐτὴν; Πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως θέλει συστήσει τὴν πρότασίν μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, παρακαλοῦσα αὐτὴν νὰ ὑποβάλῃ ἀμέσως τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Φέρω δὲ εἰς μαρτυρίαν τῆς πενίας τῆς χήρας ταύτης τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν κ. Καραϊσκάκην, τὸν κ. Δούμαν, τὸν κ. Μαυρομιχάλην, καὶ τόσους ἄλλους.
§39ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§40ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ καταθέσῃ προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1877. Ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ὑποβληθεὶς φέρει κατάστασιν τοῦ ταμείου διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1878 μέχρι 30 Ἰουνίου· νομίζω, ὅτι δύναται νὰ προστεθῇ τοιαύτη μέχρι 30 Ὀκτωβρίου. Πλὴν δὲ αὐτῆς, νομίζω ἀπαραίτητον νὰ ὑποβληθῇ σημείωσις τῶν ζητηθεισῶν ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1878, διότι οὕτω θέλομεν ἐκτιμήσει, ἐὰν ἔχωμεν ἔλλειμμα καὶ ὁποῖον. Παρακαλῶ δὲ νὰ ὑποβληθῇ σημείωσις καὶ τῶν πιστώσεων, ἃς τὸ Ὑπουργεῖον ἑτοιμάζει.
§41Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Οἱ μὲν πίνακες τῆς χρήσεως τοῦ 1877 θὰ παρασκευασθῶσι καὶ θὰ ὑποβληθῶσι, χωρὶς δὲ νὰ γνωρίζω τὴν διάθεσιν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, προέλαβον ἤδη καὶ ἔχω πρόχειρον πίνακα τῶν πιστώσεων τῶν ψηφισθεισῶν ἤδη, διὰ νόμων ψηφισθέντων καὶ κυρωθέντων, ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1878, καὶ τῶν πιστώσεων τῶν ψηφισθεισῶν διὰ νομοσχεδίων.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐπιτρέπῃ ἡ Βουλὴ, θὰ ἀναγνωσθοῦν εἰς δευτέραν τὰ χθὲς εἰς πρώτην γενόμενα δεκτὰ νομοσχέδια. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ νομοσχέδια περὶ Θηραϊκῆς γῆς, περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ καὶ στρατολογίας διὰ τὸ 1879).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ. (Ψηφίζεται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.)
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ.
§45Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔχω τροπολογίαν. Ἀνταποκρινόμενος εἰς τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ στρατοῦ, ὑποβάλω τροπολογίαν πρῶτον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου πρώτου. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τέσσαρα τμήματα καὶ τέσσαρα γραφεῖα. Ἐνόμισα, ὅτι εἶναι ἀντιπειθαρχικὸν καὶ ἐπιβλαβὲς κατώτεροι ἀξιωματικοὶ νὰ διευθύνωσι τὰ τμήματα καὶ νὰ ἐξελέγχωσιν οὕτω τὰς πράξεις τῶν ἀνωτέρων τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὰ διάφορα ὅπλα καὶ Σώματα τοῦ Στρατοῦ. Κατὰ συνέπειαν προτείνω τὰ γραφεῖα αὐτὰ νὰ γείνουν τμήματα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ τμῆμα τῆς Δικαιοσύνης, ἡ διεύθυνσις αὐτοῦ εἶναι σπουδαιοτάτη, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τμήματος ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη εἰς ὅλον τὸν στρατόν. Καὶ τῷ ὄντι ἐδέησεν ἄλλοτε νὰ γείνῃ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ τμῆμα αὐτὸ ἠδύνατο νὰ διευθύνηται καὶ ὑπὸ πολίτου νομομαθοῦς, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ νόμος ὥρισε καὶ ἀνάλογον μισθοδοσίαν. Ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Βότσαρη ἐφηρμόσθη ὁ νόμος αὐτὸς διὰ τοῦ διορισμοῦ τοῦ νομομαθοῦς κυρίου Τυπάλδου, ἐργασθέντος πρὶν εἰς τὴν σύνταξιν τῆς στρατιωτικῆς νομοθεσίας. Ἀλλὰ πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἡ ὑπηρεσία αὕτη ἐνεργεῖται, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, λίαν ἐπιπολαίως· διότι πολλάκις καὶ ὁ Εἰσηγητὴς καθυστερεῖ κατὰ τὰς νομικὰς γνώσεις καὶ ὁ Ὑπουργὸς συμβαίνει ἐνίοτε νὰ ἦναι ἐντελῶς ἀδαὴς τῆς στρατιωτικῆς νομοθεσίας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ σπεύσῃ νὰ διορίσῃ νομικὸν κατάλληλον, διὰ νὰ διευθύνῃ τὰ τῆς δικαιοσύνης τοῦ στρατοῦ. Ἐπίσης ἐντὸς τοῦ ὀργανισμοῦ ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ τεθῇ ἓν ἄρθρον πρόσθετον. Γνωρίζετε, ὅτι, ὅταν συζητῆται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, γίνονται πάντοτε πολλὰ παράπονα ἐκ τῆς αὐθαιρέτου χρήσεως τοῦ ὑπουργοῦ πρὸς πλήρωσιν τῶν θέσεων τῶν ἐκτὸς τῶν σωμάτων, διότι οἱ Ὑπουργοὶ, ὅσον καὶ ἂν θεωρηθῶσιν ἀνεξάρτητοι, δὲν δύνανται παρὰ νὰ παθαίνωνται ἀπὸ τὸ ἰδιαίτερον ὅπλον ἢ Σῶμα τοῦ στρατοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπηρετοῦν, καὶ νὰ ἀπονέμωσι τὰς θέσεις αὐτὰς εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν ὅπλων ἢ τοῦ Σώματος, εἰς ὃ ἀνήκουσι, καὶ ἐκ τούτου ἄπειρα ἀδικήματα προσγίνονται. Ἐθεώρησε λοιπὸν ἀναγκαῖον, ὅπως ἡ διανομὴ τῶν θέσεων αὐτῶν γένηται κατ’ ἀναλογίαν τῶν ὅπλων καὶ τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν, αἱ θέσεις αἱ ἐκτὸς τῶν σωμάτων εἶναι ἐν ὅλῳ 37. Λαβὼν ὑπ’ ὄψιν καὶ τοὺς τελευταίους προβιβασμοὺς καὶ τὰς σχετικὰς ἀρχαιότητας τῶν διαφόρων ἀξιωματικῶν, τῶν μὲν ἐχόντων εἰς ἕνα βαθμὸν πλέον τῶν δώδεκα ἢ δεκατεσσάρων ἐτῶν, τῶν δὲ λαβόντων ἔκτακτον προαγωγὴν, ὑποβάλω πρόσθετον ἄρθρον.
§46ΣΟΥΤΣΟΣ. Ὁ συνάδελφός μου κύριος Μαυρομιχάλης λησμονεῖ, ὅτι πρόκειται περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ διὰ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων δὲν δυνάμεθα νὰ ὀργανίσωμεν τακτικῶς τὰ τοῦ στρατοῦ.
§47ΛΑΠΠΑΣ. Διὰ ποῖον λόγον θέλετε νὰ ἀντιταχθῆτε εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Μαυρομιχάλη; θέλετε τὸ πεζικὸν νὰ ἦναι σκλάβος;
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία θὰ τυπωθῇ. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ μηχανικοῦ κλάδου τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. (Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τῶν λιμενικῶν ἀρχῶν.
§51ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν λιμενικῶν ἀρχῶν.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἔλθωμεν εἰς αὐτό. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τῶν λιμενικῶν ἀρχῶν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.)
§53Γ. ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ δώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τὴν πληροφορίαν, ἐὰν δημιουργῶνται νέαι θέσεις.
§54ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Αὔριον θὰ σᾶς δώσω πληροφορίας.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ ἀντιμισθίας τοῦ φαρμακοποιοῦ τοῦ Ἰατροσυνεδρίου. (Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ συστάσεως θέσεως ἐπιθεωρητοῦ τῆς δημοσίας ὑγείας καὶ τῶν λουτρῶν. (Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῆς μαίας τοῦ ἐν Ἀθήναις Μαιευτηρίου καὶ τοῦ βοηθοῦ αὐτοῦ. (Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ συστάσεως θέσεως δημοσίου κτηνιάτρου. (Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ προσωρινῆς ἀπολύσεως δι’ ἐγγυήσεως.
§60Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αὐτοῦ ἔχω μίαν τροπολογίαν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.)
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἄρχεται ὁ προϋπολογισμός.
§63Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶναι τέσσαρα νομοσχέδια περὶ πιστώσεων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνεγνώσθησαν οὔτε εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦνται 11,200 δραχμαὶ διὰ γραφικὰ ἔξοδα τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀγοράζω ἐπὶ πιστώσει.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχμῶν 11,200 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1878.
§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι καὶ μία πίστωσις 51,000 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τέσσαρες πιστώσεις εἶναι αὗται, δύο ἀναπληρωτικαὶ καὶ δύο ἔκτακτοι.
§67ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐξ αὐτῶν τῶν πιστώσεων αἱ πλεῖσται εἶναι δικαιολογημέναι· μία ἐξ αὐτῶν, ἡ ὁποία δίδεται ὡς ἀποζημίωσις εἰς ἕνα Γάλλον πλοίαρχον διὰ τὴν διαρπαγὴν τοῦ πλοίου του, δὲν στηρίζεται μὲν εἰς τὸν νόμον, ἀλλ’ εἶναι δικαιολογημένη, διότι δίδεται ὡς βοήθημα. Εἶναι δὲ καὶ μία τελευταία πίστωσις 40,000 δραχμῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν· 20,000 ζητοῦνται διὰ τὴν αὔξησιν τῆς πενταετίας τῶν διδασκάλων λίαν δικαιολογημένως, ἀλλὰ τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν τῶν ἑτέρων 20,000 δραχμῶν ζητεῖται μὲν, ἀλλὰ δὲν συμβιβάζεται μὲ τὸν νόμον· εἶναι δὲ ἡ αἰτουμένη περὶ αὐτοῦ πίστωσις ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν προσθήκην διδασκάλων εἰς τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα ἄνευ ὑπαρχούσης πιστώσεως. Αὐτὸ τὸ ἀπαγορεύει ὁ λογιστικὸς νόμος διὰ τῶν ἄρθρων 10 καὶ 15· διότι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὰς τακτικὰς πιστώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ, δύνανται μόνον ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς νὰ ζητῶσι διὰ Β. Διατάγματος, μετὰ προηγουμένην ἀπόφασιν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, πιστώσεις δι’ ἐκεῖνα τὰ κονδύλια, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπεται ῥητῶς ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ αὔξησίς των. Τοιοῦτον ὅμως δὲν εἶναι τὸ προκείμενον. Τώρα, ἐὰν ὑπῆρχεν ἀνάγκη αὐξήσεως, ὁ πρὸ μικροῦ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Δηλιγιάννης, ὅστις κατηνάλωσε τὸ ποσόν, ἐπειδὴ καὶ πέρυσιν ἐτύγχανεν ὤν Ὑπουργὸς ὁ αὐτὸς, ἠδύνατο διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ζητήσῃ μεγαλειτέραν πίστωσιν· ἑπομένως, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι καλὸν νὰ γίνεται τοῦτο, οὔτε σύμφωνον μὲ τὸν νόμον, καὶ δέον νὰ παύσῃ, διότι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐκάμαμεν ἐν τῇ εἰσαγωγῇ τῆς ἐκθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν· ὥστε τοῦ λοιποῦ οἱ ὑπουργοὶ νὰ φροντίζωσι νὰ συμβιβάζωνται καὶ μὲ τὰς πιστώσεις καὶ μὲ τοὺς κειμένους νόμους. Τώρα ὑπάρχει τῷ ὄντι μία ἀνωμαλία· δὲν ὑπάρχει νόμος ὀργανικὸς, κανονίζων τὰς θέσεις καὶ τοὺς μισθοὺς τῶν διδασκάλων καὶ μάλιστα τῶν βοηθῶν. Αὐτὸ εἶναι μία ἔλλειψις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ θεραπευθῇ διὰ νόμου, διὰ τῆς φροντίδος καὶ πρωτοβουλίας αὐτῆς τῆς ἰδίας Κυβερνήσεως.
§68Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἰδοὺ πῶς ἔχουσι τὰ τῆς πιστώσεως τῶν 40,000 δραχμῶν. Γνωρίζετε, ὅτι ὁ ἰσχύων νόμος περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ περὶ ἑλληνικῶν σχολείων ἰδίως εἶναι ἀτελής. Ὑπάρχουσιν ἑλληνικὰ σχολεῖα συστημένα πανταχοῦ, ἀλλὰ τινὰ μὲν τούτων εἶναι σχολαρχεῖα, ἔχοντα τρεῖς τάξεις, τινὰ δὲ εἶναι σχολεῖα, ἔχοντα δύο τάξεις, ἄλλα δὲ εἶναι ἑλληνικὰ σχολεῖα, ἔχοντα μίαν καὶ μόνην τάξιν, δηλ. ἕνα καὶ μόνον διδάσκαλον. Κατὰ τὸ 1877 ἐπήρκεσεν ἡ πίστωσις ἡ περιληφθεῖσα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ τὸ 1878 κατὰ τὴν 1 σεπτεμβρίου, ὅτε ἀρχίζουν τὰ σχολεῖα, μοὶ παρεστάθη ἡ ἀνάγκη, ὅπως εἰς τὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουν δύο τάξεις, προστεθῇ καὶ τρίτη, εἰς τὰ ἔχοντα δὲ μίαν προστεθῇ καὶ δευτέρα, ἐὰν ὑπῆρχεν ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξήρχοντο ἐκ τῆς μιᾶς τάξεως, μέλλοντες νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν ἀνωτέραν. Ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶχε πίστωσιν καὶ διετελοῦμεν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, ἔμενον δὲ τέσσαρες μῆνες, ὁ Σεπτέμβριος, Ὀκτώβριος, Νοέμβριος καὶ Δεκέμβριος, διενοήθην νὰ ἐπαρκέσω εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ νὰ ζητήσω ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν, μὲ τὴν ἀπόφασιν, ἂν μὲν παραδεχθῇ ἡ πίστωσις, νὰ διατηρήσω τοὺς διδασκάλους, ἂν δὲ δὲν παραδεχθῇ, νὰ τοὺς παύσω ὅλους. Παύων δὲ τοὺς διδασκάλους, κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ Νοεμβρίου, δὲν ἤθελον κάμει ὑπέρβασιν τῆς κεχορηγημένης μοι πιστώσεως διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§69ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ πρώην ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως εἶπεν, ὅτι προέβη εἰς ἓν μέτρον ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου, ὅπως συμπληρώσῃ ἀτελῆ τινα σχολεῖα, τὰ ὁποῖα συνεκροτοῦντο εἴτε ἀπὸ ἕνα εἴτε ἀπὸ δύο διδασκάλους καὶ ὅτι μετὰ τὴν συμπλήρωσιν, ἀμέσως ὡς συνῆλθεν ἡ Βουλὴ, σκοπὸν εἶχε νὰ ὑποβάλῃ καὶ αἴτησιν ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῶν σχολείων αὐτῶν, παρασταθεῖσαν ἐκ τῆς ἀνάγκης αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τῷ παραστήσω, ὅτι ἀγνοῶ ἂν ἐφαρμόσθη τὸ μέτρον του εἰς ὅλας τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, εἰς τὴν ἐπαρχίαν ὅμως Καλαβρύτων οὐδὲν ἐφηρμόσθη, διότι τὸ σχολαρχεῖον τῆς πρωτευούσης δὲν ἔχει σχολάρχην, τὸ δὲ σχολεῖον τῆς Ἀκράτας, τὸ ὁποῖον συνεκροτεῖτο ἀπὸ δύο διδασκάλους, τὸ ἄφησε μὲ ἕνα μόνον διδάσκαλον. Ἀπορῶ λοιπὸν πῶς εἰς μίαν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας αὐτὰς διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν διδασκάλων, εἰς ἡμᾶς οὐ μόνον δὲν ἔκαμε τοιοῦτόν τι, ἀλλὰ καὶ περιέκοψε καὶ αὐτοὺς τοὺς ὑπάρχοντας, τὰ δὲ παιδιὰ τῶν οἰκοκυραίων καὶ φορολογουμένων περιφέρονται σήμερον εἰς τοὺς δρόμους καὶ χάνουν τὸν καιρόν τους. Τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἡ νομοθέτησις νὰ ἦναι δι’ ὅλα διὰ νὰ ἦναι ὑποχρεωμένος ὁ Ὑπουργὸς, οὐχὶ μόνον νὰ φροντίζῃ περὶ τῶν εὐνοουμένων, ἀλλὰ περὶ ὅλων τῶν πολιτῶν.
§70ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ σχολεῖον τῆς Ἀκράτας δὲν διατηρεῖται δημοσίᾳ δαπάνῃ, οὐδὲ δαπάνῃ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ὑπάρχει κληροδότημα, νομίζω, ἐξ οὗ μισθοδοτοῦνται οἱ διδάσκαλοι τοῦ σχολείου τῆς Ἀκράτας. Ὑπῆρχε δὲ ἐν τῷ σχολείῳ τῆς Ἀκράτας, κληρικός τις διδάσκαλος, Δαμιανὸς τὸ ὄνομα. Οὗτος, κατὰ δυστυχίαν, περιῆλθεν εἰς ἔριδας πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν διαχειριζομένην τὸ κληροδότημα. Ἡ Ἐπιτροπὴ μοὶ παρέστησεν ἐπανειλημμένως, ὅτι πρέπει ν’ ἀντικατασταθῇ ὁ κληρικὸς οὗτος, εὑρέθην δὲ ἠναγκασμένος νὰ ἐνδώσω τελευταῖον, διότι, ἀπὸ τοῦ μηνὸς Μαΐου τοῦ 1877, ὅτε ἐγενόμην Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀντέστην εἰς τὰς προτάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπιμενούσης νὰ ἐπιτύχῃ τῆς παύσεως τοῦ διδασκάλου, ἀνεχόμενος τὴν ἔριν μεταξὺ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ διδασκάλου. Ὡσαύτως τὸ σχολεῖον τῶν Καλαβρύτων ἐστερεῖτο τοῦ σχολάρχου, οὐχὶ ἕνεκα ἐλλείψεως ἐμοῦ. Ἐγὼ μάλιστα ὑπέλαβον, ὅτι ἠδυνάμην νὰ χρησιμοποιήσω τὸν Δαμιανὸν τῆς Ἀκράτας, ὡς σχολάρχην Καλαβρύτων, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα ἔμεινε, διότι ἐπῆλθεν ἡ τελευταία ὑπουργικὴ μεταβολή. Διατί δ’ ἐστερεῖτο ἡ Ἀκράτα διδασκάλου; Διότι πολλοὶ διωρίσθησαν, ἀλλὰ δὲν ἐδέχθησαν· διωρίσθη τις Βάμβουρας, ἀλλ’ οὗτος ἔδωκεν ἀφορμὰς κατ’ αὐτοῦ, ἀναγομένας εἰς δοξασίας, καὶ ἔπρεπε νὰ τὸν μακρύνω, καθόσον οἱ πατέρες δὲν εἶχον ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτόν. Διωρίσθη ἕτερός τις Τσακαλόπουλος, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε νὰ ὑπάγῃ, διωρίσθη κατόπιν ἕτερος Μανωλόπουλος, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἠρνήθη. Καὶ αὐτὴ ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ Σχολαρχείου Καλαβρύτων, ὅτε ἐγὼ ἀφῆκα τὸ Ὑπουργεῖον. Μὴ νομίζετε δὲ, ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ εὑρίσκῃ τις σχολάρχας καὶ διδασκάλους, ὅταν θέλῃ. Πολλάκις τοὺς παρακαλοῦμεν διὰ νὰ δεχθῶσι. Διὰ νὰ πείσω αὐτὸν τὸν Μανολόπουλον, μετεχειρίσθην καὶ τὸν κύριον Μαυρομιχάλην, ἀλλὰ δὲν ἤθελε νὰ δεχθῇ.
§71ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὸ αὐτὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον ἐξέφερεν ὁ προαγορεύσας Βουλευτὴς Καλαβρύτων, ἂς μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ ἐκφέρω καὶ ἐγὼ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐπαρχίας Φθιώτιδος. Ἡ κωμόπολις Ὑπάτης ἔχει ἑλληνικὸν σχολεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον φοιτῶσιν οὐχὶ ὀλίγοι μαθηταί, στερεῖται ὅμως διδασκάλων, διότι τὸ ἑλληνικὸν αὐτῆς σχολεῖον ἔχει ἕνα μόνον διδάσκαλον, ἑπομένως μίαν τάξιν. Οἱ κάτοικοι ἔστειλαν πολλὰς ἀναφορὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐπανειλημμένως, ὅπως προστεθῇ καὶ δεύτερος διδάσκαλος, καὶ θεραπευθῇ οὕτω μία τῶν μεγάλων ἀναγκῶν τῆς πόλεως· ἀλλ’ ἡ παράκλησίς των δὲν εἰσηκούσθη μέχρι τοῦδε. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν νῦν τῆς Ἐκπαιδεύσεως κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ δεόντως τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι εἶναι ἄδικον ἡ κυβερνητικὴ πρόνοια νὰ περιορίζηται εἴς τινας μόνας πόλεις τοῦ Κράτους, καὶ νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἀτέλειαν ταύτην.
§72ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὅταν ὡμίλει ὁ κ. Ὑπουργός, τὸν ἠρώτησα, ἐὰν ἤρκει ἡ πίστωσις, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὰς ἀνάγκας ὅλας τῶν σχολείων, καὶ μοὶ ἀπήντησεν ὄχι· ἔλαβον δὲ ἀφορμὴν νὰ ἐρωτήσω, διότι ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἐσυστήθη σχολαρχεῖον ἐν Σπέτσαις καὶ οὐδέποτε ἐκενώθη θέσις. Δὲν ἠξεύρω δὲ διὰ ποίους λόγους τελευταῖον ἔπαθε καὶ τὸ σχολεῖον τῶν Σπετσῶν ὅ,τι καὶ τῆς Ἀκράτας· καὶ ἐκεῖ κληρικός τις διετέλει ὡς διδάσκαλος τῆς γʹ. τάξεως, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω διὰ ποίους λόγους ἡ ὑπηρεσία τὸν ἔπαυσε, καὶ ἐπὶ 4 μῆνας δὲν διώρισεν ἀντικαταστάτην. Ἡ τάξις δὲ ἀργεῖ καὶ τὰ παιδιὰ τρέχουν εἰς τοὺς δρόμους, τὸ δὲ σχολεῖον εὑρίσκεται εἰς παραλυσίαν. Ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργόν, διὰ νὰ τὸν εὐκολύνω, ἐὰν ἀρκῇ ἡ πίστωσις, διότι, ἐὰν δὲν ἀρκῇ, πρέπει νὰ ζητήσῃ προσθήκην, ἵνα συμπληρώσῃ τὰς θέσεις. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ φροντίσῃ καὶ περὶ τοῦ διδασκάλου εἰς τὸ σχολεῖον τῶν Σπετσῶν.
§73ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἡ πίστωσις ἀφορᾷ τὸ παρελθὸν ἔτος· ὡς πρὸς τὸ 1879 δὲ ἔκαμα δήλωσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία παρεδέχθη νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πίστωσιν τῶν 40,000.
§74ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συμπληρώσῃ τὸ σχολεῖον τῶν Σπετσῶν.
§75ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Μὲ τί χρήματα; Παρατηρῶ, ὅτι οὔτε ἐγὼ οὔτε ὁ προκάτοχός μου ὡρμήθημεν ἐκ συμφέροντος. Ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας ἀπαιτεῖ ποῦ μὲν νὰ διορισθῇ διδάσκαλος, ποῦ δὲ ὄχι.
§76ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Καλλίτερον εἰς ἓν σχολεῖον εἶναι νὰ λείπῃ ὁ σχολάρχης παρὰ ὁ διδάσκαλος τῆς κατωτέρας τάξεως.
§77ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχουν, κύριοι, καὶ διδάσκαλοι. Ἐζήτησαν διὰ τὴν Ζάκυνθον ἕνα μαθηματικόν, μόλις δὲ τελευταῖον εὗρον ἕνα. Δὲν ὑπάρχει ἀφθονία διδασκάλων.
§78ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, καὶ δὲν ἔχω νὰ ἐξετάσω ἂν ἕνας Μπάμπουρας ἢ Μανολόπουλος δὲν μετέβη εἰς Καλάβρυτα, γνωρίζω μόνον, ὅτι ἐπὶ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν λαμβάνεται πρόνοια πρὸς καταρτισμὸν τῶν σχολείων, τὸ σχολεῖον τῶν Καλαβρύτων, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε καθυστέρησεν ἀπὸ τοῦ νὰ ἔχῃ σχολάρχην, δὲν ἔχει σχολάρχην, καὶ τὸ σχολεῖον τῆς Ἀκράτας, τὸ ὁποῖον εἶχε πάντοτε δύο διδασκάλους, δὲν ἔχει παρὰ ἕνα διδάσκαλον. Σημειώσατε δὲ, ὅτι τὸ σχολεῖον αὐτὸ δὲν ἀνήκει μόνον εἰς τὴν Ἐπαρχίαν τῶν Καλαβρύτων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν τῆς Αἰγιαλείας. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, ἂν ἀπὸ κληροδότημα μισθοδοτοῦνται καὶ οἱ δύο διδάσκαλοι, ἀλλ’ ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, εἶναι ἀφορμὴ μεγαλειτέρας καταχρήσεως διὰ τὸν Ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἔλειψε ἀπὸ τοῦ νὰ διορίσῃ διδασκάλους εἰς ἕνα τόπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιβαρύνει τὸ Δημόσιον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως φροντίσῃ νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας αὐτὰς τῶν δύω σχολείων, τοῦ σχολείου τῶν Καλαβρύτων καὶ τοῦ σχολείου τῆς Ἀκράτας, διότι εἶναι ἄδικον, δύο Ἐπαρχίαι νὰ στερῶνται σχολείου, ὡς εἶπον, καὶ νὰ χάνουν τὸν καιρόν των τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ.
§79ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας.) Ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Διαμαντόπουλος μοὶ ἔκαμε πρὸ ἡμερῶν περὶ τούτου παραστάσεις, εἶπον δὲ, ὅτι ἀναγνωρίζω τὴν ὀρθότητα τῶν παρατηρήσεών του, ἀλλ’ ὅτι δὲν ὑπάρχει πίστωσις, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ὑποβεβλημένη ἡ πίστωσις, ὅταν δὲ αὕτη ἐπιψηφισθῇ, θέλω προσπαθήσει νὰ εὕρω καὶ διδάσκαλον, καὶ μάλιστα τὸν παρεκάλεσα νὰ μοὶ ὑποδείξῃ.
§80ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἀντελήφθην καλῶς, ἐξ ὅσων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ πρώην τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἶπεν, ἡ πίστωσις τῶν 40,000 ζητεῖται πρὸ πάντων, ἵνα πληρωθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν βοηθῶν, οἵτινες εἶχον διορισθῆ εἰς τὰ ἑλληνικὰ σχολεῖα, διότι ἡ χορηγηθεῖσα πίστωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἤρκεσεν· ἑπομένως διὰ τῆς πιστώσεως αὐτῆς πρόκειται νὰ πληρωθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν βοηθῶν τῶν διατηρηθέντων, κατὰ τὸ μέχρι τοῦδε καθεστὼς, διὰ τὸν Δεκέμβριον. Καθ’ ὅσον ὅμως ἐγὼ γνωρίζω, οἱ βοηθοὶ τῶν ἑλληνικῶν σχολείων, τοὐλάχιστον εἴς τινας Ἐπαρχίας, ἀπελύθησαν ἀπὸ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου, καὶ ἐρωτήσας τὸν λόγον, ἔμαθα, ὅτι τοῦτο ἐγένετο, διότι δὲν ὑπῆρχε πίστωσις, τοὐλάχιστον διὰ τὸ ἑλληνικὸν σχολεῖον Γαλαξειδίου, ὅπου ὑπῆρχεν εἷς βοηθὸς πρὸς συμπλήρωσιν τῆς διδασκαλίας τοῦ σχολείου· ἡ θέσις τοῦ βοηθοῦ κατηργήθη ἀπὸ τῆς 1 Σεπτεμβρίου δι’ ἔλλειψιν πιστώσεως. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἐτηρήθησαν ὅλοι οἱ βοηθοὶ καὶ πρόκειται νὰ πληρωθῶσι; (Θόρυβος).
§81ΛΑΠΠΑΣ. Τί συζήτησις εἶναι αὐτή; Νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν (Θόρυβος).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν λοιπὸν εἰς ά συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐκ δραχμῶν 11,200. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἔχομεν εἰς ά ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως τῶν 40,000 δραχμῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἔχομεν εἰς ά συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 51,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἔχομεν ἤδη ἕτερον νομοσχέδιον ἐκτάκτου πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ δραχμῶν 55,000. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν ἤδη εἰς τὴν γʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν παλαιῶν δανείων. Ὁ κ. Δούμας ἔχει τὸν λόγον.
§83ΔΟΥΜΑΣ. Εἶμαι, κύριοι, ὑπὲρ τῆς ἀναγνωρίσεως καὶ τακτοποιήσεως τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825, οὐ μόνον διότι τὰ δάνεια αὐτὰ συνωμολογήθησαν εἰς κρισίμους περιστάσεις, ἀλλὰ καὶ διότι θεωρῶ, ὅτι τὰ ἔθνη, ὡς τὰ ἄτομα, ὀφείλουσι νὰ ἐκπληρῶσι τὰς ὑποχρεώσεις των. Ἀλλὰ μ’ ὅλον ὅτι κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν δανείων, διότι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν δημοσίαν πίστιν καὶ νὰ προσκαλέσωμεν οὕτω τὰ ξένα κεφάλαια εἰς τὸν τόπον πρὸς πραγματοποίησιν ἔργων παραγωγικῶν, συνάμα δὲ νὰ δώσωμεν καὶ εἰς τὸν λαὸν ὡραῖον παράδειγμα ἠθικῆς, ἀναγνωρίζοντες παλαιὰ χρέη· μ’ ὅλα ταῦτα ἔρχομαι νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἀναβολὴν τῆς γʹ ἀναγνώσεως, διότι θεωρῶ, ὅτι ἡ σύμβασις, ὡς κατηρτίσθη, κακῶς κατηρτίσθη καὶ κακῶς εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν. Κατηρτίσθη κακῶς, διότι βλέπω, ὅτι ἐπιβαρυνόμεθα μὲ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἠδυνάμεθα κάλλιστα ν’ ἀποφύγωμεν· βλέπω ἐν τῇ συμβάσει ἀντιπροσωπευομένην τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὑπὸ προσώπου ἐντίμου μὲν, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ κατὰ πόσον τὸ πρόσωπον τοῦτο ἦτο ἀναγκαῖον εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς συμβάσεως. Θὰ ἠννόουν τὴν παρέμβασιν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις προσώπου ξένου, ὅπως συμπράξῃ μετὰ τοῦ Πρέσβεως ἢ τοῦ Γενικοῦ Προξένου, ἐὰν τὸ πρόσωπον ἦτο γνωστὸν εἰς τὴν ἀγορὰν Λονδίνου, ἐὰν διὰ τῶν γνώσεών του καὶ διὰ τῆς ἠθικῆς βαρύτητός του θὰ ἠλπίζετο νὰ κατορθώσῃ ὅρους ἐπωφελεστέρους· δὲν ἐννοῶ ὅμως πρόσωπον ἔντιμον μὲν, ἀλλ’ ἄγνωστον εἰς τὴν ἀγορὰν ἐκείνην, οὐδεμίαν σχέσιν ἔχον ἐν αὐτῇ καὶ ἀγνοοῦν καὶ τὴν γλῶσσαν· διὰ τοῦτο καὶ οἱ ὅροι εἶναι βαρύτεροι ἐν γένει, καὶ μὲ δικαίωμα προμηθείας τῶν δύω αὐτῶν προσώπων, τῶν κ.κ. Μαλικοπούλου καὶ Νάζου, 36,000 λιρῶν ἐπιβαρυνόμεθα. Κατὰ τὸ 1867, ὅτε ἐγένετο σύμβασις πάλιν, πρωθυπουργοῦντος τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἡ σύμβασις ἐκείνη εἶχε δύω καλὰ, τὰ ὁποῖα δὲν βλέπω εἰς τὴν σύμβασιν τὴν παροῦσαν· πρῶτον, τὸ χρεωλύσιον δὲν ἦτο εἰς κληρώσεις, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἦτο ὑποχρεωμένη ν’ ἀποσύρῃ ἀπὸ τὴν ἀγορὰν τὰς ὁμολογίας, τοῦτο δὲ ἦτο ὠφέλιμον, διότι αἱ ὁμολογίαι φέρουσι τόκον 5%, καὶ εὑρισκόμεναι εἰς ἀγορὰν, μὴ ὑποστηρίζουσαν αὐτὰς, δὲν θὰ ἀπελάμβανον τῆς τιμῆς τοῦ ἀρτίου, καὶ θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀγοράσωμεν πρὸς 60 ἢ 70 λίρας τὰς 100, καὶ θὰ εἴχαμεν ὠφέλειαν 30%, ἐνῷ διὰ τῆς κληρώσεως θὰ πληρόνωμεν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν καὶ τὰς 100 λίρας. Τὸ δεύτερον πλεονέκτημα ἦτο, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν ἐπεβαρύνετο διὰ προμηθείας. Ὑπῆρχε προμήθεια, ἀλλ’ ὄχι ἐν τῇ συμβάσει· ἀπέβλεπε τοὺς ὁμολογιούχους, ἐνῷ σήμερον πληρόνομεν αὐτὴν ἡμεῖς. Νομίζω, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔδιδε τὸ δικαίωμα τῆς διαπραγματεύσεως κατ’ εὐθεῖαν καὶ μόνον εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον μας, δὲν θὰ εἴχομεν τὰ βάρη ταῦτα· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐδόθη τὸ δικαίωμα τῆς διαπραγματεύσεως καὶ εἰς τοὺς κυρίους αὐτοὺς, δικαιοῦνται νὰ λάβωσι καὶ τὴν προμήθειαν.
§84ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θὰ λάβωσι προμήθειαν.
§85ΔΟΥΜΑΣ. Δὲν τὸ γνωρίζετε αὐτό.
§86ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ γνωρίζω.
§87ΔΟΥΜΑΣ. Πρὸς τί ἀνεμίχθησαν;
§88ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι αὐτοὶ ἐπεφορτίσθησαν νὰ κάμωσι νέον δάνειον, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύναντο νὰ διαπραγματευθῶσι, παρὰ ἐὰν συνεβιβάζοντο διὰ τὰ παλαιὰ δάνεια.
§89ΔΟΥΜΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει, ὅτι ἀνεμίχθησαν εἰς τὴν σύμβασιν, διότι εἶχον ὁδηγίας νὰ ἐκτελέσωσι νέον δάνειον. Ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἐπέμβω εἰς τὸ ζήτημα, ἐὰν αὐτοὶ ἦσαν εἰς θέσιν νὰ διαπραγματευθῶσι νέον δάνειον, λέγω, ὅτι ἠδύναντο νὰ διαπραγματευθῶσι τὸ νέον δάνειον, περιμένοντες τὴν ἀναγνώρισιν τῶν δανείων τοῦ 1824. Μήπως, κύριε Πρωθυπουργέ, εἰς τὴν συνέλευσιν τῶν ὁμολογιούχων ἐν Λονδίνῳ εἶπον μίαν λέξιν; καὶ πῶς νὰ τὴν εἴπωσιν; Ὁ κ. Γεννάδιος εἰργάσθη καὶ ἔφθασεν εἰς ἀποτέλεσμα, οἱ κύριοι δὲ αὐτοὶ δὲν εἶχον παρὰ νὰ ὑπογράψωσι, καθὼς καὶ ὑπέγραψαν. Κακῶς ἐπράξατε νὰ τοὺς δώσητε δικαίωμα ἀντιπροσωπείας, καὶ ἡ ἀνάμιξις αὐτῶν εἰς τὴν σύμβασιν δὲν ἦτο ἰδέα ἐπιτυχής. Ὁ δεύτερος λόγος εἶναι, κύριοι, ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νομοσχεδίου. Πρὸ 2 ἐτῶν, ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ ἐντίμου Πρωθυπουργοῦ πάλιν, κατετέθη νομοσχέδιον κανονίζον τὰ δάνεια ταῦτα· εἶχε δὲ τὸ ἐλάττωμα, ὅτι δὲν ἐγένετο διὰ συνεννοήσεως τῶν κατόχων τῶν ὁμολογιῶν. Τοῦτο εἶχέ τι τὸ αὐθαίρετον, ἀλλ’ ἔλυε πολλὰ ζητήματα παρεμπίπτοντα· ἀφ’ ἑτέρου ὅμως εἶχε τὸ κακὸν, ὅτι δὲν ἀνεγνωρίζοντο τὰ δάνεια ταῦτα ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις. Συγχρόνως τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἶχε τὸ πλεονέκτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τὸ σημερινὸν, εἶχεν εἰδικὸν φόρον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπληρόνετο τὸ δάνειον. Τὸ νομοσχέδιόν σας σήμερον λέγει, ὅτι πρὸς πληρωμήν τοῦ τόκου καὶ χρεωλυσίου λαμβάνονται αἱ εἰσπράξεις τοῦ τελωνείου Κερκύρας. Ἀλλὰ τὸ τελωνεῖον Κερκύρας σήμερον χρησιμεύει δι’ ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ὥστε, δίδοντες τὰς εἰσπράξεις πρὸς πληρωμὴν τοῦ τόκου καὶ χρεωλυσίου τοῦ δανείου αὐτοῦ, ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὸ Κράτος πόρους, τοὺς ὁποίους θ’ ἀναγκασθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναπληρώσῃ, ἐπιβάλλουσα νέους φόρους. Τοὺς νέους φόρους τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1876 τοὺς εἶχε, τὸ σημερινὸν ὅμως δὲν τοὺς ἔχει· οὕτω δὲ ἐργαζόμενοι, ἀκολουθοῦμε, σύστημα οἰκονομικὸν, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς φέρῃ εἰς σπουδαίας δυσχερείας οἰκονομικάς· διότι θὰ δυσκολευθῶμεν νὰ εὕρωμεν καὶ ψηφίσωμεν φόρους πρὸς ἱκανοποίησιν καὶ τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν καὶ τῶν ἄλλων ἀναγκῶν μας. Μὴ ἀπατᾶσθε, κύριοι· ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ προεδρεύεται ἀπὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ὅλοι ὑποληπτόμεθα· σᾶς εἶπε τὰς δυσκολίας, εἰς τὰς ὁποίας θὰ φθάσωμεν ἐντὸς ὀλίγου, καὶ ὅτι ἄλλον τρόπον σωτηρίας δὲν ἔχομεν εἰμὴ τὰ δάνεια, διὰ δανείων καὶ μόνον θὰ ζητήσωμεν νὰ ἄρωμεν τὰς δυσκολίας αὐτάς. Ἡ Κυβέρνησις θὰ σᾶς φέρῃ αὔριον νομοσχέδιον δανείου διὰ 10 ἢ 12 ἑκατομμύρια, διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς χρήσεως τοῦ 1878. Καὶ ναὶ μὲν δὲν ἐζήτησε κανεὶς μέχρι σήμερον νὰ ἴδῃ ποῖαι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις μας, ἀλλ’ ὅλοι γνωρίζομεν ποίας δυσχερεῖς περιστάσεις διήλθομεν, καὶ δὲν θὰ ἀρνηθῶμεν τὴν πληρωμὴν αὐτῶν, διότι αἱ περιστάσεις τὰς ἐπέβαλον. Ἔχομεν κατόπιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879. Ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς ἐπίσης παρουσιάζει ἔλλειμα 7 ἕως 8 ἑκατομμυρίων, μὲ τὰς προσθήκας αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον· ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει καὶ ἄλλας ἀτελείας σπουδαίας, αἵτινες πιθανὸν καὶ πρὶν νὰ ἐγίνοντο· τὰ ἔσοδα ὑπολογίζονται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιωθέντων, ἀπὸ δὲ τὰ βεβαιωθέντα γνωρίζομεν, ὅτι εἰσπράττονται ὀλιγώτερα, ὥστε ἐκτὸς τῶν 5–8%, τὰ ὁποῖα καθυστεροῦνται συνήθως, πρέπει νὰ προσθέσωμεν ἔτι 5%, ὥστε τὸ ὅλον τῶν καθυστερουμένων πρέπει νὰ ὑπολογισθῶσι εἰς 10% τοὐλάχιστον. Ὥστε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879 πρέπει νὰ τὸ ὑπολογίζωμεν εἰς 10,000,000. Ἐκτὸς τῶν 20 αὐτῶν ἑκατομμυρίων, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὴν ὁποίαν πάντες ἐπιθυμοῦμεν, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐπιστροφῆς τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 10 ἑκατομμυρίων. Ἐὰν δὲ εὐτυχήσωμεν, ὅπως καὶ ἐλπίζομεν, ἐντὸς τοῦ 1879, νὰ ἀποκτήσωμεν καὶ τὰς ἄλλας Ἐπαρχίας, αἵτινες κατακρατοῦνται, θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην σπουδαίας δαπάνης, τῆς δαπάνης τῆς ἐγκαταστάσεως, αἵτινες θὰ ἦναι μεγάλαι· τὰ δὲ ἔσοδα ἡμῶν τῆς τε Ἐλευθέρας Ἑλλάδος καὶ τῶν προσαρτηθησομένων ἐπαρχιῶν, καὶ μὲ προσθήκας νέων φόρων, δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον θὰ συντελέσωσιν εἰς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίου τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν, καὶ διὰ νὰ καλύψωμεν τὰ ἐλλείμματα καὶ νὰ ἄρωμεν τὴν καταναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ὥστε, πρὶν γνωρίσωμεν τὸ σύνολον τῆς οἰκονομικῆς μας καταστάσεως, καὶ ἐξ αὐτῆς δυνηθῶμεν νὰ ἐκτιμήσωμεν τί δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι φρόνιμον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως. Πρὶν ἡ Κυβέρνησις ἐκθέσῃ τὸ σύνολον τῶν οἰκονομικῶν μέτρων της, δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς παραδοχὴν τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἐπιψήφισιν· ὀφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν ἐν γνώσει καὶ ἐν ἐλευθερίᾳ ἐπὶ ζητήματος, τοῦ ὁποίου ὅλοι ζητοῦμεν τὴν λύσιν, διότι ἐκτιμῶμεν τὴν σπουδαιότητά του, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ πράξωμεν, ὅταν θὰ ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι δυνάμεθα νὰ τηρήσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας.
§90Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει μὲν τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα καλοῦνται νὰ ἐπιληφθοῦν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου, ἢ νὰ διορίζῃ τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα θέλουσι νὰ ἐπιμεληθοῦν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἔχει περιορισμόν τινα, καὶ οὗτος συνίσταται εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐνεργείας αὐτῶν. Τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων διορισθέντα ἢ τὰ πρὸς ἐπιμέλειαν δημοσίων συμφερόντων ταχθέντα ὄργανα, ἂν κακῶς ἢ πλημμελῶς ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των, δίδουσιν ἀφορμὴν καὶ πρὸς ἐξέτασιν τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν καὶ πρὸς ἐπίκρισιν τοῦ διορίσαντος αὐτοὺς Ὑπουργοῦ. Ἡ Κυβέρνησις διορίζει ἕνα νομάρχην· δύναται νὰ ὑπέχῃ εὐθύνην, ἂν ὁ νομάρχης παραβῇ τὸ καθῆκόν του, ἢ ὁ διορισθεὶς δὲν ἐπιμεληθῇ, ὡς ὤφειλε, τῶν συμφερόντων. Ἰδοὺ ἡ εὐθύνη. Δὲν δύναται δέ τις νὰ αἰτιαθῇ τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῶν προτέρων ἐπὶ τῷ διορισμῷ, ἀρκεῖ νὰ μὴ ἦναι ἀποδεδειγμένη ἡ ἀνικανότης τοῦ διορισθέντος, ἢ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἄλλη νομικὴ ἀνικανότης. Τώρα διώρισεν ἡ Κυβέρνησις τὸν κύριον Μαλικόπουλον, διώρισε προσέτι τὸν Γραμματέα τῆς Πρεσβείας, ζητοῦσι δὲ τὸν λόγον, διατί νὰ μὴ διορίσῃ καὶ τὸν Πρόξενον; Ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ἐνεργήσῃ οὕτως, εἶχε βέβαια κἄποιον λόγον, καὶ ποῖον μὲν λόγον εἶχε, τοῦτο εἶναι γνωστόν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμπράξῃ μετὰ τοῦ γραμματέως τῆς Πρεσβείας. Τώρα διατί διώρισε τὸν κ. Μαλικόπουλον; Περὶ τούτου ὁ Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ κ. Μαλικόπουλος εἶχε σταλῆ, διὰ νὰ φροντίσῃ νὰ συνομολογηθῇ ἐξωτερικῶς δάνειον· ἐπειδὴ δὲ ὑπελήφθη, ὅτι ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ καὶ εἰς τὰς γιγνομένας συνεννοήσεις μετὰ τῶν κατόχων τῶν παλαιῶν δανείων πρὸς τακτοποίησιν αὐτῶν, διώρισεν ἡ Κυβέρνησις καὶ αὐτὸν, ἐπιθυμοῦσα τὴν τακτοποίησιν τῶν εἰρημένων παλαιῶν δανείων, ὡς συντελοῦσαν εἰς τὴν ἀνάκτησιν τῆς πίστεως καὶ τὴν κυκλοφαρίαν τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων. Ἀλλὰ ἔβλαψεν ὁ διορισμὸς τοῦ κ. Μαλικοπούλου; Ἡ σύμβασις ἡ τῇ συνδρομῇ αὐτοῦ συναφθεῖσα, περιέχει ἐλαττώματα; διότι αὐτὸ ἰδίως εἶναι τὸ ἐξεταστέον, καὶ μόνη ἡ ἐξέτασις τούτου ἀπολήγει εἰς τὸ νὰ περιορίζῃ τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ διορίζειν ἀντιπροσώπους. Ὁ κύριος Δούμας ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν διὰ δύο ἰδίως λόγους. Ὁ πρῶτος λόγος εἶναι, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1878 ἀφίνει ἔλλειμμα, ὡς καὶ ὁ τοῦ 1879 θέλει ἀφήσει ἔλλειμμα, καὶ πρέπει, πρὶν τακτοποιηθῶσι τὰ δάνεια τοῦ 1824 καὶ 1825, νὰ σκεφθῶμεν τίνι τρόπῳ θέλομεν πληρώσει τὰ ἐλλείμματα αὐτά. Ὁ συλλογισμὸς τοῦ κ. Δούμα εἶναι πλήρης καὶ ἔχει ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ φαινόμενα τοῦ συλλογισμοῦ. Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη ἄλλως, καὶ ἐσκέφθη ἄλλως, νομίζουσα, ὅτι ἔχει σύμφωνον καὶ τὴν Βουλήν. Ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη, ὅτι πρὸ παντὸς πρέπει νὰ σκεφθῶμεν νὰ ἀνακτήσωμεν τὴν ἐθνικὴν πίστιν, ἐὰν δὲ ἀνακτήσωμεν τὴν ἐθνικὴν πίστιν, θέλομεν δυνηθῆ νὰ προσπορίσωμεν εἰς τὸ Κράτος ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα θέλουν μᾶς χρησιμεύσει, ἵνα κατορθώσωμεν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Διὰ τοῦτο ἔκρινεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προτιμήσῃ τὸ ζήτημα τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς τακτοποιήσεως τῶν παλαιῶν δανείων. Ὅθεν, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ τὴν γνώμην ταύτην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, δὲν δύναται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς. Ἡ ἀναβολὴ, δι’ οἱονδήποτε λόγον καὶ ἂν τὴν παραδεχθῶμεν, εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία θέλει χειροτερεύσει τὴν κατάστασιν τῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος, καὶ θέλει ἐπαναφέρει τὴν ἑλληνικὴν πίστιν εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν ἦτο πρὶν ἀρχίσῃ ἡ διαπραγμάτευσις καὶ κλεισθῇ ἡ σύμβασις· καὶ τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἴσως ὁ κυριώτερος λόγος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὰς σκέψεις τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁ κ. Δούμας ἔφερε καὶ ἄλλην παρατήρησιν, ἠθέλησε νὰ παραβάλῃ τὴν σύμβασιν μὲ τὴν τοῦ 1867. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον, παραβάλλων τὴν σύμβασιν ταύτην πρὸς τὴν σύμβασιν τοῦ 1867, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ σύμβασις τοῦ 1867 ἦτο ὠφελιμωτέρα καὶ ὅτι ἐξησφάλιζε τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου περισσότερον. Δὲν θέλω νὰ αἰτιαθῶ τῆς συμβάσεως ἐκείνης, διότι ἡ σύμβασις ἐκείνη συνωμολογήθη ἐπὶ τῆς Πρωθυπουργίας τοῦ ἤδη Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε δὲν θέλετε μοὶ ἀποδώσει τὴν προαίρεσιν, ὅτι θέλω τὰ αἰτιαθῶ τὸν προϊστάμενον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τοιαῦται ἦσαν αἱ περιστάσεις τότε. Καὶ ὅτι ἡ διαφορὰ τῶν περιστάσεων ἐπηρεάζει πολὺ, σᾶς φέρω παράδειγμα αὐτὴν τὴν σύμβασιν, ἥτις ἐγένετο κατὰ τὸ 1867, καὶ ἐκείνην, ἥτις ἐγένετο ἐφέτος. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν τότε ἡ πλειονοψηφία τῆς συνελεύσεως τῶν κατόχων ἀπεφήνατο ὑπὲρ τῆς συμβάσεως ἐκείνης, ἤδη ὅμως ἡ πλειονοψηφία τῆς συνελεύσεως εἶναι ὑπὲρ αὐτῆς καὶ τὴν παρεδέχθη.
§91ΤΙΝΕΣ. Καὶ οἱ Ὁλλανδοὶ..........
§92Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἂν οἱ Ὀλλανδοὶ δὲν τὴν παραδεχθῶσι, λέγουσί τινες. Οἱ Ὀλλανδοὶ δὲν ἠθέλησαν, διότι ἠθέλησαν νὰ θέσουν ὅρους καὶ συμφωνίας πλέον ἐπιζημίους διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ μᾶλλον ὠφελίμους διὰ τοὺς κατόχους. Καὶ μολαταῦτα καὶ οἱ Ὀλλανδοὶ φαίνονται διατεθειμένοι νὰ παραδεχθῶσι, διότι ἤρχισαν νὰ συνεννοῶνται τώρα μετὰ τῶν προϊσταμένων τῆς συνελεύσεως τῶν κατόχων ἐν Λονδίνῳ, διὰ νὰ ὑπαχθῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως. Ἤκουσα νὰ γίνεται λόγος περὶ τῆς προμηθείας. Ἡ προμήθεια τῶν 3% δὲν εἶναι προμήθεια ἀποδοτέα εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ εἰς τοὺς προέδρους καὶ προϊσταμένους τῶν συλλόγων, καὶ ὀφείλεται εἰς αὐτοὺς ἀπὸ τοὺς κατόχους τῶν ὁμολογιῶν. Ἐὰν ἤθελεν ὁ κ. Δούμας λάβει τὴν καλωσύνην νὰ ζητήσῃ νὰ ἀναγνώσῃ λεπτομερῆ ἔκθεσιν τῆς ἐν Λονδίνῳ Πρεσβείας, πραγματευομένην περὶ ἑκάστης τῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως, ἴσως ἤθελε λύσει τοὺς δισταγμοὺς, οἱ ὁποῖοι τὸν ἔκαμαν νὰ προτείνῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς συμβάσεως.
§93ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶπεν ὁ κ. Δούμας, ὅτι παραχωροῦμεν ἀνώτερον ποσὸν δι’ αὐτῆς τῆς συμβάσεως, παρ’ ὅσον ζητεῖται· δὲν μᾶς δίδετε αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν;
§94Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ἀναγινώσκει ἔκθεσιν τοῦ ἀντιπροσώπου ἐν Λονδίνῳ.)
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον κάμνει παραβολὴν τῆς συμβάσεως τοῦ 1867 πρὸς τὴν παροῦσαν; διότι εἴπετε, ὅτι ἐκείνη εἶχε συνομολογηθῆ ἐπὶ ὅροις βαρυτέροις, τὸ ὁποῖον ἐγὼ θεωρῶ ὡς ἐντελῶς ἀνακριβές, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ σύμβασις ἐκείνη συνήφθη ἐπὶ ὅροις πολὺ ἐλαφροτέροις. Νομίζω δὲ, ὅτι ἠθέλετε γνωρίζει τοῦτο, ἀναγινώσκοντες ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει τὰ γεγονότα ταῦτα· τοιοῦτον εἶναι τὸ ἔγγραφον αὐτό; διότι ἡμεῖς δὲν τὸ ἀκούομεν.
§96Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐταὶ εἶναι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως φέρει ἐπὶ τῆς συμβάσεως, καὶ σκέψεις, διὰ τῶν ὁποίων σκοπεῖ νὰ ἀποδείξῃ τὸ συμφέρον τῆς συμβάσεως καὶ τὴν ὑπεροχὴν αὐτῆς, εἴς τινα μέρη παραβαλλομένην πρὸς τὴν ἄλλην σύμβασιν.
§97ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§98Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς τυπωθῇ.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλει ἀναβληθῆ ἡ συζήτησις, μέχρις οὗ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις. Ἔχομεν ἤδη τὸν προϋπολογισμόν.
§100ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ὥρα.
§101ΕΤΕΡΟΙ. Ἔχομεν ὥραν.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐμβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον. Ἡ Πρυτανεία τοῦ Πανεπιστημείου, κύριοι, ἀναγγέλλει, ὅτι τὴν προσεχῆ Κυριακὴν θέλει γείνει ἡ ἐπίσημος ἐγκατάστασις τῶν ἀρχῶν τοῦ Πανεπιστημίου, παρακαλεῖ δὲ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ παρευρεθῶσι.
§103ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Κατὰ ποίαν ὥραν;
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰς 10. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἅλατος τῆς Λευκάδος, τὸ ὁποῖον προανήγγειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπεβλήθη καὶ θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
§105ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πρώτοις ὀφείλω νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν μίαν ἐξήγησιν, ἀφορῶσαν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διατελῶ μέλος. Εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἴσως παρετηρήθη ὑπό τινων ἐξ ὑμῶν, ὅτι δὲν ὑπεγράψαμεν, οὔτε ἐγὼ, οὔτε καὶ ἕτερά τινα μέλη, ἀνήκοντα, ὡς ἐγὼ, εἰς τὴν μειονοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ὑπεγράφημεν, ἀναφέρεται εἰς ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γινώσκῃ ἡ Βουλή. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ πλειονοψηφία διώρισεν Εἰσηγητὴν ἓν τῶν μελῶν αὐτῆς, τὸν ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφον κ. Δημητριάδην. Κατὰ τὰ παραδεδεγμένα, ὁ κ. Εἰσηγητὴς ὀφείλει νὰ καταχωρίζῃ τὰς γνώμας οὐ μόνον τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλὰ καὶ τῆς μειονοψηφίας. Κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν διαφόρων κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ἐξηνέχθησαν διάφοραι γνῶμαι καὶ ἐκ μέρους τῶν ἀποτελούντων τὴν πλειονοψηφίαν καὶ ἐκ μέρους ἡμῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν μειονοψηφίαν, ὁ δὲ κ. Εἰσηγητὴς τότε τοὐλάχιστον ὑπέσχετο, ὅτι κρατεῖ σημειώσεις ὅλων τῶν γνωμῶν καὶ θέλει καταχωρίσει αὐτὰς ἐν τῇ ἐκθέσει. Ἀλλ’ ὅταν κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ἀνεγνώσθη ἡ ἔκθεσις, παρατηρήσας, ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν γνωμῶν τῆς μειονοψηφίας δὲν εἶχον σημειωθῆ, ἐζήτησα, καθ’ ὃ εἶχον δικαίωμα, νὰ καταχωρισθῶσιν ἐν τῇ ἐκθέσει· ἀλλ’ ὁ κ. Εἰσηγητὴς καὶ ἕτερα μέλη τῆς πλειονοψηφίας ἀντετάχθησαν ἰσχυρισθέντα, ὅτι, ἀντὶ τούτου, προτιμότερον θὰ ἦτο ἡ μειονοψηφία νὰ συντάξῃ ἰδίαν ἔκθεσιν. Ἠναγκάσθημεν νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας, λαβόντες τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ κ. Προέδρου καὶ τῶν λοιπῶν τῆς πλειονοψηφίας συναδέλφων, τοῦ νὰ μὴ δώσωσι τὴν ἐπιούσαν τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας, ὅπως συντάξωμεν τὴν τῆς μειονοψηφίας ἔκθεσιν. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐγένετο. Ὁ δὲ κ. Εἰσηγητὴς, τὸν ὁποῖον ἠρώτησα, μοὶ εἶπεν, ὅτι τὴν ἔδωσεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅστις παρέδωκεν αὐτὴ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, χωρὶς ἡμεῖς νὰ λάβωμεν εἴδησιν. Νομίζω, ὅτι καὶ ὁ κ. Εἰσηγητὴς καὶ ὁ κ. Καράπαυλος καὶ ἕτεροι τῆς πλειονοψηφίας συνάδελφοι θέλουσιν ὁμολογήσει, ὅτι ἐστερήθημεν τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ συντάξωμεν ἔκθεσιν μειονοψηφίας ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Πολλάκις ἐλέχθη καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν συνταγματικῶς διοικουμένων Κρατῶν εἶναι πιστὴ εἰκὼν ὄχι μόνον τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τοῦ κυβερνητικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον διέπει τὸν τόπον. Ἑπομένως, κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, νομίζω, ὅτι δικαιοῦταί τις νὰ ἐξετάσῃ τὸ κυβερνητικὸν σύστημα, τουλάχιστον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, ὑπὸ γενικωτέραν ἔποψιν ἐξεταζόμενον, διὰ νὰ φωτισθῇ ἐντεῦθεν τὸ Κοινοβούλιον, ἐὰν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως κατεβλήθη ἡ ἀπαιτουμένη προσοχὴ καὶ ἐπιμέλεια εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν, καὶ ἂν ὑπὸ τὸ ἐπικρατῆσαν κυβερνητικὸν σύστημα οἱ ἱδρῶτες τοῦ λαοῦ ἐχρησιμοποιήθησαν ὑπὲρ τῆς προαγωγῆς αὐτοῦ. Εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, ἐν αἷς διετέλεσε καὶ διατελεῖ ἔτι ἡ Ἐπικράτεια, ἀπῄτησαν ἐκτάκτους καὶ ὑπερόγκους δαπάνας· εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ πολιτικὴ, ἣν ἠκολούθησε καὶ ἀκολουθεῖ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἔσχεν ὡς συνέπειαν νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον μὲ καταπληκτικὰς δαπάνας, ὑπερβαινούσας τοὺς οἰκονομικοὺς πόρους τοῦ τόπου· ἐν ἐποχῇ, λέγω, τοιαύτῃ ἕκαστος ἡμῶν ἐδικαιοῦτο νὰ περιμένῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως μεμελετημένην φειδὼ καὶ οἰκονομίαν αὐστηρὰν εἰς ὅλας τὰς ἄλλας δαπάνας τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως, ἤτοι εἰς πᾶν κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων πλὴν τῶν ἀναφερομένων εἰς τὰ ἔκτακτα μέτρα, ἅτινα ἐκρίθησαν ἀναπόφευκτα. Εἰς πᾶσαν ἐποχὴν τὸ πνεῦμα τῆς οἰκονομίας πρέπει νὰ προεδρεύῃ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν ἑνὸς Κράτους οὐχὶ πλουσίου, οἷον τὸ ἡμέτερον, πρὸ πάντων δὲ ἐν ἐποχῇ καθ’ ἣν τὸ Κράτος ὑπὲρ τὰς οἰκονομικὰς του δαπάνας, ὑπὲρ τὰ ἐνόντα μέσα αὐτοῦ, ἐπιβαρύνεται μὲ δαπάνας ἐκτάκτους καὶ μεγίστας. Ἡ Κυβέρνησις, ἥτις εἰσήγαγε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879, ἔμεινεν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς τελευταίας βουλευτικῆς Συνόδου καὶ διεχειρίσθη τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἓν περίπου ἔτος καὶ ἔσχε τὴν εὐκαιρίαν καὶ νὰ μελετήσῃ καὶ νὰ ἐνεργήσῃ καὶ νὰ παρασκευάσῃ πᾶν σχέδιον οἰκονομικόν. Ἑπομένως ἕκαστος ἡμῶν ἐδικαιοῦτο νὰ περιμένῃ ὄχι μόνον νὰ εἰσαγάγῃ τὴν φειδὼ καὶ οἰκονομίαν εἰς ὅλας τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ τρέχοντος ἔτους 1878, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1879 δὲν εἴδομεν νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν βάσιν ταύτην, οὔτε νὰ ἐπιφέρῃ ὅσας κατὰ τὸ τρέχον ἔτος δὲν ἠδυνήθη νὰ εἰσαγάγῃ οἰκονομίας πρὸς τὴν ἐφικτὴν πλήρωσιν τοῦ κενοῦ, ὅπερ αἱ ἔκτακτοι δαπάναι παρήγαγον· ὤφειλε, πλὴν τούτων, νὰ ἐκπονήσῃ καὶ ὑποδείξῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, εὐθὺς ὡς συνῆλθε, κατάλληλον οἰκονομικὸν σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐφρόνει δυνατὴν τὴν πλήρωσιν τῶν μεγάλων ἐλλειμμάτων· ὤφειλεν, ἀναπτύσσουσα τὸ οἰκονομικὸν σύστημά της ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, νὰ πείσῃ αὐτὴν, ὅτι δὲν βαίνομεν κατὰ κρημνῶν καὶ ὅτι δὲν ἀντιμετωπίζομεν τὴν χρεωκοπίαν. Ὅταν, κύριοι, ἠρχίσαμεν ἐργαζόμενοι κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, τὸ πρῶτον ἐπαρουσιάσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ, ἀντὶ νὰ φέρῃ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ἔκθεσιν σαφῆ καὶ πλήρη, δεικνύουσαν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, εἰσήγαγεν ἀμέσως κατὰ τὴν πρώτην τῆς Βουλῆς συνεδρίασιν δύο μὲν συμβάσεις, μίαν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς καὶ μίαν μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, περὶ συνομολογήσεως δανείων ἐκ δραχμῶν 13,262,000 καὶ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν κυκλοφορούντων ἐντόκων γραμματίων ἐξ 9,000,000 εἰς 14,000,000· ἤτοι ἀμέσως κατὰ τὰς πρώτας συνεδριάσεις ἡ Κυβέρνησις προέτεινε διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νεώτερα δάνεια, ἐκτὸς τῶν προηγηθέντων, ἐκ δραχμῶν 18,262,000. Συγχρόνως δὲ μὲ τὰ νομοσχέδια ταῦτα ὑπέβαλεν ἕτερον νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 12,000,000. Εὐθὺς δὲ μετ’ ὀλίγον χρόνον εἰσήγαγε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879 μὲ ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 5,597,000. Φυσικὸν ἦτο ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ παραπονεθῇ, διότι δὲν ἐξετέθη ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου, διὰ νὰ ἴδωμεν τίνι τρόπῳ θέλομεν ἐπαρκέσει εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων τούτων καὶ τῶν προηγουμένων. Οὐχ ἧττον ὅμως προέκυπτεν ἐκ τούτων, ὅτι τοὐλάχιστον ἡ Κυβέρνησις ἐφαίνετο, εἰ καὶ ἀτελῶς, ὡς προνοοῦσα διὰ τῶν προτεινομένων νέων δανείων εἰς τὴν κάλυψιν τῆς ζητηθείσης ἐκτάκτου πιστώσεως καὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Μετὰ τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως τῶν 12,000,000 ἐζήτησε συγχρόνως καὶ δάνειον ἐκ δραχ. 18,000,000. Ἐλυπήθην ἰδὼν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1879 ὑπεβλήθη ἑτεροσκελὴς, ἤτοι παρουσιάζει ἕν ἀσύνηθες μέχρι τοῦδε σπουδαῖον ἔλλειμμα καὶ ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβαρυνθῶμεν καὶ μὲ νέα δάνεια ἐκ δρ. 18,000,000. Ἐλυπήθην ὅμως πλειότερον, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶπεν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ τίνων μέσων θέλει καλύψει τὸ παρουσιαζόμενον ἔλλειμμα, δὲν εἶπε διὰ τίνος συστήματος οἰκονομικοῦ θὰ ἦναι δυνατὸν τὸ ἔλλειμμα τοῦτο νὰ καλυφθῇ, ἂν οὐχὶ ἀμέσως κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος, τοὐλάχιστον κατὰ προσεχῆ τινα ἔτη. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι ἔλλειμμά τι, παρουσιαζόμενον εἰς ἕνα προϋπολογισμὸν, πρέπει ἀμέσως καὶ ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους, νὰ καλύπτηται διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων· φρονῶ, ὅτι ἡ κάλυψις τῶν ἐλλειμμάτων, ἅτινα ἀνώτεραι περιστάσεις καθιστῶσιν ἀναπόφευκτα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἑνὸς ἔτους, εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἐν σειρᾷ ἐτῶν τινων σχετιζομένων ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν· ἀλλ’ ὅμως νομίζω, ὅτι πρὸ παντὸς ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἐξηγήσῃ σαφῶς ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπεφάσισεν ἐπὶ τούτῳ ν’ ἀκολουθήσῃ, νὰ ἐκτυλίξῃ δὲ αὐτὸ ὅσον οἷόν τε πληρέστερον καὶ διὰ τρόπου, ὅστις ἠδύνατο νὰ πείσῃ καὶ ἡμᾶς καὶ τὸ κοινὸν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν χρεωκοπίαν, καὶ νὰ μὴ εὑρεθῶμεν εἰς ἀμηχανίαν, ἐκ τῆς ὁποίας μετὰ ἔτη πάμπολλα δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξέλθωμεν. Ἐν τούτοις οὐ μόνον κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879, ἀλλ’ οὐδὲ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν νομοσχεδίων περὶ τῶν αἰτηθέντων ὑπ’ αὐτῆς νέων δανείων ἐκ δραχμῶν 18,000,000, ἡ Κυβέρνησις περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ προβλήματος, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου ἱστάμεθα, οὐδὲ λόγον κἂν ἔκαμεν· ἂν δὲ μέχρι τοῦδε εἶπέ τι ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, τὰ λεχθέντα δὲν εἶναι ἐπαρκῆ διὰ νὰ φωτίσωσι καὶ ἡσυχάσωσι τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δυσκόλως ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ διαφωτίσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὴν Βουλὴν, διότι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐδείχθη ἐπαρκῶς πεφωτισμένη περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ περὶ τούτου ἀπόδειξις εἶναι πρόχειρος. Ἡ κυβέρνησις ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς Συνόδου ἐζήτησε νὰ τῇ χορηγηθῇ ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δραχμῶν 12,000,000· δὲν παρῆλθον ἢ ὀλίγαι ἡμέραι, ὅτε αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην αὐτῆς τῆς πιστώσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἔῤῥιψεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ δανείου ἐκ δρ. 18,000,000 δηλώσασα κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, ὅτι ἔχει κατεπείγουσαν ἀνάγκην τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν δανείων τούτων, διότι εἶναι ἀδύνατον ἄλλως νὰ προβῇ καὶ λειτουργήσῃ ἡ κυβερνητικὴ μηχανὴ, καὶ πρὸ πάντων νὰ συντηρηθῇ ὁ ἐν ἐνεργείᾳ στρατός· καὶ ὅμως μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ὁ ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην αὐτῶν τῶν 18,000,000, ἀλλὰ μόνον 5 ἢ τὸ πολὺ 7 ἑκατομμυρίων· ὀλίγῳ δὲ βραδύτερον τί παρετηρήσαμεν μετ’ ἀπορίας; τὰ νομοσχέδια ἐκ 18,000,000 κατελείφθησαν ἔκθετα καὶ ἀπροστάτευτα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις προέταξεν ἄπειρα ἄλλα νομοσχέδια, εἰργάσθημεν περὶ πλείστων ἄλλων νομοσχεδίων ἐπὶ δύο ἤδη μῆνας, χωρὶς οὐδεὶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νὰ γείνῃ λόγος περὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν δανείων. Ἐκ τούτου δὲ πολλοὶ ἐξ ἡμῶν εὐλόγως συνεπέραναν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις βραδύτερον ἐπείσθη, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην τῶν δανείων τῶν 18,000,000. Νομίζετε, κύριοι, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς μίαν Κυβέρνησιν νὰ ῥίπτῃ εἰς ἓν Κοινοβούλιον νομοσχέδια περὶ δανείου ἐκ δραχμῶν 18,000,000, νὰ ἐξεγείρῃ ἐν τῇ κοινωνίᾳ τὸν οἰκονομικὸν πανικὸν, διότι δὲν ἐπρόκειτο μόνον ν’ αὐξήσῃ τὸ δημόσιον χρέος κατὰ 18,000,000, ἀλλ’ ἐπρόκειτο συνάμα διὰ τῆς συνομολογήσεως αὐτῶν ν’ αὐξήσουν τὰ ἐν ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ τραπεζικὰ γραμμάτια κατὰ 13,000,000 καὶ οὕτω ν’ αὐξήσῃ ἡ τιμὴ τῶν μεταλλικῶν νομισμάτων καὶ νὰ ἐπιταθῶσιν ἐπὶ μᾶλλον τὰ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δεινὰ τῆς κοινωνίας! Νομίζετε, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς σοβαρὰν Κυβέρνησιν νὰ ῥίπτῃ τοιαῦτα νομοσχέδια, βραδύτερον δὲ νὰ τὰ ἀνακαλῇ ὡς περιττά! Τοιαῦται προτάσεις τῶν Κυβερνήσεων ἐνώπιον τῶν Κοινοβουλίων ὑπολαμβάνονται ὡς ἐξ ἐμβριθοῦς μελέτης προελθοῦσαι καὶ ἀναγκαίως ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τῶν κοινωνικῶν σχέσεων καὶ συμφερόντων; Ὅταν δὲ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοιούτων προτάσεων χρωματίζῃ μὲ τὰ πλέον ζοφερὰ χρώματα τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Δημοσίου καὶ ἀπειλῇ νὰ κατακλύσῃ τὸν τόπον διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἀναγκαστικῶς κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων, ἡ κοινωνία γίνεται ἀνάστατος, ὅλαι δὲ αἱ συναλλαγαὶ διαταράσσονται! Ἀλλὰ μετὰ τοῦτο ἦλθεν ὁ προϋπολογισμός. Ὁ προϋπολογισμὸς ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἔλλειμμα 5½ ἑκατομμυρίων. Αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε νὰ αὐξηθῶσι πολλαὶ πιστώσεις ἐκ τῶν ἀναγραφεισῶν εἰς τὸν ὑπ’ αὐτῆς ὑποβληθέντα προϋπολογισμόν· ὡς δὲ ἐνθυμεῖσθε, καὶ πρὸ ὀλίγου ἀκόμη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησεν αὔξησιν πιστώσεώς τινος, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐζήτησεν αὔξησιν τῶν πιστώσεων, αἵτινες ἐσημειώθησαν εἰς τὸν ὑπ’ αὐτοῦ συνταχθέντα προϋπολογισμὸν κατὰ δραχμὰς 340,000 διὰ τὴν σύστασιν, νομίζω, τεσσάρων νέων πυροβολαρχιῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐζήτησεν αὔξησιν τῶν πιστώσεων, αἵτινες ἐσημειώθησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν του Ὑπουργείου κατὰ δραχμὰς 100,000 περίπου.
§106ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Τί λέγετε; 40,000 μόνον.
§107ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἐκ τῶν ζητηθεισῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως αὐξήσεων, καὶ ὡς ἔκ τινων μικρῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν ἡ Ἐπιτροπὴ, τὸ ἔλλειμμα ἀνέρχεται οὐχὶ εἰς δραχμὰς 5,597,000, εἰς ὅσας ἀνήρχετο τὸ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀρχικῶς καταδειχθὲν, ἀλλ’ εἰς δραχμὰς 6,925,000.
§108ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι λάθος τυπογραφικόν.
§109ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τουλάχιστον αὐτὸ ἔχετε γεγραμμένον, ἂν ἔλαβε χώραν τυπογραφικὸν λάθος, τοῦτο περιορίζεται εἰς ὀλίγας χιλιάδας δραχμῶν. Ἂν εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦτο προστεθῇ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἡ ὑπηρεσία τῶν τακτοποιηθέντων δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825, θέλομεν προσθέσει εἰς τὸ ἔλλειμμα δραχμὰς 2,370,000 (δηλαδὴ 75,000 λίρας μὲ τὴν σημερινή των τιμήν)· πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἰδίας συμβάσεως ὀφείλομεν νὰ προσθέσωμεν καὶ δραχμὰς 100,000 τοὐλάχιστον διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἀνταλλαγῆς καὶ μετατροπῆς τῶν ὁμολογιῶν, καθὼς καὶ τῶν τοκομεριδίων, τὸ ἔλλειμμα ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 9,395,000. Κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς παρούσης συνεδριάσεως παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς φέρῃ κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ 1878 μέχρι τῆς 31 λήξαντος Ὀκτωβρίου, καὶ σημείωσιν τῶν πιστώσεων, αἵτινες ἐζητήθησαν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1878· ἂν δὲν ἀπατῶμαι, κατὰ τὴν πρόχειρον ἐξέλεγξιν, τὴν ὁποίαν ἐνήργησα ἐπὶ τῶν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς ὑποβληθέντων νομοσχεδίων, αἱ ζητηθεῖσαι πιστώσεις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1878 ἀνέβησαν εἰς δύω περίπου ἑκατομμύρια, ὑποθέτω δὲ, ὅτι καὶ ἄλλαι ἀκόμη πιστώσεις θέλουσι ζητηθῆ. Δὲν δύναμαι ἀκριβῶς νὰ προσδιορίσω τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον θὰ παρουσιάσῃ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ 1878· νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν θέλω ἀπομακρυνθῆ τῆς ἀληθείας, ἐὰν ὑπολογίσω τὸ ἔλλειμμα τοῦτο τοῦ 1878 εἰς 2 περίπου ἑκατομμύρια. Οἴκοθεν ἐννοεῖται, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1878 θέλει πιέσει τὰς εἰσπράξεις τοῦ 1879· ἑπομένως ἐκτὸς τῶν 9,350,000 δραχμῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἀνέρχεται τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879, θέλομεν ἔχει καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1878 ἐκ δύω περίπου ἑκατομμυρίων. Πλὴν ὅμως αὐτοῦ παρετηρήθη, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, τὸν ὑποβληθέντα καὶ ἤδη συζητούμενον, τὰ ἔσοδα κατὰ τὸ πλεῖστον ἐσημειώθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πιθανῶς βεβαιωθησομένων καὶ οὐχὶ τῶν εἰσπραχθησομένων. Ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἱκανὴ περὶ τούτου ἐγένετο συζήτησις, καὶ συνεπὴς εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅτι πρέπει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ν’ ἀναγράφωνται τὰ εἰσπραχθησόμενα ἔσοδα καὶ οὐχὶ τὰ βεβαιωθησόμενα, ἐζήτησα, ὥστε πολλὰ τῶν ἐσόδων νὰ ὑπολογισθῶσιν ἔλαττον τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειωθέντων· ἐζήτησα, ἐπὶ παραδείγματι, ὥστε ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν κατὰ στρέμμα φορολογουμένων κτημάτων, ἡ ὁποία ἀναγράφεται εἰς 1 ἑκατομμύριον, νὰ ἐλαττωθῇ εἰς 600 ἢ 700,000 δραχμῶν, διότι κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη 1877 καὶ 1878 εἰσεπράξαμεν 600 ἕως 700,000· ἐζήτησα καὶ πολλῶν ἄλλων ἐκ τῶν ἐσόδων νὰ ἐλαττωθῶσι τὰ ποσὰ σχετικῶς πρὸς τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειωθέντα, διότι εἶχον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρέπει νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις οὐχὶ τὰ βεβαιωθησόμενα, ἀλλὰ τὰ εἰσπραχθησόμενα· κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν δὲ, τὸν ὁποῖον ἐπὶ τούτῳ ἐνήργησα, νομίζω, ὅτι ἐκ τούτου θέλομεν ἔχει ἔλλειμμα ἐπὶ τῶν ἐσόδων ἑνὸς ἑκατομμυρίου τοὐλάχιστον· ἐὰν δ’ εἰς ταῦτα προστεθῶσι καὶ αἱ καθυστερήσεις, αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε ἔλειψαν παρ’ ἡμῖν ἕνεκα τοῦ ἐν ἰσχύϊ φορολογικοῦ συστήματος καὶ ἕνεκα διαφόρων ἄλλων περιστάσεων, ὧν ἕνεκεν αἱ εἰσπράξεις προσκόπτουσι πάντοτε, θέλομεν ἔχει τοὐλάχιστον δύω ἑκατομμύρια ἔλλειμμα, ἤτοι ἓν ἕτερον ἔλλειμμα δραχμῶν 3,000,000. Ἂν δ’ ἐκ τούτων ἐκπέσωμεν 1,000,000, εἰς ὃ ποσὸν θέλουσιν ἀνέλθει κατ’ ἀνώτατον ὅρον αἱ κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως ἀπομένουσι συνήθως ἀδιάθετοι πιστώσεις, θέλομεν ἔχει ἐν συνόλῳ ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 13,395,000, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους. Ἐρωτῶ μεθ’ ὅλα ταῦτα τὴν Βουλὴν, εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, χωρὶς ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναπτύξῃ τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν, τὸ ὁποῖον ἐσκέφθη ἢ σκέπτεται, ν’ ἀκολουθήσῃ, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δυνηθῇ νὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο; Φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι βεβαίως διατεθειμένη νὰ ψηφίσῃ νέους φόρους· τοῦτο καλῶς γινώσκει ἡ Κυβέρνησις, καὶ καλῶς γινώσκουσα τοῦτο, νομίζω, ὅτι ἐσκέφθη ἢ ὤφειλε νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ μέσου, διὰ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν τὰ ἐλλείμματα ταῦτα νὰ καλυφθῶσιν· ἂν δὲ πρόκηται νὰ γείνῃ δάνειον, διὰ νὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα, πρέπει, πλὴν τῶν δανείων τῶν ζητηθέντων, νὰ ζητηθῇ ἰδιαίτερον δάνειον πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, πρέπει νὰ ἐμμένωμεν κατ’ ἐξακολούθησιν εἰς τὴν σκολιὰν ὁδὸν, τοῦ νὰ καλύπτωμεν τὰ ἐλλείμματα διὰ δανείων, δηλ. ν’ ἀκολουθήσωμεν ἀπαρεγκλίτως τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ 1862 ἀκολουθοῦμεν, τοῦ νὰ καλύπτωμεν διὰ δανείων τὰ ἐλλείμματα; Εἶναι ὀρθὸν νὰ μὴ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἀκολουθοῦντες τὸ σύστημα αὐτὸ, θέλομεν ἔχει μετὰ τινα χρόνον τὰ δημόσια χρέη εἰς τοιοῦτον ποσὸν ἐξωγκωμένα, ὥστε νὰ μὴ ἐπαρκῇ οὐδὲ τὸ ἥμισυ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων τῶν δανείων; σήμερον διαθέτομεν ὑπὲρ τῶν δανείων τὸ ¼ τῶν ἐσόδων· ἂν δὲ τὸ ἴδιον σύστημα ἀκολουθήσωμεν, μετὰ ἓν ἔτος θέλομεν ἀναγκαίως διαθέτει τὸ ½ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων διὰ τὴν πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων· ἀλλὰ τότε, πῶς θέλομεν ἐπαρκέσει εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως καὶ πῶς θέλομεν δυνηθῆ νὰ συντελέσωμεν εἰς ἀπαραίτητα παραγωγικὰ ἔργα; Εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἐδικαιοῦτο νὰ ἴδῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1879 οἰκονομίας, καὶ οἰκονομίας ἡρωϊκὰς, διότι εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ἐν αἷς διατελοῦμεν, δικαιολογεῖται πᾶν μέτρον οἰκονομικὸν, τὰ παράπονα, τὰ ἐξεγειρόμενα κατὰ τῶν οἰκονομιῶν καὶ τῶν περικοπῶν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν δύνανται νῦν εὐπροσώπως νὰ προταθῶσι, διότι ταῦτα οὐδετεροῦνται διὰ τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ὅτι ἡ Ἐπικράτεια ἡμῶν ἔχει ἱερωτέρας καὶ ἀνωτέρας ὑποχρεώσεις νὰ ἐκπληρώσῃ, καὶ ἑπομένως ὀφείλουσιν ὅλοι νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὴν περικοπὴν τῶν μὴ ἀπαραιτήτων δαπανῶν. Δὲν τολμῶ, κύριοι, νὰ ἐξετάσω τὰς δαπάνας τῶν προϋπολογισμῶν τῶν Ὑπουργείων Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, διότι ὄχι μόνον εἰδικότητα δὲν ἔχω, ἀλλὰ καὶ διότι τῆς Κυβερνήσεως ἡ πολιτικὴ, πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸ τὸ Κοινοβούλιον ἐπεδοκίμασεν, ἀφορᾷ εἰς τὰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς, εἰς τὴν διατήρησιν στρατοῦ ἀναλόγου πρὸς τὰς σημερινὰς ἡμῶν ἀνάγκας καὶ περιστάσεις, εἰς τὴν διατήρησιν ναυτικοῦ σχετικῶς ἐπαρκοῦς ἐν τῇ σημερινῇ ἡμῶν καταστάσει. Ἕτεροι συνάδελφοι, ἐμοῦ ἁρμοδιώτεροι, ὀφείλουσι νὰ ἐξετάσωσι τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δύω αὐτῶν Ὑπουργείων. Θέλω ἐπίσης ἀφήσει κατὰ μέρος τὰς δαπάνας τὰς προσδιωρισμένας διὰ τὸ δημόσιον χρέος, διὰ τὰς συντάξεις, διὰ τὴν βασιλικὴν χορηγίαν, διὰ τὴν Βουλὴν, διὰ τὰ ἔξοδα διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας καὶ διὰ διαφόρους πληρωμάς, θέλω δὲ περιορισθῆ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν δαπανῶν τῶν ὡρισμένων διὰ τὰ ἄλλα πέντε Ὑπουργεῖα, καὶ θέλω ἐξετάσει μόνον τὰ ἔξοδα τῆς καθαρᾶς διοικήσεως· δὲν θέλω ἀνατρέξει εἰς πολὺ παλαιὰν ἐποχὴν, διότι δὲν θέλω νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν, ἐξετάζων τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους ἐκ μεμακρυσμένων ἐποχῶν· θέλω μόνον περιορισθῆ νὰ παραλληλίσω τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους τὰς ἀντιστοιχούσας ἀκριβῶς εἰς μίαν πρὸ τοῦ 1879 δεκαετίαν. Λαμβάνω λοιπὸν ὡς σημεῖον συγκρίσεως τὸ ἔτος 1869. Τὰ τακτικὰ ἔξοδα τῆς καθαρᾶς διοικήσεως τοῦ 1869 τῶν Ὑπουργείων Ἐξωτερικῶν, Δικαιοσύνης, Ἐσωτερικῶν, Ἐκκλησιαστικῶν καὶ Οἰκονομικῶν ἀνέρχονται κατὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς εἰς δραχμὰς 9,180,000· εἰς ποῖον ποσὸν ἀναβαίνουσι ταῦτα κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879; εἰς 12,718,214, δηλαδὴ ἔχομεν πλεόνασμα δραχμῶν 3,538,214.
§110ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς εἴπητε τὰς λεπτομερείας;
§111ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαρίστως, ἂν θέλητε καθ’ Ὑπουργεῖον, ἂν θέλητε καὶ κατὰ κεφάλαιον. Τὰς λεπτομερείας ἔκρινα χρήσιμον νὰ παραλείψω, μόνον διὰ νὰ μὴ κουράσω τὴν Βουλὴν. Ἀλλὰ καὶ ταύτας ἔχω προχείρους ἐν ἀνάγκῃ.
§112ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι ηὔξησαν τὰ δικαστήρια καὶ ἄλλοι κλάδοι.
§113ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶν δὲ περὶ τῶν ἐξόδων τοῦ 1869, ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1869, ἐν ἄλλαις λέξεσιν εἰς τὸ σημειωθὲν ποσὸν περιλαμβάνονται καὶ αἱ πιστώσεις αἱ ἀναπληρωματικαί, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν, διαρκούσης τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους ἐκείνου· ἐνῷ, ὁμιλῶν περὶ τῶν ἐξόδων τοῦ 1879, ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸν προϋπολογισμὸν, οἷος ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, χωρὶς νὰ προσθέσω, οὔτε τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἐζητήθησαν ὑπ’ αὐτῶν τῶν Ὑπουργῶν προσθέτως, οὔτε ἀκόμη τὰς ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις, αἵτινες βεβαίως θέλουσιν εἶσθαι ἀνώτεραι τῶν 2 ἑκατομμυρίων. Ἂν δὲ καὶ εἰς τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας θελήσητε νὰ ῥίψητε ἓν βλέμμα, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι μέχρι τοῦ 1869 τὰ ἔξοδα ταῦτα ἀνέβαινον μόνον εἰς 2 ἑκατομμύρια, κατὰ δὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879 ἀναβαίνουσιν εἰς 2, 548,000, ἤτοι καὶ ταῦτα εἶναι ἀνώτερα κατὰ 548,000. Νομίζετε μετὰ τοὺς ὀλίγους ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους σᾶς παρέθεσα, ὅτι εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879 προήδρευσεν ὄντως τὸ πνεῦμα τῆς οἰκονομίας, τὸ πνεῦμα τῆς φειδοῦς καὶ ἡ ὀφειλομένη προσοχή; Δὲν εἶναι πρόδηλον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὸ παράπαν δὲν ἐνεπνεύσθη ὑπὸ τοῦ πνεύματος, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ προεδρεύῃ τῶν κυβερνητικῶν σκέψεων καὶ ἐνεργειῶν ἐν τοιαύταις περιστάσεσιν, ἐν ὥρᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν τοσαύτας δαπάνας ὑφιστάμεθα χάριν τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, καὶ τὰς ὑφιστάμεθα καθ’ ὑπέρβασιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πόρων; Εἰς προηγουμένην ἐποχὴν, κύριοι, εἶχε παρουσιασθῆ προϋπολογισμὸς σχεδὸν ἄνευ ἐλλείμματος, ἀλλὰ περιεῖχε τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἤθελε παρουσιάσει ἔλλειμμα. Εὐτυχῶς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀνῆκε μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ὁ σεβαστὸς φίλος μου, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς· ἐξετάζων δὲ οὗτος τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν καὶ εὑρίσκων, ὅτι εἰς τὴν σύνταξιν αὐτοῦ δὲν προήδρευσε τὸ πνεῦμα τῆς οἰκονομίας, ἀπέληξεν εἰς τὴν πρότασιν, ἥτις εἶναι ἀξία μνείας καὶ λίαν ἐπίκαιρος ἐν τῷ σημερινῷ θέματι. Ἐπειδὴ δ’ ἐγὼ σέβομαι καὶ ἐκτιμῶ τὰς γνώμας τοῦ κ. Σωτηροπούλου, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ τὰ πρῶτα νάματα τῶν μικρῶν οἰκονομικῶν γνώσεών μου ὀφείλω εἰς αὐτὸν, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν, περατῶν τὸν ὄντως σπουδαῖον ἐκεῖνον λόγον του, εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν. Ἰδοὺ ἡ πρότασις τοῦ κ. Σωτηροπούλου. «Σᾶς προτείνω νὰ ἐπιστρέψητε τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ τὴν προσκαλέσητε νὰ τὸν διασκευάσῃ ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον, λέγοντες πρὸς αὐτὴν, ὅτι οὔτε τὴν χρεωκοπίαν ἀνέχεσθε, οὔτε νέαν αὔξησιν φόρων εἶσθε διατεθειμένοι νὰ ψηφίσητε. Προτείνω δὲ τὴν ἐπιστροφὴν, διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι σπουδαίας καὶ ἡρωϊκὰς οἰκονομίας, ὁποίας ἀπαιτεῖ ἡ παροῦσα ἡμῶν κατάστασις, δὲν εἶναι εὔκολον, δὲν δύναται μάλιστα νὰ ἐπιφέρῃ τὸ Κοινοβούλιον, διότι πᾶσα πίστωσις, ἥτις σημειοῦται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, συνδέεται μ’ ἓν ἰδιωτικὸν συμφέρον, πᾶν δὲ συμφέρον εἶναι εὔκολον νὰ εὑρίσκῃ ἐντὸς ἑνὸς πολυμελοῦς σώματος ἀρκετοὺς συνηγόρους, τῶν ὁποίων ἡ φωνὴ, ἑνουμένη μὲ τὴν θέλησιν καὶ ἐπιθυμία τῆς Κυβερνήσεως, οὐδετερώνει πᾶσαν ἐναντίαν ἐνέργειαν. Διὰ τοῦτο αἱ μεγάλαι καὶ ἡρωϊκαὶ οἰκονομίαι προέρχονται πάντοτε ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως.» Ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἶχεν ὑποβάλει τοιαύτην πρότασιν, ἐξετάζων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1868 ἢ 1869, νομίζω, ὁ ὁποῖος παρουσίαζεν ἔλλειμμα οὐχὶ τοσοῦτον, ὅσον παρουσιάζει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1879, ἀλλ’ ἀσυγκρίτως ἔλαττον ἐκ δύο ἑκατομμυρίων, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι. Καὶ τῷ ὄντι ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἶχε δίκαιον προβάλλων τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι αἱ ἡρωϊκαὶ οἰκονομίαι δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ προέλθωσιν ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ μόνον ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τῶν Κυβερνήσεων, διότι αἱ Κυβερνήσεις γνωρίζουσι τὸ καθέκαστον τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τῶν διαφόρων λειτουργιῶν τοῦ Κράτους καὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμῶσι, ποῦ δύνανται νὰ περικόψωσι τὰς δαπάνας ἄνευ βλάβης τῆς διοικήσεως ἢ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Αἱ Κυβερνήσεις εἶναι εἰς θέσιν ἀκόμη καὶ τοὺς ὀργανισμοὺς τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν νὰ μεταβάλωσι διὰ νέων ὀργανισμῶν, καὶ οὕτω νὰ ἐπιτύχωσιν οἰκονομίας ὄντως ἡρωϊκὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀντὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνασχοληθῇ εἰς τὸ νὰ εἰσαγάγῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ οἰκονομίας, ἀντὶ τουλάχιστον νὰ ἐπιδείξῃ τὸ πνεῦμα τῆς φειδοῦς, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὰς μεγάλας δαπάνας, τὰ μεγάλα καὶ ἔκτακτα ἔξοδα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει αὐτὸν χάριν τῶν ἐκτάκτων τῆς Ἐπικρατείας περιστάσεων, ἀντὶ τούτου, τί μετὰ λύπης βλέπει τις εἰς τὰ διάφορα ἄρθρα καὶ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων; ἁπανταχοῦ, κύριοι, αὔξησιν· ὄχι δὲ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ βλέπει τις εἰς τὴν παροῦσαν Σύνοδον ὁσημέραι καὶ ἀλλεπαλλήλως ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια περὶ ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων! Μὴ ὑποθέσητε δὲ, ὅτι τὸ κακὸν τοῦτο δὲν θέλει ἐπαναληφθῆ καὶ κατὰ τὸ 1879· ἡ αὐτὴ κατάστασις, τὸ αὐτὸ σύστημα, ὅπερ σήμερον μᾶς διέπει, βεβαίως θὰ μᾶς διέπῃ καὶ βραδύτερον· δὲν θέλω καὶ δὲν ἐννοῶ προσωπικῶς νὰ αἰτιαθῶ οὐδενὸς τῶν σημερινῶν κκ. Ὑπουργῶν· φρονῶ, ὅτι τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν, ὑπὸ τὸ ὁποῖον διατελοῦμεν, εἶναι ἐλαττωματικόν· εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς περιαγάγῃ μετ’ οὐ πολὺ εἰς χρεωκοπίαν· εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν θέλει ἐπιτρέψει ἡμῖν ἐν τῷ μέλλοντι οὔτε δάνειον νὰ συνομολογήσωμεν, οὔτε εἰς τὰς τακτικὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως νὰ ἐπαρκῶμεν. Ἐνόσῳ, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις δὲν δεικνύει τουλάχιστον τὴν προσήκουσαν προσοχὴν καὶ ἐπιμέλειαν καὶ τὸν ἀπαιτούμενον ζῆλον εἰς τὴν ἐπικράτησιν τῆς φειδοῦς καὶ τοῦ πνεύματος τῆς οἰκονομίας ἐν ταῖς δημοσίαις δαπάναις, δὲν πρέπει νὰ ἐλπίζητε οὐδὲ αὐτῆς τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως τὴν ἀνόρθωσιν, διότι οἱ πιστωταὶ τοῦ Κράτους θέλουσι δυσπιστεῖ. — Δὲν ἐννοῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869, δὲν ἐννοῶ, ὅτι κατὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια δυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν δι’ οἰκονομιῶν τὰς δαπάνας τῆς καθαρᾶς διοικήσεως, διότι ἔκτοτε αἱ ἀνάγκαι τῆς διοικήσεως ηὔξησαν· νομίζω ὅμως, ὅτι δυνατὸν εἶναι σπουδαίας οἰκονομίας νὰ εἰσαγάγωμεν καὶ νὰ ἀναβιβάσωμεν αὐτὰς μέχρι δύο ἑκατομμυρίων. Εἰσάγοντες δὲ τὰς δυνατὰς οἰκονομίας, θέλομεν δυνηθῆ νὰ πείσωμεν τὸν ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι αἱ δαπάναι τῆς καθαρᾶς διοικήσεως ἠλαττώθησαν μέχρι τοῦ τελευταίου ἐφικτοῦ ὁρίου, καὶ ὅτι ἡ συνομολόγησις νέων δανείων ἢ ἑτέρου οἰκονομικοῦ μέτρου κατέστη ἀναπόδραστος, ἐνῷ σήμερον, δαπανῶντες ἀφειδῶς καὶ ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ, δὲν δυνάμεθα νὰ δικαιολογηθῶμεν ἀπέναντι αὐτοῦ διὰ τὰ ὁσημέραι αὐξανόμενα δημόσια χρέη. Σπουδάζουσα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879, ὅπως εἰσήχθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ πλειονοψηφία μάλιστα αὐτῆς ὑπέβαλεν ἐνώπιόν σας διὰ τῆς ἐκθέσεώς της παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι, καί τοι γεγραμμέναι ὑπὸ τὸ φιλικὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ἢ νὰ διακρίνῃ τοὺς πολιτικοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως, παριστῶσιν οὐχ ἧττον τὰς πλημμελείας τῆς συντάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἐζήτησε πρῶτον νὰ νομιμοποιηθῶσιν ὅλαι αἱ θέσεις, τῶν ὁποίων αἱ πιστώσεις ἀναγράφονται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, καίτοι μὴ στηριζόμεναι εἰς νόμον· ἐζήτησε δεύτερον νὰ καταπαύσῃ τὸ κακὸν τῆς εἰσαγωγῆς ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων· ἐζήτησε τρίτον νὰ ἐννοήσωσιν οἱ διαχειριζόμενοι τὰ κοινὰ, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ὑπερβαίνωσι τὰς πιστώσεις, αἵτινες χορηγοῦνται αὐτοῖς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀναλαμβάνοντες ὑποχρεώσεις πέραν τῶν χορηγηθεισῶν πιστώσεων, οὗ ἕνεκεν ἀποβαίνει μετά τινα χρόνον ἀναπόφευτος ἡ αἴτησις ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων· διότι, κύριοι, εἰς τὰς ὑποβληθείσας ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις παρετηρήθη, ὅτι ζητεῖται ἡ χορήγησις νέων πιστώσεων πρὸ πάντων ὑπὸ τὸ κεφάλαιον «κεκλεισμέναι χρήσεις»· διατί δὲ τοῦτο; διότι διάφοροι Ὑπουργοὶ ἀναλαμβάνουν ὑποχρεώσεις, πρὸς πρόσωπα ὡρισμένα, χωρὶς νὰ ἔχωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πίστωσιν διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ, διὰ τὸ ὁποῖον ὑπεχρεώθησαν. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι ἡ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ συζήτησις θέλει βεβαίως παραταθῆ, διότι ὀφείλει τὸ Κοινοβούλιον, πρὶν ἢ προβῆ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν καθ’ ἕκαστον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐφ’ ὧν ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὑποβάλω ἐν καιρῷ τὰς ἀναγκαίας παρατηρήσεις, ὀφείλει, λέγω, νὰ γινώσκῃ τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις παραδέχεται καὶ διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ καλυφθῶσι τὰ ἐλλείμματα, φρονῶ δὲ, ὅτι πρὸ παντὸς ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ πράξει τοῦτο.
§114Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, θὰ ἦμαι πολὺ σύντομος· ἐγὼ, καθὼς γνωρίζετε, δὲν ἀρέσκομαι εἰς πολλὰ λόγια, ἀλλ’ εἰς τὰ πράγματα, καὶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων θὰ σᾶς ὁμιλήσω. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ μὲ διώρισεν Εἰσηγητὴν, καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐγὼ καθ’ ἡμέραν παρεκαλοῦμεν τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν συνεδρίασιν, διὰ νὰ τελειώσωμεν, ἀλλ’ ἀπεκάμομεν παρακαλοῦντες· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Σιμόπουλος εἶχε τὴν καλωσύνην καὶ ἤρχετο εἴς τινας συνεδριάσεις, ἐγὼ δ’ εἶχον τὴν ὑπομονὴν ν’ ἀκούω ὅλους, καὶ μάλιστα τὸν κ. Σιμόπουλον, καὶ νὰ κρατῶ τὰς σημειώσεις, καὶ ὅτε συνέταξα τὴν ἔκθεσιν, τὴν ἀνέγνωσα καὶ ἦτο παρών· ἀλλὰ κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ κ. Σιμόπουλος, ἦτο ἀδύνατον νὰ καταρτισθῇ ἔκθεσις· τότε λοιπὸν εἶπον, ἂς κάμωμεν ἡμεῖς τὴν ἔκθεσίν μας, καὶ κάμε καὶ σὺ τὴν ἰδικήν σου· ἐτελειώσαμεν τὴν ἔκθεσιν, ἀλλὰ δὲν εὕρομεν τὸν κ. Σιμόπουλον· τὴν παρέδωκεν εἰς τὸ γραφεῖον μὲ τὴν ἐντολὴν, ὅτι, ἂν τὴν ζητήσῃ ὁ κ. Σιμόπουλος, νὰ τὴν δώσουν· ἀλλὰ δὲν τὴν ἐζήτησε· καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν ζήτημα. Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἀπὸ τῆς θέσεώς του καὶ παντοῦ καὶ πάτοτε ἔλεγεν, ὅτι πρέπει νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· δυστυχῶς ὅμως αἱ ἀνάγκαι, κύριοι, εἶναι ποικίλαι καὶ πολλαὶ, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσι σπουδαῖαι οἰκονομίαι, διότι τὰ ἔξοδά μας πλέον ἔγειναν πάγια. Καὶ διὰ τοῦτο πέρυσιν ὁ κ. Δεληγεώργης, ὡς νομίζω, ὑπέβαλεν αὐτὸς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἐν αὐτῷ ἐπεκράτησεν τὸ πνεῦμα τῆς οἰκονομίας, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ μετὰ πολλῆς προσοχῆς παρέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879 μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1878 καὶ, ὡς θέλετε ἴδει, εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἐγὼ συνέταξα, τὰ αὐτὰ ἔξοδα εἶναι μὲ μικράν τινα διαφοράν· ὅπου δὲ εἶναι δαπάναι περισσότεραι εἶναι ἀναπόφευκτοι καὶ λίαν ἀναγκαῖαι. Ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς, λέγει ὁ κ. Σιμόπουλος, ἔχει ἔλλειμμα. Βεβαίως θὰ ἔχῃ, ἀφοῦ θέλετε στρατὸν 18,000. Τὸ ἔλλειμμα προέρχεται ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐπειδὴ ὁ κύριος Σιμόπουλος ἀνεμνήσθη τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869, σᾶς παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ ῥίψητε ἓν βλέμμα εἰς τὴν ἔκθεσίν μας καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι κατὰ τὰ 1861 εἰς ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα, πλὴν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, ἀνέρχονται τὰ ἔξοδα εἰς 10,498,306, σήμερον δὲ, ὅτε εἶναι καὶ αἱ δαπάναι τῆς Ἑπτανήσου μετὰ 20 σχεδὸν ἔτη ἀναβαίνουν εἰς δραχμὰς 15,266,745, ὑπάρχει δηλαδὴ διαφορὰ 4,768,439 ἐπὶ πλέον· εἶναι πολλὰ αὐτά; Βεβαίως ὄχι. Βλέπετε, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ οἰκονομία. Εὔκολον νὰ τὸ λέγῃ τις καὶ νὰ θέλῃ, κύριε Σιμόπουλε, ἀλλὰ νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ δύσκολον. Θὰ ἴδητε δὲ, ὅτι, ὅπου ἐγένετο αὔξησις, ἦτο σύμφωνος ὁ κ. Σιμόπουλος, μάλιστα πολλαὶ ἐγένοντο τῇ προτάσει του. Ἡ Ἐπιτροπὴ καμμίαν αὔξησιν δὲν ἔκαμεν εἰμὴ εἰς τὰς ἀπροβλέπτους ἀνάγκας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι δὲ σημειωμέναι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 80,000· ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ ὁποῖος ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἔκαμεν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι εἶναι γλισχρότατον τὸ ποσὸν τοῦτο, καὶ ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς 500,000 καὶ ὁ κύριος Σιμόπουλος ἦτο προθυμότατος εἰς τοῦτο. Ἐπίσης καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἰς τὸ κονδύλιον «ἐκκλησιαστικαὶ καὶ ἐκπαιδευτικαὶ ἐξωτερικαὶ δαπάναι» ἀπὸ 40,000 ἀνεβιβάσθησαν εἰς 80,000, καὶ ὁ κύριος Σιμόπουλος καὶ εἰς αὐτὸ ἦτο σύμφωνος. Ἐπροτείναμεν νὰ ἐγγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ἓν ποσὸν 100,000 δραχμῶν, διὰ νὰ ἀρχίσῃ τέλος πάντων, νὰ γείνῃ ἔναρξις τοῦ ἔργου αὐτοῦ τοῦ σπουδαιοτάτου, τῆς ἀνεγέρσεως φυλακῶν, καὶ εἰς αὐτὸ τὸ κονδύλιον ὁ κύριος Σιμόπουλος ἦτο συμφωνότατος. Αὐτὰ τὰ κονδύλια ἐπρότεινεν ἡ Ἐπιτροπή. Τώρα, ἐὰν ἐπροτάθη νὰ συστηθῶσι καὶ τέσσαρα ἢ πέντε ταχυδρομικὰ γραφεῖα, ἐπροτάθη ἓν καὶ παρὰ τοῦ κυρίου Σιμοπούλου τῆς Γραβιᾶς (ἱλαρότης), καὶ ἐγὼ εἶπον, ὅτι τοῦτο εἶναι δικαιότατον καὶ δὲν μέμφομαι τὸν κ. Σιμόπουλον διὰ τὴν πρότασιν, ἀλλ’ ἁπλῶς λέγω, ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ πραγματοποιήσῃ τις ὅ,τι θέλει. Ὅπου δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ ἠδυνήθη νὰ κάμῃ οἰκονομίας, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι ἔκαμεν, ἀπήλειψε μερικὰ κονδύλια καὶ περιώρισεν ὅπου ἠδύνατο, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ μὲ δυσκολίαν τὸ ἔπραξε, διότι καὶ αὐταὶ αἱ δαπάναι εἶναι πολὺ ἀναγκαῖαι. Θέλω λοιπὸν νὰ εἴπω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ λέγῃ τις ὅσον θέλει νὰ κάμωμεν οἰκονομίας, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατόν. Ἐγὼ ἤμην μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ πέρυσι καὶ προπέρυσι καὶ ἐφέτος, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ κάμω τίποτε, μ’ ὅλην τὴν θέλησιν, ἣν ἔχω. Τώρα ὁ κύριος Σιμόπουλος εἶπε νὰ κάμωμεν οἰκονομίας, νὰ παύσωμεν μερικοὺς γραμματεῖς τῶν Ἐπαρχείων, ἀλλὰ κατὰ τὰ νέα νομοσχέδια ἐπιβάλλομεν εἰς τὰ Ἐπαρχεῖα τοιαύτην ἐργασίαν, οἷαν δὲν ἀρκεῖ τὸ προσωπικὸν τὸ ὑπάρχον νὰ ἐκτελέσῃ. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Συνέβη δὲ καὶ ἓν λάθος τυπογραφικὸν, καὶ παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ, διότι, ἀντὶ 50,900,851 πρέπει νὰ τεθῇ 50,185,551 δραχμαὶ τὰ ἔξοδα, καὶ ἑπομένως τὸ ἔλλειμμα 6,208,897 δραχ.
§115ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κύριος Δημητριάδης ἐνόμισεν, ὅτι ὅσα εἶπον ἀναφέρονται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι δηλ. ἐγὼ ἠτιάθην διὰ τὸ ἔλλειμμα καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879 τὴν Ἐπιτροπήν· ἦλθε δὲ οὗτος ν’ ἀπολογηθῇ ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, ἢ μᾶλλον ὡς Εἰσηγητής· σᾶς εἶπε δὲ, ὅτι δὲν ἤμην καὶ ἐγὼ ἐναντίος εἰς τὴν αὔξησιν πιστώσεών τινων, ἀναφερομένων εἰς ἐξωτερικὰς ἀνάγκας. Αἱ πιστώσεις αὗται ἀναφέρονται εἰς τὴν προπαρασκευὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, δηλ. εἶναι δαπάναι ἱερώτεραι τῶν λοιπῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν διαθέτουσι διὰ τὰ ἔργα τῆς στρατιωτικῆς τοῦ τόπου προπαρασκευῆς. Ἡ συγκατάθεσίς μου δὲ εἰς τὰς τοιαύτας δαπάνας οὐδὲν περιεῖχε τὸ δυνάμενον νὰ δώσῃ τῷ κ. Δημητριάδῃ ἐπιχειρήματα, καθ’ ὧν ὑπεστήριξα πρὸ ὀλίγου ἰδεῶν, τοὐναντίον δὲ εἶπον, ὅτι δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς ὡς μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἢ τοῦ Κοινοβουλίου νὰ ἐπιφέρωμεν σπουδαίας οἰκονομίας, διότι πρέπει συγχρόνως νὰ μεταβληθῶσι καὶ πολλοὶ τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν ὀργανισμοί. Τὴν πρωτοβουλίαν τὴν οἰκονομικὴν πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις, διότι μόνη αὕτη δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, τὰ μέλη δὲ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Βουλῆς εἶναι ἀπολύτως ἀνίκανα εἰς πρωτοβουλίαν πρὸς εἰσαγωγὴν οἰκονομιῶν.
§116Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς παρεκαλέσαμεν τὸν κύριον Σιμόπουλον νὰ μᾶς ὑποδείξῃ, ἐπειδὴ εἶναι εἰδήμων, ποῦ εἰμποροῦμεν νὰ κάμωμεν οἰκονομίας.
§117Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὀφείλω καὶ ἰδίῳ ἐμοῦ ὀνόματι καὶ ἐν ὀνόματι τῶν συναδέλφων μου νὰ εὐχαριστήσω τὸν προαγορεύσαντα Βουλευτὴν ἐκ Παρνασσίδος κύριον Σιμόπουλον διὰ τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει πρὸς ἕκαστον τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἡ ὁποία ἐπεκράτησε καὶ εἰς τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου σᾶς προέβαλε. Σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ ἀποτείνῃ κατηγορίαν, νὰ αἰτιάθῃ οὐδενὸς τῶν Ὑπουργῶν. Ἡ ὁμολογία του αὕτη μοὶ ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὸν εὐχαριστήσω· ἀλλ’ ὁ κύριος Σιμόπουλος ἠναγκάσθη νὰ κάμῃ γενικὰς μελέτας ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, πόρισμα τῶν ὁποίων ἦτο, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ σᾶς ἀποκρύψῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη εἶναι Κυβέρνησις ἄφρων, διότι δὲν ἠμπόρεσε νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ πρέπει νὰ παρουσιάζωσι τὸ ἰσοζύγιον τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα, ὅτι εἶναι Κυβέρνησις ἀνίκανος, διότι δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐξεύρῃ μέσον, διὰ νὰ ἀποκαταστήσῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ ἰσοζύγιον, ὅτι εἶναι Κυβέρνησις σπάταλος, διότι, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ κάμῃ οἰκονομίαν τῶν ἐξόδων, ὄχι μόνον δὲν ἔκαμεν, ἀλλ’ ηὔξησε τὰ ἔξοδα. Βεβαίως τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐξεπλήρωσεν ὁ κύριος Σιμόπουλος, ὑπηγορεύετο εἰς αὐτὸν ἀπὸ τὴν συνείδησιν τοῦ δημοσίου συμφέροντος, καὶ διὰ τοῦτο, μὲ ὅλας τὰς παρατηρήσεις αὐτοῦ ταύτας, δὲν ἠδυνήθην νὰ μὴ ἀναγνωρίσω ἐν ἐμαυτῷ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὸν εὐχαριστήσω, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ μᾶς κατηγορήσῃ· ἐλυπήθη μόνον, διότι ὁ κύριος Σιμόπουλος ἠναγκάσθη νὰ στενοχωρήσῃ τὸν ἑαυτόν του, νὰ καταφύγῃ εἰς λεπτολόγους ἐρεύνας, διὰ νὰ ἀνεύρῃ κατὰ τί ἐσφάλαμεν, ὑπολογίσαντες τὰ ἔσοδα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιωθέντων καὶ μὴ λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ποσὸν τῶν πράγματι εἰσπραττομένων, κατὰ τί ἐσφάλαμεν ζητήσαντες ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις ἢ ἐκτάκτους· λέγω, ἠναγκάσθη νὰ στενοχωρήσῃ τὸν ἑαυτόν του, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ εὕρῃ διδόμενα, τὰ ὁποῖα ἤθελον τὸν εὐκολύνει, διὰ νὰ ἀναβιβάσῃ εἰς μεγαλείτερον ποσὸν τὸ ἔλλειμμα, καὶ διὰ τοῦτο, μολονότι εἶναι ἠσκημένος περὶ τὰ οἰκονομικά, διότι πολλοὺς χρόνους τῆς ζωῆς του διήνυσεν εἰς μελέτας τοιαύτας, ἠναγκάσθη νὰ μεταχειρισθῇ πολλάκις τὸ περίπου, χωρὶς νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἄνθρωπον ὁμιλοῦντα περὶ ἀριθμῶν καὶ προϋπολογισμῶν νὰ καταφεύγῃ εἰς τὴν συνδρομὴν τοῦ «περίπου». Ὁ Βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος ἐνόμισε συντελοῦν εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον προέθετο, νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν παραβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869, νὰ σᾶς παραστήσῃ κατὰ πόσον ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1879 εἶναι ὑποδεέστερος κατὰ τὰ προτερήματα, εἶναι ἐκφραστικώτερος κατὰ τὰ ἐλαττώματα, παραβαλλόμενος πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869. Κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον μοὶ συνέβη πάλιν νὰ ἦμαι μέλος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἦμαι Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐνθυμοῦμαι τὴν ἀντιπολίτευσιν τοῦ χρόνου ἐκείνου μετὰ πόσης δριμύτητος ἐπετέθη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶχεν αὐτὰ ταῦτα τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος Σιμόπουλος, συνειδὼς κάλλιστα τὸ καθῆκόν του καὶ τὸ δημόσιον συμφέρον, ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ εἰς ἡμᾶς σήμερον. Ἴσως ὁ κύριος Σιμόπουλος, ἐὰν ἦτο καὶ τότε μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ἤθελε φιλοτιμηθῆ νὰ καταταχθῇ καὶ πάλιν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ τότε, διὰ νὰ δυνηθῇ εἰς τοὺς συντάκτας τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869, τοῦ ὁποίου νῦν ἀνομολογεῖ καὶ ἐπικαλεῖται τὰ προτερήματα, νὰ εἴπῃ αὐτὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα σήμερον λέγει εἰς τοὺς συντάκτας τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879. Κύριοι, ὑποθέτω, ὅτι εἶσθε δίκαιοι ἄνθρωποι, καὶ δὲν θέλετε ἀμφισβητήσει, ὅτι εἶναι στοιχειωδεστάτη γνῶσις εἰς ἑκάστην κυβέρνησιν καὶ ἁπλουστάτη ἐπιθυμία, τὴν ὁποίαν θέλει ἔχει, ὅταν συντάσσῃ προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, νὰ παρουσιάσῃ προϋπολογισμὸν μὲ πλῆρες ἰσοζύγιον. Ὅσον ὁ κύριος Σιμόπουλος ὑποθέτει, ὅτι εἴμεθα ὑποδεέστεροι τῆς ἀποστολῆς, τὴν ὁποίαν ἐπετράπημεν, παρακαλῶ νὰ μὴ πιστεύσῃ, ὅτι ἡμεῖς ἐπεθυμοῦμεν νὰ παρουσιάσωμεν προϋπολογισμὸν μὴ παριστάνοντα ἰσοζύγιον, ἢ ὅτι δὲν ἐγνωρίζομεν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ παρουσιάσωμεν προϋπολογισμὸν παριστάνοντα ἰσοζύγιον τῶν δαπανῶν πρὸς τὰ ἔσοδα. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἴχομεν αὐτὴν τὴν γνώμην, ἀφοῦ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν αὐτὴν τὴν ἐπιθυμίαν, διατί ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ἐπαρουσιάσαμεν, δὲν φέρει αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα; Ἡ ἔλλειψις τοῦ ἰσοζυγίου εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς εἶναι ἀποτέλεσμα οἰκονομικῆς ἀνάγκης τοῦ τόπου, διὰ τὸν ὁποῖον οἱ προϋπολογισμοὶ συντάσσονται. Αἱ οἰκονομικαὶ ἀνωμαλίαι εἶναι ἀποτέλεσμα ἀναπόφευκτον εἴτε πλημμελειῶν περὶ τὴν διοίκησιν, εἴτε ἀνωμαλιῶν πολιτικῶν. Ἐὰν ὁ κύριος Σιμόπουλος εἶχε τὴν εὐτυχῆ εὐκαιρίαν νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἔλλειψις τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1879 εἶναι ἀποτέλεσμα ἀποκλειστικὸν τῶν διοικητικῶν πλημμελειῶν, ὑποθέτω, ὅτι δυσκόλως ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ ἀποκρούσωμεν τὴν ἐπὶ τούτῳ τῷ λόγῳ εὐθύνην. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν τὸ ἀπέδειξεν. Ἐλπίζω, ὅτι, ὅταν λάβῃ καιρὸν νὰ ἐγκύψῃ εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν καθ’ ἕκαστα αὐτοῦ, δὲν θέλει εὕρει τὴν εὐχάριστον ταύτην εὐκαιρίαν’ ἐξ ἐναντίας ἠξεύρω, ὅτι ὁ κ. Σιμόπουλος ὑπὲρ πάντα ἄλλον εἶναι ἐν πλήρει συνειδήσει τῶν ὑπαρχουσῶν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν, ἕνεκα τῶν ὁποίων τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ διεταράχθη, καὶ δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ ἀνωμαλίαι τοῦ τόπου εἰσὶν ἀποτέλεσμα οὐχὶ πλημμελειῶν περὶ τὴν διοίκησιν, ἀλλ’ ἀνωμαλιῶν πολιτικῶν. Ἤλπιζον, ὅτι ὁ κ. Σιμόπουλος δὲν ἤθελε λησμονήσει, ὅτι αἱ πολιτικαὶ αὗται ἀνωμαλίαι δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, οὔτε πόρισμα τῆς θελήσεως αὐτῆς, ἀλλὰ πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Κράτους, τὸ δὲ Κράτος εἶχε τὸ καθῆκον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς πολιτικὰς αὐτὰς ἀνωμαλίας, καὶ ἑπομένως νὰ βλέπῃ ταρασσόμενα τὰ οἰκονομικά του. Συντασσόμενος ὁ κ. Σιμόπουλος μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869, τὸν ὁποῖον ἐμμέσως ἠθέλησε νὰ ἐπαινέσῃ, συνετάχθη συγχρόνως μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869, διότι ἠθέλησε νὰ πολεμήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1869 δὲν εἶχεν ἰσοζύγιον τῶν δαπανῶν πρὸς τὰ ἔσοδα, δὲν εἶχε δὲ ἰσοζύγιον, διότι ἐπεκράτουν πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἐπηρεάσει τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1879 δὲν ἔχει ἰσοζύγιον δι’ αὐτὸν τοῦτον τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν εἶχε καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1869. Ὁ κύριος Σιμόπουλος θαυμάζει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1869, ἀντιφέρεται ὅμως κατὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879, χωρὶς νὰ κάμῃ τὴν σύγκρισιν τῶν περιστάσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας ἀμφότεροι συνετάχθησαν. Τότε ἐξηρχόμεθα ἀπὸ πολιτικὴν ἀνωμαλίαν, ἐξηρχόμεθα τεθλιμμένοι, διότι αἱ εὐχαὶ τοῦ Ἔθνους, τὰς ὁποίας πάντοτε εἶχεν καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, δὲν εἶχον ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν· ἐξηρχόμεθα τεθλιμμένοι, ἀλλ’ ἐξηρχόμεθα φέροντες τὰ βάρη ὅλα τῆς πολιτικῆς ἐνεργείας, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ὤφειλε νὰ μετέλθῃ ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτουν, καὶ τὰ βάρη δὲ ταῦτα ἦσαν αἱ ἀνωμαλίαι τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἦσαν τὰ μεγάλα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἠναγκάσθη τὸ Κράτος τότε νὰ κάμῃ, ἦσαν ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐσόδων, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἐκ τῶν ἀνωμαλιῶν τούτων. Διὰ τοῦτο δὲν ἐπῆλθε τὸ ἰσοζύγιον εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Καὶ μήπως τώρα δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὰς αὐτὰς περιστάσεις; Μὲ μίαν μόνην διαφορὰν, ὅτι δὲν ἐξερχόμεθα τῶν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν τεθλιμμένοι, ἐξερχόμεθα ὅμως φέροντες τὰ βάρη, καὶ μὲ μίαν ἀκόμη διαφορὰν, ὅτι δὲν ἐξήλθομεν ἀκόμη τῶν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦμεν τυγχάνοντες ἐν αὐταῖς, καὶ διὰ τοῦτο δὲν γνωρίζομεν μέχρι τίνος ποσοῦ θέλουσι φθάσει τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ὑφιστάμεθα. Ἡ θέσις ἡμῶν κατὰ τὰ 1879 εἶναι βελτίων τῆς θέσεως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνεζήτουν τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ τὰ 1869· εἶναι βελτίων ὄχι μόνον διότι τὰ ἀποτελέσματα τῶν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν εἶναι εὐάρεστα πρὸς ἡμᾶς, ἀλλὰ διότι ἀκόμη ἐξακολουθοῦσιν αἱ πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι, καὶ ἐνόσῳ αὗται ἐξακολουθοῦσιν, εἶναι εἰς ἡμᾶς ἀδύνατον νὰ προσδιορίσωμεν μέχρι τίνος βαθμοῦ θέλουσιν ἀναβιβασθῆ αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ὑφιστάμεθα. Καὶ λοιπὸν θέλετε μείνει μὲ τὸ ἔλλειμμα; Καὶ λοιπὸν θέλετε ἀντιμετωπίσει—μετεχειρίσθη λέξιν ἐκφραστικωτάτην)—τὴν χρεωκοπίαν! Ναὶ, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἔχομεν ἔλλειμμα, ἀλλ’ εὐτυχῶς δὲν θέλομεν ἀντιμετωπίσει τὴν χρεωκοπίαν. Ὁ ἔντιμος ἐκ Τριφυλλίας Βουλευτὴς ἀνέφερε τὴν χρεωκοπίαν κατὰ τὰ 1869, τὸν ἐτρόμαξεν ἡ διατάραξις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου, ἀλλ’ εὐτυχῶς οἱ φόβοι αὐτοῦ δὲν ἐπραγματοποιήθησαν, καὶ μολονότι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἐξηκολούθησαν τὰ ἐλλείμματα, καὶ μολονότι διήλθομεν διὰ χρόνων, κατὰ τοὺς ὁποίους ἐπεστήθη ὑπὸ τῶν κυβερνησάντων ὀλιγωτέρα τῆς δεούσης φροντὶς πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου, δὲν ἐχρεωκοπήσαμεν· ἐλπίζω λοιπὸν καὶ τώρα νὰ μὴ χρεωκοπήσωμεν, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι θέλω ἀνταποκριθῆ εἰς τὴν καλὴν περὶ ἐμοῦ προαίρεσιν τοῦ κ. Σιμοπούλου, βεβαιῶν αὐτὸν, ὅτι ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλομεν χρεωκοπήσει. Ἀλλὰ διὰ τίνος τρόπου θέλετε καλύψει τὰ ἐλλείμματα; Ἐνομίσαμεν, ὅτι, ἐξακολουθείσης τῆς πολιτικῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία ἐπήνεγκε τοιαῦτα ἀποτελέσματα, ἦτο ἀδύνατον νὰ παρασκευάσωμεν οἰκονομικὸν σχέδιον πλῆρες· ἑπομένως δὲν ἔμενεν εἰς ἡμᾶς καμμία ἄλλη πρόχειρος σκέψις, παρὰ μόνον νὰ προσφύγωμεν εἰς τὰ ἔκτακτα ἔσοδα. Γνωρίζετε, ὅτι τὰ ἔκτακτα ἔξοδα πορίζονται διὰ δανείων. Τὰ δάνεια εἶναι ἡ προσωρινὴ παραμυθία, τὴν ὁποίαν εἴχομεν, διὰ νὰ καλύψωμεν τὰ ἐλλείμματα, μὲ τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ, ἐὰν ἡμεῖς μένωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἢ οἱ διάδοχοι ἡμῶν, ἅμα παρέλθωσιν αἱ ἀνωμαλίαι, νὰ προετοιμάσωμεν οἰκονομικὸν σχέδιον καὶ νὰ παρασκευάσωμεν τὴν ἐπάνοδον τοῦ ἰσοζυγίου εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Καὶ δὲν ἦτο εὐχερὲς νὰ παρασκευάσωμεν ἀπὸ τοῦδε οἰκονομικὸν σχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἀποκαταστήσῃ τὸ ἰσοζύγιον αὐτὸ, ἢ νὰ βεβαιώσωμεν ὑμᾶς, ὅτι ἐντὸς τοῦ 1879 θέλομεν ἔχει τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦμεν, διότι ὄχι μόνον προσδοκῶμεν, ἵνα μεταβληθῇ ἡ πολιτικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, ἐκτελουμένης τῆς ἀποφάσεως τοῦ Βερολινείου Συνεδρίου, ἀλλὰ διότι δὲν γνωρίζομεν οὐδὲ εἰς ποίας, οὐδὲ εἰς πόσας θέλει ὑποβάλει ὑποχρεώσεις τὸ Κράτος ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς. Μοὶ μένει μία κατηγορία· τὴν ἐμνημόνευσα ἀρχόμενος τοῦ λόγου, δὲν πρέπει νὰ τὴν παραλείψω εἰς τὰς λεπτομερείας εἰσελθών· ἡ κατηγορία, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησεν οὐδὲ δύναμιν εἶχε νὰ φέρῃ οἰκονομίας. Δὲν ἐκατηγορήθημεν ὅτι δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἀναπτύξωμεν περαιτέρω τοὺς πόρους τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐκατηγορήθημεν, διότι, ἀφοῦ αἱ πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι ἔμελλον νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὸ Κράτος νέα βάρη, δὲν διεσκευάσαμεν οἰκονομικὸν σχέδιον, ἵνα καλύψωμεν τὰ βάρη ταῦτα. Εἶμαι μέλος δύο ἀλλεπαλλήλων Κυβερνήσεων, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ ἐν τοῖς συνεδρίοις τῆς πρώτης Κυβερνήσεως, καὶ ἐν τοῖς συνεδρίοις τῆς διαδόχου, πολλάκις ἐγένετο σκέψις περὶ οἰκονομιῶν καὶ πολλαὶ ἐξηνέχθησαν γνῶμαι περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους. Ἐὰν ἐπρόκειτο τὸ Κράτος νὰ ἐπιβάλῃ εἰς ἑαυτὸ τὴν ἀνάγκην νὰ ἀρνηθῇ τὴν θεραπείαν τῶν συνήθων ἀναγκῶν αὐτοῦ, ἔπρεπε πρὸ παντὸς νὰ ἔχῃ μίαν δικαιολογίαν, ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ πείσῃ ἕκαστον, ὅτι τὸ Κράτος ἐξετέλει ἀνάγκην ἀναπόφευκτον. Ἀλλ’ αἱ πολιτικαὶ σχέσεις αὐτοῦ δὲν ἦσαν τοιαῦται, οὐδ’ ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲ συνέφερεν ἴσως εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, νὰ ἀρνηθῇ τὴν θεραπείαν τῶν συνήθων ἀναγκῶν αὐτοῦ, ἐν ᾧ αἱ πολιτικαὶ σχέσεις του δὲν ἦσαν τοιαῦται. Ὅθεν ὤφειλε τὸ Κράτος νὰ συνδυάσῃ δύο πράγματα ἐπὶ τὸ αὐτὸ, ἀφ’ ἑνὸς μὲν μέρους νὰ μὴ ἐγκαταλίπῃ τὰς παρασκευὰς, τὰς ὁποίας ὤφειλε νὰ κάμῃ, ἀπὸ τὸ ἄλλο δὲ μέρος νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἁρμονικὴν καὶ ἤρεμον λειτουργίαν αὐτοῦ. Ὁ συνδυασμὸς τῶν δύο τούτων ἐπέφερεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ διατηρηθῇ ἡ κίνησις ἑκάστου κλάδου τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας οἵα ἦτο πρὸ τῶν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν. Ἐὰν ὁρμηθῆτε ἀπὸ τοιούτου κανόνος, θέλετε κατέλθει εἰς τὰς λεπτομερείας καὶ θέλετε πεισθῆ, ὅτι εἶναι δυσκολώτερον νὰ ἐπιφέρητε οἰκονομίας, καὶ ἐὰν θελήσητε νὰ περικόψητε τὴν κίνησιν κλάδου τινὸς τῆς διοικήσεως, δὲν θέλετε δυνηθῆ νὰ φθάσητε εἰς οἰκονομίας ἀξίας προσοχῆς καὶ μελέτης, αἵτινες ἠδύναντο νὰ ἀνακουφίσωσιν ἡμᾶς ἀπὸ τῶν ὑποχρεώσεων τῶν οἰκονομικῶν ἢ ἀπὸ τῆς ἀνησυχίας, τὴν ὁποίαν ἐμπνέει ἡ διατάραξις τοῦ ἰσοζυγίου. Θέλετε ἴσως φέρει ἀποτέλεσμα δυσάρεστον, διότι ἡ περικοπὴ τῆς κινήσεως τῆς διοικήσεως θέλει διαταράξει ἐντελῶς τὴν ἁρμονίαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ κλάδου τούτου, καὶ θέλει ἔχει ὡς συνέπειαν τὴν βλάβην τῶν δημοσίων συμφερόντων καὶ αὐτῶν τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι θέλει ἐπιδράσει ἐμμέσως εἰς τὴν εἴσπραξιν καὶ βεβαίωσιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879, τῆς ὁποίας ἕκαστον τῶν μελῶν τιμῶ καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζω οὐ μόνον προαίρεσιν ἀγαθωτάτην ὑπὲρ τῶν δημοσίων συμφερόντων, ἀλλὰ καὶ δύναμιν καὶ θέλησιν νὰ συντελέσωσιν εἰς βελτίωσιν τῶν κοινῶν· ἀλλ’ ὁμιλῶ περὶ Ἐπιτροπῆς ἐπὶ προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία ἀνέλαβεν αὐτὸ τὸ ἐπώδυνον καὶ δυσχερὲς ἔργον νὰ περικόψῃ τὰς δημοσίας δαπάνας, ἵνα βελτιώσῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους· ὑποθέτω, ὅτι ἐπείσθη ὅτι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποία ἐπῆλθον τότε, ἦσαν ἀνάξια τῶν μεγάλων κόπων, τοὺς ὁποίους κατέβαλεν, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν οἰκονομίαν. Ἐὰν ὑπάρχῃ, φέρ’ εἰπεῖν, νόμος λειτουργῶν, ὁ ὁποῖος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δαπανήσῃ 1000 δραχμὰς κατὰ μῆνα, διὰ νὰ συντηρήσῃ ἀριθμόν τινα μαθητευομένων, καὶ ἂν κατώρθου ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ φέρῃ οἰκονομίαν ἐλαττόνουσα τὸ ποσὸν εἰς 800, οἰκονομοῦσα οὕτω 200 δραχμὰς, θέλει ἔχει οἰκονομίαν 2,400 κατ’ ἔτος· εἶναι ὅμως πιθανὸν δι’ αὐτῆς νὰ στερήσῃ τὴν οἰκονομικὴν διοίκησιν τῶν μέσων τῆς ἀμέσου καὶ ταχείας ἐνεργείας, ἡ ὁποία ἔχει ἄμεσον σκοπὸν τὴν βεβαίωσιν τῶν δημοσίων ἐξόδων. Ἀλλ’ ὁ κ. Σιμόπουλος εἶπε κάτι τι περισσότερον. Καὶ δὲν ἠδυνήθητε νὰ φέρητε οἰκονομίας εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἀλλ’ οὐδὲ ἐφηρμόσατε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1878 μετὰ τῆς οἰκονομίας, μετὰ τῆς ὁποίας ὠφείλετε νὰ ἐφαρμόσητε αὐτὸν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις τοῦ Κράτους, αἵτινες σᾶς ἐπέβαλον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τηρήσητε τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ εἰς ἀπόδειξιν ἔφερε τὴν πληθὺν τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἐπαρουσιάσαμεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἓν μόνον παρέλειψε, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἂν τὸ ἔπραττεν, ἤθελεν ἀπαλλαγῆ τῆς ἀγανακτήσεως, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθη καὶ τῆς ἀνάγκης νὰ σᾶς ἐπασχολήσῃ διὰ τοῦ λόγου του ἐπὶ τοσοῦτον· ἓν μόνον παρέλειψε, νὰ ἐρευνήσῃ ὅλας τὰς ζητηθείσας ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις, διότι ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι, πλὴν ἑξήκοντα ἢ ὀγδοήκοντα χιλιάδων δραχμῶν, αἱ λοιπαὶ ἐχρησίμευσαν εἴτε πρὸς συμπλήρωσιν ἀναποφεύκτων πιστώσεων, εἴτε πρὸς θεραπείαν ἐκτάκτων ἀναγκῶν καὶ ἀπροόπτων. Τὸ Ὑπουργεῖον σᾶς ἐπαρουσίασε, φέρ’ εἰπεῖν πίστωσιν 55 χιλιάδων, ἵνα πληρώσῃ τὰς δικαστικὰς παρακαταθήκας, τὰς ὁποίας ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ, ἕνεκα τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ ταμείου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι σπατάλη περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1878; Ἐζήτησε 51 χιλιάδας δραχμῶν, ἵνα δώσῃ βοήθειαν εἰς τὸν πλοίαρχον τοῦ Γαλλικοῦ πλοίου· ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ μὴ ζητήσῃ τὴν πίστωσιν ταύτην; Τοιαύτης φύσεως εἶναι αἱ πλεῖσται τῶν πιστώσεων, ἐκτὸς ἂν ἐξαιρέσητε 60 ἢ 80,000. Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐζητήσαμεν πιστώσεις διὰ δημόσια ἔργα, διὰ γενικὰ μέτρα ἀσφαλείας, ὡς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἐπανελθόντων ἐθελοντῶν κ.τ.λ. Ἐὰν σκεπτώμεθα ὅπως σκεπτόμεθα, καὶ ἂν αἱ σκέψεις, τὰς ὁποίας ἐξέθηκα, ἦναι ἀληθεῖς, θέλω ἀπολήξει εἰς συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον θὰ κλονίσῃ ἐκ βάθρων τὰς πεποιθήσεις ὑμῶν περὶ τῆς ἀγαθότητος τῆς προαιρέσεως τοῦ κ. Σιμοπούλου. Ἂν αἱ σκέψεις μου ἦναι ἀληθεῖς, ἀναγκάζομαι νὰ ἔλθω εἰς τὸ πόρισμα, ὅτι ὁ κ. Σιμόπουλος, προβάλλων εἰς ὑμᾶς νὰ ἐπιστρέψητε τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐνέδιδεν εἰς πόθον, καὶ ὁ πόθος τὸν παρέσυρε νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι ὁ κ. Βουλευτὴς Τριφυλίας ἐπρότεινεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1869. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐκφράσω δημοσίᾳ γνώμην, καὶ δὲν ἔχω κανὲν δικαίωμα νὰ ἐκφράσω ταύτην ἐν εἴδει συμβουλῆς, διότι δὲν μὲ συνδέει ἡ πολιτικὴ ὁμοφροσύνη μετὰ τοῦ κ. Σιμοπούλου· ἔχω ὅμως δικαίωμα νὰ ἐκφράσω ἀπολύτως καὶ ἀφῃρημένως εἰς τὸ Κοινοβούλιον τῆς πατρίδος μου, ὅτι, ὅταν τὰ Κράτη εὑρίσκωνται ἠναγκασμένα νὰ ἐξέλθωσι διὰ πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν καὶ εἰς περιστάσεις παραπλησίας πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος πρὸ διετίας διέρχεται, ἐπέρχεται εἰς τοὺς πολιτευομένους ἡ ὑποχρέωσις νὰ δαμάζωσι τοὺς πόθους των καὶ νὰ ὑποτάσσωσιν αὐτοὺς εἰς τὸ δημόσιον συμφέρον, ὅσον εἶναι δυνατόν· τέλος πάντων, ἂν δὲν ἔχωσι τὴν δύναμιν νὰ δαμάσωσι τοὺς πόθους των, ὀφείλουσιν ὅμως νὰ κατορθώσωσι νὰ πείθωσιν ἑαυτοὺς, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβάλωσι νὰ ζητήσωσι τὴν πραγματοποίησιν αὐτῶν, ἐν ὅσῳ αἱ ἀνώμαλοι περιστάσεις ἐξακολουθοῦσιν ὑπάρχουσαι.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πολλοὶ ἄλλοι ἐγγεγραμμένοι.
§119ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἀλλ’ ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη.
§120ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 6½ μ. μ.