1878.11.20
1.299 στίχοι · 10.672 λέξεις · 131 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 43
τῆς 20 Νοεμβρίου 1878.
(Δευτέρα.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω, κύριοι, νομοσχέδιον περὶ τακτοποιήσεως τῶν ἀπαιτήσεων τῶν τριῶν ναυτικῶν νήσων.
§2ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν.) Κατὰ τὸ 1877 ἐψηφίσθη νόμος περὶ κατασκευῆς δημοσίᾳ δαπάνῃ 5 ἀτμοτελωνίδων, αἱ διατάξεις τοῦ ὁποίου εἰς τὴν ἐφαρμογὴν δὲν ἀπέληξαν εἰς εὐάρεστον ἀποτέλεσμα· ἐπειδὴ δ’ ἕνεκα τούτου ἐνδεχόμενον νὰ ἐπέλθῃ κίνδυνος φθορᾶς καὶ βλάβης εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ὤφειλον νὰ μεριμνήσω περὶ τούτου καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ καταστήσω εὐκολωτέραν τὴν ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον ὁ νόμος ἐγένετο. Εἰσάγω λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ προσωπικοῦ τῶν πληρωμάτων τῶν ἀτμοτελωνίδων καὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τελωνοφυλάκων.»
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει ἕτερον νομοσχέδιον «περὶ παραχωρήσεως ἀποκλειστικοῦ προνομίου ἐπὶ μίαν δωδεκαετίαν εἰς τὸν Νικόλαον Δ. Καρανίκαν κατὰ τοὺς νομοὺς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, καὶ Ἀρκαδίας, πρὸς κατεργασίαν τῆς τρυγὸς ἐπὶ ἐξαγωγῇ ἐμπορευσίμων οὐσιῶν». Ὁ Δήμαρχος Τροιζηνίων ὑποβάλλει ἀναφορὰν, διὰ τῆς ὁποίας ἐξαιτεῖται, ἵνα ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ ἀνάλογον χρηματικὸν ποσὸν πρὸς ἀνανέωσιν τῶν καταστραφέντων ὑπὸ τῆς νόσου λεμονοπορτοκαλοδένδρων τοῦ δήμου του. Ὁ δὲ Διδασκαλικὸς Ἑλληνικὸς Σύλλογος ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν συνδρομὴν πρὸς ἔκδοσιν συγγράμματος ἐπιγραφομένου «Περιοδικὸν παιδαγωγικὸν τοῦ Πλάτωνος.» Ἀμφότεραι αἱ ἀναφοραὶ αὗται θέλουσι παραπεμφθῆ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν Ἐπιτροπήν. Ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 32,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τοῦ 1878. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη ἐπίσης τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου τῆς 1 Ἰουλίου 1838 περὶ δενδροφθορῶν. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης ἢ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§4ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἐπίσης τὸ Νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ τῶν δηλωθεισῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν, τὸ ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον θεωρεῖ κατεπεῖγον.
§6ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου εἰς τοὺς περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμους.
§8ΠΟΛΛΟΙ. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἕτερον νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ μεταῤῥυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμου.
§10ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Πρότασις τοῦ Βουλευτοῦ κ. Τζάνε περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμου.
§12ΤΖΑΝΕΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ θεωρήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατεπεῖγον καὶ νὰ τὸ ἐγγράψῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν (Θόρυβος).
§13ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οὐδὲν κατεπεῖγον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὐτῷ εὑρίσκω. Ὁ νόμος περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν καὶ παρέχει εὐάρεστα ἀποτελέσματα. Πρὶν τελειώσῃ τὸ ἔτος ζητοῦν νὰ τὸν τροποποιήσουν, ὅπως ἀντικαταστήσῃ τὴν εὐμάθειαν ἡ ἀμάθεια καὶ τοιαύτην πρότασιν τὴν θεωροῦν κατεπείγουσαν. Τὸ νομοσχέδιαν λοιπὸν πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλει τὸ ἀποκρούσει, καθόσον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν, παρὰ νὰ στρεβλώσῃ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον μετὰ τοσούτου κόπου ἡ Βουλὴ ἐψήφισε.
§14ΤΖΑΝΕΣ. Εἶπον, κύριοι, καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ νόμος, ὅπως συνετάχθη καὶ ἔχει, δὲν ἔχει τι τὸ ψεκτέον καὶ εἶναι νόμος, ὅστις συνετάχθη πράγματι ἀπὸ πεφωτισμένους ἄνδρας· οὐχ ἧττον ὅμως ἐπὶ τοῦ μέρους, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ τροποποίησις, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐπιβλέψῃ· καὶ σᾶς προτείνω ἕνα λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον, πιστεύω, ὁ κ. Ζαΐμης θέλει παραδεχθῆ, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη τροποποιήσεως. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐντελὴς ὀργανισμὸς τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ κατὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ τροποποιηθῇ ὁ νόμος. Ἐὰν εἴχομεν ὀργανισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου ἐντελέστερον, ἐγὼ πρῶτος ἤθελον ἀποκρούσει τὴν πρότασιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου τούτου καὶ δὲν ἤθελον τὴν ὑποβάλει. Ἐγὼ λοιπὸν φρονῶ, ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ πρέπει καὶ ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην, διότι εἰς πολὺ περισσοτέρας δυσχερείας θέλομεν ῥίψει τοὺς φοιτητὰς, καὶ δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν ἐκ τούτου νὰ πηγάσῃ ἡ εὐμάθεια, διότι ἡ εὐμάθεια θέλει πηγάσει, ἐὰν ὑποβάλητε τοὺς φοιτητὰς καὶ εἰς τὴν πρακτικὴν ἐξάσκησιν, καὶ τοῦτο δὲν κατορθοῦται, ἐὰν δὲν φέρητε ὀργανισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου τελειότερον, ὁρίζοντα, ὅτι μετὰ τῆς ἐκμαθήσεως τῶν μαθημάτων τοῦ τελευταίου ἔτους, δηλονότι τῶν μαθημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν διδακτορικὴν ἐξέτασιν, γίνεται καὶ ἡ πρακτικὴ αὐτῶν ἐξέτασις. Φρονῶ λοιπὸν δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, ὅτι δὲν δύναται τίποτε ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ κατὰ τοῦ κατεπείγοντος τῆς προτάσεως ταύτης.
§15ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, κ. Πρόεδρε.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν· οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγγραφῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Τζάνε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη· ἑπομένως θὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν.
§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ γείνῃ τροποποίησις εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Μετὰ τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, νὰ συζητηθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ὁ νόμος ὁ κυρόνων τὴν σύμβασιν περὶ ἐξωτερικῶν δανείων· μετὰ τοῦτο νὰ ἔλθῃ ἡ τροπολογία τῶν κκ. Βουλευτῶν περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, δηλαδὴ περὶ τῆς μιᾶς ψήφου. Τρίτον νὰ σημειωθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους· καὶ μετὰ τοῦτον αἱ πιστώσεις.
§18ΤΙΝΕΣ. Καὶ οἱ φορολογικοὶ νόμοι.
§19ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτοὶ νὰ συζητηθοῦν μαζῆ μὲ τὸν προϋπολογισμόν.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ ὑποβληθοῦν τ’ ἀναγκαῖα πρὸς συμπλήρωσιν νομοσχέδια, καθὼς εἶναι τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, τὸ περὶ σχολείου τῶν τεχνῶν....
§21ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς ὀλίγου διαστήματος νὰ τὸ ἑτοιμάσωμεν, ὅπως νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἑτοιμασθῇ· ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ ἑτοιμάσω. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν ἓν νομοσχέδιον περὶ τούτου, ἀλλὰ παρετήρησα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὅπως εἶναι συντεταγμένον, δὲν φέρει εἰς ἄλλο ἀποτέλεσμα, παρὰ εἰς τὸ ν’ αὐξήσωμεν μερικοὺς μισθούς. Κατὰ τὸν νόμον περὶ μηχανικῶν καὶ μετὰ τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβουν τὰ δημόσια ἔργα, πιστεύω, ὅτι ἡ σχολὴ αὕτη πρέπει νὰ μερισθῇ καλῶς, καὶ ὄχι μάθημά τι νὰ παραδίδηται ὑπὸ 3 καὶ 4 καθηγητῶν μὲ ἐπιμίσθια. Ἰδοὺ ἡ ἀμφιβολία, τὴν ὁποίαν ἔχομεν.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι πρέπει πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ὑποβληθῇ νόμος περὶ τούτου.
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἠμπορέσω, εὐχαρίστως θέλω τὸ πράξει.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ νὰ μὴ γίνεται καὶ ἡ διαφωνία ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, καθόσον πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλε συμπληρωτικὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλ’ ἐξ αὐτοῦ δὲν εἴδομεν τίποτε.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὔτε ἐγὼ εἶδα τίποτε.
§26Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἀμέσως.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχει· ἰδοὺ τί περὶ τούτου ἀναγινώσκω ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς» ῥηθὲν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 7ης Νοεμβρίου ὑπὸ τοῦ κ. Μπούμπουλη. «Ἐπειδὴ αἱ πυροβολαρχίαι αὐξάνουσι κατὰ δύο πεδινὰς, καταθέτω τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.»
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐστάλη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἀμέσως.
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἑπομένως βλέπετε, ὅτι κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πίνακα συμπληρωτικὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον δὲν ἀνεκοινώσατε εἰς τὴν Βουλήν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐστάλη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἀνηγγέλθη τοῦτο ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὴν Βουλήν.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κκ. Βουλευτάς.
§32Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε, κ. Τρικούπη, ἐστάλη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, καὶ ἡ ἔκθεσις περιλαμβάνει περὶ τούτου, ἀλλ’ ὡς ἐκ περισσοῦ ἐδόθη εἰς τὸ γραφεῖον, διὰ νὰ τυπωθῇ (Θόρυβος). Τέλος πάντων ἐστάλη ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, χωρὶς νὰ τυπωθῇ· δὲν εἶναι πάντοτε ἀπαραίτητον αὐτό. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ παρεκάλεσε τὸν κ. Πρόεδρον αὐτῆς νὰ κάμῃ τότε λόγον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῶσιν ὅσα εἶναι δυνατὸν νὰ συνταχθῶσι νομοσχέδια· καὶ βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ζητῶμεν καὶ τὰ ἀδύνατα, οὔτε εἶναι δυνατὸν ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ χρόνου νὰ γείνωσιν ὅλα αὐτά· διότι, νὰ εἴπωμεν καὶ τὴν ἀλήθειαν, ὀλίγας ἡμέρας θὰ ἤμεθα ἀκόμη ἐδῶ. Ἐπιμένω λοιπὸν καὶ ἐγὼ νὰ προταχθῇ ὁ προϋπολογισμὸς πρὸ παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βλέπετε, ἡ ἐργασία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ποίαν ἀξίαν ἔχει. Ὁ κ. Εἰσηγητὴς, ὅστις ἔκαμε τὴν πρότασιν, ἵνα προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, αὐτὸς ὁ κ. Εἰσηγητὴς σᾶς λέγει ἤδη νὰ προταχθῇ ὁ προϋπολογισμὸς παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου.
§34Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔκαμεν αὐτὸ ἡ Ἐπιτροπὴ, οὔτε εἶπεν αὐτὸ ὁ κ. Εἰσηγητής.
§35ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπέδωκεν εἰς τὴν ἐργασίαν τὴν ἀπαιτουμένην σπουδαιότητα, ἀλλὰ, ὡς ἐνθυμεῖται ὁ κ. Τρικούπης, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς εἶπεν ἐξ ἀρχῆς, ὅτι δὲν ἐπιμένει ἡ Ἐπιτροπὴ ζητοῦσα ἀπὸ τῆς σήμερον νὰ ὑποβληθῶσιν ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τριακονταετίας ἤδη καθυστεροῦσι· διότι τὰ πλεῖστα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα συνδέονται μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν δύνανται ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ ὑποβληθῶσι. Διὰ τοῦτο ἡ Ἐπιτροπὴ ἐζήτησε νὰ ὑποβληθῶσιν ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἦτο δυνατὸν ἐντὸς τοῦ μικροῦ τούτου διαστήματος νὰ καταρτισθῶσι, καὶ διὰ τοῦτο εἶπεν, ὅτι ζητεῖ νὰ γείνῃ ἔναρξις ἀπὸ τοῦδε. Αὐτὴ ἦτο ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ δικαιολογηθῶμεν, ἐὰν εἴπωμεν σήμερον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ὑποβάλῃ ὅλα τὰ ἀναγκαῖα νομοσχέδια, διὰ νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμός.
§36ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ὁρίζετε ποῖα εἶναι ἀναγκαῖα;
§37ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Τὰ πλεῖστα συνδέονται μετὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν διαφόρων κλάδων τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ταῦτα δὲν δύνανται νὰ διατυπωθῶσιν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ διάκρισις, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἀναγκαία· διότι εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ περίστασις, ὁποία ἦτο ἡ προβληθεῖσα ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν περὶ τῆς Σχολῆς τῶν Τεχνῶν, πρὸς τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖται νόμος ὀργανικός· καὶ ὡς πρὸς αὐτὴν τὴν περίστασιν ἀκόμη εἶναι δυνατὸν πάντοτε νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, περιλαμβάνον ὅ,τι εἶναι ἐγγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Καὶ νομίζετε, ὅτι τοῦτο εἶναι ἁπλῆ διατύπωσις; Ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα· διότι ἠξεύρετε, ὅτι, κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον, τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι δεσμευμένον μόνον ὡς πρὸς τὰ ποσὰ τῶν ἄρθρων, οὐχὶ δὲ καὶ ὡς πρὸς τὰ ἐδάφια· ἀλλὰ τὰ ἐδάφια δέον νὰ στηρίζωνται ἐπὶ νόμου, καὶ τοῦτο ζητοῦμεν, τουτέστιν αὐτὰς ταύτας τὰς διατάξεις τῶν ἐδαφίων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ νὰ ἐγγράψητε ἐν νόμῳ, διὰ νὰ ᾖναι δεσμευμένη ἡ Κυβέρνησις· τοῦτο δ’ ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα, μὴ ἐπιτρέπον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διορίζῃ ὑπαλλήλους εἰμὴ μόνον εἰς νενομοθετημένας θέσεις.
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνεται, δὲν θέλω δὲ νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι εἶπον. Ἀπὸ κανένα τῶν κκ. Ὑπουργῶν δὲν ἐφηρμόσθη αὐτὸ τὸ σύστημα· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπῆρχε νόμος περὶ εὐθύνης τότε.
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἄτοπον· ὑπεβάλομεν, κ. Τρικούπη, προϋπολογισμὸν ὁμοῦ ἐν τῇ Οἰκουμεικῇ, καὶ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπῆρχε τότε.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα. Ἠξεύρετε, ὅτι ὁ ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ σχετίσῃ τὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεις πρὸς τοὺς κειμένους νόμους, ἡ δ’ ἐργασία αὕτη ἀπέδειξεν, ὅτι πολλαὶ πιστώσεις ἐψηφίζοντο ἄνευ προϋπάρχοντος νόμου καθιεροῦντος τὴν δαπάνην. Ἐπείγοντος τότε τοῦ χρόνου, ἠναγκάσθη ὁ Ὑπουργὸς νὰ φέρῃ τὴν διόρθωσιν διὰ διατάξεως ἐν τῷ περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ νόμῳ, ἀλλ’ ἡ διάταξις ἐκείνη ἦτο προδήλως προσωρινὴ καὶ ἐπετρέπετο νὰ ψηφισθῇ μόνον ἅπαξ, ὅπως δοθῇ χρόνος πρὸς τὴν διόρθωσιν. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ὅμως ἐκείνης ὑμεῖς, ὅστις εἶσθε καὶ μέλος τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἑπομένως ἐγινώσκετε τὰ τότε γενόμενα, εἴχετε ὅλον τὸν καιρὸν νὰ παρασκευάσητε τ’ ἀναγκαῖα νομοσχέδια καὶ φέρητε αὐτὰ ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν πλήρη.
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἦτο τόσον κατεπεῖγον, εἴχομεν βεβαίως καιρὸν, καὶ ἐνῷ συνεζητεῖτο ὁ προϋπολογισμός. Καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἔγειναν πολλὰ, ἀλλ’ εἶναι τινὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἠμποροῦν νὰ πραγματοποιηθοῦν, ὅπως εἶναι ὁ κανονισμὸς τοῦ Πανεπιστημίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου, ὅσον καὶ ἂν ἐργασθῇ καὶ Βουλὴ καὶ Ὑπουργεῖον, δὲν δύνανται νὰ φθάσουν εἰς ἀποτέλεσμα, διότι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον θέλουν νὰ ἔχουν κάτι τι ἐντελές. Τί σᾶς λέγουν τώρα; Ἔλαβε χώραν κανὲν ἄτοπον ἀπὸ ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. Τρικούπης;
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πλεῖστα ὅσα.
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν γνωρίζω κανὲν, γνωρίζω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἐψηφίσθη ἀκριβῶς, ὅπως ἐψηφίζετο ἀπὸ τὴν Βουλὴν· ἀλλὰ μᾶς λέγουν, αὐτὸ τὸ ἀτελὲς τοῦ προϋπολογισμοῦ, αὐτὸ κάμετέ το νόμον. Ἐγὼ δὲν τολμῶ νὰ ὑποβάλω τοιοῦτον νόμον, διότι δὲν τολμῶ νὰ ὑποβάλω ἓν ἀτελὲς καὶ ἀκανόνιστον σύστημα, ἄλλως εἶναι ἀνάγκη ἡ σχολὴ νὰ διοργανισθῇ ἐπιστημονικῶς, καὶ πρέπει νὰ γείνῃ νόμος, ἀλλὰ πλήρης, τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ ὑποβάλω ἤδη· καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγουν, δὲν εἶναι οὔτε ὀρθὸν οὔτε ὠφέλιμον, διότι οὐδεμία παρανομία ἔγεινε.
§46ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὑποβάλλω ἀντίγραφα τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν ἐκ τῆς πρεσβείας ἐν Παρισίοις· εἶναι δὲ ἐν ὅλῳ τέσσαρα. Τὰ καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παραπεμφθοῦν εἰς τὴν ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν.
§48Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ συζητήσωμεν τὸν νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐνεγράφησαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν αἱ πιστώσεις.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θέλουν νὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμόν, χωρὶς νὰ ψηφίσωμεν τοὺς ὀργανικοὺς νόμους, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ὁ προϋπολογισμός.
§50Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Πρέπει νὰ ψηφίσωμεν προηγουμένως καὶ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια.
§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βέβαια.
§52ΤΖΑΝΕΣ. Μοὶ ἀπεστάλη, κύριοι, ἀναφορὰ ἐκ μέρους πάντων τῶν καταδίκων τῶν διαμενόντων ἐν Παλαμηδίῳ, οἵτινες δι’ ἐπιστολῆς μοὶ γνωστοποιοῦσιν, ὅτι ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς εἶχε συστήσει Ἐπιτροπήν, ἥτις εἶχεν ἐντολὴν νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν οἱ ἐν λόγῳ κατάδικοι καὶ τίνες ἐξ αὐτῶν ἦναι ἄξιοι Β. χάριτος. Τὴν ἀναφοράν, ἡ ὁποία φαίνεται, ὅτι ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Βουλήν, καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον· Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐνεργήσῃ καὶ μάθῃ τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασεν ἡ Ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς Σαπουτζάκης.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπὴν.
§54ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν εἶναι καλλίτερον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν;
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἔχομεν τὸ ἄρθρον 7, τὸ ὁποῖον ἔμεινεν ἐκκρεμὲς κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, διότι ἐτροποποιήθη. Θέλει ἀναγνωσθῇ ἡ τροπολογία, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη.
§56ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Ῥικάκη μέχρι τινός). Πρέπει ὁ κ. Ῥικάκης νὰ τὴν ἀναγνώσῃ, διότι εἶναι δυσανάγνωστος.
§57ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ ἀναγνώσω ἐγὼ τὴν τροπολογίαν, ἀλλὰ, διὰ νὰ γείνω καταληπτός, πρέπει νὰ σᾶς ἐκθέσω καὶ τοὺς λόγους τῆς ἀπαλλαγῆς καὶ τῆς ἐξαιρέσεως, οἵτινες μνημονεύονται ἐν τῇ τροπολογίᾳ καὶ τοὺς ὁποίους παρεδέχθη ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νομοσχεδίου ἐτροποποιήθη, γινομένων δεκτῶν τῶν ἐν τῷ περὶ στρατολογίας νόμῳ διαγραφομένων περιπτώσεων ἐξαιρέσεως καὶ ἀπαλλαγῆς, καὶ ὡρίσθη ἡ ἐκδικάσουσα τὰς ἐξαιρέσεις ταύτας Ἐπιτροπή, καθότι ἡ ἐν τῷ στρατολογικῷ νόμῳ Ἐπιτροπὴ ὀφείλει νὰ κάμῃ τὰς παρατηρήσεις της ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ νομοῦ· ἐνταῦθα δὲ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι, ἐὰν παρεδεχόμεθα τοῦτο, τότε ὅλοι οἱ ἐθνοφύλακες ἔπρεπε νὰ μεταβαίνουν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ πρὸς ἐξέτασιν. Ἐπειδὴ ὑπάρχει ἄλλη Ἐπιτροπή, κατὰ τὸν νόμον τῆς ἐθνοφυλακῆς, ἐπαρχιακή, ἐσκέφθην, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ κάμῃ τὴν ἐξέτασιν, ἐὰν τὴν περιορίσωμεν πρὸ πάντων ὡς πρὸς τὴν ἀνικανότητα, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ ὁποῖον περιορίζει τὸ δικαίωμα τῆς στρατολογικῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἀνικανότητος, τῆς στηριζομένης ἐπὶ δύο προφανῶν λόγων, τουτέστιν ὡς πρὸς τοὺς τυφλοὺς καὶ τοὺς ἠκρωτηριασμένους· διότι, ἐάν τις ἦναι ἀσθενὴς καὶ δὲν ἦναι ἱκανὸς νὰ ὑπηρετήσῃ, ὁ ἰατρὸς τοῦ τάγματος θὰ ἐξετάσῃ αὐτὸν καὶ θὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ὁ νόμος κελεύει. Ἐνόμισα λοιπόν, ὅτι ἦτο καλὸν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν τοιαύτην διάταξιν. Συγχρόνως διὰ τὰς ἀποφάσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀπαλλάττουσι δι’ ἄλλους λόγους, παρεδέχθην νὰ ἐπιτρέπηται ἡ προσφυγὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τέλος, ὡς πρὸς τὰς ποινικὰς διατάξεις κατὰ τῶν μελῶν τῆς στρατολογικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ ἰατροῦ, παρέπεμψα εἰς τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου, δι’ ὧν χορηγεῖται ἀρκοῦσα ἐγγύησις. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐνόμισα καλὸν εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν νὰ προβλέψωμεν καὶ περὶ μιᾶς ἄλλης περιπτώσεως, περὶ τῆς ὁποίας ἐπίσης ἔκαμα λόγον εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, ὅστις εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ τὴν δεχθῇ. Κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐφεδρείας, ὅσοι δὲν προσῆλθον ἐντὸς τριῶν μηνῶν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ ἓν ἔτος. Λοιπὸν ἐνόμισα καλὸν, ἀφοῦ διὰ τοὺς στρατευσίμους τοὺς καθυστεροῦντας ἐλήφθη ἔκτακτον μέτρον, τὸ μέτρον τοῦτο νὰ ἐφαρμοσθῇ ὄχι μόνον πρὸς ἐκείνους, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς μὴ προσελθόντας κατὰ τοὺς τρεῖς μῆνας ἐφέδρους, καὶ συνεπείᾳ ὅλων αὐτῶν τῶν παρατηρήσεων διετύπωσα τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 7. Αἱ περὶ ἐξαιρέσεως καὶ ἀπαλλαγῆς διατάξεις τῶν ἄρθρων 32 καὶ 33 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀπαλλασσομένων καὶ τῶν ὑπηρετησάντων αὐτοπροσώπως εἰς τὸν στρατὸν ἐπὶ ἕξ τουλάχιστον μῆνας ὡς ἐθελοντῶν, ἢ κατὰ τοὺς περὶ ἀπογραφῆς καὶ περὶ ἐκτάκτου ἐφεδρείας νόμους. Περὶ τῆς ἐξαιρέσεως ἢ ἀπαλλαγῆς ἀποφασίζει ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουνίου 1877 καὶ ὑπὸ στοιχ. ΧΚΔ νόμου Ἐπιτροπὴ, ἥτις λόγῳ ἀνικανότητος μόνους τοὺς τυφλοὺς καὶ ἠκρωτηριασμένους δύναται νὰ ἐξαιρέσῃ· ἀμφισβητουμένης δὲ τῆς ἡλικίας, μόνη ἐπίσημος ληξιαρχικὴ πρᾶξις εἶναι δεκτὴ καὶ ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν Ἐπιτροπήν. Κατὰ μόνων τῶν περὶ ἀπαλλαγῆς ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης ἐπιτρέπεται προσφυγὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἥτις ὅμως δὲν ἀναστέλλει τὴν καταδίωξιν. Κατὰ τῶν μελῶν τῆς ἀνωτέρω Ἐπιτροπῆς ἐφαρμόζονται αἱ ποινικαὶ διατάξεις τῶν ἄρθρων 103 καὶ 104 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου. Οἱ ἐντὸς 2 μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου προσελευσόμενοι καὶ καταταχθησόμενοι εἰς τὸν στρατὸν ἔκτακτοι ἔφεδροι, οἵτινες, καίτοι νομίμως κλητευθέντες, δὲν προσῆλθον ἐντὸς τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ νόμου ΧΘʹ. ὡρισμένης προθεσμίας, ὡς καὶ οἱ μετὰ τὴν προθεσμίαν ταύτην προσελθόντες ἤδη καὶ ὑπηρετοῦντες, θέλουσι μείνει ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ ἐπὶ ἓξ μῆνας ἀντὶ ἑνὸς ἔτους· ἄλλως ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ μνημονευθέντος ἄρθρου 35 τοῦ ΧΘ νόμου.
§58Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἓν ἄρθρον εἶναι αὐτό; Αὐτὸ ἀναιρεῖ νόμους παλαιούς.
§59ΡΙΚΑΚΗΣ. Τροποποιεῖ....
§60Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ νομίζετε, ὅτι δι’ ἑνὸς ἄρθρου δύνασθε νὰ τροποποιήσητε....
§61ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσω. Εἶπον, ὅτι διὰ τοὺς κληρωτούς....
§62Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν τώρα νὰ ψηφίσωμεν τοιαῦτα.
§63ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἂν δὲν θέλετε τὸ δεύτερον μέρος, ἀποῤῥίψατε...
§64Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅπως μάλιστα συνέταξε τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὁ κύριος Ῥικάκης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι τροπολογία αὐτὴ, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀνέγνωσεν. Ὁ κύριος Ῥικάκης διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ νομοθετεῖ τὴν συγκρότησιν στρατολογικοῦ συμβουλίου, τροποποιεῖται δὲ ὁ νόμος περὶ στρατολογίας· εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ αὐτὸ ὡς τροπολογία;
§65ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ προβλέπει ὅλας τὰς περιστάσεις, ἀλλὰ ἐνόμισα, ὅτι αἱ περιστάσεις πρέπει νὰ τροπολογηθῶσιν. Ἐὰν νομίζῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι τὸ τῆς ἐφεδρείας δὲν πρέπει νὰ τεθῇ ἐνταῦθα, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὑποβάλω ἰδιαιτέραν πρότασιν, καθότι θεωρῶ ἐν πλήρει ἰσχύϊ τὸν περὶ ἐφεδρείας ΧΘʹ νόμον.
§66ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν συζητοῦμεν τὸ νομοσχέδιον, ἐπῆλθε δὲ μία διαφωνία εἰς τὸ ἄρθρον 7 καὶ εἴπομεν νὰ παραδεχθῶμεν μίαν τροπολογίαν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἰδέαν νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις καὶ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν τοῦ Ὑπουργείου. Τώρα ἔρχονται καὶ φέρουν ὁλόκληρον νομοσχέδιον ὡς τροπολογίαν.
§67ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, δὲν ἐννοῶ τὰς ἐνστάσεις καὶ τὰς ἀντιῤῥήσεις κατὰ τῆς τροπολογίας. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον ὁμιλεῖ περὶ ἐξαιρέσεων καὶ ἀπαλλαγῶν, ὅπως δὲ εἶναι συντεταγμένον, δὲν εἶναι ἀκριβές. Τί πρόκειται νὰ κανονισθῇ διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς; αἱ ἐξαιρέσεις καὶ ἀπαλλαγαί. Ἡ τροπολογία ἐπαναλαμβάνουσα, ὅτι ἐξαιροῦνται οἱ ἀναφερόμενοι εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου τοῦ ἐψηφισμένου, παραπέμπει εἰς τ’ ἀποφασισμένα καὶ κανονίζει τὸν τρόπον τῆς ἐκδικάσεως τῶν αἰτήσεων περὶ ἐξαιρέσεως. Προστίθεται ἄλλη διάταξις ὑπάρχουσα ἐπίσης εἰς τὸν νόμον· οἱ ὑπηρετήσαντες θὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ ὑπηρετήσωσιν; οὐχὶ δὲν θὰ ὑπηρετήσωσιν ὡς ἐθελονταὶ, ὡς στρατιῶται, ὡς ἔφεδροι. Καὶ τοῦτο τὸ ζήτημα τὸ λύει ἡ τροπολογία. Δὲν βλέπω τί νέον ἔχει. Ὁ νόμος ὁ περὶ ἐφεδρείας εἶναι ἐν ἰσχύϊ; οὐχί, καὶ ἰδίως ὡς πρὸς τὴν τρίτην καὶ τετάρτην σειράν. Λοιπὸν τί θὰ γείνῃ κατ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν παρουσιάσθησαν; Νὰ τοὺς συγχωρήσῃ εἶναι σκανδαλῶδες· ὁ νόμος ἐπιβάλλει ποινὰς αὐστηρὰς εἰς τοὺς μὴ παρουσιασθέντας, καὶ τὰς ποινὰς αὐτὰς ὁ κύριος Ῥικάκης ἠθέλησε νὰ ἐλαττώσῃ, ἐφαρμόσας τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐφηρμόσαμεν ὡς πρὸς τοὺς καθυστερήσαντας κληρωτούς.
§68Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο, δὲν ἔχω νὰ κάμω παρατήρησιν· ἡ Βουλὴ ἂς τροποποιήσῃ τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως θέλει· ἀλλὰ οὐδεμία τροπολογία δύναται νὰ ἔλθῃ, διὰ νὰ κανονίσῃ τὰ ὑπὸ ἑνὸς ἄλλου καθεστῶτος νόμου διατασσόμενα. Οἱανδήποτε μεταβολὴν καὶ ἂν θέλῃ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ φέρῃ ἐπὶ τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὰ 1877 περὶ ἐφεδρείας, δὲν δύναται νὰ τὴν φέρῃ παρὰ διὰ νομοσχεδίου αὐτοτελοῦς, αὐτὸ τὸ ἴδιον τὸ ὁποῖον ἔπραξε καὶ περὶ τῶν καθυστερούντων κληρούχων. Ἔχομεν νόμον περὶ ἀπογραφῆς· ὁ νόμος δὲν ἐφηρμόσθη, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον αὐτοτελὲς, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ νὰ θεραπεύσῃ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου αὐτοῦ περὶ ἀπογραφῆς καὶ, κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, πρόκειται νὰ μεταβληθῇ, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας ἢ τῶν κκ. Ὑπουργῶν, τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον· δὲν δύναται ὅμως ὁ νόμος περὶ ἐφεδρείας τοῦ 1877 νὰ μεταβληθῇ διὰ τροπολογίας ἐπὶ ἄλλου νόμου. Σήμερον ἡ Βουλὴ δὲν δύναται τίποτε ἄλλο νὰ ψηφίσῃ, παρὰ τροπολογίας ἀφορώσας εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐξαιρῶνται ἢ θὰ παρουσιάζωνται οἱ ἐθνοφύλακες εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἥτις θὰ τοὺς ἐξετάζῃ.
§69ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ θεωρῶ ἀναγκαῖον, θὰ δώσω τὸν λόγον. Ὁ νόμος περὶ ἐφεδρείας ὑποχρεοῖ τοὺς μὴ προσελθόντας κατὰ τὸ τρίμηνον διάστημα νὰ ὑπηρετήσωσιν ἓν ἔτος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχει εἷς νόμος περὶ στρατολογίας, ἔχομεν δὲ καὶ ἕνα νόμον περὶ ἐφεδρείας καὶ ἐπειδὴ σχετίζεται ἡ μία ὑπηρεσία μὲ τὴν ἄλλην, νὰ τεθῇ μία διάταξις, ἥτις νὰ περιορίζῃ αὐτὴν τὴν ποινήν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν τὸ ἐγκρίνῃ, ἐγὼ δὲν ἔχω κανὲν συμφέρον νὰ ἐπιμείνω.
§70Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι ὅλον τὸ ἴδιον ὡς νὰ προσθέσωμεν ἓν ἄρθρον, καὶ νὰ τροπολογήσωμεν ἄρθρον τῆς πολιτικῆς δικονομίας, ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ κ. Ῥικάκης ὁ νομομαθὴς ὑπέπεσεν εἰς ἓν τοιοῦτον σφάλμα.
§71ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εἰς τὸ προκείμενον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, εἴχομεν ὑποβάλει τροπολογίαν, ἡ ὁποία διετυπώθη εἰς ἕκτον, ἕβδομον καὶ ὄγδοον ἐδάφιον. Αἱ τροπολογίαι αὗται καὶ αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὸ ἕβδομον ἄρθρον ἐξαιρέσεις εἰσὶν αὐταὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι περιέχονται εἰς τὸν νόμον περὶ ἀπογραφῆς. Ὁ κ. Ῥικάκης ἀνέλαβε τὴν φροντίδα νὰ διατυπώσῃ τὸ ὅλον ἄρθρον, καὶ ὅπως τὸ διετύπωσε, δὲν εἶναι πλέον σχοινοτενές, ἢ ὅπως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχει, ἀλλ’ εἶναι συντομώτερον. Ὁ κ. Ῥικάκης οὐδὲν ἄλλο ἔπραξε περιπλέον ἢ νὰ ὁρίσῃ παρὰ τίνος ἀρχῆς θὰ ἐκδικάζωνται αἱ περὶ ἐξαιρέσεως αἰτήσεις. Μίαν μόνην νέαν διάταξιν συμπεριέλαβεν, εἶναι δὲ ἐκείνη, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔκαμε παρατήρησιν ὁ ἀξιότιμος Πετιμεζᾶς, ἡ ἀφορῶσα τοὺς καθυστεροῦντας ἐφέδρους. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, καὶ ἂν λείψῃ ἡ διάταξις αὕτη, οὔτε βλάπτει, οὔτε ὠφελεῖ. Οἱ μὴ ὑπηρετήσαντες ὑποχρεοῦνται νὰ ὑπηρετήσωσι καὶ σήμερον ὡς ἐθνοφύλακες, ἂν κληρωθῶσι.
§72ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ περὶ ἐφέδρων ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀφαιρέσωμεν, διὰ νὰ μὴ χάνωμεν καὶ τὸν καιρόν μας.
§73Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ῥικάκη, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐκκρεμὲς, δὲν μ’ ἐνδιαφέρει οὐδόλως· διότι, κηρυχθεὶς κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀδιαφορῶ ποίας θὰ λάβῃ τροπολογίας. Ἀλλ’ μ’ ἐνδιαφέρει ἄλλο ζήτημα πολὺ σπουδαῖον, ὡς συνδεόμενον μὲ τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Δύο, κ. Πρόεδρε, ὑπάρχουν τρόποι τοῦ νομοθετεῖν· αʹ ἡ πρότασις τῶν νόμων, ἥτις ἀνήκει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ εἰς τοὺς Βουλευτὰς, καὶ βʹ. ἡ τροποποίησις αὐτῶν διὰ τροπολογιῶν. Πᾶσα δὲ τροπολογία δὲν εἶναι πρότασις, οὐδὲ πᾶσα πρότασις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς τροπολογία. Ὅ,τι φέρει ὁ κ. Ῥικάκης σήμερον εἶναι αὐτοτελὴς πρότασις μεταβολῆς τοῦ νόμου περὶ ἐφέδρων. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ παραδεχθῶμεν διὰ τῆς ὁδοῦ τῶν τροπολογιῶν πρότασιν αὐτοτελῆ, τροποποιοῦσαν τὸν νόμον περὶ τῆς ἐφεδρείας. Ἐὰν ὁ κ. Ῥικάκης ἢ καὶ ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ἀναγκαῖον νὰ τροποποιηθῇ ὁ νόμος περὶ ἐφεδρείας, δύναται νὰ παρουσιάσῃ πρότασιν, ἵνα τὸν τροποποιήσῃ· ὅπως ἡ κυβέρνησις ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ τροποποιήσῃ τὸν νόμον περὶ ἀπογραφῆς, καὶ ἐπρότεινεν, ἵνα οἱ καθυστεροῦντες κληρωτοὶ δύνανται νὰ ἀπαλλαγῶσι τῆς ὑποχρεώσεως, ἐὰν ὑπηρετήσωσι μόνον ἓν ἔτος, οὕτω δύναται νὰ φέρῃ ὁ κ. Ῥικάκης πρότασιν νόμου, τροποποιοῦσαν τὸν νόμον περὶ ἐφεδρείας, δι’ οὗ νὰ περιορίσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐφέδρων τῶν καθυστερούντων εἰς τρεῖς ἢ ἕξ μῆνας. Ἀλλὰ διὰ τῆς ὁδοῦ τῶν τροπολογιῶν δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅπως σᾶς εἶπεν ὁ κ. Α. Πετιμεζᾶς, δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν ὅλους τοὺς νόμους διὰ τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι καμμίαν σχέσιν πρὸς ἄλλα νομοσχέδια. Τὸ πρῶτον μέρος τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Ῥικάκη ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν καὶ εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐξαιρέσεων. Περὶ τούτου δύνανται νὰ πράξωσιν ὅπως θέλουσιν. Ἀλλὰ τὸ δεύτερον μέρος τῆς τροπολογίας, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν νόμον τῆς ἐφεδρείας, οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει πρὸς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ διὰ τοῦτο, ἐὰν ὁ κ. Ῥικάκης θέλῃ νὰ νομοθετηθῇ τοιοῦτος νόμος, ὀφείλει νὰ φέρῃ πρότασιν ἰδίαν, αὕτη δὲ θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν ὁ Κανονισμὸς διαγράφει διὰ τὰς αὐτοτελεῖς προτάσεις. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ διαδικασίας μεταξὺ τῶν τροπολογιῶν καὶ τῶν προτάσεων· διότι ἡ πρότασις ὑποβάλλεται ἐγγράφως εἰς τὴν Βουλὴν, τυποῦται, διανέμεται, παραπέμπεται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἐγγράφεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ καθεξῆς· καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὰς τροπολογίας, τὸ μέρος τοῦ Κανονισμοῦ τὸ κανονίζον αὐτὰς μένει ἐν ἀχρηστίᾳ ἐντελῶς, διότι οὐδεμία τροπολογία παραπέμπεται εἰς τὴν οἰκείαν Ἐπιτροπήν. Ἕκαστος Βουλευτὴς δύναται νὰ προτείνῃ τοιαύτην, καὶ μᾶς ὑποχρεοῖ νὰ συζητήσωμεν ἀμέσως περὶ αὐτῆς. Πρέπει τὸ δικαίωμα τῆς τροπολογίας νὰ ἔλθῃ ἐντὸς τῆς τροχιᾶς του καὶ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ ὁ Κανονισμὸς ἐπιτρέπουν. Νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως τοῦ δευτέρου μέρους τῆς τροπολογίας, διότι ἀποτελεῖ αὐτοτελῆ πρότασιν καὶ πρέπει νὰ διέλθῃ τὰς διατυπώσεις τοῦ Κανονισμοῦ.
§74ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἂς ἀφαιρεθῇ αὐτὸ τὸ μέρος.
§75ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥικάκη ἐννοεῖ ὅ,τι καὶ προηγουμένως σᾶς ἐξήγησα. Ἐὰν ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥικάκη ψηφισθῇ, ἐννοεῖται, ὅτι θὰ ἦναι εἰς πλήρη ἐνέργειαν ὁ νόμος, ὃν συζητοῦμεν σήμερον. Ἀλλὰ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥικάκη ἔχει τὴν ἔννοιαν, ὅτι, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος τῆς ἐφεδρείας, θὰ ζητηθῇ ἄλλη ἄδεια, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς δεχόμεθα τὴν τροπολογίαν, διὰ νὰ τελειώσωμεν μίαν ὥραν γρηγορώτερα.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥικάκη.
§77ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.
§78ΡΙΚΑΚΗΣ (ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 7. Αἱ περὶ ἐξαιρέσεως καὶ ἀπαλλαγῆς διατάξεις τῶν ἄρθρων 32 καὶ 33 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀπαλλασσομένων καὶ τῶν ὑπηρετησάντων αὐτοπροσώπως εἰς τὸν στρατὸν ἐπὶ 6 τοὐλάχιστον μῆνας ὡς ἐθελοντῶν, ἢ κατὰ τοὺς περὶ ἀπογραφῆς καὶ περὶ ἐκτάκτου ἐφεδρείας νόμους. Περὶ τῆς ἐξαιρέσεως καὶ ἀπαλλαγῆς ἀποφασίζει ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουλίου 1877 καὶ ὑπὸ στοιχ. ΧΚΔ νόμου Ἐπιτροπὴ, ἥτις λόγῳ ἀνικανότητος μόνους τοὺς τυφλοὺς καὶ ἠκρωτηριασμένους δύναται νὰ ἐξαιρέσῃ. Ἀμφισβητουμένης δὲ τῆς ἡλικίας, μόνη ἐπίσημος ληξιαρχικὴ πρᾶξις εἶναι δεκτὴ καὶ ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν Ἐπιτροπὴν· κατὰ μόνων τῶν περὶ ἀπαλλαγῆς ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης ἐπιτρέπεται ἡ προσφυγὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἥτις ὅμως δὲν ἀναστέλλει τὴν κατάταξιν. Κατὰ τῶν μελῶν τῆς ἀνωτέρω ἐπιτροπῆς ἐφαρμόζονται αἱ ποινικαὶ διατάξεις τῶν ἄρθρων 103 καὶ 104 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 7 ὡς ἀνεγνώσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§80ΤΙΝΕΣ. Τὸ σύνολον.
§81ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἔχω μίαν προσθήκην ἄρθρου.
§82ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 12.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 12 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐνερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δεύτερον ἀντικείμενον ἔχομεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν.
§85ΤΙΝΕΣ. Ἡ σύμβασις τῶν παλαιῶν δανείων.
§86Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν πολλῶν ὑπεβλήθη ἀναφορὰ πολλῶν ἀξιωματικῶν τεθέντων ἐν ἀποστρατείᾳ· ἡ ἀναφορὰ αὕτη παρεπέμφθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν στρατιωτικῶν, ἥτις ἀπὸ τῆς προχθὲς κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ μελετήσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ, νὰ εὐαρεστηθῇ μίαν ἡμέραν ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος νὰ φέρῃ τὴν ἀπόφασίν του. Νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ συζητήσωμεν τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, ἐγὼ δὲ προτείνω ὡς ἡμέραν συζητήσεως τὴν Τετάρτην.
§87ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός.). Μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν, θὰ φέρωμεν τὴν γνώμην μας, καὶ παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν, ἵνα ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς γείνῃ τότε.
§88Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, 50 ἀξιωματικοὶ ἐτέθησαν εἰς ἀποστρατείαν. Δὲν ἐξετάζω ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως· ὁμολογούμενον ὅμως εἶναι, καθὼς καὶ ὁ θέσας αὐτοὺς εἰς ἀποστρατείαν ὑπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ μακρὸν διάστημα τῆς ὑπηρεσίας των ὑπηρέτησαν ἐντίμως καὶ ἐπαξίως. Οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι παραπονοῦνται, εἴτε δικαίως εἴτε ἀδίκως, ὅτι ἠδικήθησαν, τεθέντες εἰς ἀποστρατείαν, ζητοῦν δὲ ἐπανόρθωσιν τοῦ προσγενομένου εἰς αὐτοὺς ἀδικήματος. Δίκαιον ἑπομένως καὶ φιλάνθρωπον εἶναι νὰ δοθῇ ἓν τέλος εἰς τὰ παράπονά των, νὰ μὴ διατελοῦν εἰς ἐκκρεμότητα, ἡ ὁποία τοὺς ἀφανίζει. Σημειώσατε δὲ, ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν διατελοῦσιν εἰς ἔντιμον πενίαν καὶ ὅτι ἔχουσιν ἤδη 10 μῆνας νὰ λάβωσι μισθόν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ καθῆκον ἔχῃ νὰ φροντίζῃ ὄχι μόνον νὰ δικαιῶνται οἱ ἀδικούμενοι, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ μὴ παρορᾷ καὶ φέρῃ εἰς ἀπελπισίαν ἄνδρας ἐντίμως ὑπηρετήσαντας τὴν πατρίδα των, ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ὄψιν τὴν αἴτησιν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἀξιωματικῶν καὶ νὰ δώσῃ ἀπάντησιν ὅσον ἔνεστι ταχίστην. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πολλὰ ἄλλα ἀντικείμενα τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας εἶναι ἐπίσης κατεπείγοντα, ἀλλ’ ὁμολογουμένως δὲν ἐπείγουσι τοσοῦτον, ὥστε ἡ ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας ἀναβολὴ τῆς συζητήσεώς των νὰ προσβάλῃ καιρίως τὰ δημόσια συμφέροντα, ἐνῶ δυνατὸν εἶναι ἡ ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας ἀναβολὴ τοῦ περὶ τῶν ἀποστράτων ζητήματος νὰ φέρῃ τὴν καταστροφὴν εἰς τόσους ἐντίμους ἀξιωματικούς. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι πέντε μέχρι τοῦδε θύματα τῆς καταστάσεως ταύτης προῆλθον· τινὲς τούτων ἔγειναν αὐτόχειρες, ἄλλοι ἀπέθανον ἐκ στερήσεως. Ἐκ τούτων δῆλον καθίσταται, ὅτι ἡ δικαιοσύνη, ἡ φιλανθρωπία σᾶς ἐπιτάττει νὰ δώσητε ἓν τέλος εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, καὶ παρακαλῶ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ ἐναντίον, νὰ ὁρισθῇ δὲ ἡ Πέμπτη ὡς ἡμέρα συζητήσεως.
§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§90ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ὅ,τι μέτρον ληφθῇ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς, παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ἐπίσης καὶ διὰ τοὺς ναυτικούς.
§91Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ πρῶτον ἀντικείμενον μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν νὰ ἦναι αὐτό.
§92ΦΙΛΗΜΩΝ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, ἰσοδυναμεῖ μὲ τελείαν ἀναβολὴν, δηλ. ἀπώλειαν τῆς ὅλης ὑποθέσεως. Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ζήτημα ἂν ἡ Βουλὴ θὰ συνεδριάζῃ· ἑπομένως πρέπει νὰ προσδιορισθῇ ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος ἡμέρα πρὸς συζήτησιν.
§93ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατόπιν θὰ συζητήσωμεν τὰς πιστώσεις. Πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ κάμωμεν.
§94Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα αὐτὸ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἀρξαμένης ἤδη νὰ εἰσάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, ὅπως ἄρῃ ἐκ τοῦ μέσου τὴν συνταγματικὴν αὐτὴν ἀνωμαλίαν τῶν ἐξόδων ἄνευ νόμου, σύμφωνα, λέγω, μὲ τὴν ἀρχὴν αὐτὴν εἴμεθα ἠναγκασμένοι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ συζητήσωμεν καὶ τὸ ζήτημα τῶν ἀξιωματικῶν. Διατί; Διότι ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφανθῇ, ἂν οἱ ἄνδρες αὐτοὶ ἐτέθησαν καλῶς ἢ κακῶς εἰς ἀποστρατείαν. Ἑπομένως κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς θὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οὗτοι εἰς τὸν πίνακα τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴτε τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικῶν εἴτε τῶν συνταξιούχων· ὥστε ἀναγκαῖον καθίσταται νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα πρότερον. Τόσον δὲ περισσότερον νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ λυθῇ μίαν ὥραν ταχύτερα, διότι, ὡς λίαν εὐγλώττως ὁ κ. Ἀντωνόπουλος σᾶς παρέστησεν, οἱ ἄνδρες οἱ ὑπηρετήσαντες ἐπὶ 40 καὶ 50 ἔτη τὸν τόπον, σήμερον ἀπὸ δέκα μηνῶν δὲν λαμβάνουν οὔτε σύνταξιν οὔτε μισθόν· καὶ νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους δὲν πρέπει νὰ παραπέμπῃ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Καλένδας αἴτησιν ἀνθρώπων ὑπηρετησάντων ἐπὶ τοσούτους χρόνους τὴν πολιτείαν καὶ ἀναφερομένους εἰς τὴν Βουλὴν δὲν εἶναι δίκαιον, οὔτε ὀρθὸν, οὔτε σύμφωνον μὲ τὸ πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς φιλανθρωπίας, οὔτε μὲ τὸ καθῆκον τῆς Βουλῆς, ν’ ἀναβάλῃ ἐπ’ ἀόριστον τοιαύτην δικαίαν αἴτησιν.
§95ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ προστίθεμαι εἰς τὴν γνώμην τοῦ προαγορεύσαντος. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δίκαιον ἔχει νὰ σπεύδῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι τὸ κυριώτερον ἔργον της τοῦτο εἶναι· ἀλλὰ δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον, πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δὲν λύομεν καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ ἄρῃ ἕν πρόσκομμα διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· δὲν πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν, ἁπλῶς καὶ μόνον ἰδέας θὰ ἀνταλλάξωμεν, ἐκ τῶν ἰδεῶν δὲ τούτων θὰ φωτισθῇ ἡ Κυβέρνησις τί πρέπει νὰ κάμῃ. Διὰ τοῦτο, καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ, οὐδὲ καιρὸν πολὺν θὰ χάσῃ ἡ Βουλὴ, διὰ νὰ λύσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἄλλον τόσον καιρὸν, ἐὰν ἐσυζητοῦμεν, ὅσον ἐσυζητήσαμεν, τὸ ἐλύομεν τὸ ζήτημα. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀνέφερε λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει ν’ ἀναβληθῇ. Ποῖος εἶναι ὁ λόγος; Ἐὰν ἔχῃ τοιοῦτόν τινα, ἂς μᾶς τὸν ἀναφέρῃ· ἁπλῶς καὶ μόνον τοῦτο, ὅτι ἡμεῖς δὲν δεχόμεθα νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, αὐτὸ μόνον δὲν ἀρκεῖ νὰ πείσῃ τοὺς Βουλευτάς.
§96Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Νομίζω περιττὸν νὰ προβῶμεν εἰς ψηφοφορίαν. Ἡ Βουλὴ ἀπέδωκεν εἰς τὴν αἴτησιν τῶν ἀξιωματικῶν σημασίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἐξαιρετικῶς τὴν ἀναφοράν των παρέπεμψεν εἰς εἰδικὴν Ἐπιτροπὴν, τὴν τῶν στρατιωτικῶν. Εἶναι ἑπομένως γνωστὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔδειξεν ἐνδιαφέρον ὑπὲρ αὐτῶν τῶν ἀξιωματικῶν· εἶναι ἐπίσης βέβαιον, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ φέρῃ γνώμην. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν θὰ ἦναι ἕτοιμον, ἵνα δεχθῇ συζήτησιν τοιαύτην. Οὐδὲν πρόσκομμα ἐπιθυμῶ νὰ φέρω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἐξ ἐναντίας ὅλοι ἡμεῖς ἀπεδέχθημεν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις αὐτοῦ μετὰ τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως περὶ τοῦ ἑνιαίου τῆς ψήφου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν μὲ τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἑξῆς. Ν’ ἀρχίσωμεν μὲν τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρὶν δὲ τελειώσωμεν αὐτὸν, ἤτοι κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, ἡμέραν τινὰ νὰ φέρωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ συμβαδίσῃ καὶ ἡ ἐπιψήφισις διαφόρων ἄλλων νομοσχεδίων, ἀναγκαίως δὲ θὰ προταχθῇ ἡ ἀνάγνωσις πολλῶν νομοσχεδίων, συνδεομένων μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἑτέρων, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουν εἰς τοπικὰ συμφέροντα, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ παραμεληθῶσι, καθὼς εἶναι τὸ περὶ Βοιωτικοῦ πεδίου, τὸ περὶ τῆς περιουσίας τῆς Λευκάδος καὶ ἄλλα τοιαῦτα, ταῦτα δὲ δὲν θὰ σταματήσουν τὴν πρόοδον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Νομίζω οὕτως, ὅτι 2 ἢ 3 ἡμέρας μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ διαρκέσῃ εἰμὴ δύο ὥρας, ὅτε καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ σχηματίσῃ ἰδίαν γνώμην.
§97ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν εἶχον σκοπὸν νὰ κάμω ἐπερώτησιν, καὶ ἐν εἴδει ἐπερωτήσεως νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἑξῆς λίαν σπουδαίου ζητήματος.
§98ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἄλλο εἶναι αὐτὸ ἢ σχετικόν;
§99ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Σχετικόν. Σήμερον, ἐπειδὴ πρόκειται τὸ ζήτημα νὰ προταχθῇ, ὅπως συζητηθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς περὶ τῶν ἐν ἀποστρατείᾳ ἀξιωματικῶν ἢ ὁ προϋπολογισμὸς, δράττομαι τῆς εὐκαιρίας ταύτης, διότι τὸ ζήτημα τὸ νομίζω λίαν σπουδαῖον. Βεβαίως, κ. Πρόεδρε, ὅσον καὶ ἂν νομίζω σπουδαῖον τὸ ζήτημα τὸ περὶ ἀποστράτων, δὲν ἤθελον συμφωνήσει μετὰ τῶν ἀξιοτίμων ὁμοφρόνων μου, ἐὰν δὲν ἦτο βέβαιον, ὅτι ἡ περὶ ἀποστράτων συζήτησις ὀλίγον ἤθελεν ἐπασχολήσει τὸ Σῶμα. Ἀληθῶς, ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, ἡ Βουλὴ θὰ διακόψῃ τὰς συνεδριάσεις αὑτῆς, διότι πολλοὶ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν θὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των· ἀλλ’ ἐπειδὴ, ὅπως πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἔντιμος κ. Μίλησης, τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν θὰ καταναλώσῃ πολὺν χρόνον, εἶναι δὲ καὶ σπουδαῖον, διότι μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν εἶναι καὶ ἄνθρωποι ἀναγκαῖοι διὰ τὴν διοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ, ὡς ἐκ τῶν γνώσεών των, καὶ ἀφοῦ ζητοῦμεν νὰ φέρωμεν διὰ τὸν στρατὸν ὀργανωτὰς ξένους, ἐνῷ ἔχομεν ἀξιωματικοὺς καλοὺς, τῶν ὁποίων τὰ φῶτα δυνάμεθα νὰ συμβουλευθῶμεν, τοὺς θέτομεν εἰς ἀποστρατείαν· τὸ τοιοῦτον καὶ ἐγὼ νομίζω πολὺ ἄτοπον. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι μετὰ δέκα ἡμέρας ἡ Βουλὴ θὰ παραλύσῃ, ἐπέρχονται δὲ καὶ αἱ ἑορταὶ, χάριν τῶν ὁποίων θ’ ἀναχωρήσωσι πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν· ἑπομένως εἴτε χάσωμεν μίαν ὥραν, εἴτε δύο, ὑπὲρ τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς περὶ τῶν ἀποστράτων, οὐδὲν πρὸς ταχεῖαν ἐπιψήσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ πράττομεν. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἐπιμένω εἰς τὴν συζήτησιν τῆς περὶ ἧς πρόκειται ἐκθέσεως, συνιστῶ δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ μετὰ τὴν 10 Δεκεμβρίου ἀναβολὴν, διότι ἄλλως τὴν εὐθύνην δὲν θέλω νὰ τὴν φέρῃ αὐτὸ τὸ Σῶμα, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις κακῶς συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν, ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ἦτο ἀδύνατον νὰ προσέλθωσιν οἱ κύριοι Βουλευταί. Βεβαιῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὰ πράγματα τῆς Ἀνατολῆς θὰ ζητήσωσι μετ’ οὐ πολὺ τὴν παρουσίαν τῆς Βουλῆς, καὶ αὕτη θ’ ἀναγκασθῇ ἢ νὰ ζητήσῃ ἔκτακτον Σύνοδον, ἢ νὰ ἐνεργήσῃ παρακαίρως ἐκλογάς. Λοιπὸν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὸ νομίζω ἕν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων.
§100ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός.). Εἶναι τόσον μέγα ἀντικείμενον, ὥστε εὐθὺς, εὐθὺς δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπροτάθη νὰ προσδιορισθῇ ἡ τρίτη ἡμέρα μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς ἡμέρα συζητήσεως τῆς ἐκθέσεως περὶ ἀποστράτων. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§102ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀδικώτατον καὶ φοβερὸν πρᾶγμα νὰ μὴ θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς αἴτησιν ἀξιωματικῶν λίαν ἐντίμως καὶ ἐπαξίως ὑπηρετησάντων τὴν Πατρίδα. — Δι’ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται παρὰ δέκα ἡ πρότασις; (ἐγείρονται πλείονες τῶν δέκα). (Γίνεται ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν.)
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 131, ἐξ ὧν 52 μὲν ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς προτάσεως, 79 δὲ κατ’ αὐτῆς· ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη.
§105ΣΟΥΤΣΟΣ. Πρέπει νὰ σημειωθῇ ῥητῶς εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι κατὰ συγκατάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀμέσως ὡς λήξῃ ὁ προϋπολογισμὸς, θέλει συζητηθῇ τὸ ζήτημα αὐτό.
§106ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα, μάλιστα!
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὸ περὶ τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§108ΣΟΥΤΣΟΣ. Ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸν παρεκάλεσα συγχρόνως νὰ ὑποβάλῃ καὶ τοὺς πόρους, ὅθεν θὰ ἐξαχθῶσι τὰ 2½ ἑκατομμύρια, ἅπερ θὰ πληρώνωμεν κατ’ ἔτος· θὰ τὸν παρακαλέσω λοιπὸν κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν νὰ μᾶς δώσῃ τὴν πληροφορίαν ταύτην, διὰ νὰ μὴ κάμωμεν ἐνστάσεις· πρόκειται νὰ πληρώσωμεν 2½ ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος. Πόθεν θὰ τὰ εὕρωμεν;
§109ΖΩΧΙΟΣ. Μὴ ἐγκαταστήσῃς εἰς τὴν πατρίδα σου ποτὲ δύναμιν, πρὸς τὴν ὁποίαν δὲν δύνασαι νὰ διαφιλονεικήσῃς καὶ περὶ τῶν ὁμολογουμένως δικαίων σου· καὶ δι’ αὐτὸ τὰ κράτη τῶν βασιλέων καὶ τῶν αὐτοκρατόρων συνεκεράσθησαν. Διατί; Διότι δὲν δύνασαι πρὸς τὴν δύναμιν αὐτῶν νὰ συζητήσῃς καὶ περὶ τῶν ὁμολογουμένως δικαίων σου. Καὶ τώρα, ὅπου ἐγὼ θὰ σᾶς λαλήσω, θὰ σᾶς λαλήσω περὶ τῶν ὁμολογουμένως δικαίων σας, ἀλλ’ ἡ φωνή μου δὲν θὰ ἀκουσθῇ. Διατί; Διότι πρὸ ὀλίγου ἐμετρήθημεν. Εἴμεθα 52 καὶ 79· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οὐδεὶς πρέπει νὰ παραιτηθῇ τῆς συζητήσεως. Καὶ τὸ πρᾶγμα εἶναι ὅλως ἁπλοῦν· εἰς ἕνα Τοῦρκον πτωχὸν εἶπεν ὁ ὑπηρέτης του· ἀφέντη, πωλοῦν μία καμήλα γιὰ τρεῖς παράδες. Δὲν τὴν ἀγοράζω, τοῦ εἶπε. Μετὰ παρέλευσιν ὀλίγου χρόνου τοῦ λέγει, ἀφέντη, πωλοῦν τὴν καμήλα διὰ 1000 γρόσια· τοῦ λέγει, φέρτην ἐδῶ. Ὁ ὑπηρέτης τὸν ἠρώτησε, διατί δὲν τὴν ἠγόραζεν, ὅταν εἶχε τοὺς 3 παράδες. Βρὲ, ἀνάθεμά σε, τοῦ λέγει, δὲν εἶχον τοὺς 3 παράδες· δὲν τοὺς εἶχον. Νὰ πληρώσωμεν τὰ δάνεια τοῦ 1824 καὶ 1825, ὅταν δὲν ἔχωμεν ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι! Καὶ ὅτι δὲν ἔχομεν ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι, τὸ λέγει τὸ χαρτονόμισμα. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν ἀλλέως τὸ ζήτημα· ἡ Βουλὴ πνέει τὰ λοίσθια, ναὶ ἢ ὄχι; δὲν ὑπῆρξεν οὔτε θὰ ὑπάρξῃ Βουλὴ εἰς τὸν κόσμον, ἡ ὁποία νὰ παρέτεινε τὴν ζωήν της, ὅσον τὴν παρετείναμεν ἡμεῖς. Φαντασθῆτε πλησίον μιᾶς γραίας πλουσίας καὶ παντοδυνάμου, πνεούσης τὰ λοίσθια, ὅτι ὁ ἱερεύς της τὴν πλησιάζει, τὴν χαϊδεύει, τὴν περιποιεῖται, διὰ νὰ ἀφήσῃ μέρος τῆς κληρονομίας της εἰς τι μοναστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον βέβαια μετέχει καὶ αὐτός. Εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πνέουσαν τὰ λοίσθια ἡ Κυβέρνησις παρουσιάζει τὰ σπουδαιότερα τῶν ζητημάτων νὰ τὰ λύσῃ ἀβρόχοις ποσί· νομίζετε πῶς αὐτὰ εἶναι φρόνιμα; Καὶ τίς διεπραγματεύθη τὰ δάνεια; Μαλικόπουλός τις· καὶ λέγει διατί θέτεις τὸ τίς; Διότι ἀξιότιμος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων τοὺς ὁποίους, ὅταν τοὺς ὀνομάσῃς, ὅλη ἡ Ἑλλὰς τοὺς γνωρίζει. Σημειωτέον δὲ κατὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε· ἀλλὰ περὶ τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825 οὔτε εἰς τὸν Ἀριστείδην ἐμπιστεύομαι. Διατί; Διότι, διὰ νὰ ἡσυχάσῃ ὁ Ἀριστείδης τοὺς συμπατριώτας του, πρέπει νὰ ἔχῃ ἐδῶ τρύπα (δεικνύων τὸν ἀγκῶνα του). Καὶ ἅμα δὲν ἔχει ἐδῶ τρύπα, μὴ τοῦ ἐμπιστευθῇς νὰ τὸν ἀποστείλῃς διὰ δάνεια. Ἐζήτησα ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν νὰ μοῦ λύσῃ τὸ ζήτημα πῶς τὸν ἐκαμάκιασε, πῶς τὸ κατώρθωσε νὰ τὸν ἐπιτύχῃ (ἀναγινώσκει). «Πρὸς τοὺς κυρίους Ν. Α. Νάζον καὶ κ. Θ. Μαλικόπουλον... Ἡμεῖς διὰ τοὺς ἀντιγραφεῖς τῶν εἰρηνοδικείων ἀπαιτοῦμεν προσόντα, καὶ εἰς αὐτοὺς δὲν χρειάζονται; Ἐὰν δὲ πληρώσωμεν τὰ παλαιά μας χρέη, λέγουν, ἡ Εὐρώπη δὲν μᾶς δανείζει οὔτε ὀβολόν. Μὰ ποτὲ νὰ μὴ μᾶς δανείσουν, διότι ἴσως σωφρονισθῶμεν. Περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος ἐγένοντο προτάσεις εἰς τὰ 1876, καὶ ἔχω τὰ πρωτότυπα ἔγγραφα. Ἄρχομαι δὲ ἀπὸ ἀναγνώσεως ἐπιστολῆς τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ. (Ἀναγινώσκει.) Ἠξεύρετε τί ἦτο γεωργικὴ τράπεζα; Ἦτο δέλεαρ, καὶ μὰ τὸν Θεόν, προκειμένου περὶ γεωργικῆς τραπέζης, θὰ ἔλεγον: Εὖγε, Κ. Κουμουνδοῦρε. Μὰ τώρα ποῦ γεωργικὴ τράπεζα; ποῦ εἶναι ἡ ἑτέρα, κ. Λομβάρδε; Προχθές, κύριοι, τυχαίως ἤμην εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ βλέπω, ὅτι δίδεται εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον ἕνας κεραυνός, διαμαρτήρησις ἀπὸ τῆς Ὁλλανδίας κατὰ τῆς συμβάσεως ὑπὸ τῶν κατόχων τῶν χρεωγράφων, καὶ ἐγὼ εἶπον τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου νὰ τὸ ἀναγνώσῃ. Μοὶ εἶπεν, ὅτι εἶναι τυπωμένον καὶ θὰ τὸ λάβωμεν καὶ ἡμεῖς. Ἐγὼ δὲν τὸ ἔλαβον, καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διανεμηθῇ, διότι δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος. Γνωρίζετε μίαν οἰκογένειαν Ξένου. Αὕτη ἔζη εἰς τὸ Ναύπλιον εἰς τὰ 1824 καὶ 25. Εἰς μίαν τράπεζαν εὑρέθη καὶ ὁ ἐκ Λευκάδος Σπυριδιὼν, ὁ ὁποῖος ἦτο βωμολόχος. Ὁ Ξένος τὸν ἔδειρεν. Ἀντεκδικούμενος ὁ Σπυριδιὼν τὸν περιμένει εἰς τὴν ἔξοδον. Ὁ Ξένος ἐφοβήθη. Τοῦ λέγει: Ἡσύχασε μὴ φοβεῖσαι. Ξένος ξένον ἔδειρεν εἰς ξένον σπῆτι. Οὕτω καὶ τώρα τὸ αὐτὸ συμβαίνει. Ἡ Βουλὴ καλεῖται, ὅταν μεταλαμβάνῃ τῶν ἀχράντων μυστηρίων, νὰ ἐπικυρώσῃ αὐτά. Πολιορκουμένης τῆς Σεβαστουπόλεως, ὁ μακαρίτης Αὐτοκράτωρ τῶν Ῥώσσων Νικόλαος ἐκινδύνευε ν’ ἀποθάνῃ. Εἶπεν εἰς τὸν ἰατρόν του: βρὲ, ὑπάρχει ἐλπὶς σωτηρίας; Ὄχι, μεγαλειότατε. Λοιπὸν καλέσατε τὸν πνευματικόν. Ἐκάλεσαν τὸν πνευματικόν. Ἐν τῷ μεταξὺ ἦλθεν ἀπόστολος ἐκ Σεβαστουπόλεως, φέρων φάκελλον. Δώσατε εἰς τὸν Διάδοχον, διότι ἐγὼ ψυχοῤῥαγῶ, ἔχω τὸν πνευματικόν. Ὁ πνευματικὸς εἶναι ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, εἴτε τὸν βλέπετε, εἴτε ὄχι, καὶ σᾶς τὸ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, καὶ δι’ αὐτὸ θέλει νὰ προταχθῇ ὁ προϋπολογισμός. Ὑπάρχοντος λοιπὸν τοῦ πνευματικοῦ ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, δὲν ἀφίνομεν αὐτὸ τὸ ζήτημα διὰ τὴν διαβολοβουλὴν; Καὶ πῶς σᾶς πιάνει αὐτὸ τὸ δαιμόνιον τῶν παλαιῶν χρεῶν, ὅταν ἡ πεῖνα σᾶς κυριεύῃ, καὶ ἐνῷ πρόκειται νὰ παραδώσητε τὴν πόλιν ἕνεκα πείνης; Σεῖς κηρύττετε, ὅτι πρόκειται νὰ κάμητε ἓν Λουκούλιον δεῖπνον· τοῦτο δὲ δὲν εἶναι οὔτε δι’ ἐμὲ, οὔτε διὰ σᾶς, οὔτε διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ κἄποιος θὰ τὸ φάγῃ· τώρα ποῖος, αὐτὸ μένει εἰς τὴν σοφίαν σας νὰ τὸ εὕρητε.
§110Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀρχόμεθα τῆς συζητήσεως τοῦ προταθέντος νομοσχεδίου πρὸς κύρωσιν τῆς συμβάσεως τῆς συνομολογηθείσης ἐν Λονδίνῳ πρὸς τακτοποίησιν τῶν παλαιῶν δανείων. Ἡ ὑπόθεσις δὲν εἶναι νέα, εἶναι ὑπόθεσις παλαιοτάτη. Πολλάκις ἀπησχόλησε καὶ τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου ἡ ἀνάγκη τῆς τακτοποιήσεως τῶν χρεῶν τούτων, πολλάκις Κυβερνήσεις διάφοροι ἐπελάβοντο τοῦ ἔργου, τελευταῖον δὲ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ Κοινοβούλιον ἀπησχολήθη μετ’ ἐπιμονῆς διὰ νὰ ἐξεύρῃ τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου ἠδύνατο συμφορώτερον νὰ τακτοποιήσῃ τὴν ἐκκρεμῆ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον μείνασαν οἰκονομικὴν ταύτην ὑπόθεσιν, καὶ νὰ κατορθώσῃ διὰ ταύτης ν’ ἀνοίξῃ τα χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἑλληνικῆς δραστηριότητος, νὰ παγιώσῃ δὲ τὴν ἑλληνικὴν πίστιν. Ὁ κ. Ζωχιὸς ὡμίλησεν ἐπὶ διαφόρων ἀντικειμένων. Νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαντήσω μόνον εἰς τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς, διότι κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν καὶ τὴν τρίτην θέλουσι λεχθῇ πολλὰ ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως καὶ θέλομεν εὑρεθῆ εἰς θέσιν ν’ ἀπαντήσωμεν ἐπὶ τῶν ἀντιῤῥήσεων. Ὡς πρὸς τὴν ἀναβολὴν παρατηρῶ, ὅτι ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον προέβαλεν ὁ ζητῶν τὴν ἀναβολὴν, εἶναι, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὸ ἔτος 1871, ἐνόμισεν ὅτι πρέπει νὰ συνδυάσῃ τὴν ἀναγνώρισιν τῶν παλαιῶν δανείων μετὰ τινος ἐσωτερικῆς ἐπιχειρήσεως, μετὰ τῆς συστάσεως τῆς γεωργικῆς Τραπέζης. Ὅλοι οἱ κατὰ καιροὺς μεριμνήσαντες περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐσκέφθησαν νὰ συνδυάσωσι ταύτην πολυτρόπως, καὶ οἱ μὲν ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὴν συνδυάσωσι μὲ ἐξωτερικὸν δάνειον, ἄλλοι μετὰ συστάσεως ἱδρυμάτων κοινωφελῶν. Αἱ συζητήσεις αἱ γενόμεναι μέχρι τοῦδε διεφώτισαν ἀρκούντως τὸ δημόσιον φρόνημα, ὅτι ἡ τακτοποίησις τῶν παλαιῶν δανείων πρέπει νὰ γείνῃ μονομερῶς, ἀποκεχωρισμένη πάσης ἄλλης ἐπιχειρήσεως, ἐν δὲ τῷ κοινοβουλίῳ ἐξεφράσθη ὁμοία γνώμη. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καθ’ ὃν χρόνον ἔδιδε τὰς ὁδηγίας εἰς τὸν κ. Μαλικόπουλον, ἠθέλησε νὰ συνδυάσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην μετὰ συνομολογήσεως ἐξωτερικοῦ δανείου, ἐξέφρασε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν αὐτὸς εἶχε. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ἡ γνώμη αὕτη ἦναι ὀρθὴ καὶ συμφέρουσα ἢ ὄχι, φαίνεται ὅμως ὅτι ἡ πραγματοποίησις τῆς γνώμης ταύτης ἀπέτυχε. Τοῦτο, βεβαίως, δὲν ἀποτελεῖ οὐδὲ δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς διαφωνία μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου καὶ ἐμοῦ. Ἐγὼ εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐφρόνουν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἔπρεπε νὰ τακτοποιηθῇ αὐτοτελῶς καὶ ἀποκεχωρισμένως παντὸς ἄλλου σκοποῦ. Ἐν τούτοις τὰ ἀποτελέσματα ἀπέδειξαν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνδυασθῇ μετὰ τῆς συνομολογήσεως δανείου. Ὁ λόγος λοιπὸν, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ζωχιὸς προτείνει, τῆς ἀναβολῆς, διὰ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλὴ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐξέδωκε κατὰ τὸ 1871 πρὸς τινα κύριον, καὶ προέτρεψεν αὐτὸν νὰ συνδυάσῃ τὴν τακτοποίησιν τῶν παλαιῶν δανείων μετὰ τῆς συστάσεως γεωργικῆς Τραπέζης, δὲν εἶναι λόγος δικαιολογῶν ἀναβολὴν, διότι ἡ Βουλὴ γνωρίζει ὅλας τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι κατὰ καιροὺς προετάθησαν περὶ τοῦ συνδυασμοῦ τῆς τακτοποιήσεως τῶν παλαιῶν δανείων μετ’ ἄλλων ἐπιχειρήσεων, γνωρίζει δὲ καὶ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξαν πολλοί, ὅτι αὐτοτελὴς καὶ μονομερὴς τακτοποίησις συμφέρει περισσότερον εἰς τὴν Ἑλλάδα· διὰ τοῦτο ἀνθίσταμαι κατὰ τῆς ἀναβολῆς.
§111ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐλάλησε πρὸς ἡμᾶς ὡς πρὸς εἰδότας. Τὰ γνωρίζετε σεῖς; ἂν τὰ γνωρίζετε, εἶναι περιττὸν νὰ τὰ συζητῶμεν· Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν τὰ γνωρίζω, οὔτε τὰ ἐννοῶ. Πρὸς τίνα σκοπὸν θέλετε νὰ πληρώσητε τὰ παλαιὰ δάνεια τώρα; Ἔχετε χρήματα; δύνασθε νὰ ἐπιβάλλητε φόρους; ὄχι. Σημειωτέον δὲ, ὅτι οἱ ἀπεσταλμένοι τῆς Κυβερνήσεως διεπραγματεύθησαν διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ δι’ ἑαυτοὺς καὶ δὲν εὑρέθη μεταξὺ τόσου πλήθους ἐντίμων ἀνθρώπων εἴτε ἐντὸς εἴτε ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου κανεὶς δι’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν; Ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὁ ὁποῖος ἐγήρασεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ἐπήγαινεν; Ὁ Θεὸς νὰ φυλάξῃ, οὐδεὶς θὰ ἐδέχετο παρὰ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶχε συμφέροντα προσωπικά. Παρεχωρήσαμεν, λέγει, τὸ χαρτόσημον καὶ τὸ τελωνεῖον τῆς Κερκύρας· καὶ τοὺς στρατιώτας ποῖος θὰ τοὺς πληρώσῃ; Καταλαμβάνετε, ὅτι ἐμβαίνομεν εἰς τὸν λαβύρινθον; καὶ ἐμβῆκε μὲν ὁ μακαρίτης Θησεὺς, ἀλλὰ τῷ ἔδωσεν ἡ μακαρίτισσα κλοστὴν, τὴν ὁποίαν ἔδεσεν εἰς τὴν ἔξοδον, καὶ οὕτως ἐξῆλθε. Σεῖς πῶς θὰ ἐξέλθητε; Ἐνῷ λοιπὸν εὑρισκόμεθα ἐν ναυαγίῳ, θέλομεν νὰ πληρώσωμεν τὰ παλαιά μας χρέη. Αὐτὸ δὲν χωρεῖ εἰς τὸν νοῦν μου, ὁ ὁποῖος βεβαίως εἶναι μικρὸς, καὶ ἐὰν οἱ ἄγγελοι ὅλοι καταβοῦν ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ μοῦ εἴπουν: Ζωχιὲ, αὐτὸ εἶναι σωστὸν, θὰ εἴπω, εἶναι ἐναντίον τοῦ ὀρθοῦ λόγου, καὶ δὲν εἶσθε ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τοῦ Διαβόλου. Ἀλλ’ ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Βουλὴ γνωρίζει τὸ ζήτημα, ὅτι τὸ ἔλυσε, τί καλλίτερον θαῦμα; ἀλλὰ μετὰ ταῦτα θὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ζήτημα ἄλυτον καὶ θὰ ἐρωτήσωμεν, τίς πταίει; Ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς καὶ σεῖς πταίετε· ἐγὼ σᾶς ἠρώτησα καὶ δὲν ἤνοιξε κανεὶς τὸ στόμα νὰ εἴπῃ οὔ. Ὁ δὲ ἀξιότιμος συνάδελφός μας εἶπε, πολὺ καλὰ, εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀλλὰ νὰ μᾶς δείξῃ καὶ τοὺς πόρους, ἐξ ὧν θὰ καλύψῃ αὐτὰς τὰς νέας δαπάνας. Ἐπιμένω εἰς τὴν ἀναβολὴν, διότι αἱ δεύτεραι σκέψεις εἶναι σοφώτεραι τῶν πρώτων. Ἀλλὰ θὰ εἴπητε, πιστεύεις ὅτι θὰ γείνῃ ἀναβολή; ἀδύνατον, σᾶς τὸ εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, ὅταν μία δύναμις κατασταθῇ ἀρκούντως ἰσχυρὰ, ὥστε δὲν δύνασθε νὰ διαφιλονεικήσητε καὶ περὶ τῶν ὁμολογουμένως δικαίων· ἄπελθε, κρύψου, διότι θὰ ἔλθῃ ἡ θύελλα.
§112ΦΙΛΗΜΩΝ. Λυποῦμαι, διότι εὑρίσκομαι εἰς ἐκ διαμέτρου ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὴν γνώμην τοῦ προλαλήσαντος συναδέλφου. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους ὑμᾶς, ὅτι ἀποτέλεσμα τοῦ ἀκανονίστου τῶν παλαιῶν δανείων, ἅτινα συνωμολογήθησαν ἐν κρισίμοις ἐποχαῖς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀγῶνος καὶ ὑπῆρξαν, οὕτως εἰπεῖν, ἡ πρώτη ἐπίσημος ἀναγνώρισις τῆς πολεμούσης Ἑλλάδος, ὡς πολιτικοῦ σώματος, θαυμασίως δὲ συνετέλεσαν εἰς τὴν ἐπίῤῥωσιν τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος, ἐν κρισίμοις καιροῖς παντελοῦς πενίας, εἶναι γνωστόν, λέγω, ὅτι ἀποτέλεσμα θλιβερὸν τοῦ ἀκανονίστου τῶν δανείων τούτων ὑπῆρξεν ἡ καταστροφὴ τῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πίστεως ἡμῶν. Ἀπορῶ ἐντεῦθεν, πῶς δύναται νὰ μὴ γείνῃ λόγος περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν δανείων τούτων καὶ πῶς γεννᾶται ἀπορία περὶ τῆς σπουδῆς πρὸς τὸν κανονισμὸν αὐτῶν. Δὲν εἶναι ἄγνωστον εἰς ἡμᾶς, ὅτι, ἕνεκα τοῦ ἀκανονίστου τούτων, ἐσμὲν ἀποκεκλεισμένοι ἀπὸ τὰ χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης, κρινόμεθα ὡς χρεωκόποι, καὶ πολλάκις ἐξετοξεύθησαν καθ’ ἡμῶν σπουδαιόταται μομφαὶ καὶ κατηγορίαι. Γνωστὸν ἐπίσης, ὅτι καὶ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα οὐχ ἧττον συνετέλεσαν εἰς δυσάρεστον λύσιν καὶ εἰς τὴν δυσμένειαν τῶν μεγάλων Δυνάμεων αἱ αὐταὶ οἰκονομικαὶ ἀφορμαί. Θὰ μοὶ εἴπητε, καὶ τί χρησιμεύει ν’ ἀναγραφῶσιν αἱ ἀξίαι τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰ χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης; Τὸ τοιοῦτον εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον δι’ ἡμᾶς Ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων διὰ δημόσια ἔργα, διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας, διὰ μυρίους ἄλλους λόγους· τὰ χρήματα ταῦτα ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ παράσχῃ, ἀλλὰ μόνη ἡ Εὐρώπη, ὅπου τὰ κεφάλαια πλημμυροῦσι καὶ παρέχονται μὲ μικρὸν τόκον. Ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ ἀποκτήσωμεν τοιαῦτα κεφάλαια, ἀποκεκλεισμένοι τῶν χρηματιστηρίων ὄντες καὶ κεκηρυγμένοι ὡς χρεωκόποι; Δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς συνδυασμὸν οἰκονομικὸν σπουδαῖον καὶ νὰ ἐλπίσωμεν δάνειον; Εἶναι ἐντεῦθεν μία ἐκ τῶν πρωτίστων ἀναγκῶν, νὰ ἐπισπεύσωμεν τὸν κανονισμὸν τῶν χρεῶν αὐτῶν. Ἐννοῶ, ὅτι εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν δανείων αὐτῶν θὰ εὑρεθῶσιν οἱ ὠφεληθησόμενοι· ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον πρέπει νὰ τὸ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, διότι πάντοτε θὰ ὑπάρξουν ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ ὠφεληθῶσι· σήμερον θὰ ἦναι οἱ δεῖνα, αὔριον οἱ ἄλλοι· τὸ τοιοῦτον εἶναι ἀδιάφορον. Ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ σταθμίσωμεν τὰ μεγάλα ἐθνικὰ συμφέροντα, ἅτινα συνδέονται μετὰ τῆς λύσεως τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν νὰ φέρωμεν τὴν ψῆφόν μας. Πᾶσα λύσις θὰ φέρῃ βάρη εἰς τὸ τόπον· ἀλλὰ πάλιν ὀφείλομεν νὰ ἐρωτήσωμεν, ἂν τὰ βάρη αὐτὰ ἀντιζυγίζωνται δι’ ὠφελειῶν. Ἐὰν ὄντως ἐξετάσητε εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ καὶ ὑπὸ τὴν γενικωτέραν ἔποψιν τὸ ζήτημα, δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε τὰ μεγάλα ὠφελήματα, ἅτινα θὰ προέλθωσιν ὑπὲρ τοῦ τόπου, ἕνεκα τῆς ἀνυψώσεως τῆς πίστεώς του εἰς τὴν Εὐρώπην. Γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι τὰ μέγιστα τῶν κεφαλαίων δὲν εἶναι τὰ μετρητὰ, ἅπερ κρύπτονται, δὲν εἶναι ἡ μόνη ἐργασία, ἄνευ ἐξαγωγῆς, εἶναι ἡ πίστις· ὅταν ἐμπνεύσωμεν τὴν πίστιν εἰς τὸν κόσμον, δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν τὴν βοήθειαν αὐτοῦ εἰς οἱανδήποτε περίστασιν.
§113Θ. ΓΚΙΚΑΣ. Ἵνα ἐμπνεύσωμεν τὴν πίστιν, πρέπει νὰ παρουσιάσωμεν προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ ἔλλειμμα;
§114ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ζήτημα ἐσωτερικὸν, ὅπερ δυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν αὔριον· ὁ κανονισμὸς ὅμως τῶν δανείων θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ ἀσφαλέστερον καὶ εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τοῦ προϋπολογισμοῦ· διότι, ὅταν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν χρήματα δυνάμεθα, νὰ προβῶμεν εἰς κατασκευὴν δημοσίων ἔργων, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας, ἤτοι εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἰδιωτικῆς ἐργασίας καὶ εἰς τὴν εὐημερίαν τῶν ἰδιωτικῶν ταμείων· τῶν ταμείων τούτων δὲ καλῶς ἐχόντων, τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ἠσφαλισμένον. Τὸ τοιοῦτον βεβαίως δὲν θὰ ἐπέλθῃ μετὰ ἕνα ἢ δύο μῆνας· ἀλλ’ ὅταν τὰ κοινοβούλια λαμβάνωσι μέτρα σπουδαῖα, ἀφορῶντα εἰς γενικὰ συμφέροντα, λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἀποτελέσματα, οὐχὶ τὸν χρόνον. Συμφωνῶ ἐντεῦθεν μετὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, νὰ μὴ ἀναβληθῇ τὸ ζήτημα, ἀλλὰ νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως.
§115ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐπὶ τῶν λεχθέντων, κύριοι, παρατηρῶ τὰ ἑξῆς. Τὸ καθῆκον καὶ ἡ τιμὴ ὑπαγορεύει εἰς πάντα τίμιον ἄνθρωπον νὰ μὴ ἀναδέχηται ὑποχρεώσεις, οὔτε νὰ δίδῃ ὑποσχέσεις ὅταν δὲν ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ τὰς ἐκπληρώσῃ. Πᾶν ὅ,τι πράξωμεν σήμερον, θὰ τὸ πράξωμεν ἀφρόνως καὶ κακῶς, διότι δὲν ἔχομεν βεβαίαν τὴν ἱκανότητα τῆς πληρωμῆς τοῦ χρέους, τὸ ὁποῖον ἀναδεχόμεθα. Λοιπὸν πῶς νὰ ἀναδεχθῶμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν προτέρων δὲν εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν; οὕτω θέλομεν ἐκτεθῆ εἰς τὰς συνεπείας τῆς κακῆς πίστεως, ὅτι δὲν ἐπράξαμεν εὐσυνειδήτως καὶ ἐσκεμμένως· εἰς τὴν ἄρνησιν δὲν ὑπάρχει μῶμος, ὁ κακῆς πίστεως ὀφειλέτης ἔχει μῶμον· ἡ ἄρνησις, ὅταν ᾖ ἐκ καλῆς πίστεως, εἶναι σεβαστή, ἡμεῖς δὲ ἠρνήθημεν, καὶ ποτὲ τὰ χρηματιστήρια δὲν ἔκλεισαν· ἔκλεισαν, ὅτε εὑρέθημεν ἀσυνεπεῖς. Εἰς τὰ 25 ἔγεινε τὸ χρέος, καὶ εἰς τὰ 43 μέγα δάνειον αἱ δυνάμεις ἐχορήγησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἰσοῤῥοπήσατε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ δείξατε ἓν περίσσευμα 2 ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ ἰδῆτε πῶς ἔρχονται ζητοῦντες. Ἀφίνω τὴν ἱστορίαν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἐξύμνησεν ὁ κύριος Φιλήμων, ὁ ὁποῖος εἶναι νέος καὶ δὲν γνωρίζει· ἀπὸ αὐτὰ ἡ ἐποχὴ ἐκείνη τοῦ δανείου ἦτο ἡ χειρίστη. Τὸ καθῆκον λοιπὸν μᾶς ὑπαγορεύει νὰ πράξωμεν καλῇ τῇ πίστει· πρέπει λοιπὸν νὰ τὸ ἀναβάλωμεν, διὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἐκεῖ νὰ ἴδωμεν ποῦ εὑρισκόμεθα, εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ ἀναλάβωμεν καὶ ἄλλο χρέος;
§116ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἀναβάλητε διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἤκουσα, θέλετε ὑβρίσει καὶ τὸν ἑαυτόν σας καὶ τὸ Ἔθνος. Νὰ λέγητε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν πληρώνει, διότι ἀπὸ προϋπολογισμὸν τόσων ἑκατομμυρίων δὲν δύναται νὰ οἰκονομήσῃ δύω ἑκατομμύρια, ὅπως πληρώσῃ τὰ χρέη της, εἶναι ἐντροπή. Ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν ὅ,τι πᾶς τίμιος ὀφειλέτης, θέλων νὰ ἔχῃ ὑπόληψιν καὶ πίστιν· ὁ τοιοῦτος ἐλαττόνει καὶ τὴν τροφήν του καὶ τὰ ἔξοδά του, ἵνα πληρώσῃ τὰ χρέη του. Οὕτω κάμνουν οἱ τίμιοι λαοὶ καὶ οἱ θέλοντες νὰ ἔχουν παρὸν καὶ μέλλον. Ἡμεῖς πληρόνομεν 10 ἑκατομμύρια δι’ ἐσωτερικὰ χρέη· δὲν εἶναι ἐντροπὴ νὰ εἴπωμεν, δὲν ἔχομεν νὰ πληρώσωμεν ἅπαντα τὰ ἐξωτερικὰ χρέη μας; Πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς τοῦ Ἔθνους, καὶ ἡ τιμὴ τοῦ Ἔθνους καὶ ἡ ὑπόληψις εἶναι πρὸ πάντων ἡ μεγίστη δύναμις. Εἰς ἀσθενὲς μάλιστα ἔθνος τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν ἰσχύν του· ἡ πίστις εἶναι ἡ πρώτη πηγὴ τοῦ πλούτου. Πλησίον ἡμῶν, ἐν Εὐρώπῃ ὑπάρχουν χρήματα μὲ ἐλάχιστον τόκον, καὶ ἡμεῖς ἀποκλειόμεθα, δὲν εὑρίσκομεν, διότι θεωρούμεθα ὡς κακῆς πίστεως ὀφειλέται. Ἡ ἀπόκτησις τῆς καλῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος, ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, εἶναι πλοῦτος. Περιορίζομαι δὲ μόνον εἰς τὰ ὀλίγα ταῦτα σήμερον, διότι τὸ ζήτημα θ’ ἀναπτυχθῇ εἰς τὴν δευτέραν καὶ τρίτην συζήτησιν, δὲν πρέπει δὲ νὰ ἐπιστήσητε οὐδεμίαν προσοχὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἀναβολῆς, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ἀποδεχθῆτε τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν· θέλομεν δὲ σᾶς δώσει ἐξηγήσεις, αἵτινες ἐλπίζομεν, ὅτι θὰ λύσουν τὰς ἀμφιβολίας τοῦ κ. Ζωχιοῦ.
§117ΖΩΧΙΟΣ. Ἐμοῦ; ποτέ.
§118ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποτὲ λέγετε· νομίζετε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ κλεισθῇ ἐντὸς τῶν στενῶν ὁρίων της, νὰ διακόψῃ πᾶσαν πολιτικὴν καὶ οἰκονομικὴν συνάφειαν μὲ τοὺς ξένους; Ἡμεῖς ζητοῦμεν τὸ ἐναντίον, πρέπει νὰ καταβάλωμεν πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως ἡ Ἑλλὰς καταταχθῇ μεταξὺ τῶν ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ κόσμῳ θεωροῦνται ἄξια τιμῆς, ὑπολήψεως καὶ πίστεως· ἂν νομίζετε, κύριε Ζωχιέ, ὅτι ἡ εὐτυχία ἡμῶν συνίσταται νὰ μένωμεν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ φροντίζωμεν μόνον πῶς νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰς ὑλικὰς ἀνάγκας καὶ πῶς νὰ ζῶμεν ἀνέτως, ἐγὼ νομίζω, ὅτι τοῦτο οὐδόλως ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς πρώτας ἀνάγκας τοῦ τόπου. Ἀλλὰ, κύριοι, μικρὸν ἔθνος ἡμεῖς, μὴ ἔχοντες ἐσωτερικοὺς πόρους, μὴ δυνάμενοι ἐκ τῶν ἰδίων νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰς ἀνάγκας μας καὶ νὰ εὕρωμεν χρήματα, καὶ ἐν τούτοις ὑποκείμενοι καὶ εἰς τόσα ἀπρόβλεπτα πράγματα ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, καὶ ἔχοντες ἀνάγκας οὐ μόνον νὰ ἐξοδεύσωμεν, ἵνα ἀναπτυχθῶμεν καὶ βελτιώσωμεν τὴν κατάστασίν μας, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑπερασπισθῶμεν ἑαυτοὺς καὶ νὰ ἀμυνθῶμεν πολλάκις, ἐὰν περιορισθῶμεν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, δυνάμεθά ποτε νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θέλομεν τὸ κατορθώσει; πῶς θ’ ἀνταποκριθῶμεν τότε εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτάς; Βλέπετε, 30,000,000 ἐδανείσθημεν ἐσωτερικῶς, καὶ εὑρισκόμεθα εἰς στενοχωρίαν. Ἐὰν, κύριοι, δεσμεύσητε τὴν Ἑλλάδα, ὅπως ζητεῖτε, κόπτετε τὴν κεφαλήν της, τὰς χεῖράς της καὶ τοὺς πόδας της. Ἰδοὺ διὰ τί ἐπιμένω νὰ μὴ δώσητε προσοχὴν εἰς τὴν αἴτησιν τῆς ἀναβολῆς.
§119ΖΩΧΙΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ σᾶς εἴπω. Ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος. Τῶν 60,000,000 τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἐνήργησαν αἱ τρεῖς Δυνάμεις, εἶναι κατώτερον τούτου; Καὶ ἐν τούτοις ἤλθομεν εἰς συμβιβασμὸν μὲ τὰς τρεῖς Δυνάμεις καὶ δίδομεν δόσεις μικρὰς ὡς διακονιάριδες. Τοῦτο εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν τὰ χρέη· θέλετε μεγαλείτερον; αἱ Δυνάμεις ἐξ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανον, παρεχώρησαν μέρος εἰς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα, διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχε πόρους. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι πτωχὴ, διότι, ἂν θέλωμεν νὰ κάμωμεν τὸν πλούσιον, πρέπει νὰ εἴπωμεν εἰς τὰς Δυνάμεις, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῶν 25,000 λιρῶν, τὰς ὁποίας δίδετε. Ταῦτα λέγω, ἐπειδὴ ὁμιλεῖτε περὶ τιμῆς. Λέγετε, ὅτι θὰ κόψω τὸ κεφάλι τῆς Ἑλλάδος. Δὲν θὰ παρέλθῃ καιρὸς, καὶ θὰ ἰδῆτε ποῦ εἶναι τὸ κεφάλι τῆς Ἑλλάδος. Εὑρίσκουν οἱ Γάλλοι καὶ δανείζονται, διότι δεικνύουν τὸν προϋπολογισμόν των· ἰδοὺ ἡ πρόοδος. Ἡ Ῥωσσία, παμμέγιστον κράτος, δὲν δύναται νὰ δανεισθῇ, διότι ποῦ εἶναι ὁ προϋπολογισμός της; Θέλετε νὰ ταχθῆτε εἰς καλλιτέραν θέσιν τῆς Ῥωσσίας; Πρὶν δὲ πληρώσητε τὰ ξένα χρέη, δὲν αἴρετε τὸ χαρτὶ ἀπὸ τὴν ἀγοράν; Τί εἶναι αὐτά; ἔχετε ὑποχρεώσεις εἰς τὸν τόπον. Ἐγὼ, κύριοι, γνωρίζω τὰ τοῦ δανείου αὐτοῦ· τὸ δάνειον ἔφαγεν ὁ Ῥικάρδος καὶ ὁ Κόχραν· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ σήμερον, ἀλλ’ ἐὰν ἤμεθα ἢ ὄχι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσωμεν. Καὶ ἂν πληρώσωμεν τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν, δὲν θὰ ἤμεθα εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσωμεν τὴν δευτέραν, τοῦτο δὲ δὲν εἶναι τιμὴ καὶ δόξα. Ἓν κατάστημα, κύριοι, ἱδρύθη εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἐκοπίασα πολὺ, καὶ τὸ χαρτί της δὲν εἶναι δεκτόν. Θὰ κατορθώσητε νὰ γίνητε ἀνώτεροι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; ἂν τὸ κατορθώσητε, τότε πρέπει νὰ σᾶς ἐγείρωμεν ἀνδριάντα, ἀλλὰ δὲν πιστεύω.
§120ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι ἡ ἀναβολὴ εἶναι ἐπιβλαβεστέρα καὶ αὐτῆς τῆς ἀποῤῥίψεως τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ συζητοῦμεν. Ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων τὰ κοινοβούλια πρέπει νὰ ἀποφαίνωνται ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀναβολῆς. Ἂν δὲ πρόκηται νὰ ζητηθῶσι πληροφορίαι σχετικαὶ πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, νομίζω, ὅτι δύνανται νὰ χορηγηθῶσι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν δευτέραν ἢ τρίτην συζήτησιν. Φρονῶ, ὅτι διὰ τὴν Ἑλλάδα ἡ τακτοποίησις τῶν δανείων τοῦ 1821 καὶ 1825 εἶναι ἔργον τιμῆς, εἶναι ἱερὰ ὑποχρέωσις, ἄνευ τῆς ἐκπληρώσεως τῆς ὁποίας ἀδύνατον ν’ ἀνορθωθῇ ἡ δημοσία τῆς Ἑλλάδος πίστις· φρονῶ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων εἰς οἱονδήποτε κεφάλαιον, ἂν δι’ οἰκονομιῶν πρόκηται νὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα, οὐδέποτε ὅμως δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν ἀπότισιν χρεῶν τόσῳ ἱερῶν, ὡς τὸ προκείμενον, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν εἰς τὴν ἀναγέννησιν τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ θέλομεν συζητήσει τὸ ζήτημα τοῦ παρουσιαζομένου ἐλλείμματος· τότε θέλομεν γνωρίσει τὸ σύστημα καὶ τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ σκεφθῇ περὶ τοῦ προσφορωτέρου τρόπου. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου φρονῶ, ὅτι ὀφείλομεν ἄνευ ἀναβολῆς νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως, διότι οὕτως ὑπερασπιζόμεθα τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐργαζόμεθα διὰ τὴν ἀνόρθωσιν τῆς ὑπολήψεως καὶ τῆς δημοσίας πίστεως αὐτῆς. Ἡ τακτοποίησις τῶν παλαιῶν δανείων θὰ ἀνοίξῃ εἰς τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα τὰς πύλας τῶν χρηματιστηρίων τῆς Εὐρώπης, ὅπερ ὑπαγορεύει τὸ ὑλικὸν συμφέρον καὶ ἡ ὑπόληψις τοῦ Ἔθνους. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ πληροφοριῶν ἀναγκαίων κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεις ὁποῖα ἔσονται τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ πίνακι τῷ συνοδεύοντι τὴν σύμβασιν πρόκειται τὸ δημόσιον νὰ ὑποστῇ κατὰ τὸ ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔσεται ἀνοικτὸν ἐν Λονδίνῳ τὸ γραφεῖον τῆς Ἐπιτροπῆς· διότι ὁ τυπωθεὶς πίναξ ἔχει μόνον σημείωσιν τῶν θέσεων, ἀλλ’ ὄχι καὶ σημείωσιν τῶν δαπανῶν.
§121ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν οὐ μόνον διὰ τοὺς λόγους, οἵτινες ἀνεπτύχθησαν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διὰ τὸν λόγον, ὃν ὁ κ. Ζωχιὸς ἀνέφερε, τῆς διαμαρτυρήσεως, ἥτις ἐκ μέρους πολλῶν κατόχων χρεωγράφων ἐστάλη εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἐῤῥέθη, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ δείξωμεν εἰς τὸν κόσμον, ὅτι πληρώνομεν τὰ χρέη μας, ὅπως ἀποκαταστήσωμεν τὴν καλὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος. Πάντες εἰς τοῦτο συμφωνοῦμεν· ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο τῶν παλαιῶν χρεῶν, ὅπερ ἀπὸ πολλῶν δεκαετηρίδων μένει ἐκκρεμὲς, δὲν πρέπει νὰ τὸ λύσωμεν διὰ τοῦτο ἐσπευσμένως· ἀφοῦ μάλιστα ἔμεινεν ἐκκρεμὲς καὶ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῶν ὁποίων ἐνηργήθησαν τὰ δάνεια ταῦτα, καὶ τοῦτο, διότι ἐκεῖνοι καλῶς ἐγνώριζον καὶ τὴν ἱστορίαν αὐτῶν καὶ τὰς ἀθλίας λεπτομερείας τῆς τε διαπραγματεύσεως καὶ τοῦ τρόπου τῆς πραγματοποιήσεως αὐτῶν, δὲν μᾶς εἶναι συγχωρημένον ἤδη, ὅτε ὑπὸ τὸν τάφον κεῖνται, νὰ τοῖς ἀποδώσωμεν οὔτε φιλοπατρίας καὶ τιμιότητος ἔλλειψιν, οὔτε ἐνδιαφέροντος καὶ πόνου διὰ τὴν ὑπόληψιν τῆς Ἑλλάδος, ἣν αὐτοὶ διὰ τῶν θυσιῶν των ἀνέστησαν. Τούτου λοιπὸν ἕνεκεν, ὑποστηρίζω ὅτι, ἀφοῦ, καθ’ ἃ ὁ κ. Ζωχιὸς μᾶς διεβεβαίωσεν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐνώπιον αὐτοῦ, ἔλαβεν ἀναφορὰν πολλῶν κατόχων χρεωγράφων, δι’ ἧς οἱ κύριοι οὗτοι διαμαρτύρονται κατὰ τῆς συμβάσεως, ἡ Βουλή, σεβομένη ἑαυτὴν, καθῆκον ἔχει νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν, μέχρις οὗ λάβῃ γνῶσιν τοῦ ἐγγράφου τούτου.
§122ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ συμβαίνει νὰ μὴ ἦμαι εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν ἔλαβον κανὲν ἔγγραφον ἀπευθυνόμενον πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκ μέρους τῶν κατόχων τῶν παλαιῶν δανείων, διότι ἂν ἐλάμβανον τοιοῦτον ἔγγραφον, εἶχον καθῆκον νὰ τὸ ἀνακοινώσω. Ἔλαβον μόνον ἕνα φάκελλον ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸν Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος περιεῖχεν ἓν ἔντυπον ἄνευ τινὸς ὑπογραφῆς, ἀλλὰ τὸ ἔντυπον αὐτὸ δὲν ἀπευθύνετο πρὸς τὴν Βουλήν.
§123ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἔγγραφον ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸν Πρόεδρον.
§124ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντιπροσωπεύετε τοὺς ἐν Λονδίνῳ δανειστὰς τῆς Ἑλλάδος καὶ ὁμιλεῖτε περὶ αὐτοῦ;
§125ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ οὐδένα τούτων γνωρίζω, οὔτε συμφέρον ἔχω· σεῖς ἴσως γνωρίζετε αὐτοὺς καὶ τοὺς ἄλλους ἐνδιαφερομένους, ἕνεκα τοῦ ἐπαγγέλματός σας. Τὸ μόνον, ὅπερ ἐγὼ γνωρίζω, εἶναι, ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν πᾶν ἔγγραφον σχέσιν ἔχον μὲ τὰ ὑπὸ τῆς Βουλῆς συζητούμενα ἀντικείμενα, εἴτε ἔντυπον εἶναι εἴτε μὴ, ἀπευθυνόμενον εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἢ εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὴν, πρέπει νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς αὐτὴν, καὶ μάλιστα προκειμένου περὶ ζητήματος τόσον μεγάλου καὶ σπουδαίου. Τέλος φρονῶ, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν παραπολὺ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐπειδὴ ἀνεξέλεγκτος ἀναγνώρισις τῶν δανείων τούτων ὡς χρεῶν τοῦ Κράτους, φοβοῦμαι, ὅτι θὰ γεννήσῃ φοβερὰς διὰ τὸν δυστυχῆ τοῦτον τόπον συνεπείας, διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἐπὶ τῶν τίτλων τῶν χρεωγράφων τούτων ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον, ὅτι ὑπὲρ τῶν δανείων αὐτῶν ὑποθηκεύονται ἅπαντα τὰ ἐθνικὰ τῆς Ἑλλάδος κτήματα.
§126ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἱστορικῶς, ὅτι δηλαδὴ οὐδέποτε ἐλήφθη ἀπόφασις περὶ τοῦ δανείου αὐτοῦ. Ἀπεναντίας ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει, ὅτι δὲν συνῆλθε ποτὲ ἐθνικὴ Συνέλευσις, χωρὶς νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ ἱερὸν αὐτὸ χρέος· διότι τὸ δάνειον ἐκεῖνο προσήνεγκε σπουδαιοτάτην ἐπικουρίαν εἰς τὸν ἀγῶνα, ὅστις τότε εὑρίσκετο ἐν δεινοτάτῃ θέσει. Δὲν εἶναι δὲ ὡσαύτως ἀληθὲς, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς πολιτευομένους· διότι ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἦλθον κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, καὶ ἡ κυβέρνησις τοῦ 1867 καὶ ἡ τοῦ 68 καὶ ἡ τοῦ 69 καὶ αἱ Κυβερνήσεις τῶν 2 ἢ 3 τελευταίων ἐτῶν, ἐσκέφθησαν ὅλαι καὶ ἔφερον πάντοτε προτάσεις περὶ τούτου. Δὲν εἶναι λοιπὸν συγχωρημένον νὰ λέγῃ τις σήμερον, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι μεμελετημένον. Ὅλοι οἱ καταγινόμενοι περὶ τὰ κοινὰ τῆς πατρίδος ἐσχημάτισαν, ἢ ὀφείλουν νὰ ἔχωσιν ἐσχηματισμένην περὶ τούτου γνώμην. Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνυψώσεως τῆς πίστεως καὶ τὸ καθῆκον ἀπαιτοῦσι νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὰ δάνεια. Ὅλως δὲ διάφορον εἶναι τὸ ζήτημα, ἂν πρέπῃ νὰ λυθῇ κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον. Ἐὰν ὑπάρχουν μέρη χρήζοντα διορθώσεως, ταῦτα εἶναι ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως· ἀλλὰ σήμερον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λέγωμεν, ὅτι δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι. Διὰ τοῦτο ἀποκρούω τὴν ἀναβολὴν καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν.
§127ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἀττικῆς φέρω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὡς πρὸς τὴν διαμαρτύρησιν, ἥτις ἐστάλη πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον ἐκ μέρους τῶν κατόχων ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἐν Ὁλλανδίᾳ, δὲν εἶναι διαμαρτύρησις, ἀλλὰ φυλλάδιον ἔντυπον, ὅπερ ἐτησίως δημοσιεύεται, ὁσάκις γίνεται λόγος περί τινος οἰκονομικοῦ ζητήματος τῆς Ἑλλάδος, φυλλάδιον, ὅπερ εἶναι πλῆρες ὕβρεων καὶ λίβελλος καθ’ ὅλου τοῦ Ἔθνους, ὅπερ, ἂν ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ τὸ ἀναγνώσῃ ὁ συνάδελφός μου, εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἐν τῷ πατριωτισμῷ του καὶ τῇ ἐθνικῇ φιλοτιμίᾳ του, ἤθελε τὸ ῥίψει μακρὰν, οὐδ’ ἤθελε καταδεχθῆ νὰ φέρῃ περὶ αὐτοῦ ποτε λόγον. Τὸ φυλλάδιον, φαίνεται, ἐγράφη ὑπὸ καλάμου ἀνθρώπου στερουμένου ἐντελῶς ἀνατροφῆς. Δύο ἔτι λέξεις· ἡ σύμβασις ἡ συνομολογηθεῖσα συνδέεται μὲ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς Ἑλλάδος ἐντὸς τῶν χρηματιστηρίων ἐν Λονδίνῳ. Ἐν τῇ συμβάσει καθαρὰ ἀναγέγραπται ἡ ῥήτρα, ὅτι, ἂν ἐντὸς δύο μηνῶν δὲν ἐπέλθῃ ἀναγνώρισις τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰ χρηματιστήρια τοῦ Λονδίνου, ἡ σύμβασις θεωρεῖται ὡς μὴ ὑπάρχουσα. Ἰδοὺ ὁποῖον μέγα συμφέρον συνδέεται μετὰ τῆς συμβάσεως ταύτης καὶ ὁποῖον μέγα κέρδος ὑπάρχει, ὅπως μὴ διστάσωμεν μηδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ δεχθῶμεν αὐτήν.
§128ΚΑΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐγὼ ὀφείλω, κύριοι, νὰ ἀπαντήσω. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἔγειναν ψηφίσματα περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἀγωνισθέντων καὶ κατὰ τὸν ἀγῶνα χρηματικῶς συνδραμόντων, οὐχὶ ὅμως καὶ περὶ αὐτῶν, περὶ τῶν ὁποίων κανεὶς δὲν διεμαρτυρήθη κατὰ τοῦ Ἔθνους. Ποῦ εἶναι αἱ ἀποζημιώσεις τοῦ Ἔθνους; ἃς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν πρῶτον τὸν ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος εἶχε δάνεια. Διατί περὶ αὐτῶν δὲν ἐλήφθη ἡ φροντίς; Εἰς ὅλα αὐτὰ, κύριοι, ἀπαιτεῖται ἡ καλὴ πίστις, καὶ τότε εἴμεθα καλῆς πίστεως, ὅταν λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν. Σᾶς ἀναφέρω περὶ ἑνὸς δανείου μεταγενεστέρου, δανείου τοῦ 1833, τὸ ὁποῖον ἐτελείωσεν εἰς τὸ 1842 μὲ τὴν ἀποστολὴν καὶ τῆς τελευταίας δόσεως. Ἠρωτήθη τότε ἡ Κυβέρνησις ἐὰν ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ λάβῃ μέτρα, ὅπως πληρόνῃ τὸν τόκον καὶ τὸ χρεωλύσιον. Ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε εἶπε, μάλιστα, καὶ διὰ νὰ δικαιώσῃ ἑαυτὴν ἡ Κυβέρνησις, ἐτακτοποίησε τοιουτοτρόπως τὸν προϋπολογισμὸν, ὥστε τὰ εἰσοδήματα νὰ ἦναι ἴσα μὲ τὰ ἔξοδα. Εἶπε λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις; μάλιστα· ὅταν δὲ ἔπρεπε νὰ ἀποστείλῃ τὸν τόκον καὶ τὸ χρεωλύσιον, ἀπέστειλεν ὅσα εὗρεν εἰς τὰ ταμεῖα χρήματα, καὶ ταῦτα ἦσαν 600,000 μόλις δραχμῶν. Ἀφίνω τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἐσωτερικῶς, διότι, ὅταν τὸν Μάϊον τοῦ 1843 ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ἐνοικιάσῃ τὰς προσόδους, δὲν ἠμποροῦσε νὰ παρουσιασθῇ οὐδεὶς ὡς ἐνοικιαστής· τόσον ἦτο γενικὴ ἡ χρεωκοπία. Τότε ἀληθῶς ἦλθον τρεῖς διακοινώσεις τρομεραὶ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης τῶν τριῶν συμμάχων δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι τῷ ὄντι ἔφεραν καὶ τὸν κλονισμὸν ἐκείνης τῆς Κυβερνήσεως· ἔγεινε δὲ ἡ μεταβολὴ τοῦ πολιτεύματος, διότι ἐθεωρήθη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀνίκανος καὶ ἀπεκηρύχθη ἀπὸ ὅλην τὴν Εὐρώπην. Ἦλθεν ἡ Συνέλευσις· τὸ ἔθνος εὐθαρσῶς καὶ ἀξιοπρεπῶς, ὄχι νὰ ψευσθῇ, ὅπως ἡ Κυβέρνησίς του, εἶπεν ὁλόκληρον, δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσω τὰ 60,000,000. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως εἶχε δώσει ὑπόσχεσιν ἡ προηγουμένη, καὶ ἕνεκα τούτου, αἱ Δυνάμεις ἤθελον νὰ καταλάβουν ἐκείνους τοὺς πόρους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν εὐκολοείσπρακτοι, καὶ κατελήφθησαν, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἤρκουν, ἐζήτησαν καὶ τὸ χαρτόσημον· καὶ ἐπειδὴ καὶ αὐτὸ δὲν ἤρκει, καὶ τὴν σμύριδα καὶ τὸν φόρον τῶν ζώων. Τέσσαρας λοιπὸν φόρους ἔβαλαν. Ἔγεινεν ἡ μεταβολὴ, ἦλθε τὸ Ἔθνος, ἦλθεν ἡ Συνέλευσις καὶ ἀξιοπρεπῶς ἐξέφρασε τὴν ἀλήθειαν, ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν τὸ Ἔθνος νὰ πληρώσῃ τὸ δάνειον αὐτό· ἀνέβαλε τὴν πληρωμὴν, ὅταν ἔλθῃ εἰς κατάστασιν, τότε νὰ ἐκφρασθῇ περὶ αὐτοῦ. Καὶ τῷ ὄντι, κύριοι, καὶ ἡ Εὐρώπη τὸ ἐδέχθη μετὰ πεποιθήσεως καὶ σεβασμοῦ καὶ τὸ ἔθνος, καὶ οὐδεμία παρέμβασις ἐγένετο, ἐνῷ προηγουμένως αἱ διακοινώσεις ἦσαν τρομεραί. Διατί; διότι ἐλαφρῶς σκεπτόμενοι εἶπον, ὅτι δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν, καὶ ὅταν ἦλθεν ἡ προθεσμία νὰ πληρώσουν ἔστειλαν 600,000 ἀντὶ 4,000,000, καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον αἱ Δυνάμεις νὰ καταλάβουν τὰς εἰσπράξεις. Ἐὰν ἔλεγον τὴν ἀλήθειαν, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν, τότε θὰ τοὺς ἔλεγον: πολὺ καλά. Ὅταν λέγηται ἡ ἀλήθεια, εἶναι σεβαστὴ, καὶ ὅ,τι δύναταί τις πρέπει νὰ ὑποσχεθῇ, ὄχι ὅ,τι δὲν δύναται. Ἡ συζήτησις δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ ἀποδείξῃ, ἂν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τοιοῦτον μέτρον ἢ ὄχι.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ γείνῃ, κύριοι, ἡ ψηφοφορία Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Κατόπιν ἐγένοντο παραδεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ἡ ἀρχὴ, τὰ ἄρθρα, καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Θέλετε νὰ ἐξακολουθήσωμεν;
§130ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, καὶ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον νὰ ἦναι τὸ περὶ ἑνιαίου τῆς ψήφου.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 6 παρὰ 10|60 μ. μ.