1878.11.16
1.582 στίχοι · 13.522 λέξεις · 61 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40
τῆς 16 Νοεμβρίου 1878.
(Πέμπτη.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἰωάννης Οἰκονόμου, γεωπόνος καὶ οἰνοποιὸς, ζητεῖ δι’ ἀναφορᾶς του νὰ τῷ παραχωρηθῇ μία τάφρος μεταξὺ τῆς πόλεως Χαλκίδος καὶ τοῦ Φρουρίου, ὅπως ἀνεγείρῃ κατάστημα οἰνοποιΐας, πρὸς δὲ ἀτέλειαν διὰ τὰς πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένας μηχανάς. Πολλοὶ κάτοικοι τῆς Χαλκίδος ὑποστηρίζουσι τὴν παραδοχὴν τῆς δι’ αὐτοὺς σωτηρίου προτάσεως τοῦ γεωπόνου Οἰκονόμου, πρὸς σύστασιν τοῦ καταστήματος οἰνοποιΐας. Θέλει παραπεμφθῆ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν διάφορα νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ. αʹ) Περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 40,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ. βʹ.) Νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τηλεγραφικῶν φυλάκων καὶ περὶ λαχείων, περὶ συστάσεως θέσεως κτηνιατροῦ καὶ περὶ ἀντιμισθίας φαρμακοποιῶν μελῶν τοῦ Ἰατροσυνεδρίου. Θ’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἰς τὴν αὐτὴν δ’ Ἐπιτροπὴν θὰ σταλῇ καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Τρικούπη περὶ ἀποξηράνσεως λιμνῶν.
§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω τρία νομοσχέδια, τῶν ὁποίων τὴν χρησιμότητα καὶ τὸ κατεπεῖγον ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἐκτιμήσῃ ἡ Βουλὴ καὶ θ’ ἀποφασίσῃ νὰ συζητηθῶσι ταῦτα ταχέως· αʹ) προσδιορίζεται τίς θέλει καταβάλει τὰ ἔξοδα τῆς ἀγορᾶς τῶν καλπῶν καὶ σφαιριδίων· βʹ) αὐξάνεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων, ἐπειδὴ ὁ κατὰ τὸν ἀρχικὸν νόμον ὡρισμένος δὲν ἤρκει· καὶ γʹ) κανονίζεται ὡρισμένη προθεσμία, καθ’ ἣν δικαιοῦνται οἱ Ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι νὰ πληρωθῶσιν. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐκ τῆς δενδροκομίας προσγινομένων ζημιῶν, διότι ὁ ὑπάρχων νόμος ἔχει ἐλλείψεις, καὶ ἀντὶ νὰ ἐλαττώσῃ τὸ ἔγκλημα, τὸ ηὔξησε, διότι ἐπὶ τέλους εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου πίπτει ἡ ζημία· ὑποβάλλω λοιπὸν νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑποχρεοῦνται τοῦ λοιποῦ ν’ ἀποζημιῶσιν οἱ δῆμοι τὰς προσγινομένας ζημίας· ἡ εὐθύνη τῶν δήμων οὕτω καθίσταται πραγματική. Παρετηρήθη, κύριοι, ὅτι μεγίστη ἀδικία γίνεται εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν πταισμάτων, καὶ συνήθως ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ πολῖται εἶνε ἔρμαιον τῆς καλῆς ἢ κακῆς θελήσεως τῶν ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων· ὑποβάλλω λοιπὸν νομοσχέδιον, δι’ οὗ εὐκολύνονται οἱ ἀδικούμενοι εἰς τὰς ἰδιωτικὰς κατηγορίας.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουσι τυπωθῆ.
§4ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἐξ Ἑρμιονίδος Βουλευτὴς κ. Μίλησης ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ καταθέσω ἔγγραφα συναφῆ μὲ τὴν εἰσαχθεῖσαν σύμβασιν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς ἑταιρίας τοῦ Λαυρίου. Τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην ἐκπληρῶν, καταθέτω ταῦτα, ἐν οἷς συμπεριλαμβάνονται κατὰ τὸ ἀπόσπασμα, ὅπερ μοὶ ἐστάλη, μία ἀπόφασις τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν καὶ ἡ ἀγωγὴ τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ἐζητήθη καὶ γνωμοδότησις τῶν δικηγόρων καὶ τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου, ἀλλὰ γνωμοδότησις δικηγόρων δὲν ὑπάρχει· ἐπὶ τῶν ἀξιώσεων τῆς Ἑταιρίας κατὰ τοῦ Δημοσίου ὑπάρχει ἔκθεσις, ἣν ἐνόμισα πρόσφορον νὰ καταθέσω, καθὼς καὶ ἄλλην ἔκθεσιν τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἔγγραφα κατατίθενται εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ ὅστις θέλει δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν.
§6ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς· τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σκοπεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μέχρι τοῦδε ἐκδοθέντων νόμων περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ νὰ καταστήσῃ βεβαιοτέραν τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐτησίων δόσεων τῶν ἀνηκουσῶν εἰς τὸ Δημόσιον· διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ἐξετάσῃ μετὰ πάσης ἐπιστασίας καὶ νὰ φέρῃ τὴν ἐπὶ τούτου ψῆφόν της.
§7ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ συζητηθῶσιν αἱ βάσεις τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν, φέρω πάλιν πρότασιν, ἥτις, εἰ δυνατόν, νὰ συζητηθῇ ὡς νόμος ἰδιαίτερος. «Κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν Νομαρχιακῶν Ἐπιτροπῶν περὶ τοῦ κύρους τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν γίνεται ἔφεσις ἐντὸς 5 ἡμερῶν ἐνώπιον τῶν Ἐφετῶν, οὐχὶ ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ διαδικασία κανονίζεται ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου δι’ ἀποφάσεως αὐτοῦ, τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ δὲ Κανονισμὸς ἰσχύει ἀμέσως, δημοσιευόμενος διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως».
§8ΖΑΪΜΗΣ. Ἔχομεν ὁμοίαν πρότασιν τοῦ κ. Ῥουσσοπούλου.
§9ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τότε ἂς ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἰδική μου ὡς τροπολογία.
§10ΤΖΑΝΕΣ. Οἱ φοιτηταὶ τῆς Νομικῆς Σχολῆς πάντες, καὶ μεταξὺ τούτων οἱ πλεῖστοι τῶν μέχρι τοῦδε ἀνακηρυχθέντων διδακτόρων καὶ προλυτῶν, λαμβάνουσι τὴν τιμὴν δι’ ἐμοῦ νὰ εἰσαγάγωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφοράν, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦσι τὴν ἐπανόρθωσιν ἑνὸς ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον προσγίγνεται αὐτοῖς διὰ τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἐν τῇ ἀναφορᾷ ἐκτίθενται οἱ λόγοι τῆς δικαίας ταύτης αἰτήσεως, καὶ κρίνω περιττὸν νὰ τοὺς ἐξηγήσω. Μόνον θὰ παρατηρήσω εὐσεβάστως εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἂν τὸ Πανεπιστήμιον εἶχε τελειότερον ὀργανισμὸν καὶ δὲν ἐνέμενεν εἰς τὸν ἕωλον ἐκεῖνον τοῦ 1833, βεβαίως οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ οἱ διδάκτορες δὲν ἤθελον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητῶσι τροποποίησιν ἐπὶ τοῦ μέρους τοῦ νόμου ἐκείνου, κατὰ τοῦ ὁποίου παραπονοῦνται. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ σύστημα τὸ διέπον τὴν ἐκπαίδευσιν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ εἶναι, ὡς πάντες δύνασθε νὰ ὁμολογήσητε, ἀτελέστατον καὶ πλέον ἄχρηστον, φρονῶ, ὅτι οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσι τὴν τροποποίησιν ταύτην, ἥτις εἶναι ἡ ἑξῆς· διὰ τῆς ἀναφορᾶς ζητοῦν νὰ μὴ ὑποχρεῶνται μετὰ τὴν πρόσκτησιν τοῦ πτυχίου των νὰ ὑπηρετῶσιν ἓν ἔτος παρὰ δικηγόρῳ. Λέγω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους, διότι οἱ κύριοι φοιτηταὶ ἐξηγοῦνται ἐν τῇ ἀναφορᾷ σαφῶς. Θὰ παρακαλέσω μόνον τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, τὸν δὲ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν ἢ τὸν ἐπὶ τῆς Παιδείας νὰ τὴν υἱοθετήσῃ ὡς πρότασιν· ἄλλως υἱοθετῶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν τῶν κυρίων φοιτητῶν καὶ τὴν ὑποβάλλω ὡς πρότασιν. (Χειροκροτήσεις ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.)
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν τὴν ὑποβάλλητε ὡς πρότασιν, πρέπει νὰ τὴν διατυπώσητε ὡς τοιαύτην.
§12ΤΖΑΝΕΣ. Τὴν ὑποβάλω ὡς ἀναφορὰν καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ διατυπώσω πρότασιν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης;
§14ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Διατί νὰ μεταβάλωμεν τὸν Κανονισμόν; Αἱ ἀναφοραὶ στέλλονται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, ἥτις φέρει ἔκθεσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀποφαίνεται ἡ Βουλή.
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης.
§16ΙΩ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νὰ παρακληθῇ δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν.
§17ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Καὶ ἄλλοτε, κύριοι, μετ’ ἄλλων συναδέλφων ὑπεβάλομεν πρότασιν νόμου, δι’ οὗ ἑρμηνεύεται ὁ περὶ συντάξεως τῶν πρώην χωροφυλάκων τῆς Ἑπτανήσου νόμος. Τὴν αὐτὴν πρότασιν ἐπαναλαμβάνομεν καὶ ἐφέτος. Ἐπίσης μετ’ ἄλλων συναδέλφων ὑποβάλλω πρότασιν, δι’ ἧς ἑρμηνεύεται ὁ νόμος ὁ περὶ συντάξεων τοῦ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατοῦ.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λάππας καὶ ἕτεροι στρατιωτικοὶ συνάδελφοι ὑπέβαλον τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἔχομεν τὸ Νομοσχέδιον περὶ τῆς εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἀσκήσεως τῶν ἀγόντων ἡλικίαν 22, 23, 24 ἐτῶν. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§19ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι θὰ ὁμιλήσῃ (θόρυβος).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν ζητεῖ κανεὶς τὸν λόγον, θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν ἀρχήν.
§21Ν. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ὁ κ. Ζωχιὸς εἶπε χθὲς πολλὰ καὶ διάφορα· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λοιπὸν ὀφείλει ν’ ἀπαντήσῃ.
§22ΡΩΜΑΙΟΣ. Δὲν θέλει ν’ ἀπαντήσῃ.
§23Ν. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἔχει καθῆκον ν’ ἀπαντήσῃ.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὡς φαίνεται, φρονεῖ, ὅτι ἐργάζεται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ μόνον, ἵνα δεικνύῃ ποῦ ἀποκλίνει ἡ πλειονοψηφία, ἀδιαφορεῖ δ’ ἐντελῶς περὶ τῆς γνώμης τῶν Βουλευτῶν, ἀδιαφορεῖ ἐντελῶς περὶ τῆς γνώμης τῆς κοινωνίας, ἀδιαφορεῖ τί κατ’ αὐτοῦ λέγεται· ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν. (Θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ.)
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία· ἀπαγορεύονται αἱ διακοπαί.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ταῦτα, διότι τὰ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς γενόμενα ταῦτα μαρτυροῦσι. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον, ἀγορεύων κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀπηύθυνε καταγγελίας, ἔφερεν ἐπικρίσεις, ἐζήτησεν ἑρμηνείας· εἰς ὅλα ὅμως ταῦτα ἡ Κυβέρνησις ἀπηξίωσε νὰ δώσῃ ἀπάντησιν. Ἔσπευδεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν, διότι ἤξευρεν, ὅτι θὰ ἦτο ὑπὲρ αὐτῆς. Καὶ ἡμεῖς ἐγινώσκομεν, ὅτι ἡ ψηφοφορία θὰ ἦτο ὑπὲρ αὐτῆς· οὐδεὶς ἠγνόει τοῦτο, ἀλλ’ ἠθέλομεν τὴν συζήτησιν, διότι φρονοῦμεν, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν ἀποβλέπει μόνον εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ἀλλὰ πρὸς τὴν μόρφωσιν τῆς πεποιθήσεως τῶν Βουλευτῶν καὶ τοῦ κοινοῦ. Ἡ συζήτησις εἶναι ἀναγκαία, καὶ καθῆκον ἔχουσιν οἱ κκ. Ὑπουργοὶ ν’ ἀπαντῶσι καὶ νὰ παρέχωσι τὰ στοιχεῖα πρὸς τὴν συζήτησιν, καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν τὸ πρὸ ὀλίγου λεχθὲν, ὅτι, ἂν οἱ Ὑπουργοὶ δὲν θέλωσι νὰ ὁμιλήσωσι, τοῦτο ἀφορᾷ εἰς αὐτούς. Δὲν ἀφορᾷ εἰς αὐτοὺς, διότι, ὄντες Ὑπουργοὶ, ἔχουσι καθήκοντα· ἐκ τῶν καθηκόντων δ’ αὐτῶν εἶναι νὰ δεικνύωσι σέβας πρὸς τὸ κοινοβούλιον, καὶ δὲν ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκον, ὅταν δὲν ἀπαντῶσιν εἰς τοὺς ἀντιφρονοῦντας. Οἱ κατὰ τὴν πρώτην καὶ τὴν δευτέραν συζήτησις ἀγορεύσαντες ἐξετέλεσαν τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ εἰς αὐτοὺς ἀπήντησαν διὰ περιφρονητικῆς σιωπῆς. Ὑπόχρεοι εἶναι οἱ Ὑπουργοὶ ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των νὰ δίδωσιν ἀπαντήσεις πλήρεις. Τὴν συζήτησιν ἰδίως τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὤφειλε νὰ ὑποστηρίξῃ ἡ Κυβέρνησις, δίδουσα ἐξηγήσεις. Ποῖαι εἶναι αἱ καταγγελίαι, τὰς ὁποίας περιεφρόνησεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός; Κατηγγέλθη, ὅτι ἐπανέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὐτὸν ἐκεῖνον τὸν θεσμὸν, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ κατεδίκασε. Τί ἄρα ἐννοεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὀλιγωρῶν διὰ τῆς σιωπῆς του ἐπὶ τῆς τοιαύτης καταγγελίας; Ἐννοεῖ, ὅτι ἡ Βουλὴ, ψηφίσασα ὅπως ἐψήφισεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκτάκτου ἐφεδρείας, δὲν ἐσπούδαζεν, ἢ ὅτι ἡ Βουλὴ, ἐκφράσασα τὴν θέλησίν της, θὰ ἀνεχθῇ νὰ ἴδῃ ταύτην περιφρονουμένην παρὰ τῆς Κυβερνήσεως; Ἐννοεῖ, ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἀξίωσιν ἡ Βουλὴ νὰ ἴδῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐξηγουμένην, καὶ εἴτε ἀνασκευάζουσαν τὸ ἐπιχείρημα τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Καλαβρύτων, ὅστις ἠξίωσεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι μετεμψύχωσις τοῦ περὶ ἐφεδρείας θεσμοῦ τοῦ καταδικασθέντος παρὰ τῆς Βουλῆς, εἴτε, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται ν’ ἀνατρέψῃ τὸ ἐπιχείρημα ἐκεῖνο, διατρανοῦσαν διὰ τί ἐπανέρχεται σήμερον φέρουσα τὴν αὐτὴν πρότασιν καὶ τοὺς λόγους, δι’ ὧν ἀπεκδέχεται νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ ὅ,τι ἄλλοτε ἀπέκρουσε; Ποῖαι περιστάσεις ἐπῆλθον, αἵτινες ἐπιτρέπουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοιαύτην ἀξίωσιν παρὰ τῆς Βουλῆς; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι αἱ περιστάσεις εἶναι αἱ αὐταί. Καὶ τῷ ὄντι, ἂν αἱ περιστάσεις ἤλλαξαν, ἤλλαξαν εἰς τρόπον ἔτι μᾶλλον καθιστῶντα ἀναγκαίαν τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην, ἣν πρότερον ἐλάβομεν. Ἡ ἀπόφασις ἐκείνη δὲν ἀφορᾷ ἁπλῶς εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ἑνὸς νόμου· ἦτο ἀπόφασις, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προεκάλεσεν ἀμέσως κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς Συνόδου ταύτης, εἰπὼν, ὅτι ἡ πρόσκλησις νέων σειρῶν ἐφέδρων ἦτο τὸ θεμέλιον τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ καὶ ὅτι εἶχεν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ θεμελίου ἐκείνου νὰ στηρίξῃ τὸ οἰκοδόμημα τῆς Κυβερνήσεώς του, παρ’ οὐδενὸς δεχόμενος ἀνοχὴν, οὐδὲ συγκατατιθέμενος ἵνα ὑποχωρήσῃ κατὰ κεραίαν. Σήμερον, βλέποντες τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὑποχωροῦντα ἐπὶ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, ἀφοῦ, ὡς αὐτὸς εἶπε, τὰ τῆς ἐφεδρείας ἐχαρακτήριζον ὁλόκληρον τὴν πολιτικήν του, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν, ἕως ποίου σημείου βαίνουσιν αἱ ὑποχωρήσεις; Ἂν ἐπὶ τῆς ἐφεδρείας ἡ ὑποχώρησις ἦναι πραγματικὴ, δὲν περιορίζεται βεβαίως εἰς τὰ κατ’ αὐτὴν, ἐπεκτείνεται ἐξ ἀνάγκης καὶ εἰς ἄλλα συναφῆ ζητήματα· ἀλλ’ ἄρα ἐπεκτείνεται καὶ εἰς τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν; Ἔχει σκοπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παραιτηθῇ τῶν 35,000,000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα μᾶς εἶπεν, ὅτι θὰ ἦναι ἀναγκαῖα κατὰ τὸ 1879 ὡς ἔκτακτος πίστωσις, ἐὰν αἱ περιστάσεις κατὰ τὸ 1879 ἐξακολουθοῦσιν οὖσαι οἷαι εἶναι καὶ σήμερον, ἢ ἐννοεῖ νὰ μὴ ὑποχωρήσῃ καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, θεωρῶν αὐτὸ ὡς τὸ μόνον ἄρθρον τῆς πολιτικῆς του, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπε, δὲν δέχεται ἀνοχήν; Ταῦτα πάντα εἶναι ζητήματα μικρὰ, κατ’ αὐτὸν, καὶ οὐδὲν ἐν αὐτοῖς εὗρεν ἄξιον ἀπαντήσεως. Τὴν ἀπάντησιν ὀφείλει πρὸς ἡμᾶς, ἀλλ’ ὀφείλει αὐτὴν καὶ πρὸς ἑαυτόν. Ἂν ἤκουον τοιαύτας ἀμφιβολίας περὶ ἐμοῦ ἐκφραζομένας, δὲν ἤθελον δυνηθῆ νὰ κρατηθῶ ἐπὶ τῆς θέσεώς μου· θὰ μοὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ τηρήσω σιγὴν, ἐὰν ἤκουον ἐμαυτὸν καταγγελλόμενον, ὅτι, ἐνῷ ἠξίουν ὅτι δὲν θὰ ἐδεχόμην οὐδεμίαν ἀνοχὴν, ἔρχομαι νὰ ἱδρύσω Κυβέρνησιν ἐπὶ τῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας κατεδίκασα. Ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠξίωσε νὰ μᾶς φωτίσῃ περὶ τούτου, καθῆκον ἔχομεν ἡμεῖς νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ὁ νέος νόμος ἦναι μετεμψύχωσις τῆς ἐφεδρείας, ἂν ἦναι αὐτὴ ἡ ἐφεδρεία, ἢ ἂν πράγματι ἀποδείκνυται, διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβατικῆς ἐθνοφυλακῆς, ἡ Κυβέρνησις μεταβαλοῦσα τὰς ἰδίας γνώμας καὶ ὑποταχθεῖσα εἰς τὴν καταδικάσασαν τὴν πολιτικὴν αὐτῆς ψῆφον τῆς Βουλῆς. Κατὰ τί διαφέρει τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως τῶν προϋπαρχόντων περὶ ἐφεδρείας νόμων; Τί προτείνεται σήμερον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, δυνάμενον νὰ δικαιολογήσῃ ἐκείνους, οἵτινες ἐψήφισαν πρὸ μικροῦ κατὰ τῆς προσκλήσεως νέων σειρῶν τῆς ἐφεδρείας, ὅπως ψηφίσωσι σήμερον ὑπὲρ αὐτῆς; διότι δὲν πιστεύω οὐδαμῶς, ὅτι τοῦτο θέλουσι πράξει ἄνευ λόγου σπουδαίου καὶ χωρὶς νὰ πεισθῶσιν ἐν συνειδήσει, ὅτι, ἂν μὴ ὑπάρχῃ διαφορὰ περιστάσεων, ὑπάρχει ὅμως διαφορὰ τοῦ σήμερον προτεινομένου ἀπὸ τοῦ καταψηφισθέντος τότε. Μόνον μετὰ τοιαύτην διαφώτισιν δύναται νὰ γείνῃ ψηφοφορία ἐν ἐντελεῖ ἐπιγνώσει τῶν πραγμάτων. Κατὰ τί διαφέρει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τῶν προϋπαρχόντων νόμων περὶ ἐφεδρείας; Οἱ ἀλληλοδιάδοχοι νόμοι περὶ ἐφεδρείας βάσιν εἶχον τὸν πρῶτον νόμον, τὸν ψηφισθέντα ἐπὶ τῇ προτάσει Πρωθυπουργοῦ τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, ὁ δὲ κ. Δεληγεώργης ἐζήτησεν, ὅπως 20,000, ἄγοντες ἡλικίαν ἀπὸ τοῦ 22 ἔτους ἕως τοῦ 26, ἐκγυμνασθῶσιν εἰς τὰ ὅπλα ἐν τῷ στρατῷ ἐπὶ 6 μῆνας. Αὐτὸ τοῦτο ζητεῖ ἤδη καὶ ὁ νῦν Πρωθυπουργός. Ζητεῖ, ὅπως ἄνδρες τὸν ἀριθμὸν 35,000, κατὰ τοὺς στατιστικοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὑποβληθῶσιν εἰς ὑποχρέωσιν στρατιωτικῆς ἐκγυμνάσεως. Ζητεῖ τοῦτο, ἀφοῦ ἐκλήθησαν εἰς τὰ ὅπλα αἱ εἴκοσι χιλιάδες, εἰς οὓς, κοινῇ ἡμῶν ἁπάντων συναινέσει, περιώριζε τὴν ὑποχρέωσιν ὁ πρῶτος περὶ ἐφεδρείας νόμος, καὶ ζητεῖ αὐτὸ διὰ δεκαπέντε χιλιάδας ἄνδρας ἐπὶ πλέον τοῦ ἀριθμοῦ, ὃν εἶχε ζητήσει ὁ κ. Δεληγεώργης, ὅτε οὐδεμία ἔτι σειρὰ εἶχεν ἐκγυμνασθῆ. Ἐζητήθη ὑπὸ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ ἡ ἄδεια πρὸς ἐκγύμνασιν ὑποχρεωτικὴν τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων ἐπὶ 6 μῆνας· τί δὲ ζητεῖται σήμερον ὡς πρὸς τοὺς κληθησομένους εἰς τὴν μεταβατικὴν ἐθνοφυλακήν; Ὅστις ἀνέγνωσε τὸ νομοσχέδιον δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ δώσῃ ἀπάντησιν, διότι τὰ πάντα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἶναι ἀόριστα, ἀκατανόητα, ἄτακτα, προδίδοντα, ὅτι οἱ συντάξαντες αὐτὰ οὐδέποτε ἐσκέφθησαν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλει ἐφαρμοσθῆ. Τὸ νομοσχέδιον οὐδὲν ἀναφέρει περὶ χρόνου ὑπηρεσίας, ἴσως δ’ εἴπωσιν, ὅτι οὐδὲν ἀναφέρει, διότι συνδέεται πρὸς τὸν ὑπάρχοντα νόμον περὶ ἐθνοφυλακῆς, ὁρίζοντα τρίμηνον ὑπηρεσίαν. Ἄλλαι ὅμως διατάξεις τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀντικαθιστᾷ τὸν προϋπάρχοντα νόμον καὶ δὲν συμπληροῖ αὐτόν. Ἀφίνω ὅμως τὸ ζήτημα τοῦτο, ἵνα τὸ λύσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅπως θέλει· διότι, εἴτε περὶ ὑπηρεσίας τριῶν μηνῶν πρόκειται, εἴτε ὑποτεθῇ ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας ἀόριστος, κατὰ τοῦτο οὐδεμία ὑπάρχει διαφορὰ πραγματικὴ μεταξὺ τοῦ νέου νομοσχεδίου καὶ τοῦ περὶ ἐφεδρείας νόμου, ἀφοῦ πᾶσαν διαφορὰν καταστρέφει τὸ τελικὸν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιτρέπον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως διὰ Β. Δ. παρατείνῃ τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας τῆς μεταβατικῆς ἐθνοφυλακῆς. Ἂν ὅμως ὑποτεθῇ, ὅτι τῆς ἀδείας ταύτης δὲν ποιήσηται χρῆσιν ἡ Κυβέρνησις, ἡ τῶν τριῶν μηνῶν ἐκγύμνασις, ἀντικαθισταμένη εἰς τὴν ἑξάμηνον, ματαιοῖ ἐντελῶς τὸν σκοπὸν τῆς ἐκγυμνάσεως, διότι παρὰ πάντων ἀνομολογεῖται, ὅτι ἡ ἄσκησις ἡ βραχυτέρα τῶν ἓξ μηνῶν εἶναι ὅλως ἀνεπαρκὴς πρὸς μόρφωσιν στρατιώτου. Πρὸς τί θὰ καλέσητε τοὺς ἄνδρας τούτους εἰς τὰ ὅπλα, πρὸς τί θὰ ἐπιβάλητε εἰς αὐτοὺς τοιοῦτον βάρος, πρὸς τί θὰ ἐπιβάλητε εἰς τὸ Δημόσιον ὅλας τὰς δαπάνας τῆς συντηρήσεως αὐτῶν, ὅταν δὲν δύνασθε νὰ προσδοκᾶτε ἀποτέλεσμα σπουδαῖον; ὅταν δι’ ὑπηρεσίας τριῶν μηνῶν δὲν θέλητε κατορθώσει τὴν μόρφωσιν στρατιώτου; Ἀλλὰ τὸν περιορισμὸν τῆς ὑπὸ τὰ ὅπλα διαμονῆς εἰς τρεῖς μῆνας οὐδόλως ἔχει ἐν τῷ νῷ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τοὐναντίον, πρόθεσιν ἔχει νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν μεταβατικὴν ἐθνοφυλακὴν ὑποχρέωσιν ὑπηρεσίας πολλῷ μακροτέραν τῆς ἑξαμήνου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ τῇ εἰσαγωγικῇ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι εἰσάγει αὐτό, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῷ στρατῷ μετ’ ὀλίγον χρόνον θὰ ἦναι μόλις δέκα χιλιάδες, καὶ ἔχει ἀνάγκην ἀνδρῶν πρὸς συμπλήρωσιν τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἀντιπολίτευσις καὶ συμπολίτευσις ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον· δὲν ἠδυνήθη δὲ νὰ ἐξεύρῃ ἄλλον τρόπον πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀριθμοῦ ἐκείνου παρὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ἐθνοφυλακῆς καὶ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ νόμου ἐκείνου διὰ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου. Πρόκειται ἄρα νὰ συμπληρωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν 18,800 ἀνδρῶν διὰ τῶν ἀνδρῶν τούτων, τῶν ἀνδρῶν τοὺς ὁποίους ἐπαγγελλόμεθα, ὅτι θέλομεν ἐκγυμνάσει ἐντὸς τριῶν μηνῶν. Τίνες δὲ οἱ τοιαύτην προτείνοντες συμπλήρωσιν τοῦ στρατοῦ; Αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καταγγέλλουσι τὴν ἀντιπολίτευσιν ὡς ζητοῦσαν τὸν ἀφοπλισμὸν τοῦ ἔθνους. Οἱ καταγγέλλοντες τὴν ἀντιπολίτευσιν ὡς ζητοῦσαν τὸν ἀφοπλισμὸν τοῦ ἔθνους, αὐτοὶ ἐκεῖνοι σᾶς λέγουσιν ἤδη, ὅτι αὐτὸν τὸν ἐλάχιστον ἀριθμόν, τὸν ὁποῖον ἐθεώρησεν ἡ ἀντιπολίτευσις ὡς ἀναγκαῖον πρὸς καταρτισμὸν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, προτίθενται νὰ συμπληρώσωσιν οὐχὶ δι’ ἀνδρῶν λαμβανόντων πᾶσαν τὴν ἀναγκαίαν στρατιωτικὴν ἐκγύμνασιν καὶ μενόντων ἐν τῷ στρατῷ μετὰ τὴν ἐκγύμνασιν ἐν πλήρει ὑποχρεώσει στρατιωτικῆς θητείας, ἀλλὰ δι’ ἀνδρῶν λαμβανόντων ἀτελῆ τὴν γύμνασιν, ἀνδρῶν θεωρησάντων τὴν ἐπιβληθησομένην αὐτοῖς ὑποχρέωσιν τοσοῦτον ἐπαχθῆ, ὥστε ὁ θεσμὸς δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐφαρμοσθῇ πλειότερον παρ’ ὅσον ἤθελε πραγματοποιηθῆ ἡ προσέλευσις τῆς τρίτης καὶ τετάρτης σειρᾶς τῆς ἐφεδρείας. Οὐδεὶς σπουδαιολογῶν φρονεῖ, ὅτι ἡ τρίτη καὶ ἡ τετάρτη σειρὰ τῆς ἐφεδρείας ἤθελε προσέλθει, οὐδεὶς δὲ σπουδαιολογῶν φρονεῖ, ὅτι ὁ νόμος ὁ περὶ μεταβατικῆς ἐθνοφυλακῆς θέλει ἐπιτύχει ὅ,τι δὲν θὰ ἐπετυγχάνετο διὰ τοῦ νόμου περὶ ἐκτάκτου ἐφεδρείας ὡς πρὸς τὴν πρόσκλησιν τῆς τρίτης καὶ τετάρτης σειρᾶς αὐτῆς. Διὰ τῶν ἀνδρῶν τούτων, τοὺς ὁποίους πάντες γινώσκομεν, ὅτι οὐδέποτε θὰ ἴδωσιν αἱ τάξεις τοῦ στρατοῦ, δι’ αὐτῶν τῶν ἀνδρῶν πρόκειται ἡ Κυβέρνησις νὰ συμπληρώσῃ τὸν ἐλάχιστον ἐν εἰρήνῃ ἀριθμὸν τοῦ στρατοῦ. Εἶναι ταῦτα σπουδαῖα; Καὶ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῶμεν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν ἠξίωσε ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τοιούτων καταγγελιῶν, ἀλλ’ ἤξευρε μόνον νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι ζητοῦμεν τὸν ἀφοπλισμὸν τοῦ Ἔθνους ἡμεῖς, οἵτινες δὲν θέλομεν ἡσυχάσει, ἐνόσῳ δὲν ἴδωμεν συμπληρουμένας τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ δι’ ἀληθῶν στρατιωτῶν, ἡμεῖς, οἵτινες πεπείσμεθα ὅτι μόνον διὰ τοιούτων ἀληθῶν στρατιωτῶν δύναται ὁ ὀλιγάριθμος ἡμῶν στρατὸς ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν προορισμόν του, ἡμεῖς, οἵτινες δὲν θέλομεν νὰ παίξωμεν μὲ κούκλας, ὁποῖοι εἶναι οἱ ἄνδρες, τοὺς ὁποίους θέλει νὰ μορφώσῃ δῆθεν ὡς στρατιώτας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιῶμεν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπως ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεις σπουδαίας περὶ συμπληρώσεως τοῦ στρατοῦ, ἕως τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος ἐθεώρησεν ὡς ἀναγκαῖον, διὰ στρατιωτῶν τακτικῶς ὠργανωμένων. Ἀντὶ τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς λέγει, ὅτι δὲν δύναται νὰ προσφέρῃ πλέον τῶν 10,000 ἀνδρῶν, οὐδὲν δὲ δύναται νὰ ἐξεύρῃ ἵνα αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τούτων εἰμὴ νομοσχέδια κατ’ ἐπίφασιν, ὅπως ὠνόμασεν αὐτὰ ὁ ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτής, νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς αὐτοὶ κατεδικάσατε ὑπὸ ἄλλην μορφὴν, τὰ ὁποῖα ὅμως, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, πρέπει νὰ παραδεχθῆτε, διότι ἄλλως κινδυνεύετε νὰ μὴ ἔχητε οὐδὲ κἂν κατ’ ἐπιφάνειαν στρατόν. Ἀλλὰ στρατὸν κατ’ ἐπιφάνειαν ἡμεῖς δὲν ἔχομεν οὐδαμῶς σκοπὸν νὰ ψηφίσωμεν, καὶ μάλιστα ὅταν διὰ τὴν ἐπιφάνειαν ταύτην πρόκηται νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν λαὸν βάρη πολὺ μεγαλείτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἐξαρκέσει, ὅπως ἐπιτύχωμεν τὴν συμπλήρωσιν τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ διὰ στρατιωτῶν ἀληθῶν. Καὶ μήπως τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀδύνατον; μήπως εἶναι δύσκολον; μήπως σᾶς ἀπέδειξε δυσχέρειάν τινα πρὸς τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ἐξετάζοντες τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδια περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ἀνευρίσκομεν ἐν αὐτοῖς τὴν πεποίθησιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀρκοῦσιν εἰς συμπλήρωσιν τῶν τάξεων τούτων 2,800 κληρωτοί. Ἐὰν οἱ 2.800 κληρωτοὶ δὲν ἐπήρκουν, βεβαίως ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς κύριος Σαπουντζάκης, ἀνὴρ ἔμπειρος τῶν στρατιωτικῶν, δὲν ἤθελε φέρει τοιαύτην πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν, πρότασιν ἀντιφατικὴν πρὸς ἑαυτήν· βεβαίως ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος προτείνων στρατὸν 18,800 ἀνδρῶν, δὲν ἐνόει στρατὸν κατὰ τὸ ἥμισυ σχεδὸν, ὡς προτείνει ἤδη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, συγκείμενον ἐκ μεταβατικῶν ἐθνοφυλάκων ἐπὶ τρίμηνον γυμναζομένων ἐν τῷ στρατῷ. Εἶχε βεβαίως ἐκεῖνος σκοπὸν νὰ φέρῃ προτάσεις ἄλλας, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελε καταστήσει δυνατὴν τὴν συμπλήρωσιν τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ἄνευ προσκλήσεως ἑτέρων κληρωτῶν, ἀφοῦ τὸν ἀναγκαῖον ἀριθμὸν τῶν κληρωτῶν εἶχεν ἤδη ὁρίσει ἐν νομοσχεδίῳ. Καὶ ποῖα θὰ ἦσαν τὰ μέτρα ταῦτα; Ἡ ἐξεύρεσις αὐτῶν δὲν θὰ ἦτο δυσχερὴς εἰς τὸν ἔχοντα πεποίθησιν περὶ τῆς ἀνάγκης ὠργανωμένου στρατοῦ καὶ θέλησιν ὅπως καταρτίσῃ αὐτόν. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, οἷον ὑπεβλήθη, κατ’ αὐτὸν τὸν νόμον περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ τὸν σήμερον κρατοῦντα, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν 3,000 χωροφυλάκων, ἔχομεν δὲ μόνον 1500. Οἱ χωροφύλακες δὲν εἶναι κληρωτοί· ἀλλὰ μήπως χωροφύλακας δὲν δυνάμεθα νὰ κατατάξωμεν, ἐὰν καταστήσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἐπιθυμητήν; Ἐνόμιζον ἄρα, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, βλέπων ὅτι οἱ κείμενοι νόμοι καὶ τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια παρουσιάζουσι δύναμιν μὴ πραγματοποιουμένην ἕνεκα ὑφισταμένων κωλυμάτων, θὰ ἔφερε προτάσεις ἀφορώσας εἰς τὴν ἄρσιν τῶν κωλυμάτων ἐκείνων. Διατί δὲν συμπληροῦται ὁ ἀριθμὸς τῶν χωροφυλάκων; Τὸ γινώσκει ὁ κ. Πρωθυπουργός· τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξητάσαμεν ὁμοῦ ἐν τῷ Οἰκουμενικῷ Ὑπουργείῳ καὶ εὕρομεν, ὅτι ἡ λύσις αὐτοῦ ἔγκειται ἐν τῇ αὐξήσει τοῦ μισθοῦ, καὶ ἐγένετο συζήτησις, ἐὰν ἔπρεπε ν’ αὐξήσωμεν τὸν μισθὸν, ἀνεβλήθη δὲ ἡ ἀπόφασις τότε, διότι ἐθεωρήσαμεν, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἠδυνάμεθα νὰ δοκιμάσωμεν τὸ πείραμα τῆς συμπληρώσεως τοῦ ἀριθμοῦ ἄνευ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ. Ἐπίσης ἡ αὔξησις τῶν χορηγημάτων τῶν διδομένων εἰς τοὺς ἐθελοντὰς ἤθελε διευκολύνει τὴν διατήρησιν τῶν ἐθελοντῶν τούτων ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ· καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ οὐδεὶς μεταξὺ ἡμῶν ὅστις δὲν ἤθελε θεωρήσει προτιμοτέραν πᾶσαν θυσίαν χρηματικὴν, ὅπως ἔχωμεν ἐν τῷ στρατῷ τοὺς ἐθελοντὰς τούτους, παρὰ τὴν ἐπιβολὴν εἰς τὸν λαὸν τῆς ὑποχρεώσεως εἰς ἐκγύμνασιν δῆθεν, ἀλλὰ πράγματι εἰς ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατῷ, κατὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταβατικῆς ἐθνοφυλακῆς. Ἡ ὑποχρέωσις αὕτη ἀπαλλάττει τὸ δημόσιον ταμεῖον τῆς προσθέτου πληρωμῆς τοῦ ἐπηυξημένου μισθοῦ τῶν ἐθελοντῶν, ἀλλὰ καὶ τὸν λαὸν πιέζει καὶ τὴν παραγωγὴν κωλύει καὶ εἰς αὐτὸ τὸ Δημόσιον ταμεῖον φέρει ἄλλας ζημίας, ἰδίως πρὸς τὸν ἱματισμόν, ἃς δὲν ὑφίσταται χάριν τῶν ἐθελοντῶν, διότι, ἐὰν ἐπὶ τρεῖς μῆνας διαμείνωσιν ἐν τῷ στρατῷ οἱ μεταβατικοὶ ἐθνοφύλακες, ἡ δαπάνη τοῦ ἱματισμοῦ ἑκάστου θὰ ἦναι ἡ αὐτὴ ὡσὰν ἔμενον καὶ ἔτος ὁλόκληρον. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν προχθὲς περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶπεν, ὅτι δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα καλέσῃ τὴν μεταβατικὴν ἐθνοφυλακήν· ὅτι ὁ νόμος περὶ ἐθνοφυλακῆς τῷ ἔδιδεν ἅπαντα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητεῖ. Ἀλλ’ ἂν οὕτως ἔχῃ, διατί ὑποβάλλεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο; Ἡ ἔλλειψις τῆς ἀνάγκης μαρτυρεῖ τὴν ἔλλειψιν σπουδαιότητος ἐν τῇ προτάσει τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ νόμος περὶ ἐθνοφυλακῆς ὑπάρχει ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους καὶ ἀπεδείχθη ἀνεφάρμοστος. Ἅπαξ μόνον ἐγένετο πρόσκλησις ἀνδρῶν δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου, ἡ πρόσκλησις τῶν μεταβατικῶν ἐθνοφυλάκων τῆς Ἀττικῆς, καὶ ὅλοι παρέστημεν μάρτυρες τῆς ἀποτυχίας τοῦ θεσμοῦ. Ἐδικαιούμεθα δὲ νὰ φρονῶμεν, τοὐλάχιστον μετὰ τὴν ἀποτυχίαν ἐκείνην, ὅτι δὲν ἤθελεν ἐπανέλθει τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ ἐπανέφερεν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ζητῶν διέξοδον ἀπὸ δυσχερείας, ἣν ἔπλασε μία ψῆφος τῆς Βουλῆς. Τὸ ὑποβληθὲν ὅμως νομοσχέδιον παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι χειρότερον τοῦ νόμου περὶ ἐθνοφυλακῆς τοῦ προϋπάρχοντος. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι τὸ νομοσχέδιον βελτιοῖ τὸν νόμον, διότι περιορίζει τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τρεῖς μόνον ἡλικίας· ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ ὑπάρχοντος, ἐλησμόνησεν, ὅτι κατὰ τὸν κείμενον νόμον καλοῦνται ἀλληλοδιαδόχως κατὰ προτίμησιν αἱ νεώτεραι ἡλικίαι, καὶ μόνον ἀφοῦ ἐξαντληθῇ ἑκάστη νεωτέρα ἡλικία καλεῖται ἡ ἡλικία ἡ πρεσβυτέρα, ἐνῷ κατὰ τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον λαμβάνονται καὶ αἱ τρεῖς ἡλικίαι ἀναμίξ, ὁρίζεται δὲ διὰ κληρώσεως ἡ σειρὰ τῶν ὑποχρέων. Ὥστε φέρει ἡ Κυβέρνησις νομοσχέδιον καθιστῶν τὸ βάρος ἐπαχθέστερον, ὡς μαρτυρεῖ καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καταδικάσας δι’ ἐγκυκλίου αὐτοῦ τὸ σύστημα, ὅπερ προτείνει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἀφοῦ ἐξεδόθη ὁ νόμος περὶ ἐθνοφυλακῆς, ὁ νῦν ἰσχύων, ἢ μᾶλλον ὁ νῦν ἐγγεγραμμένος ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν δύναταί τις νὰ ὀνομάσῃ ἰσχύοντα νόμον, ὅστις ἀποδείκνυται ἀπραγματοποίητος, ἀφοῦ ἐξεδόθη ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», ἔσπευσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐκδώσῃ καὶ ἐγκύκλιον ἑρμηνευτικὴν, ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ δὲ ἐκείνῃ ἐπαινεῖ τὸ μέτρον τῆς προσκλήσεως καθ’ ἡλικίας καὶ κατακρίνει αὐστηρῶς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον σήμερον εἰσάγει· καὶ δὲν εἶχε μόνον ταύτην τὴν διαφορὰν περὶ τὴν πρόσκλησιν τῶν ἐθνοφυλάκων ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς ἑκάστης ἡλικίας καθιέρου σειρὰν προτιμήσεως, καλῶν πρώτους τοὺς ἀγάμους, εἶτα τοὺς ἐν χηρείᾳ ἄνευ τέκνων, μετ’ αὐτοὺς δὲ τοὺς ἐγγάμους ἄνευ τέκνων, καὶ τέλος τοὺς ἐγγάμους μετὰ τέκνων· διὰ τοῦ προτεινομένου δὲ σήμερον νόμου καλοῦνται ἀναμὶξ αἱ ἡλικίαι, οἵ τε νεώτεροι καὶ οἱ πρεσβύτεροι, οἵ τε ἔγγαμοι καὶ οἱ ἄγαμοι, οἵ τε ἔχοντες καὶ οἱ μὴ ἔχοντες τέκνα. Αὐταὶ καὶ μόναι αἱ διαφοραὶ θὰ ἤρκουν εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἰσήχθη πρὸς τὸν πραγματικὸν σκοπὸν τῆς ἐκγυμνάσεως τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ μόνον διότι ἡ Κυβέρνησις, κηρύττουσα πολιτικὴν ἐνεργείας, αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς κοινωνίας ὡς φέρουσα προτάσεις ἐνεργείας, καὶ νὰ δημιουργήσῃ ἀφορμὴν, ὅπως καταγγείλῃ τὴν ἀντιπολίτευσιν ὡς ζητοῦσαν τὸν ἀφοπλισμὸν τοῦ ἔθνους, ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία προκαλεῖ καθ’ ἑκάστην τὴν Κυβέρνησιν καὶ δὲν θὰ παύσῃ προκαλοῦσα αὐτὴν, ὅπως ὀργανώσῃ ἀληθῆ στρατὸν 19,000 ἀνδρῶν.
§27ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Οἱ ἰσχυρισμοὶ τοὺς ὁποίους ὁ προαγορεύσας ἐξέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὁ εἱρμὸς τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἐξέθηκε, ἀποδεικνύουσιν ὑπὲρ πάντα ἄλλον λόγον ὀρθὴν καὶ ἀληθῆ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔκαμε χθὲς καὶ προχθὲς, εἰπὼν, ὅτι δὲν νομίζομεν ἀναγκαῖον νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τὰ μέχρι τοῦδε λεχθέντα. Ἐὰν ἐξετάσῃ τις ὅλους τοὺς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατὰ τὰς δύο μέχρι τοῦδε συζητήσεις αὐτοῦ ἀγορεύσαντας, θέλει εὑρεῖ, ὅτι οὐδεὶς μέχρι τοῦδε ἀπήγγειλεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον τὰς πολιτικὰς ἐννοίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Τρικούπης ἀπήγγειλε, θέλει εὑρεῖ ὅτι ὁ προαγορεύσας ὁρμᾶται ἐκ γνωμῶν καὶ ἐκ σκέψεων ὅλως διαφορετικῶν ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας οἱ μέχρι τοῦδε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἀγορεύσαντες ἐξέθηκαν εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Καὶ ἐνόσῳ τὸ ζήτημα ἐτίθετο εἰς σημεῖόν τι ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν πρώτην καὶ δευτέραν συζήτησιν οἱ ἀγορεύσαντες εἶχον προσδιορίσει, ἐνόμιζον καὶ ἐγὼ, ὅτι ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιφυλαχθῇ, ἵνα κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν ἐξηγήσῃ εὐρύτερον τὰς σκέψεις αὑτῆς· διὰ τοῦτο χθὲς, σκεπτόμενος καὶ ἀναμιμνησκόμενος ὅλα τὰ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου λεχθέντα ὑπὸ τῶν ἀγορευσάντων κατὰ τὴν αʹ καὶ βʹ συζήτησιν, εὕρισκον ὅτι εἷς καὶ μόνος εἶχεν ἐξ ὅλων δίκαιον, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ ἐκ Μέσσης Βουλευτὴς κ. Ζωχιός. Εὑρίσκω ἀληθῶς, ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ ὅλων τῶν ἄλλων εἶναι ἰσχυρισμοὶ, τοὺς ὁποίους δὲν ἔπρεπε νὰ προτάξωσι, διότι ὡρμῶντο ἐκ γνωμῶν καὶ ἐννοιῶν πολιτικῶν ὅλως διόλου διαφορετικῶν, ἀπὸ ἐκείνας ἐξ ὧν ὡρμᾶτο ὁ κ. Ζωχιός. Τῷ ὄντι ἥρμοζεν εἰς τὸν Βουλευτὴν ἐκ Μέσσης νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπεν. Ὁ κ. Ζωχιὸς ἠδύνατο ἀναντιῤῥήτως καὶ ἀνενδοιάστως νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐκ τῶν ἄλλων προαγορευσάντων ἠδύνατο νὰ ἀπευθύνῃ τὰς παρατηρήσεις καὶ τὰς ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνον οἱ μέχρι τοῦδε λαλήσαντες. Διατί εὑρίσκω, ὅτι ὁ ἐκ Μέσσης Βουλευτὴς ἔχει δίκαιον; Διότι ὁ κ. Ζωχιὸς ἔχει ἀρκετὴν παῤῥησίαν, διὰ νὰ λέγῃ καὶ δημοσιεύῃ τὸ φρόνημά του· σᾶς λέγει, ὅτι, κύριοι, εἶσθε εἰς ὁδὸν πεπλανημένην, ὅτι βαίνετε κατὰ κρημνῶν, ὅτι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖτε, εἶναι πλημμελὴς, δὲν εἶναι λυσιτελὴς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι ἡ δόξα καὶ τὸ μεγαλεῖον τοῦ Ἔθνους δὲν συνίσταται εἰς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖτε νὰ ἀποκτήσητε, ἀλλὰ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἐπιστημῶν καὶ τῶν τεχνῶν. Ἀσχολήθητε, εἶπεν ὁ κ. Ζωχιός, εἰς τὰς τέχνας, ἀναπτύξατε τὰς ἐπιστήμας, καὶ θέλετε δοξάσει τὸν Ἑλληνισμὸν, καὶ θέλετε προκαλέσει τὴν εὐημερίαν αὐτοῦ. Ἄν τις ἔχῃ τοιοῦτον φρόνημα, δικαιοῦται νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπεν ὁ ἐκ Μέσσης Βουλευτής· ἀλλ’ ἂν δὲν ἔχῃ τὸ φρόνημα τοῦτο, οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε μᾶς εἶπον. Ἴσως ὁ ἐκ Μέσσης Βουλευτὴς ἔχει κατὰ ἓν μόνον ἄδικον· ἴσως ἔχει ἄδικον, διότι δὲν ἐφρόντισε νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του ταύτην ἐν καιρῷ, ἀλλὰ τὴν εἶπε μόλις χθὲς καὶ πρὸ μικροῦ. Ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ ὁ κ. Ζωχιός, ὅτι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ συνεζητήθη ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς ἀλλεπαλλήλους συνεδριάσεις, ὅτι ἐλέχθησαν ἄπειρα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ ὅτι ἐπὶ τέλους ἡ Βουλὴ σύσσωμος, οὐδενὸς ἀντιλέγοντος, παρεδέχθη μίαν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ ἔκτοτε ἐφαρμόζουσα. Ἄν, ὅταν ἡ Βουλὴ σύσσωμος ἀπεφαίνετο ὑπὲρ τῶν παρασκευῶν τοῦ ἔθνους, ὁ ἐκ Μέσσης Βουλευτὴς παρίστατο καὶ ἔλεγεν εἰς αὐτὴν, σταμάτα, ἡ πολιτικὴ αὕτη δὲν εἶναι λυσιτελὴς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι συνεπέστατος· ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν τὸ εἶπε τότε, ἡ δὲ Βουλὴ παμψηφεὶ παρεδέχθη τὴν γνώμην τῶν παρασκευῶν, καὶ μάλιστα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς γνώμης αὐτῆς συνεκροτήθη Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ὁ κ. Ζωχιός ἀπετέλεσε μέρος. Αἱ Κυβερνήσεις δὲν ἔχουσι τὴν ἐξουσίαν νὰ πολιτεύωνται ὡς θέλουσιν, ὀφείλουσι νὰ πολιτεύωνται κατὰ τὸ φρόνημα τοῦ ἔθνους. Τὸ ἔθνος εἶχεν ἐκφρασθῆ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ διὰ ψηφοφορίας καὶ πλειονοψηφίας ἀνεπιδέκτου πάσης ἀντιῤῥήσεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐκλήθη μετά τινα χρόνον, ὤφειλε νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ πρόγραμμα τὸ πολιτικὸν, τὸ ὁποῖον διέγραψε τὸ ἔθνος, ὁ δὲ κ. Ζωχιὸς ἀπετέλει μέρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Ἠδύνατο καὶ ἄλλος τις νὰ ἔχῃ δίκαιον ἐκ τῶν ἀγορευσάντων μέχρι τοῦδε· ἠδύνατο καὶ ὁ ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμος Βουλευτὴς νὰ ἔχῃ δίκαιον νὰ εἴπῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον προχθὲς μετ’ ἀγανακτήσεως, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου· ἀπετάθη πρὸς ἡμᾶς τοὺς καθημένους ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων καὶ μᾶς ἤλεγξε, διότι, ἐνῷ αὐτὸς προέβλεπε πρὸ δύο μηνῶν τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελον περιέλθει νῦν τὰ πολιτικὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, τὰ ὑπὸ συζήτησιν εὑρισκόμενα, διατὶ ἡμεῖς ἐδιστάσαμεν νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν γνώμην αὐτοῦ ταύτην, τὴν ὁποίαν πρὸ δύο μηνῶν ἐξήνεγκε, καὶ μᾶς ἤλεγξε, διότι, μὴ ἀποδεξάμενοι τὴν γνώμην του ταύτην καὶ τὴν ὁποίαν τὰ πράγματα καὶ αἱ περιστάσεις ἀπέδειξαν ὡς ἀληθῆ, ἐγενόμεθα αἴτιοι ζημίας χρηματικῆς εἰς τὸ Δημόσιον. Ἄν οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ κυρίου Ῥικάκη ἦσαν ἀληθεῖς, ἤθελον εὑρεῖ πραγματικῶς, ὅτι εἶχε δίκαιον νὰ μᾶς ἐλέγξῃ καὶ ὅτι ἡμεῖς καθυστεροῦμεν κατὰ τοῦτο, καθ’ ὅσον ἐγείναμεν αἴτιοι ζημίας εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς ἔσπευσε, καὶ μολονότι ἀποδίδω πλήρη δικαιοσύνην εἰς τὸν κ. Ῥικάκην, τιμῶν αὐτὸν καὶ προσέχων μεθ’ ὅλης τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἔχω, εἰς τὰς προῤῥήσεις αὐτοῦ καὶ εἰς τὰς γνώμας αὐτοῦ ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ζητημάτων, διότι εἶναι εἰς θέσιν ὁ κ. Ῥικάκης καὶ νὰ σκέπτηται ἐπ’ αὐτῶν καὶ νὰ ἔχῃ ὅλας τὰς δυνατὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ὑποβοηθοῦσιν αὐτὸν εἰς τὸ νὰ ἔχῃ μίαν γνώμην, μ’ ὅλα ταῦτα ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἀκόμη δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς λαλήσῃ οὕτω, καὶ ὅτι ἔσπευσεν εἰπὼν εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἡ πρόῤῥησίς του ἐκείνη ἐπραγματοποιήθη. Ἀλλὰ, κύριοι, εὑρισκόμεθα πράγματι εἰς ἀμηχανίαν διὰ νὰ ἀπαντήσωμεν πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν διαφωνοῦσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῶν πολιτικῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἔχει· εὑρίσκομαι εἰς ἀμηχανίαν, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ποῦ ἠδύναντο νὰ ἀντλήσωσι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἤντλησαν, διὰ νὰ ἀντιλέξωσι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ παρασταθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ ἀντιλέγοντες. Οἱ κύριοι οὗτοι ῥητῶς ἐπηγγείλαντο, ὅτι ἔχουσι τὴν αὐτὴν πολιτικὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις· καὶ οὐ μόνον ἐπηγγείλαντο τοῦτο, ἀλλ’ ἐδήλωσαν πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἁμιλλῶνται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι αἱ γνῶμαι αὐτῶν ὑπερβαίνουσι τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ τὴν πεποίθησιν καὶ κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ νὰ ἴδωσιν αὐτὰς πραγματοποιουμένας· εὑρίσκομαι δὲ εἰς τὴν ἀμηχανίαν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ ἐπιχειρήματα αὐτῶν, διότι μόλις σήμερον ἠδυνήθην νὰ ἀκούσω τὸ σύστημα, τὴν μέθοδον, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ἐξεῦρον, καὶ διὰ τῆς ὁποίας αὐτοὶ ἐσκέφθησαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπεύσωσι τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Συζητοῦμεν ἤδη πρὸ δύο μηνῶν, καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα δὲν ἠδυνήθην νὰ γνωρίσω κατὰ τίνα τρόπον οὗτοι ἐσκέπτοντο, ὅτι ἠδύναντο νὰ θεραπεύσωσι τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους δι’ ἄλλου τρόπου παρὰ δι’ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις σᾶς εἶχε προβάλει. Καὶ ἀληθῶς, κύριοι, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐγένετο μακρὰ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐφεδρείας. Δὲν ἐπρόκειτο ὑπὸ τὴν ψῆφόν σας νομοσχέδιον· συνεζητεῖτο ἁπλῶς μία γνώμη, καὶ ἐπὶ τῆς γνώμης ταύτης ἡ Βουλὴ ἐξήνεγκε τὴν ἀπόφασίν της. Ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτῆς τῆς γνώμης δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐξαγάγω τίποτε ἄλλο, παρ’ ὅτι τὸ σύστημα τῆς ἐφεδρείας εἶναι πλημμελές· ἀλλὰ ποῖον ἀντὶ τοῦ συστήματος τῆς ἐφεδρείας ἢ ὁ τὸ ἧττον πλημμελές; ποία μέθοδος ἠδύνατο νὰ φθάσῃ εἰς τὰ ἀπολέσματα αὐτὰ τὰ διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἐφεδρείας ἐπιζητούμενα; Δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διϊσχυρίζοντο καὶ ὑπέλαβον, ὅτι διερμηνεύουσι τὸ φρόνημα τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὡς τὸ ἀποδεικνύει ἡ συζήτησις αὕτη, ὅτι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι διϊσχυρίζοντο καὶ ὑπέλαβον, ὅτι διερμηνεύουσι τὸ φρόνημα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, δὲν διερμηνεύουσι τὸ φρόνημα τῆς καθόλου ἀντιπολιτεύσεως, ἡ δὲ συζήτησις τῶν ἡμερῶν τούτων ἀποδεικνύει τὸν ἰσχυρισμόν μου τοῦτον ἀληθῆ. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐπιθυμῶ νὰ ἐννοήσω ποῖον τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ νομίζουν προτιμότερον τοῦ συστήματος τῆς ἐφεδρείας, ἢ τὸ σύστημα τῆς μεταβατικῆς ἐθνοφυλακῆς, διὰ τὸ ὁποῖον συζητοῦσι καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι ἔχει ἀπόφασιν νὰ ἐμμείνῃ. Καὶ ὅταν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζοντο καὶ ὑπέλαβον, ὅτι διερμηνεύουσι τὸ φρόνημα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐκλήθησαν νὰ κυβερνήσωσι τὸν τόπον, καὶ κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἀκόμη δὲν ἠθέλησαν νὰ μᾶς πληροφορήσωσι ποῖον εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ ἐσκόπουν νὰ ἀντιτάξωσι κατὰ τοῦ συστήματος τῆς ἐφεδρείας. Μόνον δὲ σήμερον ηὐτύχησα νὰ ἀκούσω τὸ σύστημα αὐτῶν, ὅπερ δὲν εἶναι οὐδὲ πλῆρες, οὐδὲ τέλειον, ἂν καὶ σήμερον δὲν ἤκουσα αὐτοὺς, προβάλλοντας εὐθαρσῶς τὸ σύστημά των, ἀλλὰ μνημονεύοντας ἁπλῶς αὐτοῦ πρὸς ἀντίκρουσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις προέβαλε. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι, ἔχει ἀσφαλῆ καὶ ἀκλόνητον πολιτικὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ πρὶν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραιτήσῃ τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἀφοῦ ἕνεκα τῶν τελευταίων περιστάσεων ἠναγκάσθη νὰ ἐπανέλθῃ αὖθις εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ τὴν ὁποίαν θέλει ἔχει καὶ ἐπὶ τὸ μέλλον, ἐφ’ ὅσον νεώτερα πολιτικὰ συμβεβηκότα δὲν τῇ παραστήσωσιν, ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλῃ τὴν γνώμην της ταύτην. Ἡ πολιτικὴ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις εἶχεν, εἶναι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ ἔχῃ πλήρη πεποίθησιν ἐπὶ τὴν Εὐρώπην, ἡ ὁποία ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου ἀπεφάσισεν ἐπὶ τῶν ἀξιώσεων, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος προέβαλεν ἐν αὐτῷ, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου θέλει ἐκτελεσθῆ ἀκριβῶς, τῇ ἐνεργείᾳ καὶ μεσολαβήσει τῆς Εὐρώπης· προσέτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι μὲ ὅλην τὴν πεποίθησιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς τὴν Εὐρώπην, δὲν δύναται κατ’ οὐδένα λόγον νὰ παραιτηθῇ τῶν ἀξιώσεων, τὰς ὁποίας τῇ ἀνεγνώρισε τὸ Συνέδριον, οὐδὲ νὰ παραλείψῃ οὐδὲν ἐκ τῶν μέσων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὴν διάθεσίν της, διὰ νὰ εὐκολύνῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου. Συμπέρασμα τῆς πολιτικῆς μας ταύτης γνώμης εἶναι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἔχῃ ἐν ὁμαλῇ καὶ ἠρέμῳ καταστάσει στρατὸν 18,000, ὁ ὁποῖος ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως τοῦ τε ὑπάρχοντος Κράτους καὶ τῶν χωρῶν, αἵτινες, κατὰ τὴν πεποίθησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, θέλουσιν ἀναντιῤῥήτως προσαρτηθῆ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος· αἱ 18,000 στρατοῦ παριστῶσι τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, τῆς ὁποίας τὸ Κράτος, ὅπως μέλλει νὰ σχηματισθῇ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου, ἔχει ἀνάγκην διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου. Συνέπεια τῆς πολιτικῆς γνώμης ταύτης εἶναι ἀκόμη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν εὐκολίαν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε κριθῆ λυσιτελὲς ἢ χρήσιμον, νὰ δύναται τὸν στρατὸν τοῦτον τῶν 18,000 νὰ τὸν ἀναβιβάζῃ εἰς ἀριθμὸν ἀνώτερον τῶν 18,000 Ἐπειδὴ δὲ εἶχε τὴν πολιτικὴν αὐτὴν γνώμην ἡ Κυβέρνησις, ὤφειλεν, ὡς πᾶσα ἄλλη Κυβέρνησις, ἐὰν εὑρίσκετο εἰς τὴν θέσιν αὐτῆς, νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐν χρήσει δυνάμει τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐπεψηφίσθη ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον καὶ ὁ ὁποῖος περιεῖχε τὴν γνώμην καὶ τὴν ἔννοιαν τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἴσχυεν καὶ ὁ ὁποῖος ὑποθέτω, ὅτι περιεῖχε τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν γνώμην τοῦ Κοινοβουλίου, ἦτο ὁ νόμος περὶ ἐφεδρείας. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις προσῆλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἶπεν, ἔχω ἀνάγκην τῶν μέσων αὐτῶν, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ συντηρήσω στρατὸν, ὅσον νομίζω ἀναγκαῖον πρὸς ὑποστήριξιν τῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πείσῃ ἑαυτήν, ὅτι ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἐπιτυχία στρατοῦ ἐκ 18,000 ἀνδρῶν, ὅσον αἱ ὁμαλαὶ καὶ αἱ τακτικαὶ περιστάσεις τοῦ Κράτους ἀπῄτουν, διὰ τοῦ τακτικοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, διότι διὰ τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, καὶ ἂν ἐπεψηφίζετο, καθὼς ἐπεψηφίσθη ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου, ἠθέλαμεν ἔχει ἀνάγκην παρόδου πολλοῦ χρόνου. Καὶ πραγματικῶς, κύριοι, ἔπρεπε νὰ συνταχθῶσι στρατολογικοὶ κατάλογοι, ἔπρεπεν οἱ κατάλογοι οὗτοι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἀνάκρισιν, ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ ἡ προθεσμία, διὰ νὰ κατασταθῶσιν ὁριστικοὶ, καὶ κατόπιν ὅλων τούτων νὰ γείνωσιν αἱ κληρώσεις, αἵτινες ν’ ἀναδείξωσι τοὺς ὑποχρέους, καὶ μετὰ τοῦτο ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ στρατολογήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος περὶ στρατολογίας ἤθελε προσδιορίσει. Καὶ ἂν ὁ ἐτήσιος νόμος περὶ στρατολογίας ἔμελλε νὰ προσδιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν 18,000, δὲν ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ προσκαλέσωμεν εἰς τὰ ὅπλα εἰμὴ τὰς 6,000. Λοιπὸν, ἐὰν ἐστηρίζετο εἰς τὸν τακτικὸν νόμον περὶ στρατολογίας, ἡ Κυβέρνησις, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ προσκαλέσῃ πλέον τῶν 6000, ὅπως εἶπον καὶ προηγουμένως. Ἀλλ’ ἡ μὲν δύναμις τοῦ στρατοῦ ἤθελε προσδιορισθῆ εἰς 18,000 ἡ δὲ Κυβέρνησις ἤθελε περιμένει μέχρι τέλους τοῦ 1879, διὰ νὰ ζητήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν 6000 τὰς ὁποίας ἀπῄτει. Ἐν τούτοις ἀπὸ τοῦ χρόνου τούτου, ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1878 μέχρι τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1879, ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ περιμένῃ, ἔχουσα ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας καὶ περιμένουσα σήμερον νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος, αὔριον νὰ συνταχθῶσιν οἱ στρατολογικοὶ κατάλογοι, κατόπιν νὰ τεθῶσιν εἰς ἀνάκρισιν, ἔπειτα νὰ γείνουν ὁριστικοὶ, νὰ γείνωσιν αἱ κληρώσεις, καὶ ἕως οὗ γείνωσι ταῦτα πάντα, νὰ ἀνέχηται ἔχουσα στρατὸν πολλῷ ὀλιγώτερον, τόσον, ὅσος δὲν ἤρκει. Ἀληθῶς ὁ ἀριθμὸς τοῦ στρατοῦ θέλει ἐλαττωθῆ ἐπαισθητῶς, ἀφοῦ ἀπολύονται οἱ ἔκτακτοι ἔφεδροι ὅλων τῶν σειρῶν καὶ οἱ τακτικοὶ ἔφεδροι μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τὴν νόμιμον τοῦ χρόνου τῆς ὑποχρεώσεως αὑτῶν. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ σχηματίσῃ τὸν στρατὸν ἐκ 18,000, διὰ τοῦ νόμου τοῦ τακτικοῦ περὶ στρατολογίας, ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε ν’ ἀρκεσθῇ κατὰ τὴν διάρκειαν ἑνὸς ἔτους, συντηροῦσα στρατὸν 8,000 ἢ 10,000 μόνον, καὶ ἐλπίζουσα εἰς τὰς εὐτυχεῖς ἡμέρας τοῦ τέλους τοῦ 1879 νὰ δυνηθῇ νὰ ἴδῃ ἀναβιβαζόμενον τὸν ἀριθμὸν τῶν στρατιωτῶν εἰς τὸν ἀριθμόν, τὸν ὁποῖον ἐπιθυμοῦμεν. Λοιπὸν κατ’ ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε ν’ ἀποβλέψῃ πρὸς τὸν νόμον τῆς ἐφεδρείας τὸν μόνον πρόχειρον, ἐκεῖνον, ὃν τὸ Κοινοβούλιον εἶχεν ὑποδείξει, καὶ εἰς αὐτὸν προσέβλεψεν. Ἀλλ’ ἀντεῖπον εἰς αὐτήν, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ ἐφεδρείας δὲν εἶναι ἀπηλλαγμένη καταθλίψεων. Ἐκεῖνοι ὅμως, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον ταῦτα, δὲν ἐπρότεινον ἴδιον σύστημα, ἀλλ’ ἠρκοῦντο ἁπλῶς νὰ ἀντιλέγωσιν εἰς τὸ σύστημα τοῦ διὰ τῆς ἐκτάκτου ἐφεδρείας καταρτισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἡ Βουλὴ ἐξέφερε τὴν ψῆφόν της κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ Ὑπουργείου, ἡμεῖς δὲ ὑπετάγημεν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς καὶ κατεθήκαμεν τὴν παραίτησιν ἡμῶν. Ἦλθεν ἡ διάδοχος Κυβέρνησις, ἥτις δὲν ἐπρόβαλεν ἴδιον σύστημα, ἀλλ’ ἐζήτησε καιρόν, ἵνα σκεφθῇ νὰ ἐξεύρῃ τότε ἴδιον σύστημα, καὶ ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ δὲν συνήνεσε, παρῃτήθη, καὶ ἤλθομεν αὖθις ἡμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπανελθόντες εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων, ἔχομεν τὴν αὐτὴν γνώμην, ὅτι ὁ στρατὸς ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσι πρέπει νὰ σύγκηται ἐκ 18,000 ἀνδρῶν, καὶ ἐφ’ ὅσον αἱ περιστάσεις τυγχάνουσιν, οἷαι νῦν, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ εὐκολία νὰ ἀναβιβάζῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν αὐτοῦ πλέον τῶν 18,000. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀποφανθῆ ἐπὶ τῆς ἐφεδρείας, ἔπρεπε νὰ ἐξεύρωμεν ἄλλον τρόπον, διὰ νὰ εὕρωμεν ἄνδρας, καὶ σᾶς προεβάλλομεν τὸ τρόπον, τὸν ὁποῖον σᾶς προβάλλομεν. Κύριοι, νομίζω, ὅτι εἶναι ὑποδεέστερον τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου καὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων νὰ συζητῶμεν περὶ τοῦ τρόπου, οὐδὲ σεῖς μᾶς ἀντετάξατε ἄλλον τρόπον. Τὸ μέγα ζήτημα εἶναι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἔχῃ 18,000 στρατόν. Καὶ ἂν σήμερον ἔχωμεν 8,000 ἢ 7,000, ἔχομεν ἀνάγκην ἄλλων 10,000 ἢ 11,000. Καὶ πρὸς τοῦτο βεβαίως ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων, διὰ νὰ ἐνδύσωμεν καὶ συντηρήσωμεν καὶ θρέψωμεν τοὺς ἄνδρας τούτους. Εἶναι ὑποδεέστερον τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων νὰ μᾶς προβάλλωσιν, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ θρέψωμεν καὶ ἐνδύσωμεν τοὺς ἀναγκαιοῦντας ἄνδρας. Ἡ πολιτικὴ αὐτή, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη τὸ Κοινοβούλιον καὶ ὅλος ὁ Ἑλληνισμὸς, αὐτὴ ἐπάγει βάρη καὶ ὑποχρεώσεις, τὸ δὲ Ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι εἶναι ὑποδεέστερον τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἐπάγει ἡ πολιτικὴ αὕτη. Μᾶς ἐλέγχουσι καὶ μᾶς κατηγοροῦσι διατί δὲν ἐλλιμενιζόμεθα εἰς ἕνα λιμένα; Διὰ τί ἀρμενίζομεν αἰωνίως; Καὶ δὲν ἐνθυμοῦνται, ὅτι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, οἵτινες ἀρμενίζομεν, διότι ἀρμενίζει ὅλον τὸ ἔθνος, καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ ἔθνους ἀπεφάσισε τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον ν’ ἀρμενίσῃ. Ἠθέλαμεν δ’ εἶσθαι παραβάται τῆς πολιτικῆς τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ ἔθνους, ἐὰν ἐπηγαίνομεν νὰ κρυφθῶμεν εἰς ἕνα λιμένα, προτείνοντες, ὅτι τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ ὑποστῇ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἡ πολιτικὴ αὕτη συνεπάγει. Εἶπον, ὅτι καὶ πρὶν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ κατὰ τὸν παρελθόντα μῆνα τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε, καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐπῆλθεν ἡ παραίτησις τοῦ Ὑπουργείου, καὶ μετὰ τὰς μέχρι σήμερον συζητήσεις, δὲν γνωρίζω τέλος πάντων ποῖον εἶναι τὸ σύστημα ἐκείνων, οἵτινες λέγουσιν, ὅτι δὲν συμμερίζονται τὴν γνώμην τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μέσσης, ὅστις ἔχει ὅλως ἀντίθετον. Δὲν γνωρίζω τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προβάλλουσιν οὗτοι, οἵτινες προκαλοῦσιν ὑμᾶς καὶ λέγουσιν, ὅτι δὲν θέλουσι νὰ ἀκολουθήσωσι τὴν γνώμην ἡμῶν. Ποῖος εἶναι ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου νομίζουσιν, ὅτι δυνάμεθα νὰ σχηματίσωμεν στρατὸν 18,000 ἀνδρῶν, καὶ νὰ ἔχωμεν προσέτι τὴν εὐκολίαν νὰ ἀναβιβάζωμεν αὐτὸν εἰς μεγαλείτερον τούτου ἀριθμόν; Ἀληθῶς μέχρι σήμερον δὲν ἤκουσα τὴν γνώμην αὐτῶν. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶναι μόνη ἡ μέθοδος, τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς πρὸ ὀλίγου μᾶς προέβαλε, διότι αὕτη εἶναι καὶ ἀτελὴς καὶ ὅλως ἄχρηστος. Λέγω, ὑποθέτω, ὅτι δὲν εἶναι μόνη ἡ μέθοδος αὕτη, διότι ἡ γνώμη αὕτη εἶναι ἀλυσιτελής, δὲν εἶναι σκόπιμος. Καὶ ποία εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου; Ἔχετε λέγει 1,500 χωροφύλακας, ἔχετε δὲ τὸ δικαίωμα νὰ ἔχητε 3,000, σᾶς ἐλλείπουσι δὲ ἄλλοι 1,500· δὲν τοὺς ἐστρατολογήσατε μέχρι τοῦδε, ὅθεν στρατολογήσατε αὐτοὺς, καὶ ἰδοὺ, ὅτι οὕτω προσλαμβάνετε 1,500 ἄνδρας, τοὺς ὁποίους δὲν ἔχετε· διότι, ἐὰν στρατολογήσητε 3,000 χωροφύλακας, τότε θὰ ἀπασχολήσητε στρατὸν τοῦ πεζικοῦ ὀλιγώτερον κατὰ 1,500 ἐκείνου, τὸν ὁποῖον τώρα ἀπασχολεῖτε διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν χωροφυλάκων εἰς τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν. Αὐτὴ τῳόντι ἡ γνώμη τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου. Ἀλλ’ αὕτη μᾶς ἐπάγει οἰκονομίαν 1,500 ἀνδρῶν, δηλ. ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ, τῶν νῦν ἐπασχολουμένων εἰς τὰ ἔργα τῆς χωροφυλακῆς κατὰ 1,500 ἄνδρας. Ἀλλ’ ἡ γνώμη αὐτὴ καὶ μόνη δὲν μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὸν σκοπόν, καὶ εἶναι διὰ τοῦτο πλημμελής. Διατί μέχρι τοῦδε δὲν ἐστρατολόγησαν τοὺς 1,500; δὲν τὸ λέγω ἐγώ· ἂς τὸ εἴπῃ ἄλλος, διότι ἦτο ἀνάγκη νὰ αὐξήσουν τὴν ἀντιμισθίαν τῆς χωροφυλακῆς, ἵνα πεισθῶσι νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸ σῶμα τοῦτο ἐθελουσίως. Λοιπὸν ἔχετε ἀνάγκην ἐν πρώτοις νὰ αὐξήσητε τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ κράτους, καὶ σεῖς μᾶς πολεμεῖτε καὶ φωνάζετε καθ’ ἡμῶν, ὡς ὑποστηριζόντων σύστημα ἐπάγον αὔξησιν δαπανῶν· τὸ ἡμέτερον ὅμως σύστημα αὐξάνει τοὐλάχιστον τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, καὶ παρερχομένων τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, ἔχομεν τὴν ἐλπίδα νὰ ἴδωμεν ἐκλειπούσας καὶ τὰς ἐκτάκτους δαπάνας, ἐν ᾧ σεῖς προβάλλετε αὔξησιν τῶν τακτικῶν δαπανῶν. Ἔπειτα ἀπὸ ποίους θέλετε στρατολογήσητε τοὺς 1,500 χωροφύλακας; ἀπὸ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, διότι μόνοι οἱ ἄνδρες τοῦ στρατοῦ, κατὰ τὸν κανονισμὸν τῆς χωροφυλακῆς, ἔχουσι τὰ προσόντα, τουτέστιν ἀπὸ τοὺς ἄνδρας τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ θέλετε στρατολογήσει, ἀλλ’ οὕτω θέλετε ἀραιώσει τὰς τάξεις αὐτὰς τοῦ στρατοῦ, καθ’ ὃν χρόνον ἔχετε ἀνάγκην νὰ συμπληρώσητε αὐτάς. Οἱ ἀντιλέγοντες σᾶς προέβαλον καὶ δεύτερον μέσον πρὸς σχηματισμὸν στρατοῦ ἐκ 18,000 καὶ πρὸς παροχὴν τῆς εὐκολίας τοῦ ἀναβιβασμοῦ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ εἰς ὑπέρτερον ἀριθμόν. Ἀλλὰ καὶ τὸ μέσον τοῦτο δὲν εἶναι σκόπιμον, οὐδ’ ἀποτελεῖ μέθοδον, διὰ τῆς ὁποίας δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν καταρτισμὸν στρατοῦ ἐκ 18,000, καὶ ἡ ὁποία νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐκολίαν τοῦ νὰ δύναται νὰ τὸν ἀναβιβάσῃ εἰς ἀριθμὸν ἀνώτερον. Ἡ δευτέρα γνώμη αὐτῶν εἶναι ἡ συμπλήρωσις τοῦ στρατοῦ διὰ κατατάξεως ἐθελοντῶν. Διὰ τίνος τρόπου δύνανται νὰ καταταχθῶσι; διὰ τοῦ αὐτοῦ τρόπου, δι’ οὗ δύναται νὰ εὐκολυνθῇ καὶ ἡ κατάταξις τῶν χωροφυλάκων, ἤτοι δι’ αὐξήσεως τῆς χορηγήσεως τῶν ἐθελοντῶν, δι’ αὐξήσεως δηλονότι τῶν τακτικῶν δαπανῶν. Ἀληθῶς, διὰ νὰ στρατολογήσητε 1000 στρατιώτας, θέλετε δαπάνην ὀλιγωτέραν παρὰ ἐὰν θελήσητε νὰ στρατολογήσητε 1000 ἐθελοντάς. Ἐὰν αἱ δύο αὗται μέθοδοι ἢ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ὑπηνίξατο μόλις σήμερον ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, εἶναι ὁ τρόπος τὸν ὁποῖον νομίζει κατάλληλον, διὰ νὰ συμπληρώσωμεν τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Καὶ διὰ νὰ ἀποδείξω τὸν ἰσχυρισμόν μου τοῦτον, ἔχω ἀνάγκην τῆς ἀνοχῆς σας. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν καὶ ὁ ὁποῖος θέλει κυρωθῆ βεβαίως, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ λειτουργία αὐτοῦ ἄρχεται ἀμέσως, δὲν δύναται νὰ προαγάγῃ τὰ ἀποτελέσματά του εἰμὴ μετὰ πάροδον πολλοῦ χρόνου. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ ἐτησία ἀναλογία προσδιορίζεται εἰς 6,000 ἄνδρας καὶ πρόκειται τόσους νὰ στρατολογήσητε. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι πρὸς ἐπικουρίαν αὐξάνομεν καὶ τὴν ἀντιμισθίαν τῶν χωροφυλάκων καὶ ὅτι δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θέλει ἕνεκα τούτου ἐπέλθει ἀραίωσις τοῦ πεζικοῦ, καὶ ὅτι προσέτι λαμβάνομεν ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς τοῦτο. Τίνα δύναμιν τοῦ στρατοῦ θέλομεν σχηματίσει; 1500 ἄνδρας τοῦ πεζικοῦ, τοὺς ὁποίους δὲν θέλετε εἶσθαι ἠναγκασμένοι νὰ ἀπασχολῆτε εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ἀλλὰ θέλετε ἔχει 1500 ἄνδρας ὀλιγωτέρους, διότι κατετάξατε αὐτοὺς χωροφύλακας· θέλετε ἔχει προσέτι 500 ἢ 600 ἐθελοντάς, καὶ προσέτι θέλετε ἔχει καὶ ἄλλας 6,000, ἀλλὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1879 καὶ ὄχι τώρα. Καὶ ἀπὸ τοῦδε πρέπει νὰ μένητε μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας, ἀπολύοντες τοῦ στρατοῦ τὸ ⅓ τῶν ἀνδρῶν αὐτοῦ, ὅσοι ἦσαν κληροῦχοι, διότι συμπληροῦται ἡ νόμιμος θητεία των, ἀπολύοντες πάσας τὰς σειρὰς τῶν ἐκτάκτων ἐφέδρων, ἀπολύοντες προσέτι καὶ τοὺς τακτικοὺς ἐφέδρους, ὅσων ἡ ὑποχρέωσις λήγει. Ὅθεν οἱ 1500, τοὺς ὁποίους θέλετε ἐλαττώσει ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς χωροφυλακῆς, καὶ οἱ 500 ἢ 600 ἐθελονταὶ πῶς θέλουσι δυνηθῆ μόνοι νὰ συμπληρώσωσι τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ εἰς 18,000 ἀπὸ τοῦδε καὶ μέχρι τέλους τοῦ 1879; Καὶ ἂν παρουσιασθῶσιν αἱ μὴ συνήθεις καὶ ἀνώμαλοι περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι σᾶς ἐπιβάλλουσι τὴν ἀνάγκην νὰ ἔχητε ἀνώτερον τῶν 18,000 ἀνδρῶν στρατοῦ, πῶς θέλετε ἐπαρκέσει εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις; καὶ ποῖος θὰ λάβῃ τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τῶν ζημιῶν, αἵτινες θέλουσιν ἐπέλθει εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου; Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ κρύψω τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν μοὶ παρήγαγον οὐ μόνον οἱ λόγοι καὶ αἱ ἔννοιαι, ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος, μεθ’ οὗ οἱ Βουλευταὶ ἐκ Μεσολογγίου καὶ Πατρῶν ἠγόρευσαν. Τὰς γνώμας των, τὰς σκέψεις των τὰς ἀπήγγειλαν μετὰ τοσαύτης ἀγανακτήσεως, ὥστε, ἄν τις ἦτο εἰς τι θεωρεῖον τοῦ Κοινοβουλίου, ἂν δὲν ἐγνώριζε τὴν ἱστορίαν αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, τὴν λεπτομέρειαν τῶν ζητημάτων, βεβαίως ἤθελεν ὑπολάβει, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἔχει τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Ζωχιός, διότι μόνον εἰς αὐτὸν ἥρμοζε νὰ μεταχειρίζηται τὸν τρόπον τοῦτον καὶ νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἀγανάκτησιν διὰ τὴν πολιτείαν, τὴν ὁποίαν μετερχόμεθα. Εἰς ἐκείνους ὅμως, οἵτινες νομίζουν, ὅτι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν μετέρχεται ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ὑπηγόρευσε τὸ Ἔθνος καὶ τὸ Κοινοβούλιον, καὶ τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλουσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, εἰς αὐτοὺς δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ὁμιλῶσι μετ’ ἀγανακτήσεως. Ἂν τυχὸν ἔβλεπον, ὅτι μέτρα τινὰ, προτεινόμενα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν συνέτεινον πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον προτιθέμεθα, καθῆκον ἐπεβάλλετο εἰς αὐτοὺς, ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ εἴπωσιν αὐτῇ, δὲν δύνασθε νὰ φθάσητε δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου εἰς 18,000 στρατὸν, ἀλλὰ δι’ αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς σᾶς προτείνομεν, δύνασθε νὰ κατορθώσητε νὰ ἔχητε τὰς 18,000 ἢ πλειοτέρας ἢ καὶ 30,000. Ἀλλ’ ἔρχονται μετ’ ἀγανακτήσεως καὶ καταγγέλλουσι διατὶ δὲν ἀπήντησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἰς τί; Εἰς τὸ σύστημα, εἰς τὴν πολιτικὴν γνώμην τοῦ κ. Ζωχιοῦ; Ἀλλ’ αἱ πολιτικαὶ γνῶμαι τοῦ κ. Ζωχιοῦ δὲν εἶναι αἱ γνῶμαι αἱ ἰδικαί σας, διότι σεῖς λέγετε, ὅτι ἔχετε τὰς αὐτὰς πολιτικὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Κυβέρνησις. Λοιπὸν τὶ σᾶς ἠνάγκασε νὰ ἀγορεύσητε μετ’ ἀγανακτήσεως; Καὶ μήπως ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ὁποῖος διαφωνεῖ μόνον ὡς πρὸς τὸν τρόπον, μᾶς εἶπε κἂν τὸν τρόπον τὸν ἰδικόν του, ὅταν ἐσυζητεῖτο τὸ ζήτημα τῆς ἐφεδρείας ἢ ἀκόμη μέχρι σήμερον; Τί νὰ εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός; πρὸς ποίαν γνώμην νὰ ἀπαντήσῃ καὶ πρὸς ποῖον ἄλλο σύστημα νὰ παραβάλῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ὅμως ἔρχονται μετ’ ἀγανακτήσεως καὶ μᾶς ἐλέγχουσι διὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον προβάλλομεν πρὸς καταρτισμὸν τοῦ στρατοῦ. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀγνοεῖ τὴν ἱστορίαν τῶν ζητημάτων τούτων, ἠδύνατο νὰ ὑπολάβῃ, ὅτι μᾶς συνέλαβον προδιδόντας τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἢ ἄλλας βλάβας εἰς αὐτὰ παρασκευάζοντας. Καὶ ἀνέφερε, κύριοι, ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου πολιτικὴν ἐφεδρείας καὶ πολιτικὴν μεταβατικῆς ἐθνοφυλακῆς, πολιτικὴν ἐθελοντῶν. Ταῦτα δὲν εἶναι πολιτικὴ, εἶναι μέσα πρὸς ἐκπλήρωσιν ἑνὸς σκοποῦ, πρὸς ἐκτέλεσιν μιᾶς πολιτικῆς. Διαφωνεῖτε πρὸς τὴν πολιτικήν; ἔλθετε καὶ εἴπετε κατὰ τί διαφωνεῖτε, καὶ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ὑποχωρήσωμεν, ἐὰν ἔχητε ὑμεῖς πολιτικὴν καταλληλοτέραν. Σεῖς λέγετε, ὅτι δὲν ἔχετε ἄλλην πολιτικὴν, καὶ διὰ νὰ δείκνυσθε, ὅτι διαφέρετε δῆθεν ἀπὸ ἡμᾶς, ἀναβιβάζετε τὸ σύστημα τῆς ἐφεδρείας ἢ τὸ σύστημα τῆς μεταβατικῆς ἐθνοφυλακῆς εἰς πολιτικήν. Ἡ πολιτικὴ ἡμῶν μᾶς ἐπιβάλλει τὴν ἀνάγκην νὰ ἔχωμεν 18,000 στρατοῦ εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις, εἰς δὲ ἀνωμάλους ἀριθμὸν στρατοῦ ἀνώτερον. Σεῖς δὲν λέγετε, ὅτι ἔχετε τὴν αὐτὴν πολιτικήν; Τί μᾶς λαλεῖτε περὶ πολιτικῆς ἐφεδρείας; Εἴπομεν ἡμεῖς, ὅτι ἔχομεν πολιτικὴν ἐφεδρείας; ἐζητήσαμεν διὰ τῆς ἐφεδρείας, ὡς διὰ μέσου, νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦ σκοποῦ ἡμῶν. Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ δὲν τὴν παρεδέχθη, προβάλλομεν ὡς μέσον τὴν μεταβατικὴν ἐθνοφυλακὴν, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Ἔχετε ἄλλα μέσα, ὑποδείξατε αὐτὰ, καὶ πείσατε ἡμᾶς, ὅτι διὰ τοῦ μέσου, ὅπερ προβάλλετε, δὲν θέλει ἐπέλθει αὔξησις τῶν ἀναγκαίων δαπανῶν τοῦ Κράτους, οὐδὲ κατάθλιψις εἰς τὸν λαόν. Ἀλλὰ, κύριοι, ἀφοῦ δὲν εἶναι εὔκολον διὰ τῶν ἐθελοντῶν νὰ φθάσητε εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦ στρατοῦ, ὃν ζητοῦμεν, ποῖα εἶναι τὰ ἄλλα μέσα, τὰ ὁποῖα προτείνετε; Σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι δὲν εἶμαι οὐδὲ ἤμην ποτὲ, οὔτε τό γε νῦν ἔχον, οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι θέλω κηρυχθῆ ὑπὲρ τοῦ συστήματος τοῦ διὰ μόνων ἐθελοντῶν καταρτισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη κατὰ τὸ 1877 νὰ ἀποδεχθῇ ἐπὶ εὐρυτάτης βάσεως τὴν κατάταξιν ἐθελοντῶν, σήμερον δὲν πρέπει νὰ προσφύγῃ ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ μέτρον τοῦτο· τὸ σύστημα τῆς κατατάξεως τῶν ἐθελοντῶν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς παροδικὸν, ὡς ἐπικουρικόν, οὐχὶ ὡς κύριον μέσον· ἑπομένως οὐδέποτε ἤθελον γνωμοδοτήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ περιορισθῇ εἰς μόνον τὴν δι’ ἐθελοντῶν κατάταξιν, διὰ ν’ ἀπαλλάξῃ τὰς ἄλλας τάξεις τῆς κοινωνίας τῶν καταθλίψεων καὶ ὑποχρεώσεων. Ἐὰν δὲν μοὶ ἦναι εὔκολον ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, ἐκ τῶν ὁποίων ὁρμῶμαι εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο, δύναμαι ὅμως νὰ δώσω νύξιν τινὰ καὶ ν’ ἀφήσω τὴν εὐκολίαν εἰς πάντα νὰ συμπεράνῃ τοὺς λόγους, στηριζόμενος εἰς τὴν νύξιν τούτων καὶ νὰ κατανοήσῃ τὴν ἀλήθειαν. Ὅταν τὰ συμβεβηκότα τῆς Ἀνατολῆς ἐφείλκυσαν τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἡ προχειροτέρα γνώμη, ἡ ὁποία προεβλήθη εἰς συζήτησιν, ἦτο ἡ στρατιωτικὴ ἄσκησις. Καὶ τότε ὑπῆρξε σκέψις καὶ συζήτησις, τίνι τρόπῳ δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἄσκησιν καὶ κατὰ τίνα τρόπον δυνάμεθα ν’ ἀσκήσωμεν μεγαλείτερον ἀριθμὸν ἀνδρῶν. Ὁ τότε Βουλευτὴς Μεσσήνης καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον τότε ἐπρότεινεν, ὁ ἀριθμὸς τῶν πρὸς ἄσκησιν ἐπιτηδείων ἀνήρχετο εἰς 200,000, τοὺς καταφαινομένους ἐκ τῶν καταλόγων. Τοῦτο παρεξηγήθη τότε, καὶ ἀκόμη νῦν δὲν ἔπαυσεν ἡ παρεξήγησις τῶν λόγων του. Τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι, ὅτι ὅλοι ἐκαλούμεθα νὰ εὕρωμεν τρόπον, καθ’ ὃν ἠδύνατο ν’ ἀσκηθῇ τὸ ἔθνος τάχιστα καὶ ὅσον οἷόν τε περισσότερος ἀριθμός. Τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα προνοεῖ τις ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης, δὲν εἶναι τὰ τελειότερα, εἶναι μέσα ἐπιφέροντα θεραπείαν προσωρινὴν, ἀλλὰ δὲν εἶναι κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν σεῖς πάντες ἐξεφράσετε, καὶ τὰ τελειότερα. Διὰ τῶν μέσων αὐτῶν προέβημεν ἕως τώρα. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ μέλλον, εἴτε προσεχὲς, εἴτε ἀπώτερον, δὲν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ δικαιολογῇ κανένα νὰ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὴν μέριμναν, τὴν ὁποίαν εἰς τὰ 1877 ἀνέγραψαν ὅλοι ὡς τὴν πρώτην μέριμναν. Ἤκουσα καὶ προσωπικοὺς ἐλέγχους. Ἀλλὰ τοὺς ἤκουσα εὐτυχῶς ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος καὶ μόνος εἶχε δικαίωμα νὰ μὲ ἐλέγξῃ ὡς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἠλέγχθην, διὰ τί νὰ μὴ μιμηθῶ τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον, Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν, ἐπὶ τῆς πρώτης δυναστείας, ὁ ὁποῖος ἀντέστη εἰς τὰς γνώμας τῶν μελῶν τῆς τότε Κυβερνήσεως τῆς ὁποίας ἀπετέλει μέρος, καὶ δὲν ἐνέδωκε νὰ παραχωρήσῃ ἓν ἑκατομμύριον πρὸς ἀγορὰν ὅπλων· διατί δὲν ἀντέστην, ὅπως ἔμελλε νὰ ἀντιστῇ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἀντὶ ἐμοῦ ἢ ἀντὶ τοῦ προκατόχου μου διεύθυνε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου. Λέγω, ὅτι μόνον ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Μέσης εἶχε δικαίωμα νὰ ἀπευθύνῃ τοὺς ἐλέγχους αὐτοὺς, διότι μόνος αὐτὸς μέχρι τοῦδε, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, τοὐλάχιστον δὲν ἤκουσα κανένα ἄλλον ἔχοντα τὴν αὐτὴν γνώμην, διότι μόνος φρονεῖ, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς θαλασσοπλοΐας εἶναι πολιτικὴ ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα καὶ ὅτι ἔπρεπε σπεύδοντες νὰ προσαράξωμεν καὶ νὰ ἡσυχάσωμεν. Διὰ τὸν κύριον Ζωχιὸν ὅλα αὐτὰ εἶναι χρήματα χαμένα, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ μόνος ἀντιπρόσωπος τοῦ δημοσίου συμφέροντος, ἔπρεπε νὰ θέσῃ φραγμὸν ἀνυπέρβλητον εἰς πάντας τοὺς συναδέλφους, διὰ νὰ μὴ ῥίπτουν χρήματα εἰς τὴν θάλασσαν. Ἀλλ’ ὁ προκάτοχος ὁ ἐμὸς καὶ ἐγὼ δὲν ἔχομεν τὴν γνώμην τοῦ κ. Ζωχιοῦ, διότι ἔχομεν τὴν γνώμην τοῦ Ἔθνους, τὴν ἑρμηνευθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου. Εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ναυτιλλώμεθα καὶ νὰ ἐξακολουθῶμεν νὰ πλέωμεν, ἐνόσῳ δὲν ἔλθῃ ἡ στιγμή, καθ’ ἣν θὰ ἴδωμεν ἡμᾶς ὁδηγουμένους εἰς τὸν λιμένα. Δι’ ἡμᾶς, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, καὶ ἐλπίζω νὰ ἔχωσι τὴν αὐτὴν γνώμην καὶ οἱ ἐμοὶ συνάδελφοι, διότι δὲν συνεζήτησα μετ’ αὐτῶν ἀκόμη, δι’ ἐμὲ ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα εἶναι δευτερεύοντα, εἶναι ὑποδεέστερα, καὶ κατὰ συνέπειαν οὐδὲ τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν δύναται νὰ ἰσχύσῃ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὲ ἀποτρέψῃ ἀπὸ τῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν ἡ ἀπόφασις τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἡ θέλησις τοῦ Ἔθνους διέγραψε πρὸ πολλοῦ εἰς πάντα μετέχοντα τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους· μολονότι εὐτυχῶς δὲν ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν τινὲς ἤρχισαν νὰ ἀποφαίνωνται, οὐδὲ συμμερίζομαι τὴν ἀνησυχίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦδε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡμίλησαν περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ τόπου. Ἀλλ’ ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος, νομίζω ὅτι αἱ παραδόσεις τοῦ Ἔθνους καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους εἶναι ἀνώτερα τῶν ἀναγκῶν τούτων. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ σκεφθῶ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἑνὸς Κράτους, τὸ ὁποῖον κείμενον ἐν Εὐρώπῃ οὐδὲν ἄλλο ἔχει ἢ πληθυσμὸν 1,500,000 κατοίκων, ἤθελον σκεφθῆ ὅλως διόλου διαφορετικὰ ἢ ὡς εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σκέπτωμαι ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου. Ἡ ἀποστολὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου εἶναι ὅλως διόλου διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν ἀποστολὴν τοῦ συνήθους Κράτους, τὸ ὁποῖον ἔχει 1,500,000 κατοίκους ἐν τῇ Εὐρώπῃ. Καὶ ἐὰν τὴν ἀποστολὴν ταύτην ἀνέγραφε μόνον ἡ προηγηθεῖσα γεννεὰ, ἤθελεν ἴσως ὑποθέσει τις, ὅτι ἀπεπλανήθη ἡ ἐθνικὴ φιλαυτία. Ἀλλὰ τὴν ἀποστολὴν ταύτην ἀνεγνώρισεν ἡ Εὐρώπη, καὶ ἦτο ἀδύνατον ἐγὼ νὰ φανῶ ὑποδεέστερος τῆς ἀποστολῆς, τὴν ὁποίαν οὐ μόνον ἐγὼ νομίζω, ἀλλὰ καὶ ἡ Εὐρώπη φρονεῖ, ὅτι τὸ Ἔθνος μου καὶ τὸ ἑλληνικὸν Κράτος ἔχει. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ ἀποδεχθῶ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως πᾶσαν γνώμην, ἡ ὁποία ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ συζητουμένου μέτρου ἤθελε προταθῆ, καὶ ἂν ἠδυνάμεθα δ’ ὀλιγωτέρων καταθλίψεων νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπόν μας· ἀλλὰ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι μόνον καὶ μόνον αὐτὸν τὸν λόγον δὲν κρίνω δυνάμενον νὰ μὲ ἀναγκάσῃ νὰ ὑποχωρήσω ἀπέναντι τοῦ μέτρου τούτου, τὸ ὁποῖον μοὶ φαίνεται ἀναπόφευκτον πρὸς ἐπιζήτησιν τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων καὶ πρὸς διάσωσιν αὐτῶν. Μᾶς ἐλέγχουσι, διότι διαταράσσομεν διὰ τοῦ νόμου τούτου τὴν κοινωνίαν, χωρὶς νὰ ἐννοῶσιν, ὅτι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ταράσσομεν τὴν κοινωνίαν. Ἡ κοινωνία εἶναι διατεταραγμένη, τὴν διαταράσσουσι τὰ ἐκκρεμῆ συμφέροντά της, καὶ ἐν ὅσῳ τὰ συμφέροντα, ὑπὲρ τῶν ὁποίων αὐτὴ ἡ κοινωνία μέλεται, μένουσιν ἐκκρεμῆ, θὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἦναι ἀνήσυχος, καὶ κανὲν μέσον δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ καταπραΰνῃ αὐτήν. Κύριοι, πρέπει νὰ συμπεράνω· οἱ μέχρι τοῦδε ἀγορεύσαντες διαιροῦνται εἰς δύο κατηγορίας· εἰς τὴν μίαν κατατάσσεται ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μέσσης, ὁ ὁποῖος ἔχει εὐκρινῆ καὶ καθαρὰν γνώμην. Νομίζω, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ συζητήσω τὴν γνώμην αὐτοῦ· ἡ γνώμη του ἐσυζητήθη. Ἐπ’ αὐτῆς ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ καὶ ἀπεφάνθη ἤδη τὸ Ἔθνος, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν καὶ ὑπὸ τῆς Εὐρώπης. Δὲν εἶναι πλέον καιρὸς νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῆς. Εἰς τὴν ἑτέραν κατατάσσονται κατὰ κλίμακα ὅλοι οἱ ἄλλοι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀγορεύσαντες· λέγω κατὰ κλίμακα, διότι ὁ Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν καὶ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων μοὶ ἐφάνησαν, ὅτι εἶναι μετριώτεροι. Κεῖνται πολλῷ ἐντεῦθεν ἀπὸ τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐτάχθη ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου. Ὁ κύριος Ζαΐμης καὶ ὁ κ. Ῥικάκης, ἐὰν νομίζωσιν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπροβάλαμεν, αὐξάνουσι τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἂς φέρωσι γνώμας περὶ ἄλλου τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δαπανήσωμεν ὀλιγώτερα, καὶ εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ δεχθῶμεν αὐτὰς, ἀρκεῖ νὰ μὴ ἀπομακρυνώμεθα ἀπὸ τοῦ σκοποῦ μας, ἤτοι ἀπὸ τοῦ σκοποῦ νὰ ἔχωμεν 18,000 στρατοῦ ἀπὸ τοῦδε καὶ νὰ δυνάμεθα νὰ τὸν αὐξάνωμεν, ἐὰν αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους τὸ ἀπαιτήσωσι. Ὁ Βουλευτὴς ὅμως ἐκ Μεσολογγίου εἶναι ὁ ἱστάμενος εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον, σχετικῶς πρὸς τοὺς Βουλευτὰς ἐκ Πατρῶν καὶ Καλαβρύτων, ἐγγύτατα ὅμως πρὸς ἡμᾶς, ἂν πράγματι ἔχῃ τὴν γνώμην, ἣν ἐξήνεγκεν, καὶ τὸν σκοπὸν, ὃν μᾶς εἶπεν. Ἐὰν νομίζῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταβατικῆς ἐθνοφυλακῆς δὲν εἶναι κατάλληλον, ἂς μᾶς φέρῃ ἓν ἄλλο νομοσχέδιον, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ παραβάλωμεν τὰ δύω καὶ νὰ εἴπωμεν ποία εἶναι ἡ ὀρθοτέρα γνώμη. Νομίζει, ὅτι αἱ λεπτομέρειαι αὐτοῦ εἶναι πλημμελεῖς; ἂς προβάλῃ τροπολογίας. Ἀλλὰ τὴν ἀπόλυτον ἄρνησιν αὐτοῦ εὑρίσκω ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον. Καὶ ἐπειδὴ, κύριοι, πρέπει νὰ σπουδαιολογῶμεν, καὶ ἐπειδὴ ἐξετόξευσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου αἰτίασιν, ἡ ὁποία δὲν ἁρμόζει εἰς τὸν Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, διότι ἦτο λίαν ταπεινωτικὴ δι’ ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐξετόξευσε τὴν αἰτίασιν, ἤτοι ὅτι ὁ ἔρως πρὸς τὴν ἀρχὴν καὶ ἡ ἐπιθυμία τῆς κατοχῆς τῶν χαρτοφυλακίων μᾶς ἔκαμε νὰ ζητῶμεν νὰ ὑπεκφεύγωμεν τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ τοῦτο ἔχω δίκαιον νὰ ἀντιτάξω πρὸς αὐτὸν τὴν αὐτὴν αἰτίασιν· ἔχω δίκαιον νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συζητοῦσι καὶ πολεμοῦσι μέτρα κυβερνητικά, ὀφείλουσι νὰ ἀντιτάττωσι τὰ ἴδια ἑαυτῶν μέτρα καὶ νὰ ἀναπτύσσωσι τὰ προτερήματα αὐτῶν καὶ νὰ προβάλλωσι τὴν χρησιμότητα αὐτῶν. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἡ ἀρνητικὴ δὲν προσήκει εἰς ἀνθρώπους, οἵτινες ἀξιοῦσιν ὅτι ἐσπούδασαν τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα. Καὶ ἂν δὲν ἀνήκῃ εἰς αὐτοὺς ἐν χρόνῳ ὁμαλῷ καὶ ἐν συνήθει καιροῖς, δὲν ἀνήκει κατὰ τοὺς παρόντας καιρούς, οἱ ὁποῖοι, κύριοι, σᾶς βεβαιῶ, δὲν εἶναι οὐδὲ ὁμαλοί, οὐδὲ συνήθεις. Ἡμεῖς δὲν ἠτάθημεν τῆς ἀντιπολιτεύσεως· ἡμεῖς ἀνεπτύξαμεν τοὺς ἰσχυρισμοὺς καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἀντιπολίτευσις προέβαλεν ἐνταῦθα καθ’ ἡμῶν, καὶ οἱ ἰσχυρισμοὶ καὶ τὰ ἐπιχειρήματά της δὲν ἦσαν ἄλλο παρὰ νὰ συμβουλεύῃ νὰ σχηματίσωμεν στρατὸν διὰ τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, δηλαδὴ νὰ μᾶς συμβουλεύῃ νὰ μεταχειρισθῶμεν μέσον διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν σχηματισμὸν τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν μᾶς ἦγεν εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Ἐὰν λοιπὸν ὑπῆρξεν αἰτίασις κατὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα αὐτῆς ἀπέληγον εἰς παραπλήσια ἀποτελέσματα, δὲν πρέπει νὰ ἐλέγξῃ ἡμᾶς, ἀλλὰ νὰ αἰτιᾶται ἑαυτῆς, διότι δὲν κατέγεινε νὰ μελετήσῃ τὰ ἐπιχειρήματά της οὐδὲ νὰ βασανίσῃ τὰς γνώμας της.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν. Θὰ τυπωθῇ.
§29ΖΩΧΙΟΣ. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ Βασιλέως ἡ φωνή μου, θὰ τὸν παρεκάλουν καὶ θὰ τοῦ ἔλεγον· Μεγαλειότατε, σπεῦσον νὰ παύσῃς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν (ἱλαρότης)· διατί; διότι, ἐὰν μέχρι τοῦδε δὲν σοῦ ἔβαλεν ἐνέχυρον τὸ στέμμα σου καὶ τὸ σκῆπτρον, προτίθεται νὰ τὰ βάλῃ (ἱλαρότης). Ὅτι δὲν δύναμαι νὰ εἴπω εἰς τὸν Βασιλέα, τὸ λέγω πρὸς τὴν Βουλήν, σπεύσατε νὰ παύσωμεν τοὐλάχιστον τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι προτίθεται νὰ χαντακώσῃ τὸν τόπον (ἱλαρότης). Εἰς πᾶν Ὑπουργεῖον, ὄχι τὸ ἰδικόν μας, ἀλλ’ ἐν παντὶ Ὑπουργείῳ, δύο ὑπάρχουν Ὑπουργοὶ δαιμονιζόμενοι, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν· διατί; κρεμοῦν τὴν σπάθην κρὶν κρὶν καὶ ἐνθουσιάζονται. Ὡς ἀντιφάρμακον αὐτῶν τῶν δύο δαιμονιζομένων, εἰς πᾶν Ὑπουργεῖον διορίζεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ αὐτὸς χαλιναγωγεῖ τοὺς δαιμονιζομένους αὐτοὺς ἀνθρώπους. Ἀλλ’ ὅταν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δαιμονισθῇ; (ἱλαρότης.) Ἠκούσατέ ποτε Ὑπουργὸν νὰ σᾶς λέγῃ, «ντουμάνι θέλουν τὰ πέλαγα». Θαλασσοποροῦν ὄχι διὰ νὰ θαλασσοποροῦν, ἀλλὰ ἐπὶ τέλους νὰ ἀράξουν εἰς ἕνα λιμένα· δυστυχῶς αὐτὴ ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἐπιμένει ἐκθειάζων ἐξαιρέτως ὑπὲρ τὸν Πρωθυπουργὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τί εἶναι; Θαλασσοπορία, θαλασσοπορία· καὶ φέρουν γύρω τὴν γῆν πρὸς τίνα σκοπόν; διὰ νὰ θαλασσοποροῦν, διότι ἐπὶ τέλους ἀπὸ τῆς ἐλεύσεως τῆς Βουλῆς ταύτης, δόξα σοι ὁ Θεός, ἠρχίσαμεν ἀπὸ τὰς παρασκευὰς καὶ εἴμεθα ἐν ταῖς παρασκευαῖς. Λέγει, σὺ ἔχεις δίκαιον, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς χθὲς ἀντεῖπες, δὲν ἀντεῖπες προηγουμένως. Δὲν ἀντεῖπον προηγουμένως, ἀξιότιμε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν; δὲν ἐνθυμεῖσθε ὅτι, ὅταν παρεσκευάζοντο σᾶς εἶπον «σκάμνε μπράκε»; Σᾶς ἀναφέρω αὐτὰς τὰς φράσεις· σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ἔχετε τὸν Κουτσομπίνη, σᾶς τὸ εἶπον καὶ τότε καὶ σᾶς τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, καὶ ὅταν ἤμην Ὑπουργὸς τὸ εἶπον καὶ εἰς τὸν Βασιλέα. Ὅταν δὲ ἐκάθησέ ποτε ἐκεῖ ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς ἐπὶ κεφαλῆς τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως, ἠρώτησε τὸν τότε Πρωθυπουργὸν καὶ ἐμὲ, πῶς συμβιβάζεσθε σεῖς. Καὶ οἱ δύο λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ἐγὼ ἤμην ἀνέκαθεν κατὰ τῶν παρασκευῶν. Ἀλλὰ πῶς εἰσεχώρησας ἐκεῖ μέσα; Ἐὰν ἐνθυμῆσθε, καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Δεληγεώργης σᾶς ἔλεγεν, αἱ παρασκευαὶ ἔχουν σταθμὰ, ἔχουν μέτρα· τοῦ ἐλέγατε, ὅρισε τὰς παρασκευὰς, διότι ἐκεῖ ἠθέλατε νὰ τὸν πιάσητε, καθὼς ἤθελον τὸν Χριστὸν νὰ πιάσουν οἱ Ἑβραῖοι, ὑπὲρ τοῦ Καίσαρος ἦτο, κατὰ τοῦ Καίσαρος ἦτο; Τί σᾶς εἶπε; «Φίλοι μου, αἱ παρασκευαὶ εἶναι πέλαγος· θέλετε εἰς τὸ πέλαγος τῶν παρασκευῶν νὰ εἰσέλθητε; σεῖς εἶσθε κύριοι·» καὶ δὲν εἰσῆλθεν εἰς τὸ πέλαγος τῶν παρασκευῶν. Ὅταν δὲ ἠθέλησεν ἓν ἑσπέρας νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ πέλαγος τῶν παρασκευῶν, τῷ εἶπον· κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν σὲ ἀκολουθῶ, καὶ ἀνέκρουσα πρύμνην καὶ ἀνεχώρησα. Λοιπὸν εἶμαι συνεπὴς, καὶ αὐτὰ ἔλεγον τότε, αὐτὰ λέγω τώρα, καὶ αὐτὰ θὰ λέγω ἕως νὰ σκάσω (ἱλαρότης)! Καὶ ἠξεύρετε διατὶ ἐπιμένει εἰς αὐτὸ τὸ σχέδιον; Ἰδοὺ ποῖον εἶναι τὸ σχέδιον τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ, τὸ ὁποῖον διετυμπάνισε σήμερον ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Γνωρίζετε βεβαίως ἐκ τῆς ἱστορίας, ὅτι ὁ Ναπολέων ἐζητήθη, ὅταν ἦτο εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ σταδίου του, νὰ διαβῇ ἀπὸ μίαν γέφυραν, τὴν λεγομένην τοῦ Ἀρκόλε, ὅπου καὶ ἐθριάμβευσεν. Ἐπάλαισε δύο ἡμέρας, καὶ δὲν τὸ κατώρθωσε· τὴν τρίτην, διὰ νὰ νικήσῃ, ἐσκόρπισε μέσα εἰς ταῖς καλαμνιαῖς 20–30 σαλπιγκτὰς, καὶ ἤρχισαν νὰ σαλπίζουν. Οἱ κακόμοιροι οἱ Αὐστριακοὶ ἐνόμισαν πῶς κάτι εἶναι ἀπὸ ὀπίσω, καὶ ἔφυγον. Ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς σκορπίζει αὐτοὺς τοὺς σαλπιγκτὰς, καὶ λέγει, πιθανὸν νὰ τοὺς σκιάξωμεν. Αὐτὸ εἶναι τὸ σχέδιόν του, καὶ δι’ αὐτὸ αἱ παρασκευαὶ εἶναι κεναὶ, καὶ βλέπετε ὁλονὲν παρασκευαζόμεθα, διότι καὶ τώρα πρόκειται νὰ παρασκευαζώμεθα, καὶ δὲν σοῦ λέγει νὰ συμπληρώσωμεν τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ διὰ στρατιωτῶν, ἀλλὰ δι’ ἀνδρῶν. Ἀνδρῶν γινωσκόντων τὸ μάχεσθαι· ὄχι ἄνδρες, σκοπὸς εἶναι νὰ ἦναι ἀριθμός. Σᾶς ἐρωτῶ, ἔχετε στρατιώτας; ἐὰν ἐξαιρέσητε ἀξιωματικούς τινας, ὑπαξιωματικούς τινας, καὶ ἴσως καὶ ὀλίγους στρατιώτας, τὸ ἄλλο τί εἶναι; Καὶ δὲν σᾶς τὸ λέγω ἐγὼ, σᾶς τὸ εἶπον ἀξιότιμοι ἀξιωματικοὶ συνάδελφοί μας, οἱ ὁποῖοι βεβαίως γνωρίζουν καλλίτερον ἐμοῦ τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ. Σᾶς εἶπον δὲ νὰ ἀράξητε ἐπὶ τέλους, ἀφοῦ μάλιστα δὲν ἔχετε πανιά. Τί σᾶς ἔλεγεν ἡ Εὐρώπη εἰς τὸ αὐτὶ κατὰ τὰ δημοσιευθέντα ἔγγραφα; εἰρήνη ὑμῖν, εἰρήνη ὑμῖν. Ἐὰν θὰ σᾶς δώσουν τίποτε, θὰ σᾶς τὸ δώσῃ ἡ Εὐρώπη· σεῖς δὲ ἡσυχάσατε, κατεφύγατε μάλιστα εἰς τὴν Γαλλίαν, εἰς τὴν Ἰταλίαν, καὶ τοὺς εἴπατε: ἡ Ἀγγλία μᾶς πιέζει, καὶ ἀπεφασίσαμεν κατὰ μίμησιν τῶν Ἰταλῶν νὰ ξεκινήσωμεν. Καὶ ἡ Ἰταλία σᾶς εἶπε: δὲν εἶναι φρόνιμον, ἐγὼ σᾶς συμβουλεύω νὰ ἡσυχάσετε καὶ νὰ μὴ παρακούητε τῆς προστάτιδος δυνάμεως τὰς συμβουλάς. Αὐτὴ ἦτο ἡ γνώμη τῆς Γαλλίας, τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Ἀγγλίας· περὶ τῶν ἄλλων δὲν γνωρίζω, διότι δὲν ἐδημοσιεύθησαν ἔγγραφα. Ἀλλὰ τί ἐκάματε; ἐφράξατε τὰ αὐτιά, ἐκλειστήκαμε δὲ μία νύκτα ἐδῶ μέσα καὶ εἴπαμεν ἄῤῥητα ῥήματα, καὶ ἀπεφασίσθη τὸ «ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τάν». Ἐξετελέσθη; ὄχι. Διατί; ὑπηκούσαμεν εἰς τὰς συμβουλὰς τῆς Εὐρώπης, μετὰ δὲ ταῦτα ἐξηκολούθησε τὸ ἀκόνισμα. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ἡ πολιτεία σας δὲν εἶναι συνεπής. Καὶ ἐὰν μὲν εἴχετε τοὺς θησαυροὺς τοῦ Κροίσου καὶ μᾶς ἐπερίσσευαν χρήματα, διατί ὄχι; Ἀλλ’ ὅταν δὲν ἔχητε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι, ὅταν τὸ χρυσοῦν καὶ τὸ ἀργυροῦν νόμισμα τὸ ἀντικατέστησεν ὁ χάρτης, ὅταν δι’ αὐτὸν τὸν χάρτην πληρόνῃ ὁ λαὸς 15 καὶ αὔριον θὰ πληρόνῃ 20|00, νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ σκεφθῶμεν ὡρίμως καὶ νὰ μὴ ἀκούσωμεν τοὺς διθυράμβους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι οἱ παιᾶνες ἁρμόζουν εἰς τὸ στόμα τῶν στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἀλλ’ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ποτὲ παιάνας δὲν ἐξεφώνησεν, ἐξαιρουμένου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Τουρκία ἠκρωτηριάσθη ἢ ἀκρωτηριάζεται, ἀναβαίνουν δὲ πέριξ ἡμῶν λαοὶ ἀγροῖκοι, ἀμαθεῖς, πρὸς οὓς μετὰ τὴν αὔριον θὰ ἔλθωμεν εἰς χεῖρας. Διὰ τίνος μέσου θὰ παλαίσωμεν; ὅπως παλαίσουν οἱ ὀλίγοι Γερμανοί, οἱ ὀλίγοι Γάλλοι, οἱ ὀλίγοι Αὐστριακοί, παραβαλλόμενοι μὲ τὸν χείμαῤῥον τὸν ἐκ τοῦ βοῤῥᾶ κατερχόμενον. Πολὺς ὁ χείμαῤῥος, ἀλλὰ σπάνις χρημάτων, σπάνις νοῦ καὶ σπάνις ἀκόμη ἐπιστήμης. Θὰ ἀντιτάξωμεν κατὰ τῆς ἀμαθείας καὶ τῆς βαρβαρότητος αὐτῶν τῶν λαῶν τὴν ἐπιστήμην, δὲν δύνανται δὲ αὐτοὶ νὰ παραβληθοῦν πρὸς ἡμᾶς, διότι, καὶ ἂν δὲν ἤμεθα γνήσιοι ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, βεβαίως ὁ νοῦς μας εἶναι μᾶλλον ἀνεπτυγμένος παρὰ ὁ νοῦς ἐκείνων. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ὅσα νομοσχέδια μᾶς φέρει ἡ ἀξιότιμος Κυβέρνησις εἶναι «δὸς ἡμῖν σήμερον» μέχρι τοῦ 1879. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἀποβλέπητε πρὸς τοὺς κινδύνους τοὺς ἐπερχομένους σήμερον, ἀλλ’ εἰς τοὺς κινδύνους τοὺς ἐπερχομένους μετά τινα χρόνον, καὶ ὁ κίνδυνος ἐπέρχεται βεβαίως. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἷς ἐκ τῶν σοφῶν τῆς Γαλλίας φιλόλογος ἐπίσημος, φιλέλλην ἐπίσημος ἔγραψε καὶ περιέγραψε τὴν ἔκθεσιν τὴν Ἑλληνικὴν, ἔγραψε δὲ καὶ περὶ τῶν ἑλληνικῶν πραγμάτων. Βεβαίως ὅσοι ἀναγινώσκουν τὴν «Ἐφημερίδα τῶν Συζητήσεων» θὰ τὸ ἀνέγνωσαν· καὶ τὶ μᾶς συμβουλεύει; φρόνησιν, ὄχι νὰ μένητε αἰωνίως εἰς τὰ πανιά. Πῶς θέλεις, ἀξιότιμε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, αἰωνίως νὰ ταξειδεύῃς, ἀφοῦ παξιμάδι δὲν ἔχεις μήτε μουχλιασμένον; σήμερον δὲ δυστυχῶς ἐπληροφορήθημεν, ὅτι εἰς ἓν στρατόπεδον ἑλληνικὸν 500 στρατιῶται ἔμενον κατασκηνοῦντες καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὰς σκηνάς των, διότι δὲν εἶχον ὑποδήματα, τσαρούχια, παπούτσια, ἀρβύλας, ὅπως θέλετε. Καὶ ἠξεύρετε τί θὰ εἰπῇ ἀρβύλαι; Παλῃοπάπουτσα. Λοιπόν, ὅταν φθάσητε εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, καὶ τὸ γνωρίζετε, πῶς σᾶς μένει αὐτὸς ὁ ἐνθουσιασμός, τὸ δαιμόνιον, νὰ κάμητε τί; Πιστεύετε, ὅτι διὰ τῆς βίας θὰ κατακτήσητε αὐτὸν τὸν τόπον; τότε μάλιστα. Πιστεύετε εἰρηνικῶς, ὅτι ἡ Εὐρώπη, σεβομένη ἑαυτὴ, θὰ φροντίσῃ; τότε πρὸς τί ταῦτα; Καὶ ἐὰν ἔχητε ἀνάγκην στρατοῦ καὶ διὰ τὴν εἰρηνικὴν λύσιν, οὗτος πρέπει νὰ ἦναι εὐπρεπής, ἐνδεδυμένος, πρέπει νὰ ἔχῃ ὀλίγον ψωμί, καὶ ὀλίγο χαρτζιλίκι εἰς τὸν κορβανᾶ, διότι πρέπει νὰ πληρώσῃ ὅ,τι θὰ ἀγοράσῃ ἐν τῷ τόπῳ. Αὐτὸ τὸ ἔπαθε καὶ ἄλλοτε ἡ Ἑλλὰς, ὅταν παρέλαβε τὴν Ἑπτάνησον, καὶ ἀπέβη ὁ στρατὸς εἰς τὴν Κέρκυραν· ποῦ ἠδύνατο νὰ παραβληθῇ πρὸς τὸν ὑπάρχοντα ἐκεῖ στρατόν! καὶ τότε αἱ περιστάσεις ἦσαν ἄλλαι, καὶ σήμερον εἶναι ἄλλαι. Εἶναι δὲ θαῦμα ἐὰν κατορθώσητε νὰ κάμητε οὐχὶ 18, ἀλλὰ μόνον 10,000 καλῶς κατηρτισμένου στρατοῦ. Ἠρώτησεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Τρικούπης τὸν Πρωθυπουργὸν, διὰ τί δὲν ἀποκρίνεται; δὲν ἀποκρίνεται, διότι στρέφει ὀπίσω καὶ εἶναι πλήρης θάῤῥους· ἄλλος ἀντ’ ἐμοῦ θ’ ἀποκριθῇ, οὐχὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ὁ ἡγούμενος εἰς τὴν κλῆσιν τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν. Τίς ἡ ἀνάγκη ν’ ἀπαντήσῃ; Ἔχω ὅμως τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ προκείμενον ζήτημα καὶ ὅλα τὰ ἄλλα τὰ συναφῆ δὲν λύονται διὰ τῆς πλειονοψηφίας. Λοιπὸν ἡ μειονοψηφία πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ; ὄχι· ἀλλὰ τί; ἡ φρόνησις. Κύριε Ὑπουργὲ, σοῦ δίδομεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, καὶ νὰ ἡσυχάσῃς. Ἀλλ’ ὄχι· τί εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ θέλουν ἐνδύματα, ὑποδήματα, τροφὴν, θέλουν πολλὰ πράγματα. Βλέπετε ὅτι δὲν τελειόνουν· θὰ ψηφίσωμεν καὶ τὰς πιστώσεις, δὲν τελειόνει· ψηφίζομεν τὰ δάνεια, δὲν τελειόνει· καὶ ἔρχεται ὁ τελευταῖος κόμβος, οἱ φόροι. Εἴδατε τί εἴπομεν χθὲς διὰ τοὺς φόρους· ὁ ἕνας ἔλεγε νὰ λείψουν, ἄλλος νὰ ἐλαττωθοῦν, καὶ ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς φορολογίας οὐχὶ τόσον μεγάλης· ὅταν πρόκηται περὶ μεγάλης, τί ποιητέον; Ἐὰν κατορθώσητε νὰ λύσετε τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριε Πρωθυπουργέ, γίνομαι ὑπουργικός. Μὴ ζητήσῃς, κύριε Πρωθυπουργέ, νὰ λύσῃς ζήτημα ἄλυτον, καὶ εἰς τοῦτο πταίεις σύ· διατί; Λέγετε, ὅτι σᾶς παρέσυρε τὸ ἔθνος, ἀλλὰ σεῖς δὲν τὸ ἠρωτήσατε. Ἐρωτηθὲν τὸ ἔθνος διὰ τοῦ κ. Δεληγιώργη, ἔδωκεν 6½ ἑκατομμύρια δάνεια, καὶ ταῦτα ἐπῆρεν ὄχι μόνον ἀπὸ φόρους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ διάφορα ἄλλα ταμεῖα. Σεῖς παρεσύρατε τὸ Ἔθνος, καὶ ἂν τὸ Ἔθνος σᾶς παρέσυρεν, ἔπρεπε νὰ εἰπῆτε ὄχι· ἐάν τις τρελαθῇ καὶ θελήσῃ νὰ πέσῃ εἰς τὴν θάλασσαν, θὰ τὸν ἐμποδίσῃς ἢ ὄχι; Λοιπὸν καὶ ἂν τὸ Ἔθνος μαίνεται, σεῖς πρέπει ν’ ἀντισταθῆτε. Ὁ Περικλῆς, ἐπειδὴ εἶδε τοὺς Ἀθηναίους παλαβοὺς, ἔκλεισε τὰς πύλας. Παραιτηθῆτε λοιπὸν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι φέρει οὐρὰν μεγαλειτέραν ἀπὸ τὸν μεγαλείτερον κομήτην, καὶ ἡ οὐρὰ τοῦ κομήτου ἐκείνου, λέγει ἡ ἀποκάλυψις, θὰ πάρῃ τὰ ¾ τοῦ κόσμου· ὅλη δὲ ἡ οὐρὰ τοῦ νομοσχεδίου θὰ πάρῃ καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ σᾶς, καὶ ἂν δὲν σᾶς πάρῃ σήμερον, θὰ σᾶς πάρῃ αὔριον, διότι θὰ ἐπέλθῃ βεβαίως ἡ κρίσις. Θὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ζητήσῃ χρήματα· ποῦ νὰ τὰ εὕρῃ; Ἐξηντλήθη ὁ τόπος καὶ αὐτὴ ἡ Τράπεζα, ἥτις ἐθεωρεῖτο μέχρι τοῦδε ἄγκυρα, ἀπεδείχθη, ὅτι εἶναι κούφιο καρύδι. Εἷς τῶν ὑποδιοικητῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι θὰ γείνῃ χρεωκοπία. Παρασκευάζετε λοιπὸν τὴν χρεωκοπίαν τοῦ τόπου· καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁμιλῶν, σᾶς εἶπε, μάλιστα τὴν χρεωκοπίαν. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι παιγνίδι· τὸ ἐνοεῖτε, κύριε Ὑπουργέ; Ἐὰν ἔχητε ἀπόφασιν καὶ διὰ τῆς χρεωκοπίας τοῦ τόπου νὰ προβῆτε, ἡ ἀντιπολίτευσις θ’ ἀντισταθῇ· δὲν θὰ νικήσῃ, διότι δὲν ἔχει τὸν ἀριθμόν. Μὴ σᾶς παρασύρῃ ὅμως ὁ ἀριθμὸς, διότι, ἂν παρασυρθῆτε, σεῖς θὰ μετανοήσητε· θὰ κλαύσουν πολλοί, ἀλλὰ σεῖς θὰ ἦσθε οἱ ἔνοχοι.
§30ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσίν μου δὲν ἐνόησα ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ἀντελήφθη ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἴσως θερμὸς κατὰ τὴν ἔκφρασιν δὲν ἐνόησα, ὅτι ἐξήγησα δεῖγμα ἀγανακτήσεως, διὰ τὸ ὁποῖον ἐθεώρησε καλὸν νὰ μὲ ἐλέγξῃ σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ ἂν ἐξέφρασα τοιαύτην ἀγανάκτησιν, νομίζω, ὅτι ἤμουν δικαιολογημένος. Πρὸ ἑνὸς σχεδὸν μηνὸς συζήτησις ὁμοία μὲ τὴν προκειμένην ἔλαβε χώραν, μακρὰ καὶ ἐσκεμμένη, κατὰ τὴν ὁποίαν δύο ἀντίθετοι ἰδέαι μετὰ πολλῆς προσοχῆς, μετὰ πολλῆς ζέσεως καὶ δυνάμεως ἀνεπτύχθησαν. Οἱ ὁμιλήσαντες προσεπάθησαν νὰ πείσωσι τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι αἱ ἔκτακτοι καὶ ἀδικαιολόγητοι θυσίαι πρέπει νὰ παύσωσιν, αἱ δὲ προσωπικαὶ θυσίαι, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη τὸ ἔθνος, εἶναι ἱκαναὶ νὰ ὑπηρετήσωσι τὸ μέλλον, καὶ ἑπομένως πᾶσα νέα προπαρασκευή, πᾶσα νέα θυσία πρέπει νὰ σταματήσῃ. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀπέναντι ῥητῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἔρχεσθε μὲ νομοσχέδια προκαλοῦντα τὰ αὐτὰ πράγματα, παραγνωρίζετε τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην καὶ τὴν ῥητὴν ἔκφρασιν τοῦ ἔθνους, καὶ ζητεῖτε νὰ τὸ ὑποβάλητε εἰς θυσίας βαρυτάτας καὶ ἀδικαιολογήτους· νομίζετε, ὅτι ἀπέναντι τοιαύτης τακτικῆς δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα, ἂν ὄχι ἄλλο, νὰ ἐκφράσω τὴν ἀγανάκτησίν μου; Δὲν ἠρνήθη τὸ ἔθνος τὰς θυσίας, ὅταν ἔπρεπε καὶ ἥρμοζεν· ὅταν ὅμως αἱ θυσίαι εἰσὶν ἀδικαιολόγητοι, ὅταν προκαλοῦνται οὐχὶ ἀπὸ τὴν εἰλικρινῆ ἰδέαν, ἡ ὁποία ἄλλοτε τὰς ὑπηγόρευσεν, ἀλλ’ ἀπὸ πεπλανημένην καὶ πεισματώδη ἐπιμονὴν, δὲν ἔχει ὁ Βουλευτὴς τὸ δικαίωμα, ἀποκρούων τοιαῦτα μέτρα, νὰ ἐκφρασθῇ ἴσως διὰ τρόπου ἐξηγοῦντος ἀγανάκτησιν; Δύο ὁλόκληρα ἔτη ζητεῖτε προπαρασκευὰς, καὶ τὸ ἔθνος τὰς προσφέρει μεθ’ ὑπομονῆς καὶ προθυμίας. Ἐζητήσατε πεντήκοντα ἑκατομμύρια δάνεια, ἕνεκεν τῶν ὁποίων ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ ἔθνους ἐντελῶς παρέλυσεν· εὐχαρίστως καὶ ἄνευ γογγυσμοῦ τὰ ἐδέχθη. Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς κοινωνίας ἀνεστατώθη, καὶ ὅμως ἡ κοινωνία σιωπᾷ, ὑποφέρει, σέβεται τὴν ἀπόφασιν καὶ τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, προσδοκῶσα ἐκ τοῦ μέλλοντος· 20,000 ἄνδρας ἐλάβετε ἀπὸ τὰς ἑστίας των, τοὺς ἐκρατήσατε 16 ὅλους μῆνας, τοὺς ὑπεβάλετε εἰς διαφόρους κακουχίας, μέρος ἐξ αὐτῶν ἀπέθανε, μέρος κατέστη ἀνίκανον, οὐδεὶς ἐγόγγυσεν, οὔτε αἱ χῆραι, οὔτε οἱ πατέρες, οὔτε τὰ ὀρφανὰ, ἀλλὰ ζητοῦσι μόνον καὶ περιμένουσι τὸ ἀποτέλεσμα. Ἔχω δεδομένα νὰ πιστεύσω, ὅτι προσηγγίσαμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ ὅτι δὲν ἀπαιτοῦνται νέαι θυσίαι. Πιστεύετε, ὅπως ἐγὼ, ὅτι τὸ ζήτημα θὰ λυθῇ διὰ τῆς Εὐρώπης, καὶ ἐν τούτοις σεῖς ἐξακολουθεῖτε ζητοῦντες ἀπὸ τὸ ἔθνος νέας καὶ μεγάλας θυσίας. Εἶναι αὕτη πολιτικὴ δικαιολογημένη; πρέπει νὰ μᾶς ἀποδείξητε, ὅτι μεγάλα συμφέροντα ἀπαιτοῦσι τὰς θυσίας, τὰς ὁποίας ζητεῖτε. Διαθέσατε τὰς δυνάμεις, τὰς ὁποίας ἔχετε, καὶ μεταχειρισθῆτε αὐτὰς καταλλήλως. Ἐὰν σᾶς ἔμεινεν ἰκμὰς οἰκονομικῶν μέσων, φυλάξατέ την, διότι θὰ σᾶς χρησιμεύσῃ βραδύτερον, καὶ μὴ ἐξακολουθῆτε τὴν ἀποπλανημένην ὁδὸν, μὴ ἐξακολουθῆτε νὰ ἀρμενίζητε, διότι ὁ λιμὴν εἶναι πλησίον· μὴ ζητῆτε νὰ ἑτοιμάσητε νέα ἱστία, ὁ λιμὴν προσεγγίζει, καὶ τὰ ἱστία, τὰ ὁποῖα ἔχετε, σᾶς ἐπαρκοῦσιν. Ἰδοὺ ἡ διαφορὰ τῆς πολιτικῆς σας ἀπὸ τῆς ἰδικῆς μας. Τὴν πρόγνωσίν μου τὴν ἀναγνωρίζετε, ἀλλὰ δὲν θέλετε νὰ τὸ εἰπῆτε, διότι τότε ὅλα τὰ νέα μέτρα σας ἀποβαίνουσι περιττά. Ποτὲ δὲν εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἀφοπλισθῶμεν καὶ νὰ κοιμηθῶμεν ἥσυχοι, ἀλλὰ σᾶς εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ζητήσωμεν τὸ ἀποφασισθὲν διὰ τοῦ καταλλήλου τρόπου. Θέλετε 18,000 στρατὸν διὰ τὸ 1879, καὶ εἰς τοῦτο συμφωνοῦμεν, ἀλλὰ διαφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὰ μέσα, δι’ ὧν ζητεῖτε νὰ τὸν συμπληρώσητε. Θέλετε 35,000 ἄνδρας νὰ θέσητε ὑπὸ τὰ ὅπλα, νὰ τοὺς προγυμνάσητε, ἵνα καταρτίσητε ἐξ αὐτῶν στρατὸν 18,000, ἀλλὰ τότε πρὸς τὶ οἱ δύο νόμοι, τοὺς ὁποίους εἰσηγάγετε εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ καὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ; Διὰ μὲν τοῦ ἑνὸς λέγετε ὅτι 2,800 κληροῦχοι ἀρκοῦσι νὰ συμπληρώσωσι τὴν δύναμιν τῶν 18,000, διὰ δὲ τοῦ ἑτέρου λέγετε, ὅτι διὰ τῶν κληρούχων, ἐθελοντῶν καὶ τακτικῶν ἐφέδρων δύνασθε νὰ συμπληρώσητε τὸ ποσὸν τοῦτο. Πῶς συμβιβάζετε τοὺς δύο τούτους νόμους μὲ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον φέρετε ἤδη, ἀξιοῦντες ὅτι, ἂν δὲν ἔχητε τοὺς ἐθνοφύλακας, δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ καταρτίσητε στρατὸν 18,000 διὰ τὸ 1879; Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι εὑρίσκομαι εἰς πλήρη ἀμηχανίαν, διότι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν μᾶς δίδει καμμίαν ἐξήγησιν. Ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι διὰ τῶν κληρούχων, τοὺς ὁποίους ἔχετε, καὶ διὰ τῶν ἐθελοντῶν θὰ συμπληρώσετε τὰς 18,000· ἀλλὰ δὲν θὰ ἀρκοῦσιν; Ἔχετε τοὺς τακτικοὺς ἐφέδρους, τοὺς ὁποίους δικαιοῦσθε κατὰ νόμον νὰ κρατήσετε εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ· ἔχετε τὴν πρώτην καὶ δευτέραν κατηγορίαν τῶν ἐφέδρων, τὴν ὁποίαν ἐξεγυμνάσατε, καὶ ἥτις διατελεῖ εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἐν ἀνάγκῃ αὐξήσητε τὴν τακτικὴν δύναμιν.
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ τοὺς προσκαλέσωμεν πάλιν;
§32ΡΙΚΑΚΗΣ. Διατί τοὺς ἐξεγυμνάσατε; καὶ, ἐὰν λάβητε ἀνάγκην νὰ σχηματίσητε στρατὸν 35,000, πρέπει νὰ τοὺς προσκαλέσητε· ἄλλως τε, ὅταν ἰσχυρίζεσθε, ὅτι τὸ ἔθνος εὑρίσκεται εἰς ἐκτάκτους ἀνάγκας καὶ ὅτι κατεβλήθη προσπάθεια ἵνα αἱ τάξεις τοῦ στρατοῦ μὴ ἀραιωθῶσι, πῶς δὲν ἐκαλέσατε τοὺς κληρούχους; Κατὰ τὸν πίνακα, ὃν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, ἐκ τῶν κληρούχων τοῦ 1875 καθυστεροῦσι 674, δηλ. τὸ ¼ τοὺ ὅλου ἀριθμοῦ, κατὰ τὸ 1876, 780, κατὰ δὲ τὰ 1877 καὶ 1878 δὲν ἐξετελέσθη σχεδὸν ὁ νόμος τῆς ἀπογραφῆς, κατὰ τὰ ἔτη δηλ. ἐκεῖνα, καθ’ ἃ ἔπρεπε νὰ καταβληθῇ πᾶσα προσπάθεια εἰς τὴν συμπλήρωσιν τοῦ στρατοῦ. Καὶ κατὰ μὲν τὸ 1877 καθυστεροῦσι 1137, κατὰ δὲ τὸ 1878 ἐκ τῶν 2,800 καθυστεροῦσι 2,448. Ἓν μέγα μέρος τῶν καθυστερήσεων τούτων δὲν θὰ λάβετε; εἶναι 5,000· λάβετε τὸ ½, δὲν λέγω περισσοτέρους.
§33ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μήτε 1000.
§34ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἔχετε τὰς 4,000 ἐφέδρους τοὺς παλαιούς, ἔχετε 14,000 γυμνασμένους ἐκτάκτους δι’ ὅλων αὐτῶν δύνασθε νὰ ἔχητε στρατὸν 40,000 ἐν καιρῷ ἀνάγκης. Πῶς δὲν μεταχειρίζεσθε τὰς διαθεσίμους ταύτας δυνάμεις, χωρὶς νὰ ὑποβάλητε τὸν τόπον εἰς νέας ἐκτάκτους θυσίας ἐντελῶς ἀδικαιολογήτους; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρετήρησεν, ὅτι, διὰ νὰ συμπληρώσωμεν τὴν χωροφυλακὴν, θ’ ἀραιώσωμεν τὰς τάξεις τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ· νομίζω, ὅτι ἡ ἀντίῤῥησις αὕτη δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκριβὴς, διότι διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς χωροφυλακῆς ὑπάρχουσι καὶ οἱ ἐξυπηρετήσαντες στρατιῶται, καὶ ἐπειδὴ οἱ χωροφύλακες ἔχουσι μισθὸν ἀνώτερον, δύνανται νὰ καταταχθῶσι ὡς καὶ ἐθελονταί· δὲν συμφωνῶ δὲ μὲ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι οἱ ἐθελονταὶ δὲν χρησιμεύουσιν, ἀρκεῖ ἡ ἐκλογὴ νὰ γείνῃ μὲ τρόπον κατάλληλον. Τὸ παράδειγμα τοῦ 1877 δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι ἐν τῷ μέσῳ τοῦ γενικοῦ ὀργασμοῦ συνέῤῥευσαν πανταχόθεν ἐθελονταί, οἵτινες ἀδιακρίτως ἐγένοντο δεκτοί. Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος θέλετε εὕρει, εἴς τινας ἰδίως ἐπαρχίας, ἐθελοντὰς ἀξιομάχους· ἀρκεῖ ἡ ἀντιμισθία νὰ ἦναι ἀνάλογος καὶ δικαία.
§35ΛΑΠΠΑΣ. Μὲ 41 καὶ ½, τὰς ὁποίας λαμβάνουν οἱ χωροφύλακες, δὲν εὑρίσκονται ἐθελονταί.
§36ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἰς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν αἱ 3 χιλιάδες χωροφύλακες εἰσὶ προσδιωρισμένοι, ἑπομένως ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ· καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐθελοντὰς, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ δαπάνη αὐτῶν εἶναι ἀνωτέρα τῶν κληρούχων, οἱ ἐθελονταὶ ὅμως εἰσὶν ὀλιγώτεροι, ὥστε πάντοτε ἡ δαπάνη θὰ ἦναι μικροτέρα, παρὰ ἐὰν καλέσωμεν εἰς τὰ ὅπλα τὴν ἐθνοφυλακὴν, χωρὶς νὰ δύναται νὰ μᾶς χρησιμεύσῃ. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ὅτι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα τὸ ἔθνος προσέφερεν, εἰσὶν ἀρκοῦντα, αἱ δὲ ὑπάρχουσαι διαθέσιμοι δυνάμεις ἐν οἱᾳδήποτε ἀνάγκῃ εἰσὶν ἐπαρκεῖς. Τὸ μέτρον ὅμως, τὸ ὁποῖον σήμερον ζητεῖτε, εἶναι ἀκατάλληλον, ἀνωφελὲς καὶ καταθλιπτικὸν, διότι μεταβάλλει τὸν νόμον περὶ ἐθνοφυλακῆς, ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὰς εὐκολίας, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ἐκεῖνος καθιέρωσε, καὶ ἔρχεται νὰ ἐπιβάλῃ βάρη εἰς τρεῖς ἡλικίας ἄνευ οὐδεμιᾶς διακρίσεως, μεταβάλλων τὴν ἐθνοφυλακὴν εἰς τακτικὸν στρατόν. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, περαίνων τὸν λόγον του, ἠθέλησε νὰ ἐμπνεύσῃ ἐνθουσιασμόν τινα, εἰς τὸν ὁποῖον προσεπάθησε νὰ παρασύρῃ καὶ τὸ Κοινοβούλιον. Ὁμολογῶ ὅτι τὸ Κοινοβούλιον αἰσθάνεται τὰ αὐτὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐνθουσιασμὸς ἔχει τὰ ὅριά του καὶ αἱ θυσίαι ἔχουσι τὸ μέτρον των, τὸ ὁποῖον ἄνευ ἀνάγκης δὲν πρέπει νὰ ὑπερβαίνωμεν. Ἐπειδὴ δ’ ἐγένετο λόγος καὶ περὶ οἰκονομικῶν μέτρων καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀπέναντι τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ πᾶσα ἰδέα οἰκονομίας πρέπει ν’ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παρατηρήσω.... (Θόρυβος). Μᾶς ζητοῦν, κύριοι, νὰ ἐπιβάλωμεν θυσίας, ἔχομεν δὲ καθῆκον νὰ ἐκφράσωμεν τὰς ἰδέας μας· πρέπει λοιπὸν νὰ μᾶς τὸ ἐπιτρέψητε. Μὴ θορυβῆτε. Δὲν ὁρμώμεθα ἀπὸ κανὲν πνεῦμα πλάγιον, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος. Θὰ σᾶς ζητήσωσι τὴν 1ην Ἰανουαρίου 35 ἑκατομμύρια, καὶ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ἐὰν ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν θυσίαν αὐτὴν, ἀφοῦ χθὲς διὰ φόρον ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν ἐγένετο τοσοῦτος θόρυβος. Ὅταν πρόκηται νὰ λάβωμεν ἔκτακτα μέτρα, δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν αὐτὰ, πρὶν ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἔχωμεν πόρους καὶ ἐὰν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν τὰ βάρη, τότε δὲ μόνον ἐπιτρέπεται νὰ ὑποβάλωμεν τὸν τόπον εἰς νέας θυσίας, ἐὰν αὗται εἰσὶν ἀνάλογοι καὶ ἀπαραίτητοι πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν· ἐὰν ὅμως φρονῶμεν, ὅτι ὁ σκοπὸς δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἄνευ νέων θυσιῶν, πρέπει νὰ δοθῇ καιρὸς σκέψεως καὶ συζητήσεως, ἐξ ἧς καὶ ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ φωτισθῇ. Δὲν ἀδικῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἔρχεται μὲ ἐσχηματισμένην πεποίθησιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, κλείουσα τὰ ὦτα εἰς τὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι δυνατὸν νὰ τῇ προτηχθῶσιν· ἀπ’ ἐναντίας ἔχω τὴν πεποίθησιν, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, ὅτι ἐπιθυμεῖ ν’ ἀκούσῃ τὰς γνώμας καὶ τὰς συζητήσεις, καὶ ἐὰν νομίζῃ ὅτι κατά τι δύναται νὰ ὑποχωρήσῃ, μετ’ εὐχαριστήσεως θέλει τὸ πράξει· τότε δὲ μόνον τῇ ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιμείνῃ μέχρι τέλους, ὅταν ἐξακολουθῇ φρονοῦσα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταβάλῃ γνώμην. Κατὰ τί διαφωνοῦμεν ἡμεῖς, κύριοι, σήμερον; ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν, ἓν καὶ μόνον συμφέρον ἔχομεν· δυνάμεθα ν’ ἀπατώμεθα ἢ οἱ μὲν ἢ οἱ δὲ, ἀλλὰ οὔτε εἰς τοὺς μὲν, οὔτε εἰς τοὺς δὲ δυνάμεθα νὰ ἀμφισβητήσωμεν τὴν εἰλικρίνειαν τῶν πεποιθήσεων. Ἠκούσατε χθὲς ἐν συνόψει, κύριοι, ὀλίγα περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεώς μας· ἡ πρόσκτησις τῶν νέων χωρῶν θὰ μᾶς ὑποβάλῃ εἰς νέα, δαπάνας, τὰς ὁποίας πρέπει ἀπὸ τοῦδε ὡς συνετοὶ κυβερνῆται νὰ προετοιμάσωμεν· δὲν θ’ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὰς πρώτας ἡμέρας νὰ εἰσπράττωμεν φόρους ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τὸ βάρος τοῦ ζυγοῦ ἐντελῶς ἐξηντλήθησαν, καὶ οἵτινες ἐκ τῆς ἐπιδρομῆς τῶν ἀγρίων καὶ διὰ τῶν ἐπανειλημμένων ἐμπρησμῶν ἐστερήθησαν καὶ τῆς τελευταίας ἰκμάδος· ὀφείλομεν ἑπομένως νὰ προβλέψωμεν, ὅπως τὰ οἰκονομικά μας εὑρεθῶσιν εἰς θέσιν νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς τοιαύτας ἀνάγκας, νὰ μὴ διαθέτωμεν δὲ τὰ χρήματα ἐκεῖ ὅπου ἡ ἀνάγκη δὲν τὸ ἀπαιτεῖ. Τὰ δάνεια, κύριοι, τῶν 20 ἑκατομμυρίων πῶς θὰ προμηθευθῶμεν; ὁ προϋπολογισμὸς παρουσιάζει μέγα ἔλλειμμα· οἱ πλεῖστοι τῶν τακτικῶν φόρων διετέθησαν εἰς ἐκτάκτους ὑποχρεώσεις καὶ ἀνάγκας, ἡ δὲ οἰκονομικὴ πίστις τοῦ τόπου ἐξακολουθεῖ κλονιζομένη ὑπὸ τὸ βάρος τῶν συνεπειῶν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τοῦ χαρτονομίσματος· καὶ ὅμως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπεν, ὅτι ἀδιαφορεῖ διὰ τὸν κλονισμὸν τοῦτον. Ἐν μόνῃ λοιπὸν τῇ περιπτώσει, καθ’ ἣν αἱ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1879 προβλεφθεῖσαι δυνάμεις δὲν εἶναι ἀποχρῶσαι πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν, δυνάμεθα νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς νέας θυσίας καὶ δαπάνας· ἀλλὰ λόγοι τοιοῦτοι οὔτε ὑπεβλήθησαν οὔτε ἐξηγήθησαν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας μᾶς εἶπον, ὅτι ὁ ἀγὼν σχεδὸν ἐτελείωσεν, ὅτι προσεγγίζομεν τέλος πάντων εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Εὐρώπης. Ἡ ἐνέργεια, ἥτις πρὸς τοῦτο ἐξακολουθεῖ μετὰ δραστηριότητος ἐκ μέρους τῶν μεγάλων Δυνάμεων, ἡ σπουδαία πρόοδος, ἣν τὸ ζήτημα ἔκαμε, τὸ ἐκποδὼν διαφόρων προσκομμάτων τὰ ὁποῖα κατ’ ἀρχὰς ἐπαρουσιάσθησαν, ἡ ἐξομάλυνσις διαφόρων δυσχερειῶν, αἵτινες μέχρι τινὸς δικαίως ἐνέβαλλον φόβους, ταῦτα πάντα εἰσὶν ἄριστοι οἰωνοὶ, ἐξ ὧν δυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν τὴν βεβαιότητα καὶ ὡς μᾶς εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι μετ’ ὀλίγον θέλει πραγματοποιηθῆ ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου. Ὅταν δὲ ἔχωμεν αὐτὴν τὴν βεβαιότητα, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τί τὰ νέα ἔκτακτα στρατιωτικὰ μέτρα, πρὸς τί αἱ μεγάλαι χρηματικαὶ θυσίαι, αἵτινες θέλουσι προξενήσει νέον κοινωνικὸν κλονισμόν, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ δικαιολογηθῶμεν, ὅπως κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος; Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι ὁσάκις πρόκειται περὶ προσωπικῶν καὶ χρηματικῶν θυσιῶν εἶμαι δύσκολος, ὅπως ὁ ἔντιμος Πρωθυπουργὸς ἄλλοτε μὲ κατήγγειλεν, ἀλλὰ δὲν πιστεύω, ὅτι εἶμαι εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ παραγνωρίζω τὰ πράγματα· δὲν πιστεύω ὁ φόβος νὰ με ἀποπλανᾷ τοσοῦτον, ὥστε νὰ βλέπω τὰ πράγματα ὅλως διόλου διάφορα, καὶ δὲν τὰ βλέπω ὑπὸ μὴ ἀληθῆ ἔποψιν, διότι ἔχω ὑπὲρ ἐμοῦ τὴν γνώμην καὶ τὴν διαβεβαίωσιν αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἀφήσατε λοιπὸν, κύριοι, κατὰ μέρος πᾶσαν ἄλλην ἰδέαν, καὶ ἐξετάσατε τὸ ζήτημα συγκεκριμένως· πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν προσωπικὴν ὑποχρέωσιν, δαπάνην χρηματικὴν τοὐλάχιστον 30 ἑκατομμυρίων· εἴμεθα εἰς θέσιν, ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνάγκη;
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν αἱ περιστάσεις τὸ ἀπαιτήσωσι.
§38ΡΙΚΑΚΗΣ. Λοιπὸν πρέπει νὰ σταθμίσωμεν αὐστηρῶς καὶ μετὰ προσοχῆς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλον οἱ ἀντιταχθέντες κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ν’ ἀποφασίσωμεν ἐν γνώσει περὶ ζητήματος ἀφορῶντος τὰ μέγιστα τοῦ Κράτους συμφέροντα.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της. Θὰ τυπωθῇ, καὶ μετὰ τὴν τύπωσίν της θὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρέπει νὰ ἐγγραφῶσι τὰ νομοσχέδια, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ὁ προϋπολογισμός.
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅσα εἶναι δυνατὸν νὰ προσαχθῶσιν.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὕτως ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή.
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅ,τι ὁ κ. Σιμόπουλος εἶπε, βεβαίως αὐτὸ δὲν εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς· ἐξηγήθη ὅμως ἡ ἀνάγκη, δι’ ἣν πρέπει νὰ προσαχθῶσι τὰ νομοσχέδια, ἀλλ’ ὅλα τὰ νομοσχέδια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῶσι, μερικὰ ἐξ αὐτῶν μόνον.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν εἰς τὸν κ. Σιμόπουλον, ὅτι θέλει ὑποβάλει αὐτὰ τὰ νομοσχέδια.
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅσα εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλω, καὶ ὑπέβαλον μερικά.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν βλέπω κατὰ τί διαφωνοῦμεν.
§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶσιν ὅλα.
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα καὶ ὑποβληθησόμενα πρέπει νὰ ἐγγραφῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλέττας ἔχει τὸν λόγον.
§50ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Αὔριον, κ. Πρόεδρε.
§51ΤΙΝΕΣ. Σήμερον πρέπει νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα.
§52ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἐπειδὴ παρῆλθεν ἡ ὥρα, εἶμαι δὲ κουρασμένος, θὰ ὁμιλήσουν προσέτι καὶ ἄλλοι, ἂς ἀναβληθῇ, κ. Πρόεδρε, δι’ αὔριον· ἄλλως εἶναι ἡ ὥρα, καθ’ ἣν συνήθως λύομεν τὴν συνεδρίασιν.
§53ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ἀπόψε, κύριε Πρόεδρε.
§54Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κάθε ἑσπέραν κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν ἀναχωροῦμεν· ἂν τὸ νομοσχέδιον ἦναι σπουδαῖον, καὶ ἂν ἀπαιτῇ σπουδαίας συζητήσεις, πρέπει νὰ τὸ ἀναβάλωμεν· ἡ πίεσις αὕτη ἄλλοτε, ἐξασκουμένη ἐν τῇ Βουλῇ, ἔφερε τὴν διαμαρτύρησιν ἐκ μέρους τῶν κυρίων ἐκείνων, οἵτινες θέλουν νὰ τὴν ἐξασκήσωσιν.
§55Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν θέλομεν νὰ πιέσωμεν οὐδένα, συζητοῦμεν εὐρύτατα καὶ μὲ πλήρη ἐλευθερίαν· ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπιθυμοῦμεν, εἶναι νὰ μὴ συζητῶμεν μόνον δύο ὥρας, καὶ ὕστερον νὰ ἐγειρώμεθα καὶ ν’ ἀναχωρῶμεν.
§56Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἴμεθα 5, 6 ὥρας ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου ἡμεῖς, κύριοι· σεῖς ἔρχεσθε εἰς τὰς 3 καὶ ¼ μ. μ.
§57ΡΟΥΦΟΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅταν ἡ ἀντιπολίτευσις ἔφερε πάλιν τὸ ζήτημα αὐτὸ, ἐζητήσαμεν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, διότι εἶχε παρέλθει ἡ 6 ὥρα, καὶ σεῖς μᾶς ἐλέγετε «φεύγετε, φεύγετε, θέλετε νὰ διαλύσητε τὴν συνεδρίασιν.» Ἡμεῖς δ’ ἐπανήλθομεν, ἐτέθη ζήτημα, καὶ ἐτελείωσεν εἰς τὰς 7. Ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις διατελοῦμεν καὶ σήμερον.
§58ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ κ. Ῥοῦφος δὲν ἔχει τὴν μνήμην ὡς δεῖ, διὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ τὸν ἐπανορθώσω. Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἐκάμαμεν τὴν παρατήρησιν αὐτὴν καθόσον ὅλοι, ὅσοι ἦσαν ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσωσι, παρῃτήθησαν, καὶ ἔμεινε νὰ ὁμιλήσῃ μόνος ὁ κ. Τζάνες. Σήμερον ὅμως 15 θέλουν νὰ ὁμιλήσουν· εἶναι ἀδύνατον τοιαύτη συζήτησις ἐπιστημονικὴ νὰ τελειώσῃ ἀπόψε.
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς οὔτε θέλομεν νὰ πιέσωμεν κανένα, οὔτε ἠμποροῦμεν νὰ πιέσωμεν, οὔτε νὰ ἀναγκάσωμεν νὰ κάμψητε τι παρὰ τὴν θέλησίν σας· ἀλλὰ, κύριοι, ὀλίγας μόνον ἡμέρας ἔχομεν νὰ ἐργασθῶμεν, πρέπει δὲ νὰ τελειώσωμεν μερικὰ νομοσχέδια, καὶ ἴσως δὲν ἔχομεν πλέον καιρὸν πρὸς τοῦτο. Διὰ τοῦτο ἂς οἰκονομῶμεν ὅσον δυνάμεθα τὸν καιρόν· ἡμεῖς ἀρχίζομεν ἀπὸ τὰς 3 καὶ ¼ καὶ ἐργαζόμεθα μέχρι τῆς 6, δὲν ἠμποροῦμεν λοιπὸν νὰ εἴπωμεν ὅτι εἰργάσθημεν πολύ. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ καὶ ἐγὼ, ἂς ἀκούσωμεν τοὐλάχιστον ἕνα νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ κατόπιν φεύγομεν.
§60ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νομίζω, ὅτι πάντοτε ἐρχόμεθα ἐγκαίρως, τοὐλάχιστον ὅσοι ἐζήτησαν σήμερον τὴν ἀναβολήν. Ἐὰν ἀρχίζωμεν εἰς τὰς 2½ καὶ 3 μ. μ. τὸ πταῖσμα δὲν εἶναι ἰδικόν μας· καὶ ἡμεῖς δὲ εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι πρέπει νὰ ἐξοικονομῆται ὁ χρόνος. Παρακαλοῦμεν ὅμως νὰ τεθῶσιν εἰς ἁρμονίαν αἱ λέξεις τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὰ πράγματα. Συζητοῦμεν νομοσχέδιον σπουδαιότατον· ἡ ἀντιπολίτευσις περιωρίσθη εἰς μόνον τὴν γʹ συζήτησιν, τὴν ά τὴν ἄφησεν ἐλευθέραν, κατὰ τὴν 6′ δὲ δὲν ὡμίλησε παρὰ μόνον ὁ κ. Ζωχιός· ἔρχεται ἡ γʹ συζήτησις, ὁ κ. Βαλέττας σᾶς λέγει, ὅτι εἶναι κατακουρασμένος. Μήπως πρόκειται νὰ τελειώσῃ σήμερον τὸ ζήτημα; εἶναι 5 ἢ 6 ἐγγεγραμμένοι, αὔριον θὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα· ἄλλως, κύριοι, εἶναι ἡ ὥρα κατὰ τὴν ὁποίαν τελειώνομεν πάντοτε.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 6 μ. μ.