1878.11.08
1.267 στίχοι · 10.643 λέξεις · 104 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33
τῆς 8 Νοεμβρίου 1878.
(Τετάρτη.)
Ὥρα 2½ μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ δύο θυγατέρες τοῦ ἀποβιώσαντος ὑποστρατήγου Γιάννη Κώστα ἱκετεύουσι τὴν Βουλήν, ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ χορηγήσῃ βοήθημά τι αὐταῖς. Ὁ Νικόλαος Ἀνεμογιάννης καὶ Γεώργιος καὶ Μιχαὴλ Ζέρμου, κάτοικοι Παξῶν, ὀφειλέται λόγῳ ἐγγυήσεως εἰς τὴν τοπικὴν ἀρχήν, ἐξαιτοῦνται παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἀπαλλαγήν των ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τῆς ὀφειλῆς των, ὡς περιπεσόντες εἰς μεγίστην ἀνέχειαν. Ἀμφότεραι αἱ ἀναφοραὶ θέλουσι παραπεμφθῆ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλε σημείωσιν περὶ τῶν δαπανῶν, αἵτινες ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν νέων ὁδῶν, κατὰ τὸ νέον νομοσχέδιον. Ὅστις τῶν κκ. Βουλευτῶν θέλῃ, ἂς ἔλθῃ νὰ λάβῃ γνῶσιν.
§2ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ, κ. Πρόεδρε.
§3ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὑποβάλλω κατάστασιν τῆς σήμερον ὑπαρχούσης στρατιωτικῆς δυνάμεως λεπτομερῆ· ἐξ αὐτῆς θέλει παρατηρήσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ ὑπάρχουσα στρατιωτικὴ δύναμις σήμερον ὅλων τῶν κατηγοριῶν ἀναβαίνει εἰς 22,265 ἄνδρας. Μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουσι 5,000 ὡς ἔγγιστα ἔφεδροι τῆς δευτέρας κατηγορίας, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, πιθανὸν τάχιστα ν’ ἀπολυθῶσιν· ἐξ αὐτῶν ὡσαύτως θ’ ἀπολυθῶσιν ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου 443 ἄνδρες τῆς πρώτης σειρᾶς, οἵτινες δὲν εἶχον διανύσει τὸ ἑξάμηνον διάστημα τῆς ὑπηρεσίας. Ὡσαύτως θ’ ἀπολυθῶσι καὶ 703 τακτικοὶ ἔφεδροι, τῶν ὁποίων ἡ ἐνιαύσιος ὑπηρεσία λήγει. Ὑπάρχουσιν 7,049 ἄνδρες ἐθελονταὶ, ἐξ αὐτῶν ὅσον οὔπω θ’ ἀπέλθωσι περὶ τοὺς 3–4 χιλιάδας, δηλονότι ἐντὸς βραχυτάτου διαστήματος θ’ ἀπολυθῶσιν ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ περὶ τὰς 10 καὶ ἐπέκεινα χιλιάδας ἀνδρῶν. Ἑπομένως ὁ στρατὸς θὰ περιορισθῇ περὶ τὰς 11 ἢ 12 τὸ πολὺ χιλιάδας, μὲ τοὺς ἀξιωματικοὺς, ὑπαξιωματικοὺς, μουσικοὺς καὶ στρατιώτας. Ὑποβάλλω ὡσαύτως κατάστασιν εἰς τὴν Βουλὴν ἐμφαίνουσαν τὸν ἀριθμὸν τῶν καθυστερουμένων κληρούχων κατὰ νομούς. Οἱ καθυστερούμενοι κληροῦχοι τῶν ἐτῶν 1875, 1876, 1877 καὶ 1878 ἀναβαίνουσιν εἰς 5,039. Καὶ ὁ μὲν νομὸς τῆς Ἀττικῆς καθυστερεῖ 352, ὁ Νομὸς τῆς Εὐβοίας 145, τῶν Κυκλάδων 411, τῆς Ἀργολίδος 280, τῆς Ἀρκαδίας 685, τῆς Μεσσηνίας 518, τῆς Λακωνίας 582, τῆς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος 685, τῆς Ἀκαρνανίας καὶ Αἰτωλίας 403, τῆς Κεφαλληνίας 400, τῆς Ζακύνθου 156, τῆς Κερκύρας 176, τῆς Φθιώτιδος 246· τὸ ὅλον 5,039 ἄνδρες εἶναι οἱ καθυστερούμενοι κατὰ τὰ ἔτη αὐτὰ 1875, 1876, 1877 καὶ 1878, ἤτοι 4 ἐτῶν. Αὐταὶ εἶναι αἱ πληροφορίαι, αἵτινες μοὶ ἐζητήθησαν· ἐὰν θέλητε καὶ ἄλλας, εἶμαι ἕτοιμος νὰ σᾶς δώσω.
§4ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐσημειώσατε εἰς τὴν κατάστασιν τί δίδει ἕκατος νομός;
§5ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα.
§6ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω καὶ ἀπὸ τὰ 1865 ἕως τὰ 1875 πόσοι καθυστεροῦνται, διότι καὶ ἐξ ἐκείνων τῶν ἐτῶν ὀφείλονται κληροῦχοι, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ νὰ ἔχω πλήρη τὸν ἀριθμὸν τῶν καθεστερουμένων.
§7ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ὡς Πρόεδρος τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς ἔχω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Παρέρχομαι δ’ ἐπὶ τὸ βῆμα, διότι ἐκ τῆς θέσεώς μου δὲν ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν ν’ ἀκουσθῶ. Ὑπάρχει ἀρχὴ γνωστὴ καὶ ἀναμφισβήτητος, προκύπτουσα καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τε τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, πρέπει νὰ στηρίζηται εἰς τοὺς κειμένους νόμους. Τὴν ἔλλειψιν δὲ αὐτὴν δὲν δύναται νὰ ἀναπληρώσῃ ἡ ἁπλῆ παραδοχὴ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν πιστώσεων. Ἀλλὰ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ παρεβιάσθη ἀνέκαθεν παρ’ ἡμῖν καὶ παραβαίνεται μέχρι σήμερον, διότι οἱ προϋπολογισμοὶ δὲν στηρίζονται κατὰ γενικὸν κανόνα εἰς προϋπάρχοντας νόμους. Τὴν σπουδαίαν ταύτην ἔλλειψιν, ἡ ὁποία πολλάκις κατηγγέλθη, ἀπεπειράθη νὰ θεραπεύσῃ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην Κυβέρνησις, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον παρεδέχθη τὸ σύστημα τῆς σημειώσεως, ἀπέναντι ἑκάστης δαπάνης, τοῦ οἰκείου νόμου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ δαπάνη αὕτη ἐστηρίζετο. Ἀλλ’ ἡ παραδοχὴ τοῦ συστήματος τούτου ἀπέληξε μᾶλλον εἰς τὴν βεβαίωσιν τῆς ἐλλείψεως, τὴν ὁποίαν ἀνέφερα, παρὰ εἰς τὴν θεραπείαν αὐτῆς, διότι ὄχι μόνον ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα δὲν ἠκολούθησαν τὸ σύστημα τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὸ παρεδέχθησαν, δὲν τὸ διεξήγαγον ὡς πρὸς ὅλας τὰς πιστώσεις. Ἐντεῦθεν δὲ ἀπεδείχθη, διὰ τῆς σιωπηρᾶς, οὕτως εἰπεῖν, ὁμολογίας τῶν Ὑπουργῶν, ὅτι αἱ πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἐζήτουν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου, δὲν ἐστηρίζοντο εἰς ὑπάρχοντας νόμους. Ἡ τότε Κυβέρνησις, εὑρεθεῖσα τοιουτοτρόπως ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀντιμέτωπος εἰς προφανῆ παρανομίαν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀναποδράστως ἠναγκασμένη ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν παρανομίαν ταύτην, διότι πολλαὶ ἐκ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἐζήτει, χωρὶς νὰ στηρίζωνται αὗται εἰς προηγουμένους νόμους, ἦσαν ἀναπόφευκτοι εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπενόησε νέαν καὶ πρωτοφανῆ διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἀνέγραψεν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ 1878, καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἑξῆς. «Ἄρθρον 4. Αἱ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ ἔτους 1878 συμπεριληφθεῖσαι καὶ ἐγκριθεῖσαι πιστώσεις ἐπιτρέπεται νὰ δαπανηθῶσι, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ προγενέστερος νόμος ἐπιτρέπων αὐτάς». Τὴν διάταξιν αὐτὴν παρεδέχθη ἀπαραλλάκτως καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἰς τὸν ἤδη ὑποβληθέντα ὑπ’ αὐτῆς προϋπολογισμὸν τοῦ 1879, διὰ τοὺς αὐτοὺς προδήλους λόγους, δι’ οὓς εἶχε παραδεχθῆ αὐτὴν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι Πρόεδρος, ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ὑπάρχει ἀνυποστήρικτος, καὶ ἑπομένως ἐξοβελιστέα, διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δὲν ἱκανοποιεῖ τὴν ἀπαίτησιν τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἀνέφερον, τοῦ νὰ στηρίζηται δηλαδὴ ἑκάστη πίστωσις εἰς κείμενον νόμον δικαιολογοῦντα αὐτὴν, ἀφ’ ἑτέρου βεβαιοῖ καὶ καθιεροῖ μάλιστα ὡς νόμιμον τὴν παρανομίαν ταύτην. Ἐπειδὴ δὲ, τούτου οὕτως ἔχοντος, ἡ Ἐπιτροπὴ φρονεῖ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν εἰς τὸ μέλλον ἐμμένοντες εἰς τὴν παρανομίαν ταύτην, ἀλλ’ ὅτι πρέπει ἐξάπαντος ν’ ἀποφύγωμεν αὐτὴν, καὶ νὰ στηρίζωνται ἑπομένως τοῦ λοιποῦ αἱ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ζητούμεναι πιστώσει εἰς τοὺς κειμένους νόμους, καὶ μόνον αὗται νὰ γίνωνται δεκταὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν γνώμην ταύτην τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτὴν νὰ συμμορφωθῇ, κατὰ τὸ δυνατὸν, πρὸς τὴν εἰρημένην γνώμην, καὶ ἑπομένως νὰ διατάξῃ τὴν ἀμέσως καὶ ἀπὸ τοῦδε παρασκευὴν καὶ ὑποβολὴν εἰς τὴν Βουλὴν ὅλων ἐκείνων τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὰ ἐκτεθέντα, εἶναι ἀναγκαῖα πρὸς ὑποστήριξιν τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ζητεῖ. Ἐπειδὴ ὅμως ταῦτα λέγων, κύριοι Βουλευταὶ, ἐννοῶ ἐνταὐτῷ, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι εὔκολον ὡς πρὸς ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ διὰ νόμων κανονισθησόμενα ἀντικείμενα, διότι πολλὰ αὐτῶν συνέχονται μετὰ τοῦ ὅλου ὀργανισμοῦ τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διευθετηθῶσιν ἐκ τοῦ προχείρου καὶ ἄνευ ἀποχρώσης μελέτης, διὰ τοῦτο δηλῶ, ὅτι ἡ ἀναγγελία αὕτη, εἰς τὴν ὁποίαν προβαίνω, ἔχει τὸν σκοπὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀμέσως καὶ ἀπὸ τοῦδε ἔναρξιν τῆς κατὰ τὰ εἰρημένα τακτοποιήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐχὶ ὅμως καὶ τὴν καθ’ ὅλα συντέλεσιν τῆς τακτοποιήσεως ταύτης, ἥτις οὔτε εἶναι δυνατὸν, ὡς εἶπον, νὰ γείνῃ, οὔτε δίκαιον ἑπομένως εἶναι ν’ ἀπαιτηθῇ διὰ μιᾶς καὶ ἐξ ὁλοκλήρου παρὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως.
§8Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ ὅροι, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπέληξεν ἡ παρατήρησις τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ ἐκ Καρυστίας, μοὶ φαίνονται, ὅτι εἶναι ὀρθοί· ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους περιέχει τὰς ἀτελείας, τὰς ὁποίας κατέδειξεν, ἴσως δὲ περιέχει καὶ πλημμελείας· δὲν εἶναι δὲ εὔκολον ὅ,τι δύναταί τις νὰ ἐπιθυμήσῃ, νὰ ἴδῃ καὶ πραγματοποιούμενον ταχέως, δηλαδὴ τὴν ἄμεσον ἄρσιν τῶν πλημμελειῶν καὶ τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἀτελειῶν τούτων. Αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους ποῦ μὲν, ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν, εἶναι δαπάναι, τὰς ὁποίας κανονίζουσιν αἱ ἑκάστοτε ἀνάγκαι, ὄχι μόνον κατὰ χρόνον, ἀλλὰ καὶ κατὰ τόπον, καὶ αἱ δαπάναι αὗται δὲν δύνανται ἐκ τῶν προτέρων νὰ κανονισθῶσι διὰ τὸν λόγον τοῦτον, ὡς οὐδὲ αἱ δαπάναι, αἵτινες δὲν εἶναι διαρκεῖς καὶ μόνιμοι. Πολλαὶ τῶν δαπανῶν, αἵτινες εἶναι διαρκεῖς, στηρίζονται εἰς νόμους, οἵτινες κανονίζουσιν αὐτὰς· μολαταῦτα ὑπάρχουσι καὶ πλεῖσται ἄλλαι δαπάναι, αἱ ὁποῖαι πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἀναφέρονται εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι κεκανονισμέναι. Ἐὰν ἐξετάσητε, λόγου χάριν, τὸ κεφάλαιον τοῦ προϋπολογισμοῦ περὶ ταμείων, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὑπάρχει νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐσυστήθη ταμεῖον Ἀττικῆς, τὸ ὁποῖον ὅμως οὐδέποτε συνεστήθη. Εὑρίσκετε ὡσαύτως πιστώσεις ἄλλας, μὴ κανονισθείσας διὰ νόμων. Οἱ νομοθετοῦντες πολλάκις δὲν δύνανται νὰ προΐδωσι τὰ περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων προσφαινόμενα προσκόμματα, καὶ διὰ τοῦτο οἱ ψηφισθέντες νόμοι πολλάκις συνέβη νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσιν. Ἀλλὰ, ὅπως ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Καρυστίας διετύπωσε τὴν πρότασιν, εὑρίσκω αὐτὴν πολλὰ λογικήν. Καὶ βεβαίως καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐνεστῶσα, ὡς καὶ πᾶσα διάδοχος αὐτῆς, θέλουσι φροντίσει διὰ τὰς δαπάνας τὰς τακτικὰς νὰ συντάξωσι τὰ πρὸς κανονισμὸν αὐτῶν ἀναγκαῖα νομοσχέδια· τὰς δαπάνας ὅμως, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῶσι καὶ αἵτινες προβλέπουσι περὶ ἀναγκῶν ἐξαρτωμένων ἐκ τῶν περιστάσεων· περὶ αὐτῶν δὲν δύναται νὰ γείνῃ τὸ αὐτό· αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς τὴν λειτουργίαν καὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τῶν δημοσίων ἀρχῶν, αὗται βεβαίως πρέπει νὰ ἦναι κεκανονισμέναι διὰ νόμων. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, καὶ ἐγὼ, ἀναγνωρίζων τὴν ἀνάγκην ταύτην, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, θέλω καταβάλει πᾶσαν προσπάθειαν, ἵνα διὰ τῆς παραδοχῆς τῶν ἀναγκαίων νομοσχεδίων ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐλαττώσω τὰς ἀνωμαλίας αὐτάς.
§9ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἐπραγματεύθη ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, μετ’ ὀλίγον ἡ Βουλὴ θὰ ἀσχοληθῇ σπουδαιότερον ἢ ὅσον σήμερον. Ἀπὸ σήμερον ὅμως νομίζω ἀναγκαῖον νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν ὁποίαν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς μέλος αὐτῆς, ὑπεστήριξα γνώμην. Δὲν πρόκειται περὶ δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι φέρουσι χαρακτῆρα παροδικὸν καὶ αἵτινες δὲν δύνανται νὰ κανονισθῶσι διὰ νόμου, ἀλλὰ περὶ δαπανῶν, αἵτινες ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς ἀναγράφονται καὶ ἔχουσι χαρακτῆρα μόνιμον καὶ διαρκῆ, ἤτοι περὶ μισθοδοσιῶν, αἵτινες πληρόνονται ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, καὶ περὶ ἐπιμισθίων, τὰ ὁποῖα πληρόνονται ἐπίσης ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τοῦ ἔτους. Τὸ ζήτημα λοιπὸν, ὅπερ προκαταρκτικῶς σήμερον θίγεται, ἀναφέρεται εἰς τοὺς μισθοὺς καὶ τὰ ἐπιμίσθια, περὶ ὧν δὲν προέβλεψε νόμος καθεστὼς, καὶ διὰ τὰς πιστώσεις, περὶ τῶν ὁποίων μόνοι οἱ προϋπολογισμοὶ ἐχρησίμευον κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Ὅπως ὀρθῶς παρετήρησεν ὑμῖν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον καὶ κατὰ τὴν γενικὴν συνταγματικὴν ἀρχὴν, οἱ προϋπολογισμοὶ περιλαμβάνουσι μόνον δαπάνας, περὶ ὧν εἰδικοὶ νόμοι προέβλεψαν. Διὰ τῶν προϋπολογισμῶν δὲν δημιουργοῦνται οὐδὲ νομοθετοῦνται θέσεις, ἀλλὰ μόνον χορηγοῦνται αἱ ἀναγκαῖαι πιστώσεις διὰ μισθοὺς ἢ ἐπιμίσθια, δι’ εἰδικῶν νόμων ὁρισθέντας. Μέχρι τοῦ παρελθόντος ἔτους οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν προσεῖχον εἰς τὴν ἔλλειψιν ταύτην· ἀλλ’ ὅταν ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν ἐψηφίσθη, ἤτοι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰσήγαγε τὸν διὰ τὸ τρέχον ἔτος προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλήν, προσέθηκεν ἐν τῷ περὶ κυρώσεως τῶν ἐξόδων νομοσχεδίῳ τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἀνέγνωσεν ὑμῖν, καὶ τὴν ὁποίαν ἔκρινεν ἀναγκαίαν ἐν τῇ στιγμῇ ἐκείνῃ, ὅπως διασκεδάσῃ τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν διὰ τὰς πιστώσεις, τὰς μὴ στηριζομένας εἰς προηγουμένους εἰδικοὺς νόμους. Ἡ διάταξις αὕτη ἐψηφίσθη μετὰ τῶν λοιπῶν ἄρθρων τοῦ νόμου περὶ κυρώσεως τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Οὐδεὶς ὅμως δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς δὲν ἐτηρήθησαν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, διότι, ὡς γνωρίζετε, ὁ προϋπολογισμὸς ψηφίζεται ἅπαξ, ἐνῷ ἅπαντα τὰ νομοθετήματα, εἰς τὰ ὁποῖα περιλαμβάνεται καὶ ἡ εἰρημένη διάταξις, ὑποβάλλονται εἰς τρεῖς συζητήσεις. Ἡ διάταξις αὕτη ἐψηφίσθη τότε ὡς ἐψηφίσθη, διότι αἱ περιστάσεις ἦσαν ἔκτακτοι καὶ οὐδεὶς ἠθέλησε νὰ παρεμβάλῃ εἰς τὴν ψήφισίν της προσκόμματα, ὅλων δὲ ἡ προσοχὴ ἦτο ἐστραμμένη εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα· ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης μέχρι τοῦδε ἐμεσολάβησεν ἓν ἔτος, καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον νὰ παρασκευάσῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ προσήκοντα νομοσχέδια περὶ νομιμοποιήσεως ἐκείνων ἐκ τῶν τοιούτων δαπανῶν, ὅσας ἔκρινεν ἀναγκαίας, καὶ νὰ μὴ ὑποπέσῃ εἰς τὸ αὐτὸ σφάλμα, ἀναγράφουσα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν μισθοὺς καὶ ἐπιμίσθια ἢ ἄλλας δαπάνας, μὴ στηριζομένας εἰς ὑπάρχοντας νόμους. Κατ’ ἐμέ, ὁ ἀπαιτούμενος πρὸς παρασκευὴν τῶν τοιούτων νομοσχεδίων ὑλικὸς χρόνος δὲν εἶναι μέγας. Νομίζω ὅτι, ἐὰν οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ ἀσχοληθῶσι μετὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας, δύνανται νὰ καταρτίσωσι καὶ ὑποβάλωσι τὰ ἀναγκαῖα νομοσχέδια, διότι οὐ μόνον ἐξ αὐτοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ φαίνονται προδήλως αἱ μὴ στηριζόμεναι εἰς καθεστῶτας νόμους δαπάναι, ἀλλὰ καὶ ἡ κατὰ τὸ παρελθὸν γενομένη ἐν τοῖς γραφείοις τῶν Ὑπουργείων ἐργασία, σκοποῦσα εἰς τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφὴν τῶν σχετικῶν νόμων, εἰς οὓς ἑκάστη δαπάνη ἀναφέρεται, διευκολύνει τὸ ἔργον. Διὰ τοῦτο προαναγγέλλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὀφείλει ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐνασχοληθῇ εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν τοιούτων νομοσχεδίων, ἵνα ἡ Βουλὴ συζητήσῃ ταῦτα πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι, τὸ ἐπ’ ἐμοί, δὲν θέλω δώσει τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ πιστώσεων, διὰ μισθοὺς καὶ ἐπιμίσθια μὴ στηριζόμενα εἰς εἰδικοὺς νόμους.
§10ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι, τῇ αἰτήσει τοῦ ἐκ Τροιζηνίας ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ὑπεβλήθησαν ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφά τινα, ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐν Πόρῳ διατήρησιν Ναυστάθμου καὶ εἰς τὴν ἐκεῖθεν μεταφορὰν τῶν σκευῶν, τῶν μηχανῶν καὶ τοῦ ὑλικοῦ αὐτοῦ εἰς Σαλαμῖνα. Τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι, εἶναι ἄξιον νὰ ἐπισύρῃ δεόντως τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου, ὄχι μόνον διότι πρόκειται περὶ σημαντικῆς χρηματικῆς ποσότητος, περὶ σημαντικῶν δαπανῶν, εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ οἰκονομήσωμεν καὶ αὐτὸ τὸ λεπτόν, ἀλλὰ πρὸ πάντων διότι ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῆς ναυτικῆς ἀναπτύξεως. Ἐπερωτῶ λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ, τί σκοπεύει νὰ κάμῃ τὰ σκεύη, τὰ μηχανήματα καὶ τὸ ὑλικὸν τοῦ Ναυστάθμου; Σκοπεύει νὰ τὰ μεταφέρῃ ἐκ νέου εἰς τὸν Πόρον, διατηρῶν ἐκεῖ τὸν Ναύσταθμον, ἢ σκοπεύει ν’ ἀφήσῃ τὸν Ναύσταθμον εἰς Σαλαμῖνα; Ἡ περὶ τούτου ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν θέλει ὁδηγήσει τὴν περαιτέρω πορείαν μας. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν νομίζῃ, ὅτι δύναται ν’ ἀπαντήσῃ τώρα, ἂς ἀπαντήσῃ αὔριον.
§11ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐν πρώτοις θέλει σᾶς ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ Ἐπιτροπῆς, διὰ ν’ ἀποφασίσητε.
§13ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει.) «Ἡ Ἐπιτροπή τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς, συνελθοῦσα ἐν τῷ Καταστήματι τοῦ Βουλευτηρίου, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν διαφόρους αἰτήσεις, ἀναγομένας εἰς τὴν δικαιοδοσίαν της, ἤτοι: 1) Τὴν αἴτησιν τῶν ἐκκαθαριστῶν τῆς διαλυθείσης πιστωτικῆς ἐπὶ ἐνεχύρῳ Τραπέζης περὶ πληρωμῆς εἰς αὐτοὺς δραχμῶν 4,378:94, τὰς ὁποίας δῆθεν κατέβαλεν ἡ Τράπεζα αὕτη, προεξοφλήσασα κατὰ τὸ 1872 μισθοδοσίας διαφόρων ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς· 2) Ὁμοίαν τοῦ Γεωργίου Ζυγαλάκη περὶ πληρωμῆς εἰς αὐτὸν δραχ. 569:20, ἅς τινας καὶ οὗτος κατέβαλε δῆθεν, προεξοφλήσας κατὰ τὸ 1872 παρομοίας, ὡς ἄνω, μισθοδοσίας· 3) Τὴν αἴτησιν τῶν κληρονόμων Κωνστ. Κυπριάδου, Βουλευτοῦ Κέας κατὰ τὸ 1866, ζητούντων νὰ λάβωσιν δραχμὰς 1,000, ὀφειλομένας αὐτῷ δι’ ἀποζημίωσίν του τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τοῦ 1866.»
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (ἀναγινώσκει). «Καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ὑπ’ ἀριθ. 1, 2 καὶ 3 αἰτήσεις, ὡς ἀνωτέρω ἐξετέθη, ἡ Ἐπιτροπή, θεωροῦσα, ὅτι αἱ ἀπαιτήσεις αὗται ἀνάγονται εἰς πολὺ μεμακρυσμένας ἐποχὰς καὶ χρήσεις, ἀπέχει νὰ ἀποφανθῇ, τοσούτῳ δὲ μᾶλλον καθόσον αὗται δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 69 τοῦ Νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Παρακαλεῖ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ παραπέμψῃ ταύτας εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον, ἁρμόδιον νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ νομίμου αὐτῶν.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§15ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς.
§17ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει.) «4) Τὴν αἴτησιν τοῦ Σοφ. Καρύδου περὶ πληρωμῆς αὐτῷ δρ. 325, ὀφειλομένων ἐξ ἀντιτίμου βιβλίων, τὰ ὁποῖα παρέδωκεν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1868, ὅτε ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶχεν ἐγγραφῆ συνδρομητής.»
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει.) «Ἐπὶ δὲ τῆς αἰτήσεως τοῦ Σοφ. Καρύδου, θεωροῦσα ἡ Ἐπιτροπή, ὅτι τὰ περὶ ὧν αὕτη πραγματεύεται βιβλία πραγματικῶς κατετέθησαν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς ἀποδείξεως παραλαβῆς αὐτῶν παρὰ τοῦ τότε Διευθυντοῦ τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς κ. Ἀναστασίου Βαρελίδου· ἐκτὸς δὲ τούτου ὁ ῥηθεὶς Σ. Καρύδης τακτικῶς κατ’ ἔτος ἐπέδιδε παρομοίας αἰτήσεις· διὰ ταῦτα ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ πληρωθῶσιν αὐτῷ αἱ δραχμαὶ 325, πρὸς ἐντελῆ τῆς ἀπαιτήσεώς του ἐξόφλησιν, καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ τὴν αἰτουμένην πίστωσιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Κεφ. Εʹ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων αὐτῆς τῆς Δʹ Συνόδου τῆς Ζʹ Περιόδου.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§19ΖΩΧΙΟΣ. Προτήτερα, κ. Πρόεδρε, εἴπατε ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι χρόνια πολλά, νὰ σταλῇ τὸ ζήτημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔπειτα ὑπάρχει δίκη περὶ αὐτοῦ; Ἐγένετο ἀγωγή;
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§21ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὁ ἄλλοτε πρόεδρος τῆς Βουλῆς στρατηγὸς κ. Λαζαρέτος εἶχεν ἐγγραφῇ συνδρομητὴς εἴς τινα βιβλία, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Καρύδης τὰ ἔφερε καὶ ἐτέθησαν εἰς τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς. Ὁ τότε διευθυντὴς κ. Βαρελίδης ἔδωκεν ἀπόδειξιν παραλαβῆς. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει δίκαιον, ἔδωκε τὸ πρᾶγμά του· θέλει νὰ πληρωθῇ. Κατ’ ἔτος ἐζήτει τὴν πληρωμὴν, τα βιβλία ὑπάρχουν.
§22ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑποθέτω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡμεῖς σήμερον ἐπιθυμεῖτε νὰ γείνητε συνδρομητὴς διαφόρων ἐφημερίδων ἢ συγγραμμάτων· εἶναι ὑπόχρεως ἡ Βουλὴ νὰ τὰ πληρώσῃ; Ἅμα λοιπὸν δὲν εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, εἶναι ὑπόχρεως ὁ κ. Πρόεδρος ν’ ἀποζημιώσῃ τὸν συγγραφέα.
§23ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Καὶ οἱ ἄλλοι Πρόεδροι ὑπέγραφον ὡς συνδρομηταὶ, καὶ πάντοτε τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἐπλήρονεν· ὁ συγγραφεὺς ἔδωκε τὸ βιβλίον του καὶ ἀπαιτεῖ τὸ ἀντίτιμον.
§24ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Κύριοι, μοὶ φαίνεται ὅτι φιλονεικοῦμεν ματαίως, διότι ὁ Πρόεδρος ὑπέγραψε διὰ τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς.
§25ΡΩΜΑΙΟΣ. Μὰ τραγούδια ἤθελε νὰ διαβάσῃ ἡ Βουλή;
§26ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ τὰ ἔλαβεν, ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ πληρωθῇ.
§27ΡΩΜΑΙΟΣ. Φοβεῖσαι τὸν Καρύδην.
§28ΦΙΛΩΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Πετιμεζᾶ εἶναι ὀρθή· ἀλλὰ νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ δίδηται πλέον αὐτὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον (θόρυβος).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ πληρωθῶσι πρὸς τὸν κ. Καρύδην 325 δραχμαὶ διὰ τὰ τότε δοθέντα βιβλία, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§30ΦΙΛΗΜΩΝ. Συντάσσομαι τῇ γνώμῃ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἅτινα προτείνουσιν, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἡ ἀποζημίωσις εἰς τοὺς τρεῖς Βουλευτάς. Ἀληθῶς, κατ’ αὐστηρὸν γράμμα καὶ ἰουδαϊκῶς, οὕτως εἰπεῖν, δὲν ἔχουσι δικαίωμα οἱ Βουλευταὶ οὗτοι δι’ ἀποζημίωσιν· ἀλλ’ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι Σῶμα ὑπαγόμενον εἰς τύπους καὶ προθεσμίας, ἀλλὰ Σῶμα ἐξετάζον τὴν οὐσίαν, δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἄλλως ἢ νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι οἱ Βουλευταὶ, ὅσοι ἤρξαντο ἐκτελοῦντες τὰ καθήκοντά των, διὰ τῆς εἰς Ἀθήνας ἀφίξεώς των, πρέπει νὰ ἀποζημιωθῶσιν. Ἐὰν δὲ θελήσωμεν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἀποζημίωσιν λαμβάνουν μόνον οἱ Βουλευταὶ, οἵτινες ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τῆς Συνόδου ἐξεπλήρωσαν τὰ καθήκοντά των, ἤτοι παρευρέθησαν εἰς ὅλας τὰς συνεδριάσεις, θέλομεν ἔλθει εἰς ἀντίθεσιν πλήρη πρὸς ὅλα τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα, διότι ἡ Βουλὴ, καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν, ἐδέχθη τὴν εὐρυτάτην τῶν διατάξεων ἑρμηνείαν, τὴν κατ’ οὐσίαν. Ἀλλ’ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν τριῶν αὐτῶν Βουλευτῶν ἀνήκουσι καὶ τέσσαρες ἄλλοι, οἱ τρεῖς Βουλευταὶ Λευκάδος καὶ ὁ Βουλευτὴς Βάλτου κ. Καραγιαννόπουλος. Εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ἀνέπτυξα δι’ ὀλίγων τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τότε τὴν αἴτησίν μου, ἀποφασίσασα νὰ συζητηθῇ, ὅταν ἡ Ἐπιτροπὴ ἀποφανθῇ καὶ ἐπὶ ἄλλων τοιούτων αἰτήσεων. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δι’ ὀλίγων νὰ ὑπομνήσω τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐπρότεινα τότε. Οἱ Βουλευταὶ Λευκάδος ἐξεπλήρωσαν καὶ αὐτοὶ τὰ καθήκοντά των, διότι ἦλθον εἰς τὴν πρωτεύουσαν. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν συνεδρίασεν, ὅπως κυρώσῃ τὴν ἐκλογήν των, ἐκηρύχθη δ’ ἡ λῆξις τῆς Συνόδου μετὰ ἕνα μῆνα. Λέγουν, ὅτι τότε αὐτοὶ δὲν ἦσαν Βουλευταὶ, διότι δὲν εἶχον ὁρκισθῆ. Ἀλλ’ ἡ ἑρμηνεία αὕτη δὲν εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἀκριβής, διότι ἡ ἰδιότης τοῦ Βουλευτοῦ ἄρχεται, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐκλεχθῇ. Ὑποθέσατε, ὅτι μεταξὺ τῆς πρώτης καὶ δευτέρας Συνόδου μιᾶς Περιόδου ἐκλέγεται εἷς Βουλευτής· αὐτὸς, μολονότι ἡ ἐκλογή του δὲν ἐξηλέγχθη, οὐδ’ ὡρκίσθη, δὲν δύναται, κατὰ τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Συντάγματος, νὰ συλληφθῇ ἢ νὰ φυλακισθῇ, ἢ διὰ χρέη νὰ κρατηθῇ· διότι εἶναι Βουλευτὴς, καὶ θεωρεῖται τοιοῦτος, μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου. Οἱ Βουλευταὶ Λευκάδος ὑπῆρξαν Βουλευταὶ, διότι ἡ ἐκλογή των ἐπεκυρώθη ἀκολούθως, κατὰ δὲ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς 25 Δεκεμβρίου 1875 τὸ τμῆμα ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν, δι’ ἧς ἐκηρύσσετο ἡ ἐκλογὴ ἔγκυρος, ἤθελε δὲ αὐθημερὸν γείνει δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ τμήματος, ἐὰν ὁ κ. Πετιμεζᾶς μὴ ὑπέβαλε τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ ἔκθεσις πρέπει νὰ τυπωθῇ. Ἔκτοτε πλέον δὲν συνεδρίασεν ἡ Βουλή· αὐτοὶ δ’ ἔμειναν ἐδῶ, ἐδαπάνησαν καὶ ἐθεωροῦντο καὶ ἦσαν πράγματι Βουλευταί. Οἱ δύο Βουλευταὶ κκ. Μαχαιρᾶς καὶ Βαλαωρίτης εἶχον ὁρκισθῆ μάλιστα κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς πρώτης Συνόδου καὶ ἔλαβον μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις καὶ εἰς τὰς ψηφοφορίας· μολονότι δὲ ἠκυρώθη ἡ ἐκλογή των ἀλλ’ ἦσαν οἱ πραγματικοὶ Βουλευταὶ Λευκάδος, ὅπως καὶ τὰ γενόμενα καὶ ἡ δευτέρα ἐκλογή των ἐμαρτύρησαν. Ἡ Βουλὴ λοιπόν, ἑρμηνεύουσα οὐχὶ ἰουδαϊκῶς, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν, ὀφείλει, νομίζω, νὰ δεχθῇ καὶ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν Βουλευτῶν αὐτῶν.
§31Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι Βουλευταί, ὑπαγόμενοι εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτήν (θόρυβος).
§32ΖΩΧΙΟΣ. Κινδυνεύω νὰ μετανοήσω, διότι ἀντέτεινα εἰς τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Καρύδη. Ὁ κ. Καρύδης σᾶς ἔδωκεν ὕλην, καὶ σεῖς δὲν ἐπληρώσατε. Ὁ ἀξιότιμος κ. Φιλήμων σᾶς λέγει, ἐὰν ἑρμηνεύσητε τὸ Σύνταγμα πιστῶς· τὸ εἶπεν ἰουδαϊκῶς, ἀλλὰ ἰουδαϊκῶς, ἠξεύρετε τί σημαίνει; Μὴ νομίζητε ὅτι ὅλα τὰ ἰουδαϊκὰ εἶναι κακά· μένουν ἐν τῷ νόμῳ. Ἀλλὰ σᾶς λέγει, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἐξήγησις ἰουδαϊκή· ὁ Βουλευτὴς δὲ, ἅμα γεννηθῇ, εἶναι Βουλευτής. Ἀλλ’ ὁ νόμος λέγει, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ὁ ἐκπληρώσας τὰ καθήκοντά του λαμβάνει τσὲπ χαρντσιλίκι δύο χιλιάδας δραχμὰς, ὁ λειτουργήσας δηλαδή. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Καρύδης καὶ πᾶς πολίτης νὰ εἴπῃ, προκειμένου λόγου περὶ δικαίας ἀπαιτήσεως καὶ μικρᾶς, ἐφράξατε τὰ ὦτα· σὺ πρῶτος, κ. Ζωχιέ. Προκειμένου δὲ λόγου νὰ μοιράσητε ἀντίδωρον μεταξύ σας, τότε εἴπατε, ὅτι ὁ νόμος ἑρμηνεύεται ὄχι κατὰ τὸν ἑβραϊκὸν τρόπον, καθὼς ἐκάμομεν χθές. Ἡ ἡμέρα τῶν Ἑβραίων παρῆλθε· σήμερον εἶναι χριστιανικὰ τὰ πράγματα, δηλαδὴ νηστεύσαντες καὶ μὴ νηστεύσαντες εὐφράνθητε σήμερον. Ἀλλ’ αὐτὸ μόνον ὁ Χριστὸς ἠμπορεῖ νὰ τὸ κάμῃ, ὄχι ἡμεῖς· ἡμεῖς ἐδώκαμεν ὅρκον νὰ πολιτευθῶμεν εὐσυνειδήτως, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, δηλαδὴ ἰουδαϊκῶς· καὶ ἂν δὲν ἐνθυμῆσθε σεῖς τοὺς νόμους ἰουδαϊκῶς, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ σᾶς εἴπῃ· ὑγιαίνετε, τώρα ἐγὼ σᾶς διορθόνω. Αὐτὰ λοιπὸν ποῦ λέγει εἶναι ἰουδαϊκῶς, ἐγὼ χριστιανικῶς θὰ τὰ κάμω· ἐγὼ θὰ σᾶς εἴπω τί εἶπεν ὁ Χριστός. Εἶπεν, οὔτε νὰ προσθέσητε μίαν κεραίαν, οὔτε ν’ ἀφαιρέσητε ἕν ἰῶτα.
§33ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Εἶπε, λάβετε καὶ φάγετε.
§34ΖΩΧΙΟΣ. Εἰς ποίους; Φαίνεται ὅτι δὲν πηγαίνεις εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Ὁ παππᾶς φωνάζει, ὅσοι πιστοί, καὶ τότε λέγει, λάβετε φάγετε, εἰς τοὺς πιστούς· εἰς δὲ τοὺς ἄλλους, τοὺς κατηχουμένους, λέγει ἔξω, καὶ κλείει καὶ τὰς θύρας· «τὰς θύρας, τὰς θύρας ἐν σοφίᾳ πρόσχωμεν». Σεβόμενοι, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἡμᾶς αὐτοὺς, σεβόμενοι τὸ ἀξίωμα τῆς Βουλῆς, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν πᾶσαν παρεξήγησιν, εἰς τοιαύτας μάλιστα περιστάσεις, ὅπου ὁ ἀξιότιμος κ. Μίλησης εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ φειδώμεθα καὶ τοῦ ὀβολοῦ, πρέπει μετὰ λύπης ν’ ἀρνηθῶμεν εἰς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους μας αὐτὸ, τὸ ὁποῖον παρανόμως ἀπαιτοῦν.
§35ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ πολεμήσω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλήμονος, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω, ὅτι σχετικῶς πρὸς τὴν ἀπαίτησιν τοῦ Βουλευτοῦ Ἠλείας κ. Ζαφειροπούλου, ἡ θέσις αὐτοῦ δὲν εἶναι ὁμοία, διότι αὐτὸς ἦλθεν ἐδῶ συνεπείᾳ προσκλήσεως τοῦ τότε Προέδρου τῆς Βουλῆς κ. Αὐγερινοῦ. Ὁ κ. Ζαφειρόπουλος ἦλθεν ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἔκτοτε δὲν συνεδρίασε· τί πταίει εἰς τοῦτο ὁ Βουλευτής;
§36ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἀληθῶς ὁ κ. Πλαπούτας, ὁ κ. Ζαφειρόπουλος καὶ ὁ κ. Πατρινὸς ἦσαν ἐν Ἀθήναις, καθ’ ὃν χρόνον ἡ Σύνοδος ἦτο ἐν ἐνεργείᾳ, ἀλλὰ δὲν συνεδρίαζεν. Ὁ κ. Ζαφειρόπουλος καὶ ὁ κ. Πατρινὸς ἦλθον καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ πληρώσω τὴν ἀποζημίωσίν των· τοῖς εἶπον, ὅτι δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὴν Βουλήν, καὶ δὲν τολμῶ νὰ κάμω τοῦτο· ὅταν ἡ Βουλὴ ἔλθῃ, θ’ ἀναφέρω, ὅτι ἦλθον πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των, ἀλλ’ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν συνήρχετο.
§37ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐπιμένω νὰ ἐπαναλάβω τὴν φράσιν ἰουδαϊκῶς, διότι παραδέχομαι τὸ χριστιανικῶς· ὁ χριστιανισμὸς εἶπε «τὸ μὲν γράμμα κτείνει, τὸ δὲ πνεῦμα ζωοποιεῖ.» Ἐὰν θελήσωμεν κατὰ γράμμα νὰ ἐξηγήσωμεν τοὺς νόμους, ἀφεύκτως θὰ περιπέσωμεν εἰς ἀτοπήματα. Ἡ διάταξις περὶ ἀποζημιώσεως «εἰς τοὺς ἐκπληρώσαντας τὰ καθήκοντά των», ἰουδαϊκῶς ἑρμηνευομένη, σημαίνει παρουσίαν εἰς τὰς συνεδριάσεις ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους. Ἀλλ’ ἡ ἑρμηνεία αὕτη εἶναι λογικὴ, εἶναι δικαία, εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου; Ἰδοὺ διατὶ ἐπιμένω, λέγων, ὅτι τὸ ἰουδαϊκῶς ἑρμηνεύειν τοὺς νόμους καταντᾷ εἰς τὴν ἀδικίαν. Βάσις τῆς ἀληθοῦς ἑρμηνείας παντὸς νόμου δὲν εἶναι τὸ γράμμα, εἶναι τὸ πνεῦμα, ποτὲ δὲ τὸ γράμμα δὲν δύναται νὰ κατισχύσῃ τοῦ πνεύματος. Ἐπὶ τέλους ὀφείλω νὰ κάμω καὶ τὴν δήλωσιν, ὅτι τὰ περισσότερα ἐκ τῶν χρημάτων, ἅτινα θὰ δοθοῦν εἰς τοὺς κκ. Βουλευτὰς, δὲν θὰ εἰσέλθουν εἰς τὸ ταμεῖόν των, ἀλλ’ εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον.
§38Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν ἑρμηνεύσωμεν, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ζωχιοῦ, τὸ ἄρθρον 75 τοῦ Συντάγματος, τότε δὲν ἀποβάλλουσι μόνον τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσωσι τὴν ἀποζημίωσιν, ἀλλὰ κηρύσσονται καὶ παραβάται. Ἀληθῶς τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι μόνοι οἱ ἐκπληρώσαντες τὰ χρέη των Βουλευταὶ λαμβάνουν τὴν ἀποζημίωσιν· ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἑτέρα διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ γνώμη τοῦ Βουλευτοῦ δὲν ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον κανενός. Καὶ νομίζετε, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔρχονται εἰς τὸ Βουλευτήριον νὰ ψηφίσουν μίαν πρότασιν, ἀντικειμένην, κατὰ τὴν συνείδησιν αὐτῶν, εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, παραβιάζουν τὸ καθῆκόν των; Τὸ ζήτημα παρουσιάσθη κατὰ τὸ 1874, ἦλθον πολλοὶ Βουλευταὶ καὶ εὗρον τὴν μὲν Βουλὴν συνεδριάζουσαν μὲ 82 Βουλευτὰς, τοὺς δ’ ἄλλους Βουλευτὰς ἀποσυρθέντας. Τί ἔπρεπε νὰ κάμουν; Τίνες τότε ἐξεπλήρωσαν τὰ καθήκοντά των; οἱ παρευρεθέντες ἢ οἱ ἄλλοι;
§39ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐπῆραν ἀποζημίωσιν.
§40ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπληρώθησαν.
§41ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§42ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τὴν τακτικὴν Σύνοδον ἅπαντες ἐπληρώθησαν, καὶ ὁ κύριος Ζωχιὸς ἐπληρώθη. Λοιπὸν δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἰσχυρισθοῦν, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἦλθέ τις νὰ παρευρεθῇ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ ἀποζημίωσιν. Ἐγὼ ἀναφέρω αὐτὰ τὰ γεγονότα, καὶ μοὶ εἶναι ἀδιάφορον· ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι οἱ ἐκλεχθέντες ἐκεῖνοι Βουλευταὶ παρεβίασαν τὰ καθήκοντά των.
§43ΖΩΧΙΟΣ. Ἂς ἄρξωμαι ἀπὸ τοῦ προσωπικοῦ. Μοὶ εἶπε· σὺ ἐμισθοδοτήθης εἰς τὴν τακτικὴν ἐκείνην Σύνοδον. Ναί. Ἀλλ’ ἔφυγες. Ἔφυγα· καὶ σὺ, ἂν ἤσουν· ἔπρεπε νὰ φύγῃς.
§44Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν μὲ ἐδέχθησαν διόλου ἐμέ.
§45ΖΩΧΙΟΣ. Ἐὰν σήμερον πεισθῶ, ὅτι διὰ τῆς ἀπουσίας μου καὶ τῆς συστάσεώς μου μετ’ ἄλλων δύναμαι νὰ ἐμποδίσω ἓν κακὸν, θὰ τὸ κάμω, μὲ τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ πρᾶξίς μου ἐκείνη εὐλογήθη ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς μου, εὐλογήθη ἀπὸ τὸν Βασιλέα, διότι ἐκάλεσε τὸν κ. Τρικούπην, εὐλογήθη καὶ ὑφ’ ὅλης τῆς παρούσης Βουλῆς. Λοιπὸν ἐγὼ προσωπικῶς εἶμαι ξεπλυμένος, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγον, τὸ ἔλεγον νομίμως.
§46Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἐλάβομεν ἡμεῖς τίποτε.
§47ΖΩΧΙΟΣ. Ὄχι τῆς ἐκτάκτου, περὶ τῆς τακτικῆς πρόκειται. Ἔχω δὲ ἕνα μάρτυρα, τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Καλαβρύτων κ. Πετιμεζᾶν, τὸν ἐπιλεγόμενον Κυβερνήτην. Εἶπεν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἰς τὰς 2 θὰ συνέλθωμεν. Ὁ δοῦλός σας εἶναι ἐδὼ εἰς τὰς 2, φεύγει τελευταῖος· ἔλειψε 2 ἢ 3 ἡμέρας. Αὐτὴ εἶναι ὅλη ἡ ἀπουσία μου· τώρα δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἡ παρουσία μου ὠφελῇ ἢ ὄχι. Πρὶν εἰσέλθῃς εἰς τὸ Βουλευτήριον, πρέπει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος νὰ σὲ περάσῃ εἰς τὸ δευτέρι. Τί εἴπαμεν τοῦ μακαρίτου Βούλγαρη; Ἔφερες δευτέρι ὑπογεγραμμένον; Ὄχι, τετέλεσται. Εἶναι αὐτοὶ γραμμένοι μέσα εἰς τὸ δευτέρι; Λοιπὸν δὲν ἔχουν δικαίωμα εἰς ἀποζημίωσιν. Αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐκπληροῖ ὁ Βουλευτὴς ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου· ἐὰν ὅμως, ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος του, ὅπως τὸ ἐννοεῖ αὐτὸς, καὶ δὲν ἔρχεται, τότε βεβαίως πάλιν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του, ἀλλ’ ἀρνητικῶς. Ἐὰν ἤμεθα ἀρκοῦντες, καὶ ἐὰν εἴχομεν τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ ἀποχωρήσαντες, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐκάθητο ἐκεῖ· ἐπειδὴ ὅμως εἴμεθα ὀλίγοι, τί νὰ κάμωμεν, μένομεν ἐδῶ καὶ ὠφελεῖται τῆς περιστάσεως ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ τώρα μάλιστα ὅταν ἤκουσε τὸν κ. Φιλήμονα ἑρμηνεύοντα τὸ Σύνταγμα ἰουδαϊκῶς· διότι, ἐὰν ἐπιμένωμεν ὅτι τὸ γράμμα τοῦ νόμου τὸν ἐμποδίζει, θὰ μᾶς εἴπῃ· Αὐτὸ εἶναι ἰουδαϊκὸν, ἐγὼ δὲν εἶμαι Ἑβραῖος. Ἐὰν θέλετε, νὰ σωθῶμεν. Καὶ ἠξεύρετε διατί δὲν σωζόμεθα; διότι δὲν ἑρμηνεύομεν τοὺς νόμους ἰουδαϊκῶς; Μήπως ὁ μακαρίτης Βούλγαρης δὲν ἑρμήνευε τὸν νόμον, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, καὶ ἴσως εἶχε κάποιον δίκαιον. Ἡμεῖς τοῦ εἴπομεν ἰουδαϊκῶς, τὸ ἥμισυ τῶν Βουλευτῶν. Αὐτὸς εἶπεν ἐκ τῶν παρόντων ἢ τῶν ζώντων τόσοι εἶναι οἱ Βουλευταί. Τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τὸ ἔχω ἐγὼ, σεῖς ποῖοι εἶσθε; Θὰ σᾶς εἴπω μίαν ἱστορίαν. Οἱ Ῥόδιοι εἶχον πόλεμον πρὸς τοὺς Ῥωμαίους, καὶ οἱ Ῥόδιοι εἶναι οἱ τελευταῖοι Ἕλληνες οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν, συνέταξαν δὲ συνθήκην, καὶ ὅσοι συντάσουν συνθήκας πρέπει νὰ ἔχουν μάτια, καὶ πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν ἔχῃ σκοπὸν νὰ συντάξῃ καμμίαν συνθήκην. Ἡ συνθήκη ἔλεγε νὰ γείνῃ τοῦτο, νὰ γείνῃ ἐκεῖνο πρὸς δὲ καὶ νὰ παραδώσουν τὰ ἡμίση τῶν πλοίων. Μάλιστα, εἶπον οἱ Ῥόδιοι, ἔχομεν δώδεκα πλοῖα, νὰ σᾶς δώσωμεν τὰ ἕξ. Ἀφοῦ κατέλαβον τὴν Ῥόδον οἱ Ῥωμαῖοι, εἶπον, θὰ μᾶς δώσητε τὰ ἡμίση τῶν πλοίων, θὰ πάρωμεν πριόνι ὅμως εἶπον, καὶ θὰ τὰ κόψωμεν στὴ μέση· τότε ἤνοιξαν τὰ μάτια των οἱ ἄλλοι. Διὰ τοῦτο, ὅταν νομοθετῶμεν, πρέπει νὰ προσέχωμεν εἰς τὴν ἔννοιαν τῶν λέξεων. Ἡμεῖς δὲ εἴμεθα ἔτι μᾶλλον ὑποχρεωμένοι, καὶ ἤδη μάλιστα ὅτε πρόκειται περὶ ἡμῶν αὐτῶν, πρέπει νὰ εἴμεθα αὐστηρότεροι· ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, διότι αὐτοὶ οἱ ἄλλοι (δεικνύει τὴν συμπολίτευσιν) δύνανται τὸ σχοινὶ νὰ ἀφήσουν ὀλίγον χαλαρόν· ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν, διότι ἀδιακόπως φωνάζομεν ὑπὲρ τοῦ νόμου. Δὲν ἐπιδέχεται τὸ πρᾶγμα συζήτησιν· ἦλθον αὐτοὶ, ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκον των; Ὁ κ. Πρόεδρος λέγει, ὄχι. Πρέπει νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰ ἀρχεῖα, νὰ εὕρωμεν τοὺς καταλόγους, διότι πρέπει νὰ προστεθῶσιν οὗτοι εἰς τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, Ὅταν θέλητε νὰ κάμητε τὸν διδάσκαλον εἰς τοὺς ἄλλους ὅταν λέγητε, Ἡμεῖς ἐσμὲν τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ὅταν θέλητε νὰ εἴπητε εἰς τὸν Βασιλέα τὸ ναὶ καὶ τὸ οὔ, πρέπει νὰ μείνητε ἐν τῷ νόμῳ, οὔτε κεραίαν προσθέτοντες ἢ ἀφαιροῦντες.
§48ΦΙΛΗΜΩΝ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω, διότι δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἡ Βουλὴ ὑπὸ ἐντυπώσεις μὴ ἀκριβεῖς. Ὅταν εἶχον τὴν τιμὴν ὡς Εἰσαγγελεὺς νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνωστὴν κατὰ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη κατηγορίαν ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου Συμβουλίου τῆς Δικαιοσύνης τῆς Πατρίδος, ἐστηρίχθην, μεθ’ ὅλων τῶν συναδέλφων μου, ἐπὶ τοῦ πνεύματος τοῦ νόμου, οὐχὶ ἐπὶ τοῦ γράμματος· ἐπὶ τοῦ γράμματος ἐστηρίχθησαν οἱ κατηγορούμενοι. Αὐτοὶ ἔλεγον, ὅτι τοῦ Συντάγματος ὁμιλοῦντος περὶ Βουλευτῶν, δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ τεθνεὼς Βουλευτὴς ἢ ὁ μὴ ὁπωσδήποτε ὑπάρχων νὰ καταλογισθῇ. Ὡς καὶ οἱ Ῥωμαῖοι, ἐν τῇ πρὸς τοὺς Ῥοδίους ἀδικίᾳ των, ἐστηρίχθησαν ἐπὶ τοῦ γράμματος· ἐπὶ τοῦ πνεύματος στηριζόμενοι δὲν ἠδύνατο νὰ καταλήξωσιν εἰς τὸ παράλογον καὶ νὰ ζητήσωσι τὸν πριονισμὸν τῶν πλοίων τῶν Ῥοδίων. Τὰ παραδείγματα τῶν Ῥωμαίων πρὸς τοὺς Ῥοδίους καὶ τὰ συμβάντα ἐπὶ τῇ ἑρμηνείᾳ τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος, ἅτινα ἔφερεν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μέσσης, ὑποστηρίζουσι τὴν ἰδέαν μου, ὅτι ἡ ἰουδαϊκὴ ἑρμηνεία φέρει εἰς τὸ ἄτοπον· διότι καὶ πάλιν ὑποστηρίζω, ὅτι καὶ οἱ Ῥωμαῖοι καὶ τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη ἐστηρίχθησαν ἐπὶ τοῦ γράμματος. Ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου, ἡ ἐπὶ τοῦ πνεύματος στηριζομένη, οὐδέποτε φέρει εἰς τὸ ἄτοπον καὶ εἰς τὸ ἄδικον. Μερικεύων δὲ τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἐὰν ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ Βουλευτικοῦ καθήκοντος συνίσταται εἰς τὴν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς Συνόδου μέχρι τέλους παρουσίαν τοῦ Βουλευτοῦ ἐν ταῖς συνεδριάσεσιν, ἐρωτῶ, τίς ἐξ ἡμῶν δικαίως δύναται νὰ λάβῃ ἀποζημίωσιν; Οὐδείς· διότι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν παρευρίσκεται ἀπὸ τῆς πρώτης μέχρι τῆς τελευταίας συνεδριάσεως. Ἀνέκαθεν ἡ Βουλὴ ἐθεώρησεν, ὅτι ἔναρξις τῶν Βουλευτικῶν καθηκόντων εἶναι ἡ εἰς τὴν πρωτεύουσαν μετάβασις τῶν Βουλευτῶν, καὶ ὅτι αὐτὸ καὶ μόνον παρέχει αὐτοῖς δικαίωμα εἰς ἀποζημίωσιν.
§49ΡΙΚΑΚΗΣ. Νὰ δώσουν καὶ τὸν ὅρκον.
§50ΦΙΛΗΜΩΝ. Σᾶς ἀνέπτυξα διὰ παραδείγματος, ὅτι τὴν ἰδιότητα τοῦ Βουλευτοῦ δὲν δημιουργεῖ ὁ ὅρκος, ἀλλ’ ἡ ἐκλογὴ, καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι χωρὶς νὰ ὁρκισθῇ Βουλευτής τις οὔτε συλλαμβάνεται οὔτε φυλακίζεται. Προσθέτω δὲ ὡς τελευταῖον λόγον, ὅτι τὰ χρήματα αὐτὰ κατὰ τὸ πλεῖστον δὲν θὰ μεταβοῦν εἰς τὰ ταμεῖα τῶν κκ. Βουλευτῶν. Ἤδη ὁ κ. Μαγοιρᾶς ἐδώρησεν ὁλόκληρον τὴν ἀποζημίωσίν του εἰς τὴν Βιβλιοθήκην, ὁ κ. Βαλαωρίτης τὸ ἥμισυ, ὁ κ. Σέρβος ἑξακοσίας δραχμάς.
§51Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἰδίως ἡ τελευταία παρατήρησις τοῦ προαγορεύσαντος μὲ ἀναγκάζει νὰ λάβω τὸν λόγον. Δὲν εἶμαι σύμφωνος οὔτε μὲ τὸν κ. Ζωχιὸν, οὔτε μὲ τὸν κ. Φιλήμονα. Οἱ Βουλευταὶ κύριοι Πλαπούτας καὶ Ζαρειφόπουλος ἔχουν πληρέστατα δίκαιον νὰ πληρωθῶσι, διότι αὐτοὶ ἦσαν Βουλευταί, διότι ἡ Σύνοδος ὑπῆρχεν ὅταν ἦλθον εἰς Ἀθήνας πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των, ἀλλὰ δὲν εὗρον τὴν Βουλὴν εἰς ἐνέργειαν, δὲν εὗρον ἀπαρτίαν, καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ κάμουν, ὡς ἄλλοτε ὠνομάσαμεν, παρασυναγωγήν· οὐχ ἧττον ὑπεβλήθησαν εἰς ἔξοδα, καὶ ἔχουν δίκαιον νὰ πληρωθῶσιν. Οἱ Βουλευταὶ ὅμως τῆς Λευκάδος δὲν ἦσαν Βουλευταί, διότι δὲν εἶχεν ἐπικυρωθῆ ἡ ἐκλογή των· αὐτὴν δὲ τὴν νομολογίαν ἠκολούθησαν αἱ Βουλαὶ ἀπὸ 1865 μέχρι σήμερον. Κατὰ τὸ 1866, ἐνθυμεῖσθε, κ. Πρόεδρε, διότι εἶσθε τότε Ὑπουργὸς, προσεκλήθη ἡ Βουλὴ εἰς ἔκτακτον Σύνοδον, ἀλλὰ μετὰ δύω ἢ τρεῖς συνεδριάσεις ἔκλεισεν ἡ Βουλή. Οἱ Βουλευταὶ ἦλθον ἐνταῦθα ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ πληρωθῶσι 1,500 δραχμὰς, διότι ὑπεβλήθησαν εἰς ἔξοδα· αὐτὸ ἀπῄτει ἡ δικαιοσύνη, αὐτὸ τοῦτο λοιπὸν νὰ γείνῃ καὶ σήμερον. Τὰ ζητήματα αὐτὰ ἦλθον πολλάκις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐλύθησαν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς περὶ χορηγίας πιστώσεως πρὸς πληρωμὴν ἀποζημιώσεως διὰ τὴν τρίτην Βουλευτικὴν Σύνοδον εἰς τοὺς Βουλευτάς κ. κ. Κωνσταντῖνον Πλαπούταν, Δημήτριον Πατρινὸν καὶ Κωνσταντῖνον Ζαρειφόπουλον, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐνταῦθα ἀλλὰ δὲν εὗρον τὴν Βουλὴν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πίστωσιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἔρχεται ἤδη ἡ πρότασις τοῦ κ. Φιλήμονος περὶ χορηγίας πιστώσεως 8,000 δραχμῶν εἰς τέσσαρας Βουλευτάς, ὧν τρεῖς εἶναι οἱ τῆς Λευκάδος.
§53Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Φιλήμονα, ὅτι, ἐὰν πρόκηται νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασιν τῶν τεσσάρων, πρέπει νὰ τὴν ἐπεκτείνῃ καὶ εἰς τοὺς ἕξ, νὰ σημειωθῶσι δηλαδὴ οἱ δύο Βουλευταὶ τῆς Ἠλείας.
§54ΣΠΗΛ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ ἔλυσεν ἄλλοτε ἡ Βουλή.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πίστωσιν τῶν 8,000 δραχμῶν διὰ τοὺς 4 Βουλευτάς, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἔχομεν ἤδη τὸ νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Αὐστρίας ταχυδρομικῆς συμβάσεως εἰς τρίτην συζήτησιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ στρατολογικὸν νομοσχέδιον. Ὁ κ. Κορωναῖος ἔχει τὸν λόγον.
§57Ν. ΜΕΤΑΞΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι σπουδαῖον, διότι πρόκειται περὶ φόρου αἵματος. Παρακαλῶ νὰ προσκαλέσητε τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἦναι παρόντες.
§58ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Προτίθεμαι, κύριοι, νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ χρόνου τῆς θητείας καὶ περὶ καταργήσεως τῆς κληρώσεως, ἤτοι περὶ τῶν βάσεων αὐτοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἀναγκάζομαι νὰ ἐπεκτείνω τὸν λόγον μου, καὶ διὰ τοῦτο ἐξαιτοῦμαι τὴν εὐμενῆ ὑπομονήν σας. Δὲν ὁρμῶμαι, κύριοι, ἀπὸ οὐδὲν ἄλλο, ἢ ἐκ τῆς ἐπιθυμίας νὰ συντελέσω εἰς τὴν διαφώτισιν τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ἐκ τῶν μᾶλλον σπουδαίων, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμία ἄλλη θεωρία πρέπει νὰ μᾶς ἐπηρεάσῃ. Κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην δὲν εἴμεθα ἐνταῦθα ἢ Ἕλληνες, οὐχὶ δὲ συμπολιτευόμενοι καὶ ἀντιπολιτευόμεσοι. Ἄρχομαι τῆς ὁμιλίας μου ἀπὸ ἓν γεγονὸς ἱστορικόν· θὰ εἴπητε ἴσως, ὅταν ἀκούσητε αὐτό, ὅτι εἶναι ξένον τοῦ ἀντικειμένου περὶ οὗ πρόκειται, ἐλπίζω ὅμως νὰ ἴδητε, ὅταν τελειώσω, ὅτι ἔχει μεγάλην σχέσιν πρὸς αὐτό· θέλω δὲ νὰ ἀποδείξω δι’ αὐτοῦ, ὅτι, ὅταν νομοθετῶμεν περὶ στρατοῦ, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν πολλὰ ἀντικείμενα, τοῦτ’ ἔστι τὰς περιστάσεις τοῦ τόπου, τὴν ἱστορίαν, τὸ κλῖμα, τὸ ἔδαφος, τὰ ἤθη, τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, καὶ ἄλλα· εἶναι δὲ τὸ ἱστορικὸν τοῦτο γεγονὸς ἡ μάχη τῆς Ματαράγκας. Κατὰ τὸ τέλος τῆς Θεσσαλικῆς ἐπαναστάσεως μετέβην εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, οὐχὶ χάριν περιεργείας, οὐδὲ διὰ νὰ γνωρίσω τὴν κατάστασιν τῆς ἐπαναστάσεως, ἀλλὰ διὰ νὰ γνωρίσω τὸ ἔδαφος τοῦ τόπου, καὶ νὰ κάμω τὴν ἀναγνώρισιν αὐτοῦ. Τοῦτο ἐσκεπτόμην νὰ κάμω πρὸ πολλοῦ, ἀλλὰ μὴ δυνηθεὶς, ἔδραξα τὴν παρουσιασθεῖσαν εὐκαιρίαν, καὶ τοῦτο διότι οἱ ἀξιωματικοί, καὶ πρὸ πάντων ἐκεῖνοι, οἵτινες, ὡς ἐκ τοῦ βαθμοῦ των δύνανται νὰ γείνωσι διοικηταὶ Σωμάτων, πρέπει νὰ γνωρίζουν τὸν τόπον· τὸ μέρος δὲ ἐκεῖνο, ἤτοι τὰ σύνορα, εἶναι τὸ πρῶτον ἐφ’ οὗ ἔμελλε νὰ γείνῃ ἡ σύγκρουσις πρὸς ἐχθρόν τινα. Ταῦτα ἐν παρόδῳ. Ὅταν ἀφίχθην ἐκεῖ, ἐπληροφορήθην ἀκριβῶς περὶ τῆς μάχης, καὶ ἐβεβαιώθην ὅτι ἦτο ἔνδοξος διὰ τὰ ἑλληνικὰ ὅπλα· δὲν ἦτο ἁψιμαχία οὐδὲ τυχαία μάχη, ἀλλ’ ἐκ προμελέτης καὶ ἐκ τοῦ συστάδην· ἐπολέμησαν δὲ 700 ἀνυπόδητοι ἄνδρες, πεινασμένοι, ἄνευ τακτικῶν πολεμοφοδίων, καὶ ἄνευ ὁδηγοῦ ἐπισήμου, ἐναντίον ὀκταπλασίου ἐχθροῦ, καὶ ἐνίκησαν. Πλὴν ὅτι ὡδήγησαν τὴν μάχην ὡς οἱ καλλίτεροι στρατηγοί, ἐπαρατήρησα καὶ τοῦτο τὸ εὐχάριστον, ὅτι οἱ Ἕλληνες δὲν φοβοῦνται πλέον νὰ καταβαίνουν εἰς τὰς πεδιάδας, οὔτε τὸ ἱππικόν, οὔτε τὸ πυροβολικόν, ἐνῷ ἄλλοτε δὲν ἔκαμναν ἕνα βῆμα εἰς τὴν πεδιάδα. Τὸ χωρίον Ματαράγκα κεῖται ἐν τῷ μέσῳ πεδίου ἔχοντος ὀκτὼ ὥρας πλάτος καὶ δώδεκα μῆκος. Οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων ἐπαναστατήσαντες ἐζήτησαν βοήθειαν, ὅπως ἀποσύρωσι τὰ γυναικόπαιδα, καὶ τότε ἐπῆγεν ἐκεῖ ὁ ἐπιλοχίας Τερτίπης μὲ τὸ ὑπ’ αὐτὸν Σῶμα, συγκείμενον ἐξ 150 ἀνδρῶν, οὓς ἠκολούθησαν καὶ ἄλλοι τινὲς, καὶ καθεῖξε τὴν θέσιν ἐκείνην, εἰς ἣν ὑπάρχει ἕνας λόφος ὀνομαζόμενος Μαγούλα. Ἐκεῖ ἐπολέμησαν ἐπὶ μίαν ἡμέραν, καὶ ἀφοῦ ἀπέκρουσαν πολλάκις τὸν ἐχθρὸν, ἔμειναν κύριοι τῶν θέσεών των καὶ ἔθεσαν ἐκτὸς μάχης πλέον τῶν χιλίων πεντακοσίων ἐχθρῶν. Ἡ μάχη ὡδηγήθη ἀπὸ τὸν ἄνω ἐπιλοχίαν καὶ ἀπὸ 20 ἑτέρους ὑπαξιωματικοὺς, οἵτινες ἅπαντες ἔκαμαν τὸ μέρος των ὡς οἱ καλλίτεροι στρατηγοί. Τώρα βλέπετε, ὅτι τὸ ἱστορικὸν δὲν εἶναι ξένον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου. Ποία ἦτο ἡ δύναμις, ἡ ὁποία ἔκαμε τοὺς 700 ἄνδρας νὰ τολμήσωσιν ἐντὸς τῆς πεδιάδος νὰ δώσωσι μάχην καὶ νὰ νικήσωσι; τίποτε ἄλλο ἢ ἡ δύναμις τῆς ψυχῆς. Ἰδοὺ διατί σᾶς εἶπον, κύριοι, ὅτι, ὅταν νομοθετῶμεν περὶ στρατοῦ, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀπηρίθμησα, πρὸ πάντων δὲ τὸ πνεῦμα τῶν κατοίκων. Μὴ νομίσητε, ὅτι θέλω νὰ μείνωμεν εἰς τὸ παρελθὸν, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι καὶ διὰ τοῦ λόγου καὶ διὰ τῆς γραφῆς ἐπεζήτησα πάντοτε τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ· ἀλλὰ λέγω, ὅτι διὰ καταλλήλων μέσων δύνασθε νὰ πράξητε πολὺ περισσότερα ἀπὸ ὅσα πράττουν ἄλλοι εἰς περισσότερον χρόνον καὶ διὰ περισσοτέρων ἀνδρῶν. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι, ὅταν νομοθετῶμεν, πρέπει νὰ τὸ πράττωμεν σύμφωνα μὲ τὰς περιστάσεις τοῦ τόπου. Τοῦτο, κύριοι, εἴδομεν εἰς τὴν ἀρχαιότητα. Οἱ Ἀθηναῖοι καὶ οἱ Σπαρτιᾶται ἐμεγαλύνθησαν καὶ ἐδοξάσθησαν, διότι ηὐτύχησαν νὰ λάβωσι κατὰ τὴν γέννησίν των νομοθέτας σοφοὺς, τὸν Σόλωνα καὶ τὸν Λυκοῦργον· καίτοι δὲ οὗτοι ἀνεχώρησαν ἀπὸ ἀντιθέτους ἀρχὰς, ὅμως ἐπέτυχον ἀμφότεροι, διότι ἐνομοθέτησαν σύμφωνα μὲ τὰς περιστάσεις τοῦ τόπου. Ὁ ἀπότομος καὶ χιονοσκεπὴς Ταΰγετος κάμνει ἤθη ἄγρια καὶ σκληρὰ, καὶ ὁ νομοθέτης ἔθεσε νόμους σκληροὺς, ὁ δὲ αἴθριος οὐρανὸς καὶ ὁ φαιδρὸς ὁρίζων τῆς Ἀττικῆς κάμνει ἤθη ἥμερα, καὶ ὁ νομοθέτης ἔθεσε νόμους ἡμέρους. Δυστυχῶς ὅμως, κύριοι, δὲν ἔτυχε καὶ ἡ νέα Ἑλλὰς κατὰ τὴν γέννησίν της νὰ λάβῃ σοφοὺς νομοθέτας, ὡς τὸν Σόλωνα καὶ τὸν Λυκοῦργον, διότι οἱ ξένοι, οἵτινες τότε ἦλθαν καὶ ἐνομοθέτησαν, μετέφερον τὰ ἰδικά των πράγματα ἀνεξετάστως· καὶ τὸ πρῶτον τοῦτο σφάλμα ἔφερεν ὅλα τὰ κατόπιν καὶ τὰ μέχρι τῆς σήμερον· ἡ ἀντιβασιλεία, εἰσαγαγοῦσα τοὺς στρατιωτικοὺς θεσμοὺς τῆς ἰδίας αὑτῆς πατρίδος, δὲν ἐσκέφθη, ὅτι οὗτοι ἦσαν ἀπόῤῥοια τῶν φεουδαλικῶν θεσμῶν, τοὺς ὁποίους διὰ νὰ καταβάλουν οἱ τότε βασιλεῖς κατέφυγον εἰς μισθωτοὺς, οὓς ὠνόμασαν soldats ἀπὸ μίαν λατινικὴν λέξιν soldus, ἥτις ἦτο ἡ ὀνομασία τοῦ νομίσματος, ὅπερ ἔδιδον εἰς τοὺς στρατιώτας. Καὶ τί ἔχομεν, κύριοι; ὅτι μετὰ 40 ἐτῶν βίον καὶ μὲ τὰ 300 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήσαμεν μέχρι τοῦδε, δὲν ἔχομεν εἰμὴ 10,000 στρατόν· εἶναι ἀληθὲς τοῦτο; Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ ἀπόδειξις, ὅτι πρέπει νὰ ἦναί τις πολὺ προσεκτικὸς εἰς τὴν νομοθέτησιν πάντων μὲν, ἰδίᾳ δὲ προκειμένου περὶ τοιούτων σπουδαίων ἀντικειμένων. Λέγω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἐξαλείψωμεν ἀπὸ τὴν νομοθεσίαν μας τὰ ἴχνη ταῦτα τῆς κακῆς νομοθεσίας, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωσαν οἱ ξένοι, καὶ σᾶς λέγω, ὅτι, ἂν πράξητε κατὰ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ἢ καὶ μὲ τὸ παλαιότερον, δὲν θὰ ἐπιτύχητε καὶ θὰ ἐμμένητε εἰς τὸν αὐτὸν πλημμελῆ κύκλον. Δὲν δύναταί τις νὰ πράξῃ καὶ τὰ δύο συνάμα, τουτέστι νὰ ἔχῃ μόνιμον στρατὸν μέγαν καὶ νὰ δώσῃ καὶ τὴν προσοχήν του εἰς τὴν ἐκγύμνασιν ὅλου τοῦ Ἔθνους· ἢ τὸ ἓν θὰ ἔχῃ ἰσχυρὸν, ἢ τὸ ἄλλο. Τότε ἠμπορεῖ νὰ ἐπιτύχῃ, ὅταν ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸ ἓν, διὰ νὰ μεταφέρῃ εἰς τὸ ἄλλο, καὶ ἂν ἔχητε μόνιμον στρατὸν, αὐτὸν τὸν ὁποῖον φέρετε εἰς τὸν προϋπολογισμόν σας, δὲν σᾶς μένουν ἄλλα μέσα πρὸς ἐκγύμνασιν τοῦ ὅλου ἔθνους. Καὶ, κύριοι, ἔρχομαι νὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω διὰ τῶν πραγμάτων. Πρὸς στρατιωτικὴν μόρφωσιν ἔθνους τινὸς, ἀπαιτοῦνται δύο τινά, ἡ ἐκγύμνασις ὅλων ἢ τοὐλάχιστον τῶν πλείστων, καὶ ἡ μόρφωσις βαθμοφόρων· αὐτὰ εἶναι τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν βάσιν τοῦ καταρτισμοῦ καὶ τῆς μορφώσεως στρατοῦ τὸ πρῶτον, ἐὰν λάβωμεν τὸν ὑπάρχοντα προϋπολογισμὸν ἢ καὶ τὸν περὶ στρατολογίας νόμον, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν ἀριθμὸν εἶναι ἴσος, θὰ ἔχωμεν 18,000 στρατὸν, διότι ὑποθέτω, καθ’ ἃ ὑπελόγισεν ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ καθ’ ἃ ἐξάγεται ἐκ τῆς στατιστικῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἕξ χιλιάδας κατ’ ἔτος, καί τοι νομίζω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ δώσῃ 7,000. Ἀλλ’ ἂς παραδεχθῶμεν τώρα, δι’ ὅλους τοὺς ὑπολογισμούς μας, τὰς 6,000· αὗται μᾶς δίδουν λοιπὸν 18,000 ἄνδρας εἰς μίαν τριετίαν· εἰς ἕξ ἔτη αἱ 18,000 θὰ γείνουν 36,000· τώρα λαμβάνομεν ὅλον τὸν ἀριθμὸν, χωρὶς νὰ ὑπολογίσωμεν ἀποβιοῦντας κτλ. Λάβετε τώρα τὴν θητείαν τῶν 2 ἐτῶν. Ταῦτα σᾶς δίδουν 12,000 ἄνδρας εἰς 6 ἔτη· εἶναι 36,000, ἄρα, κύριοι, ἔχομεν τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν γυμνασμένων, τὸν ὁποῖον ἔχομεν καὶ μὲ τὰ 3 ἔτη, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ἐκεῖ μὲν ἐδαπανήσαμεν 12,000,000 καὶ πλέον, ἐνῷ εἰς τὴν δευτέραν περίστασιν ἐδαπανήσατε 8,000,000. Ἀλλὰ δὲν ἐλάβατε μόνην αὐτὴν τὴν ζημίαν· μὲ τὴν τριετῆ θητείαν, ἀπέναντι τῆς διετοῦς, ἀπωλέσατε 36,000 ἡμερομίσθια περισότερα, τὰ ὁποῖα πρὸς 2 δραχμὰς τὸ ἓν φέρουν 72,000,000 δραχμῶν· ἀφαιροῦντες ὅμως, ἵνα κάμωμεν ὀρθοὺς ὑπολογισμοὺς, τὰ εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιστάσεις μὴ πραγματοποιούμενα, ἕνεκα ἑορτῶν καὶ ἄλλων λόγων, μένουν 60. Λοιπὸν 60,000,000 ἀφῃρέσατε ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ κόσμου. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι μὲ τὰ 12,000,000 τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ δυνηθῆτε νὰ ἐπασχολήσητε ἄλλα διὰ τὴν γενικὴν ἐκγύμνασιν; πιστεύω, οὐδεὶς ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν ὅστις τὸ παραδέχεται. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀνώτατος ὅρος, τὸν ὁποῖον ἠμποροῦμεν νὰ δαπανήσωμεν· καί τοι δὲ εἶναι πολλὰ, πρέπει νὰ τὰ πράξωμεν, ὅπως κάμωμεν ἀρχήν· λοιπὸν δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ ἐκγυμνάσητε περισσοτέρους ἀπὸ τὰς 6,000 κατ’ ἔτος. Εἰς τὴν ἔκθεσίν μου, κύριοι, σᾶς εἶπον ὅλα τὰ ἐλαττώματα τῆς πολυετοῦς θητείας· διὸ καὶ δὲν σᾶς ἀναφέρω τὰ νῦν, εἰμὴ δύω τινὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ τὰ σπουδαιότερα· ἡ ἀπομάκρυνσις τῶν νέων ἀπὸ τὰς οἰκογενείας των καὶ ἡ ἀπώλεια τῆς παραγωγῆς τοῦ εἴδους· οἱ νέοι, οἵτινες ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὰς οἰκογενείας των, λησμονοῦν τὸ ἔργον των, μένουν μακρὰν τῆς ἐπιβλέψεως τῆς πατρικῆς, ἐρχόμενοι δὲ εἰς τὰς πόλεις, διότι εἰς αὐτὰς διαμένουν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ οἱ στρατοὶ, διαφθείρονται, καὶ ἐπὶ τέλους, ὅταν ἔλθῃ καιρὸς νὰ παραιτηθοῦν, δὲν ἔρχονται εἰς τὰς οἰκογενείας των. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τούτου. Οἱ νέοι οὗτοι, μένοντες εἰς τὰς πόλεις καὶ ὄντες ἄνευ ἔργου καὶ ἄνευ ἐπαγγέλματος, εἶναι πάντοτε μία ἀνωμαλία, καὶ εἶναι πάντοτε ἕτοιμοι νὰ συνδράμωσι πᾶσαν διατάραξιν τῆς ἡσυχίας· τοῦτο δὲ παρετηρήθη ἰδίως εἰς τὴν Γαλλίαν, διότι ἐκεῖ εἶχον τὸν μεγαλείτερον μόνιμον στρατόν· εἰς τοὺς νέους τῆς ἡλικίας αὐτῆς ὁ βίος τῶν πόλεων ἔχει θέλγητρα πολλά· ἀλλὰ τί ἄλλο ἀκόμη; ὅτι αὐτοὶ, παραιτούμενοι καὶ μὴ ἔχοντες οὐδὲν ἔργον, δὲν δύνανται νὰ ἀποκατασταθοῦν, ἑπομένως καὶ δὲν νυμφεύονται· ἂν δὲ καὶ νυμφευθῶσι, τὰς συζύγους των ἐκλέγουσι μεταξὺ τῶν γυναικῶν ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὰ ἴχνη φαίνονται εἰς τὴν παραγωγὴν αὐτῶν· διὸ καὶ παρετηρήθη εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅτι καὶ ὁ πληθυσμὸς ἠλαττώθη καὶ τὸ ἀνάστημα. Οἱ ἐνασχοληθέντες εἰς αὐτὰ ἔλαβον ἀφορμὰς νὰ τὰ ἴδωσιν, ἐνῷ εἰς πολλὰ ἄλλα κράτη δὲν συμβαίνει τοῦτο· καὶ ἅπαντες ἀποδίδουν τοῦτο εἰς τὸν σχηματισμὸν μεγάλου μονίμου στρατοῦ. Λοιπὸν τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ὄχι μόνον δὲν ἐκπληροῖ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιζητοῦμεν, τῆς ἐκγυμνάσεως τουτέστι τῶν πολλῶν, ἀλλὰ φέρει ὅλας αὐτὰς τὰς κακὰς συνεπείας. Ἔρχομαι εἰς τὸ βʹ. ζήτημα· τὴν μόρφωσιν τῶν βαθμοφόρων. Εἰς τοὺς εὐρωπαϊκοὺς στρατοὺς ὑπολογίζουν τὴν σχέσιν τῶν βαθμοφόρων πρὸς τοὺς στρατιώτας, τῶν μὲν ἀξιωματικῶν πρὸς 4 μέχρι 5%, τῶν δὲ ὑπαξιωματικῶν πρὸς 10 μέχρι 12%, τουτέστιν, ἐὰν ἔχωμεν 100 χιλιάδας στρατοῦ, θὰ ἔχωμεν 4 ἕως 5 χιλιάδας ἀξιωματικούς. Ὁ γερμανικὸς στρατὸς ἔχει 4%, οἱ Γάλλοι 5%, ἡμεῖς ἔχομεν πλέον τῶν 5%. Παραδέχομαι τὸν ἐλάχιστον ὅρον, ὁ ὁποῖος εἶναι τὸ 4 διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ 10 διὰ τοὺς ὑπαξιωματικούς, ἔχομεν 14,000 βαθμοφόρους εἰς 100,000 στρατόν· θὰ ἔχητε λοιπὸν ἐν ὥρᾳ πολέμου τοὺς ἀναγκαίους βαθμοφόρους διὰ διπλάσιον τοῦ ἐν εἰρήνῃ στρατοῦ, διότι τότε θὰ προσκληθῇ καὶ ἡ ἐφεδρεία, ἀφαιρουμένων ὅμως τῶν ἀποβιωσάντων ἢ ἄλλως ἐκλειψάντων, ἤτοι 30,000 ἄνδρας· ὑποθέτω ὅμως ὅτι δύνασθε νὰ λάβετε ἀπὸ τὸν ὑπάρχοντα στρατὸν ἕν ποσὸν βαθμοφόρων πρὸς σχηματισμὸν νέων 10 ταγμάτων· περισσοτέρους τούτων δὲν δύνασθε νὰ λάβητε, διότι τότε ἐξασθενεῖτε τὴν δύναμιν καὶ τῶν δύο μερῶν, καὶ θέλετε ἔχει 40,000 στρατόν· τί δὲ σᾶς μένει; σᾶς μένει τότε διὰ τὸν σχηματισμὸν τῶν ἀπολειπομένων 60,000 ἀνδρῶν; Οὔτε εἷς βαθμοφόρος. Ἄρα, κύριοι, οὔτε κατὰ τοῦτο ὁ προτεινόμενος νόμος καὶ ὁ ὑπάρχων προϋπολογισμὸς δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν. Εἰς τὰ ξένα κράτη, τὰ μὲν μεγάλα δαπανοῦν ἀπὸ τὸ ¼–⅕ τοῦ προϋπολογισμοῦ των εἰς τὰς δαπάνας τοῦ στρατοῦ, τὰ δὲ μικρὰ ἀπὸ τὸ ⅐–⅛ ἡμεῖς ὅμως δαπανῶμεν, κύριοι, περισσότερον ἀπὸ τὰ μεγάλα κράτη, διότι ὁ προϋπολογισμός μας εἶναι 40 καὶ ἡμεῖς ἐλογαριάσαμεν 12, ὅπερ εἶναι πολὺ περισσότερον ἀπὸ τὸ ¼. Εἶναι ἀδύνατον δὲ νὰ δαπανήσωμεν περισσότερον τῶν 40. Λοιπὸν κατ’ οὐδένα λόγον δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν καὶ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸν σκοπὸν, ὃν ἐπιζητοῦμεν διὰ τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου· ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι εἶναι αὐτὰ μόνα, τὰ ὁποῖα συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς προτάσεώς μου; ἀκούσατε καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἔρχομαι νὰ σᾶς εἴπω. Ἀλλὰ ἂς ἐπιμείνω ὀλίγον ἀκόμη εἰς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα· κατὰ τὸ περὶ στρατολογίας νομοσχέδιον ἀναφέρεται νέος στρατιωτικὸς ὀργανισμὸς, καὶ βεβαίως πρέπει νὰ ἔλθῃ τοιοῦτος, ἂν σπουδαίως θέλωμεν νὰ ἐργασθῶμεν. Διατελέσας μέλος τῆς στρατιωτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐνθυμοῦμαι τὰ πράγματα, ἅτινα περιελάβομεν εἰς τὸν ὀργανισμὸν αὐτὸν, πράγματα τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν ἀπὸ τοὺς εὐρωπαϊκοὺς στρατοὺς, καὶ πρὸ πάντων ἀπὸ τὸν γαλλικόν· ἀφήσαμεν ὅμως καὶ πολλά, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις ἡμῶν. Οὗτος φέρει διοικήσεις σωμάτων, δηλαδὴ στρατηγεῖα καὶ ἐπιτελεῖα, ἔχει ἐπιμελητήρια, ἔχει ὀργανισμὸν ἐθνοφρουρᾶς καὶ ἀσκήσεις· θὰ χρειασθῆτε ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικούς, ἔχει σχολεῖα ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν. Ἄν θέλετε νὰ μορφώσητε τὸν στρατὸν, πρέπει νὰ ἔχητε καὶ τὰ κατάλληλα μέσα· ἔχει δὲ ἵππους δι’ ὅλους τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ἐπιτελείου καὶ ἅπαντας τοὺς ἐφίππους. Καὶ ἠξεύρετε, κύριοι, τί κάμνει ὁ Μόλτκε; ἀπαιτεῖ ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ἐπιτελείου ὄχι μόνον νὰ γνωρίζουν θεωρητικῶς τὰ πολλὰ καὶ μεγάλα καθήκοντα αὐτῶν, ἀλλὰ νὰ ἦναι καὶ οἱ κάλλιστοι τῶν ἱππέων, διότι αὐτοὶ εἶναι ἠναγκασμένοι, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των, νὰ διατρέχωσιν ἐν ὥρᾳ τῆς μάχης τὰ πεδία αὐτῆς, νὰ πηδῶσι χάνδακας, νὰ ὑπερπηδῶσι τοίχους, ἢ ἄλλα ἐμπόδια, τὰ ὁποῖα τυχὸν ἤθελον ἀπαντήσει, καὶ πρέπει ἑπομένως νὰ ἦναι λίαν ἐξησκημένοι· σεῖς δὲ πῶς θὰ ἔχητε τοιούτους ἀξιωματικούς, ἐὰν δὲν τοὺς δώσετε ἵππους ἐν εἰρήνῃ νὰ ἱππεύωσι καθημερινῶς, ἔστω καὶ νὰ διασκεδάζουν; πῶς ἄλλως θὰ συνειθίσουν, ἐὰν δὲν προετοιμασθῶσιν ἐν ὥρᾳ εἰρήνης; ἀλλ’ ὅλαι αἱ δαπάναι αὗται δὲν προβλέπονται ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ πρέπει νὰ τὰς συμπεριλάβωμεν, πιστεύω δὲ ὅτι πρέπει νὰ θέσωμεν 2,000,000 ἀκόμη· λοιπὸν ἔχομεν 13 καὶ 2, 15. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἓν ἄλλο, διότι πρέπει νὰ βλέπωμεν τὰ πράγματα καθὼς εἶναι εἰς τὴν πραγματικότητά των καὶ ὄχι νὰ βαδίζωμεν μὲ ἰδέας πεπλανημένας. Ἔχετε φρούρια; Οὐδὲ ἕν. Πώποτε δὲ κατὰ τὸ διάστημα τῶν 50 ἐτῶν ἐνησχολήθημεν εἰς φρούρησιν τοῦ τόπου, τὸ ὁποῖον ἤθελε χρησιμεύσει καὶ εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν ἀξιωματικῶν μας· πῶς θέλετε νὰ ἦναι ἀληθεῖς ἀξιωματικοὶ τοῦ μηχανικοῦ, ὅταν ποτὲ δὲν ἀνήγειραν ἓν τεῖχος, ἕνα προμαχῶνα; Ἀλλὰ θέλετε καὶ ὁπλισμὸν τῶν φρουρίων· καὶ ἠξεύρετε τί κοστίζει ἓν κανόνι μετὰ τοῦ κιλλίβαντος καὶ λοιπῶν; 15,000–300,000, καὶ τὸ βλῆμα ἀπὸ 15 δραχ. μέχρι 500, ἴσως καὶ περισσότερον· ἀλλὰ κατὰ μέσον ὅρον πρέπει νὰ πληρώσητε 100 δραχ. δι’ ἕκαστον βλῆμα. Λοιπὸν ἐδαπανήσατε 15, θέλετε καὶ 1,000,000 κατ’ ἔτος, καὶ κατ’ ἐλάχιστον, ἤτοι 500,000 δι’ ἀνέγερσιν φρουρίων καὶ 500,000 δι’ ὁπλισμὸν ἀκόμη, γίνονται 16,000,000, ἄφησα δὲ ἀποθήκας, στρατῶνας καὶ ἄλλα. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ πράγματα, ὅτι ταῦτα εἶναι πολὺ διαφορετικὰ ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα γράφομεν εἰς τὸ χαρτί. Ἀλλὰ, κύριοι, πρέπει νὰ δώσω καὶ μίαν λύσιν· κατὰ τὴν ἰδικήν μου κρίσιν, ἡ λύσις δὲν εἶναι ἄλλη ἢ νὰ κάμωμεν μόνιμον στρατὸν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον· ἐγὼ, ἐὰν ἤμην κύριος νὰ ὀργανίσω τὸν στρατὸν, ἤθελον κάμει μόνον 6,000, ὅλα δὲ τὰ λοιπὰ νὰ τὰ μεταφέρω εἰς τὴν γενικὴν, ἐκγύμνασιν καὶ ὅπλισιν τοῦ Κράτους· πῶς δὲ θὰ ἐκγυμνάσωμεν τοὺς πολλοὺς, πῶς θὰ μορφώσωμεν βαθμοφόρους; Δὲν βλέπω ἄλλο ἢ νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν εἰς τὸν βίον καὶ τὰ ἤθη ἡμῶν· τοῦτο δὲ κατορθοῦται διὰ τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῆς εἰς τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν ἐκ τῆς μικρᾶς ἡλικίας, καὶ ὡς γίνεται δι’ αὐτὴν, ἤτοι ἀρχομένη ἐκ μικρῶν καὶ τῶν στοιχειωδῶν καὶ βαίνουσα βαθμιαίως μέχρι τοῦ ἀνωτάτου μέρους τῆς ἐκπαιδεύσεως. Βεβαίως ταῦτα δὲν θὰ κατορθώσωμεν εἰς ἓν ἢ δύω ἔτη, ἀλλὰ θὰ ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι μετὰ διάστημα χρόνου 10, 15 ἢ 20 ἐτῶν θὰ ἔχωμεν τελειωμένον τὸν ὀργανισμόν, ἀλλὰ θὰ φθάσωμεν εἰς ἕν τέλος, ἐνῷ, ὡς νῦν βαίνομεν, δὲν θὰ φθάσωμεν ποτέ. Ἐκεῖ, εἰς τὴν παιδικὴν ἡλικίαν, καθ’ ἣν οἱ παῖδες δὲν ἐπασχολοῦνται εἰς ἐργασίας καὶ καθ’ ἣν μανθάνουν εὐκολώτερα καὶ ἀρέσκονται μάλιστα εἰς τοιοῦτον εἶδος μαθήσεως, ἐκεῖ πρέπει νὰ ζητήσωμεν τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, κύριοι, θὰ ἐπέλθουν καὶ πολλὰ ἄλλα ὠφελήματα πολὺ μεγάλα· καὶ πρῶτον θέλομεν ἐλευθερώσει τὸν στρατὸν ἀπὸ τὴν τιμωρίαν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν εἷς συγγραφεὺς ὀνομάζει τὸν πίθον τῶν Δαναΐδων, τῆς κατ’ ἔτος ἐπαναλήψεως τουτέστι τῆς προγυμνάσεως τῶν νεοσυλλέκτων. Καὶ τῷ ὄντι τοιαύτη εἶναι, διότι εἰς οὐδὲν ἄλλο ἐπασχολοῦνται οἱ βαθμοφόροι ἢ εἰς τὴν ἄχαριν ταύτην ἐργασίαν, ἐμποδιζόμενοι νὰ ἐνασχοληθῶσιν εἰς τὴν κυρίως ἐκπαίδευσιν αὐτῶν. Διὰ τοῦ προτεινομένου δὲ ὑπ’ ἐμοῦ συστήματος παύει τὸ κακὸν τοῦτο, ἐπειδὴ θὰ εἰσέρχωνται οἱ νέοι ἀρκούντως προητοιμασμένοι, ὥστε νὰ μὴ ἀπαιτῆται εἰμὴ ἐλάχιστος χρόνος πρὸς τελειοποίησιν αὐτῶν. Μὴ νομίζετε δὲ, κύριοι, ὅτι ἀπαιτοῦνται μεγάλα πράγματα, διότι σᾶς εἶπον, ὅτι τοῦτο θὰ γίνῃ βαθμιαίως, ὡς καὶ ἡ λοιπὴ μάθησις, καὶ κατ’ ὀλίγον· μία ὥρα καθ’ ἑβδομάδα θεωρητικῶς καὶ μία ἕως μία καὶ ἡμίσεια πρακτικῶς θέλει ἀρκέσει, εἰς δὲ τὸ Πανεπιστήμιον θέλει διδάσκεσθαι ἡ ἀνωτέρα στρατιωτικὴ τέχνη. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ ἐν αὐτῷ διδασκαλία διαρκεῖ ἐπὶ 5 μῆνας, θέλουν δίδεσθαι 20 μαθήματα θεωρητικὰ, καὶ ταῦτα ἀρκοῦσι, διότι δὲν πρόκειται ἢ νὰ λάβωσι χροιάν τινα, καὶ ὕστερον ἢ ἐρχόμενοι εἰς τὸν στρατὸν τελειοποιοῦνται εὐκόλως, ἢ καὶ μόνοι των οἱ λαμβάνοντες ἄφεσιν διὰ τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς μαθήσεως δύνανται, ἀνοίγοντες ἕνα συγγραφέα, νὰ μελετήσουν καὶ ἐννοήσωσιν αὐτόν· ἐὰν δὲ ἐπέλθῃ εἷς πόλεμος, δύνασθε νὰ καταφύγητε εἰς αὐτοὺς καὶ νὰ ἔχητε ἑτοίμους ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικούς, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν θὰ χρειασθῶσι παρὰ εἷς μόνον μὴν, διὰ νὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ παραταχθῶσιν. Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἐπασχολήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς ἀλλότρια τοῦ σκοποῦ του ἔργα ἢ μάταια ὅλως, σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ὁ στρατιωτικὸς ἀκόλουθος τῆς Ῥωσίας εἰς τὸ Βερολῖνον, διὰ νὰ ἴδητε πόσην προσοχὴν δίδουν οἱ Εὐρωπαῖοι, καὶ ἰδίως οἱ Γερμανοὶ, ὅπως μὴ ἐπασχολοῦν τὴν ὥραν τοῦ στρατιώτου ἢ μόνον εἰς τὸ ἔργον του, ἐνῷ ἐδῶ εἴτε διὰ συνοδείας, εἴτε δι’ ὑποδοχὴν ξένου τινὸς ἐπισήμου, εἴτε διὰ τὴν κηδείαν τινὸς φέροντος ἓν παράσημον, καὶ φέρουν ἅπαντες, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ἀμέσως τίθεται ὁ στρατὸς εἰς κίνησιν. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ ἀκόλουθος αὐτός· ὑπάρχουν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Γερμανίας 16 φυλακαὶ, ἐκ τῶν ὁποίων δύο διοικοῦνται ἀπὸ ἀξιωματικούς, δύο ἀπὸ ὑπαξιωματικοὺς καὶ τρεῖς ἀπὸ ὑποδεκανεῖς· ἡμεῖς ἔχομεν περισσοτέρους ἀφ’ ὅ,τι ἔχει τὸ Βερολῖνον· ὁ στρατιώτης ἐν καιρῷ μὲν χειμῶνος ὑπηρετεῖ ὡς φρουρὸς μίαν φορὰν τὴν ἑβδομάδα, τὸ δὲ θέρος ἀπὸ 15 ἕως 20 ἡμέρας, διότι τὸ θέρος ὅλον ἀσχολοῦνται εἰς τὰς στρατιωτικὰς ἐργασίας, ὁ δὲ ὑπαξιωματικὸς δὲν ἐπασχολεῖται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς φρουρᾶς ἢ ἅπαξ κατὰ δεκαημερίαν τὸν χειμῶνα καὶ ἅπαξ κατὰ 20–25 ἡμέρας τὸ θέρος· τότε ἐννοῶ πῶς μανθάνουν τὸ ἐπάγγελμά των. Ἀκούσατε ὅμως καὶ ἄλλο τι μᾶλλον ἄξιον παρατηρήσεως. «Εἶναι πολὺ ἐνδιαφέρον, λέγει ὁ στρατιωτικὸς ἀκόλουθος, νὰ παρατηρήσῃ τις, πόσον εἶναι περιωρισμένος ὁ ἀριθμὸς τῶν φυλάκων τῆς τιμῆς. Εἰς τὰ αὐτοκρατορικὰ ἀνάκτορα, ὅπου ἔχει τὴν διαρκῆ κατοικίαν του ὁ αὐτοκράτωρ, δὲν φυλάττουν ἢ μόνον δύο σκοποὶ εἰς τὴν ἐξωτερικὴν θύραν, καὶ δὲν βλέπει τις ἀπολύτως οὐδένα ἄλλον οὔτε ἐσωτερικῶς οὔτε ἐξωτερικῶς. Εἶναι πρόδηλον, ὅτι διὰ τῆς ἐνδελεχοῦς προσοχῆς ὅλων νὰ ἀφαιρέσωσιν ὅσον δυνατὸν ὀλιγωτέρους ἄνδρας τῶν ἀσκήσεων, δὲν δύναταί τις ἢ νὰ τύχῃ ἀξιόλογα ἀποτελέσματα.» Μεταβαίνω εἰς ἄλλο κακὸν, ἐξ οὗ θέλομεν ἀπαλλαγῆ διὰ τῆς διετοῦς θητείας ἢ μᾶλλον ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας, καὶ τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Κατ’ αὐτὸ ἡ κλήρωσις θεωρεῖται ἀναγκαία, διότι οἱ στρατολογούμενοι ἄνδρες εἰσὶ περισσότεροι τοῦ ὡς ἀναγκαίου θεωρουμένου καὶ τοῦ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἑπομένως φερομένου. Ἀλλὰ διὰ τῆς διετοῦς θητείας δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς κληρώσεως, διότι οἱ 12 ἢ καὶ 14 χιλιάδες, αἱ διὰ τῆς ἐτησίας στρατολογίας χορηγούμεναι, εἶναι ἀκριβῶς ὅσαι μᾶς ἀναγκαιοῦσιν. Ἐὰν δὲ καὶ τυχὸν ὁ προϋπολογισμὸς φέρῃ ὀλιγωτέρους, δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἀδείας κατὰ σειρὰν εἰς τοὺς ζητήσαντας, ἢ ἐν ἀνάγκῃ εἰς τοὺς πεμπομένους. Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ ἂν ἐξετάσητε τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος, ὡς πρὸς τὸ δίκαιον τουτέστι, δὲν ὑπάρχει ἀτυχέστερον καὶ ἀδικώτερον πρᾶγμα ἀπὸ τὴν κλήρωσιν. Ἐννοῶ τὴν κλήρωσιν, ὅταν ἐργαζώμεθα δύο ἄνθρωποι ὁμοῦ, ἐκ δὲ τῆς ἐργασίας ἡμῶν ἀπεκτήσαμεν περιουσίαν καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὴν μοιράσωμεν. Βεβαίως, ἐὰν ἡ περιουσία αὐτὴ σύγκειται ἐκ χρυσοῦ, εἶναι εὔκολος ἡ διανομὴ, ἀλλ’ ἐὰν αὕτη ἀποτελῆται ἀπὸ ἀγροὺς, ἀμπέλους κτλ. τότε θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ῥίψωμεν τοὺς κλήρους. Ἀλλὰ νὰ παραδεχθῶ τὸν κλῆρον, διὰ νὰ λάβῃ ὁ εἷς ὅλα τὰ βάρη καὶ ὁ ἄλλος ν’ ἀδικηθῇ, νομίζω, ὅτι τούτου ἀδικώτερον πρᾶγμα δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς εἰσήχθη αὐτὸ τὸ σύστημα, ἀλλὰ βεβαίως ἔχει τὴν ἀρχήν του ἀπὸ τοῦ φεουδαλισμοῦ, ὅτε οἱ ἄνθρωποι ἦσαν δοῦλοι. Κύριοι, κατὰ τὴν ἰδέαν μου θέλομεν ἔχει 12 ἕως 14 χιλιάδας μόνιμον στρατὸν, ὅστις, κατ’ ἐμὲ, εἶναι πλέον παρὰ ὁ πρέπων διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους. Τὴν ὑποταγὴν εἰς τοὺς νόμους καὶ τὴν δύναμιν τῆς Ἑλλάδος ζητήσατε οὐχὶ εἰς τὴν σύνταξιν νόμων, δι’ ὧν νὰ ἐξαναγκάσωμεν τοὺς πολίτας εἰς τὴν ὑποταγὴν ἄλλων νόμων, οὐδ’ εἰς τὸν μέγαν στρατὸν ἐν καιρῷ εἰρήνης ἢ εἰς τὴν μακρὰν θητείαν, ἀλλ’ εἰς τὴν δικαιοσύνην ἐκ μέρους τῶν ἀρχόντων καὶ εἰς τὴν νοημοσύνην καὶ τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων. Τελειόνω τὴν ὁμιλίαν μου.
§59ΤΙΝΕΣ. Διετυπώσατε πρότασιν;
§60ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἔχω τροπολογίαν καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἀποφασίσατε.
§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἐὰν ἐπρόκειτο ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Κορωναῖον, ἐὰν ἐπρόκειτο ν’ ἀκολουθήσω τὴν σειρὰν ὅλην τῶν συλλογισμῶν του, ἤθελον εὑρεθῆ κάπως εἰς λίαν δύσκολον θέσιν, διότι οὔτε τὴν ἱκανότητα οὔτε τὴν εἰδικότητα, ἣν αὐτὸς κέκτηται, ἔχω, ἑπομένως ἤθελον δυσκολευθῆ ν’ ἀναβῶ τὸ βῆμα καὶ τολμήσει νὰ ἔμβω εἰς τοιαύτην συζήτησιν. Ἀλλ’ εὐτυχῶς, κύριοι, δι’ ἐμὲ ὅλα τὰ ζητήματα, περὶ ὧν ἐπραγματεύθη, δὲν ἀφοροῦν εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα. Τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐπραγματεύθη, εἶναι κατ’ ἐμὲ ὅλως ξένα τοῦ ζητήματος περὶ οὗ πρόκειται, διότι ταῦτα σχέσιν ἔχουσιν εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ καὶ εἰς τὴν διοίκησιν αὐτοῦ. Τώρα βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ λύσωμεν τὰ ζητήματα ταῦτα διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἤτοι ἐὰν οἱ ἀξιωματικοὶ θὰ ἔχουν ἵππους, ἐὰν θὰ δύνανται οἱ......
§62ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ῥητῶς, ὅτι ζητῶ διετῆ θητείαν καὶ νὰ λείψῃ ἡ κλήρωσις· αὐτὰ, ἐὰν τὰ εἶπον, δὲν τὰ εἶπον...
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι περὶ αὐτῶν δὲν θὰ ὁμιλήσω, διότι δὲν εἶναι τῆς σήμερον ἀντικείμενον.
§64ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἐγὼ εἶπον δύο ἔτη νὰ ἦναι ἡ θητεία καὶ νὰ λείψῃ ἡ κλήρωσις.
§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοῦ κακοφαίνεται, κ. Κορωναῖε, πολὺ βιάζεσθε, ἐνῶ ἡμεῖς εἴμεθα γέροντες καὶ δὲν πρέπει νὰ σπεύδωμεν. Λοιπὸν, κ. Κορωναῖε, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπαναλάβω, οὔτε νὰ ἐξηγήσω, οὔτε νὰ συζητήσω τὰς ἰδέας σας· διότι δὲν ἔχω τὴν ἱκανότητα καὶ διότι δὲν εἶναι καὶ τοῦ παρόντος. Τοῦ παρόντος εἶναι νὰ συζητηθῇ καὶ ἀποφασισθῇ ὁ χρόνος τῆς θητείας. Πρόκειται, κύριοι, νὰ κανονισθῇ ἂν δι’ ὅλους τοὺς νεοσυλλέκτους ἡ θητεία θέλῃ εἶσθαι διετὴς, ναὶ ἢ ὄχι; Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα ἄλλοτε ἦλθεν ἐδὼ καὶ πολεμηθὲν ἰσχυρῶς ἔπεσε, διότι τὴν διετῆ θητείαν τὸ Ἔθνος καὶ ἡ Βουλὴ τὴν ἐθεώρησαν ὡς βάρος δυσβάστακτον καὶ ὡς προσβάλλον τὰ συμφέροντα καὶ τῆς οἰκογενείας καὶ τῆς κοινωνίας, καὶ πρὸ πάντων τῆς οἰκογενείας· ἔχει ἀνάγκην ἡ οἰκογένεια ἰδίως τὰ τέκνα αὐτῆς νὰ μὴ λείπουν ἀπὸ τὰς ἑστίας των ἐπὶ πολὺν χρόνον, νὰ μὴ στερηθῇ τῆς συνδρομῆς των δύω ἔτη. Ἐπεμείνατε τὸ βάρος νὰ ἐλαττωθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον, ἡ ἀφαίρεσις τῶν ἐργατικῶν χειρῶν ἀπὸ τὴν κοινωνίαν εἶναι ζημία σπουδαία· διὰ τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν ἐσυζητήθη καὶ ὑπεστηρίχθη, ὅτι ἡ μεγάλη θητεία εἶναι ἐπιβλαβὴς, ἑπομένως ἐζητήθη νὰ μὴ ἐπιβληθῇ εἰς ὅλην τὴν ἡλικίαν, ἡ ὁποία προσκαλεῖται νὰ γυμνασθῇ· διότι ὅλη ἡ ἡλικία πρέπει νὰ προσέλθῃ εἰς τὰς τάξεις, ἀλλ’ ἓν μέρος νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὁ πυρὴν τοῦ μέλλοντος μεγάλου στρατοῦ· ἕνεκα τούτου πρέπει αὐτὸς νὰ ἦναι καλλίτερος καὶ περισσότερον ἐξησκημένος, ἐνῷ τὸ ἄλλο μέρος νὰ γυμνασθῇ ἁπλῶς, καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ προσκληθῇ ἵνα συναπαρτίσῃ ἓν σῶμα. Κύριοι, δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μόνον ὁ καλός στρατὸς ἀρκεῖ, ἀπαιτεῖται νὰ ἦναι καὶ καλὸς καὶ πολύς. Βεβαίως ὁ στρατὸς πρέπει νὰ διοργανωθῇ, νὰ ἦναι καλός· ἀλλὰ πῶς θέλετε στρατὸς ἐκ δέκα χιλιάδων νὰ ἰσοδυναμῇ πρὸς στρατὸν τριάκοντα χιλιάδων ἢ καὶ τεσσαράκοντα; Στρατὸς ἐκ δέκα χιλιάδων δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀποτελέσῃ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀποτελέσῃ στρατὸς ἐκ τριάκοντα ἕξ ἢ τεσσαράκοντα χιλιάδων, ἔστω καὶ κατὰ τοὺς ἡμίσεις καλῶς γεγυμνασμένων.
§66ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Δὲν εἶπα ἐγὼ τοιαῦτα.
§67ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἐκφράζω τὰς ἰδέας μου.
§68ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Λέγετε τριάκοντα ἕξ χιλιάδες καί.....
§69ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἐξηγῶ τὸ σύστημά μου· δὲν μὲ μέλει τί εἴπατε σεῖς.
§70ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Διότι δὲν ἔχετε λόγους νὰ τὸ ἀντικρούσητε.
§71ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ νὰ συμβιβάσωμεν τὰς δύο περιστάσεις, τὴν ἀνάγκην τοῦ καλοῦ καὶ μεγάλου στρατοῦ μὲ τὴν ἀνάγκην τῆς κοινωνίας, παραδεχόμεθα τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖο βλέπετε εἰς τὸν νόμον. Ἓν μέρος τῆς ἡλικίας τῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ θὰ μείνῃ εἰς τὸν στρατὸν μὲ περισσοτέραν θητείαν· τὸ ἕτερον θέλει γυμνασθῆ ἐπὶ ἕξ μῆνας, ἵνα ἐν καιρῷ ἀνάγκης καλῆται νὰ ἐκπληρῇ τὸ καθῆκόν του. Κύριοι, ἐν πεποιθήσει νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ σύστημα εἶναι τὸ καλλίτερον καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀποδεχθῆτε, ὡς ἄλλοι καλλίτεροι ἡμῶν αὐτὸ παρεδέχθησαν. Εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅπου τὸ ζήτημα τῆς θητείας πολὺ ἐσυζητήθη καὶ ὅπου ὑπὲρ τοῦ ζητήματος τῆς πολυχρονίου θητείας ὁ Θιὲρς, ὁ μέγας ἐκεῖνος ἀνὴρ τῆς Γαλλίας, εἶπεν «ἐὰν δὲν δεχθῆτε τὴν θητείαν τόσων ἐτῶν, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἀναγκαίαν, παραιτοῦμαι·» εἰς τὴν Γαλλίαν κύριοι, δὲν παρεδέχθησαν θητείαν μίαν· διῄρεσαν αὐτὴν εἰς θητείαν πολλῶν ἐτῶν καὶ μικροτέραν. Διατί; διότι κύριοι, δὲν εἰμπορεῖ νὰ μεταβληθῇ ἡ χώρα εἰς στρατόπεδον διαρκές.
§72ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Καὶ ἐγὼ τὸ αὐτὸ εἶπον· ἕξ χιλιάδες τὸν ἕνα χρόνον καὶ ἕξ χιλιάδες τὸν ἄλλον.
§73ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει προτιμήσει τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς τὸ λογικώτερον καὶ τὸ πλέον ἀναγκαῖον. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις ἡ στρατιωτικὴ πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἐκ παιδικῆς ἡλικίας, εἶμαι συμφωνότατος, καὶ ὑπεστήριξα τοῦτο καὶ διεκωμῳδήθην μάλιστα δι’ αὐτὸ· πολλὰ εἶπον ἐναντίον μου, εἶπον, ὅτι ἤθελον νὰ παρατάξω παιδία μὲ ὅπλα ἐκ καλάμων, καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἀλλὰ, κύριοι, νομίζω τῷ ὄντι, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον τοῦτο· ἡ νεολαία γυμναζομένη καὶ διδασκομένη εἰς τὰ σχολεῖα, ὅταν φθάσῃ εἰς ἡλικίαν καὶ καταταχθῇ εἰς τὸν στρατὸν, δύναται ἀμέσως νὰ χρησιμεύσῃ καὶ νὰ πληρώσῃ τὰ κενὰ τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ τῶν ἀξιωματικῶν. Ἰδοὺ, κύριοι, διατὶ καὶ ἐγὼ φρονῶ ὠφελιμωτάτην τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν νέων, καὶ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου διὰ τοῦτο εἶναι λογικόν· ὅταν ἔρχεται νέος τις εἰς τὸν στρατὸν, προηγυμένως ἐκγεγυμνασμένος, εἶναι περιττὸν νὰ τὸν κρατήσητε ἐπὶ πολὺν χρόνον. Κύριοι, διὰ νὰ μὴ σᾶς ἐπασχολῶ ἐπὶ πολὺ καὶ νὰ μὴ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον ἄλλοτε, προσθέτω, ὁ στρατὸς ὁ καλὸς δὲν εἶναι ἐκεῖνος μόνον ὁ ὁποῖος γνωρίζει νὰ ἐκτελῇ μόνον τὰ γυμνάσια. Τὸ πρῶτον γνώρισμα τοῦ καλοῦ στρατοῦ εἶναι ἡ ἕξις πρὸς τὴν πειθαρχίαν, ἡ ἕξις νὰ σέβηται τοὺς νόμους, ἡ ἕξις νὰ θεωρῇ πολυτιμοτέραν τὴν διατήρησιν τῆς σημαίας παρὰ τὴν τῆς ζωῆς, ἡ ἀνάπτυξις τοῦ στρατιωτικοῦ πνεύματος. Ἰδοὺ, κύριοι, διατὶ ἐζητήσαμεν καὶ ἡμεῖς καὶ ἐπιμένομεν, ὥστε ἡ θητεία εἰς 2½ ἔτη νὰ ὁρισθῇ· ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως τὴν ἐλάττωσεν εἰς δύο ἔτη. Λοιπὸν, κύριοι, τελειόνων νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς περιστάσεις καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου καὶ τὴν κατάστασιν τῆς χώρας· φρονῶ δὲ, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θέλει παραδεχθῆ αὐτὸ τὸ σύστημα καὶ θέλει τὸ δεχθῆ ὅπως ἔχει. Βεβαίως, ἐὰν δεχθῇ τὸ σύστημα τοῦ κ. Κορωναίου, πρέπει νὰ καταργήσῃ ἀπὸ τοῦδε τὸ σύστημα τῆς κληρώσεως. (Διάλογος μεταξὺ Κουμουνδούρου καὶ Κορωναίου.)
§74ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 40, τὸ ὁποῖον ἔγεινε 41, τὸ ἄρθρον 41 τὸ ὁποῖον ἔγεινε 42, τὸ ἄρθρον 42 τὸ ὁποῖον ἔγεινε 43, αὐτὰ δὲν ἔχουσι καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν κλήρωσιν· ἑπομένως προβαίνομεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται παραδεκτὰ τὰ ἄρθρα 40, ὅπερ ἔγεινε 41, καὶ 41, ὅπερ ἔγεινε 42.)
§76ΦΛΩΡΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἐπαρχιακὸν κατάστημα, τί πρέπει νὰ γείνῃ;
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ προσθέσωμεν «καὶ ἐν ἐλλείψει, ἐν τῷ δημοτικῷ καταστήματι.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§78ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη. Τώρα, διὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον; πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς θητείας.
§80ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅσοι παραδεχθῆτε τὸ ζήτημα τῆς διετοῦς θητείας, θὰ καταψηφίσητε τὸ ζήτημα τῆς κληρώσεως.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἦναι διετὴς ἡ θητεία, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ κλήρωσις. Διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀπαιτεῖται πάντοτε ἡ κλήρωσις, κ. Κορωναῖε, ἐπειδὴ δὲν θὰ ὑπάγουν ὅλοι εἰς τὸ αὐτὸ ὅπλον.
§82ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Κατὰ τὴν σωματικὴν ἱκανότητα.
§83ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ἀποφύγητε τὴν κλήρωσιν. Ἡ στρατεύσιμος ἡλικία ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι εἶναι 200,000. Καὶ χρήματα; Δὲν ἔχεις χρήματα, δὲν στρατολογεῖς. Τί δαιμόνιον μᾶς ἔχει κυριεύσει, ὅτι πρέπει νὰ κάμωμεν καὶ τὰ ξύλα στρατιώτας; καὶ αὐτὸ τὸ δαιμόνιον δὲν τὸ ἔχουν οἱ Ἀμερικανοὶ, δὲν τὸ ἔχουν οἱ Ἄγγλοι, οὔτε οἱ Γερμανοί. Θέλετε νὰ μάθωμεν ὅλοι τὴν χρῆσιν τοῦ ὅπλου; ἂς μιμηθῶμεν τοὺς Ἑλβετοὺς, οἱ ὁποῖοι εἰς τὰ χωρία των ἐκπαιδεύονται στρατιῶται. Καὶ ὁ Ἕλλην αὐτὸ ἀποστρέφεται, ὅτι τὸν παίρνεις ἀπὸ τὴν Κέρκυραν καὶ τὸν στέλλεις εἰς τὸ Ἀγρίνιον· εἰς τὸν τόπον του ἐκπαιδεύεται ὁ Ἕλλην προθύμως. Ὁ ἀξιότιμος στρατηγὸς θέλει καὶ φρούρια, καὶ νὰ ἐξοδεύωμεν 500,000 κατ’ ἔτος διὰ φρούρια. Στρατηγέ μου, ἠξεύρεις καλλίτερον ἀπὸ ἐμὲ, ὅτι καὶ μὲ 10,000,000 κατ’ ἔτο, φρούρια δὲν κάμνεις, διότι τὰ φρούρια εἶναι θωρακωτὰ καὶ πολυδάπανα.
§84ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Πρέπει νὰ κάμωμεν ὅμως κἄτι τι· εἰς 10 ἔτη εἶναι 5,000,000.
§85ΜΕΤΑΞΑΣ. Αὐτὰ τὰ χρήματα νὰ ἐξοδεύωνται πρὸς ἐκπαίδευσιν ἀξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ.
§86ΖΩΧΙΟΣ. Νὰ ἐξοδεύῃ ἡ Ἑλλὰς 1,000,000 κατ’ ἔτος διὰ νὰ μάθουν νὰ βάλουν μίαν πέτραν ἐπάνω εἰς τὴν ἄλλην. Μὲ 5,000,000, ἀξιότιμε στρατηγὲ, οὔτε τὴν Αἴγιναν δὲν ἐξοπλίζεις. Ἂς μιμηθῶμεν λοιπὸν τοὺς Ἑλβετοὺς, τῶν ὁποίων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐξοδεύει μόνον 100,000 κατ’ ἔτος.
§87ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Εἶσθε εἰς ἀπάτην· ἐξοδεύει 50,000,000.
§88ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐξοδεύει 100,000 δραχμῶν· ἕκαστος δὲ εἰς τὸ καντόνι του ἐκπαιδεύεται, εἰς τὴν ἐπαρχίαν του.
§89ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὸ καντόνι δὲν εἶναι ἐπαρχία, εἶναι Κράτος.
§90ΖΩΧΙΟΣ. Εἶναι Κράτη ὅσον εἶναι αἱ ἐπαρχίαι μας. Οἱ Κερκυραῖοι, καὶ ἀναφέρω αὐτοὺς, διότι εἶναι οἱ κουτότεροι ἄνθρωποι οἱ κατοικοῦντες τὴν Ἑλλάδα — ἡ πληθὺς τῶν στρατευσίμων σᾶς τὸ ἔδειξεν — ἦσαν ἐνθουσιασμένοι καὶ ἐσήμαινον ταῖς καμπάναις, καὶ τοὺς ἐπῆραν τοὺς ταλαιπώρους καὶ τοὺς ἔταξαν ἀπέναντι τοῦ παραδείσου, εἰς τὴν ἁγίαν Μαύραν, καὶ ἐφώναζον, Δὲν μᾶς ἀφίνετε εἰς τὴν σπιανάδα μας, νὰ μᾶς ἐκπαιδεύσητε; Δὲν θέλομεν ἡμεῖς ἐκπαίδευσιν στρατιωτικὴν, ἀλλὰ θέλομεν τοὺς ἀνωτέρους· περὶ τούτου πρόκειται, καὶ ὁ ἀξιότιμος στρατηγὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς οἱ ἀξιωματικοὶ σχετικῶς εἴμεθα περισσότεροι τῶν ἄλλων. Οἱ δὲ Γάλλοι τώρα μόλις ἔλυσαν τὸ ζήτημα τῶν ὑπαξιωματικῶν, καὶ τοὺς ἠσφάλισαν μὲ συντάξεις, μὲ ἐργαστήρια καπνοῦ, μὲ αὔξησιν μισθοῦ, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ηὔξησαν τοὺς ὑπαξιωματικοὺς, καὶ μὲ τὴν ἀπόδοσιν αὐστηρᾶς δικαιοσύνης· ἐνῷ ἡμεῖς, ὅταν πρόκηται περὶ προβιβασμοῦ, δίδομεν τοῦ ἑνὸς μίαν ὀπίσω καὶ βάζομεν τὸν ἄλλον ἐμπρὸς, διότι ἔχει προστάτας. Τὴν κλήρωσιν λοιπὸν δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀποφύγητε, διότι ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἴπῃ εἰς τὸν Πρωθυπουργόν: Ἔχεις μεγάλας ἰδέας, θέλεις νὰ ὁπλίσῃς ἄνδρας, γυναῖκας καὶ παιδιὰ, ἀλλὰ θὰ μὲ ἐρωτήσῃς καὶ ἐμένα, ἐὰν ἔχω χρήματα. Ἠμποροῦμεν νὰ παρασκευασθῶμεν καὶ ἡμεῖς, ἀλλὰ νὰ ὀργανισθῶμεν ὅπως εἶναι οἱ Γερμανοὶ ἢ οἱ Γάλλοι, εἶναι ἀδύνατον, διότι μᾶς λείπει τὸ χρῆμα. Πρέπει λοιπὸν νὰ δεχθῆτε τὴν κλήρωσιν, καὶ οὕτω ἀφίνετε καὶ ἐλπίδας εἰς τὸν λαόν. Ἡμεῖς εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἀνάθεμα εἰς τὸν ἕνα ἐξ ἡμῶν, ὁ ὁποῖος λογαριάζει τὸν λαόν. Ἄφες του τουλάχιστον τὴν ἐλπίδα· ἡ ἐλπὶς καταλείπει τελευταία τὸν ἄνθρωπον, καὶ ἀφοῦ τὸν μεταλάβῃ ὁ παππᾶς, καὶ ἐνῷ πρόκειται νὰ ἀποθάνῃ λέγει, ἴσως γλυτώσω. Ἐνδέχεται ὁ κλῆρος νὰ μὲ προστατεύσῃ. Καὶ πιστεύεις, κύριε στρατηγὲ, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λογαριάζει μετὰ 25 ἔτη; οὔτε αὐτὸς λογαριάζει, οὔτε ἡμεῖς. Ἡμεῖς λογαριάζομεν μετὰ 8 ἡμέρας νὰ τὸν φᾶμε, καὶ σὺ λέγεις μετὰ 25 ἔτη; (ἱλαρότης). Κἄτι τι ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω, ἀλλὰ δὲν σᾶς τὸ λέγω, διότι τὸ φυλάττω διὰ τὸ μονοκοῦκι μεθαύριον. Μὲ ὁποιονδήποτε σύστημα, τὴν κλήρωσιν δὲν δύνασθε νὰ ἀποφύγητε· διότι ἐνδέχεται ἓν ἔτος χρήματα νὰ μὴ ὑπάρχουν, καὶ θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ κάμωμεν κλήρωσιν. Ἐκτὸς δὲ τούτου τὸ σύστημα τῆς κληρώσεως περιέχει ἐν ἑαυτῷ τὴν ἐλπίδα καὶ ἀνακουφίζει τοὺς πάντας· θὰ εἴπῃ, ἀνάθεμα τὸν πατέρα τους, ποῦ ἔκαμαν αὐτὸν τὸν νόμον, ἀλλὰ μοῦ ἄφησαν τὴν ἐλπίδα.
§91ΣΟΥΤΣΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὴν κλήρωσιν δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν καὶ ὅτι τοῦτο πηγάζει καὶ ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Γνωρίζετε, ὅτι κατ’ ἔτος ψηφίζεται νόμος, ὁ ὁποῖος προσδιορίζει τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ· πιθανὸν δὲ νὰ ἔχωμεν χρήματα, ἀλλὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνάγκη τόσου στρατοῦ, καὶ τότε θὰ λάβωμεν ὅσους μᾶς ἀναγκαιοῦν, θὰ τοὺς λάβωμεν δὲ διὰ τῆς κληρώσεως. Τώρα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν θητείαν, νομίζω ὅτι δὲν διαφέρομεν μὲ τὸν ἀξιότιμον στρατηγὸν, διότι ἀπαιτεῖ διετῆ θητείαν, ἡμεῖς δὲ τὴν ὠνομάσαμεν τριετῆ, πράγματι δὲν ἔχομεν μόνον διετῆ διὰ τὸ πεζικὸν· ἐὰν δὲ τύχῃ ἔκτακτος ἀνάγκη, ὄχι μόνον ἐκεῖνοι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἔφεδροι θὰ κληθοῦν ὑπὸ τὰ ὅπλα· διὰ τὰ ἄλλα ὅπλα νομίζω, ὅτι τὰ δύω ἔτη δὲν ἀρκοῦν, καὶ δι’ αὐτὰ ἐβάλαμεν τριετῆ ὑπηρεσίαν, μὲ τὸ πλεονέκτημα, μετὰ τὴν λῆξιν νὰ λάβουν μίαν ἀμοιβήν.
§92ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι, χωρὶς νὰ λύσωμεν ἀπὸ τοῦδε τὸ ζήτημα τῆς θητείας, ἠμποροῦμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ἄρθρων περὶ κληρώσεως.
§94ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Μὰ δὲν θέλω τὴν κλήρωσιν’ θὰ συζητήσωμεν. Ἡ Γαλλία κατηνάλωσε δύω ἔτη, διὰ νὰ νομοθετήσῃ αὐτὸν τὸν νόμον, ἡ Σουηδία 8 ἔτη, καὶ ἐσχάτως τέλος ἐπέστρεψεν ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν νόμον, διὰ νὰ τὸν διορθώσῃ, ὅπως αὕτη ἤθελε. Καὶ σεῖς θέλετε εἰς δύο ἡμέρας νὰ τελειώσητε;
§95ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς κληρώσεως· οὐχ ἧττον νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἐξηντλήθη, καὶ πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§97ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἐννοεῖται, αὐτὴ ἡ συζήτησις εἶναι παιδιᾶς χάριν.
§98ΡΩΜΑΙΟΣ. Καὶ διατί;
§99ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Κορωναῖος ἰσχυρίσθη, ὅτι, ἐὰν γείνῃ δεκτὴ ἡ διετὴς θητεία, τότε δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ κλήρωσις· κατ’ ἄλλους, καὶ τότε ἡ κλήρωσις εἶναι ἀναγκαία. Καλὸν εἶναι λοιπὸν νὰ λύσωμεν πρῶτον τὸ ζήτημα τῆς διαρκείας τῆς θητείας, καὶ ἐὰν πέσῃ ἡ διετὴς θητεία, τότε πίπτει καὶ ἡ ἔνστασις περὶ τῆς κληρώσεως.
§100ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Διὰ τοῦτο μάλιστα εἶναι ἀναγκαία ἡ συζήτησις.
§101ΜΙΛΗΣΗΣ. Προφανὲς εἶναι, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον· ἂς ἀναβάλωμεν λοιπὸν εἰς αὔριον. (Ἀναχωροῦσί τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν.)
§102ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§103ΜΙΛΗΣΗΣ. Τότε θὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ ὑποβάλω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν σημερινὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 6 μ. μ.