1878.10.31
832 στίχοι · 6.616 λέξεις · 114 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27
τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1878.
(Τρίτη.)
Ὥρα 2½ μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἀναφορὰ τοῦ Θεμιστοκλέους Οἰκονομοπούλου ἐκ Σπάρτης, ἀναφέροντος, ὅτι ἔλαβε μέρος εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς Κρήτης κατὰ τὸ 1866, ἐπὶ τρία ἔτη, ἔσπευσε δὲ καὶ ἐσχάτως ἐκεῖσε, ὅπου εἰς μάχην τινὰ ἀπώλεσε τὸν δεξιὸν αὑτοῦ ὀφθαλμὸν, καὶ ἔπαθε δεινῶς καὶ κατὰ τὰς σιαγόνας. Διατελῶν δ’ ἐν ἐσχάτῃ ἀπορίᾳ, ζητεῖ μηνιαῖον χορήγημα. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν. Ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν δύο ἐκθέσεις τῆς ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς· ἡ μία ἀναφέρεται εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τῆς διαχειρίσεως τοῦ ταμείου τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν γʹ σύνοδον τῆς Ζʹ περιόδου, ἡ δὲ ἑτέρα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς ἐνεστώσης συνόδου. Διὰ τῆς πρώτης ἐκθέσεως ἡ Ἐπιτροπὴ πρῶτον ἀποφαίνεται παμψηφεὶ, ὅτι ἡ προκειμένη διαχείρισις ἔχει καλῶς, ὡς γενομένη μετὰ πάσης φειδοῦς καὶ ἀκριβείας, καὶ συνίστησιν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παραδοχὴν καὶ ἔγκρισιν τοῦ ἀπολογισμοῦ τούτου. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεύτερον, ἡ Ἐπιτροπὴ, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Ἐφόρου τοῦ Βουλευτηρίου περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν χιλίων ἑξακοσίων, τὰς ὁποίας ἐδαπάνησε πέραν τῶν προϋπολογισθέντων «διὰ γραφικὰ ἔξοδα τῆς βιβλιοθήκης, ἔξοδα ἀποστολῆς κιβωτίων καὶ παραλαβῆς αὐτῶν», καὶ θεωροῦσα τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν ἡ ὑπέρβασις αὕτη στηρίζεται, ἰσχυροὺς, παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ἵνα χορηγήσῃ τὴν ζητουμένην πίστωσιν. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§4ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τῆς ἑτέρας ἐκθέσεως τῆς ἀναφερομένης εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς ἐνεστώσης Συνόδου, προτείνει νὰ προστεθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς πίστωσις ἐκ 552 δραχμῶν, πρὸς πληρωμὴν τοῦ πρώην Κοσμήτορος τῆς Βουλῆς ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνόδου μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀπελύθη. Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§6ΤΙΝΕΣ. Βέβαια.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τῆς αὐτῆς ἐκθέσεως προτείνει ἡ Ἐπιτροπὴ, ἵνα ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ πίστωσιν δραχμῶν 480, ὑπὸ ἴδιον ἄρθρον, 3 «μισθοδοσία κηπουροῦ». Βεβαίως δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§8ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὑπάρχει.
§9ΠΙΠΙΝΟΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται μετ’ ὀλίγον νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μὲ τὸ ζήτημα τῆς μεταφορᾶς τοῦ Ναυστάθμου ἐκ Πόρου εἰς Σαλαμῖνα, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύσουν εἰς τὴν συζήτησιν, ἤτοι· Αʹ) Τὰς περὶ ἱδρύσεως Ναυστάθμου καὶ θαλασσίου ὁρμητηρίου ἐν Πόρῳ γνωμοδοτήσεις τῆς ἐπὶ τοῦ ἀοιδίμου Κυβερνήτου συσταθείσης Ἐπιτροπῆς, τοῦ ναυάρχου τῆς Αὐστρίας Σελβέστρου Δανδόλου, ἐπὶ τῆς ἀντιβασιλείας, καὶ τῆς κατὰ τὸ 1846 συσταθείσης ἐπιτροπῆς· πρὸς δὲ καὶ ὅ,τι ἄλλο ἔγγραφον ὑπάρχει ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου, σχέσιν ἔχον μὲ τὴν ἐν Πόρῳ ἵδρυσιν Ναυστάθμου· Βʹ) Τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τῆς ὁποίας διετάχθη καὶ ἐγένετο ἡ μεταφορὰ τῶν μηχανημάτων, τῶν σκευῶν καὶ τοῦ ὑλικοῦ τοῦ Ναυστάθμου ἀπὸ Πόρου εἰς Σαλαμῖνα. Γʹ) Τὰ ἀποσπάσματα τῶν βιβλίων τοῦ Διευθυντηρίου, ἐν οἷς ἐμφαίνεται τὸ ὑλικὸν τοῦ ἐν Πόρῳ Ναυστάθμου κατ’ εἶδος καὶ ἀξίαν, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς μεταφορᾶς αὐτοῦ εἰς Σαλαμῖνα, ὡς καὶ τὰ πρωτόκολλα τῆς μεταφορᾶς καὶ παραδόσεως τοῦ ἐν λόγῳ ὑλικοῦ. Δʹ) Κατάστασιν τῶν δαπανῶν, ἃς τὸ δημόσιον κατέβαλε κατὰ διαφόρους ἐποχὰς πρὸς ἀνέγερσιν τῶν ἀποθηκῶν, τοῦ νεωλκείου, τοῦ ναυτῶνος, τοῦ συνεργείου, τοῦ χυτείου, τοῦ φανοποιείου, τοῦ λεμβαρχείου, τοῦ λεβητοποιείου, τοῦ σχοινοποιείου, τῶν γραφείων καὶ πάντων ἐν γένει τῶν ἐν Πόρῳ καταστημάτων τοῦ Ναυστάθμου· καὶ Εʹ) Κατάστασιν τῶν δαπανῶν, ὅσαι κατεβλήθησαν εἰς μεταφορὰν τῶν μηχανημάτων, τῶν σκευῶν καὶ τοῦ ὑλικοῦ τοῦ Ναυστάθμου ἀπὸ Πόρου εἰς Σαλαμῖνα. Παρακαλῶ προσέτι τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ποῦ ἐτοποθετήθη τὸ ὑλικὸν τοῦ Ναυστάθμου, ἅμα τῇ μεταφορᾷ αὐτοῦ εἰς Σαλαμῖνα, καὶ εἰς ποίαν νῦν διατελεῖ κατάστασιν· ὡσαύτως δὲ ποῦ ἐτοποθετήθησαν αἱ τορπίλλαι καὶ τὰ ἄλλα εἴδη τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ, τὰ ἐσχάτως προμηθευθέντα, καὶ εἰς ποίαν διατελοῦσι νῦν καὶ ταῦτα κατάστασιν. Λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ καταχωρισθῶσιν εἰς τὰ πρακτικὰ, καὶ τούτων ἀντίγραφον θὰ σταλῇ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν.
§11ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ ὁμοῦ μὲ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ζητεῖ ὁ ἐκ Πόρου Βουλευτὴς, καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία συνεστήθη κατὰ τὸ 1836 περὶ γνωμοδοτήσεως διὰ τὴν τοποθέτησιν τοῦ Ναυστάθμου.
§12ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Νὰ κατατεθοῦν ὅλα τὰ ἔγγραφα τὰ ὑπάρχοντα περὶ τοῦ Ναυστάθμου.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἓν τηλεγράφημα εὑρέθη περὶ τῶν ἀρβυλῶν, καὶ τοῦτο κατατίθεται.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἄλλο δὲν εὕρομεν.
§15ΦΙΛΗΜΩΝ. Χθὲς ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις νομοσχέδιον συμβάσεως διὰ τὸν συμβιβασμὸν τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825. Κατ’ ἀρχὴν εἶμαι σύμφωνος, καὶ θὰ θεωρήσω εὐτυχῆ τὴν ἡμέραν ἐκείνην διὰ τὴν Ἑλλάδα, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ζήτημα αὐτὸ θέλει κανονισθῆ ὁριστικῶς. Ἐπειδὴ ὅμως πρόκειται τὸ κράτος ν’ ἀναλάβῃ μέγα βάρος καὶ πρέπει νὰ διαφωτισθῇ ἡ συνείδησις τῶν κκ. Βουλευτῶν, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσίν τινα πρὸ πολλοῦ χρόνου ἀποσταλεῖσαν παρὰ τοῦ ἀξίου εἰς Λονδῖνον ἐπιτετραμμένου τῆς Ἑλλάδος Ἰωάννου Γενναδίου, ἡ ὁποία περιέχει τὸ ἱστορικὸν ὁλόκληρον τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καθ’ ὅσον ὁ πεπαιδευμένος αὐτὸς καὶ ἱκανώτατος ὑπάλληλος τῆς Ἑλλάδος ἐμελέτησε κατὰ βάθος τὸ ζήτημα καὶ συνέταξε τὴν ἣν ἀνέφερον πραγματείαν. Ἂν ὑπάρχῃ τοιαύτη ἔκθεσις εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ τὴν ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως δι’ αὐτῆς λάβωμεν τὰς δεούσας πληροφορίας.
§16ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐὰν σᾶς ἦναι δυνατὸν, νὰ μοὶ ὁρίσητε ἀκριβέστερον τὴν ἐποχὴν τῆς ἐκθέσεως καὶ τὴν ἔκθεσιν αὐτήν.
§17ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἡ ἔκθεσις αὕτη ἐγένετο κατὰ τὸ 1876, καὶ ὁμολογεῖ μάλιστα ἐν αὐτῇ ὁ ἀξιότιμος κ. Γεννάδιος, ὅτι συνειργάσθη μετὰ τοῦ κ. Σπάρταλη καὶ παρ’ αὐτοῦ ἔλαβε τὰς περισσοτέρας πληροφορίας.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλον ἐγὼ εἰς τὴν Βουλὴν, ὑπάρχουν ὅλαι αἱ αἰτούμεναι πληροφορίαι.
§19ΖΩΧΙΟΣ. Ἐζήτησε νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ ἔγγραφα αὐτὰ αἱ ὁδηγίαι αἱ δοθεῖσαι πρὸς τοὺς πληρεξουσίους τῆς Κυβερνήσεως.
§20ΣΟΥΤΣΟΣ. Σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπειδὴ ὁ προϋπολογισμὸς θὰ ἐπιβαρυνθῇ κατ’ ἔτος μὲ πάγιον χρέος 2½ ἑκατομμυρίων, νὰ εὐαρεστηθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, νὰ ὑποβάλῃ καὶ τοὺς φόρους διὰ τὴν πληρωμὴν ἐτησίως τοῦ ποσοῦ τῶν 2½ ἑκατομμυρίων, ἢ νὰ ἐκθέσῃ πόθεν ἄλλοθεν θὰ λαμβάνῃ τὸ ποσὸν αὐτό.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ πρῶτον ἐπὶ τῶν προτάσεων τοῦ κ. Ἐφόρου.
§22Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς ἐζήτησε νὰ κατατεθοῦν τὰ ἔγγραφα, τ’ ἀποβλέποντα τὴν ἀγορὰν ἐν Ἀθήναις ὅπλων Σασεπὼ καὶ ἀγορὰν φυσεκίων Σασεπὼ, καὶ τὰ ἔγγραφα τῆς ἐγκρίσεως διὰ τὸν διπυρίτην· κατετέθησαν;
§23ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπ’ εὐθείας, εἶπον, οὐχὶ δὲ ἐν Ἀθήναις, καὶ μὲ τοῖ το ἐννοῶ, ὅτι ἐγένοντο ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως τῆς ἐν Παρισίοις Πρεσβείας.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἔλθῃ κατόπιν τὸ ζήτημα αὐτό. Ἀκούσατε τὰς προτάσεις τοῦ κ. Ἐφόρου τῆς Βουλῆς. Αʹ Διὰ τὴν δωρεὰν τοῦ κ. Γερασίμου Κούπα καὶ τῶν ἀνεψιῶν αὐτοῦ. (Ἀναγινώσκει ὁ γραμματεὺς) «Ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, ἀποδεχομένη τὴν εἰς τὴν βιβλιοθήκην αὐτῆς γενομένην δωρεὰν παρὰ τοῦ Γερασίμου Κούπα καὶ τῶν ἀνεψιῶν αὐτοῦ Νικολάου Κούπα καὶ Ὁρατίου Κούπα, ὅπως διὰ δαπάνης αὐτῶν πληρωθῇ ἡ μεγαλειτέρα τῶν αἰθουσῶν τῆς βιβλιοθήκης αὐτῆς, καὶ ἐκτιμῶσα τὸ ὑπαγορεῦσαν τὴν δωρεὰν ταύτην πατριωτικὸν φρόνημα, ἀποφασίζει τὰ ἑξῆς: α) Ἀπονέμει τὰς εἰλικρινεῖς εὐχαριστίας αὐτῆς τοῖς δωρηταῖς» βʹ.) Ἡ αἴθουσα, εἴτε ἡ σήμερον ἐκ τῶν προσωρινῶς χρησιμευουσῶν διὰ τὴν βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τὴν ἀπόθεσιν τῶν παρὰ τοῦ κ. Κούπα δωρηθέντων βιβλίων ὡρισμένη, εἴτε ἐν τῷ ἀνεγερθησομένῳ οἰκοδομήματι αὐτῆς ὁρισθησομένη, θέλει φέρει τὸ ὄνομα «Αἴθουσα Κούπα».
§25ΦΙΛΗΜΩΝ. Μίαν μόνον παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω. Εἰς τὸ Μουσεῖον τὸ Ἀγγλικὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐθνικὸν ἵδρυμα, ἡ ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἀπένειμε τὸ ὄνομα Αἰθούσης τοῦ Ἐλγίνου, ὁ ὁποῖος ὄχι ἐδώρησεν, ἀλλὰ ἐπώλησε τὰ ἀγάλματα τοῦ Παρθενῶνος ἀντὶ 15,000 λιρῶν στερλιν. διότι αὐτὸς συνετέλεσε μόνον καὶ μόνον ἡ πατρίς του νὰ ἔχῃ αὐτά· ἐγὼ προτείνω νὰ ὀνομασθῇ ἡ αἴθουσα μὲ τὸ ὄνομα ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐπλήρωσεν αὐτήν.
§26ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι εἰς πολλὰ δημόσια ἱδρύματα δωρηταὶ φιλάνθρωποι δίδουσι τὰ δῶρα αὐτῶν ὑπὸ ὅρον.
§27ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὁ κ. Κούπας μοὶ εἶπεν, ὅτι θέλει δυσαρεστηθῆ δι’ οἱανδήποτε ἔκφρασιν εὐγνωμοσύνης διὰ τὸ δῶρον, τὸ ὁποῖον ἤθελε κάμει· ἀλλ’ ἐγὼ ἀνεξαρτήτως τούτου, διὰ τὸ καλὸν τοῦ ἱδρύματος, ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ κάμω τὴν πρότασιν αὐτήν.
§28ΠΑΝΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Κούπας ὄχι μόνον αὐτὰ συνεισέφερεν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς Κρητικῆς ἐπαναστάσεως ἔδωκε 400 ὅπλα.
§29ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ αἴθουσα, εἰς ἣν εἶναι τοποθετημένα τὰ βιβλία, ἀποτελεῖ μέρος τοῦ Βουλευτηρίου· τὸ Βουλευτήριον δὲ τοῦ ἑλληνικοῦ Ἔθνους ὁλοκλήρως ἀνήκει εἰς τὸν Ἑλληνισμόν, καὶ ἱδρύθη διὰ τῶν ἱδρώτων καὶ τῶν θυσιῶν ἁπάντων· δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθὸν, ἔστω καὶ ἐν μέρος τοῦ Βουλευτηρίου, ν’ ἀναφερθῇ ὡς γενόμενον τῇ δαπάνῃ ἑνὸς οἱουδήποτε. Δὲν θέλω νὰ μειώσω διόλου οὔτε τὸν σεβασμὸν, οὔτε τὴν εὐγνωμοσύνην, ἣν ὀφείλομεν εἰς τὸν κ. Κούπαν· νομίζω ὅμως ὅτι ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ὁρίζει, ὅτι μέρος τοῦ Βουλευτηρίου νὰ ὀνομασθῇ ὅτι ἐγένετο τῇ δαπάνῃ ὡρισμένου προσώπου, ἀπάδει καὶ εἰς τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα καὶ εἰς τὸν σεβασμὸν, ὅστις ὀφείλεται εἰς τὸ Βουλευτήριον. Ὁ κ. Φιλήμων ἔφερε παράδειγμα ἐκ ξένου Ἔθνους· ἀλλ’ ἐὰν αἱ πληροφορίαι μου ἦναι ἀσφαλεῖς, ἡ αἴθουσα ἐκείνη δὲν ὀνομάζεται Αἴθουσα τοῦ Ἐλγίνου, ἀλλὰ τὰ ἐν τῇ αἰθούσῃ εὑρισκόμενα ἀναφέρονται ὡς κτῆμα τοῦ Ἐλγίνου. Οὕτω καὶ ἐνταῦθα ἠμπορεῖ νὰ ὀνομασθῇ, ἔστω, Βιβλιοθήκη τοῦ Κούπα, οὐχὶ ὅμως αἴθουσα τοῦ Κούπα· τότε δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν.
§30ΣΟΥΤΣΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐγένετο σύγχυσις μεταξὺ Βουλευτηρίου καὶ Βιβλιοθήκης. Ὁ κ. Φιλήμων δὲν ἐννοεῖ αἴθουσα τοῦ Βουλευτηρίου νὰ ὀνομασθῇ αἴθουσα Κούπα, ἀλλ’ αἴθουσα τῆς μελλούσης Βιβλιοθήκης, ἥτις θὰ πληρωθῇ διὰ βιβλίων, τὰ ὁποῖα θὰ δωρήσῃ ὁ κ. Κούπας· εἰς ὅλας τὰς Βιβλιοθήκας ὑπάρχουν αἴθουσαι, αἱ ὁποῖαι φέρουν τὰ ὀνόματα τῶν δωρητῶν· ἑπομένως θεωρῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλήμονος ὡς παραδεκτήν.
§31Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν· δύναται νὰ ψηφίζῃ ὅ,τι θέλει, ἀλλ’ ἂς μάθῃ, ὅτι αἱ ἐθνικαὶ τιμαὶ καὶ εὐγνωμοσύναι ἐκ τῆς συχνῆς αὐτῶν ἀπονομῆς ἀπέβαλον καὶ ἀποβάλλουν τὴν ἀξίαν των.
§32ΦΙΛΗΜΩΝ. Διαμαρτύρομαι· δὲν ἐζήτησε τίποτε ὁ κ. Κούπας. Ἂν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αὐθορμήτως ἐγὼ ὑπέβαλον σήμερον, γείνῃ ἀντικείμενον ὁμιλίας καὶ κατακρίσεως, ἂν οἱ κκ. Βουλευταὶ νομίζουν, ὅτι δύνανται νὰ διευθύνωσι τὴν Βιβλιοθήκην καλλίτερον ἐμοῦ, παρακαλῶ νὰ δεχθῆτε τὴν παραίτησίν μου ἀπὸ σήμερον. (Ἀντιῤῥήσεις, θόρυβος.)
§33Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχω μίαν ἀντίῤῥησιν, ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ λέξις «εἰλικρινεῖς». Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην πρότασιν, παρακαλῶ τοὺς κκ. Βουλευτὰς νὰ μὴ ἀποδίδουν οὔτε τὴν ἔννοιαν, οὔτε τὴν ἐξήγησιν, ἥν τινες ἠθέλησαν ν’ ἀποδώσωσιν εἰς τὴν εἰδικὴν ὀνομασίαν «αἴθουσα Κούπα»· γνωρίζω πολὺ καλὰ, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὁ κ. Κούπας οὔτε κατὰ διάνοιαν ἐζήτησέ ποτε νὰ τῷ ἀποδοθῇ ἐλαχίστη τιμὴ διὰ τὴν δωρεὰν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν· ἡ δωρεὰ τοῦ κυρίου Κούπα ἀφορᾷ καθαρῶς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ πλουτίσῃ τὴν Βιβλιοθήκην, οὐδὲν δὲ τοιοῦτον ἀπῄτησε. Λέγω λοιπὸν, ὅτι, τὸ νὰ ὀνομασθῇ ἡ αἴθουσα ἡ πεπληρωμένη ἐκ βιβλίων πολυτίμων δωρηθέντων παρὰ τοῦ κ. Κούπα αἴθουσα Κούπα, οὐδὲ τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν προσβάλλει, οὐδ’ ἔχει τι ἐναντίον τοῦ πραγματικοῦ· διότι ὁστισδήποτε καὶ ἂν ὁδηγήσῃ ξένον τινὰ εἰς τὴν Βιβλιοθήκην, καὶ τὸν ὁδηγήσῃ εἰς τὴν αἴθουσαν τὴν εὑρισκομένην πρὸς τὰ δεξιὰ τοῦ Βουλευτηρίου, θέλει μάθει ὁ ξένος, ὅτι ἡ αἴθουσα αὕτη εἶναι αἴθουσα πεπληρωμένη διὰ βιβλίων τοῦ κ. Κούπα· ἅμα ἐξέλθῃ αὐτῆς καὶ εἰσέλθῃ εἰς ἄλλην αἴθουσαν, θὰ μάθῃ, ὅτι ἡ ἄλλη αἴθουσα ὀνομάζεται αἴθουσα Τυπάλδου, διότι ὁ Τυπάλδος ἐπλήρωσεν αὐτήν. Αὐτὸ εἶναι τὸ πραγματικὸν, τὸ ἀληθὲς, τὸ ὁποῖον θὰ μάθῃ ἕκαστος, ὅστις θέλει ἐπισκεφθῇ τὴν Βιβλιοθήκην· διατί λοιπὸν ὅλος αὐτὸς ὁ θόρυβος καὶ ἡ σύγχυσις, χωρὶς νὰ ἔχωμεν συνεννόησιν; Ὅ,τι δὲ εἶπεν ὁ κ. Καράπαυλος δὲν εἶναι καθόλου ὀρθὸν, διότι πρόκειται περὶ τῆς Βιβλιοθήκης καὶ ὄχι περὶ τοῦ ἑλληνικοῦ Βουλευτηρίου· ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τούτου, ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι πρῶτος ἐγὼ ἤθελον κάμει τὴν ἔνστασιν· ἂς παραδεχθῶμεν λοιπὸν τὰς προτάσεις τοῦ κ. Ἐφόρου, διότι εἶναι δίκαιαι καὶ διότι διὰ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ἐργάζεται ὁ κ. Ἔφορος, θέλομεν πλουτίσει τὴν Βιβλιοθήκην.
§34ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ διατί ὁ κ. Φιλήμων δὲν παραδέχεται, ὅπως ἡ Βιβλιοθήκη ἡ ἐν τῷ δωματίῳ ἐκείνῳ ὀνομασθῇ Βιβλιοθήκη Κούπα, ἀλλ’ ἐπιμένει νὰ ὀνομασθῇ Αἴθουσα Κούπα.
§35ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὁμιλῶ περὶ αἰθούσης, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ τεθῶσι προσωρινῶς τὰ βιβλία· πρόκειται νὰ οἰκοδομηθῇ Βιβλιοθήκη, καὶ ἐκεῖ θὰ τοποθετηθῶσιν ὁριστικῶς· δὲν λέγω μία αἴθουσα, ἀπολύτως νὰ ὀνομασθῇ Αἴθουσα Κούπα. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ νὰ ὀνομασθῇ Βιβλιοθήκη Κούπα, αὕτη δὲν εἶναι ὀρθή, διότι ἡ Βιβλιοθήκη φέρει τὸ ὄνομα Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης καὶ δὲν δύναται νὰ ὑποδιαιρεθῇ εἰς μυρίας Βιβλιοθήκας.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ζητήσω τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς ἐζήτησε τὴν ἀπάλειψιν τῆς λέξεως «εἰλικρινεῖς».
§37ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὴν λέξιν «εἰλικρινεῖς» τὴν ἐπρόσθεσα, παραλαβὼν αὐτὴν ἀπὸ εὐχαριστήρια τῶν Συνελεύσεων Ἐπιδαύρου καὶ Ἄστρους. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἐκεῖνοι ἦσαν πολὺ κατώτεροι ἀπὸ ἡμᾶς, ὅτι δὲν εἶχον τὸ αἴσθημα τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τῆς τιμῆς, ἀφαιρέσατέ την.
§38ΜΙΛΗΣΗΣ. Ζητεῖται ἡ ἀπάλειψις τῆς λέξεως «εἰλικρινεῖς» ὡς περιττῆς· εὐχαριστήρια, ἀπονεμόμενα ὑπὸ Σώματος, ὡς ἡ Βουλή, ἀναγκαίως εἶναι εἰλικρινῆ.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τῆς λέξεως «εἰλικρινεῖς» νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος ἐγένοντο δύω προτάσεις· κατὰ τὴν πρώτην, ἀντὶ τῆς λέξεως «αἴθουσα», νὰ γραφῇ ἡ λέξις «Βιβλιοθήκη»· κατὰ τὴν ἑτέραν, ἡ ἐγγραφὴ αὐτῆς νὰ μὴ γείνῃ εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Βουλευτηρίου, ἀλλὰ νὰ ἐπιφυλαχθῇ νὰ γείνῃ τοῦτο, ὅταν οἰκοδομηθῇ Βιβλιοθήκη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ ν’ ἀντικατασταθῇ ἡ λέξις «αἴθουσα» διὰ τῆς λέξεως «Βιβλιοθήκη», νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἐφόρου νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§40ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἠκούσαμεν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀντίθετον. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἐφόρου.....
§42ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τί ἀντίθετον; Κηρύξατε τὸ ἀποτέλεσμα.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἀμφιβολίαν τὸ γραφεῖον. Ἀκούσατε τὴν πρότασιν.
§44ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει αὐτήν.)
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι...........
§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. Πρόεδρε, νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Ἐκτὸς τοῦ κ. Κούπα γνωρίζω καὶ ἄλλους συμπολίτας ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀφιλοκερδῶς πολλὰς προσέφερον θυσίας εἰς τὴν πατρίδα, καὶ ἂν μοὶ ἐπιτρέπητε, κύριοι, θέλω ὀνομάσει ἕνα ἐξ αὐτῶν, τοῦ ὁποίου τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν αὐταπάρνησιν ὅλοι γνωρίζετε, τὸν κ. Θεοφιλᾶτον. Ἀλλά, κύριοι, οἱ τοιοῦτοι ἄνθρωποι δὲν ζητοῦν, δὲν δέχονται κανενὸς εἴδους ἀμοιβήν, καὶ ἐὰν τῷ ὄντι τοὺς προσφέρητε τοιαύτην, ἀντὶ νὰ τοὺς εὐχαριστήσητε, δυνατὸν νὰ τοὺς δυσαρεστήσητε. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι εἶναι ἄτοπον ἐπὶ τοιούτου πράγματος νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή. Ἐὰν ἡ Βουλὴ εὐχαριστῆται, νὰ ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα αὐτό, ὅπως συνεννοηθῶμεν μετὰ τοῦ κ. Κούπα, καὶ κατόπιν νὰ σᾶς φέρωμεν τὸ ἀποτέλεσμα, διότι τοιουτοτρόπως δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν ὅ,τι ἐπιθυμοῦμεν.
§47ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἔχω ἐντολὴν παρὰ τοῦ κ. Κούπα νὰ εἴπω, ὅτι, ἐπειδὴ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄλλο, εἰμὴ νὰ δοθῇ εἰς αὐτὸν παράσημον, ὁ κύριος Κούπας δὲν δέχεται παράσημον. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἤλπιζα ποτέ, ὅτι ζήτημα τοιοῦτον ἤθελεν ἐπασχολήσει τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοσαύτην ὥραν, ἐνῷ ζητήματα σπουδαῖα καὶ σοβαρά, ὅπως εἶναι τὰ φορολογικά, ψηφίζονται ἀσυζητητεί. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι διαφορετικὰ δὲν δύναμαι νὰ ὑπηρετήσω, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὑποβάλλω τὴν παραίτησίν μου.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπρότεινε ν’ ἀναβληθῇ πᾶσα ἀπόφασις.
§49ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἀπορῶ, κύριοι, διὰ τὴν μεγάλην ἐπιμονὴν τοῦ κ. Ἐφόρου, ἀπαιτοῦντος νὰ ὀνομάσῃ μίαν αἴθουσαν τῆς Βιβλιοθήκης διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ κ. Κούπα, ἐνῷ ὁ ἴδιος Ἔφορος πρὸ μικροῦ μᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ κ. Κούπας δὲν δέχεται. Ἂν παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην τοῦ κ. Ἐφόρου, πολὺ πιθανὸν νὰ δυσαρεστήσωμεν τὸν κ. Κούπαν.
§50ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν τὸ εἶπον αὐτό· περὶ παρασήμων ὡμίλησα.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπροτάθη ἡ ἀναβολή, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέρος αὐτό.
§52ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
§53Ν. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀπεφάνθη.
§55ΦΙΛΗΜΩΝ. Τοιουτοτρόπως θὰ προκαλέσωμεν καὶ ἄλλων θυσίας· ἀλλὰ ὅταν ἑκάστοτε τίθεται τὸ ζήτημα εἰς συζήτησιν οὕτω, θ’ ἀποτύχωμεν.
§56ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Πολὺ καλά· σεῖς πταίετε, διότι τὸ φέρετε εἰς συζήτησιν (θόρυβος).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος τῆς ἀναβολῆς, ὅπερ δύναται νὰ προταθῇ κατὰ πᾶσαν στάσιν τῆς συζητήσεως.
§58Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν. Ὅταν ψηφοφορία τις ἀρχίσῃ καὶ τελειώσῃ μάλιστα, καὶ γείνῃ ἡ ἀρχὴ τῆς διαλογῆς (διότι ἡ ἐρώτησις τοῦ Προέδρου περὶ τοῦ ἀντιθέτου δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ διαλογὴ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ψηφοφορίας), οὐδὲν ζήτημα πλέον ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἥτις ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν, δύναται νὰ ἔλθῃ. Ἀλλ’ ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψητε νὰ γείνῃ συζήτησις, καὶ ἐγὼ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅπως ἀπαντήσω.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τίνος ζητήματος;
§60Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τῆς ἀναβολῆς. Λέγω λοιπόν, ὅτι ὅσα ἐῤῥέθησαν δὲν ἐῤῥέθησαν καλῶς· ἑπομένως δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν, διότι πρόκειται περὶ τῆς διαλογῆς, ἥτις ἐκτελεῖται διὰ τῆς ἐρωτήσεως περὶ τοῦ ἀντιστρόφου.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον φρονεῖ, ὅτι, ὅταν προτείνηται ἡ ἀναβολή, πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος· αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μας.
§62Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βεβαίως ὅ,τι λέγετε εἶναι ἡ πεποίθησίς σας, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι αὕτη δὲν ἀντιπροσωπεύει τὴν ὀρθότητα τοῦ πράγματος· καὶ ἰδοὺ διὰ τί. Ὅταν ἠρωτήσατε, «παραδέχεσθε τὴν πρότασιν αὐτήν;» ἐὰν ἡ Βουλὴ παρεδέχετο, δὲν ἤθελεν εἶναι ἀπόφασις τότε;
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, τότε.
§64Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐγένετο διὰ ψηφοφορίας, ἀλλὰ δὲν διεκρίθη τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ διὰ τοῦτο ἐζητήθη τὸ ἀντίθετον. Αὐτὴν δὲ τὴν παρατήρησιν, κύριε Πρόεδρε, τὴν κάμνω, διὰ νὰ σᾶς πείσω, ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ πρότασις οὔτε περὶ ἀναβολῆς, οὔτε περὶ ἄλλου τινός.
§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀποσύρω τὴν πρότασιν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέσυρε τὴν πρότασίν του περὶ ἀναβολῆς. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι....
§67Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς δὲν λέγει, ὅτι ὁ Πρόεδρος ἐρωτᾷ τὸ ἀντίθετον, ὅταν διστάζῃ, ἀλλὰ νομίζει ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἐφόρου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον.)
§69ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§70ΡΟΥΚΗΣ. Καὶ τὴν Βουλὴν ἐξευτελίζομεν, καὶ τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν προσβάλλομεν, καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. Φιλήμων δὲν ἔπρεπε νὰ φέρῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§71ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει νὰ γείνῃ μυστικὴ ψηφοφορία, διότι πρόκειται περὶ προσώπου.
§72ΤΙΝΕΣ. Μυστικὴ ψηφοφορία.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται πρότασις, ὅτι ἡ ψηφοφορία πρέπει νὰ γείνῃ μυστικὴ, διότι τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικόν.
§74ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§75ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Εἶναι ἐντροπὴ νὰ γίνωνται τὰ τοιαῦτα.
§76ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τί ἐντροπή; Ἡμεῖς ἔχομεν Κανονισμὸν, καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν ἄλλως.
§77ΦΙΛΗΜΩΝ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι περιττὸν νὰ γείνῃ ψηφοφορία, διότι μετὰ τὴν παραίτησίν μου ἐκ τῆς θέσεως τοῦ Ἐφόρου, ἥτις εἶναι πραγματικὴ καὶ ἀμετάθετος, ἀποσύρω πάσας τὰς προτάσεις μου.
§78ΤΙΝΕΣ. Ἀφοῦ ἀποσύρει τὰς προτάσεις, εἶναι περιττὸν νὰ ψηφοφορήσωμεν.
§79ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐγὼ θὰ σᾶς παραδώσω αὔριον τὴν Βιβλιοθήκην.
§80Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κύριος Ἔφορος ἀπέσυρεν ὅλας τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν· ἑπομένως εἶναι ματαιοπονία νὰ ἐπασχοληθῶμεν εἰς αὐτὰς, διότι τῷ ὄντι βλέπω, ὅτι ἠγέρθη θόρυβος ἐπὶ ἑνὸς ἀδιαφιλονεικήτως καλοῦ πράγματος. Ἐὰν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ δύω ἐτῶν ἔγεινέ τι καλὸν, δὲν εἶναι παρὰ ἡ Βιβλιοθήκη. Ἂς παύσῃ λοιπὸν καὶ ὁ κ. Ἔφορος, διὰ ν’ ἀκολουθῇ καὶ αὐτὴ τὴν τύχην ὅλων τῶν ἄλλων.
§81Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔρχονται καὶ μᾶς ἐπιβάλλουν τὴν θέλησίν των· ἢ παραδέχεσθε, μᾶς λέγει ὁ κύριος Φιλήμων, τὴν γνώμην μου, ἢ ἄλλως παραιτοῦμαι. Αὐτὸ πρέπει νὰ παύσῃ.
§82ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἀπειλοῦν· ἀλλ’ ἐγὼ οὕτω νομίζω, ὅτι δύναται νὰ εὐοδωθῇ αὐτὸ τὸ ἔργον, καὶ διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω καὶ ἤδη, ἡ παραίτησίς μου εἶναι πραγματική.
§83ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ κ. Ἔφορος ἔχει δίκαιον νὰ παραιτῆται, ὅπως ἀπαλλαγῇ τοῦ βάρους, τὸ ὁποῖον μόνον διὰ τῆς ἀδαμάστου θελήσεώς του ἠδύνατο νὰ φέρῃ· ἔχει δίκαιον νὰ παραιτῆται, διότι δὲν ἐκτιμᾶται δεόντως ἔργον, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἔπραξε, δὲν ἠδύνατο δὲ ὁμολογουμένως ἄλλος νὰ πράξῃ, διότι ἐντὸς ὀλίγου χρόνου ἐκ πέντε χιλιάδων τόμων βιβλιοθήκην ἠδυνήθη νὰ πλουτίσῃ διὰ 40,000 βιβλίων πολυτίμων. Αὐτὸν ἡ Βουλὴ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγγίσῃ, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου αὐτὸς φρονεῖ, ὅτι δύναται νὰ προοδεύσῃ ἡ Βιβλιοθήκη. Κύριε συνάδελφε, δὲν παραδεχόμεθα τὴν παραίτησίν σας, ἀναγνωρίζοντες τὴν ἀξίαν καὶ τὸν ζῆλόν σας.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ἐφόρου, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ γείνῃ συζήτησις.
§85ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρεξήγησις ἐγένετο· παρεξήγησεν ὁ κ. Ἔφορος τὴν θέσιν του, καὶ πολλοὶ ἀπὸ ἡμᾶς, διότι ἐνόμισαν ὅτι ὁ κ. Φιλήμων θέλει νὰ ὀνομάσῃ μίαν αἴθουσαν διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ κ. Κούπα, ἐνῷ ἡ ἰδέα του ἦτο νὰ γείνῃ τοῦτο, διὰ νὰ προσφέρουν καὶ ἄλλοι· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ ἐδῶ, ἦτο δικαίωμα τοῦ κ. Ἐφόρου νὰ ὀνομάσῃ αἴθουσαν Α ἢ Β ὁποίαν ἤθελεν. Αὐτὸ ἦτο ἰδικόν του δικαίωμα, καὶ πρέπει νὰ μείνῃ ἐλεύθερος νὰ ὀνομάσῃ ὁποιανδήποτε αἴθουσαν ὅπως θέλει· ἡ δὲ Βουλὴ δὲν ἔχει νὰ εἴπῃ τίποτε ἐπ’ αὐτοῦ.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἐπὶ τοῦ παρόντος πᾶσα συζήτησις. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς πιστώσεως τῶν 6,000 δραχμῶν. Ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιψηφισθῇ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ 15,000 δραχμῶν, πρὸς ἐξόρυξιν τῶν ἀπαιτουμένων μαρμάρων διὰ τὸ μνημεῖον τοῦ Βύρωνος.
§87ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ νομοσχέδιον.)
§88ΦΙΛΗΜΩΝ. (Ὑποβάλλων εἰς τὸ Προεδρεῖον ἐγγράφως τὴν παραίτησίν του ἐκ τῆς θέσεως τοῦ Ἐφόρου.) Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ τὴν ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλὴν τώρα.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον.
§90ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐπειδὴ κατὰ στίχον καὶ κατὰ γράμμα δὲν ἠθελήσατε νὰ ψηφίσητε τὴν πρότασίν μου, παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀναγνώσητε τὴν παραίτησίν μου. Ἔχω δικαίωμα νὰ θεωρῶ ἐμαυτὸν παρητημένον, καὶ αὔριον θὰ σᾶς παραδώσω. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται παραδεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχ. 30,000 περὶ ἐπανόδου ἐφέδρων.)
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥάλλη, ἥτις θέλει ἀναγνωσθῆ. (Γραμματεὺς ἀναγινώσκει). «Ἡ Βουλή, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ Συντάγματος, διορίζει Ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς Δημητρίου Βουλπιώτου, Τιμολέοντος Φιλήμονος, Νικολάου Καραπαύλου, Γεωργίου Φλωριᾶ, Νικολάου Σούτσου, Ἀντωνίου Μαυρομιχάλη, καὶ Σπήλιου Ἀντωνοπούλου, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ τῆς προμηθείας τῆς γαλέτας, τῶν 10,000 ζευγῶν ἀρβυλῶν καὶ τὰ τῆς συναλλαγματικῆς τῶν δραχ. 37,000, καὶ δι’ ἐκθέσεώς της ἐκθέσῃ πρὸς αὐτὴν τὰ συμπεράσματά της.
Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ.»
§92Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα παράρτημα.)
§93Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ ὑπάρχει τι προσωπικὸν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ῥάλλης νὰ εἴπω δύω λέξεις, διότι ἀπεδόθη πρότασις πλαγία εἰς τὰς σκέψεις μου, καὶ ὅτι εἶχον τὴν πρόθεσιν νὰ κατηγορήσω. Διαμαρτύρομαι δημοσίως, ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶχον πρόθεσιν νὰ κατηγορήσω τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ἐκφράσω καὶ τὰς εὐχαριστίας μου, διότι ἄνευ ἀνάγκης μὲ προήγαγεν ἀπὸ βαθμοῦ εἰς βαθμὸν, διότι μεταξὺ τῶν ὁμοιοβάθμων μου ἤμην ὁ τελευταῖος, καὶ κατὰ συνέπειαν ἠδύνατο λίαν καλῶς νὰ μὲ παραλείψῃ. Διαμαρτύρομαι λοιπὸν καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ, καὶ διὰ νὰ ἀνταποκριθῶ ὄχι πρὸς τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα μοὶ ἀπέδωκεν, ἀλλὰ πρὸς τὰ καθ’ ὁλοκληρίαν ἀντίθετα· διότι ἐγὼ καὶ τότε ἔσπευσα οὐ μόνον ἄλλως νὰ ἐκφράσω τὴν μεγάλην μου εὐχαρίστησιν, ἀλλὰ καὶ προσωπικῶς. Ὅ,τι μὲ ἠνάγκασε, κύριοι, τὸ γνωρίζετε, διότι πολιτεύομαι ἀπὸ 15 ἐτῶν. Ἔχω τὴν ἰδιοτροπίαν, ἥτις δύναται νὰ θεωρηθῇ τοιαύτη ἐν τῇ μάλιστα τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ, ὅτι εἶμαι αὐστηρὸς εἰς τὴν διαχείρισίν μου. Εἰς ὅλους τοὺς κλάδους οἱ πλεῖστοι μὲ εἴδατε πάντα ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν καὶ κατὰ τῶν καταχρήσεων αὐστηρόν. Ἰδίως ἔχω καθῆκον πρὸς ἕνα κλάδον, ἐν ᾧ ὑπηρέτησα, νὰ ἦμαι περισσότερον αὐστηρός. Αὐτοὶ καὶ μόνοι οἱ λόγοι, κύριοι, μὲ ἠνάγκασαν νὰ παρακολουθήσω τὴν συζήτησιν, χωρὶς νὰ ἔχω κατὰ νοῦν νὰ ἀπαδώσω οὐδεμίαν κατηγορίαν.
§94Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δέχομαι εὐχαρίστως τὴν ἐξήγησιν.
§95ΡΑΛΛΗΣ. Προεκάλεσα τὸν προαγορεύσαντα νὰ εἴπῃ, κύριοι, τὸν λόγον, ὅστις μὲ κινεῖ κατ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ οὗτος δὲν ἐτόλμησε νὰ ἐκφράσῃ οὐδένα· θέλω σᾶς εἴπει ἐγὼ αὐτόν. Εὐτυχῶς ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας κ. Ζωγιὸς ἀνέῤῥωσε καὶ εἶναι ταύτην τὴν στιγμὴν παρὼν, γνωρίζει δὲ παντὸς ἄλλου κάλλιον τὸν λόγον. Ἀνέγνωσε διατριβὴν, ἣν ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς ἀπηύθυνε κατὰ τῶν πρώην συναδέλφων του, καὶ εἰς ἣν, δι’ ἐκφράσεων ἀληθῶς τῶν ἀγυιῶν, ἔλεγεν, ὅτι, ὅταν τολμήσουν νὰ τὸν προκαλέσουν, θέλει ἀποδείξει, ὅτι αὐτὸς ἔσωσε καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν τάξιν ἐν τῷ στρατῷ. Ὅταν ὁ κ. Ζωχιὸς ἀνέγνωσε τὸ ἔγγραφον τοῦτο, τὸν ἠρώτησα, ἂν πιστεύῃ τὰ γραφόμενα καὶ αὐτός. Ἠγέρθη δὲ ὁ κ. Πετιμεζᾶς καὶ μὲ ἐπροκάλεσε νὰ φέρω ἐπὶ τοῦ βήματος ῥητὰς κατηγορίας, καὶ κατῆλθον ἐγὼ τότε εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐζήτησα νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα δύο ὡρισμένων προμηθειῶν. Τὰ ἔγγραφα ἦλθον, καὶ εἶπον ὅτι πράγματι ἐξ αὐτῶν θέλει γεννηθῆ τὸ φῶς, ἀλλ’ ὁ ποτὲ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θέλει νὰ γεννηθῇ ἐξ αὐτῶν σκότος, καὶ ὅταν ἡμεῖς ἐφέραμεν πλέον πρότασιν σαφῆ περὶ ὡρισμένων καταχρήσεων, ὁ πρώην Ὑπουργὸς προτείνει νὰ τὴν ἐπεκτείνωμεν ἐπὶ ὅλων τῶν διαχειρίσεων, ἐπὶ ὅλων τῶν ποτὲ ὑπαρξάντων Ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπομιμούμενος ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου οὐδὲ τοὺς ἱμάντας τῶν ὑποδημάτων εἶναι ἱκανὸς νὰ λύσῃ. Ἐγὼ μετεχειρίσθην τὰ δημόσια ἔγγραφα πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἰσχυρισμῶν μου· ἦλθον ἐδῶ, τὰ ἀνέγνωσα ἐνώπιόν σας καὶ ἐνώπιον ὅλου τοῦ ἀκροατηρίου χωρὶς νὰ προσθέσω λέξιν ἰδίαν, καὶ ἐνθυμεῖσθε τὴν ἐντύπωσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμον. Σᾶς ἔφερε δ’ ἐκεῖνος πρὸς ἀντίκρουσιν αὐτῶν ἔγγραφα ὅλως ξένα πρὸς τὰς προμηθείας· σᾶς ἔφερεν ἰδιαιτέρας ἐπιστολὰς, αἱ ὁποῖαι προεκλήθησαν παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, διότι ἡ ἐπιστολὴ αὕτη, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερεν, εἶναι ἀπάντησις τοῦ κ. Σαπουντζάκη, καθ’ ὃν καιρὸν τῷ ἀνηγγέλθη ὁ προβιβασμός του. Ἀλλὰ μετ’ αὐτὴν ἐπῆλθον αἱ προμήθειαι καὶ τὸ ἀληθῶς βάναυσον τηλεγράφημα, δι’ οὗ ἀνεκλήθη ἐκ Παρισίων. Τοιούτων δ’ ἐγγράφων ἔρχεται νὰ κάμῃ χρῆσιν ἐνώπιόν σας, καὶ θεωρῶν ὑμᾶς παιδία, θέλει δι’ αὐτῶν νὰ καταστρέψῃ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα.
§96Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καταθέτω τὴν ἐπιστολὴν εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§97ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ Σαπουντζάκης εἶναι ἐκεῖ (δεικνύει τὸ θεωρεῖον τῶν ἀξιωματικῶν), καὶ θὰ τὸν προκαλέσω νὰ σᾶς ἀπαντήσῃ, ἐὰν τοιαύτη δὲν ἦναι ἡ ἐπιστολή του. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἀρβυλῶν ἐγένετο πλήρης, καὶ δι’ αὐτῆς ἀπεδείχθη ὅτι τὰ ὑποδήματα ἦσαν καλά· ἐγὼ ὅμως σᾶς λέγω, ὅτι ἐξέλεγξις δὲν ἔλαβε ποτὲ χώραν, δὲν ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ λάβῃ χώραν, καὶ ἀμέσως θέλω σᾶς ἀποδείξει τοῦτο. Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ χώραν ἐξέλεγξις, ἀφοῦ δὲν συνετάχθη συμβόλαιον, εἰς ὃ νὰ ὁρισθῶσιν οἱ ὅροι ὑφ’ οὓς παρηγγέλλοντο αἱ ἀρβύλαι; Ἀλλ’ ἐδόθη προθεσμία τις; διωρίσθη τις πραγματογνώμων; διετάχθη ἡ πρεσβεία νὰ ἐξελέγξῃ; διετάχθη ὁ ἀξιωματικὸς ὁ εὑρισκόμενος ἐκεῖ νὰ θεωρήσῃ ταύτας; Ποῦ εἶναι ταῦτα πάντα; τρία ἔγγραφα σχετικὰ ὑπάρχουσι, καὶ ἀνεγνώσθησαν ἐνώπιόν σας· εἶναι τὸ ἔγγραφον τῆς προσφορᾶς Godillot, εἰς τὸ ὁποῖον λέγει· «Εἰμὶ ἀνεγνωρισμένος προμηθευτὴς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ δυνάμει τῆς ἀπὸ 30 Ἰανουαρίου συμφωνίας. Τὰ τῆς συμφωνίας ταύτης θέλουσιν ἐκτελεσθῆ ἐν καιρῷ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἕνεκεν τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων δύναται νὰ ἔχῃ ἐπείγουσαν ἀνάγκην ἀρβυλῶν ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς, δύναμαι νὰ σᾶς προμηθεύσω ἀμέσως δέκα χιλιάδας ἑτοίμους πρὸς φρ. 8 ἕκαστον ζεῦγος». Τὸ ἔγγραφον τοῦτο, κατ’ αὐτὸν τὸν κ. Πετιμεζᾶν, περιῆλθεν εἰς χεῖράς του τὴν δευτέραν Φεβρουαρίου, εἰς τὰς ἓξ δὲ Φεβρουαρίου Διέταξε τηλεγραφικῶς ὅτι ἀποδέχεται τὴν προσφορὰν, καὶ αὐτὴν τὴν ἕκτην Φεβρουαρίου παρήγγειλε τὴν πρεσβείαν ἄνευ ὅρου νὰ πληρώσῃ τὸ ἀντίτιμον τῶν 10,000 ἀρβυλῶν. Ποῦ χρόνος πρὸς ἐξέλεγξιν; Τίς τὴν ἔκαμε; Τίς ἐδικαιοῦτο νὰ τὴν κάμῃ; Σᾶς λέγει τὸ ἔγγραφον τῆς πρεσβείας, ὅτε ἐγένετο ἐξέλεγξις. Παρὰ τίνος; παρ’ αὐτοῦ τοῦ Godillot· ἐγένετο ἐξέλεγξις παρὰ τινος ἄλλου; παρ’ αὐτοῦ τοῦ συντρόφου τοῦ Godillot. Καὶ ἰδοὺ, κύριοι, ἡ ἐξέλεγξις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθη ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως καταστρέψῃ τὴν ἐξέλεγξιν τὴν γενομένην ὑπὸ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐγνωμοδότησαν ὅτι τὰ προμηθευθέντα πέδιλα ἦσαν ἐντελῶς ἄχρηστα. Σᾶς ἀνέφερε, κύριοι, ἓν πλῆθος ἐκθέσεων τῶν διαφόρων τμημάτων, ἐκ τῶν ὁποίων δῆθεν ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ ὅτι τὰ προμηθευθέντα πέδιλα ἦσαν ἐπίσης ἐκλεκτὰ μὲ τὰ προμηθευθέντα ὑπὸ τοῦ κυρίου Ζιμβρακάκη καὶ ἄλλων Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ ἐνταῦθα ἔχομεν ἔκθεσιν εἰδικὴν ἐκ μέρους ἐπιτροπῆς συστάσης ἐπὶ τούτῳ καὶ ἡ ὁποία ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀρβύλας, αἵτινες εὑρίσκονται εἰσέτι εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ δημοσίου, καὶ ἐξεφράσθη ὅτι ἦσαν ἄχρηστοι. Σᾶς ἀνέφερε, εἶπον, ἐκθέσεις διαφόρων ταγμάτων, προεκλήθη δὲ παρὰ τοῦ κ. Σ. Ἀντωνοπούλου ν’ ἀναγνώσῃ καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ 13 τάγματος· δὲν ἠθέλησεν ὅμως, διότι αὕτη ἦτο ἡ κλεὶς τοῦ ζητήματος. Ἡ ἔκθεσις τοῦ 13 τάγματος διακρίνει δύω εἰδῶν ἀρβύλας ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐλθούσας, τὰς παραγγελθείσας παρὰ τοῦ κ. Ζιμβρακάκη καὶ τῶν ὁποίων μέρος ἦλθε καὶ διενεμήθη, καὶ τὰς παραγγελθείσας παρὰ τοῦ κ. Πετιμεζᾶ. Αἱ μὲν ἦσαν στερεαὶ ὁμολογουμένως, ἐξηλέγχθησαν καὶ παρελήφθησαν σύμφωνα μὲ τοὺς ὅρους, αἱ δὲ ἄχρηστοι. Τὰς ἐκθέσεις τὰς ἀφορώσας τὴν πρώτην παραγγελίαν ἠθέλησε νὰ τὰς ἐφαρμόσῃ εἰς τὴν δευτέραν, καὶ ἰδοὺ ἡ κλεὶς τοῦ ὅλου ζητήματος τῶν ἀρβυλῶν. Χαίρω ὅμως, κύριοι, διότι ἡ πρότασίς μου ἐγαργάλισε τοσοῦτον τὸ μνημονικὸν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ὥστε ἐπεχείρησε ν’ ἀνεύρῃ τὴν σωρείαν τῶν ἐγγράφων τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα ἐνώπιόν σας. Δὲν παρῆλθον τρεῖς ἡμέραι ἀφ’ ὅτου παρεκάλεσα ἐκ νέου τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν προμήθειαν ταύτην, καὶ ἀφ’ ὅτου ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἐπανειλημμένως ἠρνεῖτο αὐτὴν, λέγων ὅτι οὔτε ζεῦγος ἠγόρασε. Σᾶς ἔλεγον κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 27 Ὀκτωβρίου, «καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἡ ἔκθεσις τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰ ὑποδήματα τὰ προμηθευθέντα ἀπὸ τὸν ποτὲ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εὑρίσκεται εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τούτου, ἴσως ἴσως ὅμως εὑρίσκεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν». Καὶ ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἀπήντα «ἐπιμένεις τῳόντι, ὅτι ἠγοράσθησαν καὶ ἦλθον ἐδῶ 10,000 ζεύγη ὑποδημάτων;» Τῷ ἔλεγον ἐγὼ «ἡ παραίτησίς σου προῆλθεν ἐκ τούτου· τί κάθεσαι καὶ λές;» Ἀπήντα δὲ πάλιν ὁ κ. Πετιμεζᾶς· «Σὺ τί κάθεσαι καὶ λές; σοῦ λέγω ὅτι κανὲν ζευγάρι παπούτσια δὲν ἐπρομήθευσα ἐγὼ εἰς τὸν στρατόν». Ταῦτα σᾶς ἔλεγεν ἀκόμη προχθὲς ἐδώ. Δὲν εἶναι δ’ ἀληθὲς μήτε, ὅτι ἀντὶ τῶν ἤδη παρηγγελμένων διετάχθη ἡ ἀποστολὴ τῶν 10,000 ζευγῶν. Ὁ Godillot σᾶς λέγει· «Εἶμαι ἀνεγνωρισμένος προμηθευτὴς τῆς Ἑλλάδος δυνάμει συμβάσεως μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὴν δοθεῖσαν παραγγελίαν θέλω ἐκτελέσει ἐν καιρῷ· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρξῃ ἔκτακτος ἀνάγκη, διὰ τοῦτο σᾶς προσφέρω 10,000 ζεύγη ὑποδημάτων ἑτοίμων.» Λοιπὸν ἦτο ἀνεξάρτητος ἡ μία προμήθεια ἀπὸ τὴν ἄλλην, ἦτο ἀνεξάρτητος ἡ παραγγελία τοῦ κ. Ζιμβρακάκη ἀπὸ τῆς τοῦ κ. Πετιμεζᾶ. Τόσον δ’ ἐγαργάλισεν ἡ πρότασίς μου τὸ μνημονικὸν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ὥστε ἐνθυμήθη, ὅτι ἡ προμήθεια τοῦ διπύρου ἐδόθη πρὸς τὸν Λάμπρον, οὐχὶ διὰ δημοπρασίας, ἀλλὰ δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας. Ἐν τούτοις ἰδοὺ τί σᾶς ἔλεγε καὶ περὶ τούτου κατὰ τὴν 27 Ὀκτωβρίου· «Θέλω δώσει εἰς τὴν Βουλὴν ὀλίγας πληροφορίας, διότι δὲν εἶναι καὶ ἀνάγκη νὰ εἴπῃ τις καὶ πολλὰ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· ὁ διπυρίτης ἠγοράσθη διὰ δημοπρασίας καὶ μετεφέρθη ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα κτλ.». Δὲν εἶναι δ’ ἀληθῆ, κύριοι, καὶ δύναμαι νὰ τὸ βεβαιώσω μὲ τὸν ἐπισημότερον τρόπον, ὅσα ὁ ποτὲ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν σᾶς εἶπε περὶ τοῦ διπυρίτου καὶ τῆς σχετικῆς συμφωνίας. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μετὰ τὸν συναγωνισμὸν ὁ ὁποῖος προεκηρύχθη καὶ κατέληξεν ὑπὲρ τοῦ ἐν Σύρῳ ἐμπόρου Δαμίγου ἀντὶ δραχ. 37,50 τὸν στατῆρα, ἄλλη προσφορὰ ἐκτὸς τῆς τοῦ Λάμπρου ἀντὶ δραχ. 37,50 τὸν στατῆρα δὲν ἐγένετο. Ἀμέσως μετὰ τὴν δημοπρασίαν ὁ ἐν Πειραιεῖ ἔμπορος κ. Σταμόπουλος μετέβη αὐτοπροσώπως εἰς Ἀθήνας παρὰ τῷ τότε Ὑπουργῷ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῷ ἐνεχείρισεν ἀναφορὰν, δι’ ἧς κατεβίβαζε τὴν τιμὴν τοῦ στατῆρος εἰς δραχ. 34,50, ἐνῷ ὁ μὲν Λάμπρου προσεφέρετο ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐν λόγῳ προμήθειαν ἀντὶ δραχμῶν 37,25 τὸν στατῆρα, ὁ δὲ Δαμίγος ἀντὶ δραχ. 37,50 τὸν στατῆρα. Ἐγένετο δὲ, κύριοι, ἡ συμφωνία περὶ τῆς προμηθείας τοῦ διπυρίτου ὄχι διὰ δημοπρασίας, ἀλλ’ ἰδιαιτέρως, καὶ ἐγένετο αὕτη τὴν δεκάτην πέμπτην Μαρτίου, ἐνῷ προκήρυξις διὰ νέαν δημοπρασίαν ὥριζε τὴν 17, 18 καὶ 19 Μαρτίου. Πῶς λοιπὸν ὁ προκηρυχθεὶς νέος συναγωνισμὸς κατεστράφη; πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐναντίον τῆς προκηρύξεώς του, προέβη εἰς συμφωνίαν ἰδιαιτέραν; Ὅταν ἐνέκρινε δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας τὴν προμήθειαν τοῦ διπυρίτου ἀντὶ δραχ. 37,25, μετέβη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ τοῦτο ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἦτο σύμφωνον· ἐζήτησε δὲ ῥητῶς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅπως ἐκ νέου ἐκτεθῇ εἰς δημοπρασίαν ἡ προμήθεια τοῦ διπυρίτου. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπεχώρησε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως κατὰ τὴν ἀπόφασιν τούτου δώσῃ ἐντολὴν διὰ νέαν δημοπρασίαν, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἔλαβε γνῶσιν ὁ Λάμπρου τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργείου, εὑρισκομένης ἔτι παρὰ τῷ Φρουραρχείῳ, καὶ τότε συνεκροτήθη συμβούλιον τῶν νομομαθῶν, τὸ ὁποῖον, λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὰ πραγματικὰ γεγονότα, ὅπως τῷ τὰ παρέστησαν, ὅτι δηλαδὴ ἀπεδέχθη καὶ ἐνέκρινεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὴν προσφορὰν τῶν δραχμῶν 37,25 τοῦ Λάμπρου, ὅτι ὁ Λάμπρος ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἐγκρίσεως ἐκ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου πρὸς τὸ Φρουραρχεῖον, ἀπεφήνατο ὅτι τὸ Δημόσιον εὐθύνεται καὶ ὅτι ὁ Λάμπρος ἀπέκτησε δικαίωμα ἐκ τῆς πρὸς αὐτὸν ἀνακοινώσεως τῆς ἐγκρίσεως. Τοιουτοτρόπως, ἐναντίον ῥητῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κατεστράφη ὁ συναγωνισμὸς, ἐδόθη δὲ ἡ προμήθεια 15,000 στατήρων διπυρίτου εἰς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἤθελεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Τώρα ὁποῖος ἦτο ὁ διπυρίτης; Ἀνεγνώσατε τὰς διαφόρους ἐκθέσεις, τὸ πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον τὸ θεωρεῖ ἄχρηστον καὶ διατάσσει τὴν ἐκποίησιν. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι δὲν ἁρμόζει, ἀφοῦ σήμερον παρίσταται ἐνταῦθα ὡς Ὑπουργός, νὰ θέλῃ νὰ διαψεύσῃ ὅ,τι οἱ συνάδελφοί του εἶπον ἐν ἐγγράφῳ δημοσίῳ, ἐν πρωτοκόλλῳ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§98ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δὲν ὡμίλησα ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας.
§99Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅ,τι λέγετε ἐνταῦθα, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα αὐτὴν τὸ λέγετε.
§100ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὅταν μὲ προὐκάλεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπὶ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν ἐνώπιόν μου, σᾶς εἶπον, ὅτι ὑπῆγον εἰς τὴν στρατιωτικὴν σχολὴν νὰ ἐπισκεφθῶ συγγενῆ μου τινά (τί ἀνακατεύετε τὸν Ὑπουργόν; ἐγὼ τότε ἤμην Βουλευτὴς)· δὲν σᾶς εἶπον δὲ ὅ,τι εἶδον, ἀλλ’ ὅ,τι ἤκουσα περὶ αὐτοῦ. Μοὶ ἔδοσαν δὲ καὶ μίαν γαλέτταν, καὶ εἶπον τὴν ἰδέαν μου. Τί ἀνακατεύετε τὸν Ὑπουργόν;
§101ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι σήμερον δὲν εἶσθε παρὰ Ὑπουργὸς, καὶ ὅταν ὁμιλῇ ὁ Ὑπουργὸς, ὁμιλεῖ ἡ ἀρχὴ, ἡ Κυβέρνησις, ἥτις εἶναι ἑνιαία. Δὲν εἴχατε δὲ δικαίωμα νὰ διαψεύσητε ὅ,τι ἐν ἐπισήμῳ ἐγγράφῳ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον βεβαιοῖ.
§102ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Τί ἀνακατεύετε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, εἰς ὅ,τι ἐγὼ ὡς ἰδιώτης εἶδον;
§103ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ ἐνόμιζα, κύριοι, ὅτι ἐκαλούμην μόνον νὰ ἐξηγήσω καὶ νὰ συμπληρώσω τὴν προχθὲς ὑποβληθεῖσαν εἰς τὸ Προεδρεῖον πρότασίν μου. Ἐνόμιζον, ὅτι ἡ πρότασίς μου ἐκείνη δὲν εἶχεν ἀνάγκην οὔτε δικαιολογήσεως οὔτε ὑποστηρίξεως. Ἐνόμιζον δὲ, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην δικαιολογήσεως, διότι ἀρκοῦσα, ὑποθέτω, δικαιολόγησις αὐτῆς εἶναι τὰ δημόσια ἔγγραφα, ἔστω καὶ ἂν, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ἦναι ἀντιφατικὰ, ἀρκοῦσα δικαιολόγησις εἶναι τὰ νέα ἔγγραφα, ἅτινα ἴσως μετ’ ὀλίγον θὰ καταθέσῃ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀρκοῦσα δικαιολόγησις εἶναι ἡ παντελὴς μέχρι τῆς χθὲς ἄγνοια τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περὶ τῶν λαβόντων χώραν ὡς πρὸς τὰς προμηθείας ταύτας. Καὶ ἡ ἄγνοια, κύριοι, αὐτὴ, προερχομένη ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου εἶναι γνωστὴ καὶ ἡ ἀγαθότης καὶ ἡ ἐπιείκεια, οὐδόλως μὲ ἐκπλήττει... Ἤμην δὲ βέβαιος, ὅτι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἤθελε λησμονήσει οὐ μόνον τὸν θόρυβον τὸν γενόμενον ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἕνεκα τῆς προμηθείας τῶν ἀρβυλῶν, ἀλλὰ καὶ τὸ πρωτόκολλον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον προχθὲς ὑπέγραψε καὶ δι’ οὗ ῥητῶς καταδικάζεται εἰς ἐκποίησιν διὰ δημοπρασίας ἡ γαλέττα ὡς ἀδιάβροχος, καὶ ἂν ἐπὶ πολλὰς ὥρας μείνῃ ἐν τῷ ὕδατι. Ἀλλ’ ἐκ μέρους τῶν λοιπῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐκ μέρους ἰδίως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ παντελὴς αὕτη ἄγνοια μεθ’ ὅλον τὸ ἑπτάμηνον σκάνδαλον, μὲ ἐκπλήττει· μὲ ἐκπλήττει, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπῆρξε τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου ὅλαι αἱ ἐκθέσεις τῶν Πρεσβειῶν, — καὶ δὲν εἶναι μία τοιαύτη, ἀλλὰ πολλαὶ, τελευταία δὲ αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑψηλάντου, τοῦ πρέσβεως ἡμῶν ἐν Παρισίοις καὶ Βιέννῃ, — ὅλαι αἱ ἐκθέσεις, λέγω, τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ Πρεσβειῶν διοχετεύοντο εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν· μὲ ἐκπλήττει δὲ ἡ ἄγνοια αὐτοῦ κατὰ τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἔναυλοι εἶναι εἰσέτι εἰς τὰς ἀκοάς μου οἱ πικροὶ λόγοι, τοὺς ὁποίους πρὸς τὸν πρὸ ὀλίγου συνάδελφόν του ἀπηύθυνε. Τῷ ἔλεγεν, ὡς ἐνθυμοῦμαι καὶ ἐνθυμεῖσθε πάντες· «ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ σοῦ εἶναι, ὅτι σὺ μὲν ἐξετάζεις μόνον τί συμβαίνει εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν σου, ἐγὼ δὲ ἐξετάζω τί συμβαίνει καὶ εἰς τὰ Ὑπουργεῖα τῶν ἄλλων, ὅτε διατελῶ Ὑπουργός». Ἐν τούτοις μόλις, μετὰ ἐπανειλημμένας ἐπερωτήσεις, μετὰ ἐπανειλημμένας ἐξετάσεις, ἠδυνήθη τέλος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ φέρῃ ἐνώπιόν σας σημείωσιν τῶν ἐκθέσεων ἐκείνων τῶν Πρεσβειῶν, αἱ ὁποῖαι ἀβρόχοις ποσὶ διῆλθον διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν ἔχει λοιπὸν ἀνάγκην δικαιολογίας ἡ πρότασίς μου, ὅταν τοιαῦτα ἦναι τὰ δημόσια ἔγγραφα, τοιαύτη δ’ ὑπάρχῃ ἡ σύγχυσις ἐν τῇ Κυβερνήσει. Ἀλλὰ ἐνόμιζον καὶ νομίζω εἰσέτι, ὅτι δὲν ἔχει καὶ ἀνάγκην ὑποστηρίξεως. Καὶ τίς δύναται νὰ ἀντείπῃ κατ’ αὐτῆς, εἴτε ἐκτὸς εἴτε ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου; Ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου οἱ πάντες ἔχουσι καὶ συμφέρον καὶ δικαίωμα νὰ μάθωσι ποῦ ὁ ἱδρὼς τοῦ λαοῦ δαπανᾶται. Σεῖς δὲ, οἱ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ἔχετε καὶ καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσητε ποῦ ἀληθῶς ἐδαπανήθη, καὶ ἐὰν τὸ καθῆκον αὐτὸ παραλείψητε, δὲν ἔχετε λόγον ὑπάρξεως, διότι τὴν νομοθετικήν σας ἐργασίαν τὸ πρῶτον ἐλεεινὸν συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας ἠδύνατο ἴσως καλλίτερα ἡμῶν νὰ κάμῃ. Δὲν δύναται δὲ οὔτε ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀντιλέξῃ εἰς τὴν πρότασίν μου, ἕνεκα τῆς ἀγνοίας εἰς ἣν μεθ’ ὅλον τὸ σκάνδαλον τὸ ἑπτάμηνον, ὡς προεῖπον, διετέλει μέχρι τῆς χθές. Ὑπολείπεται ὁ ποτὲ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ οὐδ’ αὐτὸς ὤφειλε ν’ ἀντιλέξῃ εἰς τὴν πρότασίν μου. Πρὸ ἑπτὰ ὅλων μηνῶν διασύρεται ἡ ὑπόληψίς του, πρὸ ἑπτὰ ὅλων μηνῶν πέριξ αὐτοῦ ὁ τύπος διακωδωνίζει μυρίας ὅσας καταχρήσεις, γενομένας κατὰ τὰς προμηθείας τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν, κύριοι, δὲν ἔλθῃ ἐπιτροπὴ ἐξ ἡμῶν τῶν ὁμοτίμων αὐτοῦ νὰ κηρύξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅλας τὰς ἀποδοθείσας καταχρήσεις κατὰ τὰς προμηθείας τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὡς συκοφαντίας καὶ ψεύδη, ἡ τιμὴ αὐτοῦ δὲν θὰ ἐξέλθῃ ἀλώβητος ἐντεῦθεν.
§104Σ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἡ τιμή μου εἶνε τόσιν ὑψηλὰ, ὥστε ποτὲ δὲν θὰ τὴν φθάσῃς σύ.
§105Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τότε μόνον, ὅταν ἡ ἐπιτροπή σας τοιαύτην φέρῃ γνωμοδότησιν, ὅταν κηρύξῃ ἐντεῦθεν, ναὶ ἐγένοντο προμήθειαι, ναὶ ἐζημιώθη τὸ δημόσιον, ναὶ κατεστράφη ἥμισυ ἑκατομμύριον ἐκ τῶν 35 μετὰ κόπου δανεισθέντων, ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν πταίει, ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του· ἐὰν ἠπατήθη, ἠπατήθη ὡς πάντες δύνασθε ν’ ἀπατηθῆτε, ὡς πᾶς τίμιος ἄνθρωπος δύναται ν’ ἀπατηθῇ, — τότε μόνον, λέγω, ὅτι δύναται ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἀγερώχως ἐκείνους τοὺς ὁποίους σήμερον ἀποκαλεῖ συκοφάντας, καὶ θὰ δυνηθῇ νὰ κατασυντρίψῃ, οὐχὶ διὰ λακτισμάτων, διότι τοῦτο ἄλλῳ γένει δέδοται, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀποδείξεως τῆς ἀθωότητός του καὶ τῆς ἀναλάμψεως τῆς δικαιοσύνης του. Ἂν δὲ ἀντέλεξε, δὲν θέλει ποτὲ τολμήσει νὰ καταψηφίσῃ, διότι ἡ τιμή του ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς παραδοχῆς ἢ ὄχι τῆς προτάσεώς μου. Δὲν εἶχον λοιπὸν ἀνάγκην, κύριοι, μήτε νὰ δικαιολογήσω μήτε νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασίν μου, διότι δὲν βλέπω τὸν ἀντιλέξοντα· ἀλλ’ ὤφειλον νὰ ἐξηγήσω αὐτὴν καὶ νὰ τὴν συμπληρώσω, διότι ἐδόθη ὅλως διάφορος ἔννοια ἐκείνης, τὴν ὁποίαν πράγματι ἔχω. Ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, σᾶς ὑπέδειξα πῶς ἔφθασεν ἡ συζήτησις εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ εὑρίσκεται σήμερον, πῶς προεκλήθη, καὶ τί παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν. Τὴν παρεκάλεσα νὰ φέρῃ ἐνώπιόν σας τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ πρὸς τὰς προμηθείας τῶν ἀρβυλῶν καὶ τοῦ διπύρου. Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ, κατηγόρησά τινα; εἶπον λέξιν ἀφορῶσαν προσωπικῶς τὸν ποτὲ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν; Ἐξέφερα κατ’ αὐτοῦ μομφήν τινα προσωπικήν; Ἐὰν κατηγόρησα, κατηγόρησα βεβαίως τὸν διπυρίτην, κατηγόρησα τὰ πέδιλα, ἀλλὰ βεβαίως δὲν κατηγόρησα τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Διὰ τί τάχα νὰ θελήσῃ νὰ χαρακτηρίσῃ τὰ λεχθέντα ὡς ζήτημα προσωπικὸν καὶ ν’ ἀναλάβῃ ἐφ’ ἑαυτοῦ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα χίλιοι ἄλλοι δυνατὸν νὰ διέπραξαν; διὰ τί τὴν κατάχρησιν, ἐὰν ἔλαβε χώραν, νὰ θελήσῃ νὰ τὴν ἀναλάβῃ προσωπικῶς; Ἡ πρότασίς μου εἶναι ἁπλουστάτη. Πρότασις ἐρεύνης τῶν πραγμάτων, καὶ αὐτὴ δικαιολογεῖται ἐξ αὐτῶν τῶν Δημοσίων ἐγγράφων, βεβαιούντων τὴν καταστροφὴν τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου. Λοιπὸν τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τῆς προτάσεώς μου. Ἀφορᾷ καθαρῶς εἰς τὰς προμηθείας, καὶ δι’ αὐτῆς οὐδεμίαν κατηγορίαν προσῆπτον εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, θαυμάζω δὲ ὅτι ὁ ποτὲ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἠθέλησε νὰ τὴν χαρακτηρίσῃ ὡς προσωπικὴν προσβολὴν καὶ νὰ ἔλθῃ ν’ ἀπολογηθῇ ἀπὸ τοῦδε. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἐξήγησις, ἣν ὤφειλον νὰ κάμω, τῆς προτάσεώς μου. Ὡς πρὸς δὲ τὴν συμπλήρωσιν, πρὸς τὸ παρὸν ὀφείλω νὰ τὴν συμπληρώσω δι’ ἑνὸς μόνον κεφαλαίου, διότι δὲν ἔλαβον εἰσέτι γνῶσιν, οὔτε παρεδόθησαν παρὰ τοῦ προσωρινοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα παρεκάλεσα χθὲς νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἀπωλέσθη, ἐξηφανίσθη, εἶμαι βέβαιος, ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἔκθεσις τῆς ἐν Παρισίοις Πρεσβείας ἡμῶν, καὶ δὲν ὑπάρχει μήτε εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι σᾶς ἐβεβαίωσε τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν — καὶ περὶ τούτου οὐδεμία ἀμφιβολία δύναται νὰ ὑπάρξῃ — οὔτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ δὲν ἠδυνήθη οὔτε ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, οὔτε ὁ πρώην νὰ τὴν φέρῃ.
§106Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ἐρωτήσω...
§107Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τώρα ἀμέσως. Λοιπὸν θέλω νὰ συμπληρώσω τὴν πρότασίν μου, ὅπως μάθωμεν πῶς ἀπωλέσθησαν ἔγγραφα δημόσια. Ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς σᾶς ὠνόμασε, κύριοι, Ἰακωβίνους. Ἀφοῦ ἐντὸς τετάρτου τῆς ὥρας ἔλαβον γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, συνέταξα τὴν πρότασίν μου ἐκ τῆς θέσεως ἑνὸς τῶν γραμματέων, καὶ ἐζήτησα νὰ εὕρω ἐκείνους μεταξὺ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι, ἐκ τῶν διαφόρων μερίδων, εἶναι ἱκανώτεροι περὶ τὰ δικανικά. Τώρα διατί αὐτοὶ εἶναι Ἰακωβῖνοι, καὶ οἱ ἄλλοι δὲν εἶναι; Ἐὰν ὁ κ. Καράπαυλος ἦναι Ἰακωβῖνος, ἐὰν ὁ κ. Βουλπιώτης ἦναι Ἰακωβῖνος, ἐὰν οἱ ἄλλοι οἱ ἐν τῇ προτάσει μου ἦναι Ἰακωβῖνοι, διατί τάχα δὲν εἶσθε καὶ πάντες οἱ ἄλλοι. Ἢ νομίζει ὁ κ. Πετιμεζᾶς τὴν κεφαλήν του τόσον πολύτιμον, ὥστε νὰ θέλωμεν νὰ τὴν πάρωμεν.
§108Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶπον μόνον, ὅτι ἡ πρότασις ἔγεινε κατὰ τρόπον Ἰακωβίνων.
§109ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑποβάλλω, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν καὶ καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον, διὰ νὰ λάβουν γνῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησε χθὲς ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς κύριος Ῥάλλης, ἅτινα μόλις πρὸ δύο ὡρῶν ἠδυνήθησαν οἱ ἐργαζόμενοι εἰς τὰ ἀρχεῖα νὰ ἀνεύρωσιν, ἐξαιρουμένου τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐμνημόνευσε.
§110ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δὲν εὑρέθη ἐκεῖνο;
§111ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὸ μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν εὑρέθη· καταγίνονται, καὶ τοὺς ἔχω στενοχωρημένους νὰ κάμουν πάντα τρόπον, νὰ τὸ εὕρουν. Μέχρις ὅτου δὲν ἐξαντλήσουν ὅλα τὰ μέσα, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὡρισμένως, ὅτι δὲν εὑρέθη. Ἐρευνῶμεν, ἐὰν δὲ δὲν εὑρεθῇ, ἐτηλεγραφήσαμεν ἤδη νὰ ἔλθῃ ἐκ Παρισίων τὸ ἀντίγραφον.
§112Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔχω πρότασιν παρεμπίπτουσαν...
§113ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον ἔχομεν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς σημερινῆς ἡμερησίας διατάξεως. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 6 παρὰ 15 λ. μ. μ.)