| 200 | Εἰς μὲν τὸ Ὑπουργ. τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ | δρ. | 7,250,168, | |
| 201 | Εἰς δὲ » » » Ναυτικῶν » | » | 1,740,000, | |
| 202 | Διετέθη δὲ | 8,990,168 | ||
| 203 | ὑπὸ μὲν τοῦ Ὑπουρ. τῶν Στρατιωτικῶν ποσὸν | Δρ. | 7,239,962 | |
| 204 | ὑπὸ δὲ » » » Ναυτικῶν » | » | 1,636,388 |
1878.10.14
1,374 rows · 10,922 words · 1 table · 114 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20
τῆς 14 Ὀκτωβρίου 1878.
(Σάββατον.)
Ὥρα 2. μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἀναφορὰ πολλῶν κατοίκων χωρίων τινῶν τοῦ δήμου Οἰχαλίας τῆς Μεσσήνης, παραπονουμένων κατὰ τῆς μεταβολῆς τῆς διευθύνσεως τῆς ἀπὸ Καλαμῶν εἰς Μεγαλόπολιν ἐθνικῆς ὁδοῦ. Πολλοὶ κάτοικοι Ἀθηνῶν συνιστῶσι δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν αὔξησιν τῆς ἤδη παρεχομένης προκαταβολῆς ὑπὲρ τῶν προσωπικῶς κρατουμένων, ἢ τὴν κατάργησιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως. Ἀμφότεραι αἱ ἀναφοραὶ αὗται θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν.
§2ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Πρὸ ἑνὸς ἔτους, κύριοι, ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων συντάξεων ἀπὸ τοῦ δεκεμβρίου 1876. Ὡς γνωστὸν, συνεχωνεύθη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸ τῶν πολιτικῶν συντάξεων, ἠλαττώθησαν δ’ αὗται κατὰ 10%. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἄδικος ἡ καθυστέρησις, ἀφοῦ αἱ συντάξεις αὗται προέρχονται ἐκ τῶν καταβολῶν αὐτῶν τῶν συνταξιούχων, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ εἰσαγάγῃ ἐκ νέου τὸ νομοσχέδιον.
§3ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Μάλιστα. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· εἶναι ὑποβεβλημένον ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, «τὰ νομοθετικὰ ἔργα, τὰ ἀρξάμενα καὶ διακοπέντα ἐκ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, δύνανται νὰ ἐπαναληφθῶσιν εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον τῆς αὐτῆς Περιόδου, καθ’ ἣν εὑρίσκονται στάσιν.» Ταύτην τὴν διάταξιν νὰ ἐφαρμόσωμεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου;
§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§6ΦΙΛΗΜΩΝ. Πέρυσι, κύριοι, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὑπεβλήθη σὺν ἄλλοις καὶ ἀναφορὰ τῆς χήρας Μαρίας Μαυρογιάννη, ἐξαιτουμένης τὴν ἀρωγὴν τοῦ Κράτους. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν συνέστησεν ἰδιαιτέρως τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν εἰς τὴν μελέτην τῆς Βουλῆς. Καὶ εἶχε λόγους ἰσχυροὺς πρὸς τοῦτο. Ἡ χήρα αὕτη, ἐννενηκοντοῦτις ἤδη, εἶναι χήρα ἀνδρὸς, ὅστις ἐθυσίασε τὸ πλοῖον του καὶ τὴν κολοσσιαίαν περιουσίαν του ἐν τῷ ἀγῶνι καὶ εἶδεν αἰχμάλωτον τὴν οἰκογένειάν του. Ἀλλὰ μεθ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἤθελον τολμήσει νὰ συστήσω ἰδίως τὴν ἀναφορὰν τῆς Μαυρογιάννη, διότι τὰ δικαιώματά της στηρίζει ἡ χήρα αὕτη ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων, ἐφ’ ὧν καὶ ἄλλαι οἰκογένειαι, μεγαλειτέρας προσενεγκοῦσαι θυσίας, δύνανται νὰ τὰ στηρίξωσι, καὶ πρὶν ἢ ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτῶν, ἄτοπον θὰ ἦτο ἐξαιρετικῶς νὰ μεριμνήσωμεν περὶ αὐτῆς, ἐὰν μὴ ὑπῆρχε περίστασις, ἥτις, νομίζω, ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ ἀμέσως περὶ τῆς χήρας αὐτῆς. Παρέχον τὸ δημόσιον βοήθημα εἰς αὐτὴν, δὲν ζημιοῦται. Ἡ χήρα αὕτη εἶναι ἡ ἐγγονὴ τοῦ ἀειμνήστου ἐθνικοῦ εὐεργέτου Ἰωάννου Βαρβάκη, ὅστις ὁλόκληρον σχεδὸν τὴν περιουσίαν του, ἡ ὁποία ὑπερβαίνει τὰ δύω ἑκατομμύρια, προσέφερεν εἰς τὸ ἔθνος. Ἐκ τῆς περιουσίας αὐτῆς τὸ δημόσιον εἰσπράττει ἐτησίως εἰς τόκους ἑκατὸν εἴκοσι χιλιάδας δραχμῶν, τὰς ὁποίας διαθέτει εἰς ὑποτροφίας, εἰς πληρωμὴν διδασκάλων, καὶ εἰς ἄλλα ὁμοίας φύσεως ἀντικείμενα. Καὶ ὅμως, ἐνῷ πρὸ δεκαετίας καὶ ἐπέκεινα ἐτησίως τόσον ποσὸν εἰσάγεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἡ ἐγγονὴ τοῦ ἀνδρός, ὅστις ἔδωκεν ὅλην του τὴν περιουσίαν, τὴν ὁποίαν σήμερον τὸ Ἔθνος ἔχει εἰς χεῖράς του, στερεῖται καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν κκ. Μαυρομιχάλη, Καραϊσκάκη, Δούμα καὶ ἄλλων, καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, γνωριζόντων τὴν ἐλεεινὴν καὶ οἰκτρὰν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ χήρα αὕτη. Εἶναι εἰς τὸ χεῖλος τοῦ τάφου, δὲν ἔχει νὰ ζήσῃ παρὰ ἓν ἢ δύο ἔτη. Νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ προσδιορίσῃ γενναίαν σύνταξιν ὑπὲρ αὐτῆς.
§7ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι μία μόνον.
§8ΦΙΛΗΜΩΝ. Σᾶς παρακαλῶ· δὲν πρόκειται τὸ Δημόσιον νὰ δαπανήσῃ τίποτε, διότι λαμβάνει 120,000 δραχμῶν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ δαπανήσῃ τὸ Δημόσιον, δὲν ἤθελον φέρει τὸν λόγον. Ἡ γυνὴ αὕτη εὑρίσκεται εἰς ὅλως ἐξαιρετικὴν θέσιν. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀντίκειται εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν, παρακαλῶ τὸν Κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ δώσῃ πληροφορίας περὶ τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον λαμβάνει τὸ Δημόσιον ἐτησίως.
§9Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως). Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μεγάλην περιουσίαν κατέλιπεν εἰς τὸ Δημόσιον ὁ ἀοίδιμος Βαρβάκης, ἀλλ’ ὥρισε διὰ διαθήκης καὶ τὴν χρῆσιν αὐτῆς, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθῇ ἄλλως. Ἀπόγονος τοῦ ἀοιδίμου Βαρβάκη εἶναι ἡ ἀναφερομένη χήρα. Ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ θὰ σκεφθῇ· ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαθέσῃ τι ἐκ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος κληροδοτήματος.
§10ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἶναι 120,000 δραχμῶν οἱ τόκοι.
§11ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς.
§12Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καθὰ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, οἱ τόκοι τῆς περιουσίας Βαρβάκη εἶναι διατεθειμένοι. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἔχει ἄπειρα τὰ μέσα νὰ διαθέσῃ, ἵνα δώσῃ τὴν ζητουμένην συνδρομὴν, μέχρις ὅτου διατεθῶσιν οἱ τόκοι οὕτως, ὥστε ἐκ τοῦ περισσεύματος νὰ χορηγῆται βοήθεια.
§13ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθῶσιν οἱ τόκοι, διότι εἶναι προωρισμένοι διὰ τὰς ὑποτροφίας καὶ ἄλλα ἔργα. Ἀλλ’ εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό· εἶναι περιουσία τοῦ Δημοσίου.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν κατέθετο τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν συμβάσεων, αἱ δὲ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἔκθεσίν των ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως τῆς ἐγχωρίου περιουσίας Κεφαλληνίας· ἀμφότεραι αἱ ἐκθέσεις αὗται θὰ τυπωθῶσι. «Πρὸς τὴν Βουλήν· Ἡ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντα τρία νομοσχέδια, ἤτοι αʹ) τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τῶν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συνομολογηθεισῶν συμβάσεων ἀπὸ 18 Μαΐου καὶ 16 7βρίου 1878 περὶ συνομολογήσεως δανείου ἐκ δραχ. 2,262,443,60 πρὸς ἐξώνησιν τῶν εἰς τὴν Ἐθν. Τράπεζαν δοθεισῶν διαθεσίμων ὁμολογιῶν ἐκ τοῦ δυνάμει τῶν νόμων τῆς 17 Δβρίου 1876 καὶ 18 Μαρτίου 1877 ἐγκριθέντος δανείου τῶν 10,000,000 νέων δραχμῶν καὶ περὶ συνομολογήσεως νέου δανείου ἐκ δρ. 5,000,000, βʹ) τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν κύρωσιν τῆς ἀπὸ 3 Αὐγούστου ἐ. ἔ. συμβάσεως μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης περὶ συνομολογήσεως δανείου ἐκ δραχ. 6,000,000 καὶ περὶ τῆς πρὸς τὴν αὐτὴν Τράπεζαν παροχῆς τοῦ προνομίου τῆς ἀποκλειστικῆς κυκλοφορίας τραπεζ. γραμματίων ἐν τοῖς Ἰονίοις νήσοις μέχρι τῆς 31 Δβρίου 1891, καὶ γʹ) τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τῶν ἐντόκων γραμματίων εἰς δραχ. 14,000,000. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ ἐκφέρῃ τὴν ἑαυτῆς γνώμην συνάμα καὶ ἐπὶ τῶν τριῶν νομοσχεδίων, διότι καὶ τῶν τριῶν ὁ κύριος σκοπὸς εἶναι νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις δάνεια ἐν ὅλῳ ἐκ δραχ. 18,262,433,60. Πρωτίστως ἡ Ἐπιτροπὴ παρατηρεῖ, ὅτι ἡ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συνομολογηθεῖσα τῇ 18 Μαΐου ἐ. ἔ. Σύμβασις, δι’ ἧς ἡ Κυβέρνησις ἐδανείσθη παρὰ τῆς Τραπέζης δραχμὰς 2,262,433, 60 παραχωρήσασα εἰς αὐτὴν μετὰ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξωνήσεως τὰς ὑπολειφθείσας 10,228 ἀδιαθέτους ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν νέων δραχμῶν 10,000,000, ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ δι’ εἰδικοῦ νομοσχεδίου, διότι αὕτη διαφέρει τῶν ἄλλων Συμβάσεων ὡς ἀφορῶσα ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς δάνειον ληφθὲν καὶ δαπανηθὲν ἤδη, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὴν ὑπὸ τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐπαναφορὰν τῶν 10,228 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 10,000,000, δι’ ὧν διατεθειμένων δύναται νὰ πορισθῇ ἴσον ποσὸν χρημάτων. Καίτοι δ’ ἡ ἐπιτροπὴ δι’ οὓς λόγους θέλει ἐκθέσει παρακατιοῦσα ἐν ταῖς περὶ τῶν ἄλλων Συμβάσεων σκέψεσιν αὐτῆς, φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν περαιτέρω ἔκδοσιν τραπεζικῶν γραμματίων ἐχόντων ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, οὐχ ἧττον ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρόκειται περὶ δανείου δαπανηθέντος ἤδη, καὶ ὅτι ὁ λόγος, δι’ ὧν αἱ ὁμολογίαι αὗται ἔμειναν ἀδιάθετοι, ἀναφέρεται εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε τὸ Δημόσιον συμφέρον νὰ μὴ διατεθῶσιν ἐπὶ τῇ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁρισθείσῃ τιμῇ μετὰ τὴν ὡς ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπελθοῦσαν ὑποτίμησιν τοῦ χαρτονομίσματος, προτείνει νὰ ψηφισθῇ εἰδικὸς νόμος ἔχων οὕτω· Ἄρθρον 1. Κυροῦται ἡ μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συνομολογηθεῖσα τῇ 18 Μαΐου ἐ. ἔ. Σύμβασις ἐν ἄρθρ. 9 περὶ πραγματοποιήσεως τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου τῶν 10,000,000 νέων δραχμῶν. Ἄρθρον 2. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δάνειον δραχ. 2,262,433,60 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ ἐπὶ τόκῳ 1% πρὸς τὸν ἀποκλειστικὸν σκοπὸν τῆς ἐξωνήσεως τῶν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν περιελθουσῶν ὁμολογιῶν τοῦ ἀνωτέρω δανείου τῶν 10,000,000 ὑπὸ τοὺς ἀριθμοὺς 29,773 μέχρι 40,000 κατὰ τὸ ἄρθρ. 4 τῆς αὐτῆς Συμβάσεως. Αἱ ὁμολογίαι αὗται, ἐπανερχόμεναι εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀκυροῦνται.» Ἀλλὰ πλὴν τοῦ ἀντιτίμου τῶν εἰρημένων ὁμολογιῶν ἐκ δραχμῶν 2,262,433. Ὁ ἀπομενουσῶν κατὰ τ’ ἀνωτέρω εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, αὕτη ζητεῖ διὰ τῶν δύω ἑτέρων Συμβάσεων καὶ τοῦ Νομοσχεδίου τῶν ἐντόκων γραμματίων νὰ δανεισθῇ εἰσέτι δραχ. 16,000,000. Κατὰ στοιχειώδη οἰκονομολογικὴν ἀρχὴν καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν λογικὴν, ἡ συνομολόγησις δανείων εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου προϋποθέτει ἀναγκαίως ἔκτακτον δαπάνην, πρὸς πληρωμὴν τῆς ὁποίας εἰσὶν ἀνεπαρκεῖς αἱ τακτικαὶ πρόσοδοι τοῦ Κράτους, ἐνίοτε δὲ καὶ τὴν κάλυψιν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ περὶ μὲν τοῦ δευτέρου δὲν πρόκειται, διότι, εἰ καὶ δὲν ὑπεβλήθη εἰσέτι εἰς τὴν Βουλὴν προσωρινὴ κατάστασις τῶν μέχρι τοῦ λήξαντος μηνὸς πραγματοποιηθεισῶν προσόδων καὶ δαπανῶν, οὐχ ἧττον κατὰ τὰς δοθείσας ἡμῖν πληροφορίας ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους δὲν θέλει παρουσιάσει ἔλλειμα ἀναφορικῶς πρὸς τὰς κανονικὰς τοῦ Κράτους δαπάνας. Πρόκειται δ’ ἀναγκαίως περὶ ἐκτάκτων δαπανῶν, ὧν τὸ ποσὸν καὶ τὴν αἰτίαν ὀφείλει νὰ γινώσκῃ λεπτομερῶς ἡ Βουλὴ πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ὑποβληθέντων Νομοσχεδίων. Τὸ ποσὸν καὶ ἡ αἰτία τῶν τοιούτων ἐκτάκτων δαπανῶν ἐκτίθενται κατὰ τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ Νόμον ἐν τοῖς Νόμοις, δι’ ὧν χορηγοῦνται αἱ ἀναγκαῖαι πιστώσεις. Ἐπειδὴ δὲ ἐν τοῖς ὑπὸ ἐξέτασιν Νομοσχεδίοις δὲν προτείνεται ἡ χορήγησις πιστώσεων, τὸ δὲ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν Νομοσχέδιον περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως δραχμῶν 12,000,000 ἀνεκλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἰσχυρισθείσης, ὅτι, κατόπιν νεωτέρας ἐρεύνης, ἀνεκαλύφθη, ὅτι ὑπάρχουσι διὰ προγενεστέρων Νόμων κεχωρηγημέναι πλὴν ἀδιάθετοι πιστώσεις ἐκ δραχ. 8,000,000 περίπου, ἐξεταστέον, ἂν ὄντως ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τοσούτου ποσοῦ ἀδιαθέτους πιστώσεις, διότι ἄλλως δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν Νομοσχεδίων περὶ συνομολογήσεως νέων δανείων. Διὰ τοῦ Νόμου τῆς 17 Δβρίου 1876 περὶ δανείου δραχμῶν νέων 10,000,000 ἐχορηγήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκτάκτως πίστωσις ἴση πρὸς τὸ πραγματοποιηθησόμενον ποσὸν ἐκ τοῦ δανείου αὐτοῦ. Ἐπειδὴ δ’ ἐκ τοῦ δανείου αὐτοῦ, μετὰ τῶν εἰς τὴν Τράπεζαν παραχωρηθεισῶν 10,228 ὁμολογιῶν κατὰ τὴν ἀνωτέρω μνημονευθεῖσαν Σύμβασιν τῆς 18 Μαΐου ε. ε, εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 8,838,000, ἕπεται ὅτι ἡ διὰ τοῦ εἰρημένου Νόμου χορηγηθεῖσα πίστωσις εἶναι ἴση πρὸς τὸ ποσὸν αὐτό. Ἡ πίστωσις αὕτη διὰ Β. Διαταγμάτων διενεμήθη·
| Εἰς μὲν τὸ Ὑπουργ. τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ | δρ. | 7,250,168, |
| Εἰς δὲ » » » Ναυτικῶν » | » | 1,740,000, |
| Διετέθη δὲ | 8,990,168 | |
| ὑπὸ μὲν τοῦ Ὑπουρ. τῶν Στρατιωτικῶν ποσὸν | Δρ. | 7,239,962 |
| ὑπὸ δὲ » » » Ναυτικῶν » | » | 1,636,388 |
Ὁ Νόμος τῆς 27 Ἰουνίου 1877, ἀναφερόμενος εἰς τοὺς ὑπὸ τὴν αὐτὴν χρονολογίαν δύω Νόμους, δι’ ὧν ἐκυρώθη ἡ μετὰ τῶν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς καὶ Ἰονικῆς Σύμβασις περὶ συνομολογήσεως δανείου δραχ. 20,000,000 καὶ ἐπετράπη ἡ συνομολόγησις ἑτέρου δανείου ἐκ δραχ. 20,000,000, μετ’ ἐκπτώσεως, μέχρις 25%, χορηγεῖ διὰ τοῦ ἄρθρου 2 πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἀνωτέρω ἔκτακτον πίστωσιν δραχ. 35,000,000, ἤτοι ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ἐκ τῶν δύω δανείων εἰσπραχθησόμενον. Ἀλλὰ τὸ δεύτερον δάνειον τῶν 20,000,000 δὲν ἐπραγματοποιήθη, ἀντὶ δὲ τούτου διὰ τῆς ἀπὸ 7 9βρίου 1877 Συμβάσεως, κυρωθείσης διὰ τοῦ ἀπὸ 22 9βρίου 1877 Νόμου, ἐτροποποιήθη ἡ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης Σύμβασις διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ παρ’ αὐτῆς χορηγηθέντος δανείου κατὰ δραχ. 7,000,000. Οὕτω δὲ τὸ ὅλον ποσὸν τῶν πραγματοποιηθέντων δανείων τῶν συνδεομένων μετὰ τῆς πιστώσεως ἀνῆλθεν εἰς δραχ. 27,000,000, εἰς τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο περιωρίσθη ἀναντιῤῥήτως καὶ τὸ ποσὸν τῆς χορηγηθείσης πιστώσεως. Μετὰ τοῦτον ἦλθεν ὁ Νόμος τῆς 25 Ἰανουαρίου 1878, δι’ οὗ ἐκυρώθη ἑτέρα Σύμβασις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ συνομολογήσεως δανείου δραχ. 10,000,000, καὶ ὅστις ἐχορήγησεν ἔκτακτον πίστωσιν ἴσου ποσοῦ. Τὸ γεγονὸς, ὅτι ὁ Νόμος οὗτος ἐχορήγησε πίστωσιν ἴσην πρὸς τὸ νέον δάνειον, ἐνῷ τοὐναντίον ὁ προηγούμενος Νόμος, ὁ ἐπικυρώσας τὴν περὶ αὐξήσεως τοῦ δανείου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κατὰ 7,000,000, δὲν ἐχορήγησε συνάμα καὶ πίστωσιν, καθίστησιν ἀναμφισβήτητον, ὅτι δὲν ὑπῆρχε διὰ προγενεστέρου Νόμου ἀδιάθετος πίστωσις, διότι, ἂν ἄλλως εἶχεν, ἤθελε δοθῆ πίστωσις οὐχὶ 10 ἑκατομ. ἀλλὰ μόνον 2. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τελευταίων τούτων Νόμων διένειμε διὰ Β. διαταγμάτων πιστώσεις εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα ἐκ δραχ. 40,533,244, διέθεσε δὲ ἐξ αὐτῶν δραχ. 37,004,996. Ἐκ τούτων συνάγεται, ὅτι αἱ διὰ τῶν Νόμων τῆς 27 Ἰουνίου 1877 καὶ 25 Ἰανουαρίου 1878 χορηγηθεῖσαι πιστώσεις συνίστανται εἰς δραχ. 37,000,000 (ἤτοι διὰ τοῦ πρώτου 27 ἑκατομ. καὶ διὰ τοῦ δευτέρου 10). — Ἐπειδὴ δὲ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν αὐτὸ διετέθη, πρόδηλον εἶναι, ὅτι ἀδιάθετος πίστωσις δὲν ὑπολείπεται. Τοῦτο καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐγίνωσκε καλῶς καὶ διὰ τοῦτο ὑπέβαλε τὸ Νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως δραχ. 12,000,000, ὅπερ τελευταίως ἀνεκάλεσεν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου αἱ πιστώσεις, εἴτε τακτικαί εἶναι εἴτε ἔκτακτοι, ὑποβάλλονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἤτοι ἀνάγονται ἀναγκαίως εἰς χρήσεις, διότι ἄλλως ἐκλείπει ἡ παρεχομένη ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν δημοσίων σπουδαία ἐγγύησις ἐκ τῶν ὁποίων ἑκάστη λογιστικὴ χρῆσις ἐπιβάλλει περιορισμῶν. Ἡ περὶ τῶν χρήσεων διάταξις τοῦ λογιστικοῦ νόμου δὲν κατηργήθη διὰ τῶν νόμων, οἵτινες ἐχορήγησαν τὰς εἰρημένας ἐκτάκτους πιστώσεις, διατηρεῖται ἑπομένως ἀμείωτος καὶ ὡς πρὸς αὐτάς. Ἐκτὸς τῆς διὰ τοῦ νόμου τῆς 25 Ἰανουαρίου 1878 χορηγηθείσης πιστώσεως δραχμῶν 10,000,000, ἥτις καὶ διετέθη διὰ τῆς συγχρόνου διαθέσεως τοῦ ἐκ τοῦ δανείου εἰσπραχθέντος ἴσου ποσοῦ, οὐδεμία χρῆσις δύναται νῦν νὰ γίνῃ τῶν προηγουμένων πιστώσεων δι’ ἀνάγκας τοῦ 1878· εἰ καὶ κατὰ τὰ ἀνωτέρω δὲν ὑπολείπεται διαθέσιμος πίστωσις ἐκ τῆς χορηγηθείσης διὰ τοῦ νόμου τῆς 27 Ἰουνίου τοῦ 1877, οὐχ ἧττον, καὶ ἂν ὑπῆρχε τοιαύτη, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ χρησιμοποίησις αὐτῆς κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον εἰμὴ μόνον διὰ δαπάνας γενομένας μὲν κατὰ τὸ 1877 ἀλλ’ ἐκκαθαρισθείσας κατὰ τὸ 1878, τοῦτο δὲ μέχρι τῆς 31 τρέχοντος μηνὸς Ὀκτωβρίου. Ἀλλὰ περὶ τούτου νῦν δὲν πρόκειται, διότι ἡ Κυβέρνησις ῥητῶς ἐδήλωσεν, ὅτι ἐννοεῖ τὴν χρῆσιν τῆς πιστώσεως διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ τρέχ. ἔτους. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ὑπάρχει ἔτι ἀδιάθετος πίστωσις ἐκ τῶν χορηγηθεισῶν ἐκτάκτων τοιούτων, ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν φρονεῖ, ὅτι χρῆσις αὐτῶν δὲν πρέπει νὰ γένηται εὐθὺς ὡς ἡ Βουλὴ ἤρξατο ἐργαζομένη καὶ δύναται νὰ ψηφίσῃ τακτικὰς καὶ λεπτομερεῖς πιστώσεις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παραδεδεγμένων καὶ νενομοθετημένων κανόνων. Ὅταν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις, περὶ ὧν πρόκειται, ἡ Ἐπικράτεια διετέλει εἰς ὅλως ἐκτάκτους περιστάσεις· ἡ χορήγησις τοιούτων καὶ τοσούτων πιστώσεων γίνεται μόνον εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας, καθ’ ἃς οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε ἡ Βουλὴ δύνανται λεπτομερῶς νὰ προσδιορίσωσιν ἐκ τῶν προτέρων τὴν χρῆσιν αὐτῶν. Ἀκριβῶς δὲ διὰ τὸν λόγον τοῦτον αἱ προκείμεναι πιστώσεις ἐδόθησαν ἐν συνόλῳ κατὰ παράβασιν τῶν λογιστικῶν διατάξεων, ἐπιτραπείσης εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς διανομῆς αὐτῶν εἰς κεφάλαια καὶ ἄρθρα ἀναλόγως τῶν παρουσιασθησομένων ἀναγκῶν. Ἀλλ’ ὑπάρχει τις ὁ ἰσχυριζόμενος, ὅτι διατελοῦμεν σήμερον ὑπὸ τὸ Κράτος τῶν ἰδίων περιστάσεων; Ὅταν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις διακηρύττει ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι ζητεῖ τὰ δάνεια, ἵνα τὰ μεταχειρισθῇ πρὸς ὡρισμένας ἀνάγκας, ὑπάρχει πλέον λόγος πρὸς χρησιμοποίησιν ὑπολειφθεισῶν τυχὸν ἀδιαθέτων ἐκτάκτων πιστώσεων ἢ πρὸς χορήγησιν νέων τοιούτων; Εἰς πᾶσαν περίστασιν ἡ Κυβέρνησις ὤφειλεν εὐθὺς ὡς ἐπανέλαβεν ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας της νὰ παύσῃ ποιουμένη χρῆσιν τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τακτικῶν πιστώσεων, ἀφοῦ ἤδη γινώσκει λεπτομερῶς τὰς ἀνάγκας, πρὸς πλήρωσιν τῶν ὁποίων διατεθήσονται αἱ πιστώσεις, πολλῷ δὲ μᾶλλον ὤφειλε νὰ πράξῃ τοῦτο προκειμένου νὰ ζητήσῃ νέα δάνεια, ὅπως οὐ μόνον ἐκτιμηθῶσιν οἱ ὑπαγορεύοντες τὰς πιστώσεις λόγοι ἀλλ’ ᾖ συνάμα ἐκ τῶν προτέρων γνωστὴ καὶ ὡρισμένη ἡ χρῆσις τῶν ἐκ τῶν δανείων εἰσπραχθησομένων χρημάτων. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ὧν ἐξαγόμενον εἶναι ἡ ἀναβολὴ πάσης ἀποφάσεως ἐπὶ ἀφορώντων εἰς δάνεια Νομοσχεδίων μέχρις οὗ ὑποβληθῇ Νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως τακτικῆς πιστώσεως, ἡ Ἐπιτροπή σας κατὰ πλειονοψηφίαν φρονεῖ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἡ χορήγησις δανείων συνεπαγομένων τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων, διότι ἂν τὸ σήμερον ἐν κυκλοφορίᾳ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἀπεδείχθη συνεπαγόμενον μεγίστας εἰς τὸ Ἔθνος ζημίας, ἡ αὔξησις αὐτοῦ κατὰ 11,000,000 θέλει ἀναγκαίως ἐπιφέρει καταστροφάς. Κατὰ τοὺς μέχρι τοῦδε ψηφισθέντας νόμους ἐπετράπη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ ἔχῃ ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικὰ γραμμάτια μέχρι τοῦ ποσοῦ 73,500,000 (συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἐν τῇ ἀνωτέρω μνημονευθείσῃ Συμβάσει δραχμῶν 2,262,000 καὶ ἐκπιπτομένου τοῦ εἰς μεταλλικὸν ληφθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ποσοῦ), εἰς δὲ τὴν Ἰονικὴν μέχρι τοῦ ποσοῦ 12,000,000. Πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ μὲν Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶχεν ἐν κυκλοφορίᾳ μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν δραχμῶν 40,000,000, ἡ δὲ Ἰονικὴ μέχρι τῶν δραχ. 7,000,000. Ὡς ἐκ τοῦ δυσχωνεύτου τῆς τοσαύτης ποσότητος τραπεζικῶν γραμματίων, ἀμφότεραι αἱ Τράπεζαι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ θέσωσι εἰσέτι εἰς κυκλοφορίαν ὁλόκληρον τὸ ποσόν, δι’ ὃ ἐχορηγήθη αὐταῖς ἡ ἄδεια. Ἀπῃτεῖτο πρὸς τοῦτο χρόνος ἐπαρκής, τούτου δ’ ἕνεκεν παρατηρεῖται ἡ βαθμιαία αὔξησις τῶν τιθεμένων εἰς κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων. Τῶν μέχρι τοῦδε εἰς τὸν τόπον ἐπελθουσῶν ζημιῶν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας περιττὴ εἶναι ἡ ἀκριβὴς ἀφήγησις, διότι πάντες οἱ ἐν Ἑλλάδι ζῶντες γινώσκουσιν αὐτάς. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐπέβαλεν εἰς τὸν τόπον μίαν φορολογίαν λανθάνουσαν μὲν τοὺς ἁπλουστέρους, ἀλλ’ ἀνωτέραν πάσης ἄλλης ἐκ τῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐπιβληθεισῶν. Ὁ διὰ τὰ μετὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας συνομολογούμενα δάνεια τόκος φαίνεται μὲν μικρός, εἶναι ὅμως πράγματι ἀσυγκρίτως ἀνώτερος τοῦ δι’ ὅλα τὰ προηγούμενα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δάνεια πληρωνομένου. Τοῦ ἀφανοῦς, ἤτοι τοῦ πληρωνομένου πλέον τοῦ συνωμολογημένου, τόκου μέρος ἐλάχιστον πληρόνει αὐτὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τὰς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ προμηθείας καὶ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου καὶ χρεωλυσίου τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὑπαρχουσῶν ὁμολογιῶν τῶν δανείων, τὸ δὲ πλεῖστον μέρος πληρόνει ἐμμέσως ὁ λαὸς διὰ τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγομένων εἰδῶν. Ἀλλὰ τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καί τοι ἀρκούντως γενόμενα μέχρι τοῦδε αἰσθητά, ἀνέστειλεν ἐν μέρει ἡ ἐπικρατήσασα πεποίθησις, ὅτι ἡ ἄρσις αὐτῆς ἔσεται λίαν προσεχής. Τὸ ὀλιγοχρόνιον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἡ μορφωθεῖσα πεποίθησις περὶ τῆς προσεχοῦς συνομολογήσεως μεγάλου ἐξωτερικοῦ δανείου, προωρισμένου εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἔσχον τὸ ἀποτέλεσμα νὰ παρακωλύσωσι κατά τι τὴν προσήκουσαν ὑπερτίμησιν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος. Ἂν ὅμως ψηφισθῇ νεώτερος νόμος ἐπιτρέπων τὴν αὔξησιν τῶν κυκλοφορησάντων τραπεζ. γραμματίων, ἡ ὑπερτίμησις τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, ἤτοι ἡ ὑποτίμησις τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἔσεται καταπληκτική. Οἱ δὲ ἰσχυριζόμενοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μᾶς φοβίζῃ ἡ παράτασις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἡ αὔξησις τοῦ ποσοῦ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων, διότι ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ὑπάρχει καὶ εἰς ἕτερα μεγαλείτερα καὶ πλουσιώτερα ἡμῶν ἔθνη, λησμονοῦσιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς οὐ μόνον ἅπαντα τὰ πρὸς ἐνδυμασίαν, ἀλλὰ καὶ τὸ πλεῖστον τῶν πρὸς τροφὴν ἐπιτηδείων προμηθεύεται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, ὡς ἐκ τούτου δὲ καὶ τῆς στενότητος τῶν ὁρίων καὶ τῶν χρηματικῶν της μέσων ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία συνεπάγεται ζημίας καὶ βλάβας ἀσυγκρίτως μείζονας τῶν παρ’ ἄλλοις ἔθνεσι συνεπαγομένων. Ἀνάγκη ἀναπόδραστος ὑπεχρέωσεν ἡμᾶς νὰ συνομολογήσωμεν τὰ γνωστὰ μετὰ τῶν Τραπεζῶν δάνεια καὶ νὰ νομοθετήσωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ συνομολόγησις δανείων εἰς μεταλλικὸν ἀπέβαινεν ἀνέφικτος. Δὲν ἔχει ὅμως οὕτω τὸ πρᾶγμα νῦν. Πλὴν τῆς ἐπισήμως ἀναγγελθείσης ἡμῖν διαπραγματεύσεως τῆς Κυβερνήσεως πρὸς συνομολόγησιν μεγάλου ἐξωτερικοῦ δανείου, διαπραγματεύσεως, ἥτις αὐτὴ καὶ μόνη, ἀποδεικνύει τὸ δυνατὸν τῆς συνομολογήσεως δανείου εἰς μεταλλικὸν, γνωστὸν εἶναι, ὅτι πρό τινων μηνῶν προσηνέχθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν δάνειον ἐκ 10,000,000 δραχμῶν, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐδέχθη εὐλόγως ὡς ἐλπίζουσα εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ μεγάλου δανείου, τοῦ προωρισμένου διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐπὶ τέλους, ἂν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν ἀμέσως τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ὑπόχρεοι ἐσμὲν ν’ ἀνεχθῶμεν αὐτὴν ἐπί τινα εἰσέτι χρόνον, ὀφείλομεν ν’ ἀπόσχωμεν παντὸς νέου συνεπιφέροντος τὴν αὔξησιν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζ. γραμματίων. Ἄλλως, θέλομεν καταστήσει τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια ἀληθεῖς καϊμέδες καὶ θέλομεν ὠθήσει τὸν τόπον εἰς ἀμηχανίαν, ἐξ ἧς δυσκόλως καὶ μετὰ πολὺν χρόνον καὶ μετ’ ἀνεπανορθώτους ζημίας θέλει δυνηθῆ νὰ ἐξέλθῃ. Ἀλλ’ ἐν τῇ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συμβάσει τῆς 16 7βρίου ε. ε. ὑπάρχει διάταξίς τις, ἡ τοῦ ἄρθρου ἑ., ἥτις, κατὰ τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς, ἔπρεπε δι’ εἰδικοῦ νόμου νὰ νομοθετηθῇ χωρὶς νὰ γείνῃ ἀντικείμενον συμβάσεως. Δι’ αὐτῆς «ἐπιτρέπεται τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἡ ἔκδοσις τραπεζικῶν γραμματίων τῶν δέκα νέων δραχμῶν μέχρι ποσοῦ τεσσάρων ἑκατομυρίων νέων δραχμῶν πέραν τοῦ διὰ τοῦ ἄρθρου 5 τῆς ἀπὸ 19 Ἰουνίου 1877 Συμβάσεως ὁριζομένου ποσοῦ, ἤτοι ἐν συνόλῳ 10,000,000 νέων δραχμῶν, περιλαμβανομένου καὶ τοῦ ποσοῦ τούτου ἐν τῷ ὁρισθέντι ἀνωτάτῳ ὅρῳ κυκλοφορίας τραπεζικῶν γραμματίων.» Κατὰ τὰς περὶ τραπεζικῶν γραμματίων οἰκονομολογικὰς θεωρίας ὁ περιορισμὸς τοῦ ποσοῦ τῶν μικρῶν γραμματίων ἀποβαίνει ἀναγκαῖος ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, διότι τὰ μικρὰ γραμμάτια συντελοῦσιν εἰς τὴν φυγάδευσιν τοῦ μεταλλικοῦ, δὲν ὑπηρετεῖ ὅμως οὐδένα σκοπὸν, τοὐναντίον δὲ βλάπτει καὶ παρακωλύει τὰς συναλλαγὰς ὅπου ὑπάρχει ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Εἰ καὶ ὀρθότερον ἤθελεν εἶσθαι ν’ ἀφεθῇ ἐντελῶς ἀπεριόριστος ἡ ἔκδοσις δεκαδράχμων γραμματίων ἐντὸς πάντοτε τοῦ ὅρου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸ σύνολον τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων ἐνόσῳ διατηρεῖται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, οὐχ ἧττον ἡ Ἐπιτροπὴ ἀρκεῖται προτείνουσα νὰ ψηφισθῇ ἄνευ ἀναβολῆς ὡς εἰδικὸς Νόμος ἡ εἰρημένη διάταξις, διότι ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως δεκαδράχμων γραμματίων αἱ συναλλαγαὶ σπουδαίως παρακωλύονται καὶ βλάπτονται. Ὡς πρὸς τὴν μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης Σύμβασιν ἐφ’ ὅσον αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὴν χορήγησιν τοῦ προνομίου τῆς ἀποκλειστικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων τῆς ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1891, ἡ Ἐπιτροπὴ παρατηρεῖ, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει ἀντίθετον γνώμην ὡς πρὸς τὴν χορήγησιν τοῦ τοιούτου προνομίου, ἀφοῦ μάλιστα ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε πείρας ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ χορηγηθεῖσα ἐλευθερία πρὸς σύστασιν καὶ ἑτέρας ἐν Ἑπτανήσῳ Τραπέζης εἰς οὐδὲν ἐχρησίμευσεν ὑπὲρ τοῦ τόπου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ διὰ τὴν παροχὴν τοῦ προνομίου πρέπει νὰ ζητηθῶσιν ἄλλαι παραχωρήσιες πλὴν τῆς διὰ τῶν δανείων, μετ’ ἀναλόγου αὐξήσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων παρεχομένης, ἀναγκαῖον καθίσταται νὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς νέας διαπραγματεύσεις πρὸς συνομολόγησιν ἑτέρας Συμβάσεως. Ὡς πρὸς δὲ τὸ Νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τῶν ἐντόκων γραμματίων κατὰ δραχ. 5,000,000, ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν παρατηρεῖ, ὅτι, ἐπειδὴ τὰ ἔντοκα γραμμάτια οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἔχωσι σχέσιν πρὸς τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, εἰς ὧν τὴν θεραπείαν ἀποβλέπουσιν αἱ προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως, καθόσον ταῦτα οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ὑπηρετοῦσιν ἢ τὴν προεξόφλησιν τῶν τακτικῶν τοῦ Κράτους προσόδων, καὶ ἐπειδὴ ἡ τοιαύτη προεξόφλησις ἐπιτυγχάνεται πλέον ἢ ἐπαρκῶς διὰ τῶν νῦν ἐν κυκλοφορίᾳ τοιούτων ἐκ δραχ. 9,000,000, οὐδεὶς ὑπάρχει σπουδαῖος λόγος συνηγορῶν ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως αὐτῶν κατὰ ποσὸν δραχ. 5,000,000. Ἄλλως τε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐπετράπη ἡ ἐκ δραχ. 6,000,000 εἰς 9,000,000 αὔξησίς των, γνωστὸν δ’ εἶναι, ὅτι ταῦτα διετέλεσαν ἐν ἀδιαλείπτῳ κυκλοφορίᾳ, ἀποβαλόντα τὸν ὁποῖον ἔχουσι χαρακτῆρα καὶ μεταβληθέντα λεληθότως εἰς πάγιον δάνειον διὰ τῆς ἀνατροπῆς τοῦ σκοποῦ, ὅστις ὑπαγόρευσε τὴν ἔκδοσίν των. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 14 8βρίου 1878. Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς
Ὁ Πρόεδρος
Α. ΡΙΚΑΚΗΣ.
Ὁ εἰσηγητὴς Α. Σιμόπουλος. Τὰ μέλη Δ. Διαμάντης, Κ. Κατσικόπουλος, Γ. Φλωριᾶς διαφωνῶν,
Π. Μ. Μποῦτος ἐπίσης.»
«ΕΚΘΕΣΙΣ
Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως τῆς ἐγχωρίου περιουσίας Κεφαλληνίας. Πρὸς τὴν Βουλήν Συνελθοῦσαι αἱ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπαὶ καὶ ἐπιληφθεῖσαι τῆς ἐξετάσεως τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου, συνιστῶσι πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ ὡς δικαίαν, καθόσον μάλιστα πᾶσα ἀναβολὴ ἐπαπειλεῖ τὴν καταστροφὴν τῆς ἐγχωρίου περιουσίας τῆς Κεφαλληνίας. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 13 Φεβρουαρίου 1878. Οἱ πρόεδροι Κ. Λομβάρδος (μετ’ ἐπιφυλάξεως), Α. Ῥικάκης Ὁ Εἰσηγητὴς Δ. Διαμάντης. Τὰ μέλη Κ. Θεοδώρου, Κ. Κατσικόπουλος, Γ. Φλωριᾶς, Α. Σιμόπουλος, Περ. Λ. Μποῦτος, Α. Α. Μισυρλῆς, Ν. Δαρειώτης.» Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§15Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἰς μίαν τῶν τελευταίων συνεδριάσεων, κύριοι, παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταθέσῃ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν ἀλληλογραφίαν, ἥτις συνδέεται μὲ τὰς προμηθείας τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἔν τε τῷ ἐσωτερικῷ καὶ τῷ ἐξωτερικῷ, καθὼς καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δικαιολογοῦσι τὴν πίστωσιν, ἥτις διεχειρίσθη διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἥτις συμποσοῦται ὡς ἔγγιστα εἰς 3 ἑκατομμύρια. Ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου τὸ πρόγραμμα ἀνέγραψεν ὑποχρέωσιν τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, ἐδήλωσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι τὰ γραφεῖα τῶν ὑπουργείων εἶναι προσιτὰ εἰς πάντα Βουλευτὴν, θέλοντα νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν, μὴ ἐξαιρουμένου οὐδὲ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ ἐπίστευσα, κατόπιν ἀντιῤῥήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμα τότε, εἰς τὸν ἔντιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διὰ τοὺς Βουλευτὰς θὰ ἦτο κἄπως δυσχερὲς νὰ προσέρχωνται εἰς τὰ διάφορα γραφεῖα, καὶ κατὰ συνέπειαν ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα αὐτὰ νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ ζητήσας ἀκολούθως πληροφορίας ἀπὸ τὸν ἔντιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐπληροφορήθην, ὅτι ἡ δήλωσις τῆς Βουλῆς δὲν ἦτο τοιαύτη, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν ὥστε τὰ ἔγγραφα αὐτὰ νὰ ἦναι προσιτὰ πρὸς πάντα Βουλευτὴν, θέλοντα νὰ ἐπισκεφθῇ τὰ διάφορα γραφεῖα τῶν ὑπουργείων. Ἐσκέφθην, κύριοι, ἀκολούθως μετὰ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μοὶ ἔδωκεν, ὅτι εἶναι ἀσφαλέστερα πράγματι τὰ ἔγγραφα ὑπάρχοντα εἰς τὰ διάφορα γραφεῖα τῶν Ὑπουργείων ἢ νὰ μὲ μεταφερθῶσιν ἐνταῦθα, καὶ ἰδίως τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὰς δαπάνας τῶν προμηθειῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καθόσον δυστυχῶς κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπεξῃρέθησαν ἔγγραφα ἐκ τοῦ γραφείου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐκ τούτου ὑπέστη ζημίας τὸ Κράτος. Ἕνεκα τῶν εἰρημένων σκέψεων, συνεφώνησα μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος ἔγγραφα συγκεντρωθῶσιν εἰς ἰδιαίτερον δωμάτιον τοῦ Ὑπουργείου, ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, καὶ οὕτω πᾶς Βουλευτὴς νὰ δύναται εὐχερῶς νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν. Τὸ αὐτὸ βεβαίως δύναται νὰ λάβῃ χώραν καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ μέτρου αὐτοῦ παρετήρησα, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διαφωνεῖ, συναινεῖ δὲ τότε μόνον, ὅταν ἡ Βουλὴ εἰδικῶς ἀποφασίσῃ περὶ αὐτῶν. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ τότε ἐξεδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ λάβῃ γνῶσιν ὅλων αὐτῶν τῶν ἐγγράφων, καὶ ἐάν τις τῶν Βουλευτῶν θέλῃ νὰ κάμῃ δημοσίᾳ συζήτησιν, τότε βεβαίως ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ ἢ ὄχι. Τοιαύτη ἦτο ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, κατόπιν τῆς τότε ὁμιλίας τοῦ ἐντίμου Πρωθυπουργοῦ· ὁ κύριος ὅμως Πρωθυπουργὸς διαφωνεῖ, καθὰ μοὶ εἶπε χθὲς ἰδιαιτέρως, ὡς πρὸς τὴν πίστωσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν· ἐννοεῖ δὲ νὰ ἐπιτραπῇ εἰς πάντα Βουλευτὴν νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων τῆς πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τότε μόνον, ὅταν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ τὴν αἴτησιν αὐτήν. Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ, συνεπὴς πρὸς ἑαυτὴν, θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀπόφασίν της, ἵνα λάβῃ γνῶσιν τῶν ὡς εἴρηται ἐγγράφων.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴπομεν, ὅτι τῶν ἐγγράφων δύνανται νὰ λάβωσι γνῶσιν οἱ βουλόμενοι τῶν κκ. Βουλευτῶν. Ἀληθῶς ὅμως, εἰς τὰ ἔγγραφα τ’ ἀφορῶντα τὰς ἐκτάκτους δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπάρχουσι καί τινα, διὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις μόνη δὲν δύναται ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην. Δὲν θέλομεν ν’ ἀποκρύψωμεν τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ἀλλὰ ἐπαναλέγω, δὲν ἀναλαμβάνομεν τὴν εὐθύνην τῆς δημοσιεύσεως τούτων, ἐὰν προηγουμένως δὲν τὸ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή.
§17ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζετε, ὅτι θὰ προέλθῃ βλάβη ἐκ τῆς δημοσιότητος;
§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ναί. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ ἀποφασίσῃ, δὲν ἔχομεν δυσκολίαν.
§19Ν. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἡ βλάβη θὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι τὸ Ἔθνος.
§20ΖΩΧΙΟΣ. Ἀρχιτέκτων τις Ῥωμαῖος ὑπεσχέθη εἰς ἕνα ἐπίσημον Ῥωμαῖον, τοῦ ὁποίου δύω παράθυρα ἦσαν ἀνοιγμένα πρὸς τὴν αὐλὴν, νὰ τῷ διασκευάσῃ τὸν οἶκόν του οὕτως, ὥστε νὰ μὴ φαίνηται ἀπὸ κακὸν ὀφθαλμόν· αὐτὸς δὲ σεβόμενος ἑαυτὸν εἶπε· «Δύνασαι νὰ κατορθώσῃς τὸ σπῆτί μου νὰ γείνῃ διαφανὲς; καὶ σὲ πληρόνω ὅ,τι θέλεις.» Διότι τοῦ πολιτευομένου ὄχι μόνον τὰ δημόσια, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ἴδια πρέπει νὰ ἦναι φανερὰ εἰς ὅλον τὸν κόσμον· ὁ πολιτευόμενος δὲν πολιτεύεται δι’ ἑαυτὸν, καὶ διὰ τοῦτο καὶ αὐτὸς ὁ ἰδιωτικός του βίος εἶναι προσιτὸς εἰς τὰ βέλη τῶν ἐναντίων. Λέγει ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς «Ἐὰν θέλῃ νὰ ἴδῃ ὀφθαλμὸς Βουλευτοῦ αὐτὸ τὸ μυστήριον, σεισμὸς μέγας θὰ καταλάβῃ τὴν Ἑλλάδα». Καὶ τί παράδοξον νὰ γείνῃ ὅλη ἡ Ἑλλὰς ἐρείπια; Τὸ πιστεύετε; Ἐγὼ ἐγγυῶμαι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν τὸ πιστεύει· τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ τὸν παρατηρῆτε, ὅταν λαλῇ, διότι ἄλλα πολλάκις λέγει τὸ στόμα του, καὶ ἄλλα λέγουσιν οἱ ὀφθαλμοί του· ὡς πρὸς τὸ στόμα του ἠμπορεῖς νὰ προσηλώσῃς τὰ αὐτιά σου, ὡς πρὸς τὰ μάτια του πρέπει νὰ τὸν βλέπῃς. Νομίζω ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς μίαν στιγμὴν, καθ’ ἣν ὀφείλει ὄχι μόνον ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὅλοι ν’ ἀποκαλύψωμεν τὰ γενόμενα, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῦ εἴμεθα. Τώρα ἐνδέχεται μέσα εἰς αὐτὸν τὸν φάκελλον νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἁμαρτίαι τῆς Κυβερνήσεως· ἡ Κυβέρνησις λέγει, Ἐγὼ ὄχι δὲν εἶμαι ἁμαρτωλή· μολονότι ἐγὼ ἐπιμένω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν εἶναι μέσα.
§21ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἠμπορεῖ.
§22ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν μὲ ἐννοεῖτε. Ὄχι ὅτι εἶσαι ἔνοχος ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸν νόμον, διότι κάθε ἄλλο ἐφαίνετο ὅτι ἔλεγεν ὁ κ. Τρικούπης, ὅταν ἔλεγε νὰ παρουσιάσητε τὰ ἔγγραφα, παρὰ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν κατεχράσθη. Δύω μόνα ἦσαν τὰ ὑπουργεῖα, τὸ τῶν στρατιωτικῶν καὶ τὸ τῶν ναυτικῶν, καὶ εἰς αὐτὰ διενεμήθη ἡ πίστωσις· ἐπενέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν· διὰ τοῦτο εἶναι ἔνοχος, ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν, δὲν ἐννοῶ ἂν ὑπάρχῃ κατάχρησις ἢ ὄχι. Ἀλλὰ τὸ νὰ ἐπιμένῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ ἰσχυρίζηται, ὅτι, ἐὰν ἀποκαλυφθῶσιν εἰς ὀφθαλμοὺς Βουλευτοῦ, τὸ κράτος κινδυνεύει, δὲν τὸ ἐννοῶ. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι αὐτὸς ὁ Βουλευτὴς, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἴδῃ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, θὰ ἔχῃ τόσον ὀλίγον πατριωτισμὸν, ὥστε, ἐὰν ἴδῃ ὅτι τὸ κράτος κινδυνεύει νὰ εἴπῃ, εἶδα πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς τὰ εἴπω, τὰ εἶδα καὶ τρέμω. Δὲν εὑρίσκοντο δύο ἢ τρεῖς μυστικοὶ ἄνθρωποι ἐκ τῶν Βουλευτῶν, εἰς τοὺς ὁποίους νὰ ἐπιτραπῇ νὰ ἴδουν αὐτὰ τὰ μυστήρια, καὶ μεθ’ ὅρκου νὰ ὑποσχεθοῦν, ὅτι, ἐὰν ἰδοῦν ὅτι τὸ κράτος κινδυνεύει, νὰ μὴ τὰ εἴπωσι εἰς κανένα; θόρυβος). Ὁ κ. Ζαΐμης καὶ κ. Τρικούπης, κύριοι Ὑπουργοί, εἶναι πάσης πίστεως ἄξιοι, καὶ διὰ τοῦτο ἡγοῦνται τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἄλλων δὲν ὑπάρχουν ἄξιοι νὰ τὰ μάθουν; ὅλους ἡμᾶς μᾶς ἐπήρατε, φαίνεται, διὰ σκυλολόγι, ὅπως μᾶς εἴπατε προχθὲς συκοφάντας, παραχαράκτας κτλ. Ὅσα ἤθελεν ἐπίθετα μᾶς εἶπε προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τί σοῦ εἶπα;
§24ΖΩΧΙΟΣ. Ἀτομικῶς δὲν μοῦ εἶπες τίποτε· ἠξεύρετε τί συνέβη, ἀξιότιμοι Ὑπουργοί; εἷς ἐξ ἡμῶν εἶπε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὅτι ἐξετροχιάσθημεν· καὶ τῷ ὄντι ἐξετροχιάσθημεν· ἐάν τις ξένος εἰσέλθῃ εἰς τὸ βουλευτήριον καὶ ἀκούσῃ τὸν Ὑπουργὸν λαλοῦντα, τὰς χειρονομίας του, τὸν τόνον τῆς φωνῆς του, τὰς φράσεις του, θὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀντιπολιτευόμενος· τώρα γίνεται Ὑπουργὸς ἀντιπολιτευόμενος; ὄχι. Ἀναβαίνει καὶ ὁ κακόμοιρος ἀντιπολιτευόμενος τρέμων, καὶ τοῦ λέγει ὁ Ὑπουργὸς· «Τώρα θὰ σοῦ δείξω»· εἴδετε προχθὲς, ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοῦ εἶπε: τὴν ἔπαθες· λοιπὸν ἂς ἐπιτραπῇ εἰς δύο– τρεῖς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν.
§25ΡΩΜΑΙΟΣ. Δὲν εἶναι καλὸν εἰς τρεῖς μόνον· εἰς ὅλους ἢ κανένα.
§26ΖΩΧΙΟΣ. Ἂς ἐπιτραπῇ εἰς ὅλους· καὶ δὲν ὑπάρχει, νομίζω, Ἕλλην, ὅστις βλέπων, ὅτι ἡ ἀποκάλυψις αὐτῶν τῶν πραγμάτων εἶναι τῳόντι ἐπιβλαβὴς εἰς τὸ δημόσιον, νὰ προδώσῃ· δὲν ὑπάρχουν μεταξὺ ἡμῶν, πιστεύω, προδόται. Ἄλλως τί πρέπει νὰ γείνῃ; τότε νὰ εἴπωμεν εἰς τὸ αὐτὶ τῶν Ὑπουργῶν καύσατέ τα, καύσατέ τα. Καθὼς Ῥωμαῖός τις, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ Πομπήϊος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐκστρατεύσας κατὰ τῆς Ἰσπανίας, ὅπου ἦτο ὁ ἐμφύλιος πόλεμος καὶ ἐδέσποζεν ὁ ἐναντίος, καὶ εὑρὼν πολλὰ ἔγγραφα καὶ μὴ θέλων νὰ τὰ ἀναγνώσῃ, εἶπε «καλλίτερα νὰ καοῦν». Λοιπὸν καὶ τὰ ἰδικά μας ἢ πρέπει νὰ καοῦν, ἢ πρέπει νὰ ἀποκαλυφθοῦν.
§27ΤΙΝΕΣ. Δὲν πρέπει νὰ καοῦν, δὲν εἶναι ἐποχή.
§28ΖΩΧΙΟΣ. Ἄ! Δὲν εἶναι ἐποχή; μετ’ ὀλίγας ἡμέρας καὶ ἐγὼ καὶ σεῖς ἀποθνήσκομεν.
§29ΤΙΝΕΣ. Εἶναι οἱ ἄλλοι.
§30ΖΩΧΙΟΣ. Ὅλοι θὰ ἀποθάνουν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας. Καὶ ὅταν μετ’ ὀλίγον ἐπιστρέψῃς εἰς τοὺς συμπολίτας σου καὶ σοῦ εἴπουν Τί ἔκαμες, τί θὰ εἴπῃς; Θὰ σοῦ εἴπουν, Δὲν ἐτόλμησες νὰ λάβῃς, ἓν μέρος τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν· καὶ τί σ’ ἐστείλαμεν; Καὶ ἠξεύρετε, κύριοι, τί συμβαίνει; πρόκειται περὶ φόρων; νὰ λάβῃς φόρους, εἴπομεν· πρόκειται περὶ δανείων; νὰ κάμῃς δάνεια· πρόκειται περὶ χαρτοσήμου; κάμε το. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐξετάσεως πραγμάτων καὶ περὶ εὐθύνης; τότε λέγομεν ὄχι, διότι ἔχομεν ἄλλους νὰ τὴν δεχθοῦν. Ἀπούσης τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις εἶχε συνεργάτας μὴ δημοσίους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν κατὰ βάθος ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα· αὐτοὶ ἦσαν ἄξιοι πίστεως, καὶ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα; ἡμεῖς εἴμεθα ἀνάξιοι; Σᾶς κάμνω δὲ μίαν παρατήρησιν· ἐπὶ τουρκοκρατίας βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἦτο μισητή· μετὰ τὴν τουρκοκρατίαν ἐπῆλθον αἱ προσωριναὶ Κυβερνήσεις, ἡ μία κατόπιν τῆς ἄλλης· καὶ τί ἔγειναν αὐταί; κατεφρονήθησαν· ἐξακολουθεῖ αὐτὸ τὸ σύστημα νὰ θεωρῆται μέχρι τῆς σήμερον τῆς σιωπῆς, καὶ δὲν λέγω διὰ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, δότι σήμερον εἶναι οἱ Ὑπουργοὶ ἀξιότιμοι, αὔριο εἶναι ἄλλοι. Ἡ σιωπὴ δὲ αὕτη δὲν ὠφελεῖ τὴν Κυβέρνησιν· ἐνισχύει μᾶλλον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν εἶναι τίποτε· ἐξετάζει τὰ ἴδια συμφέροντα καὶ ζητεῖ νὰ καλύψῃ πράγματα τὰ ὁποῖα προέρχονται ἀπὸ αὐτὴν (θόρυβος). Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ οὕτω, τὸ πρᾶγμα ἔχει ἄλλην σημασίαν, καὶ ἡ εὐθύνη θὰ πέσῃ ἐπὶ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία δὲν τολμᾷ νὰ σκύψῃ νὰ ἴδῃ τὸ βάθος πόσον εἶναι βαθύ· ἀλλὰ τί λέγει; δὲν δύναμαι. Ἀλλὰ τότε τί θέλεις καὶ κάθεσαι; τί χρειάζεσαι; πρὸς τί σοῦ ἔδωκεν ὁ λαὸς τὸ δικαίωμα νὰ ἔλθῃς; καὶ ἐν κοντολογίᾳ, κύριοι, ἡ Βουλὴ θὰ ἀδικήσῃ ἑαυτήν, ἐὰν σήμερον ἀποφασίσῃ νὰ μὴ συμμερισθῇ τὴν εὐθύνην μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Αὕτη δὲ λέγει· ἐγὼ δὲν ἐναντιοῦμαι, ἀλλὰ σεῖς εἶσθε κύριοι. Λοιπὸν εἰς αὐτὴν τὴν ἀπειλὴν τοῦ Ὑπουργείου, ὄχι τὴν ἀπειλὴν, ἀλλ’ εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ φόβου, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐνδώσῃ, σημαίνει ὅτι εἶναι ἀναξία ἐνώπιον τοῦ ἔθνους.
§31Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, προχθὲς ἀγορεύων ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἀπὸ τοῦ βήματος, ᾐτήσατο δι’ ἐπερωτήσεως, ὅπως κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα τὰ διάφορα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰς προμηθείας καὶ τ’ ἄλλα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἐκτάκτως ἐδαπανήθησαν· ὡς μοὶ ἐφάνη τοὐλάχιστον τότε, καὶ ἐκ τινος λόγου καὶ ἐκ τοῦ ὕφους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσω ὀλίγας λέξεις, καὶ ἠθέλησα νὰ παραστήσω τότε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ πληροφορήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ πατριωτισμὸς δὲν εἶναι μονοπώλιον, ὅτι ὁ πατριωτισμὸς δὲν εἶναί τι τὸ ὁποῖον εὗρόν τινες καὶ ἔθεσαν ἐντὸς τῶν γειρῶν των καὶ τὸ θεωροῦν κτῆμά των· ἂν ὁ πατριωτισμὸς ἐνυπάρχῃ, ἐνυπάρχει βεβαίως καὶ εἰς τοὺς μὲν καὶ εἰς τοὺς δὲ· ἡ διαφωνία μεταξὺ τοῦ μὲν καὶ τοῦ δὲ προκύπτει ἐκ τοῦ τρόπου τοῦ σκέπτεσθαι. Ἐν τῷ μέσῳ αὐτῆς τῆς ὁμιλίας καὶ ἀφοῦ κ. Μαυρομιχάλης κατῆλθε τοῦ βήματος, ὁ ἔντιμος κ. Πρωθυπουργὸς, ἀναβὰς ἐπὶ τὸ βῆμα, εἶπεν, ὅτι ὅλα τὰ ἔγγραφα αὐτὰ κεῖνται ἐν τοῖς Ὑπουργείοις καὶ εἰς τὴν διάθεσίν σας. Καὶ πρῶτος ἐγὼ ἐντεῦθεν ἐπεκρότησα εἰς τοῦτο, καίτοι τινῶν εἰπόντων ὅτι ἔσπευσα νὰ πράξω τοῦτο, πρὶν ἢ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τελειώσῃ τὴν ὁμιλίαν του· ἐπεκρότησα δὲ, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑποβάλλει εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ ἔθνους ὅλας τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεώς του ἀπολύτως, καὶ οὕτω φιμόνει τὰ στόματα ὅλων. Σήμερον ὅμως μετ’ ἀπορίας μου παρατηρῶ, ὅτι ὅλως διόλου διαφορετικὴ δίδεται ἐξήγησις εἰς ὅσα ῥητῶς τότε εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, σήμερον ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον δώσῃ τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεών του.
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ προχθὲς εἶπα, ὅτι, ἐὰν διαφωνῶμεν, ζητοῦμεν τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς.
§33Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ μὲ τοῦτο δὲν εἶμαι σύμφωνος· καὶ ὄχι μόνον διὰ τὴν συγκεκριμένην ταύτην περίστασιν, ἀλλὰ διότι ἐγὼ ἐννοῶ ὅτι τὸ Κοινοβούλιον ἔχει ἓν καθῆκον, νὰ κρατῇ εἰς αὐτὸ τὸ ὕψιστον δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι Κοινοβούλιον, ἀλλ’ ἁπλοῦν δημοτικὸν συμβούλιον τῆς Δαλαμανάρας. Δὲν γίνονται αἱ ἀντιπολιτεύσεις πρὸς τὸν σκοπὸν ἀνατροπῆς τῶν κυβερνήσεων· ἡ ἀντιπολίτευσις εἶναι μία δύναμις, ὅπως κρατῇ ἐντὸς τοῦ καθήκοντος τοῦ νομίμου τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὅπως διαφωτίζῃ τὸ ἔθνος διὰ τῶν δημοσίων συζητήσεων καὶ τοῦ ἐλέγχου. Ἴσως καὶ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει σήμερον ὑπάρχουν πλεῖστοι ὅσοι, οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦν ὁ ἔλεγχος αὐτὸς νὰ μὴ γείνῃ· δὲν συμφωνῶ μετ’ αὐτῶν, καὶ μετ’ ἐμοῦ συμφωνοῦν καὶ πολλοὶ ἄλλοι, διότι δὲν ἐνόησα ὅτι ἀντιπολιτευόμεθα τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀνατρέψωμεν αὐτήν· ἐνδεχόμενον δὲ νὰ κάμω τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ εἰς τὴν ἐλευσομένην Κυβέρνησιν, ἂν δὲν συμφωνῇ μὲ τὰς ἰδέας μου καὶ τὰς ἀρχάς μου. Δὲν ἀπαιτεῖται λοιπὸν ποσῶς ἡ ἄδεια τῆς πλειονοψηφίας, διότι τότε ἡ μειονεψηφία τῆς Βουλῆς, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ἡ ἀντιπολίτευσις, διότι ἀντιπολίτευσις δὲν θὰ εἴπῃ, εἰμὴ μειονοψηφία, δὲν ἔχει οὐδὲν δικαίωμα. Καὶ εἷς, κύριοι, Βουλευτὴς, ἐὰν ζητήσῃ λόγον διὰ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουν ὑποχρέωσιν νὰ δώσουν λόγον· καὶ τὰ μὲν ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης καὶ τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὴν τακτικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, ποτὲ δὲν δύνανται ν’ ἀρνηθῶσιν οἱ Ὑπουργοί. Διὰ τ’ ἄλλα δὲ νομίζω ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι οὐ μόνον πράγματι, ἀλλὰ καὶ ἠθικῶς ὑπεύθυνοι, ὅπως δώσωσιν αὐτὸν τὸν λογαριασμὸν, διότι τὰ χρήματα ταῦτα ἐξωδεύθησαν ἄνευ πιστώσεως καὶ κατὰ εἰδικὴν αὐτῶν βούλησιν, ἡμεῖς δὲ οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τοὺς φορολογουμένους, οἱ ὁποῖοι κατέβαλον τὰ χρήματα, θέλομεν νὰ ἴδωμεν ποῦ ἐξωδεύθησαν καὶ πῶς ἐξωδεύθησαν. Βεβαίως ἡμεῖς δὲν θ’ ἀναχωρήσωμεν μὲ τὸ ἐλευσόμενον ἀτμοκίνητον εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ὅπως προδώσωμεν τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος. Ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ἴσον πόνον μὲ τὸν πόνον, τὸν ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Προχθὲς ἀγορεύων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, μᾶς εἶπεν, «ὅτι οὐ μόνον ὡς Ἕλλην, ἀλλὰ καὶ ὡς Ἕλλην ἀνήκων εἰς ἱστορικὴν οἰκογένειαν, νομίζετε, ὅτι ἤθελον προδώσει τὸν τόπον;» Λέγω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἀντιστρέφων τοὺς ὅρους, καὶ ἡμεῖς ἀνήκομεν οὐχὶ εἰς οἰκογένειαν ἱστορικὴν, ἀλλ’ εἰς ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν δικαίωμα νὰ στέλλωσιν ἀντιπροσώπους· ὡς ἀντιπρόσωποι λοιπὸν αὐτοῦ τοῦ τόπου, καίτοι μὴ ἔχοντες ἱστορικὴν καταγωγὴν, ὡς εἶπον, ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐξετάσωμεν ποῦ ἐξωδεύθησαν τὰ χρήματα, χωρὶς ν’ ἀμφισβητηθῇ καὶ ὁ ἰδικός μας πόνος πρὸς τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τοῦ τόπου, καὶ δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ οὔτε τὸ Ὑπουργεῖον, οὔτε ἡ πλειονοψηφία, τὸ δικαίωμά μας αὐτό· τὸ Ὑπουργεῖον μάλιστα διὰ τῆς προχθεσινῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Κουμουνδούρου εὑρίσκετο εἰς καλλιτέραν κατάστασιν, ἀφ’ ὅ,τι εὑρίσκεται σήμερον. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἡ πλειονοψηφία θὰ εἴπῃ «δὲν θέλω νὰ τὰ ἴδω», ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ εἴπῃ, ὅπως δὲν ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα, ὅταν ψηφίζεται ὁ προϋπολογισμὸς τῶν 40 ἑκατομμυρίων, νὰ ἐμποδίσῃ οἱονδήποτε Βουλευτὴν ν’ ἀμφισβητήσῃ τὰ κονδύλια αὐτοῦ, καὶ τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον θέλει νὰ φέρῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀναχωρῶ, ὑποστηρίζων τὴν γνώμην μου, διότι βλέπω ὅτι καὶ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει ὑπάρχουν αὐταὶ αἱ ἰδέαι, καὶ νομίζουν τινὲς, ὅτι αὐτοὶ μόνον ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ γνωρίζουν τὰ πράγματα, καὶ ὅτι ἡμεῖς τυφλοῖς ὄμμασιν ὀφείλομεν ν’ ἀκολουθῶμεν. Ἀλλὰ δὲν θ’ ἀκολουθήσωμεν τυφλοῖς ὄμμασιν· ἡμεῖς θὰ ἐκπληρώσωμεν εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν μας, οὔτε ἐνδιαφερόμεθα ποσῶς ἂν ἀνατραπῇ ἢ ὄχι ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν ἀντιπολιτευόμεθα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον.
§34ΡΙΚΑΚΗΣ. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι δυνάμεθα νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν ἐγγράφων τῶν ἐν τοῖς ἀρχείοις τῶν Ὑπουργείων. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὰ ἐν τοῖς λοιποῖς Ὑπουργείοις, οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ Βουλὴ ἀρνεῖται, ὅτι ὁ ἔλεγχος πρέπει νὰ γείνῃ δημοσίᾳ. Ὡς πρὸς δὲ τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ ὧν ἐγένετο ἀντίῤῥησις, ἀφοῦ παρεδέχθημεν, ὅτι δὲν εἶναι συμφέρον νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ γείνῃ ἐξέλεγξις αὐτῶν, ὅπως καὶ τῶν λοιπῶν λογαριασμῶν, ἀποτελεσματικώτερον θὰ ἦτο, νομίζω, ἂν ἡ Βουλὴ ἀνέθετεν εἰς Ἐπιτροπὴν, ἐκ τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας, νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, καὶ ἂν νομίσῃ ἀναγκαῖον, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Σῶμα ἔκθεσιν. Ἄλλως δὲν ἔχει χαρακτῆρα ἐπίσημον τὸ νὰ προσέρχηται κατ’ ἰδίαν ἕκαστος Βουλευτὴς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ νὰ ζητῇ ἔγγραφα.
§35ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. — Κύριε Πρόεδρε, δὲν συμφωνῶ οὔτε μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥικάκη, οὔτε μὲ τὴν τῶν ἄλλων· ὁ κ. Ῥικάκης ζητεῖ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν μυστικότητα εἰς ἄτομα μόνον.
§36ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἰς δέκα πρόσωπα, ὄχι εἰς δύο.
§37ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω καὶ εἰς 10, ἔστω καὶ εἰς 12, ἔστω καὶ εἰς 189. Δὲν εἶναι σωστὸν, δὲν εἶναι δίκαιον αὐτὸ τὸ ὁποῖον προτείνετε. Πρέπει, κύριοι, νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα ῥητὴ, ὅπως ἀνακοινωθῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὸ περὶ τῶν ἐγγράφων ἐν μυστικῇ συνεδριάσει πρὸς ἅπαντας τοὺς Βουλευτάς, διότι πᾶς τις τῶν Βουλευτῶν ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον εἰς τὴν Ἐπαρχίαν του· ἀνάγκη νὰ γινώσκῃ, ὥστε, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι δὲν συμφέρει νὰ ἀνακοινωθῶσιν εἰς τὴν Ἐπαρχίαν του ὅσα γινώσκει, νὰ μὴ τὰ εἴπῃ, ὑφιστάμενος οὕτως ἐν γνώσει τὴν ὑπ’ ἐκείνων κατάκρισιν, ἂν ὑπάρξῃ τοιαύτη. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ εἴπω εἰς τοὺς ἐπαρχιώτας μου, ὅτι μοὶ ἀπηγορεύθη νὰ μάθω πῶς διεχειρίσθησαν αὐτὰ τὰ χρήματα. Ἐπιμένω λοιπὸν παρακαλῶν, ὅπως ἓν ἐκ τῶν δύο γείνῃ, ἢ οἱ κκ. Βουλευταὶ νὰ λάβωσι τὸ δικαίωμα νὰ ἴδωσιν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀνακοινώσῃ αὐτὰ εἰς τὴν Βουλὴν ἐν μυστικῇ συνεδριάσει.
§38Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Περιπλέκοντες τὸ ζήτημα, ἀπομακρυνόμεθα ἀπὸ τὴν λύσιν αὐτοῦ. Ἐγὼ καὶ πολλοὶ συνάδελφοι ἐζητήσαμεν, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐδήλωσε μετὰ λεπτῆς ἐπιφυλάξεως τὴν θέλησίν της, ὅπως ἡ διαχείρισις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν γείνῃ γνωστὴ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὴν διαχείρισιν ταύτην δὲν ἐτηρήθησαν, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, οἱ νόμοι τοῦ Κράτους, ἐζητήσαμεν, ἵνα ἐπιτραπῇ εἰς ἕκαστον Βουλευτὴν ν’ ἀναγινώσκῃ τὰ ἔγγραφα ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Μετὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ ἐπιτρέψῃ ἢ μὴ τὴν δημοσίαν συζήτησιν· ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς θὰ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ φωτισθῶμεν πρότερον, διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν θέλομεν νὰ περιβληθῇ μὲ ἀπόχρωσιν ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ ἔποψιν ἐθνικήν· θέλομεν νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἡ δοθεῖσα πίστωσις, ἐξ ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης τοῦ Σώματος, διεχειρίσθη καλῶς ἢ κακῶς. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν καλεῖται νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως ἕκαστος Βουλευτὴς ἐξετάζῃ ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τὰ περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν εἰρημένων πιστώσεων ἔγγραφα. Ἐὰν δέ τις τῶν Βουλευτῶν νομίσῃ, ὅτι πρέπει νὰ φέρῃ δημοσίᾳ τὴν συζήτησιν, ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ ἀποφασίσῃ.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς ἠκούσατε, πρόκειται περὶ ἐξηγήσεως τῆς ἀποφάσεως περὶ θεωρήσεως τῶν ἐν τοῖς ὑπουργείοις ἐγγράφων. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν, ἀντὶ νὰ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς κ.κ. Βουλευτὰς νὰ προσέρχωνται εἰς τὰ Ὑπουργεῖα. Ἡ δὲ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι δὲν συμπεριλαμβάνονται καὶ τὰ ἔγγραφα τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκτὸς ἂν εἰδικῶς τὸ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δύναται νὰ τεθῇ τοιοῦτον θέμα εἰς ψηφοφορίαν, ὑπαρχούσης προηγουμένης ἀποφάσεως περὶ προσαγωγῆς ἐγγράφων. Κατ’ ἀρχὴν ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ προσάγῃ πᾶν ἔγγραφον, αἰτούμενον παρὰ τῆς Βουλῆς. Ὅταν δ’ ἡ Κυβέρνησις φρονῇ, ὅτι διά τινα λόγον πρέπει νὰ ἀναβληθῇ—οὐχί ποτε νὰ μὴ γείνῃ ἡ προσαγωγὴ ὁριστικῶς, ἀλλὰ ν’ ἀναβληθῇ αὕτη ἐπί τινα χρόνον— εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνήκει ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς γνώμης αὑτῆς· οὐδόλως δ’ ἐπιτρέπεται αὐτῇ ν’ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τῆς Βουλῆς, ἥτις δὲν γινώσκει περὶ τίνος πρόκειται, ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς δημοσιεύσεως καὶ ν’ ἀπαλλάξῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς εὐθύνης, ἥτις ἀνήκει εἰς αὐτήν. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ λόγον ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἐπίδειξιν τῶν ἀφορώντων εἰς δαπάνας τινὰς, πρέπει νὰ τὸ εἴπῃ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ εἰκάσω τι περὶ τοῦ περιεχομένου τῶν ἐγγράφων, περὶ ὧν ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκφρασθῶμεν, ἐπιτρέποντες ἢ μὴ τὴν δημοσίευσιν. Ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν νομίζῃ ἐν τῇ πεποιθήσει αὑτῆς, ὅτι ἡ προσαγωγὴ τῶν ἐγγράφων τούτων εἶναι ἐπιβλαβὴς, ὀφείλει νὰ δηλώσῃ τὴν γνώμην αὑτῆς ταύτην ἀνεπιφυλάκτως, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἔχομεν λόγον, ἵνα ὑποθέτωμεν ὅτι ἡ προσαγωγὴ τῶν ἐγγράφων δὲν θέλει βλάψει, ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ ἀποφασίσῃ, θέλει προσαγάγει τὰ ἔγγραφα. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι δὲν δύναται νὰ βλάψῃ ἡ δημοσίευσις, διότι δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελεν εἴπει τοιοῦτόν τι, ἂν ἐνόμιζεν ὅτι ἡ προσαγωγὴ τῶν ἐγγράφων ἦτο ἐπιβλαβής. Ἐγὼ δὲν γινώσκω τὰ ἔγγραφα· ὑμεῖς οἱ Ὑπουργοὶ τὰ γινώσκετε, ἡ δ’ εὐθύνη ἐπὶ ταῖς συνεπείαις τῆς δημοσιεύσεως βαρύνει τὸν γινώσκοντα, ὅταν μάλιστα οὗτος ἦναι ἡ Κυβέρνησις, ἧς καθῆκον εἶναι νὰ προασπίζῃ τὸ ἀπόῤῥητον, ὁσάκις ἐπὶ ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων ἐπιβάλλεται τοῦτο ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τῆς πολιτείας. Ἡ ἀπόφασις, ἣν ἐλάβομεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, δίδει τὴν λύσιν τοῦ ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς ἤδη ζητήματος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε τότε, ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ δώσῃ πᾶσαν πληροφορίαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ εἰς πάντα ἄλλον Βουλευτὴν, ἡ δ’ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ προέβη εἰς ἐξετάσεις συνεπείᾳ τῆς ἀδείας ταύτης. Ἐν τῇ διεξαγωγῇ τοῦ ἔργου αὐτῆς ἀνεφύη ἀμφισβήτησις ὡς πρὸς τὰς πιστώσεις ἑνὸς κλάδου τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν πιστεύω πᾶσαι αἱ πιστώσεις νὰ ἔχωσί τι τὸ ἀπόῤῥητον, οὐδ’ ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἀντιλέγουσιν εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν πλείστων. Ἂν ὅμως τινῶν ἐξ αὐτῶν, διὰ λόγον τινὰ, εἶναι ἀσύμφορος τῇ πολιτείᾳ ἡ ἀνακοίνωσις, τὸ Ὑπουργεῖον ὤφειλε νὰ προτιμήσῃ νὰ παραιτηθῇ μᾶλλον, παρὰ ν’ ἀνακοινώσῃ πράγματα, ὧν ἡ δημοσίευσις θὰ ἔβλαπτε τὴν πολιτείαν.
§41ΖΩΧΙΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις μυριάκις ὑπεσχέθη νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών της καὶ τῆς διαχειρίσεώς της μέχρι λεπτοῦ, καὶ σήμερον δὲν τὸ ἀρνεῖται. Ἀλλὰ γεννᾶται ζήτημα τριῶν ἑκατομμυρίων διαχειρίσεως, κατ’ ἐμὲ, παρανόμου, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δύναται νὰ διαχειρισθῇ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὰ ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν. Περὶ αὐτῶν τῶν ἑκατομμυρίων δὲν πρέπει νὰ γείνῃ κανεὶς λόγος. Γνωρίζετε πάντες, ὅτι ἐπὶ τῆς Βασιλείας Φιλίππου τοῦ Βασιλέως τῆς Γαλλίας κατ’ ἔτος ἐγίνετο συζήτησις διὰ 10 ἑλατομμύρια μυστικῶν ἐξόδων, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἐδίδετο κανεὶς λόγος. Ἀπὸ τῆς μυστικότητος ἐκείνης ἐξήρτητο ἡ τύχη τοῦ Ὑπουργείου. Ἐὰν σεῖς παραδεχθῆτε τοιοῦτόν τι νὰ μείνῃ κεκαλυμμένον, μὴ ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ ποσοῦ· συναχθῆτε ἐκεῖ (δεικνύει τὴν πλευρὰν τῶν συμπολιτευομένων Βουλευτῶν).
§42ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν μᾶς χωρεῖ.
§43ΖΩΧΙΟΣ. Εἴτε χωρεῖ, εἴτε δὲν χωρεῖ, ἐκεῖ πρέπει νὰ συναχθῶμεν. Ὅταν συγχωρῶμεν εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι διεχειρίσθησαν 3 ἑκατομμύρια, περὶ τῶν ὁποίων γνωρίζουσι καὶ αὐτοὶ οἱ γραφεῖς τοῦ Ὑπουργείου, τότε δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀντιπολίτευσις, οὐδὲ Βουλὴ, διότι βλέπετε, ὅτι ἐδόθη πᾶσα ἐξουσία εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν. Δὲν πρόκειται ἡμεῖς νὰ τοῦ δώσωμεν τὴν ἄδειαν νὰ παρουσιάσῃ τὰ ἔγγραφα· αὐτὸς εἶναι κύριος νὰ τὸ κάμῃ. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ ν’ ἀποτρέψῃ τὸν Ὑπουργὸν, νὰ εἴπῃ: εἶμαι ζῶον καὶ κτῆνος. Πῶς θέλετε νὰ τὸ ἀποφασίσω, πῶς θέλετε νὰ κλείσω τοὺς ὀφθαλμούς; αὐτὰ, κύριοι, εἶναι ἄτοπα.
§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τίποτε δὲν ἀρνούμεθα διὰ νὰ βεβαιώσωμεν, ὅτι ἡ διαχείρισις ἐνηργήθη ἐντίμως καὶ ἐπωφελῶς. Ἡμεῖς οὐ μόνον δὲν δυσκολευόμεθα εἰς τὴν δημοσίευσιν, ἀλλ’ ἔχομεν μεγίστην ἐπιθυμίαν νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον καὶ ἀκριβέστερον. Λέγομεν ὅμως, ὅτι ἔχομεν ἀμφιβολίαν τινὰ, ὅτι ἡ δημοσίευσις (διότι τὰ ἔγγραφα συνδέονται μετ’ ἄλλων ζητημάτων) πιθανὸν νὰ ζημιώσῃ. Ἐπὶ τούτου ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.
§45ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὑμεῖς, οἵτινες διατελεῖτε ἐν γνώσει πάντων, ἀμφιβάλλετε ἂν θὰ βλάψῃ ἢ ὄχι τὸ δημόσιον συμφέρον ἡ δημοσίευσις. Πῶς θέλετε ἡμεῖς, οἵτινες οὐδὲν γνωρίζομεν, νὰ ἔχωμεν γνώμην περὶ τούτου;
§46ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ γνωστοῦ ζητήματος.
§47ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς γνωστοῦ;
§48ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν θέλετε, κάμνομεν μυστικὴν συνεδρίασιν αὐτὴν τὴν στιγμὴν, καὶ σᾶς τὸ λέγομεν· δὲν θέλομεν νὰ μείνῃ ἀμφιβολία.
§49ΣΟΥΤΣΟΣ. Ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ ἐμποδίσῃ οὐδένα τῶν Βουλευτῶν ἀπὸ τοῦ νὰ ζητήσῃ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων παρὰ τοῦ Ὑπουργείου. Ἡ Κυβέρνησις μόνον δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν, ἐὰν φρονῇ ὅτι τοῦτο δύναται νὰ παραβλάψῃ τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ γείνῃ ψηφοφορία, ἐὰν πρέπῃ νὰ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα.
§50ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ πρωτοβουλίαν, θ’ ἀκολουθήσῃ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἔχει γνῶσιν τῶν ἐγγράφων καὶ ἥτις ὑπέχει τὴν εὐθύνην, βεβαιώσῃ, ὅτι ἡ ἀνακοίνωσις τῶν ἐγγράφων δύναται νὰ βλάψῃ τὴν πολιτείαν, καὶ προτείνῃ ν’ ἀναβληθῇ ὁ περὶ τούτων ἔλεγχος, ἡ Βουλὴ θ’ ἀκολουθήσῃ τὴν γνώμην της. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ διατυπώσῃ ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς τὴν ἐπὶ τούτου γνώμην του. Θέλει ν’ ἀναβληθῇ ὁ ἔλεγχος, ναὶ ἢ ὄχι; Ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον εἴπῃ ναὶ, καὶ ἐγὼ θὰ εἴπω ναί.
§51ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ἁπλοῦν· δὲν πρόκειται οὔτε περὶ προσαγωγῆς, οὔτε περὶ ἐξετάσεως ἐγγράφων· τὰ ἔγγραφα εἶναι ἡ λεπτομέρεια τοῦ ζητήματος, εἶναι αἱ ἀποδείξεις τῶν δαπανῶν, καὶ τὰς λεπτομερείας ταύτας βεβαίως καὶ ἡ τιμή μας, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, καὶ τὸ συμφέρον μας ὑπαγορεύει νὰ θέσωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν παντὸς μετὰ πάσης εὐχαριστήσεως. Τὸ ζήτημα, κύριοι, ἔγκειται ἀλλαχοῦ· πρέπει νὰ γείνῃ γνωστὴ δημοσίᾳ ἡ αἰτία καὶ ὁ λόγος αὐτῶν τῶν δαπανῶν, ναὶ ἢ ὄχι; Εἰς τὴν Κυβέρνησιν κύριοι, ἐχορηγήθη τὸ δικαίωμα διὰ τοῦ νόμου τῆς 27 ης Ἰανουαρίου 1877, τὸν ὁποῖον δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μέσης, ὅταν προχθὲς καὶ σήμερον μὲ κατέκρινεν ὡς ἀναμιχθέντα εἰς τὴν διαχείρισιν ταύτην, ἵνα ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν 35 ἑκατομμυρίων τὸ ἓν ἕβδομον διατεθῇ εἰς ἐκτάκτους καὶ ἀπροβλέπτους ἀνάγκας. Δυνάμει αὐτῆς τῆς εἰδικῆς διατάξεως, ῥητῶς περιληφθείσης ἐν τῷ νόμῳ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, διότι εἰς τὸ Νομοσχέδιον δὲν ὑπῆρχεν ἡ διάταξις αὕτη.......
§52ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Συζητεῖτε ἐπὶ τῆς οὐσίας· δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ἡ Βουλὴ σήμερον σᾶς λέγει, ἂν ὑμεῖς κρίνετε ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐγγράφων βλάπτει....
§53ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ αὐτοῦ ὁμιλῶ.
§54ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§55ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν κατακρίνωμαι, κύριοι, δὲν θέλετε ν’ ἀπολογηθῶ καὶ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸν νόμον; Ἐπαναλαμβάνω διὰ τρίτην καὶ τετάρτην φορὰν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐγγράφων· μὴ ἐκτοπίζετε τὸ ζήτημα. Πρόκειται περὶ δαπάνης, δι’ αἰτίας γνωστάς. Αἱ αἰτίαι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐγένοντο αἱ δαπάναι αὗται, αἱ ἄλλωστε γνωσταὶ, πρέπει νὰ γείνουν ἀντικείμενον δημοσίας συζητήσεως;
§56ΜΙΛΗΣΗΣ. Περὶ τούτου ἐπιθυμοῦμεν ν’ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως.
§57ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ αἰτία τῆς δαπάνης καὶ ὁ σκοπὸς, κύριοι, εἶναι γνωστά. Πρόκειται περὶ χρημάτων, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ἐὰν συμφέρῃ ἢ δὲν συμφέρῃ, διότι, ἐὰν εἴπῃ ὅτι δὲν προσάγει τὰ ἔγγραφα ἢ ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις, θὰ παρεξηγηθῇ. Ἡ αἰτία, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι γνωστή· ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ μάθῃ πῶς ἐγένετο ἡ δαπάνη καὶ πῶς διεχειρίσθησαν τὰ χρήματα αὐτὰ, ἂς ἀποφασίσῃ νὰ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα τῶν δαπανῶν, καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ ἀποφασίσῃ, εἴτε δι’ ἐπιτροπῆς εἴτε ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, ἡμεῖς εὐχαρίστως θὰ ἐκτελέσωμεν τὴν ἀπόφασίν της αὐτὴν, διότι θέλομεν νὰ ἀποβάλωμεν αὐτὸ τὸ βάρος, αὐτὸν τὸν Ἐφιάλτην, ὅστις ἀδίκως πιέζει τὰ στήθη μας. Δυνάμει λοιπὸν αὐτῆς τῆς εἰδικῆς διατάξεως τοῦ περυσινοῦ νόμου, ἐδαπανήθησαν χρήματα, καὶ ἕναρξις τῶν τοιούτου εἴδους δαπανῶν ἐγένετο ἀπὸ τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον· ἀλλ’ ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγένοντο αἱ δαπάναι αὗται ἐπὶ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, εἰς ἡμᾶς ἐφάνη ὅτι δὲν ἦτο ὁ καταλληλότερος, μολονότι ἐπί τινα χρόνον τὸν ἠκολουθήσαμεν καὶ ἡμεῖς. Διὰ τοῦτο ἐλάβομεν ἄλλο μέτρον καθαρώτερον καὶ εὐθύτερον, καὶ ἀνετέθη τότε ἡ διαχείρισις τῆς τοιαύτης δαπάνης εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ὅμως ἔκαμε καὶ τοῦ λεπτοῦ τὴν διάθεσιν, δυνάμει πάντοτε πράξεως εἰδικῆς τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐν ᾗ περιελαμβάνετο ὁ λόγος καὶ ἡ αἰτία τῆς δαπάνης μέχρι καὶ τοῦ λεπτοῦ. Θὰ ἰδῆτε ὅτι 600,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδαπανήθησαν ἀπὸ τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον, δὲν φαίνονται καθαρῶς εἰς τὰς δαπάνας αὐτοῦ τοῦ εἴδους· θὰ ἰδῆτε ὅτι 650,000 δαπανηθεῖσαι ἀπὸ τὸ σημερινὸν Ὑπουργεῖον κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν διετέθησαν καὶ ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου, δὲν φαίνονται ἀναγεγραμμέναι εἰς τὰς δαπάνας αὐτῆς τῆς φύσεως, ἀλλὰ θὰ τὰς ἀνεύρητε ἀλλοῦ, καὶ ἐὰν δὲν σᾶς ὁδηγήσῃ τις, δὲν θὰ τὰς ἀνακαλύψητε κἄν. Μετὰ τοῦτο ἐλάβομεν, ὡς εἶπον, ἄλλο μέτρον καθαρώτερον, τὸ ὁποῖον θὰ ὁδηγήσῃ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Ἐπιτροπὴν, ἐὰν εἰς Ἐπιτροπὴν ἀνατεθῇ ἡ ἐργασία, ὡς καὶ πάντα Βουλευτὴν, νὰ εὕρῃ καὶ τὸ λεπτὸν πῶς ἐδαπανήθη. Λοιπὸν τὸ ζήτημα εἶναι, συμφέρει νὰ φέρωμεν, εἰς τὴν δημοσιότητα τὴν αἰτίαν καὶ τὸν σκοπὸν τῶν δαπανῶν, ἢ ὄχι; Διότι δὲν πρόκειται, ὡς σᾶς εἶπον ἤδη, περὶ ἐγγράφων, πρόκειται περὶ ἁπλῶν ἀποδείξεων, ὅτι εἰς τὸν Α ἐδόθησαν δραχμαὶ τόσαι· δι’ αὐτὴν τὴν αἰτίαν δὲν εἶναι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐμποδίζουν τὴν κυβέρνησιν νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα εἰς τὸ Κοινοβούλιον, εἶναι ἡ φύσις τοῦ ἀντικειμένου. Λοιπὸν θέλει ἡ Βουλὴ νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου; ἂς τὸ ἀποφασίσῃ.
§58ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ποίαν γνώμην ἔχετε;
§59ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω γνώμην ὁριστικὴν, καὶ σᾶς εἶπον διατί δὲν ἔχω· νομίζω ὅμως ὅτι ἠμπορεῖ νὰ βλάψῃ μία τοιαύτη συζήτησις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ χρημάτων, δὲν θέλομεν νὰ δώσωμεν εἰς κανένα τὸ δικαίωμα νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι θέλομεν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν λογοδοσίαν.
§60ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὰς πιστώσεις ἃς ἐζήτησε τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν γνωρίζει δὲ, οὔτε δύναται νὰ παραδεχθῇ δαπάνας μυστικάς· ἡ διαχείρισις τῶν πιστώσεων ὑπάγεται εἰς τὸν δημόσιον ἔλεγχον. Ἐὰν ὑπάρχουν μυστικὰ ἔξοδα, πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ σημείωσιν ἰδιαιτέραν.
§61ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐκκαθαρισθῇ τὸ ζήτημα. Ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπε «τὸ ζήτημα τῆς ἰδιαιτέρας φιλοτιμίας μας μᾶς ὑποχρεοῖ νὰ σᾶς εἴπωμεν, ὅτι, ἂν θέλητε, τὰ φανερόνομεν ὅλα· τὸ ζήτημα τῆς θέσεώς μας μᾶς λέγει· ὅτι ἠμποροῦν νὰ πάθουν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐὰν σεῖς θέλητε, εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ καταθέσωμεν τὰ ἔγγραφα.» Περὶ τίνος πρόκειται, περὶ συμφερόντων τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ βλαφθῶσι; περὶ τούτου ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐκφράσῃ καθαρῶς τὴν γνώμην της. Αἰσθάνομαι τὸ φιλότιμον τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει καὶ αὐτὸ τὸ φιλότιμόν του νὰ ἀποβάλλῃ, ὅταν βλέπῃ ὅτι δύνανται νὰ πάθωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ νὰ βλαφθῶσι ζητήματα ἐκκρεμῆ. Λέγω δημοσίᾳ ὅ,τι εἶπον ἰδιαιτέρως εἰς ἕνα τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ζητήματος· τῷ εἶπον· «Ἐνθυμήσου καλὰ, ἔχασε τὸν θρόνον του ὁ Ὄθων, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸν ἐξεθρόνισαν, ἔφερον ὡς δικαιολόγημα ὅτι ἐπρόδιδε τὸ Ἔθνος καὶ τὴν μεγάλην ἰδέαν. Ἐὰν ἐδείκνυεν ἓν μόνον ἔγγραφον ὁ Ὄθων ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶχεν, ἠδύνατο νὰ κλείσῃ διὰ παντὸς τὰ στόματα τῶν κατηγορούντων αὐτὸν· ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξε καὶ ἀπέθανε, χωρὶς ν’ ἀνοίξῃ τὸ στόμα του καθόλου ἵνα δικαιολογηθῇ, διὰ νὰ μὴ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος.» Ἐὰν ἡ φιλοτιμία τῆς Κυβερνήσεως δέχεται τὸν ἔλεγχον, θέλετε ἡ φιλοτιμία τοῦ Σώματος νὰ παραιτήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχειν, ὅταν ἡ Κυβέρνησις λέγῃ, ὅτι, ὅταν θέλῃ ἡ Βουλὴ, δὲν ἔχει δυσκολίαν νὰ φέρῃ τὰ ἔγγραφα; Νομίζω, ἀξιότιμοι κύριοι Ὑπουργοί, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι σωστὸν, ὁμιλήσατε καθαρά· ἓν μόνον δύναται νὰ μᾶς δικαιολογήσῃ νὰ μὴ ζητήσωμεν τὰ ἔγγραφα, ὅτι ἡ προσαγωγὴ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων ἠμπορεῖ νὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ τότε νὰ εἴπωμεν, ἀναβάλλομεν τὸν ἔλεγχον αὐτῶν, οὐχὶ ὅμως ποτὲ νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν θέλομεν ἡμεῖς νὰ ἐξετάσωμεν. Ἐὰν σεῖς λέγετε, ὅτι, ἕνεκα τῆς φιλοτιμίας σας, δὲν ἠμπορεῖτε παρὰ νὰ φέρετε τὰ ἔγγραφα, ἂν ἡμεῖς τὰ ζητήσωμεν, πῶς ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς, μὴ τὰ φέρετε, παραιτούμεθα τοῦ ἐλέγχειν; Ὁμιλήσατε παρακαλῶ, κύριοι Ὑπουργοί, καθαρὰ, θέλετε μυστικὴν συνεδρίασιν; νὰ κενώσωμεν τὰ ἀκροατήρια ἀμέσως, ἀλλὰ νὰ λάβωμεν μίαν ὡρισμένην ἀπάντησιν.
§62ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε Λομβάρδε, δὲν ἔχει «ἠμπορεῖ νὰ βλάψῃ» θὰ βλάψῃ, ναὶ ἢ ὄχι;
§63ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὸ λέγω· ἅμα ἡ Κυβέρνησις εἴπῃ ὅτι ἠμπορεῖ νὰ βλάψῃ ἢ θὰ βλάψῃ, θὰ παραιτηθῶμεν τῆς αἰτήσεως ἐπὶ τοῦ παρόντος· ἐὰν ὅμως θέλωσι μυστικὴν συνεδρίασιν, νὰ κλείσωμεν τὰς θύρας ἀμέσως.
§64Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Νομίζω ὅτι συζητοῦμεν περὶ ὑποθέσεων γνωστῶν. Νομίζω, ὅτι ἐν Ἀθήναις οἱ πάντες γνωρίζουσι περὶ τίνος συζητοῦμεν, καὶ ὑποθέτω ὅτι καὶ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν γνωρίζει τὴν ὑπόθεσιν. Ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς εἶπον γνώμην, τῆς ὁποίας μετέχω καὶ ἐγώ· ἤτοι, ὅτι ἡμεῖς ὡς ἐκτελεστικὴ ἐξουσία διεχειρίσθημεν πίστωσιν δημοσίων χρημάτων πρὸς σκοπὸν ὡρισμένον, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν τὸν ἔλεγχον, καὶ ὅτι εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς αὐτόν. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ εἶδος τῆς δαπάνης καὶ ὁ σκοπὸς αὐτῆς συνδέεται μετὰ ὑποθέσεων, αἵτινές εἰσιν ἐκκρεμεῖς καὶ αἵτινές εἰσι λίαν συναφεῖς μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, νομίζομεν, ὅτι πολὺ ἐνδεχόμενον ὁ δημόσιος ἔλεγχος νὰ ἀσκήσῃ ἐπιβλαβῆ ἐπιῤῥοὴν εἰς τὰ εἰρημένα συμφέροντα τοῦ Κράτους. Σᾶς βεβαιῶ, κύριοι, ὅτι ἔχω ἐντελῶς τὴν αὐτὴν γνώμην μὲ τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ μὲ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ γνώμη μου εἶναι ἴσως κἄπως θετικωτέρα καὶ κἄπως ἀπηλλαγμένη τινῶν ἐπιφυλάξεων τοῦ κυρίου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Δὲν εἶναι μόνον ὅτι φρονῶ, ὅτι ἐνδέχεται νὰ προκύψῃ βλάβη εἰς ὑποθέσεις, αἵτινές εἰσιν ἐκκρεμεῖς καὶ συναφεῖς μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους περὶ τῶν ὁποίων νῦν πρόκειται, ἀλλὰ νομίζω θετικώτερον, ὅτι θὰ προκύψῃ βλάβη ἐκ τοῦ δημοσίου ἐλέγχου καὶ τῆς ἀχωρίστου ἀπὸ αὐτὸν δημοσίας συζητήσεως.
§65ΠΟΛΛΟΙ. Ἀναβολὴ λοιπόν.
§66ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἐὰν ὄχι μόνον ἐνδέχεται, ἀλλὰ πιθανώτατον εἶναι, ὅτι θέλει προκύψει βλάβη ἐκ τοῦ ἐλέγχου καὶ ἐκ τῆς μετ’ αὐτοῦ ἀχωρίστου δημοσίας συζητήσεως εἰς ὑποθέσεις, αἵτινές εἰσιν ἐκκρεμεῖς, πρέπει διὰ τοῦτο νὰ ἀποφύγωμεν τὸν ἔλεγχον, πρέπει διὰ τοῦτο νὰ ἀνασταλῇ τὸ δικαίωμά σας, τὸ τοῦ ἐλέγχου; Ὄχι, κύριοι, εἶναι πιθανὸν ἐντὸς ὀλίγου καιροῦ νὰ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τὴν ἀνάγκην αὐτὴν, καὶ εἶσθε τότε κύριοι νὰ ἐξασκήσητε τὸν ἔλεγχον τοῦτον. Δὲν μέλλει δὲ νὰ προκύψῃ βλάβη εἰς τὴν πολιτείαν, ἐὰν ἀναβάλητε τὸν ἔλεγχον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια καὶ τῶν λόγων τοῦ κυρίου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν λόγων τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, αὕτη δὲ εἶναι καὶ ἡ γνώμη ἡ ἐμή.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§68ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοῦφος ἐζήτησε τὸν λόγον.
§70Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριοι, εἶχον ὑποβάλει νομοσχέδιον περὶ τῶν ἐν Πάτραις οἰκοπέδων.
§71ΖΩΧΙΟΣ. Νὰ τελειώσωμεν τὸ ἄλλο.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἀντίῤῥησιν νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§73ΖΩΧΙΟΣ. Ἐπειδὴ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους θὰ βλαφθῶσιν, ἐὰν ὄχι δημοσία συζήτησις γείνῃ, ἀλλ’ ἐὰν ὀφθαλμὸς Βουλευτοῦ ἴδῃ τὰ ἔγγραφα, διὰ τοῦτο ἀποῤῥίπτεται....... (θόρυβος).
§74Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσε ῥητῶς καὶ ἄνευ ἐπιφυλάξεως, ὅτι δημοσία συζήτησις τῶν ἐγγράφων αὐτῶν θέλει καιρίως βλάψει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐζήτησα τοῦτο, δὲν ἐζήτησα νὰ γείνῃ δημοσία ἡ συζήτησις, οὔτε νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ ἐζήτησα νὰ λάβωμεν γνῶσιν αὐτῶν τῶν ἐγγράφων, ἐναπόκειται δὲ πάντοτε εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ ἢ μὴ τὴν συζήτησιν. Ἡ Κυβέρνησις λέγει «σήμερον δὲν ἐπιτρέπω δημοσίαν συζήτησιν, ἀλλὰ ζητῶ τὴν ἀναβολήν.» Τὸ ἐννοῶ αὐτό· ἀλλὰ φρονεῖ ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις, ὅτι καὶ τὸ νὰ λάβῃ ἕκαστος Βουλευτὴς ἰδιαιτέρως γνῶσιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν βλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους;
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ, νομίζω, ἰσχυρίσθη ἡ Κυβέρνησις. Ἡ πρότασίς σας ἦτο νὰ ἐπιτραπῇ εἰς πάντα Βουλευτὴν νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων· εἰς τοῦτο δὲ ἀπαντῶσα ἡ Κυβέρνησις, εἶπεν, ὅτι, κατὰ τὴν πεποίθησίν της, δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ βλάβη εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα.
§76ΖΩΧΙΟΣ. Ὅτι ἐπέρχεται βλάβη.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μετὰ τὴν δήλωσιν αὐτὴν, εἶναί τις ὁ ἰσχυριζόμενος, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις;
§78ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Νὰ ἐξηγηθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ῥητῶς αὐτὸ ἰσχυρίσθη, διότι δὲν νομίζω παράδοξον μεθαύριον νὰ μᾶς εἴπωσιν ὅτι δὲν ἐνόουν τοῦτο (θόρυβος).
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θέλετε λοιπὸν νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν καμμίαν πρότασιν;
§80ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§81Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τακτικὴν Σύνοδον καὶ κατὰ τὴν ἔκτακτον ὑπέβαλον πρότασιν νόμου περὶ τῶν δημοσίων οἰκοπέδων Πατρῶν, τῶν κατεχομένων δι’ ἰδιωτικῶν οἰκοδομῶν. Τὴν πρότασιν αὐτὴν θὰ ἐπαναλάβω καὶ ἤδη, διότι κατὰ τὰς Συνόδους ἐκείνας κατέστη ἀδύνατον, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, νὰ συζητηθῇ πρότασις νόμου ὑποβληθεῖσα ἀπὸ Βουλευτήν. Παρακαλῶ δὲ καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐγγραφὴν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν, καὶ, εἰ δυνατὸν, νὰ ὑποβάλῃ κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὸ ποσὸν τῶν κατεχομένων πήχεων, τὸν ἀριθμὸν τῶν κατόχων, τὸ εἶδος τῶν οἰκοδομῶν, καὶ τὴν θέσιν ἐν ᾗ κεῖνται. Πρὸς τούτοις δὲ καὶ τὴν ἀξίαν περίπου, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς λοιπὰς γενομένας ἐκτιμήσεις ἐπὶ οἰκοπέδων ὑπαχθέντων εἰς τὴν ἐκτίμησιν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ΥΝΖ. Νόμου. Ἄρθρον μοναδικόν. «Αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 22, 24 καὶ 25 τοῦ ΥΝΖʹ. Νόμου τῆς 10 Ἀπριλίου 1858 περὶ τῶν ἐν Πάτραις οἰκοπέδων ἐπεκτείνονται διὰ τοὺς ἀνεγείραντας οἰκοδομὰς καὶ μέχρι τῆς 1 Δεκεμβρίου 1876.»
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ συζήτησις τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν.
§83ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ γείνῃ μικρὰ διακοπή.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτὰ. (Γίνεται ἡ διακοπή).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ἀναγινώσκεται ἡ περίληψις τῆς ἀναφορᾶς καὶ ἡ γνωμοδότησις τῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν δὲ δὲν προτείνηται ἀντίῤῥησις, θὰ κηρύσσηται δεκτὴ ἡ γνωμοδότησις.
§86ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσέξατε εἰς τὴν ἀνάγνωσιν. «Ἡ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὰς παραπεμφθείσας αὐτῇ ἀναφοράς, φέρει τὴν ἑξῆς ἐπ’ αὐτῶν γνώμην της. 1) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 4 ἀναφορᾶς τοῦ Π. Περίδου, ζητοῦντος τὴν εἰσαγωγὴν τῆς Ἰταλικῆς γλώσσης εἰς τὰ Γυμνάσια καὶ τὴν πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένην πίστωσιν Ἡ Ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ. Ὑπουργεῖον, ἁρμόδιον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.»
§88ΦΙΛΗΜΩΝ. Νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ χρῄζει συστάσεως ἰδιαιτέρας, δότι ἡ Ἰταλικὴ γλῶσσα εἶναι ἀπαραίτητος.
§89ΡΩΜΑΙΟΣ. Ὁ κύριος Βαλαωρίτης ἔκαμεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἤκουσα· τότε πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος.)
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
§92ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «1) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 4 ἀναφορᾶς τοῦ Π. Περίδου, ζητοῦντος τὴν εἰσαγωγὴν τῆς Ἰταλικῆς γλώσσης εἰς τὰ Γυμνάσια καὶ τὴν πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένην πίστωσιν. Ἡ Ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ. Ὑπουργεῖον, ἁρμόδιον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.»
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλήμων ἐπρότεινε νὰ προστεθῶσι καὶ αἱ λέξεις «μετὰ συστάσεως ἰδιαιτέρας.»
§94Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι αὐτὸ εἶναι καθαρῶς διοικητικὸν ζήτημα, καὶ δὲν πρέπει ἡμεῖς νὰ ἐπεμβαίνωμεν εἰς τὰ τοιαῦτα· ἄλλως τε καὶ δὲν δυνάμεθα, διότι δὲν ἔχομεν δικαίωμα πρὸς τοῦτο. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ἁπλῶς νὰ στείλῃ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον.
§95ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἡμεῖς ἐνταῦθα πρόκειται νὰ ἐκφράσωμεν γνώμην, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκτιμήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Δὲν πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν ἡμεῖς.
§96ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ αὐτὰς τὰς συστάσεις δὲν τὰς ἐννοῶ· αὐτὰ εἶναι ἔργα διοικητικά.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην τῶν λέξεων «μετὰ συστάσεως ἰδιαιτέρας» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη· ἑπομένως γίνεται παραδεκτὴ ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς. Κατόπιν ἀνεγνώσθησαν αἱ ἐπὶ τῶν ἑπομένων ἀναφορῶν γνωμοδοτήσεις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐγένοντο δεκταί. «2) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 5 αἰτήσεως τοῦ Ἰωάννου Ζαβοῦ, αἰτουμένου χρηματικήν τινα βοήθειαν διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα θυσίας τοῦ πατρός του. Ἡ Ἐπιτροπὴ συνιστᾷ τὴν αἴτησιν τοῦ ἀναφερομένου ὡς δικαίαν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, ἵνα μεριμνήσῃ περὶ αὐτοῦ.» «3) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 6 ἀναφορᾶς τοῦ Σπυρίδωνος Φερεντίνου, ζητοῦντος ἀποζημίωσίν τινα ἐκ τοῦ Δημοσίου, ὡς παραλαβούσης τῆς ναυαγιαιρεσιακῆς Ἐπιτροπῆς πάντα τὰ τοῦ ναυαγήσαντος πλοίου του ἐν Γυθείῳ. Ἡ Ἐπιτροπὴ συνιστᾷ τὴν αἴτησιν τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον, ἵνα μετ’ ἀκριβῆ ἔρευναν τῶν ἐκτεθειμένων λάβῃ πρόνοιαν περὶ αὐτοῦ.» «4) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 12 αἰτήσεως τοῦ Ἰω. Καληντέρη, ζητοῦντος τὴν τιμωρίαν τῶν μοναχῶν τῆς Μονῆς Γέροντος ἐν Εὐβοίᾳ, οἵτινες παρεχώρησαν τὴν ἐνοικίασιν τοῦ ἐλαιοδεκάτου εἰς ἐνοικιαστὴν προσφέροντα πολὺ ὀλιγώτερον ποσὸν τούτου. Ἡ Ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ διαβιβασθῇ ἡ αἴτησις τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργεῖον, ἵνα ἐρευνήσῃ καὶ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα.» «5) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 13 ἀναφορᾶς τῆς χήρας Κλειοῦς Μπαρδαμπούλια, ζητούσης μικράν τινα περίθαλψιν διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας τοῦ συζύγου της. Ἡ Ἐπιτροπὴ συνιστᾷ τὴν αἴτησιν τῆς ἀναφερομένης εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, ἵνα πράξῃ, ὅ,τι δέον.» «6) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 14 αἰτήσεως τῆς χήρας Ἀγγελικῆς Δ. Πολυχρονοπούλου, ζητούσης μικράν τινα περίθαλψιν διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας τοῦ συζύγου της. Ἡ Ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ διευθυνθῇ ἡ αἴτησις τῆς ἀναφερομένης εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον, ἵνα ἐνεργήσῃ τὸ δίκαιον.» «7) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 16 ἀναφορᾶς τοῦ Γ. Κωνσταντίνου, ἐξαιτουμένου νὰ προληφθῇ τὸ ὑπὸ τοῦ Ἐπάρχου Κρομμύδα γενόμενον αὐτῷ ἀδίκημα, χαρακτηρίσαντος τὸ ἰδιόκτητόν του λειβάδιον ὡς κοινοτικόν. Ἡ Ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ διευθυνθῇ ἡ αἴτησις τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον.» «8) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 17 αἰτήσεως τοῦ Β. Βαρουξάκη, ζητοῦντος τὴν ἐπιβολὴν ἐξαγωγικοῦ τέλους 15 λεπτῶν τὴν ὀκᾶν ἐπὶ τῶν ῥακῶν πρὸς ἐμψύχωσιν τοῦ βιομηχανικοῦ καταστήματος χαρτοποιείου του. Ἡ Ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ διαβιβασθῇ ἡ αἴτησις τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον μὲ τὴν παρατήρησιν, ὅτι θεωρεῖ ἀναγκαίαν τὴν ἐμψύχωσιν εἰς τοιούτου εἴδους ἀρτισύστατα βιομηχανικὰ καταστήματα.»
§98ΖΩΧΙΟΣ. Ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§99ΣΟΥΤΣΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἀνταντίῤῥησιν.
§100ΖΩΧΙΟΣ. Ἔρχεταί τις ἐδὼ καὶ ἐπιχειρεῖ ἓν ἐπιτήδευμα, ἀφοῦ δὲ τὸ ἐπιχειρήσῃ, κατόπιν ἔρχεται καὶ μᾶς λέγει· Ἐγὼ πρέπει ν’ ἁλωνίζω ἐδώ. Τὰ ῥάκη εἶναι ἕνας πόρος ζωῆς εἰς πτωχοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους δὲν πρέπει νὰ βλάψωμεν. Γνωρίζετε δὲ ὅτι τὰ ῥάκη εἶναι πολύτιμα, διότι ἀπ’ αὐτὰ γίνεται τὸ καλλίτερο χαρτὶ, διότι διὰ τὰ ἄλλα χαρτιὰ μεταχειρίζονται βοῦρλα κλπ· ὥστε δὲν πρέπει νὰ ζημιώσωμεν τοὺς πτωχοὺς ἀνθρώπους.
§101ΣΟΥΤΣΟΣ. Ἐὰν αὐτὸς θελήσῃ νὰ τὰ ἐξαγάγῃ, θὰ πληρώσῃ καὶ αὐτὸς φόρον.
§102ΖΩΧΙΟΣ. Ναὶ, ἀλλ’ ὁ πτωχὸς ἀναγκάζεται νὰ τὰ πωλήσῃ εἰς αὐτόν.
§103ΡΩΜΑΙΟΣ. Μὲ αὐτὰ μᾶς κατέστρεψαν καὶ εἰς τὴν Κέρκυραν.
§104ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ ἔπειτα τὶ μᾶς μέλει ἡμᾶς· ἂς φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ θεωρεῖ ἀναγκαίαν τὴν ἐνίσχυσιν τῆς βιομηχανίας.
§106ΖΩΧΙΟΣ. Ἡ ἐμψύχωσις ἠξεύρετε τί εἶναι; νὰ τεθῇ φόρος 15 λεπτά. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παύσουν αἱ συστάσεις, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸν ἀναγκαιοῦντα νοῦν.
§107ΣΟΥΤΣΟΣ. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος εἶπεν, ὅτι ἔρχεται εἷς καὶ κάμνει μίαν βιομηχανίαν, ἔπειτα δὲ ζητεῖ νὰ τὸν ἐμψυχώσουν. Αὐτὸς εἶναι πολίτης Ἕλλην, ὅστις ἔκαμεν ἕν κατάστημα, γνωρίζει δὲ ὅτι τὰ εἰσαγόμενα ἔξωθεν εἶναι πολὺ ὑπέρτερα τῶν ἐξαγομένων, καὶ ἕνεκα τούτου κατ’ ἔτος ἐξάγομεν μέταλλον. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους καὶ ὄχι τοῦ ἀτόμου, πρέπει νὰ ὑποστηρίζωμεν πᾶσαν βιομηχανίαν, ἥτις συνιστᾶται ἐνταῦθα. Ἐγὼ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον δὲν τὸν γνωρίζω, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι συμφέρον τοῦ ἔθνους τοῦτο· ἤθελον προτείνει μάλιστα, ἵνα καὶ ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα καὶ ὅλον τὸ Ἔθνος λαμβάνουν χαρτὶ ἀπὸ τὸ κατάστημα αὐτὸ, διὰ νὰ μὴ ἐξάγηται τὸ μέταλλον. Ἄν τινες πτωχοὶ συλλέγουν ῥάκη, δὲν εἶναι λόγος, διότι, ἂν αὐτὸς συλλέξῃ καὶ τὰ ἐξαγάγῃ, θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν φορολογίαν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§108ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος μᾶς εἶπε ......
§109ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Ζωχιὲ, ἀφήσατε, διότι δὲν θὰ ψηφίσωμεν τώρα τοὺς φόρους.
§110ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ αὐτὸ λέγω καὶ ἐγὼ, ν’ ἀφήσωμεν τὸ πρᾶγμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§111ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ δώσω μίαν πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλήν. Γνωρίζετε ἴσως, ὅτι ἓν μόνον τοιοῦτον κατάστημα ὑπάρχει καθ’ ὅλην τὴν Ἀνατολὴν, καὶ ἕνεκα τούτου πρέπει ν’ ἀναπτυχθῇ ἡ βιομηχανία αὕτη, διότι πολλὰ μετὰ τοῦ συμφέροντος τοῦ ἀτόμου συνδέονται συμφέροντα τοῦ Ἔθνους. Ἐκτὸς τούτου ἡμεῖς δὲν ἀποφασίζομεν, συνιστῶμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐκτιμήσῃ.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζωχιὸς προτείνει ν’ ἀποῤῥιφθῇ ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τοῦ κ. Ζωχιοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη· ἑπομένως ἐγένετο δεκτὴ ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς. (Κατόπιν ἐγένοντο παραδεκταὶ καὶ αἱ λοιπαὶ γνωμοδοτήσεις τῆς Ἐπιτροπῆς.) «9) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 18 ἀναφορᾶς ἐπιζώντων τινῶν ἀγωνιστῶν, ζητούντων τὴν πρόνοιαν τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀπονεμηθῶσιν αὐτοῖς οἱ βαθμοὶ, οὓς ἡ ἐπὶ τοῦ ἀγῶνος Ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη· Ἡ Ἐπιτροπὴ συνιστᾷ τὴν αἴτησιν τῶν ἀναφερομένων εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ πρὸ τοσούτου χρόνου μένον ἐκκρεμὲς ζήτημα τῶν τοιούτων ἀγωνιστῶν.» «10) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 19 τοῦ βουλευτοῦ κ. Στράτου, δι’ ἧς ἐπερωτᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν διὰ τίνα λόγον καὶ δυνάμει τίνος νόμου ἀπελύθη ὁ δημαστυνόμος Ἀμβρακίας, πρὸς δὲ παραπονεῖται κατὰ τῆς διαγωγῆς τοῦ ἐπάρχου Βάλτου Κρομμύδα ὡς φατριαστικῶς ἐνεργοῦντος. Ἡ Ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ διευθυνθῇ ἡ αἴτησις εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, ὅπερ ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὰ ἐν αὐτῇ ἐκτιθέμενα καὶ φέρῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν.» «11) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 20 αἰτήσεως τοῦ αὐτοῦ Βουλευτοῦ, δι’ ἧς ἐπερωτᾷ τὸν αὐτὸν Ὑπουργὸν δυνάμει τίνος νόμου διέταξεν ἐκ τῶν ἐφέδρων τῆς τρίτης σειρᾶς τῆς πρώτης κατηγορίας οἱ μὲν νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ στρατῷ, καί τοι ἔχοντες ἀριθμὸν ἀνώτερον ἄλλων μὴ προσελθόντων, οἱ δὲ οὐχί· Ἡ Ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ διευθυνθῇ ἡ αἴτησις εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὰ ἐν αὐτῇ ἐκτιθέμενα καὶ φέρῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν.» «12) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 22 τοῦ Δημητρίου Τσιβοπούλου, ζητοῦντος χρηματικὸν μηνιαῖον βοήθημα διὰ τούς κατὰ τὴν ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπανάστασιν ἀγῶνας καὶ θυσίας του. Ἡ Ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ συστηθῇ ἡ αἴτησις τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.» «13) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 21 αἰτήσεως τοῦ κ. Στουρνάρα, ζητοῦντος τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς πρὸς ἐκτύπωσιν τοῦ ἰχνογραφικοῦ χάρτου τοῦ παραχωρηθέντος μέρους ὑπὸ τῆς ἐν Βερολίνῳ Συνθήκης τῇ Ἑλλάδι. «Ἡ Ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ διευθυνθῇ ἡ αἴτησις τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, ὅπως ἀποφανθῇ περὶ τῆς χρησιμότητος τοῦ ἔργου καὶ χορηγήση συνδρομήν τινα τῷ φιλοτίμῳ καὶ λίαν σπουδαίως ἐργασθέντι τούτῳ χωρογράφῳ.» Κατόπιν ἐγένοντο δεκτὰ, δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου αὐτῶν καὶ ἐπὶ τοῦ συνόλου ψηφοφορίας δι’ ἀναστάσεως Εἰς ά μὲν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχμῶν 75,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου των Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1878. Εἰς γʹ δὲ τὰ 1) Περὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων τοῦ 1876 ἐκ δραχ. 75,000. 2) Περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως τοῦ 1877 ἐκ δραχμῶν 262,500, συγχωνευθέντα εἰς ἕν. 3) Περὶ ἐκτάκτων πιστώσεων τοῦ 1877 ἐκ δραχμῶν 877, 172:85|00. 4) Περὶ ἐκτάκτων πιστώσεων τοῦ 1878 ἐκ δραχ. 131,860, συγχωνευθέντα ἐπίσης. 5) Περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως τοῦ 1877 ἐκ δραχμῶ 33,440. 6) Περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχμῶν 13,674 τῆς χρήσεως 1878 ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. 7) Περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχ. 50,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὸ 1878. 8) Περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως τοῦ 1878 ἐκ δραχμῶν 8,213:94/00. 9) Περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 28,861 91|00 τοῦ 1878, συγχωνευθέντα εἰς ἕν. 10) Περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων.
§113ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα καταθέσῃ κατάστασιν τῶν ἐξαιρεθέντων τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἐφέδρων καὶ κληρούχων ἐκ τῆς Ἐπαρχίας Πυλίας.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς Δευτέρας ἔχει ὡς ἑξῆς: 1) βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δρ. 75,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1878. 2) ά συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΧΘʹ νόμου περὶ ἐκτάκτου ἐφεδρείας τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. 3) ά συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἐκτάκτου ἐφεδρείας. 4) ά συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων συντάξεων μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1876. 5) γʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 208 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Λύεται ἡ Συνεδρίασις. Ὥρᾳ 5 μ. μ.