1878.10.12
1.202 στίχοι · 8.940 λέξεις · 63 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18
τῆς 12 Ὀκτωβρίου 1878.
(Πέμπτη.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατετέθησαν αʹ ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπῆς καὶ βʹ τροπολογία τοῦ Βουλευτοῦ κ. Ῥουσοπούλου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ πτωχεύσεως καὶ χρεωκοπίας. Θὰ τυπωθῶσιν. «Ἡ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὰς παραπεμφθείσας αὐτῇ ἀναφορὰς, φέρει τὴν ἑξῆς ἐπ’ αὐτῶν γνώμην της. 1) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 4 ἀναφορᾶς τοῦ Π. Περίδου, ζητοῦντος τὴν εἰσαγωγὴν τῆς Ἰταλικῆς γλώσσης εἰς τὰ Γυμνάσια καὶ τὴν πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένην πίστωσιν. 2) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 5 αἰτήσεως τοῦ Ἰωάννου Ζαβοῦ, αἰτουμένου χρηματικήν τινα βοήθειαν διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα θυσίας τοῦ πατρός του. 3) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 6 ἀναφορᾶς τοῦ Σπυρίδωνος Φερεντίνου, ζητοῦντος ἀποζημίωσίν τινα ἐκ τοῦ Δημοσίου, ὡς παραλαβούσης τῆς ναυαγιαιρεσιακῆς Ἐπιτροπῆς πάντα τὰ τοῦ ναυαγήσαντος πλοίου του ἐν Γυθείῳ. 4) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 12 αἰτήσεως τοῦ Ἰω. Καληντέρη, ζητοῦντος τὴν τιμωρίαν τῶν μοναχῶν τῆς Μονῆς Γέροντος ἐν Εὐβοίᾳ, οἵτινες παρεχώρησαν τὴν ἐνοικίασιν τοῦ ἐλαιοδεκάτου εἰς ἐνοικιαστὴν προσφέροντα πολὺ ὀλιγώτερον ποσὸν τούτου. 5) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 13 ἀναφορᾶς τῆς χήρας Κλειοῦς Μπαρδαμπούλια, ζητούσης μικράν τινα περίθαλψιν διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας τοῦ συζύγου της. 6) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 14 αἰτήσεως τῆς χήρας Ἀγγελικῆς Δ. Πολυχρονοπούλου, ζητούσης μικράν τινα σύνταξιν διὰ τὰς κατὰ τὸν ἀγῶνα ὑπηρεσίας καὶ θυσίας τοῦ συζύγου της. 7) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 16 ἀναφορᾶς τοῦ Γ. Κωνσταντίνου, ἐξαιτουμένου νὰ προληφθῇ τὸ ὑπὸ τοῦ Ἐπάρχου Κρομμύδα γενόμενον αὐτῷ ἀδίκημα, χαρακτηρίσαντος τὸ ἰδιόκτητόν του λειβάδιον ὡς κοινοτικόν. 8) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 17 αἰτήσεως τοῦ Β. Βαρουξάκη, ζητοῦντος τὴν ἐπιβολὴν ἐξαγωγικοῦ τέλους 15 λεπτὰ τὴν ὀκὰν ἐπὶ τῶν ῥακῶν πρὸς ἐμψύχωσιν τοῦ βιομηχανικοῦ καταστήματος χαρτοποιείου του. 9) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 18 ἀναφορᾶς ἐπιζώντων τινῶν ἀγωνιστῶν, ζητούντων τὴν πρόνοιαν τῆς Βουλῆς ἵνα ἀπονεμηθῶσιν αὐτοῖς οἱ βαθμοί, οὓς ἡ ἐπὶ τοῦ ἀγῶνος Ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη. 10) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 19 τοῦ βουλευτοῦ κ. Στράτου, δι’ ἧς ἐπερωτᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν διὰ τίνα λόγον καὶ δυνάμει τίνος νόμου ἀπελύθη ὁ δημαστυνόμος Ἀμβρακίας, πρὸς δὲ παραπονεῖται κατὰ τῆς διαγωγῆς τοῦ ἐπάρχου Βάλτου Κρομμύδα ὡς φατριαστικῶς ἐνεργοῦντος. 11) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 20 αἰτήσεως τοῦ αὐτοῦ βουλευτοῦ, δι’ ἧς ἐπερωτᾷ τὸν αὐτὸν Ὑπουργὸν δυνάμει τίνος νόμου διέταξεν ἐκ τῶν ἐφέδρων τῆς τρίτης σειρᾶς τῆς πρώτης κατηγορίας οἱ μὲν νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ στρατῷ, καί τοι ἔχοντες ἀριθμὸν ἀνώτερον ἄλλων μὴ προσελθόντων, οἱ δὲ οὐχί. 12) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 22 τοῦ Δημητρίου Τσιβοπούλου, ζητοῦντος χρηματικὸν μηνιαῖον βοήθημα διὰ τοὺς κατὰ τὴν ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπανάστασιν ἀγῶνας καὶ θυσίας του. 13) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 21 αἰτήσεως τοῦ κ. Στουρνάρη, ζητοῦντος τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς πρὸς ἐκτύπωσιν τοῦ ἰχνογραφ. χάρτου τοῦ παραχωρηθέντος μέρους ὑπὸ τῆς ἐν Βερολίνῳ Συνθήκης τῇ Ἑλλάδι. Ἡ Ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ. Ὑπουργεῖον, ἁρμόδιον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἡ Ἐπιτροπὴ συνιστᾷ τὴν αἴτησιν τοῦ ἀναφερομένου ὡς δικαίαν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον ἵνα μεριμνήσῃ περὶ αὐτοῦ. Ἡ Ἐπιτροπὴ συνιστᾷ τὴν αἴτησιν τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον ἵνα μετ’ ἀκριβῆ ἔρευναν τῶν ἐκτεθειμένων λάβῃ πρόνοιαν περὶ αὐτοῦ. Ἡ Ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ διαβιβασθῇ ἡ αἴτησις τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργεῖον, ἵνα ἐρευνήσῃ καὶ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα. Ἡ Ἐπιτροπὴ συνιστᾷ τὴν αἴτησιν τῆς ἀναφερομένης εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον ἵνα πράξῃ ὅ,τι δέον. Ἡ Ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ διευθυνθῇ ἡ αἴτησις τῆς ἀναφερομένης εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον, ἵνα ἐνεργήσῃ τὸ δίκαιον. Ἡ Ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ διευθυνθῇ ἡ αἴτησις τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον. Ἡ Ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ διαβιβασθῇ ἡ αἴτησις τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον μὲ τὴν παρατήρησιν ὅτι θεωρεῖ ἀναγκαίαν τὴν ἐμψύχωσιν εἰς τοιούτου εἴδους ἀρτισύστατα βιομηχανικὰ καταστήματα. Ἡ Ἐπιτροπὴ συνιστᾷ τὴν αἴτησιν τῶν ἀναφερομένων εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ πρὸ τοσούτου χρόνου μένον ἐκκρεμὲς ζήτημα τῶν τοιούτων ἀγωνιστῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ διευθυνθῇ ἡ αἴτησις αὕτη εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, ὅπερ ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὰ ἐν αὐτῇ ἐκτιθέμενα καὶ φέρῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν. Ἡ Ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ διευθυνθῇ ἡ αἴτησις εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὰ ἐν αὐτῇ ἐκτιθέμενα καὶ φέρῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν. Ἡ Ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ συστηθῇ ἡ αἴτησις τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἡ Ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ διευθυνθῇ ἡ αἴτησις τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, ὅπως ἀποφανθῇ περὶ τῆς χρησιμότητος τοῦ ἔργου καὶ χορηγήσῃ συνδρομήν τινα τῷ φιλοτίμῳ καὶ λίαν σπουδαίως ἐργασθέντι τούτῳ χωρογράφῳ. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 11 Ὀκτωβρίου 1878.
Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς
Α. Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ.
Τὰ μέλη Μ. Δαμηράλης, Ν. Πιπῖνος, Κ. Πανάρετος. Ὁ Εἰσηγητὴς
Δ. Β. Γαβαλᾶς.»
«ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑΙ.
Ἐπὶ τοῦ περὶ πτωχεύσεως καὶ χρεωκοπίας Νόμου.
Αʹ.
Ἐν τέλει τῆς § 1 τοῦ ἄρθρου 440 νὰ προστεθῶσιν· «Ἀλλὰ κατ’ ἀμφοτέρας τὰς τελευταίας περιπτώσεις ὁ «καθ’ οὗ ἡ αἴτησις κλητεύεται ἐνώπιον τοῦ ἀνωτέρω Δικαστηρίου ἐπιμελείᾳ τοῦ αἰτοῦντος τὴν πτώχευσιν, ἢ τοῦ Εἰσαγγελέως.» Ἡ ἀνωτέρω τροπολογία σκοπεῖ κυρίως νὰ ὑποβοηθήσῃ τὸν δικαστὴν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν περιστάσεων ἐκείνων, ἐφ’ ὧν ἐρείδεται ἡ περὶ πτωχεύσεως αἴτησις καὶ προλάβῃ λίαν ἐπιζημίους πολλάκις συνεπείας, ἃς δύναται νὰ προκαλέσῃ ἡ περὶ πτωχεύσεως ἐρήμην ἀπόφασις. Τὴν τροπολογίαν δὲ ταύτην ἐνισχύουσιν, ἄλλως, καὶ αἱ ἐν τῇ 2 § σκέψεις τῆς σχετικῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ.
Βʹ.
Ἐν τέλει τῆς § 2 τοῦ ἄρθρου 442 νὰ προστεθῶσιν· «Ἐντὸς εἰκοσαημέρου ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς της προθεσμίας, μεθ’ ἣν δύναται πᾶς πιστωτὴς νὰ ἐκτελέσῃ ταύτην.» Ἡ τροποποίησις αὕτη δικαιολογεῖται ἔκ τε τῆς γνωστῆς ὀλιγωρίας τῶν Εἰσαγγελέων εἰς τ’ ἀφορῶντα τὰ τῶν πτωχεύσεων καὶ τῆς ἐπὶ βλάβῃ τῶν λοιπῶν πιστωτῶν ἐνδεχομένης συνεννοήσεως τῶν Συνδίκων μετὰ τοῦ πτωχεύσαντος περὶ τῆς ἐπ’ ἀόριστον ἀναβολῆς τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως.
Γʹ.
Ν’ ἀπαλειφθῇ ὁλοσχερῶς τὸ ἄρθρον 473. Ἡ τοῦ ἀνωτέρω ἄρθρου ἀπάλειψις ὑπαγορεύεται ὑπὸ τῆς ἀναντιῤῥήτου ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Συντάγματος, εἰς ὃ
ἀντίκειται προδήλως· καὶ
Δʹ.
Ἐκ τῆς 2 § τοῦ ἄρθρου 589 ν’ ἐπειλειφθῶσιν αἱ λέξεις «αἰτήσεως προπεμπτηρίου, ἢ» Ἡ τροποποίησις αὕτη ἀποκρούει τὸν περιορισμὸν τῶν δικαιωμάτων τῶν πιστωτῶν, ἐν οἷς καὶ τὸ τῆς ἀνακοπῆς, ὅπερ ἦν καθιερωμένον καὶ ἡ ἐνάσκησις τοῦ ὁποίου κατ’ οὐδὲν δύναται νὰ παρακωλύσῃ τὴν ἐπὶ τῆς πτωχεύσεως διαδικασίαν. Ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου, 12 8βρίου 1878. Μ. Ι. Ῥουσσόπουλος, Βουλευτὴς Λακεδαίμονος.»
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθησαν ἀναφοραί, αʹ κατοίκων τινῶν τοῦ χωρίου Ἁγίου Γεωργίου τοῦ δήμου Νεμέας, παραπονουμένων ὅτι, καί τοι πολλάκις ἀνηνέχθησαν πρὸς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον κατὰ τοῦ δημοδιδασκάλου Π. Ῥάλλη, ἱερέως, ὅμως δὲ εἰσηκούσθησαν· βʹ τοῦ ἀποστράτου Συνταγματάρχου Σ. Γενίσαρλη, περὶ ἐπανόδου του εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. γʹ τοῦ Ν. Παπαδοπούλου ἐκ Τριπόλεως, ἐξαιτουμένου, διὰ τὰς γνωστὰς πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας του, ἀνάλογον σύνταξιν. Αἱ ἀναφοραὶ αὗται θὰ σταλῶσιν εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπήν. Οἱ Δ. Μουτσόπουλος, Γκ. Ψαρούδης, Ἰωακεὶμ Ἰωσὴφ καὶ Ν. Εὐθυμιάδης, ὡς ἐκκαθαρισταὶ τῆς διαλυθείσης πιστωτικῆς ἐπὶ ἐνεχύρῳ Τραπέζης, ἐξαιτοῦνται τὴν πληρωμὴν δραχμῶν 4,378 94|00 ὀφειλομένων ὑπὸ τοῦ ταμείου τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ ἐπιτροπήν. Ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν τὰ νομοσχέδια α) περὶ διαθέσεως τῆς ἐν Κεφαλληνίᾳ ἐγχωρίου περιουσίας· βʹ) περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ 10,000 δραχμῶν· γʹ) περὶ ἀποζημιώσεως τοῦ κ. Εὐστ. Σίμου Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ σταλῶσι τὸ μὲν ά εἰς τὰς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπὰς, τὸ δὲ βʹ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ τὸ γʹ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν;
§3ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τῶν κκ. Μπογδάνου κλπ. θὰ συζητηθῇ μετὰ τοῦ κυρίου ζητήματος περὶ ἐφεδρείας.
§5ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι γνωστὸν, ὅτι μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων ὑπάρχουσιν ἀμοιβαῖαι ἀπαιτήσεις περὶ ἀποζημιώσεως· ἡ Κυβέρνησις ἔκρινε καλὸν, πρὸς ἐμψύχωσιν τῆς εἰρημένης ἑταιρίας, ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτὴν ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἐκκρεμῶν κατ’ αὐτῆς ἀπαιτήσεων τοῦ Δημοσίου, συγχρόνως δὲ ν’ ἀπαλλαγῇ καὶ αὐτὸ τῶν ἀπαιτήσεων τῆς ἑταιρίας, μολονότι ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι αἱ ἀπαιτήσεις τῆς ἑταιρίας δὲν στηρίζονται, προφανῶς τοὐλάχιστον, εἰς τὸν νόμον. Διὰ τοῦτο συνῆψε σύμβασιν μετ’ αὐτῆς, διὰ τῆς ὁποίας συμψηφίζονται αἱ ἀμοιβαῖαι ἀπαιτήσεις. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ἀντικείμενον εἶναι σπουδαῖον, ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλει νομοσχέδιον πρὸς κύρωσιν τῆς συμβάσεως ταύτης, ἂν καὶ εἶχε τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου νὰ κάμῃ τὸν συμβιβασμὸν αὐτὸν, ἢ νὰ καταργήσῃ τὰς ὑφισταμένας ἐκκρεμεῖς δίκας μεταξὺ δημοσίου καὶ ἑταιρίας. Συνυποβάλλω δὲ καὶ ἔκθεσιν, ἐν ᾗ ἀναπτύσσονται οἱ λόγοι οἱ ὑπαγορεύσαντες τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. «Πρὸς τὴν Βουλὴν’ Ὡς εἶναι γνωστὸν, διὰ τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΣΙΓʹ. Νόμου τοῦ ἔτους 1867, ἐπεβλήθη ἐκτὸς τοῦ διὰ τοῦ 1ου ἄρθρου τοῦ Νόμου τούτου ὁρισθέντος φόρου καὶ δικαίωμα 20% ἐπὶ τῶν ἀναγνωρισθησομένων νομίμως ἐθνικῶν σκωριῶν καὶ ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου τοῦ ἐξ αὐτῶν παραγομένου μολύβδου· ἀναγνωρισθησομένας δ’ ἐθνικὰς σκωρίας εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὁ Νόμος οὗτος τις ἐξαχθείσας ἀπὸ τὰς ἐν τῇ Λαυριωτικῇ χώρᾳ θέσεις ὡς πρὸς τὰς ὁποίας ἐκκρεμὲς ἦτον ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων τὸ ζήτημα τῆς κυριότητος μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς κοινότητος Κερατέας. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 116 τοῦ ἔτους 1867 ἀποφάσεως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, δι’ ἧς ὁριστικῶς ἐπεδικάσθη εἰς τὸ Δημόσιον ἡ κυριότης τῶν θέσεων Ἐργαστηράκια, Κυπριανὸς καὶ Θερικὸν, ἠγέρθη ἀπὸ τὸ Δημόσιον ἡ ἀπὸ 9 8βρίου 1870 ἀγωγὴ, δι’ ἧς τὸ Δημόσιον, στηριζόμενον εἰς τὸ δεδικασμένον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς κυριότητος καὶ εἰς τὸν ἀνωτέρω Νόμον, ἐζητήσατο νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ δικαιοπάροχος τῆς Ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων εἰς τὴν πληρωμὴν δραχμῶν 2,625,666, διότι κατὰ ὑπολογισμοὺς τῆς ἐπὶ τούτῳ σταλείσης ἐπιστημονικῆς Ἐπιτροπῆς τὸ μέχρι τῆς ἐπιδόσεως τῆς ἀγωγῆς ἐξαχθὲν ποσὸν τῶν σκωριῶν συνίστατο εἰς τόνους ἀπὸ μὲν τὰ Ἐργαστηράκια 322,793,526, ἀπὸ τὸν Κυπριανὸν 113,743,600 καὶ ἀπὸ τὸ Θερικὸν 1,074,000, ἤτοι ἐν συνόλῳ τόνους 437,611,126. Ἐπὶ τῆς ἀγωγῆς ταύτης ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 699 τοῦ ἔτους 1876 ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίας, διὰ τῆς ὁποίας κηρύττεται ἡ ἀνωτέρω Ἑταιρία ὑπόχρεως νὰ πληρώσῃ λόγῳ ἀποζημιώσεως εἰς τὸ Δημόσιον δραχ. 4 δι’ ἕκαστον τόνον σκωριῶν ἐξαχθεισῶν αὐτουσίων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ δραχ. 48 καὶ λεπτὰ 26 δι’ ἕκαστον τόνον μολύβδου· διὰ τῆς αὐτῆς δὲ ἀποφάσεως διετάχθησαν ἀποδείξεις, ὅπως ἐξακριβωθῇ ἂν τῳόντι ἐξήχθησαν τόσοι τόνοι ὅσους ἰσχυρίζετο τὸ Δημόσιον, διότι, ὡς ἐξετέθη, τοὺς περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἀπολογισμοὺς του ἐστήριζεν εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τούτῳ σταλείσης ἐπιστημονικῆς Ἐπιτροπῆς. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ὑφίσταται ἐκκρεμὴς αἴτησις ἀναιρέσεως, ζητήματα δὲ πρωτεύοντα εἰς τὴν λύσιν τῆς ὑποθέσεως εἰσὶ κυρίως ἂν ὀρθὴ εἶναι ἡ περὶ νομημάτων θεωρία ἐπὶ τῆς ὁποίας ἰδίως στηρίζεται τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου. Μετὰ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1151 τοῦ ἔτους 1872 ἀπόφασιν τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, δι’ ἧς τὸ Δημόσιον ἀνεγνωρίσθη κύριον καὶ τῶν ἄλλων θέσεων, ἠγέρθη ἡ ἀπὸ 1 Δεκεμβρίου 1872 ἀγωγὴ, δι’ ἧς τὸ Δημόσιον, ἐπικαλούμενον τὰ τελωνειακὰ βιβλία ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν ἐξαχθεισῶν σκωριῶν καὶ μολύβδου ἐξητήσατο νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Ἑταιρία νὰ καταβάλῃ δρ. 2,903 καὶ 791 μετὰ τοῦ τόκου των ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προμνησθέντος Νόμου. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὰ τελωνειακὰ βιβλία δὲν ἀνεφέροντο αἱ θέσεις ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐξήχθησαν αἱ σκωρίαι καὶ τούτου ἕνεκα ὑπῆρχε πιθανότης ὅτι εἰς τὸ ἀνωτέρω ποσὸν περιελαμβάνετο καὶ τὸ ἀντιστοιχοῦν εἰς τὰς ἐξαχθείσας ἀπὸ τὰς θέσεις τὰς ὁποίας εἶχεν ἀντικείμενον ἡ ἄλλη ἀγωγὴ, ῥητὴ ἐγένετο μνεία ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ αἰτούμενον ποσὸν ὅ,τι ἤθελεν ἐξακριβωθῆ ἀπὸ τὴν ἄλλην δίκην ὅτι ἐξήχθη ἀπὸ τὰς ἄλλας θέσεις, ἤτοι ἀπὸ τὰ Ἐργαστηράκια, Θερικὸν καὶ Κυπριανόν. Ἐπὶ τῆς ἀγωγῆς ταύτης ἐξεδόθη ἐπὶ τέλους ἡ ὑπ’ ἀριθ. 967 τοῦ ἔτους 1873 ἀπόφασις τῶν ἐνταῦθα Ἐφετῶν, δι’ ἧς ὑποχρεοῦται ἡ Ἑταιρία νὰ πληρώσῃ διὰ τὰς ἐξαχθείσας σκωρίας καὶ μόλυβδον ἐκ τῶν θέσεων, ἃς εἶχεν ἀντικείμενον ἡ ἀγωγή, ὅ,τι ὑπεχρεώθη νὰ πληρώσῃ καὶ διὰ τὰς ἄλλας, διετάχθη δὲ ἀπόδειξις νὰ ἐξακριβωθῇ τὸ ποσὸν τῶν ἐξαχθεισῶν σκωριῶν καὶ ἂν θέσεις τινὲς περιλαμβάνωνται μεταξὺ τῶν ἐπιδικασθεισῶν εἰς τὸ Δημόσιον. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ὑφίσταται ἐκκρεμὴς αἴτησις ἀναιρέσεως ἐκ μέρους τῆς Ἑταιρίας. Ἐκ τῶν ἐκτεθέντων προκύπτει ὅτι αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ Δημοσίου δὲν ἀποτελοῦνται ἀπὸ τὸ ἄθροισμα τῶν δι’ ἀμφοτέρων τῶν ἀγωγῶν ὁριζομένων ποσῶν, διότι εἰς τὴν δευτέραν περιλαμβάνεται ὅ,τι ἐζητήθη καὶ διὰ τῆς πρώτης μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι ὡρίσθη τὸ ποσὸν τῶν ἐξαχθεισῶν σκωριῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ περιεχομένου τῶν τελωνειακῶν βιβλίων, ὥστε δὲν πρέπει νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἡ ἀπαίτησις ἀποτελεῖται ἀπὸ 2,625, 666+2,903 καὶ 791· ἀλλ’ ἂν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὡς βάσις τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ἐξαχθέντος ποσοῦ ἡ ἐν τοῖς τελωνειακοῖς βιβλίοις πιστοποίησις, τὸ ἐξαχθὲν ποσὸν ἀπὸ πάσας τὰς θέσεις μέχρι τοῦ 1872 ἀντιστοιχεῖ εἰς τοιοῦτον, οἷον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Νόμου τοῦ 1867 παρέχει εἰς τὸ Δημόσιον τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ δραχμὰς 2,903,791. Ἡ ὁριστικὴ λύσις τῶν ὑποθέσεων τούτων καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἤρτηται πρὸ πάντων ἐκ τῶν ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου λυθέντων ζητημάτων, ἂν αἱ σκωρίαι ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον ὡς ἀποτελοῦσαι μέρος τοῦ ἐφ’ οὗ ἐῤῥίφθησαν ἀκινήτου, καὶ ἂν τὸ δεδικασμένον, ὅπερ ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ Δημόσιον κατὰ τῆς κοινότητος Κερατέας, δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ καὶ κατὰ τῆς Ἑταιρίας Ῥοῦ καὶ Σερπιέρη, καὶ τῆς ταύτην διαδεχθείσης ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων. Αἱ ἀποδείξεις αἱ διαταχθεῖσαι δὲν διεξήχθησαν, διότι, ὡς προεξετέθη, ἐκκρεμὴς ὑφίσταται εἰσέτι ἡ αἴτησις ἀναιρέσεως. Ἡ ἑταιρία τῶν Μεταλλουργείων ἐπίσης ἤγειρεν ἀξιώσεις κατὰ τοῦ Δημοσίου στηριζομένας εἰς τὸ ὅτι διὰ τοῦ ἀπὸ 17 Ἰανουαρίου 1877 Νόμου περὶ διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων προσεβλήθησαν κεκτημένα ὑπὲρ αὐτῆς δικαιώματα, καὶ ἐξαιτεῖται ἀποζημίωσιν μείζονα περίπου κατὰ ποσὸν τῆς παρὰ τοῦ Δημοσίου κατὰ τὰ ἀνωτέρω διατυπωθείσης. Ἡ Κυβέρνησις, ἀνταποκρινομένη εἰς τὸ καθῆκον, ὅπερ ἔχει τοῦ νὰ χορηγῇ τὴν προσήκουσαν συνδρομὴν εἰς πᾶσαν κατὰ πρῶτον εἰσαγομένην βιομηχανικὴν ἐπιχείρησιν, πολλῷ δὲ μᾶλλον εἰς τὴν προκειμένην, ὡς ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας συνέστη ἡ τῶν Μεταλλουργείων ἑταιρία, καὶ ὑπ’ ὄψιν ἔχουσα ὅτι ἡ παράτασις τῆς ἐκκρεμότητος τῶν τοιούτων ἀπαιτήσεων ἐπιβλαβεῖς θέλει ἔχει συνεπείας εἰς τὸ καλῶς νοούμενον συμφέρον τοῦ Δημοσίου, ἀφοῦ μάλιστα ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως καθίσταται ὅτι ἡ ἑταιρία ἐντελῶς θέλει ἀποσυντεθῆ, ἂν ὑποκύψῃ ἐπὶ τέλους εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ αἰτουμένου ποσοῦ, προέβη εἰς τὴν σύναψιν τῆς ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὑποβαλλομένης συμβάσεως δι’ ἧς καταργοῦνται αἱ ἀμοιβαῖαι ἀπαιτήσεις, πεποίθησιν δ’ ἔχει ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπὸ τὰς αὐτὰς ὁρμωμένη σκέψεις, δὲν θέλει διστάσει νὰ κυρώσῃ ταύτην.
«ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Περὶ κυρώσεως τῆς μετὰ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων συνομολογηθείσης συμβάσεως. Ἄρθρον μόνον. Κυροῦται ἡ μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων Λαυρίου συνομολογηθεῖσα τὴν 3 8βρίου 1878 σύμβασις περὶ καταργήσεως τῶν ἀμοιβαίων ἀπαιτήσεων τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἑταιρίας. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 12 8βρίου 1878.
Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.»
«ΣΥΜΒΑΣΙΣ
Μεταξὺ τοῦ κ. Ν. Παπαμιχαλοπούλου, Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ Δημοσίου, ἀφ’ ἑνὸς, καὶ τοῦ κ. Δ. Μουτσοπούλου, Ἀντιπροέδρου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων Λαυρίου ὡς ἀντιπροσώπου τῆς Ἑταιρίας, ἀφ’ ἑτέρου, συνεφωνήθησαν τὰ ἑπόμενα· Ἄρθρον 1. Καταργοῦνται ἅπασαι αἱ κατὰ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων ἀπαιτήσεις τοῦ Δημοσίου περὶ τῶν σκωριῶν τῶν ἐξαχθεισῶν ἐκ τῶν ἀναγνωρισθεισῶν ἐθνικῶν θέσεων καὶ τοῦ ἐκ τούτων παραχθέντος μολύβδου, καὶ αἱ κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπαιτήσεις τῆς Ἑταιρίας ὡς ἐκ τῆς διαθέσεως τῶν ἐκβολάδων διὰ τοῦ ἀπὸ 17 Ἰανουαρίου 1877 Νόμου. Ἄρθρον 2. Ἡ παροῦσα σύμβασις ὑποβληθήσεται εἰς τὴν κύρωσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἀποῤῥιφθεῖσα δὲ ὑπ’ αὐτῆς, λογισθήσεται ἄκυρος καὶ μὴ οὖσα, χωρὶς κατ’ οὐδὲν νὰ ἐλαττώσῃ τὰς πρὸ αὐτῆς ἀξιώσεις καὶ δικαιώματα τῶν συμβαλλομένων. Τῆς παρούσης συμβάσεως, ἐν ᾗ προσαρτᾶται τὸ πρακτικὸν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων ὑπὸ σημερινὴν χρονολογίαν, συνομολογηθείσης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, τῇ 3 Ὀκτωβρίου 1878, ἐγένοντο δύω ὅμοια πρωτότυπα καὶ ὑπεγράφησαν ὑπὸ τῶν συμβαλλομένων.
Ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς
Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.
Ὁ Ἀντιπρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῶν Μεταλλουργείων Δ. Μουτσόπουλος.» «Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου. Συγκείμενον ὑπὸ τοῦ Ἀντιπροέδρου Δημητρίου Μουτσοπούλου, ἀπόντος τοῦ Προέδρου, καὶ τῶν συμβούλων Μ. Ἀξελοῦ, Ἀντ. Μαυρομιχάλη, Ἠλ. Παπαηλιοπούλου, Ι. Μοσχονησίου καὶ Α. Ν. Σιμοπούλου. Συνελθὸν εἰς συνεδρίασιν, σήμερον τὴν 3 Ὀκτωβρίου 1878 ἐν Ἀθήναις, ἐν τῷ καταστήματι τῆς Ἑταιρίας· Λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὴν ὁποίαν ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου κατ’ ἀπόφασιν αὐτοῦ ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν αἴτησιν ἀπὸ 16 Μαΐου 1878 περὶ καταργήσεως τῶν ἀμοιβαίων δικῶν καὶ ἀπαιτήσεων τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἑταιρίας· Λαβὸν πρὸς τούτοις ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 36 τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Ἑταιρίας· Ἐγκρίνει Παρέχει εἰδικὴν πληρεξουσιότητα καὶ ἐντολὴν εἰς τὸν Ἀντιπρόεδρον τοῦ Συμβουλίου Δ. Μουτσόπουλον, ὅπως ἐν ὀνόματι τοῦ Συμβουλίου καὶ τῆς Ἑταιρίας ὑπογράψῃ μετὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ Δημοσίου, Σύμβασιν, δι’ ἧς, ὑποβληθησομένης εἰς τὴν κύρωσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καταργηθήσονται αἱ κατὰ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων δίκαι καὶ ἀπαιτήσεις τοῦ Δημοσίου, ὡς καὶ αἱ κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀπαιτήσεις καὶ δίκαι τῆς Ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου. Τὸ Συμβούλιον
Ὁ Ἀντιπρόεδρος
Δ. ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ
Οἱ Σύμβουλοι
Μ. ΑΞΕΛΟΣ
ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ
ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
Ι. Α. ΜΟΣΧΟΝΗΣΙΟΣ.
Α. Ν. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ.»
§7ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἐν Ἑπτανήσῳ, κύριοι, ὑπὸ τοῦ ἀστικοῦ νόμου ὁρίζεται ὁ τόκος τῶν ἐπὶ ὑποθήκῃ δανείων εἰς 6%. Τοῦτο ζημιοῖ μεγάλως τὸν τόπον, διότι, ὡς γινώσκετε, τὰ κεφάλαια ἐφυγαδεύθησαν, οἱ δὲ ἰδιοκτῆται δὲν εὑρίσκουν κεφάλαια, καίτοι ἔχοντες μεγάλην ἀκίνητον περιουσίαν. Παρίσταται λοιπὸν ἡ ἀνάγκη, ὅπως μεταῤῥυθμισθῇ ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ ἀστικοῦ Ἰονίου Κώδικος. Τινὲς συνάδελφοι εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἰσήγαγον πρότασιν νόμου, ἥτις ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη, μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Πρόκειται ἁπλῶς περὶ μεταῤῥυθμίσεως ἑνὸς ἄρθρου τοῦ ἀστικοῦ Κώδηκος. Ἄλλως, ὡς γινώσκετε κάλλιστα, εἰς τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας ὁ τόκος τῶν ἐπὶ ὑποθήκῃ δανείων δὲν ὁρίζεται εἰς 6%. Τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ πολὺ ἐνδιαφέρει τὰς νέας ἐπαρχίας, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐπιτρέψῃ ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ ὑποβεβλημένον ἤδη νομοσχέδιον, ὡς κατεπεῖγον. Ἐλπίζω, ὅτι οὐδεὶς θὰ ἔχῃ ἀντίῤῥησιν.
§8ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. «Ὁ ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις ἰσχύων Ἀστικὸς νόμος διὰ τῶν σχετικῶν περὶ ἐπιτόκου δανείου διατάξεών του ὁρίζει τὸν νόμιμον τόκον κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰς 10 τοῖς ἑκατόν· προκειμένου ὅμως περὶ ἐνυποθήκων δανείων ἢ περὶ δανείων ἐπὶ ἐνεχύρῳ, εἰς 6 τοῖς ἑκατὸν εἴτε περὶ γενικῆς εἴτε περὶ εἰδικῆς ὑποθήκης ἐπρόκειτο· ἀλλὰ διὰ τοῦ 43 νόμου τοῦ Ζʹ. Κοινοβουλίου μετεῤῥυθμίσθη ἡ τοιαύτη διάταξις, περιορισθεῖσα εἰς τὰς εἰδικὰς ὑποθήκας καὶ ἐπιτραπέντος τόκου 10 τοῖς ἑκατὸν διὰ τὰς γενικὰς ὑποθήκας. Ὁ Ἰόνιος νομοθέτης εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς τοιαύτης διακρίσεως ὡς πρὸς τὸν ὁρισμὸν τοῦ νομίμου τόκου ἐπηρεάσθη βεβαίως ἐκ τῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συντάξεως τοῦ Κώδικος ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις κρατούντων, καθ’ ἣν τὰ κεφάλαια ἐπεριορίζοντο εἰς στενὸν κύκλον καὶ ἐπὶ τὴν ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν κυρίως ἐστρέφοντο καὶ ἐπὶ τῇ βεβαιότητι κατὰ συνέπειαν ὅτι θὰ ἐπροσφέροντο ἐξασφαλιζόμενα δι’ ὑποθήκης ἀντὶ τόκου 6 τοῖς ἑκατόν· δι’ ὃ καὶ ἡ τοιαύτη διάταξις δὲν ἐλήφθη ἀπὸ τὸν Γαλλικὸν Κώδικα, παρ’ οὗ ἀντεγράφησαν τὰ λοιπὰ περὶ ἐπιτόκου δανείου σχετικὰ ἄρθρα, καὶ εἶναι προσθήκη τοῦ Ἰονίου νομοθέτου. Ἀλλ’ ὡς προέταξα, τὸ Ζʹ. Κοινοβούλιον ὑπεχρεώθη νὰ μεταῤῥυθμίσῃ τὸν νόμον περιορίζον μόνον τὸν τόκον εἰς τὰ ἐξασφαλιζόμενα δι’ ὑποθήκης δάνεια (ἤτοι συμβιβαστικῶς)· ὡς ἐκ τῆς μεταῤῥυθμίσεως δὲ ταύτης οἱ δανεισταὶ σπανίως ἐδάνειζον ἐπὶ εἰδικῇ ὑποθήκῃ, ἢ εὐκόλως μετέτρεπον τὴν εἰδικὴν ὑποθήκην εἰς γενικὴν διὰ τῆς ἐκδικάσεως τοῦ δανείου καὶ τῆς ἀορίστως ἐπὶ ὅλων τῶν κτημάτων, παρόντων καὶ μελλόντων, τοῦ ὀφειλέτου ἐγγραφῆς, παραιτούμενοι τῆς εἰδικῆς ὑποθήκης. Αἱ περιστάσεις ὅμως ἤλλαξαν ἔκτοτε σπουδαίως, τὰ κεφάλαια, κατὰ τὴν ἕνωσιν τῶν νήσων μάλιστα, εὗρον εὐρύτερον κύκλον ἐνεργείας καὶ ἐστράφησαν εἰς ἄλλας ἐπιχειρήσεις, καὶ τοποθετοῦνται ἀσφαλῶς μὲ τόκους ἁδροτέρους· ἡ δὲ κατάργησις τοῦ διὰ τοῦ Ἀστικοῦ Ἰονίου Κώδηκος καθιερωμένου ὑποθηκικοῦ συστήματος καὶ ἡ ἀντικατάστασις διὰ τοῦ καὶ εἰς τὸ λοιπὸν Βασίλειον ἰσχύοντος, δι’ οὗ μόνον εἰδικὴ ὑποθήκη ἐπιτρέπεται, ἐφυγάδευσεν ὁλοσχερῶς τὰ κεφάλαια ἀπὸ τὴν ἰδιοκτησίαν, καὶ ὁ ἀτυχὴς ἰδιοκτήτης, καίτοι κάτοχος σπουδαίας ἀκινήτου περιουσίας, δὲν δύναται νὰ εὕρῃ εἰς τὰς ἀνάγκας του δάνειον παρέχων ὡς ἀσφάλειαν αὐτὴν ἀντὶ τοῦ εἰκοστοῦ τῆς ἀξίας της· εἰς τοῦτο δὲ συντείνει κυρίως ὁ περιορισμὸς τοῦ τόκου, καθότι οἱ ἔχοντες κεφάλαια διαθέσιμα τὰ τοποθετοῦσι προτιμῶντες βεβαίως τόκον ἴσον ἢ καὶ ἀνώτερον, βέβαιοι προσέτει ὅτι θὰ πληρώνωνται αὐτὸν καθ’ ἑξαμηνίαν καὶ ὅτι δὲν θὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὴν δικαστικὴν μεσολάβησιν πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου του, ὅπερ ἀτυχῶς συμβαίνει πολλάκις μὲ τοὺς δανειζομένους ἰδιοκτήτας. Μένει λοιπὸν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην μία θύρα, ἐκείνη δηλαδή, ἥτις τὸν νόμον ὡς φραγμὸν δὲν θεωρεῖ, καὶ τὴν συνείδησιν εἶναι ἑτοίμη νὰ μὴ ἀκούσῃ, ἐὰν παρουσιασθῇ περίστασις νὰ τὴν παραβιάσῃ, καὶ τοιαύτη θύρα δὲν παρέχει βεβαίως χρήματα μὲ τόκον 6, 8 ἢ 10 τοῖς ἑκατὸν, ἀλλὰ σχετικῶς μὲ τὰς ἀνάγκας καὶ τὴν θέσιν τοῦ αἰτοῦντος. Ὁ περιορισμὸς ὅθεν τοῦ τόκου, δι’ οὗ ὁ Ἰόνιος νομοθέτης προέθετο νὰ εὐεργετήσῃ τοὺς δανειζομένους ἰδιοκτήτας, κατέστη ὡς ἐκ τῆς μεταλλαγῆς τῶν πραγμάτων καὶ τῶν περιστάσεων ἐπιβλαβὴς, ἐνισχύων μόνον σήμερον τὴν τοκογλυφίαν, καὶ παρέχει εἰς τοὺς τοκογλύφους εὐρύτερον στάδιον ἐνεργείας, οἵτινες δι’ εἰκονικῶν ἐγγράφων καταδολιεύονται τὸν νόμον ἢ δανείζουσι ἐπὶ ἐνεχύρῳ ἄνευ ἐγγράφων, ἐκμεταλλευόμενοι κατὰ τὴν συνείδησίν των τὴν θέσιν τοῦ δανειζομένου. Εἶναι ὀρθὸν λοιπὸν πρὸς τὸ συμφέρον ἐκείνων, ὑπὲρ ὧν ἡ διάταξις αὕτη ἐνομοθετήθη, νὰ καταργηθῇ ὁλοσχερῶς, ὅπως ὁ νόμος κατ’ ἀνώτατον ὅρον μένῃ εἰς 10 τοῖς ἑκατὸν ἄνευ διακρίσεως, ἐὰν τὸ δάνειον ἀσφαλίζεται δι’ ὑποθήκης ἢ ἐνεχύρου, καθ’ ὅτι ἐντὸς τοῦ ὁρίου τούτου ἡ ἀναλογία τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως τῶν κεφαλαίων καὶ ἡ σχέσις τοῦ δανείζοντος καὶ δανειζομένου θὰ κανονίζωσι λυσιτελέστερον τὸν τόκον ὑπὲρ τῶν δανειζομένων. Πρὸς τοῦτο προτείνεται ἡ παραδοχὴ τοῦ ἀκολούθου νόμου· Τὸ ἄρθρον 1760 τοῦ Ἀστικοῦ Ἰονίου νόμου, ἔχον οὕτω: «Ὁ νόμιμος τόκος λογίζεται πρὸς ἓξ τοῖς ἑκατὸν κατ’ ἔτος, ὅταν τὸ δάνειον ἐξασφαλίζεται δι’ εἰδικῆς ὑποθήκης ἢ δι’ ἐνεχύρου· ἐν ἐλλείψει δὲ τούτων, ὁ εἰρημένος τόκος λογίζεται πρὸς 10 τοῖς ἑκατὸν κατ’ ἔτος» — καταργεῖται καὶ ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ ἑπομένου: «Ἄρθρον 1760. Ὁ νόμιμος τόκος λογίζεται πρὸς δέκα τοῖς ἑκατὸν κατ’ ἔτος. Ὁ παρὼν νόμος δὲν ἰσχύει διὰ τὰ πρὶν αὐτοῦ ἐπὶ εἰδικῇ ὑποθήκῃ συνομολογηθέντα δάνεια.» Ν. Βαλσαμάκης, Α. Κ. Μεταξᾶς, Γ. Φλωριᾶς, Εὐάγγελος Ἀντύπας, Ἰάκ. Πολυλᾶς, Θ. Ῥωμαῖος. Π. Ξυδιᾶ Τυπάλδος, Δ. Ι. Ἰακωβάτος, Π. Β. Κωσταντᾶς, Ἰω. Νέγκας, Α. Παραμυθιώτης, Δ. Ι. Κολυβᾶς.»
§9ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἴπετε, κύριε Παραμυθιώτη, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔνστασις· ἐγὼ ἔχω ἐνστάσεις, καὶ ἐπιφυλάττομαι.
§10ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἰδοὺ τὸ ἄρθρον· «Ἄρθρον 1760. Ὁ νόμιμος τόκος λογίζεται πρὸς 10% κατ’ ἔτος· ὁ παρὼν νόμος δὲν ἰσχύει διὰ τὰ πρὸ αὐτοῦ ἐπὶ εἰδικῇ ὑποθήκῃ συνομολογηθέντα δάνεια.»
§11ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δηλαδὴ θὰ τὸ συζητήσωμεν.
§12ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ τὸ στείλῃ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.....
§13ΡΩΜΑΙΟΣ. Ἐστάλη εἰς τὰς ἐπιτροπὰς (θόρυβος).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον θὰ ἐξετάσῃ εἰς ποίαν στάσιν εὑρίσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ θὰ τὸ ἀναφέρῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἵν’ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτοῦ.
§15ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ἂν παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἔχει καλῶς· ἄλλως, πρέπει νὰ παραπεμφθῇ.
§16ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Παρεπέμφθη εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐξετάσῃ, ὡς σᾶς εἶπον, τὸ Προεδρεῖον, καὶ θ’ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τότε ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ περὶ αὐτοῦ.
§18ΖΩΧΙΟΣ. Ὅρα παράρτημα.
§19Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἰς παρελθοῦσαν σύνοδον, κύριοι, ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ Ἀρείου Πάγου καὶ διῃρέσαμεν αὐτὸν εἰς τμήματα, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ γενομένη διαίρεσις ἔφερε περιπλοκὰς, καὶ σήμερον ὑπάρχει δικαιοστάσιον· θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ φέρῃ νόμον, πρὸς διόρθωσιν αὐτῆς τῆς ἐλλείψεως, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον.
§20ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λίαν προσεχῶς, κύριοι, θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν προθυμίαν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ καὶ θὰ πληρώσῃ τὸ κενὸν, τὸ ἐκ τοῦ ψηφισθέντος νόμου περὶ Ἀρείου Πάγου.
§21ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διερχόμενος, κύριοι, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὴν ἐπαρχίαν Κυνουρίας, ἐξ ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκλέγωμαι Βουλευτὴς, ἤκουσα παράπονα ἔκ τινων δήμων τῆς ἐπαρχίας ταύτης, ὅτι ἐπεβλήθη φόρος μὴ στηριζόμενος εἰς τὸν νόμον, εἰσπραττόμενος πρὸ πολλῶν ἐτῶν· μὲ παρεκάλεσαν δὲ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου τούτου. Οἱ δῆμοι οἱ ὑποκείμενοι εἰς τὴν ἀδικαιολόγητον αὐτὴν φορολογίαν εἶναι ὁ τοῦ Πάρνωνος, ὁ τῆς Τανίας καὶ ὁ τῶν Δολιανῶν. Οἱ δῆμοι αὐτοὶ εἶναι ὀρεινοὶ, ἕκαστος δὲ κάτοικος τῶν δήμων τούτων ἔχει κῆπον 100, 150 μέχρι 200 πήχεων, ἢ τὸ πολὺ μέχρι 500· τοὺς κήπους τούτους μεταχειρίζονται οἱ κάτοικοι σπείροντες λάχανα πρὸς χρῆσίν των. Εἰς τοὺς κήπους αὐτοὺς ἔχουν καὶ δένδρα, ἄλλοι δύω καὶ ἄλλοι τέσσαρα, δὲν ἐπλήρωνον δὲ ποτὲ φόρον. Ἀλλὰ πρὸ δέκα περίπου ἐτῶν δὲν ἠξεύρω πῶς ἔφορος παρέπεισε τοὺς δημότας Τανίας νὰ δηλώσωσι τοὺς κήπους αὐτῶν ὡς περιβόλια, διότι δῆθεν ἦσαν περιβόλια, καὶ ἦσαν ὑπόχρεοι νὰ τὰ δηλώσωσι, διότι ἄλλως ἤθελε διαταχθῆ καταμέτρησις, ἀναθεώρησις κλπ. Οἱ δημόται, πεισθέντες εἰς τὰς παραστάσεις τοῦ ἐφόρου, ἐδήλωσαν, ὅτι ἔχουν κήπους ἐκτάσεως τόσων πήχεων ἕκαστος, εἰς τοὺς ὁποίους σπείρουν λάχανα, ἔχουν δὲ καὶ 2 ἢ 3 ὀπωροφόρα δένδρα. Τὰ δηλωθέντα αὐτὰ κηπίδια οἱ ἔφοροι τὰ ἐχαρακτήριζαν ὡς περιβόλια καὶ ἐπέβαλλον ἐπ’ αὐτῶν φόρον. Πληρόνει δὲ κατ’ ἔτος ὁ δῆμος αὐτὸς 662 δραχμὰς καὶ 25)00 φόρον περιβολίων· ἀλλ’ ὁ ἔφορος δὲν ἠρκέσθη εἰς αὐτὴν τὴν φορολογίαν, ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ φορολογήσῃ καὶ τὰ δένδρα ἰδιαιτέρως, ἑπομένως ἐξέθηκε καὶ τὸ προϊόν αὐτῶν εἰς δημοπρασίαν χωριστὴν καὶ εἰσπράττει ἄλλας 300 δραχμὰς κατ’ ἔτος τὸ δημόσιον· τὰ δένδρα δὲ ταῦτα ἐχαρακτήρισεν ὡς δάση, καὶ ἐκ τῶν δασῶν αὐτῶν ἐξακολουθεῖ νὰ εἰσπράττῃ τὸν ἀνωτέρω φόρον ὡς δασικὸν προϊόν. Εἰσπράττει δὲ κατ’ ἔτος ἀπὸ μὲν τὸν δῆμον Πάρνωνος δραχ. 50–70, ἀπὸ τὸν δῆμον Δολιανῶν δραχμὰς 50–80, καὶ ἀπὸ τὸν δῆμον Τανίας δραχ. 250–400. Ἐγὼ, κύριοι, φρονῶ, ὅτι οὔτε φόρον καστάνων ὀφείλουν νὰ πληρόνουν οἱ δῆμοι οὗτοι, οὔτε φόρον περιβολίων ὁ δῆμος Τανίας, διότι, κατὰ τὸ 14 ἄρθρον τοῦ ψηφίσματος τοῦ 1863, ἀπαλλάσσονται παντὸς ἐγγείου φόρου καὶ δικαιώματος ἐπικαρπίας τὰ ἄχυρα, ἓν στρέμμα κήπου, ὅπου καὶ ἂν ὑπάρχῃ, πρὸς καλλιέργειαν λαχανικῶν ἢ ὀσπρίων, δι’ ἰδίαν χρῆσιν τοῦ ἰδιοκτήτου, καὶ τὰ σποράδην ὀπωροφόρα δένδρα τὰ ἐντὸς τοῦ ἀνωτέρω στρέμματος κτλ. Τοιαῦτα, κύριοι, δένδρα καστανεῶν ὑπάρχουν εἰς τοὺς δήμους Πάρνωνος, Τανίας καὶ Δολιανῶν, ἤτοι ἀνὰ ἓν ἢ δύω εἰς ἕκαστον κῆπον τῶν κατοίκων, καὶ ἡ φορολογία ἡ γινομένη δὲν εἶναι νόμιμος· διότι τὰ σποράδην κείμενα δένδρα δὲν χαρακτηρίζονται ὡς δάση, ὡς ἐννοεῖ ὁ περὶ δασῶν νόμος. Ὁμολογῶ, ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν Κυνουρίας ὑπάρχει δάσος καστανεῶν, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ τοῦ χωρίου Καστάνιτσας, ἐξ οὗ ἔλαβε καὶ τὸ ὄνομα τὸ χωρίον· ἀλλ’ ἐξ αὐτοῦ τοῦ δάσους τὸ δημόσιον εἰσπράττει κατ’ ἔτος 1400 ἕως 1800 δραχμὰς, καὶ περὶ αὐτῶν οὐδὲν ἔχομεν παράπονον. Περὶ τῶν λοιπῶν ὅμως παραπονούμεθα, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ, ὥστε νὰ παύσῃ ἡ καταδίωξις τῶν φορολογουμένων, συγχρόνως δὲ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ἐτησίου φορολογικοῦ νόμου νὰ γείνῃ ῥητὴ μνεία, διότι μ’ ὅλον ὅτι ὑπάρχει ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἀπήλλαξεν αὐτὰ τὰ εἴδη, οἱ ἔφοροι ἐξακολουθοῦσι νὰ τὰ φορολογῶσι.
§22ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐξετάσω τί συμβαίνει καὶ θὰ φέρω τὴν δέουσαν θεραπείαν ἐντὸς τοῦ νόμου, παρακαλῶ δὲ νὰ μοὶ σταλῶσι τὰ πρακτικά.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει νομοσχέδιον συμβάσεως, συνομολογηθείσης μεταξὺ τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς ἑταιρίας τῶν καλωδίων· θέλει τυπωθῆ.
«ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΙΣ
Τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως τῆς μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑταιρίας τῶν καλωδίων τηλεγραφικῆς συμβάσεως. Πρὸς τὴν Βουλήν· Κύριοι! Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς σχέδιον νόμου, δι’ οὗ ἐγκρίνεται καὶ ἐπικυροῦται ἡ μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἀνατολικῆς Τηλεγραφικῆς Ἑταιρίας κ. Γ. Π. Βίννεϋ συνομολογηθεῖσα τὴν 10|22 Ἀπριλίου τρέχοντος ἔτοις τηλεγραφικὴ σύμβασις. Διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης προστίθενται, ὡς θέλετε παρατηρήσει, νέαι ὑποβρύχιοι καὶ ἐναέριοι τηλεγραφικαὶ γραμμαὶ, δι’ ὧν κυρίως σκοπεῖται ἡ ἔγκαιρος καὶ κανονικὴ διεξαγωγὴ τῆς ἐξωτερικῆς ἀνταποκρίσεως. Ἡ προσθήκη τῶν γραμμῶν τούτων θεωρεῖται ἀπαραίτητος, διότι ἐπιβάλλεται οὐ μόνον ὑπὸ διεθνῶν ὑποχρεώσεων, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν καὶ τοῦ συμφέροντος αὐτῆς ταύτης τῆς ὑπηρεσίας, ἥτις τοσαύτην ἔλαβε καὶ λαμβάνει ὁσημέραι ἀνάπτυξιν καὶ πρὸ πάντων ἡ διαβατικὴ, διότι ἅπαντα σχεδὸν τὰ τηλεγραφήματα τῆς Εὐρώπης διὰ τὴν Ἀνατολὴν καὶ τἀνάπαλιν διέρχονται διὰ τῶν ἡμετέρων γραμμῶν, ἃς οἱ ἀποστολεῖς προτιμῶσιν ὡς ταχυτέρας καὶ ἀσφαλεστέρας, ὥστε αὕτη δὲν δύναται νὰ διεξαχθῇ διὰ τῶν ὑπαρχουσῶν μόνων γραμμῶν μὲ τὴν ἀκρίβειαν καὶ ταχύτητα ἐκείνην, ἣν τὰ διὰ τῆς τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας ἐπιδιωκόμενα παντοειδῆ καὶ σπουδαῖα συμφέροντα ἀπαιτοῦσι. Καὶ αἱ μὲν ὑποχρεώσεις τῆς Ἑταιρίας εἰσὶ α) νὰ καταδύσῃ τρία νέα ἔτι καλώδια, ἓν μεταξὺ Ζακύνθου καὶ Τρεπίτου, ἕτερον μεταξὺ Σύρου καὶ Κρήτης καὶ τρίτον μεταξὺ τῆς νήσου Εὐβοίας καὶ παραλίας τινὸς τῆς Ἀττικῆς, καὶ β) νὰ κατασκευάσῃ δι’ ἐξόδων της δύω ἐναερίους γραμμὰς μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ τοῦ ἄκρου τοῦ καλωδίου τοῦ προερχομένου ἐκ τῆς Εὐβοίας καὶ ἀπολήγοντος εἰς τὴν παραλίαν τῆς Ἀττικῆς καὶ ἑτέραν μεταξὺ Καρύστου καὶ τοῦ ἄκρου τοῦ καλωδίου τοῦ προερχομένου ἐκ τῆς παραλίας τῆς Ἀττικῆς καὶ ἀπολήγοντος εἰς τὰ παράλια τῆς Εὐβοίας· αἱ δὲ τῆς Κυβερνήσεως εἰσὶ α) νὰ κατασκευάσῃ τρεῖς ἐναερίους γραμμὰς, μίαν μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Κορίνθου, ἑτέραν μεταξὺ Γαστούνης καὶ Τρεπίτου, ἥτις θέλει συνδεθῆ μετὰ τοῦ ἐκεῖ ἀπολήγοντος νέου καλωδίου, καὶ τρίτην μεταξὺ τοῦ τηλεγραφείου Ζακύνθου καὶ τοῦ Κρυονερίου, ἥτις ὡσαύτως θέλει συνδεθῆ μετὰ ἑτέρου ἄκρου τοῦ ἰδίου καλωδίου. Καὶ ἡ μὲν Ἑταιρία κατέδυσεν ἤδη, τῇ συγκαταθέσει τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ ἰδίαν της εὐθύνην, τὰ καλώδια μεταξὺ Σύρου καὶ Κρήτης καὶ μεταξὺ Ζακύνθου καὶ Τρεπίτου, ἡ δὲ Κυβέρνησις κατεσκεύασεν τὰς τρεῖς ἐναερίους γραμμάς· ἄλλως τε τὴν κατασκευὴν τούτων ὤφειλεν οἴκοθεν καὶ πρὸ πολλοῦ νὰ ἐνεργήσῃ ἡ Κυβέρνησις δυνάμει τοῦ τε ἄρθρου 4 τῆς διεθνοῦς τηλεγραφικῆς συμβάσεως καὶ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἰδίας Ἑταιρίας συμβάσεως τῆς 1|13 Δεκεμβρίου 1872. Ἐκτὸς δὲ τούτου αἱ γραμμαὶ αὗται εἶναι χρησιμώταται καὶ διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν, ἣν, ἐπίσης, θέλουσιν ἐξυπηρετεῖ. Τὸ εἰς τὴν Ἑταιρίαν παραχωρούμενον δικαίωμα ὅπως διατηρῇ ἐν τοῖς Τηλεγραφείοις Ἀθηνῶν καὶ Καρύστου ἰδίους ὑπαλλήλους καὶ ἐνεργῇ δι’ αὐτῶν τὴν ἐξωτερικὴν ἀνταπόκρισιν οὐ μόνον νέον δὲν εἶναι, διότι παρεχωρήθη τοῦτο ἤδη αὐτῇ ἐν τοῖς τηλεγραφείοις Σύρου καὶ Ζακύνθου διὰ τῆς ἀνωτέρω μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ αὐτῆς συμβάσεως, ἀλλ’ οὐδ’ ἄτοπόν τι δύναται νὰ ἔχῃ, ἀφοῦ καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ἑταιρίας θὰ διορίζωνται ἐγκρίσει τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἅπασα ἡ δι’ αὐτῶν ἐνεργηθησομένη ὑπηρεσία θὰ ὑπόκηται εἰς τὴν ἄμεσον ἐποπτείαν καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως. Ἀθῆναι, τῇ 11 8βρίου 1878.
Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.»
«ΣΧΕΔΙΟΝ ΝΟΜΟΥ
Περὶ ἐγκρίσεως συμβάσεως πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν μέσων τῆς ἐναερίου καὶ ὑποβρυχίου τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας. Ἄρθρον μοναδικόν. Ἐγκρίνεται καὶ ἐπικυροῦται ἡ μεταξὺ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀφ’ ἑνὸς, καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς ἀνατολικῆς τηλεγραφικῆς Ἑταιρίας κ. W. P. Benney ἀφ’ ἑτέρου συνομολογηθεῖσα κατὰ τὴν 10|22 Ἀπριλίου 1878 καὶ ἐξ ἄρθρων 13 συγκειμένη σύμβασις περὶ προσθήκης νέων ἐναερίων καὶ ὑποβρυχίων τηλεγραφικῶν γραμμῶν.
Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.»
«ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΝ
Ἡ Αὐτοῦ Ἐξοχότης ὁ κύριος Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν ὀνόματι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ὁ κύριος Γουλιέλμος Π. Μπίνεϊ W. P. Binney, ἀντιπρόσωπος καὶ πληρεξούσιος τῆς «Eastern Telegraph Company Lunited de Londres» ἀφ’ ἑτέρου, Συνωμολόγησαν τὰ ἑξῆς· Ἄρθρον 1. Ἡ εἰρημένη Ἑταιρία ὑποχρεοῦται νὰ καταθέσῃ ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ παρόντος πρωτοκόλλου ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας. 1. Ἕτερον καλώδιον μεταξὺ Κριονερίου Ζακύνθου καὶ Τρεπίτου (ἐν Πελοποννήσῳ). 2. Καλώδιον μεταξὺ τῆς παραλίας Ἀττικῆς καὶ τῆς νήσου Εὐβοίας. Ἄρθρον 2. Αἱ ἐν τῇ ἀπὸ 1|13 Δεκεμβρίου 1872 Συμβάσει περιεχόμεναι διατάξεις ἰσχύουσιν ὡσαύτως καὶ διὰ τὰ καλώδια ταῦτα, ὡς εἰ ἦσαν αὐτολεξεὶ γεγραμμέναι ἐν τῷ παρόντι πρωτοκόλλῳ. Ἄρθρον 3. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται νὰ κατασκευάσῃ ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ παρόντος Πρωτοκόλλου ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας τὰς ἑπομένας ἐναερίους γραμμάς· ά.) Μεταξὺ Κριονερίου καὶ τοῦ ἐν Ζακύνθῳ τηλεγραφείου· βʹ.) Μεταξὺ Τρεπίτου (ἔνθα ἀπολήγει τὸ νέον καλώδιον) καὶ Γαστούνης· γʹ.) Μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Κορίνθου, προστιθιμένου τετάρτου σύρματος, εἴτε ἐπὶ τῶν ὑπαρχόντων ξύλων, εἴτε ἐπὶ νέων. Αἱ ἐναέριαι αὗται γραμμαί, συνδεόμεναι ἐξ ἑνὸς μὲν μετὰ τοῦ νέου καλωδίου Ζακύνθου Τρεπίτου ἐξ ἑτέρου δὲ μετὰ τῆς ἤδη ἐν ἐνεργείᾳ ὑπαρχούσης μεταξὺ Κορίνθου καὶ Γαστούνης διεθνοῦς ἐναερίου γραμμῆς, θέλουσιν ἀποτελεῖ εὐθεῖαν ἀπὸ Ζακύνθου μέχρις Ἀθηνῶν γραμμὴν, μὴ διερχομένην μηδὲ εἰσαγομένην καθ’ ὅλην αὐτῆς τὴν ἔκτασιν, εἰμὴ εἰς τὰ τηλεγραφεῖα Πατρῶν καὶ Αἰγίου, ἐν οἷς θέλει συνδέεσθαι μετὰ τῶν ἀλεξικεραύνων χωρὶς ὅμως νὰ συγκοινωνῇ μετὰ τῶν συσκευῶν. Ἡ ἐναέριος αὕτη γραμμὴ ἔσται ἀποκλειστικῶς προωρισμένη διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Ἑταιρίας, τὰ δὲ προμνημονευθέντα τηλεγραφεῖα δὲν θέλουσιν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ποιῶνται χρῆσιν αὐτῆς εἰμὴ ἐν περιπτώσει διακοπῆς ἢ ἑνώσεως τῶν συρμάτων πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἀπαιτουμένων δοκιμασιῶν (verifications.) Ἄρθρον 4. Ἡ αὐτὴ Ἑταιρία ὑποχρεοῦται νὰ κατασκευάσῃ δι’ ἐξόδων της ἐντὸς τριῶν ἐπίσης μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ παρόντος πρωτοκόλλου ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὰς ἀκολούθους ἐναερίους γραμμάς· α) Μεταξὺ τοῦ ἐν Καρύστῳ τηλεγραφείου ἐπὶ τῆς νήσου Εὐβοίας καὶ τοῦ ἄκρου τοῦ καλωδίου τοῦ προερχομένου ἐκ τῆς παραλίας Ἀττικῆς· β) Μεταξὺ τοῦ ἐν Ἀθήναις τηλεγραφείου καὶ τοῦ ἄκρου τοῦ καλωδίου τοῦ προερχομένου ἐκ τῆς παραλίας τῆς νήσου Εὐβοίας. Συνομολογεῖται δ’ ὅτι ὅπου ἡ διεύθυνσις τῶν ἐναερίων τούτων γραμμῶν συμπίπτει μὲ τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐν Ἀττικῇ καὶ Εὐβοίᾳ ὑπαρχουσῶν νῦν γραμμῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, οἱ μονωτῆρες καὶ τὸ σύρμα τῶν γραμμῶν τῆς Ἑταιρίας δύνανται νὰ προσαρτηθῶσιν ἐπὶ τῶν στύλων τῶν γραμμῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἀναδεχομένης τῆς Ἑταιρίας τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀντικαθιστᾷ ἐκ τῶν στύλων τούτων τοὺς σεσηπότας ὡς καὶ τοὺς ὁπωσδήποτε ἀκαταλλήλους νὰ ὑποβαστάσωσι δύω σύρματα, καὶ νὰ τοποθετῇ τοιούτους ὅπου ἐλλείπουσιν ἢ ἡ προσθήκη δευτέρου σύρματος ἀπαιτεῖ. Ἡ ἐπιτήρησις τῶν παρὰ τῆς Ἑταιρίας κατασκευασθησομένων, ὡς εἴρηται, γραμμῶν καὶ ἡ ἐν τῷ μέλλοντι συντήρησις αὐτῶν θέλει ἐπιβαρύνει τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἄρθρον 5. Τὸ μεταξὺ παραλίας τῆς Ἀττικῆς καὶ νήσου Εὐβοίας καλώδιον, συνδεόμενον μετὰ τῶν τηλεγραφείων Ἀθηνῶν καὶ Καρύστου δι’ ἐναερίων γραμμῶν, κατασκευασθησομένων, ὡς εἴρηται, ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας, διὰ τὴν ἐξωτερικὴν ἀνταπόκρισιν, τὴν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ προερχομένην, ἢ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀπευθυνομένην, μεταξὺ Σύρου, Ἀθηνῶν καὶ Ζακύνθου, διὰ τῆς ὁδοῦ Τήνου, Ἄνδρου καὶ Καρύστου. Ἄρθρον 6. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις παραχωρεῖ εἰς τὴν Ἑταιρίαν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἔχῃ ἐν τοῖς Τηλεγραφείοις Ἀθηνῶν καὶ Καρύστου ἰδίους αὑτῆς ὑπαλλήλους, ἵνα διευθύνῃ καὶ μεταβιβάζει δι’ αὐτῶν τὴν διὰ τῶν ἐξωτερικῶν καλωδίων της διερχομένην ἀνταπόκρισιν, τόσον τὴν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ προερχομένην, ὅσον καὶ τὴν διὰ τὸ ἐξωτερικὸν προωρισμένην. Πρὸς τοῦτο δὲ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται νὰ χορηγήσῃ τῇ ἑταιρίᾳ ἐν μὲν τῷ τηλεγραφείῳ Ἀθηνῶν δύω δωμάτια, ἐν δὲ τῷ τῆς Καρύστου ἓν, πρὸς τοποθέτησιν τῶν συσκευῶν καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν ἐν γένει τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς. Οἱ ἐν Ἀθήναις καὶ Καρύστῳ ὑπάλληλοι τῆς Ἑταιρίας ἀπαιτεῖται νὰ ὦσι πολῖται Ἕλληνες, καὶ δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἄνευ τῆς προηγουμένης ἐγκρίσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Οἱ αὐτοὶ ὑπάλληλοι θέλουσιν ὑπόκεισθαι ὡς πρὸς τὸ ἀπόῤῥητον καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐν γένει εὐθύνην τῆς τηλεγραφικῆς ἀνταποκρίσεως εἰς τοὺς νόμους καὶ κανονισμοὺς τῆς τηλεγραφικῆς ἐν Ἑλλάδι ὑπηρεσίας, οὐδὲ ἐπιτρέπεται αὐτοῖς νὰ ἐκτελῶσιν ἄλλα ἔργα παρὰ τὸ τῆς διαβιβάσεως τῆς ἐξωτερικῆς ἀνταποκρίσεως τῆς διὰ τῶν καλωδίων τῆς Ἑταιρίας, ὡς εἴρηται, διερχομένης καὶ προερχομένης ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἢ διὰ τὸ ἐξωτερικὸν προωρισμένης. Ἅπασα ἡ λοιπὴ ὑπηρεσία, ἤτοι ἡ παραλαβὴ καὶ ἡ ἐπίδοσις τῶν ἐξωτερικῶν τηλεγραφημάτων, ἡ εἴσπραξις τῶν δι’ αὐτὰ τελῶν κλπ. θέλει ἐνεργεῖσθαι ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ἑταιρίας ὡς καὶ ἡ παρ’ αὐτῶν διαβιβαζομένη τηλεγραφικὴ ἀνταπόκρισις θέλουσι διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὁ δὲ ἔλεγχος τῶν διαβατικῶν τηλεγραφημάτων, τῶν προωρισμένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ διὰ τὸ ἐξωτερικὸν καὶ διερχομένων διὰ τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Καρύστῳ γραφείων τῆς Ἑταιρίας, θέλει ἐνασκεῖσθαι κατὰ τὸ ἰσχῦον ἤδη ἐν τοῖς σταθμοῖς Σύρου καὶ Ζακύνθου σύστημα. Ἐννοεῖται δ’ ὅτι τὰ γραφεῖα Σύρου καὶ Ζακύνθου διὰ τῆς ὁδοῦ Σουνίου ἢ Καρύστου θέλουσιν ἀνταποκρίνεσθαι μετ’ ἀλλήλων ἀπευθείας διὰ τοῦ ἐν τῷ ἐν Ἀθήναις γραφείῳ τῆς Ἑταιρίας ἐναλλακτικοῦ ῥεύματος, (par translation) κατὰ τὴν περὶ τούτου ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 τῆς ἀπὸ 1|13 Δεκεμβρίου 1872 Συμβάσεως ὁρισθέντα. Ἄρθρον 7. Ὁσάκις ἡ μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Ζακύνθου, καὶ μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Καρύστου διεθνὴς γραμμὴ εἶναι ἐλευθέρα, τὰ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Ζακύνθῳ καθὼς καὶ τὰ ἐν Καρύστῳ καὶ Σύρῳ γραφεῖα τῆς Κυβερνήσεως δύνανται νὰ ποιῶνται χρῆσιν αὐτῆς πρὸς μεταβίβασιν τῆς ἐσωτερικῆς ἀνταποκρίσεως. Ἐννοεῖται ὅμως ἐξ ἑτέρου ὅτι τὰ γραφεῖα τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλουσι νὰ παραδίδωσι τὴν γραμμὴν, ἅμα ὡς ζητήσωσιν αὐτὴν παρ’ αὐτῶν τὰ γραφεῖα τῆς Ἑταιρίας. Ἐν περιπτώσει διακοπῆς τῶν συρμάτων, εἴτε τῆς διεθνοῦς, εἴτε τῆς ἐσωτερικῆς ἀνταποκρίσεως, ὡς καὶ ἐν περιπτώσει ἑνώσεως τῶν συρμάτων ἐμποδιζούσης τὴν συγκοινωνίαν, τὰ ἐν Ἀθήναις, Ζακύνθῳ, Πάτραις, Αἰγίῳ ὡς καὶ τὰ ἐν Καρύστῳ καὶ Σύρῳ γραφεῖα τῆς Κυβερνήσεως καθὼς καὶ τὰ τῆς Ἑταιρίας θέλουσι ποιεῖσθαι ἐξ ὑπαμοιβῆς χρῆσιν τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ σύρματος, προτιμωμένων πάντοτε τῶν ἐπισήμων τηλεγραφημάτων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἄρθρον 8. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταβιβάσῃ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ διὰ τῶν καλωδίων τῆς Ἑταιρίας, ἄνευ πληρωμῆς τέλους, ἐκτὸς τῶν μνημονευομένων ἐν τῷ ἄρθρῳ 16 τῆς Συμβάσεως τῆς 1 Δεκεμβρίου 1872 ἑκατὸν ἔτι ἐπίσημα τηλεγραφήματα κατὰ μῆνα, περιέχοντα οὐχὶ πλέον τῶν 40 λέξεων καθ’ ἕκαστον. Ἄρθρον 9. Ὁ τρόπος καὶ ὁ χρόνος καθ’ ὃν θέλει διεξάγεσθαι ὑπὸ τῶν γραφείων τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑταιρίας διὰ τῶν γραμμῶν Ἀθηνῶν, Καρύστου, Ἄνδρου, Τήνου, Σύρου ἥ τε ἐσωτερικὴ ἐν γένει καὶ ἡ ἐξωτερικὴ ἀνταπόκρισις θέλει κανονισθῆ ἀπὸ κοινοῦ ὑπὸ τῆς Διευθύνσεως τῶν Ἑλληνικῶν Τηλεγράφων καὶ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἑταιρίας. Ἄρθρον 10. Ἐπιτρέπεται τῇ Ἑταιρίᾳ νὰ καταδύσῃ καλώδιον μεταξὺ Σύρου καὶ Ἡρακλείου τῆς Κρήτης, πρὸς διαβίβασιν δι’ αὐτοῦ ἐξωτερικῶν τελικῶν τε καὶ διαβατικῶν τηλεγραφημάτων. Ἄρθρον 11. Τὰ τέλη διὰ πᾶν ἁπλοῦν τηλεγράφημα, διαβιβαζόμενον μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Κρήτης διὰ τοῦ καλωδίου τούτου, ἀφομοιοῦνται πρὸς τὰ εἰσπραττόμενα τέλη διὰ τὰ μεταξὺ τῶν αὐτῶν μερῶν, ἤτοι Ἑλλάδος καὶ Κρήτης, διαβιβαζόμενα διὰ τῆς ὁδοῦ Ζακύνθου ἁπλᾶ τηλεγραφήματα, ἤτοι προσδιορίζονται ἐν συνόλῳ εἰς φράγκα 13, ἐξ ὧν τὸ ἓν ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὡς τελικὸν τέλος. Ἄρθρον 12. Καὶ ἐπὶ τῆς διὰ τοῦ καλωδίου τούτου ἀνταποκρίσεως, ἥτις θέλει διεξάγεσθαι ὑπὸ τῶν ἐν Σύρῳ ὑπαλλήλων τῆς Ἑταιρίας, ἰσχύουσιν αἱ ἐν τῇ ἀπὸ 1|13 Δεκεμβρίου 1872 Συμβάσει περιεχόμεναι διατάξεις ὡς εἰ ἦσαν αὐτολεξεὶ γεγραμμέναι ἐν τῷ παρόντι Πρωτοκόλλῳ. Ἡ παραλαβὴ καὶ ἐπίδοσις τῶν διὰ τοῦ καλωδίου τούτου διαβιβαζομένων τηλεγραφημάτων ὡς καὶ ἡ εἴσπραξις τῶν δι’ αὐτὰ τελῶν θέλει ἐνεργεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἐν Σύρῳ ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως, ὁ δὲ ἔλεγχος τῶν διὰ τοῦ αὐτοῦ καλωδίου διερχομένων ἐξωτερικῶν διαβατικῶν τηλεγραφημάτων θέλει ἐνασκεῖσθαι κατὰ τὸ ἰσχῦον ἤδη ἐν τοῖς σταθμοῖς Ζακύνθου καὶ Σύρου σύστημα διὰ τὰ λοιπὰ ἐξωτερικὰ διαβατικὰ τηλεγραφήματα, ἅπερ διέρχονται διὰ τῶν γραφείων τούτων. Ἄρθρον 13. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις χορηγεῖ εἰς τὴν Ἑταιρίαν τὴν χρῆσιν τῶν τριῶν ἀποθηκῶν τῶν ἐν τῷ Λοιμοκαθαρτηρίῳ Σύρου εὑρισκομένων, ἃς καὶ ἤδη ἡ Ἑταιρία ἔχει ἐν χρήσει, ὅπως χρησιμεύσωσιν αὐτῇ διὰ τὴν ἐναπόθεσιν τῶν καλωδίων, μηχανῶν καὶ ἐργαλείων καὶ παντὸς ἄλλου ἀφορῶντος εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν αὐτῆς. Τὸ παρὸν Πρωτόκολλον ἐγένετο εἰς διπλοῦν Ἑλληνιστὶ καὶ Γαλλιστὶ καὶ ὑπεγράφη παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ κυρίου W. P. Binney ἀντιπροσώπου τῆς «Eastern Telegraph Company Lunited» Ἐν Ἀθήναις, τῇ 10|22 Ἀπριλίου 1878.
(Τ. Σ.)
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ
WILLIAM P. BINNEY.»
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἔχομεν εἰς γʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Πορτογαλλίας ἐμπορικῆς καὶ ναυτιλιακῆς συνθήκης. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ συνδρομῆς τῶν ἐξ ἐπιζωοτίας ζημιωθέντων γεωργῶν Λεβαδείας, Θηβῶν καὶ Μεγαρίδος.
§26ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί λέγει ἡ Κυβέρνησις;
§27ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀρνηθῇ τὴν προκειμένην συνδρομήν. Ἀληθῶς τὸ πάθημα τῶν κατοίκων εἶναι μέγιστον καὶ ἐπιζήμιον οὐ μόνον εἰς αὐτοὺς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ δημόσιον. Ἀτυχήματα ὅμως τοιαῦτα συνέβησαν καὶ συμβαίνουσι καθ’ ἑκάστην εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας· ἂν δὲ ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι ἐγείρωσι τοιαύτας ἀξιώσεις, ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ κάμῃ ἄλλο ἢ νὰ ἀσχολῆται εἰς τοιαύτας συνδρομάς. Δὲν δύναμαι λοιπὸν ν’ ἀποδεχθῶ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§28ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι αἱ ζημίαι τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν δὲν ἔχουσι σχέσιν πρὸς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς· διότι αἱ ζημίαι, περὶ ὧν πρόκειται, ἐστέρησαν πολλοὺς κατοίκους τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου καὶ συγχρόνως τὸν φόρον τοῦ δημοσίου. Ἂν δὲ ὑπολογίσητε, θέλετε εὕρει, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ χορηγήσητε, θὰ λάβητε, διότι δὲν πρόκειται περὶ δωρεᾶς· μόνον τὸ πρῶτον ἔτος ἐκ φόρου καὶ ἐπικαρπίας θέλετε τὸ εἰσπράξει. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν ἔχετε δίκαιον λέγοντες, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦλθεν εἰς συνδρομὴν ἀτυχημάτων, διότι συνέδραμε τοὺς ἐκ σεισμῶν παθόντας καὶ τοὺς ἀποίκους πρὸ ἑνὸς ἔτους, διὰ νόμου. Δὲν δικαιοῦνται καὶ τῶν τριῶν αὐτῶν ἐπαρχιῶν οἱ δυστυχεῖς κάτοικοι εἰς συνδρομήν τινα, ἀφοῦ ἄνευ βοῶν κινδυνεύουσι ν’ ἀφήσωσι τὰς γαίας των χέρσους καὶ νὰ γείνωσιν ἐπαῖται;
§29ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, θὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἡ ἐπιτροπὴ ἐσύστησεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς τὴν πρότασιν. Ἡ ἀρχὴ, ὅτι τὸ δημόσιον ὀφείλει νὰ ἔρχηται εἰς συνδρομὴν τῶν ἐκ θεομηνίας ζημιωθέντων πολιτῶν, καὶ ἰδίως τῶν ἐπαρχιῶν, ἐγένετο δεκτὴ πολλάκις. Τὸ δημόσιον οὐ μόνον καθῆκον ἔχει, ἀλλὰ καὶ συμφέρον, ὅταν ἡ γεωργικὴ τάξις, ἡ ὁποία συνεισφέρει δυσανάλογα βάρη, περὶ τῆς ὁποίας οὐδεμία σπουδαία φροντὶς λαμβάνεται, ὅταν, λέγω, ἐκ θεομηνίας πάθῃ, καὶ στερηθῇ μάλιστα καὶ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, νὰ ἔρχηται εἰς συνδρομὴν αὐτῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι πολλαὶ ἐπαρχίαι ὑφίστανται ζημίας, καὶ ἑπομένως τὸ δημόσιον δὲν δύναται νὰ ἐπαρκῇ· ἀλλὰ πρὸ πάντων πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ εἶδος τῆς ζημίας, τὴν τάξιν τῶν ζημιωθέντων καὶ τὰς συνεπείας τῆς ζημίας. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τριῶν ἐπαρχιῶν οἱ κάτοικοι ἐκ θεομηνίας ἀπώλεσαν τὰ μέσα, δι’ ὧν ἡ γεωργικὴ τάξις ἐπαρκεῖ εἰς τὰς πρώτας ἀνάγκας, ἐστερήθησαν τῶν μέσων τῆς καλλιεργείας. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν, ὑπάρχει μᾶλλον κατεπείγουσα ἀνάγκη τῆς χορηγίας τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου εἰς τρεῖς ἐπαρχίας, ὅπως δυνηθῶσι νὰ ὑπάρξωσιν; Ἐνῷ σκεπτόμεθα περὶ ἑκατομμυρίων καὶ ὁμιλοῦμεν περὶ ἑκατομμυρίων, ὡσὰν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ κουκίων καὶ ῥεβιθίων, θὰ διστάσωμεν νὰ χορηγήσωμεν ὡς δάνειον 100,000 δραχμῶν, ὅπως σώσωμεν τρεῖς ἐπαρχίας; Τίς ἄλλη ἐπαρχία, ὑποστᾶσα ζημίας, θὰ παραπονεθῇ, διότι ἐχορηγήσαμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας αὐτὰς τὰ μέσα πρὸς ὕπαρξιν; Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ἀναγκαῖον καὶ δίκαιον, καίτοι αἱ περιστάσεις αἱ οἰκονομικαὶ δὲν εἶναι ἀνθηραὶ, νὰ συστήσῃ ἐκ τοῦ ὑστερήματος τοῦ δημοσίου νὰ δοθῇ ἡ συνδρομή· εἶναι ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν οὐ μόνον τὰ Κράτη, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄτομα ἔχουν, νὰ συντρέχωσιν ἐκ τοῦ ὑστερήματος ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐστερήθησαν τὰ πάντα καὶ τῶν ὁποίων ἡ ὕπαρξις κατέστη προβληματική.
§30ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Κατὰ πρῶτον ὀφείλω μίαν ἐξήγησιν, διότι πιθανὸν νὰ ὑποπτεύσῃ τις ἰδιοτέλειαν καὶ ὑστεροβουλίαν εἰς τὴν πρότασίν μου. Ἡ ἐπαρχία Θηβῶν εἶναι ἡ ἐλάχιστα ζημιωθεῖσα, ἰδίως ἐνδιαφέρει ἡ πρότασις τὰς ἐπαρχίας Μεγαρίδος καὶ Λεβαδείας· ὅθεν βλέπετε, ὅτι δὲν ἐπιδιώκω μέγα τι ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας μου. Ὅπως εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, δὲν πρόκειται περὶ δωρεᾶς, ἀλλὰ περὶ ἁπλῆς πιστώσεως ἐπὶ 5 ἔτη· μετὰ 5 ἔτη θὰ ἐπιστραφῶσι τὰ χρήματα. Δὲν πρόκειται δὲ καὶ σήμερον νὰ χορηγήσωμεν τὸ ἀντίτιμον ὅλων τῶν βοῶν, ὅσοι ἐχάθησαν, ἀλλ’ εἰς ἕκαστον χωρικὸν νὰ δώσωμεν τὸ ἀντίτιμον ἑνὸς ζεύγους, ὥστε ἡ πίστωσις δὲν θὰ ἦναι οὔτε 150,000. Φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται παρὰ νὰ ἔλθῃ εἰς βοήθειαν ἀνθρώπων, οἵτινες, ὅπως ὑπάρξωσι, δὲν ἔχουσιν ἄλλο μέσον παρὰ τὸ τῆς ἐπαιτείας.
§31ΛΑΠΠΑΣ. Κύριοι, καθὼς γνωρίζετε, ἡ ἐπαρχία Λεβαδείας ἔπαθε περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλην ἐπαρχίαν. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ, μὲ ὅλας τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας ἔχει τὸ δημόσιον, νὰ χορηγήσῃ τὸ ἐλάχιστον, ἂν δὲν ἦναι δυνατὸν περισσότερα, ἀπὸ 100 δραχμὰς εἰς ἕκαστον πολίτην, ἂν ἔχασε ἕνα βῶδι, 200 ἂν ἔχασε δύω. Τὸ ποσὸν εἶναι ἐλάχιστον· θὰ εὐεργετήσητε τὸν τόπον, διότι αὐτοὶ οἱ ἄνθωποι, ἐὰν δὲν ἔχουν βώδια, θὰ ἀφήσουν τὴν γῆν ἀκαλλιέργητον, διότι δὲν ἔχουν λεπτό. Καθένας θὰ ἀγοράσῃ ἕνα βῶδι καὶ θὰ συντροφεύσῃ μὲ τὸν ἄλλον· ἄρχισαν τώρα ν’ ἀγοράζουν βουβάλια, τὰ ὁποῖα πληρόνουν ἀκριβά. Θὰ κάμετε λοιπὸν εὐεργέτημα εἰς τὰς τρεῖς ἐπαρχίας, πρὸ πάντων εἰς τὴν Λεβαδείαν, ἂν παραδεχθῆτε νὰ γείνῃ αὐτὸ τὸ δάνειον. Ἐξωδεύσατε τόσα χρήματα διὰ στρατόπεδα, διὰ στρατῶνας καὶ λοιπὰ, τὰ ὁποῖα ὅλα πᾶνε τζάμπα· τί εἶναι λοιπὸν νὰ δώσητε 100 δραχμὰς εἰς ἕκαστον χωρικὸν ν’ ἀγοράσῃ ἕνα βῶδι;
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ἐὰν ἡ Βουλὴ τῳόντι νομίσῃ, ὅτι πρέπει νὰ χορηγηθῇ συνδρομή τις εἰς τοὺς παθόντας, τότε, ἀντὶ νὰ δανείσῃ τὸ δημόσιον, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν πρέπει νὰ κάμνῃ τὸν δανειστὴν, ἠμποροῦμεν νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε παρεδέχθημεν εἰς πολλὰς περιστάσεις, νὰ ἐγγυηθῇ τὸ δημόσιον, ἵνα δανεισθοῦν οἱ κάτοικοι ἀπὸ μίαν Τράπεζαν.
§33Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον ἡ πρότασις αὕτη δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ. Γνωρίζω ἀπὸ πολλὰς περιστάσεις, ὅτε τὸ δημόσιον ἦλθεν εἰς συνδρομὴν παθόντων, ὅτι οἱ ἰσχύοντες ἐν τῷ τόπῳ διένεμον τὸ βοήθημα ὄχι εἰς τοὺς παθόντας, ἀλλ’ εἰς τοὺς εὐνοουμένους. Ἡ πρότασις λοιπὸν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶνε ἐντελῶς ἀνεφάρμοστος, διότι ἀπαιτεῖται πρῶτον νὰ βεβαιωθῇ τίνες εἶναι οἱ παθόντες, ποία ἡ θέσις καὶ ἡ κατάστασις αὐτῶν, πόσους βόας ἀπώλεσαν, διότι, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ κ. Λάππας εἶχε 10 βόας καὶ τοῦ ἐψόφησαν, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ συνδρομὴν, ἀλλ’ ἕνας πτωχὸς, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἕνα. Ἐὰν θέλῃ τὸ Δημόσιον νὰ δώσῃ συνδρομὴν, πρέπει νὰ καταστρώσῃ ἕνα πίνακα τῶν ζημιῶν καὶ τῶν ὀνομάτων ἀπὸ ἀνθρώπους ξένους τοῦ τόπου, καὶ τότε αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ κάμουν τὸ δάνειον, ἐγγυωμένης τῆς Κυβερνήσεως. Ἢ τὸ καλλίτερον εἶναι νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ δάνειον, καὶ νὰ τὸ διανείμῃ, νὰ ἐπιβάλῃ δὲ εἰς τοὺς Ταμίας καὶ τοὺς Εἰσπράκτορας νὰ εἰσπράττουν βαθμηδὸν τὸ χρέος αὐτό.
§34ΛΑΠΠΑΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν φίλον μου κ. Πετιμεζᾶν, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς φόβους, ὅτι δῆθεν αὐτὴ ἡ βοήθεια θὰ δοθῇ εἰς τοὺς εὐνοουμένους, τὸν διαβεβαιῶ ὡς τίμιος ἄνθρωπος καὶ ὡς στρατιώτης, ὅτι ἀπὸ μέρους μου αὐτὸ δὲν θὰ γείνῃ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίσῃ νὰ λάβῃ αὐτὴν τὴν πρόνοιαν, βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ διατεθῇ τὸ ποσὸν δικαίως. Ἐγὼ δὲν ἀνέχομαι νὰ ὑποτεθῇ ὅτι θέλω νὰ συντρέξω εὐνοουμένους, διότι ἔχω δώσει 30 ὑπογραφὰς εἰς φίλους μου, οἱ ὁποῖοι ἐδανείσθησαν διὰ ν’ ἀγοράσουν βουβάλια. Θὰ διανεμηθῇ δὲ τὸ ποσὸν δικαίως· ὅποιος ἔχασε π. χ. τέσσαρας βόας, θὰ λαμβάνῃ 400 δραχμὰς, θὰ συντρέξω δὲ ἐγὼ ὁ ἴδιος καὶ θὰ δώσω τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε μ’ ὅλην τὴν ἀκρίβειαν νὰ συνδράμῃ τοὺς ἀνθρώπους. Ἐὰν δὲ γείνῃ ἡ παραμικροτέρα κατάχρησις, θὰ ἀποζημιόνω ἐγώ· δίδω τὸν λόγον τῆς τιμῆς μου.
§35ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς δὲν θὰ ἀνέγνωσε τὸ νομοσχέδιον, διότι ἐν αὐτῷ προβλέπονται ὅλαι αἱ περιπτώσεις, τὰς ὁποίας φοβεῖται.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν κατὰ τῆς ἀρχῆς δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ πρῶτον ἄρθρον.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ποσὸν εἰς 250 δραχμάς· ὁ κ. Λάπας εἶπε 200 μόνον.
§38ΤΙΝΕΣ. 100 εἶπεν.
§39ΛΑΠΠΑΣ. Παρακαλῶ· ἐγὼ ἔκαμα μίαν κλίμακα ὡς παράδειγμα, ἀλλ’ ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν μου.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον κατὰ τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Γίνονται δεκτὰ καὶ τ’ ἄρθρα 2 καὶ 3 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§41ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 δὲν ἔχει τροπολογίαν;
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§43ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν προσθήκην ἄρθρου ἰδιαιτέρου.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰς τὸ τέλος αὐτό. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 4.
§45ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 ἐπεθύμουν νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν τὸ πιστοποιητικὸν τὸ κατὰ τὸ 3 ἄρθρον περιέχῃ τῷ ὄντι ἀλήθειαν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατε τὴν τροπολογίαν σας διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4, 5 καὶ 6.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ προσθέτει καὶ 7ον ἄρθρον. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον καὶ γίνεται δεκτόν. Μετ’ αὐτὸ δὲ καὶ τὸ σύνολον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕπεται τὸ νομοσχέδιον περὶ πτωχεύσεως, ἀλλ’ ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, θέλω προτάξει τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα συντόμως θέλουν τελειώσει.
§49ΖΑΙΜΗΣ. Νὰ συγχωνεύσητε τὰς πιστώσεις, ἐφ’ ὅσον ἐπιτρέπεται ἀπὸ τὸν λογιστικὸν νόμον, εἰς ἓν νομοσχέδιον.
§50ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν θὰ φροντίσῃ νὰ γείνῃ τοῦτο. Γίνονται δεκτὰ τὰ ἑπόμενα Νομοσχέδια εἰς βʹ ἀνάγνωσιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως· 1) Περὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων τοῦ 1876, ἐκ δραχμῶν 75,000. 2) Περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως τοῦ 1877, ἐκ δραχμῶν 262,500. 3) Περὶ ἐκτάκτων πιστώσεων τοῦ 1878, ἐκ δραχμῶν 877, 172:85|00. 4) Περὶ ἐκτάκτων πιστώσεων τοῦ 1878, ἐκ δραχ. 131,860. 5) Περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως, ἐκ δραχ. 28,864:91|00.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως τοῦ 1878, ἐκ δραχμῶν 50,000. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ μετατραπῇ ὁ τίτλος εἰς «συνδρομαὶ ὑπὲρ τῶν προσφύγων».
§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ πίστωσις αὐτὴ θὰ χρησιμεύσῃ ἀποκλειστικῶς διὰ τοὺς πρόσφυγας.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεσθε λοιπὸν αὐτὴν τὴν μετατροπὴν τοῦ τίτλου;
§55ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Γίνεται δεκτὸν τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο καὶ τὸ περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως τοῦ 1878 ἐκ δραχμῶν 13,674 εἰς βʹ ἀνάγνωσιν· εἰς ἃ δὲ τὰ 1) Περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως τοῦ 1877, ἐκ δραχμῶν 33,440 2) Περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως τοῦ 1878, ἐκ δραχμῶν 8,213:94|00· καὶ 3) Περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ πτωχεύσεως.
§57ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐπεξειργάζετο τὸ νομοσχέδιον περὶ πτωχεύσεως, δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὸν Αὐστριακὸν νόμον περὶ πτωχεύσεων, ὅστις εἶναι ὁ τελευταῖος. Ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ μαθὼν παρὰ τοῦ κ. Φιλήμονος τὴν ὕπαρξιν τοῦ Αὐστριακοῦ Νόμου, ἐνόμισα ὅτι ἔχω πρῶτος τὸ καθῆκον νὰ φροντίσω περὶ αὐτοῦ. Ἔχω λοιπὸν δύο τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ, τὰς ὁποίας ἀντλῶ ἐκ τοῦ Αὐστριακοῦ Νόμου, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσι.
§58ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. «Τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ νόμου τῆς πτωχεύσεως. Τὸ ἄρθρον 439 πρέπει νὰ ἀντικατασταθῇ διὰ τοῦ ἐφεξῆς ἄρθρου, λαμβανομένου καὶ συναρμολογουμένου ἐκ τῶν ἄρθρων 95, 97, 195 καὶ 208 τοῦ Αὐστριακοῦ νόμου περὶ πτωχεύσεων. Ἄρθρον 435. Ὁ πτωχὸς συντάσσει τὸν ἰσολογισμὸν αὑτοῦ καὶ παρουσιάζει αὐτὸν μετὰ τῶν ἐμπορικῶν αὐτοῦ βιβλίων εἰς τὸ Δικαστήριον τῆς πτωχεύσεως. Ὁ ἰσολογισμὸς πρέπει νὰ περιέχῃ ἀφ’ ἑνὸς τὰς ἐνεργετικὰς αὐτοῦ πιστώσεις μὲ τὴν σημείωσιν, ὅτι εἰσὶν εἰσπράξιμοι καὶ ἀμφίβολοι, ἢ ὅλως μὴ εἰσπράξιμοι, ἔτι δὲ περιγραφὴν τῶν κινητῶν καὶ ἀκινήτων καὶ σημείωσιν τῆς ἀξίας αὐτῶν, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἀκριβῆ κατάστασιν ἁπασῶν τῶν παθητικῶν αὐτοῦ πιστώσεων μετὰ σημειώσεως τῆς κατοικίας τῶν πιστωτῶν, καὶ τῶν δεσμῶν συγγενείας καὶ κηδεστείας τῆς τυχὸν ὑπαρχούσης μεταξὺ τοῦ πτωχοῦ καὶ τῶν πιστωτῶν. Ἐπὶ τέλους δ’ ἰσοζύγιον τοῦ ἐνεργετικοῦ καὶ τοῦ παθητικοῦ, καὶ τὴν προσφορὰν τοῦ δοῦναι ὅρκον, ὅτι οὐδὲν ἀπέκρυψεν ἐκ τοῦ ἐνεργετικοῦ, καὶ οὐδὲν προσέθηκεν εἰς τὸ παθητικόν. Ἂν ὁ πτωχεύσας δὲν καταθέσῃ τὸν ἰσολογισμὸν πρὸ τῆς κηρύξεως τῆς πτωχεύσεως, πρέπει νὰ προσκαλῆται ὑπὸ τοῦ εισηγητοῦ νὰ καταθέσῃ αὐτὸν ἐντὸς 5 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς κηρύξεως τῆς πτωχεύσεως. Κατὰ τὴν πρώτην συνέλευσιν τῶν εἰκαζομένων πιστωτῶν τοῦ ἄρθρου 461 τοῦ παρόντος νόμου ἐμφανίζεται καὶ ὁ πτωχὸς, καὶ αἰτοῦντός τινος τῶν πιστωτῶν δίδοται ὁ ἀνωτέρω ὅρκος ἐνώπιον τοῦ εἰσηγητοῦ. Ἂν ὁ πτωχὸς δὲν καταθέσῃ τὸν ἰσολογισμὸν ἢ δὲν δώσῃ τὸν ἀνωτέρω ὅρκον, πρὸς κατάρτισιν τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 512 συμβιβασμοῦ ἀπαιτοῦνται τὰ τρία τέταρτα τῶν πιστωτῶν καὶ τὰ τέσσαρα πέμπτα τοῦ ὅλου τῶν πιστώσεων (ὁ Αὐστριακὸς νόμος ἀπαγορεύει ὅλως τὸν συμβιβασμὸν ἐν ἄρθρῳ 208). Εἰς τὸ ἄρθρον 440 νὰ προστεθῇ ἕκτον ἐδάφιον· διορίζει ἐφημερίδα δι’ ἧς νὰ γίνωνται αἱ κατὰ τὸν νόμον τοῦτον κοινοποιήσεις καὶ δημοσιεύσεις, ὁρίζον καὶ τὸν ἀνώτατον ὅρον τοῦ τιμήματος κατὰ στίχον, ὅστις δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὸν συνήθη. «Τροπολογία ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ πτωχεύσεως ἐν τέλει.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΡΟΣΘΕΤΟΝ.
Ἄρθρον Τὸ δικαστήριον τῆς πτωχεύσεως δύναται κατὰ πᾶσαν στάσιν τῆς πτωχεύσεως νὰ διορίσῃ ἐπιτροπείαν ἐκ τριῶν μέχρι πέντε μελῶν ἐκ τῶν πιστωτῶν τῶν ἐχόντων τὰς μείζονας πιστώσεις. Ἄρθρον Οἱ ἐπίτροποι ἐν γένει ἀσκοῦσιν ἐπιτήρησιν ἐπὶ τῶν συνδίκων, ἐλέγχουσι τοὺς λογαριασμοὺς αὐτῶν, καλοῦνται καὶ μετέχουσιν, ἐὰν θέλωσι, τῆς συντάξεως καὶ διορθώσεως τοῦ ἰσολογισμοῦ καὶ τῆς ἐπαληθεύσεως, καὶ τῶν συμβιβασμῶν τῶν διαφορῶν τῆς ὁμάδος, καὶ τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν διεκδικήσεων. Ἔτι δὲ δίδουσι πληροφορίας εἰς τὸν εἰσηγητὴν ἢ εἰς τὸ δικαστήριον περὶ παντὸς πράγματος ἀφορῶντος εἰς τὴν πτώχευσιν, ὁσάκις ἂν ὑποβληθῇ αὐτοῖς ἐρώτησις. Δύναται δὲ νὰ ἀνατεθῇ αὐτοῖς καὶ πᾶν ἄλλο εἶδος ἐπιτηρήσεως καὶ ἐλέγχου ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου. Ἄρθρον Ἡ ἐπιτροπεία ἰδίως δύναται νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ δικαστηρίου τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ συνδίκου· ἐὰν δ’ ἄλλος τις ζητῇ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ, πρέπει νὰ ἀκούηται καὶ ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπείας, καλουμένης ὑπὸ τοῦ αἰτοῦντος πρὸς τοῦτο διά τινος τῶν μελῶν αὐτῆς. Ἡ ἐπιτροπεία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ πληροφορίας παρὰ τοῦ συνδίκου περὶ τῆς διαχειρίσεως, καὶ τὸ καθῆκον νὰ γνωστοποιῇ εἰς τὸν εἰσηγητὴν τὰς τυχὸν ἀταξίας τῆς διαχειρίσεως (ἀριθ. 85 τοῦ Αὐστριακοῦ νόμου). Ἄρθρον Κατὰ τὴν ἐπαλήθευσιν τῶν πιστώσεων ἡ συνδικία ἀναγνωρίζει τὰς πιστώσεις ἀφ’ οὗ ἀκούσῃ καὶ τοὺς ἐπιτρόπους (112). Ἄρθρον Ὁ συμβιβασμὸς τῶν διαφορῶν τῆς ὁμάδος πρὸς τρίτους, ἐὰν τὸ ἀντικείμενον ὑπερβαίνῃ τὰς 300 δραχμὰς, δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄνευ ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπείας, προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ συνδίκου. Ἐπίσης δ’ οὐδ’ ἡ ἀναγνώρισις δικαιώματός τινος διεκδικήσεως, οὐδ’ ἐξαγορὰ ἐνεχύρου τοῦ πτωχοῦ, οὐδ’ ἡ πώλησις τῶν κινητῶν κατ’ ἄλλον τρόπον παρὰ τὸν τρόπον τῆς δικαστικῆς ἐκτελέσεως· ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπείας σχηματίζεται διὰ πλειονοψηφίας τῶν μελῶν· ἰσοψηφίας δὲ τυχούσης, ὑπερισχύει ἡ ψῆφος τοῦ συνδίκου (140 καὶ 147). Ἄρθρον Κατὰ πᾶσαν ἀντικατάστασιν συνδίκου δίδει λογαριασμὸν ὁ σύνδικος· ὁ λογαριασμὸς παραδίδοται εἰς τὸν νέον σύνδικον καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπείαν πρὸς ἐπαλήθευσιν· ὁρίζει δ’ ὁ εἰσηγητὴς ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐκτὸς τοῦ πρώην συνδίκου καὶ τοῦ ἄρτι γενομένου συνδίκου, καὶ τῶν ἐπιτρόπων καλεῖται καὶ ὁ πτωχὸς, εἰ δυνατόν. Προσέτι διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς πτωχεύσεως καλοῦνται καὶ οἱ δανεισταὶ νὰ ἐξετάσωσι τὸν λογαριασμὸν καὶ νὰ κάμωσι τὰς παρατηρήσεις των, ἐὰν θέλωσιν· ὁ νέος σύνδικος καὶ ἡ ἐπιτροπεία ἀποδέχονται ἢ ἀποῤῥίπτουσι τὸν λογαριασμὸν ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις τῶν δανειστῶν καὶ τοῦ πτωχεύσαντος (149 καὶ 150). Ἄρθρον Ἡ ἀμοιβὴ τῶν συνδίκων καὶ τὰ ἔξοδα ὁρίζονται μετὰ τὴν λῆξιν τῆς πτωχεύσεως ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ εἰσηγητοῦ καὶ τῆς ἐπιτροπείας· δύνανται δὲ νὰ δοθῶσι χρήματα καὶ εἰς λογαριασμὸν τῆς ἀμοιβῆς ἢ τῶν ἐξόδων καὶ πρότερον, ἀλλὰ μόνον δυνάμει ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπείας, προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ. Οἱ δ’ ἐπίτροποι οὐδεμίαν ἀμοιβὴν λαμβάνουσιν· ἐὰν δὲ πράττωσί τι διὰ πληρεξουσίων, τὰ ἔξοδα εἶναι εἰς βάρος των (161). Ἄρθρον Ὁ ἰσολογισμὸς γίνεται ἢ διορθοῦται ὑπὸ τοῦ συνδίκου συμπραττόντων καὶ τῶν ἐπιτρόπων, προσκαλουμένου δὲ καὶ τοῦ πτωχοῦ (205). Ἄρθρον Ἀφ’ οὗ γείνει ἡ ἐπαλήθευσις τῶν πιστώσεων, διορθοῦται ὁ ἰσολογισμὸς ὑπὸ τοῦ συνδίκου καὶ τῆς ἐπιτροπείας (266). Ἄρθρον Ἡ ἐπιτροπεία προσκαλεῖται νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν προτάσεων τοῦ συμβιβασμοῦ τῶν γενομένων ὑπὸ τοῦ πτωχοῦ (214). Ἄρθρον Ἡ συνδικία δύναται νὰ ἐντοκίσῃ τὸ χρηματικὸν τῆς πτωχεύσεως καὶ διὰ δανεισμοῦ εἰς ἰδιώτας ἢ δι’ ἀγορᾶς χρεωγράφων Κράτους τινὸς, ἀλλὰ τοῦτο ἐπετρέπεται μόνον, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐπιτροπεία καὶ μόνον κατ’ ἀπόφασιν αὐτῆς ἐπικυρουμένην ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ (ἀναλόγως τοῦ ἄρθρου 139). Ἄρθρον Ἡ ἐπιτροπεία καλεῖται ὁσάκις εἶναι ἀνάγκη διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς πτωχεύσεως καὶ διὰ κλήσεως ἑνὸς τοὐλάχιστον τῶν ἐνδημούντων μελῶν της· οὐδεμία δ’ ἐργασία τῆς πτωχεύσεως κωλύεται ἐκ τῆς μὴ ἐμφανίσεως τῶν ἐπιτρόπων. Μόνον διὰ τὸν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἐντοκισμὸν ἀπαιτεῖται ἀναγκαίως ἡ ἐμφάνισις καὶ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπείας (ἡμέτερον). Ἄρθρον Ἡ συνδικία καὶ ἡ ἐπιτροπεία θεωρεῖται κοινοτικὸν βάρος, καὶ ὁ εἰσηγητὴς ἐξασκεῖ πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν συνδίκων καὶ ἐπιτρόπων χρηματικῆς ποινῆς μὴ ὑπερβαινούσης τὰς δραχ. 100, ἰδίως διὰ ματαίαν ἀπώλειαν χρόνου ἐξ ἀμελείας καὶ ἐν γένει ὑπαιτιότητός τινος.— Ἐπιτρέπεται δὲ ἀνακοπὴ εἰς τὸ Δικαστήριον τῆς πτωχεύσεως ἐντὸς 15 ἡμερῶν (ἡμέτερον). Ὁ Βουλευτὴς Ναυπακτίας Ἀ. Ῥοντήρης.»
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, ζητοῦν τὰς σημειώσεις τοῦ κ. Ῥάλλη.
§60ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῶσι.
§61ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν καὶ θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρῶτον τὸ νομοσχέδιον, ὅπως εἶχεν εἰσαχθῆ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ζαΐμη· δεύτερον τὸ ἀναθεωρηθὲν νομοσχέδιον, τὸ περιλαμβάνον δηλονότι καὶ τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ῥάλλη, περὶ ὧν ποιεῖται μνείαν εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τῆς ἐκθέσεώς του. Ἡ ἀνατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀνετέθη εἰς τὸν ἔντιμον κ. Ῥάλλην, ὅστις τῷ ὄντι ἔσχε τὴν καλοσύνην ν’ ἀναδεχθῇ τὴν ἐπίπονον ταύτην ἐργασίαν, ἐπιστατήσας ὁ ἴδιος εἰς τὴν ἀνατύπωσιν τοῦ Νομοσχεδίου, καθ’ ἣν συμπεριέλαβε καὶ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας σημειοῖ ἐν τῇ ἐκθέσει ὡς περιεχομένας ἐν τῷ περιθωρίῳ. Περὶ μιᾶς ἑκάστης τῶν παρατηρήσεων τούτων θέλω δώσει κατὰ τὴν συζήτησιν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας. Ἔχομεν λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον, τὸ ἀνατυπωθὲν νομοσχέδιον, τὸ περιλαμβάνον τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Ῥάλλη, τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, τὴν ἔκθεσιν τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. Ῥάλλη ἐπὶ τῶν ἐκθέσεων τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἑπομένως θὰ δώσω πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν ποῦ συμφωνεῖ ὁ κ. Ῥάλλης μὲ τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ποῦ δὲν συμφωνεῖ, καὶ ποία ἐκ τῶν δύο γνωμῶν πρέπει νὰ συμπεριληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ προβῶμεν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ἐφ’ ὅσον δὲν προτείνεται ἀντίῤῥησις ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου, τὸ Προεδρεῖον ἐννοεῖ, ὅτι ἡ Βουλὴ παραδέχεται. Ἀνεγνώσθη τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐγένετο δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θὰ συζητήσωμεν εἰς βʹ καὶ γʹ ἀνάγνωσιν τὰ σήμερον εἰς ά καὶ βʹ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 5½ μ. μ.