1878.10.09
507 rows · 3,836 words · 48 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15
τῆς 9 Ὀκτωβρίου 1878.
(Δευτέρα.)
Ὥρα 2. μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἀναφορὰ τοῦ Βουλευτοῦ κ. Στράτου, παραπονουμένου, ὅτι παρὰ τὸν νόμον ἀπελύθη ὁ δημοτικὸς ἀστυνόμος Ἀμβρακίας Γεώργιος Καραπάνος, καὶ ὅτι ὁ ἔπαρχος Βάλτου Ἠλίας Κρομμύδας φατριάζει. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν.
§2Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι· πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι εἶναι ἐπερώτησις.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· εἶναι ἀναφορά.
§4Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸς λέγει, ὅτι ὁ δημαστυνόμος Ἀμβρακίας ἐπαύθη παρανόμως, ὅτι ὁ ἔπαρχος διὰ τοῦ φατριασμοῦ του κατέστη τύραννος, καὶ τόσα ἄλλα· παρακαλεῖ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἵνα ἐπιφέρῃ τὴν προσήκουσαν θεραπείαν. Ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ τὴν στείλῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, ἄλλο πρᾶγμα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄνευ ἐκθέσεως τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ πράξῃ τι. Ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει, ὅτι αἱ ἀναφοραὶ παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν· ταύτην λοιπὸν πρέπει νὰ παρακαλέσωμεν, ἵνα ἐργασθῇ καὶ μᾶς φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§6ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἡ ἀναφορὰ τοῦ κ. Στράτου περιέχῃ ὅ,τι οὗτος ἐτηλεγράφησε πρὸς ἐμὲ, ἔχει κακὰς πληροφορίας.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς βουλευτὴς ἀπευθύνει ἐπερώτησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Περὶ τοιούτων ἐπερωτήσεων δὲν προβλέπει ὁ Κανονισμός. Τί ἀποφασίζει ἡ Βουλή;
§8ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ ἐπιστραφῇ ἡ ἀναφορὰ, παραπεμπομένου τοῦ κ. Στράτου εἰς τὸν Κανονισμόν.
§9ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν νὰ ἐργασθῇ· τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὸ Σύνταγμα· ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ δὲν ἀποφαίνηται ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν, εἶναι ὡς νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν θέλει ν’ ἀκούῃ τὰ παράπονα τῶν πολιτῶν. Τοῦτο, νομίζω, δὲν εἶναι ὀρθὸν, καὶ παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν νὰ συνέρχηται τακτικῶς καὶ νὰ ὑποβάλλῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν, αἱ ὁποῖαι εἰς αὐτὴν παραπέμπονται. Παρακαλῶ ἐπίσης καὶ τὰς λοιπὰς ἐπιτροπὰς, εἰς τὰς ὁποίας παρεπέμφθησαν νομοσχέδια, νὰ ὑποβάλωσι ταχέως τὰς ἐκθέσεις των, διότι, καί τοι παρῆλθον ἤδη πλείονες τῶν 15 ἡμερῶν, μία μόνον, ὡς γνωρίζετε, κατετέθη εἰς τὸ Προεδρεῖον ἔκθεσις, ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατιωτικῶν ἐπιμελητηρίων.
§11ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν κρίνετε καλὸν, κ. Πρόεδρε, νὰ ὁρίσῃ ἡ Βουλὴ ἡμέραν, πρὸς συζήτησιν τῶν ἀναφορῶν;
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπεβλήθη οὐδεμία ἔκθεσις· πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν αἱ ἐκθέσεις, καὶ τότε ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ πότε θὰ συζητήσῃ.
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός.). Παρακαλῶ τὰς ἐπιτροπὰς ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας νὰ φέρωσι τὰς ἐκθέσεις των ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰς αὐτὰς παρεπέμφθησαν, διότι μένομεν ἄνευ ἐργασίας· ἄλλως, παρακαλῶ, ἵνα ἡ Βουλὴ συζητήσῃ τὰ νομοσχέδια ἄνευ ἐκθέσεων, διότι ὁ καιρὸς παρέρχεται.
§14ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἕνεκα τοῦ ζητήματος τοῦ πολιτικοῦ, ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἰδική μας ἀνέβαλε νὰ συνέλθῃ.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι καὶ εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν εἶπον. Ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, νὰ συζητηθῶσι τὰ νομοσχέδια τὰ ἔχοντα σχέσιν πρὸς τὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου, περὶ ὧν ἀνέβαλε τὴν ἀπόφασίν της· εἶναι δὲ τὰ περὶ συμβάσεων μετὰ τῆς Ἰονικῆς καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ περὶ αὐξήσεως τῶν ἐντόκων γραμματίων, καὶ τὰ περὶ ἐκτάκτων πιστώσεων.
§16ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὰς ἐπιτροπάς.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλ’ αἱ ἐπιτροπαὶ νὰ ἐργασθῶσιν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πόσην προθεσμίαν νὰ τάξωμεν;
§20ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί λέγει ὁ Κανονισμός;
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἑκάστοτε ἀποφαίνεται, ἀναλόγως τῆς σπουδαιότητος τῶν νομοσχεδίων. Νομίζω, ὅτι πέντε ἡμέραι ἀρκοῦσιν.
§22ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τὸ περὶ ἅλατος τῆς Ζακύνθου.
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, διότι περιμένω πληροφορίας ἀπὸ τοὺς δήμους τῆς Ζακύνθου.
§25ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλὰ νὰ δοθῇ προθεσμία εἰς τὴν ἐπιτροπὴν 5 ἢ 6 ἡμερῶν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ νὰ δοθῇ προθεσμία 5 ἡμερῶν;
§27ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§28Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅπως ἠκούσατε προχθὲς ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, πολλαὶ καταχρήσεις συμβαίνουσιν ἀφότου αἱ ἐπιτροπαὶ θεωροῦσι τοὺς ἐφέδρους. Ὁ νόμος εἶναι ἐν πολλοῖς ἀτελὴς, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν, ὅπως ἀπαλλαγῇ ὁ λαός· καὶ δὲν πάσχει μόνον ὁ λαὸς, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς αὐτοί. Πρέπει νὰ ἐκλείψωσιν αἱ καταχρήσεις κατὰ τὴν θεώρησιν τῶν κληρούχων· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ θέλετε ἐλαττώσει τὰ μέγιστα τὴν πίεσιν τῶν Δημάρχων, καὶ θεραπεύσει τὰ παράπονα τοῦ λαοῦ, θὰ συντείνῃ δὲ τοῦτο καὶ εἰς τὴν ἐξάλειψιν τῆς φυγοδικίας. Κύριοι, δὲν ἐννοῶ ἐξ ἐφόδου νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ τὸν νόμον αὐτόν· ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, πειράζει τίποτε, ἐὰν ἀποφασίσητε νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἁ. ἀνάγνωσιν τοῦ Νομοσχεδίου, καὶ ἂς ἐργάζεται ἡ ἐπιτροπὴ συγχρόνως; διότι δὲν πιστεύω, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δύναται νὰ φθάσῃ εἰς ἀποτέλεσμα καλλίτερον, παρ’ ὅ,τι ἡ Βουλὴ συζητοῦσα. Ὁ περὶ ἀπογραφῆς νόμος συνδέεται τόσον στενῶς μὲ τὴν δημοτικὴν διοίκησιν καὶ τὴν διοίκησιν τῶν ἐπαρχιῶν, ὥστε σεῖς ὅλοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζετε καλλίτερα τὰ πράγματα, δὲν ἔχετε πολλὴν ἀνάγκην νὰ περιμένητε νὰ φωτισθῆτε ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν. Ἐν τούτοις, κύριοι, ἄπειρα κακὰ ἠμποροῦσι νὰ συμβῶσιν· αἱ συζητήσεις τῶν νομοσχεδίων παρατείνονται, καὶ πολλὰ ἐξ αὐτῶν πιθανὸν νὰ μὴ ἐπιψηφισθῶσι, καὶ ἂν ἐπιψηφισθῶσιν εἰς καμμίαν συνεδρίασιν ἀπὸ ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας συζητοῦμεν ὄχι μὲ πολλὴν προσοχὴν, ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν λάθη, καὶ θὰ ἔχωμεν πάλιν τὰ αὐτά. Διὰ τοῦτο ἐγὼ νομίζω, ὅτι μᾶλλον κατεπεῖγον νομοσχέδιον εἶναι τὸ περὶ ἀπογραφῆς, διὰ νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρμογή του ἀπὸ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1878.
§29ΤΙΝΕΣ. Τοῦ 1879.
§30Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἂν ἤρχιζεν ἀπὸ τοῦ 1878, θὰ ἦτο καλλίτερα. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι θὰ εὐεργετήσητε τὸν λαὸν, τὴν διοίκησιν, σᾶς αὐτοὺς, καὶ θὰ κλείσητε πολλὰς πηγὰς ἐγκλημάτων· καὶ ἂν νομίζητε, ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, ἀποφασίσατε νὰ προβῶμεν ἤδη εἰς τὴν ά τυπικὴν ἀνάγνωσιν, καὶ ἔχομεν καιρὸν ν’ ἀποφασίσωμεν καλλίτερα εἰς τὴν βʹ καὶ εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν.
§31ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρὸ παντὸς ἄλλου, κ. Πρόεδρε, νομίζω ἀναγκαῖον, ἔπειτα μάλιστα ἀπὸ τὴν ὁμολογίαν αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῶν καταχρήσεων κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν κληρούχων καὶ ἐφέδρων, κατὰ πρῶτον ἡ Βουλὴ νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα οἱ κ. κ. Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν ἐπιληφθῶσι, κατὰ τὸ καθῆκόν των, δραστηρίων ἀνακρίσεων κατὰ τῶν ἐπιτροπῶν ἐκείνων, αἵτινες μετέβαλον εἰς σωματεμπορίαν τὴν θεώρησιν τῶν ἐφέδρων καὶ τῶν κληρούχων. Εἶναι ἄπορον δὲ πῶς, ἀφοῦ ἄλλοτε καὶ ἐντὸς αὐτῆς τῆς Βουλῆς ἐγένετο λόγος, ἀφοῦ ἅπασα ἡ κοινωνία γνωρίζει ὁποῖαι καταχρήσεις ἐγένοντο κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐφέδρων καὶ τῶν κληρούχων, εἶναι ἄπορον, λέγω, πῶς οἱ κ. κ. εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν δὲν ἠμπόρεσαν νὰ μάθωσιν, ὅτι τὸ κακὸν τοῦτο ἐγένετο ἐντὸς τῆς δικαιοδοσίας των, καὶ δὲν ἐνήργησαν αὐτεπαγγέλτως ἀνακρίσεις κατὰ τῆς τοιαύτης κακοηθείας, ἥτις ἀνεπτύχθη καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν πρέπει νὰ ἐκδώσῃ διαταγὰς ἀμέσως, ὅπως οἱ κ. κ. Εἰσαγγελεῖς προβῶσιν εἰς ἀνακρίσεις αὐτεπαγγέλτως. Ἄλλως θέλω προτείνει νὰ διορίζωνται ἐπιτροπαί, ὅπως ἐργασθῶσι πρὸς καταδίωξιν αὐτοῦ τοῦ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοσοῦτον ἀνεπτύχθη καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, καὶ διαφθείρει καὶ τὰ ἤθη. Ἔχομεν πρώτιστον καθῆκον νὰ φροντίσωμεν καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἡ δικαιοσύνη ὀφείλει νὰ ἐπιληφθῇ ἀμέσως ἀνακρίσεων κατὰ τῶν κακοήθων, οἱ ὁποῖοι μετέβαλον εἰς σωματεμπορίαν τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐφέδρων καὶ τῶν κληρούχων, ἐνῷ ἡ πολιτεία κατέστησεν αὐτοὺς φύλακας τοῦ νόμου.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Σωτηρίου Πετιμεζᾶ, ζητεῖται ἡ μεταβολὴ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἵνα ζητήσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ. Ὑποστηρίζεται;
§33ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§34ΖΑΪΜΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ὁ γενικὸς κανὼν, ὁ διέπων τὰ ἔργα ἡμῶν, εἶναι ἡ προεξέτασις τῶν νομοσχεδίων ὑπὸ τῶν Ἐπιτροπῶν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐτήρησα τὴν διάταξιν ταύτην, ὅτε, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰσήγαγον τὸ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νομοσχέδιον, καὶ τὸ περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου· ἐγὼ αὐτὸς ἀπὸ τοῦ βήματος ἐπρότεινα νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπήν. Ἀναγνωρίζω, ὅτι τὸ ἔργον τῶν Ἐπιτροπῶν εἶναι ἀτελές· ἀλλὰ καὶ ἀτελὲς ἐὰν ἦναι, πάντοτε ἡ προεξέτασις ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς εἶναι προτιμοτέρα, ἢ ἐὰν ἄνευ αὐτῆς εἰσάγωνται τὰ νομοσχέδια πρὸς συζήτησιν. Τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας, ὅπερ εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι αὐτὸ τὸ ἄλλοτε ἐπιψηφισθὲν, καὶ ἀληθῶς, περιέχει πολλὰς βελτιώσεις. Ὁμολογῶ, ὅτι εὐχαρίστως θέλω ἐπιψηφίσει αὐτὸ, διότι φρονῶ, ὅτι θὰ προληφθῇ ἡ σωματεμπορία ἐν τῷ μέλλοντι, ὡς ὀρθῶς ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν βάσανον τῶν ἁρμοδίων Ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται ἐν ἡσυχίᾳ νὰ μελετήσωσιν αὐτὸ, καὶ, διὰ τῶν πρακτικῶν γνώσεων τὰς ὁποίας ἔχουσι τὰ μέλη αὐτῶν, νὰ ἐπιφέρωσιν ἴσως καὶ βελτιώσεις, ἐὰν χρήζῃ τοιούτων. Συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου κ. Πετιμεζᾶ, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἀναγκαιότατον, καὶ πρέπει βεβαίως ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ νὰ καταρτισθῇ νόμος τοῦ Κράτους· ἀλλὰ πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰς οἰκείας ἐπιτροπὰς, εἰς ἃς δυνάμεθα νὰ τάξωμεν καὶ 10 ἡμερῶν προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει νὰ φέρωσι τὴν ἔκθεσίν των.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον παρεπέμφθη πρό τινων ἡμερῶν εἰς τρεῖς Ἐπιτροπάς, τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τῶν Ναυτικῶν. Οἱ Πρόεδροι τῶν Ἐπιτροπῶν τούτων καὶ πολλὰ τῶν μελῶν αὐτῶν ἀπῄτησαν νὰ συνεδριάσωσιν ἐπὶ παρουσίᾳ καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἐπεξεργασθῶσι τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο καὶ σήμερον προσεκάλεσα ὅλα τὰ μέλη τῶν Ἐπιτροπῶν, ἵνα αὔριον τὴν 10 ὥραν ἀρχίσωσι τὴν ἐργασίαν των. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι δὲν ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Σ. Πετιμεζᾶ, τοῦ ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις πρὸ τῆς ἐπεξεργασίας ὑπὸ τῶν Ἐπιτροπῶν.
§36Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ πρότασίς μου, κ. Πρόεδρε, ἄλλον σκοπὸν δὲν εἶχε παρὰ νὰ ἐπιταχύνῃ τὴν ἐπιψήφισιν ἑνὸς νόμου, ἀπολύτως ἀναγκαίου· ὅταν ἡ ἐπ’ αὐτοῦ ἐργασία εὑρίσκεται εἰς ἣν πρόοδον εἴπετε, πολὺ καλά.
§37Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1876 ὑπεγράφη ἐν Παρισίοις συνθήκη περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας μετὰ τῆς Πορτογαλλίας, ὑπεβλήθη δὲ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ Νομοσχεδίου, κυροῦντος αὐτὴν, κατὰ τὴν 24 Ἰαννουαρίου 1877. Καὶ ἡ μὲν Βουλὴ ἐκύρωσε ταύτην τὴν συνθήκην καὶ ἐπεψήφισε τὸ νομοσχέδιον· ἡ τελευταία ἀνάγνωσις ἐγένετο κατὰ τὴν 22 Νοεμβρίου 1877. Ἐπειδὴ ὅμως ἐπῆλθε βραδύτης κατὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς συνθήκης ταύτης ὑπὸ τῶν Πορτογαλλικῶν Βουλῶν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος, διότι παρῆλθον δύο μῆνες ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἑπομένως τοῦτο, κατὰ τὸ Σύνταγμα, λογίζεται ἀκυρωθέν. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω ἐκ νέου τὴν συνθήκην αὐτὴν, παρακαλῶν τὴν Βουλὴν, ἵνα τὴν ἐπιψηφίσῃ. Ἡ ἐξέτασις τῆς συνθήκης ἐγένετο, ἀφοῦ ἤδη ἐπεψηφίσθη πρὸ ἑνὸς ἔτους τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἑπομένως, ὑποθέτω, δὲν ὑπάρχει δυσκολία, οὔτε ἀνάγκη προεξετάσεως ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρὸς τὴν Βουλὴν Τὸ σχέδιον Νόμου, ὅπερ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω συνημμένον εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς πρὸς κύρωσιν τῆς ἀπὸ δύω ἤδη περίπου ἐτῶν συνομολογηθείσης καὶ ὑπογραφείσης ἐν Παρισίοις ἐμπορικῆς καὶ ναυτιλιακῆς Συνθήκης μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Πορτογαλλίας, ἐπεψηφίσθη ἤδη παρὰ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 22 Νοεμβρίου 1877. Δὲν ὑπῆρξεν ὅμως δυνατὴ ἡ ἐντὸς τῆς παρὰ τοῦ Συντάγματος τεταγμένης προθεσμίας κύρωσις καὶ δημοσίευσις αὐτοῦ, οὐδ’ ἡ ἀνταλλαγὴ ἑπομένως τῶν ἐπικυρώσεων τῆς Συνθήκης, καθότι δὲν εἶχεν αὕτη ψηφισθῆ οὐδ’ ἐψηφίσθη ἐγκαίρως παρὰ τῶν Πορτογαλλικῶν Βουλῶν, μόλις δ’ ἐσχάτως ἀνηγγέλθη ἡ ψήφισις αὕτη παρὰ τοῦ ἐν Παρισίοις Πρεσβευτοῦ τῆς Πορτογαλλίας εἰς τὸν αὐτόθι ἡμέτερον Ἐπιτετραμμένον. Τούτου ἕνεκα, καὶ ὅπως καταστῇ δυνατὴ ἡ ἀνταλλαγὴ τῶν ἐν λόγῳ ἐπικυρώσεων, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ καὶ πάλιν τὸ ὑποβαλλόμενον Νομοσχέδιον. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 9 Ὀκτωβρίου 1878. Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς,
Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος,
ΘΕΟΔΩΡΟΣ Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.
ΣΧΕΔΙΟΝ ΝΟΜΟΥ
Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Πορτογαλλίας ἐμπορικῆς καὶ ναυτιλιακῆς Συνθήκης. Ἡ τὴν τριακοστὴν πρώτην Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 1876 συνομολογηθεῖσα ἐν Παρισίοις Συνθήκη μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Πορτογαλλίας, ἐξ ἄρθρων 15, ὧν τὸ κείμενον ἕπεται ἐν μεταφράσει, ἔχει πλήρη καὶ νόμιμον ἰσχύν. Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων καὶ ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῆς Πορτογαλλίας καὶ τῶν Ἀλγάρβων, ἐπιθυμοῦντες ἐπίσης νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἐμπορικῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν Κρατῶν αὑτῶν, ἀπεφάσισαν νὰ συνομολογήσωσι πρὸς τοῦτο σύμβασιν καὶ διώρισαν πληρεξουσίους αὑτῶν· Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων, τὸν κύριον Νικόλαον Δεληγιάννην, Ἱππότην τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλικοῦ Τάγματος τοῦ Σωτῆρος καὶ τοῦ Βελγικοῦ Βασιλικοῦ Τάγματος τοῦ Λεοπόλδου, ἀξιωματικὸν τοῦ Γαλλικοῦ Τάγματος τῆς Λεγεῶνος τῆς Τιμῆς, φέροντα τὸ παράσημον Γʹ. τάξεως τοῦ Μετζιδιὲ τῆς Τουρκίας, τῆς Ἁγίας Ἄννης τῆς Ῥωσσίας καὶ τοῦ Σιδηροῦ Στέμματος τῆς Αὐστρίας, Ἀνώτερον Ταξιάρχην Καρόλου τοῦ Γʹ. καὶ Ἰσαβέλλας τῆς Καθολικῆς τῆς Ἱσπανίας, Ἐπιτετραμμένον τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις κτλ. κτλ. Ἡ δὲ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῆς Πορτογαλλίας καὶ τῶν Ἀλγάρβων, τὸν Σύμβουλον κύριον Jose da Silva Mendes Leal Ὁμότιμον τοῦ βασιλείου, Ἐπίτιμον Ὑπουργὸν τοῦ Κράτους, μέλος τῆς ἐν Λισσαβῶνι βασιλικῆς Ἀκαδημίας τῶν Ἐπιστημῶν, Λειτουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐν Γαλλίᾳ, Ἱππότην τοῦ ἀρχαίου καὶ εὐγενεστάτου Τάγματος τοῦ Πύργου καὶ τοῦ Ξίφους, καὶ τοῦ Τάγματος τῆς Παναγίας τῆς Συλλήψεως τῆς Villa Vicosa, Μεγαλόσταυρον τοῦ Πορτογαλλικοῦ Τάγματος τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ξίφους, τοῦ Ἱσπανικοῦ Τάγματος Καρόλου τοῦ Γʹ, τοῦ Ἰταλικοῦ τάγματος τῶν Ἁγίων Μαυρικίων καὶ Λαζάρου, τοῦ Αὐστριακοῦ Τάγματος τοῦ Λεοπόλδου, τοῦ Βασιλικοῦ Τάγματος τοῦ Ῥόδου, τοῦ Περσικοῦ Τάγματος τοῦ Λέοντος καὶ τοῦ Ἡλίου, τοῦ Τυνισίου Τάγματος τοῦ Νισσὰν Ἰφτεχὰρ, καὶ τοῦ Τάγματος τοῦ Ἁγίου Ῥόδου τῆς Ὁνδούρας, Ἔκτακτον Ἀπεσταλμένον καὶ πληρεξούσιον Ὑπουργὸν Αὑτοῦ ἐν Γαλλίᾳ κτλ. κτλ. Οἵτινες ἀνακοινώσαντες τὰ πληρεξούσια αὑτῶν, τακτικῶς ἔχοντα, συνεφώνησαν τὰ ἑπόμενα ἄρθρα: Ἄρθρον 1. Μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ βασιλείου τῆς Πορτογαλλίας, τῶν κτήσεων καὶ ἀποικιῶν αὐτῆς, θέλει ὑπάρχει ἀμοιβαία ἐλευθερία ἐμπορίου καὶ ναυτιλίας, οἱ δὲ ὑπήκοοι ἑκατέρου τῶν δύω ὑψηλῶν συμβαλλομένων Μερῶν θέλουσιν ἀπολαύει καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς χώρας τοῦ ἑτέρου τῶν εὐκολιῶν, τῆς ἀσφαλείας καὶ προστασίας, ὧν ἀπολαύουσιν ἢ θέλουσιν ἀπολαύει ἐν τῷ μέλλοντι οἱ ὑπήκοοι τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου ξένου ἔθνους. Οἱ Ἕλληνες ἐν τῷ βασιλείῳ τῆς Πορτογαλλίας καὶ ταῖς κτήσεσι καὶ ἀποικίαις αὐτῆς καὶ οἱ Πορτογάλλοι ἐν Ἑλλάδι, εἴτε κατοικοῦντες, εἴτε προσωρινῶς διαμένοντες, θέλουσιν ἀπολαύει, ὡς πρὸς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας, τῶν αὐτῶν καὶ οἱ τοῦ οἰκείου ἔθνους ὑπήκοοι δικαιωμάτων, μὴ ὑποβαλλόμενοι εἰς ἄλλην ἢ μείζονα ἐκείνων φορολογίαν. Ἄρθρον 2. Τὰ ὑψηλὰ συμβαλλόμενα Μέρη δηλοῦσιν ὅτι ἀναγνωρίζουσιν ἀμοιβαίως εἰς πάσας τὰς ἐμπορικὰς, βιομηχανικὰς ἢ χρηματιστικὰς ἑταιρίας, τὰς συνεστημένας ἀδείᾳ τῶν εἰδικῶν ἑκατέρας χώρας νόμων, τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐξασκῶσι πάντα αὑτῶν τὰ δικαιώματα καὶ νὰ παρίστανται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίω, εἴτε ὡς ἐνάγουσαι, εἴτε ὡς ἐναγόμεναι, καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῶν Κρατῶν καὶ τῶν κτήσεων τῆς ἄλλης Δυνάμεως, συμμορφούμεναι ὅμως πρὸς τοὺς νόμους τῶν εἰρημένων κρατῶν καὶ κτήσεων. Ἐννοεῖται ὅτι ὁ προηγούμενος ὁρισμὸς ἐφαρμόζεται ἐπίσης εἰς τὰς πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς προκειμένης Συνθήκης συνεστημένας δυνάμει τῶν Νόμων ἑταιρίας καὶ εἰς τὰς μετὰ ταῦτα συστηθησομένας. Ἄρθρον 3. Θέλουσι θεωρεῖσθαι ὡς Ἑλληνικὰ ἐν Πορτογαλλίᾳ, καὶ ὡς Πορτογαλλικὰ ἐν Ἑλλάδι, τὰ ὑπὸ τὴν οἰκείαν σημαίαν ναυτιλλόμενα πλοῖα, τὰ φέροντα τὰ ναυτιλιακὰ ἔγγραφα καὶ τὰ ἄλλα ὑπὸ τῶν νόμων ἑκατέρου Κράτους ἀπαιτούμενα ἀποδεικτικὰ τῆς ἐθνικότητος τῶν ἐμπορικῶν πλοίων. Ἄρθρον 4. Τὰ Ἑλληνικὰ πλοῖα, φέροντα φορτία ἢ μὴ, ὡς καὶ τὸ φορτίον αὐτῶν ἐν τῷ Πορτογαλλικῷ Κράτει, καὶ τὰ Πορτογαλλικὰ πλοῖα, φέροντα φορτίον ἢ μὴ, ὡς καὶ τὸ φορτίον αὐτῶν ἐν Ἑλλάδι, ὁθενδήποτε καὶ ἂν προέρχηται τὸ φορτίον των, ἢ ὁπουδήποτε καὶ ἂν κατευθύνηται, θέλουσιν ἀπολαύει, κατὰ τὴν εἰς οἱονδήποτε λιμένα ἄφιξίν των ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, κατά τε τὸν εἴσπλουν, τὴν διαμονὴν καὶ τὸν ἔκπλουν αὐτῶν, τῶν αὐτῶν δικαιωμάτων καὶ τὰ ἐγχώρια πλοῖα καὶ τὰ φορτία των. Ἄρθρον 5. Τὰ εἰς τὴν Πορτογαλλίαν, τὰς κτήσεις καὶ τὰς ἀποικίας αὐτῆς εἰσαγόμενα Ἑλληνικὰ προϊόντα γῆς καὶ βιομηχανίας, καὶ τὰ εἰς τὴν Ἑλλάδα εἰσαγόμενα προϊόντα τῆς γῆς καὶ τῆς βιομηχανίας τῆς Πορτογαλλίας, τῶν κτήσεων καὶ ἀποικιῶν αὐτῆς, προοριζόμενα ἤτοι εἰς κατανάλωσιν, ἢ εἰς ἀποθήκευσιν, ἢ εἰς νέαν ἐξαγωγὴν, ἢ εἰς διαμετακόμισιν, θέλουσι θεωρεῖσθαι ὡς τὰ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους εἰσαγόμενα προϊόντα τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου ἔθνους, καὶ δὲν θέλουσιν ἰδίως ἐπιβαρύνεσθαι δι’ ἀνωτέρων ἄλλων τελῶν, πλὴν τῶν εἰς ταῦτα ἐπιβαλλομένων. Ἄρθρον 6. Κατὰ τὴν διὰ τὴν Ἑλλάδα ἐξαγωγὴν δὲν θέλουσιν εἰσπράττεσθαι ἐν Πορτογαλλίᾳ, ταῖς κτήσεσι καὶ ἀποικίαις αὐτῆς καὶ κατὰ τὴν διὰ τὴν Πορτογαλλίαν, τὰς κτήσεις καὶ τὰς ἀποικίας αὐτῆς ἐξαγωγὴν δὲν θέλουσιν εἰσπράττεσθαι ἐν Ἑλλάδι ἄλλα ἢ ἀνώτερα τέλη ἐξαγωγῆς τῶν εἰσπραττομένων κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν αὐτῶν ἀντικειμένων διὰ τὴν μᾶλλον εὐνοουμένην ὡς πρὸς τοῦτο χώραν. Ἄρθρον 7. Τὰ ἐξ ἑκατέρας τῶν δύω χωρῶν προερχόμενα ἢ εἰς αὐτὴν διευθυνόμενα ἐμπορεύματα παντὸς εἴδους θέλουσιν ἀμοιβαίως ἀπαλλάττεσθαι ἐν τῇ ἑτέρᾳ παντὸς δικαιώματος διαμετακομίσεως, μὴ παραβλαπτομένων ὅμως τῶν εἰδικῶν μέτρων, ἅτινα ἀμφότεραι αἱ χῶραι ἐπιφυλάσσονται νὰ ὁρίσωσι χάριν ὑγειονομικοῦ σκοποῦ ἢ ἐνδεχομένου πολέμου. Ἄρθρον 8. Πᾶσα χάρις, πᾶσα ἀτέλεια καὶ πᾶσα ἐλάττωσις τῶν τελωνιακῶν δασμῶν εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς, ἣν τὸ ἓν τῶν ὑψηλῶν συμβαλλομένων Μερῶν ἤθελε παραχωρήσει εἰς τρίτην τινὰ Δύναμιν, θέλει ἀμέσως ἐπεκταθῆ καὶ εἰς τὸ ἕτερον. Πρὸς τούτοις δὲ οὐδέτερον τῶν συμβαλλομένων Μερῶν θέλει ὑποβάλλει τὸ ἄλλο εἰς ἀπαγόρευσίν τινα εἰσαγωγῆς ἢ ἐξαγωγῆς, ἥτις δὲν ἤθελεν ἐπιβληθῆ συνάμα εἰς πάντα τὰ λοιπὰ ἔθνη, ἐξαιρουμένων τῶν εἰδικῶν μέτρων, ἅτινα αἱ δύω χῶραι ἐπιφυλάσσονται νὰ ὁρίσωσι πρὸς ὑγειονομικὸν σκοπὸν ἢ ἕνεκεν ἐνδεχομένου πολέμου. Ἐπιφυλάσσεται ὅμως τῇ Πορτογαλλίᾳ τὸ δικαίωμα νὰ παραχωρήσῃ εἰς μόνην τὴν Βρασιλίαν εἰδικά τινα πλεονεκτήματα, ἅτινα δὲν δύνανται ν’ ἀπαιτηθῶσι παρὰ τῆς Ἑλλάδος λόγῳ τοῦ κατὰ τὰ ἀνωτέρω δικαιώματος αὐτῆς εἰς ἀφομοίωσιν πρὸς τὸ μᾶλλον εὐνοούμενον ἔθνος. Ἄρθρον 9. Θέλουσιν ἀπαλλάττεσθαι ἐντελῶς παντὸς τέλους χωρητικότητος καὶ ναυτιλιακῶν ἐγγράφων κατὰ τοὺς λιμένας ἑκατέρου Κράτους 1) Τὰ πλοῖα, ἅτινα εἰσπλέοντα ὅθεν δήποτε χωρὶς φορτίου, θέλουσιν ἀποπλέει ἐπίσης κενά· 2) Τὰ πλοῖα, ἅτινα μεταβαίνοντα ἐξ ἑνὸς λιμένος τοῦ ἑνὸς Κράτους εἰς ἄλλον ἢ ἄλλους λιμένας τοῦ αὐτοῦ, εἴτε ὅπως ἀποθέσωσιν ὁλόκληρον τὸ φορτίον αὐτῶν ἢ μέρος αὐτοῦ, εἴτε ὅπως καταρτίσωσιν ἢ συμπληρώσωσι τὴν φόρτωσιν αὐτῶν θέλουσιν ἀποδεικνύει ὅτι κατέβαλον ἤδη τὰ δικαιώματα ταῦτα 3) Τὰ πλοῖα, ἅτινα, καταπλεύσαντα μετὰ φορτίου εἴς τινα λιμένα ἢ ἑκουσίως ἢ κατ’ ἀνάγκην, θέλουσιν ἀποπλέει, οὐδεμίαν ἐπιχειρήσαντα ἐμπορικὴν ἐργασίαν. Ἐν περιπτώσει ἀναγκαστικῆς προσεγγίσεως δὲν θέλουν θεωρεῖσθαι ὡς ἐμπορικαὶ ἐργασίαι ἡ ἀποβίβασις καὶ ἡ ἐκ νέου φόρτωσις τῶν ἐμπορευμάτων χάριν ἐπισκευῆς τοῦ πλοίου, ἡ εἰς ἄλλο πλοῖον μεταβίβασις τοῦ φορτίου, καθ’ ἣν περίπτωσιν τὸ πρῶτον ἤθελε καταστῆ ἀνίκανον εἰς πλοῦν, αἱ ἀναγκαῖαι δαπάναι πρὸς ἐπισιτισμὸν τοῦ πληρώματος, καὶ ἡ πώλησις τῶν θαλασσοβλαβῶν ἐμπορευμάτων, ὅταν ἡ τῶν τελωνείων διοίκησις παράσχῃ τὴν πρὸς τοῦτο ἄδειαν. Ἄρθρον 10. Τὰ Ἑλληνικὰ πλοῖα, εἰσπλέοντα εἰς Πορτογαλλικὸν λιμένα καὶ ἀμοιβαίως τὰ Πορτογαλλικὰ πλοῖα εἰσπλέοντα εἰς λιμένα Ἑλληνικὸν μόνον ὅπως ἀποβιβάσωσι μέρος τοῦ φορτίου των, δύνανται, συμμορφούμενα πρὸς τοὺς νόμους καὶ κανονισμοὺς τῶν οἰκείων Κρατῶν, νὰ διατηρήσωσι τὸ δι’ ἄλλον λιμένα τῆς αὐτῆς ἢ ἄλλης χώρας προοριζόμενον μέρος τοῦ φορτίου, καὶ νὰ ἐξαγάγωσιν αὐτὸ ἐκ νέου, μὴ ὑποχρεούμενα νὰ πληρώσωσι διὰ τὸ μέρος τοῦτο τοῦ φορτίου των ἄλλο τελωνιακὸν δικαίωμα, εἰμὴ μόνον τὰ πρὸς φύλαξιν αὐτοῦ δικαιώματα, ἅτινα θέλουσιν εἰσπράττεσθαι ἀμοιβαίως κατὰ τὴν ὡρισμένην διὰ τὴν ἐγχώριον ναυτιλίαν διατίμησιν. Ἄρθρον 11. Δύνανται νὰ διορίζωνται παρ’ ἑκατέρας τῶν δύω χωρῶν εἰς τὴν ἑτέραν πρόξενοι καὶ ὑποπρόξενοι, χάριν τῆς προστασίας τοῦ ἐμπορίου. Οἱ πράκτορες οὗτοι δὲν θέλουσιν ἀναλαμβάνει τὰ καθήκοντά των, οὔτε ἀπολαύει τῶν προσηκόντων αὐτοῖς δικαιωμάτων, προνομίων καὶ ἀτελειῶν, ἂν μὴ λάβωσι πρῶτον τὴν ἄδειαν τῆς ἐγχωρίου Κυβερνήσεως. Διατηρεῖ δὲ αὕτη τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίζῃ τὰ μέρη, ὅπου δὲν ἤθελε συμφέρει αὐτῇ νὰ δέχηται προξένους. Ἐννοεῖται ὅμως ὅτι, ὡς πρὸς τοῦτο, αἱ δύω Κυβερνήσεις οὐδένα θέλουσι θέσει ἀμοιβαίως περιορισμὸν, μὴ ἐπεκτεινόμενον ἐν τῇ χώρᾳ των εἰς πάντα τὰ ἄλλα ἔθνη. Ἄρθρον 12. Οἱ οἰκεῖοι πρόξενοι δύνανται ν’ ἀποπέμπωσιν, εἴτε εἰς τὸ πλοῖόν των, εἴτε εἰς τὴν οἰκείαν χώραν, πάντας τοὺς ναύτας, οἵτινες ἤθελον δραπετεύει ἐκ τῶν πλοίων τοῦ ἔθνους των, ἔν τινι τῶν λιμένων τοῦ ἄλλου. Θέλουσι δὲ πρὸς τοῦτο ἀπευθύνεσθαι ἐγγράφως εἰς τὰς ἁρμοδίας τοπικὰς ἀρχὰς, ἀποδεικνύοντες διὰ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ πρωτοτύπου ἢ ἀντιγράφου, προσηκόντως ἐπικεκυρωμένου, τῶν βιβλίων τοῦ πλοίου ἢ τοῦ ναυτολογίου ἢ δι’ ἄλλων ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅτι τὰ ζητούμενα παρ’ αὐτῶν πρόσωπα ἀπετέλουν μέρος τοῦ εἰρημένου πληρώματος. Ἐπὶ τοιαύτῃ, οὕτω δεδικαιολογημένῃ αἰτήσει, αἱ τοπικαὶ ἀρχαὶ δὲν δύνανται ν’ ἀρνηθῶσιν αὐτοῖς τὴν παράδοσιν. Θέλει δὲ παρέχεσθαι αὐτοῖς πᾶσα βοήθεια πρὸς ἀναζήτησιν καὶ σύλληψιν τῶν εἰρημένων δραπετῶν, οἵτινες θέλουσι μάλιστα κρατεῖσθαι καὶ φυλάττεσθαι τῇ αἰτήσει καὶ τῇ δαπάνῃ τῶν Προξένων, μέχρις οὗ οἱ πράκτορες οὗτοι εὕρωσιν εὐκαιρίαν νὰ ἀποπέμψωσιν αὐτούς. Ἂν ὅμως δὲν παραστῇ τοιαύτη εὐκαιρία ἐν διαστήματι δύω μηνῶν ἀπὸ τῆς συλλήψεως, οἱ δραπέται θέλουσιν ἀπολύεσθαι καὶ δὲν δύνανται πλέον νὰ συλληφθῶσιν ἐπὶ τῷ αὐτῷ λόγῳ. Ἐννοεῖται ὅτι οἱ τοῦ ἄλλου Κράτους ὑπήκοοι ναῦται ἐξαιροῦνται τοῦ ὁρισμοῦ τούτου, ἐκτὸς ἐὰν ἀπέκτησαν τὴν ἐθνικότητα τῆς ἄλλης χώρας. Ἂν ὁ δραπέτης διέπραξεν ἔγκλημά τι ἐπὶ τῆς ξηρᾶς, ἡ ἔκδοσις αὐτοῦ δύναται νὰ ἀναβληθῇ μέχρις οὗ τὸ ἁρμόδιον δικαστήριον δημοσιεύσῃ τὴν ἀπόφασίν του καὶ ἐκτελεσθῇ αὕτη. Ἄρθρον 13. Ὅταν πλοῖόν τι ἀνῆκον εἰς ὑπηκόους τῆς χώρας ἑκατέρου τῶν συμβαλλομένων Μερῶν ναυαγήσῃ, ἐξοκείλῃ ἢ ὑποστῇ ναυσιβλάβειάν τινα ἐπὶ τῶν ἀκτῶν ἢ κατὰ τὴν χώραν τοῦ ἄλλου συμβαλλομένου Μέρους, θέλει τοῦτο παρέχει αὐτῷ πᾶσαν συνδρομὴν καὶ προστασίαν, ὡς εἰς τὰ πλοῖα τοῦ ἰδίου αὐτοῦ ἔθνους, ἐπιτρέπον αὐτῷ νὰ ἐκφορτώσῃ ἐν ἀνάγκῃ τὰ ἐμπορεύματά του, καὶ μὴ ἀπαιτοῦν δικαίωμά τι ἢ τέλος ἢ εἰσφορὰν οἱανδήποτε, μέχρις οὗ κατορθωθῇ νὰ ἐξαχθῶσι τὰ ἐμπορεύματα ταῦτα, ἐκτὸς ἂν παραδοθῶσιν εἰς τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν. Τὸ πλοῖον τοῦτο καὶ πάντα αὐτοῦ τὰ μέρη ἢ ναυάγια, καὶ πάντα τὰ εἰς αὐτὸ ἀνήκοντα ἀντικείμενα, ὡς καὶ πάντα τὰ πράγματα καὶ ἐμπορεύματα, ἅτινα ἤθελον σωθῆ, ἢ τὸ προϊὸν τῆς πωλήσεως αὐτῶν, ἂν πωληθῶσι, θέλουσιν ἀποδίδεσθαι πιστῶς εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, ἐπὶ τῇ αἰτήσει αὐτῶν ἢ τῶν πρακτόρων των, προσηκόντως ἐντεταλμένων· καθ’ ἣν δὲ περίπτωσιν δὲν παρευρίσκονται ἰδιοκτῆται ἢ πράκτορες αὐτῶν, τὰ εἰρημένα πράγματα ἢ ἐμπορεύματα ἢ τὸ προϊὸν τῆς τυχὸν γενομένης πωλήσεώς των, ὡς καὶ πάντα τὰ ἐπὶ τοῦ ναυαγήσαντος πλοίου εὑρεθέντα ἔγγραφα, θέλουσιν ἀποδίδεσθαι εἰς τὸν Ἕλληνα ἢ Πορτογάλλον Πρόξενον, ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ ὁποίου τὸ ναυάγιον ἤθελε συμβῆ· ὁ δὲ Πρόξενος, οἱ ἰδιοκτῆται, ἢ οἱ προῤῥηθέντες πράκτορες δὲν θέλουσιν ὑπόκεισθαι εἰς ἄλλην πληρωμὴν ἢ τὴν τῶν γενομένων πρὸς διατήρησιν τῶν ἐν λόγῳ πραγμάτων δαπανῶν. Ἄρθρον 14. Ἡ παροῦσα Συνθήκη θέλει ἰσχύει ἐπὶ δεκαετίαν ἀπὸ τῆς δεκάτης ἡμέρας μετὰ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν ἐπικυρώσεων· ἂν δὲ ἓν ἔτος πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας ταύτης οὐδέτερον τῶν συμβαλλομένων Μερῶν ἀναγγείλῃ δι’ ἐπισήμου δηλώσεως τὴν πρόθεσιν αὐτοῦ περὶ παύσεως τῆς ἰσχύος της, ἡ Συνθήκη αὕτη θέλει διαμένει ἔτι ὑποχρεωτικὴ ἐπὶ ἓν ἔτος δι’ ἀμφότερα τὰ Μέρη, καὶ οὕτω καθεξῆς μέχρι λήξεως τῶν δώδεκα μηνῶν, οἵτινες ἤθελον παρακολουθήσει τὴν ἐν λόγῳ ἐπίσημον δήλωσιν, ὁπόταν δήποτε ἤθελε γείνει αὕτη. Ἄρθρον 15. Ἡ παροῦσα Συνθήκη θέλει ἐπικυρωθῆ παρὰ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων καὶ παρὰ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως τῆς Πορτογαλλίας καὶ τῶν Ἀλγάρβων, καὶ αἱ ἐπικυρώσεις θέλουσιν ἀνταλλαχθῆ ἐν Παρισίοις ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Εἰς πίστωσιν τούτων οἱ οἰκεῖοι πληρεξούσιοι ὑπέγραψαν τὴν Συνθήκην ταύτην καὶ ἐπέθηκαν ἐπ’ αὐτῶν τὰς σφραγίδας των. Ἐγένετο ἐν Παρισίοις εἰς διπλοῦν, τὴν τριακοστὴν πρώτην Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 1876 (δωδεκάτην Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 1877). (Τ. Σ.) (ὑπογ.) Ν. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Τ. Σ.) (ὑπογ.) JOSE DA SILVA MENDES LEAL. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 9 Ὀκτωβρίου 1878. Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς,
Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος
ΘΕΟΔΩΡΟΣ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικῶν ἐπιμελητηρίων εἰς ἁ. ἀνάγνωσιν.
§40ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Παρακαλῶ· ὁ κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶς ἔκαμεν ἐπερώτησιν ἐντονωτάτην καὶ ἐζήτησε παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα ἐκδώσῃ τὰς ἀναγκαίας διαταγὰς, πρὸς καταδίωξιν τῶν καταχρήσεων κατὰ τὴν θεώρησιν τῶν ἐφέδρων καὶ κληρούχων.
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ ἐπερώτησις, ἐὰν ἦναι ἐπερώτησις.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἦναι ἐπερώτησις, δὲν ὑποχρεοῦται ὁ Ὑπουργὸς ν’ ἀπαντήσῃ ἀμέσως. Προβαίνομεν εἰς τὴν ά ἀνάγνωσιν τοῦ περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ συστάσεως στρατιωτικῶν ἐπιμελητηρίων νομοσχεδίου. «Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἀπὸ 15 Μαρτίου 1877 ὑπὸ στοιχ. ΧΣΠʹ Νόμου περὶ συστάσεως στρατιωτικῶν ἐπιμελητηρίων ἀναβάλλεται μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου 1880». Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§43ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον εἰς ά ἀνάγνωσιν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄλλο ἀντικείμενον δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ προσδιορίσῃ τί θὰ ἔχωμεν αὔριον.
§45Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ αὐτοῦ εἴπομεν, ὅτι θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰς ἐπιτροπάς.
§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός. Ὅπωςδήποτε πρέπει νὰ συνεδριάσωμεν αὔριον, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ὑποβάλῃ λογοδοσίαν περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν δανείων, πόσα εἰσεπράξαμεν ἐκ τῶν δανείων, πόσα ἐξωδεύθησαν, καὶ ποῦ. Διὰ νὰ προχωρήσωσιν αἱ ἐπιτροπαὶ εἰς τὴν προεξέτασιν τῶν πιστώσεων, ἔχουσιν ἀνάγκην αὐτῶν τῶν πληροφοριῶν, καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καταγίνεται, καὶ αὔριον ἀφεύκτως θὰ ὑποβάλῃ αὐτὴν τὴν κατάστασιν.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον λοιπὸν θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν κατὰ τὴν ὡρισμένην ὥραν. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 3 5|60 μ. μ.