1878.09.27
1,460 rows · 11,840 words · 163 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 6
τῆς 27 Σεπτεμβρίου 1878.
(Τετάρτη.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐγκρίνονται.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἁρμόδια τμήματα ὑπέβαλον τὰς ἐκθέσεις των ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν Κυνουρίας καὶ Γυθείου· θέλουν τυπωθῆ. Ὁ Σπυρίδων Α. Φερεντίνος, δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλήν, ἐκθέτει ὅτι τὸ πλοῖόν του ἐναυάγησεν ἐν Γυθείῳ, ἡ δὲ ναυαγαιρεσιακὴ ἐπιτροπὴ παρέλαβε τὰ λείψανα καὶ ἔπιπλα τοῦ πλοίου, χωρὶς νὰ τῷ ἀποδοθῇ οὐδὲν ἐξ αὐτῶν· ζητεῖ δὲ ἀνάλογον ἀποζημίωσιν ἐκ τοῦ δημοσίου. Ὁ Ἰωάννης Ζαβὸς ἐξαιτεῖται διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα κατὰ τὸν ἀγῶνα ὑπηρεσίας τοῦ πατρός του, ἵνα τῷ χορηγηθῇ χρηματικὴ βοήθεια πρὸς ἀνακούφισίν του. Ἀμφότεραι αἱ ἀναφοραὶ θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν.
§2ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ ἐργάζηται, διὰ νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα· διότι ἄλλως ἠμπορεῖ νὰ ἔρχωνται ἓν ἑκατομμύριον ἀναφοραί, καὶ ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐργάζηται, δὲν θὰ ἔχωμεν κανὲν ἀποτέλεσμα, πολλαὶ δὲ ἀναφοραὶ εἶναι σπουδαῖαι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὰ μέλη τῶν ἐπιτροπῶν νὰ συνέλθουν αὔριον τῇ 10 π. μ. ἵνα ἐκλέξωσι τοὺς προέδρους των.
§4ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμήν, κύριοι, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς Βασιλικὸν Διάταγμα περὶ μεταβολῶν εἰς τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον. Οἱ λόγοι οἱ προκαλέσαντες τὰς μεταβολὰς ταύτας ἐκτίθενται ἐν τῇ ἐκθέσει πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ἥτις εἶναι ἐπισυνημμένη εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἐκ μέρους τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ἀσθένεια ἐξακολουθεῖ καὶ σήμερον δυστυχῶς, ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ὁδικῶν φόρων, καὶ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ τῶν ἁλάτων τῆς Ζακύνθου, τὸ ὁποῖον συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὡς κατεπεῖγον, καὶ παρακαλῶ, ἐὰν ἐγκρίνῃ, νὰ ἐπιψηφίσῃ αὐτὸ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Ὁ ἐργολάβος τῶν ἁλατοποιείων τῆς Ζακύνθου εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ χορηγήσῃ τὸ ἅλας, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν νῆσον ἐκείνην, πρὸς λεπτὰ 70 τὸ κοιλὸν, πληρόνων ὡς μίσθωμα τῶν ἁλατοποιείων 12,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος. Πολλάκις τὸ παραγόμενον ἀπὸ τὰ ἁλατοποιεῖα τῆς Ζακύνθου ἅλας δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, καὶ διὰ τοῦτο ὁ μισθωτὴς ἐπρομηθεύετο αὐτὸ ἀπὸ τὰς ἁλυκὰς τῆς Λευκάδος. Ἄλλοτε τὸ ἐπρομηθεύετο πρὸς λεπτὰ 25 τὸ κοιλὸν, τὸ δὲ τῆς Ζακύνθου πρὸς λεπτὰ 40 τὸ κοιλὸν· ἑπομένως ἠδύνατο νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις του πρὸς τὴν νῆσον ἐκείνην. Ἀπὸ τῆς ἀφομοιώσεως ὅμως τὸ ἅλας τῆς Λευκάδος δὲν εἶχε τὴν εὐκολίαν αὐτήν· εἶναι δὲ ὑπιχρεωμένος κατὰ τὸ τρέχον ἔτος νὰ προμηθεύῃ τὸ ἀρκοῦν ἅλας διὰ τὴν νῆσον Ζάκυνθον πρὸς 2½ δρ. τὸ κοιλὸν, ἤτοι πρὸς 10 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν. Ἡ ἐφετεινὴ εὐφορία τῶν ἐλαιῶν καὶ ἐν Ζακύνθῳ ὡς καὶ καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα εὐτυχῶς εἶναι ἔκτακτος· ἑπομένως ἀπαιτεῖται ποσὸν ἅλατος ἐν Ζακύνθῳ μεγάλης ποσότητος, εἶναι δὲ ὑποχρεωμένος ὁ ἐργολάβος νὰ προμηθεύσῃ τοιοῦτον εἴτε ἐκ Λευκάδος εἴτε ἐκ Μεσολογγίου πρὸς 2½ δραχμὰς τὸ κοιλόν. Ἀλλὰ διὰ νὰ προμηθευθῇ 50 ἢ 40 χιλιάδας κοιλὰ, ἔχει ἀνάγκην 100 χιλιάδων δραχμῶν· διὰ τοῦτο τὰ δημοτικὰ συμβούλια τῆς νήσου, ἢ μᾶλλον τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τῆς πόλεως Ζακύνθου ὑπέβαλεν αἴτησίν τινα εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ τοῦτο τὴν ἠκύρωσεν, ὡς ἀντικειμένην εἰς τὸν νόμον. Ὁ ὑπουργὸς ὅμως τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπὸ τὰς παραστάσεις τοῦ τε Νομάρχου καὶ λοιπῶν ἀρχῶν λαβὼν ἀφορμὴν, ὡρμήθη νὰ φέρῃ θεραπείαν τινὰ εἰς τὸ σπουδαῖον τοῦτο διὰ τὸν τόπον αὐτὸν ἀντικείμενον· ἑπομένως ἔκρινε καλὸν νὰ ὑποβάλῃ ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται εἰς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Ζακυνθίων νὰ παρατείνῃ διὰ δημοπρασίας τὴν μίσθωσιν τῶν ἁλάτων Ζακύνθου μέχρις ἕξ ἐτῶν ἀρχομένων ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς μισθώσεως, παραχωροῦν εἰς τὸν ἐργολάβον τὸ δικαίωμα νὰ πωλῇ τὸ ἅλας, τὸ ἀπαιτούμενον εἰς κατανάλωσιν τοῦ τόπου, μέχρι λεπτῶν 100 κατὰ κοιλὸν ἀντὶ τῶν 70, ὡς ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ παραχωρῇ τὸ ἅλας εἰς τὴν νῆσον. Ἐν τῇ ἐκθέσει, ἥτις συνοδεύει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐκτίθενται λεπτομερέστερον οἱ λόγοι οἱ ὑπαγορεύοντες τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τὸ μέτρον περὶ οὗ πρόκειται. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ὑπόθεσις ἐπείγει καὶ εἶναι ἀνάγκη ἅλατος, διότι ἄνευ τούτου θέλει ἐπέλθει καταστροφὴ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐγκρίνῃ, νὰ προβῇ σήμερον εἰς ά ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου· ἐὰν δὲ κρίνῃ ἀναγκαῖον νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἂς τὸ κάμῃ κατόπιν. Ἵνα δὲ προληφθῇ ἡ καταστροφὴ τοῦ ἐλαιοκάρπου ἐν Ζακύνθῳ, εἶναι ἀνάγκη νὰ παραληφθῇ ἐκ Μεσολογγίου καὶ νὰ σταλῇ εἰς Ζάκυνθον μεγάλη ποσότης ἅλατος πρὸς 10 λεπτὰ, διὰ νὰ ἐπαρκέσουν εἰς τὸν ἁλατισμὸν τῶν ἐλαιῶν τὰς ὁποίας θὰ συλλέξουν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε, κύριοι, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προτείνει νὰ θεωρηθῇ ὡς κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§6ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Μεθ’ ὅσα ἔγειναν, ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητῇ τὸ κατεπεῖγον νομοσχεδίου περὶ ἅλατος; (θόρυβος.)
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§8ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Ὄχι, ὄχι, δὲν παρεδέχθη.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε δικαίωμα νὰ ζητήσητε τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, ἐὰν ἦσθε 15.
§10ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Τὸ ἀνάπαλιν νὰ θέσητε, κύριε Πρόεδρε.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τ’ ἀνάπαλιν; Τὸ προεδρεῖον ἀντελήφθη ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§12ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Διὰ τὸ ἅλας τῆς Ζακύνθου, κύριε πρόεδρε, νὰ κάμνωμεν τόσην συζήτησιν περὶ κατεπείγοντος! (θόρυβος.)
§13ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, τοὺς ἀντιτείνοντας, ν’ ἀκούσωσι μίαν στιγμήν, καὶ ἂς ἀποφασίσωσιν ὅπως θέλουσι. Τοῦτο μόνον παρατηρῶ, ὅτι πρόκειται περὶ λίαν κατεπείγοντος ζητήματος, καθ’ ὅσον μία ἐπαρχία ὁλόκληρος, ἡ ἐπαρχία τῆς Ζακύνθου, θὰ ζημιωθῇ πολὺ, ὡς καὶ τὸ δημόσιον, τὸ ὁποῖον λαμβάνει 18%. Δὲν θὰ ἦναι μεγάλον πρᾶγμα νὰ γείνῃ σήμερον ἡ πρώτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου (θόρυβος). Διατὶ ὁ ἀξιότιμος Ῥεβελάκης νὰ ἦναι τόσον ὑπερβολικὸς ἐναντίος ἑνὸς πράγματος, οὐχὶ προσωπικοῦ, ἀλλ’ ἐνδιαφέροντος ὁλόκληρον ἐπαρχίαν, ζητοῦσαν εὐκολίαν, ἵνα μὴ χάσῃ τὸ προϊὸν της; Τοῦτο μόνον ζητεῖ. Ὁ κύριος Ῥεβελάκης, ἐὰν συνέβαινε τοῦτο εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, ἤθελεν ἐπικαλεσθῆ τὴν βοήθειαν τῆς Βουλῆς. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ζητήματος προσωπικοῦ, οὔτε περὶ προνομίου ἰδιαιτέρου ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας, ἥτις μόνον καὶ μόνον ζητεῖ εὐκολίαν, ἵνα μὴ χάσῃ τὸ προϊὸν της. Εἰς τὴν βʹ. καὶ γʹ. συζήτησιν κάμνετε ὅσας παρατηρήσεις θέλετε.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖτε λοιπὸν, κύριοι, ὀνομαστικὴν κλῆσιν; εἶσθε 15; (ἐγείρονται 5–6.)
§15ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶπον εἰς τὸν κ. Λομβάρδον χθὲς, ὅτι δὲν θ’ ἀντιστῶ εἰς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον· ἀλλὰ σήμερον βλέπω μεγάλην ἐπιμονὴν διὰ τὸ κατεπεῖγον αὐτοῦ.
§16ΤΙΝΕΣ. (δεξιόθεν). Εἰς τὴν γʹ. συζήτησιν τὰ συζητεῖτε.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι 15 οἱ ἐγερθέντες, δὲν γίνεται ὀνομαστικὴ κλῆσις. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν θ’ ἀναγνωσθῇ εἰς ά. συζήτησιν.
§18ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι (θόρυβος).
§19ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶμαι ἐναντίος εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλὰ κατὰ τὰς παρελθούσας συνόδους καθιερώθη ἓν προηγούμενον κάκιστον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐκλείψῃ· διότι κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἠμπορεῖ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον ἓν νομοσχέδιον, ἀλλὰ πρέπει αὐτὸ νὰ τυπωθῇ, νὰ διανεμηθῇ, νὰ μελετηθῇ, καὶ τότε νὰ συζητηθῇ. Τὸ κακὸν λοιπὸν, τὸ καθιερωθὲν εἰς τὰς προηγουμένας Συνόδους, πρέπει νὰ ἐκλείψῃ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερώσωμεν ἀρχὴν, ἀντικειμένην εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος; Λέγω δὲ εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, διότι νομοσχέδια πολύπλοκα καὶ σύνθετα δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναγινώσκωνται καὶ ἐπιψηφίζωνται οὕτω· τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ τρεῖς συζητήσεις. Ἵνα δὲ γείνῃ συζήτησις, ἀπαιτεῖται πρῶτον νὰ σταλῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, νὰ μελετηθῇ, τότε δ’ ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν νὰ δίδῃ τὴν ψῆφόν του ἐν ἐπιγνώσει. Δὲν πρέπει καὶ διὰ τὸ παρὸν νομοσχέδιον νὰ γείνῃ ὅ,τι καὶ εἰς τὰς παρελθούσας Συνόδους. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ θεωρεῖ αὐτὸ πράγματι κατεπεῖγον, ἔστω· ἀλλὰ σήμερον δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν εἶναι οὔτε κομματικὸν, οὔτε φατριαστικόν· εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ κάμῃ ἐκ καθήκοντος, καὶ τὸ καθῆκόν της αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸ παραλείψῃ.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ Κανονισμὸς ἀπαιτεῖ νὰ τυπόνωνται προηγουμένως τὰ νομοσχέδια· ἀλλὰ καθ’ ὅλας τὰς παρελθούσας Συνόδους ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἐτηρήθη. Διὰ τοῦτο ἠρώτησα τὴν Βουλὴν, ἐὰν θέλῃ νὰ γείνῃ ὅ,τι καὶ ἄλλοτε.
§21ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποβαλὼν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἶπεν, ὅτι εἶναι κατεπεῖγον (καὶ τὸ γνωρίζομεν ὅλοι, κύριοι, ὄχι μόνον οἱ Βουλευταὶ τῆς Ζακύνθου, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν), ἐπρότεινε δὲ νὰ κηρυχθῇ τοιοῦτον καὶ ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς αʹ συζήτησιν. Ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ τὸ συζητήσῃ σήμερον, καλῶς· ἄλλως, ἂς σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§22ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Τὸ κατεπεῖγον τὸ παραδεχόμεθα· νὰ μὴ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἀλλ’ ὄχι καὶ νὰ τὸ συζητήσωμεν σήμερον.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται λοιπὸν διὰ τὴν αὔριον· θέλει τεθῆ ὡς ά. ἀντικείμενον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§24ΖΩΧΙΟΣ. Ὡς ά. ἀντικείμενον! Μὰ τί εἶναι αὐτὰ, κ. Πρόεδρε, Σᾶς παρακαλῶ. Ὁ πρωθυπουργὸς ἐτηλεγράφησεν εἰς τοὺς βουλευτάς. Σπεύσατε εἰς τὰς Ἀθήνας, διότι πρόκειται περὶ μεγάλων συμφερόντων τοῦ τόπου. Ὁ συνάδελφος (δεικνύει) ἔλαβε τοιοῦτον τηλεγράφημα.
§25ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὅλοι ἐλάβομεν.
§26ΖΩΧΙΟΣ. Τόσῳ τὸ καλλίτερον. Τὸ νὰ μείνωσιν ἀνάλατοι αἱ ἐλαῖαι τῆς Ζακύνθου εἶναι κακόν.
§27ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂς μείνῃ δι’ αὔριον, κ. Πρόεδρε.
§28ΖΩΧΙΟΣ. Μάλιστα· ἀλλ’ ὄχι πρῶτον.
§29ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νομοσχέδιον Ζακύνθου δὲν ἀναγινώσκεται τοῦ λοιποῦ ὡς κατεπεῖγον· νὰ τὸ ἠξεύρητε.
§30ΖΩΧΙΟΣ. Παρακαλῶ, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ σπεύσῃ πρὸς σωτηρίαν τῆς Ζακύνθου· ἂς ἀποστείλῃ διπλάσιον ποσὸν ἅλατος.
§31ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Δὲν θεραπεύεται· πρέπει νὰ στείλωμεν ἓν ἑκατομμύριον.
§32ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ ἂν ἀποθάνῃ αὐτὸς ὁ ἐργολάβος; δυστυχία! Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ὑπάρχει προηγούμενον νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι εἷς ἐργολάβος δύναται νὰ σώσῃ τὴν Ζάκυνθον, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν τὸ κάμνει.
§33ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε, αὔριον.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Λοιπὸν, κύριοι, ἀναβάλλεται διὰ τὴν αὔριον. Ὁ κ. Φιλήμων ἔχει τὸν λόγον.
§35ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐν Καλκούττῃ ἑλληνικὴ κοινότης ἀπέστειλεν εἰς τὴν βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς λαμπρὰν συλλογὴν, ἀναφερομένην εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν Ἰνδιῶν καὶ τοῦ Κράτους τῆς Κίνας. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν προσφορὰν καὶ νὰ ἐκφράσῃ τὰς εὐχαριστίας της.
§36ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§37ΦΙΛΗΜΩΝ. Συγχρόνως, ἐὰν εὐαρεστῆται, νὰ ἐπιτρέψῃ, ὡς καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὅπως ἐν ὀνόματί της ἀπονέμω τὰς εὐχαριστίας της, ὁσάκις γίνονται τοιαῦται προσφοραὶ, ἵνα μὴ προκαλῶ ἑκάστοτε εἰδικὴν περὶ τούτου ἀπόφασιν.
§38ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν παραδέχεται τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἐφόρου.
§40ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§41ΖΩΧΙΟΣ. Εὐτυχῶς, κύριοι, εἶναι παρὼν καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν....
§42ΤΙΝΕΣ. Αἱ ἐκλογαὶ προηγοῦνται, κ. Πρόεδρε.
§43ΖΩΧΙΟΣ. Δώσατε σεῖς τὴν ἀπόκρισιν, κ. Πρόεδρε.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγοῦνται αἱ προτάσεις πάσης ἄλλης ἐργασίας, ὁ δὲ κ. Ζωχιὸς θὰ κάμῃ πρότασιν.
§45ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λέγεται καὶ εἶναι καὶ ὑπουργὸς τῆς χάριτος· ἐξαιρεῖται ὅμως ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ δύναται καὶ αὐτὸς ν’ ἀπονέμῃ χάριτας (θόρυβος). Αὐτὸ τὸ βιβλίον, τὸ ὁποῖον βλέπετε, δυστυχῶς εἶναι πολλαὶ ἐφημερίδες ἡνωμέναι ὁμοῦ, καὶ ἀπὸ τοῦ 1833 εὑρίσκω τὸ προνόμιον τῆς χάριτος εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· τρέχω εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν βλέπω τίποτε. Τίς ὁ λόγος, δι’ ὃν ἀνέβην νὰ λαλήσω; Ἀπονέμει χάριτας ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἢ τῆς Δικαιοσύνης;
§46ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος;
§47ΖΩΧΙΟΣ. Ὄχι· ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καλῶς πράττων, διὰ νὰ προκαλέσῃ χάριτας, διορίζει μίαν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἀποφαίνεται περὶ τῶν χαρίτων.
§48ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Περὶ τῶν ἀξίων χάριτος.
§49ΖΩΧΙΟΣ. Μάλιστα. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸν Νόμον· ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀναλάβῃ τὸ δικαίωμά του, καὶ οἱ στρατιωτικοὶ ὀφείλουσι νὰ ὑπάγωνται εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὡς πρὸς τὴν χάριν, καὶ ὄχι εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Εἶναι δὲ ἄξιοι συμπαθείας οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς· ἀλλ’ οὔτε ἡμεῖς, οὔτε οἱ ὑπουργοὶ ἐπεσκέφθησαν ποτὲ τας φυλακάς. Θέλομεν νὰ ἐλευθερώσωμεν τοὺς ἔξω ἀδελφοὺς, ἐνῷ οἱ μέσα βασανίζονται ὅσον οὐδεὶς ἄνθρωπος.
§50ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπὸ τῆς συστάσεως τῶν δικαστηρίων, τὸ δικαίωμα τῆς ἀπονομῆς χάριτος, προκειμένου περὶ στρατιωτικῶν καταδίκων, τὸ ἐξασκεῖ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἄνευ ἀντιῤῥήσεώς τινος κατὰ τῆς ἁρμοδιότητός του. Κατὰ τὸ 1875 ὅμως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβεν ἀφορμὴν ἐκ προτάσεώς τινος τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου περὶ ἀπονομῆς χάριτος εἰς τινα στρατιωτικὸν κατάδικον καὶ ἐζήτησε καὶ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα προκαλέσῃ τὸ Διάταγμα τῆς χάριτος. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δι’ ἐγγράφου, ἀπὸ 15 Μαρτίου 1875, ἠμφισβήτησε τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἰπὼν, ὅτι αὐτὸ ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἀνέκαθεν τὸ ἐξασκεῖ. Ἡ ὑπόθεσις ἔμεινεν ἑπομένως ἄνευ περαιτέρω ἐνεργείας μέχρι τῆς 26 Αὐγούστου 1875, ὅτε ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀξιότιμος Βουλευτὴς τῆς Ζακύνθου κ. Λομβάρδος ἐπανέφερε τὸ ζήτημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ζητῶν τὴν γνώμην αὐτοῦ ὡς πρὸς τὸν κατάδικον ἐκεῖνον, καὶ ὡς πρὸς ἄλλους τινάς· ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον τότε διεύθυνεν ὁ μακαρίτης Γεννατᾶς, ἠμφισβήτησε καὶ πάλιν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Λομβάρδος ἠναγκάσθη τότε, δυνάμει διατάξεώς τινος τοῦ Διατάγματος περὶ τῶν καθηκόντων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ ὑποβάλῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τοῦτο, διὰ μακρᾶς ἐκθέσεώς του, ζητῶν τὴν λύσιν τῆς τοιαύτης διαφωνίας. Τῷ ὄντι ἐν τῇ μακρᾷ ἐκθέσει τοῦ κ. Λομβάρδου ἐκτίθενται ἰσχυρὰ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὡς καὶ ὁ κ. Ζωχιὸς ὑπεστήριξεν. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τῆς ἐποχῆς ἐκείνης φαίνεται ὅτι δὲν ἔλαβε καιρὸν νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἑπομένως ἡ ὑπόθεσις ἔμενε καὶ μένει εἰσέτι ἐκκρεμής. Ἤδη, ὅτε δίδεται ἀφορμὴ, θέλει ἐξετασθῆ ἡ ὑπόθεσις.
§51ΖΩΧΙΟΣ. Τί νὰ ἐξετάσητε; ἐδῶ εἶναι ῥητά...
§52ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἡ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου γινομένη ἀμφισβήτησις πρέπει νὰ ἐξετασθῇ.
§53ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν ἐλύθη ἀκόμη;
§54ΖΩΧΙΟΣ. Οὔτε θὰ λυθῇ Σήμερον πρόκειται περὶ τοῦ νόμου, εἰς ὃν ὡρκίσθητε καὶ εἶσθε ὑπὸ τὸ κράτος αὐτοῦ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον πέρυσι θριαμβευτικῶς ἐψηφίσαμεν περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, καὶ εἴπομεν τώρα ἐσώθη ἡ Ἑλλάς. Σήμερον βλέπετε δύο ὑπουργοὺς, προκειμένου περὶ νόμου ῥητοῦ, νὰ λέγουν θὰ ἐξετάσωμεν.
§55ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ἔχων τὸ μεγαλείτερον συμφέρον νὰ διευκρινισθῇ τὸ ζήτημα, εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἀπορῶ πῶς οἱ ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἠρνήθησαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ῥητὸς νόμος χορηγεῖ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τῆς ὑπογραφῆς του ἀπονέμων χάριν, χωρὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα, καταστρέφει τὸ δεδικασμένον. Ἀναλαμβάνει λοιπὸν μεγάλην εὐθύνην, ὑπερτέραν πάσης ἄλλης, καὶ δὲν πιστεύω ποτὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ ἔλαβε γνῶσιν τῆς προκειμένης συζητήσεως, ἀφοῦ ἔμαθεν ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ἁρμοδιότητα νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς δικαίωμα, τὸ ὁποῖον καταστρέφει τὸ ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἀποφασισθὲν, ὅτι θὰ τολμήσῃ ν’ ἀπονείμῃ εἰς τὸ μέλλον χάριν. Νομίζω, πᾶσα περαιτέρω συζήτησις εἶναι περιττή.
§56ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς εὑρέθη εἰς δυσχερῆ θέσιν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς, διότι ὁ Κανονισμὸς δὲν ἐτηρήθη ἄχρι τοῦδε ἀκριβῶς· σχεδὸν μετεβλήθη, διότι προσετέθησαν πρόσωπα νέα, ηὔξησαν μισθοδοσίαι κλπ. Διὰ νὰ συντάξῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὸν προϋπολογισμὸν συμφώνως μὲ τὸν κανονισμὸν, συνέταξε πρότασιν, δι’ ἧς μεταβάλλονται καθ’ ὅλα τὰ τρία ἄρθρα 75, 76 καὶ 77, ὁρίζονται δὲ ὅσοι ὑπάλληλοι θὰ ἦναι εἰς τὸ γραφεῖον καὶ τὴν Βιβλιοθήκην, πόσον μισθὸν θὰ λαμβάνουν καὶ ἐπὶ πόσον χρόνον. Παρακαλῶ νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις, ἵνα συντάξωμεν τὸν προϋπολογισμὸν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ, καὶ αὔριον κατὰ τὸν Κανονισμὸν θὰ συζητηθῇ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Προηγοῦνται αἱ ἐκλογαί. Ἀναγινώσκεται ἡ ἑπομένη ἔκθεσις. «Πρὸς τὴν Βουλήν. Τὸ Βʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς, συνελθὸν σήμερον τὴν 22 Σεπτεμβρίου ε. ε. ἡμέραν Σάββατον καὶ ὥραν 10 Π. Μ. ἔν τινι δωματίῳ τοῦ Βουλευτηρίου καὶ λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα τῆς ἐκλογῆς Γόρτυνος, παρετήρησεν ὅτι κατὰ τὴν ἐκλογὴν ταύτην ἐτηρήθησαν ἅπασαι αἱ διατυπώσεις ἐν τάξει καὶ ὅτι οὐδεμία ἔνστασις ἐγένετο κατὰ τὴν ψηφοφορίαν, ἀλλὰ μετ’ αὐτὴν ἐδόθη μία καὶ μόνη ἔνστασις διαφόρων κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Γόρτυνος, οἵτινες οὐδὲν παράπονον κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς ταύτης ἔχουσι, εἰμὴ μόνον ἰσχυρίζονται ὅτι ἐγένετο ἀναφορὰ, ἐν ᾗ ἐπισυνήφθη καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 797 τῆς 3 Μαΐου ε.ε. γραμμάτιον τοῦ ταμίου καὶ ἐστάλη πρὸς ἐπίδοσιν, ἀλλὰ, τῇ ἀθεμίτῳ ἐνεργείᾳ τῶν φίλων τοῦ Νικολοπούλου, ἡ ἐπιστολὴ αὕτη μετὰ τῆς ἀναφορᾶς ἐξηφανίσθη, καὶ τοῦτο διὰ νὰ ματαιωθῇ ἡ ἀνακήρυξις τοῦ Πλαπούτα καὶ μείνῃ μόνος ὑποψήφιος ὁ Νικολόπουλος, καὶ ὅτι τὸ δικαστήριον δὲν ἀνεκήρυξε τὸν Πλαπούταν ὅτε ἐκοινοποιήθη ἑτέρα ἀναφορὰ, ἥτις ἀπεῤῥίφθη παρὰ τοῦ δικαστηρίου ὡς ἀπαράδεκτος, λόγῳ ἐκπροθέσμου. Ἐπειδὴ οὐδεὶς ἐνεφανίσθη εἰς τὸ τμῆμα πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προκειμένης ἐνστάσεως. Ἐπειδὴ τὸ δικαστήριον ἐπιεικῶς φερόμενον διέταξεν ἀποδείξεις περὶ τῆς ὑπάρξεως καὶ ἀπωλείας τῆς ἀναφορᾶς ταύτης καὶ ἐξήτασε διαφόρους μάρτυρας, ἐκ τῆς καταθέσεως τῶν ὁποίων οὐδόλως ἀπεδείχθη ὅτι ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἐστάλη πρὸς ἐπίδοσιν καὶ ἀπωλέσθη τῇ ἀθεμίτῳ ἐνεργείᾳ τῶν φίλων τοῦ Νικολοπούλου, καὶ ἑπομένως ὀρθῶς τὸ δικαστήριον τῶν ἐν Τριπόλει πρωτοδικῶν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 543 ε. ε. ἀποφάσεώς του ἀπέῤῥιψε τὴν πρὸς ἀνακήρυξιν τοῦ Πλαπούτα, ὡς ὑποψηφίου, ἀναφορὰν ὡς ἀπαράδεκτον, λόγῳ ἐκπροθέσμου. Ἐπειδὴ λίαν ὀρθῶς τὸ δικαστήριον παρεδέχθη ὅτι ἡ σχετικὴ τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλετῶν νόμου διάταξις περὶ τῆς προθεσμίας τῆς ἐπιδόσεως εἰς τὸν πρόεδρον εἶναι περιοριστικὴ, καθόσον ἄλλως ἦτο μάταιον νὰ τεθῇ εἰς τον νόμον ἡ διάταξις αὕτη, ἐὰν δὲν εἶχε περιοριστικὴν ἰσχύν. Διὰ ταῦτα προτείνει ν’ ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ Γόρτυνος ὡς νομίμως ἐνεργηθεῖσα καὶ ἀναγνωρισθῇ βουλευτὴς ὁ Β. Κ. Νικολόπουλος, ὡς ἔχων τὰ παρὰ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα.
Ὁ πρόεδρος
Α. Δ. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ.
Ὁ εἰσηγητὴς Δ. Δημητριάδης. Τὰ μέλη Ἀθαν. Πετιμεζᾶς, Β. Πήλικας, Ε. Ἀντύπας, Α. Πετσάλης, Τιμ. Φιλήμων, Ἀρ Σακελλαρόπουλος, Θ. Γκίκας.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Τμήματος;
§59ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Τμήματος παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πάντες) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Γόρτυνος καὶ Βουλευτὴν τὸν κ. Βασίλειον Νικολόπουλον. Εἷς τῶν γραμματέων ἀναγινώσκει. «Πρὸς τὴν Βουλήν. Τὸ Ϛʹ τῆς Βουλῆς τμῆμα, συνελθὸν ἐν τῷ πρὸς τοῦτο ὡρισμένῳ τοῦ Βουλευτικοῦ καταστήματος δωματίῳ, ἵνα ἀποφανθῇ περὶ τοῦ κύρους ἢ μὴ τῆς πρὸς ἀναπλήρωσιν τῆς ἕνεκα τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ βουλευτοῦ Ἐλευθερίου Μυκονίου κενωθείσης βουλευτικῆς θέσεως διαταχθείσης ἐκλογῆς τῆς Ἐπαρχίας Νάξου, καὶ διεξελθὸν τὰ τῆς ἐκλογῆς ἔγγραφα, παρατηρεῖ τὰ ἑξῆς· Ὅτι κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς ἐτηρήθησαν ἅπασαι αἱ πρὸς τοῦτο νόμιμοι διατυπώσεις· ὅτι κατ’ αὐτὴν εἷς μόνος προετάθη ὑποψήφιος, ὁ Ἐλευθέριος Μυκόνιος, ὅστις ἐκ τῶν καθ’ ὅλους τοὺς δήμους ψηφοφορησάντων 2649 ἐκλογέων ἔλαβεν εἰς τὸ ναὶ 2449, καὶ εἰς τὸ ὄχι 200· ὅτι οὐδεμία κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐκλογῆς προετάθη ἔνστασις, μόνον δὲ μετὰ τὸ πέρας αὐτῆς καὶ τὴν ἀνακήρυξιν τοῦ ἀναδειχθέντος βουλευτοῦ Ἐλευθερίου Μυκονίου, οἱ ἐκλογεῖς Γεώργιος Ι. Πυτελάκης καὶ Ἀναστάσιος Ν. Ναυπλιώτης ἐπέδωκαν ἐμπροθέσμως εἰς τὴν ἁρμόδιαν διοικητικὴν ἀρχὴν τὴν ἀπὸ 18 Ἰουλίου 1878 ἔνστασίν των, δι’ ἧς ζητοῦσι τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, ά) διότι αὕτη δὲν ἐνηργήθη ἐντὸς τοῦ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 96 τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου ὡρισμένου χρόνου, βʹ) διότι ὁ ἐκλεχθεὶς στερεῖται τῶν προσόντων τοῦ βουλευτοῦ, ἅτε μὴ ἐγκατεστημένος πρὸ δύω ἐτῶν ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Νάξου, γʹ) διότι δὲν ἐζήτησεν οὐδὲ ἔλαβεν ἄδειαν πρὸ μηνὸς ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκλογῆς, τὴν κανονικὴν τῶν πέντε καὶ ἡμίσεως μηνῶν ἀπουσίας ἄδειαν, διατελῶν καὶ μετὰ τὴν ἐκλογὴν του ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικὸς ἐναντίον τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος, δʹ) διότι τὸ ἀντίτιμον τῶν ἐκλογικῶν εἰδῶν κατεβλήθη ὑπὸ τοῦ ἰδίου ὑποψηφίου, ε) διότι ἐναντίον τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 30 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ὁ Νικόλαος Κόκκινος, χωρὶς νὰ ἦναι ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον 27 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου καταβαλὼν τὸ ἀντίτιμον τῶν ἐκλογικῶν εἰδῶν, διώρισεν ἕνα ἀντιπρόσωπον καὶ ἕνα ἀναπληρωτὴν εἰς ἕκαστον ἐκλογικὸν τμῆμα, ϛʹ) διότι παρὰ τὴν διάταξιν τῆς § 2 τοῦ ἄρθρου 45 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἀντὶ τοῦ ὑποψηφίου Ἐλευθερίου Μυκονίου, ὁ Νικόλαος Κόκκινος διώρισε διὰ δηλώσεώς του πρὸς τὰς ἐφορευτικὰς ἐπιτροπὰς τοὺς εἰς ἕκαστον τῶν ἐκλογικῶν τμημάτων σφαιριδιοδότας, καὶ Σκεφθὲν ἐπ’ αὐτῶν Ὅτι ἡ μὲν πρώτη τῶν ἐνστάσεων ἐξελέγχεται ἀνυπόστατος ἐξ ἁπλῆς παραβολῆς τῆς χρονολογίας τῆς ὑπ’ ἀριθ. 7964 τῆς 8 Μαρτίου 1878 διαταγῆς τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου πρὸς ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς καὶ τῆς 28 Μαΐου 1878, ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐνεργήθη ἡ ἐκλογὴ, ἐξ ἧς ἀποδεικνύεται ὅτι αὕτη ἐνηργήθη ἐντὸς τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 96 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ὁριζομένης πρὸς ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς διμήνου ἀπὸ τῆς διαταγῆς πρὸς ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς προθεσμίας· ἄλλως τε δὲ τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἀκυρότητα τῆς ἐκλογῆς, ἀλλὰ παράλειψιν ὑπεύθυνον τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἥτις κύριον σκοπὸν προέθετο νὰ προλάβῃ κατάχρησιν Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐκ προσωπικοῦ ἢ πολιτικοῦ λόγου δύναται νὰ ἀναβάλλῃ ἐπ’ ἄπειρον τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς, πρὸς πρόληψιν τῆς ὁποίας ἐθεσπίσθη ἡ διάταξις αὕτη τοῦ ἄρθρου 96 τοῦ νόμου, χωρὶς αὕτη νὰ ἐπηρεάζῃ ποσῶς τὸ κῦρος τῆς ἔστω καὶ ἐκπροθέσμως ἐνεργηθείσης τυχὸν ἐκλογῆς. Ἡ δὲ δευτέρα ἐπίσης ἐξελέγχεται ἀβάσιμος οὐ μόνον ἐκ τοῦ ὅτι ὁ θεμελιώδης νόμος (ἄρθρ. 70 Συντάγματος) ἀπαιτεῖ νὰ ἦναι ἐγκατεστημένος ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ, παρ’ ἧς ἐκλέγεται, πρὸ δύω τοὐλάχιστον ἐτῶν καὶ ἀπολαμβάνῃ τὰ ἀστικὰ καὶ πολιτικὰ δικαιώματα μόνον ὁ μὴ καταγόμενος παρὰ τῆς Ἐπαρχίας, παρ’ ἧς ἐκλέγεται, ἀλλὰ τοιαύτην ἔνστασιν ὅτι ὁ Μυκόνιος δὲν κατάγεται ἐκ τῆς Ἐπαρχίας Νάξου, παρ’ ἧς ἐξελέχθη, δὲ προβάλλουσιν οἱ ἐνιστάμενοι, εἶναι δὲ καὶ ἀναληθὲς, διότι κατάγεται ἐκ τῆς Ἐπαρχίας ταύτης ὁ ἐκλεχθεὶς, ἀλλὰ καὶ διότι ἅπαξ ἀνεγνωρίσθη κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἐκλογὴν ὅτι ἔχει τὰ προσόντα τοῦ βουλευτοῦ καὶ ὡς τοιοῦτος ἐξηκολούθησε διατελῶν ἐπὶ τρεῖς ὅλας συνόδους τῆς παρούσης βουλευτικῆς περιόδου. Ἡ δὲ τρίτη τούτων ἐξελέγχεται μὴ νόμιμος, οὐ μόνον διότι, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ἀπὸ 7 Φεβρουαρίου 1878 περὶ τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ Ἐλευθερίου Μυκονίου Β. Διατάγματος (ὅπερ καὶ μόνον, καὶ οὐχὶ τὴν πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5322 καὶ ὑπὸ τὴν αὐτὴν χρονολογίαν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της πρὸς ὁρισμὸν τοῦ χαρακτῆρος τοῦ προβιβασμοῦ, ἐὰν δηλαδὴ οὗτος ἐνηργήθη κατ’ ἀρχαιότητα ἢ κατ’ ἐκλογὴν) ὁ Ἐλευθέριος Μυκόνιος προεβιβάσθη κατ’ ἀρχαιότητα· τὴν ἔννοιαν δὲ ταύτην καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ κατ’ ἀρχαιότητα προβιβασμοῦ δὲν δύναται ν’ ἀλλοιώσῃ ἡ ἐν αὐτῷ φράσις «παραλειπομένων τῶν ἀρχαιοτέρων αὐτοῦ λοχαγῶν», καθ’ ὅσον αὕτη ἔχει προδήλως τὴν ἔννοιαν τῶν πρὸ ἐτῶν ἀρχαιοτέρων ἀλλὰ μὴ κεκτημένων τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ΧϚΕʹ τῆς 16 8βρίου 1861 περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν προσόντα, διότι κατὰ τὰ ἄρθρα 13 καὶ 15 τοῦ νόμου τούτου διὰ νὰ προβιβασθῇ κατ’ ἀρχαιότητα λοχαγὸς εἰς ταγματάρχην δὲν ἀπαιτεῖται μόνον χρόνος ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ τὰ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ περὶ ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τούτου ἐκδοθέντος ἀπὸ 16 8βρίου 1871 Β. Διατάγματος ἀπαιτούμενα προσόντα, καὶ ἑπομένως οὗτος κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 72 τοῦ Συντάγματος θὰ διετέλει βουλευτὴς, ἐὰν δὲν ἐδέχετο στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ἀφ’ ἧς κατὰ τὸ αὐτὸ ἄρθρον ἔπαυσαν τὰ βουλευτικά του καθήκοντα, καὶ ἦτον ἑπομένως ἀνάγκη νέας ἐκλογῆς· ἀλλὰ καὶ διότι τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος δὲν καθιεροῖ ἀκυρότητα τῆς ἐκλογῆς ἕνεκα τῆς μὴ πρὸ μηνὸς ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκλογῆς χορηγήσεως τῆς πενταμήνου ἀδείας, ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ μόνον καθιεροῖ τὴν πρὸς χορήγησιν τῆς τοιαύτης ἀδείας ὑποχρέωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῷ προδήλῳ σκοπῷ τοῦ νὰ ματαιώσῃ τὰ προσκόμματα, ἅτινα τυχὸν ἤθελεν Ὑπουργὸς ἐκ πολιτικῆς ἢ προσωπικῆς ἔχθρας παρεμβάλλει εἰς τὸν ἐπιθυμοῦντα νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα ἀξιωματικὸν, καὶ διὰ τοῦτο ὁρίζεται καὶ χρόνος, καθ’ ὃν πρὸ τῆς ἐκλογῆς ὀφείλει ὑποχρεωτικῶς νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν, διότι ἐὰν ἀφίνετο ἀόριστος ἠδύνατο κακόβουλος Ὑπουργὸς νὰ ματαιώσῃ τὴν σκοπὸν τοῦ νομοθέτου, χορηγῶν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὴν ἄδειαν, ὅτε ὁ ὑποψήφιος δὲν θὰ ἦτο εἰς καιρὸν νὰ παρασκευάσῃ τὰ τῆς ἐκλογῆς του. Ἡ ἑρμηνεία δὲ αὕτη τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος ἐξάγεται οὐ μόνον ἐκ τῆς ἐν τῇ πρώτῃ τοῦ ἄρθρου 71 παραγράφῳ φράσεως «οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκλέγονται, ἀλλ’ ἐκλεχθέντες τίθενται εἰς διαθεσιμότητα», ὅπερ προδηλοῖ ὅτι δύναται καὶ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικὸς νὰ ἐκλεχθῇ, ἀλλ’ ἐκλεγόμενος δὲν δύναται νὰ διατελῇ ἐν ἐνεργῷ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἄλλως τε τὸ δικαίωμα τῶν ἐκλογέων τὸ ὑπὸ τοῦ ἄρθρ. 26 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου καθιερούμενον νὰ προτείνωσιν οὗτοι τοὺς ὑποψηφίους ἐκλογεῖς των ἤθελε ματαιοῖ ἡ θέλησις τοῦ ὑποψηφίου ἀξιωματικοῦ παραλείποντος νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν· τοῦτο δὲ καθιέρωσεν ὁ νόμος συνεπὴς πρὸς τὴν ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος καθιερουμένην ῥήτραν ὅτι τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ ἐμμίσθου ὑπαλλήλου καὶ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ στρατιωτικῶν, καὶ δεύτερον ἐκ τῆς ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ φράσεως «εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς χορηγεῖται ἐπὶ τῇ αἰτήσει αὐτῶν ὑποχρεωτικῶς πέντε καὶ ἡμίσεως μηνῶν κανονικὴ ἀπουσίας ἄδεια», ὅπερ ἀποδεικνύει ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἐτέθη ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ πρὸς ὑποχρέωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς χορήγησιν τῆς ἀδείας αἰτουμένης, διότι ἄλλως ἡ λέξις ὑποχρεωτικῶς δὲν ἔχει τὴν θέσιν της ἐν τῷ ἄρθρῳ. Ἡ δὲ τετάρτη, πέμπτη καὶ ἕκτη ἐξελέγχονται ἐπίσης ἀβάσιμοι, ἡ μὲν διότι τὸ ἄρθρ. 27 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ὁρίζει ἁπλῶς καὶ μόνον πότε δύναται νὰ ἀποβληθῶσιν ὡς ἀπαράδεκτοι αἱ περὶ ὑποψηφίων προτάσεις τῶν ἐκλογέων, μεταξὺ δὲ τῶν λόγων τούτων συγκαταριθμεῖ καὶ τὴν ἔλλειψιν γραμματίου ἐπαρχιακοῦ τινος ταμείου περὶ καταθέσεως τοῦ διὰ τὴν δαπάνην τῶν ἐκλογικῶν εἰδῶν ποσοῦ, οὔτε διακρίνει ὅτι ἐπὶ ποινῇ ἀπαραδέκτου ἢ ἀκυρώσεως τῆς ἀνακηρύξεως τὸ ποσὸν πρέπει νὰ καταβάλληται ἐκ τοῦ ταμείου τῶν ἐκλογέων καὶ οὐχὶ τοῦ ὑποψηφίου, ἡ δὲ τοῦ ἄρθρου 30 τοῦ αὐτοῦ νόμου διάταξις καθιεροῖ εὐκολίαν εἰς τὸν ὑποψήφιον ἀπουσιάζοντα τοῦ νὰ δικαιοῦται νὰ διορίζῃ καὶ διὰ τοῦ καταβαλόντος τὸ ἀντίτιμον τῶν ἐκλογικῶν εἰδῶν ἐκλογέως τοὺς εἰς ἕκαστον ἐκλογικὸν τμῆμα ἀντιπροσώπους του ἢ ἀναπληρωτάς του, καὶ ἡ δὲ, διότι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 43 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, καθιεροῦσα διὰ τῆς ὑπὸ τοῦ ὑποψηφίου ἐκλογῆς τῶν σφαιριδιοδοτῶν τῶν διοριζομένων κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον παρὰ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ἢ τῆς ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐγγύησιν μεγαλειτέραν ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου κατὰ πάσης ὑπὸ τῶν σφαιριδιοδοτῶν ἢ τῇ συνεργείᾳ αὐτῶν νοθείας τῆς ἐκλογῆς, δὲν ἠννόησε νὰ δημιουργήσῃ καὶ νέον λόγον ἀκυρότητος ἐκ τῆς δι’ ἄλλου ἐξασκήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου· ἄλλως τε δὲ, ἀφ’ οὗ ἡ διάταξις αὕτη ἐθεσπίσθη πρὸς πρόληψιν νοθειῶν, δὲν προβάλλουσι δὲ οἱ ἐνιστάμενοι ὅτι ἐκ τῆς παραβιάσεως αὐτῆς ἐπῆλθεν νόθευσίς της οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ τοιαύτη ἀπὸ σφαιριδιοδότας τῆς ἐκλογῆς, συγγενεῖς τοῦ ὑποψηφίου, ἕπεται ὅτι ἡ ἔνστασις αὕτη καὶ ἄσκοπος ὅλως ἀποβαίνει. Διὰ ταῦτα τὸ τμῆμα ἀποφαίνεται κατὰ πλειονοψηφίαν (τῶν κκ. Δ. Ζέγγελη καὶ Γερ. Ζωχιοῦ μειοψηφούντων ὡς πρὸς τὴν τρίτην καὶ ὑποστηριζόντων ὅτι ἡ παράλειψις τῆς ἀδείας ἀποτελεῖ στοιχεῖον ἱκανότητος τοῦ ἐκλεξίμου, οὗ, μὴ ὑπάρχοντος ἐπὶ τοῦ προκειμένου, θεωροῦσιν ἄκυρον τὴν ἐκλογὴν) ἔγκυρον τὴν ἐκλογὴν καὶ προτείνει νὰ ἀναγνωρισθῇ νόμιμος βουλευτὴς τῆς Ἐπαρχίας Νάξου ὁ Ἐλευθέριος Μυκόνιος, ἔχων τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 22 Σεπτεμβρίου 1878. Τὰ μέλη Π. Κορωναῖος, Ι. Χ. Νικολῆ, Δ. Κάρτσωνας, Γ. Ζουλούμης, Ἀριστ. Λιδωρίκης ἐπιφυλακτικός, Φίλιππος Βάρβογλης μετ’ ἐπιφυλάξεως, Θ. Παπακώστας ὡσαύτως, Π. Μποῦτος ἐπίσης. Ὁ εἰσηγητὴς Ὄθων Παπαλεονάρδος.»
§61ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ τμῆμα δὲν ἀποφαίνεται κατὰ πλειονοψηφίαν.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπω ὑπογεγραμμένα 9 μέλη, ὧν τὰ 4 ἐπιφυλάσσονται, τὰ δὲ ἄλλα ὄχι. Ἄλλως τε, εἴτε εἶναι, εἴτε δὲν εἶναι πλειονοψηφία, ἀφοῦ ὑπεβλήθη ἔκθεσις, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς.
§63ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Τῷ ὄντι, δὲν ὑπάρχει πλειονοψηφία τοῦ τμήματος, διότι 5 ἐκ τῶν μελῶν ὑποστηρίζουν τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς, 2 δὲ εἶναι ἐναντία καὶ 4 ἐπιφυλακτικά· ἀλλὰ δὲν ἔχει σημασίαν. Μεταβαίνω ἀμέσως πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα. Ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς παρουσιάζεται, κύριοι, ἓν ζήτημα σπουδαιότατον καὶ ἄξιον προσοχῆς τῆς Βουλῆς. Τὸ Σύνταγμα, ὡς κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε, ὥρισε τὰ προσόντα, τὰ ἀποτελοῦντα τὴν ἱκανότητα τοῦ ἐκλεξίμου, καὶ ἐθέσπισε τὴν θεμελιώδη διάταξιν, ἥτις ἐκήρυξεν ἀσυμβίβαστον τὴν λειτουργίαν τοῦ Βουλευτοῦ πρὸς τὴν τοῦ ἐμμίσθου ὑπαλλήλου, κατ’ ἐμὴν δὲ γνώμην, καὶ πρὸς τὴν τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοῦ. Καὶ λέγω τοῦτο ἐκ προοιμίων, διότι, ὡς γνωρίζετε, μετὰ τὴν ἐκλογὴν των ἐθεσπίσθη νὰ τίθηνται εἰς διαθεσιμότητα οἱ ἀξιωματικοί. Διὰ τοῦτο τοὺς μὲν ἐμμίσθους ὑπαλλήλους ὑπεχρέωσε νὰ παραιτηθῶσιν, ὅπως ἀποκτήσωσι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγεσθαι, τοὺς δὲ ἀξιωματικοὺς ἐξ ἀναλογίας, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποχρεώσῃ αὐτοὺς νὰ παραιτηθῶσι δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν αὐτοῖς· ὑπεχρέωσεν ὅμως αὐτοὺς νὰ λάβωσι κανονικὴν ἄδειαν δύω μηνῶν, καὶ ταύτην ἕνα μῆνα πρὸ τῆς ἐκλογῆς. Ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Συντάγματος, ἀποτελοῦσα ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 71, εἶναι λίαν οὐσιώδης, καὶ κατ’ ἐμέ, ἔγκειται εἰς αὐτὰ τὰ προσόντα τῆς ἱκανότητος τοῦ Βουλευτοῦ. Γνωρίζετε, διότι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν εἶσθε πληρεξούσιοι, ὅτι, ὅτε ἡ Συνέλευσις συνεζήτει τὸ μέρος τοῦτο, ὡδηγεῖτο ἰδίως ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἀποκεντρώσεως ἐν γένει, ἰδίως δὲ ἤθελε ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὸ μέσον τοῦ νὰ ἐπηρεάζῃ τὰς ἐκλογὰς, ἐθέσπισε δὲ διατάξεις, περὶ ὧν δὲν εἶνε ἀνάγκη νὰ εἴπω ἤδη· κατήργησε π. χ. τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ν’ ἀποφαίνηται ἐπὶ τῆς κατηγορίας ὑπαλλήλου τινὸς, καὶ διέταξε νὰ εἰσάγηται οὗτος, ἐν περιπτώσει παρανομίας, ἀμέσως εἰς τὰ ἁρμόδια ποινικὰ δικαστήρια. Ὡσαύτως ἐθέσπισε τὴν διάταξιν αὐτὴν πρὸς τὸν σκοπὸν κυρίως τοῦ ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν δύναμιν, ἥτις προσεδίδετο ἀναγκαίως εἰς ὑπάλληλον ἢ εἰς ἐξουσίαν καὶ δι’ ἧς ὁ στρατιωτικὸς ἠδύνατο νὰ ἐπιδράσῃ εἰς τὰς ἐκλογάς. Αὐτὸς εἶναι, κύριοι, ὁ ἀληθὴς λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου, καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸν ὑπάλληλον, ἀπῄτησε νὰ παραιτηθῇ, καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν ἀξιωματικὸν νὰ λάβῃ κανονικὴν ἄδειαν. Ἡ διάταξις, Κύριοι, αὕτη ἡ συνταγματικὴ παρεβιάσθη, διότι ὁμολογούμενον εἶναι ὅτι ὁ ἔντιμος φίλος μου, ὁ ἀναδειχθεὶς Βουλευτὴς κύριος Μυκώνιος, διατελῶν ἐν ἐνεργείᾳ τότε, δὲν ἔλαβε τοιαύτην ἄδειαν, τοῦτο δὲ καὶ μόνον καθιστᾷ τὴν ἐκλογὴν ἄκυρον. Λέγουσιν οἱ διαφωνοῦντες ἔντιμοι συνάδελφοι δύω τινά· α.) ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ Συντάγματος καθιεροῖ ἓν δικαίωμα ὑπὲρ τοῦ ἀξιωματικοῦ, καὶ συνάγουσι τοῦτο ἐκ τῆς λέξεως «ὑποχρεωτικῶς», τουτέστιν, ἐπιβάλλον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λαμβάνηται ἡ ἄδεια ἀπὸ τὸν στρατιωτικὸν, ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ τῇ αἰτήσει του, νὰ δίδῃ τὴν ἄδειαν εἰς αὐτόν. Ἀλλὰ, κύριοι, λανθάνονται· κατ’ ἐμὲ, ἡ λέξις αὐτὴ ἀποδεικνύει ὅ,τι ἐγὼ ὑποστηρίζω. Ὁ αὐτὸς λόγος τουτέστιν, ὁ ἀποῤῥέων ἀπὸ τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ μὴ δύναται ἡ Κυβέρνησις ἐμμέσως νὰ ἐπηρεάζῃ τὰς ἐκλογὰς, ὑπεχρέωσε τὸν Νομοθέτην νὰ θέση καὶ τὴν λέξιν αὐτὴν, νὰ ὑποχρεώσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δίδῃ τὴν τοιαύτην ἄδειαν· διότι ὑποθέσατε ὅτι ὑπῆρχεν ἀξιωματικὸς ἱκανὸς, χρησιμώτατος καὶ ἀγαπώμενος ἀπὸ τοὺς πολίτας, ἀλλ’ ἀντικείμενος εἰς τὰς ἰδέας μιᾶς Κυβερνήσεως—καὶ πάντοτε πιστεύω ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν θὰ νοήσῃ ὅτι ἔχω ὑπ’ ὄψιν αὐτήν· ἐγὼ λαλῶ ἐν γένει·—ἠδύνατο, λέγω, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν, καὶ τοῦτο ματαιώνει τὸν σκοπὸν τοῦ Νομοθέτου. Ἄρα ὁ λόγος οὗτος, ἀντὶ ν’ ἀναιρέσῃ ὅ,τι ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὑποστηρίζει μᾶλλον αὐτό. Φέρεται δὲ καὶ ἕτερος λόγος, ὁ ἑξῆς· ὅτι τουτέστι τὸ Σύνταγμα ἡμῶν καθιεροῖ τὴν ἀρχὴν, ὅτι οἱ ἐκλογεῖς ἔχουν ἀπόλυτο δικαίωμα νὰ ἐκλέξουν Βουλευτὴν ὅν τινα θελήσωσι, χωρὶς νὰ ἔχουν οὐδ’ ἀνάγκην νὰ τὸν ἐρωτήσωσιν. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ἀλλ’ εἶναι ἐντελῶς διακεκριμένον τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπὸ τοῦ ἑτέρου· ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἐκλογεὺς νὰ ἐκλέξῃ ὅν τινα θέλει, ἀλλ’ ὁ ἐκλεχθησόμενος ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ προσόντα. Ὑποθέσατε ὅτι ἐκλέγετε ἕνα, ὅστις ἢ δὲν ἔχει τὴν ἀναγκαίαν ἡλικίαν ἢ δὲν εἶναι πολίτης Ἕλλην, ἢ τέλος πάντων στερεῖται ἑνὸς προσόντος τὸ ὁποῖον καθιεροῖ ὁ Νόμος. Ἐπειδὴ ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἐκλέξητε, ἕπεται ἐντεῦθεν ὅτι καλῶς ἐξελέχθη; Βεβαίως καὶ γελοῖον θὰ ἦτο νὰ ἐπιμείνω πλέον εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν. Ἄρα τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐξετάζεται πάντοτε σχετικῶς πρὸς τὸ ἕτερον δικαίωμα καὶ εἶναι ἐντελῶς διακεκριμένον. Ἰδοὺ, κύριοι, διὰ τῶν ὀλίγων αὐτῶν, νομίζω, ἀποδεικνύεται, ὅτι τῷ ὄντι ἡ ἐκλογὴ αὐτὴ εἶναι ἄκυρος, καὶ περιττὸν νομίζω νὰ εἴπω ὑμῖν ὅτι εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον τὸ νὰ παραδεχθῆτε τὴν ἐναντίαν ἀρχὴν, διότι θέλετε φθάσει εἰς μυρία ἄτοπα. Ἄν δεχθῆτε αὐτὴν, διατί νὰ μή θεωρήσητε ἔγκυρον τὴν ἐκλογὴν νομάρχου ἢ ὑπαλλήλου τινὸς, ὅστις, καί τοι μὴ παραιτηθεὶς, ἐκλέγεται παρὰ τῶν ἐκλογέων, καὶ ἐκλεγόμενος δίδει τὴν παραίτησίν του, καὶ νὰ δεχθῆτε Βουλευτὴν ἀξιωματικὸν μὴ παραιτηθέντα. Εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ἐκείνην, ἣν σπουδαίως ἐμελέτησε καὶ περὶ ἧς ἐμβριθῶς ἀπεφάνθη ἡ Συνέλευσις, τουτέστι ν’ ἀποκλείσῃ τὴν Κυβέρνησιν πάσης ἐπιδράσεως ἐπὶ τῆς θελήσεως τῶν ἐκλογέων. Ἐννοεῖται, ὅτι μόνον ἡ ἰδέα τοῦ ἐμμίσθου ὑπαλλήλου ἢ τοῦ ἀξιωματικοῦ δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ, καὶ μεγάλως, τὴν ἐκλογήν· καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἠδύνατο νὰ ἐπιθυμήσῃ τοῦτο, ἤθελεν ἔχει μεγάλην τὴν εὐκολίαν. Πλὴν τούτων ὅμως τῶν λόγων, ὀφείλω νὰ μὴ παραλείψω καὶ δικαιολογητικούς τινας λόγους, τοὺς ὁποίους, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὁ ἔντιμος κύριος Μυκώνιος ἐξέθηκεν ἐνώπιον τοῦ τμήματος· εἶπεν, ὅτι καὶ αὐτὸς τὴν ἐκλογὴν θεωρεῖ ἄκυρον διότι ἦτο περιττή, καὶ ἦτο περιττή, διότι, διατελῶν Βουλευτὴς, προὐβιβάσθη οὐχὶ κατ’ ἐκλογὴν, ἀλλὰ λόγῳ ἀρχαιότητος. Καὶ τῷ ὄντι, ἐὰν τοῦτο ἀληθεύῃ, ἔχει μέγα δίκαιον, ἦτο περιττὴ πᾶσα τοιαύτη ἐκλογή. Δὲν εἶναι ἀνάγκη ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ νὰ ἐπιμείνω, καὶ δύναται ἡ Βουλή, ἐξετάζουσα τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν καὶ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰ ἀρχεῖα, νὰ εὕρῃ τὸν λόγον αὐτῶν. Ἀλλὰ σημειώσατε ὅτι, καὶ ἀληθεύοντος τούτου, ὑπῆρξεν ἕτερόν τι γεγονός, τὸ ὁποῖον κατέστρεψε, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τὸ δικαίωμα τοῦτο, τοὐτέστι μετὰ τὸν προβιβασμὸν καὶ πρὸ τῆς ἐκλογῆς ἀνέλαβεν ἐνεργητικὴν ὑπηρεσίαν ὁ κ. Μυκώνιος, καὶ ὡς γνωρίζετε, ὁ Βουλευτὴς ἀποβάλλει τὴν ἰδιότητα ταύτην ἐν ᾗ περιπτώσει ἀναλάβῃ ἐνεργητικὴν ὑπηρεσίαν, διότι τότε Βουλευτὴς γενόμενος αὐτοδικαίως μετατίθεται εἰς τὴν διαθεσιμότητα. Ἀλλ’ ὁ κ. Μυκώνιος λέγει, ὅτι οὐδένα σκοπὸν εἶχε νὰ δεχθῇ τὴν ἐνεργητικὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ τρόπον τινὰ ἠπειλήθη ἀπὸ τὸν τότε Ὑπουργὸν, ὅτι, ἐὰν δὲν δεχθῇ ν’ ἀναλάβῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν, θ’ ἀνακληθῇ ὁ προβιβασμός του.
§64Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὰ δὲν λέγονται.
§65ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Τὰ εἶπεν εἰς τὸ τμῆμα. Ὑποθέτω ὅτι τοῦτο ἀληθεύει, τότε δύναται νὰ γεννήσῃ δικαιώματα ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων ὡς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὑπὲρ τοῦ κ. Μυκωνίου, ἀλλὰ δὲν εἶνε λόγοι, οἵτινες δύνανται νὰ καταστήσωσι συγγνωστὸν τὸ σπουδαῖον τοῦτο ἐλάττωμα. Δι’ αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς λόγους, ὑποστηρίζω τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς.
§66Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶχον καὶ συμπάθειαν καὶ ὑπόληψιν εἰς τὸ κ. Μυκώνιον, καὶ διὰ τοῦτο τὸν προεβίβασα κατ’ ἐκλογήν, εἶναι ἀξιωματικός, ὅστις τῷ ὄντι δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ βαθμοῦ του. Ὅτι δὲ προεβιβάσθη κατ’ ἐκλογὴν δὲν δύναται νὰ γείνῃ λόγος περὶ τούτου, διότι μόνη ἡ ὄψις τοῦ καταλόγου δύναται νὰ τὸ ἀποδείξῃ. Οὔτε ἠπείλησα αὐτὸν, οὔτε κατεδέχθην ν’ ἀπειλήσω κανένα, ἀλλ’ ἁπλῶς ἔγραψα εἰς αὐτὸν, δέχεσαι τὸν κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμὸν, διότι ἄλλως τὸ Διάταγμα εἶναι ἄκυρον; Ἐὰν ὁ κ. Μυκώνιος εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ ἦναι Βουλευτὴς μετὰ τὸν προβιβασμόν του, κάκιστα ἔπραξε ν’ ἀποχωρήσῃ. Δώσατέ μοι 5 προβιβασμοὺς κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος, καὶ νὰ ἰδῆτε, ἐὰν ἠμπορῆτε νὰ μὲ βγάλητε ἀπ’ ἐδῶ μέσα. Ἐδῶ προεβιβάσθησαν τόσοι ἄλλοι ἀξιωματικοὶ κατ’ ἀρχαιότητα, ὁ Στρατηγὸς Κορωναῖος, ὁ Ἀντισυνταγματάρχης Καραϊσκάκης, ὁ Ἀντισυνταγματάρχης Μαυρομιχάλης καὶ τόσοι ἄλλοι.
§67ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Συνταγματάρχης Γρίβας.
§68ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ εἴπητε τίποτε περὶ τοῦ κ. Γρίβα, εἶμαι πρόθυμος.
§69ΦΙΛΗΜΩΝ. Θέλει μόνον νὰ βεβαιώσῃ ὅτι κατ’ ἐκλογὴν ἐπροβιβάσθη.
§70ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἔγραψα πρὸς ὅλους, ἐὰν δέχωνται τὸν προβιβασμὸν, καὶ πάντες ἐδέχθησαν· ἐὰν ἦσαν κατὰ σειρὰν προβιβασμένοι, τί ἀνάγκην εἶχον νὰ ἐξέλθουν; Ἄλλως τε ὁ κ. Μυκώνιος ἀνέλαβεν ὑπηρεσίαν τότε, καὶ ἀνεγνώρισεν ὅτι δικαιωματικῶς ἔπαυσε νὰ ἦναι Βουλευτής· καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι ἐνόμισα ὅτι πράττω κατὰ τὴν συνείδησίν μου, δίδων τὴν διοίκησιν ἑνὸς τάγματος εἰς τὸν κ. Μυκώνιον. Λοιπὸν δὲν ἐννοῶ ποῦ ἔγκειται ἡ ἀπειλή. Δὲν ἠξεύρω τώρα τί εἶπεν εἰς τὸ τμῆμα ὁ κ. Μυκώνιος, ἐὰν εἶπεν αὐτό, ἢ ἄλλο τι. Ἐγὼ ἀπαντῶ εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ζέγγελης.
§71ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Εἰς τὴν γενικὴν κατάστασιν τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἀξιωματικῶν ἔφερον τὸν ἀριθμὸν 9, συμπεριλαμβανομένων καὶ τριῶν παραλειφθέντων ἀρχαιοτέρων μου λοχαγῶν· κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ νόμου περὶ προβιβασμῶν, ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ταγματάρχου προβιβάζεται τὸ ἥμισυ κατ’ ἀρχαιότητα καὶ τὸ ἥμισυ κατ’ ἐκλογήν. Ἐπροβιβάσθησαν λοιπὸν 22 ταγματάρχαι ἐκ τοῦ βαθμοῦ τοῦ λοχαγοῦ, ἐγὼ δὲ εἶχον τὴν ἀρχαιότητα· ἀλλ’ ἵνα προβιβασθῇ κατ’ ἀρχαιότητα λοχαγὸς εἰς ταγματάρχην, πρέπει νὰ ἔχῃ προσόντα κατὰ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ αὐτοῦ νόμου (ἀναγινώσκει). «Αἱ χηρεύουσαι θέσεις ταγματαρχῶν ἀπονέμονται ἐν ἑκάστῳ ὅπλῳ, στρατιωτικῷ σώματι ἢ κλάδῳ, ἐξ ἡμισείας μὲν κατ’ ἀρχαιότητα, ἐξ ἡμισείας δὲ κατ’ ἐκλογὴν εἰς τοὺς λοχαγούς.»
§72ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἀναγνώσατε, παρακαλῶ, καὶ τὸ 15.
§73ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Μάλιστα. Ἄρθρον 15. «Διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος θέλουσιν ὁρισθῆ αἱ ἀπαιτούμεναι πρὸς προβιβασμὸν γνώσεις καὶ ἰδιότητες, ὡς καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐκτιμήσεως αὐτῶν. α) Εἰς τοὺς διαφόρους βαθμοὺς τῶν ὑπαξιωματικῶν, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. 6′) Εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου κατ’ ἀρχαιότητα καὶ κατ’ ἐκλογὴν, καὶ γʹ) Εἰς ὅλους τοὺς λοιποὺς βαθμοὺς κατ’ ἐκλογὴν». Δυνάμει λοιπὸν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ παραλείψῃ τοὺς μὴ ἱκανοὺς λοχαγούς· τοῦτο φαίνεται καὶ ἐκ τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ Διατάγματος (ἀναγινώσκει). «Ἐπειδὴ οἱ προβιβασμοὶ εἰς τὸν βαθμὸν ταγματάρχου κατὰ μὲν τὸ ἥμισυ τῶν πρὸς πλήρωσιν θέσεων ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἀρχαιότητα, κατὰ δὲ τὸ ἕτερον ἥμισυ εἰς τὴν ἐκλογήν, ὁ ἀριθμὸς τῶν πρὸς πλήρωσιν θέσεων τοῦ βαθμοῦ αὐτοῦ ὑποδιαιρεῖται εἰς δυάδας, ἐξ ὧν ἡ τελευταία, ὡς ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν θέσεων, ἐνδέχεται νὰ μὴ ᾖ πλήρης. Ὁ πρῶτος ἀριθμὸς ἑκάστης τῶν δυάδων ἀνήκει οὕτως εἰς τὴν ἀρχαιότητα, ὁ δὲ δεύτερος εἰς τὴν ἐκλογήν. Ἄν δὲ ὡς ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἀριθμοῦ, τῶν πρὸς πλήρωσιν θέσεων, εἷς προβιβασμὸς ἤθελεν ἀπονεμηθῇ ἐπὶ πλέον εἰς τὴν ἀρχαιότητα, ἡ πρώτη χηρεύουσα θέσις πληροῦται διὰ προβιβασμοῦ κατ’ ἐκλογήν.» Βλέπετε ὅτι, προκειμένου περὶ τοῦ καταλόγου τῶν προβιβασθημένων, ὁ ά ἀριθμὸς ἀνήκει εἰς τὴν ἀρχαιότητα. Λαμβάνει τὸν ά ἀριθμὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ λοχαγὸς Ἀναγνώστου· ἔχει τὰ προσόντα; ὄχι. Τὸν παρέλειψεν ὁ ὑπουργὸς καὶ ἐνέγραψε 6 τὸν λοχαγὸν.... ὡς α. ἀριθμὸν εἰς τὴν ἀρχαιότητα, ἔλαβε τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν κατ’ ἐκλογὴν καὶ τὸν κατέταξεν εἰς τὴν σειρὰν τῆς ἀρχαιότητος· ἦλθεν εἰς τὸν βʹ. τῆς ἀρχαιότητος, εὗρε τὸν λοχαγὸν Οἰκονομίδην, ἦλθεν εἰς τὸν δʹ. ὃν εὗρε μὲ προσόντα, τὸν ἐνέγραψε δὲ ὡς βʹ. κατ’ ἀρχαιότητα· κατόπιν, ἔρχεται 5ος, 6ος, 7ος, 8ος, 9ο; κατὰ σειράν. Ἐγὼ εἶμαι ἔννατος· κατεπάτησα κανενὸς τὴν ἀρχαιότητα; ἂν παρελείφθησαν τρεῖς καὶ ἐπροβιβάσθησαν τρεῖς, ἄλλοι θὰ ἦναι ὁ 2ος, ὁ 4ος καὶ ὁ 6ος, οἱ ὁποῖοι κατεπάτησαν τὴν ἀρχαιότητα τοῦ 1ου, 2ου καὶ 3ου· ἂν δὲν παρελείποντο αὐτοὶ οἱ τρεῖς, ἤμην ἐγὼ εἰς τὴν ἀρχαιότητα; ἤμην, ἀφοῦ ἐπροβιβάσθησαν τρεῖς νεώτεροι ἐμοῦ. Λοιπὸν εἰς τοὺς προβιβασμοὺς εἶμαι κατ’ ἀρχαιότητα, καὶ διὰ τοῦτο κάμνει λόγον τὸ Διάταγμα. Τὸ Διάταγμα διακρίνει τοὺς κατ’ ἀρχαιότητα τῶν κατ’ ἐκλογήν.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δὲν συζητεῖται τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς, ἀλλ’ ἐὰν ἐγένοντο νομίμως ὅσα ἔγειναν;
§75ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ θὰ εἴπητε· ἀφοῦ εἶσαι κατ’ ἀρχαιότητα, διατί ἔλαβες ὑπηρεσίαν; Ὅταν ἐγένετο ἡ κοινοποίησις αὐτῶν τῶν διαταγμάτων, ἐγὼ ἀπήντησα, ὅτι φρονῶ ὅτι ἐπροβιβάσθην κατ’ ἀρχαιότητα Ταγματάρχης· ἂν τὸ ὑπουργεῖον ἐμμένῃ ὅτι ἐπροβιβάσθην κατ’ ἐκλογήν, δὲν δύναμαι ἢ νὰ δεχθῶ τὸν προβιβασμόν, διότι, ἂν ἔλεγον ὅτι δὲν δέχομαι τὸν προβιβασμὸν κατ’ ἐκλογήν, δὲν θὰ μοῦ ἐκοινοποιεῖτο τὸ Διάταγμα. Ἦτο δίκαιον 14 ἔτη λοχαγὸς νὰ μὴ δεχθῶ τὸ Διάταγμα καὶ ἑπομένως νὰ μὴ προβιβασθῶ; Δὲν ἠρκέσθη εἰς τὴν ἀναφοράν μου αὐτὴν ὁ κ. ὑπουργός, ἐκδίδει καὶ δευτέραν διαταγήν. Τί νὰ κάμω λοιπόν; νὰ τρέχω εἰς τὰ δικαστήρια, διὰ νὰ λάβω τὰς ἀποδοχάς μου καὶ νὰ χάσω τὸν βαθμόν μου; Ἐδέχθην, κύριοι, καὶ ἐπεφυλάχθην νὰ θέσω τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν.
§76ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀλλὰ διατί δὲν ἐζητήσατε τὴν ἄδειαν;
§77ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἀφοῦ θεωρῶ ἐμαυτὸν ὡς κατ’ ἐξακολούθησιν Βουλευτήν, ἐπεφυλάχθην νὰ θέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα. Δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ ὑποστῶ νέα ἔξοδα, διὰ νέαν ἐκλογήν· εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου δὲν ἦτο νὰ ἐκλεχθῇ ἄλλος.
§78Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ποῖος ἐπλήρωσε τὸ τίμημα τῶν ἐκλογῶν;
§79ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Οἱ ἐκλογεῖς. Ὅταν ἐνηργήθη ἡ ἐκλογὴ, ἐγὼ ἤμην ἐδώ. Ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐξαρτᾶται ν’ ἀποφασίσῃ, ἐὰν ἐπροβιβάσθην κατ’ ἀρχαιότητα καὶ εἶμαι κατ’ ἐξακολούθησι βουλευτής.
§80ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ κ. Μυκώνιος, δι’ ὃν κυρίως ἡ Βουλὴ οὐδένα λόγον ἔχει, ὅπως παραβλέπῃ τὰ δικαιώματά του, ἀνέπτυξε ζητήματα ὅλως ἄσχετα. Ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν παρεβιάσθη ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ εἴμεθα ἄγρυπνοι φρουροί, ἢ ἂν δύναται, ἐκτὸς τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος νὰ ἐξακολουθῇ νὰ διατελῇ βουλευτὴς, ὡς ἰσχυρίζεται, ἀπέναντι ῥητῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 72 τοῦ Συντάγματος, ἥτις λέγει ὁ Στρατιωτικὸς καὶ πᾶς ὑπάλληλος δεχθεὶς ἔμμισθον ὑπηρεσίαν παύει αὐτοδικαίως τῆς θέσεως τοῦ βουλευτοῦ· ἑπομένως νομίζω, ὅτι πᾶσα περαιτέρω συζήτησις εἶναι περιττὴ, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐδέχθη τὴν ὑπηρεσίαν. Τὸ ζήτημα εἶναι περὶ τοῦ κύρους ἢ μὴ τῆς ἐκλογῆς, ἡ γνώμη δηλ. τοῦ τμήματος περὶ τούτου δὲν εἶναι σύμφωνος. Ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸ 72 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, πρέπει, νομίζω, νὰ ἐξετάσωμεν τὸν σκοπὸν τοῦ νομοθέτου καὶ νὰ συνδυάσωμεν τὰς περὶ τούτου διατάξεις. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου εἶναι ν’ ἀφήσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ἀνεπηρεάστους τὰς ἐκλογὰς, καὶ δι’ αὐτὸ ἀπῄτησεν, ὅπως πρὸ μηνὸς παραιτῶνται οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι οἱ θέλοντες νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὰς ἐκλογάς. Ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι ἄνευ σκοποῦ, ἠθέλησεν ὅπως, ἕνα μῆνα τουλάχιστον, ἀπέχῃ πάσης δημοσίας λειτουργίας ὁ ὑποψήφιος, καὶ τὴν διάταξιν αὐτὴν τὴν ἐξέτεινε μέχρι τῶν ἄκρων, χωρὶς νὰ ἐξαιρέσῃ οὔτε τοὺς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, δηλαδὴ καὶ εἰς ἐκεῖνα ἀκόμη τὰ ἀξιώματα, δι’ ὧν ὁ ὑποψήφιος δὲν εὑρίσκεται εἰς ἄμεσον σχέσιν πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς. Περὶ ἐκείνης δὲ τῆς τάξεως τῶν ὑπαλλήλων, ἥτις δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ ὑπὲρ πάντας τοὺς λοιποὺς τὴν ἐκλογὴν, ὁ νομοθέτης νὰ μὴ προνοήσῃ, ἀλλὰ ν’ ἀφήσῃ αὐτὴν ἀπεριόριστον κατὰ τὴν ἐκλογήν; Θέλετε νὰ παραδεχθῶμεν, ὅπως ὁ ταγματάρχης ὁ ἑδρεύων ἐν τῷ τόπῳ τῆς ἐκλογῆς του τοποθετῇ τοὺς φρουροὺς, οἱ ὁποῖοι θὰ διατηροῦν τὴν τάξιν ἐν τῇ ἐκλογῇ; εἶναι βλασφημία. Δικαίωμα τοῦ στρατιωτικοῦ εἶναι νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν, ἡ ὑποχρέωσις ν’ ἀπομακρύνηται τῆς θέσεως, δι’ ἧς δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ἐκλογήν; ἀπῄτησε δὲ ὄχι μόνον 1, ἀλλὰ 5½ μηνῶν ἄδειαν, καὶ πρὸ τῆς λήξεως αὐτῆς νὰ μὴ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὸν ἀξιωματικόν· εἶναι δικαίωμα ἢ ὑποχρέωσις; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ περαιτέρω συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου εἶναι σαφὴς, καὶ λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Μυκόνιος δὲν ἐζήτησεν ἄδειαν, ἵνα ἔχωμεν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τὸν ἔχωμεν συνάδελφον.
§81ΟΘ. ΠΑΠΑΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Συναισθάνομαι, κύριοι, ὡς εἰσηγητὴς, τὴν ἀνάγκην ν’ ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν τὰς σκέψεις, αἱ ὁποῖαι ἐπροκάλεσαν τὸ συμπέρασμα τῆς ἐκθέσεως. Ἀληθῶς ὑπεβλήθησαν πολλαὶ ἐνστάσεις, αἱ σπουδαιότεραι δὲ εἶναι ἡ περὶ ἐλλείψεως τῆς ἀδείας. Ταύτην ἐθεώρησε σπουδαίαν τὸ Τμῆμα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν περιωρίσθη μόνον ἐκ τοῦ γράμματος νὰ ἐξαγάγῃ τὸν σκοπὸν τοῦ νομοθέτου, ἀλλ’ ἀνέδραμε καὶ εἰς τὰς συζητήσεις καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη ἡ διάταξις· εἶναι δὲ ἡ τῆς Συνελεύσεως, ἥτις ἦλθε νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὰς καταχρήσεις τὰς κυβερνητικὰς, δι’ ὧν ἐνοθεύετο ἡ θέλησις τῶν ἐκλογέων, μεταξὺ δὲ τῶν θυμάτων αὐτῶν ἀνεῦρε καὶ τοὺς ἀξιωματικούς. Καθ’ ὅλην τὴν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου μακρὰν συζήτησιν δὲν ἠμφισβητήθη τὸ δικαίωμα τοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ νὰ ἦναι ἐκλέξιμος, τοὐναντίον μάλιστα ἐσυζητήθη πῶς νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀξιωματικοῦ ἀπὸ τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ ὑπουργοῦ, ὅστις ἠδύνατο, ἀρνούμενος αὐτῷ τὴν ἄδειαν τοῦ νὰ ἀπέλθῃ εἰς τὸν ἀγῶνα, νὰ τὸν ἐμποδίσῃ νὰ ἐκλεχθῇ, καὶ διὰ τοῦτο ἐπροτάθησαν πολλαὶ γνῶμαι, ἐσυζητήθη δὲ καὶ τὸ ζήτημα, ἂν πρέπῃ ν’ ἀναγραφῇ ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐμποδισθῇ ἡ αὐθαιρεσία αὕτη... Μετὰ μακρὰν δὲ συζήτησιν, καθ’ ἣν ὑπεστηρίχθη, ὅτι πρέπει ν’ ἀναγράφωνται ἀρχαὶ, ἡ Συνέλευσις ἐδέχθη ν’ ἀναγραφῇ καὶ ἐψηφίσθη ὡς τρόπος ἐκτελέσεως τὸ ἄρθρον 72. Ὅταν δὲ ὡς τρόπος ἐκτελέσεως ἀνεγράφη, δυνάμεθα πλέον ν’ ἀμφιβάλλωμεν ὅτι εἶναι προσὸν, ἄνευ τοῦ ὁποίου εἶναι ἄκυρος ἡ ἐκλογή; Ἀντιτάσσουν ὅμως οἱ ἀντιφρονοῦντες, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ἐξομοιοῦται πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους. Ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις δὲν ἐδέχθη τοῦτο· ὁ ἀξιωματικὸς ἔχει κεκτημένον δικαίωμα εἰς τὴν θέσιν, ἔχει συνάλλαγμα μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπερ δὲν δύναται αὕτη νὰ λύσῃ μονομερῶς· τιθέμενος ὁ ἀξιωματικὸς εἰς διαθεσιμότητα, δὲν παύει νὰ ἦναι ἀξιωματικός. Ἐκτὸς τούτου συνεζητήθη καὶ τὸ ζήτημα, ἐὰν αὐτὸ ἐπηρεάζῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν ἐδέχθησαν, ὅτι δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ ὁ δήμαρχος, ὁ ἔπαρχος, ὁ νομάρχης, οἵτινες ἔχουν ὅλα τὰ μέσα νὰ νοθεύσουν τὴν ἐκλογήν· διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς δὲν τὸ ἀπῄτησε, καὶ περὶ τούτου ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος δύναται νὰ μᾶς πείσῃ (ἀναγινώσκει). «Τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ ἐμμίσθου ὑπαλλήλου καὶ τὰ τοῦ δημάρχου, οὐχὶ δὲ καὶ πρὸς τὰ τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοῦ.» Τὸ Σύνταγμα διακρίνει δύο περιόδους, τὴν πρὸ τῆς ἐκλογῆς καὶ τὴν μετὰ τὴν ἐκλογήν. Κατὰ τὴν ά. ἀπῄτησε νὰ δύναται καὶ ὁ ἐν ἐνεργείᾳ νὰ ἐκλέγηται, ἀλλ’ ἐκλεγόμενος τίθεται εἰς διαθεσιμότητα. Ἡ ἑτέρα διάταξις δὲ, ὅτι εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς χορηγεῖται, ἐπὶ τῇ αἰτήσει αὐτῶν, ἄδεια 5½ μηνῶν, εἶναι ὁ τρόπος, τὸν ὁποῖον καθιεροῖ τὸ Σύνταγμα, καὶ οὐχὶ ἀρχὴ τοῦ δικαιώματος· καθιερώθη δὲ, ἵνα μὴ ὁ ὑπουργὸς ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν εἰς τὸν ἀξιωματικὸν, ὅτι ἡ ἄδεια χορηγεῖται ἕνα μῆνα πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐκλογῶν, διότι ἄλλως ἠδύνατο νὰ ματαιώσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀξιωματικοῦ, παρέχων τὴν ἄδειαν πρὸ δύο ἡμερῶν, ὅτε ὁ ἀξιωματικὸς δὲν θὰ ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του. Θέλετε δὲ καὶ ἐναργεστέραν ἀπόδειξιν, ὅτι εἰς τὸ Σύνταγμα καθιερώθη ὁ τρόπος; Εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον ἀναφέρεται, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐκλεχθῶσι Βουλευταὶ οἱ ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, πλὴν ἂν παραιτηθῶσι τῆς θέσεως αὐτῶν 15 τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας, οἱ δήμαρχοι κτλ. Περὶ τῶν ἀξιωματικῶν δὲν λέγει τίποτε.
§82ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 72 τοῦ Συντάγματος λέγει, «οἱ Βουλευταὶ διοριζόμενοι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἔμμισθον πολιτικὴν ἢ στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ἢ προβιβαζόμενοι κατ’ ἐκλογὴν καὶ δεχόμενοι, παύουσιν ἀμέσως τῶν βουλευτικῶν των καθηκόντων».
§83ΠΑΠΑΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐννοεῖ Βουλευτὰς ἤδη ἐκλελεγμένους καὶ οὐχὶ ὑποψηφίους, τὸ ὁποῖον διακρίνει τὸ ἄρθρον καλῶς, διότι τὸ ἄρθρον 71 εἶναι συνεπὲς βεβαίως πρὸς τὸ 72 Ὡς πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καθιερώθησαν ἄλλαι διατάξεις· διότι ἐκεῖ συνέβαινον καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ ἐκλείψωσι, διότι αὐτοὶ παρενέβαινον εἰς τὰς ἐκλογὰς, καὶ ἐκλεγόμενοι ἐγίνοντο τυφλὰ ὄργανα τῶν ὑπουργῶν· διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ τεθῇ ὁ φραγμὸς τῆς παραιτήσεώς των, καὶ τοῦτο ἀνεγράφη εἰς τὸν νόμον. Ὁ κ. Ῥικάκης εἶπεν: ὁ νομοθέτης, ὅπως ὁ ὑποψήφιος μὴ δυνηθῇ νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ἐκλογὴν, οὔτε τὸν καθηγητὴν ἐδέχθη. Ἐὰν ὅμως ἀνεγίνωσκεν ὁ κ. Ῥικάκης τοὺς λόγους τοῦ μακαρίτου Διομήδους καὶ ἄλλων κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι αὐτὸ ἐγένετο δι’ ἄλλους λόγους. Ὡς πρὸς τὴν ἑτέραν ἔνστασιν, τὸ τμῆμα ἐθεώρησεν, ὅτι νομίμως ἐνηργήθη ἡ δευτέρα ἐκλογὴ, διότι διετέλει ἐν ἐνεργείᾳ· εἰς τὴν δικαιολογίαν δὲ, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Μυκώνιος, περὶ τοῦ ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀκυρωθῇ τὸ διάταγμα, δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπέμβῃ τὸ τμῆμα, διότι αὐτὰ ἀφορῶσι τὰς μεταξὺ Ὑπουργοῦ καὶ ἀξιωματικοῦ σχέσεις. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, τὸ τμῆμα ἐνόμισεν ὅτι πρέπει νὰ προτείνῃ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς. Τινὲς ἀντιτάττουσι τοὺς κινδύνους τῆς καθιερώσεως τοιαύτης ἀρχῆς, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ, ἀποφασίζουσα περὶ τοῦ κύρους μιᾶς ἐκλογῆς, ἀποφασίζει ὡς δικαστικὸν Σῶμα, καὶ δὲν πρέπει ὡς τοιοῦτον νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τ’ ἀποτελέσματα ἢ τὰς συνεπείας· πρέπει νὰ κρίνῃ κατὰ τὸν νόμον, αἱ διατάξεις δὲ τοῦ νόμου εἶναι σαφέσταται.
§84ΖΩΧΙΟΣ. Εἶναι λυπηρὸν νὰ λαλήσῃ τις κατὰ τῆς ἐκλογῆς, διότι ἀφορᾷ ἕνα πρώην συνάδελφόν μας, τὸν λέγω πρώην, διότι τώρα δὲν εἶναι Βουλευτής. Ἅμα ἰδῆτε ἔκθεσιν τμήματος μακρὰν, ποικίλην, μὲ πολλὰς δικαιολογήσεις, εἶναι ψευδής. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἁπλῆ. Τώρα θὰ ἀναγκάσω τὸν προλαλήσαντα νὰ βλασφημήσῃ τὴν ὥραν ποῦ ἐγεννήθη. Διατὶ θέλω νὰ ἦμαι ἐγὼ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ τοῦ στείλω εἰς τὴν Αἴγιναν ἕνα ἀξιωματικὸν Αἰγινήτην. Θὰ τραβᾷ τὰ μαλλιά του. Τί ἐκάματε; ἐστείλατε ἀξιωματικὸν καὶ στρατιωτικὴν δύναμιν. Ἀλλὰ μόνον ἐνταῦθα εἶναι τὸ ἄτοπον· δύναμαι νὰ στείλω Κερκυραῖον νὰ πολεμήσῃ τὸν ὑποψήφιον Αἰγινήτην, εἰς δὲ τὴν Κέρκυραν νὰ στείλω τὸν Αἰγινήτην, οἱ δύο δὲ νὰ συμφωνήσουν περὶ ἀμοιβαίας προστασίας. Τί σᾶς εἶπεν ὁ προλαλήσας. Μὴ ἐξετάζετε τὰ ἀποτελέσματα τα. Τότε βάλετε φωτιὰ εἰς τὸ Βουλευτήριον, καὶ ἂς πέσῃ. Ἂν συγκατατεθῆτε νὰ δεχθῆτε αὐτὸ τὸ προηγούμενον, εἷς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν (οὐχὶ βεβαίως ὁ παρὼν, ἀλλ’ ἄλλος τις) θὰ στείλῃ εἴκοσι καὶ τριάκοντα ἀξιωματικοὺς ἐν ἐνεργείᾳ νὰ ἐνεργήσουν ἐκλογάς. Θέλει ὁ ἀξιότιμος πρώην συνάδελφός μας τὴν παρθενίαν του· μᾶς λέγει, ἐγὼ εἶμαι παρθένος. Ἀλλ’ ἐγὼ τὸν εἶδα ἐν ὑπηρεσίᾳ, πῶς εἶναι παρθένος. Ἐπροβιβάσθης κατ’ ἐκλογὴν· θέλεις νὰ μὴ χάσῃς τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ, θέλεις νὰ μὴ χάσῃς τὸν βαθμόν σου; Ἀλλ’ αὐτὰ δὲν γίνονται. Ἐδέχθης τὸν προβιβασμὸν (δὲν ἐπεμβαίνω, ἐὰν κατ’ ἐκλογὴν ἢ κατ’ ἀρχαιότητα, διότι αὐτὰ εἶναι λαβύρινθος), ἀπώλεσας τὴν παρθενίαν σου (γέλως).
§85ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Φαίνεται ὅτι ὡς ἀξιωματικὸν δὲν σ’ ἐστενοχώρησε κανείς.
§86ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ δοῦλός σου ἐτιμωρήθη τετράκις, τὸ κεφάλι του δὲν ἔβαλε κάτω, ἐδέχθη τὴν τιμωρίαν καὶ ἐσιώπησε. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃς ἐξαίρεσιν καὶ νὰ ἦσαι διπλοῦς τὴν φύσιν καὶ τὴν ὑπόστασιν (γέλως). Δὲν ἐπεμβαίνω, ἂν ὁ ἀξιότιμος πρώην Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπροβίβασε κατ’ ἀρχαιότητα ἢ κατ’ ἐκλογήν· βλέπω μόνον ὅτι ἀρχίζει καὶ μᾶς ἔρχεται τὸ κῦμα τῶν προβιβασμῶν. Δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ καθιερώσῃ αὐτὸ τὸ προηγούμενον καὶ νὰ κάμῃ ὅ,τι εἶπεν ὁ προλαλήσας «κλείσατε τὰ μάτια σας», ἀλλὰ νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, διότι ἄλλως παραιτοῦνται τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐν ἐνεργείᾳ ὄντες δύνανται νὰ ἐκλέγωνται.
§87ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετά· ἀρκετά.
§88ΠΑΠΑΛΕΟΝΑΡΔΟΥ. Ἂν ὁ κύριος Ζωχιὸς ἐνεθυμεῖτο τὸν Δρακόντιον νόμον περὶ τῶν ἐκλογῶν, δὲν θὰ ἀντέτασσεν ὡς ἐπιχείρημα, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Αἴγιναν ὁ Αἰγινήτης ἀξιωματικὸς νὰ μὲ κάμῃ νὰ τραβῶ τὰ μαλλιά μου, διότι δὲν ἠδύνατο ἐν ἐνεργείᾳ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του· ὅπως ὅμως καὶ ἂν ἔχῃ, ὁ χαρακτὴρ τοῦ ἀξιωματικοῦ δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ.
§89ΖΩΧΙΟΣ. Εἷς ἀρχαῖος, ἔχων καλλίτερον καὶ ἀπὸ τὸ ἰδικόν μου καὶ ἀπὸ τὸ ἰδικόν σου κεφάλι, εἶπεν οἱ νόμοι εἶναι ἀράχναι. Πρέπει νὰ τοὺς ἀσφαλίσῃς, καὶ νὰ μὴ ἔρχησαι νὰ μοῦ λέγῃς μὴ ἐξετάζετε τὰς συνεπείας. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ δικάσωμεν ὡς δικασταί. Ὅ,τι εἴπατε περὶ τῆς ἐκλογῆς Κερκυραίου καὶ Αἰγινήτου, αὐτὸ δύναται νὰ συμβῇ καὶ ἐπὶ ὅλων. Μήπως οἱ δήμαρχοι παραιτούμενοι δὲν δύνανται νὰ ὑποστηρίζουν ἀμοιβαίους ἀλλήλους; (θόρυβος.)
§90ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ. Ἀρκετά.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ἐγγεγραμμένου, ἔληξεν ἡ συζήτησις. Ὑπεβλήθη ἡ ἑπομένη πρότασις ὑπογεγραμμένη ἀπὸ τὸν κ. Μυκώνιον καὶ ἀπὸ τὸν κ. Μεγαπάνον· «ὁ προβιβασμὸς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου ἐγένετο κατ’ ἀρχαιότητα, καὶ συνεπῶς καλῶς διετάχθη ἡ ἐπανάληψις τῆς ἐκλογῆς» (θόρυβος).
§92ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ πρότασις (θόρυβος).
§93ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος ζητῶ τὸν λόγον. Δὲν εἶναι δίκαιον, οὔτε σύμφωνον πρὸς τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸν ὀρθὸν λόγον, νὰ εἴπωμεν ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ πρότασις. Εἶναι φανερὸν ὅτι τὸ ζήτημα, ἂν ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐκλογὴ, προδικάζει τὸ κύριον ζήτημα, διότι, ἂν τῷ ὄντι κακῶς ἡ Κυβέρνησις διέταξε τὴν ἐκλογὴν, διὰ τί συζητοῦμεν; Δὲν ἠξεύρω τί θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ εἶναι πρόδηλον ὅτι, πρὶν ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, πρέπει νὰ ἀποφασισθῇ ἂν πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἐκλογή.
§94ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ πρότασις πρέπει νὰ τροποποιηθῇ, διότι περὶ ἄλλο ζήτημα ἐστράφη ἡ συζήτησις· ὁ κ. Μίλησης ἂς ὑποβάλῃ πρότασιν.
§95ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ πρότασις δὲν πρέπει νὰ περιλαμβάνῃ κανένα λόγον· δὲν δύνασθε νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν ἐὰν ἦτο ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ (θόρυβος).
§96ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Τοιαύτη συζήτησις δὲν ἔλαβε χώραν.
§97ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι τῷ ὄντι περίεργον νὰ καταφεύγωσί τινες εἰς σοφίσματα.
§98ΜΙΛΗΣΗΣ. Ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν του· δὲν λέγω σοφίσματα ἐγὼ (θόρυβος).
§99ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λέγω εἰς τὸν κ. Μίλησην, ὅτι ἀπαντᾷ, χωρὶς νὰ ἠξεύρῃ τὶ λέγω, ἂν μοὶ ἐπιτρέπῃ τὴν ἔκφρασιν. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Μυκωνίου, καὶ λέγω, ὅτι εἶναι σοφιστική. Τί ἔχει ὁ κ. Μίλησης;
§100ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ τὴν ὑπεστήριξα.
§101ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ λέγω, κύριοι, ὅτι εἶναι σοφιστικὴ, διότι, ἂν ὁ κ. Μυκώνιος συνησθάνετο ὅτι κακῶς διετάχθη ἡ ἐκλογὴ, ἔπρεπε νὰ ἐγείρῃ τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς συγκροτήσεως τῆς Βουλῆς· δὲν ἦτο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ ἤδη, προκειμένου περὶ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς, διότι ὁ κ. Μυκώνιος ἦτο βουλευτὴς καὶ δὲν ἔπρεπε ἡ Βουλὴ νὰ στερηθῇ οὔτε τῶν φώτων του οὔτε τῆς ψήφου του κατὰ τὰς παρελθούσας συνεδριάσεις· ἀλλὰ δὲν ἦτο βουλευτὴς, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ τολμήσῃ νὰ φέρῃ τοιαύτην πρότασιν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ ἐξετάσῃ τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς του. Πῶς εἶχε τὴν ὑπομονὴν ὁ κύριος Μυκώνιος, ἐνῷ συνεδριάζει ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἡ Βουλὴ, νὰ μὴ φέρῃ τὴν ἔνστασίν του; μήπως ἀπεκλείετο ἀπὸ τὴν Βουλήν; Τί ἔχει ἤδη ὁ κύριος Μίλησης, βουλευτὴς Ἑρμιονίδος, καὶ ἐξήφθη τοιουτοτρόπως; Δὲν πρέπει νὰ ἐξάπτηται, ἀλλὰ νὰ προσέχῃ καὶ νὰ φέρηται ἁβρότερον πρὸς τοὺς συναδέλφους του, διότι ὑπάρχουν καί τινες, οἱ ὁποῖοι δὲν τὰ δέχονται αὐτά. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι εὐθὺ, καὶ δὲν εἶναι εὐθύ, διότι ζητοῦν πολλοὶ νὰ μείνῃ ὁ κ. Μυκώνιος εἰς τὴν Βουλήν· ἀδιάφορον, ἂν θὰ μείνῃ ὑπὸ τὴν πρώτην ἰδιότητα ἢ ὑπὸ τὴν δευτέραν, καὶ διὰ τοῦτο εἴδομεν συζητούμενον ἐντὸς τοῦ σώματος αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, αὐτὴν τὴν νομολογίαν τὴν ὁποίαν ἐπὶ δέκα πέντη ἔτη διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς παρεδέχθη. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐγὼ ἐζήτησα νὰ λαλήσω. Λέγω λοιπὸν, ὅτι καὶ ὁ πρῶτος καὶ ὁ δεύτερος λόγος ὁ ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς προτεινόμενος εἶναι ἀπαράδεκτος, καὶ ὁ κ. Μυκώνιος δὲν δύναται νὰ καθήσῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§102ΜΙΛΗΣΗΣ. Πρὸ πάντων εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα διὰ τὴν συμβουλὴν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπηύθυνεν. Ἀλλὰ σεῖς, κύριοι, οἵτινες παρίστασθε εἰς αὐτὴν τὴν δυστυχῆ λογομαχίαν, σεῖς εἴπατε τὶς εἶναι ὁ παραβιάζων τοὺς κανόνας τῆς ἁβρότητος (θόρυβος). Ἑκάστου βουλευτοῦ ἡ ἀξιοπρέπεια, ἥτις ἐνδιαφέρει τὸ σῶμα, κεῖται ὑπὸ τὴν προστασίαν καὶ τοῦ σώματος καὶ τοῦ κ. προέδρου. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἀγορεύοντα ἐνταῦθα νὰ χαρακτηρίζῃ τοὺς ἄλλους σοφιστάς· ἡ πρότασις δὲ, ἣν ὑπέβαλον εἰς τὴν κρίσιν σας, οὐδὲν περιέχει τὸ σοφιστικόν. Δὲν ἐξετάζω, κύριοι, πόθεν ὡρμήθη ὁ κ. Μυκώνιος, οὐδὲ καταβιβάζω τὸ ζήτημα· ἐνόμισα ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια αὐτῆς τῆς Βουλῆς ὑπαγορεύει νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἐπρότεινεν· οὐ μόνον δὲ ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τῆς πολιτείας. Ἐπιθυμεῖ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων νὰ τοῦ ὑποδείξω ἕνα κίνδυνον; Ὑποθέσατε Κυβέρνησιν διατάσσουσαν, χωρὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα, νέας ἐκλογάς· διεξάγονται αἱ ἐκλογαί, καὶ ὅταν ἔλθουν οἱ Βουλευταὶ ἐνώπιόν σας, οἱ ἐνδιαφερόμενοι Βουλευταὶ σᾶς λέγουν, ὅτι κακῶς διετάχθησαν, ἡ δὲ Βουλὴ «Ναί· ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ζήτημα εἶναι ἄσχετον· εἴμεθα κεκλημένοι νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, περὶ δὲ τοῦ ἂν καλῶς ἢ κακῶς διετάχθη ἡ ἐκλογή, θὰ τὸ ἀφήσωμεν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας.» Ἰδοὺ ὑπὸ ποίας ἐπόψεις πρέπει νὰ θεωρήσωμεν τὸ ζήτημα, καὶ τότε, χωρὶς νὰ τὸ καταβιβάσωμεν εἰς τὴν θέσιν τῆς προσωπικότητος, θὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι πᾶν ἄλλο πράττει ὁ ὑποστηρίζων τοιαύτην γνώμην ἢ σοφιστείαν. Σοφιστείαν μετέρχεται ὁ πολεμῶν αὐτήν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν τολμῶ νὰ τὸ εἴπω, μὴ ἐπιθυμῶν ν’ ἀκολουθήσω τὸ παράδειγμα τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Καλαβρύτων. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλήν, κύριε πρόεδρε, ἂν κατὰ τὸν νόμον ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἐκλογή.
§103ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Πρόκειται μόνον περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς (θόρυβος).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἔχω ἔγγραφον πρότασιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ζητήσω τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἂν θέλητε νὰ φέρητε ἄλλην πρότασιν, γράψατέ την.
§105ΖΩΧΙΟΣ. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ κύριον ζήτημα· ἡ θέσις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μυκωνίου ἦτο κενή. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, ἀπορῶ δὲ πῶς ἐξανίστανται σήμερον οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως (θόρυβος).
§106ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς εἶπεν, ὅτι αὐτὰ εἶναι σοφίσματα ἰδικά μου καὶ ὅτι τὸ ζήτημα ἔπρεπε νὰ τὸ θέσω, ἅμα ἦλθον εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ ἐζήτησα τοῦτο ἀπ’ ἀρχῆς, ἀλλὰ πολλοὶ τῶν ἐντίμων Βουλευτῶν, ὁ κ. Φιλήμων καὶ ἄλλοι, μοὶ εἶπον νὰ τὸ ὑποβάλω ὄχι εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ εἰς τὸ τμῆμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπεξεργασθῇ τὴν ἐκλογήν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα δὲ τῆς ἀδείας, ἐρωτῶ τὸν κ. Πετιμεζᾶν, ἡ κατάστασις τοῦ διαθεσίμου ἀξιωματικοῦ εἶναι κατάστασις ἐνεργίας ἢ ἀργίας; Ἐρωτῶ τὸν πρώην ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, ἐρωτῶ τὸν στρατηγὸν κ. Κορωναῖον καὶ τοὺς λοιποὺς ἀξιωματικούς, ἂν ἦναι κατάστασις ἐνεργείας, διατὶ τότε εἰσηγάγετε εἰς τὴν Βουλὴν τὸν στρατηγὸν Σοῦτσον, διατελοῦντα τότε ἐν διαθεσιμότητι; Ἔρχεσθε δὲ τώρα καὶ μοὶ λέγετε, δὲν ἐζήτησες ἄδειαν. Ἀλλ’ εἰς οἵαν κατάστασιν ἤμην ἐγώ, ἦτο καὶ ὁ στρατηγὸς Σοῦτσος· ἐὰν πρόκηται, κύριοι, δι’ ἐμὲ νὰ καταστραφῇ τὸ Σύνταγμα, διότι δὲν ἔλαβον ἄδειαν, δὲν ἐπιθυμῶ τὸ τοιοῦτον (θόρυβος).
§107Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ κυβέρνησις, κύριοι, ἐνόμισε μετὰ τὸν προβιβασμὸν τοῦ κ. Μυκωνίου, ὅτι οὗτος δὲν εἶναι Βουλευτὴς καὶ διέταξε νέαν ἐκλογήν· δὲν εἶχε τὴν ἐλαχίστην περὶ τούτου ἀμφιβολίαν. Ὡς πρὸς τὴν κατάστασιν τῆς διαθεσιμότητος, ἐπειδὴ μὲ προεκάλεσεν ὁ ἔντιμος κ. Μυκώνιος, παρατηρῶ ὅτι ἡ διαθεσιμότης εἶναι κατάστασις ἐνεργείας ὡρισμένης, δὲν εἶναι γενικὴ, εἶναι μόνον ὡς πρὸς τὰς ἀποδοχὰς, διότι δὲν κάμνει καμμίαν ὑπηρεσίαν ὁ διαθέσιμος, οὔτε δύναται νὰ κάμῃ, ἂν ἐπὶ τούτῳ δὲν προκληθῇ Β. Διάταγμα.
§108ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Δύναται νὰ λάβῃ ὑπηρεσίαν μὲ μόνον διαταγὴν τοῦ ὑπουργοῦ. Ὁ στρατιωτικὸς ποινικὸς νόμος λέγει, ὅτι τὰ μέλη τοῦ δικαστηρίου διορίζονται εἴτε ἐκ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικῶν, εἴτε ἐκ τῶν ἐν διαθεσιμότητι, π.χ. ὁ κ. Φλέγκας.
§109Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Περὶ αὐτοῦ λέγω εἰς τὸν κ. Μυκώνιον, ὅτι οὕτω διατάσσει ὁ νόμος.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔχομεν τὴν πρότασιν τῶν κκ. Μυκωνίου καὶ Μεγαπάνου.
§111ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ πρότασις αὕτη δὲν εἶναι πλήρης.
§112ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι πρότασις.
§113Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Μυκώνιος ἔχει δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς του, ἀλλ’ ἡ πρότασις αὕτη δὲν πρόκειται νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ κ. Μυκώνιος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ περὶ ἄλλου ἀντικειμένου, πολὺ ὀλιγώτερον δὲν δύναται νὰ κάμῃ πρότασιν.
§114ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Μεγαπάνου δὲν εἶναι πλήρης, διότι ἄλλοι ἐπρότειναν ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς ἐδέχθη θέσιν· ὥστε πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ αὐτό.
§115ΜΕΓΑΠΑΝΟΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§116ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναφέρωμεν τὸν λόγον· τὸ θέμα πρέπει νὰ ἦναι ἄνευ τῶν λόγων, οἵτινες ὑπηγόρευσαν εἰς ἕκαστον τῶν Βουλευτῶν νὰ ἐπιψηφίσῃ ἢ νὰ καταψηφίσῃ. Λοιπὸν ἐρωτήσατε ἁπλῶς ἐπὶ τούτου: «Ἦτο κενὴ ἡ θέσις τοῦ Βουλευτοῦ Νάξου κ. Μυκωνίου πρὸς ἐπανάληψιν τῆς ἐκλογῆς;» Ὅστις φρονεῖ, ὅτι διὰ τῆς ἀποδοχῆς ἐνεργοῦ θέσεως ἐν τῷ στρατῷ ἀπώλεσε τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ ὁ κ. Μυκώνιος, θὰ εἴπῃ ναί, ὅστις τὸ ἐναντίον, θὰ εἴπῃ ὄχι. Ἐρωτήσατε λοιπὸν ἁπλῶς, ἐὰν ἐκενώθη ἡ θέσις.
§117Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Μίληση δὲν εἶναι σοφιστική, ἀλλὰ μᾶλλον σατανική (ἱλαρότης), διότι αὐτὸ δὲν εἶναι ἄλλο, ἢ πρότασις ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν· διότι τί λέγει; ἐνηργήθη νομίμως ἢ ὄχι ἡ ἐκλογή; Λοιπόν, ἐὰν εἴπωμεν «κακῶς διετάχθη ἡ ἐκλογή,» ἐπιῤῥίπτομεν μομφὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ δι’ αὐτὸ μάλιστα ἐγένετο οὕτως.
§118ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπειδὴ οὔτε σατανικὴν, οὔτε σοφιστικὴν, ὅπως τὴν ἀπεκάλεσαν, θεωρῶ τὴν πρότασίν μου, καὶ δὲν θέλω νὰ μοὶ ἀποδοθῇ ὅτι θέλω νὰ ἐπιῤῥίψω μομφὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἀποσύρω.
§119ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, ἔχω καθῆκον ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν, ἢ μᾶλλον πληροφορίαν. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποδίδει κανένα πολιτικὸν χαρακτῆρα οὔτε μομφῆς, οὔτε δυσπιστίας, οὔτε ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπὶ τῇ πληροφορίᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐπροβιβάσθη κατ’ ἐκλογὴν ὁ κ. Μυκώνιος, καὶ ἀπεδέχθη τὸν προβιβασμόν του, ἐθεώρησε τὴν θέσιν τοῦ Βουλευτοῦ κενὴν καὶ διέταξε, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, νὰ ἐνεργηθῇ ἡ ἐκλογὴ πρὸς ἀναπλήρωσιν αὐτοῦ. Ἐὰν ἐπροβιβάσθη κατ’ ἐκλογὴν ἢ εἶχε δικαίωμα ἀρχαιότητος, τοῦτο δὲν εἶχε δικαίωμα ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐξετάσῃ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁ ἁρμόδιος ἔγραψεν, ὅτι ἐπροβιβάσθη κατ’ ἐκλογήν· ἑπομένως ἐκενώθη ἡ θέσις τοῦ Βουλευτοῦ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε καθῆκον νὰ διατάξῃ τὴν ἐκλογὴν, καὶ τὴν διέταξεν. Αὐτὰ ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Βουλὴ καὶ ν’ ἀποφασίσῃ ἐλευθέρως.
§120ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μοι εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ ἐδέχθη ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν, διέταξε τὴν ἐκλογήν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἀπεσύρθησαν ὅλαι αἱ προτάσεις αἱ ἀφορῶσαι τὸ παρεμπίπτον ζήτημα, θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Νάξου καὶ νόμιμον Βουλευτὴν τὸν κ. Μυκώνιον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς, ἑπομένως ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος. Ἐπειδὴ χθὲς δὲν ἐγένετο συνεδρίασις καὶ δὲν ἦτο παροῦσα ἡ Βουλή, ἵνα ζητήσω τὴν συγκατάθεσίν της ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, συνέταξε αὐτὴν μόνον τὸ προεδρεῖον, ἀκολουθῆσαν ὡς πρὸς τὴν κατάταξιν τῶν Νομοσχεδίων τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς αὐτῶν· ἑπομένως, κατ’ αὐτήν, θέλουν ὑποβληθῆ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς, ἐκτὸς ἐάν τις τῶν Βουλευτῶν ζητήσῃ μεταβολήν τινα, ἐπὶ τῆς ὁποίας θ’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή. Θέλετε λοιπὸν κατὰ τὴν σειρὰν, καθ’ ἣν ἐνεγράφησαν, ν’ ἀναγνωστῶσι, καὶ ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἂν θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὰς ἐπιτροπάς;
§122ΖΩΧΙΟΣ. Ἔχω τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν σᾶς ὑποστηρίζουν καὶ ἄλλοι.
§124ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἡμερησία διάταξις δὲν ἐγένετο κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§125ΖΩΧΙΟΣ. Ἐν παντὶ προεδρεύει ὁ λόγος, ἡ προεδρεία δὲ αὐτοῦ εἶναι μεγίστη καὶ τόσον ἰσχυρὰ, ὥστε ὁ λόγος εἶναι Θεὸς καὶ Θεὸς εἶναι ὁ λόγος. Ἀφοῦ λοιπὸν παντοῦ ἐπικρατεῖ ὁ λόγος, εἶναι περιττὸν ἐγὼ νὰ σᾶς κάμω παρατήρησιν. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔκαμε μίαν κατάταξιν, ἐπῆρε δὲ καὶ τὴν σφραγίδα, ἵνα τὴν ἀσφαλίσῃ. Ἀλλὰ εἰς τὴν ἡμερησίαν ταύτην διάταξιν θὰ εὕρητε «πρῶτον περὶ πιστώσεως, διὰ τὴν ἐν Παρισίοις ἔκθεσιν», ἐκεῖ ὅπου ἐμουντζουρώθημεν, αὐτὴν δὲ τὴν νομίζει, ὅτι εἶναι πολὺ κυριωτέρα τῆς προτάσεως τῆς ἐδικῆς μου· δὲν λέγω ὅτι ἔχει ἀξίαν, διότι ἐγὼ καὶ ὁ κ. Ῥεβελάκης τὴν ἐκάμαμεν, ἀλλ’ αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ προτάξῃ τῆς προτάσεως αὐτῆς τὴν πρότασιν τῆς ἐν Παρισίοις ἐκθέσεως καθὼς καὶ τὴν πρότασιν διὰ τὰ βόδια, δὲν ἠξεύρω τί νὰ εἴπω. Πρέπει νὰ φροντίσητε διὰ τοὺς βόας πρότερον καὶ ἔπειτα περὶ τοῦ «Γενηθήτω φῶς»; Ἡμεῖς συνεδριάζομεν ἐδῶ καὶ εἴμεθα πάντη ἐλεύθεροι, ἀλλ’ ἀπ’ ἔξω δὲν μᾶς παρατηροῦν; ἐὰν ἴδουν, ὅτι προτιμῶμεν τοὺς βόας, δὲν φοβεῖσθε μὴ εἴπουν, ὅτι πρῶτον ἐφροντίσαμεν περὶ τῶν βοῶν; Σᾶς λέγουν; Αἱ περιστάσεις εἶναι ἔκτακτοι καὶ ἀπαιτοῦνται δάνεια. Λοιπὸν νὰ τὸ ἐξετάσωμεν, νὰ ἔλθῃ καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι εἰς τὴν κατάταξιν τῶν θεμάτων αὐτῶν πρέπει νὰ ἐξετάσητε τὸ βάρος ἑκάστης προτάσεως. Δι’ ἐμὲ εἶναι ἔπαινος, ἐὰν δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐθέσατε τὴν πρότασίν μου τελευταίαν, διότι τὸ βαρύτερον ἐκ τῶν μετάλλων, ὁ χρυσὸς, εἶναι καὶ τὸ καλλίτερον. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἡ ἐντιμοτέρα θέσις εἶναι αὐτὴ, καλῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα· ἐὰν ὅμως νομίζητε ὅτι ἡ πρώτη εἶναι ἡ ἐντιμοτέρα, τότε πρέπει νὰ προτάξητε τὴν πρότασίν μου τῆς πιστώσεως καὶ τῆς προτάσεως περὶ βοῶν.
§126ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, ὅ,τι ὑποστηρίζει ὁ κ. Ζωχιὸς σήμερον εἶναι τῷ ὄντι καὶ σπουδαῖον καὶ ἄξιον προσοχῆς. Εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη τὸ ἔθνος, ἅμα ὡς συνῆλθον οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ, τὸ πρώτιστον αὐτῶν καθῆκον εἶναι νὰ ἐρωτήσωσι ποῦ εὑρισκόμεθα. Ἄλλοτε, κύριε Πρόεδρε, εἰς τόσον σοβαρὸς περιστάσεις καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια τοῦ Κόσμου οὐδέποτε ἡ Βουλὴ, ἤνοιξε χωρὶς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους νὰ ἀκούσωσιν ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ Βασιλέως ποία εἶναι ἡ θέσις τῶν πραγμάτων, καὶ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασ. λόγον λαμβάνουν ἀφορμὴν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους νὰ ἐξετάσωσι τὴν πολιτικὴν τοῦ ὑπουργείου. Σήμερον ἐκρίθη ἀναγκαῖον, καὶ ἴσως ἐξακολουθοῦμεν, κύριε πρόεδρε νὰ νομίζωμεν, ὅτι ἡ μυστηριώδης πολιτικὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ὠφελήσῃ τὸν τόπον. Ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον, καὶ ἠμπορεῖ τὸ ὑπουργεῖον νὰ εἶχε σπουδαίους λόγους νὰ μὴ συμβουλεύσῃ εἰς τὸ Στέμμα νὰ κηρυχθῇ διὰ Βασιλικοῦ λόγου ἡ ἔναρξις τῆς Βουλῆς. Τοῦτο ὅμως ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ, καὶ πρέπει πρὸ πάντων ἤδη, ἕνεκα τῶν περιστάσεων, νὰ τὸ πράξῃ. Ἀλλὰ, διὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ Ἑλληνικὸν, κ. πρόεδρε, τὸ ὁποῖον, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τὸ εἴπω, τόσον κακῶς ὑπεστηρίχθη, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἴδωμεν τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα διημείφθησαν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἐν Εὐρώπῃ Κυβερνήσεων. Ὤφειλε δὲ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ συνεκλήθη ἀπὸ τῆς 31 Ἰουλίου καὶ τόσος γίνεται λόγος κατὰ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν Βουλευτῶν ὅτι δὲν ἔσπευδον, ὅπως ἐκπληρώσωσι τὰ ὕψιστα αὑτῶν καθήκοντα, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ τέλος πάντων μετὰ δύο μῆνας συνῆλθεν, ὤφειλεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ διανείμῃ τὴν Βίβλον, ὅπως εἰς ὅλα τὰ συνταγματικὰ Κράτη συνειθίζεται, ὅταν μάλιστα πρόκηται περὶ τόσων καιρίων ζητημάτων, ἀφορώντων εἰς τὸν Ἑλληνισμόν. Πρέπει δὲ νὰ τὸ πράξῃ ἤδη τάχιστα, διότι κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζωμεν ὁποία ὑπῆρξεν ἡ διαγωγὴ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ζητήματος τούτου. Πρὸ τούτου ἀκόμη καὶ πρὸ τῆς συζητήσεως ἔχομεν ἀνάγκην, κ. πρόεδρε, νὰ μάθωμεν, διότι δὲν ἠθέλησαν δυστυχῶς νὰ μᾶς τὸ εἴπωσι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, τίνες λόγοι ἐξηνάγκασαν τὴν τότε Κυβέρνησιν νὰ διαλυθῇ. Εἶναι ἀνάγκη καὶ τοῦτο νὰ μάθωμεν, ὅπως γνωρίζωμεν τὴν ἀλληλουχίαν καὶ τὴν σειρὰν τῶν γεγονότων, ἵνα φέρωμεν ψῆφον ἀσφαλῆ.
§127ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀπόντος τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως, οἱ παρόντες ὑπουργοὶ νομίζομεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναμιχθῶμεν εἰς τὴν προκαταρκτικὴν ταύτην πολιτικὴν συζήτησιν. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ προτάξῃ πάσης ἄλλης συζητήσεως τὴν πρότασιν τῶν κκ. Ζωχιοῦ καὶ Ῥεβελάκη, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀντίῤῥησιν· ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κανονίσῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ προτάξῃ ἐν αὐτῇ οἱανδήποτε πρότασιν, ἡ δὲ Κυβέρνησις προθύμως θὰ δεχθῇ πᾶσαν συζήτησιν, ἀφορῶσαν τὴν πολιτικὴν ἐνέργειάν της. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ ἔγγραφα, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Πετμεζᾶς, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι πρὸ καιροῦ ἐστάλησαν πρὸς τύπωσιν, ἥτις ἐλπίζω ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θέλει περατωθῆ. Τότε δὲ, δὲν ἀμφιβάλλω, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ ὑποβάλῃ τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα, διότι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον γίνεται ἡ τύπωσις.
§128Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, διότι δὲν πρόκειται νὰ ζητήσω τὴν ἀνατροπὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, ἵνα φωτισθῶμεν, καὶ ἐὰν μὲν τῷ ὄντι ἐξεπλήρωσεν ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἔδει, τὸ καθῆκόν της, νὰ τὴν στεφανώσωμεν, ὅπως τὴν ἐστεφάνωσε καὶ ὁ συνάδελφός μας· ἄλλως, ἐὰν δὲν τὸ ἐξεπλήρωσε, νὰ τὴν κατακρίνωμεν. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ εἴπωμεν εἴτε τὸ ἓν, εἴτε τὸ ἄλλο, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μελετήσωμεν πρῶτον ποῖοι οἱ λόγοι, δι’ οὓς τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνεκροτήθη ἔπειτα ἀπὸ τόσα, νὰ διασπασθῇ καὶ κατὰ τὴν κρισιμωτέραν στιγμὴν ν’ ἀποχωρήσῃ. Κατόπιν θὰ ἔλθωσιν ὅλα τ’ ἄλλα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως σᾶς εἶπε, φαίνεται ὅτι ζητεῖ ἡ συζήτησις νὰ γείνῃ ἀμέσως.
§129ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐζήτησε τοῦτο.
§130Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν δὲν ἐζήτησε τὴν συζήτησιν....
§131ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται, ἐὰν θέλῃ.
§132Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλὰ ἡ Βουλὴ, διὰ νὰ συζητήσῃ τοιοῦτον ζήτημα, ἔχει ἀνάγκην νὰ ἴδῃ ἔγγραφα.
§133ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἂς περιμένῃ νὰ ἔλθωσι.
§134Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τότε πρέπει νὰ ἐπισπεύσῃ τοῦτο ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
§135ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ τύπωσις, καὶ ἐλπίζω ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν.
§136ΖΩΧΙΟΣ. Ὑπάρχει ἓν προηγούμενον ἱστορικὸν ἑλληνικόν. Ὁ Κυβερνήτης παρουσιάσθη εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν τετάρτην ἐν Ἄργει, καὶ τί εἶπεν; «α) ἰδοὺ ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις, αἱ χεῖρές μου εἶναι ἁγναί. βʹ) Οὕτως ἐκυβέρνησα τὸν τόπον καὶ τὸν ἐβελτίωσα· τὸν εὗρον εἰς κακὴν κατάστασιν, καὶ τὸν ἔφερον εἰς ὁμαλωτέραν. γʹ) Ἰδοὺ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀντήλλαξα περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος, δηλαδὴ περὶ τῶν ὁρίων, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀντήλλαξα μὲ τὰς συμμάχους δυνάμεις. Ἕκαμα ὅ,τι ἦτο δυνατὸν, σεῖς εἶσθε οἱ κριταί». Καὶ ἔπειτα ἠξεύρετε τί εἶπε; «Παραιτοῦμαι· ἐξεπλήρωσα κατὰ τὸ δυνατὸν τὸ καθῆκόν μου, θέλω νὰ ὑπηρετήσω τὸν τόπον ὡς ἁπλοῦς πολίτης». Ὁ κ. Τρικούπης εἶπεν, ὅτι λειτουργεῖ τὸ Σύνταγμα· ἠθέλησα καὶ ἐγὼ, ὅστις τὸν ἐπίστευσα, νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐκκλησίαν νὰ λειτουργηθῶ, καὶ ἐλειτούργει ὁ Χόβαρτ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως (ἱλαρότης). Νομίζω, ὅτι ὅλοι ἐννοοῦμεν, ὅτι ὁ τόπος ἔχει ἀπαίτησιν παρ’ ἡμῶν, ἡμεῖς δὲ ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀπαίτησιν τοῦ τόπου. Δὲν ἀπαιτεῖ ὁ τόπος νὰ ἀνατραπῇ ἡ Κυβέρνησις, ζητεῖ νὰ μάθῃ τί ἐγένετο, τί ἐπράξατε, καὶ τί πρέπει νὰ πράξωμεν. Σιωπὴ ἄκρα! Καὶ τί μᾶς ζητοῦν; δάνεια; Διατί δάνεια; Μὰ διατί; Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ δανείων, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς κάμω αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν· ὅλοι οἱ διοικοῦντες τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν εἶναι ἀξιότιμοι ἄνθρωποι, ὁ ὑπερέχων εἶναι εἷς, καὶ τὸν γνωρίζομεν ὅλοι. Ἠξεύρετε τί εἶπεν αὐτός, συζητῶν μετ’ ἄλλων καὶ ὑποστηρίζων τὰ νομοσχέδια τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πρέπει νὰ δανεισθῶμεν χαρτί. Τῷ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι, ἐὰν τοῦτο γείνῃ, θὰ χρεωκοπήσωμεν. «Μὴ χάνεσθε, εἶπε δι’ αὐτὸ, διότι ἡ χρεωκοπία ὑπάρχει ἤδη.» Καταλαμβάνετε λοιπὸν, ὅτι ζητοῦσι νὰ δανεισθῶσι χρεωκόποι, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Διευθυντοῦ, ὅστις εἶναι ἄνθρωπος ἄλλοτε κυβερνήσας τὸν τόπον καὶ ἀναγνωρισθεὶς ὡς ἔχων ἱκανότητα· ὄχι μόνον ἱκανότητα, ἀλλὰ καὶ σωφροσύνην ἔχει, διότι ἀπεσύρθη ἀπὸ τὰ πολιτικά. Ἀφοῦ λοιπὸν τοιοῦτος ἄνθρωπος, ὅστις διευθύνει τὴν Τράπεζαν, σᾶς λέγει, ὅτι ἡ χρεωκοπία εἶναι πρὸ πολλοῦ, τί τὰ θέλετε τὰ δάνεια; Ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν θέλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τοὺς Ὑπουργοὺς, ἀλλὰ τὴν κατάστασίν μας, καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα οἱ Ὑπουργοὶ ζητοῦσι, πρέπει νὰ στηριχθῶσιν ἐπὶ μιᾶς βάσεως. Ποίας βάσεως; οὔτε ἐγὼ ἠξεύρω· Λοιπὸν δὲν πρόκειται, ἀξιότιμε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ πολιτικῆς συζητήσεως. Ἐὰν ἄφησαν ἐμὲ ν’ ἀνάψω τὸ λυχνάρι, τοῦτο γίνεται διὰ τὴν κατάστασίν μας. Ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς μοὶ εἶπε—καὶ σημειωτέον ὅτι δὲν εἶναι μὲν παρών, ἀλλὰ ἀπ’ αὐτὸν δύναταί τις νὰ μάθῃ περισσότερα, ἢ ἀπὸ τοὺς ἄλλους — «εἴμεθα ἕως ἐδῶ χωμένοι». Ἀφοῦ ὁ Πρωθυπουργὸς τὸ λέγει, τί νὰ σᾶς εἴπω ἐγώ; Ὁ κ. Κεχαγιᾶς λέγει, ὅτι ἐχρεωκοπήσαμεν, ὁ Πρωθυπουργὸς ὅτι εἴμεθα χωμένοι ἕως εἰς τὸν λαιμὸν, καὶ ἔπειτα λέγετε ἐμπρός. Καὶ ποῦ ἐμπρός;
§137ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβάλαμεν τὰς ἐργασίας, καὶ ἡ Βουλὴ ἂς κανονίσῃ αὐτάς.
§138ΖΩΧΙΟΣ. Βεβαίως θὰ ἐπικρατήσητε σεῖς, ἐγὼ δὲν ἀντιτείνω· ἀλλὰ ὡς πολιτευόμενοι συνταγματικῶς, πρέπει νὰ ἔχωμεν μίαν ἐξουσίαν ἰσχυράν. Ἐπὶ τέλους πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία ἐξουσία, ἡ παροῦσα, ἀλλὰ νὰ ἦναι ἐξουσία. Καὶ ἐγὼ πολλάκις εἶπον εἰς τὸν κ. πρωθυπουργὸν, μὴ ἀφίνεις νὰ φύγωσιν αἱ ἡνίαι. Ἀλλὰ τί ζητεῖτε; Νὰ συντρίψητε καὶ τὴν Βουλὴν, καὶ ἐνῷ πρόκειται περὶ σπουδαίων ζητημάτων, θέλετε νὰ συζητήσητε περὶ τῶν βοῶν καὶ τῆς ἐκθέσεως;
§139ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι βουλευταὶ, ἀποτείνομαι εἰς τὴν συνείδησίν σας. Πρὸς τί ὁ τόσος πάταγος τοῦ κ. βουλευτοῦ Μέσσης, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εὐηρεστήθη νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεων καὶ τῆς διαχειρίσεως αὑτῆς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ διαστρέψῃ, νὰ μεταβάλῃ τὸν κανονισμὸν τῶν συζητήσεων; Τὰ πάντα ἐτέθησαν ὑπὸ τὴν σκέψιν καὶ τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἀναμένομεν τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς· καὶ θὰ τὴν ἀναμένωμεν μετὰ θάῤῥους, διότι ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκόν μας πλέον παντὸς ἄλλου, καὶ τὰ πράγματα αὐτὰ δὲν θὰ ἀργήσωσι νὰ μᾶς δικαιώσωσι. Δὲν εἶναι λοιπὸν καμμία ἀνάγκη νὰ γίνηται οὔτε πάταγος, οὔτε θόρυβος, διότι ἡμεῖς δὲν ἀρνούμεθα, ἀλλ’ εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ δώσωμεν λόγον, καὶ οὐδέποτε θέλομεν ἀρνηθῆ τοῦτο. Τί θορυβεῖτε; Τί κόπτεσθε ἄνευ ἀνάγκης, ἄνευ προκλήσεως, κ. Ζωχιέ; Ἂς ἔχῃ ὀλίγην ὑπομονὴν, καὶ δὲν εἶναι μακρὰν ὁ καιρὸς, καθ’ ὃν θέλομεν ἀποδείξῃ, ὅτι αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως ἔγειναν συμφώνως πρὸς τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, καὶ συμφώνως πρὸς τοὺς πόθους τοῦ ἔθνους.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαΐμης ἔχει τὸν λόγον.
§141ΖΑΪΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι προώρως καὶ οὐχὶ κατὰ τὰ πρὸ ἐτῶν ἐπικρατοῦντα κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα εἰσήλθομεν εἰς πολιτικὴν συζήτησιν. Πρὸ 8 μηνῶν ἀφήσαμεν μίαν Κυβέρνησιν, ἣν περιεβάλομεν μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν· ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἔχει καθῆκον νὰ ἐκθέσῃ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους οὐ μόνον τὴν κατὰ τὸ παρελθὸν πορείαν αὐτῆς, ἀλλὰ νὰ δικαιολογήσῃ καὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἤδη καὶ τὰ ὁποῖα περιέχονται ἐν τοῖς γνωστοῖς νομοσχεδίοις, ἃ κατέθηκε χθὲς ἢ προχθὲς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ὑπουργείου, ὅστις εἶναι ὁ νοῦς καὶ ἡ διάνοια τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀντιπροσωπεύει κυρίως εἰς τὰ συνταγματικὰ Κράτη τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Πρωθυπουργὸς ἀσθενεῖ, ἀσθενῶν δέ, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπρεπε νὰ πράξῃ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πᾶσα συζήτησις εἶναι πρόωρος· ὅτι ὀφείλομεν ν’ ἀναμείνωμεν τὴν ἀνάῤῥωσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τὴν ἔκθεσιν παρ’ αὐτοῦ τῆς πολιτικῆς του καὶ τὴν αἰτιολογίαν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προτείνει. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται, πρὶν ἀκούσῃ τὸν Πρωθυπουργὸν, νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν οὐδεμίαν ἐρήμην τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συνάπτονται πρὸς τὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν μόνον νομοσχεδίων, ἀφορώντων ἁπλῶς εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν καὶ τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ὑποστηρίξωσιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ οἱ λοιποὶ Ὑπουργοί. Ὡς πρὸς δὲ τὰ νομοσχέδια τὰ συναπτόμενα μετὰ τῆς πολιτικῆς, ὡς πρὸς πᾶσαν συζήτησιν περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω, ὅτι εἶνε κοινοβουλευτικώτατον, πρὶν ἀκούσωμεν τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργείου, νὰ μὴ προβῶμεν εἰς οὐδὲν μέτρον.
§142ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶμαι καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνος μὲ τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ διακριθοῦν ποῖα εἶνε τὰ τῆς ἁπλῆς ὑπηρεσίας καὶ ποῖα τὰ συνδεόμενα μετὰ τῆς πολιτικῆς.
§144ΖΑΪΜΗΣ. Δύναμαι νὰ διακρίνω τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα συνάπτονται πρὸς τὴν πολιτικὴν, ἀπὸ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν· καὶ αʹ) ὑποστηρίζω ὅτι τὸ πρώτιστον νομοσχέδιον, τὸ συναπτόμενον πρὸς τὴν πολιτικὴν, εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως 12 ἑκατομμυρίων διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας. Μετὰ ταῦτα θεωρῶ ἐπίσης νομοσχέδια συναπτόμενα πρὸς τὴν πολιτικὴν τὰ νομοσχέδια τῶν συμβάσεων μετὰ τῶν δύω Τραπεζῶν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν δύνανται νὰ τεθῶσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, πρὶν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου ἔλθῃ καὶ ἐκθέσῃ τί κατὰ τὸ παρελθὸν ἔπραξα, δικαιολογήσῃ δὲ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν ἔσχον καιρὸν νὰ διέλθω ὅλα τὰ νομοσχέδια, διότι μόλις χθὲ; τὸ ἑσπέρας διενεμήθησαν, ἀλλὰ, καθόσον ἐνθυμοῦμαι, ἄλλα νομοσχέδια συναπτόμενα πρὸς τὴν πολιτικὴν δὲν ὑπάρχουν.
§145ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος· προσθέτω μάλιστα εἰς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσε, καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐντόκων γραμματίων, διότι καὶ αὐτὸ συνάπτεται τῷ ὄντι μετὰ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως.
§146ΤΙΝΕΣ. Καὶ τὰ στρατιωτικά.
§147ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντα τὰ λοιπὰ νομοσχέδια ἀφορῶσιν εἰς τὴν τρέχουσαν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, καὶ ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ, δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως αὐτῶν.
§148Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι ὀρθότερον, νομίζω, ν’ ἀναμείνῃ ἡ Βουλὴ τὴν προσέλευσιν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ μὴ διακόψωμεν τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἐλέχθη, ὅτι ἐγένετο ἄτακτος συζήτησις τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀναγκάζομαι ν’ ὑπομνήσω τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 34, καθ’ ἣν τὰ νομοσχέδια καὶ αἱ προτάσεις, αἵτινες ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλὴν, συζητοῦνται κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς των· ἑπομένως, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ δὲν εἶχε συντάξει ἡμερησίαν διάταξιν, νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο ἀταξία ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου.
§150ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζωχιοῦ, ὅστις ζητεῖ νὰ προταχθῇ παντὸς ἄλλου νομοσχεδίου ἡ πρότασίς του.
§152ΖΩΧΙΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Ζαΐμην.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τοῦτο ἀπωτέρω πρότασις εἶναι ἡ τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ὅστις προτείνει νὰ μὴ γείνῃ καμμία συζήτησις νομοσχεδίου, πρὶν παρουσιασθῇ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις αὕτη;
§154ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι.
§155Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁσάκις λέγετε, «ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ», νὰ κάμνητε τὴν διάκρισιν τίνος Πετιμεζᾶ.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἦτο πρόσφατος, καὶ διὰ τοῦτο ὅλοι ἐνθυμοῦνται ὅτι ἦτο τοῦ κυρίου Σ. Πετιμεζᾶ. Ἔρχεται λοιπὸν ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Ζαΐμη, κατὰ τὴν ὁποίαν θ’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῶν 4 νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, περὶ συμβάσεως μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, περὶ συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, περὶ αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τῶν ἐντόκων γραμματίων, καὶ περὶ πιστώσεως 12 ἑκατομμυρίων.
§157ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§158Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶνε ἐγγεγραμμένον.
§160ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Τὰ ἐπίλοιπα νὰ σταλῶσιν εἰς τὰς Ἐπιτροπάς.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ λοιπὰ ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ σταλοῦν ὅλα εἰς τὰς Ἐπιτροπάς;
§162ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ παραπεμφθοῦν τὰ ὑπόλοιπα νομοσχέδια εἰς τὰς ἐπιτροπὰς, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Αὔριον ἔχομεν συνεδρίασιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις (5 καὶ 10).