1878.01.30
941 στίχοι · 7.978 λέξεις · 82 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 52
Τῆς 30 Ἰανουαρίου 1878.
(Δευτέρα)
Ὥρα 2½. μ. μ.
Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ, ἐνθυμεῖσθε ὅτι χθὲς, ἀνεγνώσθησαν· ἑπομένως δὲν ἔχομεν. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεκάλεσεν εἰς ἐνέργειαν τὸν ταγματάρχην Καραϊσκάκην, τὸν λοχαγὸν Παπλοῦταν, τὸν ἴλαρχον Μαυρομιχάλην, τὸν λοχαγὸν Μυκώνιον καὶ τὸν λοχαγὸν Ῥούκην· ὁ κ. Καραϊσκάκης ἐδήλωσε καὶ διεύθυνε τὴν δήλωσίν του εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸν καὶ εἶπεν ὅτι δὲν ἐννοεῖ ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ἔλθῃ εἰς ἐνέργειαν· ὁ κ. Ῥούκης ὡσαύτως.
§2ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀνακοινώσεως τὴν ὁποίαν ἐκάματε, κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον, τοὐτέστι ἐπὶ τῆς ἀνακλήσεως εἰς ἐνέργειαν τῶν κ. συναδέλφων ἡμῶν καὶ ἐπὶ τῆς μὴ παραδοχῆς αὐτῶν. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ μὴ παραδοχὴ τῶν κ. συναδέλφων τοῦ νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν πολιτείαν καὶ τὴν πατρίδα, ἐὰν δὲν εἶναι ἄλλο τι, εἶναι ἄρνησις τῆς ὑποστηρίξεως τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως· αὐτὴν μόνον τὴν παρατήρησιν ἐνόμισα καθῆκον νὰ κάμω.
§3Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀντικρούσω τὸν κ. Πετσάλην, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς ἀπετάθη καὶ εἰς ἐμὲ, ἐγὼ δὲ εἶπον εἰς αὐτὸν ὅτι ἐὰν μὲ ἀνακαλέσητε εἰς ἐνέργειαν θὰ ἦμαι βουλευτής, ὁ δὲ ὑπουργὸς μοὶ εἶπεν ὅτι ἀνακαλούμενος εἰς ἐνέργειαν δὲν θὰ ἦμαι βουλευτής. Ἕνεκα τούτου δὲν ἐδέχθην. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει καμμία ἄρνησις πρὸς ὑποστήριξιν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως.
§4Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἠμπορεῖ νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν καὶ ἐπειδὴ εἷς ἐκ τῶν ἐπανελθόντων εἰς ἐνέργειαν καὶ μὴ δηλωσάντων εἶναι συγγενής μου, νομίζω ὅτι εὑρίσκομαι εἰς ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν ἐνόησε πώποτε, ὅτι ἀναλαμβάνων ὑπηρεσίαν, ὅτι θέλει ἀπολέσει τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα.
§5Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (ὑπουρ. Στρατιωτικῶν). Πολλοὶ τῶν κ. βουλευτῶν ἐδήλωσαν ὅτι εἰσὶν ἕτοιμοι νὰ δεχθῶσι στρατ. ὑπηρεσίαν, ἐκάλεσα μάλιστα ὅλους καὶ τοὺς ἠρώτησα, καὶ κατ’ ἀρχὰς πολλοὶ ἐδέχθησαν, καὶ ἐπροκάλεσα τὰ ἀναγκαῖα διατάγματα· ἀλλὰ καὶ μετὰ τὰ διατάγματα οἱ βουλευταὶ εἶναι κύριοι νὰ δεχθῶσιν ἢ ὄχι· ὥστε κανεὶς κίνδυνος διὰ κανὲν ἄτομον δὲν ὑπάρχει, διότι εἶναι δικαίωμα νὰ δεχθῇ ἢ ὄχι.
§6ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἀλλ’ ἡ ἐξήγησις, ἣν ἡ Βουλὴ ἔκαμε, ἦτο γενικὴ, καὶ εἰς οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν καὶ ἂν διορισθῶσιν οἱ βουλευταὶ δὲν ἀποβάλλουν τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα.
§7Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις εἶπεν....... ἀλλ’ εἰς ἄλλας θέσεις, διότι περὶ τῶν στρατιωτικῶν ἀνακαλουμένων εἰς ἐνέργειαν προβλέπει τὸ Σύνταγμα.
§8ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἡμεῖς δὲν ἐκάμαμεν διάκρισιν.
§9ΤΙΝΕΣ. Ἠμποροῦν νὰ λαμβάνουν ὑπηρεσίαν χωρὶς ὅμως νὰ λαμβάνουν καὶ μισθόν.
§10ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι δὲν ἠμποροῦν νὰ δεχθοῦν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ἂς τὸ εἴπῃ καθαρά· ἐνόσῳ ὅμως δὲν τὸ εἴπομεν, ἐννοοῦμεν ὅτι δεχόμενοι ὑπηρεσίαν δὲν χάνουν καὶ τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα.
§11Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι τὸ ὄντι, κύριε πρόεδρε, ἄπορον πῶς γίνεται συζήτησις ἐπὶ ἀντικειμένου τόσον καθαροῦ καὶ ἀναμφισβητήτου ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἐπιτρέπεται εἰς κανένα νὰ φέρῃ τὸν λόγον. Πρῶτον κατὰ τὴν πεποίθησίν μου δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος οὔτε οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ ἐκτεθοῦν, οὔτε οἱ Βουλευταὶ νὰ πάθουν τίποτε. Σήμερον ὅλως διόλου ἤλλαξεν ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν τόπον· ἑπομένως ὅλοι δυνάμεθα νὰ ἐπαναπαυώμεθα καὶ νὰ ἀπολαμβάνωμεν τῶν ἀγαθῶν τῆς εἰρήνης· ἐὰν ὅμως στρατιωτικός τις ἢ πολιτικός τις δεχθῇ ἀνακαλούμενος εἰς ἐνέργειαν ὑπηρεσίαν δὲν δύναται νὰ ᾖναι βουλευτής· αὐτὸ εἶναι ῥητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος καὶ δὲν δύναται νὰ παρερμηνευθῇ οὔτε ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον οὔτε ἀπὸ τὴν Βουλήν. Τὰ ἄλλα εἶναι περιττὰ καὶ μάταια.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν νὰ συνέλθῃ καὶ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν πολλὰς ἀναφοράς, διότι τὸ Προεδρεῖον γέμει πολλῶν τοιούτων, τὸ δὲ δικαίωμα τοῦ πολίτου εἶναι πολύτιμον καὶ καθιερωμένον ἀπὸ τὸ Σύνταγμα. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ συνέλθῃ καὶ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀναφορὰς καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, ἡ δὲ Βουλὴ νὰ προσδιορίσῃ ἡμέραν πρὸς συζήτησιν.
§13ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη ἐπί τινων ἀναφορῶν· δὲν θὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν;
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ ὅλων τῶν ἀναφορῶν.
§15Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 22 Ἰανουαρίου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω ὑμῖν, κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε λάβει τὸ μέτρον νὰ δώσῃ διαταγὴν εἰς μίαν μοῖραν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς τὴν Λαμίαν, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας. Ἐξήγησα δὲ ὑμῖν τότε τὰ πρόσφατα συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναγκάσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπισπεύσῃ νὰ λάβῃ κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας τὸ μέτρον τοῦτο, ὡς καὶ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὑπαγορεύσει ἐν γένει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς σκέψεις παραπλησίας. Τὸ μέτρον τοῦτο ἔσπευσα νὰ τὸ ἀνακοινώσω ὡσαύτως δι’ ἐγκυκλίου εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Βασιλέως παρὰ ταῖς μεγάλαις Δυνάμεσιν, ἐπίσης καὶ εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον παρὰ τῇ Πύλῃ· προφορικῶς δὲ ἀνεκοίνωσα τὸ μέτρον τοῦτο εἴς τε τὸν Φωτιάδην Βέην, πρεσβευτὴν τῆς Ὑψ. Πύλης, καὶ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν μεγάλων Δυνάμεων, οἵτινες διαμένουσιν ἐν Ἀθήναις. Τὴν ἐπιοῦσαν, 23 τοῦ μηνός, τινὲς τῶν ἀντιπροσώπων τῶν μεγάλων Δυνάμεων μοὶ παρέστησαν ὅτι, καθ’ ἃς ἔχουν πληροφορίας, ἡ Πύλη ἐθεώρει τὸ μέτρον τοῦτο τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὡς μὴ σύμφωνον μὲ τὰς συνθήκας, αἵτινες ὑπάρχουσιν ἐν ἰσχύϊ, ὅτι καθ’ ἃ εἰκάζουσιν ἡ Πύλη, θεωροῦσα τὸ μέτρον τοῦτο ὡς ἀθέτησιν τῶν συνθηκῶν, ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ ὑπολάβῃ ὡς ἔναρξιν ἐχθροπραξιῶν καὶ καταφύγῃ εἰς μέτρα, τὰ ὁποῖά εἰσι συνέπεια τῆς γνώμης της ταύτης. Εἰς τοὺς κυρίους ἀντιπροσώπους τῶν Δυνάμεων, οἵτινες μοὶ ἔκαμον τὴν ἐξήγησιν ταύτην, ἔσπευσα νὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον προέθετο, νὰ δηλώσω δὲ εἰς αὐτοὺς, ὅτι, ἐὰν αἱ Δυνάμεις ἐνόμιζον, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς αὐτὰς νὰ ἐκπληρωθῇ ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις προέθετο δι’ ἄλλης ὁδοῦ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ τί δύναται νὰ πράξῃ. Τὴν 24 τοῦ μηνὸς οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν μεγάλων Δυνάμεων μοὶ παρέστησαν, ὅτι καθ’ ἃς ἔχουν ὁδηγίας, αἱ Κυβερνήσεις των ἀναλαμβάνουν νὰ μεταχειρισθῶσι πᾶν μέτρον καὶ αὐτὰ τὰ πλέον ἔσχατα, διὰ νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν τιμὴν, τὴν ζωὴν καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν, καὶ ὅτι ἡ μελέτη καὶ ἡ σκέψις περὶ τῶν πόθων τῶν λαῶν τούτων καὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν ἤθελε γίνει ἀντικείμενον τῆς προσεχῶς συγκλιθησομένης διεθνοῦς Συνόδου. Ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὰς συμβουλὰς τῶν Δυνάμεων, ἀφοῦ μάλιστα φιλικαὶ παραστάσεις ἐγίνοντο εἰς αὐτὴν, ὅτι ἡ εὔκολος ἀποδοχὴ τῶν συμβουλῶν τῶν μεγάλων Δυνάμεων παρὰ τῆς Εὐρώπης ἤθελεν εὐκολύνει τὰς εὐμενεῖς προαιρέσεις τῶν Δυνάμεων, ὅσαι θέλουσι μετάσχει τῆς Εὐρωπαϊκῆς Συνόδου, κατὰ τὴν ἐν τῷ διεθνεῖ Συνεδρίῳ ἐξέτασιν καὶ τὸν κανονισμὸν τῶν πόθων καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν. Ταῦτα ἔκρινα νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§17ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει νὰ εἴπῃ τίποτε· ὅταν ἔλθουν τὰ ἔγγραφα καὶ τελειώσῃ ὅλη αὐτὴ ἡ ἱστορία, τότε ἠμποροῦμεν νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν.
§18ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δὲν προτίθεμαι νὰ ἀνοίξω συζήτησιν, σκοπὸν ἔχουσαν τὸν πόλεμον, καθ’ ὅσον εἶπε προηγουμένως ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργός. Προτίθεμαι μόνον τὴν ἀτομικήν μου γνώμην νὰ ἐκφράσω, διότι διὰ πολλοῦ χρόνου ἡ συνείδησίς μου πιέζεται ἐπὶ τῶν τελουμένων. Ἤμην ὁ τελευταῖος ὁ ἀποφασίσας νὰ δώσω τὴν βαρεῖαν ἐκείνην ψῆφον κατὰ τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν. Ἐγίνωσκον τὴν κατάστασιν ἡμῶν καὶ τὰς παρασκευὰς καὶ τὴν ἐγκατάλειψιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα ἐκ μέρους τῆς Εὐρώπης, ἣν μᾶς ἐξέθεσεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰς δύω μυστικὰς συνεδριάσεις, καὶ ἥτις μᾶς εἶπεν, ὅτι διὰ παρατόλμου τινὸς κινήματος, δι’ ἀποφάσεως σταθερᾶς καὶ ἀκλονήτου, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ συμμερισθῇ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, ὅτι δι’ αὐτῶν καὶ μόνον ἠδυνάμεθα νὰ μετατρέψωμεν τὴν φορὰν τῆς εἱμαρμένης καὶ νὰ ἀναγκάσωμεν τὴν Εὐρώπην νὰ φροντίσῃ καὶ περὶ ἡμῶν. Σήμερον ἀκούσας τὸν κ. ὑπουργὸν, ᾐσθάνθην λύπην καὶ ἀγανάκτησιν, καὶ ταύτην ἐκφράζω.
§19ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον δὲν ὀφείλει ἐπὶ πλέον νὰ σιωπήσῃ, κατόπιν τῶν ὅσων ἐλέχθησαν κατὰ τὴν 19 Ἰανουαρίου ἐν μυστικῇ συνεδριάσει, κατόπιν τῆς ἐπισήμου ἀνακοινώσεως τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς εἰσόδου τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἰς τὰς ὁμόρους ἑλληνικὰς ἐπαρχίας, καὶ κατόπιν τῆς ἀνακοινώσεως, ἣν σήμερον κάμνει περὶ τῆς ἐπανόδου τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἰς τὰ ἴδια. Ἡ μετὰ προσοχῆς ἐξέτασις τῶν γεγονότων, ἅτινα λαμβάνουσι χώραν ἀπὸ τῆς πτώσεως τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, παρέχει εἰς πάντα εὔλογον τὸ δικαίωμα νὰ ὑποπτεύῃ μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου, κατὰ πόσον ἡ Κυβέρνησις ἦτον ἐν γνώσει ἢ ἐν ἀγνοίᾳ τῶν συνεπειῶν τοιαύτης πολιτικῆς. Μετὰ τὴν σήμερον ἀνακοίνωσιν τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἐπανόδου τοῦ στρατοῦ, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἐξακολουθήσῃ σιωπῶν, ἀφοῦ ἡ τοιαύτη μέχρι τοῦδε πολιτεία του κατέληξεν εἰς τοιαῦτα οἰκτρὰ ἀποτελέσματα. Ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, κύριοι, πρὸ ἑνὸς ἔτους ὑπέδειξα, ἐν γνώσει ὢν τῆς πτωχείας καὶ τῆς στρατιωτικῆς γυμνότητος τοῦ τόπου, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε διὰ πάσης θυσίας νὰ παρέμβῃ εἰς τὸν ἀπὸ δύω ἐτῶν ἀρξάμενον ἀγῶνα ἐν τῇ Ἀνατολῇ· δικαιοῦμαι ὅθεν σήμερον νὰ ἐκφρασθῶ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις, ἀφοῦ καλῶς ποιοῦσα διέταξε τὸν στρατὸν νὰ εἰσελάσῃ εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας, μετὰ 24 ὥρας ἀνεκάλεσεν αὐτόν. Ὅταν κατὰ τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν τῆς προχθὲς ἔδωκα ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἤμην πλέον ἢ βέβαιος περὶ τῆς πραγματοποιήσεως τῶν πόθων σύμπαντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ διὰ τῆς εἰσελάσεως τοῦ τακτικοῦ ἡμῶν στρατοῦ εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας. Τὴν ἐπιοῦσαν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπισήμως ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ μέτρον αὐτό· δὲν ἐπίστευσα ὅμως εἰς τοὺς λόγους δι’ ὧν ἠθέλησε τυπικῶς νὰ τὸ δικαιολογήσῃ, διότι τοιοῦτοι λόγοι δὲν ἠδύναντο σπουδαίως νὰ ὑποστηριχθῶσιν ἐνώπιον ξένων ἐπικρατειῶν, ὅτι δηλ. ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἐλαύνων εἰς τὰς ὑπὸ τὴν Τουρκίαν ὁμόρους ἐπαρχίας, ἔστω καὶ διὰ τὸν φιλανθρωπικώτερον καὶ χριστιανικώτερον σκοπόν, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἤθελε προκαλέσει σπουδαίας περιπλοκάς. Ἐδικαιούμην ὅθεν νὰ πιστεύω, ὅτι αἱ συνέπειαι αὗται ἦσαν ἐκ τῶν προτέρων γνωσταὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ἐπίσης καὶ ἡ δοθεῖσα ὑπόσχεσις εἰς αὐτὴν ὑπὸ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων ἐπὶ τῇ ἀσφαλείᾳ τῶν δούλων ἀδελφῶν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως τῆς ἀνακλήσεως τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἠξεύρῃ, ὅτι ἐκ τοιούτων ὑποσχέσεων δὲν ἠδύνατο νὰ προσδοκᾷ ἀντάξια τῶν πόθων καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἑλληνισμοῦ· ἄλλως τε αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ὡμολόγησεν ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει, ὅτι τὰ ἀσύντακτα κινήματα δὲν ἐμπνέουσιν ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς δούλους Ἕλληνας, καὶ ὅτι δὲν ἠδύνατό τις νὰ ἐλπίζῃ δι’ αὐτῶν σοβαρὰ ἀποτελέσματα. Εἴμεθα δ’ ἐν γνώσει ὅτι ἀπό τινος χρόνου ἀσύντακτα κινήματα ἐλάμβανον χώραν. Ἡ Κυβέρνησις ἐπισήμως εἶπεν, ὅτι μόνη ἡ παρουσία τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ δύναται νὰ ἐμπνεύσῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς κατοίκους τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν, καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον αὐτόν, καὶ ὑπὸ τὰς ἰδέας αὐτὰς, ἡ Βουλὴ παμψηφεί, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ἀπεδέχθη τὸ προτεινόμενον μέτρον. Καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα, ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις, ἡ τῆς ἐνεργοῦς πολιτικῆς, ἡ Κυβέρνησις τοῦ πολέμου, διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς ἀναγγέλλει σήμερον, ὅτι διετάχθη ὁ τακτικὸς τῆς Ἑλλάδος στρατὸς νὰ ἐπανακάμψῃ εἰς τὰ ἴδια. Τοιαύτη πολιτικὴ, κύριοι, εἶναι πολιτικὴ ἀσυγχώρητος, καὶ δικαιοῦμαι νὰ τὴν κατακρίνω ἀνεπιφυλάκτως, καθ’ ὅσον ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς παρατηρήσεις τινὰς συναδέλφων ἀντετάχθη εὐγλώττως εἰπὼν «ἐπὶ τοσοῦτον φοβεῖσθε τὸ πτῶμα τοῦ ἐχθροῦ σας;» Εἶχον καθῆκον, κύριοι, νὰ ἐκφράσω πλήρη τὴν ἀγανάκτησίν μου κατὰ τοῦ μέτρου τῆς ἀνακλήσεως τοῦ στρατοῦ, καθ’ ὅσον ὑποπτεύω, ὅτι τοῦτο ἦτο γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, θέλω δὲ προκαλέσει, ἂν μοὶ δοθῇ εὐκαιρία, ἀνακρίσεις, ἵνα γνωσθῇ ἡ ἀλήθεια, διότι δυστυχῶς ἀπό τινος χρόνου παίζομεν τὰ ἱερώτερα. Καὶ κατὰ τὰ 1854 καὶ κατὰ τὰ 1867 ἔλαβον χώραν ἀσύντακτα κινήματα, οὐδέποτε ὅμως Κυβέρνησις ἐτόλμησε νὰ ἐκθέσῃ τὴν τιμὴν τοῦ στρατοῦ. Μόνοι οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς τὰς τάξεις αὐτοῦ δύνανται νὰ ἐκτιμήσωσι τὴν τοιαύτην πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως.
§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, θέλω σᾶς εἴπει ὀλίγα οὐχὶ ἵνα ἀντικρούσω ἐκφρασθείσας ὑπονοίας — διότι δὲν καταδεχόμεθα ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς ὑπονοίας, εἴμεθα ἀνώτεροι τούτων —οὐχὶ διὰ νὰ ὑπερασπίσωμεν τὴν θέσιν ἡμῶν· δὲν ἀγωνίζομαι διὰ τοῦτο, διότι σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τοσούτων εὐτελῶν ἀντικειμένων. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐξηγήσω πῶς ἐνηργήσαμεν ἡμεῖς χάριν τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος καὶ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται τὰ πράγματα. Δὲν πρόκειται περὶ ἡμῶν καὶ τῆς ἡμετέρας εὐθύνης, τὸ ἐπαναλαμβάνω· ὅλα τὰ καταφρονοῦμεν καὶ εἴμεθα ἀνώτεροι τοιούτων μικρολογιῶν. Ἑπομένως ἀποκρούω τοιαύτας ἰδέας, καὶ δὲν καταδεχόμεθα ν’ ἀπαντήσωμεν. Κύριοι, ὑπῆρχεν ὁ ἀγὼν ἐκκρεμὴς, ὅτε σᾶς ἐξηγήσαμεν τὴν πολιτικὴν ἡμῶν. Γνωστὸν ὑμῖν εἶναι ὅτι ἐπῆλθεν ἀνακωχὴ, εἰρήνη ἤδη. Οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν, ἐξακολουθοῦντος τοῦ πολέμου, ἐπανέστησαν, καὶ ἡ τιμὴ, ἡ ζωὴ, ἡ περιουσία των ἠπειλοῦντο. Οὐδεμία ἀσφάλεια ὑπῆρχεν εἰς αὐτούς. Χρέος ἡμῶν ἐνομίσαμεν τότε ἱερὸν καὶ ἀπαραίτητον νὰ παράσχωμεν αὐτοῖς τὴν ἡμετέραν βοήθειαν. Τὸ ἐπράξαμεν καὶ ὑπεβάλομεν τὴν ἀπόφασίν μας αὐτὴν εἰς τὴν Εὐρώπην. Ἡ Εὐρώπη καὶ αὐτὴ ἀκόμη μὴ γνωρίζουσα τὰ λαβόντα χώραν, μὴ γνωρίζουσα τὴν ἀνακωχὴν δὲν ἀπεδοκίμασε τὴν πρᾶξίν μας. Οὐδαμόθεν ἐλάβομεν ἀποδοκιμασίαν· ὅλοι ἀπέβλεψαν μετ’ εὐμενείας εἰς τὸ γεγονὸς τοῦτο. Ἀλλὰ, κύριοι, δυστυχῶς οὐχὶ ἡμεῖς, ὅλος ὁ κόσμος εὑρίσκετο εἰς πλάνην, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἐνηργοῦμεν, ἡ εἰρήνη καὶ ἡ ἀνακωχὴ εἶχον ἐπέλθει· ὁ ἀγὼν ἔπαυσεν· ἔμειναν δὲ οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν ἐπαναστατήσαντες, καὶ ἡμεῖς μόνοι τρέξαντες νὰ τοὺς ὑπερασπισθῶμεν. Ἡ Εὐρώπη τὴν στιγμὴν ταύτην ἑπομένως μᾶς εἶπεν: «ὅ,τι πράττετε ἤδη, ὅ,τι πράττετε μετὰ τὴν εἰρήνην, εἶναι παρεκτροπὴ, εἶναι κακὸν καὶ δὲν ἐγκρίνομεν νὰ ἐπιμείνητε. Ἐὰν ἐπιμείνητε, σᾶς ἀρνούμεθα καὶ τὴν ὑποστήριξιν καὶ τὰς συμπαθείας μας. Ἐὰν συμμορφωθῆτε μὲ ὅ,τι σᾶς ὑπαγορεύομεν, ἀναδεχόμεθα νὰ ὑπερασπισθῶμεν καὶ τοὺς ἀδελφούς σας καὶ τὰ δικαιώματα αὐτῶν· ἄλλως, θὰ εὑρεθῆτε μόνοι, ἐστερημένοι τῆς συμπαθείας καὶ τῆς ὑποστηρίξεως ἡμῶν.» Τί ἔπρεπε, κύριοι, νὰ πράξωμεν; Ἐπιθυμοῦμεν σήμερον, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα ἐτέθη οὕτω, νὰ τὸ λύσητε. Ἐὰν κακῶς ἐπράξαμεν, θέλομεν ἐξέλθει καὶ θέλουσιν εἰσέλθει ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι κακῶς ἐπράξαμεν, καὶ αὐτοὶ κάλλιον δύνανται νὰ πράξωσιν. Ἐπαναλέγω, ὅπως ἐτέθη τὸ ζήτημα, πρέπει ν’ ἀποφανθῆτε ἐὰν καλῶς ἐπράξαμεν ἢ ὄχι.
§21ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι καιρός.
§22ΕΤΕΡΟΙ. Εἶναι καιρός· (θόρυβος).
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐζητήσαμεν παρ’ ὑμῶν ψῆφον ἐμπιστοσύνης, οὔτε φέρομεν ἡμεῖς τὸ ζήτημα. Ἡμεῖς σᾶς ἀνεκοινώσαμεν τὰ γεγονότα τετελεσμένα. Ἐπειδὴ θέλετε νὰ τὰ δικάσητε, πρέπει νὰ ἔχητε τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίξητε τὴν πεποίθησίν σας καὶ νὰ ἀποφασίσητε, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐπράξαμεν, διὰ τῆς ψήφου σας· (θόρυβος). Δὲν εἶναι καιρὸς λόγων καὶ φωνῶν· ἂς μὴ ἔρχωνται, κύριοι, τὰ ζητήματα ἐνώπιόν σας, ὅτε νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς νὰ συζητῆτε καὶ ἀποφασίζητε, ἀφήσατε δὲ ἡμᾶς νὰ ἐνεργῶμεν. Ὅταν ὅμως ἀρχίζητε τὰς ἐπικρίσεις, πρέπει νὰ ἔχητε τὸ θάῤῥος νὰ λύητε τὸ ζήτημα.
§24ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν ὑπάρχει Ἕλλην, ὁ ὁποῖος σήμερον δὲν κλαίει· ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται· τὰς παρελθούσας μου γνώμας τὰς γνωρίζετε· ἡ Κυβέρνησις δὲ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, κατὰ τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, μᾶς εἶπεν, ἰδοὺ τί σκοπεύω νὰ πράξω· ἡ δὲ Βουλὴ δὲν ἐψήφισε τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἶπε: σήμερον Κυβέρνησις ἄλλη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ. Νομίζω δὲ ὅτι ἡ Κυβέρνησις κακῶς πράττουσα κατὰ πᾶσαν στιγμὴν μᾶς ἐρωτᾷ· τί χρὴ δρᾶν;
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖος σᾶς ἠρώτησε; ἀνηγγείλαμεν ἁπλῶς.
§26ΖΩΧΙΟΣ. Ὅταν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς εἶπεν, ἂς βάλωμεν τὸ χέρι μας εἰς τὴν καρδίαν μας, ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ τῷ εἴπωμεν, ἂς βάλωμεν τὸ χέρι μας εἰς τὴν κεφαλὴν μας. Ἡμεῖς ὅμως δὲν τὸ ἐβάλαμεν, ἀλλὰ τρέχομεν ὀπίσω πόθων, ὁρμῶν, ἐφέσεων, λογικὸς δὲ ὑπολογισμὸς δὲν ἐγένετο. Εἰς ἄλλην πόλιν καὶ εἰς ἄλλους χρόνους ἄλλοι ἔκαμον μυστικὴν συνεδρίασιν, ὀνομαστὶ δὲ εἰς τὴν πατρίδα τοῦ πρωθυπουργοῦ, εἰς τὴν ἀρχαίαν Σπάρτην, συνεσκέφθησαν κατ’ ἰδίαν, δὲν προσεκολλήθησαν ὅμως εἰς πόθους καὶ συμπαθείας ἀλλ’ ἠρεύνησαν τί λογικῶς ὤφειλον νὰ πράξουν. Ἡμᾶς δέ, δυστυχῶς δὲ καὶ τὸ ἔθνος, κατέλαβε ἀσθένειά τις ἀλλόκοτος. Βασιλεὺς δέ τις, ὁ ἄλλοτε κληθεὶς νὰ βασιλεύσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὁ μετὰ ταῦτα βασιλεὺς Βελγίου, ἔλεγε, τὰ ἔθνη καταλαμβάνονται ἐνίοτε ὑπὸ ἀσθενείας καλλοτικῆς, κυριεύεται δὲ ὅλος ὁ τόπος ὑπ’ αὑτῆς, εἶναι δὲ ἀδύνατον νὰ λαλήσῃ τις καὶ νὰ τὸν ἀκούσουν. Σήμερον δὲ καὶ ὁ τόπος μας, ὅπως ἔχει, εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῇ φάρμακον θεραπευτικόν, διότι κατέχεται ὑπὸ πυρετοῦ. Πρὸς τὴν ἀσθένειαν αὐτήν, εἶπεν ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος, δὲν δύνασαι ν’ ἀντιπαλαίσῃς, πρέπει δὲ νὰ συμβιβασθῇς μετ’ αὐτῆς. Δυστυχῶς δὲ συνεβιβάσθη μετὰ τῆς ἀσθενείας καὶ ἡ Κυβέρνησίς μας, ἡμεῖς δὲ διὰ τῆς σιωπῆς μας παρεδέχθημεν τὸν συμβιβασμόν. Τὸ πρὸς κέντρα λακτίζειν εἶναι καὶ σκληρὸν καὶ μάταιον. Ἡ Κυβέρνησις δὲ δὲν ἔπρεπε νὰ μᾶς ἀναγγείλῃ τὰ συμβάντα, δυστυχῶς δὲ εἰς τὴν ἀναγγελίαν αὐτὴν ἐγένετο ἀντίῤῥησις καὶ τὸ ζήτημα περιεπλέχθη, διότι ἡ Κυβέρνησις μᾶς λέγει: τοιαύτη εἶμαι· δὲν σοῦ ἀρέσῃ; διαδεχθῆτέ με. Ἀλλὰ τὸ διαδεχθῆτέ με ἔχει πολλὰς δυσκολίας. Νομίζω δὲ ὅτι φρονίμως ποιοῦμεν, ἂν ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ὅπως εἶναι, βεβαρυμένην, εἴτε δικαίως εἴτε ἀδίκως, ἡμεῖς δὲ ἂς μὴ ἀναδεχῶμεν εἰς βάρος μας οὐδέν, διότι δὲν εἴμεθα σήμερον εἰς κατάστασιν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα.
§27ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὀλίγα ἔχω νὰ εἴπω, διότι φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς ἀκόμη νὰ κρίνωμεν ἐντελῶς τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ λάβωμεν γνῶσιν ὅλων τῶν λεπτομερειῶν τῆς ὅλης αὐτῆς πολιτικῆς καὶ ἐπὶ τούτῳ νομίζω, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ὅλων τῶν ἐγγράφων. Ἔλαβον δὲ τὸν λόγον κυρίως διὰ νὰ προκαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταθέσῃ ὅλα τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα τὰ μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῶν ξένων Δυνάμεων καὶ αὐτῆς τῆς Υ. Πύλης.
§28ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§29ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπέδειξεν ὅτι αἱ Δυνάμεις ὑπεσχέθησαν ν’ ἀναλάβουν τὴν προστασίαν τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις προετίθετο ν’ ἀναλάβῃ, δι’ αὐτὸ προτείνω καὶ ἀξιῶ ἡ Κυβέρνησις νὰ καταθέσῃ ὄχι μόνον τὰ ἐπὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως διαμειφθέντα ἔγγραφα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐπὶ τῆς παρελθούσης Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πολλαὶ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων καὶ ἰδίως ἡ Ἀγγλία ἔδωκε ῥητὴν τὴν ὑπόσχεσιν ἐγγράφως μάλιστα, ὅτι θὰ καταβάλῃ ὅλην τὴν δύναμιν αὑτῆς καὶ τὴν ἐπιῤῥοὴν νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν Σλαβισμὸν νὰ ὑπερισχύσῃ κατ’ οὐδὲν ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, πρὸς τοῦτο δὲ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων τῶν μελῶν τῆς πρώτης Κυβερνήσεως καὶ ἰδίως τοῦ πρώην ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐπιμένω λοιπὸν εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων.
§30Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι καὶ ἡμεῖς πρὸ πάντων πταίομεν. Ἐὰν ἐν ἀρχῇ τὸ Κοινοβούλιον ἐξεπλήρου ὅπως ἔπρεπε τὰ καθήκοντά του, τὰ πράγματα δὲν ἤθελον φθάσει εἰς τὸ σημερινὸν σημεῖον· αἱ ἀποφάσεις τοῦ Κοινοβουλίου ὅλαι κατὰ τὸ διάστημα τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ἦσαν ἀποφάσεις ἐν τῷ σκότει γενόμεναι· πάντοτε οἱ ὑπουργοὶ προέβαλον, ὅτι τὰ μεγάλα συμφέροντα ἀπήτουν νὰ κρατήσωμεν μυστικισμόν. Καὶ ἔχομεν καὶ εὐθύνην, διότι ἡμεῖς κατὰ τὰ ⅘ εἴπομεν, ὅτι ὁ μυστικισμὸς εἶναι ἡ ὀρθὴ πολιτική. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη διελύθη ἀφ’ ἑαυτῆς, χωρὶς τὸ Κοινοβούλιον νὰ μάθῃ οὔτε τὸν λόγον, καὶ τὸ Κοινοβούλιον ἔλλειψε ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωσιν σπουδαιοτάτου καθήκοντος. Ἀπὸ ἀτόπου λοιπὸν εἰς ἄτοπον περιπεσόντες ἐφθάσαμεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον· οὐδέποτε ἐσυζητήσαμεν σπουδαίως, οὐδέποτε ἐξετιμήσαμεν ποῖα εἶναι τὰ ὑψηλὰ καθήκοντα καὶ ἡ μεγάλη εὐθύνη τὴν ὁποίαν ἔχει αὐτὸ τὸ Σῶμα. Μᾶς ἀνήγγειλε σήμερον ἡ Κυβέρνησις, ὅτι συνεπεία τῆς ἀποφάσεως τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ Κοινοβούλιον, τὰ στρατεύματα διετάχθησαν κατὰ τὴν εἰκοστὴν δευτέραν καὶ νομίζω κατὰ τὴν 21 καὶ ὄχι κατὰ τὴν 22, ὡς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ διαβῶσι τὰ σύνορα.
§31Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶπον, ὅτι ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 22, ὅτι διετάχθησαν.
§32ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν πειράζει.
§33ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τὴν ἀκρίβειαν.
§34ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡμεῖς εἰς αὐτὰ χανόμεθα, εἰς τὴν ἀκρίβειαν καὶ τοὺς τύπους καὶ τὰς θεατρικὰς παραστάσεις.
§35ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλετε ἔχει ἀπάντησιν, κύριε Πετιμεζᾶ. Εἴπετε, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν σᾶς ἔδωκεν ἀκριβεῖς πληροφορίας.
§36ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μᾶς ἀνήγγειλε σήμερον, ὅτι τὰ στρατεύματα ἐπανῆλθον. Δὲν εἴχομεν βεβαίως ἀνάγκην νὰ μάθωμεν τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι ὅλοι τὸ γνωρίζομεν, ἀπὸ τοῦ παλατίου τοῦ Βασιλέως μέχρι τῆς καλύβης τοῦ τελευταίου πτωχοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ τὰ πράγματα πρέπει νὰ μείνωσιν ἕως ἐδῶ· δὲν δύνασθε νὰ γείνετε κριταὶ χωρὶς νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, τοὺς ἐπισήμους λόγους, ὧν ἕνεκα ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην. Δὲν εἴμεθα εἰς καιρὸν σήμερον ν’ ἀποφανθῶμεν ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν πρέπει ὡς τυφλοὶ νὰ ὁδηγώμεθα εἰς τὰς ἀποφάσεις μας, ἐὰν θέλωμεν νὰ κρατήσωμεν τὴν σοβαρὰν θέσιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ μία Βουλή· ἄλλως, τότε ἂς εἴπωμεν, ὅτι εἴμεθα τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τῆς Νταλαμανάρας, καὶ ὄχι Κοινοβούλιον.
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πετιμεζᾶ, τότε πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αὐτὰ, ὅταν δὲν ἤρχιζον τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἐπίκρισιν. Ἡμεῖς δὲν ἤλθομεν νὰ ζητήσωμεν ψῆφον.
§38ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ ἀποκρούω, ὅτι δὲν ἦτο ὁ καιρὸς σήμερον εἰς κατακρίσεις. Ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ παρεξέκλινε τῆς πρώην αὐτῆς ἀποφάσεως χωρὶς νὰ παραιτηθῇ, ἔχει πολὺ σπουδαίους λόγους, διότι, ἐὰν ἦτο καθαρῶς μία παλιμβουλία, μία ἀλλαγὴ ἰδέας ἢ πολιτικῆς, βεβαίως τὸ ὑπουργεῖον, σεβόμενον ἑαυτὸ, ἔπρεπε νὰ παραιτηθῇ διὰ νὰ ἔλθῃ ἄλλο ὑπουργεῖον νὰ κάμῃ τὴν ἀνάκλησιν τοῦ στρατοῦ καὶ νὰ διορθώσῃ τὰ πράγματα. Ἐνόσῳ ὅμως τὸ ὑπουργεῖον μένει εἰς τὴν θέσιν του, θὰ εἴπῃ ὅτι ἔχει λίαν σπουδαίους λόγους, καὶ αὐτοὺς τοὺς λόγους δὲν εἶναι καιρός, ἀφοῦ μετ’ ὀλίγον συνέρχωνται εἰς συνδιάσκεψιν αἱ μεγάλαι Δυνάμεις, νὰ τοὺς ἀναπτύξωμεν ἡμεῖς οἱ μικροὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξετελέσαμεν κατὰ τὸ παρελθὸν τὸ καθῆκόν μας, νὰ ἀναπτύξωμεν σήμερον αὐτοὺς δημοσία. Προτείνω λοιπὸν, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ παύσῃ ἕως ἐδῶ.
§39ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ ἡ Κυβέρνησις βεβαίως ἔχει τὸ δικαίωμα, καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, ἡ μὲν πρώτη νὰ ζητῇ ὁσάκις θέλει τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ διαφόρων ζητημάτων τῆς διοικήσεως, ἡ δὲ Βουλὴ ν’ ἀποφαίνηται περὶ αὐτῶν· ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα οὔτε ἡ Κυβέρνησις εἰς πᾶσαν ἐποχὴν, οὔτε ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιλαμβάνηται ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνώτεραι περιστάσεις δὲν ἐπιτρέπουν.
§40ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἀπεναντίας προκαλεῖ τὴν συζήτησιν, ἀπαιτεῖ ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος, νὰ καταδικάσωμεν τὴν ἀνάκλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, τὴν ἀτίμωσιν αὐτοῦ.
§41ΡΙΚΑΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε δὲν σᾶς ἐννοῶ. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἦλθε μὲ ἓν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον παρεδέχθη τὸ Κοινοβούλιον, νομίζω ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ν’ ἀνακοινώνῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον τὰ διάφορα βήματα αὐτῆς, καὶ νὰ ζητῇ ῥητὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ, οὔτε ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προκαλῇ ὁψέποτε θέλει τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ζητῇ λόγον τῶν γενομένων, καὶ νὰ προκαλῇ τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων, τῶν ὁποίων ἡ δημοσίευσις ἴσως δὲν δύναται γείνῃ ἄνευ βλάβης τοῦ ἔθνους. Θὰ ἐπιτρέψῃ λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἐπιμονὴ μετὰ τῆς ὁποίας ἐξεφράσθη, ζητῶν τὴν ῥητὴν ἀπόφασίν του, εἶναι καὶ ἀδικαιολόγητος, καὶ δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς. Ἀφ’ ἑτέρου οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι προώρως κατ’ ἐμὲ ἐζήτησαν τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων, καὶ ἐπεφυλάχθησαν νὰ συζητήσωσι κατ’ οὐσίαν τὸ ζήτημα, νομίζω, ὅτι ἐπροχώρησαν εἰς βαθμὸν, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ δημοσία συζήτησις βεβαίως θέλει εἶσθαι ἐπιβλαβής. Ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν ἐζήτησε μόνον τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, τὴν δὲ εὐθύνην ἀνέλαβε μετὰ θάῤῥους. Ἡ ἐνέργεια λοιπὸν τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐτελείωσε· ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ τὴν πορείαν της, καὶ εἰς τὸ τέλος δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν λόγον· ἐὰν σήμερον νομίζωμεν, ὅτι ἡ ἐμπιστοσύνη δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ, αὐτὴν τὴν συζήτησιν τὴν ἐννοῶ. Ἀλλ’ ἐὰν νομίζουν, ὅτι δὲν ἔχομεν λόγον ν’ ἀρνηθῶμεν τὴν πλήρη ἐμπιστοσύνην, πρέπει ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰ λεχθέντα καὶ νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος.
§43ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρὸ 4 μηνῶν ἀφ’ ὅτου συνεδριάζομεν, ἡ ὄψις τοῦ Ἑλληνικοῦ κοινοβουλίου μετεβλήθη, πᾶσα πρότασις τῆς Κυβερνήσεως ἐγίνετο δεκτὴ ἄνευ συζητήσεως καὶ πολλάκις, καθὼς προεῖπεν ὁ προαγορεύσας ἀξιότιμος φίλος μου κ. Πετιμεζᾶς, διὰ τοῦ ἁπλοῦ μυστικισμοῦ ἱκανοποιεῖτο ἡ συνείδησις τῆς Βουλῆς. Ἄνθρωποι μόνον τὸ ἐξωτερικὸν φαινόμενον ἐξετάζοντες ἐτόλμησαν νὰ εἴπουν ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ τῆς διαγωγῆς της ταύτης παρεβίασε τὸ καθῆκόν της, ὅτι οἱ βουλευταὶ ὡδηγοῦντο ἀπὸ τοὺς 4 δακτύλους ἢ τοὺς 5 τῶν 4 ἢ 5 κομματαρχῶν, οἱ ὁποῖοι ἐντὸς τῆς Κυβερνήσεως εὑρίσκοντο, καὶ ὅτι τὴν συνείδησίν μας ἀφήσαμεν ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου. Ἔπεσεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ συγκειμένη ὑφ’ ὅλων τῶν κομματαρχῶν, καὶ ἐσχηματίσθη Κυβέρνησις ὑφ’ ἑνὸς καὶ μόνου, Κυβέρνησις ἀνεπαρκὴς, καθὼς πολλάκις ἐῤῥέθη πρὸ τῆς συγκροτήσεως τῆς οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως καὶ παρ’ ἑνὸς τῶν μελῶν τῶν συγκροτούντων τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν· καὶ μολαταῦτα 4 ἢ 5 ἡμέραι μόλις παρῆλθον ἀφ’ ὅτου παμψηφεὶ ἡ Βουλὴ εἶπεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, βάδισε εἰς τὸν ἀκανθώδη δρόμον τὸν ὁποῖον μοῦ ὑποδεικνύεις ὅτι θὰ βαδίσῃς, ἔχεις πλήρη τὴν ἐμπιστοσύνην μου σὺ ἡ ἀνεπαρκὴς Κυβέρνησις. Διατί ὅλα αὐτὰ, κύριοι; Ἐξέλιπε τῷ ὄντι ἡ συνείδησίς μας; ἠρνήθημεν τὰς πεποιθήσεις μας; Ὄχι! ὑπεράνω καὶ τῶν 4 καὶ τῶν 5 κομματαρχῶν καὶ ὑπεράνω ὅλων ἡμῶν, ὅλων τῶν φατριῶν, ὅλων τῶν κομμάτων, μία ἱερὰ ἰδέα ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου ἐβασίλευσε, ἡ ὁποία ὑπέταξε τὰ πάντα καὶ τὰς προκαταλήψεις μας καὶ τὰ πάθη μας καὶ τὰ μίση καὶ τὰς ἀγάπας μας, ἡ ἰδέα τῆς πατρίδος.
§44ΖΩΧΙΟΣ. Τὴν εἴχομεν πάντοτε.
§45ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν σᾶς διακόπτω ποτὲ, κ. Ζωχιὲ, ἀδιακόπως διακόπτετε. Σιγήσατε τοὐλάχιστον αὐτὴν τὴν στιγμήν. Μία καὶ μόνη, λέγω, ἰδέα ἐκυρίευσεν, ἡ τῆς κρισίμου θέσεως, οὐχὶ τῆς μικρᾶς ταύτης καὶ ἀσημάντου γωνίας τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἡ θέσις τοῦ ἔθνους. Ἤλλαξαν τὰ πράγματα ἀπὸ τότε ἕως τώρα; Τὸ ἔθνος μας εὑρίσκεται σήμερον εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, εἰς καλλιτέραν ἢ τοὐναντίον εἰς κρισιμωτέραν; προσεγγίζομεν ἢ ὄχι εἰς τὴν τελικὴν ἀπόφασιν ἐκ μέρους τῆς ἄχρι τοῦδε ἀδίκου Εὐρώπης τοῦ νὰ μᾶς εἴπῃ ἐὰν νομίζῃ, ὅτι πρέπει ἢ ὄχι νὰ ζήσωμεν ὡς ἔθνος; Δὲν ἤλλαξαν τὰ πράγματα· ἐὰν δὲ ἤλλαξαν, ἤλλαξαν κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡ στιγμὴ εἶναι κρισιμωτέρα, καὶ μᾶς ἐπιβάλλει ἐπὶ μᾶλλον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπὶ 4 μῆνας ἀκολουθοῦμεν νὰ μείνωμεν ὁμόψηφοι ἀφίνοντες κατὰ μέρος καὶ τὰς προκαταλήψεις καὶ τὰ πάθη καὶ τὰς διαιρέσεις μας ἐνώπιον τῆς μιᾶς καὶ μόνης ἰδέας ἐνώπιον τῆς ὁποίας ἕως τώρα ὑπεκύψαμεν καὶ χάριν τῆς ὁποίας, τὸ λέγω πρὸς καύχημά μας, ἐγείναμεν κομιτάδες. Εἰς ἄλλους, οὐχὶ εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι βεβαίως γνωρίζομεν τί ἐντὸς ἡμῶν αἰσθανόμεθα, νὰ λέγωσιν, ὅτι οὕτω πολιτευθέντες καὶ πολιτευόμενοι παρεβιάσαμεν τὸ καθῆκόν μας, ἐλησμονήσαμεν τὴν ἀποστολήν μας. Ποῦ εὑρισκόμεθα; ποῖος ἔπταισε ἐὰν σήμερον ἡ Ἑλλὰς δὲν παρίσταται ἐνώπιον τοῦ ἀνατολικοῦ ζητήματος ὁποία ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῇ; Ἐὰν τὸ βιβλίον τοῦτο ἀνοίξωμεν, κύριοι, ποῖος θὰ ᾖναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θέτων τὴν χεῖρα εἰς τὴν συνείδησίν του θὰ τολμήσῃ νὰ κύψῃ νὰ λάβῃ λίθον καὶ νὰ τὸν ῥίψῃ εἰς τὸν ἄλλον; Ποῖος ἔπταισεν ἐὰν, ἀφ’ ὅτου ἡ ἐπανάστασις τῆς Ἑρζεγοβίνης καὶ τῆς Βοσνίας ἐξεῤῥάγη, τὸ Ἔθνος δὲν προετοιμάσθη; Ποῖος ἔπταισεν ἐὰν ὁ στρατὸς διέβη τὰ σύνορα καὶ μετὰ ταῦτα ἐπανῆλθεν; Εἶναι καιρὸς τώρα νὰ τὰ ἐξετάσητε; Σήμερον ὅλα αὐτὰ εἶναι τετελεσμένα, σήμερον ὁ στρατὸς εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἄλλην ἐπικράτειαν καὶ ἐπανῆλθεν, ἀλλὰ σήμερον τὸ ζήτημα διὰ τὸ ὁποῖον ὅλα αὐτὰ ἐγένοντο δὲν ἐτελείωσεν ἀκόμη, καὶ ἂν τὴν στιγμὴν ταύτην, τὴν ὁποίαν ὁ καθεὶς αἰσθάνεται μετ’ ἄλγους, ἡμεῖς δὲν προσπαθήσωμεν νὰ καθησυχάσωμεν πᾶσαν ἐξημμένην φαντασίαν ἢ πᾶσαν δικαίως παραπονουμένην καρδίαν, τὸ ζήτημά μας βεβαίως καταστρέφεται, τὸ ὁποῖον εὐτυχῶς δὲν κατεστράφη ἀκόμη ἕως τώρα. Μία φωνὴ, οὐχὶ μετάβασις εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, μία φωνὴ πρέπει νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο κατ’ ἐμὲ, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ᾖναι φωνὴ οὐχὶ ἐκ τῶν συνήθων, οὐχὶ ἐξ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου εἰς τὸ διάστημα 4 μηνῶν, ἀλλὰ φωνὴ ἄλγους ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μᾶς ἠδίκησαν ἕως τώρα καὶ οἱ ὁποῖοι ἴσως ἑτοιμάζονται πάλιν νὰ μᾶς ἀδικήσωσιν, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ἀδικίᾳ τὴν ὁποίαν εἰς ἡμᾶς θὰ κάμωσιν αὐτοὶ πρῶτοι θὰ τιμωρηθῶσι. — Ὑπεσχέθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησίν μας ὅτι, ἂν ἀποσύρωμεν τὸν στρατόν μας, αὐτοὶ θέλουσιν ὑποστηρίξει τὰ δίκαιά μας ἐνώπιον τοῦ συγκροτηθησομένου Συνεδρίου; (ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν συναινεῖ).
§46ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ δίκαιά μας δὲν εἶναι τὰ δίκαια τῆς Ἑλλάδος· πρόκειται αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐπρόκειτο νὰ διέλθουν ὑπὸ τὴν μάχαιραν τοῦ Βασιβουζούκου καὶ τοῦ Κιρκασίου, νὰ περάσουν ὑπὸ τὴν μάχαιραν τοῦ Σουλεϊμὰν πασᾶ καὶ τοῦ Ῥετζὲπ πασᾶ, καὶ αὐτὸ ἐννοῶ ὅτι εἶναι ἡ ἀτίμωσις, τὸ ὄνειδος, ἡ καταστροφὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν γένει.
§47ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἠρώτησα· ἤδη ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μοὶ ἀπήντησεν· εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδῶ, διδομένην, ὀφείλω νὰ δώσω πᾶσαν πίστιν. Ὑπεσχέθησαν νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ δικαιώματά μας ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου.
§48ΜΙΛΗΣΗΣ. Ποία δικαιώματά μας.
§49ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ μὲ ἐννοεῖς, κ. Μίληση, καὶ σὲ ἐννοῶ τί ἐννοοῦμεν ὅταν λέγωμεν τὰ δικαιώματά μας, καθὼς καὶ μᾶς ἐννοοῦσιν οἱ Εὐρωπαῖοι καὶ τοὺς ἐννοοῦμεν, ὅταν τοὺς λέγωμεν τὰ δικαιώματά μας καὶ μᾶς ἀποκρίνονται ὅτι τὰ δικαιώματά σας θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἠμπορεῖ καὶ αὐτοὶ οἱ ἐν τῷ Συνεδρίῳ νὰ θελήσουν νὰ παίξουν μὲ τὴν λέξιν ταύτην, καθὼς παίζουν τινὲς ἄλλοι, ἡ ἀποστολὴ τοῦ ἑλληνικοῦ κοινοβουλίου κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν εἶναι νὰ διασαφηνίσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησίν μας καθαρῶς, καὶ ἡ Κυβέρνησίς μας νὰ τὸ διασαφηνίσῃ ἐνώπιον τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ συνεδρίου καθαρῶς, ὅτι ἐννοοῦμεν ἡμεῖς δικαιώματά μας ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐβάφησαν μὲ τὸ αἷμα τῶν πατέρων μας, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ἕτοιμοι νὰ τὰ ὑποστηρίξωμεν κατὰ μίμησιν ἐκείνων μὲ τὸ αἷμα ἡμῶν, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ἂν πρὸς στιγμὴν ὑπεχωρήσαμεν, τὸ ἐκάμαμεν διὰ νὰ δείξωμεν ὄχι ὅτι δὲν περιφρονοῦμεν, διότι καὶ δὲν εἴμεθα ἱκανοὶ πρὸς τοῦτο, τὴν φωνὴν τῆς Εὐρώπης, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἀπιστοῦμεν εἰς τὴν εἰλικρίνειάν της, καὶ πιστεύομεν ὅτι, ἔπειτα ἀπὸ τόσους χρόνους ἀπάτης εἰς τὴν ὁποίαν ἐκυλιόμεθα καὶ ἡμεῖς καὶ ἐκείνη, θὰ αἰσθανθῇ τὸ λάθος τῆς πρὸς ἡμᾶς ἀδικίας της καὶ θὰ ἐνόησεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἢ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ὡς κράτος, ἢ ἄλλως τὸ ἐξάμβλωμα τοῦτο τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησαν πρέπει νὰ τὸ σβύσουν ἐντελῶς· ἄλλως θὰ τὸ σβύσωμεν ἡμεῖς.
§50ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Ἡμεῖς ποτέ.
§51ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ τὸ σβύσουν, φίλε Ῥεβελάκη, οἱ νόμοι οἱ ὁποῖοι διέπουν σήμερον τὴν ὕπαρξιν τῶν κρατῶν· κράτος τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει παρὰ 40,000,000, καὶ οὐχὶ πλήρη, εἰσόδημα, τουτέστιν ἔλασσον ἀπὸ ὅσον ἔχουν οἱ δευτερεύοντες δῆμοι ἐν Εὐρώπῃ, τὸ κράτος τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ, καὶ ἐὰν ἕως τώρα ὑπῆρξεν εἶναι θαῦμα θαυμάτων. Ἐκεῖνος ὅστις ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ κράτους τούτου κάθηται ὁ Βασιλεὺς ἡμῶν, ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν, κάθηται, διότι πέποιθε, ὅτι θὰ ᾖναι ἐντὸς ὀλίγου ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων, κάθηται, διότι πέποιθε ὅτι ὑπὸ τὰ σκῆπτρα αὐτοῦ θὰ ἔλθῃ ἡ Ἑλληνικὴ φυλή· ἄλλως, εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ ἀνεχθῇ καθὼς καὶ ἡμεῖς τὸν ἐμπαιγμὸν τὸν ὁποῖον καὶ εἰς Αὐτὸν καὶ εἰς ἡμᾶς κάμνουσι....
§52ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Τὸ φέρετε ὡς ἐπιχείρημα νὰ μᾶς πείσετε;
§53ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διὰ νὰ εἴπω τί τὴν στιγμὴν ταύτην ἀπαιτοῦμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποστηρίξῃ ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου τῆς Εὐρώπης.
§54ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Βεβαιώνετε ὅτι, ἂν δὲν γείνῃ τοῦτο τὸ ὁποῖον λέγετε, θὰ ἔλθωμεν εἰς πράγματα;
§55ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἴτε ἐγὼ τὸ βεβαιώσω μόνος, εἴτε ὁ κύριος Κορωναῖος, ὅσον ἀτρόμητος στρατιώτης καὶ ἂν ᾖναι, δὲν θὰ ἔχῃ τὴν ἀξίαν· ἀλλ’ ἂν ἡ Βουλὴ ταύτῃ τῇ στιγμῇ ἐκφέρῃ ἐν ὀνόματι τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς φωνὴν ἀγανακτήσεως καὶ εἴπῃ διὰ τῆς Κυβερνήσεώς μας εἰς τὴν διπλωματίαν ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματά μας, καὶ ὅτι διὰ τῶν πραγμάτων θὰ τὰ ὑποστηρίξωμεν, εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Εὐρώπης θὰ ᾖναι ὑπὲρ ἡμῶν καὶ ἡ διπλωματία θὰ σκεφθῇ πρὶν ἢ καὶ πάλιν μᾶς ἀδικήσῃ. Τουλάχιστον ἂν ἀπόφασιν ἔχῃ νὰ μᾶς ἀφαιρέσῃ τὸν οἶκόν μας καὶ νὰ τὸν παραδώσῃ εἰς ἄλλους, ἂς τῇ ἀφαιρέσωμεν τὴν δικαιολογίαν ἀπὸ τὴν ἱστορίαν, ὅτι εὗρεν ἐντὸς αὐτοῦ πτῶμα τὸ ὁποῖον ἐξ ἀνάγκης ἔῤῥιψεν εἰς τὸν δρόμον, ἀλλ’ ὅτι μᾶς εὗρε ζῶντας καὶ ἐγένετο δολοφόνος, εἰς τοῦτο πρέπει νὰ μείνωμεν τὴν στιγμὴν ταύτην· ἡ δὲ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ ζητῇ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, διότι τὰ πράγματα δὲν ἐτελειώθησαν ἀκόμη· οὐδεμίαν δὲ ἀμφιβολίαν ἔχω ὅτι ἐξεπλήρωσε καὶ θὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της μέχρι τέλους, ὁποῖον τῇ ἐπιβάλλει ἡ θέσις καὶ τὰ καθήκοντά της.
§56Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, ἐπίστευον, ὅτι δὲν ἤθελε λάβει χώραν συζήτησις τοιαύτη σήμερον. Ἡ Κυβέρνησις ὀρθῶς ποιοῦσα ἦλθε ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρᾶξιν ἣν ἐνήργησε μετὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν περιεβλήθη διὰ τῆς πλήρους ἐμπιστοσύνης ἡμῶν· δὲν ἐζήτησεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς τὴν ψῆφον ἡμῶν, ῥητῶς δὲ σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀναλαμβάνει ὅλην τὴν εὐθύνην τῆς ἐνεργείας τοῦ ὑπουργείου· ἀλλὰ δυστυχῶς, καὶ ὄχι δυστυχῶς, ἀλλ’ ἀστόχως, ἂς μοῦ συγχωρήσουν νὰ εἴπω, ἀστόχως ἦλθον ν’ ἀναμίξουν κατακρίσεις καὶ ἐπικρίσεις· δὲν ἦτο, κύριοι, καιρὸς σήμερον οὔτε ἐπικρίσεων οὔτε κατακρίσεων· δὲν λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἐπιθυμῶ νὰ διατηρῆται μυστικισμὸς εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν ὑπουργείων, ἐξ ἐναντίας εἶμαι φίλος τῆς δημοσιότητος καὶ ἐπιθυμῶ πᾶσα ἡ ἐνέργεια πάσης Κυβερνήσεως νὰ ἐκτίθηται εὐθαρσῶς καὶ δημοσίως ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους· ἀλλ’ ὅσοι κατηγόρησαν ἄλλους ἐπὶ τῷ μυστικισμῷ τούτῳ, ἠναγκάσθησαν περὶ τὸ τέλος τοῦ λόγου των νὰ ὁμολογήσουν, ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ μυστικισμὸς αὐτὸς εἶναι ἀναγκαῖος· καὶ ἂν ἄλλη Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ μὴ ἐκθέσῃ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ὅλην τὴν ἐνέργειάν της, ὅλας τὰς πράξεις της, ὅλα τὰ γεγονότα, τὸ ἔπραξεν ὄχι διὰ νὰ ἀποκρύψῃ καὶ νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην αὐτῆς, ἀλλὰ τὸ ἐπράξαμεν διὰ νὰ μὴ βλάψωμεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα· ἂν δὲ ἤθελεν ἐκθέσει ὅλην τὴν πολιτικήν της καὶ ὅλην τὴν ἐνέργειάν της, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους ὄχι μόνον δὲν ἤθελον ὠφεληθῆ, ἀλλ’ ἤθελον βλαφθῆ· διότι ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος εἶναι λεπτοτάτη· ἡ θέσις μας δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰς ὑπουργοὺς τῆς Ἑλλάδος νὰ μιμῆται τοὺς ὑπουργοὺς τῆς Ἀγγλίας ἢ τῆς Γαλλίας· καὶ ἐκεῖνοι ὅμως, οἵτινες κατηγόρησαν τὴν Κυβέρνησιν τὴν παρελθοῦσαν ἐπὶ μυστικισμῷ ἠναγκάσθησαν εἰς τὸ τέλος, ἐπιθυμοῦντες δικαίως καὶ λογικῶς νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις αὕτη, νὰ ὁμολογήσωσιν ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν τὰ περὶ τῆς διαγωγῆς τῆς Κυβερνήσεως. Κύριοι, κατὰ τὴν τελευταίαν μυστικὴν συνεδρίασιν, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν καθαρῶς, ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέθηκεν εὐκρινῶς ποῖοι εἶναι οἱ σκοποὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τί προὐτίθετο νὰ πράξῃ ὑπὲρ τῆς προστασίας τῶν ἀδελφῶν μας τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν· μετὰ τὰ λεχθέντα δὲ ὑπὸ τοῦ πρωθυπουργοῦ, ἡ Βουλὴ περιέβαλε διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης της τὴν Κυβέρνησιν· ἂν τυπικῶς δὲν ἐγινώσκομεν τίνα σκοπὸν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, οὐσιαστικῶς ὅμως ἐγνωρίζομεν ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς αὐτῆς, καὶ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ· ἐψηφίσαμεν λοιπὸν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥικάκη, ἐν καθαρᾷ γνώσει περὶ τῶν σκοπῶν καὶ τῶν προθέσεων τοῦ ὑπουργείου.
§57ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν τὸ παραδέχομαι ἐγὼ τοῦτο· ἄλλην ἔννοιαν εἶχεν ἡ ψῆφός μας.
§58ΖΑΪΜΗΣ. Τὸ παραδέχομαι ὅμως ἐγώ. Ἡ πρότασις ῥητῶς ἔλεγε «μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ πρωθυπουργοῦ ἡ Βουλὴ περιβάλλει τὸ ὑπουργεῖον διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς.»
§59ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Περὶ ἀνακλήσεως τοῦ στρατοῦ ἐγένετο λόγος;
§60ΛΑΠΑΣ. Μὴ διακόπτῃς.
§61ΖΑΪΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν ταράσσομαι ὑπὸ τῶν διακοπῶν, οὐδὲ συνειθίζω ν’ ἀπαντῶ πρὸς τοὺς διακόπτοντας, ὥστε ματαίως κοπιάζουν τοὺς πνεύμονάς των.
§62ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὰς τὰς διακοπὰς τὰς κάμνομεν ὄχι δι’ ὑμᾶς ἀλλὰ διὰ τὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος ἀκούει πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐλέχθησαν ποτὲ ἐδῶ μέσα.
§63ΖΑΪΜΗΣ. Εἶσθε εἰς θέσιν ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἀκούω τί λέγετε· νὰ ἔλθητε ἐδῶ. Ἐγινώσκομεν λοιπὸν, κύριοι, καὶ τὸ κατ’ ἐμὲ τὸ λέγω μετὰ θάῤῥους, διότι ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἐμὴν γνώμην, ἐγινώσκομεν ποῖοι ἦσαν οἱ σκοποὶ καὶ αἱ προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν γνώσει αὐτῶν ἐχορηγήσαμεν τὴν πλήρη ἡμῶν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ ὑπουργεῖον· τὸ ὑπουργεῖον ἔπραξεν ὅ,τι ἀνεκοίνωσεν ἐν μυστικῇ συνεδριάσει, ὅ,τι ἐπροτίθετο νὰ πράξῃ· ἀλλ’ εὑρέθη ἀπέναντι ὅλης τῆς Εὐρώπης, καὶ τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλο τι εἰμὴ ὅ,τι ἔπραξε. Δὲν πρόκειται σήμερον, κύριοι, καὶ δὲν σᾶς τὸ ζητεῖ τὸ ὑπουργεῖον, νὰ ἐγκρίνηται τὴν διαγωγήν του· τὸ κατ’ ἐμὲ ἀναγνωρίζων βεβαίως περισσοτέραν ἀξίαν εἰς ἐμαυτὸν παρὰ τὴν ἀξίαν ἑνὸς δημοτικοῦ συμβούλου τῆς Δαλαμανάρας, δὲν ἔχω οὐδεμίαν δυσκολίαν νὰ ἐξενέγκω τὴν γνώμην μου καθαρῶς, καὶ νὰ εἴπω ὅτι τὸ ὑπουργεῖον κατ’ ἐμὴν γνώμην ἔπραξε καλῶς, ἔπραξε συμφώνως πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους, διότι ἄλλως δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ, χωρὶς νὰ ἐκθέσῃ καὶ αὐτὴν τὴν Ἑλλάδα καὶ τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν εἰς κίνδυνον μέγαν· ἀλλὰ, κύριοι, δὲν ζητεῖ τὸ ὑπουργεῖον σήμερον νέαν ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ἂν, κύριοι, αἱ ἐπικρίσεις κατὰ τοῦ ὑπουργείου καὶ ἡ ἀποδοκιμασία κατὰ τῆς πράξεως αὐτοῦ δὲν ἐλέγοντο ἢ δὲν ἐπαναληφθῶσιν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν θέλει ἐπιμείνει νὰ λάβῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους ἡμῶν, διότι πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν ἔλαβε τοιαύτην· τὰ δὲ Κοινοβούλια καθὼς καὶ αἱ Κυβερνήσεις δὲν δύνανται καθ’ ἑκάστην νὰ ἐπανέρχωνται εἴτε περὶ τὴν ζήτησιν ψήφου τοιαύτης, εἴτε περὶ τὴν παροχὴν τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Βουλῆς. Ἂν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἠναγκάσθη νὰ ζητήσῃ, τοῦτο τὸ ἔπραξεν ἐναντίον ῥητῆς κατηγορίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἐλέχθη ὅτι κατῄσχυναν καὶ ἠτίμασαν τὸν ἑλληνικὸν στρατόν. Τοιαύτη δὲ δὲν εἶναι ἡ ἀλήθεια, διότι αὐτοὶ οἱ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι σήμερον κάθηνται ἐπὶ τῶν ἑδωλίων τῶν ὑπουργῶν, ἔχουν τὰ αὐτὰ αἰσθήματα, τὴν αὐτὴν φιλοπατρίαν τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ κατηγοροῦντες αὐτῶν. Ἂν λοιπὸν οἱ διεγείραντες τὴν κατηγορίαν ταύτην δὲν ἐπιμείνωσιν εἰς αὐτὴν, νομίζω, ὅτι τότε οὔτε τὸ ὑπουργεῖον δύναται νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ζήτησιν ψήφου ἐμπιστοσύνης, οὔτε ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ παρατείνῃ τοιαύτην συζήτησιν, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν θέλει ἔχει πολλὰς ὠφελείας ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἂς ἀναλογισθῶμεν, κύριοι, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὰ πράγματα δὲν εἶναι εἰσέτι τελειωμένα· ἂς συλλογισθῶμεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ψήφου καὶ τῆς ὑποστηρίξεως ὅλων τῶν Δυνάμεων, ὄντες ἀδύνατοι καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰ δικαιώματά μας· τοιαύτη συζήτησις παρατεινομένη δύναται νὰ παρεκκλίνῃ τῶν ὁρίων τοῦ πρέποντος· δύνανται νὰ ἀκουσθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λόγοι, οἱ ὁποῖοι εἴτε νὰ παραπικράνουν, εἴτε νὰ ἐρεθίσουν Δύναμίν τινα. Εἶναι, σᾶς ἐρωτῶ, καιρὸς τοιούτων συζητήσεων; Καὶ ὅταν τὸ ὑπουργεῖον ἁπλῶς ἦλθε νὰ σᾶς διακοινώσῃ τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ, τίς ἀνάγκη ἦτο ἐπικρίσεων καὶ κατακρίσεων; Δὲν ἔχετε τὸ μέλλον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνοικτὸν ἐνώπιον ὑμῶν διὰ νὰ ἐπικρίνητε εἰς τὸ τέλος τοῦ δράματος τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἠθέλατε; Τελευτῶν, κύριοι, ἐκφέρω καθαρῶς τὴν γνώμην μου, ὅτι, ἂν πρόκηται νὰ τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, θέλω ψηφοφορήσει ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον προσηνέχθη εἰλικρινῶς καὶ πατριωτικῶς· ἀλλὰ θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ μὴ παρατείνῃ τοιαύτην συζήτησιν, διότι παρατεινομένη δύναται, ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ, νὰ βλάψῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα.
§64ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς, κύριοι, δὲν ἤλθομεν νὰ θέσωμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης οὔτε νὰ καλύψωμεν τὴν ἡμετέραν εὐθύνην· τοὐναντίον, θέλομεν νὰ ἔχωμεν αὐτὴν πλήρη, ἀκεραίαν. Ἐννοοῦμεν, ὅτι δὲν εἶναι ἤδη καιρός, ἀλλὰ δὲν ἀνεχόμεθα νὰ ὑβριζώμεθα, νὰ συκοφαντώμεθα. Ὅταν μᾶς λέγουν, ὅτι ἠτιμάσαμεν τὸν στρατὸν, ὅτι προσηνέχθημεν δολίως, τότε ἔχομεν τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσωμεν παρ’ ὑμῶν, ἂν ἀναγνωρίζητε ταῦτα ἢ ὄχι.
§65Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μοὶ ἀπέδωκαν ἰδέας καὶ σκέψεις τὰς ὁποίας δὲν ἐξέφερα ἀπὸ τοῦ βήματος· ἡ ἰδέα μου ἦτο νὰ ἐκφράσω μίαν ἀγανάκτησιν τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθην διὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, καὶ οὐχὶ νὰ θέσω ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐξετέλεσεν αὐτὸ τὸ πικρὸν καθῆκον ἀφορῶσα εἰς συμφέροντα τοῦ Κράτους, αὐτὰ τὰ πράγματα θὰ τὸ ἀποδείξουν κατόπιν. Αὐτὴ ἦτον ἡ ἰδέα μου, νὰ ἐκφράσω μίαν ἀγανάκτησιν τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθην, διότι ὅτε ἐψηφοφόρησα κατὰ τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, ἐψήφισα διὰ τὸν ἀληθῆ σκοπὸν καὶ οὐχὶ διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ὡς ἐπιχείρημα ἐπρότεινεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
§66ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις σᾶς λέγει ῥητῶς, ὑπέχω ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην· σᾶς ἀνεκοίνωσα ὅτι ἀνεκάλεσα τὸν στρατὸν, ἀφήσατέ με νὰ ἐνεργήσω καὶ εἶμαι ἑτοίμη νὰ δώσω εὐθύνας ὅταν ἔλθῃ καιρός ....
§67ΖΩΧΙΟΣ. Ἀφ’ ἧς εἰσῆλθον εἰς τὸ βουλευτήριον δὲν ὑπεστήριξα Κυβέρνησιν, οὔτε ἐκείνην, τῆς ὁποίας ἀπετέλουν μέλος· (ἱλαρότης). Τοῦτο τὸ λέγω διὰ τὸν ἀξιότιμον φίλον μου κ. Λομβάρδον, ὁ ὁποῖος μᾶς λέγει, ψηφίζετε τυφλοῖς ὄμμασιν. Ἐγὼ διϊσχυρίζομαι ὅτι ἐπεχείρησαμεν τὴν λύσιν ζητήματος ἀλύτου· ὁ κ. Λομβάρδος ἐπιμένει ὅτι εὐκολώτερον πρᾶγμα δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν κόσμον, ἀρκεῖ νὰ μᾶς μεταδώσῃ τὸν ἐνθουσιασμὸν ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ ὁ ἐνθουσιασμοὺς πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὡς κρατὴρ εἰς τὰ στήθη. Τί μᾶς λέγει ὁ κ. Λομβάρδος; νὰ αὐξήσωμεν τὸν προϋπολογισμόν. Ἂς τὰ κάμωμεν 100 ἑκατομμύρια. Νομίζετε, ὅτι μὲ τὰ 100,000,000 σὲ λογαριάζουν εἰς τὸν κόσμον; Κύριοι, παίζομεν ἢ σπουδάζομεν; Εἴμεθα μικροὶ, καταπεφρονημένοι, μᾶς μισοῦν, μᾶς ἀποστρέφονται· ἔθνη δὲ μηδαμινὰ ἀναβαίνουν, καὶ αὐτὰ στρέφονται κατὰ τῆς κεφαλῆς μας· ἀντὶ δὲ ἡμεῖς νὰ ἀνοίξωμεν τοὺς ὀφθαλμούς μας καὶ νὰ ἰδῶμεν τί χρὴ δρᾷν, ἀεροβατοῦμεν περὶ τῆς ψηφοφορίας τῆς προχθεσινῆς. Προχθὲς ἐψηφίσαμεν, μὲ συγχωρεῖτε, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐψήφισα ὡς ἰησουίτης· «ἡ Βουλὴ, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ πρωθυπουργοῦ, ψηφίζει.» Ἀλλ’ ὁ πρωθυπουργὸς μήπως εἶπεν ὡρισμένον τι; Ὁ μὲν ἐψήφισε διὰ τοῦτο, ὁ δὲ δι’ ἐκεῖνο, καὶ εὑρέθημεν ὅλοι σύμφωνοι. Ἐγὼ ἐψήφισα, ὅτι ὁ παππᾶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ χωρίσῃ τὴν παππαδιὰ του, μὲ ὅλαις τῆς ἀνοησίαις της, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ξαναπανδρευθῇ. Καὶ σήμερον θὰ ψηφίσετε διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλος, ὁ ὁποῖος νὰ διαδεχθῇ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Νομίζω δὲ ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ σώσωμεν τὴν τιμὴν τοῦ στρατοῦ. Ἡμεῖς ὠλισθήσαμεν.
§68ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§69ΖΩΧΙΟΣ. Λοιπὸν τί τοῦ φορτονόμεθα;
§70ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖος τοῦ φορτόνεται;
§71ΖΩΧΙΟΣ. Εἰς τοῦτον τὸν τόπον, τὰς Ἀθήνας, ἐκρήμνισαν τὰ μακρὰ τείχη οἱ Ἀθηναῖοι, εἶπε δὲ εἷς εἰς τὸν Θηραμένην: βρὲ, τὰ τείχη, τὰ ὁποῖα ἤγειρε ὁ Θεμιστοκλῆς, σὺ τὰ κρημνίζεις; Καὶ ἐκεῖνος ἀπεκρίθη: τὰ ἀνήγειρε ὑπὲρ τῆς πατρίδος, καὶ ἐγὼ τὰ κρημνίζω ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Ὑπάρχουν στιγμαὶ, κ. Ῥάλλη......... Κύριε Ῥάλλη, ἂν ἦσον ὑπουργὸς, ἤθελες πράξει τὸ αὐτό· διότι, ἐγκαταλελειμμένοι, ἄνευ τῶν ἀναγκαίων, καὶ ἐγὼ τὸ ἔλεγον πολλάκις, ὠθήσαμεν τὸν στρατόν. (θόρυβος).
§72ΜΙΛΗΣΗΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό;
§73ΖΩΧΙΟΣ. Ὅλοι. Σεῖς χθὲς, σήμερον ἐγώ.
§74ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ ὄχι.
§75ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ κάμω, κύριοι, ἓν εἶδος διαμαρτυρήσεως· ἐπειδὴ νομίζω ὅτι σήμερον δὲν εἶναι καιρὸς συζητήσεων· ἐγὼ λέγω ὅτι ἡ δικαιολόγησις ἡμῶν δὲν εἶναι αὐτὴ, ὅτι ὠλισθήσαμεν, δὲν τὸ δεχόμεθα αὐτό. Δὲν δεχόμεθα ὅτι ἠπατήθημεν.
§76ΖΩΧΙΟΣ. Ἰδοὺ ποῦ κεῖται ἕτερον ζήτημα. Ἀνεκλήθη ὁ στρατός. Ἀπ’ αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἠλλάξαμεν δρόμον, ἢ πορευόμεθα τὸν αὐτόν; Ἂν ἠλλάξαμεν δρόμον, τὰ πράγματα πρέπει ν’ ἀλλάξουν δι’ ὅλους, καὶ δὲν πρέπει ἡ μὲν Κυβέρνησις ν’ ἀνακαλῇ τὸν στρατὸν, ἄλλοι δὲ νὰ μὴ τὸν ἀνακαλῶσιν. Ἐνταῦθα κεῖται ἡ σοφία καὶ ἡ φρόνησις. Ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον εἰς τὴν πατρίδα ν’ ἀναλάβῃ τοιαύτην εὐθύνην, ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ τὴν ἀναλάβῃ; Ποῖος ἐκ τῶν πολλῶν βασιλέων καὶ τῶν πολλῶν βουλευτῶν.
§77ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς ἐννοοῦμεν.
§78ΖΩΧΙΟΣ. Ἐρωτήσατε τὴν συνείδησίν σας. Ἐγὼ ἐπολέμησα καὶ τοὺς πολλοὺς βασιλεῖς καὶ τοὺς πολλοὺς βουλευτὰς, διότι δι’ αὐτῶν ἡ Ἑλλὰς θὰ χαθῇ. Περὶ τούτου πρόκειται. Ἡ ἀνάκλησις πρέπει νὰ ᾖναι ἀνάκλησις, καὶ οὐχὶ παιγνίδια. Ὅπου ἐφθάσαμεν, ν’ ἀποχωρισθῶμεν τὴν Κυβέρνησιν δὲν εἶναι δυνατὸν, οὐχὶ διότι τὴν ἀγαπῶμεν, ἀλλὰ διότι σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναστήσωμεν ἑτέραν Κυβέρνησιν, οὔτε ὑπάρχει τις ἐξ ἡμῶν, ἴσως ἐκτὸς ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος ἀναλαμβάνων εἰς ἑαυτὸν τὴν εὐθύνην νὰ ὁδηγήσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὰ πεδία τῆς δόξης. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως. Ὁ Μέγας Φριδερῖκος, ὁ βασιλεὺς τῆς Πρωσσίας, ὅταν ἀπέστελλε πρέσβεις, τοὺς ἔλεγε νὰ ἐνθυμῶνται, ὅτι ὅλοι οἱ λόγοι, οὓς θὰ προφέρωσι, παρακολουθοῦνται ὑπὸ 200,000 λογχῶν. Ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τοιοῦτόν τι εἰς τὴν σύνοδον; Ἐκεῖνος δὲ ἔλεγε μόνον λόγχας, ἡμεῖς πρέπει νὰ εἴπωμεν καὶ θωρακωτά. Ἀλλ’ ἐρωτήσατε τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἂν ἔχῃ κἂν ἕν.
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὸ ζήτημα ὅπως τὸ ἔθεσεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ἤτοι νὰ διακόψωμεν τὴν παροῦσαν συζήτησιν διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, οὐχὶ διότι ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτὴν, ἀλλὰ διότι δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἀντικαταστήσωμεν δι’ ἄλλης. Νομίζω καὶ ἐγὼ, ὡς πολλοὶ τῶν προαγορευσάντων καὶ ὅπως νομίζει πᾶσα ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη πρέπει νὰ παύσῃ, ἀλλὰ πρέπει νὰ παύσῃ δι’ ἕτερον λόγον, διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι σήμερον εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται νὰ εὑρίσκηται ἵνα ἀποφανθῇ· ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν εὑρίσκηται εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εὑρίσκηται, ἵνα δώσωμεν ψῆφον, ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις αὕτη, καὶ καθῆκον εἶχε τὸ ὑπουργεῖον ν’ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅ,τι ἀνεκοίνωσε· διότι θὰ ἦτο τῳόντι ἐξευτελισμὸς τῆς Βουλῆς νὰ συμβαίνωσι τοιαῦτα γεγονότα ἐν τῷ Ἑλληνισμῷ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ θεωρῇ ἀναγκαῖον νὰ τῇ ἀνακοινόνῃ τὰς πράξεις αὑτῆς καὶ τῇ δίδῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ καταδικάζῃ τὴν διαγωγήν της, ἂν δὲν τὴν ἐγκρίνῃ. Ἂν μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν οὐδεμία ἐγίνετο πρότασις ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῆς διαγωγῆς τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ τὴν διάθεσιν θὰ εἶχεν, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς, νὰ ζητήσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ γείνῃ ἡ ἀνακοίνωσις καὶ ἔπρεπε καὶ ἡμεῖς νὰ ἐκφράσωμεν τὴν γνώμην μας οὐχὶ διὰ ψήφου, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς διὰ τῆς ἐλευθέρας γνώμης τῶν βουλευτῶν· ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐντεῦθεν ἀνταλλαγὴ ἰδεῶν διὰ νὰ ἀναλύσωμεν τὸ ζήτημα καθ’ ἑαυτὸ, καὶ ἴδωμεν ἂν τῳόντι ἔχῃ τὸν χαρακτῆρα, ὅν τινες ἠθέλησαν νὰ τῷ ἀποδώσωσι, διότι θὰ ἦτο δεινὸν, ἂν τὸ μέτρον, εἰς ὃ προέβη ἡ Κυβέρνησις, ἦτο μέτρον ἐπηρεάζον ὁπωσδήποτε τὴν ὑπόληψιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Κατ’ ἐμὲ ὅμως τὸ μέτρον τοῦτο, μακρὰν τοῦ νὰ ἐπηρεάζῃ τὴν ὑπόληψιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, συνέτεινεν εἰς τὸ νὰ ὑψώσῃ τὴν ὑπόληψιν αὐτοῦ· διότι ἔχω ὑπόληψιν εἰς τὸν στρατὸν, ὅστις εἰξεύρει νὰ πειθαρχῇ καὶ ὅτε πράττει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀρεστὸν εἰς αὐτὸν καὶ ὅτε πράττει καὶ ἐκεῖνα ἅτινα τῷ εἶναι δυσάρεστα, ἀλλὰ τὰ πράττει διότι εἰξεύρει ὅτι ὑπακούων εἰς τὴν διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως ὑπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Ἄρα ἡ δοθεῖσα διαταγὴ δὲν ἦτο τοιαύτη; Ὅσοι ἠθέλησαν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ νὰ κατακρίνωσι τὴν Κυβέρνησιν, τὴν κατέκριναν οὐχὶ διότι ἔδωκε τὴν διαταγὴν τῆς ἀνακλήσεως, ἀλλὰ διότι ἔδωκε τὴν πρώτην διαταγὴν τῆς εἰσελάσεως. Τὴν διαταγὴν ἐκείνην, κύριοι, ἐγὼ εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὑποστηρίξω ἐντεῦθεν καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων. Ἡ διαταγὴ ἐκείνη ἀποδεικνύεται ἤδη κακῶς δοθεῖσα· ἀλλὰ, κύριοι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς οὐδένα νὰ δικάζῃ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ ἐκ τῶν ὑστέρων κρίνοντος. Πρέπει νὰ κρίνωμεν τὴν Κυβέρνησιν τιθέμενοι εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρέθη, ὅταν ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν, καὶ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν τὴν ὑπόνοιαν, ἣν ἤκουσα προφερθεῖσαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ γινώσκῃ ὅ,τι κατόπιν ἐγένετο γνωστὸν εἰς ἡμᾶς. Καὶ εἶμαί πως εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω, ὅτι δὲν τὸ ἐγίνωσκε. Πρὸς τιμὴν δὲ τοῦ ἔθνους πρέπει νὰ ῥηθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις διετέλει τότε ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἐπελθούσης μεταβολῆς ἐν τῇ ἐξωτερικῇ πολιτικῇ· οὐδὲ δυνάμεθα νὰ τῇ προσάψωμεν τοῦτο εἰς μομφὴν, ἀφοῦ οὐ μόνον ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἦτο ἐν ἀγνοίᾳ τῶν τελεσθέντων, ἀλλ’ ἐπίσης ἐν ἀγνοίᾳ αὐτῶν διετέλουν καὶ αἱ Κυβερνήσεις κραταιοτάτων εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων. Ἀληθῶς ἡ κατάστασις τοῦ ζητήματος ἦτο τοιαύτη, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις τῆς εἰσελάσεως τοῦ στρατοῦ, ὥστε οὐδεμία ἐπετρέπετο ἄλλη πολιτικὴ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἐκείνης, ἣν ἠκολούθησε. Διὰ τοῦτο, καὶ ἀφοῦ ἀπεδείχθη ἐκ τῶν πραγμάτων τὸ διάβημα ἐκεῖνο σφαλερὸν, λέγω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ καταδικάσωμεν τὴν ἀπόφασιν. Αἱ κατόπιν εἰδήσεις ἀπέδειξαν, ὅτι θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ μὴ εἶχε γείνῃ ἡ εἰσέλασις· τί τότε ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις; Ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς Δυνάμεις. Αἱ εὐρωπαϊκαὶ Δυνάμεις αἵτινες, ὅτε ἡ δοθεῖσα διαταγὴ ὑπετίθετο δοθεῖσα πρὸ τῆς ἀνακωχῆς, δὲν εἶχον ἐκφρασθῆ δυσμενῶς πρὸς τὴν πρᾶξιν, ὅτε ἐγνώσθη ἡ νέα κατάστασις τῶν πραγμάτων, ἔσπευσαν νὰ παρεμβῶσι καὶ νὰ εἴπωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι θέλουσι πράξει πολλὰ ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἂν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἀποσυρθῇ ἀπὸ τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν. Ὁποία ἡ ἀξία τῆς ὑποσχέσεως ταύτης δὲν εἶναι ἔργον ἡμῶν ἤδη νὰ ἐξετάσωμεν. Καθῆκον ἔχομεν μόνον νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν τὴν τοιαύτην ὑπόσχεσιν ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ θεωρήσῃ ἱκανῶς σπουδαίαν ἵνα ἐπηρεάσῃ τὴν ἀπόφασιν αὑτῆς. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχε καθήκοντα πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ ἂν, ἀποῤῥίπτουσα τὴν πρότασιν τῶν Δυνάμεων, ἐξυπηρέτει τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, παρισταμένη αὐτὴ ὡς προστάτις αὐτῶν μόνη, καὶ ἀποστεροῦσα αὐτὸν τῆς προστασίας, ἣν προσέφερον εἰς αὐτὸν αἱ μεγάλαι Δυνάμεις. Δὲν λέγω, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἦτο προτιμητέα ἡ προστασία τῶν μεγάλων Δυνάμεων ἀπὸ τῆς προστασίας τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι μικρὰ, ἀλλ’ ἀφοσιοῦται ὁλόκληρος ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ αὐτὴ ἡ ἀφοσίωσις δύναται ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ νὰ ἔχῃ μεγαλειτέραν ἀξίαν τῆς ψυχρᾶς προστασίας τῶν μεγάλων Δυνάμεων. Ἀλλὰ ποία ἦτο ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, ὅτε ἐγένετο ἡ πρότασις αὕτη; Τότε ἡ λύσις τῶν ζητημάτων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ διὰ τῶν ὅπλων, ἀλλ’ ἐξήρτητο ἐκ τῶν ἀποφάσεων εὐρωπαϊκοῦ συνεδρίου· ἂν δὲ ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠρνεῖτο ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τῶν Δυνάμεων, ἀπέκλειε τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα ἀπὸ τῶν διασκέψεων τοῦ συνεδρίου. Αὕτη ἦτο ἡ εὐθύνη, ἥτις ἐπεκρέματο ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶχε νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ ἀκολούθου διλήμματος, ἢ νὰ δώσῃ διαταγὴν λίαν σκληρὰν εἰς Ἕλληνα ὑπουργὸν, νὰ ἐπανέλθῃ ὁ στρατὸς ἀπὸ τῶν ἐπαρχιῶν, εἰς ἃς εἶχεν εἰσβάλει ὡς ἐλευθερωτὴς, ἢ ν’ ἀποστερήσῃ τὸ Ἑλληνισμὸν ἀπὸ τῆς ῥητῆς προστασίας, ἣν ὑπόσχοντο αἱ μεγάλαι Δυνάμεις. Δὲν εἶχε δὲ νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα ὑπὸ μόνην τὴν ὄψιν τῶν προσεχῶν γεγονότων. Τὸ ζήτημα τοῦ ἑλληνισμοῦ, κύριοι, δὲν θὰ λυθῇ ὁριστικῶς ἀμέσως ἤδη ἐν συνεδρίῳ, καὶ ἂν αἱ ἀποφάσεις τοῦ συνεδρίου δὲν εἶναι ὁποῖαι τὰς εὐχόμεθα ὑπὲρ τοῦ ἑλληνισμοῦ, δὲν ἀπέθανε διὰ τοῦτο ὁ ἑλληνισμός. Τοῦ ἑλληνισμοῦ ὁ βίος εἶναι μέγας ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ φθάνει νὰ θελήσῃ νὰ ἐνεργήσῃ καὶ ταχέως θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπαναρθώσῃ τὰ τυχὸν ἀδικήματα τοῦ συνεδρίου. Ἂν ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, συμβουλευομένη ἄκαιρον φιλοτιμίαν, ἐπέμενε μετὰ τὴν πρότασιν τῶν Δυνάμεων ἀξιοῦσα νὰ λύσῃ αὐτὴ διὰ τῶν ὅπλων τὸ ζήτημα τοῦ ἑλληνισμοῦ, αἱ Δυνάμεις θὰ ἀπηλάττοντο πάσης ὑποχρεώσεως, καὶ ἡ ἐν τῷ συνεδρίῳ ὀλιγώρησις τοῦ ἑλληνισμοῦ οὐδὲν θὰ τῇ ἔδιδε δικαίωμα παραπόνου ἐν τῷ μέλλοντι πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν γενομένων. Διὰ τῶν πράξεως τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως σήμερα τιθέμεθα ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης εἰς τὴν ἑξῆς θέσιν. Ἡ Εὐρώπη ἔχει ῥητὰς ὑποχρεώσεις πρὸς ἡμᾶς ἐν τῷ συνεδρίῳ, καὶ ἂν ταύτας δὲν ἐκπληρώσῃ, ἡ Ἑλλὰς ἐργαζομένη κατόπιν πρὸς ἐπανόρθωσιν τοῦ ἀδικήματος θὰ ἔχῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς τὴν συνδρομὴν τῆς κοινῆς γνώμης τῆς Εὐρώπης. Εὐγνωμονῶ ἄρα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δι’ ἣν ἀνεδέχθη εὐθύνην, ὑπογράψασα τὴν διαταγὴν τῆς ἀνακλήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, εὐγνωμονῶ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν, διότι ἐν σοβαρότητι, ἄνευ λιποταξιῶν, ἄνευ ἀτακτημάτων, ὑπέκυψεν εἰς τὴν διαταγὴν ταύτην, ἥτις εἶναι δι’ αὐτὸν ἡ σκληροτέρα διαταγή, ὅσων ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ ποτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκτελέσῃ. Αὗται ἦσαν αἱ ἐξηγήσεις, ἃς, νομίζω, ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προκαλέσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς, ἐξηγήσεις, ἃς δίδομεν ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου ἐρχόμενοι εἰς τὸ βῆμα τοῦτο. Οὐδεμίαν καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ γνώμην ἢ νὰ δώσῃ ψῆφον, ἐκτὸς ἂν θέλωσί τινες νὰ προκαλέσωσι ψῆφον ἀποδοκιμασίας κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡμεῖς οἱ φρονοῦντες ὅσα πρὸ ὀλίγου εἶπον δὲν δυνάμεθα παρὰ ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς τὴν πρότασιν ἐκείνην διὰ ψήφου ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, σήμερον μάλιστα ὅτε, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ Κυβέρνησις, πρέπει ν’ ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ, ἵνα δυνηθῇ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς εἰς τὰς ἐθνικὰς αὐτῆς ὑποχρεώσεις.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§81ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν δύναται νὰ γείνῃ ψηφοφορία, διότι ἀντηλλάξαμεν μόνον τὰς ἰδέας μας ἐνταῦθα. Ἐννοοῦμεν νὰ μεταβῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἄλλο ἀντικείμενον.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχομεν ἄλλο. Λύεται ἡ συνεδρίασις περὶ ὥραν 4 Μ. Μ.