1877.12.29
515 στίχοι · 4.319 λέξεις · 39 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 42
τῆς 29 Δεκεμβρίου 1877.
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 2½ μ. μ.
Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§2ΦΙΛΗΜΩΝ. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι πολλάκις ἐπανελήφθη, καὶ ἐν δημοσίοις ἐγγράφοις καὶ ἐν τῷ τύπῳ τῆς Εὐρώπης καὶ ἐν Κοινοβουλίοις, ὅτι ἀπὸ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος οὐδεμία ἐγένετο πρόοδος εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Ἡ διάδοσις αὕτη ἔσχε συνήθως δυσάρεστα, ὡς εἰκὸς, ἀποτελέσματα, χρησιμεύει δὲ εἴς τινας καὶ ὡς ἐπιχείρημα ὅπως ὑποστηρήξωσι, ὅτι ἐὰν ποτὲ ἡ στροφὴ τῶν πραγμάτων προσθέσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἄλλας χώρας, θὰ ὑποστῶσιν αὗτοι χείρονα τῆς Ἑπτανήσου. Ἰδίως σήμερον, ὅτε περὶ τῆς Ἀνατολῆς ὁ λόγος γίνεται σπουδαιότερος, τοιαῦται ἰδέαι δὲν πρέπει νὰ διαδίδωνται, πρέπει νὰ ἀναιρῶνται διὰ τῶν πραγμάτων, ὄχι διὰ τῶν κακῶν λόγων. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἐπὶ τοῦ προκειμένου, νὰ προβῇ ἑπομένως εἰς τὴν σύνταξιν ἀκριβοῦς στατιστικῆς περὶ τῶν μεταβολῶν καὶ τῶν προόδων, αἵτινες ἐτελέσθησαν ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἑνώσεως μέχρι σήμερον, ἤτοι νὰ σημειωθῇ πόσας ὁδοὺς παρέλαβε καὶ εἰς ποίαν κατάστασιν, πόσαι δὲ νεώτεραι ἔκτοτε κατασκευάσθησαν, πόσα βιομηχανικὰ καταστήματα ἦσαν ἐπὶ τῆς προστασίας, πόσα ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα καὶ πόσα σήμερον ἀριθμοῦνται. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἐννοοῦσα τὸν κύριον λόγον τῆς προτάσεώς μου αὑτῆς, θέλει ἐγκρίνει αὑτὴν καὶ θέλει παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ, εἰ δυνατὸν, ἐντὸς μηνὸς εἰς τὴν σύνταξιν τῆς τοιαύτης στατιστικῆς.
§3ΖΩΧΙΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἄλλα σπουδαιότερα ἔργα. Ἅμα ἔμβωμεν εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, κύριος οἶδε ποῦ θὰ ἐξέλθωμεν.....
§4ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ κάμνομεν, δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν.
§5ΦΙΛΗΜΩΝ. Παρακαλῶ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον.
§6ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν εἶναι βεβαίως ἀντικείμενον τῆς Βουλῆς τὸ τοιοῦτον, ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ἐῤῥέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅσα ἐῤῥέθησαν, νομίζω καθῆκόν μου νὰ ἐκθέσω ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ τὴν στατιστικὴν αὐτήν. Ἐῤῥίφθη ἐπὶ τοῦ προσώπου τῆς Ἑλλάδος, ὅτι τὴν Ἑπτάνησον ἀφ’ ὅτου τὴν παρέλαβε τὴν κατέστρεψε. Εἶναι ἀντικείμενα πολλὰ, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Ἑπτάνησος μετὰ τὴν ἕνωσιν πράγματι προώδευσεν, ἡ δημοσία ἀσφάλεια, ἡ δημοσία ἐκπαίδευσις, ἀνωτάτη, μέση καὶ δημοτικὴ, τὰ δημόσια καὶ δημοτικὰ ἔργα, τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ βιομηχανία. Στοχάζομαι καὶ ἐγὼ, ὅτι εἶναι μεγίστη ἀνάγκη εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ὀκνήσῃ νὰ δείξῃ τί κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν τῆς Ἀγγλικῆς προστασίας παρουσιάζει ἡ Ἑπτάνησος καὶ τί παρουσιάζει κατὰ τὴν πρώτην δεκαετίαν μὲ τὴν ἕνωσιν, διὰ νὰ ἴδῃ ὁ κόσμος, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπὸ τὴν Ἐθνικὴν Κυβέρνησιν ὁ τόπος ἐκεῖνος ὀπισθοδρόμησε, ἢ εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ ἂν ἄλλα μέρη ὑπόδουλα λάβωσι τὴν τύχην τῆς Ἑπτανήσου θέλει καλλιτερεύσει ἡ τύχη των; Εἴμεθα ἕτοιμοι ἅπαντες νὰ ὑποστῶμεν τὴν σύγκρισιν τί ἔκαμεν ἡ Ἑλλὰς, ὄχι μόνον τὰς ἐπαρχίας τὰς ὁποίας παρέλαβεν ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐπαρχίας τὰς ὁποίας παρέλαβεν ἀπὸ μίαν τῶν μᾶλλον ἐξευγενισμένων Δυνάμεων τῆς Εὐρώπης.
§7ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Κύριε πρόεδρε, μετὰ τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ ὀλίγα ἔχει τις νὰ προσθέσῃ. Ἤθελον μόνον νὰ εἴπω, ὅτι συμφωνῶ ἐν μέρει μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ζωχιοῦ, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι τόσον μέγα ὥστε δι’ ἁπλῶν στατιστικῶν πληροφοριῶν δὲν δύναται νὰ λυθῇ. Ἀφοῦ ὅμως ἅπαξ ἔγεινε λόγος, καλὸν εἶναι νὰ δοθῶσι αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι, διότι θὰ χρησιμεύσουν ὡς γνώμων. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ὑπάρχουν ἀντικείμενά τινα τὰ ὁποῖα διὰ τῶν στατιστικῶν δὲν ἠμποροῦν ν’ ἀποδειχθοῦν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀναντιῤῥήτως ἡ κατάστασις τῆς Ἑπτανήσου ἐβελτιώθη μετὰ τὴν ἕνωσιν καὶ ἰδίως θ’ ἀναφέρω τὸ ζήτημα τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας. Εἰς διαφόρους πόλεις τῆς Ἑπτανήσου ὑπάρχουν Ἰσδραηλῖται· οἱ Ἰσδραηλῖται αὐτοὶ ἀδελφοὶ καὶ συμπολῖται ἡμῶν ἀπολαμβάνουν ἀναντιῤῥήτως μεγαλειτέραν ἐλευθερίαν σήμερον παρὰ ἄλλοτε· καὶ εἶναι ἴσως γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐν Κερκύρᾳ ἐξελέχθη καὶ Ἰσδραηλίτης δημοτικὸς σύμβουλος. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται ν’ ἀποδειχθῇ· ὑπάρχουν ὅμως ἄλλα τὰ ὁποῖα δύνανται ν’ ἀποδειχθῶσι, ὁποῖα τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ἄλλα. Διὰ τούτου δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἐπὶ ὅλων τῶν ἀντικειμένων ἡ Ἑλλὰς ἠδυνήθη νὰ ἐκπληρώσῃ κατὰ πάντα ὅσα ἐπεθύμει πρὸς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας. Βεβαίως δὲν ἠθέλομεν εἴπει ἀλήθειαν, ἐὰν δὲν ὡμολογοῦμεν ὅτι φέρ’ εἰπεῖν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν δημοσίων ὁδῶν δὲν ἐπέτρεψαν πάντοτε οἱ πόροι ἡμῶν ὅ,τι ἐπεθυμοῦμεν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων ἀποδεικνύει τὴν ἄκραν εὐχαρίστησιν τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τὴν ἕνωσιν εἶναι ἡ ἄκρα ἀδελφοσύνη, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ μεταξὺ τῶν πρώην καὶ τῶν νέων ἐπαρχιῶν, καὶ δύναταί τις μετὰ θάῤῥους νὰ ἐπαναλάβῃ ὅτι ἐὰν ἐπρόκειτο ἡ Ἑπτάνησος νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν θέσιν τὴν πρὸ τῆς ἑνώσεως καὶ ἐκαλεῖτο νὰ φέρῃ ψῆφον, ἤθελε ἐκφέρει τὴν αὐτὴν ψῆφον μετὰ τῆς αὐτῆς ὁμοφωνίας. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι καὶ οἱ ἔντιμοι βουλευταὶ Ἑπτανήσου θέλουν συμφωνήσει.
§8ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν δημοσίων ἔργων λέγω, ὅτι ἔχομεν ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἐκάμαμεν δημόσια καὶ δημοτικὰ ἔργα μετὰ τὴν ἕνωσιν, τὰ ὁποῖα δὲν ἔκαμε ἡ ξένη προστασία. Παρακαλῶ ἑπομένως τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ τοιαύτην στατιστικὴν εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν οἱ μεγάλοι τοῦ κόσμου ἔρχονται ν’ ἀποφασίσουν περὶ τῆς τύχης τῶν ἐθνῶν. Καὶ ἴσως ἴσως ἀποφασίσουν ἐπὶ τῆς ἰδέας, ὅτι ἡ Ἑλλὰς παρέλαβε τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας καὶ τὰς ἐχειροτέρευσε, ἐνῷ εἶναι συκοφαντία καὶ συκοφαντία μαύρη.
§9ΣΕΡΒΟΣ. Κύριοι, τετάρτην φορὰν εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν διαίρεσιν τῆς ἐπικοίνου περιουσίας Λευκάδος· παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν, ἐπειδὴ εἶναι ἐπαρχιακὸν, τὸ ὁποῖον θίγει συμφέροντα ἐπαρχιακὰ καὶ εἰς τὸ ὁποῖον εἴμεθα σύμφωνοι καὶ οἱ τρεῖς ἀντιπρόσωποι Λευκάδος, καὶ τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν ἄλλοτε νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν παρακαλουμένην ὅσον ἔνεστι ταχύτερον νὰ συντάξῃ τὴν ἔκθεσίν της, ἵνα συζητηθῇ καὶ ὁρισθῇ εἰς ἕκαστον δῆμον τὸ ἀνῆκον, διότι σήμερον ἡ διαχείρησις δὲν πηγαίνει ἀσφαλῶς ὅπως εἶναι ὁ κοινὸς πόθος τῶν δήμων. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ ἵνα τὸ ταχύτερον συζητηθῇ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ σταλῇ εἰς τὴν οἰκείαν ἐπιτροπήν;
§11ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1878. Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ καὶ τῆς στρατολογίας διὰ τὸ ἔτος 1878. Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως θέσεών τινων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). (Ἀναγινώσκεται τὸ 1 ἄρθρον).
§13ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ παραιτηθῇ τῆς καταργήσεως τοῦ ὑποτελωνείου Ἄστρους, διότι ἡ ἐπαρχία μόνον αὐτὸν τὸν λιμένα ἔχει καὶ πιστεύω ὅτι αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας ἔλαβεν ὁ κ. ὑπουργὸς, ἴσως δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς, διότι εἶναι μεγάλη ἀνάγκη τοῦ τελωνείου αὐτοῦ.
§14ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἡ πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰ ἱκανοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐμπόρων τῆς πρωτευούσης, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω προχθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, περιεῖχε τοὺς κυριωτέρους λόγους, οἵτινες κατὰ τοὺς ἐνδιαφερομένους ἀντιστρατεύονται εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ τελωνείου αὐτῶν· Κρίνω περιττὸν ἐντεῦθεν, νὰ ἐπαναλάβω τούτους, καὶ περιορίζομαι ν’ ἀπαντήσω ἐπί τινα εἰδικώτερα ἐπιχειρήματα, ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ τελωνείου Ἀθηνῶν ἀναπτυχθέντα, ἐνώπιον ὑμῶν. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέδειξε προχθὲς, ὅτι πολλοὶ σπουδαιότεροι ἢ ἁπλῶς ταμιευτικοὶ καὶ οἰκονομίας χρημάτων λόγοι εἶναι οἱ ὑπαγορεύοντες τὴν κατάργησιν τοῦ τελωνείου Ἀθηνῶν. Δὲν ἤκουσα αὐτοὺς τοὺς λόγους καὶ ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ τοὺς ἐκτιμήσω καὶ ἀμέσως ν’ ἀπαντήσω· ἐξ ὅσων ὅμως ἔξωθεν ἤκουσα, φαίνεται ὅτι ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπεφάσισε τὴν κατάργησιν τοῦ τελωνείου Ἀθηνῶν, θέλων νὰ προλάβῃ καταχρήσεις, αἵτινες γίνονται πρὸς βλάβην τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν αὐτὸς εἶναι ὁ κύριος λόγος, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς, διότι ἀναφέρεται εἰς τὴν ἠθικότητα, καὶ τὰ προσόντα τοῦ προσωπικοῦ, οὐχὶ δὲ εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θεσμοῦ. Κατ’ ἐμὲ, ἡ ὕπαρξις τελωνείου, ἐν Ἀθήναις, ἀναμφισβητήτως διευκολύνει τὰς ἐμπορικὰς ἐργασίας. Τοῦτο ἐὰν ἐπιτυγχάνηται, ὀφείλομεν πρωτίστως νὰ ἐρωτήσαμεν τοὺς ἀμέσως ἐνδιαφερομένους. Οὗτοι ὑποστηρίζουν δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν λόγων τὰς εὐκολίας τὰς ὁποίας τὸ τελωνεῖον Ἀθηνῶν παρέχει εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἐμπορευμάτων, αὐτοὶ δὲ, οἱ ταῦτα ὑποστηρίζοντες, εἶναι ἐκ τῶν πρωτίστων ἐμπόρων τῆς πρωτευούσης. Εἰς βεβαίωσιν δὲ τούτου ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν συναδέλφων μου βουλευτῶν Ἀττικῆς καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Εἰσὶν οἱ ἔμποροι οὗτοι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες χιλιάδας δραχμῶν ἐτησίως εἰσφέρουσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τὸ κατάστημα τῶν ἀδελφῶν Εὐθυμίου ἀποτίει ἐτησίως 40,000 δραχμῶν τελωνιακὰ δικαιώματα· ὁ Βερσῆς 30,000, ὁ Διονύσιος Ζαχαρίου 35,000, ὁ Λελούδας 30,000, ἄλλοι 25 καὶ ἄλλοι 20,000 χιλιάδας. Οὐδεὶς δ’ ἀγνοεῖ, ὅτι τὰ τελωνεῖα εἶναι τὰ δίδοντα τὰ περισσότερα εἰσοδήματα εἰς τὸ κράτος. Ἡ εὐκολία ἐντεῦθεν ἡ εἰς τὸ ἐμπόριον παρεχομένη εἶναι εὐκολία εἰς τὸν δημόσιον πλοῦτον αὐτὸν καὶ μάλιστα τὴν ὅλην κοινωνίαν παρεχομένη· διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι πάντα τὰ βάρη τῶν ἐμμέσων φόρων πίπτουν εἰς τοὺς καταναλωτάς. Ἀρκούμενος εἰς τὰ ὀλίγα ταῦτα, καὶ ἐπιφυλασσόμενος ὅταν ὁ κ. ὑπουργὸς φέρῃ τοὺς βασιμωτέρους λόγους καὶ ἰδίως τοὺς λόγους εἰς τοὺς ὁποίους ὑποπτεύω ὅτι θὰ στηρίξῃ τὴν ἰδέαν τῆς καταργήσεως, τοὺς τῆς καταχρήσεως, ἐπιφυλάσσομαι τότε ν’ ἀπαντήσω.
§15ΖΩΧΙΟΣ. Ἀρχαῖός τις Ῥωμαῖος ἐχώρισε τὴν γυναῖκά του, ἐπίσημον γυναῖκα, χρηστὴν γυναῖκα, καὶ αὐτὸς χρηστὸς ἄνθρωπος. Φίλος του τις τοῦ λέγει; διατί τὴν ἐχώρισες; Λέγει, ἠξεύρεις σὺ ποῖος κάλος εἰς τὸ ὑπόδημά μου μὲ πονεῖ; Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κἄτι τὸν πονοῦσε διὰ νὰ καταργήσῃ τὸ τελωνεῖον Ἀθηνῶν, ἐγὼ δὲ δὲν παρεδέχθην τυφλοῖς ὄμμασι τὴν πρότασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐνδέχεται ὡς ἄνθρωπος ν’ ἀπατᾶται, ἀλλ’ ἡ ἀναφορὰ τῶν ἀξιοτίμων αὐτῶν ἐμπόρων μὲ ἀναγκάζει νὰ τὴν παραδεχθῶ. Σημειωτέον δὲ ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι συνεβουλεύθησαν μεταξὺ των καὶ ἐξέθηκαν τοὺς λόγους των. Τί σᾶς λέγουν; «τὸ τελωνεῖον τοῦ Πειραιῶς δὲν ἐξελέγχει ἀκριβῶς τὰ πράγματα»· λοιπὸν τὸ Δημόσιον ζημιοῦται. Λέγουν ὅτι ὁ περιορισμὸς τοῦ προσωπικοῦ θὰ βλάψῃ τὸ Δημόσιον. Ἐγὼ λέγω νὰ μὴ τὸ περιορίσωμεν ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ ἑνὸς ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος κάμει τὰς ἐγγραφὰς εἰς τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς, νὰ διορίσωμεν δύω ἢ τρεῖς. Ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν φοβεῖται τοῦτο, φοβεῖται μήπως μεταξὺ τοῦ Μαλέα καὶ τοῦ Ταινάρου χαθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου.
§16ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ παρατήρησίς Σας κάμει νὰ πιστεύσῃ κανεὶς, ὅτι ὅλοι οἱ ἔμποροι Ἀθηνῶν εἶναι λαθρέμποροι.
§17ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε Ῥάλλη, ἐπειδὴ μὲ ἀναγκάζετε νὰ σᾶς ἀποκριθῶ, σᾶς ἀποκρίνομαι. Ἐρωτῶ δὲ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τί σημαίνει ἡ ἀγγλικὴ λέξις rogue. Τὸ Δημόσιον δὲν πιστεύει εἰς κανένα, οὔτε εἰς τοὺς ὑπουργούς. Ἐὰν δὲν ἐμπιστευώμεθα τοὺς ὑπουργοὺς, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν οὔτε τὸν ἐντιμότερον πολίτην.
§18ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι ὅμως νὰ λέγωμεν τοὺς ἐμπόρους ὅλους λαθρεμπόρους.
§19ΖΩΧΙΟΣ. Ἀλλὰ σὺ τὸ εἶπες· ἐγὼ δὲν τὸ εἶπον. Ἐγὼ στηριζόμενος εἰς τὴν ἀναφορὰν ταύτην, λέγω ὅτι τὸ τελωνεῖον Ἀθηνῶν πρέπει νὰ πέσῃ. Σημειωτέον δὲ ὅτι οἱ ἔμποροι ἔχουν θεὸν τὸν Ἑρμῆν. Ὁ Ἑρμῆς δὲ εἶναι ποικίλος, ὄχι μόνον εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀλλ’ εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Ἑκατὸν ὀφθαλμοὺς εἶχεν ὁ Ἄργος· ποῖος δὲ τὸν ἐπαγίδευσεν; Ὁ θεὸς τῶν ἐμπόρων, ὁ Ἑρμῆς. Περὶ αὐτῶν λοιπὸν πρόκειται.
§20ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου πρόκειται, καὶ ὄχι περὶ τῶν ἐμπόρων.
§21ΖΩΧΙΟΣ. Σᾶς ἀποκρίνομαι. Εἷς βασιλεὺς τῆς Σπάρτης ἐνυμφεύθη καὶ ἔλαβε γυναῖκα μικρὰν τὸ ἀνάστημα. Ἐρωτηθεὶς δὲ διατί τοιαύτην ἔκαμεν ἐκλογὴν, ἀπεκρίθη: ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ πάρω ἕνα διάβολον, ἐδιάλεξα τὸν πλέον μικρότερον. Ἀφοῦ λοιπὸν πρόκειται νὰ ἔχητε ὑπαλλήλους ἀπίστους, ὅσῳ ὀλιγωτέρους ἔχετε, τόσῳ τὸ καλλίτερον. Ἐὰν ἀπεχώρει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀντ’ αὐτοῦ ἐπρόκειτο σεῖς νὰ τοὺς ἐκλέξητε, ποῦ θὰ τοὺς εὑρίσκετε; Δώδεκα ὑπαλλήλους ἐξελέξατο ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς, καὶ μεταξὺ αὐτῶν εὑρέθη εἷς κατεργάρης, καὶ ἀνεδείχθη κατεργάρης διὰ τὸν παρά (ἱλαρότης).
§22ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι εἶναι κλέπται.
§23ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν περνοῦν αὐταὶ οἱ θεωρίαι τώρα.
§24ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλοίμονον ἐὰν ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι ἦσαν κλέπται.
§25ΖΩΧΙΟΣ. Κύριοι, πρέπει νὰ μάθητε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει τοὺς ὀλιγωτέρους καταχραστὰς ὑπαλλήλους. Περισσότεροι καὶ δεινότεροι εἶναι εἰς τὴν Εὐρώπην, σᾶς ἀναφέρω δὲ ἓν παράδειγμα. Εἰς μίαν Τράπεζαν τοῦ Βελγίου, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον ἐξελέγξει ποτὲ, διότι ὁ ταμίας αὐτῆς ὠνομάζετο πρόσωπον ἱερὸν, ἔντιμον, ἰδοὺ ἐκτάκτως τί συνέβη. Διωρίσθη εἰς τὴν Τράπεζαν νέος τις σύμβουλος, πρὸς ὃν ἐπαρουσίασε τοὺς λογαριασμοὺς ὁ ταμίας πρὸς ὑπογραφήν. Ἐγὼ δὲν τοὺς ὑπογράφω, εἶπεν ὁ νέος σύμβουλος, πρὶν ἢ βεβαιώσω τὸ πιστὸν αὐτῶν. Ἐξελέγξεως δὲ γενομένης εὑρέθη ἔλλειμμα τριάκοντα καὶ πέντε ἑκατομμυρίων· ὁ δὲ ταμίας ἔγεινε ἄφαντος! Εἰς τὴν Ἑλλάδα αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα συντελεῖ καὶ ἡ φύσις τοῦ ἀνθρώπου, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα οἱ ὑπάλληλοι δὲν δύνανται νὰ φθάσωσιν εἰς αὐτὸν τὸν βαθμόν. Κύριε Ῥάλλη, ἔχεις χρήματα καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ σοῦ ἐπέλθῃ σατανικὴ σκέψις· ὑπάρχουν ὅμως ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν οἰκογενείας, αἵτινες στεροῦνται τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων· τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς πειράζει καθ’ ἑκάστην ὁ Σατανᾶς. Σᾶς ἀναφέρω καὶ ἓν ἄλλο παράδειγμα. Δημόσιός τις ὑπάλληλος κατεχρᾶτο τακτικῶς, καὶ ὡμολόγησε τὴν κατάχρησίν του εἰς τὸν Βασιλέα τὸν Ὄθωνα, καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐβραβεύθη. Διατί; διότι τοὺς εἶπεν, ἔχω οἰκογένειαν, καὶ ὁ μισθὸς δὲν μοῦ ἀρκεῖ· πῶς θὰ ζήσω; κλέπτω ὡρισμένον ποσὸν, ἀλλ’ ἐδιπλασίασα τὰ δημόσια εἰσοδήματα. Ποῖος δὲ ἐκ τῶν ὑπουργῶν ἐσκέφθη περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων,
§26ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ποίαν σχέσιν ἔχουν ταῦτα μὲ τὸ ζήτημα;
§27ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς ἠρώτησα ἂν ἔχουν σχέσιν ἢ δὲν ἔχουν· λαλῶ ὅπως γνωρίζω. Ἂν ὑπῆρχε μία ὁδὸς καταχρήσεως, ἔστω· ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει μία μόνη καταχρήσεως ὁδός. Διατί; διότι πολὺ εἶναι τὸ πλῆθος τῶν τελωνιακῶν ὑπαλλήλων, καὶ πολλὰ τὰ εἴδη τῶν λογαριασμῶν. Πολλαπλασιασμὸς δὲ λογαριασμῶν, σημαίνει πολλαπλασιασμὸν καταχρήσεων, διότι τοιοῦτος εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ἐὰν τοῦ ἀλλάξητε τὴν φύσιν, τότε δύνασθε νὰ προλάβητε τὰς καταχρήσεις. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν, καὶ διὰ τοῦτο συνέστη καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Κατὰ πρόληψιν οἱ πλέον ἀξιότιμοι εἰς ὅλον τὸν κόσμον εἶναι οἱ ἀξιωματικοί· καὶ ἐν τούτοις καὶ κατ’ αὐτῶν ὑπάρχουν χίλιοι ἔλεγχοι. Ὅταν δὲ σᾶς λέγῃ ὁ στρατιωτικός: μὰ τὴν στρατιωτικήν μου τιμὴν, εἶναι τὸ αὐτὸ, ὡς ἂν σοῦ λέγει ὁ ἀρχιερεύς: μὰ τὴν ἀρχιεροσύνην μου. Καὶ μὅλα ταῦτα ὑπάρχει καὶ κατὰ τῶν στρατιωτικῶν ἔλεγχος ἐξαιρετικός. Μάτην λοιπὸν στηριζόμεθα εἰς τὴν ἀκεραιότητα τῶν ὑπαλλήλων, καὶ διὰ τοῦτο κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ κατὰ τῆς προτάσεως τῶν ἐμπόρων, διότι πολλοὶ ἔμποροι μοὶ εἶπον, κἄτι τι εἰς τὸ αὐτί. Τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς, κύριοι, ἐσυστήθη εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ ἀπόστασις μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἦτο μεγάλη. Ἀφ’ ὅτου ὅμως ἔγεινεν ὁ σιδηρόδρομος, ἡ ἀνάγκη, ἡ ὁποία ὑπηγόρευσε τὴν σύστασιν αὐτοῦ, ἠλαττώθη μεγάλως. Πλὴν δὲ τούτου ὑπάρχουν ἄλλα αἴτια, τὰ ὁποῖα ἀναγκάζουν τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προτείνῃ τὴν κατάργησιν τοῦ Τελωνείου Ἀθηνῶν. Καὶ κατὰ πρῶτον ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἐννοεῖ, ὅτι τὰ ἐμπορεύματα τῆς αὐτῆς πόλεως, καὶ πόλεως μάλιστα, εἰς τὴν ὁποίαν γίνεται μεγίστη κατανάλωσις, ὑπάγονται εἰς δύο μέτρα ἐκτιμήσεως, τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ἐνεργουμένην ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων τοῦ τελωνείου Πειραιῶς, καὶ τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ἐνεργουμένην ὑπὸ τῶν ἐν Ἀθήναις ὑπαλλήλων. Καθὼς δὲ γνωρίζετε ἡ φορολογία τοῦ δασμολογίου ἐξαρτᾶται κατὰ 90 ἑκατοστὰ ἐκ τῆς κρίσεως τῶν ὑπαλλήλων, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ δασμολόγιον νὰ περιλάβῃ ὅλας τὰς ἐπινοήσεις τῆς τέχνης, ὅλας τὰς ἐφευρέσεις τῆς βιομηχανίας, ὅπως ἐκ τῶν προτέρων προσδιορίσῃ ἑνὸς ἑκάστου ἐμπορεύματος τὸ τέλος, ἤτοι τὴν ἀξίαν τοῦ τελωνιακοῦ δικαιώματος. Τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον λοιπὸν περιλαμβάνει μόνον, οὕτως εἰπεῖν, τὰς ἀρχὰς, τὰς βάσεις, καὶ οὐχὶ καὶ αὐτὰς πλήρεις· τὸ δὲ τέλος κυρίως, ὅπως σᾶς προεῖπον, ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς κρίσεως τῶν ὑπαλλήλων τοῦ τελωνείου. Τοιουτοτρόπως δὲ ὑπάγονται εἰς δύο μέτρα ἐκτιμήσεως τὰ τελωνιζόμενα ἐμπορεύματα, εἰς τὸ μέτρον τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ὑπαλλήλων Πειραιῶς, καὶ εἰς τὸ μέτρον τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ὑπαλλήλων Ἀθηνῶν. Αὐτὴ δὲ ἡ διαφορὰ, κύριοι, κατὰ διαφόρους περιστάσεις ἐγέννησε μεγάλα παράπονα μεταξὺ τῶν ἐμπόρων· τοῦτο δὲ ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ καταλεπτότερον, ἐὰν ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἔμποροί τινες διὰ τὸ ἴδιον ἐμπόρευμα πληρώνουν ὀλιγώτερον τελωνίζοντες εἰς τὸ ἓν τελωνεῖον, ἐνῷ ἄλλοι πληρώνουν βαρύτερον τέλος εἰς τὸ ἄλλο τελωνεῖον, ἐνῷ ἡ τιμὴ πρέπει νὰ ᾖναι ἡ αὐτή. Ἐκτὸς τοῦ λόγου τούτου ὑπάρχει καὶ ἕτερος, πολὺ ἰσχυρότερος, τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουν οἱ ἔμποροι νὰ τελωνίζουν ὅπου θέλουν, εἴτε εἰς τὰς Ἀθήνας, εἴτε εἰς τὸν Πειραιᾶ, ὅταν ἔχουν δύω τελωνεῖα ἐνώπιόν των. Αὐτὸ τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα, κύριοι, εἶναι λίαν ἐπιζήμιον εἰς τὸ δημόσιον συμφέρον, ὄχι μόνον διὰ τοὺς λόγους, οὓς ἀποδίδων τις εἰς τὰ ὄργανα τῆς ὑπηρεσίας ἠμπορεῖ νὰ ἐννοήσῃ, ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι προέρχεται ἐκ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων κατάχρησις, αὐτὴ ἡ ἐλευθερία, τὴν ὁποίαν ἔχει ἕκαστος ἔμπορος, αὐτὴ δύναται νὰ τὸν ὠφελήσῃ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου· διότι, ὡς σᾶς προεῖπον, τὸ πᾶν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν κρίσιν τοῦ τελωνίζοντος ὑπαλλήλου. Πρὸς τίνα δὲ σκοπὸν, κύριοι, πρέπει νὰ διατρέχῃ τὸ Δημόσιον αὐτὸν τὸν κίνδυνον; Πρὸς οὐδένα σκοπόν· ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν βλέπω τὸν σκοπόν. Ἀφοῦ δὲ ὑπάρχει ὁ σιδηρόδρομος, δὲν βλέπω τὴν αἰτίαν, νὰ διατρέχωμεν αὐτοὺς τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τῆς ἀτάκτου ὑπηρεσίας ἐγέννησαν πολλὰς ζημίας. Λοιπὸν πρέπει, κύριοι, νὰ καταργήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐμπόρου, τοῦ νὰ ἐκλέγῃ τὸ ποῦ θὰ τελωνίσῃ. Πρέπει δὲ τὸ ἐμπόρευμα εἰς τὸν τόπον εἰς ὃν ἔφθασε νὰ τελωνίζηται, καὶ οὐχὶ νὰ ἀφίνεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἔμπορον νὰ τελωνίζῃ πότε εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ πότε εἰς Ἀθήνας, ἀναλόγως τοῦ συμφέροντος εἰς αὐτόν. Αὐτὸ πρέπει νὰ καταργηθῇ, διότι δὲν πρέπει νὰ παίζωμεν μὲ τὰ δημόσια συμφέροντα. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς οἰκονομίας, ἥτις θὰ προέλθῃ, σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι οὐδέποτε τὸ ἐσυλλογίσθην, διότι θὰ ἦτον ἄτοπον ὁ ὑπουργὸς, προκειμένου λόγου περὶ σπουδαίου πράγματος, νὰ συζητῇ περὶ μικρᾶς καὶ ἀναξίας λόγου οἰκονομίας. Μὅλα ταῦτα σᾶς λέγω, δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὴν πρὸ μικροῦ ἀναγνωσθεῖσαν ἀναφορὰν, ὅτι δηλαδὴ ἡ διαφορὰ τῶν δαπανῶν θέλει εἶσθαι 3000 δραχμῶν, διότι ἡ διαφορὰ θέλει εἶσθαι ἡ ἑξῆς. Μισθὸς τελώνου ἐπὶ ἓν ἔτος 4200, ἐλεγκτοῦ 3000, γραμματέως 1200, εἴκοσι φυλάκων 12000, δι’ ἐνοίκιον 1200, καὶ διὰ λοιπὰ ἔξοδα 4800. Τὸ ὅλον 22000 –23000 δραχ. Αὐτοὶ λέγω, κύριοι, εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν πρέπει νὰ ζημιοῦται τὸ Δημόσιον, ἐνῷ δὲν βλάπτεται τὸ ἐμπόριον ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ τελωνείου. Ἐκτὸς ἂν θεωρήσωμεν ὡς ζημίαν τοῦ ἐμπορίου τὴν διαφορὰν τοῦ τελωνισμοῦ τῶν ἐμπορευμάτων εἰς τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ τελωνεῖον, καὶ αὐτὴν τὴν ζημίαν ἐκλάβωμεν ἀνωτέραν τοῦ δημοσίου συμφέροντος, τοῦ ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ τελωνείου Ἀθηνῶν. Νομίζω δὲ ὅτι εἶναι μέγα τὸ συμφέρον, καὶ κατὰ τὴν γνωμοδότησιν, τὴν ὁποίαν ὅλοι οἱ τελῶναι ά. τάξεως ἔδωκαν, καταργουμένου τοῦ τελωνείου, σπουδαία ὠφέλεια θέλει προέλθει καὶ καμμία ζημία.
§28ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρετήρησεν, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἀφήσῃ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ τελωνισμοῦ τὴν γενομένην εἴτε εἰς Ἀθήνας, εἴτε ἐν Πειραιεῖ κατὰ τὰς περιστάσεις, διότι τὸ τοιοῦτον, λέγει, ζημιοῖ τὸ Δημόσιον. Παρατηρῶ καὶ πάλιν, ὅτι ὁ ὀρθῶς σκεπτόμενος καὶ οἰκονομικῶς, δὲν πρέπει νὰ σκέπτηται οὕτω. Ἐν ἔτει 1876 μάλιστα φρονῶ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ λέγουν, ὅτι ἀρνοῦμαι τὰς εὐκολίας εἰς ὁλοκλήρους παραγωγικὰς τάξεις πολιτῶν, διότι ἐξ αὐτῶν δύναται νὰ ζημιωθῇ ἀμέσως χρηματικόν τι ποσὸν τὸ Δημόσιον. Ἡ πραγματικὴ ὠφέλεια τοῦ δημοσίου δὲν εἶναι ἡ συσσώρευσις χρημάτων εἰς τὰ ταμεῖα τὰ δημόσια, ἡ ἐπιμέλεια περὶ τὸν χρηματισμόν· τὸ Δημόσιον πράγματι ὠφελεῖται, ὅταν παρέχῃ εὐκολίας εἰς τοὺς πολίτας, καὶ ἐνισχύονται ἐντεῦθεν οὗτοι νὰ φέρωσι τὴν δέουσαν ἀνάπτυξιν εἰς τὴν βιομηχανίαν καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον. Τοῦτο εἶναι ἄμεσον συμπέρασμα τῆς γνωστῆς τοῖς πᾶσι, σήμερον, καὶ ὡμολογημένης οἰκονομικῆς ἀρχῆς, ὅτι τὸ ἀληθὲς δημόσιον ταμεῖον δὲν εἶναι τὸ καλούμενον Δημόσιον, ἀλλὰ τὸ σύνολον τῶν ἰδιωτικῶν ταμείων· διότι ἐκ τῶν ταμείων τούτων, καὶ κατὰ τὰς παρουσιαζομένας ἀνάγκας του, φορολογεῖ ἑκάστοτε τὸ Κράτος. Ἕπεται ἐντεῦθεν, ὅτι, ὅσῳ εὐπορώτερα, ἤτοι ὅσῳ βεβαιότερα καὶ ἀνώτερα εἶναι τὰ ἰδιωτικὰ ταμεῖα, τόσῳ πλουσιώτερον εἶναι καὶ τὸ Δημόσιον. Ἐπίσης ἕπεται ὅτι, ἐὰν παραχωρῶνται εὐκολίαι εἰς μεγάλην τάξιν πολιτῶν ἐργαζομένων, ἐξ οὗ ὅμως ζημιοῦται ἀμέσως κατά τι τὸ καλούμενον δημόσιον ταμεῖον, οὐχ ἧττον ἑτέρωθεν πραγματικὴ εἶναι καὶ μεγάλη ἡ ὠφέλεια αὐτοῦ· διότι διὰ τῶν εὐκολιῶν τούτων, δυνατῆς γενομένης τῆς μείζονος ἀναπτύξεως τῆς ἐργασίας, εὐρύτερον καὶ πλουσιώτερον καθίσταται τὸ Δημόσιον, ἐλευθεριώτερον δυνάμενο νὰ φορολογῇ ἄλλως αὐτήν. Ὑπολογίσατε ἤδη, πόσῳ μείζονες εἶναι αἱ ὠφέλειαι, ὅταν πρόκηται περὶ μεγάλης τινὸς τάξεως παραγωγικῆς, εἰς ἣν οἱ πάντες προσφεύγουσι, πρὸ πάντων δὲ τὸ Δημόσιον. Σήμερον, ἡμεῖς αὐτοί, εἰς τίνα ἄλλην τάξιν σκοπεύομεν νὰ προσέλθωμεν, ὅπως εὕρωμεν τὰ μέσα πρὸς ἐπίτευξιν σκοπῶν γενναιοτέρων, ἢ εἰς αὐτὴν τὴν ἐμπορικὴν τάξιν; Ἡ παρεχομένη οὕτω εὐκολία εἰς τοὺς ἐμπόρους, μετατρέπεται ἀμέσως εἰς ὠφέλειαν θετικὴν τοῦ δημοσίου ταμείου. Παρέχεται δὲ εὐκολία, διὰ τῆς ὑπάρξεως τελωνείου ἐν Ἀθήναις, ἡ ἑξῆς. Τὰ ἐμπορεύματα, ὡς γνωστὸν, ἔρχονται ἢ τοποθετημένα εἰς κιβώτια, ἢ δεδεμένα εἰς δέματα. Τὰ δέματα εἶναι συνήθως δεδεμένα διὰ σιδηρῶν ταινιῶν. Ὁ ὑπάλληλος ὁ τελωνιακὸς, διὰ νὰ τελωνίσῃ τὰ ἐμπορεύματα τὰ εἰς δέματα, πρέπει νὰ τὰ λύσῃ. Ἀλλὰ τότε ὁ ἔμπορος, ἵνα τὰ μεταφέρῃ εἰς Ἀθήνας, ἐκ Πειραιῶς, ἐπάνω, ὑποχρεοῦται εἰς δευτέραν δαπάνην διὰ νὰ τὰ δέσῃ, ἐκτὸς τοῦ ὅτι τὸ ἐμπόρευμα δύναται νὰ πάθῃ, καὶ μάλιστα ὅταν ὑπάρχῃ μεγάλη ποσότης· διότι ἐκτὸς τῆς δαπάνης τοῦ χρόνου καὶ τοῦ ἐκ νέου δεσίματος ὑφίσταται καὶ τὴν φθορὰν, καθόσον εἶναι ἀνάγκη νὰ λυθοῦν, νὰ δεθοῦν. Καὶ ὅλα αὐτὰ ἀπαιτοῦν δαπάνην καὶ χρημάτων καὶ χρόνου· δὲν εἶναι δὲ μικρὰ ἡ διαφορὰ νὰ μεταφέρετε τὸ ἐμπόρευμα ἀπὸ τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς ἢ ἀπὸ τὸ τελωνεῖον Ἀθηνῶν. Ἐκτὸς τούτου ἐπιθυμῶ νὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς μίαν ἄλλην παρατήρησιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ τὴν ἐκτίμησιν. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τοῦ ὑπομνήσω τὸ ἑξῆς. Εἷς ἐκ τῶν πρώτων τραπεζιτῶν τοῦ Λονδίνου, ὁ Bows, ἐσυνήθιζε νὰ λέγῃ, ἄριστος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις σύστημα ἔχει νὰ λέγῃ τὸ ὄχι. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει καὶ αὐτὸ τὸ προτέρημα μεταξὺ ἄλλων· ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι τὰ προτερήματα ἐξογκούμενα πολὺ γίνονται ἐλαττώματα καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἔχῃ τοιαῦτα ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§29Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δύω λέξεις θὰ προσθέσω εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου εἶπεν ἐπὶ τῆς καταργήσεως τοῦ τελωνείου Ἀθηνῶν καὶ κυρίως ἐπὶ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὰ κύρια εἶναι δύω ά) ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ ἐκτιμήσεως ἐμπορευμάτων προωρισμένων διὰ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν πόλιν, καὶ δεύτερον ὅτι δίδεται εὐκολία εἰς τοὺς ἐμπόρους νὰ τελωνίσουν τὰ ἐμπορεύματά των πότε ἐν Ἀθήναις καὶ πότε ἐν Πειραιεῖ, προσέθεσε δὲ καὶ τρίτον, ὅτι δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ τελωνείου Ἀθηνῶν μεγάλη ὠφέλεια. Τὰ δύω ἐπιχειρήματα ἤθελον τὰ ἐννοήσει ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὁ κ. ὑπουργὸς παρουσίαζε μίαν αἴτησιν τῶν ἐμπόρων Ἀθηνῶν, οἱ ὁποῖοι παρεπονοῦντο διὰ τὴν διαφορὰν τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ τελωνιακοῦ δικαιώματος καὶ διὰ τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα, ἀλλὰ δυστυχῶς συμβαίνει τοὐναντίον· οἱ ἔμποροι τῶν Ἀθηνῶν παραπονοῦνται διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ τελωνείου. Ἐκτὸς δὲ τούτου τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ὁ δεῖνα ἔμπορος ἐκ τῆς ἐνασκήσεως τοῦ ἐκλεκτικοῦ δικαιώματος αὐτοῦ τελωνίζων ἐν Ἀθήναις ἢ ἐν Πειραιεῖ ὠφελήθη, διότι τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα ἤθελον ἔχει ὑπόστασιν, ἐὰν τὸ παράπονον ἤθελεν ἔλθει ἐκ μέρους τῶν ἐμπόρων καὶ οὐχὶ τοῦ Δημοσίου. Τὸ τρίτον ἐπιχείρημα ὅτι δύναται νὰ προκύψῃ ὠφέλεια ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ τελωνείου Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον προέταξεν ὁ κ. Ζωχιὸς καὶ ὑπεστήριξεν καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές, διότι ὁ κ. Ζωχιὸς σᾶς εἶπεν ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἐν Ἑλλάδι τίμιοι ὑπάλληλοι, ἀλλ’ ὅτι ὅλοι εἶναι κλέπται καὶ εἰς αὐτὸ ἐστήριξε τὴν ἀπόδειξίν του. Εἰς αὐτὰ λέγω, ὅτι ὁ κ. Ζωχιός, καὶ αὐτὸν φέρω ὡς παράδειγμα, ὑπῆρξε ὑπάλληλος οἰκονομικὸς εἰς μετοχικὸν ταμεῖον καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ προσάψῃ εἰς αὐτόν, ὅτι παρεβίασε τὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν ὤφειλεν εἰς τὸ Δημόσιον. Τὸ δεύτερον ἐπιχείρημά του ἦτο, ὅτι οἱ ἔμποροι κατ’ ἀρχὴν εἶναι ὅλοι λαθρέμποροι. Βεβαίως ὁ Ἑρμῆς ἦτο κερδαλέος ἀλλὰ δὲν ἦτο καὶ κλέπτης· ἠδύνατο νὰ κερδίζῃ ὅσα ἠδύνατο, ἀλλὰ χωρὶς νὰ κλέψῃ, ὅπως καὶ ὁ ἔμπορος χωρὶς νὰ κλέψῃ. Καὶ ἐκ τούτου πῶς τὸ Δημόσιον θέλει ζημιωθῇ; Θὰ ἠννόουν τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἐὰν προσήγαγε στατιστικὴν ὅτι ὅλων τῶν ἄλλων τελωνείων αἱ εἰσπράξεις ηὔξησαν, αἱ δὲ εἰσπράξεις τοῦ τελωνείου Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς εἶναι ὀλιγώτεραι ἐκείνων, αἵτινες ἦσαν καθ’ ἣν περίστασιν δὲν ὑπῆρχε τὸ τελωνεῖον Ἀθηνῶν. Διὰ αὐτοὺς τοὺς λόγους κηρύσσομαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§30ΖΩΧΙΟΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγας λέξεις, διότι ὁ ἀξιότιμος κύριος Ῥάλλης μὲ παρεξήγησεν, ἢ δὲν μὲ ἐνόησεν. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Δημοσίου εἶναι καταχρασταί. Ἐπίσης δὲν εἶπον, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι ἔμποροι τῶν Ἀθηνῶν εἶναι κλέπται. Ἀνέφερε δὲ ἐμὲ ὡς τιμιότητος παράδειγμα. Ἠδυνάμην δὲ ἐγὼ νὰ μνημονεύσω ἄλλον κρείττονα ἐμοῦ κατὰ τὴν τιμιότητα, τὸν Ὑδραῖον Ἰωάννην Κριεζῆν, ὁ ὁποῖος ἔχει εἰς χεῖράς του τὸ ταμεῖον τὸ ἀπομαχικόν, τὸ περιέχον ἑκατομμύρια, καὶ δι’ ὃν εἶπον ὅτι εἶναι περιττὰ τὰ βιβλία καὶ οἱ ἔλεγχοι. Τοιοῦτοι δὲ ὑπάλληλοι εἶναι πολλοί, πάμπολλοι. Τίς δὲ σᾶς εἶπεν, ὅτι κατηγόρησα ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους; Ἀπεναντίας, ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπάρχουν ὀλιγώτεροι καταχρασταὶ ἢ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα ἔθνη· ἀλλὰ σᾶς ἔκαμα τὴν παρατήρησιν ὅτι ὑπάρχουν στιγμαί, καθ’ ἃς ἀναγκάζεταί τις νὰ γίνῃ καταχρηστής, καὶ ὑπάρχουν ἄνθρωποι οἵτινες ἐν ὥρᾳ κρισίμῳ κατελήφθησαν ὑπὸ πειρασμοῦ, διότι τοὺς ἔλειπεν ὁ ἄρτος ὁ ἐπιούσιος. Εἰς τοιαύτην στιγμὴν πρέπει νὰ ᾖναί τις ἥρως διὰ νὰ ἀνθέξῃ. Σᾶς ἀνέφερα τελώνην, ὁ ὁποῖος κατ’ ἀνάγκην ἔκλεπτε, καὶ ὅστις ὡμολόγησε τὴν κλοπὴν καὶ ἐβραβεύθη ὑπὸ τοῦ Ὄθωνος, ἐννοήσαντος τὴν ἐσχάτην ἀνάγκην τῆς οἰκογενείας τοῦ ὑπαλλήλου. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τῆς τιμῆς τῶν ἐμπόρων, διότι καὶ ἐγὼ ἂν ἤμην ἔμπορος, θὰ ἠκολούθουν τὴν τάξιν τῶν ἐμπόρων.
§31ΡΑΛΛΗΣ. Κατηγορεῖτε τὸν ὑπάλληλον....
§32ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε Ῥάλλη, ἐδῶ εἴμεθα μεταξὺ ἐντίμων ἀνθρώπων, καὶ διὰ τοῦτο οὐδεὶς σκανδαλίζεται. Ἀλλ’ εἰς τὸ ἐμπόριον τὰ πράγματα ἄλλως ἔχουσιν. Ἡ πλεονεξία τοῦ ἐμπόρου δὲν λέγεται κλοπή, ἀλλ’ ἐμπόριον. Λοιπὸν κατ’ αὐτῆς τῆς θεμιτῆς ἐμπορικῆς καταχρήσεως ἀντιτάσσομαι. Δὲν προσβάλλω δὲ τὴν ὑπόληψιν τῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους ὑπὲρ πάντα ξένον νομίζω ἐντιμοτέρους, διότι καὶ πτωχότατοι ὄντες, παλαίουν κατὰ τῆς πτωχείας. Καθὼς δὲ προηγουμένως σᾶς εἶπον δὲν εἶμαι ἐγὼ μοναδικὸν παράδειγμα τιμιότητος, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλοι κρείττονες ἐμοῦ, σᾶς ἐμνημόνευσα δὲ ἓν παράδειγμα Ὑδραϊκόν. Θὰ σᾶς φέρω καὶ ἄλλο ἕν. Ὑδραῖός τις ἐδανείσθη ποτὲ ἀπὸ τὸν Κουντουριώτην χρήματα· ἔφθασεν ἡ προθεσμία τῆς ἐπιστροφῆς, ἀλλ’ ὁ χρεώστης τὰ ἠρνήθη. Τὸ ἔμαθεν ἡ Ὕδρα καὶ ἀπέστρεψεν τὸ πρόσωπόν της ἀπ’ αὐτοῦ, αὐτὸς δὲ ἀπέθανεν ἐκ τῆς λύπης. Λοιπὸν εἴμεθα εἰς κοινωνίαν, ἥτις δίδει μεγαλειτέρας ἀποδείξεις τιμιότητος ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Λομβάρδος, καὶ εἴμεθα πολὺ ἀνώτεροι τῶν Εὐρωπαίων, διότι δὲν συμβαίνουν εἰς ἡμᾶς, ὅ,τι εἰς αὐτοὺς συμβαίνει. Ὅτι δὲ θὰ ὑπάρξῃ ὠφέλεια ἂν καταργηθῇ τὸ τελωνεῖον Ἀθηνῶν καὶ μείνῃ μόνον τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς, αὐτὸ δὲν εἶναι ζήτημα. Ἔχει δὲ τόσον πνεῦμα ὁ ἀξιότιμος κύριος Ῥάλλης, ὥστε ἂν ἐπιμένω ἀποδεικνύων, θὰ μὲ ἐκβάλῃ ὡς ἀνόητον. Νομίζω, ὅτι ἱκανὰ εἴπομεν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη Ἄρθρον 2 (Ἀναγινώσκεται).
§34ΠΑΝΑΡΕΤΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸ ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ ὑποτελωνείου Αὐλέμονος εἰς σταθμαρχεῖον, διότι ἐκεῖ προσεγγίζουσι μόνον τὸν χειμῶνα τὰ πλοῖα καὶ τὰ ἀτμόπλοια· ἐπὶ 6 μῆνας τουλάχιστον εἶναι, νομίζω, δυνατὸν νὰ διατηρῆται.
§35ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Διὰ τοὺς λόγους οὓς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πανάρετος παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κύριον ὑπουργὸν διὰ τὴν διατήρησιν τοῦ ὑποτελωνείου Αὐλέμονος (θόρυβος).
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον δεύτερον.... (θόρυβος).
§37Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν.
§38ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα παρόντες μόνον 94. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Αὔριον ἔχομεν συνεδρίασιν. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 4½).