1877.12.20
1,308 rows · 10,728 words · 161 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38
τῆς 20 Δεκεμβρίου 1877.
(Τρίτη.)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ συζήτησις τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐγγεγραμμένων νομοσχεδίων.
§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἠξεύρετε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχε δυνηθῆ μέχρι τοῦδε νὰ συνομολογήσῃ μετὰ τῆς Γαλλίας ἐμπορικὴν σύμβασιν, καὶ ὡς ἐκ τούτου εὑρίσκετο τὸ Κράτος ἡμῶν καὶ ἡ παραγωγὴ αὐτοῦ εἰς ἥσσονα θέσιν ἐν Γαλλίᾳ τῶν ἄλλων ἐπικρατειῶν, αἵτινες εἶχον τοιαύτας συμβάσεις. Αἱ πλεῖσται τῶν συμβάσεων ἐκείνων περιέχουσιν εἰδικὰς διατάξεις δασμολογικὰς, καὶ τοιαύτας διατάξεις ἐν Ἑλληνογαλλικῇ συμβάσει ἀπῄτουν αἱ Γαλλικαὶ Κυβερνήσεις αἱ κατὰ καιροὺς διαπραγματευθεῖσαι περὶ αὐτῆς μετὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις ἀπέκρουον τὴν ἀπαίτησιν ταύτην, καὶ μέχρι τοῦδε οὐδεμίαν σύμβασιν δασμολογικὴν συνῆψεν ἡ Ἑλλάς· ἔμεινεν ὡς πρὸς τὰ δασμολογικὰ ἐλευθέρα προνομιακῶν διὰ συμβάσεων ὑποχρεώσεων, διότι, κατὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν ἐν Ἑλλάδι ἀρχὴν, πᾶσα παραχώρησις δασμολογικὴ, γενομένη εἰς οἱανδήποτε ἐπικράτειαν, ἐπεκτείνεται καὶ ἐπὶ τὰς λοιπάς. Δὲν ἔχομεν ἡμεῖς δύω εἰδῶν δασμολόγιον, γενικὸν καὶ προνομιοῦχον· μόνον δ’ ἐκεῖνα τὰ Κράτη, ἅτινα ἔχουσι τοιοῦτον δασμολογικὸν διχασμὸν, συνάπτουσι συμβάσεις δασμολογικάς. Διεπραγματεύθη καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις μετὰ τῆς Γαλλίας τὰ τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως· ἀπῃτήσαμεν δὲ ὅπως μὴ περιληφθῇ ἐν αὐτῇ διάταξις δασμολογικὴ, δι’ οὓς ἀνεφέραμεν λόγους, ἡ δὲ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη τὴν ἀρχὴν τῆς ὑπογραφῆς συμβάσεως ἐμπορικῆς ἄνευ δασμολογικῶν διατάξεων, παραχωρήσασα διὰ τῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως ὑπὲρ τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐπ’ ἀμοιβαιότητι, ὑφισταμένῃ ἄλλως ὑπὲρ τῶν γαλλικῶν προϊόντων ἐν Ἑλλάδι καὶ ἄνευ συμβάσεως, ὅλα τὰ πλεονεκτήματα τῶν δασμολογίων, ὧν ἀπολαύουσιν αἱ μᾶλλον εὐνοούμεναι ἐπικράτειαι. Οὕτω πως ἡ Ἑλλὰς, ἥτις μέχρι τοῦδε ἐμειονέκτει ἐν Γαλλίᾳ ἀπέναντι τῶν Κρατῶν, ἅτινα εἶχον δασμολογικὰς μετ’ ἐκείνης συμβάσεις, θ’ ἀπολαύσῃ ἤδη ἄνευ εἰδικῶν δασμολογικῶν διατάξεων καὶ δυνάμει τῶν γενικῶν διατάξεων ἐμπορικῆς συμβάσεως, ὅλων τῶν ὠφελειῶν, ὧν ἀπολαύουσιν αἱ μᾶλλον εὐνοούμεναι ἐπικράτειαι ἐν Γαλλίᾳ, καί τινα τῶν προϊόντων αὐτῆς, ἅτινα μέχρι τοῦδε ἐφορολογοῦντο ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ γενικὸν δασμολόγιον, θέλουσι φορολογεῖσθαι ἐφεξῆς διὰ τοῦ προνομιούχου, τουτέστιν ἐπὶ ἔλαττον. Ἦτο δὲ προσέτι καὶ ἄλλη ἀνάγκη ἵνα συνομολογηθῇ ὅσον ἔνεστι ταχύτερον ἡ σύμβασις αὕτη, διότι δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι ὑπεβλήθη εἰς τὸ Γαλλικὸν κοινοβούλιον πρό τινος χρόνου γενικὸν δασμολόγιον, δι’ οὗ αὐξάνουσιν ὑπάρχοντές τινες εἰσαγωγικοὶ δασμοὶ, καὶ εἰς τὸ γενικὸν τοῦτο δασμολόγιον, ἂν δὲν ὑπεγράφετο πρότερον σύμβασις μετὰ τῆς Ἑλλάδος, θὰ ὑπεβάλλοντο καὶ τὰ ἑλληνικὰ προϊόντα. Ὅθεν ὑποβάλλω σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑπογραφεῖσαν χθὲς ἐν Παρισίοις ἐμπορικὴν σύμβασιν Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπισπεύσῃ ὅσον ἔνεστι τὴν ψήφισιν αὐτῆς· δὲν λέγω νὰ μὴ παραπέμψῃ αὐτὴν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ νὰ παρακληθῇ ἡ ἐπιτροπὴ, εἰ δυνατὸν, αὔριον νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, διότι ἡ σύμβασις οὐδὲν περιέχει καινοφανές· εἶναι διατάξεις ἐπαναλαμβάνουσαι τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὡς πρὸς τὰ δι’ αὐτῶν κανονιζόμενα ἐφαρμόζονται καὶ πρὸς τὴν Ἑλλάδα τὰ ἰσχύοντα πρὸς τὰς μᾶλλον εὐνοουμένας πολιτείας. Εἶναι καλὸν νὰ σπεύσῃ ἡ Βουλὴ, πρῶτον ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐν τῇ παρούσῃ συνόδῳ ἐπιψήφισιν, καὶ ἐν αὐτῇ τῇ παρούσῃ συνόδῳ τὴν ψήφισιν μίαν ἡμέραν ταχύτερον, ἀφοῦ διὰ τῆς συνθήκης ὠφελειῶν ἀπολαμβάνει τὸ Κράτος, οὐδεμίαν δ’ ὑφίσταται ζημίαν.
§3ΤΙΝΕΣ. Νὰ μὴ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς ά. συζήτησιν. (Ἀναγινώσκεται ἡ εἰρημένη μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας ἐμπορικὴ σύμβασις καὶ γίνεται δεκτὴ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον.)
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις παρακαλεῖται νὰ ὑποβάλῃ ταχέως τὴν ἔκθεσίν της.
§6ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι περιττόν.
§7ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Σήμερον, κύριοι, διενεμήθη εἰς τοὺς βουλευτὰς ἔντυπόν τι, φέρον τὸν τίτλον «γνωμοδότησις τῆς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιτροπῆς» καὶ φέρον τὰς ὑπογραφὰς τριῶν συναδέλφων μας, τῶν κυρίων Λεωπούλου, Λιδωρίκη καὶ Δημητριάδου, δηλ. φέρον τρεῖς ὑπογραφὰς ἐκ τῶν ἐννέα μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς· τὸ ἔντυπον τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως τῶν κ.κ. Σ. Πετιμεζᾶ καὶ Λιδωρίκη περὶ μὴ μεταβολῆς τοῦ καθεστῶτος τῶν Δήμων ἄνευ νόμου. Δὲν θέλω νὰ δώσω κανένα χαρακτῆρα εἰς τὸ ἔντυπον τοῦτο, ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε, οὔτε ν’ ἀποδώσω πλάγιόν τινα σκοπόν· δὲν μέμφομαι τὸν πρόεδρον, διότι εἶμαι βέβαιος ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ἔπεμψεν εἰς τύπωσιν τὴν πρότασιν αὐτὴν χωρὶς νὰ μετρήσῃ τὰς ὑπογραφὰς, ἐπὶ καλῇ τῇ πίστει· ἀλλὰ, κύριοι, ἁπλῶς κάμνω τὴν παρατήρησιν καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει θεωρήσει τὸ ἔντυπον τοῦτο ὡς χάρτην ἄγραφον, καὶ δὲν θέλει, πιστεύω, ἡ Βουλὴ καθιερώσει τὸ προηγούμενον τοῦτο, νὰ παρουσιάζωνται δύω ἄνθρωποι ὡς ἐπιτροπὴ καὶ νὰ γνωμοδοτῶσιν ὑπὸ τὴν ἰδιότητα αὐτήν. Ἀλλ’ ἡ περίστασις αὕτη μὲ ἀναγκάζει ν’ ἀπευθύνω ἐπερώτησίν τινα εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Κατὰ τὸ 1869 οἱ 4 δῆμοι τῆς ἐπαρχίας Δωρίδος διῃρέθησαν εἰς 7· ὁ δῆμος ὅμως τῆς Ποτιδανείας, ἤτοι ὁ δῆμος τῆς ἰδιαιτέρας κατοικίας τοῦ συναδέλφου μου κ. Ἀναγνωστοπούλου, διῃρέθη εἰς δύω· ἀλλ’ ὁ δῆμος τῆς Ποτιδανείας ἔχει 2,500 ἕως 3,000 κατοίκους, ἔχει εἰσοδήματα 800 δραχ. τὸν χρόνον, δαπανᾷ δὲ 5,000, διότι διατηρεῖ τρία δημοτικὰ σχολεῖα. Ἀμέσως μετὰ τὴν διαίρεσιν τά τε δημοτικὰ συμβούλια καὶ τὸ ἐπαρχιακὸν ἐγνωμοδότησαν κατ’ ἐπανάληψιν περὶ τῆς συγχωνεύσεως τῶν δύω τούτων δήμων. Ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τί μέτρον ἔλαβε, διότι ἡ παράτασις τῆς καταστάσεως αὐτῆς καταστρέφει τὸν δῆμον Ποτιδανείας, διότι δὲν δύναται οὔτε δημοτικὰ σχολεῖα, οὔτε ἕνα κλητῆρα νὰ διατηρήσῃ.
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ σταλῶσι τὰ πρακτικὰ εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§9ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν συνάδελφόν μας κύριον Κατσικαπῆν ὡς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος τῆς ὁμιλίας του, διότι ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ, ὅτι τὸ δεύτερον μέρος εἶναι ἄσχετον. Πράγματι τρία μέλη ὑπέγραψαν εἰς τὴν πρᾶξιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἐγένετο δὲ λάθος εἰς τὸ ἀντίγραφον· ἔχει δίκαιον ὁ κ. Κατσικαπῆς, εἰς τὸ ἀντίγραφον ἐλέχθη ὅτι εἶναι ἐπιτροπὴ, ἐνῷ εἶναι τρία μέλη, τοῦτο δὲ ἐγένετο, διότι ἐπανειλημμένως προσεκλήθη ἡ ἐπιτροπὴ ν’ ἀποφανθῇ καὶ τοῦτο δὲν τὸ κατώρθωσε ποτέ· ὁ κ. πρόεδρος ἦτο ἀσθενὴς, ἡμεῖς δὲ ἐθεωρήσαμεν καθῆκόν μας ὡς ἄτομα νὰ φέρωμεν τὴν γνώμην μας, καὶ νομίζω, ὅτι εἴχομεν τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ πιστεύω ὅτι καὶ ἓν μέλος ἂν ἦτο, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφέρῃ γνώμην.
§10Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Λιδωρίκης, ὡς ὑπογράψας τὴν πρότασιν τοῦ νόμου, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§11ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ κατηγορήσω κανένα· ἐπειδὴ ἔτυχε καὶ εἶμαι πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ ἐμέμφθη ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα, ὀφείλω νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρᾶγμα πῶς συνέβη.
§12ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν ἐμέμφθην κανένα.
§13ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἅμα ἐκοινοποιήθη ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Σ. Πετιμεζᾶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἀμέσως προσεκάλεσα τὰ μέλη. Συνῆλθον μόνον ἓξ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ· συνεζητήσαμεν τὴν πρότασιν, ἡ ἐπιτροπὴ διῃρέθη εἰς τρεῖς γνώμας· οἱ μὲν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ κ. Λιδωρίκης, ὑπεστήριζον τὴν πρότασιν, οἱ δὲ ἀντέτειναν ῥιζηδὸν, οἱ δὲ εἶπον ὅτι εἶναι μάχαιρα δίστομος, δύναται νὰ ᾖναι καλὴ, δύναται νὰ ᾖναι καὶ κακὴ, ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ δικαιώματα τοιαῦτα· οἱ δὲ εἶπον, ὅτι δύναται νὰ ᾖναι καὶ καθαρῶς διοικητική· ἔμεινε δὲ ἡ ἐπιτροπὴ σύμφωνος νὰ ἐπανέλθῃ τὴν ἑπομένην ἡμέραν, ὅπως φθάσῃ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα· τοὺς προσεκάλεσα τὴν ἐπιοῦσαν, καίτοι ἦτο ἡ ἑορτὴ τοῦ προστάτου τῆς νήσου μας, τοῦ ἁγίου Διονυσίου· ἐπειδὴ ὅμως ἔτυχε τὴν ἡμέραν ἐκείνην νὰ ἦμαι ἀδιάθετος, δὲν ἔλειψα νὰ στείλω τὴν εἴδησιν εἰς τὰ ἀξιότιμα μέλη ἐὰν θέλωσι νὰ συνεδριάσωσι καὶ ἄνευ ἐμοῦ· ἂν θέλωσι δὲ, ἂς μοι κάμωσι τὴν τιμὴν νὰ ἔλθωσιν εἰς τὸ ξενοδοχεῖον· ἦλθον μόνον ὁ κ. Λιδωρίκης καὶ ὁ κ. Ζαρειφόπουλος, καὶ οὐδεὶς ἄλλος· τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἔμαθον, ὅτι εἰσήχθη ἡ ἔκθεσις. Αὐτὴ, κύριοι, εἶναι ἡ ὑπόθεσις.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀνεγνώσθη τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς δημοτικῶν δασμῶν ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορικῶν εἰδῶν εἰς τοὺς δήμους, καὶ ἐγένετο δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸν Νόμον περὶ ἰσχύος τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἐμείναμεν εἰς τὸ ἄρθρον πρῶτον. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον πρῶτον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον πρῶτον κατὰ τὸ νομοσχέδιον γίνεται δεύτερον.
§16ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ εἰς τοὺς πίνακας τοῦ νομοσχεδίου τὸ ἱππικὸν καὶ τὸ πυροβολικὸν εἶναι κατὰ συντάγματα, παρακαλῶ νὰ μετατραπῶσιν εἰς τάγματα.
§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ μείνῃ ὁ νόμος ὡς ἔχει.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τοῦ κ. Μαυρομιχάλη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὰ ἄρθρα 2, 3, 4, 5, 6 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου αὐτῶν ψηφοφορίας).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7. (Ἀναγινώσκεται.)
§20ΡΙΚΑΚΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου πρότασιν, εἶσθε δὲ κύριοι ν’ ἀποφασίσητε ὅ,τι θέλετε. Εἰς τὸν νόμον τῆς ἐφεδρείας ἐδώκατε δικαίωμα εἰς τοὺς σπουδαστὰς νὰ ἐκλέξωσι τὴν πρώτην ἢ τὴν δευτέραν κατηγορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ καταταχθῶσιν, ἤδη δὲ ὁ νόμος ἔρχεται νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν πρόσκλησιν τῆς δευτέρας σειρᾶς τῆς ἐφεδρείας. Εἰς ταύτην, κύριοι, ὑπάγονται πέντε ἢ ἓξ νέοι, οἱ ὁποῖοι σπουδάζουν εἰς τὸ ἐξωτερικόν· ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, εἰ δυνατὸν, νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα ἢ τὴν ἄδειαν ἀναβολῆς......
§21ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι. Δὲν θέλομεν ἐξαιρέσεις.
§22ΡΙΚΑΚΗΣ. Πέντε πρόσωπα μόνον εἶναι.
§23ΠΟΛΛΟΙ. Κανεὶς, κανείς. Νὰ μένῃ ὁ νόμος ὡς ἔχει· (θόρυβος).
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτοὶ οἱ πέντε νέοι, οἱ ὁποῖοι σπουδάζουν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, θὰ διακόψουν τὰ μαθήματά των. Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις, ἀλλὰ μόνον ἀναβολή.
§25ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§26ΡΟΥΚΗΣ. Ἄν παραδεχθῶμεν αὐτὸ, σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι ἕτοιμοι σήμερον 20 ν’ ἀπέλθουν εἰς τὴν Εὐρώπην· τότε καὶ περὶ αὐτῶν νὰ ληφθῇ μέτρον.
§27ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν πρέπει οὐδεμία ἐξαίρεσις νὰ γείνῃ.
§28ΠΟΛΛΟΙ. Ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον νὰ μείνῃ (θόρυβος).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ῥικάκης προτείνει νὰ γείνῃ προσθήκη εἰς τὸ ἄρθρον. «Οἱ ἐν Εὐρώπῃ διατελοῦντες καὶ κληρωθέντες ἔφεδροι δύνανται, ἀφοῦ ἐπανέλθωσι, νὰ διανύσωσι τὴν στρατιωτικὴν θητείαν των». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὡς ἀνεγνώσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§30ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ, κύριε πρόεδρε, ἔχω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν καὶ παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι συζητεῖται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀπόντος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ τὰ ἑπόμενα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς γʹ ἀνάγνωσιν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας. Ἐμείναμεν εἰς τὸ ἄρθρον 3. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§32ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τρίτου ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ παρακαλῶ ἡ ἀπάντησίς του νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ἐὰν τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐφαρμόζηται μόνον εἰς τὰς εἰς χρήματα ἐνοικιάσεις ἢ εἰς ὅλας τὰς ἐνοικιάσεις τῶν δημοσίων προσόδων· δεύτερον, κατὰ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους, ὅταν ὁ ἐνοικιαστὴς ᾖναι ἀξιόχρεως, δὲν ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ ἐγγυητὴν, ἐπίσης, ὅταν ᾖναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ κτηματικὴ ἐγγύησις, εἶναι ἀδιάφορον ἐὰν τὴν προσφέρῃ ὁ ἐνοικιαστὴς ἢ ὁ ἐγγυητής· εἰς τὸ ἄρθρον 3 βλέπω μεταβολὴν τῶν διατάξεων τούτων, ὁ ἐνοικιαστὴς, εἴτε εἶναι ἀξιόχρεως εἴτε ὄχι, πρέπει νὰ δίδῃ ἐγγυητήν. Τίς ἄρα ὁ λόγος τῆς καινοτομίας ταύτης; Ἐπίσης ἐπιθυμῶ νὰ μάθω διὰ ποῖον λόγον εἶναι ἀνάγκη νὰ προσφέρῃ τὴν κτηματικὴν ὑποθήκην ὁ ἐγγυητὴς καὶ οὐχὶ ὁ ἐνοικιαστὴς, ἐνῷ ἕως τώρα ἐθεωρεῖτο ἀδιάφορον ποῖος ἐκ τῶν δύω τὴν προσέφερε. Πλὴν τούτου ἐπιθυμῶ νὰ γείνῃ καὶ μία ἄλλη διασάφησις ἐπὶ τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 8, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγγράφεται ὑποθήκη ἐπὶ τῶν κτημάτων τοῦ ἐνοικιαστοῦ· ποῖα κτήματα ἐννοεῖ τὸ νομοσχέδιον, ἀναλόγου ἀξίας, ἢ ὅλα τὰ κτήματα; Αὐτὰ παρακαλῶ νὰ διασαφηθῶσι.
§33ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, τοῦ τρίτου, θέλει ὁ νόμος νὰ ἐξασφαλίσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἐνοικιαζομένην πρόσοδον. Πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται ὅπως ὁ ἐνοικιαστὴς διὰ τῆς ὑποθήκης, ἤτοι τῶν πραγματικῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα παρέχει ἐπὶ ὡρισμένου κτήματος, ἀποδεικνύει τὴν φερεγγυότητα αὐτοῦ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐρωτᾷ εἰς τί χρησιμεύει ἡ ὑποθήκη, ὅταν ὁ ἐνοικιαστὴς ᾖναι φερέγγυος; Ἀλλὰ τὸν ἐρωτῶ, τίς γνωρίζει, ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς εἶναι φερέγγυος; Ἐρωτᾷ, διατί ἀπαιτεῖται ἡ ὑποθήκη τῶν κτημάτων τοῦ ἐγγυητοῦ, ὅταν ὁ ἐνοικιαστὴς θεωρῆται φερέγγυος; Ἀποκρίνομαι, ὅτι τὸ τοιοῦτον σύστημα δὲν παρέχει ἀσφαλείας. Ἀσφαλείας θεωρῶ μόνον ἐκείνας τὰς ὁποίας ἐκ τῶν προτέρων δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν, ἢ ἐκείνας τὰς ὁποίας ὁ νόμος καθιεροῖ· τὰς δὲ ἀσφαλείας, αἱ ὁποῖαι ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν κρίσιν τῶν ἀτόμων, αὐτὰς δὲν τὰς θεωρῶ ἀσφαλείας, διότι τὰ ἄτομα διαφέρουν κατὰ καιρούς. Τί γίνεται σήμερον; Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν διαχειριζομένην τὴν δημοπρασίαν ἀρχὴν νὰ ἀποφανθῇ ἐὰν ὁ ἐνοικιαστὴς ᾖναι φερέγγυος, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ μὴ ζητήσῃ κτηματικὴν ἐγγύησιν· ἀλλὰ ὁ ὑπουργὸς ἐξακολουθεῖ πάντοτε νὰ τρέμῃ διὰ τὴν εὐθύνην του καὶ τὸ δημόσιον συμφέρον, ἀγνοῶν ἐὰν ἡ κρίσις τῶν ἀρχῶν βασίζηται ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ ᾖναι ὀρθὴ καὶ ἀλάνθαστος· τὸ δημόσιον συμφέρον εἶναι ἐξηρτημένον ἀπὸ τὴν καλὴν ἢ κακὴν ἐκτίμησιν τῶν ἀρχῶν, ἀπὸ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας αὗται λαμβάνουν, καὶ ἀπὸ τὰς ἀδυναμίας, αἵτινες τὰς γνώμας συνοδεύουν, ἐνῷ ἡ Βουλή, συντάττουσα νόμον διὰ τοῦ ὁποίου θέλει νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν δημοσίαν πρόσοδον, δὲν πρέπει νὰ εὑρίσκηται εἰς τοιαύτας ἀνησυχίας· διότι ἀνήσυχος θὰ ᾖναι ἡ Βουλή, κατασκευάζουσα νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν κρίσιν μιᾶς ἀρχῆς ἡ ἀσφάλεια ἢ μὴ ἀσφάλεια τῶν δημοσίων προσόδων. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, τὸ ἄρθρον ἀπαιτεῖ διπλᾶς ἐγγυήσεις πρῶτον προσωπικὴν ἐγγύησιν τοῦ ἐνοικιαστοῦ, καὶ δεύτερον κτηματικὴν ἐγγύησιν τοῦ ἐγγυητοῦ, καὶ αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει τὸ ἄρθρον 3, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς ὀφείλει νὰ προσφέρῃ ἀξιόχρεων ἐγγυητήν, οὗτος δὲ κτηματικὴν ὑποθήκην ἴσην μὲ τὰ ⅔ τοῦ ἐνοικίου. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν ἀληθῆ ἀξίαν τῆς ὑποθήκης, τὸ νομοσχέδιον ἀναφέρει εἰς τὸ ἄρθρον 10 τὰ ἑξῆς· «ἡ δημοπρασία διεξάγεται ἐνώπιον τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ τοῦ ταμίου, οἵτινες εἶναι συνυπεύθυνοι πρὸς τὸ δημόσιον διὰ τὸ ἀνεπαρκὲς τῶν ἐγγυήσεων· πρὸς τοῦτο ὀφείλουν νὰ μὴ δέχωνται ὑποθήκας μὴ ἐχούσας ἀγοραίαν ἀξίαν ἴσην μὲ τὸ διπλάσιον τῶν ⅔ τοῦ ἐνοικίου.» Λοιπὸν ἡ ποσότης, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐγγραφῇ ἡ ὑποθήκη εἰς τὰ κτήματα τοῦ ἐγγυητοῦ, θὰ συνίσταται εἰς τὰ ⅔ τοῦ ἐνοικίου, ὁ δὲ λόγος εἶναι, ὅτι θὰ ᾖναι καταβεβλημένον ⅓ ὅταν ὁ ἐνοικιαστὴς θὰ λάβῃ τὴν ἔγκρισιν· ὥστε δὲν ἠμποροῦν νὰ κινδυνεύσουν εἰμὴ τὰ ⅔. Ὑπὲρ αὐτῆς λοιπὸν τῆς ποσότητος ἐγγράφεται ἡ ὑποθήκη ἐπὶ τῶν κτημάτων τοῦ ἐγγυητοῦ, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία ἡ ἀγοραία πρέπει νὰ ᾖναι διπλασία τῶν ⅔ τοῦ ἐνοικίου. Αὗται αἱ διατάξεις, κύριοι, ἐὰν ὑπὸ τῆς Βουλῆς θεωρῶνται ὡς ἀσφαλιστικαί, καὶ κατὰ συνέπειαν ἀναγκαῖαι, πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐπὶ παντὸς εἴδους ἐνοικιάσεως, εἴτε εἰς χρήματα γίνεται ἡ ἐνοικίασις εἴτε εἰς εἶδος· εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιστάσεις πρέπει τὸ δημόσιον συμφέρον νὰ ἀσφαλισθῇ. Ἐὰν δὲ μέγιστον συμφέρον ἔχῃ τὸ δημόσιον νὰ ἀσφαλίσῃ διὰ τοιούτων νέων τρόπων τὴν ἐνοικίασιν ἐπὶ ἐνοικιάσεως εἰς χρήματα, ὅπου ὑπάρχει ἡ προκαταβολή, κατὰ μείζονα λόγον ἔχει συμφέρον νὰ ἀσφαλισθῇ, ὅταν ἡ ἐνοικίασις γίνεται εἰς εἶδος, ὅπου δὲν ὑπάρχει προκαταβολή.
§34ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τίθεται ὑποθήκη καὶ ἐπὶ τῶν κτημάτων τοῦ ἐνοικιαστοῦ.
§35ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ τελευταία διάταξις τοῦ ἐδαφίου αὐτοῦ, ὅτι ἐπὶ τῶν κτημάτων τοῦ ἐνοικιαστοῦ τίθεται ὑποθήκη, εἶναι ἐπανάληψις τοῦ νόμου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ περιουσία τοῦ ὀφειλέτου εἶναι ὑπέγγυος εἰς τὸν δανειστήν. Ὁ ἐνοικιαστὴς χρεωστεῖ νὰ παρουσιάσῃ ἐγγυητὴν, δὲν ὀφείλει δὲ νὰ προσφέρῃ ὑποθήκην· ἐπὶ τῶν κτημάτων ὅμως αὐτοῦ τὸ δημόσιον ἔχει συμφέρον, καὶ αἱ ἀρχαὶ ἀποκτῶσιν ἤδη τὸ δικαίωμα νὰ ἐγγράψωσιν ὑποθήκην.
§36ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλων τῶν κτημάτων του;
§37ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοῦτο ἀφέθη σκοπίμως ἀόριστον, διότι δὲν θέλομεν νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν τὸ δικαίωμα νὰ φιλονεικήσῃ μὲ τὰς ἀρχάς· ἀφίνεται εἰς τὴν κρίσιν αὐτῶν νὰ ἐκτιμήσωσιν.
§38ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριε πρόεδρε, φοβοῦμαι, ὅτι αὐταὶ αἱ μεγάλαι προφυλάξεις μᾶλλον ἠμποροῦν νὰ βλάψουν ἢ νὰ ὠφελήσουν. Ὑποθέσατε, ὅτι ὁ συνάδελφός μας κύριος Πετσάλης, τοῦ ὁποίου τὴν φερεγγυότητα οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, παρουσιάζεται καὶ θέλει νὰ ἐνοικιάσῃ τὴν πρόσοδον ἑνὸς τῶν ἰδιοκτήτων αὐτοῦ χωρίων, ἡ ὁποία ἀναβαίνει εἰς 10 χιλ. δραχμάς. Κατὰ τὸν νόμον, ὁ κ. Πετσάλης, μ’ ὅλον αὐτοῦ τὸ ἀξιόχρεων, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ εὕρῃ ἐγγυητὴν, ὁ δὲ ἐγγυητὴς νὰ δώσῃ ὑποθήκην διὰ τὸ διπλάσιον τῶν ⅔, ὅ ἐστὶ διὰ 13 χιλ. δραχμάς· προσέτι ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ δημόσιον νὰ ἐγγράψῃ ὑποθήκην ἐπὶ ὁλοκλήρου τῆς ἀκινήτου περιουσίας τοῦ κυρίου Πετσάλη. Ἀλλ’ οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἠμποροῦν νὰ εὑρεθοῦν πρόσωπα ὡς τὸν κύριον Πετσάλην νὰ ἐνοικιάσουν προσόδους τοῦ δημοσίου; Φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἀπομακρύνωμεν τοὺς ἀξιοχρέους πλειοδότας, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι καλὸν νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἀπόκτησιν τῶν ἀναλόγων ἀσφαλειῶν, ἀνάλογον δὲ ἀσφάλειαν εὑρίσκω καὶ ἐγὼ τὸ διπλάσιον τῶν δύω δόσεων, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἀρκεῖ νὰ τίθηται ἴση μὲ αὐτὸ ὑποθήκη ἐπὶ κτημάτων εἴτε τοῦ ἐνοικιαστοῦ εἴτε τοῦ ἐγγυητοῦ.
§39ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατ’ εὐτυχίαν ἔρχονται σήμερον εἰς βοήθειάν μου καὶ τὰ πράγματα καὶ τὰ ὀνόματα, εἰς ἀναίρεσιν τῶν προτάσεων τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μας κ. Σωτηροπούλου, διότι ὁ κ. Πετσάλης, τὸν ὁποῖον ἐθεώρησε τοσοῦτον φερέγγυον, ἐσταμάτησε τὰς πληρωμάς του.
§40ΤΙΝΕΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ὡμίλησε περὶ τοῦ συναδέλφου μας Πετσάλη.
§41ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐσταμάτησε λοιπὸν τὰς πληρωμάς του ὁ κ. Πετσάλης. Μὲ ἐννοεῖτε· ὁμιλοῦν περὶ φερεγγύου, ὅπως δ’ εἶναι ὁ Ἀλέξ. Πετσάλης, ὁ συνάδελφός μας, φερέγγυος, οὕτως εἶνε καὶ ὁ ἐν Πάτραις ἔμπορος Πετσάλης, καὶ μάλιστα, ἐὰν δὲν κακοφαίνεται εἰς τὸν συνάδελφον, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἦτο περισσότερον ἐκεῖνος φερέγγυος, διότι ἔκαμε πολὺ περισσότερον γύρον καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον τῶν σταφίδων καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα εἴδη, καὶ ἐμπορεύετο καὶ μὲ τὸ ἐσωτερικὸν καὶ μὲ τὸ ἐξωτερικὸν πολλὰ ἑκατομμύρια. Λοιπὸν ὁ κ. Πετσάλης ἤθελε γείνει δεκτὸς, κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἐν πάσῃ δημοπρασίᾳ παρὰ πάσης ἀρχῆς, καὶ τὸ δημόσιον συμφέρον παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα ἤθελε μείνει γυμνὸν, ἐὰν συνέβαινεν, ὅπερ ἀπεύχομαι, νὰ σταματήσῃ ὁριστικῶς τὰς πληρωμάς του. Αὐτὸ, κύριε Σωτηρόπουλε, τὸ ἀναγνωρίζουσιν ὅλαι αἱ νομοθεσίαι, αἵτινες τὰς διατάξεις περὶ πραγματικῶν δικαιωμάτων καθιέρωσαν ἐκ μακρᾶς πείρας καὶ ἀφοῦ ὑπερπλεονάζουσιν αἱ ἀποδείξεις ὅτι πᾶσαι αἱ ἄλλαι ἐγγυήσεις, αἱ μὴ στηριζόμεναι εἰς ὑποθήκην, δύνανται ἐν μιᾷ στιγμῇ νὰ καταστραφοῦν. Διὰ τοῦτο καθιερώθησαν αἱ ὑποθῆκαι, καὶ αὐτὴν τὴν σοβαρὰν ἐγγύησιν τὸ δημόσιον ὀφείλει νὰ τὴν παραδεχθῇ πάντοτε καὶ πανταχοῦ. Διατί ὅμως, ἐρωτᾷ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τριφυλίας, διατί νὰ δεχθῆτε νὰ τεθῶσιν εἰς ὑποθήκην καὶ τοῦ ἐνοικιαστοῦ τὰ κτήματα, ἐνῷ ἔχετε τοῦ ἐγγυητοῦ; Σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν μᾶς δίδει τίποτε περισσότερον τοῦ ὑπάρχοντος, διότι, δυνάμει τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου, ἅμα τις κατασταθῇ ὀφειλέτης, δίδεται τὸ δικαίωμα νὰ ἐξασφαλισθῇ ὁ ἔχων λαμβάνειν ἀπὸ τὴν περιουσίαν αὐτοῦ. Λοιπὸν δὲν μᾶς δίδει οὐσιωδῶς τίποτε περισσότερον αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐζήτησε περιπλέον τῆς ὑποθήκης τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐγγυητὴν, εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, καὶ ἕνεκα τούτου θὰ δυσκολευθῶμεν νὰ εὕρωμεν ἐνοικιαστάς. Δὲν θὰ δυσκολευθῶμεν, κύριοι, διότι, ὅπως σᾶς εἶπον ὅταν εἰσήγαγον τὸν νόμον, εἰς τὰς δημοπρασίας προσέρχονται ἑταιρίαι, καὶ πολὺ σπάνιον εἶναι νὰ παρουσιασθῶσιν ἄτομα. Λοιπὸν αἱ ἑταιρίαι ἔχουν ἐν ἑαυταῖς καὶ τὸν ἐνοικιαστὴν καὶ τὸν ἐγγυητήν· καὶ ὁ ἐνοικιαστὴς δὲν διαφέρει τοῦ ἐγγυητοῦ ἢ τῶν ἄλλων συνεταίρων, οἵτινες οὔτε παρουσιάζονται οὔτε φαίνονται. Λοιπὸν ἕνας ἐκ τῶν συνεταίρων θὰ παρουσιασθῇ ὡς ἐνοικιαστής, ὁ ἄλλος ὡς ἐγγυητής, ὁλόκληρος δὲ ἡ ἑταιρία θὰ ἔχῃ 16% ὠφέλειαν ἐκ τοῦ τόκου, ἐξ ὧν 10 εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν καὶ 6 εἰς τὸν ἐγγυητὴν, καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ὠφέλη θὰ κατασταλάξωσιν εἰς τὴν αὐτὴν ἑταιρίαν.
§42ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἐνθυμεῖσθαι, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποστηρίζων τὴν μεταβολὴν αὐτὴν, ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς τοῦτο καὶ μόνον, πῶς νὰ ἐπιτύχῃ μεγαλειτέρας ἀσφαλείας καὶ πῶς νὰ κατορθώσῃ μία νέα τάξις, ἡ τῶν εὐπόρων, νὰ προσέλθῃ καὶ συναγωνισθῇ, καὶ νὰ λάβῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, εἰς τρόπον ὥστε τὸ δημόσιον οὐδένα νὰ διατρέχῃ κίνδυνον. Ἀλλ’ ἐγὼ βλέπω, δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως πρόκειται νὰ ἀπομακρύνωμεν αὐτὴν τὴν τάξιν· διότι ποῖος ἐκ τῶν εὐπόρων πολιτῶν εἶναι δυνατὸν, ἀφοῦ παρουσιάσῃ ἀξιόχρεων ἐγγυητὴν, ἀφοῦ οὗτος ἐγγράψῃ ὑποθήκην ἐπὶ τῶν κτημάτων του, συγχρόνως καὶ ὅλη του ἡ περιουσία νὰ ὑποθηκευθῇ ὑπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου; Εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ ἐκ Τριφυλίας βουλευτοῦ ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπανέλαβεν, ὅτι ἡ ὑποθήκη μᾶλλον παντὸς ἄλλου ἐξασφαλίζει τὸν δημόσιον πλοῦτον, καὶ οὐδεὶς ἀρνεῖται αὐτήν· ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ δημόσιον θὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν ὑποθήκην ἐπὶ τῶν κτημάτων τοῦ ἐγγυητοῦ, διατί νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐγγράψῃ ὑποθήκην ἐφ’ ὅλων τῶν κτημάτων τοῦ ἐνοικιαστοῦ; Λοιπὸν, ἐὰν πρόκηται αἱ ἑταιρίαι αἱ μέχρι τοῦδε νὰ παρουσιασθῶσιν ἐν νέου, ὁ ἐνοικιαστής, ὅταν ἔχῃ κτήματα, θὰ τὰ μεταβιβάσῃ εἰς τὸν ἐγγυητὴν, ὥστε νὰ ᾖναι ἄτομον, καὶ οὕτω ὁ ἐνοικιαστὴς δὲν θὰ προσφέρῃ τίποτε. Ἀλλὰ παρετήρησε καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος, τὸ παρατηρῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι τὸ δημόσιον δὲν διατρέχει κανένα κίνδυνον, διότι ἡ πρώτη δόσις θὰ πληρωθῇ ἅμα τῇ ἐγκρίσει, ἡ δευτέρα πρὶν ἀρχίσῃ τὴν εἴσπραξιν, ὥστε δὲν μένει παρὰ τὸ ⅓. Ὅταν λοιπὸν ἔχητε ὑποθήκην ἐπὶ τῶν κτημάτων, εἴτε τοῦ ἑνὸς εἴτε τοῦ ἄλλου, ἐπὶ τοῦ διπλασίου, καὶ τὸ δημόσιον εἶναι ἐξησφαλισμένον καὶ οἱ εὔποροι δύνανται νὰ προσέλθωσιν· ἄλλως, ἀντὶ νὰ προσέλθωσιν οὗτοι, θέλουσιν ἀπομακρυνθῇ.
§43ΤΙΝΕΣ. Τί προτείνετε;
§44ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀπαλειφθῇ.
§45ΤΙΝΕΣ. Δυνάμει τοῦ νόμου ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ δημόσιον.
§46ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ συζήτησις αὐτὴ παντάπασι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὐσιώδη ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ ἐγγυητῶν. Ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι οὗτοι εἶναι καλῆς πίστεως καὶ ὅτι ἐνεργοῦν μὲ τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ διεξαγάγουν εἰλικρινῶς τὴν ἐνοικίασιν καὶ νὰ ἐκπληρώσουν τὰς ὑποχρεώσεις των, τότε διὰ τὸ ὀλίγον χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον θέλουν διατελεῖ εἰς ὑποθήκην τὰ κτήματά των, δὲν θέλουν ἔχει δυσκολίαν νὰ δώσουν ὅλας τὰς ἐγγυήσεις· ὥστε οὐδόλως θέλει βλάψει ἡ διάταξις αὐτὴ, διότι πρόκειται περὶ ὀλίγου διαστήματος χρόνου.
§47ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Ῥικάκη, σᾶς εἶναι ἀδιάφορον νὰ ἔχητε ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν σας ὑποθήκην δι’ ἓν μικρὸν ποσόν;
§48ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐὰν δὲν θέλω, δὲν τὸ κάμνω· ἀλλ’ ἐὰν θέλω, διατὶ θὰ ἔχω δυσκολίαν;
§49Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὑπάρχει μία δυσκολία καὶ πρέπει νὰ διορθωθῇ. Ὑποθέσατε, ὅτι εἷς εὔπορος ἄνθρωπος γίνεται ἐνοικιαστὴς καὶ ὁ ἔφορος ἐγγράφει ὑποθήκην ἐπὶ ὁλοκλήρου τῆς περιουσίας του, αὐτὸς μετ’ ὀλίγον εὑρίσκεται εἰς ἀνάγκην καὶ θέλει νὰ δανεισθῇ, καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει ὑποθήκη, θὰ δυσκολευθῇ νὰ εὕρῃ χρήματα, καὶ τοῦτο εἶναι κἄπως κακὸν, εἰς ἑνὸς εὐπόρου τὴν περιουσίαν νὰ ἐγγράφηται ὑποθήκη ἐφ’ ὅλης τῆς περιουσίας αὐτοῦ. Ἐὰν ὁ ἐγγυητὴς δώσῃ ὑποθήκην καὶ ὁ ἐνοικιαστὴς ᾖναι φερέγγυος, καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἐγγραφῇ ὑποθήκη ἐπὶ τοῦ ἡμίσεως τῆς περιουσίας τοῦ ἐνοικιαστοῦ. Ὅσοι συνηλλάχθητε μὲ τὸ δημόσιον ἠξεύρετε πόσαι δυσκολίαι ὑπάρχουν διὰ νὰ ἐξαλείψῃ τις τὴν ὑποθήκην· εἶναι μεγίστη δυσκολία καὶ χρειάζονται πολλὰ βάσανα. Εἶναι πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι πρὸ ἐτῶν ὑπῆρξαν ἐνοικιασταὶ καὶ εἰσέτι εὑρίσκονται ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ὑποθήκης τὰ κτήματά των. Διὰ νὰ μὴ προέλθῃ λοιπὸν αὐτὸ τὸ κακὸν, διότι καὶ ἐκ τοῦ νόμου ὑπάρχει αὐτὸ τὸ δικαίωμα, νὰ εἴπωμεν ὄχι ἐπὶ ὅλης τῆς περιουσίας, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἡμίσεως.
§50ΤΙΝΕΣ. Ἀναλόγως τῆς ὀφειλῆς.
§51Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐδὼ πρέπει νὰ εἴπωμεν ὡρισμένα. Τέλος πάντων νὰ εὕρωμεν ἕνα τρόπον, ὥστε νὰ ὁρισθῇ τὸ σημεῖον, διότι πραγματικῶς τὸ νὰ ἐγγράφηται ὑποθήκη εἰς ὅλην τὴν περιουσίαν του, κατὰ τὴν ἰδικήν μου κρίσιν, εἶναι κακόν.
§52Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν ἔχῃ τις περιουσίαν 400 χιλ. δραχμῶν, διὰ 10 χιλ. νὰ ἐγγράφηται ὑποθήκη εἰς τὸ ἥμισυ τῆς περιουσίας του.
§53Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι δύσκολον νὰ εἴπωμεν ἐπὶ τῶν μεγάλων περιουσιῶν νὰ ἐγγράφηται ὑποθήκη ἐπὶ τοῦ ⅓ ἢ ¼.
§54ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι ἡ ἀξίωσις εἶναι ἄδικος, διότι ἐὰν, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Σιμόπουλος, ἡ ἐνοικίασις κατὰ τὸν παρόντα νόμον θέλει εἶσθαι ἐξησφαλισμένη ὑπὲρ τοῦ δημοσίου κατὰ τὰ ⅔, καὶ ἑπομένως μόνον κατὰ τὸ ⅓ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐγγραφῇ ὑποθήκη, ἕπεται ὅτι αἱ ὑποθῆκαι αὗται θὰ ᾖναι ἐπίσης ἀσφαλεῖς, ἤτοι ἀκίνδυνοι, καὶ διὰ τὸν παραχωροῦντα αὐτάς· διότι θὰ δώσῃ ὁ ἐγγυητὴς ὑποθήκην ὑπὲρ τοῦ ἐνοικιαστοῦ διὰ τὸ ὅλον τοῦ ἐνοικίου, ἐνῷ ὁ ἐνοικιαστὴς δὲν θὰ χρεωστῇ εἰμὴ τὸ ⅓. Ὑποθέσατε, ὅτι ἡ ὑποθήκη λαμβάνεται διὰ 3,000 δραχμὰς, διότι διὰ 3,000 δραχ. ἐνοικιάσθη ἡ πρόσοδος ἑνὸς τμήματος, αἱ δύω δόσεις θὰ ᾖναι καταβεβλημέναι, ἑπομένως ἡ ὑποθήκη δὲν θὰ ᾖναι εἰμὴ πραγματικῶς διὰ 1000 δραχ. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἐρωτῶ, τίς θὰ ἀποποιηθῇ νὰ δανείσῃ αὐτὸν, ἀφοῦ τὸ κτῆμά του πράγματι εἶναι μόνον διὰ 1,000 δραχ. βεβαρυμένον; Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ συμβῇ ὅ,τι εἶπεν ὁ κύριος Σωτηρόπουλος, τὸ δ’ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν, εἶναι μᾶλλον κατὰ τῆς προτάσεώς του· διότι ὅσον περισσότερον ἀσφαλίζει τὸ Δημόσιον ὁ παρὼν νόμος, τόσον ὁ κίνδυνος τῆς ὑποθήκης θὰ ᾖναι ὀλιγώτερος. Λοιπὸν δὲν βλέπω πῶς θέλει ἐλαττωθῆ ὁ συναγωνισμός· ἡ ὑπόθεσις, ἐφ’ ἧς βασίζεται, εἶναι ἀνυπόστατος. Ὅστις θέλει νὰ δανεισθῇ ἐπὶ κτήματος βαρυνομένου μὲ ποσότητας ἀνωτέρας τῶν πράγματι ὀφειλομένων, προσάγει τὴν ἀπόδειξιν ὅτι ἐπληρώθη ἡ πρώτη καὶ δευτέρα δόσις. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τὸν περιορισμὸν, διότι τοῦτο ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ πρόξενον ζημίας.
§55ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καθὼς καὶ τῆς Βουλῆς, ἐπὶ ἑνὸς παραδείγματος, τὸ ὁποῖον συντελεῖ εἰς τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος ὑπεβάλαμεν. Ἐγὼ εἶμαι ἰδιοκτήτης ἑνὸς κτήματος ἀξίας 150,000 δραχμῶν, πρόκειται ἐν τῇ δημοπρασίᾳ νὰ ἐνοικιασθοῦν αἱ πρόσοδοι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ χωρίου· ἐπειδὴ ἐγὼ εἶμαι ὁ ἰδιοκτήτης, ἐπιθυμῶ νὰ γείνω καὶ ἐνοικιαστὴς, διὰ ν’ ἀποφύγω τὰ παρὰ τῶν ἐνοικιαστῶν γινόμενα. Τὸ ἐνοίκιον ἀναβαίνει εἰς 3,000, θὰ παρουσιασθῶ ὡς ἐνοικιαστὴς καὶ θὰ προσφέρω ἐγγυητὴν, ὅστις θὰ δώσῃ καὶ ὑποθήκην ἀξίας διπλασίου ποσοῦ, ἤτοι 6,000 δραχ. διὰ τὸ ἐνοίκιον τῶν 3,000 δραχμῶν· ἀφοῦ δὲ θὰ ἔχωσι πληρωθῇ αἱ δύω, ἤτοι τὰ ⅔, θὰ μένῃ τὸ ⅓. Ἀντὶ χιλίων δραχμῶν λοιπὸν τὸ δημόσιον ἔχει ὑποθήκην ἐπὶ τεσσάρων χιλιάδων δραχμῶν. Ὁ ἔφορος ἐν τούτοις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐγγράψῃ ὑποθήκην ἐφ’ ὅλης τῆς περιουσίας διὰ μόνον τὰς 1,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας ἐγὼ ὀφείλω εἰς τὸ Δημόσιον· ἐὰν δὲ ἐν τῷ μεταξὺ λάβω ἀνάγκην νὰ δανεισθῶ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐπειδὴ κατὰ τὸ καταστατικὸν αὐτῆς δὲν δίδει δάνειον παρὰ ἐπὶ πρώτῃ ὑποθήκῃ, δὲν μοὶ δίδει. Νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐγγραφῇ ὑποθήκη ἐπὶ τῶν κτημάτων τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ἢ καλλίτερον νὰ ἐγγράφηται μία καὶ μόνη ὑποθήκη.
§56ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐὰν παρουσιασθῇ ἔπειτα, ὅτι ἦτο προικῷον αὐτὸ τὸ κτῆμα;
§57ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ἀναμιχθῶ εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν· δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἐννοήσω τὸν τόσον πόλεμον κατὰ τῶν ἀσφαλειῶν, τὰς ὁποίας ζητεῖ τὸ Δημόσιον. Ἀνέγνωσά ποτε, ὅτι Ῥωμαῖός τις εἶχεν ἕνα φίλον, καὶ ὁ φίλος του αὐτὸς τοῦ ἐζήτησε δάνειον. Ὁ Ῥωμαῖος ἐκάλεσε τὸν φίλον του εἰς τὸ συμβολαιογραφεῖον καὶ τοῦ ἐζήτησε πᾶσαν ἀσφάλειαν. Τοῦ λέγει ὁ φίλος του, διατί ζητεῖς τόσας ἀσφαλείας ἀπὸ ἐμὲ τὸν φίλον σου τὸν ἀξιόχρεων; Διὰ νὰ μὴ ὑπάγωμεν εἰς τὰ δικαστήρια.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκετὰ ἐλέχθησαν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§59ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κ. πρόεδρε, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνόησα καλῶς τὴν πρώτην ἡμέραν, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον, ἕνεκα τούτου, ἐπετιμήθην καὶ ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀπὸ τὸν ἔντιμον φίλον μου κ. Ζωχιόν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ οἱ δύω εἶχον ἄδικον, διότι πρῶτον εἶναι ἀληθὲς, ὅταν λέγωμεν τόκον τόσον τοῖς ἑκατὸν, ἐννοοῦμεν τὸν ἐτήσιον τόκον. Ἀλλ’ ὅταν γράφωμεν, οὐδέποτε παραλείπομεν τὸν ὅρον ἐτήσιον ἢ κατ’ ἔτος, καὶ ὅστις ἀμφιβάλλει, ἂς ἀναγνώσῃ ὅλους τοὺς νόμους καὶ τὰ διατάγματα, τὰ συμβόλαια καὶ τὰ ἔγγραφα, εἰς τὰ ὁποῖα γίνεται λόγος περὶ τόκου. Πρέπει λοιπὸν καὶ ἐδῶ νὰ προστεθῇ ἡ λέξις ἐτήσιον. Δεύτερον μοὶ φαίνεται, ὅτι κακῶς ἐγένετο ἐνταῦθα χρῆσις τῆς λέξεως «τόκος·» διότι τόκος εἶναι ἡ ἀμοιβὴ τὴν ὁποίαν λαμβάνει ὁ δανείζων τὰ χρήματά του εἰς ἄλλον, ἢ ὁ λαμβάνων πρὸ τῆς προθεσμίας τὰ κεφάλαιά του. Ἐνταῦθα ὅμως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι τόκος, διότι ὁ ἐνοικιαστὴν δὲν ἐδάνεισε τίποτε εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ οὐδὲ πληρώνει πρὸ τῆς κεκανονισμένης προθεσμίας τι, ὥστε τὸ διδόμενον εἰς αὐτὸν εἶναι ἔκπτωσις, εἶναι τὸ λεγόμενον «σκόντο,» τὸ ὁποῖον ἐκπίπτουν οἱ ἔμποροι ὅσοι ἔχουν συμφέρον νὰ μὴ φαίνεται ἡ πραγματικὴ ἀξία εἰς τὴν ὁποίαν πωλοῦν τὰ ἐμπορεύματά των. Διὰ δὲ τὸν ἐγγυητὴν δὲν εἶναι οὐδὲ σκόντο τὸ διδόμενον εἰς αὐτὸν, εἶναι ἓν εἶδος ἀμοιβῆς, τὴν ὁποίαν ὁ ἐγγυητὴς λαμβάνει διὰ τὴν ἐγγύησιν. Ἀλλ’ ἀδιάφορον τώρα διὰ τὰς λέξεις. Ἐρωτῶ, τί χρησιμεύουν εἰς τὸ Δημόσιον ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀμοιβαὶ τὰς ὁποίας ὑπόσχεται εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν καὶ τὸν ἐγγυητήν; Αὐτὰ εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα κάμνει τὸ ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον καταφεύγει καὶ εἰς μεσιτείας καὶ προμηθείας καὶ εἰς σκόντα καὶ εἰς ὑπερτιμήσεις νομισμάτων. Τὸ δημόσιον ὅμως δὲν ἐννοῶ τί συμφέρον ἔχει νὰ καταφεύγῃ εἰς τὰ μέσα αὐτά. Αὐτὰ δὲν ἔχουν ἄλλην πρακτικὴν συνέπειαν παρὰ νὰ φέρουν περιπλοκὰς εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχάς. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι ὅλως περιττὸν τὸ ἄρθρον.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5.
§61ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ λαμβάνῃ ὁ ἐνοικιαστὴς 16% κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον;
§62ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δηλαδὴ τὰ τοῦ ἐγγυητοῦ μετατίθενται εἰς τὸν ἐνοικιαστήν.
§63ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοιαύτην περίστασιν θὰ ἐγγραφῇ πάντοτε ὑποθήκη;
§64ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ ὑποθῆκαι ἐγγράφονται πρὸ τῆς δευτέρας δόσεως· ἑπομένως, καθ’ ἣν ἐποχὴν κατὰ κανόνα λαμβάνονται αἱ ὑποθῆκαι, δὲν εἶναι γνωστὸν ἐὰν θὰ κατατεθοῦν χρεώγραφα. Ἀντὶ ἐγγυήσεως κτηματικῆς, βεβαίως τὸ δημόσιον θὰ προτιμήσῃ τὰ χρεώγραφα.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 6 ἄρθρον. Ἀναγινώσκεται τὸ 7 ἄρθρον.)
§66ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του ὁ ἐνοικιαστὴς, νὰ ὑποκαθίσταται ὁ ἐγγυητὴς ἢ νὰ γίνεται ὁ πλειστηριασμός· ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν διάταξιν τῆς βʹ παραγράφου, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται τὸ δημόσιον νὰ παραχωρήσῃ τὴν ἐνοικίασιν καὶ ἄνευ δημοπρασίας εἰς πάντα τρίτον, καὶ ἐν τούτοις νὰ ἐξακολουθῇ ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ ᾖναι ὑπόχρεως· θὰ γεννηθοῦν ἐκ τούτου σκάνδαλα καὶ ἀπαιτήσεις. Διατί ἄνευ δημοπρασίας;
§67ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ διάταξις αὐτὴ, κύριοι, εἶναι κατὰ τὴν γνώμην μου, σωτήριος· ἐπιβάλλεται δὲ χάριν τοῦ δημοσίου συμφέροντος καὶ τῆς δικαιοσύνης. Εἰς τὸ εἶδος αὐτὸ τῶν συναλλαγῶν μᾶς συνιστᾷ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας τὸν ἀναπλειστηριασμόν. Ἀλλὰ γινώσκει, ὅπως γινώσκετε ἅπαντες, ὁποίας περιπετείας ἔχει ὁ ἀναπλειστηριασμὸς, καὶ πρὸ πάντων (διότι τοῦτο ἰδίως μᾶς ἐνδιαφέρει) πόσος χρόνος ἀπαιτεῖται διὰ τὴν διεξαγωγὴν αὐτοῦ. Αὐτὴ ἡ στενοχωρία, αὐτὸς ὁ κίνδυνος, ὁ ὁποῖος ἐπαπειλεῖ τὸ δημόσιον συμφέρον, πόθεν προῆλθεν; ἀπὸ τὸν ἐνοικιαστὴν καὶ τὸν ἐγγυητὴν αὐτοῦ. Νὰ τοὺς ἀπονείμωμεν λοιπὸν καὶ τὸ βραβεῖον τοῦ νὰ ἴδωσι τὸ δημόσιον συμφέρον καταστρεφόμενον, δυνάμει τοῦ νόμου; διότι ἰσοδυναμεῖ μὲ καταστροφὴν τὸ νὰ ὑποχρεώσωμεν τὸ δημόσιον εἰς πᾶσαν περίπτωσιν νὰ ᾖναι ἠναγκασμένον νὰ ἐκθέσῃ εἰς ἀναπλειστηριασμὸν τὴν ἐνοικίασιν. Ἐὰν ὁ ἐνοικιαστὴς καὶ ὁ ἐγγυητὴς ἐκπληρώσουν πιστῶς τὰς ὑποχρεώσεις ὅπως καὶ τὰς ἀνεδέχθησαν, θέλουν ἐξακολουθεῖ μέχρι τέλους ἔχοντες τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ὁ νόμος τοῖς δίδει. Ἐὰν ὅμως ἀθετήσουν τὰς ὑποχρεώσεις των, δὲν ἔχουν κανὲν δικαίωμα νὰ ὁδηγήσουν τὸ δημόσιον πῶς πρέπει νὰ πολιτευθῇ, διὰ νὰ σωθῇ. Μάλιστα, ὡς παρατηρεῖτε, τὸ νομοσχέδιον, πρὶν φθάσῃ εἰς τὸ νὰ παραχωρήσῃ αὐτὴν τὴν ἄδειαν εἰς τὸ δημόσιον, σταματᾷ εἰς μίαν ἄλλην βαθμίδα νομοθετικῶν διατάξεων· λέγει, ὅτι, ἐὰν ὁ ἐνοικιαστὴς δὲν ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, αὐτοδικαίως ὁ ἐγγυητὴς, χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ τὸ δημόσιον, δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ τὴν πρὸς αὐτὸν παραχώρησιν τῆς ἐνοικιάσεως ἄνευ διατυπώσεων καὶ ἄνευ τῆς προσθήκης οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως. Ἐὰν ὅμως δὲν πράξῃ τοῦτο ὁ ἐγγυητὴς, τὸ δημόσιον εὑρίσκεται εἰς κίνδυνον καὶ δύναται νὰ διατάξῃ ἀναπλειστηριασμὸν, ἐὰν ἔχῃ τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ἢ νὰ εἰσπράξῃ δι’ ἐπιστασίας, ἐὰν νομίζῃ ὅτι δύναται νὰ τὸ κατορθώσῃ ἀσφαλῶς, ἢ δύναται, ἐὰν τρίτος παρουσιασθῇ καὶ εἴπῃ εἰς τὸ δημόσιον: προσφέρομαι ὑφ’ οὓς ὅρους ἤθελες παραχωρήσει τὴν ἐνοικίασιν εἰς τὸν ἐγγυητὴν, ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους ν’ ἀναδεχθῶ ἐγὼ τὴν ἐνοικίασιν ἀφοῦ ὁ ἐγγυητὴς δὲν ἐδέχθη. Τί θέλομεν τὴν νέαν δημοπρασίαν, ἀφοῦ ἡ καταστραφεῖσα ἦτο καὶ αὐτὴ δημοπρασία; Τί ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ὁ ἐνοικιαστὴς, ἐὰν δὲν ἐκθέσωμεν εἰς ἀναπλειστηριασμὸν τὴν ἐνοικίασιν; Θὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι, ἐὰν ἐξετίθετο, ἤθελαν προσφέρει εἰς τὸ δημόσιον περισσότερα; ἀλλ’ ἐὰν θὰ προσέφεραν περισσότερα, ἤθελες κρατήσει σὺ ὁ ἴδιος τὴν ἐνοικίασιν. Λοιπὸν, κύριοι, ἐὰν κλείσωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς ὅλα αὐτὰ τὰ δικαιολογήματα, καὶ θελήσωμεν ἁπλῶς νὰ προστατεύσωμεν μίαν ἀνύπαρκτον δικαιοσύνην, τότε βλέπετε ποῦ θὰ καταντήσωμεν! Θὰ καταστρέψωμεν τὸ δημόσιον συμφέρον, διότι τὸ δημόσιον δὲν ἔχει καιρὸν νὰ κάμῃ ἀναπλειστηριασμόν. Ὅταν δὲ λέγετε πρὸς τὸ δημόσιον, κάμε ἀναπλειστηριασμόν, εἶναι ὡς νὰ τοῦ λέγετε νὰ ῥίψῃ τὰ συμφέροντά του εἰς τὸ πέλαγος.
§68ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ὅταν ὁ ἐνοικιαστὴς ἢ ὁ ἐγγυητὴς δὲν θελήσῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐνοικίασιν, γίνεται ἀναπλειστηριασμὸς καὶ παραχωροῦνται εἰς ἄλλον ἐνοικιαστήν. Ὁ νέος ἐνοικιαστὴς προσφέρει ἐπίσης εἰς τὸ δημόσιον καὶ εἶναι ὑπεύθυνος ἀπέναντι αὐτοῦ διὰ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον προσέφερε, καὶ διὰ τὸ ἔλλειμμα μόνον εἶναι ὑπόχρεως ὁ ἐνοικιαστὴς καὶ ὁ ἐγγυητής. Ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχῃ ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος πρὸς ἀναπλειστηριασμόν, τότε κατὰ τὸν νόμον γίνεται εἴσπραξις διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου. Οἱ ἐπιστάται θεωροῦνται ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὑπόκεινται δὲ εἰς ὅλας τὰς ποινικὰς καταδιώξεις, καὶ ὑπάρχουν ἐγγυήσεις ἱκαναί. Ἐὰν προκύψῃ ζημία, εἶναι ὑπόχρεως πάλιν ὁ ἐνοικιαστὴς καὶ ὁ ἐγγυητὴς νὰ τὴν ἀναπληρώσουν· ἀλλ’ ἐὰν χωρὶς νὰ γείνῃ ἀναπλειστηριασμός, χωρὶς νὰ διορισθοῦν ἐπιστάται τοῦ δημοσίου, πάρωμεν ἓν τρίτον πρόσωπον ἀπὸ τοὺς δρόμους καὶ εἴπωμεν εἰς αὐτό, πήγαινε νὰ βεβαιώσῃς τοὺς φόρους τοὺς ὁποίους ἐγκατέλιπεν ὁ ἐνοικιαστὴς, ἐκεῖνο τὸ τρίτον πρόσωπον δὲν ἔχει καμμίαν εὐθύνην, οὐδὲ δύναται ποτὲ νὰ καταδιωχθῇ ποινικῶς· ἠμπορεῖ νὰ καταφάγῃ ὁλόκληρον τὴν πρόσοδον, καὶ δι’ αὐτὴν τὴν κατάχρησιν θὰ ᾖναι ὑπόχρεως ὁ ἐνοικιαστὴς καὶ ὁ ἐγγυητής. Τοῦτο, λέγω, δὲν εἶναι ὀρθόν. Τὸ δημόσιον ἔχει, βλέπετε, τὸν καιρὸν νὰ κάμῃ ἀναπλειστηριασμόν· ἐὰν δὲν ἔχῃ, κάμνει εἴσπραξιν διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου. Τὴν παραχώρησιν εἰς τρίτον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἀνευθύνως θὰ διαχειρισθῇ τὴν ἐνοικίασιν εἰς βάρος τοῦ ἐνοικιαστοῦ καὶ τοῦ ἐγγυητοῦ, τοῦτο δὲν ἐννοῶ.
§69ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριοι, διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς παρατηρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Τριφυλίας, εἰπόντος, ὅτι διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ψηφίζετε, θὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸ δημόσιον νὰ πάρῃ ἕνα οἱονδήποτε ἄνθρωπον ἀπὸ τὸν δρόμον, διὰ νὰ τὸν κάμῃ ἐνοικιαστὴν καὶ νὰ τὸν ὑποκαταστήσῃ εἰς τὴν θέσιν αὑτῶν τῶν ἀξιοτίμων κυρίων, οἱ ὁποῖοι ὑπεσχέθησαν καὶ δὲν ἐξετέλεσαν τὰς ὑποσχέσεις των. Διαμαρτύρομαι, κύριοι, διότι ὅστις ἀνέγνωσε τὸ νομοσχέδιον παρετήρησεν, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον νὰ συμβῇ. Πότε ὁ τρίτος θὰ ὑποκατασταθῇ εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐνοικιαστοῦ; ὅταν ὁ μὲν ἐνοικιαστὴς καὶ ὁ ἐγγυητὴς δὲν δυνηθῶσι νὰ καταβάλωσι μίαν δόσιν, τρίτος δέ τις ἔρχεται καὶ λέγει, τὴν καταβάλλω ἐγώ. Λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔρχεται καὶ καταβάλλει ὅ,τι δὲν ἠδυνήθησαν οἱ ἄλλοι δύο, αὐτὸς θεωρεῖται τοῦ δρόμου ἄνθρωπος ἀπέναντι αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν κατέβαλον;
§70ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ τὸ λέγετε, ὅτι καταβάλλει;
§71ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὰ σεῖς νὰ τὸ λέγετε αὐτὸ, ὁ ὁποῖος εἶσθε ἐντριβὴς περὶ τοὺς νόμους καὶ τὸ ἑρμηνεύειν. «Τὸ Δημόσιον, μὴ αἰτήσαντος τοῦ ἐγγυητοῦ ὑποκατάστασιν, ἐκθέτει τὴν ἐνοικίασιν εἰς ἀναπλειστηριασμὸν καὶ εἰς βάρος τοῦ ἐνοικιαστοῦ καὶ ἐγγυητοῦ κτλ. Δύναται ὡσαύτως τὸ Δημόσιον, ἂν ὁ ἐγγυητὴς δὲν ζητήσῃ ὑποκατάστασιν, νὰ παραχωρήσῃ τὴν ἐνοικίασιν καὶ ἄνευ δημοπρασίας εἰς πάντα τρίτον, ὑφ’ οὓς ὅρους ἠδύνατο νὰ παραχωρήσῃ αὐτὴν καὶ τῷ ἐγγυητῇ, κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον.» Τί λέγει τὸ προηγούμενον ἄρθρον; «Ὁ ἐγγυητὴς ἔχει τὸ δικαίωμα ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ νὰ ζητήσῃ τὴν ὑποκατάστασιν αὑτοῦ εἰς ἅπαντα τὰ δικαιώματα τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ὅπως ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐνοικίασιν ἀντ’ αὐτοῦ. Πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται νὰ προκαταβάλῃ τὴν καθυστερήσασαν δόσιν καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συμψηφίσῃ κτλ.» Ὥστε βλέπετε ὅτι ὁ ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον θὰ δεχθῶμεν, δὲν εἶναι ἄνθρωπος τοῦ δρόμου, εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ καταβάλῃ ὅ,τι οἱ ἄλλοι δὲν ἠμπόρεσαν νὰ καταβάλουν, καὶ ἐξέπεσαν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 9.
§73ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, μίαν ἀμφιβολίαν ἔχω, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ «Ἀποζημιοῦται δὲ παρ’ αὐτοῦ,» δηλαδὴ τοῦ ἐνοικιαστοῦ, «διὰ τὴν προκύψουσαν ζημίαν.» Πῶς θὰ ἐξακριβωθῇ αὐτὴ ἡ ζημία;
§74ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δικαστικῶς.
§75ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν δὲν ἐκδώσῃ διπλότυπον ὁ ἐγγυητής;
§76ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει.
§77ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μᾶς ἐνδιαφέρει κατὰ τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ ἐξασφαλίσωμεν καὶ τὰ δικαιώματα τῶν ἐνοικιαστῶν, διὰ νὰ τοὺς ἑλκύσωμεν εἰς τὰς δημοπρασίας, διότι κατὰ πολλοὺς ἤδη τρόπους τοὺς ἀπομακρύνομεν.
§78ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον 9 δὲν ἀφορᾷ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, κανονίζει μόνον τὰς σχέσεις μεταξὺ ἐγγυητοῦ καὶ ἐνοικιαστοῦ καθὼς καὶ παντὸς δι’ οἱουδήποτε τρόπου ὑποκατασταθέντος εἰς αὐτοὺς τοὺς δύω· στηρίζονται δὲ ὅλα, καὶ πρὸ πάντων τὸ ά. ἐδάφιον, εἰς τὰς κοινὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου. «Ὁ ἐγγυητής, λέγει τὸ ἄρθρον 9, οὐδεμίαν ὀφείλει τῷ ἐνοικιαστῇ ἀποζημίωσιν, ἐὰν ὠφεληθῇ ἐκ τῆς ὑποκαταστάσεως.» Αὐτὸ εἶναι φανερόν, ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι ὠφελήθη καὶ 100 τάλληρα· πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ ζητήσῃ τὴν ὠφέλειαν ἢ μέρος αὐτῆς; Δὲν πρέπει. Ἀλλ’ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος δὲν ἀμφισβητεῖ τόσον τὴν ἀρχήν, ὅσον τὴν ἀπόδειξιν τῆς ζημίας ἢ ὠφελείας. Ὡς πρὸς τοῦτο παρατηρῶ, ὅτι τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποφασίσῃ ἂν ὑπάρχῃ ζημία καὶ περίπτωσις ἀποζημιώσεως, θὰ ἐξετάσῃ καὶ τὰ τοῦ ἐγγυητοῦ σφάλματα καὶ πταίσματα, καὶ θὰ ἀποφασίσῃ· ἡμεῖς μόνον θέτομεν τὴν ἀρχήν, ὅτι ὁ ἐγγυητής, ὑποκαθιστῶν τὸν ἐνοικιαστήν, δὲν ὀφείλει εἰς αὐτὸν ἀποζημίωσιν ἂν ὠφεληθῇ ἐκ τῆς ὑποκαταστάσεως, ἂν δὲ ζημιωθῇ ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποζημιοῦται παρὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ διὰ τὴν ζημίαν. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις ἀποθαῤῥύνει. Δὲν ἀποθαῤῥύνει· ἀπ’ ἐναντίας πρέπει νὰ ἐνισχύσητε τοὺς ἐγγυητάς, καὶ ὅσον περισσότερον τοὺς ἀσφαλίσητε, τόσον ὁμαλωτέραν θὰ καταστήσητε τὴν θέσιν των, τόσον θὰ τοὺς εὕρητε προθυμοτέρους καὶ τόσον περισσότερον θὰ εὐκολυνθοῦν καὶ οἱ θέλοντες νὰ ἐνοικιάσουν προσόδους εἰς τὸ νὰ εὕρουν ἐγγυητάς. Ἐὰν ἀπ’ ἐναντίας διὰ τοῦ νόμου ἠθέλαμεν ἀφήσει τοὺς ἐγγυητὰς ἕρμαιον τῆς τύχης καὶ ἄνευ φωτός, νὰ περιμένωσιν ἐκ τῆς νομολογίας τῶν δικαστηρίων ἂν ἔχωσι δικαίωμα ἀποζημιώσεως καὶ ἂν ὀφείλουν ν’ ἀποδώσωσι τὰς ὠφελείας εἰς τὸν ἐνοικιαστήν, βεβαίως ἠθέλαμεν δυσκολεύσει τὴν θέσιν καὶ τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ τῶν ἐγγυητῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καλῶς ποιῶν ὁ νόμος περιέλαβεν αὐτὰς τὰς διατάξεις, καὶ τὰ ζητήματα τὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 9 ὑπάρχοντα, νομίζω, καλῶς ἐλύθησαν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9 νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Εἶτα ἐγένοντο δεκτὰ τὰ ἄρθρα 10, 11 καὶ 12. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 13.
§80ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ προσφορὰ πρὸς διετῆ ἐνοικίασιν τῶν προσόδων τοῦ Κράτους, διὰ δύω λόγους· πρῶτον διότι ὁ ἐπέτειος νόμος, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, ψηφίζεται κατ’ ἔτος, καὶ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνοικιάζῃ φόρους, οἱ ὁποῖοι ἀκόμη δὲν ἐψηφίσθησαν· δεύτερον, διότι καὶ ἂν συμβῇ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἴτε νὰ ἐλαττώσῃ εἴτε νὰ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τοῦ ἐγγείου φόρου, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ εὕρωμεν ποία αὔξησις θέλει ἐπέλθει εἰς τὸ ἐνοίκιον, καθ’ ὅσον μετὰ τοῦ ἐγγείου φόρου θέλει συνενοικιάζεσθαι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, καὶ διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν τοιοῦτον ἀποτέλεσμα, εἶναι ἀνάγκη, ὁσάκις γίνεται ἔκπτωσις 1% π. χ. ἀπὸ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐγγείου φόρου, ὁσάκις δηλ. ἐκπίπτει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐγγείου φόρου κατὰ ⅐, νὰ ἐκπέσῃ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας κατὰ ⅐, τὸ ὁποῖον ἰσοδυναμεῖ μὲ. Ἂν πάλιν εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ αὐξήσωμεν τὸν ἔγγειον φόρον δι’ ἀνάγκην τινὰ κατὰ 1%, τότε πρέπει νὰ αὐξήσωμεν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας κατὰ 2% καὶ ἐπέκεινα, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἕως τώρα δὲν ἐγένετο, διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία αὐξάνει καὶ ἐλαττόνει τὸν ἔγγειον φόρον, δὲν αὐξάνει ὅμως οὔτε ἐλαττόνει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ὡς ἐνοίκιον τῆς γῆς, καὶ ὄχι ὡς φόρος.
§81ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ γείνῃ δοκιμή.
§82ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πλὴν τῆς δοκιμῆς, κύριοι, ἣν θὰ κάμω κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ὑπάρχουν λόγοι σπουδαίου συμφέροντος, ὅπως καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ τῆς διετοῦς ἐνοικιάσεως. Ἐγώ, ὡς σᾶς ἐξήγησα κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νόμου, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ συνειθίσωμεν μικρὸν κατὰ μικρὸν νὰ ἀπομακρυνώμεθα ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἀκριβολογίας περὶ τῆς ἐνοικιάσεως, τοῦ νὰ θέλωμεν δηλ. νὰ εὑρίσκωμεν τρόπους ἐνοικιάσεως καὶ διαθέσεως τῶν προσόδων, ὥστε τὸ Δημόσιον ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσότερα νὰ κερδίσῃ, μολονότι διὰ νὰ κερδίσῃ αὐτὰ, ὑποβάλλομεν αὐτὸ καὶ τὸν λαὸν εἰς τόσα καὶ τόσα ἀτοπήματα, καταπιέσεις τῶν φορολογουμένων καὶ τῶν ἐνοικιαστῶν, καθυστερήματα καὶ ζημίας, ἀντὶ ὠφελειῶν. Εἰμποροῦσε λοιπόν τις νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ ζημιοῦται τὸ δημόσιον ἂν ἐκθέτῃ εἰς δημοπρασίαν τὰς προσόδους εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ συναγωνιζόμενοι δὲν ἠμποροῦν νὰ γνωρίζουν κατά τινα πιθανότητα ὁποία θὰ ἦναι ἡ πρόσοδος. Ὅταν γίνωνται τὴν σήμερον αἱ ἐνοικιάσεις, οἱ συναγωνιζόμενοι ἔχουν ἐνώπιόν των καὶ τὴν ἔκτασιν τῆς γῆς ἥτις ἐσπάρη, καὶ τὴν κατάστασιν εἰς ἣν εὑρίσκονται τὰ σπαρτὰ, καὶ κάμνουν ἕνα ὑπολογισμὸν, προσέρχονται δὲ βασιζόμενοι εἰς μίαν πιθανότητα· ἀλλ’ ὅταν ἐνοικιάζῃ τις τὰς προσόδους τοῦ μέλλοντος ἔτους, ἀγνοεῖ ἀμφότερα, καὶ ποία ἔκτασις θὰ σπαρῇ, καὶ ἂν ὁ καιρὸς θέλῃ εὐνοήσει τὰ σπαρτὰ ἢ ὄχι. Αὐταὶ αἱ παρατηρήσεις ἠδύναντο τῳόντι νὰ γείνουν, ἀλλὰ κατ’ αὐτῶν τῶν παρατηρήσεων θέλω ἀντιτάξει, ὅτι τὰ προτερήματα τῆς διετοῦς ἐνοικιάσεως εἶναι πολλά· πρῶτον, ὅτι ἐνοικιαστὴς, ὁ ὁποῖος ἐπὶ δύω ἔτη ἐνοικιάζει, μὲ περισσοτέραν ἀνάπαυσιν καὶ ἄνευ στενοχωρίας θὰ δυνηθῇ νὰ προσφέρῃ τὰς δόσεις· αὐτὸς εὐκολώτερον θὰ εὕρῃ χρηματοδότας μετὰ τῶν ὁποίων νὰ συνεταιρισθῇ, διότι αὐτὸς θὰ παρουσιάσῃ πολὺ μείζονα πίστιν, ἕνεκα τοῦ μεγέθους τῆς ἐνοικιαζομένης ποσότητος, παρ’ ὅ,τι ὁ ἐπὶ ἕνα μόνον ἐνιαυτὸν ἐνοικιάζων· καὶ ἐνῷ θὰ ἔχῃ οὕτω αὐτὰ τὰ πλεονεκτήματα, δὲν θὰ ἔχῃ βάρη περισσότερα, διότι οὕτως ὁ νόμος διεσκευάσθη ὡς πρὸς τὰς δόσεις. Ὁ ἐνοικιάζων ἐπὶ διετίαν δὲν ὀφείλει νὰ καταβάλῃ ἀνωτέρου ποσοῦ δόσεις, ἀλλὰ τὰς αὐτὰς δόσεις καὶ κατὰ τὰς αὐτὰς ἐποχὰς, κατὰ τὰς ὁποίας καὶ ὁ ἐνοικιαστὴς ἐπὶ ἓν ἔτος. Ἀναλύω τὰ πράγματα ὅπως κατασταθῶσιν εὐληπτότερα. Πρῶτον ὡς πρὸς τὴν προκαταβολὴν παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὸν τελευταῖον πλειοδότην ἐπὶ μονοετοῦς ἐνοικιάσεως ὁ νόμος ἐπιβάλλει τὸ 1|20 τοῦ ἐνοικίου, εἵπετο δὲ νὰ ἦναι διπλασία ἡ καταβολὴ ἐπὶ διετοῦς ἐνοικιάσεως· ἀλλ’ ὁ νόμος προέβλεψε τὸ ἐναντίον, διέταξε νὰ ἦναι ἴση. Παρατηρῶ προσέτι, ὅτι αἱ δόσεις δὲν καταβάλλονται πᾶσαι κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, ἀλλ’ ὅπως καὶ ἐπὶ τῆς μονοετοῦς ἐνοικιάσεως, πλὴν τῆς τετάρτης, ἥτις πληρόνεται δύω ἢ τρεῖς μῆνας πρίν. Πλὴν ὅμως τούτου, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς τετάρτης αὐτῆς δόσεως δίδεται αὐτῷ τὸ δικαίωμα νὰ διαῤῥήξῃ τὴν ἐνοικίασιν ἀζημίως· τοῦτο δὲ, διότι τὸ Δημόσιον ἔχει καιρὸν νὰ ἐνοικιάσῃ ἀνέτως τὴν ἐγκαταλειφθεῖσαν πρόσοδον τοῦ δευτέρου ἔτους, καὶ ὅπως οὕτως ἐνθαῤῥύνῃ τὰς διετεῖς ἐνοικιάσεις. Ὁ ἀναδεχόμενος λοιπὸν ἐπὶ διετίαν τὴν ἐνοικίασιν δὲν ἀναλαμβάνει βάρη περισσότερα, ἐνῷ ἔχει περισσότερα πλεονεκτήματα. Ἀλλ’ ὁ κ. Σωτηρόπουλος παρατηρεῖ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ᾖναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαθέτῃ φόρους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἐψηφισμένοι. Αὐτὸ τὸ δὲν πρέπει δὲν ἠξεύρω ποῦ τὸ στηρίζει· διότι ἡ ἐνοικίασις, καθὼς γνωρίζετε, δὲν εἶναι οὔτε κἂν βεβαίωσις. Εἰμπορεῖ ἡ εἴσπραξις νὰ ᾖναι ἀπηγορευμένη, καὶ νὰ ἀπαιτῆται διὰ τοῦτο ἐξ ἅπαντος νὰ γίνηται κατ’ ἔτος· Ἀλλὰ λέγουν τί θὰ γίνεται ἂν ὁ φόρος αὐξήσῃ ἢ ἐλαττωθῇ; Δὲν θὰ ἐπέλθῃ οὐδεμία βλάβη ἐκ τούτου, διότι ἂν τὸ 7 γείνῃ 8, ἂν τὸ 7 γείνῃ 6, φυσικῷ τῷ λόγῳ καὶ τὸ ἐνοίκιον κατ’ ἴσην ἀναλογίαν θέλει αὐξήσει ἢ ἐλαττωθῆ. Νομίζω ὅμως ἀναγκαίαν προσθήκην, ἵνα ῥηθῇ τοῦτο ῥητῶς εἰς τὸν νόμον, ὅπερ θέλω πράξει εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. Ἀλλὰ, προσθέτουν, ἔχομεν τὴν ἐπικαρπίαν. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτε περὶ τούτου ἐγένετο λόγος, ὅτι τὰ τῆς ἐπικαρπίας θέλουν κανονισθῆ διὰ νόμου ἰδιαιτέρου ἐντὸς τῆς παρούσης συνόδου, διότι ἡ ὑπάρχουσα κατάστασις χρήζει ταχείας προνοίας, καὶ ἡ νομοθετικὴ καὶ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ θεωρήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο πρωτίστης ἀξίας. Διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι αἴρεται ἐκ τοῦ μέσου πᾶσα δυσκολία ὡς πρὸς τὴν ἐπικαρπίαν· διότι αὐτὴ δὲν θέλει ἀκολουθεῖ τὸ σύστημα τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν προσόδων· θέλει συνενοικιάζεσθαι μὲν μετ’ αὐτῶν, κατ’ ἄλλους ὅμως κανόνας καὶ τρόπους· ὥστε δὲν θέλει ἐπηρεάζεσθαι ὑπὸ τῆς ἐνοικιάσεως περὶ ἧς πρόκειται. Ὁ ἐνοικιαστὴς θὰ ᾖναι ὁ ἴδιος, ἀλλ’ ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως καὶ τῆς βεβαιώσεως θὰ ᾖναι ἄλλος.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13 νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 14.
§84ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνι τρόπῳ θὰ εὑρίσκηται ἡ σχέσις τῆς ἐνοικιάσεως τῶν προσόδων, μεταξὺ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς δημοπρασίας εἰς χρήματα καὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς δημοπρασίας εἰς εἶδος; Πῶς θὰ ἔχωμεν τὴν βεβαιότητα, ὅτι, ἂν μᾶς προσφέρῃ τις 500 κοιλὰ, ἀπὸ τὰ 500 αὐτὰ κοιλὰ τὸ δημόσιον θὰ λάβῃ περισσότερα ἢ ὀλιγώτερα ἀπὸ χιλίας δραχμὰς, τὰς ὁποίας θὰ προσφέρῃ εἷς ἄλλος· διότι, ὡς γνωρίζετε, ὅταν ἡ ἐνοικίασις γίνηται εἰς εἶδος, τὸ δημόσιον εἰσπράττει τὰ δικαιώματά του ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τιμῶν, αἵτινες προσφέρονται κατὰ τὸν μῆνα....... Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν προτέρων νὰ γινώσκῃ πόσα θὰ εἰσπράξῃ τὸ δημόσιον ἀπὸ μίαν κατ’ εἶδος ἐνοικίασιν. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ μάθω, ὡς πρὸς τὸν καιρὸν τῆς δημοπρασίας θὰ λογίζηται τὸ κατ’ εἶδος προσφερόμενον, ἂν δηλαδὴ θὰ ὑπολογίζηται κατὰ τὸ ὑποτιθέμενον τῶν τιμῶν, τὸ ὁποῖον θὰ ἰσχύῃ κατὰ τὸν καιρὸν καθ’ ὃν γίνεται ἡ δημοπρασία, ἢ κατὰ τίνα ἄλλην μέθοδον;
§85ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον 14, ὡς εἶπον εἰσάγων τὸν νόμον, περιέχει μίαν παραγγελίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία θὰ τὸν ἐφαρμόσῃ· ἡ παραγγελία αὕτη συνίσταται εἰς τὸ ὅτι χρεωστεῖ νὰ προτιμᾷ τὰς διετεῖς ἐνοικιάσεις τῶν προσόδων, μεταξὺ δ’ ἐνοικιάσεως εἰς χρήματα ἢ εἰς εἶδος, νὰ προτιμᾷ τὰς εἰς χρήματα. Ἀλλὰ θέτει ἕνα περιορισμόν· ἐὰν ᾖναι κατώτεραι αἱ μονοετεῖς ἐνοικιάσεις κατὰ 5% τῶν εἰς εἶδος, τότε βεβαίως ἡ προτίμησις παύει· οὐχ’ ἧττον ὅμως τὸ ἄρθρον λέγει, ὅτι ἀφίνεται κατ’ ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀπομακρυνθῇ τῶν ὅρων τούτων, ἂν τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου, εἴτε διὰ τὸ μᾶλλον ἀξιόχρεων, εἴτε δι’ ἑτέρους οὐσιώδεις λόγους, τὸ ἀπαιτεῖ.
§86ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὸν εἶναι νὰ λείψῃ· νὰ μείνωμεν εἰς τὸ πρῶτον κῶλον.
§87ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι, διότι, ἂν δὲν ὑπάρχῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ποτὲ ὁ ὑπουργὸς δὲν θὰ τολμήσῃ νὰ τὸ πράξῃ, δηλονότι νὰ προτιμήσῃ τὸ ἀξιόχρεων καὶ ἀσφαλὲς μᾶλλον ἢ τὸ μεῖζον τοῦ ἐνοικίου ποσόν, ἢ τὰ χρήματα μᾶλλον παρὰ τὸ εἶδος, ὅταν τοῦτο ᾖναι ἀνώτερον. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν εἶναι ἀναγκαῖον, διότι οἱ ἀφορισμοὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν εἶναι ἀσφαλὲς σύστημα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὑπολογισμὸν τῶν τιμῶν, βεβαίως εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις θέλει λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν οὐ μόνον τὰς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀλλὰ καὶ τὰς πιθανότητας τοῦ μέλλοντος, καὶ οὕτω θὰ σχηματίσῃ μίαν ἰδέαν ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν περιστάσεων αἱ ὁποῖαι συνοδεύουσι τὸ ἔτος ἐκεῖνο.
§88ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἷς κανών.
§89ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠμποροῦμεν εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα νὰ θέσωμεν κανόνα;
§90ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ διαφορὰ καλὸν εἶναι νὰ εὑρίσκηται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πρωτοκόλλων τῆς τιμῆς τῶν σιτηρῶν τοῦ μηνὸς ἐκείνου, καθ’ ὃν γίνεται ἡ ἐνοικίασις· νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀσφάλεια.
§91ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂς τὸ ἀφήσωμεν τὸ ἄρθρον 14 εἰς τὴν γʹ. συζήτησιν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 14 νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 15.
§93ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. «Ἀζημίως» ἀζημίως ἐννοεῖτε διὰ τὸν ἐνοικιαστήν;
§94ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δι’ αὐτόν.
§95ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως ἡ διετὴς ἐνοικίασις θὰ ᾖναι ὑποχρεωτικὴ μόνον διὰ τὸ δημόσιον, οὐχὶ καὶ διὰ τὸν ἐνοικιαστήν.
§96ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα.
§97ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον νὰ ᾖναι ὑποχρεωτικὸν μόνον διὰ τὸ δημόσιον, οὐχὶ δὲ καὶ διὰ τὸν ἐνοικιαστήν.
§98ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν βλάπτει τὸ δημόσιον. Γίνονται δεκτὰ τ’ ἄρθρα 15 καὶ 16, ἀναγινώσκεται δὲ τὸ 17.
§99ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἡ δημοπρασία ἐπαναληφθῇ, λέγει ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ἡ προκαταβολὴ ἐπιστρέφεται εἰς τὸν τελευταῖον πλειοδότην ἐπὶ τοῦ τόπου τῆς δημοπρασίας. Εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ τελευταῖος πλειοδότης νὰ παρευρίσκηται εἰς τὸν τόπον τῆς δημοπρασίας;
§100ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂν δὲν ᾖναι ἐκεῖ, θὰ πάρῃ τὴν προκαταβολήν του ἀπὸ τὸν ταμίαν. Δὲν ἠθέλησα αἱ προκαταβολαὶ αὗται νὰ γεννήσωσι δίκας κατὰ τοῦ δημοσίου, ἀλλ’ ἀμέσως ἐπαναλαμβανομένης τῆς δημοπρασίας, ν’ ἀποδίδωνται κατὰ τὴν ἰδίαν στιγμὴν τῆς ἐπαναλήψεώς των, καὶ ὄχι νὰ μεταβάλλωνται εἰς ἀπαιτήσεις.
§101ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τεθῇ ἐπὶ τόπου ἢ ἀπὸ τὸν ταμίαν.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 18.
§103ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί καθίστανται συνυπεύθυνοι πρὸς τὸ δημόσιον διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐνοικίου ἀμφότεροι οἱ πλειοδόται;
§104ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ περίπτωσις αὕτη θέλει συμβῆ μόνον ἂν ἀρνηθῶσι νὰ ὑπογράψωσι τὰ πρακτικά· διότι ἅμα παρέλθῃ ἡ περίοδος τῆς ὑπογραφῆς τῶν πρακτικῶν, τότε δὲν μένει τίποτε ἄλλο εἰμὴ τὸ δημόσιον ν’ ἀποφανθῇ ὑπὲρ τίνος ἐγκρίνει τὴν δημοπρασίαν. Ὅταν τὴν ἐγκρίνῃ ὑπὲρ ἑνὸς, αὐτὰ τὰ ζητήματα δὲν γεννῶνται πλέον. Μία λοιπὸν περίπτωσις ὑπάρχει, εἰς τὴν ὁποίαν ἀφορᾷ τὸ 2 ἐδάφιον τοῦ ἄρθρ. 18. Δύο προσέρχονται, ὁ μὲν εἰς χρήματα, ὁ δὲ εἰς εἶδος, καὶ ὁ εἷς ἀρνεῖται νὰ ὑπογράψῃ τὰ πρακτικὰ καὶ κατὰ τὸν ὑπάρχοντα σήμερον νόμον καθὼς καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, διατάσσεται ἐπανάληψις τῆς δημοπρασίας. Ἀλλ’ ὅταν ὑπάρχουν δύο ἐνοικιασταὶ, δύναται νὰ συμβῇ τὸ τοιοῦτον ἐκ συμπαιγνίας, καὶ αὐτὸ θέλει ὁ νόμος ν’ ἀποφύγῃ, διατάσσων, ὅτι εἶναι ἀμφότεροι συνυπόχρεοι.
§105ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγετε τίποτε εἰς τὸ ἄρθρον περὶ ὑπογραφῆς τῶν πρακτικῶν, ἀλλ’ ἐν γένει.
§106ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐξηγεῖται καθαρῶς εἰς τὸ ἄρθρον. Ὅστις ἐπιμένει εἰς τὸν συναγωνισμὸν καὶ γίνει τελευταῖος πλειοδότης, διατί δὲν ὑπογράφει τὰ πρακτικὰ καὶ δὲν καταθέτει τὸ 1/20 τοῦ ἐνοικίου; Χρεωστεῖ ἡ πολιτεία νὰ τὸν ὑποπτεύηται, καὶ διὰ τοῦτο τὸν κηρύττει συνυπεύθυνον, διότι παρουσιάσθη εἰς τὴν δημοπρασίαν μόνον διὰ νὰ τὴν ἐμπαίξῃ καὶ τὴν ζημιώσῃ.
§107ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον, ὅτι πρέπει νὰ ὑπογράψῃ τὰ πρακτικά.
§108ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ τοιαύτην τινὰ προσθήκην· μετὰ τὰς λέξεις «εἰ μὲν ἠρνήθησαν ἀμφότεροι οἱ πλειοδόται», νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «νὰ ὑπογράψωσι τὰ πρακτικὰ καὶ καταβάλωσι τὰς νομίμους προκαταβολὰς, ὁ ἀναπλειστηριασμὸς βαρύνει ἀμφοτέρους».
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὸ ἄρθρον 18 μετὰ τῆς γενομένης προσθήκης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 19. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.) Ἄρθρον 20. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἄρθρον 21. (Ἀναγινώσκεται.)
§110ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 21 μὲ τὸ 22 εὑρίσκονται εἰς ἀντίφασιν· διότι ὁ ἱερεὺς καὶ ὁ πάρεδρος δὲν εἶναι ἀναγκαῖοι, ὅταν δὲν ὑπάρξῃ διαφωνία.
§111ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὴν παρατήρησιν αὐτὴν, ἡ ὁποία ἐγένετο καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, εἶπον, ὅτι ὁ ἱερεὺς καὶ ὁ πάρεδρος ἠμποροῦν νὰ μὴ ἦναι παρόντες κατὰ τὴν μέτρησιν ἐν τῷ ἁλωνίῳ καὶ τὴν παράδοσιν τοῦ φόρου, ὅταν ὁ ἐνοικιαστὴς καὶ ὁ φορολογούμενος φιλικῶς κάμωσι τὴν μέτρησιν καὶ συμφωνήσωσι περὶ τοῦ φόρου· ἀλλ’ ὅμως πρέπει νὰ ἐκδοθῇ διπλότυπον, καὶ εἰς τοιαύτην περίπτωσιν θὰ προσέλθωσιν εἰς τὸν ἱερέα καὶ πάρεδρον καὶ θὰ εἴπωσιν «ἐμετρήσαμεν τὸ ἁλώνιον, ἦτο 100 κοιλὰ κριθῆς, εἶχε δικαίωμα νὰ λάβῃ 7 κοιλὰ ὁ ἐνοικιαστὴς, τὰ ἔλαβεν, ἐκδώσατε τὸ διπλότυπον» καὶ αὐτοὶ θὰ τὸ ἐκδώσουν. Ἡ ἔκδοσις τοῦ διπλοτύπου οὐ μόνον πρόκειται νὰ πιστοποιήσῃ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, ἀλλ’ εἶναι ἀναγκαία διὰ πολλὰς περιστάσεις· διότι ἀπαιτεῖται διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ δημοτικοῦ φόρου, διότι τὸ Κράτος ἐκ τούτων τῶν διπλοτύπων θέλει γνωρίζει ὁποία εἶναι ἡ πρόσοδος ἑκάστου ἔτους κλπ. Εἰς τὸ ἑπόμενον δὲ ἄρθρον θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ ἱερεὺς καὶ ὁ πάρεδρος πληρόνονται δι’ αὐτὴν τὴν ἐργασίαν, ὥστε δὲν ὑπάρχει φόβος ν’ ἀρνηθῶσι· λαμβάνουσιν 1 λεπτὸν κατὰ κοιλὸν καὶ ὅταν ἦναι παρόντες καὶ ὅταν δὲν ἦναι. Γνωρίζετε δὲ τὴν κατάστασιν τῶν παρέδρων καὶ τῶν ἱερέων εἰς τὰς ἐπαρχίας, καὶ ἑπομένως εἶναι γνωστὸν, ὅτι χάριν τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης θὰ προθυμοποιῶνται, ἐνῷ ἂν μόνον ἐπὶ τῶν ἀμφισβητήσεων ἐπληρόνοντο, δὲν θὰ ὑπῆρχε προθυμία.
§112ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις, κατὰ τὸ ἄρθρον 25, ἐὰν ὁ φορολογούμενος ἀρνηθῇ νὰ παραδώσῃ τὸν φόρον, ὁ πάρεδρος ἀφαιρεῖ αὐτὸν ἐκ τοῦ μετρηθέντος ἁλωνίου καὶ τὸν παραδίδει τῷ ἐνοικιαστῇ ἐνώπιον τοῦ ἱερέως καὶ ἑνὸς μάρτυρος. Εἰς πολλὰ ὅμως μέρη δὲν εἶναι πλησίον πρόχειρος πάντοτε ὁ ἱερεὺς καὶ ὁ πάρεδρος· εἰς τοιαύτην περίπτωσιν τί θὰ γείνῃ, καὶ μάλιστα, ὅταν ὁ ἐνοικιαστὴς δὲν ἐγνώριζεν, ὅτι θὰ εὕρῃ ἀντίῤῥησιν;
§113ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ γυρίσῃ ὀπίσω νὰ παραλάβῃ τὸν ἱερέα καὶ τὸν πάρεδρον.
§114ΛΑΠΑΣ. Ἐγὼ σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι ἀφοῦ ἐβάλαμεν εἰς τὸν νόμον, ὅτι ὁ πάρεδρος καὶ ὁ ἱερεὺς θὰ λαμβάνουν ἓν λεπτὸν κατὰ κοιλόν, ποτὲ δὲν θὰ λείπουν, θὰ πηγαίνουν, καὶ ἂν ᾖναι μακρὰν τὸ ἁλῶνι 5 ὥρας.
§115ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἰς πολλὰ χωρία δὲν ὑπάρχει ποσῶς ἱερεύς.
§116ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ παραλαμβάνηται ὁ τοῦ πλησιεστέρου χωρίου, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχει.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὡς ἀνεγνώσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὰ ἄρθρα 22 καὶ 23 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀναγινώσκεται τὸ 24.)
§118ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο καὶ τὰ δύω ἑπόμενα ἔρχονται νὰ κανονίσουν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἀποδίδεται ὁ φόρος εἰς περίστασιν καθ’ ἣν συμβῇ διένεξις μεταξὺ ἐνοικιαστοῦ καὶ φορολογουμένου. Αἱ διατάξεις αὗται ἀφορῶσι κυρίως τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, διότι πολλοὶ ἀγροὶ καὶ κτήματα ἀμφισβητοῦνται ὡς ἐθνικὰ ἢ ἐθνικοϊδιόκτητα παρὰ τῶν ἐνοικιαστῶν, ἐνῷ οἱ φορολογούμενοι τὰ ἀντιποιοῦνται ὡς ἰδικά των. Ἕως τώρα, ἐὰν ὁ ἐνοικιαστὴς προέβαλλε τὴν ἀξίωσιν νὰ λάβῃ δικαίωμα ἐπικαρπίας ἀπὸ κτῆμα τὸ ὁποῖον ὁ φορολογούμενος ἐθεώρει ὡς ἰδιόκτητον, ὁ φορολογούμενος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τοῦ στελέχους τοῦ διπλοτύπου, αὕτη δὲ ἤρκει νὰ ἀναστείλῃ προσωρινῶς τὴν πληρωμὴν τῆς ἐπικαρπίας. Μετὰ ταῦτα ἐξητάζετο προκαταρκτικῶς ἡ ὑπόθεσις ἀπὸ ἐπιτροπὴν συγκειμένην ἀπὸ τὴν διοικητικὴν ἀρχήν, τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον καὶ τὸν ταμίαν, καὶ κατὰ τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς ἐλύετο ἡ ἀμφισβήτησις, ἐὰν δηλ. ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφαίνετο ὅτι τὸ κτῆμα εἶναι ἰδιόκτητον, τότε ὁ φορολογούμενος ἀπηλλάσσετο τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας· ἄλλως εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσῃ. Ἐν τούτοις, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖ ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ ἐνοικιαστὴς ἢ ὁ φορολογούμενος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια, τὰ δὲ δικαστήρια ἐξήταζον, δυνάμει διατάξεως τοῦ φορολογικοῦ νόμου, οὐχὶ ἂν τὸ προηγούμενον ἔτος τὸ κτῆμα ἐφορολογήθη ὡς ἐθνικὸν ἢ ἰδιόκτητον, ἀλλ’ ἐὰν τὸ δημόσιον εἶχε τὴν νομικὴν κατοχὴν μέχρι τοῦ 1843. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, καὶ ἂν ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφαίνετο ὅτι τὸ κτῆμα δὲν εἶναι ἐθνικόν, ὁ ἐνοικιαστὴς προσέφευγεν εἰς τὸ δικαστήριον, καὶ ἐὰν ἀπεδείκνυεν ὅτι τὸ κτῆμα ὑπεβλήθη εἰς φόρον ἐπικαρπίας, ὁ φορολογούμενος ὑπεχρεοῦτο νὰ πληρώσῃ. Αἱ διατάξεις αὗται βλέπετε ὅτι μεταβάλλονται σήμερον ἐκ θεμελίων. ά) Ἐὰν ὁ ἐνοικιαστὴς ἔχῃ ἀξιώσεις ὅτι ἓν κτῆμα ὑπόκειται εἰς φόρον ἐπικαρπίας, καλεῖται ὁ πάρεδρος καὶ ὁ ἱερεὺς, καὶ ἐὰν οὗτοι ἀποφανθῶσιν ὅτι εἶναι ἐθνικὸν τὸ κτῆμα, ὁ φορολογούμενος χρεωστεῖ νὰ δώσῃ τὴν ἐπικαρπίαν εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν, ἐὰν δὲ οὗτοι εἴπουν ὅτι εἶναι ἰδιόκτητον, τότε θὰ μείνῃ ἡ ἐπικαρπία εἰς τὸν ἱερέα ἢ τὸν πάρεδρον· ὥστε ἀρκεῖ νὰ προβάλῃ ὁ ἐνοικιαστὴς τὴν ἔνστασιν, καὶ εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ φορολογούμενος νὰ καταβάλῃ τὸ δικαίωμα εἴτε εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν εἴτε εἰς τὸν ἱερέα, ὁ ὁποῖος δὲν ἠξεύρει, ἂν γείνουν πολλαὶ τοιαῦται ἐνστάσεις, ποῦ θέλει φυλάξει τὴν ἐπικαρπίαν. Ἀλλὰ πλὴν τῶν φορολογουμένων, φοβοῦμαι μήπως κινδυνεύσῃ καὶ ἡ ἐθνικὴ περιουσία, διότι μεταξὺ φορολογουμένων καὶ ἐνοικιαστῶν ἐγείρονται οὐχὶ ὀλίγαι ἀμφισβητήσεις, καθ’ ὅσον καὶ ὅπου ἐγένοντο δηλώσεις, δὲν ἐξεδόθησαν ἀκόμη τὰ παραχωρητήρια· ἑπομένως ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ ὥστε ὁ θέλων νὰ καταστήσῃ ἀμφισβητήσιμα τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, νὰ συμφωνήσῃ ἐπὶ ἓν ἔτος μὲ τὸν ἐνοικιαστὴν καὶ νὰ λάβῃ διπλότυπον ἰδιοκτήτου κτήματος, ἅμα δὲ κατορθώσῃ τοῦτο, κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος δὲν θὰ ᾖναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσῃ δικαίωμα ἐπικαρπίας, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὅταν φθάσῃ ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου ἡ ὑπόθεσις, ὁ Εἰρηνοδίκης δὲν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ παρὰ ἐὰν κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος ὑπεβλήθη τὸ κτῆμα εἰς δικαίωμα ἐπικαρπίας· κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἀρκεῖ ἑνὸς ἔτους συνεννόησις μετὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ, διὰ νὰ δώσῃ εἰς τὸν φορολογούμενον τὸ δικαίωμα νὰ μὴ πληρώσῃ ποτὲ δικαίωμα ἐπικαρπίας. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι τὸ δημόσιον διατηρεῖ τὴν νομικὴν κατοχὴν, ἀλλὰ τί θέλει τὸ ὠφελήσει, ὅταν ὁ φορολογούμενος δὲν ᾖναι ὑπόχρεως νὰ πληρώνῃ φόρον ἐπικαρπίας καὶ τὸ Δημόσιον ὀφείλει νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια; Τὰς παρατηρήσεις ταύτας καθυποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα φροντίσῃ ὥστε οὔτε οἱ φορολογούμενοι νὰ ἀδικηθοῦν, οὔτε τὸ Δημόσιον νὰ διακινδυνεύσῃ.
§119ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριοι, μεταξὺ τῶν δύω συστημάτων ἀπαιτεῖται νὰ ἐκλέξωμεν τὸ ἓν. Τὰ δύο συστήματα, τὰ ὁποῖα προβάλλονται εἰς τὴν κρίσιν μας, εἶναι τὰ ἑξῆς· ά) νὰ καταστήσωμεν τὰς ἐνοικιάσεις στάδιον ἀμφισβητήσεως καὶ ἀποδείξεως τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ πολίτου. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἓν σύστημα· τὸ ἕτερον σύστημα εἶναι νὰ μεταβιβάσωμεν εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὁ προκάτοχος αὐτοῦ εἰσέπραξε. Μέσον σύστημα δὲν ὑπάρχει· ἢ τὸ ἓν σύστημα πρέπει νὰ δεχθῶμεν ἢ τὸ ἄλλο. Σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι ἐπιτετραμμένον καὶ πρέπον νὰ θεωρήσωμεν τὴν κατ’ ἔτος ἐνοικίασιν ὡς στάδιον διαπληκτισμοῦ μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν πολιτῶν, εἰς ποῖον ἀνήκει ἡ ἰδιοκτησία; Ἀλλὰ τὰ δικαστήρια ὡρίσθησαν διὰ τοῦτο· καὶ ἐκεῖ τὸ Δημόσιον καὶ ὁ ἰδιώτης κατέρχονται ἐπὶ χρόνους πολλοὺς, διὰ νὰ φθάσουν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Ἐὰν αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐντὸς τῶν δικαστηρίων ᾖναι δυσκολώτατον νὰ λυθῇ, στοχασθῆτε ἐὰν δυνάμεθα ἡμεῖς τόσον εὐκόλως νὰ τὸ λύσωμεν. Διὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον παρεδέχθη αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι εἶναι λογικόν. Ὅταν πρόκηται περὶ ἐνοικιάσεως, πρόκειται περὶ ἐνοικιάσεως, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ ἰδιοκτησίας, τὰ δικαστήρια εἶναι ἁρμόδια. Τὸ Δημόσιον καλεῖ τοὺς βουλομένους νὰ ἐνοικιάσουν· ἀλλ’ ἐρωτῶ, τί τοὺς προσφέρει; ὅ,τι ἐνοικίασε πέρυσιν, ἐνοικιάζει καὶ τώρα· ὅ,τι εἰσέπραξεν ὁ ἐνοικιαστὴς πέρυσιν, αὐτὸ ἐνοικιάζει καὶ τώρα. Ἐὰν τὸ Δημόσιον ἔχῃ παράπονον κατὰ τῆς διαγωγῆς τοῦ προηγουμένου ἐνοικιαστοῦ, πρέπει νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια, ὥστε νὰ φυλάξῃ τὴν περιουσίαν του ἀπὸ τοιοῦτον κίνδυνον. Εἶναι ὅμως ἀπρεπὲς, κύριοι, εἰς τὸ συνάλλαγμα αὐτὸ νὰ παρεμβάλλωμεν τὴν ῥιζικὴν ἀμφισβήτησιν, ἐνῷ πρέπει νὰ ᾖναι ὅσον τὸ δυνατὸν ἀπηλλαγμένον τῆς τοιαύτης περιπλοκῆς. Τὸ νομοσχέδιον παραδέχεται αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς θὰ πάρῃ ὅ,τι ἔλαβε καὶ πέρυσι, καὶ νομίζω ὅτι αὕτη ἡ ἀρχὴ εἶναι ἀξιοσύστατος. Ὁ κύριος Σωτηρόπουλος παρετήρησεν, ὅτι ἀρκεῖ ὁ ἐνοικιαστὴς, συνεννοούμενος μετὰ τοῦ φορολογουμένου, νὰ ἐκδώσῃ διπλότυπον ἰδιοκτήτου φορολογίας, διὰ νὰ βλάπτηται αἰωνίως τὸ δημόσιον, διότι καὶ τὰ ἑπόμενα ἔτη τὸ κτῆμα θέλει φορολογεῖσθαι ὡς ἰδιόκτητον. Ἀλλ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ σήμερον· δὲν εἶναι ἐλάττωμα τοῦ νόμου, διότι καὶ τὴν σήμερον ὁ ἐνοικιαστὴς δύναται νὰ ἐκδώσῃ διπλότυπον τοιοῦτον, καὶ μάλιστα αὐτὸ νὰ χρησιμεύσῃ καὶ κατὰ τῶν δικαιωμάτων τῶν οὐσιαστικῶν τοῦ δημοσίου, ἐνῷ ὁ προκείμενος Νόμος λέγει, ὅτι, οἱονδήποτε καὶ ἂν ἐκδώσῃ διπλότυπον ὁ ἐνοικιαστὴς, αὐτὸ δὲν ἔχει καμμίαν ἐπιῤῥοὴν πρὸς βλάβην τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ Δημοσίου, οὔτε εἰς τὴν κατοχήν, οὔτε εἰς τὴν κυριότητα καὶ τὰ ἄλλα πραγματικὰ δικαιώματα ἐπὶ τοῦ κτήματος. Ἀλλὰ, κύριοι, ὡς σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε καὶ σήμερον ἀκόμη, αὐταὶ αἱ δυσκολίαι θέλουν ἀρθῆ διὰ νέου νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον θέλω σᾶς ὑποβάλει, ἂν καὶ ἐν μέρει ἤρθησαν, διότι, ὅπως σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἐκ τῶν 950 χιλιάδων κοιλῶν τοῦ ἐτησίου ἐνοικίου τῶν προσόδων, μόνον 100 –110 χιλ. κοιλὰ εἰσπράττονται ἐκ τοιούτων κτημάτων· ὥστε βλέπετε ὅτι 1 πρὸς 9 εἶναι ἡ ἀναλογία μεταξὺ ἐπικαρπίας καὶ ἐγγείου φόρου. Κατὰ δὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θέλω σᾶς ὑποβάλει, ἡ ἐπικαρπία θέλει γίνει εἰς χρήματα, διὰ νὰ μὴ παρουσιάζωνται αὐτὰ τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται σήμερον· διότι σήμερον, ὅταν θέλῃ ὁ δηλώσας ἐθνικὸν ἀγρὸν νὰ καλλιεργήσῃ τὸν ἀγρόν του, προσέρχεται καὶ πληρόνει μίαν καὶ ἡμίσειαν δραχμὴν ὡς ἐτησίαν δόσιν· ὅταν δὲ δὲν θέλῃ νὰ καλλιεργήσῃ, δὲν πληρόνει τίποτε. Λοιπὸν αὐτὰ θὰ λείψουν τώρα διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θέλω σᾶς ὑποβάλει, καὶ τὸ ὁποῖον ἐλπίζω ὅτι θέλει παραδεχθῆ ἡ Βουλή.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κασβίκης ἔχει τὸν λόγον.
§121ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Τὸ προκείμενον ζήτημα, κύριοι, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἔχει πολλὴν σπουδαιότητα, καὶ εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ μὴ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰ καὶ φίλου μου στενοῦ. Μέχρι τοῦδε, κύριοι, ὑπῆρχον νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐπροστάτευον τὴν νομικὴν κατοχὴν τοῦ δημοσίου καὶ τὴν κυριότητα αὐτοῦ, νόμοι σοφοὶ, καθιερωθέντες ἀπὸ τὸ 1842, οἵτινες ἐπανελήφθησαν διὰ τῶν νέων φορολογικῶν τοῦ 1849 καὶ 1852· κατ’ αὐτοὺς, ἡ νομικὴ κατοχὴ τοῦ δημοσίου δὲν μεταβάλλεται, εἰμὴ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἢ διὰ παραχωρήσεως, ἢ διὰ ῥητῆς παραιτήσεως. Διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου μοὶ φαίνεται, ὅτι μεταβάλλεται ἐντελῶς ἡ θέσις αὕτη τοῦ δημοσίου. Τὸ δημόσιον, ἂν καὶ ἐπεφυλάξατο εἰς ἑαυτὸ τὴν νομικὴν κατοχὴν ἐφ’ ὅλων τῶν γαιῶν καὶ κτημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐλάμβανε φόρον ἐπικαρπίας μέχρι τοῦ 1842, διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου δὲν τηρεῖ τὸ δικαίωμα τοῦτο, διότι δι’ ἑνὸς διπλοτύπου, τὸ ὁποῖον θὰ συντάξῃ ὁ ἐνοικιαστὴς, συνεννοούμενος μὲ τὸν φορολογούμενον, μηδενίζεται καὶ καθίσταται ὁ ἀγρὸς ἰδιόκτητος. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Σωτηροπούλου δὲν εἶναι ἀναξία συζητήσεως καὶ σπουδαιότητος, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν δικαίωμα εἰς τὸν πάρεδρον καὶ τὸν ἐφημέριον νὰ ἀνατρέψῃ κεκτημένα δικαιώματα τοῦ δημοσίου, διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν θέσιν τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἀπέναντι τοῦ φορολογουμένου. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, θεωρῶ τροπολογητέον τὸ ἄρθρον 24 ὡς ἑξῆς· «ἡ ἀπόφασις τοῦ ἱερέως καὶ τοῦ παρέδρου δὲν προδικάζει οὐδὲν δικαίωμα, ἀλλ’ εἶναι προσωρινὴ, ἰσχύουσα μέχρις ὅτου οἱ διαφερόμενοι καταφύγουν ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδικείου, κατὰ τὸ ἄρθρον 26, καὶ προσάξουν ὅλα τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως οἱ ἐνοικιασταὶ, διὰ νὰ ἀποδείξουν ὅτι ὁ ἀγρὸς ὑπόκειται εἰς φόρον ἐπικαρπίας.» Διὰ τῆς λύσεως ταύτης δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τακτικὴν τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ διατηρήσωμεν ἀκέραια ὅλα τὰ δικαιώματα μεταξὺ ἐνοικιαστοῦ, ἐκπροσωποῦντος τὸ δημόσιον, καὶ τῶν φορολογουμένων. Οὕτω δύναται νὰ διευκολυνθῇ ἡ θέσις τοῦ ζητήματος· ἡ ἀπόφασις τοῦ ἱερέως καὶ παρέδρου δὲν ἔχει καμμίαν ἰσχὺν καὶ χορηγεῖ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἀπαίτησίν του ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, προσάγων καὶ παλαιὰ διπλότυπα προηγουμένων ἐτῶν, διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ὀφείλεται δικαίωμα ἐπικαρπίας. Ἐκτὸς δὲ τούτου, δὲν ἔχουν καὶ μεγάλας ἀποθήκας οἱ ἱερεῖς, ὥστε 10 καὶ 20 φορολογούμενοι νὰ φέρουν τὴν ἐπικαρπίαν των.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἄλλος ἐγγεγραμμένος. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὸ ἄρθρον 24 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§123ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Ἔχω ἐγὼ τροπολογίαν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. «Ὅτι ἡ προσωρινὴ ἀπόδοσις τοῦ φόρου, κατὰ τὸ ἄρθρον 24, ἐκ μέρους τοῦ παρέδρου καὶ τοῦ ἱερέως, ἰσχύει μέχρι τῆς ἐκδικάσεως τῆς διαφορᾶς παρὰ τοῦ εἰρηνοδίκου, κατὰ τὸ ἄρθρον 26 τοῦ παρόντος νόμου.»
§124ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὰ ἄρθρα 25, 26 καὶ 27, ἅπερ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατόπιν δὲ τὸ ἄρθρον 28.)
§125ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρώτην φορὰν βλέπω, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία μεταβιβάζει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν τὴν ἐντολὴν νὰ ἐπιβάλλῃ ποινάς. Νομίζω ὅτι, ἀφοῦ κατὰ τὸ Σύνταγμα αἱ ποιναὶ ἐπιβάλλονται μόνον διὰ νόμου, καθὼς καὶ οἱ φόροι, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀφίηται τοῦτο εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἐπὶ τῶν φόρων οὐδέποτε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβληθῶσι διὰ διατάγματος· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν ἔφερε νομοσχέδιον περιέχον διάταξιν, καθ’ ἣν ἐδίδετο εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ διὰ Β. Διατάγματος τὴν φορολογίαν ἐπιτηδευμάτων τινῶν, προσέθηκεν ἐν αὐτῷ τὴν διάταξιν, ὅτι τὸ διάταγμα δὲν ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ, εἰμὴ ἀφοῦ κυρωθῇ διὰ νόμου. Μόνον ὁ περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου νόμος ἐπιτρέπει νὰ γίνηται διὰ διαταγμάτων αὐξομείωσις, ἀλλὰ καὶ τῶν διαταγμάτων τούτων ἡ ἰσχὺς εἶναι προσωρινὴ, διότι ἀφεύκτως πρέπει νὰ καθυποβάλλωνται εἰς τὴν νομοθετικὴν κύρωσιν. Ὅθεν παρακαλῶ νὰ γείνῃ σκέψις πολλὴ περὶ τῆς διατάξεως ταύτης, διότι δὲν μοῦ φαίνεται ὀρθὸν νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ μεταβιβάζωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπιβάλλῃ διὰ διαταγμάτων ποινάς· αἱ ποιναὶ περιορίζουν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, ὅπως οἱ φόροι τὴν περιουσίαν του.
§126ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, νὰ διακρίνητε δύω ζητήματα, τὸ ζήτημα, ἂν πρέπῃ εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν νὰ ἐπιτρέψωμεν διὰ Β. Διατάγματος νὰ ὁρισθῶσιν αἱ ποιναὶ, ἀπὸ τὸ ζήτημα, ἐὰν σᾶς ᾖναι ἀπηγορευμένον νὰ τὸ κάμητε. Λοιπὸν δύω διακεκριμμένα ζητήματα ὑπάρχουν· εἰς τὸ πρῶτον ἐνδίδω, παραδέχομαι ὅτι ἐν τῷ νόμῳ καλλίτερον εἶναι νὰ προσδιορίζωνται αἱ ποιναί· ἀλλὰ τὸ δεύτερον δὲν δέχομαι, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν ἐὰν τὸ νομίζωμεν κατάλληλον, καὶ μάλιστα φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ αὐτὴ ἡ ἰδία προέβη κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1875 εἰς παραχώρησιν δικαιωμάτων πολὺ ὑπερτέρων ἀπὸ τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ μεταβιβασθῶσιν ἤδη εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Κύριοι, ἡ διάταξις τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ ποινικοῦ νόμου καθιέρωσεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν κατὰ παρανόησιν τὴν ὀνομάζουν συνταγματικὴν ἐγγύησιν, διότι ὅταν εἰσήχθη ὁ ποινικὸς νόμος σύνταγμα δὲν ὑπῆρχεν. Αὐτὴ δὲ ἡ ἀρχὴ εἶναι ὅλων τῶν ἐθνῶν τῶν ἐχόντων νόμον ποινικὸν, οἱονδήποτε καὶ ἂν ᾖναι τὸ πολίτευμα, ὅτι ποινὴ δὲν καταγινώσκεται εἰμὴ εἰς ἐκείνας τὰς πράξεις ἢ ἐλλείψεις, κατὰ τῶν ὁποίων ὁ νόμος ὥρισε προηγουμένως ῥητὴν ποινήν. Λοιπὸν βλέπετε ὅτι δὲν εἶναι συνταγματικὴ, ἀλλὰ νομοθετικὴ διάταξις. Ὅθεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τοῦ νὰ κανονίζῃ τὰς ποινὰς, δύναται νὰ μεταβιβασθῇ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀφοῦ καὶ ἄλλα τοιαῦτα δικαιώματα ἐδόθησαν· οὐχ ἧττον ὅμως παραδέχομαι νὰ καταχωρισθῶσιν αἱ ποιναὶ ἐν τῷ νόμῳ.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ τὸ σύνολον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§128ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι 5½ ἀκόμη ἡ ὥρα, ὥστε ἂς τελειώσωμεν καὶ τὸ ἄλλο νομοσχέδιον.
§130ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων κτλ. ἅπερ γίνονται δεκτὰ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.)
§131ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2· ἐκεῖ ὅπου λέγει «οἱ χοῖροι...» νὰ γείνῃ «αἱ δηλώσεις τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν χοίρων γίνονται ἐντὸς τοῦ μηνὸς 7βρίου.» Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3, 4, 5, 6 καὶ 7. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 8.
§132ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ καὶ τὸ ἑξῆς· «τῶν δὲ χοίρων ἐντὸς τῶν μηνῶν Ὀκτωβρίου καὶ Νοεμβρίου.»
§133ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν δευτέραν παράγραφον. «Ἐν περιπτώσει κωλύματός τινος τῶν δημοσίων ἀπαριθμητῶν, προσλαμβάνεται ἀντ’ αὐτοῦ ὁ τοῦ χωρίου πάρεδρος.» Ὁ ἐνοικιαστὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν προσλάβῃ;
§134ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν θὰ ἔχωμεν δύω ἀρχὰς, τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς καὶ τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον ἢ τὸν ἀντιπρόσωπόν του. Ἐν περιπτώσει κωλύματος θὰ τὸν παραλάβῃ ἡ παρευρισκομένη ἀρχή.
§135ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία ἀρχή;
§136ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ βάλωμεν. «Ἐν περιπτώσει κωλύματος ἑνὸς τῶν δημοσίων ἀπαριθμητῶν, προσλαμβάνεται ὑπὸ τοῦ ἑτέρου ὁ τοῦ χωρίου πάρεδρος.» (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 8, 9 καὶ 10.) (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 11.)
§137ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν προνοεῖ τὸ ἄρθρον τοῦτο, δὲν ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ χώραν, διότι ἅμα δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸ βιβλίον τῶν δηλώσεων ὁ κτηνοτρόφος, θὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὸς παρέλειψε νὰ δηλώσῃ, καὶ ἑπομένως ἐφαρμόζεται κατ’ αὐτοῦ τὸ προηγούμενον ἄρθρον· ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι περιττὴ, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ δηλώσῃ τις τὸ ποίμνιόν του ὑπὸ ἄλλο ὄνομα.
§138ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ δηλώσῃ διὰ τοῦ ἐπιστάτου του;
§139ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ· θὰ πληρώσῃ πρόστιμον.
§140ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον θέλει νὰ προβλέψῃ μόνον τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δολίως γίνεται ἡ δήλωσις ὑπὸ ἄλλο ὄνομα, ὑπὸ ὄνομα ἀφερεγγύου ἀνθρώπου. Αὐτὸ δὲ δὲν εἶναι ἐπινόησις σημερινὴ, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ἡ πεῖρα τὸ ἐδίδαξεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ διὰ τοῦτο ὑπάρχει καὶ εἰς ὅλους τοὺς παρελθόντας νόμους, ὅτι καταδιώκεται ποινικῶς ὅστις ἤθελεν ὑπὸ πλαστὸν ὄνομα δηλώσει ζῶα.
§141ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πλαστὸν ναὶ, ὄχι ὅμως ἄλλο.
§142ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι· διότι τί ἄλλο σημαίνει τὸ ἄλλο;
§143ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ ἐπιστάτου.
§144ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ ἐπιστάτης φυσικῷ τῷ λόγῳ ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ δηλώσεις διὰ τὰ ζῶα τοῦ κυρίου του, ἀλλ’ ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ καὶ διὰ τὰ ζῶα ἄλλου ἀφερεγγύου.
§145ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα δὲν ἐδήλωσεν.
§146ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐδήλωσεν, ἀλλ’ ὑπὸ ἄλλο ὄνομα.
§147ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ βάσις εἶναι νὰ δηλόνῃ ὁ κύριος τῶν ζώων. Ἐὰν λοιπὸν δὲν εὑρεθῇ εἰς τὸ βιβλίον τῶν δηλώσεων ὁ κτηνοτρόφος, ἐφαρμόζεται κατ’ αὐτοῦ τὸ ἄλλο ἄρθρον.
§148ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ αὐτὸ, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δηλώσεως θὰ μορφωθῇ κατάλογος. Ὑποθέσατε, ἕως ἐδῶ ἄνευ δυσκολίας προβαίνομεν, ἀλλ’ ἔπειτα γίνεται ἡ ἀπαρίθμησις, καὶ εὑρίσκονται τὰ πλεονάζοντα ζῶα. Τότε γεννᾶται τὸ ζήτημα, ποῖον θὰ καταδιώξωμεν;
§149ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν κύριον.
§150Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐδήλωσεν ὁ υἱὸς ἀντὶ τοῦ πατρὸς, ὁ δὲ ἐνοικιαστὴς καταδιώκει τὸν πατέρα· δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὴ ἡ ποινή;
§151ΛΑΠΑΣ. Ἐγὼ ἔχω ζῶα εἰς τὴν Λειβαδιὰ, δὲν ἠμπορῶ νὰ κάμω ἕνα πληρεξούσιόν μου νὰ τὰ δηλώσῃ;
§152ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν χρειάζεται οὔτε πληρεξούσιον· αὐτὸ γίνεται. Ἀλλ’ ὅταν κάμνῃς τὴν δήλωσιν, διατί ἀποκρύπτεις τὸν ἀληθῆ κύριον, καὶ δίδεις ἓν ἄλλο ὄνομα; Τοῦτο εἶναι ὕποπτον, καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ συμφέρον, θὰ καταδιωχθῇς, καὶ θὰ ἐπιβληθῇ ποινὴ ἴση μὲ τὸν φόρον.
§153ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 12 καὶ 13. Ἀναγινώσκεται τὸ 14 ἄρθρον.)
§154ΛΑΠΑΣ. Παρακαλῶ, νὰ γείνῃ ὁ φόρος 5%.
§155ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα· παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ ὡς ποσοστὸν τοῦ φόρου τὸ 5%. Τοῦτο προεῖπον τῷ κ. Λάπᾳ.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 15, 16, 17 κτλ. καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.)
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχω ἀνάγκην νὰ ζητήσω τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς. Θὰ ἐξακολουθήσωμεν αὔριον τὰ ἴδια νομοσχέδια τὰ φορολογικά;
§158ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§159ΡΩΜΑΙΟΣ. Πρῶτον τῶν μηχανικῶν, εἶναι 3 ἄρθρα.
§160ΤΙΝΕΣ. Ὄχι· τὰ φορολογικά.
§161ΡΩΜΑΙΟΣ. Τότε αὔριον θὰ κάμω 30 ἐνστάσεις περὶ μὴ ἀπαρτίας, καὶ ἂς παραιτηθοῦν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 6 μ. μ.)