1877.12.15
1,284 rows · 10,575 words · 130 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 34
Τῆς 15 Δεκεμβρίου 1877.
(Πέμπτη)
Ὥρα 2½ μ. μ.
Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρατικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν ὑποβάλλει νομοσχέδιον περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1878.
§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τῆς Ἐθνοφυλακῆς.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουν τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Οἱ διευθυνταὶ τῶν ἐν Πειραιεῖ κλωστηρίων καὶ ὑφαντουργείων ζητοῦν τὴν κατάργησιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ βάμβακος καὶ τὴν διατήρησιν τοῦ ἐγγείου· ἄλλως τὰ ἐργοστάσιά των καταστρέφονται. Τί ἐγκρίνει ἡ Βουλή;
§4ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀποφασίσωμεν.
§5Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὸν ὑπουργὸν μόνον ἀλλὰ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν. Θὰ παρακαλέσω δὲ ὥστε καὶ ὁ ὑπουργὸς νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ δεχθῇ τὴν αἴτησιν τῶν ἀναφερομένων ὡς δικαίαν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ σταλῇ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν;
§7ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§8ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Αὐτὸ εἶναι νομοσχέδιον ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἀποφανθῶμεν.
§9ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὅταν συζητηθῇ ὁ νόμος, τότε θὰ ἀναγνωσθῇ καὶ ἡ ἀναφορά, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν τί εἶναι τὸ ὠφέλιμον.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορὰ κατὰ τὴν συζήτησιν.
§11ΦΙΛΗΜΩΝ. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Γεώργιος Ἀθνῆ ἐξαιτεῖται βοήθειαν διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας του. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ὁ βουλευτὴς κ. Πετράκης ὑπέβαλε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τῶν προσόντων τῶν ὑποψηφίων Ἐπισκόπων.
§13ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ τροπολογίαν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἐπισκόπων, κ. πρόεδρε.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥεβελάκης ἔχει τὸν λόγον.
§15ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Κύριοι, λυποῦμαι διότι ἀναγκάζομαι νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία καθ’ ἑκάστην ἀποβαίνει σκανδαλωδεστέρα. Βεβαίως δὲν θὰ μὲ κατηγορήσῃ τις ὅτι εἶμαι θιασώτης ἢ τῶν ἀρχῶν τῆς Ἱερᾶς Ἐξετάσεως ἢ ἐκείνων οἵτινες συνειθίζουν νὰ ἐπεμβαίνωσιν εἰς τὴν συνείδησιν τῶν ἀνθρώπων· εἶμαι εἰς ἄκρον ἐλεύθερος καὶ ὡς πρὸς τὴν πολιτείαν καὶ ὡς πρὸς τὴν θρησκείαν, ἀλλ’ εἶμαι καὶ ἄκρος θιασώτης τῆς κοσμιότητος, καὶ νομίζω, ὅτι ὕψιστον καθῆκον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νὰ σέβηται τὰς πεποιθήσεις τῶν ἄλλων. Ἐν αὐτῷ ἔγκειται ἡ ἐλευθερία. Ὅταν μάλιστα τυγχάνῃ ὢν ἐν ὑπηρεσίᾳ ἐπὶ μισθῷ τις καὶ εἰς περιστάσεις τοιαύτας ὀφείλει κατὰ μείζονα λόγον νὰ σέβηται τὴν θρησκείαν καὶ τὰς θρησκευτικὰς πεποιθήσεις τοῦ ἔθνους του. Σήμερον ἀνέγνωσα ἔν τινι φυλλαδίῳ ἐκ τῶν πρωϊνῶν ἐφημερίδων ὅτι περὶ τοῦ βιβλίου αὐτοῦ περὶ οὗ ἐκάμαμεν λόγον πρό τινων ἡμερῶν, ὅτι περὶ τοῦ βιβλίου αὐτοῦ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἀπηύθυνε σφοδρὸν ἔγγραφον εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ἀναμένει τὴν ἀπάντησιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἐρωτήσωμεν τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἐὰν τοιοῦτον ἐλήφθη παρ’ αὐτοῦ ἔγγραφον καὶ ἂν τὸ ἀπέστειλε ὅσον τάχιστα εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν.
§16ΤΙΝΕΣ. Οἱ ὑπουργοὶ ἂς πράξουν τὸ καθῆκόν των.
§17Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κέας βουλευτὴς καὶ ἔντιμος φίλος μου ὡρμήθη εἰς τὴν ἐρώτησιν ἣν μοὶ ἀπηύθυνε ἐξ ὧν ἀνέγνω ἐν ταῖς πρωϊναῖς ἐφημερίσιν. Ἐκ τούτου εἰκάζω, ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσε τὰ ἐπίστευσεν ὡς ἀληθῆ καὶ ἑπομένως ἔπρεπε νὰ ὑπολάβῃ ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔλαβε τὴν προσήκουσαν ὁδὸν καὶ διατρέχει πρὸς τὸν πρὸς ὃν ὅρον, θὰ φθάσῃ δὲ εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς τοῦ Κράτους, αἱ ὁποῖαι ὀφείλουν νὰ ἀποφανθοῦν περὶ τούτου.
§18ΜΙΛΗΣΗΣ. Δηλαδὴ; (θόρυβος).
§19Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶναι τῳόντι περίεργοι οἱ κύριοι ὑπουργοί· διότι καθόσον μὲν ἀφορᾶ τὰς ἐπερωτήσεις τὰς ὁποίας βουλευταί τινες ἀπηύθυνον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν πραγμάτων τῆς ἡμέρας νὰ μὴ δίδεται κἀμμία ἀπάντησις εἶναι ὑποφερτόν, διότι ἴσως ἡ Βουλὴ, ἴσως ὁ κόσμος εἴπῃ ὅτι τῳόντι τὰ ὕψιστα συμφέροντα τῆς πολιτείας ἀπαιτοῦν νὰ ἦναι ἐπιφυλακτικοὶ οἱ κύριοι ὑπουργοί· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ ὑπόθεσις περὶ τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ πρὸ ἡμερῶν καὶ ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας κ. Ῥεβελάκης ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπερώτησιν, καὶ ἥτις δὲν φέρει καθόλου διπλωματικὸν χαρακτῆρα, νὰ λαμβάνωμεν τοιαύτην ἀπάντησιν, ἣν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπουργὸς ἔδωκε, νομίζω, λέγω, ὅτι εἶναι ἀνυπόφορον. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἐνόησα τί ἤθελε νὰ εἴπῃ, καὶ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὅλη ἡ Βουλὴ τὸ φρονεῖ, διότι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀπήντησεν ὁ κ. ὑπουργὸς εἷς θορυβώδης ψιθυρισμὸς διερμήνευσε τὸ φρόνημα τοῦτο τῆς Βουλῆς, καθ’ ὅλον τὸν περίβολον. Τῷ ὄντι, κ. πρόεδρε, πρέπει νὰ δοθῇ ἓν πέρας εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Εἶναι φοβερὸν, τὸ ἐπαναλέγω, νὰ περιφρονῆται ἡ Βουλή. Χωρὶς νὰ πτοοῦμαι δι’ ὅσα γράφουν ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου, διότι ταῦτα ὀλίγον μὲ ταράττουν καὶ ἀφίνω τοὺς ὀπαδοὺς τῆς θεωρίας τῆς ἐξελίξεως νὰ ἀναπτύσσουν τὰς θεωρίας αὐτῶν διὰ τοῦ τύπου, λέγω ὅμως ὅτι, ἂν ἐτίθετο σήμερον τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἐπιθυμεῖς τὴν ἕνωσίν σου διὰ τῆς συγκροτήσεως τῆς ἑλληνικῆς αὐτοκρατορίας ὑπὸ τὰς θρησκευτικὰς θεωρίας τοῦ κ. Ῥαγκαβῆ, ἢ προτιμᾷς τὴν δουλείαν χάριν τῆς πατρικῆς σου πίστεως; Ὄχι, ἤθελον εἴπει οἱ Ἕλληνες, προτιμότερον νὰ μείνωμεν ὑπὸ τὸν ζυγὸν διασώζοντες τὴν πάτριον θρησκείαν παρὰ νὰ μεταβάλωμεν ἰδέαν ἀντὶ παντὸς ἄλλου ἀγαθοῦ. Καὶ τί ἄλλο ἔχει, κ. πρόεδρε, ὁ Ἑλληνισμὸς παρὰ αὐτὴν τὴν ὀρθόδοξον πίστιν; Καὶ εἰς τί ἄλλο ὀφείλεται ἡ διάσωσις τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἔπειτα ἀπὸ τόσους διωγμοὺς, δοκιμασίας καὶ κατατρεγμοὺς τοὺς ὁποίους ὑπέστη κατὰ τοὺς παρελθόντας αἰῶνας παρὰ μόνον καὶ μόνον εἰς τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων του; καὶ πότε ἡ πατρὶς ἡμῶν, ἡ ὁποία ἀπεκατέστησε τὴν γωνίαν αὐτὴν ἐλευθέραν, ἐγόγγυσε κατὰ τῆς θρησκείας αὐτῆς; Ἡ πατρὶς ἡμῶν ὅταν διέτρεχε τὸν ἔσχατον κίνδυνον ὑπὲρ τίνος ἠγωνίζετο; ὑπὲρ πίστεως, τιμῆς καὶ ἐλευθερίας. Πάντες ἡμεῖς οὐδέποτε ἐχωρίσαμεν τὸν Ἑλληνισμὸν ἀπὸ τὴν θρησκείαν. Εἶπον καὶ ἐλάλησαν πολλά τινες, ὅπως ὑπερασπίσωσι τὸν Ῥαγκαβῆν, ἂς τὸν ὀνομάσω· ἀλλὰ ἤθελον νοήσει ὡς σπουδαῖον συγγραφέα τὸν κ. Ῥαγκαβῆν ὡς ἄνθρωπον πιστεύοντα εἰς ὅ,τι ἔγραψεν, ὅταν ἐφήρμοζεν εἰς ἑαυτὸν ὅσα ἔγραψεν· ἀλλ’ ὁ κ. Ῥαγκαβῆς, ἐνῷ λέγει, ὅτι τὰς ἰδέας αὐτὰς ἀπὸ πολλοῦ χρόνου τὰς ἐβασάνισε καὶ τὰς ἐπίστευσεν ὡς τὰς διετύπωσεν, ἔπειτα διὰ νὰ γείνῃ ὑπάλληλος δὲν ἐδίστασε νὰ θέσῃ τὴν χεῖρά του ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, τὸ ὁποῖον θέτει κάτωθεν τοῦ Κορανίου! Ῥητῶς λέγει, ὅτι τὸ Κοράνιον ἀναγνωρίζει ἕνα Θεὸν καὶ ὡς ἀναγνωρίζον ἕνα Θεὸν κατὰ τοῦτο εἶναι ἀνώτερον τοῦ Εὐαγγελίου. Λοιπὸν ὅταν ἦτο πεπεισμένος ἔκτοτε, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπατήσῃ τὴν πολιτείαν καὶ νὰ θέσῃ τὴν χεῖρά του ἐπὶ τοῦ Εὐαγγελίου. Ὑπεστήριξα καὶ θὰ ὑποστηρίζω τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων μου. Νομίζω, ὅτι ἡ θρησκεία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ θὰ ἦναι ἐπὶ γενεὰς γενεῶν τὸ ἀληθὲς φῶς, τὸ ὁποῖον θὰ διαφωτίζῃ τοὺς ὀρθοδόξους λαοὺς, καὶ διὰ τοῦτο ὑπεστήριξα ὅ,τι ὑποστηρίζω, οἱ δὲ πιστεύοντες ὄχι εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ἀλλ’ εἰς τὸν Ῥαγκαβῆν ἂς ψηφίσουν ὑπὲρ αὐτοῦ.
§20Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς νομίζω, ὅτι ἔθεσε τὸ ζήτημα προσηκόντως· ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κέας δὲν τὸ εἶχε προβάλει προσηκόντως καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην νὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν, ἣν καὶ πρὸ ἡμερῶν ἔδωσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὅταν ἠρωτήθη εἰπὼν, ὅτι θέλω ἐξετάσει, θέλω συλλέξει τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, θέλει ἐξετασθῆ τὸ ζήτημα ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς καὶ θέλει ἀκολουθήσει τὴν προσήκουσαν ὁδόν. Ἀλλ’ ὀλίγας ἡμέρας κατόπιν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κέας λέγει: μανθάνω, ὅτι ἔφθασεν ἔγγραφον καὶ ἂν ἔφθασεν τί τὸ ἐκάματε; Αὐτὸ εἶναι καθαρὰ ἐπέμβασις εἰς τὴν διοίκησιν, καὶ ἑπομένως ἤμην ἠναγκασμένος νὰ τὸ ἀποφύγω καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔδωκα κἀμμίαν ἀπάντησιν ἂν ἔλαβον ἔγγραφον, διότι δὲν εἶχον καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ δώσω ἀπάντησιν. Ὁ κ. βουλευτὴς καὶ ἡ Βουλὴ καὶ πᾶς ὁ κόσμος ἔχει δικαίωμα νὰ περιμένῃ ἡ ὑπόθεσις αὕτη νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν καὶ νὰ φρονῇ τί πρέπει νὰ γίνῃ περὶ τοῦ βιβλίου καὶ τοῦ συγγραφέως, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμά τις νὰ εἴπῃ ἐὰν ἔφθασεν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ὑπουργοῦ τὸ δεῖνα ἔγγραφον, ἐὰν κατεχωρήθη εἰς τὸ τὸ πρωτόκολλον καὶ τὰ τοιαῦτα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἔθεσε τὸ ζήτημα προσηκόντως. Παραδέχεσθε, κύριοι, τὰς ἀρχὰς τοῦ Εὐαγγελίου ἢ ἀναγνωρίζετε τὸ Κοράνιον ἀνώτερον αὐτοῦ; Ἰδοὺ πῶς ἔθεσε τὸ ζήτημα (θόρυβος). Οἱ κύριοι βουλευταὶ ἔχουσι δίκαιον, διότι πρόκειται περὶ ὑποθέσεως λίαν ἐνδιαφερούσης, περὶ τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Ἡ χριστιανικὴ πίστις δὲν τρέχει κίνδυνον, διότι ἑκατομμύρια ἐτῶν παρῆλθον καὶ δὲν ἔπαθε τίποτε. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὅστις εἰσήγαγεν τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὅτι ὄπισθεν αὐτῆς ὑπάρχουσι τριακόσια ἑκατομμύρια ἀνθρώπων καὶ μεταξὺ αὐτῶν πρέπει βεβαίως νὰ μάθῃ, ὅτι συγκαταλέγονται καὶ οἱ ὑπουργοὶ τῆς πατρίδος του, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ λησμονήσουν οὐχὶ τὴν πίστιν τῶν πατέρων των, ἀλλὰ τὴν θρησκείαν ἐκείνην ἥτις μετὰ τοῦ ἔθνους ἠγωνίσθη διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα. Ὅταν ἡ ὑπόθεσις φθάσῃ εἰς τὴν ἀρχὴν, ἡ ὁποία ὑπὸ τοῦ νόμου ἐτάχθη διὰ νὰ κρίνῃ ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐπολιτεύθη ὁ ὑπάλληλος τῆς πολιτείας, ὅταν φθάσῃ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, τότε δύναται καὶ πᾶς βουλευτὴς καὶ ὁ κ. Ῥεβελάκης νὰ κάμῃ ἐπερώτησιν· ἀλλὰ ἡ ὑπόθεσις εἶναι εἰς τὴν ὁδόν της. Εἰς ποῖον σημεῖον εἶναι; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω οὐδεμίαν πληροφορίαν.
§21ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐνόσῳ, κύριοι, ἡ διαγωγὴ καὶ ἡ ἐνέργεια ἑνὸς δημοσίου ὑπαλλήλου περιστρέφεται εἰς τὸν κύκλον τῆς ὑπηρεσίας δὲν ἔχει κἀνὲν δικαίωμα πρὶν διατάξῃ ἡ ὑπηρεσία τὴν κανονισμένην ὁδὸν νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἐνοχῆς ἢ τῆς ἀθῳότητος τοῦ ὑπαλλήλου. Κανεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς ἐνέργειαν, ἥτις δὲν εἶναι προϊὸν σκέψεως, μελέτης, ἐξετάσεως. Ἀλλ’ ὅταν διαγωγὴ ὑπαλλήλου συνταράξῃ τὴν κοινωνίαν καὶ προκαλέσῃ δημοσίαν συζήτησιν, ὅπως ἡ προκειμένη πρὸ ἡμερῶν προεκάλεσε τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν δύναται ἀπροσέκτως νὰ διέλθῃ τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται εἰς αὐτό. Εἰς τὸ Κοινοβούλιον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, ὅταν μάλιστα ἡ ἀφορμὴ, ἡ ὁποία προκαλεῖ τὴν ἐπερώτησιν, ἀνάγεται εἰς τὰ ὕψιστα συμφέροντα τῆς πολιτείας, νὰ εὐχαριστηθῇ εἰς ἁπλᾶς βεβαιώσεις καὶ γενικὰς ἐξηγήσεις. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ κρίνω οὔτε περὶ τοῦ βιβλίου, οὔτε περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ὑψίστου· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον σήμερον νὰ πράξωμεν εἶναι νὰ ἀπαιτήσωμεν, ἅπαξ γενομένου λόγου περὶ ἀντικειμένου τὸ ὁποῖον σχετίζεται μὲ τὰ ὕψιστα, ὡς προεῖπον, συμφέροντα, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσωμεν χωρὶς νὰ ἀναμιχθῶμεν εἰς τὰ ἔργα τῆς ἐξουσίας, εἰς τὰ ἔργα τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν νὰ δοθῇ μία λύσις. Ἐὰν πράγματι ἡ διαγωγὴ τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ ἀντίκειται εἰς τὰ εἰρημένα καθήκοντα, νὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς εἴπῃ ἅπαξ τί φρονεῖ περὶ αὐτοῦ ἐὰν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀποδίδεται εἰς τὸ βιβλίον δὲν εἶναι ἀληθὲς καὶ ἂν ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς ὑπάρχῃ. Τὸ καθῆκον αὐτὸ τὸ ἔχομεν καὶ δυνάμεθα νὰ τὸ ἔχωμεν καὶ νομίζω, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει ἀδιαφορήσει εἰς τοῦτο, διότι εἰς τὰς σημερινὰς μάλιστα περιστάσεις δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον.
§22ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λαλήσω, ἀλλὰ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν μᾶς εἶπεν, μὴ ταράττεσθε. Γνωρίζετε ὅτι πρὸ ἡμερῶν ἕνα ἐκ τῶν ἀξιοτιμοτέρων συναδέλφων μας, εἴτε παρεξηγήσαντα τοὺς λόγους ἡμῶν, εἴτε κακῶς ἐξηγήσαντα τοὺς ἰδίους αὐτοῦ λόγους, ἠναγκάσαμεν νὰ προβῇ εἰς πρᾶξιν, εἰς ἣν κατ’ ἐμὲ δὲν ἔπρεπε νὰ προβῇ. Ἐν τούτοις κατὰ θετικὰς πληροφορίας ὁ ἀπόστολός σας, ὁ εἰς τὴν ἡγεμονίαν τῆς Ῥωμουνίας, ἐτούρκευσε. Δὲν τὸ λέγω δὲ ἐγὼ τοῦτο, ἀλλ’ ἰδὼν τὸ βιβλίον, τὸ βεβαιοῦν τὴν ἀλήθειαν. Τὸ ἐδανείσθην τὸ βιβλίον διὰ νὰ τὸ δώσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ νὰ μὴ εἴπῃ ὅτι δὲν τὸ ἐγνώριζεν. Ἐτούρκευσε λοιπὸν ὁ τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα ἐπιτετραμμένος ἐν Ῥουμουνίᾳ. Καὶ ἕκαστος μὲν ἡμῶν δοξάζει ὅ,τι θέλει, ἀλλὰ ὅλοι λεγόμεθα ὀρθόδοξοι, ἐν ᾧ εἰς τὸ ταμεῖόν του ἕκαστος προσκυνεῖ Θεὸν ἴδιον, μόνος δὲ ὁ ἀληθινὸς Θεὸς γινώσκει τὸ τὶ πιστεύομεν. Κατὰ τὰς διαφόρους μάλιστα ἡλικίας ἕκαστος ἔχει ἰδίαν θρησκείαν. Ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν, ὡς νήπιος ἐφρόνουν. Τοὐτέστιν ἡ θρησκεία τοῦ ἀνθρώπου μεταβάλλεται κατὰ πᾶσαν αὐτοῦ ἡλικίαν. Εἷς δὲ πολὺ ἀνώτερος τοῦ Ῥαγκαβῆ, ὁ Καΐρης, ἄνθρωπος λόγιος, ἠθέλησε νὰ ἀποσείσῃ τὸν ζυγὸν τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλὰ πάραυτα ἐκάλεσεν αὐτὸν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν, ὡμολόγησον τὸ Σύμβολον τῆς πίστεως. Συνεβούλευσε δὲ αὐτὸν ὁ Φαρμακίδης λέγων: ταλαίπωρε, τί λακτίζεις τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων σου; ἀγαπᾶς τὴν Ἑλλάδα; ἂν τὴν ἀγαπᾶς τί κινεῖς ἐν αὐτῇ σκάνδαλα; Δὲν ἠθέλησεν ὅμως ὁ ἀνόητος νὰ ὁμολογήσῃ τὸ Πιστεύω, διότι πραγματικῶς δὲν ἠγάπα τὴν Ἑλλάδα, οὐδένα δὲ ἄλλον ἠγάπα εἰμὴ μόνον ἑαυτόν. Ὁ δὲ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἐν Ῥωμουνίᾳ, ἂν ἦτον ἐπιστήμων, ἤθελε λακτίσει ὅπως λακτίζουσιν οἱ σοφοὶ, οἱ ἐπιστήμονες, ἀλλ’ αὐτὸς ἀσχημονεῖ, βλασφημεῖ, ὑβρίζει ὡς ἄνθρωπος ἀγροῖκος. Ἀνέγνων ποτὲ βιβλίον εἰς ἄκρον βλάσφημον, φέρον ἐπιγραφὴν, ὁ Διάβολος ἐν τῷ Παραδείσῳ, ἀλλ’ ἦτο πολὺ ἁγιώτερον τοῦ βιβλίου, ὃ συνέγραψε κατὰ τῆς θρησκείας τῆς Ἑλλάδος ὁ ἀπεσταλμένος τῆς Ἑλλάδος. Ταύτην δὲ τὴν στιγμὴν λέγομεν ὅλοι ὅτι πρέπει νὰ παρασκευασθῇ τὸ ἔθνος, ὅτι πρέπει νὰ ὑποφέρῃ, ὅτι πρέπει νὰ πολεμήσῃ κατὰ τοῦ Τούρκου, ἀλλ’ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος λέγει, ὅτι ὁ Μωάμεθ εἶναι ἁγιώτερος τοῦ Χριστοῦ. Δύναται λοιπὸν ὁ Σουλτάνος νὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς χριστιανοὺς ὑπηκόους του, τί θέλετε νὰ ἑνωθῆτε μὲ ἐκείνους τοὺς ἀθλίους; Τὸ Κοράνιόν μου εἶναι καλλίτερον τοῦ Εὐαγγελίου σας. Ἐπιχειρῶ δὲ νὰ σᾶς ἀναγνώσω τεμάχιά τινα πρὸς βεβαίωσιν τῶν λόγων μου.
§23ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀφωρισμένον δὲν εἶναι;
§24ΖΩΧΙΟΣ. Ἐκεῖνο ναί· ἐγὼ ὄχι. Ἀναγινώσκω «Τὸ Κοράνιον καταφαίνεται προϊὸν ἀνθρώπου οὐχὶ λίαν ἐξόχου διανοίας.» Ὁ κύριος Ῥαγκαβῆς νομίζει, ὅτι τὸ καύκαλόν του εἶναι τελειότερον τοῦ καυκάλου τοῦ Μωάμεθ (ἱλαρότης). Ἀλλ’ ὁ Ῥαγκαβῆς δὲν ἔχει οὔτε τὸν ὑπηρέτην του ὀπαδὸν, ὁ δὲ Μωάμεθ ἔχει τριακόσια ἑκατομμύρια ἀκολούθων. Ἐπιμένει ὅμως ὅτι ἐνώπιον τοῦ κρανίου του τὸ κρανίον τοῦ Μωάμεθ εἶναι μηδέν. Ἀλλὰ τίς παραδέχεται τὸ τοιοῦτον; (ἱλαρότης). Ἐγὼ δὲ λέγω πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ παύσῃ τὸν Ῥαγκαβῆν ὄχι δι’ ἄλλο, ἀλλὰ διότι, ὡς φαίνεται, τοῦ λείπει ὁ νοῦς (ἱλαρότης).
§25ΤΙΝΕΣ. Τί τὰ θέλεις τὰ ἄλλα.
§26ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν διϊσχυρίζομαι δὲ ὅτι προσβάλλεται ὑπὸ τοῦ Ῥαγκαβῆ ὁ Χριστιανισμὸς, διότι, καθὼς καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν σᾶς εἶπεν, ὑπὲρ τὰ 300 ἑκατομμύρια ψυχῶν εὐδαιμονοῦσιν ὑπὸ τὸ κράτος αὐτοῦ, καὶ ὁ Χριστιανισμὸς δὲν ἔχει τοῦ Ῥαγκαβῆ χρείαν, ἀλλὰ προσβάλλεται ἡ Ἑλληνικὴ πολιτεία, ἧς τὰ ἱερὰ καὶ ἅγια λακτίζει μισθωτὸς αὐτῆς ὑπηρέτης. Δὲν ἐξετάζω δὲ τί κρύπτει εἰς τοὺς μυχοὺς τῆς καρδίας του ἢ ἀλλὰ παρατηρῶ ὅτι κατ’ αὐτὰς τὰς στιγμὰς, καθ’ ἃς ἡ Ἑλλὰς ἐξοπλίζεται ὑπὲρ τῶν Χριστιανῶν κατὰ τῶν Τούρκων, ὁ Ῥαγκαβῆς διατείνεται ὅτι τὸ Κοράνιον τῶν Τούρκων εἶναι προτιμητέον τοῦ Εὐαγγελίου τῶν Χριστιανῶν.
§27ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε ἐδημοσιεύθη τὸ βιβλίον;
§28ΖΩΧΙΟΣ. Κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας· εὗρε δὲ κατάλληλον τὴν ἐποχήν. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅταν εἰς τοιαύτας κρισίμους ὥρας, καθ’ ἃς κρίνονται τοῦ Ἑλληνισμοῦ αἱ τύχαι, ἐν ᾧ οὐδεὶς γνωρίζει ποῦ ἔχει τὸ κεφάλι του, ἐνῷ δὲν ἠξεύρομεν ποῦ νὰ κλίνωμεν, πρὸς τὰ δεξιὰ, ἢ πρὸς τὰ ἀριστερὰ, εἷς δημόσιος ὑπηρέτης, εἷς ἐκ τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ κράτους, ἀντέχρηστος ἀντιπροσωπεύῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς χώραν, ἡ ὁποία ἀγωνίζεται ὑπὲρ τῆς ἰδίας ἐλευθερίας καὶ εἶναι Χριστιανικὴ, εἰς χώραν εἰς ἣν ὁ Αὐτοκράτωρ πασῶν τῶν Ῥωσσιῶν ἐγονυπέτησεν ἐνώπιον τοῦ Ἰησοῦ, καὶ εἶπε, σὲ εὐχαριστῶ, διότι μὲ ἐπροστάτευσες καὶ ἐνίκησα τὸν Μωάμεθ, αὐτὸς δὲ ὁ ἀντίχριστος ὁ ὑπάλληλός σας ἵστατο πλησίον τοῦ Αὐτοκράτορος πασῶν τῶν Ῥωσσιῶν, καὶ πρὸς αὐτὸν λέγει: «Ποῖον Θεὸν εὐχαριστεῖς; Αὐτὸν τὸν μωρὸν τὸν πονηρὸν, τὸν ἀγύρτην; Εἶναι ἐντροπή. Τὸ χείριστον δὲ εἶναι ὅτι ἐψηφίσατε νὰ τοῦ δώσωμεν 18,000 δραχ. περιπλέον. Βεβαίως δὲ ἢ αὐτὸς παρεφρόνησεν, ἢ ἡμεῖς εἴμεθα παράφρονες.
§29Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι ἀναξιοπρεπές.....
§30ΖΩΧΙΟΣ. Τί εἴπατε;
§31Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶπον ὅτι εἶναι ἀναξιοπρεπὲς διὰ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων νὰ συζητῇ, πρᾶγμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε ν’ ἀπαλλάξῃ τὸ Κοινοβούλιον ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν.
§32ΖΩΧΙΟΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ἐκβάλῃ ἀπὸ τὸν πόδα τῆς Βουλῆς αὐτὸ τὸ ἀγκάθι. Μήπως δὲ εἶναι μέγα τὸ ἔργον. Δὲν ἀνέγνωσα, λέγει, τὸ βιβλίον. Μοῦ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ τὸ προσφέρω εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν;
§33ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Ὁ κ. Ζωχιὸς τὸ προσφέρει (ἱλαρότης).
§34ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ν’ ἀποδοκιμάσῃ ἡ Βουλὴ τὸν Ῥαγκαβῆν.
§35ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἐκφράσῃ τὴν δυσαρέσκειάν της.
§36ΡΟΥΚΗΣ. Καὶ νὰ τὸν κηρύξῃ παράφρονα.
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Βεβαίως, κύριοι, ἡ Βουλὴ δὲν θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ἀκούω τώρα γινομένας, τοῦ νὰ ἐκφράσῃ αὐτὴ γνώμην· τοῦτο δὲν εἶναι ἐκ τῶν καθηκόντων τῆς Βουλῆς· καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις ὅπως ἔχουσι καὶ ἄλλαι ἀρχαὶ τοῦ κράτους νὰ λάβῃ ἀπόφασιν. Καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην περίστασιν, ὅτε προεκλήθην νὰ δηλώσω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου τί προὐτιθέμην νὰ πράξω, εἶπον ὅτι θέλω ἐξετάσει τὸ ζήτημα καὶ θέλω πράξει ὅ,τι τὸ καθῆκόν μου μοὶ ἐπιβάλλει· δύνασθε νὰ ἔχετε τὴν πεποίθησιν, ὅτι τοῦτο θέλω πράξει, καὶ νομίζω ὅτι ἐνταῦθα ἡ συζήτησις τότε ἁρμόζει, ὅταν παρουσιασθῶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ εἴπω, ὅτι ἡ ἀπόφασις ἐλήφθη καὶ ὅτι κατ’ αὐτὴν ἢ θέλει διατηρηθῆ ὁ ὑπάλληλος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἢ θέλω προτείνει τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ. Ἠξεύρετε ὅτι καὶ ἡ Σύνοδος, ὅπως ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κέας, ὑπέβαλε περὶ τούτου γνώμην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἡ γνώμη αὐτῆς εἰσέτι δὲν ἔφθασεν εἰς χεῖράς μου· τοῦτο δ’ ἀναφέρω μόνον ἵνα δείξω ὅτι ἡ περὶ τοῦ θέματος ἐξέτασις εἶναι ἔτι ἐκκρεμής. Πρέπει νὰ ἔχετε προσέτι ὑπ’ ὄψιν ὅτι, ἂν ἡ ληφθησομένη ἀπόφασις ἔσται κατὰ τοῦ προσώπου περὶ οὗ πρόκειται, δέον νὰ ληφθῇ συνάμα φροντὶς καὶ περὶ τῆς ἀντιπροσωπείας ἡμῶν ἐν τῇ ἕδρᾳ τῆς ἀρχῆς ἧς προΐσταται, διότι ὑπάρχουσι κατεπείγοντα.....
§38ΤΙΝΕΣ. Καλλίτερα νὰ μὴν ἀντιπροσωπευώμεθα καθόλου παρὰ νὰ ἀντιπροσωπευώμεθα ἀπὸ τοιοῦτον. Τοιοῦτος ἀντιπρόσωπος ἂς λείψῃ.
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. — Διότι ὑπάρχουσιν ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιδέχονται ἀναβολὴν ἔστω καὶ ἡμερῶν. Ὅπως εἶπον καὶ πρότερον, εἰς τὴν Βουλὴν ἀνήκει πλήρης ἡ ἐξουσία τῆς ἐπιδοκιμασίας ἢ ἀποδοκιμασίας τῆς πράξεως τοῦ ὑπουργοῦ· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο πρέπει ἀναποδράστως νὰ ὑπάρχῃ πρᾶξις· ὁ δὲ ὑπουργὸς θὰ ἦταν ἀδικαιολόγητος ἐὰν ἢ εἰς πρᾶξιν καταφατικὴν ἢ εἰς πρᾶξιν ἀρνητικὴν προέβαινεν ἄνευ τῆς ἀναγκαίας ἐξετάσεως ἐπὶ τοῦ θέματος· διότι ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, ὅτι δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ τῶν πεποιθήσεων τοῦ γράψαντος· ἐν Ἑλλάδι ἐπικρατεῖ πλήρης ἀνεξιθρησκεία, καὶ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὑπαλλήλους ἔστω καὶ ἀντιπροσώπους εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μὴ ὁμοδόξους, ὥστε περὶ τούτου δὲν πρόκειται. Ἡ κατηγορία κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου τούτου εἶναι, ὅτι ἀπρεπῶς ἐξεφράσθη περὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον τὸ ἔθνος πιστεύει, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς σεβόμεθα αὐτὸς ἐξύβρισε.
§40Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ εἰς τὸ ὁποῖον αὐτὸς ὡρκίσθη.
§41ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὅμως διωρίσθη, ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῇ ὡς ἀλλόθρησκος.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ λόγος δι’ ὃν αἰτεῖται ἡ ἀπόλυσις τοῦ ὑπαλλήλου δὲν εἶναι ὅτι ἐκ τοῦ συγγράμματός του ἀποδεικνύεται μὴ πιστεύων ὅσα ἡμεῖς πιστεύομεν, ἀλλ’ ὅτι ἐκ τοῦ συγγράμματος τούτου ἀποδεικνύεται μὴ εὐλαβούμενος αὐτὰ προσηκόντως, ὅτι ὡς πρὸς ταῦτα ἐκφράζεται διὰ τρόπου, τὸν ὁποῖον δὲν δύναται ἡ πολιτεία ν’ ἀνεχθῇ· ἐπὶ τούτων πάντων ὁ ὑπουργὸς ἔχει καθῆκον ν’ ἀποφανθῇ μεμελετημένως καὶ νὰ πράξῃ ὅ,τι συνεπείᾳ τῆς γνώμης ἣν θέλει σχηματίσει τῷ ἐπιβάλλεται, ἀλλὰ πρέπει πρὸς μόρφωσιν γνώμης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ βασανίσῃ τὰ στοιχεῖα αὐτῆς, νὰ ἀναγνώσῃ τὸ βιβλίον καὶ νὰ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τῶν ἐχόντων δικαίωμα ν’ ἀκουσθῶσι.
§43ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι, πρὸς ἀκριβῆ λύσιν οἱουδήποτε ζητήματος ἀπαραίτητος εἶναι ἡ ὀρθὴ αὐτοῦ θέσις· χαίρω δὲ, διότι ἡ ἐπὶ τοῦ προκειμένου συζήτησις τείνει εἰς τὸ νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα, ὅπως πρέπει νὰ τεθῇ, καὶ ἐξασφαλίζει τοιουτοτρόπως τὴν ὀρθὴν ἐπ’ αὐτοῦ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Δὲν πρόκειται, κύριοι, ἐνταῦθα νὰ κρίνωμεν τὰ φρονήματα τοῦ κ. Ῥαγκαβῆ, μήτε ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς ἐπιστημονικῆς ἀξίας τοῦ συστήματος τῆς ἐξελίξεως, ὑπὸ τὴν ἔμπνευσιν τοῦ ὁποίου ἔγραψε τόσας ἀδολεσχίας κατὰ τοῦ Χριστιανισμοῦ, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον νὰ ἐκλέξωμεν, ὡς μᾶς προεκάλεσεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, μεταξὺ τῆς θεωρίας τῆς ἐξελίξεως καὶ τῆς θρησκείας τῶν πατέρων μας. Ἡ πολύκροτος αὕτη θεωρία τῆς ἐξελίξεως εἶναι μία τῶν πολλῶν ἀποπλανήσεων τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος, αἵτινες χαρακτηρίζουσι καὶ ἀσχημίζουσι τὴν ἐποχὴν ἡμῶν. Ἡ εἰς τοὺς καθ’ ἡμᾶς χρόνους μεγάλη ἀνάπτυξις τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν πολλὰς βεβαίως ἐπήνεγκεν ὠφελείας εἰς τὴν ἀνθρωπότητα ὑπὸ τὴν ἐπιστημονικὴν καὶ μάλιστα ὑπὸ τὴν πρακτικὴν ἔποψιν, εὐρύνασα τὴν σφαῖραν τῆς ἐνεργείας τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀναπτύξασα τὴν εὐημερίαν αὐτοῦ· ἀλλὰ παρήγαγε δυστυχῶς καὶ τὴν λέπραν ἀκράτου ὑλισμοῦ, ἥτις ἐπιφαίνεται εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους τοῦ ἐπιστητοῦ ὑπὸ διάφορον ὄνομα καὶ κατὰ διαφόρους βαθμοὺς τόλμης καὶ δραστηριότητος. Μία τῶν φανερώσεων τῆς λέπρας ταύτης, ἥτις λυμαίνεται τὴν σημερινὴν ἐποχὴν, εἶναι καὶ ἡ θεωρία τῆς ἐξελίξεως, ἡ διὰ τοῦ ἡμετέρου Ῥαγκαβῆ καταχλευάζουσα τὴν ἀλήθειαν καὶ ἠθικότητα τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἡ θεωρία αὕτη, κύριοι, περιοριζομένη μόνον εἰς τὰς αἰσθητικὰς καὶ ἐμπορικὰς ἀληθείας, ἀκρωτηριάζει τὸν ἄνθρωπον· ἀρνεῖται ἀποτόμως τὴν ὑψηλοτέραν αὐτοῦ ὕπαρξιν, διαγράφει τὰ πνευματικὰ καὶ ἠθικὰ φαινόμενα τῆς ζωῆς αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα καταβιβάζει εἰς τὴν τάξιν ἁπλῶν αἰσθητῶν φαινομένων, κοινῶν πρὸς τὰ λοιπὰ ζῶα· ἀναζητεῖ τὴν πηγὴν τοῦ καθήκοντος εἰς τὸ ζωϊκὸν ἔνστιγμα· ἀναιρεῖ, σχίζει τοὺς τίτλους τῆς εὐγενείας τοῦ ἀνθρώπου. Ναί, κύριοι, κατὰ τὴν περιλάλητον ταύτην θεωρίαν, ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι εἰμὴ ὕλη ὡργανισμένη, ἀπαραλλάκτως ὅπως καὶ τὰ λοιπὰ τῆς γῆς ζῶα. Μὴ ὁμιλεῖτε περὶ ἀνωτέρας ὑπάρξεως, περὶ ψυχῆς, περὶ ἠθικοῦ νόμου, περὶ ἠθικοῦ καθήκοντος. Ταῦτα πάντα εἶναι κεναὶ φαντασμαγορίαι, εἶναι προλήψεις ἀνάξιαι σπουδαίων ἀνδρῶν. Ἄνθρωπος καὶ ζῶον, ἄνθρωπος καὶ χοῖρος εἶναι δύω ὄντα κατ’ οὐσίαν ὅμοια, μὲ μόνην ταύτην τὴν διαφορὰν, ὅτι ὁ πρῶτος ἔχει φυσικὰ ὄργανα λεπτότερα καὶ ἐντελέστερα τῶν τοῦ δευτέρου, οὐδὲν πλέον. Ἔχετε λοιπὸν, κύριοι, ἐνώπιόν σας σύστημα γνωστὸν ἤδη ἐκ παλαιοῦ, ἀναφαινόμενον περιοδικῶς ἐπὶ τῆς σκηνῆς τῆς ἀνθρωπότητος, ὁσάκις μαραίνεται ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ καταπίπτει τὸ ἠθικὸν αἴσθημα. Ἔχετε τὸν παχυλὸν ὑλισμὸν, ὅστις κρύπτεται ὑπὸ ὄνομα καινοφανὲς, διότι γινώσκει, ὅτι ἡ ἀνθρωπίνη συνείδησις τὸν ἀποτροπιάζεται, ἐνθυμουμένη ὁποίας καταστροφὰς ἐπήνεγκεν εἰς τὸν κόσμον ὁσάκις ἐπὶ μίαν στιγμὴν κατώρθωσε νὰ ἐπικρατήσῃ. Οὔτε ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι, οὔτε ἄξιον αὐτῆς θεωρῶ νὰ καταβῇ εἰς ἐξέτασιν τοιαύτης θεωρίας, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον νὰ θέσῃ αὐτὴν ἐκ παραλλήλου πρὸς τὸν Χριστιανισμὸν, νὰ συγκρίνῃ καὶ νὰ ἀποφανθῇ διὰ τῆς ψήφου, ποῦ κεῖται ἡ ἀλήθεια. Περὶ τίνος λοιπὸν πρόκειται; Ἂς ἐξετάσωμεν, κύριοι, τὰ πράγματα. Ἀνώτερος λειτουργὸς τῆς πολιτείας, ἀναδεχόμενος τὴν ἐντολὴν νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν Ἑλλάδα πλησίον ξένου καὶ χριστιανοῦ ἡγεμόνος καὶ ἐν τῷ μέσῳ ὁμοδόξου λαοῦ, ὁρκίζεται ἐπὶ τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου ὡς χριστιανὸς, ὅτι θέλει ἐκπληρώσει εὐσυνειδήτως ἣν ἀναδέχεται ἐντολὴν, οὕτω δ’ ἐπικαλεῖται τὸν Θεὸν τῶν χριστιανῶν μάρτυρα τῆς ἐπισήμου ταύτης ὑποσχέσεώς του καὶ τιμωρὸν τῆς ἐνδεχομένης παραβιάσεως αὐτῆς. Ὁ ἄνθρωπος οὗτος, ἐνῷ διὰ τοῦ δοθέντος ὅρκου ἐγκατέστη εἰς τὴν δημοσίαν θέσιν καὶ διαχειρίζεται τὴν ἐξ αὐτῆς ἐξουσίαν, καρπούμενος καὶ τὰς ἐξ αὐτῆς ὠφελείας, ἐξέρχεται εἰς τὴν δημοσιότητα καὶ διακηρύττει εἰς ἅπαντα τὸν κόσμον, ὅτι τὸ Εὐαγγέλιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔθηκε τὴν χεῖρα, εἶναι βιβλίον πλῆρες παραλογισμῶν καὶ ψευδολογιῶν, πολὺ κατώτερον τοῦ Κορανίου, ὁ δὲ Ἰησοῦς Χριστὸς, εἰς τὸν ὁποῖον ὤμοσεν, ἦτο κοινός τις ἄνθρωπος, πολὺ ὑποδεέστερος τοῦ Μωάμεθ, καί τι λέγω; ὑποδεέστερος καὶ αὐτῶν τῶν μαθητῶν τοῦ σχολείου, πρόστυχός τις κατεργάρης, κατορθώσας νὰ ἐξαπατήσῃ τόσους ἀνθρώπους καὶ ἐπὶ τόσους αἰῶνας! Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, ἄνθρωπον τοιοῦτον, ἀνομολογοῦντα ἐπισήμως, ὅτι ἠπάτησε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐνέπαιξε τοὺς νόμους καὶ τὴν πολιτείαν ἡμῶν, τοιοῦτον ἐπίσημον ἀπατεῶνα, δύνασθε νὰ διατηρήσητε ὡς δημόσιον ὑπάλληλον; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ Βουλῇ ὁ ἔχων τὴν τόλμην νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν καταφατικὴν ἀπάντησιν, καὶ τῇ ἀληθείᾳ ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο ἔκτακτος τόλμη. Οὕτως ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ἓν σκάνδαλον κατὰ τῆς δημοσία, ἠθικῆς. Καὶ τί λέγω; Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀκόμη σοβαρώτερον. Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ, κύριοι, ἡ τόσον ἀπρεπῶς μυκτηριζομένη ἐν τῷ Παραβάτῃ Ἰουλιανῷ τοῦ ἡμετέρου πράκτορος, εἶναι μήτηρ καὶ τροφὸς τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ἑλληνισμοῦ, εἰς ὃν καυχᾶται, ὅτι ἀνήκει ὁ νέος Ῥαγκαβῆς. Διὰ τῆς θρησκείας τοῦ Χριστοῦ ὁ δεδουλωμένος Ἑλληνισμὸς κατενίκησε τὸν δεσπόζοντα Ῥωμαϊσμὸν, καὶ τὸν ἀπεῤῥόφησεν οὕτως, ὥστε ἐκ τῆς τέφρας τούτου, ἐντελῶς ἐξαλειφθέντος, ἀνέστη ὑπὸ νέαν πολιτικὴν μορφὴν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν παρίσταται καὶ σήμερον· εἰς τοὺς κόλπους τῆς θρησκείας τοῦ Χριστοῦ κατέφυγεν ὁ Ἑλληνισμὸς μετὰ τὴν μεγάλην ἐκείνην συμφορὰν, τὴν ἅλωσιν τοῦ Βυζαντίου ὑπὸ τῶν Τούρκων· ἐκεῖ διεσώθη, ὡς πολύτιμον κειμήλιον, ἐκεῖ ἐθερμάνθη καὶ ἀνεζωπυρώθη ἐπὶ τέσσαρας μακροὺς καὶ παγεροὺς αἰῶνας κτηνώδους δουλείας· ἐν ὀνόματι τῆς θρησκείας τοῦ Χριστοῦ ἠγέρθησαν οἱ πατέρες ἡμῶν κατὰ τὸ 1821. Ἱερεῖς τῆς θρησκείας τοῦ Χριστοῦ ὕψωσαν, ηὐλόγησαν καὶ ἡγίασαν διὰ τοῦ αἵματος καὶ τοῦ μαρτυρίου των τὴν σημαίαν τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν ἀγῶνος· ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ ἦτο ἐγκεχαραγμένος ἐπὶ τῆς ἁγίας ταύτης σημαίας, πίστις δὲ καὶ πατρὶς ἦτο τὸ σύνθημα τῶν μαχομένων καὶ θνησκόντων ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν παλιγγενεσίας. Ὁ Χριστιανισμὸς ἄρα ἐγέννησε καὶ ἐξέθρεψε τὸν νεώτερον Ἑλληνισμόν· αὐτὸς τὸν ἐλάμπρυνεν ἐν τῇ εὐτυχίᾳ, αὐτὸς τὸν παρηγόρησεν ἐν τῇ δυστυχίᾳ, αὐτὸς τὸν ὑπεστήριξεν εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς πολιτικῆς ἀναστάσεως· διὰ τοῦτο Χριστιανισμὸς καὶ Ἑλληνισμὸς εἶναι δύω ἰδέαι ἀδελφαί, δι’ ἀῤῥήκτου δεσμοῦ συνδεδεμέναι εἰς μίαν οὐσίαν· φονεύει δὲ τὸν Ἑλληνισμὸν φονεύει τὴν πατρίδα του ὁ Ἕλλην, ὅστις ἐπιχειρεῖ νὰ διαχωρίσῃ τὸν Ἑλληνισμὸν ἀπὸ τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ ἀποδεικνύει παχυλὴν ἄγνοιαν τῶν νόμων, καθ’ οὓς ζῶσι καὶ συντηροῦνται τὰ ἔθνη, ὁ φανταζόμενος νεωτέραν Ἑλλάδα ὑπὸ τὸν τύπον τῆς ἀρχαίας εἰδωλολατρείας καὶ τοῦ ἀρχαίου πολιτισμοῦ. Τὴν ἱστορικὴν ταύτην ἀλήθειαν ἐμαρτύρησεν ἀείποτε καὶ ἐπισήμως διετράνωσεν ἡ ἐθνικὴ συνείδησις, διότι πᾶσαι αἱ ἐθνικαὶ ἡμῶν Συνελεύσεις βάσιν τῆς Ἑλληνικῆς πολιτείας ἔθηκαν πάντοτε τὴν χριστιανικὴν θρησκείαν ὡς ἐπικρατοῦσαν, οὐδ’ ἐφαντάσθησαν ποτὲ δυνατὴν πολιτείαν ἐν Ἑλλάδι, ἀντίθετον ἢ ἀδιάφορον πρὸς τὸν Χριστιανισμόν, ὅστις ἀποτελεῖ τὸν κυριώτατον συνεκτικὸν δεσμὸν τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ καὶ τὸν ἀπαραίτητον ὅρον τῆς ὑπάρξεώς του. Καὶ ὅμως εὑρέθη, κύριοι, Ἕλλην ὑπάλληλος, ἔχων τὴν αὐθάδειαν, ἢ τί ἄλλο νὰ εἴπω; ν’ ἀντιμετωπήσῃ τὴν συνείδησιν τοῦ Ἔθνους, νὰ ἀναιρέσῃ, νὰ ἐμπαίξῃ, νὰ χλευάσῃ, νὰ προπηλακίσῃ αὐτὴν δημοσίᾳ, ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου, καὶ τοῦτο εἰς ἐποχὴν κρισιμωτάτην, καθ’ ἣν νέος ἀγὼν πρόκειται καὶ νέαι θυσίαι πρὸς ὁριστικὴν ἀποκατάστασιν τοῦ Ἔθνους! Καὶ συζητοῦμεν ἀκόμη ψυχρῶς ἂν πρέπει εὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τοιοῦτον παράφρονα ὑπάλληλον νὰ ἐξακολουθῇ ἀντιπροσωπεύων τὴν Ἑλλάδα παρὰ χριστιανῷ Ἡγεμόνι καὶ λαῷ, τῶν ὁποίων ἡ συνείδησις ἐσκανδαλίσθη βεβαίως, ὅπως καὶ ἡ ἡμετέρα! Αὐτό, κύριοι, συγχωρήσατέ μοι τὴν φράσιν, ὑπερβαίνει πᾶν ὅριον ἀνοχῆς. Λυποῦμαι τῇ ἀληθείᾳ, διότι ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν βραδύνει τόσον πολὺ εἰς τὴν κατάπαυσιν παρομοίου σκανδάλου. Λυποῦμαι δ’ ἔτι μᾶλλον διὰ τὴν δικαιολογίαν του· ἔχω ἀνάγκην, εἶπε, νὰ σκεφθῶ καὶ σχηματίσω ἰδίαν γνώμην, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν διοίκησιν, ἀπαιτοῦσα τὴν ἄμεσον ἀπόλυσιν ἑνὸς ὑπαλλήλου. Ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ τῷ εἴπω μετὰ παῤῥησίας, ὅτι αὐταὶ εἶναι προφάσεις καὶ ὑπεκφυγαὶ ἀνάρμοστοι. Τὸ πρᾶγμα δὲν ἐπιδέχεται σκέψιν· εἶναι καθαρόν, αὐτόδηλον, ψηλαφητόν· ἀρκεῖ ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ βιβλίου. Ἡ δὲ Βουλή, διερμηνεύουσα τὸ γενόμενον σκάνδαλον, καὶ ἐνδεικνύουσα εἰς τὸν ὑπεύθυνον ὑπουργὸν τὴν ἀνάγκην νὰ ἄρῃ τοῦτο ταχέως, καθ’ ὃ ἔχει καθῆκον, ἀσκεῖ δικαίωμά της ἀναμφισβήτητον, τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῆς διοικήσεως, ὅστις θὰ ἦτο προδήλως ἰδανικὸς καὶ ἄνευ ἀξίας, ἂν δὲν περιελάμβανε τὰς παρεκτροπὰς τῶν ὑπαλλήλων εἰς πάντας τοὺς κλάδους τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Συμπεραίνων, κύριοι, λέγω ὅτι ἡ Βουλὴ οὐδόλως ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐξετάζῃ καὶ ἐπιτιμᾷ τὴν θρησκευτικὴν ἑκάστου συνείδησιν, μήτε νὰ ἐρευνᾷ τὴν ἐπιστημονικὴν ἀξίαν τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ φιλοσοφικοῦ συστήματος· ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ φρουρῇ καὶ φυλάττῃ ἀγρύπνως τοὺς νόμους καὶ θεσμοὺς τῆς πολιτείας, καὶ νὰ μὴν ἐπιτρέπῃ νὰ ὑβρίζηται ἡ δημοσία ἠθικὴ καὶ ἡ ἐθνικὴ συνείδησις ὑπὸ τῶν ὀργάνων αὐτῶν τῆς ἐξουσίας. Ὁ κ. Ῥαγκαβῆς, ὡς ἰδιώτης, δύναται νὰ πρεσβεύῃ καὶ γράφῃ περὶ παντὸς πράγματος, ὅ,τι ἂν θέλῃ· δύναται νὰ θεσπίσῃ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Ἰουλιανοῦ τὴν πρᾶξιν, ἣν ἄριστα πραγματοποιεῖ καὶ αὐτὸς ἐν τῷ βίῳ του, καὶ νὰ προτιμᾷ τῆς αὐστηρᾶς καὶ στενοχώρου ἠθικῆς τοῦ Εὐαγγελίου τὴν ἐπικούρειον ἔκλυσιν τοῦ Κορανίου· ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ διατελῇ ὑπάλληλος τῆς Ἑλληνικῆς πολιτείας, ἧς ἡμεῖς εἴμεθα τεταγμένοι φρουροὶ καὶ φύλακες. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταπαύσῃ τὴν σκανδαλώδη ταύτην συζήτησιν, βεβαιῶν τὴν Βουλὴν ὅτι μεθ’ ὅσα ἤκουσε σήμερον, θέλει προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ κ. Ῥαγκαβῆ.
§44ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§45ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπερίμενα, κύριοι, νὰ ἀκούσω ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι, ἅμα περιῆλθεν εἰς τὰς ἀκοάς του ὅτι ἐξεδόθη τοιοῦτον βλάσφημον βιβλίον, ἤθελεν ἀμέσως ἀποπέμψει τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν, καὶ ὄχι νὰ ζητῇ ἀκόμη ἀναβολὴν διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὸ βιβλίον· ἐδῶ σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ζωχιὸς περικοπὰς ἐκ τοῦ βιβλίου ἐκ τῶν ὁποίων φαίνεται ὅτι ἐξυβρίζει τὰ ἱερώτερα· καὶ δὲν εἶναι πρώτη φορὰ καθ’ ἣν ἡ οἰκογένεια αὐτὴ προσέβαλε τὸ Ἔθνος. Ὁ πατήρ του.....
§46ΤΙΝΕΣ. Ὤ! ὤ! ὤ!
§47ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλοτε, κύριοι, εἰς τὴν Γερουσίαν, ἐκεῖ ὅπου παρεκάθηντο οἱ ἐνδοξώτεροι ἄνθρωποι τοῦ ἀγῶνος, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, προσῆλθεν ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ δι’ ὑπομνήματος ἐξύβριζε.... καὶ τὸν ἀπέπεμψαν ἀμέσως τῆς Γερουσίας, χωρὶς νὰ περιμένουν νὰ ἰδοῦν τί γράφει.
§48ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς εἶπε· σπεῦδε βραδέως. Ἀλλ’ ἔχει δίκαιον; Ἂν ἀνακαλέσω, λέγει, ταύτην τὴν στιγμὴν τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν, δημόσια μεγάλα συμφέροντα κινδυνεύουν. Ἀποκρίνομαι εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν μὲ τὴν Γραφὴν εἰς τὰς χεῖρας, λέγων· ἔλαιον ἁμαρτωλοῦ μὴ λιπανάτω τὴν κεφαλήν μου. Ἂν πρόκηται αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος νὰ σώσῃ τὴν Ἑλλάδα, ἐῤῥέτω ἡ Ἑλλάς.
§49ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀξία γραϊδίων τοιαύτη συζήτησις.
§50ΖΩΧΙΟΣ. Ἀποκρινόμενος πρὸς τὸν κ. Πετσάλην, σᾶς κάμνω τὴν ἑξῆς ἁπλῆν παρατήρησιν. Ἡ Τουρκία ἀντετάχθη κατὰ τοῦ κολοσσοῦ τῆς Ἄρκτου. Ποῦ στηριζομένη; εἰς τὴν πίστιν της. Καὶ τί οἱ Τοῦρκοι κατώρθωσαν; Κατώρθωσαν νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τοῦ πολέμου τρισένδοξοι. Τὸ νὰ ὑποστῇ λαός τις ἓν δυστύχημα, εἶναι κακὸν, ἀλλὰ τὸ νὰ πέσῃ ἀτίμως, αὐτὸ εἶναι μεγάλη συμφορά. Ἀφαιρέσατε ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων των, καὶ βλέπετε τί γίνεται ἡ Ἑλλάς. Ἡ ἰδέα τοῦ καθήκοντος δὲν δύναται νὰ ἀναπληρώσῃ τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα. Διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τις τὴν ἰδέαν τοῦ καθήκοντος, πρέπει νὰ λάβῃ ὑψίστην ἀνατροφὴν, δὲν εἶναι δὲ τοῦ τυχόντος προσόν. Ἀλλὰ συγχωρήσατέ με νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τοῦ κ. Ῥαγκαβῆ, διότι πρὸς τοῖς ἄλλοις ὁ ἄνθρωπος εἶναι καὶ γελοῖος. Θάτιός τις ἐτούρκευσεν εἰς Κωνσταντινούπολιν. Μετὰ καιρὸν δὲ ἐπέστρεψεν εἰς τὴν Θάσον. Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ἡ μήτηρ του: ἀληθὲς εἶναι, παιδί μου, ὅτι ἐτούρκευσες; Ἐτούρκευσα μὰ τὴν Παναγία (γέλως). Καὶ διὰ τοῦ βιβλίου του ὁ Ῥαγκαβῆς ἐπικαλεῖται τὴν Παναγίαν. Πρὶν ὅμως σᾶς δείξω ποῦ ἐπικαλεῖται τὴν Παναγίαν, ἐπιτρέψατέ μοι ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ βλασφημήσω, ἤτοι ἐπιτρέψατέ μοι νὰ δεχθῶ διὰ μίαν στιγμὴν τὸν Χριστὸν ὡς ἄνθρωπον.
§51ΕΙΣ. Ὄχι, ποτέ.
§52ΖΩΧΙΟΣ. Διὰ μίαν στιγμήν. Ἀνέγνων ποτὲ συγγραφέα Ἑβραῖον, διηγούμενον τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος του. Φθάνει ὁ συγγραφεὺς εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Χριστοῦ καὶ λέγει: οἱ ὁμογενεῖς μου δὲν ἐνόησαν τὴν θείαν ἀποστολὴν τοῦ Χριστοῦ. Τὸν κατεδίκασαν εἰς θάνατον, ἀλλ’ ἐνίκησε. Δὲν εἶναι μὲν τελεία ἡ θρησκεία του, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἐνόησαν οἱ σύγχρονοί του τὸ μεγαλεῖον τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸ θεῖον τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ. Ἠξεύρετε πρὸς τί παραβάλλει τὸν Χριστὸν ὁ Ῥαγκαβῆς; πρὸς τὰ μωρὰ παιδιὰ· παιδιὰ, λέγει, τῶν ἀλληλοδιδακτικῶν σχολείων εἶναι σοφώτερα ἀπὸ αὐτόν. Γινώσκετε, ὅτι μέχρι τῆς ὥρας δὲν ἠδυνήθησαν ὅλοι οἱ σοφοὶ τοῦ κόσμου νὰ εὕρουν μορφὴν ἁπλουστέραν τῶν δογμάτων τοῦ Χριστιανισμοῦ. Καὶ τί εἶναι ὁ Χριστιανισμός; Ὁ Χριστιανισμὸς συνίσταται εἰς μίαν μόνην ἐντολὴν, ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. Ἐὰν αὐτὴν τὴν ἐντολὴν τηρήσωμεν, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ὑπουργῶν, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην δεσμοφυλάκων, στρατοῦ, δικαστῶν, ἡγεμόνων. Ὁ δὲ Ῥενὰν διηγούμενος τὸν θάνατον τοῦ Χριστοῦ, ἐπὶ τέλους λέγει: σημεῖον ἀντιλεγόμενον. Θεὸς μᾶλλον εἶσαι ἢ ἄνθρωπος. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξητε. Ὁ Ῥαγκαβῆς, προσβάλλων διὰ τοῦ βιβλίου του τὴν χριστιανικὴν θρησκείαν, προσβάλλει τὰ δύω πρῶτα τοῦ Συντάγματος ἄρθρα. Ἢ λοιπὸν πρέπει ν’ ἀποπεμφθῇ ὁ ἄνθρωπος, ἢ πρέπει τὰ δύω αὐτὰ πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος νὰ σβεσθῶσιν. Εὐλογεῖ ὅμως ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τὸν Χριστιανισμὸν, διότι εἰς τὴν χριστιανικὴν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ πίστιν ἀποδίδει τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος. Ἢ λοιπὸν εἶναι βλὰξ, ἢ εἶναι ἀχάριστος, διότι ἀφοῦ ἡ ὀρθόδοξος πίστις ἠλευθέρωσε τὴν Ἑλλάδα, διατί λακτίζει τὴν πίστιν αὐτήν; Βλέπετε δὲ, κ. ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῆς πίστεως τοῦ κυρίου Ῥαγκαβῆ, διότι καὶ αὐτὸς καὶ πᾶς Ἕλλην δύναται νὰ πιστεύῃ ὅ,τι θέλει. Πρόκειται δὲ ν’ ἀποπεμφθῇ ἄνθρωπος ἀνίκανος ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς τοιαύτας κρισίμους περιστάσεις. Ὑποθέσατε δὲ ὅτι ψύλλος σᾶς ἐμβῆκε κατάσαρκα· μέγα τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι, ἀλλ’ εἷς μόνος ψύλλος δύναται νὰ φέρῃ μεγάλην ἀνησυχίαν καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Νεύτωνα. Τὸν ψύλλον λοιπὸν αὐτὸν δίωξον, κ. ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπὸ τῆς ἑλληνικῆς σαρκός. Τί δὲ περιμένεις; Δὲν βλέπεις ὅτι δὲν μᾶς ἀφίνει εἰς ἡσυχίαν; (ἱλαρότης). Λέγετε ὅτι ὁ ψύλλος αὐτὸς θὰ σώσῃ τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ὅλοι οἱ Ἕλληνες ὁμοῦ ἀμηχανοῦσι νὰ σώσωσι τὴν Ἑλλάδα, καὶ θὰ τὴν σώσῃ ὁ Ῥαγκαβῆς; Σᾶς παρακαλοῦμεν λοιπὸν ἀφάνισον αὐτὸν τὸν ψύλλον. Δὲν λέγομεν δὲ νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃς τὴν ζωὴν, ἀλλ’ ἀπόστειλον αὐτὸν νὰ φιλοσοφήσῃ μετὰ τῶν σοφῶν ἀνδρῶν τῆς Εὐρώπης. Ἂς ἀφήσῃ δὲ ἡμᾶς τοὺς ταπεινοὺς νὰ πιστεύωμεν ὅ,τι θέλομεν. Ὅλοι δὲ οἱ Ἕλληνες ἓν μόνον ἔχουν σύνθημα, καὶ αὐτὸς ὁ Αὐτοκράτωρ πασῶν τῶν Ῥωσσιῶν τὸ αὐτὸ σύνθημα ἔχει. Θέλομεν δηλαδὴ νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὴν ἁγίαν Σοφίαν διὰ νὰ δοξάσωμεν ἐκεῖ τὸν Θεόν μας, ἑνὸς παπᾶ λειτουργοῦντος. Καὶ κατὰ μὲν τὸν κ. Ῥαγκαβῆν ὅλα αὐτὰ εἶναι γελοῖα, καθ’ ἡμᾶς ὅμως εἶναι καλὰ καὶ ἅγια.
§53ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§55ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰσάγω, κύριοι, νομοσχέδιον περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων καὶ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν βοσκῶν. Ἐνόσῳ ἡ κτηνοτροφία παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι παράρτημα τῆς γεωργίας θέλομεν ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχωμεν τὸν αὐτοτελῆ αὐτὸν φόρον ὅπως ἀνέκαθεν ὑπάρχει. Γνωρίζετε ὅμως ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο τῆς βεβαιώσεως ὡς ἀποτέλεσμα ἔχει νὰ διαφεύγωσι τὰ πλεῖστα τῶν ζώων, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς φορολογίαν. Κατὰ τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα δοκιμάζομεν ἀμφοτέρας τὰς μεθόδους, καὶ τὴν πρωτοβουλίαν ἀφίνομεν εἰς τὸν φορολογούμενον, δηλονότι τὸν κτηνοτρόφον, νὰ προσέλθῃ καὶ βεβαιώσῃ ὁ ἴδιος τὸν ὀφειλόμενον παρ’ αὐτοῦ φόρον, καὶ τὴν ἑτέραν μέθοδον κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ πολιτεία λαμβάνει τὴν πρωτοβουλίαν ὅπως ἀνερευνήσῃ καὶ βεβαιώσῃ τὸν φόρον τῶν ἀπροθέσμων ἢ κακῆς πίστεως φορολογουμένων. Εἰ καὶ ἔχομεν ὅμως ἀμφότερα τὰ συστήματα τῆς βεβαιώσεως, οὐχ ἧττον τ’ ἀποτελέσματα εἶναι ἀτελέστατα. Ἡ δήλωσις εἶναι τῳόντι μέθοδος ἀρίστη, διότι δι’ αὐτῆς καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῆς ὁ φορολογούμενος δὲν ὑπέχει κἀμμίαν στενοχωρίαν, ἀπαιτεῖται ὅμως συναίσθησις τοῦ καθήκοντος πρὸς τὴν φορολογοῦσαν πολιτείαν, καὶ ἂς ὁμολογήσωμεν ὅτι εἰς τὴν χαλάρωσιν τοῦ αἰσθήματος αὐτοῦ συνετέλεσε καὶ ἡ νομοθεσία· διότι εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι παντοῦ οἱ λαοὶ εἶναι ἀπρόθυμοι πρὸς τοὺς φόρους, ἀλλ’ ὅμως ἐφρόντισαν, καὶ ἠδύναντο φαίνεται νὰ φροντίσωσιν εἰς ἄλλα ἔθνη, ὥστε ἡ νομοθεσία των νὰ μὴ ὑποθάλψῃ αὐτὴν τὴν φυσικὴν ἀδυναμίαν. Ἡμεῖς ὅμως, ἐπειδὴ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν τὸ σύστημα τῶν εὐρωπαίων, παρεδέχθημεν συστήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέθρεψαν καὶ ἐνίσχυσαν τὴν εἰρημένην ἀδυναμίαν. Τὴν σήμερον τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ὀλίγα δηλόνονται καὶ ὀλίγιστα ἐξακριβοῦνται δι’ ἀπαριθμήσεως. Ἡ ἀπαρίθμησις, ὡς ἠξεύρετε, παρέχει ἀπείρους δυσκολίας, ἀπαιτεῖ μεγάλους κόπους καὶ πολλὰ βάσανα. Ἡ τοιαύτη ἀπαρίθμησις τότε μόνον ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ, ὅταν ὁ ἀπαριθμῶν, ὁ ἀναδεχθεὶς παρὰ τῆς πολιτείας αὐτὴν τὴν ἐντολὴν, ἤθελεν ἔχει ἄμεσον συμφέρον, ἤθελεν ἔχει τινὰ ἰδιοτέλειαν. Ἀλλ’ ὅταν ἡ ἀπαρίθμησις γίνεται δι’ ἁπλῶν ὑπαλλήλων ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μάλιστα τῆς κατωτάτης βαθμίδος καὶ ἄλλων δημοσίων ὑπηρετῶν, ὁποῖοι εἶναι οἱ ὁπλοφόροι, ἐννοεῖτε καλῶς ὅτι δὲν εἰμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἡ προθυμία ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται διὰ νὰ κατανικηθῶσιν αἱ δυσκολίαι τὰς ὁποίας ἡ ἀπαρίθμησις παρέχει. Πλὴν τούτου ὅμως συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀποτυχίαν τοῦ συστήματός μας καὶ ἡ διαφθορά· διότι ὅταν δυσκολίαι δὲν ὑπάρχωσι, δυσκολώτερον καὶ ὁ ἐπιτετραμμένος ἐνδίδει. Ὅταν ὅμως ἡ ἐκτέλεσις τοῦ καθήκοντος εἶναι τόσῳ δύσκολος, ἡ ἐπιμονὴ τότε καὶ ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸ καθῆκον εὐκόλως διαφθείρονται, καὶ αὐτὸ συμβαίνει κυρίως εἰς τὴν βεβαίωσιν αὐτοῦ τοῦ φόρου περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς ὁμιλῶ. Μετὰ τοσούτου χρόνου δοκιμὴν ἐῤῥιζώθη, ὡς παρετήρησα, ἡ πεποίθησις, ὅτι διὰ τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου τούτου δυνάμεθα ν’ ἀπαλλαχθῶμεν τῶν εἰρημένων ἀποτελεσμάτων. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἐνοικίασις, ὡς γνωρίζετε, περιέχει ἐνοχλήσεις, φρονῶ ὅτι πρέπει εἰς αὐτὴν νὰ προσφεύγωμεν μετὰ προσοχῆς καὶ δυσκολίας ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου τῶν ζώων, τὰ ὁποῖα μετὰ τῶν κυρίων αὑτῶν διαιτῶνται εἰς τὴν ἔρημον καὶ δύνανται εὐκόλως νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὴν καταπίεσιν. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ εἰσάγω, ἐπικαλεῖται τὴν ἐνοικίασιν μόνον ἐπιβοηθητικῶς· φρονῶ δὲ ὅτι ἡ ἐνοικίασις θὰ χρησιμεύσῃ ὡς φόβητρον μᾶλλον παρὰ ὡς κύριον μέσον ἐξακριβώσεως τῆς προσόδου τοῦ κράτους. Τὸ νομοσχέδιον κυρίως στηρίζεται εἰς τὸ σύστημα τῆς δηλώσεως, ἀλλ’ εἰδοποιεῖ ὁ νόμος ἐκ τῶν προτέρων τὸν κτηνοτρόφον ὅτι, ἐὰν ἐλλιπῶς βεβαιώσῃ τὰ ζῶά του ἢ οὐδόλως, θὰ ἐπέλθῃ ἐνοικιαστής. Εἶμαι βέβαιος ὅτι διὰ τοῦ συνδυασμοῦ αὐτοῦ τάχιστα θὰ κατορθωθῇ ὥστε οἱ φορολογούμενοι νὰ καταστήσωσι ματαίαν τὴν ἐνοικίασιν, προθυμοποιούμενοι ν’ ἀποφύγωσιν αὐτήν. Θέλουν γνωρίζει πρῶτον ὅτι δι’ ὅσα ἀποκρύψωσι ζῶα θέλουν πληρώσει φόρον ἀνώτερον, καὶ δεύτερον ὅτι οὐδὲν ἐξ ὅσων ἀποκρύψωσι θὰ εἰμπορέσουν νὰ ἐξαιρέσωσι τῆς φορολογίας· διότι ὁ ἐνοικιαστής, ὡς ἐνδιαφερόμενος καὶ οὐχὶ ὡς ἁπλοῦς ἐντολοδόχος τῆς πολιτείας, ὡς πληρώσας καὶ ἀγοράσας τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ βεβαιώσῃ καὶ νὰ εἰσπράξῃ τὸν φόρον αὐτόν, εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζῃ πόσα ἀπεκρύβησαν καὶ ποῦ ἀπεκρύβησαν καὶ τῇ βοηθείᾳ τῆς ἀρχῆς νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἐντελῆ ἐξακρίβωσιν τοῦ φόρου. Αὐτό, κύριοι, εἶναι ἐν ὀλίγοις τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον περιέχει τὸ εἰσαγόμενον νομοσχέδιον. Δήλωσις τῶν ζώων παρὰ τοῦ κτηνοτρόφου, βεβαίωσις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τοῦ φόρου, σύνταξις χρηματικοῦ πίνακος, ἢ καταλόγου ὅστις πέμπεται εἰς τὸν ταμίαν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐνεργεῖται παρ’ αὐτοῦ ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου, ὅσος διὰ τῆς δηλώσεως βεβαιωθῇ. Δεύτερον βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις διὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ τῶν ἐλλιπῶς βεβαιωθέντων ἢ οὐδόλως βεβαιωθέντων ζώων. Ἡ ἐνοικίασις γίνεται διὰ δημοπρασίας· ἡ δημοπρασία περιβάλλεται μὲ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις. Ὁ τελευταῖος πλειοδότης ὀφείλει, ὅπως καὶ εἰς τὸ χθὲς παρουσιασθὲν νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως τῶν προσόδων, νὰ καταβάλῃ τὸ 1/20 τοῦ ἐνοικίου ὡς προκαταβολήν, ὀφείλει δὲ προσέτι, ἐγκριθείσης τῆς δημοπρασίας, νὰ καταβάλῃ εἰς χρήματα καὶ τὸ ¼ τοῦ ἐνοικίου καὶ οὐδὲν πλέον. Διὰ τὸ ¼ τοῦτο λαμβάνει τόκον παρὰ τοῦ Δημοσίου. Ἐν τῷ αὐτῷ νομοσχεδίῳ συμπεριελήφθη ἡ βεβαίωσις ἑτέρου φόρου, ὁ ὁποῖος ἐπίσης κακῶς ἔχει καὶ εἶναι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν βοσκῶν. Αἱ βοσκαί, ὡς γνωρίζετε, εἶναι ἢ ἰδιωτικαὶ ἢ κοινοτικαὶ ἢ ἐθνικαί. Αἱ ἐθνικαὶ καὶ κοινοτικαὶ βοσκαὶ ἐν μὲν τῇ Πελοποννήσῳ εἶναι ἐλεύθεραι, εἰς δὲ τὰς πλείστας τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, κατὰ τὸν ψηφισθέντα τῷ 1863 ἢ 1864 νόμον, διατίθενται δι’ ἐνοικιάσεως. Καὶ τῶν μὲν κοινοτικῶν βοσκῶν τὸ ἐνοίκιον ἀποδίδεται εἰς τὰς κοινότητας καὶ χρησιμεύει διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτῶν, τὸ δ’ ἐνοίκιον τῶν ἐθνικῶν διατίθεται ὑπὲρ τῶν δήμων καὶ ἐν μέρει ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἀφοῦ ἐξ αὐτῶν προαφαιρεθῇ ἡ περιφέρεια, ἥτις εἶναι χρήσιμος πρὸς βοσκὴν τῶν κοινοτικῶν ζώων· αἱ ἰδιωτικαὶ βοσκαὶ διατίθενται κατὰ τὴν θέλησιν τοῦ ἰδιοκτήτου· ἐπ’ αὐτῶν ὅμως ὅπως καὶ ἐπὶ τῶν κοινοτικῶν λαμβάνει τὸ Δημόσιον ἔγγειον φόρον 5%. Τ’ ἀποτελέσματα αὐτῶν τῶν νόμων δὲν ὑπῆρξαν εὐχάριστα. Ἐξ ὅλων τούτων τὸ Δημόσιον δὲν εἰσπράττει πλειότερον τῶν 100 ἢ 110 χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος, καὶ τούτων τὸ ἥμισυ προέρχεται ἀπὸ τὸ 20%, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Δημόσιον τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττῃ ἐκ τοῦ ἐνοικίου τῶν ἐθνικῶν βοσκῶν τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος· ἓν μέρος προέρχεται ἀπὸ τὸ 5% ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου τῶν κοινοτικῶν βοσκῶν, καὶ τὸ ὑπόλοιπον μόνον, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπερβαίνει νομίζω τὰς 40 ἢ 45 χιλιάδας, προέρχεται ἀπὸ τὴν φορολογίαν τῶν ἰδιωτικῶν βοσκῶν καθ’ ἅπαν τὸ κράτος. Ὁ νόμος τοῦ 1864 σκοπὸν εἶχεν εὐεργετικώτατον, τοὐλάχιστον κατὰ τὰς ἐπικρατούσας εἰς τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα ἰδέας. Χρεωστῶ δὲ νὰ κάμω αὐτὴν τὴν διάκρισιν, διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Πελοποννήσου ἐν τῇ Συνελεύσει δὲν ἠθέλησαν νὰ δεχθῶσι τὸ σύστημα τοῦτο προτιμήσαντες τὸ ὑπάρχον εἰς τὴν χώραν των. Δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου ἐπιστεύθη ὅτι αἱ κοινότητες, τὰ λεγόμενα κεφαλοχώρια, ἤθελον ἀποκτήσει ἓν κοινοτικὸν κεφάλαιον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ περιθάλψωσι τὰς πολλὰς καὶ ἀναποφεύκτους αὐτῶν ἀνάγκας· ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἐχρησίμευσεν ὁ νόμος ἐκεῖνος ὅπως πλουτίσῃ τινὰς προύχοντας τῶν κοινοτήτων καὶ διευθύνοντας τὰ τῶν βοσκῶν. Εὑρέθησαν τὰ μέσα νὰ καταδολιευθῶσι τὸν νόμον σφετεριζόμενοι τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ὁ νομοθέτης ἐδημιούργησεν ὑπὲρ τοῦ τόπου. Τὸ αὐτὸ συνέβη ἐν μέρει μὲ τὰς ἐθνικὰς βοσκάς, τὰς ὁποίας ὁ νόμος τοῦ 1864 παρεχώρησεν εἰς τὴν κατὰ παράκλησιν κατοχὴν τῶν δήμων. Κατὰ τὴν διάθεσιν τῶν ἐθνικῶν βοσκῶν αἱ ἐπιτροπαί, αἵτινες εἶναι ἐπιτετραμμέναι νὰ χωρίζωσι τὴν περιφέρειαν ἥτις θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὰ κοινοτικὰ ζῶα, ἀπὸ τὴν περιφέρειαν, ἥτις θὰ δημοπρατηθῇ διὰ τὴν βοσκὴν τῶν μὴ κοινοτικῶν ζώων καὶ τῆς ὁποίας τὸ ἐνοίκιον θέλει χρησιμεύσει ὑπὲρ τοῦ δήμου καὶ ἐν μέρει ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, αὐταὶ αἱ ἐπιτροπαὶ κατεχράσθησαν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ταῖς ἀνετέθη. Συνενοήθησαν μετὰ τῶν κατοίκων καὶ τῶν κατ’ ἐπάγγελμα κτηνοτρόφων, παρεχώρησαν εἰς τὰς κοινότητας μεγάλας περιφερείας, περιώρισαν τοιουτοτρόπως τὰς ἐκποιουμένας, καὶ ἔπειτα κάτοικοι καὶ κτηνοτρόφοι μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς συνεταιρίσθησαν καὶ εἰσήγαγον τῶν κατ’ ἐπάγγελμα κτηνοτρόφων τὰ ζῶα ἐντὸς τῆς κοινοτικῆς περιφερείας, καὶ οὕτω τὸ Δημόσιον ἀπώλεσεν ὅ,τι ἔχει δικαίωμα ν’ ἀπολαύσῃ, οἱ δὲ δῆμοι ὅ,τι ὁ νόμος τοῖς παρεχώρησε. Καὶ ἐγὼ, καθὼς εἶμαι βέβαιος καὶ πάντες οἱ ἀντιπρόσωποι, δὲν ἠθέλομεν ἔχει καμμίαν ἀντίῤῥησιν, ἐὰν καὶ παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ νόμου τὸ ἐξαγόμενον ἀπέβαινεν ὑπὲρ τοῦ τόπου, ἀλλὰ ν’ ἀποβαίνῃ ὑπὲρ ἀτόμων, κανεὶς ἐξ ἡμῶν δὲν ἔχει διάθεσιν νὰ ψηφίζῃ νόμους.
§56ΠΟΛΛΟΙ. Βεβαίως.
§57ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν βοσκῶν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρουσιάσω, παραδέχεται τὸ σύστημα τῆς δηλώσεως. Ἕκαστος ἰδιοκτήτης χρεωστεῖ νὰ δηλώσῃ κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ δήλωσις τῶν ζώων, τὴν ἰδιόκτητον βοσκὴν ἣν ἐκμισθώνει, καὶ οὐ μόνον αὐτὴν ἀλλὰ καὶ εἰς ἣν θέλει νέμεσθαι τὰ ἴδια ἑαυτοῦ ζῶα· διότι καὶ αὕτη, ὡς γνωρίζετε, κατὰ τὸν ὑπάρχοντα σήμερον νόμον ὑπόκειται εἰς φορολογίαν. Μόνον ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης βοσκησίμων γαιῶν, οὔτε ἐνοικιάζει αὐτὰς, οὔτε νέμει τὰ ἴδια ἑαυτοῦ ζῶα, τότε μόνον δὲν ὑπόκειται εἰς καμμίαν φορολογίαν. Καθ’ ὅλας τὰς περιστάσεις ὀφείλει νὰ δηλώσῃ τὴν θέσιν, τὸ ὄνομα τοῦ κτηνοτρόφου καὶ τὸ ἐνοίκιον. Παρακολουθεῖ δὲ ἡ δήλωσις τὴν αὐτὴν τάξιν ἣν καὶ ἡ δήλωσις τῶν ζώων. Ὁ φόρος βεβαιοῦται καὶ ὁ μὲν καὶ ὁ δὲ κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον ἀλλὰ χωριστά. Εἰσπράττεται ὁ διὰ τῶν δηλώσεων βεβαιωθεὶς φόρος, ὅπως εἰσπράττεται καὶ ὁ διὰ τῶν δηλώσεων τῶν ζώων βεβαιωθεὶς, ἤτοι ἀμέσως καὶ μετέπειτα συνενοικιάζεται καὶ ὁ φόρος ὁ ἐλλιπῶς ἢ οὐδόλως βεβαιωθεὶς ὁμοῦ μετὰ τοῦ φόρου τῶν ἐλλιπῶς ἢ οὐδόλως δηλωθέντων ζώων. Αὐτὴ ἡ πλοκὴ μοὶ ἐφάνη καλῶς ἔχουσα, διότι ἐὰν θέλετε νὰ ἐξακριβώσητε τὰ περὶ τὰς βοσκὰς πρέπει νὰ μεταχειρισθῆτε αὐτοὺς τοὺς ἰδίους ἐνοικιαστὰς, οἱ ὁποῖοι θέλουν ἐνασχοληθῆ εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν ζώων, διότι τὰ ζῶα εἶναι ἐν ταῖς βοσκαῖς. Καὶ τοῦτο μὲν ὡς πρὸς τὰς ἰδιωτικὰς βοσκάς· ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὰς κοινοτικὰς τῶν κεφαλοχωρίων ἡ σπουδαιοτέρα καινοτομία εἶναι, ὅτι δὲν ἀφίνεται εἰς τὴν κρίσιν τῶν προὐχόντων τῆς κοινότητος νὰ διαχειρίζῃ τὰ χρήματα· δεύτερον ὅτι δὲν ἀφίνεται εἰς τὴν διάκρισιν αὐτῶν νὰ διεξάγωσι τὰς δημοπρασίας καὶ τὴν ἔγκρισιν ἢ ἀκύρωσιν αὐτῶν· περιπλέον, τοῦ ἐνοικίου τῶν κοινοτικῶν βοσκῶν θέλει λάβει καὶ ὁ δῆμος μικρόν τι πολλοστημόριον, ἴσον μὲ τὸν ἔγγειον φόρον, τὸν ὁποῖον λαμβάνει τὸ Δημόσιον. Ἀπαγορεύεται δὲ ἡ βοσκὴ ξένων ζώων μὴ ἀνηκόντων εἰς τοὺς κατοίκους τῆς κοινότητος ἐντὸς τῆς περιφερείας τὴν ὁποίαν ἡ κοινότης ἐκράτησε δι’ ἑαυτήν. Τὰ ζῶα, τὰ ὁποῖα ἤθελον εὑρεθῆ βόσκοντα, ὑπόκεινται εἰς τὸν φόρον εἰς ὃν ὑπόκειται καὶ ὁ ἰδιοκτήτης, ὅστις νέμει τὰ ζῶά του εἰς τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ἰδιοκτησίαν, πλέον τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου τούτου. Ἂν δέ τις τῶν κατοίκων ἤθελε ψευδῶς παραστήσει καὶ εἰκονικῶς, ὅτι εἶναι κύριος ζώων τοιούτων μὴ ἀνηκόντων εἰς ἑαυτὸν καὶ τὴν κοινότητα, τότε ὑπέχει ποινήν τινα χρηματικὴν προχείρως ἀποφασιζομένην καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἴση μὲ τοῦ φόρου τὸ βάρος. Ὡς πρὸς δὲ τὰς ἐθνικὰς βοσκὰς τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος ἐπάγονται αἱ ἑξῆς καινοτομίαι. Πρῶτον αὐξάνει ὁ ἀριθμὸς τῶν μικρῶν καὶ μεγάλων ζώων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν νόμον τοῦ 64 ἔχει τὸ δικαίωμα ἕκαστος κάτοικος νὰ νέμῃ ἐν τῇ παραχωρηθείσῃ εἰς τὸ χωρίον του περιφερείᾳ. Καθὼς ἠξεύρετε ἕκαστος κάτοικος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ βόσκῃ 100 μικρὰ καὶ 10 μεγάλα ζῶα· προτείνω ἤδη ν’ ἀναβιβασθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν μικρῶν εἰς 150 τῶν δὲ μεγάλων εἰς 30, διότι νομίζω ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν μικρῶν καὶ τῶν μεγάλων ζώων δὲν ἀποτελεῖ τὸν κατ’ ἐπάγγελμα κτηνοτρόφον· τόσος μικρὸς ἀριθμὸς ζώων δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι συνοδὸς τῆς γεωργίας εἰς τὴν ὁποίαν καταγίνονται οἱ κάτοικοι. Ὡς πρὸς τὴν ἐνοικίασιν τῆς μὴ χρησίμου εἰς ἑκάστην κοινότητα βοσκῆς γίνεται ἡ ἑξῆς μεταῤῥύθμισις, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου ἀντὶ 30% ἐλαττοῦται εἰς 15%. Ἐνόμισα, ὅτι ἀφοῦ εἰς τοσοῦτο περιορίζεται τὸ δικαίωμα ἐν γένει τῆς ἐπικαρπίας, διατί ἐπὶ τῶν βοσκῶν νὰ ἐπεκταθῇ ἐπὶ πλέον. Τὸ Δημόσιον, κύριοι, ἐκ τοῦ εἰσαγομένου νόμου θέλει ὠφεληθῆ πολλαπλάσια ἐκείνων, ἅπερ παραχωρεῖ. Ἐπίσης καταστέλλεται ἡ κατάχρησις, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων, εἰς τὰ ὁποῖα παρεχωρεῖτο ἓν μέρος ἐθνικῆς περιφερείας, κατώρθωναν νὰ λάβωσι παρὰ τῶν ἐπιτροπῶν μεγαλειτέραν ἔκτασιν ἄχρηστον εἰς αὐτούς, τὴν ὁποίαν ἐνοικίαζον εἰς ξένους κτηνοτρόφους καὶ ἀπελάμβανον αὐτοὶ ὅσα ἀπὸ τὸ Δημόσιον καὶ τὸν δῆμον ἐστέρουν. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ὑπάρχουσιν αἱ δέουσαι διατάξεις. Ὁ νόμος οὗτος ἐλπίζω ὅτι θέλει ἐπιφέρει εὐάρεστα ἀποτελέσματα, ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἀπελάμβανεν ἐκ τοῦ ἐπὶ τῶν ζώων φόρου καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν βοσκῶν, θέλει πολλαπλασιασθῆ. Ἐπειδὴ δὲ ἐντὸς τοῦ φεβρουαρίου γίνονται αἱ δηλώσεις, παρακαλῶ νὰ θεωρήσητε τὸ νομοσχέδιον ὡς κατεπεῖγον καὶ μετὰ τὴν τύπωσιν νὰ ἐπιτρέψητε τὴν συζήτησιν.
§58ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιαῦτα νομοσχέδια καλὸν εἶναι νὰ ὑποστῶσι μίαν προεξέλεγξιν τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς, διότι σύγκεινται ἐκ τόσων ἄρθρων καὶ εἶναι σπουδαιότατα. Δὲν εἶναι δ’ εὔκολον νὰ τὰ ἐννοήσῃ οὔτε νὰ τὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ ἀσφαλῶς καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τε Δημοσίου, τῆς γεωργίας καὶ τῆς κτηνοτροφίας, ἂν δὲν ὑποβληθῇ ἔκθεσις ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις καλεῖται ἀπὸ τὸν Κανονισμόν. Δὲν ἐννοῶ δὲ, κύριε πρόεδρε, τὸν σχηματισμὸν τοιούτων ἐπιτροπῶν ἂν θεωρῆται περιττὴ ἡ γνώμη αὐτῶν, ὅπως διαφωτίζεται ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοιούτων σπουδαιοτάτων ζητημάτων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ὑπουργὸν νὰ συγκατατεθῇ νὰ παραπεμφθῶσι καὶ τὰ χθὲς ὑποβληθέντα νομοσχέδια, καθὼς καὶ τὸ σήμερον ὑποβληθὲν, εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν, ἵνα ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν διαφωτίζουσαν αὐτὴν ἐντὸς συντομωτάτης προθεσμίας.
§59ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριοι, οὐδεὶς λόγος ἠμπορεῖ νὰ μὲ ὑποχρεώσῃ νὰ ἀποκρούσω τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὴν πρότασιν αὐτὴν ἔκαμε οὐχὶ μὲ τὸν σκοπὸν νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§60ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι βεβαίως.
§61ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν τὰ πράγματα πρέπει νὰ βαδίσωσιν ἄλλον δρόμον. Ἡ Βουλὴ ἐπιλαμβάνεται πρῶτον τῆς συζητήσεως τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ μετέπειτα ἐὰν τὸ κρίνῃ χρήσιμον καὶ ἀναγκαῖον τότε τὸ παραπέμπει εἰς τὴν ἐπιτροπήν· παρατηρῶ δὲ, ὅτι ὑπάρχουν τινὰ νομοσχέδια εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ὁλομέλεια τῆς Βουλῆς εἶναι καταλληλοτέρα νὰ τὸ κρίνῃ, τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ὁποίαν θέλουν παραπεμφθῆ. Ὅταν τῷ ὄντι πρόκειται περὶ μεταβολῆς συστήματος, τὸ ἐννοῶ· ὅταν πρόκηται περὶ βελτιώσεως ὅμως, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἡ φωνὴ τῆς ὁλομελείας ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει θέλει εἶναι λίαν φωτιστικὴ, ἐνῷ μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἔχουν μεγαλειτέραν θεωρίαν ἀλλ’ οὐχὶ καὶ πεῖραν, δύναται νὰ συμβῇ ἡ ἀρχὴ ἑνὸς νομοσχεδίου, νὰ κλονισθῇ. Ἐπιμένω λοιπὸν νὰ γίνῃ ὅ,τι διαγράφει ὁ Κανονισμός.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ νομοσχέδια λοιπὸν τοῦ κ. ὑπουργοῦ θέλουσι γραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ συζητηθῶσι αὔριον.
§63Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλ’ ὁ κύριος πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ κ. Λομβάρδος, δὲν συνεκάλεσε αὐτήν. Ἄν ὁ κ. Λομβάρδος ἕως αὔριον δὲ συγκαλέσῃ τὴν ἐπιτροπὴν, τότε ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς θὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της καὶ πρὸς γνῶσίν του.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ, θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τακτικὴν σύνοδον ἐπεψήφισεν ἡ Βουλὴ νόμον περὶ κυρώσεως συμβάσεως προξενικῆς μετὰ τῆς Γαλλίας, ἀλλὰ συνέβη τὸ ἑξῆς· ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις τοῦ Γαλλικοῦ νομοθετικοῦ σώματος ὡς ἐκ τῆς ὁποίας δὲν ἐνεκρίθη καὶ ὑπ’ ἐκείνου ἡ σύμβασις αὐτὴ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν μέχρι τῆς σήμερον νὰ γίνῃ ἡ ἀνταλλαγὴ τῶν ἐπικυρώσεων τῶν ἡγεμόνων· ἠξεύρετε δὲ ὅτι μετὰ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν ἐπικυρώσεων τῶν ἡγεμόνων δύναται νὰ γίνῃ ἡ δημοσίευσις τοῦ κυροῦντος τὴν σύμβασιν νόμου, διότι ἄλλως δημοσιεύοντες τὸν νόμον θέλομεν δώσει ἰσχὺν εἰς σύμβασιν, ἥτις διεθνῶς δὲν ἔχει ἰσχύν. Παρῆλθον ὅμως οἱ δύω μῆνες μετὰ τὴν λῆξιν τῆς τακτικῆς συνόδου ἄνευ τῆς κυρώσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου καὶ τῆς δημοσιεύσεως· πρέπει ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἂν θέλῃ, ὅπως δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλει νὰ λάβῃ ἰσχὺν ἡ σύμβασις αὕτη, νὰ ἐπικυρώσῃ ἐκ νέου αὐτὴν καὶ παρακαλῶ νὰ γίνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ;
§67ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς προξενικῆς συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς πρώτην συζήτησιν).
§68ΜΙΛΗΣΗΣ. Πρὸ τριῶν ἡμερῶν ὑπεβλήθη ὁ προϋπολογισμὸς, κύριε πρόεδρε, εἰσέτι ὅμως δὲν διενεμήθη εἰς τοὺς βουλευτάς. Πότε θὰ προεξεργασθῇ ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς;
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τυποῦται. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν γʹ. συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ πολιτικῶν μηχανικῶν. Ἀλλὰ πρὸ τούτου ἔχομεν εἰς τρίτην συζήτησιν τὸν νόμον περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχμῶν 29,000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ. συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Ἐρχόμεθα εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ μηχανικῶν. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§70ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ἐλέγξω τὸν κύριον ὑπουργὸν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ κάμω παρατηρήσεις τινάς. Καὶ ἐν πρώτοις πρόκειται περὶ καταργήσεως τοῦ ἐπικρατοῦντος συστήματος καὶ παραδοχῆς συστήματος νέου. Καὶ ἡ πρότασις τοῦ ὑπουργοῦ καὶ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Σοῦτσος φαίνονται ὅτι εἶναι λογικὰ, ὅπως ἐξήτασαν τὸ ζήτημα· εἶπον δὲ ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἑνὸς νέου ὑπουργείου. Αὐτὸ εἶπεν ὁ κ. Σοῦτσος. Πρέπει ὅμως νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ ἑτέραν ἔποψιν. Πρόκειται αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ν’ ἀποχωρήσωσιν, ἢ ὄχι; Προχθὲς ὁμιλῶν περὶ συμβολαιογράφων εἶπον, ὅτι πρέπει εἰς τοιαῦτα πράγματα νὰ προβαίνωμεν μὲ χεῖρα μαλακήν. Ἡ θέσις τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ᾖναι δύσκολος, διότι πῶς θὰ τοὺς ἀντικαταστήσῃ; Πρέπει νὰ ἔχῃ ἄλλους προχείρους. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἐργάτας, δηλαδὴ δημοσίους ὑπηρέτας, τοὺς ὁποίους ὀνομάζομεν μηχανικούς. Ἐπειδὴ δὲ δὲν δύνασθε νὰ κινηθῆτε διὰ τῶν παρόντων, ἀποφασίζετε νὰ πάρετε πολίτας. Ἀλλὰ τοὺς ἔχετε προχείρους; Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος πολλάκις ἐχρημάτισεν ὑπουργὸς καὶ πρωθυπουργός, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν πολιτικήν. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες μίαν ἔχουν εὐχήν. Δύνανται νὰ διαφέρουν κατὰ τὰς γνώμας, ἔχουν ὅμως ὅλοι μίαν εὐχήν. Ἄν αὕτη ἀποτύχῃ, ἡ μόνη σωτηρία τοῦ τόπου εἶναι ὁ στρατός. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀποφύγωμεν ὅλας τὰς αἰτίας, ὅλας τὰς ἀφορμάς, ὅσαι δύνανται νὰ δυσαρεστήσουν τὸν στρατὸν, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον προηγουμένως ὅτι χρειάζεται χεὶρ μαλακή. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι πολὺ φρονιμώτερος ἐμοῦ, καὶ νομίζω ὅτι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοσχεδίου θὰ προσέξῃ περισσότερον, παρ’ ὅσον ἐγώ. Ποῦ ὅμως νὰ εὕρωμεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους; Ὁ κύριος ὑπουργὸς σᾶς λέγει νὰ φέρωσιν ἀποδείξεις τῶν γνώσεών των καὶ τῆς ὑπηρεσίας των. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἄλλο ἀπόδειξις, καὶ ἄλλο δίπλωμα.
§71ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπὶ τούτου ἔφερα ἐγὼ τροπολογίαν.
§72ΖΩΧΙΟΣ. Δεύτερον λέγετε· ἢ ἐξωτερικοὶ ἢ ἐσωτερικοὶ εἰδικῶν σχολείων. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν σχολὴν, εἰς ἣν νὰ σπουδάζωσιν ἐσωτερικοί. Ὡς εἰδικὴν σχολὴν, τίνα ἐννοεῖτε, τὴν στρατιωτικήν; Ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι εἰδικὴ διὰ τὸν στρατόν. Καὶ πρέπει νὰ μένῃ εἰδική. Καὶ ἄλλοτε σᾶς εἶπον, ὅτι συλλογιζόμεθα περὶ παρασκευῶν, καὶ δὲν ἔχομεν κατηρτισμένον τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀποτελοῦν αὐτὸ μερικοὶ ὑπάλληλοι· τουτέστι, δὲν ὑπάρχει τμῆμα τοῦ πυροβολικοῦ, ἀλλὰ γραφεῖον τοῦ πυροβολικοῦ Βλέπετε ὅτι τὰ περὶ εἰδικῶν σχολῶν πρέπει νὰ σημειωθῶσι καλλίτερον. Θέλετε καὶ ξένους, δὲν ἀντιλέγω. Τὸν ξένον τὸν θέλετε ὡς ἡγεμόνα ἢ ὡς ἀκόλουθον; Ἄν ὡς ἡγεμόνα, τὸ ἐννοῶ. Δυστυχῶς δὲ δὲν ἀπέτυχον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων ἔργων οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ μηχανικοῦ, ἀλλὰ τὸ τμῆμα ὁλόκληρον. Εἶναι δὲ νομίζω μεγάλη ἡ διαφορά. Ἀπέτυχε δὲ εἰς τὸ Λαύριον, ἀπέτυχεν εἰς τοὺς σιδηροδρόμους. Ὅτι χρειάζεται μεταβολή τις, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἀλλὰ πρέπει νὰ προσέξωμεν διὰ νὰ μὴ πέσωμεν ἀπὸ τῆς Σκύλλης εἰς τὴν Χάρυβδην. Ἔρχεται κατόπιν μία διάταξις, τὸ νὰ δίδεται ἄδεια εἰς τοὺς μηχανικοὺς αὐτοὺς νὰ ἐξέρχωνται τῆς Ἑλληνικῆς ἐπικρατείας, νὰ ἐπιδίδωνται εἰς ἕτερα ἔργα, καὶ νὰ λογίζωνται ἐν τούτοις δημόσιοι ὑπάλληλοι, καὶ νὰ ἔχουν δικαίωμα εἰς σύνταξιν. Αὐτὸ ἐγὼ δὲν τὸ ἐννοῶ. Αὐτὰ εἶχον νὰ σᾶς εἴπω γενικῶς.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον εἰς γʹ. συζήτησιν. Ἀναγινώσκεται τὸ 1 ἄρθρον καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἄρθρον 2. Ἐπὶ τούτου ὁ κύριος Μεταξᾶς ἔχει τροπολογίαν τὴν ἑξῆς· (ἀναγινώσκει).
§74ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λέγω ὅτι αὐτὸ εἶναι προϊὸν μελέτης τῆς ὑπηρεσίας καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ μεταβάλωμεν.
§75Ν. ΜΕΤΑΞΑΣ. Πέντε εἰσηγηταὶ νὰ ὑπάρχουν νομίζω, ὅτι εἶναι παραπολλοὶ καὶ διὰ τοῦτο ἐπρότεινα τέσσαρας. Δύω ἀπαιτοῦνται εἰς τὴν ὁδοποιίαν, δύω δὲ διὰ τὰ ἄλλα, ὁ πέμπτος δὲν εἰξεύρω εἰς τί χρειάζεται.
§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη ἐκ τῆς ὑπηρεσίας· ἡ ὑπηρεσία ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον τὸν ἀριθμὸν κατὰ τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ σημειωθοῦν αὐτοί.
§77Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου βεβαίως εἶναι ἡ σύστασις σώματος πολιτικῶν μηχανικῶν· φρονῶ δὲ ὅτι πρέπει ἅπαντες οὗτοι νὰ συνταυτισθοῦν μὲ τοὺς λοιποὺς ὑπαλλήλους τοῦ ὑπουργείου, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω ὁ μὲν διευθυντὴς τῶν δημοσίων ἔργων νὰ ἔχῃ τὸν μισθὸν τοῦ γενικοῦ γραμματέως· καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὸν ἐπιθεωρητὴν, τὸν μισθὸν τοῦ τμηματάρχου ά τάξεως· δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν μισθὸν ἀνώτερον εἰς ἀνθρώπους ἓξ μόνον ἔτη ὑπηρετήσαντες, καὶ νὰ ἀρνηθῶμεν αὐτὴν τὴν μισθοδοσίαν εἰς ἀνθρώπους ὡς τὸν κ. Βαλαβάνην καὶ Μάμουκα, γηράσαντας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Οἱ δὲ εἰσηγηταὶ νὰ ἐξισωθῶσι πρὸς τοὺς τμηματάρχας βʹ. τάξεως καὶ καθεξῆς. Ἀφοῦ κάμωμεν πολιτικοὺς μηχανικοὺς, καὶ οἱ μισθοί των πρέπει νὰ ἐξομοιωθοῦν μὲ τοὺς τῶν λοιπῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου.
§78ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐπεκαλέσθη τὸν κ. Βαλαβάνην. Τῳόντι αὐτὸς εἶναι εἷς ἐκ τῶν ἀξιωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ κράτους. Τυχαίως μετ’ αὐτοῦ ἐλάλουν ποτὲ περὶ ὑπαλλήλων, ἀπεδέχθη δὲ τὴν γνώμην μου, δηλαδὴ, ὅτι ὁ μισθὸς τῶν ὑπαλλήλων εἶναι μικρός. Λοιπὸν τί πρέπει νὰ γείνῃ; Αὔξησις τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων, διὰ νὰ ἔχητε τοιούτους ἀφοσιωμένους εἰς τὰ δημόσια. Διὰ τοῦτο καὶ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βαλαβάνη δέχομαι τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον.
§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκτὸς τῆς γνώμης τοῦ κ. Ζωχιοῦ τὸ ζήτημα τοῦτο ἀρκούντως ἐμελετήθη, καὶ ἡ γνώμη μου ἦτον κατ’ ἀρχὰς νὰ ἐξομοιώσωμεν καὶ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς μὲ τοὺς λοιπούς· ἀλλὰ ἐπείσθην μελετήσας ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ οὕτω, διότι οἱ μηχανικοὶ καταρτίζονται μετὰ σπουδὴν καὶ κόπους πολλούς· ἑπομένως οὐδεὶς νέος θυσιάζει τὴν περιουσίαν καὶ τὸν καιρόν του πρὸς ἐκμάθησιν, ἐὰν δὲν ἔχει ἓν στάδιον διὰ νὰ ζήσῃ καὶ νὰ προαχθῇ. Ἐὰν δὲν παραδεχθῆτε μισθὸν κατάλληλον, καὶ νομίζω ὅτι τοιοῦτος εἶναι ὁ μισθὸς τὸν ὁποῖον προσδιορίζει τὸ νομοσχέδιον, δὲν θὰ ἔχητε ὅπως πρέπει μηχανικούς· ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ φανῶμεν φειδωλοί.
§80Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ μίαν ἡμέραν ἠμπορεῖ νὰ ἔλθω εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν καὶ νὰ ἔχω φίλον ὑπουργὸν, ἀποσύρω τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐναντίον τοῦ συμφέροντός μου ἔκαμα. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2.
§81ΜΕΤΑΞΑΣ. Καὶ ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν.
§82Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ζωχιοῦ καὶ λέγω ὅτι πρέπει νὰ προστεθῶσιν αἱ ἑξῆς λέξεις· «εἰς οὐδένα τῶν ἐν τῷ γραφείῳ διευθυνόντων ἐπιτρέπεται ἐκτέλεσις δημοσίων ἔργων ἐνόσῳ διατελοῦσιν ἐν αὐτῷ».
§83ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ παραδέχομαι, διότι οἱ ἐλέγχοντες δὲν πρέπει νὰ ἐκτελῶσι καὶ ἔργα.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὅπως ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 3.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ῥικάκη.
§86ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι σπουδαιότατον, διότι ὁποίας ἄλλας διατάξεις καὶ ἂν θέσητε, καὶ ὁποίους μισθοὺς καὶ ἂν δώσητε, καὶ ὁποῖα μέτρα ἐξασφαλίσεως ἄλλα ἐὰν λάβητε, ἐὰν δὲν προσδιορίσητε τὰ προσόντα διὰ νὰ γνωρίζωμεν ποῖοι θὰ εἰσέλθουν καὶ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸν καλὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος, θὰ ζημιώσωμεν ἀντὶ νὰ ὠφελήσωμεν. Τὸ νομοσχέδιον δυστυχῶς δὲν λαμβάνει πρόνοιαν ἀναλόγως τῆς σπουδαιότητος τοῦ ἔργου. Τί ἀπαιτεῖται διὰ νὰ εἰσέλθῃ τις μηχανικός; «πρῶτον, οἱ ἀποπερατώσαντες τὰς σπουδάς των ἔν τινι ἡμεδαπῇ ἢ ἀλλοδαπῇ εἰδικῇ σχολῇ καὶ προσάγοντες ἐπίσημον περὶ τούτου βεβαίωσιν»· παρατηρεῖτε ὅτι ἀρκεῖ νὰ ἤκουσε τὰ μαθήματα τις καὶ φέρῃ ἀπόδειξιν, καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃ· «δεύτερον, οἱ ἔχοντες διορισμὸν ἀρχιτέκτονος». Ὁ ἀρχιτέκτων ἀπὸ τὸν μηχανικὸν διαφέρει πολὺ, ὥστε διατρέχομεν τὸν κίνδυνον ν’ ἀντικαταστήσωμεν τοὺς μηχανικοὺς μὲ τοὺς πρωτομαστόρους· «τρίτον, οἱ ὑποβαλλόμενοι καὶ εὐδοκιμοῦντες εἰς ἐξετάσεις κανονισθησομένας διὰ Β. Διατάγματος»· δηλ. ὑποθέτω ὅτι καμμίαν πρακτικὴν ἐξέτασιν ἐννοεῖ τὸ νομοσχέδιον. Αὗται, κύριοι, εἶναι αἱ ἐγγυήσεις καὶ τὰ προσόντα διὰ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους εἰς οὓς ἀναθέτομεν τοιαῦτα σπουδαῖα συμφέροντα καὶ καθήκοντα. Τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαιότατον μέρος, καὶ πάντες γνωρίζομεν ὅτι πολλάκις μηχανικοὺς δὲν εἴχαμεν καὶ τοιούτους ἐζητήσαμεν ἔξωθεν. Πρέπει λοιπὸν κατ’ ἀνάγκην νὰ κανονίσωμεν τὰ προσόντα. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀναγκάζομαι νὰ θέσω προσόντα δι’ ἑκάστην τῶν κατηγοριῶν. Πρῶτον, καθόσον ἀφορᾷ τὸν γενικὸν διευθυντὴν, ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσωμεν περισσοτέρας ἐγγυήσεις. Πράγματι λοιπὸν, ὅπως παρατηρεῖτε εἰς τὴν τροπολογίαν μου, λαμβάνονται τοιαῦται «κατὰ τὴν πρώτην σύστασιν τοῦ Σώματος διορίζονται ὁ μὲν διευθυντὴς τῶν δημοσίων ἔργων ἐκ τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ ἢ τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν».
§87Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κατ’ αὐτὴν τὴν τροπολογίαν ἐμποδίζεται ὁ ὑπουργὸς νὰ φέρῃ ἀνώτατον μηχανικὸν εἰδικὸν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην.
§88ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς νομίσῃ, ὅτι πρέπει νὰ διορισθῇ εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν τοιοῦτος, τὸ λέγομεν παρακατιών «οἱ δὲ νομαρχιακοὶ μηχανικοὶ ἐὰν ἀπέκτησαν τοὐλάχιστον βαθμὸν τοῦ λοχαγοῦ ἢ τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν, καί τοι δὲν διατελοῦσιν ἤδη ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ· τρίτον, οἱ ἐπαρχιακοὶ μηχανικοὶ αʹ) ἐὰν ἐπίσης ἀπέκτησαν τοὐλάχιστον τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ τοῦ μηχανικοῦ ἢ τοῦ ὑπολοχαγοῦ τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν· βʹ) ἐὰν ἀποπεράτωσαν τὰς σπουδάς των ἔν τινι ἡμεδαπῇ ἢ ἀλλοδαπῇ εἰδικῇ σχολῇ καὶ προσάγωσι τὸ προσῆκον δίπλωμα». Τὰς ἐξετάσεις οὐδὲ τὸ νομοσχέδιον τὰς θέτει εἰς πάντα ἄνθρωπον· ἐδῶ ὅμως ἡ τροπολογία τὰς θέτει εἰς εἰδικὴν κατηγορίαν.
§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρῶτον ἀπὸ ὅλα πρέπει νὰ ἠξεύρητε ὅτι δὲν θὰ διορισθοῦν ὅλοι, ὥστε δὲν ὑπάρχει κίνδυνος νὰ εἰσέλθουν ἀμαθεῖς καὶ ἀνίκανοι.
§90ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐμποδίζει. Δὲν βλέπω δὲ τὸν λόγον νὰ μὴ ἔχωμεν καὶ μίαν προσθήκην διὰ τοὺς ἐπιθεωρητὰς (ἀναγινώσκει). Ὅσον μεγαλειτέρα εἶναι ἡ διοίκησις, τόσον περισσοτέρας πρέπει νὰ ζητήσωμεν καὶ τὰς ἐγγυήσεις. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖος ὁ προσδιορισμὸς τοῦ βαθμοῦ, διότι δι’ αὐτοῦ ὑπάρχει τὸ προηγούμενον τῆς μακρᾶς ὑπηρεσίας καὶ μεταξὺ ὁμοιοβάθμων πρέπει νὰ προτιμᾶται ἐὰν ὑπῆρξέ τις δημόσιος μηχανικὸς καὶ ὑπηρέτησεν εἰς τὸν τόπον, ὅστις βεβαίως θὰ ᾖναι καλλίτερος παρὰ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐτελείωσε χθὲς καὶ ἔχει ἓν δίπλωμα. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐὰν θέλετε νὰ τροποποιήσητε τὸ ἄρθρον, πρέπει νὰ παραδεχθῆτε αὐτὰς τὰς ἐγγυήσεις, διότι ἄλλως τὸ Σῶμα θὰ ἔχῃ πολὺ περισσοτέρας ἐλλείψεις παρ’ ὅσας θέλομεν σήμερον νὰ διορθώσωμεν.
§91ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας προσόντα ἐννοεῖ τὸν βαθμόν· λοιπὸν θέλει ταγματάρχην. Ἐὰν λοχαγός τις εἶναι εὐφυής, εἶναι ἐπιστήμων, ἀλλὰ δὲν εἶναι ταγματάρχης, δὲν δυνάμεθα νὰ τὸν θέσωμεν ὡς διευθυντὴν, αὐτὸν τὸν ἐπιστήμονα; Δὲν εἶναι λόγος αὐτὸς ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὡς προσὸν τὸν βαθμὸν, ἤτοι ὅτι πρέπει νὰ διορίζεται ταγματάρχης. Δίπλωμα σχολῆς ἔχει; Εὐφυΐαν καὶ ἱκανότητα ἔχει; Ἂν δὲ εἶναι καὶ ἀξιωματικὸς, τόσον τὸ καλλίτερον.
§92Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔχεις καλὸν ὑπουργὸν; ὅλα γίνονται· δὲν ἔχεις; τίποτε δὲν γίνεται.
§93ΖΩΧΙΟΣ. Τότε φθάνομεν εἰς ἓν ἄλλο ζήτημα, ἤτοι εἰς τὸν παρόντα ὑπουργὸν δὲν ἐμπιστευόμεθα αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ ὁ ὑπουργὸς νομίζω, ὅτι θὰ κάμῃ καλλίτερα νὰ φροντίσῃ νὰ διορισθοῦν καλοί. Καὶ ἂν εἶσαι ἀξιωματικὸς, σὲ προτιμῶ καὶ ἂν ὑπηρέτησες σὲ προτιμῶ μεταξὺ τῶν ἄλλων. Καὶ ἂν εἶναι ὁ λοχαγὸς καλλίτερος ἀπὸ τὸν ταγματάρχην τὸν προτιμῶ. Εἰς τὸν βαθμὸν δὲν δίδω καμμίαν σημασίαν.
§94ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνόμισάν τινες, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐμελετήθη κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ διὰ τοῦτο παραπονοῦνται. Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν ἔχω παράπονον κατὰ τῶν κυρίων ἀξιωματικῶν, οὐδένα τοιοῦτον σκοπὸν ἑπομένως ἔχω· ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ εἷς ἄνθρωπος νὰ δουλεύῃ δύω κυρίους, τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸ χείριστον οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν ἦτο ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπολύτως, ἐγένετο ἑπομένως σύγχυσις φοβερά. Ἐπὶ Ὄθωνος συνέβη ἕνα συλληφθέντα καταχραστὴν τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τὸν ὑπεστηρίζῃ, ὥστε παρ’ ὀλίγον νὰ διαφύγῃ μετὰ δύω μηνῶν πάλην. Ὁ σκοπὸς μὲν εἶναι νὰ σχηματίζηται σῶμα ὑπαλλήλων ἐπιστημόνων ὑπαγομένων εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀποκλειστικῶς, καὶ ἐκτελούντων τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ. Ἕως νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει, πολλαὶ τροπολογίαι ἔγειναν· ἡ πρώτη ἰδέα ἦτο νὰ τοποθετήσωμεν τοὺς ὑπάρχοντας μηχανικοὺς κατὰ βαθμοὺς, ἀλλ’ ἐκρίθη κάλλιον νὰ ἀφεθῇ ἐλεύθερος ἔλεγχος τῆς ἀξίας ἑκάστου, καὶ νὰ μὴ ἀναγκασθῇ ὁ ὑπουργὸς νὰ διορίζῃ ἀξιωματικοὺς, ἀποβλέπων εἰς μόνον τὸν βαθμόν· δὲν ἔπρεπεν ὅμως νὰ συγχωρήσωμεν ἅλματα μέγιστα, καὶ διὰ μιᾶς ἦτο ἄτοπον λοχαγὸς λαμβάνων 300 δραχμὰς μισθὸν νὰ ἀναβιβασθῇ ἀμέσως εἰς πεντακοσίας, καὶ δι’ αὐτὸ ἐδέχθημεν τὴν ἀκόλουθον τροπολογίαν· οἱ ἀξιωματικοὶ ἔχοντες βαθμὸν λοχαγοῦ νὰ ἠμποροῦν νὰ καθέξουν θέσιν βʹ. τάξεως νομαρχιακοῦ μηχανικοῦ ἢ εἰσηγητοῦ· διὰ τὰς ἀνωτέρας θέσεις ὁ ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ὑποτίθεται ὅτι ἔχουν περισσοτέραν πεῖραν. Πρὸς δὲ παραδέχθην καὶ τὴν ἰδέαν τῆς προσκλήσεως ξένων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ τροπολογία πρέπει νὰ προσδιορίζῃ, διευθυντάς........
§95ΤΙΝΕΣ. Ἐτυπώθη ἡ τροπολογία;
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ὑπουργὸς, καὶ ἡ ὁποία ἐγένετο δεκτή (ἀναγινώσκει).
§97ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ γνωρίζῃ καθαρῶς τί τρέχει. Πρόκειται περὶ τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, πρόκειται περὶ τῶν διορισθησομένων κατὰ τὴν αʹ. ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου· μετὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν μετὰ τὸ πρῶτον ἔτος κατὰ τὸν νόμον οἱ διοριζόμενοι πρέπει ν’ ἀρχίσουν ἀπὸ τοῦ κατωτέρου βαθμοῦ καὶ νὰ προβιβάζωνται ὀλίγον κατ’ ὀλίγον· ὑπάρχει ὅμως εἷς μόνος ἀρχιτέκτων ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπηρετῶν 20 περίπου ἔτη· λοιπὸν εἶναι ἄδικον αὐτὸν τὸν ὑπηρετήσαντα τόσα ἔτη διὰ μιᾶς νὰ τὸν ῥίψωμεν εἰς τὸν δρόμον καὶ περὶ αὐτοῦ καὶ μόνου πρόκειται· ἀλλ’ εἰς τὸ ἑξῆς οὐδεὶς γίνεται ἀρχιτέκτων, ἐὰν δὲν φέρῃ δίπλωμα ἀρχιτέκτονος καὶ νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τοῦ κατωτέρου βαθμοῦ καὶ νὰ προβαίνῃ εἰς τοὺς ἀνωτέρους.
§98Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ γείνῃ μνεία εἰς τὰ πρακτικὰ, κύριε πρόεδρε, ὅτι ἐξαιρεῖται ὁ κ. Κατσαρός.
§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι νὰ ἐξαιρεθοῦν οἱ ἔχοντες 10–15 ἐτῶν δημόσιον ὑπηρεσίαν.
§100ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν «οἱ ἔχοντες δίπλωμα ἀρχιτέκτονος ἢ διορισμὸν τοιούτου καὶ ὑπηρετήσαντες ἐπὶ 10 ἔτη ὡς τοιοῦτοι».
§102ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀκούσατε πῶς ἐτροπολογήθη τὸ ἄρθρον 3 § 1. κατὰ τὴν πρώτην σύστασιν τοῦ Σώματος, ἤτοι ἐντὸς τοῦ πρώτου ἔτους, διορίζονται .......
§104ΣΟΥΤΣΟΣ. Νομίζω, ὅτι τοὺς μαθητὰς τοῦ πολυτεχνείου δὲν ἐμποροῦμεν νὰ τοὺς ἐξαιρέσωμεν· οἱ ἀριστεύσαντες μαθηταὶ τοῦ πολυτεχνικοῦ σχολείου ἀφοῦ ὑπηρετήσουν 5 ἔτη ὡς ἐργοδηγοί. Ἔχομεν, κύριοι, μαθητὰς τοῦ σχολείου αὐτοῦ ἐργοδηγοὺς καὶ ἔχετε διορίσει τοιούτους.
§105ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν εἰς τὸν νόμον νὰ θέσωμεν αὐτὸ, διότι ........
§106ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐπρότεινα τὴν ἀπάλειψιν τῆς παραγράφου 3.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τῆς τελευταίας § τοῦ ἄρθρου 3 νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 4.
§108ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς § 2 τοῦ ἄρθρου 4 ἔχω τροπολογίαν· κατὰ τὸ νομοσχέδιον, κ. πρόεδρε, «οἱ διορισθέντες κατὰ τὸ ἄρθρον 1 θεωροῦνται παρῃτημένοι τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας». Τί θὰ γείνῃ ὁ βαθμός του; θὰ τεθῇ εἰς ἀποστρατείαν;
§109ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ κατάστασις τὴν ὁποίαν ζητεῖ νὰ πλάσῃ τὸ νομοσχέδιον εἶναι κατάστασις ἀποστρατείας· ὁ ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τμήματος αὐτοῦ, αὐτὸς παύει τοῦ νὰ ᾖναι ἀξιωματικός· ἔχει μόνον τὸν βαθμόν του, εἶναι ἀπόστρατος· δὲν θὰ ᾖναι στρατιωτικὸς πλέον, εἶναι πολίτης.
§110ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξάγεται αὐτὸ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου.
§111Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἐννοεῖ, ὅτι πᾶς ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος θὰ μεταβῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ μὴν ἐξαρτᾶται πλέον ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§112ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὔτε νὰ ἠμπορῇ νὰ ἐπανέλθῃ ὡς στρατιωτικός.
§113ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ λέγει ἡ τροπολογία μου.
§114ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, ἀφοῦ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ἐννοεῖ, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ δηλώσαντες τὴν μετάβασίν των εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ κλάδου τῶν δημοσίων ἔργων τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δικαιοῦνται νὰ φέρωσι τὸν βαθμόν των, ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ζητήσω τὴν ἀφαίρεσίν των. Ἀλλὰ καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ ὑποβαλὼν τὴν τροπολογίαν ἔντιμος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς τροπολογίας θέλει νὰ ἐγκαταστήσῃ κατάστασιν στρατιωτικὴν, ἡ ὁποία ἀποκρούεται ἀπὸ τὸν νόμον περὶ καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, παρουσιάζει τὴν ἀνωμαλίαν αὐτὴν, ἡ ὁποία δύναται, νομίζω, νὰ ἐκλείψῃ δι’ αὐτῆς τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλω. Πρῶτον οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ μέλλοντες νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν θὰ ἔχωσιν, ἢ τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως ἀποκτήσει, ἢ δὲν θὰ ἔχωσι συμπληρώσει τὰ 25 ἔτη. Διὰ τοὺς ἔχοντας τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, ἤτοι συμπεπληρωμένα τὰ 25 ἔτη, οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ θὰ μετατεθῶσιν εἰς ἀποστρατίαν. Οἱ μὴ ἔχοντες συμπεπληρωμένα τὰ 25 ἔτη, τί θὰ γείνουν; Νομίζω, ὅτι πρέπει τὰ ἔτη τῆς μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὑπηρεσίας των νὰ καταλογίζωνται πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ χρόνου πρὸς ἀπόκτησιν δικαιώματος εἰς τὰς πολιτικὰς συντάξεις. Νὰ ἔχωσι δὲ τὸ δικαίωμα νὰ φέρωσι τὴν στολὴν τοῦ βαθμοῦ των, ὃν εἶχον τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν μετέβησαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§115ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Μαυρομιχάλη, μοὶ φαίνεται ὅτι εἴμεθα πληρέστατα σύμφωνοι. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον οἱ ἀξιωματικοὶ θὰ ἔλθουν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν, θέλουν ὑπολογίζει τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας διὰ τὴν σύνταξίν των καὶ ὅταν φθάσουν τὰ 25 ἔτη θὰ λαμβάνωσι τὴν σύνταξιν, ὑπαγόμενοι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ πολιτικῶν συνταξιούχων νόμου, λογαριαζομένου τοῦ χρόνου καὶ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας.
§116Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτοὶ θὰ προβιβάζωνται;
§117ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι. Θὰ προβιβάζωνται μόνον ὡς πολιτικοὶ ὑπάλληλοι.
§118ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἔλθουν εἰς τὴν πολιτικὴν ὑπηρεσίαν πρέπει νὰ παραιτηθοῦν τοῦ στρατιωτικοῦ βαθμοῦ.
§119ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἠμποροῦν νὰ φέρουν τὴν στολὴν των.
§120ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Δὲν ἠμποροῦν· πρέπει νὰ πάρουν τὴν ἄφεσίν των, καὶ τότε δὲν ἠμποροῦν νὰ φέρουν στολήν.
§121ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ νὰ εὐκολύνω τοὺς κυρίους ἀξιωματικοὺς ἵνα καταταχθῶσιν εἰς τὸ Σῶμα, ἐνόμισα καλὸν νὰ ζητήσω ὅσον εἶναι δυνατὸν ὀλιγωτέρας θυσίας. Μιᾶς θυσίας εἴχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην, νὰ γείνουν ἁπλῶς καὶ καθαρῶς ὑπάλληλοι τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, οὐδεμία δὲ βλάβη ἐπέρχεται ἂν φέρουν τὴν στολήν των· ἐνόμισα διὰ τοῦτο νὰ προσφέρωμεν κἄποιαν περιποίησιν πρὸς αὐτούς.
§122Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι δὲν ἀποκλείουν τὸ τοιοῦτον· ἄλλως τε εἰς ὅλα τὰ εὐρωπαϊκὰ Κράτη πολῖται καταταχθέντες εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις καὶ μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας ἀξιωθέντες βαθμοῦ ἀξιωματικοῦ ἔλαβον τὴν ἄδειαν παρὰ τῶν Κυβερνήσεων μετὰ τὸ πέρας τοῦ πολέμου νὰ φέρουν τὴν στολήν, καὶ ὡς ἀπόδειξιν φέρω τὸν Ἀλέξανδρον Δόσιον, ὁ ὁποῖος ὑπηρετήσας ἐν Ἰταλίᾳ φέρει σήμερον τὴν στολὴν λοχαγοῦ.
§123ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἐγὼ συμφωνῶ νὰ φέρῃ ὁ ἀξιωματικὸς τὴν στολήν, ἀλλὰ πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸν νόμον, διότι ἄλλως τὸ φρουραρχεῖον δύναται νὰ τὸν καταδιώξῃ.
§124Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σήμερον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβαλὼν νομοσχέδιον περὶ ἀξιωματικῶν τῆς ἐθνοφυλακῆς δίδει τὸ δικαίωμα ἐκεῖ νὰ ὑπάγουν ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ καὶ ἔφεδροι καὶ ἀπόστρατοι· λέγει δὲ ὅταν ἀπολυθοῦν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ φέρουν τὴν στολήν των.
§125Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν του).
§126ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον διὰ νὰ ἐξέλθωμεν τῆς δυσκολίας «δύνανται νὰ φέρωσι τὴν στολὴν τοῦ βαθμοῦ των καὶ διατηροῦσι τὰ κεκτημένα δικαιώματα.»
§127Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ῥητὴ διάταξις πρέπει νὰ τεθῇ, ὅτι διαγράφονται τῶν ἐλέγχων τοῦ στρατοῦ.
§128Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν τὸ ἀφίνομεν νὰ τὸ συνομολογήσωμεν αὔριον;
§129ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 6 μ. μ.