1877.12.10
1.273 στίχοι · 10.447 λέξεις · 145 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
τῆς 10 Δεκεμβρίου 1877.
(Σάββατον)
Ὥρᾳ 1½ μ. μ.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀγωνιστὴς Κοτζιᾶς διὰ τὰς μεγάλας θυσίας του ζητεῖ σύνταξιν· θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία χθὲς βραδέως μοὶ ἔδωκε τὴν ἔκθεσίν της, ἥτις ἐστάλη εἰς τύπωσιν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§2ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Τινὲς τῶν παλαιῶν αὐτῶν ἀγωνιστῶν εἶναι ἄξιοι οἴκτου, δὲν ἔχουν οὔτε ἄρτον.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὡσαύτως δύω ἀναφοραὶ τῆς χήρας τοῦ συνταγματάρχου Κακλαμάνου καὶ ἑτέρα τῆς Ἀνδριάνας Τζαβέλα, αἱ ὁποῖαι ἐπίσης ζητοῦν βοήθειαν ἀπὸ τὸ ἔθνος. Καὶ αὐταὶ θὰ σταλοῦν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§4ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐπειδὴ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν δύναται νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ. Ὑποβάλλω ἕτερον νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου περιορίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν κλητήρων τῶν τηλεγραφείων καὶ ἀντ’ αὐτῶν διορίζονται ἄμισθοι τηλεγραφοκομισταί.
§5Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε πρόεδρε, εἰς μίαν τῶν προλαβουσῶν συνεδριάσεων ὁ κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶς, βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, ἔκαμε λόγον περὶ τοῦ κ. Ῥαγκαβῆ, ὡς συγγραφέως ἑνὸς δράματος τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ παραβάτου, καὶ ἐζήτησε παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τὴν ἀποπομπὴν τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι παρεβίασε τὸν ὅρκον τὸν ὁποῖον ἔδωκε, γράψας κατὰ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας. Εἰς τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Πετιμεζᾶ εἰσῆλθον εἰς τὴν αἴθουσαν, μετ’ αὐτὸν ἀπήντησεν ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ ἐνόμισα πρέπον νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἠδύνατο νὰ κρίνῃ περὶ συγγράμματος, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπέκειτο εἰς τὴν ἀντίλειψιν αὐτῆς, καὶ ὁ παραβιάζων τοὺς νόμους τιμωρεῖται, ἡ δὲ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς ἤθελε προέλθει εἰς ἓν μέτρον. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἀφορμὴν ἔλαβεν νὰ φέρῃ τὴν ἐπερώτησιν αὐτὴν ἐκ διατριβῆς, τὴν ὁποίαν ὁ κ. καθηγητὴς τῆς Θεολογίας Δαμαλᾶς εἶχε καταχωρίσῃ ἐν τῇ Καρτερίᾳ. Σήμερον πάλιν ὁ αὐτὸς καθηγητὴς παραμορφῶν ὅσα ἐγὼ εἶπον ἐν τῇ Βουλῇ, κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ἐξέρχεται διὰ τῆς νέας διατριβῆς νὰ ἀποδείξῃ τὸ ἐσφαλμένον τῶν σκέψεών μου. Καὶ ὁ κ. Δαμαλᾶς εἶχε βεβαίως λόγον ν’ ἀντιστρατευθῇ κατ’ ἐμοῦ. Ἐπιθυμῶ νὰ μὴ παραμορφόνωνται, κ. πρόεδρε, τὰ ὅσα εἶπον κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δι’ αὐτὸ ἀναγκάζομαι νὰ δώσω τὰς ἐξηγήσεις αὐτάς· θέλω δὲ, ἐπειδὴ δίδει ἀφορμὴν, παρακαλέσει τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν ὁ κ. Δαμαλᾶς ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Πανεπιστημίου διδάσκει ὅτι ἡ Πολιτεία ὀφείλει νὰ ὑπόκειται εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὰ παρόμοια, ἂν τοιαῦτα ἐπιτρέπωνται νὰ λέγωνται ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Ἑλληνικοῦ Πανεπιστημίου εἰς τὰ 1877, ὅταν οὔτε εἰς αὐτὴν τὴν Ἱσπανίαν, οὔτε αὐτὸς ὁ Πάππας τολμᾷ νὰ ἀνυψώσῃ τοιαύτην ἀρχήν.
§6ΡΟΥΚΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἀντιπρόσωπος τοῦ Πάππα (ἱλαρότης).
§7Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν, ἀφοῦ λάβῃ τὰς δεούσας πληροφορίας, νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν εἶναι ἀληθὲς ὅτι τοιαῦτα δόγματα διδάσκονται ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Ἑλληνικοῦ Πανεπιστημίου. Περὶ τοῦ κ. Ῥαγκαβῆ εἶπον ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ δικάσῃ ἂν δὲν ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία θὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν της κατὰ παντὸς ὅστις παραβαίνει τοὺς νόμους, καὶ κατόπιν ἂν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν της, τότε μόνον ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ περὶ τούτου λόγον· ἐνόσῳ ὅμως δὲν περαιωθῇ ἡ ἀνάκρισις, ἐνόσῳ δὲν ἐπέλθῃ ἀπόφασις δικαστικὴ καὶ ἐνόσῳ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν λάβῃ μέτρον τι δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἐλέγξῃ τὸν ὑπουργόν.
§8Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ προλαλήσας παρεπονέθη ὅτι παρεμόρφωσαν ἐντελῶς ἄλλοι ἐκτὸς τῆς Βουλῆς τὴν ὁμιλίαν του καὶ τὸν σκοπόν του καὶ τὸ πνεῦμα αὐτῆς· τὶ νὰ εἰπῶ δὲ ἐγὼ διὰ τὸν κ. Ῥοῦφον, ὁ ὁποῖος ἐντὸς τῆς Βουλῆς εὑρισκόμενος παρεμόρφωσεν αὐτὴν τὴν ὁμιλίαν τὴν ἰδικήν μου; Πότε ἐγὼ εἶπον ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ γίνῃ κριτὴς καὶ νὰ ἀποφασίσῃ ἂν τὸ βιβλίον τοῦ κ. Ῥαγκαβῆ εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀντιχριστιανικὸν, εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἐπιλήψιμον; Τοιοῦτόν τι ἐγὼ οὐδέποτε ἐπρότεινα εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἂν τὸ ἐπρότεινα βεβαίως θὰ παρελογιζόμην, καὶ τοὐλάχιστον μέχρι τοῦδε ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν παραλογίζομαι. Ἐγὼ ἔμαθα ὅτι ἐδημοσιεύθη βιβλίον, τὸ ὁποῖον ἔλεγε, κατὰ τὰς πληροφορίας ἐμοῦ καὶ ἄλλων σπουδαίων καὶ πεπαιδευμένων ἀνδρῶν καὶ συναδέλφων, ὅτι ὁ συγγραφεὺς λέγει ὅτι τὸ κοράνιον εἶναι καλλίτερον ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιον, τίποτε ὀλιγώτερον· καὶ εἶπον ὅτι ὅταν ὑπάλληλος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔθεσε τὴν χεῖρά του ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου καὶ εἶπεν ὅτι ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος, καὶ ὑπὸ τὴν αἵρεσιν αὐτὴν, ὑπὸ τὸν τύπον αὐτὸν τοῦ νόμου τότε καὶ μόνον ἠδύνατο νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν πολιτείαν· ἀφοῦ δὲ μετὰ τὸν ὅρκον αὐτὸν ἔγραψε τοιοῦτον βιβλίον, δὲν ἀνῄρεσε τὸν ὅρκον τὸν ὁποῖον ἔδωσε πρὸς τὴν πολιτείαν, καὶ δὲν ἀνῄρεσε, οὕτως εἰπεῖν, τὸ συμβόλαιον τὸ ὁποῖον συνδέει τὴν πίστιν τοῦ ὑπαλλήλου πρὸς τὴν πολιτείαν; Εἶπον λοιπὸν πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπειδὴ αὐτὰ εἶναι ἀληθῆ, αὐτὸς δὲν πρέπει δὲν δύναται νὰ ᾖναι ὑπάλληλος· καὶ κατὰ τὴν ἐδικήν μου δὲ πεποίθησιν, ἂν ἤμην ὑπουργὸς καὶ ἔῤῥιπτον ἓν βλέμμα εἰς βιβλίον περιέχον τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα περιέχει τὸ βιβλίον ἐκεῖνο, βεβαιωθῆτε ὅτι οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἤθελον τὸν ἀφήσει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· ἐγὼ λοιπὸν δὲν εἶπον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς αὐτὸ, οὔτε τὸ εἶπον ποτὲ, οὔτε τὸ ἐφαντάσθην· ἔλαβον ἀφορμὴν ἐκ τῆς διατριβῆς τοῦ κ. Δαμαλᾶ, διότι ὁ κ. Δαμαλᾶς κατὰ τὴν κρίσιν μου καὶ τὴν πεποίθησίν μου εἶναι εἷς ἐκ τῶν λογιωτέρων καὶ τῶν χρηστοτέρων καθηγητῶν τῆς Θεολογίας· αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου, καὶ ὤφειλον νὰ δώσω βεβαίως προσοχὴν εἰς μίαν τοιαύτην διατριβὴν του ἀναφερομένην πρὸς καθήκοντα χριστιανικά. Τώρα ἂν ὑπάρχῃ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Ῥούφου καὶ Δαμαλᾶ, ὡς προεῖπε ὁ κ. Ῥοῦφος, τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον.
§9Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὅταν εἷς βουλευτὴς ὁμιλῇ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ παραμορφόνονται οἱ λόγοι του ἀπὸ μέρους καθηγητῶν καὶ καθηγητῶν τῆς θεολογίας, νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν βουλευτὴν νὰ ζητήσῃ νὰ διορθωθῇ ὅ,τι εἶπε. Δὲν μετέρχομαι, κύριοι, τὸν δημοσιογράφον· εἶμαι βουλευτὴς καὶ ὀφείλω νὰ δικαιολογήσω τὴν γνώμην μου ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν ἔχω νὰ ἀπαντήσω οὐδὲ θὰ ἀπαντήσω διὰ τῶν ἐφημερίδων· ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἐξακολουθεῖ ἀκόμη νὰ λέγῃ ὅτι ἐγὼ παρεμόρφωσα ὅσα εἶπεν ἐν τῇ Βουλῇ· ἐγὼ εἶπον ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς εἶναι πρόωρον· αὐτὰ εἶναι καθήκοντα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, διότι ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ δικάσω τὸν Ῥαγκαβῆν, ἂν δὲν ἐπέλθῃ μία ἀπόφασις.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς καὶ ὅσα εἴπατε σεῖς εἶναι καταχωρημένα εἰς τὰ πρακτικὰ· ἑπομένως δὲν βλέπω τί τὸ συζητούμενον.
§11Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τὰ πρακτικὰ δὲν δημοσιεύονται οὔτε τὰ ἐστενογραφημένα οὔτε τὰ ἐπίσημα, πρᾶγμα ὅπερ μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα συμβαίνει· εἰς τὴν Ἰταλίαν ἔγιναν ἄπειρα παράπονα διότι ἐβράδυνεν ἐπὶ ὀλίγας ἡμέρας ἡ δημοσίευσις τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, εἰς τὸ Βέλγιον δὲ ἔγινε μέγας πάταγος, διότι ἐπὶ μίαν ἡμέραν δὲν ἐδημοσιεύθησαν τὰ πρακτικά. Ὤφειλον νὰ εἴπω ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅπως εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅπου καταχωροῦνται περιλήψεις νὰ σημειωθῇ ἡ ἀκριβὴς ἔννοια τῶν λόγων μου.
§12ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω, κύριοι, τὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1876, ληξάσης τῆς 31ης Ὀκτωβρίου, συνοδευόμενον ὑπὸ τῆς καταστάσεως τῶν ἐσόδων κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως. Ὑποβάλλω προσέτι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἐπιόντος ἔτους συνοδευόμενον ὑπὸ τῶν δύω νομοσχεδίων περὶ κυρώσεως τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων αὐτοῦ καὶ συγχρόνως ἔκθεσιν αἰτιολογοῦσαν ἐν γένει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, πλὴν τῶν εἰδικῶν ἐκθέσεων αἱ ὁποῖαι, ὡς γνωρίζετε, συνοδεύουσι τοὺς εἰδικοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ὑπουργείων. Πρὶν δώσω ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1878, προτάττω παρατηρήσεις τινὰς ὡς πρὸς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1876. Ἀντὶ τῶν προϋπολογισθέντων ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1876 ἐκ 38,826,800 δραχ. ἐβεβαιώθησαν 38,255,414. Εἰσεπράχθησαν δὲ μόνον 31,596,459 καὶ τοιουτοτρόπως ἀπελείφθησαν καθυστεροῦντα 2,658,955, ἤτοι κατ’ ἀναλογίαν 11:70%. Χρεωστῶ δὲ νὰ παρατηρήσω ὅτι τὰ καθυστεροῦντα ταῦτα προέρχονται κυρίως ἀπὸ καθυστερήσεις τῶν φόρων τῶν ἀμπέλων, τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τῶν οἰκοδομῶν, ἔτι δὲ ἀπὸ τὰς πιστώσεις τῶν φθαρτῶν κτημάτων (πρὸ πάντων δύω ἐπαρχιῶν)· προσέτι δὲ, διότι κατὰ τὸ 1866 ἐδόθη μεγάλη ὤθησις εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ ἐπισφαλοῦς ἐσόδου τῶν δικαστικῶν ἐξόδων, διότι ἐβεβαιώθησαν κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ 816,000, ὡς γνωρίζετε δὲ μόλις εἰσπράττεται τὸ ⅓, καὶ διὰ τοῦτο ἀπελείφθη καθυστέρημα δραχ. 553,000. Ὁ δὲ ἀπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως ἔχει ὡς ἑξῆς. Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐχορηγήθησαν πιστώσεις 39,063,841, δι’ εἰδικῶν δὲ νόμων καὶ διαταγμάτων ἐχορηγήθησαν ἔτι 1,809,962 — ἐπραγματοποιήθησαν δὲ πληρωμαὶ μέχρι τέλους τῆς χρήσεως δραχ. 39,014,149. Τοιουτοτρόπως τὸ ἔλλειμμα ἀνέρχεται εἰς 3,417,790. Ὡς πρὸς τὸ ἔλλειμμα τοῦτο χρεωστῶ νὰ προσθέσω ὅτι ἐν μέρει περιλαμβάνει ἔκτακτα ἔξοδα τῆς μὲν στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας 850,000, τῆς δὲ ναυτικῆς 132,000. Τούτων δὲ ἀφαιρουμένων, τὸ ἔλλειμμα τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων περιορίζεται εἰς 2,435,790. Κύριοι, θέλω ἤδη πληροφορήσει τὴν Βουλὴν περὶ τῶν μέχρι 31 Ὀκτωβρίου ε. ε. ἀποτελεσμάτων τῆς ἐνεστώσης διαχειρίσεως. Ὡς γνωρίζετε, τὸ ἔτος ὡς πρὸς τὰ πλεῖστα τῶν προϊόντων ὑπῆρξε δυστυχὲς, διότι ὅλα σχεδὸν τὰ προϊόντα ἐβλάβησαν. Αἱ ζημίαι, αἱ ὁποῖαι θέλουν προέλθει κατὰ τὴν χρῆσιν ταύτην, κυρίως περιστρέφονται εἰς τοὺς φόρους τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν σύκων, προσέτι δὲ θὰ καθυστερηθῇ τὸ ἔσοδον τῆς σμύριδος καὶ μέγα μέρος τῶν χρεωλυτικῶν δόσεων τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν. Τὸ ἔλαιον προϋπελογίσθη εἰς δρ. 550,000, διετέθη δὲ διὰ 304,479, ὥστε ἔχομεν ἐπὶ ἔλαττον δρ. 245,521. Τὰ σῦκα προϋπελογίσθησαν εἰς 315,000, ἐξήχθησαν δὲ μέχρι τῆς 31ης Ὀκτωβρίου 132,000 ἀξίας, καὶ ἴσως φθάσουν μέχρι τέλους τοῦ ἔτους εἰς 145,000, ὥστε θέλομεν ἔχει καὶ ἐνταῦθα ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰν 200,000 δραχμῶν. Ἡ σμύρις καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, μὲ ὅλας τὰς ἀποπείρας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρὸς διάθεσιν αὐτῆς, δὲν διετέθη· ἐσχάτως μόνον ἐπωλήθησαν 4,500 καντάρια πρὸς 12½ καὶ ἔδωκαν ἔσοδον δραχ. 56, 250. Ὑπάρχουσιν ὅμως ἤδη προτάσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, αἵτινες δὲν εἶναι ἀσύμφοροι, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις εἰσέτι δὲν ἀπεφάνθη περὶ αὐτῶν. Αἱ δὲ χρεωλυτικαὶ δόσεις τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν ἐσημειώθησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἰς 1,800,000, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τὸ καταβληθὲν μέχρι 31 Ὀκτωβρίου φθάνει εἰς 1,068,000. Τοιουτοτρόπως τὰ προϊόντα καὶ τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερον, θὰ φέρωσιν ὅλα ὁμοῦ μείωσιν 1,605,000. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως τὰ ἔσοδα ἀπολαμβάνουν αὔξησιν ἐκ τῶν ἀκολούθων περιστάσεων: ά) Οἱ δημητριακοὶ καρποὶ ἐσημειώθησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1877 εἰς δραχ. 4,200,000. Εἶχεν ὑπολογισθῆ ὅτι θέλουν ἐνοικιασθῆ διὰ 900,000 κοιλῶν, ὁ δὲ μέσος ὅρος τῆς τιμῆς ὑπελογίσθη εἰς δραχμὰς 4:66. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαθέσεως αὐτῶν εἶναι 985,000 κοιλῶν, ἡ δὲ τιμὴ μέχρι τοῦ Νοεμβρίου, περιλαμβανομένου καὶ αὐτοῦ, κατὰ μέσον ὅρον 5: 11, εἰς τρόπον ὥστε θέλομεν ἔχει ὑπέρβασιν ἐσόδων 800 καὶ ἐπέκεινα χιλιάδων δραχμῶν. Ἡ σταφὶς ὑπελογίσθη εἰς 128,000,000 λίτρας, ἐξήχθησαν δὲ μέχρι τῆς 30 Νοεμβρίου 132,000,000, ὑπολείπονται δὲ ἀκόμη εἰς τὰς ἀποθήκας τῶν ἐμπόρων ὑπὲρ τὰ 10,000,000, εἰς τρόπον ὥστε καὶ ἂν εἰς τοῦτο μόνον περιορισθῇ ἡ ἐξαγωγὴ, θέλομεν ἔχει ἐπὶ πλέον ἔσοδον 180,000 δραχμῶν. Ὁ φόρος τῶν ζώων καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐλπίζω, ὅτι θέλει δώσει τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἶναι σημειωμένον, διότι ὑπάρχει ὑπέρβασις τῶν δηλώσεων καὶ ἀπαριθμήσεων καθὼς καὶ τῶν καταλόγων τῶν ἐπιτηδευμάτων πρὸς τὸ 1875 καὶ τὸ 1876 ἱκανή. Ἔχομεν προσέτι τὰς εἰσπράξεις ἐκ τοῦ νέου φόρου, τὸν ὁποῖον ἐπεβάλομεν κατὰ τὴν ἔκτακτον σύνοδον ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, ἐξ ὧν θέλομεν εἰσπράξει τὸ τρέχον ἔτος 200,000 δραχμῶν κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα. Μεταβαίνω εἰς τὰ τελωνιακά. Ἡ ἐξαγωγὴ μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου ἀνῆλθεν εἰς 2,998,619 δραχ., ἐνῷ τοῦ ἀντιστοιχοῦντος ἔτους 1875 μέχρι 31 Ὀκτωβρίου τὸ τῆς ἐξαγωγῆς ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 2,584,200, δηλαδὴ ἐπὶ πλέον 414,000. Ἡ εἰσαγωγὴ ὅμως εἶναι κατωτέρα ἕνεκα τῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας γνωρίζετε, τῆς ἀκινησίας τοῦ ἐμπορίου καὶ τοῦ ἐν γένει μαρασμοῦ εἰς τὰς συναλλαγάς. Ἡ δὲ εἰσαγωγὴ κατὰ τὸ δεκάμηνον διάστημα ἔδωκε κατὰ τὸ 1875 δραχ. 7,788,000, κατὰ τὸ 1876 7,869,000, κατὰ δὲ τὸ 1877 7,579,000, ὥστε ἔχομεν διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον 200,000 δραχμῶν.
§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ προϋπολογισθέντα ποσὰ ποία διαφορὰ ὑπάρχει ὡς πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν καὶ τὴν ἐξαγωγήν;
§14ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρῶτον ἠξεύρετε ὅτι οἱ ἀριθμοὶ τοὺς ὁποίους σᾶς ἔδωκα ἀφοροῦν τὸ δεκάμηνον, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς ἀφορᾷ τὸ δωδεκάμηνον, ἑπομένως σύγκρισις δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ. Τὰ προϋπολογισθέντα ποσὰ ὅμως εἶναι τὰ ἑξῆς. Προϋπελογίσθησαν διὰ τὴν ἐξαγωγὴν 3,400,000, ἔχομεν 2,998,000, ὥστε βλέπετε ὅτι ὑπολείπονται 400,000 διὰ τοὺς μῆνας Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον· ἑπομένως θέλομεν βεβαίως τοὺς ὑπερβῆ καὶ κατὰ πολύ. Ὡς πρὸς δὲ τὴν εἰσαγωγὴν, αὕτη ὑπελογίσθη διὰ τὸ ἔτος 1875 εἰς 9,800,000, τὸ δὲ παρελθὸν δεκάμηνον ἔδωκεν 7,579,908. Βεβαίως δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν, ἀλλὰ δὲν πιστεύω ἡ διαφορὰ νὰ ὑπερβῇ τὰ 400,000 δραχ. ἴσως τὰς 500,000 ἐπὶ ἔλαττον. Τὸ χαρτόσημον κατὰ τὸ 1876 ἐπίσης κατὰ τὸ δεκάμηνον ἔδωκεν ἔσοδον 3,126,000, τὸ δὲ 1877 ἔδωκε 3,641,000, εἰς τρόπον ὥστε ἔχομεν ὑπέρβασιν 515,000 δραχμῶν. Ἕτερος φόρος, ὃν ἐπεβάλομεν ἐπίσης κατὰ τὴν τελευταίαν ἔκτακτον σύνοδον, εἶναι ὁ τῶν εἰσιτηρίων τῶν σιδηροδρόμων, τῶν θεάτρων καὶ τῶν ἀτμοπλοίων, ἔδωκε κατὰ τοὺς τρεῖς μῆνας καθ’ οὓς ὁ νόμος αὐτὸς ἐφηρμόσθη δραχ. 61,788, ὥστε μέχρι τέλους τοῦ ἔτους βεβαίως θὰ φθάσωμεν τὰς 150,000. Παρατηρῶ δὲ μόνον ὅτι ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία τῆς Σύρου εἰς αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 61,000 ἔδωκε τὸν φόρον της μόνον μέχρι 15 Σεπτεμβρίου. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι αἱ 150,000 δραχμῶν βεβαίως θέλουν εἰσπραχθῆ. Περιπλέον θέλομεν ἔχει κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἔσοδον, τὸ ὁποῖον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον προερχόμενον δὲ ἀπὸ καταβολὰς γαιῶν καὶ φυτειῶν. Ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ σημειώσῃ τοιοῦτον ποσὸν, διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, διὰ μεταγενεστέρων δύω νόμων ἐπετράπη διὰ μὲν τοῦ πρώτου ὅπως οἱ κάτοχοι τῶν γαιῶν λάβωσι νέαν προθεσμίαν καὶ προτιμηθῶσι τῶν δηλωσάντων μὴ κατόχων, δυνάμει αὐτοῦ ἐγένοντο δηλώσεις μέχρι 31 Αὐγούστου· δι’ ἑτέρου δὲ νόμου ἐπετράπη εἰς πάντας νὰ ποιήσωσι δηλώσεις μέχρι 31 Δεκεμβρίου καὶ αἱ δηλώσεις αὗται ἐξακολουθοῦν ἀκόμη. Ὑπολογίζεται λοιπὸν ἐξ ἀμφοτέρων τῶν νόμων, ὅτι ἡ πρόσοδος θὰ φθάσῃ εἰς 400,000 δραχμῶν. Περιπλέον ὁ προκάτοχός μου δὲν εἶχε σημειώσει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὰς κρατήσεις χάριν τῶν συντάξεων ἐπὶ τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων, ἐνῷ μετὰ τὴν συγχώνευσιν τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων εἰς τὸ Δημόσιον ἔπρεπε νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ τὰ ἔσοδα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀναβαίνουν εἰς 850,000. Τέλος, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν ὡς πρὸς τὴν κατάστασιν τῶν εἰσπράξεων τῶν μέχρι 31 Ὀκτωβρίου τῆς ἐνεστώσης διαχειρίσεως. Αἱ εἰσπράξεις κατὰ τὸ δεκάμηνον ἀναβαίνουσιν εἰς 17,692,575. Συγκρινόμεναι δὲ πρὸς τὸ 1876 καὶ 1875 εἶναι ὑπέρτεραι, διότι κατὰ τὸ 1876 ἀνῆλθον εἰς 16,838,517· κατὰ δὲ τὸ 1875 εἰς 16,316,914, ὥστε ὑπερβαίνουσι τὰς μὲν τοῦ 1876 κατὰ 854,000, τὰς δὲ τοῦ 1875 κατὰ 1,375,000. Αὐτὰ εἶναι, κύριοι, τὰ ἐν γένει ἐξαγόμενα πρὸς ὄφελος ἢ πρὸς βλάβην, πρὸς αὔξησιν ἢ πρὸς ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς τρεχούσης διαχειρίσεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐκφέρῃ τις οὐδεμίαν κρίσιν περὶ τῶν πιθανῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως. Ὡς γνωρίζετε, περὶ τῶν τοιούτων ἀποτελεσμάτων ἠμπορεῖ τις νὰ μορφώσῃ πιθανήν τινα ἰδέαν μετὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου, διότι τοιοῦτον εἶναι τὸ λογιστικὸν ἡμῶν σύστημα. Οὐχ ἧττον ὑποθέτων ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἴσως συζητηθῇ πρὸ τῆς προθεσμίας ταύτης, ὑπεχρέωσα τοὺς ταμίας νὰ ἐκτελέσωσιν ὅλας τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ὀφείλουν κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἔχωμεν κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ κατάστασίν τινα περιέχουσαν τοιαῦτα στοιχεῖα, ὥστε νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ συμπεράνωμεν καὶ περὶ τῶν πιθανῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1878. Τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου προϋπολογίζονται εἰς 42,859,970, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 40,802,176. Τοιουτοτρόπως παραβαλλόμενα τὰ ἔσοδα πρὸς τὰ ἔξοδα ἀφίνουν πλεόνασμα 2,000,000 δρ., ὅπερ δὲν εἶναι βεβαίως παράδοξον, ἀφοῦ ἐψηφίσαμεν ἴσον ποσὸν φόρων καὶ πλειότερον. Ἐννοεῖται ὅτι ἐν αὐτῇ τῇ συγκρίσει δὲν συμπεριλαμβάνονται αἱ ἔκτακτοι δαπάναι τὰς ὁποίας τὸ κράτος θὰ καταβάλῃ κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος 1878, συνεπείᾳ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων καὶ τῶν παρελθουσῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς. Δύναταί τις ἴσως νὰ εἴπῃ ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔπρεπε νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ αἱ ὑπολογιζόμεναι διὰ τὸ 1878 ἔκτακτοι δαπάναι, ἀλλ’ αὕτη ἡ γνώμη οὔτ’ ἐξεφράσθη εἰς τὸ συμβούλιον τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε νομίζω θέλει παρά τινος τῶν ἀξιοτίμων ἀντιπροσώπων προταθῆ, πρῶτον μὲν διότι δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν. Γνωρίζετε ὅτι ἐὰν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἤθελον συμπεριληφθῆ αἱ ἔκτακτοι δαπάναι, ἤθελον συμπεριληφθῆ συγχρόνως εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους καὶ οἱ ἐνιαύσιοι πόροι, καὶ τὰ δύω ταῦτα ποσὰ ἤθελον ἔλθει εἰς ἰσοζύγιον, διότι ἡ Βουλὴ παρεχώρησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅλα τὰ μέσα ὅπως ἔχῃ πάντοτε ἐπαρκεῖς τοὺς πόρους πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων. Ἀποτέλεσμα λοιπὸν οἰκονομικὸν ἄγον εἰς ἕνα οὐσιώδη οἰκονομικὸν ὑπολογισμὸν δὲν ἤθελεν ὑπάρχει τότε. Ἀλλ’ ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐφρόντισεν ὥστε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὃν ὑποβάλλω νὰ ὑπάρχωσι καὶ τὰ ἔκτακτα ἔξοδα ἐπίσης σημειωμένα ὅπως εἶναι τὰ τακτικά. Τοιουτοτρόπως θέλετε ἀπαντήσει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀμφότερα καὶ τὰ τακτικὰ ἔξοδα καθὼς ἐπίσης καὶ τὰ ἔκτακτα. Τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀπαντῶνται εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, ἀνέρχονται εἰς 11,749,568. Περὶ αὐτοῦ, κύριοι, ἀπεφασίσατε ἤδη διὰ τοῦ νόμου τῆς 27 Ἰουνίου 1877 τὰ ἑξῆς: «Τὰ δύω δάνεια περὶ ὧν προβλέπουσιν οἱ ὑπὸ σημερινὴν ἡμερομηνίαν νόμοι προσδιορίζονται ἀποκλειστικῶς διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς ὑπηρεσίας, ἤτοι πρὸς αὔξησιν τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, πρὸς προμήθειαν ἱματισμοῦ, ἀποσκευῆς, ὅπλων, πολεμοφοδίων, πλοίων καὶ πάντων τῶν πρὸς ἐξάρτισιν καὶ ἄσκησιν τῆς δυνάμεως ταύτης ἀπαιτουμένων». Ἤδη μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων, ὅπως πληροφορήσω τὴν Βουλὴν εἰς τί συνίστανται αἱ κυριώτεραι τῶν διαφορῶν τὰς ὁποίας καλεῖται νὰ ψηφίσῃ παρὰ τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἐντὸς τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους τῆς χρήσεως τοῦ 1877. Αἱ μεταβολαὶ αὗται διαιροῦνται εἰς δύω, ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων καὶ αὔξησιν τῶν ἐσόδων. Αἱ ἐλαττώσεις τῶν ἐσόδων προέρχονται ἀπὸ τὰ ἑξῆς· ά) ἀπὸ τοὺς στρεμματικοὺς φόρους, βʹ) ἀπὸ κατάργησιν τινῶν φόρων, γʹ) ἀπὸ τέλη ἐξαγωγῆς, δʹ) ἀπὸ εἰσπράξεις ταχυδρομικάς, έ) ἀπὸ δεκαετεῖς πιστώσεις, καὶ ϛʹ) ἀπὸ κεκλεισμένας χρήσεις. Οἱ στρεμματικοὶ φόροι, ὡς γνωρίζετε, ἠμπορεῖ τις νὰ εἴπῃ ὅτι εὑρίσκονται εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν, α) διότι εἰσπράττονται περίπου 40% ὀλιγώτερα τῶν βεβαιουμένων, καὶ β) διότι βεβαιοῦται φόρος ὀλίγον τι πλέον τοῦ ἡμίσεος ἐκ τῶν ὑποκειμένων εἰς φορολογίαν στρεμμάτων, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι τὸ σπουδαῖον αὐτὸ ἔσοδον πρέπει ὅσον τάχιστα νὰ κανονισθῇ ὡς πρός τε τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν καὶ νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος ὅπως ὁ φόρος αὐτὸς γίνῃ ἀληθέστερος. Δεύτερον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων ἐφέτος δὲν θέλετε ἀπαντήσει τινὰς φόρους καὶ ἂν τὸ ἐγκρίνητε, ὅπως τὸ προτείνει ἡ Κυβέρνησις, θέλετε ἐξαλείψει τοὺς φόρους α) ἐπὶ τῶν μελισσίων, β) ἐπὶ τοῦ βάμβακος, γ) τοῦ ῥιζαρίου, δ) τῶν λεμονοπορτοκαλίων, ε) τοῦ πρινοκοκκίου, ϛ) τῶν κηπαίων προϊόντων, τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται εἰς τὴν ἐξαγωγὴν καὶ μεταφοράν. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν μελισσίων, κύριοι, παρέχει πολὺ περισσοτέραν ἐνόχλησιν εἰς τὴν διοίκησιν ἀφ’ ὅ,τι παρέχει ἔσοδον, εἶναι δὲ καὶ πολὺ ἐνοχλητικὸς εἰς τοὺς φορολογουμένους καὶ ἡ διοίκησις ἀναγκάζεται νὰ καταδιώκῃ ἐνίοτε οὐ μόνον ἀπὸ δήμων εἰς δήμους ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἐπαρχίας εἰς ἐπαρχίαν τοὺς μελισσοτρόφους. Ὡς πρὸς τοὺς καρποὺς τῶν λεμονεῶν καὶ τῶν πορτοκαλεῶν γνωρίζετε ὁποία δυστυχία ἐπῆλθε εἰς τὸ προϊὸν αὐτό, καὶ νομίζω, ὅτι καθ’ ὅσον δύναται ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ συντελέσῃ πρὸς ἐλάττωσιν τῆς ζημίας τῶν κτηματιῶν αὐτῶν. Ὡς πρὸς τὸν βάμβακα νομίζω ἐπίσης, ὅτι ὁ φόρος πρέπει νὰ καταργηθῇ, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δὲν θὰ ὑπάρξῃ φρονῶ ἀντίῤῥησις, διότι καὶ ἠρωτήθησαν τὰ ἐνδιαφερόμενα καταστήματα, διότι ὡς γνωρίζετε αὐτὰ μόνον ἠδύναντο νὰ ἔχωσι συμφέρον ἀντίθετον. Τὰ κλωστικὰ καταστήματα μᾶλλον ἐπιθυμοῦν νὰ δοθῇ εἰς αὐτὰ εὐκολία τις ὅπως εἰσάγωσι τὸν λίαν εὐθηνὸν βάμβακα τῶν Ἰνδιῶν καὶ ὅσον οἷόν τε ἀφορολογήτως μετατρέπωσιν αὐτὸν εἰς ἔργα τῆς βιομηχανίας. Ἐπίσης τὸ ῥιζάριον, τοῦ ὁποίου ὡς γνωρίζετε ἐξέπεσεν ἡ τιμὴ ἡ ἄλλοτε σπουδαία, καὶ τὸ πρινοκόκκιον τὸ ὁποῖον ἔχει τιμὴν καὶ ἡ καλλιέργειά του δέον νὰ ἐνθαῤῥυνθῇ· ἄλλως τε ἡ ζημία ἡ ὁποία θὰ προσγίνῃ εἰς τὸ κράτος ἐκ τῆς καταργήσεως πάντων αὐτῶν τῶν φόρων δὲν ὑπερβαίνει τὰς 150,000 δραχμῶν. Τὰ τέλη τῆς ἐξαγωγῆς ἐξ ἀνάγκης ὑποβιβάζονται, διότι, ὡς γνωρίζετε, τὰ ἔτη τῆς παραγωγῆς τοῦ ἐλαίου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸν οὐσιωδέστατον τῶν φόρων τῶν τελουμένων κατὰ τὴν ἐξαγωγήν, ἀκολουθοῦσι περίοδον διετῆ· ἀφοῦ δὲ παρήλθομεν τὸν χρόνον τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ πολλοῦ ἐλαίου, τώρα βεβαίως ὁ προϋπολογισμός μας πρέπει νὰ περιορισθῇ κατὰ 1,550,000 δραχμῶν, διότι κατὰ τὸ 1878 θέλει ἐλαττωθῆ κατὰ πολὺ ἡ ἐξαγωγὴ καὶ ἡ πρόσοδος, ἣν ἀπηλαύσαμεν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Περιπλέον ἀναγκαζόμεθα νὰ περιορίσωμεν καὶ ἕτερον ἔσοδον, τὸ τοῦ γραμματοσήμου, διότι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἕνεκεν τῆς τελευταίας ταχυδρομικῆς συμβάσεως πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὅτι τὸ ἔσοδον τοῦτο ἠλαττώθη. Τὸ ἔτος 1876 ἐλαττόνει πολὺ τὸν μέσον ὅρον τῶν εἰσπράξεων τῶν ἐτῶν 1875 καὶ 1874, καὶ ὁ μέσος οὗτος ὅρος τῶν τριῶν ἐτῶν δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰς 610,000 δραχμῶν· δὲν ἠθέλησα νὰ καταχωρίσω 650,000, ὅσας ἔχει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1877· ἀλλ’ 600,000. Αἱ δεκαετεῖς πιστώσεις θέλουν δώσει δραχμὰς 525,000 ἀντὶ τῶν 820,000, αἱ ὁποῖαι εἶναι σημειωμέναι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1877, ἑπομένως ἐλαττοῦται καὶ αὐτὸ τὸ ἔσοδον κατὰ 295,000. Ὡσαύτως ἀναγκαζόμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ ἔσοδον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, διότι παρετηρήθη ὁ μέσος ὅρος τῶν ἐτῶν 1876 καὶ 1875 συνίσταται εἰς 1,376,000 ἀντὶ τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους σημειουμένων 1,500,000. Οἱ περιορισμοὶ οὗτοι τῶν ἐσόδων ἀνέρχονται εἰς 2,240,000, αὐξάνουν δὲ τὰ ἔσοδα ὡς πρὸς τὰ ἑξῆς· 1) τοὺς δημητριακοὺς καρπούς, 2) τὸ ἔλαιον, 3) τὰς σταφίδας, 4) τὰ ἐπιτηδεύματα, 5) τὰς ἀνωνύμους ἑταιρίας, 6) τὰ τέλη τῆς εἰσαγωγῆς, 7) τὸ χαρτόσημον, 8) τὰ εἰσιτήρια, 9) τὰς ἁλυκάς, 10) τὰ δάση, καὶ διάφορα ἄλλα μικρὰ ἔσοδα. Ὡς πρὸς τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς ἡ αὔξησις συνίσταται εἰς 300,000· ὁ λόγος εἶναι ὁ ἑξῆς. Ἐσημειώθησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1878 κοιλὰ 950,000 ἀντὶ 900,000, αἱ ὁποῖαι περιείχοντο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1877· διότι πρῶτον μὲν ὁ μέσος ὅρος τῶν ἐτῶν 1875 καὶ 1876 εἶναι 974,000, δεύτερον δὲ διότι τοῦ τρέχοντος ἔτους ἀνῆλθον εἰς 985,000 καὶ μολονότι ὁ μέσος ὅρος τῶν τιμῶν ἦτο, ὡς σᾶς προανέφερον, δρ. 5 καὶ 11 ο)ο, ὑπελογίσθη ὅμως εἰς 4 καὶ 75 ο)ο. Ὡσαύτως τὸ ἔσοδον τοῦ ἐλαίου, διότι κατὰ τὴν πρακτικὴν καὶ κατὰ τὰς ἐλπίδας τὰς ὁποίας ἔχει ἡ γεωργία, τὸ ἐπιὸν ἔτος δὲν θὰ ᾖναι ἄφορον ὡς ἦτο τὸ τρέχον· ἐγένετο δὲ καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1878 ὅ,τι γίνεται πάντοτε κατὰ δεύτερον προϋπολογισμόν, ἐσημειώθη δηλονότι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸν μέσον ὅρον τῶν ἀντιστοίχων ἐτῶν 1874 καὶ 1876· ὁ μέσος ὅρος εἶναι δραχ. 1,232,000, ἐσημειώθη δὲ 1,200,000. Αὐξάνομεν προσέτι τὸ ἔσοδον τῶν σταφίδων· πρῶτον, ὡς γνωρίζετε, ἡ παραγωγὴ τῶν σταφίδων κατ’ ἔτος αὐξάνει, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ὑπελογίσαμεν αὔξησίν τινα, ἐξ ἐναντίας ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ἐσόδου ἐκ τῶν σταφίδων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1878 ἐγένετο μὲ τρόπον ὀπισθοδρομικόν, δηλονότι κατεχωρίσαμεν τὸ ποσὸν τοῦ 1876. Ὅσον ποσὸν λοιπὸν περιέχει ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1876, τόσον ποσὸν κατεχωρίσαμεν ὡς εἰσπραχθησόμενον κατὰ τὸ 1878· καὶ ταῦτα μολονότι τὸ 1876 συγκριτικῶς πρὸς τὸ τρέχον ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ ἀδιάκοποι πολυομβρίαι καὶ αἱ δειναὶ καταστροφαὶ κατὰ τὸν καιρὸν τῆς συγκομιδῆς ἔφεραν τὰς μεγάλας ἐκείνας ζημίας, ὡς ἠξεύρετε, τὰ ἔσοδα τοῦ 1876 δὲν θέλουσιν εἶσθαι εἰμὴ κατ’ ἐλάχιστον ὑπέρτερα τῶν ἐσόδων τοῦ 1877, ἂν δὲν ὑπάρξωσιν ἴσα. Ηὐξήσαμεν προσέτι τὸ ἔσοδον τῶν φόρων τῶν ἐπιτηδευμάτων, στηριζόμενοι εἰς τοὺς συνταχθέντας ἤδη καταλόγους, διότι, ὡς γνωρίζετε, κατὰ τοὺς νόμους τοὺς ὁποίους ἐψηφίσατε κατὰ τὴν τελευταίαν ἔκτακτον σύνοδον οἱ φορολογικοὶ κατάλογοι τοῦ 1878 συντάσσονται ἀπὸ τοῦδε. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλήν, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως συμπληρώσῃ τὰς διατάξεις αὐτοῦ διὰ διατάγματος, ἀπαγορεύσασα μόνον τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου πρὶν ἡ Βουλὴ ἢ καὶ ὁ Βασιλεὺς κυρώσωσι τὸ διάταγμα. Τὸ διάταγμα ἐξεδόθη, ἡ ἐκτέλεσίς του προβαίνει, καὶ ἐντὸς ὀλίγου θέλω ὑποβάλει αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν. Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἐργασιῶν, τὸ ὑπουργεῖον ὑποθέτει, ὅτι τὸ ἔσοδον θέλει ὑπερβῆ τὰς 300,000 δραχ. πλέον τοῦ 1877, μόλα ταῦτα ἐσημειώθησαν μόνον 250,000 πλέον τοῦ προϋπολογισθέντος πέρυσι. Προστίθεται αὔξησις ἐσόδων, ἣν προανέφερα, ἐκ 200,000 δραχμῶν, ἕνεκα τοῦ νέου φόρου ἐπὶ τῶν κερδῶν τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν. Προστίθεται ὡσαύτως αὔξησις 700,000 εἰς τὰ τέλη τῆς εἰσαγωγῆς. Ἡ αὔξησις εἶναι λίαν δικαιολογημένη, διότι ὁ μέσος ὅρος τῶν ἐτῶν 1875 καὶ 1876 ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 9,600,000· ἂν προσθέσετε καὶ τὸν νέον φόρον 10%, θέλει ὑπερβῆ τὸ σημειωθὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1878 ποσὸν ἐκ δραχμῶν 10,500,000. Αὐξάνει ὡσαύτως τὸ ἔσοδον τοῦ χαρτοσήμου ὡς σᾶς ἀνέφερα πρὸ μικροῦ. Τὰ εἰσπραχθέντα κατὰ τὸ τελευταῖον δεκάμηνον τοῦ ε. ε. ἐκ τοῦ χαρτοσήμου ἀνέρχονται εἰς 3,641,043, συγκρινόμενα δὲ πρὸς τὰ τοῦ 1876 ἐπὶ τὸν αὐτὸν χρόνον παρουσιάζουν ὑπέρβασιν 515,000. Ἡ ὑπέρβασις αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου καὶ τῆς προσθήκης τοῦ 10%, διότι ἄλλως, ὡς πάντες γινώσκετε, αἱ συναλλαγαὶ ἐφέτος δὲν εἶναι δραστηριώτεραι τῶν συναλλαγῶν τῶν περυσινῶν, ἀλλὰ πολὺ πλέον χαλαραί· τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον σᾶς παρουσιάζω εἶναι μιᾶς τριμηνίας, ὥστε ἐὰν τετραπλασιάσετε αὐτὸ ἔχετε ἀφεύκτως 2,000,000, μόλα ταῦτα ἐσημειώσαμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σχετικῶς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1877 κατώτερον κατὰ 200,000 ἤτοι 1,800,000, περισσότερον ἀντὶ 2,000,000. Δὲν ὑπάρχει δὲ οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἂν δὲν ἐπισυμβῶσιν ἔκτακτοι περιστάσεις, τὰς ὁποίας βεβαίως ὁ προϋπολογισμὸς δὲν προβλέπει ποτὲ, εἰς ὁμαλὴν κίνησιν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν συναλλαγῶν τὸ χαρτόσημον ἀντὶ τῶν 6,000,000, τὸ ὁποῖον σημειοῦται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1878, θέλει φθάσει εἰς πολὺ ἀνώτερον ποσόν. Ἐκ τῶν εἰσιτηρίων σᾶς ἀνέφερα πρὶν, ὅτι θέλομεν ἔχει πρόσοδον 200,000· ἐκ δὲ τῶν ἁλυκῶν ὑπελογίσαμεν καὶ κατεχωρίσθη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡ πρόσοδος τῶν ἁλυκῶν Λευκάδος· τὸ ποσὸν τῶν ἁλάτων, τὰ ὁποῖα αἱ ἁλυκαὶ τῆς Λευκάδος ἐχορήγουν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἀνήρχετο εἰς ὀκάδας 1,000,000, ἑπομένως ἡ ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν ἁλάτων ἐτησία πρόσοδος θέλει εἶσθαι δρ. 100,000. Ἐπειδὴ ὅμως παρετήρησα ὅτι τὸ σημειούμενον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1877 ποσὸν εἶναι κατά τι ἀνώτερον τοῦ πραγματικοῦ, ἤτοι κατὰ δρ. 50,000, διὰ τοῦτο κατὰ τοσοῦτον ἠλάττωσα τὸ ἐκ τῶν ἄλλων ἁλυκῶν τοῦ κράτους εἰσόδημα. Ὁ μέσος ὅρος τῆς προσόδου τῶν ἁλάτων κατὰ τὸ 1875 καὶ 1876 εἶναι 790,000 καὶ οὐχὶ 850,000 ὅσαι ἦσαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1877 σημειωμέναι. Ἐκ τῶν δασῶν ὑπελογίσαμεν αὔξησιν τῶν ἐσόδων ἐκ δραχμῶν 195,000, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ φόρου τὸν ὁποῖον ἐψηφίσατε κατὰ τὴν τελευταίαν ἔκτακτον σύνοδον τῶν 20 λεπτῶν κατὰ ζύγιον ἐπὶ τῶν μεταφερομένων καυσοξύλων. Τὰ ποσὰ ταῦτα ἀποτελοῦν ἄθροισμα δρ. 5,000,000, ἐξ ὧν ἐκπίπτονται αἱ προαναφερθεῖσαι ἐλαττώσεις ἐκ δρ. 2,240,000 καὶ ὑπολείπονται τὰ λοιπὰ ὡς αὔξησις τῶν ἐσόδων. Τὰ ἔσοδα ὅμως, κύριοι, ἔχουν ἀνάγκην ἀσφαλειῶν τινων, καὶ ὅ,τι σᾶς ἀνέφερον πρὸ μικροῦ περὶ τῶν στρεμματικῶν φόρων αὐτὸ τὸ μέτρον πρέπει νὰ ληφθῇ, αὐτὴν τὴν πρόνοιαν πρέπει νὰ λάβῃ ἡ νομοθετικὴ καὶ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ ὡς πρός τινα ἄλλα ἔσοδα τοῦ κράτους· ἄλλως, ὁ προϋπολογισμὸς θέλει εἶσθαι ψευδῆς, οὐ μόνον αὐτὸς ἀλλὰ καὶ πᾶς ἄλλος, διότι ἕνεκα τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει, δὲν ἠμποροῦμεν ποτὲ νὰ ὑπολογίσωμεν ἀκριβῶς τὰ ἔσοδά μας ἑκάστου ἔτους, οὕτως ἐλεεινῶς ἐχόντων τινῶν ἐξ αὐτῶν. Σᾶς ἀναφέρω ὡς παράδειγμα τὰς δόσεις τὰς χρεωλυτικὰς τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν. Διὰ νόμων, τοὺς ὁποίους μετὰ πολὺν καὶ ἐπίμονον ἀγῶνα οἱ ὑποστηρικταὶ αὐτῶν ἠδυνήθησαν νὰ κατορθώσωσιν, ἐγένετο ἡ ἐκποίησις τῶν γαιῶν καὶ τῶν φυτειῶν καὶ συνήφθη συνάλλαγμα μεταξὺ ἀγοραστῶν καὶ Δημοσίου κατὰ τὸ ὁποῖον ὀφείλουν κατ’ ἔτος νὰ καταβάλλωσιν οἱ οὕτω πως ἀποκτήσαντες ἐθνικὰς γαίας μίαν δραχμὴν καὶ ἡμίσειαν διὰ χρεωλυτικῶν δόσεων κατὰ στρέμμα, οἱ δὲ ἀποκτήσαντες φυτείας δραχμάς, νομίζω, 4 κατὰ στρέμμα· ἐν τούτοις τὸ ἔσοδον αὐτὸ περιωρίσθη κατὰ τὸ 1876 εἰς 1,068,000 καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος νομίζω εἰς 1,090,000. Τί νομίζετε, ὅτι ὤφειλον νὰ πληρώσωσιν οἱ ἐκ τοῦ νόμου τούτου ἀποκτήσαντες γαίας καὶ φυτείας; αἱ παραχωρηθεῖσαι γαῖαι συνίστανται εἰς στρέμματα 1,600,000, αἱ δὲ παραχωρηθεῖσαι φυτεῖαι εἰς στρέμματα 290,000, ἡ δὲ χρεωλυτικὴ δόσις ἀμφοτέρων ἀνέρχεται εἰς 3,560,000 κατ’ ἔτος. Τοιουτοτρόπως αὐτὸ τὸ συνάλλαγμα, κύριοι, ἐξεσχίσθη, καὶ διὰ τοῦτο ἡ νομοθετικὴ καὶ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὀφείλουν νὰ λάβωσι πρόνοιαν ἂν ὄχι τὸ ὅλον τοὐλάχιστον κατὰ μέγα μέρος ἡ κατάχρησις αὕτη νὰ λείψῃ. Πλὴν ὅμως αὐτῶν ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ἔσοδα· ὑπάρχει καθ’ ὑπόθεσιν ὁ φόρος τῶν ζώων. Δὲν ἐννοῶ, οὔτε εἶμαι αὐτῆς τῆς γνώμης νὰ ἐπιβαρυνθῶσι μὲ ἀνώτερον φόρον τὰ ζῶα· νομίζω ὅμως ὅτι εἶναι πολὺ πιθανὴ ἡ κοινῶς ἐπικρατοῦσα πεποίθησις, ὅτι τοὐλάχιστον τὸ ἥμισυ ἢ τὰ δύω τρίτα τῶν ζώων διαφεύγουσι τὸν φόρον.
§15ΚΑΡΤΣΟΝΑΣ. Τὰ ⅔ καὶ πλέον.
§16ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ πλέον. Ἐὰν λοιπὸν ὁ φόρος τῶν ζώων δίδῃ εἰς τὸ κράτος 1,200,000, παρατηρεῖτε ὅτι μόνον τὸ ἥμισυ ἐὰν ἤθελε θεωρηθῇ ὅτι διαφεύγει, ἰδοὺ ὅτι στερεῖται τὸ κράτος ἐκ τοῦ φόρου τούτου 600,000 δραχμῶν· ἀλλὰ βεβαίως πολὺ περισσότερον στερεῖται. Πρέπει λοιπὸν ὄχι ν’ αὐξάνωμεν τοὺς φόρους, ὅσον νὰ ἀσφαλίζωμεν τοὺς κειμένους. Διὰ τοῦτο θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν νόμον, ὁ ὁποῖος σκοπὸν θέλει ἔχει αὐτὴν τὴν ἀσφάλειαν τῆς βεβαιώσεως ταύτης καὶ τῆς εἰσπράξεως. Ἐπίσης, κύριοι, ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν δὲν νομίζω, ὅτι κεῖται καλῶς. Τοὐλάχιστον εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ εἴσπραξίς του γίνεται κάκιστα, διότι τὰ καθυστερήματα ὑπερβαίνουσι τὰ 20%· λοιπὸν φόρος ἀφίνων 20%, ἐνῷ τὸ ποσοστὸν τῶν καθυστερημάτων ἀπό τινων ἐτῶν ἐμετριάστη εἰς 8 καὶ 9%, εἶναι νόμος κακῶς κείμενος. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις, κύριοι, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθῶσι πρὸς ἀσφάλειαν αὐτῶν. Ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, μεθ’ ὅσα εἶπον ἐν ἀρχῇ, νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ πολύ. Ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἑνὸς ἑκάστου ὑπουργείου ὑπάρχει ἡ δέουσα ἔκθεσις, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ θέλει ἀναγνώσει καὶ ἴδει τὰς ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ὑπαγορευομένας αὐξομειώσεις ἐν ἑκάστῳ κλάδῳ. Παρατηρῶ δὲ ὡς πρὸς τὰ δάνεια ὅτι προσετέθησαν τὰ ἑξῆς ποσά· ἕνεκα τῶν 3,000,000 ἐντόκων γραμματίων αὔξησις δόσεως 210,000, διότι τῶν τριῶν αὐτῶν ἑκατομμυρίων τοῦ δανείου ἡ ὑπηρεσία δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1877· ἕνεκα δὲ τοῦ δανείου τῶν Τραπεζῶν ἐξ 27,000,000 αὐξάνει ἐπίσης κατὰ 330,000 ἡ μερὶς αὕτη τῶν ἐξόδων· ὡσαύτως προσετέθησαν καὶ δι’ ἐνδεχόμενα ἀορίστως δραχμαὶ 100,000. Εἶναι δὲ καὶ ἕτερον ἔξοδον, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ νόμον ψηφισθέντα κατὰ τὴν τελευταίαν ἔκτακτον σύνοδον· ὑπάρχει τὸ ἔξοδον τῆς κατασκευῆς τῶν τελωνίδων, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπέτρεψεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν νὰ συνάψῃ δάνειον πρὸς κατασκευὴν αὐτῶν· αὐτὸ συνήφθη μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης πρὸς 8% καὶ διῃρέθη εἰς δόσεις, θέλει δὲ πληρωθῆ ἐντὸς 4 ἐτῶν, νομίζω, καὶ ὀλιγώτερον (διότι εἶναι 300,000 μόνον φράγκα) καὶ δι’ αὐτὸ κατεχώρισα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ποσὸν 108,000.
§17Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατεσκευάσθησαν αἱ τελωνίδες;
§18ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα, παρηγγέλθησαν εἰς ἓν τῶν διασημοτέρων καταστημάτων Forges et Chantiers, ἀφοῦ συνεζητήθησαν μετὰ τῶν εἰδικῶν ἐνταῦθα ναυπηγῶν καὶ ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ τὰ τῆς κατασκευῆς αὐτῶν, τὴν δὲ 5 Ἰανουαρίου παραδίδονται καὶ αἱ πέντε. Ἐξ αὐτῶν αἱ δύω ἔχουν σχῆμα γολέττας καὶ δύναμιν ἀτμοῦ 65 ἵππων, αἱ δὲ ἕτεραι τρεῖς εἶναι μικρότεραι, διότι ἔχουν 45 ἵππων δύναμιν καὶ εἶναι λιβυρνίδες, ἀμφότερα δὲ τὰ εἴδη θέλουσιν ἔχει ὡς κύριον μοχλὸν τὰ ἱστία, ὁ δὲ ἀτμὸς θέλει εἶσθαι ἐπιβοηθητικός, μολονότι ὁ ἀτμὸς ἔχει εἰς τὰς μὲν δύναμιν 65 ἵππων εἰς τὰς δὲ 45. Προσθέτω ἀκόμη ὀλίγας λέξεις πρὸς πληροφορίαν τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα σχετικῶς πρὸς τὰ ἔξοδα τῶν τελευταίων νόμων τοὺς ὁποίους ἐψήφισε καὶ συνεπεία τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐλάττωσις ἐξόδων 496,000, προελθοῦσα ἀπὸ τὰς ἀποδοχὰς τοῦ χαρτοσήμου, ἀπὸ τελωνιακὰς μεταῤῥυθμίσεις, ἀπὸ μεταῤῥυθμίσεις εἰς τὴν διοίκησιν καὶ διαχείρισιν τῶν δασῶν καὶ εἰς τὴν διοίκησιν τῶν ἁλάτων. Παραδίδω εἰς τὸ προεδρεῖον τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1876, τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1878 μετὰ τῶν σχετικῶν νόμων καὶ γενικῆς ἐκθέσεως. Τὴν Δευτέραν θέλω εἰσάξει εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἐπέτειον φορολογικὸν νόμον καί τινα νομοσχέδια ἀφορῶντα εἰς τὴν φορολογίαν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται ἡ ἐξακολούθησις τοῦ ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου, ἄρθρον 6.
§20ΖΩΧΙΟΣ. Γερουσίαν εὐτυχῶς δὲν ἔχομεν. Δὲν θέλω δὲ νὰ σᾶς φέρω παράδειγμα δικαιολογοῦν τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου χρῆσιν τῆς λέξεως εὐτυχῶς.
§21ΤΙΝΕΣ. Ἀτυχῶς, ἀτυχῶς.
§22ΖΩΧΙΟΣ. Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας εὐτυχῶς δὲν ἔχομεν.
§23ΤΙΝΕΣ. Ἆ, μάλιστα.
§24ΖΩΧΙΟΣ. Ἐλησμόνησα, κύριοι, νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν εὐμένειαν τῆς Βουλῆς, ἐν ᾧ προβλέπω, ὅτι ἡ πρότασίς μου δὲν θὰ ἀρέσῃ. Δύνασθε νὰ τὴν καταδικάσητε, ἀλλὰ μὴ καταδικάσετε καὶ ἐμέ. Κατωρθώσαμεν νὰ ἀναμασῶμεν τοὺς νόμους. Διατί; Φουρνίζομεν τὸ ψωμὶ χωρὶς νὰ ἀναβῇ, λιψό. Ἡ λεγομένη ὑπηρεσία, ὅ,τι τῆς καταβῇ εἰς τὸ κεφάλι τὸ γράφει, μᾶς τὸ φέρει, τὸ ψηφίζομεν εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις, καὶ ὄχι συζητήσεις. Δὲν παρέρχονται ὀλίγοι μῆνες, καὶ τὸ ξαναμασῶμεν. Πρόκειται δὲ περὶ νόμου πολὺ δυσκόλου, ἤτοι περὶ τοῦ νόμου τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν, οὗ ἕνεκα ὠλίσθησε μία βασιλεία καὶ ἔπεσε. Δὲν εἶναι λοιπὸν τὸ ζήτημα πάρεργον. Ἡνώθη ἡ Ἑπτάνησος, καὶ εὕρομεν τὴν λύσιν τῶν ἀτοπιῶν τοῦ νόμου, ποῦ; Εἰς τὰ σφαιρίδια. Τί ὅμως κατωρθώθη; Τὸ οὐδέν. Δυστυχῶς δὲ τὰ περὶ αὐτῶν ἐτέθησαν εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ ἤδη εἴμεθα δεμένοι χεροπόδαρα χάριν τῶν σφαιριδίων. Ἐνῷ δὲ ὅλα τὰ ἔθνη ψηφοφοροῦν ὡς ὄντα λογικά, ἡμεῖς ψηφοφοροῦμεν ὡς ὄντα ἄλογα, καὶ μόνον ὁ Θεὸς τὸ γινώσκει πότε θὰ ἀνατραπῇ ὁ νόμος αὐτός. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸ Σύνταγμα ὁ περὶ σφαιριδίων ὅρος, θὰ ἔφερον σήμερον πρότασιν λέγουσαν, κάτω τὰ σφαιρίδια. Ποῦ δὲ εὕρομεν καταφυγὴν μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς πρώτης βασιλείας; Ἐπὶ τῆς κάλπης τὴν κουστωδίαν. Συζητοῦμεν δὲ ἂν ἡ κουστωδία πρέπει νὰ τεθῇ ἔμπροσθεν τῆς κάλπης, ἢ ὄπισθεν αὐτῆς. Ὁ σφαιριδιοδότης δὲ θὰ ἔχῃ τὰ μάτια του ἀνοικτὰ ἔμπροσθεν ἢ ὄπισθεν τῆς κάλπης; Ἡ πτῶσις ὅμως μιᾶς βασιλείας ἔπρεπε νὰ κατορθώσῃ τι τελειότερον. Ἐὰν δὲ ἡ Συνέλευσις ἐσκέπτετο κάλλιον, θὰ ἐτίθετο ἐντὸς τοῦ πολιτεύματος θεσμός τις ἄλλος. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, λόγου χάριν, δὲν δύναται νὰ ἐκλεχθῇ εἰμὴ εἰς τὸν δῆμον Εὔας, ἅμα δὲ τοῦ πιάσουν τὸν δῆμον Εὔας, ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος μένει ἐκτὸς τοῦ βουλευτηρίου. Σᾶς ὁμιλῶ δὲ δι’ ἕνα τῶν μεγάλων· τί δὲ νὰ εἴπω περὶ τῶν μικρῶν; Ὅ,τι εἶπον διὰ τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον ἐννοεῖται καὶ διὰ τοὺς ἄλλους ὑπουργοὺς, ἐν ᾧ ἕκαστος ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐλεύθερος νὰ ἐκλέγηται ὅπου θέλει, ἢ ὅπου τὸν θέλουν.
§25ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τὴν θεραπείαν.
§26ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν θεραπείαν, ἀντιτασσομένου τοῦ Συντάγματος. Ὑπάρχει ὅμως ἓν ἄλλο θεραπείας τοῦ νόμου εἶδος, καὶ κατὰ καθῆκον πρέπει νὰ τὸν παραδεχθῶμεν. Ἡμεῖς καυχώμεθα, ὅτι ἤμεθα οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Δὲν εἶναι ὅμως αὐτὸ ἀληθὲς, διότι κυρίως εἴμεθα ἀντιπρόσωποι μιᾶς μειονοψηφίας τοῦ λαοῦ, καὶ τὸ ἄτοπον αὐτὸ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διορθωθῇ. Γινώσκετε ἂν εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου, ἡ σχετικὴ πλειονοψηφία ἐπικρατῇ εἰς τὰς ἐκλογάς; Βεβαίως ὄχι. Ἰδοὺ δὲ διατὶ παρ’ ἡμῖν παρουσιάζονται εἰς τὰς ἐκλογὰς οἱ στραβοὶ καὶ οἱ κουτσοὶ τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι αὐτὸ τοῦ νόμου τὸ ἐλάττωμα πρέπει νὰ διορθωθῇ, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸν νόμον, ὅτι ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία ἰσχύει εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ ὄχι ἡ σχετική. Ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι θὰ ἔχωμεν ἐπανάληψιν ἐκλογῶν τινων.
§27ΤΙΝΕΣ. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προτιμηθῇ τὸ σύστημα τῆς μιᾶς μόνης ψήφου.
§28ΖΩΧΙΟΣ. Καλὴ ἡ μία μόνη ψῆφος, ἀλλὰ κατὰ τρόπον ἄλλον. Καὶ οἱ Γάλλοι ἔχουσι τὴν μίαν μόνην ψῆφον, ἀλλ’ ἐκείνων τὸ σύστημα εἶναι λογικὸν, τὸ δὲ ἡμέτερον, κατὰ τὸ νομοσχέδιον εἶναι παράλογον· ἔχομεν δὲ καὶ ἡμεῖς δύω περιφερείας τὴν Αἴγιναν καὶ τοὺς Παξοὺς, εἰς ἃς ὁ πολίτης μιᾶς μόνης ψήφου εἶναι κύριος. Ἐν ὀλίγοις δὲ σήμερον προτείνω τοῦτο, ὅτι διὰ νὰ ἐξέλθῃ τις βουλευτὴς, πρέπει νὰ λάβῃ τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν τῶν ψηφοφορησάντων.
§29ΤΙΝΕΣ. Περὶ τίνος ὁμιλεῖς;
§30ΖΩΧΙΟΣ. Περὶ ἐκλογικοῦ νόμου. Κύριοι συνάδελφοι, παρετηρήσατε τὴν κατασκευὴν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν; εἶναι κυκεὼν, εἶναι ὅλον διττονόμιον· ἐννοεῖτε λοιπὸν ὅτι εἰς αὐτὸν τὸν κυκεῶνα δύναται νὰ προστεθῇ καὶ ἡ πρότασίς μου, διότι τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου οὐδένα ἔχουσι πρὸς ἄλληλα σύνδεσμον, ἀλλ’ ὅλα τοῦ νέου αὐτοῦ νόμου τὰ ἄρθρα εἶναι ἀνεξάρτητα ἀπ’ ἀλλήλων.
§31ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον θέλετε γίνεται καὶ τώρα, ψηφοφοροῦν δύω χιλιάδες· ἐὰν ἕνας λάβῃ χιλίας δύω, ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν;
§32ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε συνάδελφε, εἰς μίαν τῆς Κεφαλληνίας ἐπαρχίαν, τέσσαρας ἔχουσαν χιλιάδας ψηφοφόρων, ἐψηφοφόρησαν δύω μόνην, καὶ εἰς μὲν τὴν μίαν κάλπην εὑρέθησαν μία μὲν ψῆφος εἰς τὸ ναὶ καὶ μία εἰς τὸ ὄχι, εἰς δὲ τὴν ἄλλην κάλπην εὑρέθησαν δύω ψῆφοι εἰς τὸ ὄχι, καὶ κατὰ τὸν νομικὸν λόγον, ὁ λαβὼν τὴν μίαν μόνην ψῆφον εἰς τὸ ναὶ, ἀνεκηρύχθη ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ.
§33ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Αὐτοὶ ὡς Ἑπτανήσιοι ἠθέλησαν νὰ ψηφοφορήσουν κατὰ τὸν Ἑπτανησιακὸν νόμον.
§34ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Εἶχον τὴν συγκατάθεσιν τὴν παμψηφὶ καὶ ἐψηφοφόρησαν πάντες δι’ ἑνός.
§35ΖΩΧΙΟΣ. Σᾶς εἶπον, κύριοι, ὅτι τὴν πρότασίν μου δύνασθε νὰ τὴν καταδικάσητε, καὶ πιθανῶς θὰ τὴν καταδικάσητε, ἐμὲ ὅμως δὲν πρέπει νὰ μὲ καταδικάσητε. Προτείνω δὲ αὐτὴν ὡς ὀρθοτάτην καὶ λογικωτάτην. Ἤτοι διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις βουλευτὴς πρέπει νὰ λάβῃ ὄχι τὴν σχετικὴν, ἀλλὰ τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν τῶν ψηφοφορησάντων.
§36ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὰ ζητήματα, κύριοι, αὐτὰ καὶ αἱ θεωρίαι εἶναι ἀξιόλογοι, ἀλλ’ ὅταν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι.
§37Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρεμπίπτοντα εἶναι αὐτά.
§38ΡΙΚΑΚΗΣ. Γίνεται πρότασις νὰ τεθῇ ἄρθρον εἰς τὸν νόμον.
§39Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρέπει νὰ γείνῃ ἄρθρον ξεχωριστόν.
§40ΡΙΚΑΚΗΣ. Παρατηρῶ, ὅτι σήμερον, ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ζητήματα, τὰ ὁποῖα διὰ μακρῶν συνεζητήθησαν εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, θέλομεν ἀνατρέψει τὸν νόμον, διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐπροτάθη ὅτε ἦλθεν ὁ ἐκλογικὸς νόμος· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου συνδέεται καὶ μὲ ἓν ἄλλο, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι μικραὶ αἱ περιφέρειαι, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχητε μεγάλας περιφερείας, κατὰ τὰς ὁποίας νὰ ἐκλέγωνται βουλευταὶ πλείονες τοῦ ἑνός, ὅπερ ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν ὅπου εἶναι περιωρισμέναι αἱ περιφέρειαι. Σήμερον δύνασθε νὰ ἀνατρέψητε ὅλον αὐτὸν τὸν νόμον; εἶναι ἀδύνατον. Ἀλλὰ συμβαίνει καὶ ἓν ἄλλο. Ἀφοῦ παραδεχθῶμεν ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ ἐπέκτασις τῆς περιφερείας, δὲν ἐγείρεται καὶ τὸ ζήτημα ἐὰν δυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν εἰς μικρότερα μέρη τὰς περιφερείας; ἄλλο ζήτημα εἶναι αὐτό. Ἑπομένως θέλω παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον κ. Ζωχιόν, ἐπειδὴ ἡ πρότασίς του δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας, νὰ τὴν ἀποσύρῃ.
§41Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν θέλωμεν νὰ προβῶμεν σᾶς λέγω ἐδῶ ὅτι αὕτη δὲν ἔχει τὸν τόπον της.
§42ΖΩΧΙΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω εἰς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα. Λέγει, δὲν ἔχει τὸν τόπον της ἡ πρότασίς μου ἐδῶ. Σᾶς τὸ εἶπα καὶ προηγουμένως, ὅ,τι θέλετε, εἶναι ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, διότι δὲν εἶναι μία ἰδέα ἐδῶ, διότι τὸ νομοσχέδιον θὰ εἴπῃ μία ἰδέα. Μοῦ ἐπέρασε τοῦτο ἐμένα; τὸ ἔβαλα· τοῦ ἄλλου τοῦτο; τὸ ἐπρόσθεσε.
§43ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει τοιαύτη πρότασις; διότι ἐγὼ δὲν εἶδον κἀμμίαν τοιαύτην, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ἐρωτῶ ἂν ᾖναι νέα πρότασις.
§44ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ νόμος, ὅστις νὰ ἐμποδίζῃ νὰ γίνεται ὑποβολὴ τροπολογιῶν καὶ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὅ,τι παρουσιάσῃ ὁ βουλευτὴς συζητεῖται.
§46ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε συνάδελφε, τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, τί ἄλλο εἶναι, εἰμὴ συμπλήρωμα τοῦ νόμου τοῦ ἐκλογικοῦ;
§47ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνώσατε τὴν πρότασίν σας.
§48ΖΩΧΙΟΣ. Σᾶς τὴν εἶπον τρὶς καὶ τετράκις. Σᾶς εἶπον ὅτι ὅλαι αὗται αἱ μεταβολαὶ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν χθές, εἶναι συμπληρώματα τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, εἰς τὸν ὁποῖον ἐὰν προσετίθεντο καὶ κύριά τινα μέρη, ὁ νόμος θὰ κατηρτίζετο τελειότερος. Σᾶς εἶπον καὶ προηγουμένως, ὅτι νὰ μὴ ἐκλέγηται, εἰμὴ ὁ λαβὼν τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν τῶν ψηφοφορησάντων. Ὁ δὲ προλαλήσας εἶπεν ὅτι τὸ τῆς μοναδικῆς ψήφου σύστημα ἐπικρατεῖ καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, ἀλλὰ περὶ ἄλλου ἐγὼ λαλῶ καὶ περὶ ἄλλου ἐκεῖνος· (θόρυβος). Λοιπὸν ἡ πρότασίς μου εἶναι αὕτη.
§49ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν ἔχω ν’ ἀνασκευάσω.....
§50ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ ἄρθρον.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ῥοντήρη, θὰ μοῦ δώσητε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι νὰ μείνῃ εἰς τὸ τέλος αὐτὴ ἡ συζήτησις, καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου.
§52ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Θὰ εἴπω δύω λέξεις μόνον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τὸ εἰσήγαγεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς μεταῤῥύθμισιν ἑνὸς μόνου ἄρθρου. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν τώρα, εἶναι ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταῤῥυθμισθῇ αὐτὸ μόνον τὸ ἄρθρον· μόνον τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον πέρυσιν ὅταν ἐσυζητοῦμεν τὸν νόμον, εἰσήγαγεν ὁ βουλευτὴς Δωρίδος κ. Κατσικαπῆς, εἰπὼν ὅτι μέχρις οὗ λάβωσιν ἰσχὺν οἱ νεώτεροι κατάλογοι, οἱ παλαιότεροι καταργοῦνται.
§53ΤΙΝΕΣ. Ἔχει καὶ ἄλλα πάρα κάτω.
§54ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τοιαύτη πρότασις μόνον εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν, οὐδεμία ἄλλη πρότασις νόμου. Αὐτὸ τὸ χαρτὶ εἶναι χάρτης ἄγραφος, καὶ κατὰ τὸν τύπον τὸν ὁποῖον ἔχει εἶναι καὶ ἀνάξιον συζητήσεως καὶ ἀναξιοπρεπὲς διὰ τὴν Βουλὴν, διότι οὐδεμίαν ὑπογραφὴν φέρει.
§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Φέρει τὴν ὑπογραφήν μου.
§56ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν βλέπω νὰ φέρῃ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἡ ὑπογραφὴ αὐτοῦ ἀνάγεται εἰς ἓν μόνον ἄρθρον, τὰ ἄλλα εἶναι τροπολογίαι συναθροισθεῖσαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι τὸ κῦρος. Ἕνεκα τούτου θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Ζωχιοῦ εἶναι ἀπαράδεκτος, ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον, διότι νομίζω ὅτι δὲν εἶναι καλὸν νὰ ἔρχωνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Παρακαλῶ τὸν κύριον συνάδελφον νὰ ἀποσύρῃ αὐτὴν τὴν πρότασιν, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ θέλει νὰ συζητήσῃ καὶ τὰς ἄλλας δὲν εἶμαι ἐναντίος.
§57ΖΑΪΜΗΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλεν αὐτοτελὲς νομοσχέδιον, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔχετε ἀνὰ χεῖράς σας.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζητεῖται τὸ ἄρθρον ἕκτον.
§59ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Θὰ προσθέσω ἕν ἄρθρον μεταξὺ τῶν δύο. Κύριοι, χθὲς μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου πέμπτου, παρετήρησα ὅτι ὑπάρχει μία ἔλλειψις αὐτοῦ. Ἐπειδὴ δυστυχῶς ἐψηφίσθη, δὲν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν ἴδιον ἐδάφιον εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό. Ἡ ἔλλειψις εἶναι ἡ ἑξῆς. Προσδιωρίσαμεν ποῖος θὰ διορίζῃ τοὺς σφαιριδιοδότας, ἀλλὰ δὲν προεβλέψαμεν περὶ τῆς περιστάσεως ἐκείνης κατὰ τὴν ὁποίαν εἴτε διότι εἷς ὑποψήφιος βλέπει τὴν ἀποτυχίαν του, εἴτε δι’ ἄλλον λόγον θέλει νὰ γεννήσῃ λόγον ἀκυρότητος, ἀποσύρει τὸν σφαιριδιοδότην του καὶ τὸν ἀντιπρόσωπόν του, ἢ ὅταν αἱ κάλπαι μείνωσιν ἄνευ σφαιριδιοδοτῶν, καὶ ἄνευ ἀντιπροσώπων, τί θὰ γείνῃ; Ὡς ἐκ τούτου φέρω ἄρθρον, ἔχον ὡς ἑξῆς «ἐπὶ τῶν ἐγκαταλειπομένων καλπῶν ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ διορίζει τοὺς σφαιριδιοδότας»· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ αὐθαίρετον πρᾶξιν, διὰ τοῦτο προσθέτω «ἡ δὲ ἐγκατάλειψις πιστοποιεῖται διὰ πράξεως τῆς τε ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς.
§60Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν δύναται εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν νὰ διορίζῃ.
§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ προτεινομένη τροπολογία ἢ προσθήκη δὲν ἔχει τὸν λόγον της.
§62Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κύριος Διαμάντης προτείνει ἐδῶ ἄρθρον αὐτοτελές· νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, νὰ τυπωθῇ, νὰ διανεμηθῇ καὶ κατόπιν θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν. Τὸ ἄρθρον πέμπτον ἐψηφίσθη· ὅ,τι ἐπρότεινεν ὁ κ. Ζωχιός, πρῶτον τὸ αὐτὸ προτείνει καὶ ὁ κ. Διαμάντης.
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λέγω ὅτι εἶναι μάταιον τοῦτο, διότι ὁ διορισμὸς τοῦ σφαιριδιοδότου εἶναι δικαίωμα τοῦ ὑποψηφίου καὶ γίνεται ὑπέρ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ. Ἐὰν αὐτὸς δὲν διορίσῃ, τότε ἡ κάλπη του μένει ἐκτεθειμένη, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ παρουσιάσῃ οὐδένα λόγον ὑπὲρ ἑαυτοῦ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ, δὲν διώρισα τὸν σφαιριδιοδότην μου, νὰ ἀκυρώσω καὶ τὴν ἐκλογήν μου.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν πρὶν προβῶμεν εἰς τὸ ἕκτον ἄρθρον νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦ κ. Διαμάντη, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Διαμάντης θέλει ν’ ἀποσυρθῇ.
§65ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ κύριος βουλευτὴς ἔχει δικαίωμα νὰ προτείνῃ πᾶσαν πρότασιν συμπληροῦσαν πᾶσαν διάταξιν.
§66ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τί θὰ γείνῃ, ὅταν μείνουν αἱ κάλπαι ἄνευ σφαιριδιοδοτῶν.
§67ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ᾖναι ὁ ἀντιπρόσωπός του, ἡ ἐπιτροπή.
§68ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Πρώτην φορὰν εἶναι ὅπου αἱ κάλπαι ἐγκατελείφθησαν ἀπὸ τοὺς ὑποψηφίους; Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι εἰς πενήντα κάλπας συνέβη τοῦτο· ἦλθεν ἀκύρωσις; ὄχι· διωρίσθησαν σφαιριδιοδόται, ἢ ὁσάκις ὑποψήφιοι ἐγκαταλείπουν τὰς κάλπας των ἢ αὐτοὶ σφαιριδιοδόται δίδουν τὰ σφαιρίδια εἰς τοὺς ψηφοφόρους.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Διαμάντη ἀποτελεῖ ἴδιον ἄρθρον· ἑπομένως θὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν βάσανον αὐτοτελοῦς ἄρθρου.
§70ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Τουλάχιστον νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ τί θὰ γείνῃ.
§71ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Αὐταὶ αἱ παρατηρήσεις ἔγειναν καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου ὑπάρχει νομολογία.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου ἕκτου εἶναι πρώτη τροπολογία τῶν κυρίων Καφετζόγλου καὶ Δημητριάδου· (ἀναγινώσκει). Δευτέρα τροπολογία εἶναι ἡ ἑξῆς· (ἀναγινώσκει). Ἔχομεν δὲ καὶ μίαν ἄλλην τροπολογίαν τοῦ κυρίου Κασβίκη· (ἀναγινώσκει).
§73ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τῳόντι, κύριοι, τὸ ἄρθρον γεννᾷ δυσκολίας, γεννᾷ ζητήματα, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον συνετάχθη οὕτω, διότι παρετηρήθη, ὅτι ἀφίνοντες εἰς τὴν ἐξουσίαν τῶν ἐπιτοπίων ἀρχῶν νὰ λύωσι τὰ ζητήματα αὐτὰ δὲν ἀπαντῶμεν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἀκρίβειαν. Τῳόντι τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει εἰς τὸν νόμον εἶναι πολὺ καλόν, διότι αὐτὸ θεραπεύει ὅλας τὰς ἀνάγκας, καθόσον δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἀρχὴν ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν περιστάσεων ν’ ἀποφασίζῃ· ἀλλὰ ἐγεννήθησαν ἄπειρα παράπονα. Πράγματι ὅπως γίνεται πολλαχοῦ ὁ προσδιορισμὸς καὶ ἡ διαίρεσις τῶν τμημάτων εἶναι κακή, διότι ἐδῶ καὶ ἡ πλειονοψηφία τῶν δημοτικῶν Συμβουλίων ἀκολουθεῖ ἕνα κανόνα, ἐκεῖ δὲ ἄλλον, ἕκαστος θεραπεύει τὴν ἰδίαν ἀνάγκην, καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν προσδιορισμοὺς ναῶν ἀντὶ σχολείων, ἀλλὰ τόπων ἀκαταλλήλων καὶ μεμακρυσμένων. Λοιπὸν νομίζω καλλίτερον νὰ τεθῶσι μερικοὶ κανόνες καὶ οὕτω ν’ ἀποφύγωμεν τὰ ἄτοπα. Ἀλλὰ οἱ κανόνες, κύριοι, δὲν δύνανται νὰ προβλέπουν ὅλας τὰς περιπτώσεις. Ἐὰν τῳόντι πρέπει νὰ τεθῶσι μερικοὶ κανόνες καὶ δὲν μείνει τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου, ἰδοὺ τί νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ συνταχθῇ τὸ ἄρθρον οὕτω, ὥστε νὰ προβλέπωνται ὅλαι αἱ περιστάσεις· καὶ πρῶτον ἐὰν δὲν εἶναι μέγας ὁ ἀριθμὸς τῆς ψηφοφορίας διατί νὰ γείνουν δύω τμήματα; Δεύτερον, ὑπάρχουν χωρία ὄχι λίαν ἀπομεμακρυσμένα ἀπ’ ἀλλήλων καὶ δύνανται ν’ ἀποτελέσουν τμῆμα, διατί νὰ μὴ δοθῇ εὐκολία εἰς αὐτὰ νὰ ψηφίσουν μὴ ἀπομεμακρυνόμενα; Τρίτη περίστασις καθ’ ἣν ὑπάρχουν χωρία εἰς ἴσην καὶ μικρὰν ἀπόστασιν· εἰς τοιαύτην περίστασιν διατί νὰ γείνῃ χωριστὸν τμῆμα εἰς ἀκατάλληλον μέρος καὶ οὐχὶ εἰς τὴν πρωτεύουσαν; Ἰδοὺ ταῦτα τίνι τρόπῳ προβλέπονται ἀπὸ τὸν νόμον «ἡ τῆς δευτέρας τάξεως δῆμοι ἔχοντες ἐκλογεῖς πλέον τῶν ὀκτακοσίων διαιροῦται αὐτοδικαίως εἰς δύω τμήματα...» διὰ νὰ διαιρεθῇ ὁ δῆμος πρέπει νὰ ἔχῃ πλέον τῶν ὀκτακοσίων. Δεύτερον ἠμπορεῖ νὰ διαιρεθῇ δῆμος εἰς δύω τμήματα καὶ ἂν δὲν ἔχει πλέον τῶν 800, ἐὰν τὰ χωρία ἀπέχωσι πλέον τῶν δύω ὡρῶν καὶ δύνανται νὰ ἀποτελέσωσι τμῆμα· (θόρυβος). Κύριοι, δὲν δύναται νὰ λάβῃ χώραν ἡ περίστασις, τὴν ὁποίαν φοβεῖται ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος, διότι διὰ νὰ διαιρεθῶσιν εἰς περισσότερα τμήματα πρέπει νὰ ἔχῃ πλέον τῶν 800 ψηφοφόρων. Ἕκαστος δῆμος τότε δύναται νὰ διαιρεθῇ εἰς τμήματα διὰ νὰ διαιρεθῇ εἰς δύω καὶ πλέον τῶν χιλίων ἑξακοσίων, διὰ νὰ διαιρεθῇ εἰς τρία. Ἡ Βουλὴ ἢ πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ νὰ μείνῃ εἰς τὸ σύστημα τοῦ νόμου τοῦ ὑφισταμένου, ἢ ἐὰν πρέπῃ νὰ δεχθῇ νέον, πρέπει νὰ ἀκούσῃ ὅλας τὰς δυσκολίας καὶ εὐκολίας τοῦ νέου συστήματος. Βεβαίως μὲ τὸ σύστημα τοῦ νόμου μένει εἰς τὴν ἐξουσίαν τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν νὰ ἐκτιμήσουν, ἐὰν πρέπῃ νὰ γίνουν ἓν ἢ δύω τμήματα καὶ ποῦ νὰ συστηθοῦν αὐτὰ τὰ τμήματα· ἐὰν ὅμως δὲν ἐμπιστευώμεθα, πρέπει νὰ θέσωμεν τοιούτους ὁρισμοὺς, τοὺς ὁποίους προβλέπει τὸ νομοσχέδιον. Βεβαίως ὅλας τὰς περιστάσεις δὲν δυνάμεθα νὰ τὰς προβλέψωμεν, ἀλλὰ μόνον τὰς κυριωτέρας. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ μείνῃ εἰς τὸν νόμον, δὲν ἔχω δυσκολίαν.
§74ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὸν νόμον.
§75ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Καί τοι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην νὰ τροποποιηθῇ ὁ νόμος καὶ ἤδη ὡμίλησε περὶ αὐτοῦ, ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶναι γνωστὸν, ἐὰν θὰ ἐγκριθῇ ἡ τροποποίησις αὕτη καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶμαι σύμφωνος εἴς τινας τροποποιήσεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ, διὰ τοῦτο λαμβάνω τὸν λόγον. Ἀντὶ, κύριοι, θεωριῶν θὰ σᾶς εἴπω πόθεν ὁρμώμενος φέρω τὴν τροποποίησιν, ἣν ἐπαρουσίασα μετὰ τοῦ κυρίου Δημητριάδου. Θὰ σᾶς εἴπω τὴν ἱστορίαν τῶν πραγμάτων, διότι ἐὰν ἠξεύρετε τί συμβαίνει εἰς τὰ ἐπαρχίας σας, δὲν γνωρίζετε ὅμως τὴν ἀτυχίαν ἐπαρχιῶν τινων, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ ἐπαρχία, ἣν ἀντιπροσωπεύω· διὰ τοῦτο καὶ ἄλλοτε εἶχον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ ἓν τηλεγραφεῖον, τὸ ὁποῖον τώρα εἶναι ὑπὸ τὴν μελέτην τοῦ ὑπουργοῦ, διότι ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῆς συγκοινωνίας καμμία φροντὶς δὲν λαμβάνεται, ὅπως ἠκούσατε, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο κάλλιον σᾶς φέρω μίαν στατιστικὴν πληροφορίαν· ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου 9 φόνοι ἐγένοντο εἰς τὴν Κορώνην, ἐνῷ κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα χρόνου ὑπὸ τὴν ξένην προστασίαν εἷς μόνον. Ἐκ τῶν 9 τρεῖς ἢ τέσσαρες ἔμειναν ἀκαταδίωκτοι, 4 κατεδικάσθησαν καὶ δύω ἐτιμωρήθησαν. Ἔρχομαι εἰς τὸ εἰδικὸν ἀντικείμενον, διατί ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ φέρω τὴν τροπολογίαν. Κατὰ τὸν ὑπάρχοντα νόμον τὸ δημοτικὸν Συμβούλιον ὁρίζει τὰ τμήματα ἑνὸς δήμου συγκειμένου ἀπὸ 6–7 χιλιάδας κατοίκων, δηλαδὴ ἔχοντος πλέον τῶν 1700 ψηφοφόρων. Τί δὲ κάμνει τὸ δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς ἓν ἐκ τῶν δύω κομμάτων; Διὰ νὰ ἐννοήσετε καλλίτερα τὴν ὑπόθεσιν τοῦ δήμου αὐτοῦ φέρετε μίαν γραμμὴν, ἀπὸ τὴν μίαν εἰς τὴν ἄλλην θύραν· εἰς τὸ ἓν ἄκρον εὑρίσκεται ἡ πρωτεύουσα, εἰς τὸ μέσον εὑρίσκεται ὁ μεγαλείτερος ἀριθμὸς τῶν ψηφοφόρων, ἡ δὲ πρωτεύουσα ἔχει τὰς ὀλιγωτέρας ψήφους. Τὸ δημοτικὸν Συμβούλιον ὁρίζει τὴν πρωτεύουσαν ἐκλογικὸν τμῆμα ὅλου τοῦ δήμου. Τί νομίζετε, ὅτι ἔκαμεν ὁ ἔπαρχος; Ὁρίζει δύω τμήματα, ἀλλὰ τὸ δεύτερον τὸ ὁρίζει εἰς τὸ μέσον, οὐχὶ εἰς τὸ ἄκρον ὅπου ἔχει πλέον τῶν 500 ψηφοφόρων· ἀλλὰ καὶ τί ἄλλο κάμνει ὁ ἔπαρχος; Οἱ κάτοικοι τῆς ἄκρας νὰ ὑπάγουν εἰς τὸ μέσον, οἱ δὲ τοῦ μέσου εἰς τὸ ἕτερον ἄκρον. Τοῦτο συνέβη ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῆς συγκοινωνίας. Τὸ πρᾶγμα ὑπεβλήθη εἰς τὸν νομάρχην, ὅστις τυχὼν νὰ εἰδοποιηθῇ ἐγκαίρως ἔφερε τὴν δέουσαν θεραπείαν διορίσας ὡς τόπον ἐκλογῆς τὸ κεντρικώτερον χωρίον, ὅπερ ὑπῆρξε καὶ πρωτεύουσα δήμου ἄλλοτε αὐτῶν τούτων τῶν χωρίων. Διὰ τοῦτο φέρω τὴν τροπολογίαν νὰ μὴ ἀφήσωμεν τίποτε εἰς τὸ δημοτικὸν Συμβούλιον.
§76Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅλαι αὐταὶ αἱ προτάσεις, ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀριθμοί, ὅλα αὐτὰ τὰ γεωμετρικὰ, οὕτως εἰπεῖν, προβλήματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθοῦν ὡς κανόνες, ἀλλὰ κανόνες ὡρισμένοι· διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν πίεσιν τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ τόπου τῆς ἐκλογῆς, πρέπει νὰ θέσωμεν ἐδῶ κανόνας, οἱ ὁποῖοι δὲν γεννῶνται ἐκ τῆς κρίσεως τῶν σημερινῶν πραγμάτων, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν εἰς μίαν ἄλλην ἐποχὴν, ἡ ὁποία δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της τὰς σημερινὰς ἀνάγκας. Ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, κύριοι, κατὰ τὰ 9/10 οἱ βʹ. τάξεως δῆμοι εἰς ὅλον τὸ κράτος προέρχονται ἐκ τῆς συγκεντρώσεως μικροτέρων δήμων, διότι τὸ δημοτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη κατ’ ἀρχὰς ἐν Ἑλλάδι, εἶχε τῳόντι τὴν ὡραίαν ἀρχὴν τῆς μικρότητος τῶν δήμων.
§77ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὸ δὲν συμβαίνει παντοῦ.
§78Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποῦ δὲν συμβαίνει;
§79ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἰς τὸ Κρανίδι.
§80Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἓν παράδειγμα (θόρυβος). Διότι, κύριοι, ἐὰν ἀφήσητε τὸν προσδιορισμὸν τοῦ τόπου τῆς ψηφοφορίας εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν καὶ εἰς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, δὲν θὰ προεδρεύσῃ τὸ δίκαιον, ἀλλὰ τὸ συμφέρον τῶν ἰσχυόντων κατὰ τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην· αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ πράγματος· καὶ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, διότι ὁ κ. Μίλησης φαίνεται ὅτι δὲν ἤκουσεν ὅτι ἐγὼ εἶπον κατὰ τὰ 9/10. Ἔχομεν εἰς τὰ Καλάβρυτα τὸν δῆμον Κερπινῆς, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει καὶ ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· ὁ δῆμος οὗτος ἀποτελεῖται ἐκ τῶν δήμων Κερπινῆς καὶ Σελλινοῦντος. Λοιπὸν αὐτὸς ἔχει 1500 ψηφοφόρους.
§81Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σύγκειται ἀπὸ τέσσαρας μάλιστα δήμους.
§82Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λέγω κατόπιν, ὄχι ἀρχαιότερα. Λοιπὸν δύω εἶναι τὰ τμήματα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ διαιρεθῇ. Ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ὑπηρετήσῃ ἴδιον συμφέρον δύναται τὸ 8ον ἐκλογικὸν τμῆμα νὰ τὸ ὁρίσῃ ὅπου θέλει· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ εἴπωμεν, τὸ ἓν ἐκλογικὸν τμῆμα εἶναι ἡ πρωτεύουσα τοῦ νῦν δήμου, καὶ τὸ ἄλλο ἡ πρωτεύουσα τοῦ ἄλλου δήμου. Εἶναι ἐπίσης ὁ δῆμος Λαπαθῶν, ὁ ὁποῖος σύγκειται ἀπὸ τὸν δῆμον Λαπαθῶν καὶ τὸν δῆμον Βλασίας, καὶ οὕτω καθεξῆς ὅλοι οἱ δῆμοι. Λοιπὸν ἐὰν θέλετε νὰ ἀκολουθήσητε ἕνα κανόνα καὶ νὰ μὴ ἐπικρατήσῃ ἡ θέλησις τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, πρέπει νὰ παραδεχθῆτε αὐτόν. Ἐγὼ δὲν ἔχω κανὲν συμφέρον, ὁπουδήποτε καὶ ἂν γείνῃ ἡ ἐκλογὴ, ἔχω τὸ θάῤῥος καὶ τὴν δύναμιν νὰ παρασταθῶ· δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀπονομῆς δικαίας· αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν διατυπῶ. Τώρα ἤκουσα καὶ ἄλλους λέγοντας ἐὰν εἶναι 300 ψηφοφόροι 2 χιλιάδες; Εἰς δήμους δευτέρας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφοφορήσουν 3 χιλιάδες, καὶ εἶναι ἀδύνατον, διότι εἰς πέντε ψυχὰς ἀναλογεῖ εἷς ψηφοφόρος, καὶ τότε πρέπει νὰ ἔχῃ 10 χιλιάδας καὶ 12 χιλιάδας κατοίκους. Αὐτοὶ εἶναι οἱ κανόνες, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν· καὶ ἠξεύρετε διὰ τί τὰ λέγω αὐτά; διότι πρὸ ὀλίγου ἔπαρχος ἐπρότεινε ἐναντίον τῆς συνειδήσεώς του καὶ τοῦ δικαίου ἄλλο χωρίον ὡς τόπον τῆς ἐκλογῆς καὶ ἔπεμψε καὶ τοπογραφικὸν σχέδιον. Ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ ἀποφύγωμεν τὰς ἐπεμβάσεις τῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία δυστυχῶς ἐπεμβαίνει.
§83ΜΙΛΗΣΗΣ. Συμφωνῶ ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ τεθῶσι κανόνες τινὲς ῥυθμίζοντες τὴν διοικητικὴν ἐνέργειαν, καὶ τοιαύτη ἦτο ἐν ἀρχῇ ἡ περὶ τούτου γνώμη μου, ἀλλὰ παρατηρῶ ὅτι ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων οἱ κανόνες οὗτοι εἶναι τόσον ποικίλοι, ὥστε ἐνῷ ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν διοικητικὴν αὐθαιρεσίαν, κινδυνεύομεν νὰ ἐμπέσωμεν εἰς τὴν νομικὴν αὐθαιρεσίαν, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ χειροτέρα. Ἡ τοπικὴ θέσις ἑκάστης ἐπαρχίας εἶναι διάφορος, ποικίλη, καὶ τὰ διάφορα πράγματα δὲν δύνασθε νὰ κανονίσετε δι’ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ μέτρου, διότι θὰ πράξητε νομικὴν ἀδικίαν· ἀπόδειξις ὅ,τι ἐπρότεινεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς. Ἐνθυμεῖσθε ποῦ ἐστηρίζετο ἡ πρότασίς του, εἰς τὴν ἰδέαν ὅτι οἱ δῆμοι τῆς βʹ τάξεως εἶναι ὅλοι συγχωνευμένοι.
§84Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα.
§85ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔστω· μένει τὸ ἓν δέκατον. Τῷ παρέστησα ὅτι τὸ Κρανίδιον π. χ. δὲν συνεχωνεύθη ἐκ δύω δήμων, καὶ ἐνθυμεῖσθε τί μοὶ ἀπήντησε «τί σημαίνει ἐὰν ἐξαιρεῖται τὸ Κρανίδιον». Λοιπὸν τὸ Κρανίδιον θὰ τὸ διαγράψωμεν; Δὲν τὸ πιστεύω, ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ ἐρευνήσητε τὴν χωρογραφικὴν κατάστασιν τῆς ἐπαρχίας ταύτης, διὰ νὰ ἴδητε ἂν συμβιβάζηται αὕτη μὲ τὸ νομοθετικόν σας μέτρον.
§86Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον.
§87ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ Κρανίδιον ἔχει 2,000 ψηφοφόρους, διότι κατοικεῖται ἀπὸ 7,500 κατοίκους ἡ πόλις· ἔχει δὲ τρία χωρία, τὸ Χέλιον πρὸς μεσημβρίαν, τοὺς Φούρνους πρὸς βοῤῥᾶν καὶ τὴν Κοιλάδα βορειοδυτικῶς, καὶ τὰ τρία εἰς τὴν αὐτὴν ἀπόστασιν ἀπὸ τὸ Κρανίδιον, τὸ ὁποῖον κεῖται ἐν τῷ κέντρῳ. Ἄν δεχθῆτε τώρα τὸν νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον δῆμοι δευτέρας τάξεως θὰ ἔχουν ἀναποφεύκτως δύω τουλάχιστον τμήματα, θὰ ἀναγκασθῆτε νὰ θέσετε ἓν τμῆμα εἰς τὰ χωρία, καὶ θὰ ὑποχρεώσετε τοιουτοτρόπως τοὺς κατοίκους τῶν δύω χωρίων νὰ διέρχωνται διὰ τῆς πρωτευούσης, μεταβαίνοντες εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον τοῦ δήμου πρὸς ψηφοφορίαν. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἐπειδὴ βλέπω ὅτι δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ ῥυθμίσωμεν δι’ ἑνὸς μέτρου ἁπάσας τὰς τοπικὰς περιφερείας ἐπὶ ἀσφαλείᾳ ἴσῃ πάντων τῶν δικαιωμάτων, προτείνω νὰ μείνωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ διοικητικὴ αὐθαιρεσία διατελεῖ διηνεκῶς ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ἡ νομικὴ αὐθαιρεσία δὲν ἔχει οὐδεμίαν θεραπείαν.
§88Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν κ. Μίλησην ὅταν συζητῇ νὰ συζητῇ μὲ περισσοτέραν καλὴν πίστιν· ὅταν ἐγὼ ὡμίλησα εἶπον τὰ 9/10· εἶμαι δὲ ἕτοιμος αὔριον διὰ καταλόγων δημοτικῶν νὰ τοῦ ἀποδείξω ὅτι τὰ 9/10 τῶν δήμων τοῦ πρώην Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος ἀποτελοῦνται ἐκ τῆς συγχωνεύσεως πολλῶν μικρῶν δήμων· δὲν εἶπον ὅτι ὅλοι οἱ δῆμοι τοῦ κράτους, τὰ 9/10, καὶ τὰ 9/10 δύνανται νὰ ἀποτελέσωσι ἕνα κανόνα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἶναι εὐφυέστατος ὁ προλαλήσας, ἀλλὰ πάλιν τοῦ λέγω ὅτι ὅταν συζητῇ πρέπει νὰ συζητῇ ἐν καλῇ πίστει· οὐδεὶς εἶπε ποτὲ ὅτι χωρίον τὸ ὁποῖον θὰ ἀποτελέσῃ ἰδιαίτερον τμῆμα ὀφείλει νὰ διέρχεται ἐκ τῆς πρωτευούσης· εἴπομεν ὅτι ἂν τὰ χωρία τὰ ὁποῖα ἀπέχουν, ἂν τὰ χωρία δύνανται νὰ ἀποτελέσωσι τμῆμα, τότε ἐκεῖνα νὰ ἀποτελέσωσι τμῆμα.
§89Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Προτείνω, κ. πρόεδρε, νὰ μείνωμεν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ παλαιοῦ νόμου, καὶ προτείνω τὴν ἀπάλειψιν αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου ὅπως εἶπε καὶ ὁ ὑπουργός.
§90ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἐσχηματισμένη ἡ πεποίθησις τῆς Βουλῆς νὰ μείνωμεν εἰς τὸν παλαιὸν νόμον.
§91ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§92ΛΑΠΑΣ. Ἡ συζήτησις εἶναι περαιωμένη, περιττὰ εἶναι ὅλα αὐτά.
§93ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τότε θεωρῶ περιττὸν νὰ ὁμιλήσω· ὁ παλαιὸς νόμος καὶ κατ’ ἐμὲ εἶναι ἐπαρκής.
§94ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί· ἂν ὅπως ἐνόησα ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6ου προεκλήθη κυρίως ἐκ τοῦ λόγου ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, ὅτι εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον νὰ ψηφοφορήσουν πλείονες τῶν 800 ἐκλογέων εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ τμῆμα κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν, νομίζω ὅτι διὰ τὸν αὐτὸν τοῦτον λόγον, λόγον πανίσχυρον προφανῶς καὶ τὸν ὁποῖον ὑπεστήριξεν καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὀφείλομεν νὰ θεωρήσωμεν ὡς ὀρθὴν τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τῶν κ. κ. Κάρτσωνα καὶ Διαμάντη καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν «οἱ δευτέρας τάξεως δῆμοι διαιροῦνται αὐτοδικαίως εἰς δύο μὲν τμήματα (κατὰ τὸ ἄρθρ. 6) ἂν ἔχουν πλείονας τῶν 800 ψηφοφόρων, εἰς τρία δὲ ἂν ἔχωσιν ἀριθμὸν ἐκλογέων διπλάσιον τῶν 800»· διότι ἂν δὲν ἀποδεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν ταύτην, τότε θὰ ψηφίσωμεν νόμον ἄνισον, προνομιακὸν, νόμον ὁ ὁποῖος εἰς ἄλλους μὲν δήμους θὰ παρέχῃ πᾶσαν εὐκολίαν καὶ εὐχέρειαν, εἰς ἄλλους δὲ δήμους θὰ καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος εἰς ὅλους ἐν γένει τοὺς ἐκλογεῖς· καὶ ἐπὶ παραδείγματι ὁ δῆμος τῆς πρωτευούσης ἐπαρχίας Σπαρτιατῶν ἔχει ὑπὲρ τὰς 2000 ἐκλογέων καὶ ὅμως εἶναι δευτέρας τάξεως· ἐὰν δὲ, κατὰ τὸ ἄρθρον 6, θὰ ἔχῃ δύο μόνον τμήματα καὶ οὐχὶ κατὰ τὴν τροπολογίαν τρία, θὰ ᾖναι ἀδύνατον νὰ ψηφοφορήσωσι πάντες οἱ ἐκλογεῖς εἰς δύω μόνον τμήματα. Ἄλλως τε, ἐὰν δὲν ἀποδεχθῆτε τὴν τροπολογίαν, νομίζω, ὅτι θὰ καταντήσωμεν καὶ εἰς τὸν παραλογισμόν, ἐνῷ εἴπομεν ὅτι δὲν ἀρκεῖ δι’ 800 ἐκλογεῖς μία ἡμέρα νὰ ψηφοφορήσουν εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ τμῆμα, ἡμεῖς οἱ ἴδιοι νὰ εἴπωμεν, ὅτι δύνανται νὰ ψηφοφορήσουν 1000 ἐκλογεῖς εἰς ἓν τμῆμα· (διάλογοι παρατεταμένοι). Ἰδοὺ, κύριοι, τί λέγω καθόσον ἀφορᾷ τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἕδρας τῶν τμημάτων· (διάλογοι, θόρυβος) καθόσον ἀφορᾷ τὰ τμήματα ἡ τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς «ἕδρα τῶν ἐκλογικῶν τμημάτων εἶναι ἡ πρωτεύουσα τῶν δήμων· ἂν δὲ ὑπάρχουσιν ἐν τῷ δήμῳ χωρία τρεῖς τοὐλάχιστον ὥρας ἀπὸ τῆς πρωτευούσης ἀπέχοντα, ὁρίζεται τοῦ ἑνὸς τῶν τμημάτων ἕδρα τὸ κεντρικώτερον τῶν χωρίων τούτων ὑπὸ τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς, μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ Δημ. Συμβουλείου». Τὸ μέρος δὲ τοῦτο τῆς τροπολογίας δὲν ἀπαιτεῖ ἀνάπτυξιν· (διάλογοι, θόρυβος, ὁ κ. πρόεδρος προσκαλεῖ τοὺς κ. βουλευτὰς νὰ καθήσωσι καὶ νὰ παύσωσι τοὺς διαλόγους).
§95ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί. Παρ’ ἡμῖν οἱ νόμοι κατήντησαν κυκεών· ἠξεύρετε διατί; Διότι δὲν μελετοῦμεν σπουδαίως τὰ πράγματα καὶ θὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι εἶναι τόσον εὔκολον τὸ πρᾶγμα ὥστε μὲ δύω λέξεις δυνάμεθα νὰ τὸ διορθώσωμεν· ἀκούσατε· ἔχω πολλὴν πρακτικὴν εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα· ὅταν κάμνετε τμήματα εἰς δήμους δευτέρας τάξεως δογματίζετε τὴν καλπονόθευσιν· θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω· (θόρυβος). Δεύτερον ὅταν κάμνετε τμήματα πρέπει νὰ κάμετε εἰς τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ μὴ γεννήσητε μεταξὺ τῶν δημοτῶν διαφορὰς ὁποίας ἐγέννησαν ὅλοι ὅσοι πρὸ ὀλίγου ἐλάλησαν ἐπὶ αὐτοῦ τοῦ θέματος· πρὸ πάντων δὲ πρέπει νὰ φοβώμεθα τὴν διοικητικὴν ἀρχήν· καὶ διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τοῦτο ἰδοὺ τί πρέπει νὰ κάμωμεν· πρόκειται εἰς ἕνα δῆμον νὰ κάμωμεν δύω τμήματα, τὸ ἓν ἀναγκαίως εἶναι ἡ πρωτεύουσα, τὸ ἄλλο ἢ πρέπει νὰ ᾖναι ἡ πρωτεύουσα τοῦ παλαιοῦ δήμου, ὁ ὁποῖος συνεχωνεύθη ὡς εἶπεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ἢ ἂν δὲν συνεχωνεύθησαν οἱ δῆμοι ὀφείλουν ἀφοῦ ὁρισθῇ τὸ πρῶτον τμῆμα τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ τὴν πρωτεύουσαν, τὸ ἄλλο τμῆμα νὰ ἔχῃ τὸ ἑξῆς προσόν, τὸ κεντρικώτερον χωρίον τὸ ἀπέχον ἐξ ἴσου ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα νὰ ᾖναι ἡ πρωτεύουσα· νὰ ὁρισθῇ δὲ ἅπαξ διὰ παντός, διότι ἐγὼ αὐτὸς μίαν φορὰν ἐψήφισα ἐδῶ καὶ ἄλλοτε εἰς ἄλλο μέρος κατὰ τὴν θέλησιν τῶν κατὰ καιροὺς ἰσχυόντων ἢ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Λοιπὸν, κύριοι, πότε πρέπει νὰ διαιρεθῇ ὁ δῆμος εἰς δύω τμήματα; μόνον διότι ἔχει ψηφοφόρους ὑπὲρ τοὺς 800; ὄχι· ὅταν εἶναι ἡ ἀπόστασις ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν περισσότερον τῶν 2 ἢ τριῶν ὡρῶν, διότι ἄλλως μᾶς εἶναι περιττὰ τὰ πολλὰ τμήματα· (διάλογοι, θόρυβος).
§96ΜΕΤΑΞΑΣ. Αὐτὴ ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον, διότι τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι σπουδαιότατον καὶ ἀπαιτεῖται νὰ σκεφθῶμεν ὡρίμως καὶ ὄχι νὰ ψηφίζωμεν ἐν τῷ μέσῳ αὐτοῦ τοῦ θορύβου· δὲν εἶναι συζήτησις αὐτή.
§97ΛΑΠΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ Βουλὴ ἐπιμένει νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τοῦ νόμου· (θόρυβος, διάλογοι).
§98ΖΑΪΜΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδήλωσεν ἤδη ὅτι ἀποδέχεται τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου.
§99ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Δὲν τὴν δεχόμεθα ἡμεῖς· (θόρυβος).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, καθήσατε, ἡσυχάσατε δι’ ἀγάπην Θεοῦ, δὲν ἠξεύρετε τί τραβῶ ἐδῶ ἐπάνω· σᾶς ἱκετεύω καθήσατε.
§101ΛΑΠΑΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως (θόρυβος).
§102Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ὑπεβλήθη πρότασις ἀναβολῆς.
§103ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριε πρόεδρε, σᾶς ἐζήτησα τὸ λόγον.
§104Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί λόγον ἀδελφέ; (θόρυβος).
§105ΛΑΠΑΣ. Ἀρκετὰ, κ. πρόεδρε, εἴμεθα ὑπὲρ τοῦ παλαιοῦ νόμου.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο πρότασις ἀναβολῆς.
§107ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τὸν λόγον.
§108ΤΙΝΕΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς;
§109ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Μάλιστα.
§110ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπὶ τῆς τάξεως τοῦ ζητήματος. Ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ὡς παρεμπίπτουσα δὲν συζητεῖται, ἂν δὲν ὑποστηρίζεται ὑπὸ 10 βουλευτῶν. Ἐγείρονται ἀμέσως πλείονες τῶν 10.
§111ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Λυποῦμαι διὰ τὸν χαρακτῆρα τὸν ὁποῖον ἔλαβε ἡ συζήτησις.
§112ΤΙΝΕΣ. Πῶς;
§113ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Λυποῦμαι, λέγω, διὰ τὸν χαρακτῆρα τὸν ὁποῖον ἔλαβεν ἡ συζήτησις (θόρυβος).
§114ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Πὲς χαίρω.
§115ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Χαίρω ὅμως, διότι πολὺ ἐγκαίρως καταδεικνύονται τὰ ἄτοπα τῆς μονοημέρου ψηφοφορίας.
§116ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς ὁμιλεῖτε; (θόρυβος).
§117ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Πᾶν ὅ,τι γίνεται κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς μονοημέρου ψηφοφορίας.
§118ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς.
§119ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἶμαι δὲ κατὰ τῆς ἀναβολῆς, καὶ εἶμαι κατά, διότι δὲν ἐξερχόμεθα, κύριοι, ἀπὸ τὸν λαβύρινθον αὐτὸν καὶ τὸν κυκεῶνα εἰς τὸν ὁποῖον εἰσήλθομεν, ἂν δὲν ἀποδεχθῶμεν τὸ ἄρθρον τοῦ παλαιοῦ νόμου· πρέπει ὅμως πάντοτε νὰ σκεφθῶμεν, διότι εἴμεθα εἰς καιρὸν ἀκόμη νὰ διορθώσωμεν τὸν ἄτοπον τῆς μονοημέρου ψηφοφορίας.
§120ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Φρονῶ, ὅτι ὁ λόγος τῆς ἀναβολῆς εἶναι βάσιμος, διότι θὰ κάμῃ τοὺς βουλευτὰς νὰ σκεφθῶσιν ἀσφαλέστερον, καὶ νὰ ἔλθουν εἰς συνάντησιν αἱ διάφοροι γνῶμαι.
§121ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ὄχι, ὄχι, ἀπόψε, νὰ ψηφίσωμεν τὸν παλαιὸν νόμον.
§122ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ προσέξωμεν πολὺ, πρέπει καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ εὕρῃ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐλευθερία τῶν ἐκλογέων· τί ἐκάμαμεν νομίζετε τώρα; μετετέθησαν διάφοροι πρωτεύουσαι εἰς ἀπόκεντρα μέρη ἀπέχοντα ὥρας ὁλοκλήρους, καὶ διὰ τῆς μονοημέρου ψηφοφορίας θὰ ἀποκλεισθοῦν πολλοὶ ψηφοφόροι, θὰ ἐπέλθουν μεγαλείτερα κακὰ ἀπὸ τὰ κακὰ τοῦ πρώτου συστήματος· εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ μελετηθῇ ἀσφαλέστερον αὐτὸ τὸ ζήτημα· διὰ τοῦτο ἐπιμένω ὑποστηρίζων τὴν περὶ ἀναβολῆς πρότασιν τοῦ κ. Μεταξᾶ.
§123ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἐναντίος τῆς ἀναβολῆς διὰ τὸν λόγον, ὅτι τὸ ζήτημα περὶ οὗ πρόκειται, μελετᾶται ἀπὸ τοὺς κυρίους βουλευτὰς, ἐξ ὅτου ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν, καὶ ἀπόῤῥοια τῆς μελέτης ταύτης εἶναι αἱ διάφοροι προτάσεις, αἱ ὁποῖαι καθυπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν σύνοδον· ἠκούσαμεν τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι παρεκίνησαν πολλοὺς τῶν βουλευτῶν νὰ φέρωσι προτάσεις τοιαύτας, καὶ ἐκτιμῶμεν δεόντως τὸ πνεῦμα ἀπὸ τὸ ὁποῖον παρωρμήθησαν, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ὅτι δὲν θέλομεν νὰ ἀφήσωμεν τίποτε εἰς τὴν κυβερνητικὴν καὶ ἐκτελεστικὴν αὐθαιρεσίαν. Ἐπεθυμούσαμεν τῷ ὄντι ὅλοι νὰ εὕρωμεν κανόνας γενικοὺς, κατὰ τοὺς ὁποίους νὰ προσδιορίζωνται τὰ ἀντικείμενα ταῦτα, καὶ νὰ μὴ μένῃ τίποτε εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν· ἀλλ’ ἐκ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἔγινε, ἐπείσθημεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῶσι τοιοῦτοι γενικοὶ κανόνες, καὶ νομίζω, ὅτι τοιοῦτον εἶναι τὸ φρόνημα τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς· θαυμάζω δὲ πῶς δὲν θέλουν νὰ τὸ ἐννοήσουν, ὅσοι ἐξακολουθοῦν νὰ ὑποστηρίζουν τὴν τροπολογίαν. Τὸ κατ’ ἐμὲ οὐχὶ μόνον ἐναντιοῦμαι εἰς τὴν ἀναβολὴν, ἀλλὰ θέλω παρακαλέσει ὅλους τοὺς βουλευτὰς, ὅσοι ἔχουν ζητήσει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, νὰ παραιτηθοῦν καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
§124ΖΩΧΙΟΣ. Θαυμάζω μὲ τὸν προλαλήσαντα, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ἀφοῦ οἱ βουλευταὶ οἱ ἐναντιούμενοι εἶδον τὴν μεγάλην πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς πῶς τολμοῦν νὰ ἀνοίγουν τὸ στόμα των! Ἀλλ’ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν Γαλλικὴν, ἐπὶ τοῦ τελευταίου Ναπολέοντος, πέντε ἦσαν οἱ ἀνθιστάμενοι ἐναντίον ὅλων, οὐδεὶς ὅμως πρὸς αὐτοὺς εἶπεν: ἀπορῶ πῶς ἐπιμένετε ἐναντιούμενοι. Ἀνθίσταμαι δὲ ἐγὼ, διότι πιστεύω τὴν ὁμολογίαν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος σᾶς εἶπεν ὅτι αἱ ἀρχαὶ εἶναι ἀναξιόπιστοι. Ὁ ὑπουργὸς δὲν ἐμπιστεύεται τὰς δημοσίας ἀρχὰς, καὶ θέλετε νὰ ἐμπιστευθῶ ἐγὼ τὸν ὑπουργὸν, τῶν τοιούτων ἀρχῶν προϊστάμενον; Ἐνθυμοῦμαι δὲ ὅτι μέγας πόλεμος ἐγένετο τῷ καιρῷ ἐκείνῳ διὰ τὸν προσδιορισμὸν τῆς θέσεως τῶν ἐκλογῶν, καὶ οὗτος μὲν προετίμα τὸν ναὸν, ἐκεῖνος δὲ τὸ σχολεῖον, καὶ ἐμάχοντο πρὸς ἀλλήλους. Διατί δὲ ἐγένετο ὁ νέος νόμος; Διὰ ν’ ἀποφύγωμεν τὰ κακὰ τοῦ παλαιοῦ. Ἀλλὰ μετὰ τὸν νεωτερισμὸν θὰ περιέλθωμεν εἰς χειροτέραν κατάστασιν, διότι θὰ ἀποπερατοῦνται αἱ ἐκλογαὶ ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας, κατὰ τὴν διάθεσιν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Ἂς δοθῇ εἰς κακοὺς ὑπουργοὺς ὁ νόμος αὐτὸς καὶ βλέπετε τί γίνεται. Λέγετε δὲ ὅτι ἡμεῖς δὲν εὑρίσκομεν τῶν δυσκολιῶν λύσιν. Ἀφοῦ δὲ σεῖς δὲν δύνασθε νὰ προσδιορίσητε οὔτε τὴν πληθὺν τῶν τμημάτων, οὔτε τὴν θέσιν αὐτῶν, ποῖος θὰ τὴν προσδιορίσῃ; Δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῶμεν εἰς τὴν διάκρισιν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, παρακαλῶ νὰ καθήσετε. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ ἐγερθῶσι· (τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον).
§126ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἀντίστροφον.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν ἀναβολήν. Θέλω ἐρωτήσει τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ ἄλλοι, δηλ. διὰ τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν (θόρυβος).
§128ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Δὲν ἐτελείωσεν ἀκόμη ἡ συζήτησις (θόρυβος).
§129Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐζητήθη ἡ ὀνομαστικὴ κλῆσις (θόρυβος).
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἤκουσα τίποτε τοιοῦτον οὔτε ἐγὼ, οὔτε ὅλοι οἱ κύριοι γραμματεῖς.
§131Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐζητήθη ἡ ὀνομαστικὴ κλῆσις καὶ ὁ κύριος Καράπαυλος μάλιστα ἐθεώρησε τὴν πρότασιν ταύτην ὡς στρεψοδικίαν, ἀλλὰ τὸ προεδρεῖον ὡς ἐκ τοῦ θορύβου βεβαίως δὲν ἤκουσε.
§132ΤΙΝΕΣ. Κανεὶς δὲν ἤκουσε.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἀπηγγέλθη τὸ ἀποτέλεσμα.
§134Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ καθιερώσωμεν ἓν προηγούμενον, ὅτι ἀπηγγέλθη ἓν ἀποτέλεσμα· διότι ὁ ἐπικαλεσθεὶς τὴν ἐφαρμογὴν ἑνὸς ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ δὲν πρέπει νὰ χάσῃ τὸ δικαίωμά του διότι τὸ προεδρεῖον δὲν ἤκουσε (θόρυβος).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀποτέλεσμα ἀπηγγέλθη· ἑπομένως θεωρῶ τετελεσμένον τὸ πρᾶγμα. Προβαίνομεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ, ὑποστηριχθείσης καὶ ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν.
§136ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Ἡ συζήτησις δὲν ἐκηρύχθη περατωμένη (θόρυβος).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη τὴν ἀπάλειψιν. Τὸ ἄρθρον 7ον μεταβάλλεται εἰς 6ον. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 7.
§138ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ γείνῃ μία ἐξήγησις· κατὰ τὸ ἄρθρον δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι τὸ πρωτοδικεῖον θὰ ἀπαριθμήσῃ ἁπλῶς τὰς ἐν τῇ κάλπῃ ψήφους. Πιστεύω, ὅτι τοιαύτη δὲν εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ προτείναντος κυρίου ὑπουργοῦ. Ἡ ἀπαρίθμησις θὰ γείνῃ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου.
§139ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐννοεῖται.
§140ΜΙΛΗΣΗΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται ἡ παρατήρησις, ὅτι εἶναι ἑξήκοντα μόνον βουλευταί, καὶ ἑπομένως νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§142Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀπὸ ἐμπρὸς νὰ τὸ εἴπουν, ὄχι ἀπὸ ὀπίσω.
§143ΤΙΝΕΣ. Ποῖος ἔκαμε τὴν ἔνστασιν;
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δημητριάδης τῆς Ναυπλίας. Ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα πλέον τῶν ἑκατόν· ἑπομένως εἴμεθα πληρέστατοι. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ὥρα παρῆλθεν ἀναβάλλομεν τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις περὶ ὥραν 6 μ. μ.