1877.11.14
890 rows · 7,460 words · 74 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11
τῆς 14 Νοεμβρίου 1877.
(Δευτέρα)
Ὥρα 2½ μ. μ.
Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, προχθὲς ἕνεκα τῆς ἀποχωρήσεως τινῶν συναδέλφων μας, ἡ Βουλὴ δὲν εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ καὶ ἐλύθη ἡ συνεδρίασις πολὺ προώρως· παρακαλῶ τοὺς κ. βουλευτὰς νὰ μὴ λάβῃ χώραν τὸ τοιοῦτον ἄλλοτε, διότι ἄλλως θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ περὶ δημοσιεύσεως τῶν ὀνομάτων τῶν βουλευτῶν, τῶν μὴ προσερχομένων καὶ ἀπουσιαζόντων ἄνευ ἀδείας.
§2ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Διατί δὲν προσκαλοῦνται καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς τὰς ἐπαρχίας των νὰ ἔλθουν;
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προσκληθοῦν μάλιστα. — Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Πρεσβειῶν. Πρὸ τούτου παρατηρῶ ὅτι τὰ ὑποβληθέντα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδια ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν· παρακαλῶ ἑπομένως τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ περὶ αὐτῶν ἂν θέλῃ ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὰς ἐπιτροπάς.
§4ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔφερε ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς δὲν πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὁ κ. Κοντόσταυλος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Πορτογαλλίας· αὐτὴ δὲν συνεζητήθη παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἄν δὲν παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ νῦν καὶ νὰ συζητηθῇ ταχέως, διότι ἔχομεν ὑποχρεώσεις πρὸς ξένους.
§6ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ σταλῶσιν εἰς τὰς ἐπιτροπάς.
§7ΤΙΝΕΣ. Πέντε ἡμέρας.
§8Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κανονικῶς βεβαίως ὅλα τὰ νομοσχέδια πρέπει νὰ παραπέμπωνται εἰς τὰς ἐπιτροπάς, αὐτὴ εἶναι διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Βουλὴ ἐπὶ ὅλων τῶν νομοσχεδίων· τὸ νὰ ὁρισθῇ ὅμως ἡ προθεσμία διὰ τὰ νομοσχέδια, τοῦτο εἶναι πρᾶγμα ἀδύνατον, διότι ἓν νομοσχέδιον ἠμπορεῖ νὰ μὴν ἀπαιτῇ πρὸς ἐπεξεργασίαν παρὰ προθεσμίαν 24 ὡρῶν, ἄλλα τριάκοντα καὶ τεσσαράκοντα ἡμερῶν, ὥστε δὲν δύναται ἡ Βουλὴ διὰ μιᾶς ἀποφάσεώς της ἀπολύτου νὰ εἴπῃ ὅτι τὰ νομοσχέδια πρέπει νὰ μείνουν πέντε ἡμέρας· ἠμπορεῖ δι’ ἕκαστον νομοσχέδιον νὰ ὁρίσῃ.
§9ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Πολλὰ νομοσχέδια ἀφορῶσι συναφῆ ζητήματα εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λαμβάνουν μέρος δύω ἐπιτροπαὶ π. χ. εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ παραδόσεως τῶν ἐγκληματιῶν πρέπει νὰ λάβῃ μέρος ἡ ἐπιτροπὴ τῆς δικαιοσύνης καὶ ἡ τῶν ἐξωτερικῶν· ἐπίσης εἰς τὴν σύμβασιν μεταξὺ Ἰταλίας καὶ Ἑλλάδος περὶ ἀκτοπλοΐας, ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ναυτικῶν καὶ ἡ τῶν ἐξωτερικῶν· ὥστε πρέπει ὅταν παρουσιάζωνται τοιαῦτα ζητήματα συναφῆ, νὰ προσκαλοῦνται ἀμφότεραι αἱ ἐπιτροπαί.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι κἀμμία ἀντίῤῥησις εἰς τοῦτο. Λοιπὸν τί ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλή, νὰ σταλοῦν ἄνευ προθεσμίας;
§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραπέμψητε εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ἀορίστως. Εἰς τὰς ἐπιτροπὰς πρέπει νὰ ὁρισθῇ μία προθεσμία· διὰ δὲ τὰ νομοσχέδια διὰ τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖται περισσοτέρα ἐργασία, αἱ ἐπιτροπαὶ ἂς εἴπουν, ὅτι δὲν ἀρκεῖ πέντε ἡμερῶν προθεσμία, καὶ ἂς ζητήσουν παράτασιν. Εἶναι ἓν νομοσχέδιον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιθυμῶ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ταχύτερον· τοῦτο εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ μηχανικῶν, διότι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀφῄρεσεν ὅλους τοὺς μηχανικούς, καὶ ὕστερον ἀπὸ δύω ἡμέρας δὲν θὰ ἔχῃ κανένα μηχανικὸν ἡ πόλις.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ ἵνα ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἐργασθῶσι καὶ ἂν εὑρίσκουν προσκόμματα νὰ ζητήσουν παράτασιν;
§13ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§14ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν καταλόγων τῆς ἐφεδρείας οἱ συμπολῖταί μου παρεξηγήσαντες τὸν νόμον, καὶ νομίσαντες ὅτι θὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸ τακτικὸν καὶ ὄχι εἰς τὴν θάλασσαν, ὡς θέλουν, ἐξέφρασαν γνώμην ἀπαρεσκείας κατὰ τοῦ νόμου· ἐν ἐλλείψει ὅμως καὶ καθηγητῶν καὶ νομομαθῶν διὰ νὰ ἀναλάβουν τὴν διεύθυνσιν αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, ἀνέλαβον κατὰ δυστυχίαν αἱ γυναῖκες· οἱ ἄνδρες συγκατατέθησαν εἰς τοῦτο, διότι ἐνόμισαν ὅτι κἄτι τι θὰ ἠξεύρουν περισσότερον ἀπὸ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι δὲν μένουν ποτὲ εἰς τὸν τόπον· τότε γυναῖκες καὶ ἄνδρες ἑνωθέντες, δηλ. ὅλος ὁ λαὸς, ἐζήτησεν τὴν ἐξαφάνισιν τῶν καταλόγων τῆς ἐφεδρείας, διότι οὕτως ἠννόουν, ὅτι ἠκύρουν αὐτὸν τὸν νόμον διὰ τὸν τόπον· μετὰ πολλὰ ἔπεισαν τὸν ἔπαρχον νὰ παραδώσῃ τοὺς καταλόγους· ἀφοῦ προηγήθησαν ἄλλαι θρησκευτικαὶ τελεταὶ, δηλαδὴ ἔταξαν θυμιάματα καὶ λαμπάδας καὶ τόσα ἄλλα εἰς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον, ἔλαβον τοὺς καταλόγους, τοὺς ὁποίους ὅμως δὲν ἐξηφάνισαν, ἄκρα δὲ ἡσυχία καὶ τάξις ἐπεκράτησαν ἐν τῷ τόπῳ· ἀλλὰ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἦλθεν ἀνακριτής· τότε αὐτοὶ οἱ δύσμοιροι ἄνθρωποι ἐκατάλαβαν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσουν τὴν διεύθυνσιν εἰς τὰς γυναῖκας, ἀλλ’ ὃ γέγονε γέγονεν. Ὁ ἀνακριτὴς ἐπελήφθη ἀνακρίσεων, καὶ ἐν τῇ συνέσει αὐτοῦ ἀπεφάσισεν νὰ παραπεμφθοῦν 44 ἐκ τῶν ἀνδρῶν καὶ 5 γυναῖκες. Οἱ χωροφύλακες εἶχον προϊστάμενον Σγοῦρόν τινα καλὸν κἀγαθὸν μὲν, ἀλλ’ ἀνίκανον ἄνθρωπον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου τὰς χεῖρας ἀφῄρεσαν οἱ χωροφύλακες τὴν ἐξουσίαν· δύω μεταξὺ τῶν χωροφυλάκων ἦσαν δέκα πέντε ἔτη εἰς τὸν τόπον αὐτόν, καὶ κατὰ συνέπειαν εἶχον τὰς συμπαθείας των καὶ ἀντιπαθείας των, ἐγνώριζον δὲ ἅπαντας καὶ ἐζήτουν τοὺς ἐνταλματίας ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐζήτουν χρήματα διὰ νὰ παραβλέψουν, αὐτοὶ ἔλεγον, ὅτι ζοῦν δι’ ἐπαιτίας καὶ χρήματα δὲν ἔχουν. Μίαν ἡμέραν κατὰ τὰ μέσα τοῦ Σεπτεμβρίου μετὰ τὸ γεῦμα τρεῖς τῶν ἐνταλματιῶν ἦσαν μακρὰν τῆς πόλεως ἡμίσειαν ὥραν· τοῦτο μαθόντες οἱ χωροφύλακες ἐξεκίνησαν νὰ ὑπάγουν νὰ τοὺς συλλάβουν· οἱ δύω ἠδυνήθησαν ν’ ἀποκρυφθοῦν· ὁ τρίτος, ὁ καὶ ἀθῶος ἐντελῶς, ἐνόμισεν ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ τραπῇ εἰς φυγὴν, ὅπερ καὶ ἔπραξεν· οἱ χωροφύλακες παρηκολούθουν αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον πυροβολοῦντες καὶ τοῦ ἔῤῥιψαν πλέον τῶν 60 τουφεκίων· ἀφοῦ τὸν ἐπλήγωσαν εἰς τὸν πόδα καὶ διῆλθεν οὗτος πληγωμένος ῥεύματα καὶ λόφους ἡμίσειαν ὥραν, ἔφθασε εἰς τὸ παράλιον καὶ ἐῤῥίφθη εἰς τὴν θάλασσαν διὰ νὰ περάσῃ πέραν εἰς ἓν νησίδιον. Οἱ χωροφύλακες εἰς ἀπόστασιν δέκα πέντε βημάτων γονυπετοῦν καὶ σκοπεύουν τὸν ἄνθρωπον ἐκ προθέσεως νὰ τὸν φονεύσουν· οἱ ἄνθρωποι οἱ ἐντεταλμμένοι τὴν φύλαξιν τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων πυροβολοῦν καὶ τὸν ἐσκότωσαν· ὁ φονευθεὶς λέγεται Σταμάτης Καλλαφάτης.
§15ΤΙΝΕΣ. Τὸν ἐφόνευσαν;
§16ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ Σταμάται Καλλαφάται ὑπάρχουν δύω εἰς τὴν πατρίδα μου, καὶ οἱ δύω Σταμάται Καλλαφάται ἐκρύπτοντο, διότι δὲν ἐγνώριζον ποῖος ἐξ αὐτῶν εἶναι ὁ ἐνταλματίας, διότι δὲν ἦτο γνωστὸν τὸ πατρωνυμικόν των ὄνομα· εἴπομεν λοιπὸν εἰς τὸν μοίραρχον, περίμενον ὀλίγας ἡμέρας διὰ νὰ μὴ καταδιώξῃ ἀθώους ἀνθρώπους, ἀλλὰ ἀπὸ ὅ,τι ἐλέγομεν ἡμεῖς, οἱ χωροφύλακες ἔλεγον τὸ ἐναντίον. Τὴν Κυριακὴν ἔρχεται τὸ βούλευμα, καὶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦτο ἀθῶος καθὼς καὶ ὁ ἄλλος Καλλαφάτης, καὶ αὐτὸς ἐκηρύχθη ἀθῶος. Τοιαύτην διαγωγὴν οὔτε Χουντούτιδες, οὔτε Γκέκιδες, οὔτε Βασιβοζοῦκοι μήτε καμμία ἄλλη ἐκ τῶν ἀγρίων αὐτῶν φυλλῶν μετέρχεται, νὰ φονεύσουν ἄνθρωπον μέσα εἰς τὴν θάλασσαν, ἐνῷ ἠδύναντο νὰ λάβουν μίαν λέμβον νὰ τὸν πιάσουν! τὸ περιστατικὸν τοῦτο παρ’ ὀλίγον ἔφερεν τὴν πατρίδα μου, κύριοι, εἰς ἐρήμωσιν, δηλ. ὅ,τι δὲν ἔπραξεν ὁ Μπραΐμης μὲ πολυάριθμον στρατὸν καὶ στόλον, ἤθελε τὸ κάμει ὁ Σγοῦρος, ἀλλ’ εἷς φρόνιμος κατὰ τὸν Πλούταρχον σώζει πόλιν. Ὁ κ. Μαλασπίνας ἔπαρχος καθησύχασε τὴν πόλιν καὶ ὑπεσχέθη νὰ ἀλλάξῃ τὴν φρουράν· ἀλλ’ ἐν τούτοις ὁ ἄνθρωπος ἐχάθη καὶ ἄφησε τέσσαρας κόρας, τὰς δύω εἰς ὥραν γάμου, γυναῖκα ἔγκυον ἡ ὁποία ἐγέννησε, τὰ τρία ἀνήλικα τὰ ὁποῖα ἄφησεν εἰς τὸ ἔλεος τῶν χριστιανῶν, καὶ τὰ ὁποῖα τὴν ἐπιοῦσαν τοῦ φόνου ἐξῆλθον εἰς ἐπαιτίαν. Εἶναι δίκαιον, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς βοήθειαν αὐτῆς τῆς οἰκογενείας, διότι εἶναι ἄδικον καὶ σκληρὸν ἀπὸ ἀνθρώπους τῆς ἐξουσίας νὰ φονεύωνται οἱ ἀθῶοι καὶ τίμιοι ἄνθρωποι.
§17ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται ἡ συζήτησις τοῦ προξενικοῦ νομοσχεδίου, ἄρθρον 23 μεταβληθὲν εἰς 21.
§19ΡΙΚΑΚΗΣ. Προχθές, κύριοι, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω μερικὰς παρατηρήσεις ὡς πρὸς τὸ 21 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, καὶ αἱ παρατηρήσεις μου περιεστρέφοντο εἰς τοῦτο, ὅτι παρεδεχόμην κατ’ ἀρχὴν νὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ ἐξασφαλισθῇ ὅσον οἷόν τε ἡ μονιμότης τῶς ὑπαλλήλων, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ ἡ ἀνωτάτη πειθαρχικὴ ἐξουσία τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἔδωκεν εἰς τὸν ὑπουργὸν, νὰ οὐδετερωθῇ διὰ διατάξεως νομοθετικῆς, οὐδὲ νὰ γείνῃ διάκρισις τῶν διαφόρων τάξεων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων· δι’ αὐτὸ παρεκάλεσα τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον διαγράφει τὰ περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, τὸ δὲ περὶ παύσεως νὰ ἀποτελέσῃ μέρος ἄλλου νομοσχεδίου. Ἂν ὅμως, κύριοι, νομίσητε, ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ πρέπει νὰ μείνωσιν αἱ διατάξεις αὗται, τότε ὑπέβαλον τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, ὅτι ἡ παράγραφος 4 τοῦ ἄρθρου 24 κατ’ ἐμὴν γνώμην δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἐξουσίαν τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἔδωκεν εἰς τὸν ὑπουργόν· οἱ ὑπάλληλοι διορίζονται καὶ παύονται τῇ προτάσει τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ· ὁ ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ ὑπαλλήλου, ὁ ὑπουργὸς ἔχει τὴν εὐθύνην, πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ ὁλόκληρον τὴν ἐξουσίαν τοῦ διορίζειν καὶ παύειν. Εἰς ὅλα τὰ εὐνομούμενα κράτη ὑπάρχουσι νόμοι περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ὁρίζουσιν ἰδίως τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ ὑπάλληλος, ἀλλὰ νόμοι εἰδικοί, οἱ ὁποῖοι νὰ περιορίζουν τὴν ἐνέργειαν τοῦ ὑπουργοῦ, καθόσον ἀφορᾷ τοὺς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους, δὲν ὑπάρχουν· ὁ νόμος αὐτὸς δεσμεύει καθ’ ὁλοκληρίαν τὸν ὑπουργό. Ὁ ἐλάχιστος ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἤθελε δι’ οἱονδήποτε λόγον θεωρηθῆ ἀκατάλληλος, ἢ μὴ χαίρων τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ ὑπουργοῦ, ὑπάλληλος ὁ ὁποῖος δι’ οἱονδήποτε λόγον ἤθελε θεωρηθῆ, ὅτι παρεβίασε τὰ καθήκοντά του, χωρὶς μ’ ὅλα ταῦτα ἡ πρᾶξίς του νὰ γείνῃ ἀντικείμενον καταδιώξεως, ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς δὲν δύναται νὰ παυθῇ ἀπὸ τὸν ὑπουργόν· εἶναι μία δυσπιστία πρὸς τὸν ὑπουργόν, δυσπιστία, ἥτις εἶναι ἀσυμβίβαστος μὲ τὸ ἀξίωμα μὲ τὸ ὁποῖον περιβάλλεται· ὅταν εἰς τὸν ὑπουργὸν ἀναθέτετε τὴν ὑπεράσπισιν τῆς χώρας καὶ τὰ ἀνώτατα συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τῷ ἐμπιστευθῶμεν τὴν τύχην ἑνὸς μικροῦ ὑπαλλήλου· εἶναι ἀναξιοπρεπὲς νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι μία νομοθετικὴ ἐξουσία ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ δεσμεύσῃ τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν μὲ νομοθετικὴν διάταξιν ἀπέναντι ἑνὸς ὑπαλλήλου του. Νομίζω λοιπόν, ὅτι τοιαῦτα νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται, οὐδένα σκοπὸν ἔχουσιν, ὁ ὁποῖος νὰ ὠφελῇ τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἀπ’ ἐναντίας δύνανται νὰ συντελέσουν εἰς τὴν χαλάρωσιν αὐτῆς· ὅταν ἔχετε ἕνα ὑπάλληλον εἰς τὴν ἰδίαν σας ὑπηρεσίαν, καὶ ὁ ὑπάλληλος γνωρίζει, ὅτι ὁ ὑπουργὸς δὲν δύναται ἐλευθέρως νὰ ἐξασκήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν του, σᾶς ἐρωτῶ, δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἡ ὀφειλομένη ὑπακοή, ἡ ὀφειλομένη ὑποταγὴ καὶ ἡ σχέσις μεταξὺ ὑπαλλήλου καὶ προϊσταμένου; Ἀλλὰ θὰ μοῦ εἴπωσιν, ὅτι ὑπάρχει ἓν συμβούλιον ἐντὸς τοῦ ὑπουργείου ἐκ τῶν ὑπαλλήλων οἵτινες θέλουσιν ἀποφασίζει· αὐτὸ εἶναι, κύριοι, ἴσα, ἴσα ἔτι χειρότερον παρὰ ἂν ἔλεγον ἀπολύτως, ὅτι ὁ ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ παύῃ εἰμὴ εἰς τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα περίπτωσιν χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ συμβούλιον γνωμοδοτικόν· αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν, νὰ φαίνεται ὁ ὑπουργός, ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ τὴν γνώμην τῶν ὑποδεεστέρων ὑπαλλήλων· καὶ διατί θέλετε τὴν γνώμην τῶν ὑπαλλήλων; διότι ὑποτίθεται, ὅτι εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζωσι καὶ ἐκτιμήσωσι τὴν ποιότητα τοῦ ὑπαλλήλου· καὶ δὲν εἶναι εἰς θέσιν ὁ ὑπουργὸς νὰ γνωρίζῃ τὴν ποιότητα τῶν ὑπαλλήλων του; Τὸ γνωμοδοτικὸν συμβούλιον, ὅπως εἶναι κατηρτισμένον, νομίζω, ὅτι ἐντελῶς ἀντίκειται πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον τὸ παρὸν νομοσχέδιον προτίθεται νὰ ἐξασφαλίσῃ· δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐπρόκειτο περὶ μονιμότητος, νὰ ἀντικατασταθῇ ἀντὶ τοῦ συμβουλίου αὐτοῦ μία ἄλλη ἐγγύησις, ἡ ὁποία τουλάχιστον νὰ συμβιβάζηται μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ, καὶ τοιαύτην ἤθελον προτιμήσει τὴν ἀπόφασιν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου· διὰ τοὺς γραμματεῖς τῶν Πρεσβειῶν προτιμῶ νὰ ἀποφασίζῃ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον παρὰ ὁ τμηματάρχης τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀποφαίνηται ἂν πρέπῃ νὰ ἦναι ὁ δεῖνα ἢ δεῖνα γραμματεὺς τῆς Πρεσβείας. Ὁ γραμματεὺς τῆς Πρεσβείας ἀντιπροσωπεύει συχνάκις τὴν Ἑλλάδα· εἶναι λοιπὸν τακτικώτερον καὶ λογικώτερον νὰ ἀποφασίζῃ περὶ τῆς τύχης αὐτοῦ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις, παρὰ νὰ ἐξαρτᾶται ἡ τύχη του ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ δὲ ὑπουργὸς νὰ μὴ δύναται ἄνευ τῆς ἀποφάσεως αὐτῶν νὰ τὸν ἀπομακρύνῃ· δι’ αὐτὸ θέλω παρακαλέσει τὸν ὑπουργὸν νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ § 4 καὶ νὰ τεθῇ τὸ ἑξῆς· (ἀναγινώσκει).
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Κύριοι, λαμβάνω τὸν λόγον ἀμέσως, διότι νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας εἰς πολλὰ παρηννόησε τὸ νομοσχέδιον· καὶ πιστεύω ὅτι ἀφοῦ δώσω τινὰς ἐξηγήσεις ἐπ’ αὐτοῦ θέλει καὶ αὐτὸς παραδεχθῇ ὅτι ὀρθῶς ἔχουσιν αἱ διατάξεις αὐτοῦ· διότι ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας εἶπεν ὅτι δὲν ἀποκρούει τὴν ἀρχὴν τῆς περιλήψεως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατάξεως πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ εὑρίσκει ὅτι αἱ διατάξεις αὐτοῦ ὅπως ἔχουσι δὲν ἔχουσι καλῶς· καὶ κατὰ πρῶτον ἐνόμισεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περιορίζει τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ ὑπουργοῦ, ἀλλ’ εἰς τοῦτο ἠπατήθη ἐντελῶς· ἂν ἀνεγίνωσκε τὰς περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ἤθελεν ἰδεῖ ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀπερίριστος ἡ ἐξουσία τοῦ ὑπουργοῦ· ὁ ὑπουργὸς ἐπιβάλλει πειθαρχικὰς ποινὰς ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ, ἄνευ οὐδεμιᾶς γνωμοδοτήσεως, ἄνευ οὐδενὸς ὅρου· ὁ ὑπουργὸς ἐπιβάλλει καὶ τὴν ποινὴν τῆς ἐπιπλήξεως καὶ τὴν ποινὴν τοῦ προστίμου καὶ τὴν τῆς προσωρινῆς παύσεως· ὁ ὑπουργὸς ἐκτὸς τούτων ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ὁριστικῆς παύσεως ἄνευ οὐδενὸς ἐκ γνωμοδοτήσεως περιορισμοῦ, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ ἴδιος μετὰ δύω τιμωρίας πειθαρχικὰς παύει τὸν ὑπάλληλον· ὥστε εἰς τοῦτο νομίζω, ὅτι ἐπλανήθη ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι δὲν ἀπέδωκεν ἱκανὴν προσοχὴν εἰς τὸ πραγματικὸν δικαίωμα τοῦ ὑπουργοῦ, τὸ ἐκ τοῦ ἀπολύτου δικαιώματος τῆς μεταθέσεως ἀποῤῥέον, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἐν συναφείᾳ πρὸς τὸ ἕτερον νομοσχέδιον τοῦ ὁποίου ἀποτελεῖ συμπλήρωμα· οἱ ὑπάλληλοι τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργείου καὶ τῶν Πρεσβειῶν ἀφομοιοῦνται ἐντελῶς πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς προξενικῆς ὑπηρεσίας, καὶ δύναται νὰ γίνῃ ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ μετάθεσις ἀπὸ τῆς μιᾶς ὑπηρεσίας εἰς τὴν ἄλλην ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ· ταύτας δὲ τὰς μεταθέσεις δύναται νὰ κάμῃ ὁ ὑπουργὸς χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ εἰς οὐδένα περιορισμόν· ἠξεύρετε δὲ ὅτι ἡ μετάθεσις πολλάκις ἀντιστοιχεῖ πρὸς πλήρη παῦσιν. Χθὲς ὁμιλῶν ὁ κ. Ῥικάκης, πῶς εἶπε νὰ περιορίσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ ὑπουργοῦ νὰ παύῃ τὸν γραμματέα τῆς Πρεσβείας; Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐὰν ἐμελέτα ἐπιμελέστερον τὸ νομοσχέδιον ἐκ παραλληλισμοῦ πρὸς τὸ ἄλλο, ἤθελε παρατηρήσει ὅτι ὁ γραμματεὺς οὗτος Πρεσβείας ἔχων βαθμὸν τμηματάρχου ἢ ὑπουργικοῦ γραμματέως, δύναται κατὰ τὸν αὐτὸν βαθμὸν νὰ μετατεθῇ εἰς οἱονδήποτε κλάδον τῆς ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας· ἑπομένως δύναται μετατεθῇ ἂν ἔχῃ βαθμὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως βʹ τάξεως καὶ εἰς θέσιν ὑποπροξένου· ὁ διπλωματικὸς ἄρα οὗτος ὑπάλληλος τὸν ὁποῖον δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ μεταθέσῃ ὡς ὑποπρόξενον μοῦ φαίνεται ὅτι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἔχει θέσιν ἀπέναντι τοῦ ὑπουργοῦ τοιαύτην οἵαν ἤκουσα χθὲς χαρακτηριζομένην. Τὰ δικαιώματα λοιπὸν τοῦ ὑπουργοῦ διατηροῦνται ἀμείωτα καὶ ἐπαρκῆ· ὅπως εἶπον ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς πειθαρχικῆς τιμωρίας καὶ τῆς συνεπεία ταύτης παύσεως ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ· ἔχει τὸ δικαίωμα, καθ’ ἣν περίπτωσιν περιπέσῃ εἰς ἀνικανότητα ὁ ὑπάλληλος, ἐπίσης ἄνευ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ συμβουλίου, ἀλλὰ βεβαιῶν μόνον τὴν ἀνικανότητα, νὰ προβῇ εἰς παῦσιν. Ἀλλ’ οὐχὶ μόνον δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ παύσῃ τὸν ὑπάλληλον, ὅταν ὁ ὑπάλληλος οὗτος περιπέσῃ εἰς ἁμαρτήματα, προκαλοῦντα πειθαρχικὴν τιμωρίαν, ἀλλὰ δύναται νὰ τὸν παύσῃ καὶ διοικητικῶς ἄνευ οὐδενὸς λόγου· ἀλλ’ ὅταν πρόκειται καὶ τὸν παύσῃ ἄνευ οὐδενὸς λόγου, τότε ζητεῖται μία ἐγγύησις, νὰ γνωμοδοτήσουν περὶ αὐτοῦ οἱ ἀμέσως προϊστάμενοι. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας λέγει, ὅτι ἀντὶ τοῦ γνωμοδοτικοῦ συμβουλίου, ὁποῖον ἐγκαθίσταται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἐπροτίμα τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι βαρύτερον διὰ τὸν ὑπουργὸν παρὰ τὸ ἄλλον· διότι ὁ ὑπουργὸς δύναται, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ἤδη ἔχει, μετὰ τῶν ὑπαλλήλων αὑτοῦ νὰ διαῤῥυθμίζῃ τὰ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς, καὶ ἐννοεῖται σπανιωτάτη θὰ ᾖναι ἡ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἀνώτατοι ὑπάλληλοι τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅταν ὁ ὑπουργὸς νομίζει, ὅτι ἀπαιτεῖται παῦσις καὶ ἔχει πραγματικὸν λόγον, θὰ φέρωσι πρόσκομμα εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς ὀρθῆς ταύτης προθέσεως τοῦ ὑπουργοῦ. Καὶ νομίζω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ὀλιγώτερον δεσμεύεται διὰ τῆς τοιαύτης γνωμοδοτήσεως, παρὰ διὰ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· νομίζω ὅτι ὁ ὑπουργὸς θὰ ἐστενοχωρεῖτο πολὺ πλέον ἐὰν ἠναγκάζετο διὰ παύσεις μικρῶν ὑπαλλήλων ν’ ἀπαιτῇ τὴν γνώμην τῶν συναδέλφων του. Δὲν ἔχω δυσκολίαν πρὸς τοῦτο, διότι τὴν ἀρχὴν παρεδέχθην ὡς εἴδατε, διὰ τοὺς ἀνωτέρω ὑπαλλήλους, νομίζω ὅμως, ὅτι καὶ ἂν ἀποδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν αὐτὴν, πάλιν πρέπει ν’ ἀπαιτήσωμεν, ὅπως παρουσιάζηται ἡ αἴτησις εἰς τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον, συνοδευομένη ὑπὸ συμβουλευτικῆς γνώμης τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ περὶ τούτου ἐγὼ δὲν ἔρχομαι νὰ φέρω ἔνστασιν. Εἴτε τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον θέλετε, εἴτε τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ προτιμῶ, εἶμαι ἕτοιμος νὰ δεχθῶ ἢ τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο· παρατηρῶ ὅμως, ὅτι βεβαίως ἡ γνωμοδότησις τῆς ἐπιτροπῆς, οἵαν τὸ νομοσχέδιον προτείνει, ἀφίνει τὸν ὑπουργὸν πολὺ πλέον ἐλεύθερον, διότι διὰ τῶν ὑπαλλήλων αὑτοῦ δύναται εὐχερέστερον νὰ ἐργασθῇ καὶ νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ, παρὰ ἐὰν οἱ ὑπάλληλοι γνωρίζουν, ὅτι εἶναι ἠναγκασμένος διὰ τὴν παῦσιν ν’ ἀποταθῇ πρὸς τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
§21Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, νὰ μὲ φωτίσητε, εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου αὐτοῦ;
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως· τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου εἶναι καθαρόν· λέγει, ὅτι ὁ ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ παύσῃ τὸν ὑπάλληλον, εἰμὴ ἐὰν ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἐτιμωρήθη πειθαρχικῶς, ἢ ἐὰν ὑπέπεσεν εἰς ἀνικανότητα, ἢ ἐὰν δοθῇ γνωμοδότησις ὑπὸ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς συγκαλεῖ. Ἐὰν τὸ Συμβούλιον δὲν συναινέσῃ, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ παύσῃ. Καὶ ἀπορῶ, κύριοι, ἐπὶ τῇ ἐνστάσει, τὴν ὁποίαν ἤκουσα ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο, ἰδίως ὅταν προέρχεται ὑπὸ στρατιωτικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πλῆρες τὸ δικαίωμα ἀπέναντι τοῦ ὑπουργοῦ, νὰ μὴ παύωνται.
§23Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ παύσῃ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν βαθμὸν οὐδενὸς στρατιωτικοῦ. Καὶ ὡς πρὸς τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους οὐδόλως προτείνομεν ν’ ἀφομοιωθῶσι πρὸς τοὺς στρατιωτικοὺς ὡς πρὸς τοῦτο· προτείνομεν ὅμως νὰ δοθῶσιν ἐγγυήσεις τινὲς πολὺ ἀπέχουσαι τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας ἔχει ἀπέναντι τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὁ λοχαγὸς, ὁ ὑπολοχαγὸς, ὁ ἀνθυπολοχαγός.
§25Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τὸ Κράτος γνωρίζει, ὄχι διὰ τὸ ἄτομον ὁ βαθμὸς εἶναι ἰδιοκτησία.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν δύναται ν’ ἀποβάλῃ τὸν ἀξιωματικὸν τῆς ὑπηρεσίας, δὲν δύναται νὰ τὸν φέρῃ εἰς ἀργίαν παρὰ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις προβλεπομένας ὑπὸ τοῦ νόμου, καὶ αἵτινες εἶναι πολὺ πλέον περιωρισμέναι τῶν περιπτώσεων, τὰς ὁποίας ὁ νόμος οὗτος προβλέπει περὶ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων· ὥστε, ὅταν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν εἶπεν, ὅτι εἶναι πρωτάκουστον πρᾶγμα, οἱ ὑπάλληλοι ἑνὸς Κράτους νὰ μὴ δύνανται νὰ παυθῶσιν ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ ἄνευ τοῦ περιορισμοῦ τούτου, τῷ λέγω, ὅτι ἐν πάσῃ ἐπικρατείᾳ οἱ στρατιωτικοὶ ὑπάλληλοι οὐ μόνον δὲν δύνανται νὰ στερηθῶσι τοῦ βαθμοῦ, ἀλλ’ οὐδὲ ἐν ἀργίᾳ νὰ τεθῶσιν, ἐὰν δὲν παρουσιάζωνται αἱ περιπτώσεις, αἱ ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπόμεναι. Ὁ κ. Ζωχιὸς λέγει, ὅτι ἐτέθη αὐτὸς εἰς ἀργίαν, ἀλλ’ ἠξεύρετε, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει νὰ τίθεται εἰς ἀργίαν ὁ ἀξιωματικὸς, εἰμὴ μόνον εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, νομίμως βεβαιουμένας. Δὲν ἠξεύρω τί ἔπραξεν ὁ κύριος Ζωχιὸς, διὰ νὰ ἀποφανθῶ, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐξετίμησε τὰ κατ’ αὐτοῦ ὁ ὑπουργὸς, ἀλλὰ προκειμένου περὶ νόμου περιοριστικοῦ, λέγω, ὅτι ὁ στρατιωτικὸς καὶ ναυτικὸς νόμος εἶναι πολὺ περιοριστικώτερος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω. Καὶ δὲν εἶναι πρωτοφανεῖς οἱ περιορισμοὶ οὗτοι εἰς τὴν νομοθεσίαν τῶν ἐθνῶν· ἀλλ’ ὡς πρὸς τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους παρατηρῶ, ὅτι εἰς ἄλλα κράτη θὰ ἦτο περιττὸν ὅλως νὰ ποιήσωσι λόγον οἱ νόμοι, διότι εἶναι πρᾶγμα οὐδέποτε ἀκουσθὲν εἰς ἄλλα Κράτη ἡ παῦσις ὑπαλλήλου ἄνευ πειθαρχικοῦ παραπτώματος· οὐχὶ διότι εἰς τ’ ἄλλα Κράτη εἶναι οἱ ὑπουργοὶ δεσμευμένοι οὐχὶ ὑπὸ τοῦ νόμου, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν ἠθῶν, τὰ ὁποῖα ἐνταῦθα, ἐπειδὴ ἔχομεν ὀλίγον βίον ἐν ἐλευθερίᾳ, δὲν ἐπροφθάσαμεν νὰ μορφώσωμεν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε ἀναγκαζόμεθα, ὅ,τι λείπει ἐκ τῶν ἠθῶν, ν’ ἀντικαθιστῶμεν ἐκ τοῦ νόμου. Ἐφ’ ὅσον ὁ ὑπάλληλος καλῶς πολιτεύεται, οὐδέποτε παύεται. Τοῦτο, εἴτε λέγεται εἴτε μὴ λέγηται ἐν τῷ νόμῳ, θεωρεῖται κυβερνητικὴ ὑποχρέωσις, ἧς ἡ παράβασις ἐπάγεται ἐν ταῖς κοινοβουλευτικαῖς πολιτείαις ἐπερωτήσεις καὶ συζητήσεις ἐν ταῖς Βουλαῖς. Ἀκούω βουλευτὴν ἐρωτῶντα, διατὶ δὲν φυλάττω ἐγὼ ὁ ἴδιος αὐτὴν τὴν διάταξιν καὶ διατὶ ἀπέλυσα ὑπαλλήλους. Βεβαίως ἀπέλυσα, διότι ἡ ὕπαρξις τοιούτων διατάξεων προυποθέτει καὶ τὴν ὕπαρξιν ἄλλων διατάξεων, καθ’ ἃς μόνον εἰσέρχονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὅσοι ἔχουν τὰ προσόντα. Κατὰ τὸ παρὸν νομοσχέδιον ὁ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν εἰσερχόμενος πρέπει ν’ ἀποπερατώσῃ τὰς σπουδάς του, νὰ πρωτεύῃ ἐν διαγωνισμῷ.
§27ΖΕΡΒΟΣ. Ἀντικατεστάθησαν δι’ ἀνικάνων.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἡ ἀντικατάστασις ἐγένετο διὰ ἀνικανωτέρων ἢ ἐπίσης ἀνικάνων, πρέπει νὰ τὸ ἀποδώσητε εἰς τὴν νομοθεσίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ προξενικαὶ θέσεις δὲν εἶναι ἱκανῶς μισθοδοτημέναι καὶ δὲν παρέχουν τὴν βεβαιότητα τῆς μονιμότητος καὶ ἕνεκα τούτου δὲν δέχονται ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ὁ ὑπουργὸς θέλει νὰ διορίσῃ, ἀναγκάζεται δ’ ὁ ὑπουργὸς νὰ διορίσῃ ἐκείνους, οἵτινες δέχονται, οὗτοι δὲ πάλιν δὲν ἔχουν τὴν ἱκανότητα, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται. Ὥστε δὲν ἀποκρούω τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἐκάματε, ἀλλὰ τὴν ἐπικαλοῦμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον σήμερον συζητοῦμεν, καὶ τὸ ὁποῖον αὔριον θὰ συζητήσωμεν· ὅταν θὰ ἔχωμεν νὰ ὁρίσωμεν τὴν μισθοδοσίαν καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς μονιμότητος, διότι δὲν θ’ ἀποφασίσῃ ποτὲ νέος, δαπανήσας πολλὰ ἔτη ν’ ἀποκτήσῃ τὴν ἐπιστήμην, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἐὰν ἴδῃ, ὅτι ἡ τύχη του ἐξήρτηται ἐκ τῆς αὐθαιρέτου θελήσεως τοῦ ὑπουργοῦ· πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι δύναται ν’ ἀπολυθῇ, ἀλλὰ μόνον, ὅταν δώσῃ δικαίας πρὸς τοῦτο ἀφορμάς.
§29ΖΩΧΙΟΣ. Ἕνα φθισιῶντα ἐπεσκέπτετο ἰατρὸς, τί δὲ ὁ ἀσθενὴς τοῦ δεικνύει; Μίαν παρωνυχίδα. Ὦ ταλαίπωρε, εἶπεν ὁ ἰατρὸς, σὺ εἶσαι καταδικασμένος εἰς θάνατον καὶ τὴν παρωνυχίδα ἐξετάζεις; Περὶ τῆς παρωνυχίδος σκέπτεται σήμερον ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ τί σᾶς λέγει; Δέσατέ με, δέσατέ με. Δὲν ὑπάρχει ὅμως παράδειγμα εἰς τὴν ἱστορίαν νὰ ἔλθουν οἱ ὑπουργοὶ καὶ νὰ λέγουν δέσατέ μας διότι παρεφρονήσαμεν. Ἐρωτήσατε δὲ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν δύναται νὰ μᾶς φέρῃ ἓν παράδειγμα, ὅτι ὁ γεν. γραμματεὺς ὑπουργείου εἶναι μόνιμος. Ἅμα ὁ γεν. γραμματεὺς ἀκούσῃ τὸ ὄνομα τοῦ νέου ὑπουργοῦ, αἴρει τὸν κράβατόν του καὶ φεύγει.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ μ’ ἐρωτᾶτε σᾶς λέγω, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπάρχει εἷς γεν, γραμματεὺς μόνιμος καὶ εἷς ἀλλάσσων μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ.
§31ΖΩΧΙΟΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν, ἕνα, κ. ὑπουργὲ, ἕνα καὶ πρέπει νὰ φύγῃ μαζῆ σου, διότι ὁ ἄλλος ὑπουργὸς θέλει ἄλλον γεν. γραμματέα. Ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ᾖναι καλῶς ὠργανισμένον, ἐὰν τὸ προσωπικόν του ᾖναι καλὸν, τί ζητεῖς, κ. ὑπουργὲ, ἀπὸ ἡμᾶς; Θέλεις ν’ ἀσφαλισθῇς κατὰ τῶν κατόπιν ἐρχομένων; Δεῖξέ μας σὺ τί ἔχεις κατορθώσει. Φωνάζεις διὰ τὰς Πρεσβείας· ποίους ὅμως ἔχεις πρέσβεις σήμερον; Μᾶς λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς, ἐὰν μὲ ἀφήσητε ἓξ μῆνας, θὰ σᾶς ἑτοιμάσω τὸ προσωπικὸν λαμπρὸν καὶ μετὰ ταῦτα αὐτὸ πρέπει νὰ μείνῃ μόνιμον, διότι σεῖς οἱ κατόπιν ἐρχόμενοι εἶσθε ὅλοι μικροὶ, εἶσθε ἀνάξιοι πίστεως, δὲν ἔχετε ἤθη. Ἐὰν δὲ αὐτὴ ἡ ἰδέα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ᾖναι ὀρθὴ, διατὶ οἱ ἄλλοι ὑπουργοὶ δὲν τὴν ἀσπάζονται διὰ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους; Σᾶς ἀνέφερον τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος στέλλει τὸν ἀξιωματικὸν διὰ ψύλλου πήδημα εἰς ἀργίαν καὶ δὲν ἔχει νὰ δώσῃ λόγον εἰς κανένα. Ἅμα παρουσιασθῇ ἐμπρός του, καὶ τὸν κυτάξῃ, δύναται νὰ τὸν εἴπῃ: τί τόσον ἄγρια μὲ κυτάζεις; Πήγαινε. Παρουσιάζει δὲ πάραυτα ἀναφορὰν εἰς τὸν Βασιλέα λέγων: μὲ ἠπείλησε, καὶ τὸν στέλλει εἰς ἀργίαν. Τὸ ἔπαθα ἐγὼ τρὶς, διότι ἐσήκωσα τὰ μάτια μου διὰ νὰ ἴδω τὸν ὑπουργόν. Εὐτυχῶς δὲ μία τοιαύτη περίστασις μ’ ἔσωσε κατὰ τὸ ἔτος 1862, ἐθύμωσεν ὁ ὑπουργὸς καὶ μ’ ἔστειλεν εἰς τὴν ὀργὴν τοῦ Θεοῦ καὶ εὑρέθηκα καὶ ἐγὼ ἔπειτα φιλελεύθερος.
§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν δὲν εἶσαι φιλελεύθερος;
§33ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγώ; ὄχι τόσον· (ἱλαρότης). Μᾶς λέγει δὲ ὁ ὑπουργὸς: διατὶ δὲν θέλετε νὰ προτιμήσητε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον; Πολλὰ ὑπουργεῖα συνεφώνησαν νὰ διορίζουν τοὺς ἀνωτέρους ὑπαλλήλους ἀπὸ κοινοῦ. Ἀλλὰ τί πρὸς τοῦτο; Εἰς τὴν Γαλλίαν σήμερον ὁ πρόεδρος διορίζει νομάρχας ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους ἡ Γαλλία δὲν θέλει, καὶ θὰ ἔλθῃ τὸ πᾶν ἄνω κάτω. Λέγει δὲ ὁ ὑπουργὸς ὅτι δὲν ἔχομεν ἤθη. Ἐὰν δὲν ἔχετε ἤθη, διατὶ, κ. Τρικούπη, ἀπαιτεῖς νὰ σὲ καταστήσωμεν κύριον τῆς εἰρήνης καὶ τοῦ πολέμου; Διατί θέλεις νὰ διαχειρισθῇς τόσα ἑκατομμύρια; Δι’ αὐτὰ εἶσαι ἄξιος πίστεως· προκειμένου δὲ λόγου περὶ ἑνὸς γραμματέως, λέγεις δὲν εἶμαι ἀξιόπιστος, διότι εἶμαι φαῦλος. Αὐτὰ εἶναι ἄνω ποταμῶν, καὶ δεσμεύομεν καὶ τὸν Βασιλέα, ὁ ὁποῖος γίνεται, οὕτως εἰπεῖν, ὑπεύθυνος συντάκτης. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν δὲν ἔχει ὑπόστασιν, δὲν ἔχει λόγον, δὲν ἔχει νοῦν. Ἐλλείποντος δὲ τοῦ νοὸς τί συζητοῦμεν; Τὸ δυστύχημα δὲ εἶναι, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἔλθουν εἰς ἐπικουρίαν μας οἱ ἄλλοι ὑπουργοὶ, ἀλλὰ πρέπει νὰ μονομαχήσωμεν μὲ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν.
§34ΜΕΤΑΞΑΣ. Εἶναι σύμφωνοι, δι’ αὐτὸ δὲν ὁμιλοῦν· εἶναι ἓν νομοσχέδιον περὶ μηχανικῶν ὑπογεγραμμένον ἀπὸ τρεῖς ὑπουργοὺς καὶ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§35ΖΩΧΙΟΣ. Καλὰ ἂς ᾖναι, ἂς ἔλθῃ, καὶ τὸ διορθώνομεν καὶ αὐτό (ἱλαρότης). Νὰ σᾶς ἐξηγήσω πλειότερον τὸ νομοσχέδιον θεωρῶ περιττόν, διότι δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀδικήσω, ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ ψηφίσητε ὑπὲρ τοῦ ὑπουργοῦ, λέγοντες ὕπαγε ὀπίσω μου Σατανᾶ, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, διότι θὰ ἔλθῃ ὁ ἄλλος Σατανᾶς, ὁ τρίτος Σατανᾶς, ὁ τέταρτος Σατανᾶς καὶ ποῦ θὰ τελειώσωμεν!
§36ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Συμβαίνει, κύριοι, παρ’ ἡμῖν ἀληθῶς παράδοξόν τι. Ἀντικείμενά τινα συζητοῦνται ἐν τῇ δημοσιότητι, συζητοῦνται ἐν τοῖς πολιτικοῖς κύκλοις, ἐπιφέρουσι πάντες ἐπ’ αὐτῶν γνώμην, καθίστανται οἱονεὶ κοινὸν κτῆμα καὶ ἐν τούτοις ὅταν ἔλθωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς φαίνονται ὡς πρώτην φορὰν ἐρχόμενα. Εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην νομίζω, ὅτι ἀνήκει τὸ ζήτημα τὸ περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων. Τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι, ἡ ἐθνικὴ Συνέλευσις τοῦ 1862 συνεζήτησεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας· εἶχε δὲ τότε σχηματισθῆ ἐπιτροπὴ σπουδαιοτάτη, προεδρευομένη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κυρίου Δεληγεώργη, ἡ ὁποία ἐγνωμοδότησεν ἐπὶ τοῦ ζωτικοῦ τούτου ἀντικειμένου καὶ ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ ληφθῶσι μέτρα τινὰ περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων εἶχε καταστῆ καταφανὴς τοῖς πᾶσι. Διὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται παράδοξον ὅτι σήμερον, ὅταν ὑπουργὸς φέρῃ σπουδαιότατον νομοσχέδιον πρὸς διοργάνωσιν τῆς ὑπηρεσίας του καὶ προτείνει μέτρα διὰ τῶν ὁποίων ζητοῦνται προσόντα τινὰ ὅπως εἰσέλθῃ τις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἀποδίδεται μονιμότης εἰς τοὺς ἅπαξ εἰσαχθέντας, εὑρίσκει τὸ πρᾶγμα τοσαύτας ἀντιῤῥήσεις. Ἡ μονιμότης, ὅπως τοὐλάχιστον ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ὅπως ὀρθότατα ἀνέπτυξεν αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι τῳόντι ἀντάλλαγμα τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ζητεῖτε· διότι τί εἶναι τὰ προσόντα; λέγετε εἰς ὑπάλληλόν τινα, ἀπαιτῶ ἀπὸ σὲ νὰ ἔχῃς τὰς δεῖνα καὶ δεῖνα γνώσεις, νὰ φέρῃς δίπλωμα πανεπιστημίου ἢ πτυχίον γυμνασίου ἢ νὰ ὑποβληθῇς εἰς ἐξετάσεις ὅπως γίνῃς δεκτὸς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπαιτεῖται ἀναγκαίως ἐν τῷ καθημερινῷ τοῦ πολίτου βίῳ. Ἀπαιτεῖ δὲ ταῦτα ἡ πολιτεία, διότι ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος θὰ ἔχῃ ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς περιουσίας, τῆς τιμῆς καὶ τῆς ὑπολήψεως τῶν συμπολιτῶν του. Ἐνταῦθα ὅμως τί θ’ ἀπαντήσῃ ὁ ὑπάλληλος αὐτός; Ζητεῖτε παρ’ ἐμοῦ τὰ προσόντα ταῦτα, καὶ τί μοὶ δίδετε ὡς ἀντάλλαγμα ὅπως μὴ διατελῶ ἐκτεθειμένος καθεκάστην εἰς τὰς φρενοτροπίας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ μοῦ ἀποκόψουν τὴν κεφαλήν; Ἡ πολιτεία ἓν μόνον δύναται νὰ πράξῃ, νὰ χορηγήσῃ ἐξασφάλισίν τινα καὶ δίδει τὴν μονιμότητα. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὰ προσόντα ὅπως φέρονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ν’ ἀφαιρῆται πᾶσα ἐξουσία ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν καὶ νὰ καθίστανται οἱ ὑπάλληλοι ἀνώτεροι τοῦ ὑπουργοῦ; Μοὶ φαίνεται ὅτι μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν, πᾶσα περαιτέρω συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου θὰ ἦτο περιττή· διότι ποῖαι εἶναι αἱ περιπτώσεις καθ’ ἃς οἱ ὑπάλληλοι δύνανται νὰ παυθῶσιν; ἂν δὶς ἐν διαστήματι πενταετίας τιμωρηθῶσιν, ἂν περιπέσωσιν εἰς σωματικὴν ἢ διανοητικὴν ἀνικανότητα, καὶ ἐπὶ τέλους ἡ ὑπὸ συμβουλίου ἀνωτέρων ὑπαλλήλων καταδίκη αὐτοῦ. Ἀλλὰ μᾶς ὑποδεικνύουν τὸ ζήτημα τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρ. 24 συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσε τόσας συζητήσεις· ἀλλά, κύριοι, παρατηρήσατε ὅτι τὸ συμβούλιον αὐτὸ δὲν δύναται νὰ συνέλθῃ ἂν δὲν προκληθῇ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ὑπουργοῦ. Καὶ εἶναι πιθανὸν ὁ ὑπουργὸς νὰ συγκαλέσῃ τὸ συμβούλιον αὐτὸ ἂν δὲν ἠξεύρῃ ὅτι θέλει συμφωνήσει μὲ τὴν γνώμην του, καὶ θέλει ἀποδεχθῇ τὴν παῦσιν τοῦ ὑπαλλήλου; Ἀλλὰ λάβετε καὶ τὴν ἐναντίαν περίπτωσιν ὅτι ὁ ὑπουργὸς προκαλεῖ τὸ συμβούλιον, καὶ τοῦτο συνερχόμενον ἀνθίσταται εἰς τὴν θέλησιν τοῦ ὑπουργοῦ. Τοῦτο εὑρίσκει ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν ὅτι θὰ ᾖναι σπουδαία ἀλλοίωσις τῆς θέσεως τοῦ ὑπουργοῦ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμην του. Φρονῶ ἀπεναντίας ὅτι ὅταν οἱ ὑπάλληλοι ἑνὸς ὑπουργείου, προκαλούμενοι ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ ὅπως ἀποφανθῶσι περὶ ἑτέρου ὑπαλλήλου ἔχουσι τὸ θάῤῥος ν’ ἀντισταθῶσιν εἰς τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργοῦ, τοῦτο δηλοῖ ὅτι ὑπάρχουσι σπουδαῖοι λόγοι ὑπὲρ τῆς γνώμης αὑτῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς ἂν σκέπτεται ὀρθῶς θέλει ἐνδώσει, ἢ θέλει ἀναγκασθῇ νὰ παραιτηθῇ, διότι θέλει εὑρεθῆ ἐν τῷ ἀδίκῳ. Δὲν βλέπω λοιπὸν ἐνταῦθα τὸ μέγα κακόν, τὸ ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης προσγινόμενον. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι καὶ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ δὲν ὑπάρχουσι πλεῖσται περιστάσεις, καθ’ ἃς οἱ ὑπουργοὶ ἐζήτησαν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ μειώσῃ οὕτως εἰπεῖν τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν· διότι καὶ εἰς τὴν τελωνιακὴν ὑπηρεσίαν καὶ εἰς τὴν διοικητικήν, πολλάκις ὑπουργοὶ ἐζήτησαν νὰ ὁρισθῶσι προσόντα. Τοιαῦται περιπτώσεις εἶναι ἡ θητεία τῶν τελωνειακῶν καὶ ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων, καὶ ὅπου ἐτέθη θητεία, ἀπέβη πρὸς ὄφελος τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους. Ἡ τελωνιακὴ ὑπηρεσία ἐβελτιώθη σπουδαίως ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἐδόθη μονιμότης τις εἰς τὸ κατώτερον προσωπικόν. Ἄλλο ἐπιχείρημα σπουδαῖον προετάθη ὅτι τὸ γενόμενον εἰς ἕνα κλάδον ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ εἰς πάντας. Καὶ τίς ἰσχυρίζεται τὸ ἐναντίον; Ἐγὼ εἶμαι ὑπέρμαχος τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ εὐχηθῇ ὥστε ἐφ’ ὅλων τῶν κλάδων τῆς διοικήσεως νὰ φέρωσιν οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοὶ νομοσχέδια περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος. Εἶδον εὐχαρίστως τοιαύτας διατάξεις προτεινομένας ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν τῷ περὶ ὁδοποιΐας νομοσχεδίῳ. Εὔχομαι δὲ τὴν ὁδὸν ταύτην ν’ ἀκολουθήσωσι καὶ οἱ λοιποὶ τῶν ὑπουργῶν. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ πολεμῶμεν τοιαῦτα νομοσχέδια τοὐναντίον ἁρμόζει θερμῶς νὰ τὰ ὑποστηρίζωμεν. Καὶ ἂν δὲν ἤθελον προταθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, φρονῶ ὅτι ἔπρεπεν ἡμεῖς αὐτοὶ νὰ προκαλέσωμεν τοιαῦτα.
§37ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς ν’ ἀπαντήσω ἐν ὀλίγοις, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἐπρόσεξε πολὺ εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Κατὰ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, ὁ κύριος ὑπουργὸς νομίζει, ὅτι διὰ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, κατορθόνει νὰ τηρήσῃ εἰς ἑαυτὸν ὁλόκληρον τὴν ἐξουσίαν. Ἂς ἴδωμεν, ἂν ἐν τῷ νόμῳ ὑπάρχει τι τοιοῦτον. Τρεῖς εἰσιν αἱ περιπτώσεις τῆς πειθαρχικῆς καταδιώξεως. Ἐὰν παρανομήσῃ ἢ παραβῇ τὰ καθήκοντα τῆς ὑπηρεσίας, ἐὰν ἐγκαταλίπῃ τὴν θέσιν του, ἐὰν ὁ ἰδιωτικὸς αὐτοῦ βίος εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν. Ὑποθέσατε ἐν τούτοις ὅτι ἔχετε ἕνα γραμματέα Πρεσβείας εἰς μίαν τῶν ξένων ἐπικρατειῶν, ὅστις ζῇ μεγαλοπρεπέστατα καὶ ἀξιοπρεπέστατα, ὁ ἰδιωτικὸς αὐτοῦ βίος εἶναι καλὸς, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ἐγκαταλίπει τὴν θέσιν του, οὔτε ἔκαμεν παράβασίν τινα τῶν τύπων κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας του, ἀλλ’ αὐτὸς ἀντὶ νὰ ὑπηρετῇ τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα συνεννοεῖται μετὰ τοῦ ξένου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ καταπροδίδει τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας. Αὐτὸν δὲν ἔχετε τὴν δύναμιν νὰ τὸν τιμωρήσητε πειθαρχικῶς, διότι δὲν ἔδωκεν ἀφορμήν.
§38ΤΙΝΕΣ. Τὸν μεταθέτει.
§39ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζετε, ὅτι ἐνταῦθα ἔχει πλήρη ἐλευθερίαν ἐνεργείας ὁ ὑπουργός; καὶ νομίζετε, ὅτι οὕτως ὑπηρετεῖται τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας; Καὶ ποῖος θὰ τὸν ἀπομακρύνῃ, ἀφοῦ αὐτὸς ἐγένετο μόνιμος; Τί λέγει δὲ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ κατὰ τὸ ἐδάφιον 4.......................
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ γνώμη του ὑποχρεωτική.
§41ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀφοῦ τὸν τιμωρεῖτε δὶς, τί τὴν θέλετε τὴν γνώμην τοῦ συμβουλίου; Διὰ τί νὰ δίδετε σημασίαν εἰς τοιαῦτα συμβούλια, καὶ ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ ἔχουν; Τὸ ἄρθρον 24 λέγει σαφῶς οὐχὶ γνωμότευσιν, ἀλλ’ ἀπόφασιν τοῦ συμβουλίου.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι. Φαίνεται ὅτι ἔχετε τὸ παλαιὸν νομοσχέδιον εἰς χεῖράς σας, τοῦ ὁποίου τὸ ἄρθρον ἐτροποποιήθη εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§43Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ μᾶς διανεμηθῇ τροποποιημένον.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο τροποποίησις, τὸ δὲ νομοσχέδιον ἀναγινώσκεται ἤδη κατὰ τὰς γενομένας τροποποιήσεις.
§45ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι εἴτε εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν, εἴτε εἰς τὴν ἄλλην πρέπει νὰ μείνῃ ἐλεύθερον τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ ἐπιβάλλῃ πειθαρχικὰς ποινάς.
§46Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί διαφέρει ἡ γνωμοδότησις ἀπὸ ἀπόφασιν.
§47ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ μὲν ἀπόφασις εἶναι ὑποχρεωτικὴ, ὄχι ὅμως καὶ ἡ γνωμοδότησις· ἐγὼ ὅμως λέγω, ὅτι καὶ γνωμοδότησις ἂν ᾖναι, ὁ ὑπουργὸς εἶναι περιωρισμένος. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἀντίῤῥησιν, ἡ ὁποία μοὶ ἐγένετο, ὅτι, ἐὰν δὲν δύναται νὰ τιμωρήσῃ τὸν ὑπάλληλον, τὸν μεταθέτει· αὐτὸς ὅμως δὲν εἶναι λόγος ἰσχυρὸς, διότι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι κατάλληλος διὰ μίαν θέσιν διὰ λόγους συνδεδεμένους μὲ τὴν ἀνικανότητα τοῦ προσώπου, δὲν εἶναι κατάλληλος καὶ δι’ ἄλλην. Καὶ ποίαν ἰδέαν θὰ σχηματίσῃ ὁ ξένος κόσμος ὁ ἐν γνώσει τῆς ποιότητος τοῦ προσώπου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθη τὴν ὑπηρεσίαν πρὸς ἴδιον ὄφελος, ἐὰν μεταθέσητε τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν χωρὶς νὰ τὸν ἀπολύσητε; Δὲν εἶναι λοιπὸν δικαιολόγημα ἰσχυρόν· δὲν βλέπω δὲ καὶ τὴν ἀνάγκην νὰ μεταβληθῶσι τὰ πάντα, ὅλοι οἱ κανόνες, καὶ νὰ θέσητε εἰς ὑποδεεστέραν θέσιν ἕνα ὑπουργὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ Ἐπικράτεια ἀνέθεσε τὴν ἀνωτάτην διοίκησιν, ἐνῷ εἰς καμμίαν ἄλλην ἐπικράτειαν δὲν ὑπάρχει νόμος ἐξασφαλίζων τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων διὰ τοιούτων μέσων. Εἶναι, λέγουν, τὰ ἤθη. Δὲν πιστεύω μετὰ τεσσαράκοντα ἐτῶν πολιτείαν, ὅτι εἴμεθα χειρότεροι ἀπὸ τὰ 1835, 1840 καὶ 1815, ὅτε οἱ πρὸ ἡμῶν διεχειρίζοντο τὴν ἐξουσίαν, καὶ δὲν ἐθεώρησαν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δεσμεύσωσι τὴν ἐνέργειάν των, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἐμόρφωσαν ὑπαλλήλους. Ἐὰν λέγετε, ὅτι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη ἦτο καλλιτέρα, ἀδικεῖτε τὸν ἑαυτόν Σας. Ὑπάλληλοι χρηστοὶ οὐδέποτε ἀδικοῦνται καὶ ἂν ἀδικηθῶσι δικαιοῦνται συντόμως. Ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία εἶναι κατὰ τῶν ἀναξίων, κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διὰ παντοίων μέσων ζητοῦν ν’ ἀναβοῦν εἰς τ’ ἀξιώματα διὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἄξιοι· μὴ θέλετε λοιπὸν νὰ τοὺς καταστήσητε μονίμους καὶ νὰ τοὺς περιβάλετε μὲ τὴν νομιμότητα, διότι θὰ μεταμεληθῆτε, ὅπως μετεμελήθητε καὶ διὰ πολλὰ ἄλλα νομοθετήματα. Ἀναβάλετε τὸ ζήτημα καὶ περιορισθῆτε εἰς τὸ μέρος τῶν προσόντων· βαδίσατε ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καὶ ἔχετε πλειοτέραν πεποίθησιν εἰς τὴν ἰδικήν Σας τιμιότητα καὶ ἀκριβῆ διαχείρισιν.
§48ΣΟΥΤΣΟΣ. Κατὰ πεποίθησιν, κύριοι, εἶμαι ἐναντίος τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ θέλω ψηφίσει κατὰ, ἀλλ’ ὑπὸ ἔννοιαν ὅλως διαφορετικήν. Ἐγὼ δὲν θέλω τὰς διατάξεις ταύτας, διότι δι’ αὐτῶν καλύπτεται ἡ εὐθύνη καὶ ἡ αὐθαιρεσία τῶν αὐθαιρέτων ὑπουργῶν, οὐχὶ τῶν σημερινῶν βεβαίως. Ὑποθέσατε, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θέλει νὰ παύσῃ ἕνα ὑπάλληλον καὶ ὑποβάλλει τὴν πρότασιν ταύτην εἰς τὸν τμηματάρχην καὶ γενικὸν γραμματέα. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὁ γενικὸς γραμματεὺς καὶ τμηματάρχης, ὁ ὁποῖος θὰ προτιμήσῃ νὰ ὑπάγῃ εἰς Ἀλιμπασάνη, ἢ νὰ μὴ παυθῇ εἷς ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν; Σκεφθῆτε δὲ καὶ τὸ ἐναντίον, κακὸν ὑπάλληλον προστατευόμενον ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν καὶ ῥίπτοντα τὴν εὐθύνην τῆς διατηρήσεώς του εἰς τοὺς ὑπαλλήλους του ὡς μὴ ἐνδίδοντας δῆθεν εἰς τὴν παῦσίν του. Ἐπειδὴ λοιπὸν θέλω ἕκαστος νὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών του, ἀποκρούω τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου τούτου.
§49ΖΩΧΙΟΣ. Τὸν μεταθέτω, μᾶς λέγουν, τὸν ὑπάλληλον τὸν προδότην. Τὸν μεταθέτεις, ἀλλὰ δὲν πηγαίνει, διότι γνωρίζει, ὅτι μετὰ τρεῖς μῆνας δὲν εἶσαι ὑπουργός. Μήπως θὰ βασιλεύσῃς· αἱ ἡμέραι σου εἶναι ἠριθμημέναι.
§50ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὴν παῦσιν.
§51ΖΩΧΙΟΣ. Ἐν τῇ παύσει ὅμως ὁ ὑπουργὸς εἶναι ἐν τῷ δικαιώματί του· ἐῤῥάπισε τὸν ὑπάλληλον, ἐνῷ ἂν τὸν μεταθέσῃ, ὁ ὑπάλληλος ἐῤῥάπισε τὸν ὑπουργόν. Ἀλλὰ, κύριοί μου, τί κρυπτόμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας; Τὸ τελευταῖον ἄρθρον εἶναι τὸ οὐσιῶδες. Τουτέστι ἐγὼ θὰ ἐφαρμόσω τὸν νόμον καὶ ἀφοῦ περιφρουρήσω τοὺς φίλους μου, τότε οἱ ἄλλοι ἂς μένουν ἔξω τοῦ νυμφῶνος. Ἀλλὰ μᾶς λέγουν, δὲν ἐμπιστεύεσαι τὸν ὑπουργόν; Δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι ὡρισμένον κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν· ἀλλ’ ἀφοῦ αὐτὸς δὲν ἐμπιστεύεται τὸν ἑαυτόν του, ἂς μὴ ζητῇ νὰ τὸν ἐμπιστευθῶ ἐγώ. Τί δὲ μᾶς λέγει, νὰ μοῦ ἐμπιστευθῆτε νὰ ἐκλέξω ὅσους θέλω, μετὰ δὲ ταῦτα, τὰς θύρας ἐν Σοφίᾳ πρόσχωμεν. Οἱ φρόνιμοι μηχανικοὶ ἀφίνουν εἰς τοὺς λέβητας μίαν δικλίδα διὰ τὰ ἐνδεχόμενα, ὅταν ᾖναι πολὺς ὁ ἀτμὸς νὰ φύγῃ· ὁ ὑπουργὸς θέλει νὰ κλείσῃ τὴν δικλίδα· θὰ τὴν κλείσῃ, ἀλλὰ θὰ σπάσῃ ὁ λέβης τὸ κεφάλι του. Ἐὰν εἶσθε εἰλικρινεῖς, κύριοι ὑπουργοί, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἂς ἀναβληθῇ ἐπὶ τρία τέσσαρα ἔτη.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μετὰ 18 μῆνας. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Ῥικάκη ἐδέχθημεν καὶ ἐνταῦθα νὰ τεθῇ ἡ προθεσμία ἡ ἐν τῷ προξενικῷ νομοσχεδίῳ μέχρι πρώτης Ἰουλίου 1879.
§53ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ πιστεύετε, ὅτι μέχρι τοῦ 79 δὲν θὰ ᾖναι ἄλλοι φρονιμώτεροι ἀπὸ σᾶς νὰ νομοθετήσωσιν, ἀλλ’ ὅλη ἡ σοφία ἔπεσεν εἰς σᾶς!
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς πρὸς τοὺς ὑπάρχοντας ὑπαλλήλους.
§55ΖΩΧΙΟΣ. Ὅταν ὑπεβλήθησαν αὐτὰ τὰ νομοσχέδια, ἦσαν ἄλλαι περιστάσεις. Τώρα ὅμως δὲν γνωρίζομεν ἂν ἡμεῖς εἰς τὰ 79 θὰ ἤμεθα νομοθέται. Τελειώνω. Μία γυναῖκα ἐμάλωνε μὲ τὸν ἄνδρα της, διότι ἔλεγεν, ὅτι θερίζουν μὲ τὸ ψαλίδι. Αὐτὸς ἔλεγεν, ὄχι, ἐκείνη, ναί. Τὰ αὐτὰ λέγει καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ Θεὸς συνεζήτησε μὲ τὸν Μωϋσῆν 40 ἡμέρας καὶ συνέταξαν 10 νόμου ἄρθρα. Τί δὲ εἶπεν ὁ Θεὸς; ἐπιδέχεται ὁ νόμος αὐτὸς διόρθωσιν. Ὁ δὲ ὑπουργὸς μᾶς παρουσίασεν 279 ἄρθρα καὶ μᾶς λέγει, νομοθετῶ διὰ τὸ ἔτος 1879, ἂν δὲ δύνασθε ψηφίσατέ τι ἐναντίον τῶν προτάσεών μου αὐτῶν.
§56Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μολονότι εἶναι ἐντροπὴ νὰ συζητῇ τις τοιαῦτα νομοσχέδια ὁπότε αἱ περιστάσεις ἀπαιτοῦν νὰ σκέπτεται ἡ Βουλὴ περὶ πραγμάτων μᾶλλον σπουδαίων καὶ σοβαρῶν, μολαταῦτα ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ συζητήσῃ αὐτὰ τὰ πράγματα ὑποχρεοῦμαι καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω δύω λέξεις. Ἐὰν, κύριοι, εἶναι δίκαιον πρᾶγμα καὶ συμφέρον τὰ πρόσωπα τὰ ὑπηρετοῦντα τὴν πολιτείαν νὰ ᾖναι μόνιμα καὶ νὰ ἔχουν προσόντα, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐναντίος καὶ ὅπως κατήντησεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους, ἡ ἐπιθυμία μου εἶναι νὰ γείνουν ὅλοι ἰσόβιοι, διότι πιθανὸν μεταξὺ τῶν τόσων καὶ τόσων νὰ φανοῦν καὶ καλοὶ ἄνθρωποι· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἕνα πρᾶγμα, ὅταν εἶναι δίκαιον, πρέπει νὰ ᾖναι δίκαιον δι’ ὅλους· δὲν ἐννοῶ, διατί ἐντὸς τοῦ Κράτους οἱ μὲν νὰ ᾖναι προνομιοῦχοι, οἱ δὲ ὄχι· διατί ἡ πλέον ἄχρηστος ὑπηρεσία, ἡ διπλωματικὴ, νὰ λάβῃ προνόμια καὶ ὄχι καὶ αἱ ἄλλαι· μήπως οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους ὑπηρετοῦν τὸν Σουλτάνον; Διατί τάχα ὁ τελώνης, ὁ ἔφορος, ὁ ταμίας, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται ἑκατομμύρια, νὰ μὴν ᾖναι ἰσόβιοι;
§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπεβλήθησαν τοιαῦτα νομοσχέδια πρὸ πολλοῦ.
§58Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πιθανόν, ἀλλ’ ἐγὼ λέγω τί θὰ ψηφίσωμεν σήμερον· διατί δὲν φέρετε νόμον γενικὸν καὶ ἐγὼ ὑπόσχομαι νὰ Σᾶς ὑποστηρίξω· μήπως οἱ ὑπάλληλοι τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι ὑποκείμενά τινα ἔξοχα, προσέφεραν ὑπηρεσίας μεγάλας; Καὶ διατί δὲν ἐξασφαλίζετε τὴν μονιμότητα τοῦ ταμία; Σεῖς δὲν δύνασθε νὰ ἐξασφαλίσητε ἕνα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος νὰ διευθύνῃ τὴν ἐθνικὴν βιβλιοθήκην καὶ γνωρίζετε τί γίνεται ἐκεῖ μέσα. Διὰ ταῦτα, κύριοι, προτείνω νὰ φέρετε νόμον γενικὸν δι’ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους καὶ δὲν πρέπει νὰ καταστήσετε τοὺς ἡμίσεις προνομιούχους, διότι ὅλοι ὑπηρετοῦν τὴν πολιτείαν.
§59ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔγεινε μία ἐξαίρεσις διὰ τοὺς δικαστάς.
§60Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τοὺς δικαστὰς ἔκαμε τὸ Σύνταγμα, μία Συνέλευσις. Τί θὰ εἰπῇ, κύριοι, ὁ ὑπάλληλος Βλαχάνης, ὁ ὁποῖος διαχειρίζεται 15 ἑκατομμύρια, ὅταν Σεῖς ἀντὶ νὰ φροντίζητε περὶ αὐτοῦ, φροντίζετε περισσότερον διὰ τὸν πρόξενον τοῦ Τουρίνου, ὅπου μόλις στὰ 10 χρόνια περνᾷ κανένας Ἕλλην. Ἂς τὸ εἴπωμεν, κύριοι, καθαρά, τὸ νομοσχέδιόν Σας αὐτὸ δὲν εἶναι γενικόν, εἶναι προσωπικὸν καὶ ἐγὼ τὴν ψῆφόν μου εἰς προσωπικὰ ζητήματα δὲν δίδω. Μᾶς ἀνέφερον ἐνταῦθα τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, ὅπου οἱ ἀξιωματικοὶ τίθενται εἰς ἀργίαν ἢ τιμωροῦνται. Ἐγὼ δὲ ἀπήντησα, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία καθὼς καὶ ἡ ναυτικὴ ὡς εἰδικαὶ ἔχουν εἰδικοὺς νόμους, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καμμία ἄλλη ὑπηρεσία. Ἡμεῖς ἔχομεν καὶ εἰδικὰ δικαστήρια, δηλ. ἔκτακτα δικαστήρια· αὐτὴν δὲ τὴν ἰδέαν δὲν τὴν ἔφερε κανεὶς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Ἑλλάδος· αὐτὴ ἡ ἰδέα προῆλθεν ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ κόσμου ὁλοκλήρου. Ἐξομοιώσατε λοιπὸν καὶ Σεῖς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ σᾶς ἐπαινέσω. Τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας ἔχω περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων σεῖς τὰς γνωρίζετε· ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατήργησε τοὺς δασοφύλακας καὶ δασονόμους, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὸν ἐπήνεσα, διότι ἔθεσε καλλιτέραν ἐξουσίαν εἰς τὰ πράγματα καὶ τὸ πρᾶγμα εἶναι καταφανές. Τώρα, κύριοι, ἀκόμη ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω αὐτὴν τὴν βίαν τὴν ὁποίαν ἐξασκοῦν τινες τῶν ὑπουργῶν, τὸ νὰ ψηφίσωμεν νόμους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐφαρμοσθοῦν ἴσως ὅταν δὲν θὰ ἦναι ὑπουργοί. Γνωρίζετε τί συνέβη πέρυσιν εἰς τὴν τακτικὴν σύνοδον ὅτε ἐτροποποιήσαμεν πέντε φορὰς τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν καὶ τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια. Ἐὰν παρατηρήσετε μετὰ προσοχῆς θέλετε ἰδεῖ ὅτι ὑπάρχουν 6 νομοσχέδια τῆς αὐτῆς φύσεως. Λοιπὸν ποία ἡ βία νὰ ψηφίσωμεν νόμον κατ’ ἐμὲ μὴ ἐφαρμόσιμον; Δὲν εἶναι λοιπὸν κατ’ ἐμὲ ὀρθὸν τὸ πρᾶγμα, δὲν εἶναι ὠφέλιμον καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ εὐχηθῇ ὅπως οἱ κύριοι ὑπουργοὶ δι’ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς ὑπηρεσίας συντάξωσιν ἕνα νόμον περὶ προσόντων καὶ περὶ τῆς μονιμότητος ὅλων τῶν ὑπαλλήλων· αὐτὴ εἶναι τοὐλάχιστον ἡ ἰδέα τὴν ὁποίαν ἔχω ἐγὼ ὅπως νομίζω καὶ ἡ πλειονοψηφία.
§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν ὑπῆρξε κύριοι, Κυβέρνησις, ἥτις ἅμα ἀνέλαβε τὰ καθήκοντα αὑτῆς, δὲν ἐσκέφθη ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι διὰ πᾶσαν Κυβέρνησιν αὐτὴ εἶναι ἡ πληγὴ, ἡ ὁποία τὴν ἐνοχλεῖ, τὴν ἐμποδίζει καὶ νὰ ἡσυχάσῃ καὶ νὰ ἐργασθῇ καὶ νὰ σκεφθῇ εἰς ἀπαιτήσεις, ὄχι ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν, κύριοι, καὶ μὴ ἐπιῤῥίπτωμεν τοῦτο κατὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐκ μέρους τῶν ἰδιωτῶν, τῶν ἐχόντων ἀνάγκας, ἐκ μέρους τῶν νομιζόντων ὅτι ἔχουν δικαιώματα νὰ ἐνοχλῶσιν ἀδιακόπως τοὺς ὑπουργούς καὶ ἐνεπνεύσθη ἡ ἰδέα ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν σκοπεύει εἰς τίποτε ἄλλο εἰμὴ εἰς μισθοδοσίαν, καὶ καθὼς λοιπὸν ὅστις ἔχει ἀνάγκην νὰ ζήσῃ, τρέχει πρὸς τὰ ὑπουργεῖα, καὶ ἐνῷ εἶναι σήμερον διοικητικὸς γίνεται οἰκονομικὸς καὶ δικαστικός, ὅ,τι θέλετε, ἐπειδὴ πρόκειται μόνον νὰ μισθοδοτηθῇ, οὕτω, κύριοι, πᾶν ὑπουργεῖον μόλις συστηθὲν, πρὸ πάντων αὐτὸ σκέπτεται. Διὰ τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπεβλήθησαν ἄπειρα νομοσχέδια, ἀφορῶντα εἰς τοῦτο, καὶ ἡμεῖς πέρυσιν ἅμα ἤλθαμεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοιαῦτα ὑπεβάλαμεν εἰς τὴν Βουλήν. Βεβαίως, κύριοι, δὲν εἶναι κανονικὸν τοῦ νὰ κανονίζῃ κανεὶς τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ νόμου, καὶ ἀλλοῦ τοιοῦτόν τι δὲν ὑπάρχει· ἀλλὰ, καθὼς εἶπον, ἀλλοῦ κανονίζονται ταῦτα ἀπὸ τὰ ἤθη καὶ τὴν κατάστασιν τῆς κοινωνίας· ἂν οὕτω ἠδύνατο νὰ κανονισθῇ καὶ ἐδῶ, περιττὸς ἦτο ὁ νόμος· πρέπει ὅμως νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ποτὲ ἄνευ τούτου δὲν δύναται νὰ ἡσυχάσῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἡ ὑπηρεσία ν’ ἀποκτήσῃ εἰδικοὺς ἀνθρώπους, μὲ τὴν συνείδησιν, ὅτι αἱ θέσεις συνεστήθησαν διὰ τὸ καλὸν τῆς ὑπηρεσίας· ἡ ὑπηρεσία τώρα τίποτε ἄλλο δὲν ἐμφαίνει εἰς τὴν πεποίθησιν τοῦ ὑπαλλήλου, παρὰ στάδιον μισθοδοσίας. Πρέπει λοιπὸν ἀναποφεύκτως καὶ ἀναγκαίως νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν δὲν πιστεύω νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ αὐτὴν τὴν ἀνάγκην. Δὲν τὴν πολεμεῖ τις, ἀλλὰ ζητοῦν νὰ τὴν ἐξουδετερώσουν διὰ τῆς γενικεύσεως, μὲ τὸ σχέδιον τοῦτο ὅλα ἐξουδετεροῦνται· κάμετέ το γενικόν, διότι ἄλλως δὲν κάμνετε τίποτε ἢ δι’ ὅλους ἢ διὰ κανένα· ἰδοὺ τὸ ἐπιχείρημα, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ γενικὸν, νὰ ἀποῤῥιφθῇ. Αὐτὸ νομίζω, δὲν εἶναι ὀρθὸν μολονότι εἶναι εὐφυὲς τὸ «ἢ δι’ ὅλους ἢ διὰ κανένα.» Κύριοι, τῷ ὄντι ἡ ἐξουσία τοῦ ὑπουργοῦ, ὅπως σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος κ. Τρικούπης, περιορίζεται. Ἀλλὰ τῷ ὄντι ὅταν ὑπάρχῃ τις προδότης, ὅπως εἶπον, δὲν δύναται νὰ παυθῇ; ἀπατῶνται, διότι δύναται νὰ παυθῇ ἐνώπιον μιᾶς τοιαύτης κατηγορίας, οὔτε τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον δύναται νὰ παρεμβάλῃ δυσκολίαν εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ τὸν παύσῃ, οὔτε οἱ ὑπάλληλοι νὰ μὴ γνωμοδοτήσουν. Ἀλλὰ, κύριοι, διὰ νὰ πολεμήσουν τὴν πρότασιν ἔκαμαν μίαν ὑπόθεσιν ὅτι διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ προστατεύεται ὁ προδότης ὑπάλληλος, δὲν δίδουν δὲ οὐδεμίαν προσοχὴν εἰς ὅ,τι ἤδη ἀδιακόπως γίνεται. Σᾶς βεβαιῶ ἄνευ νόμου τοιούτου οὐδεὶς ὑπουργὸς δύναται νὰ ἡσυχάσῃ καὶ ἀπὸ τῆς συστάσεως δὲ παντὸς ὑπουργείου ἄρχεται ἡ ἐνασχόλησις διορισμῶν καὶ παύσεων. Ὑπάρχουν, κύριοι, διάφορα συστήματα, ἀλλ’ αὐτὰ ὅλα ἔχουν ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν σκοπὸν, οἱ μὲν θέλοντες νὰ περιορίσουν τὸ ἄτοπον δέχονται ἐγγυήσεις τινὰς αἱ ὁποῖαι ἀποκαθιστῶσι δυσκολωτέραν τὴν παῦσιν, πρὸς τὰ προσόντα ἀπαιτοῦν ἐγγυήσεις μεγαλειτέρας, ἄλλοι δὲ τὸν αὐτὸν σκοπὸν ἔχοντες ἐπίσης νομίζουν, ὅτι αἱ ἐγγυήσεις αὗται εἶναι περιτταὶ καὶ ὅτι ἀρκοῦν τὰ προσόντα καὶ ἡ ἱεραρχία. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ καθιέρωσις τῶν προσόντων καὶ τῆς ἱεραρχίας ἄγει εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα. Αἱ παύσεις προέρχονται μᾶλλον ἀπὸ τὰς ἀπαιτήσεις διορισμῶν· ὅταν δὲ ἀποκαταστήσωμεν δυσκολωτέραν τὴν ἀντικατάστασιν, αἱ παύσεις ἐλαττοῦνται καὶ ὅταν μένῃ καὶ λόγος παύσεως τοῦ ὑπαλλήλου ἐκ παρεκτροπῆς τὸ κακὸν ἐλαττοῦται εὐκολώτερον. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Τρικούπη τί λέγει; Καθιεροῖ προσόντα καὶ ὅταν πρόκηται περὶ παύσεώς τινος ζητεῖ προηγουμένως τὴν γνώμην ἢ ἐπιτροπῆς ἐξ ὑπαλλήλων τὴν ὁποίαν συνιστᾷ ἢ τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐὰν περιορισθῶμεν εἰς τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπερ γίνεται ἤδη, πράγματι τὸ ζήτημα λύεται· εἰς πολλὰ ὑπουργεῖα γίνεται οὕτως· τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀποφαίνεται προηγουμένῃ συμφωνίᾳ ποῖοι ὑπάλληλοι παύονται ἢ διορίζονται τῇ προηγουμένῃ τοῦ συμβουλίου ἀποφάσει· τοῦτο δὲ πρόκειται διὰ τοῦ νόμου νὰ καθιερωθῇ. Δὲν βλέπω λοιπὸν δυσκολίαν τινὰ ἐκ τοῦ νόμου. Καὶ διατί νὰ μὴ θέλωμεν νὰ θεραπεύσωμεν τὴν ἀνάγκην, ἣν ὅλοι αἰσθανόμεθα; ὡς παύωνται οἱ ὑπάλληλοι συνετείᾳ ἀποφάσεως τοῦ συμβουλίου· νομίζω δὲ, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα ἀρκετὰ ἐσυζητήθη καὶ μετὰ τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν παρεδέχθη ὁ κ. Τρικούπης ἂς παραδεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον.
§62ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα παράρτημα Β).
§63ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Χοϊδᾶ, ἀλλὰ πρέπει νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, διότι αὐτὴ ἡ πρότασις εἶναι αὐτοτελὴς, διότι ὁ κ. Χοϊδᾶς προτείνει νὰ γείνῃ μυστικὴ συνεδρίασις, ἐν ᾗ νὰ ἀποφασισθῇ ἂν πρέπῃ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ γενικώτερον τὰς παρούσας περιστάσεις καὶ προέλθῃ εἰς κοινὴν συνεννόησιν.
§64ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν θέλουν ἀμέσως νὰ παραδεχθῶσι τὴν πρότασίν μου καὶ μεταχειρίζονται ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται εἰς τὸ εἰρηνοδικεῖον, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ ἀναγκάζομαι νὰ ὑποβάλλω πρότασιν ἀναβλητικὴν, ἐνῷ οὐδέποτε ἔκαμα τοιοῦτόν τι. Προτείνω λοιπὸν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως παντὸς νομοσχεδίου πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ συνέλθῃ καὶ ἀποφασίσῃ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει.......
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, νὰ καθήσετε.
§66Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Χοϊδᾶς ὑπέβαλε περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι πραγματικῶς τακτικὴ καὶ κοινοβουλευτικὴ, διότι ὅ,τι πρότερον ἐζήτει ἦτον ὅλως διόλου ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τῶν παραδεδεγμένων ἐθίμων, ἄνευ ἀναβολῆς ἢ τοὐλάχιστον ἄνευ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς περὶ ἀναβολῆς ἑνὸς νομοσχεδίου, νὰ ριφθῇ μία πρότασις καὶ νὰ συζητηθῇ, καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ὑπὸ συζήτησιν, αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Καλάνδας. Ἡ πρότασις λοιπὸν τοῦ κ. Χοϊδᾶ πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ἡμεῖς δὲ ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον συνεζητήθη ἤδη δύω ἡμέρας, καὶ ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ τὴν ψῆφον αὐτῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ μετὰ ταῦτα ἂς συζητηθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Χοϊδᾶ, ἐπὶ τῆς ὁποίας τὸ ὑπουργεῖον βεβαίως ἐπιφυλάσσεται νὰ λάβῃ τὸν λόγον.
§67Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂν 10 βουλευταὶ ζητήσουν μυστικὴν συνεδρίασιν, ἄνευ συζητήσεως ὀφείλει νὰ γείνῃ.
§68ΜΙΛΗΣΗΣ. Συμφώνως μὲ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν, ἂν γίνῃ πρότασις περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως, δὲν ἐπιτρέπεται συζήτησις περὶ αὐτῆς εἰμὴ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἐπιτρέψετε συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Χοϊδᾶ, εἰμὴ μόνον νὰ ἐρωτήσετε, ἂν ὑπάρχουν 10 βουλευταὶ ὑποστηρίζοντες αὐτήν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Χοϊδᾶ εἶναι παρεμπίπτουσα· θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἂν πρῶτον πρέπῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν ὑπὸ συζήτησιν, ἥτις εἶναι κυρία, καὶ ὕστερον διὰ τὴν παρεμπίπτουσαν.
§70Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ κυρία τοῦ Χοϊδᾶ, καὶ πρέπει νὰ διακοπῇ πᾶσα συζήτησις, διότι ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ λόγους τοὺς ὁποίους θέλει νὰ εἰπῇ μυστικά.
§71ΧΟΪΔΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, κινδυνεύει ἡ ἰδέα μου ἐντελῶς νὰ ναυαγήσῃ, ἰδέα ἐντελῶς ἀμιγὴς καὶ ἄδολος πάσης πλαγίας σκέψεως, καὶ κινδυνεύει νὰ ναυαγήσῃ, διότι παρῆλθον ἐπὶ τὸ τοῦ βῆμα δύω δεινοὶ ῥήτορες, ὁ μὲν καλεῖται Θ. Ζαΐμης...
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι ἂς κλείσουν αἱ θύραι καὶ ἂς ἀρχίσῃ ἡ μυστικὴ συνεδρίασις.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. (Περὶ ὥραν 4 μ. μ. κενοῦνται τὰ ἀκροατήρια καὶ κλείουν αἱ θύραι, διαρκεῖ δὲ ἡ μυστικὴ συνεδρίασις μέχρι τῆς ἕκτης μ. μ. ὅτε ἐπαναλαμβάνεται ἡ δημοσία συνεδρίασις.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀνοίξουν τὰ θεωρεῖα.—Αὔριον ἐξακολουθεῖ ἡ τακτικὴ συνεδρίασις· ἤδη δὲ ὑποβάλλεται ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Βουλῆς ὅστις θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Λύεται ἡ συνεδρίασις τὴν ἕκτην καὶ 5½.