1877.06.10
354 στίχοι · 2.865 λέξεις · 53 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18
Τῆς 10 Ἰουνίου 1877.
(Παρασκευή)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. ὑπουργοὶ παρακαλοῦν τὴν Βουλὴν ἂν ἐγκρίνῃ νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια τὰ χθὲς ψηφισθέντα εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§3ΧΟΪΔΑΣ. Ἐρειδόμενος ἐπὶ τὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας πρεσβεύω καὶ δι’ ὧν θέλω νὰ μεταβάλω τὴν Ἑλλάδα διὰ τοῦ λαοῦ καὶ δι’ ὑμῶν τῶν ἀντιπροσώπων εἰς ἀρχαίαν πολιτείαν Λακεδαιμονίων, ὑποβάλλω πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ καταργήσεως ἄρθρων τοῦ νόμου περὶ ἀπογραφῆς δυνάμει τῶν ὁποίων ἐπιτρέπεται ἡ ἀντικατάστασις· παρὰ τὴν διάταξιν πρώτην τοῦ νόμου περὶ ἀπογραφῆς κατὰ τὴν ὁποίαν χρέος παντὸς Ἕλληνος εἶναι νὰ ὑπηρετῇ ἐν τῷ στρατῷ κατά τε ξηρὰν καὶ θάλασσαν, ἡ πρότασίς μου, τὴν ὁποίαν θὰ ἀναπτύξω κατὰ τὴν συζήτησιν, ἔχει ὡς ἑξῆς: (ἀναγινώσκει).
§4ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, μεταξὺ τοῦ Ἀγρινίου καὶ τοῦ Μεσολογγίου ἐγένετο ὁδὸς, ἡ ὁποία ἐκόστισε ὀκτακοσίας χιλιάδας δραχμῶν, ἀλλ’ οἱ μηχανικοὶ ἔκαμον ἓν λάθος, δὲν ἐμέτρησαν 700 ἕως 800 μέτρα, καὶ διὰ τοῦτο ἔφθασε μέχρι τινὸς καὶ ἐσταμάτησε· ἔφερον πρότασιν καὶ δὲν εἶναι παρὰ πέντε λέξεις ......
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἡ πρότασις τοῦ κ. Δημητριάδου Ἔχει ὡς ἑξῆς· (ἀναγινώσκει). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη. (Κατόπιν ἀνεγνώσθη τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1877 καὶ ἐγένετο δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη, κύριοι, τὸ νομοσχέδιον περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς. Ὁ κ. Ζωχιὸς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§8ΖΩΧΙΟΣ. Ἡ Ἑλλὰς ἐδόξαζε τὸν Θεὸν, ὅταν ἐξηλείφθη ἀπὸ τῶν δημοσίων ἐγγράφων ὁ τίτλος, προσωρινὴ διοίκησις τῆς Ἑλλάδος. Μετὰ τὴν ἔλευσιν ὅμως τοῦ Κυβερνήτου, μετὰ τὴν ἔλευσιν τῆς πρώτης δυναστείας, μετὰ τὴν ἔλευσιν τῆς δευτέρας, ἤρχισαν πάλιν προσωρινοὶ ὀργανισμοὶ τοῦ στρατοῦ, προσωρινοὶ ὀργανισμοὶ τῆς ἐθνοφυλακῆς καὶ Κύριος οἶδε περὶ πόσων ἄλλων προσωρινῶς θὰ νομοθετήσωμεν. Ἐπανήλθομεν εἰς τὴν λεγομένην Ἑλληνικὴν πολιτείαν. Ἐν πρώτοις δὲ, ὑπάρχει ἐθνοφυλακή; Μόνον εἰς τὰ χαρτιά. Ἤδη εἰς τοὺς παλαιοὺς νόμους προστίθεται καὶ ἕτερος· ἀλλ’ οἱ παλαιοὶ ἰσχύουν; εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ; Νομίζω, ὅτι ἡ ἐθνοφυλακὴ ἐτάφη ἐν δόξῃ καὶ τιμῇ, λαλοῦμεν δὲ περὶ πράγματος μὴ ὑπάρχοντος. Μετὰ τὸν πόλεμον τὸν Γερμανικὸν ἡ Γαλλία εἶπε, πόῤῥω ἀπ’ ἐμοῦ ἡ ἐθνοφυλακὴ, καὶ ἐδημοσιεύθη μάλιστα ἐπ’ ἐσχάτων τὸ δόγμα τοῦ περιβοήτου Μιραβώ, ὅστις εἶχε καταδικάσει τὴν ἐθνοφυλακὴν κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς πρώτης ἐπαναστάσεως τῆς Γαλλικῆς. Ἡμεῖς δὲ θέλομεν νὰ τὴν ἀναστήσωμεν. Νομίζω δὲ ὅτι δὲν πρόκειται ἁπλῶς περὶ τῆς ἐθνοφυλακῆς, ἀλλὰ περὶ τῆς μεταβατικῆς ἐθνοφυλακῆς, ἢ μᾶλλον περὶ μεταβατικῆς ὑπηρεσίας τῆς ἐθνοφυλακῆς, διότι ἄλλο εἶναι τὸ περὶ ὑπηρεσίας τῆς μεταβατικῆς ἐθνοφυλακῆς, καὶ ἄλλο τὸ περὶ μεταβατικῆς ὑπηρεσίας τῆς ἐθνοφυλακῆς. Ἠξεύρετε δὲ πότε οἱ Γάλλοι ἀπεφάσισαν νὰ κινήσουν τὴν ἐθνοφυλακήν; Ὅτε εἶχον κατακλείσει οἱ Γερμανοὶ τὸν τόπον των. Τώρα τί σκοπεῖ ἡ Κυβέρνησις, νὰ κινήσῃ τὴν ἐθνοφυλακὴν τὴν μὴ ὑπάρχουσαν; Ἀλλὰ διατρέχουσιν οἱ πολέμιοι τὸν τόπον; Καὶ τί ἄλλο τὸ νομοσχέδιον λέγει; Ἐὰν λείπῃς, κύριε Θεοχάρη, ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ ταξειδεύῃς μὲ τὸ πλοῖόν σου, σὲ διατάσσουν νὰ ἐπιστρέψῃς· ἄλλως, εἶσαι χαμένος. Τὰ πιστεύετε αὐτά;
§9ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Οἱ Πρῶσσοι πῶς καλοῦνται;
§10ΖΩΧΙΟΣ. Εἰς τοὺς Πρώσσους ἐπῆλθε μία μεγάλη συμφορά· Εἶχον καταστραφῆ κατὰ κράτος, καὶ ἠθέλησαν νὰ ἀνορθώσωσι τὸ κράτος των, καὶ ἤρχισαν νὰ ἐργάζωνται ἀπὸ τοῦ μεγάλου Ναπολέοντος, ἀπὸ τῆς μάχης τῆς Ἰέννης, μέχρι τοῦ 1870. Καὶ ἂν δὲν εὕρισκον τρεῖς ἄνδρας, θὰ παρήρχοντο καὶ ἄλλα τόσα ἔτη ἄπρακτα. Ποίους δὲ εὗρον ἄνδρας; Τὸν Βίσμαρκ, τὸν Μόλτκε καὶ τὸν Ῥόν· ἐὰν δὲν εὑρίσκοντο αὐτοὶ οἱ τρεῖς ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι δεσπόζουν τῆς Γερμανίας, τετέλεσται. Τί μοὶ ἀναφέρετε λοιπὸν τὴν Πρωσσίαν; Ἐγὼ ἐνταῦθα δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον τοῦ νόμου. Ἐὰν ἐπίκειται κατὰ τῆς Ἑλλάδος ἐπιδρομή τις, εἶναι περιττὸς ὁ νόμος. Καὶ ἐὰν δὲν ἐπίκειται, πάλιν εἶναι περιττός. Ὑπάρχει δὲ διάταξις, ἡ ὁποία εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι οἱ ἀποδημοῦντες εἴτε χάριν ἐμπορίας, εἴτε χάριν ναυτιλίας, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιστρέψωσιν. Ἄλλοτε, κύριοι, ὅτε παρουσιάζετο νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ἐβασάνιζεν ὁ Βασιλεὺς τρεῖς ἢ καὶ ἓξ μῆνας, ἤρχετο δὲ τὸ νομοσχέδιον μὲ ἔκθεσιν ᾐτιολογημένην, συνεζητεῖτο ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῆς Βουλῆς, ἐν τῇ Βουλῇ, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῆς Γερουσίας, ἐν τῇ Γερουσίᾳ καὶ μετὰ ταῦτα ἐγίνετο νόμος. Σήμερον μᾶς φέρουν νομοσχέδια καὶ δὲν μᾶς λέγουν τὸ διατί. Καὶ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν παρέρχεται χωρὶς νὰ τὸ ἀκούσῃ κανείς. Διὰ τοῦτο νομίζω τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πάντῃ περιττὸν καὶ ἀνάξιον προσοχῆς.
§11ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω οὐχὶ διὰ νὰ ἀντικρούσω τὸν προλαλήσαντα, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπαναφέρω τὴν ἱστορικὴν ἀλήθειαν τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ζωχιὸς ἠθέλησε διὰ τοῦ γνωστοῦ τρόπου του νὰ καταστρέψῃ. Πράγματι ἀπὸ τῆς μάχης τῆς Ἰέννης ἡ Πρωσσία ἀπεφάσισε νὰ λάβῃ τὴν λεγομένην ἐθνικὴν ὁδόν, ἤρχισε δὲ νὰ συντάσσηται στρατιωτικῶς, ἐγένετο ὁ γνωστὸς περὶ ἀπογραφῆς νόμος, εὗρε κατ’ ἀρχὰς δυσκολίαν εἰς τὴν ἐφαρμογήν του, ἀλλὰ κατόπιν εὑρέθη χεὶρ στιβαρὰ, ἡ ὁποία κατέστησε αὐτὸν σεβαστόν. Ὅταν μάλιστα πολλοὶ ἐκ τῶν πολιτῶν τῆς Πρωσσίας ἠναγκάσθησαν νὰ πληρώσωσι τὸ παρὰ τοῦ νόμου προσδιορισθὲν ποσὸν, ἐκεῖνοι δὲ οἵτινες οὐχὶ μόνον δὲν ἐπανῆλθον προσκληθέντες, ἀλλ’ ἤργησαν νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ῥήτραν τὴν παρὰ τοῦ νόμου ὁριζομένην. Εἶναι περίεργον τῇ ἀληθείᾳ πῶς εὑρίσκονται ἄνδρες σπουδαῖοι νὰ κατηγορῶσι τὸ μόνον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς εὐτυχῶς ἤρχισε νὰ ἐννοῇ, τουτέστιν ὅτι ἔχει ἀνάγκην συντάξεως στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς, ὅπως ἀσφαλίσῃ τὸ μέλλον της. Εἴθε, κύριοι, πᾶσαι αἱ μέλλουσαι Κυβερνήσεις οἱαιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν, ἔστω καὶ διαδεχόμεναι ἀλλήλας, νὰ ἀκολουθῶσι τὴν αὐτὴν ὁδόν. Κατηγορεῖ ὁ κ. Ζωχιὸς τὴν ἐθνοφυλακὴν, διότι ἡ Γαλλία εἶπεν, μακρὰν ἐμοῦ ἡ ἐθνοφυλακή. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ζωχιὸν, εἰς τὴν Γερμανίαν αὐτὴν ὑπάρχει ἐθνοφυλακή; Ὑπάρχει. Σας φέρω τὸν τελευταῖον νόμον τῆς Βαυαρίας καὶ τῆς Πρωσσίας, ὅστις κατὰ τὸ ἐλάχιστον ἐτροποποιήθη. Ἡ δύναμις, ἡ ὁποία ἐξεδίωξε τοὺς Τούρκους ἐκ τῆς Βιένης, ἠξεύρετε ποία ἦτο; Ἦτο αὐτὴ ἡ ἐθνοφυλακή. Εἰς αὐτὴν τὴν ἐθνοφυλακὴν μανθάνει ὁ πολίτης τὴν πειθαρχίαν πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὴν πολιτείαν. Τὸ νομοσχέδιον βεβαίως θὰ λάβῃ εἰς τὸ μέλλον τροποποιήσεις, διότι δὲν εἶναι τέλειον· ἀλλ’ ἐὰν θέλετε νὰ μάθῃ ὁ πολίτης νὰ φέρῃ τὸ ὅπλον του, ὅπως ὑπερασπίζεται τὴν πατρίδα του, πρέπει νὰ δεχθῆτε τὴν ἐθνοφυλακὴν, τοῦθ’ ὅπερ καὶ πᾶν ὅ,τι συντελεῖ εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τοῦ τόπου. Αὐτὸ θὰ εἰπῇ ἐνέργεια καὶ δραστηριότης, εἶναι δὲ καὶ ἀπόδειξις τῆς ζωῆς τῶν ἐθνῶν.
§12ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, ὑποβάλλων αὐτὰς εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν οὐ μόνον δὲν θέλουν ἐπιτύχει, ἀλλ’ ἴσως θέλουσιν ἔχει ἀποτελέσματα οὐχὶ εὐχάριστα. Ἐψηφίσαμεν ἕνα νόμον περὶ ἐφεδρείας —καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκολουθήσετε εἰς τὸν συλλογισμόν, τὸν ὁποῖον θὰ κάμω —καὶ ὑπεβάλομεν μίαν ἡλικίαν ἀπὸ τὸ 22–30 εἰς τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν καὶ ἡ ἀπογραφὴ ἀνέβη μέχρι 20,000. Λοιπὸν ἔχομεν 20,000 ἐφέδρους ὑποβαλλομένους εἰς τὴν ἄμεσον στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν κατὰ τὴν πρώτην πρόσκλησιν τῆς Κυβερνήσεως. Πρὸς τοῦτο δὲ τί εἴπομεν, ὅπως οἱ ἔφεδροι οὗτοι τεθῶσιν εἰς μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν, πρέπει νὰ προγυμνασθῶσιν ἕως 6 μῆνας εἰς τὰ τάγματα καὶ τρεῖς μῆνας εἰς τὸ στρατόπεδον. Πῶς θέλετε ἤδη διὰ τοῦ παρόντος νόμου περὶ ἐθνοφυλακῆς νὰ καλέσητε εἰς τὰ ὅπλα ἄνδρας καὶ νὰ εἴπητε, ἐκστρατεύσατε, ἐνῷ οὐδέποτε ἔλαβον ὅπλον εἰς τὰς χεῖρας; Τί λέγει δὲ τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου; Οἱ εἰς τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐθνοφυλακῆς διὰ Β. Διατάγματος καλούμενοι ἄνδρες ὀργανίζονται κατὰ δήμους, ἐπαρχίας καὶ νομοὺς, καὶ ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ ἐθνικοῦ στρατοῦ, ὑπηρετοῦσι δ’ ἐν αὐτῷ ἐπὶ τρεῖς μῆνας κατ’ ἀνώτατον ὅρον, πλὴν ἐὰν διὰ Β. Διατάγματος παραταθῇ ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν. Ὅταν προσκληθῶσιν εἰς τὴν τακτικὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, θεωροῦνται ὡς ἀποτελοῦντες μέρος καὶ ὑποβάλλονται εἰς ὅλας τὰς ὑποχρεώσει, ναὶ ἢ ὄχι; Ἐὰν εἰς τὸ διάστημα τῶν τριῶν μηνῶν ὁ στρατὸς εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λάβῃ μέρος ἐνεργητικὸν, θὰ προσκληθῶσι καὶ οἱ ἐθνοφύλακες, διότι δὲν ἐξαιροῦνται. Ἀλλ’ ἐξετελέσθη ὁ νόμος περὶ ἐθνοφυλακῆς, ἐγυμνάσθησαν οἱ ἄνθρωποι; Ἔρχεσθε καὶ λέγετε, τὴν μεταβατικὴν ἐθνοφυλακὴν θέτω εἰς ἐνέργειαν· ἀλλ’ εἴχατέ ποτε μεταβατικὴν ἐθνοφυλακήν; Ἐὰν ἠξεύρετε, ὅτι δὲν εἴχατε, πῶς τοὺς ὑποβάλλετε εἰς ὑποχρεώσεις ἀναποφεύκτους; Ἄλλως τε ἀφοῦ ἔχομεν τὸν νόμον περὶ ἐφεδρείας καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτῆς ὑπεβλήθησαν εἰς ὡρισμένας ὑποχρεώσεις καὶ ὑπάρχει μητρῷον καὶ εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ἐξουσίας, νομίζω, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ παρατείνῃ τὴν ἡλικίαν ἀπὸ τοῦ 30 μέχρι τοῦ 40, διότι ὁ ἔφεδρος γυμνάζεται εἰς τὸ ὅπλον, ἐνῷ ὁ ἐθνοφύλαξ οὐδέποτε ἐγυμνάσθη.
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὴν γʹ. συζήτησιν θὰ σᾶς ἐξηγήσω.
§14ΖΩΧΙΟΣ. Λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶναι παρὼν ὁ σεβαστὸς πρωθυπουργὸς, διὰ νὰ τὸν ἐπικαλεσθῶ μάρτυρα· τὸν ἐπικαλοῦμαι καὶ ἀπόντα. Ὡμίλουν μετ’ αὐτοῦ ἐπὶ Ὄθωνος ὅτε ἐγένετο ὁ μέγας πόλεμος περὶ ἐθνοφυλακῆς, τί δὲ μοὶ εἶπε; Τί πταίω ἐγὼ, ἀφοῦ αὐτὸς εἶναι κουτός; ὁ Ὄθων δηλαδή. Ἂν ἡμεῖς τοῦ ζητοῦμεν πέντε χιλιάδας ἐθνοφυλακῆς, αὐτὸς νὰ εἴπῃ 20. Εἴμεθα ἡμεῖς δι’ ἐθνοφυλακήν; Τὴν θέλει ὁ τόπος; Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ πρωθυπουργοῦ ἦτο ἄλλη, καὶ θὰ τὴν ἔχῃ καὶ τώρα. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν Πρωσσίαν, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθησαν. Ὁ σιδηροῦς αὐτὸς νόμος, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ Πρωσσία ὑπόκειται, ποῦ λαμβάνει τὴν πρώτην του ῥίζαν; Εἰς τὰ ἀλληλοδιδακτικὰ σχολεῖα, ὅπου θέλων μὴ θέλων ὁ πατὴρ ὀφείλει ν’ ἀποστείλῃ τὸ τέκνον του καὶ νὰ πληρώσῃ καὶ φόρον ἴδιον. Ἂν δ’ ἐξετάσητε τὰ ἰδικά μας σχολεῖα, θὰ μάθετε ὅτι ἀπὸ τοῦ ἀλληλοδιδακτικοῦ ἄρχεται ἡ ἀπείθεια. Εἰς τὴν Γερμανίαν ὅμως ἰσχύει τὸ δόγμα τοῦ Λουθήρου. Ὅπλα καὶ γράμματα. Φόρος ὅπλων, φόρος γραμμάτων.
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐδῶ περιεπαίξατε τὰ γυμνάσια τῶν νέων.
§16ΖΩΧΙΟΣ. Ὅπλα εἰς τοὺς ἄνδρας, γράμματα εἰς τοὺς παῖδας. Σεῖς δὲ ἐδώκατε ὅπλα εἰς τοὺς παῖδας καὶ γράμματα ποῦ; Ἰδοὺ ἡ διαφορά. Ἀναφέρετε τὴν Πρωσσίαν. Δὲν ἐρωτᾶτε ποῦ μεταναστεύουν οἱ Πρῶσσοι; ἡ Ἀμερικὴ τοὺς δέχεται ἀνὰ 100, ἢ καὶ 150,000 κατ’ ἔτος. Καταλαμβάνετε δὲ διατί; Θέλετε πόλεμον· καλεῖτε ὅλους τοὺς ἄνδρας εἰς τὰ ὅπλα, τοὺς ἐφέδρους, τοὺς ἐθνοφύλακας, τοὺς στρατευσίμους κλπ. Τὰς οἰκογενείας τῶν πατέρων τῶν οἰκογενειῶν ποῖος θὰ τὰς θρέψῃ; Δὲν θ’ ἀφήσητε καὶ διὰ τὸ ἄροτρον, καὶ διὰ τὴν ἀξίνην κανένα; Αὐτὴ ἡ γῆ πρέπει νὰ μείνῃ ἀγεώργητος καὶ ὁ τόπος χωρὶς ἐμπορίου; Αὐτὰ εἶναι πράγματα ἀκατανόητα. Τὸ νομοσχέδιον θὰ ψηφισθῇ, καθὼς ἐψηφίσθησαν καὶ τὰ ἄλλα. Ἡ δὲ Κυβέρνησις αὕτη θὰ ζήσῃ τοὐλάχιστον μέχρι τοῦ Νοεμβρίου. Περὶ αὐτοῦ, ἐγὼ τοὐλάχιστον, δὲν ἀμφιβάλλω. Θὰ ἔλθῃ δὲ ὁ Νοέμβριος, καὶ θὰ εὑρεθῇ τις ἢ φρόνιμος ἢ τρελός, καὶ θὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς ὑπουργούς, δὲν μᾶς δίδετε λόγον τί ἐπράξατε; Θὰ σᾶς ζητήσωμεν λόγον, καὶ ὁ λόγος θὰ φέρῃ συμφοράν, διότι ἓν ἤδη ἀποτελεῖτε ὅλοι οἱ πρωτεύοντες. Ἐὰν δὲ σεῖς ναυαγήσητε, θὰ ἐπέλθῃ ἓν ναυάγιον μέγα καὶ μία μεγάλη συμφορὰ εἰς τὸν τόπον.
§17ΧΟΪΔΑΣ. Ἀκούων τις τὸν φίλτατον συνάδελφον, κύριον Ζωχιόν, λαλοῦντα ἀπὸ τοῦ βήματος, καταλαμβάνεται ὑπὸ φοβερᾶς ἀπελπισίας· ἐὰν ὅμως δὲν γινώσκῃ τὰ ἐλατήρια ἀφ’ ὧν ὁρμώμενος οὕτω πως λέγει, ἀπελπιστικὴν θὰ συλλάβῃ τὴν ἰδέαν περὶ αὐτοῦ καὶ θὰ εἴπῃ ὅτι οὐδέποτε ἐν τῇ καρδίᾳ του ᾐσθάνθη οὔτε τὸ αἴσθημα τῆς φιλοπατρίας, οὔτε τὸ αἴσθημα τοῦ σφριγῶντος στρατιώτου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές· πᾶν ὅ,τι λέγει ὁ κ. Ζωχιὸς τὸ λέγει νὰ μᾶς ἐνθουσιάσῃ, διὰ νὰ μᾶς ἐγείρῃ ἐκ τοῦ ληθάργου εἰς ὃν εὑρισκόμεθα, διὰ νὰ μᾶς ἐξυπνήσῃ ἐκ τοῦ ὕπνου τὸν ὁποῖον ὑπὸ μανδραγόραν καθεύδομεν. Ἐγὼ γινώσκω καὶ τὰ ἐλατήρια καὶ τὰς ἰδέας τοῦ κ. Ζωχιοῦ, ἐννοῶ τὰς ἰδέας του καὶ τὰ αἰσθήματά του.
§18ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πιστεύει πᾶν ὅ,τι ἄλλο, παρ’ ὅ,τι λέγει; ἐγὼ δὲν τὸ παραδέχομαι.
§19ΧΟΪΔΑΣ. Ὁ κ. Ζωχιὸς θέλει νὰ ἴδῃ πάνοπλον τὴν Ἑλλάδα.
§20ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ στρατὸς εἶναι πάνοπλος· ὅταν ὅμως ἴδει ὀκταπόδι, ζαρόνει.
§21ΧΟΪΔΑΣ. Ἐννοῶ τὴν Ἑλλάδα τὴν χθὲς καὶ τὴν τοῦ 21· ἐκεῖ κοιμᾶται ὁ Πραΐδης, ὁ Ἔσλεν, ὁ Βαβιάδης καὶ τόσοι ἄλλοι καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἄνδρας πατριώτας, ἄλλα νὰ φρονοῦν καὶ ἄλλα νὰ λέγουν.
§22ΖΩΧΙΟΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ λέγω ἐγὼ (ἱλαρότης).
§23ΧΟΪΔΑΣ. Σὲ καταλαμβάνει ἡ ἀπελπισία, καὶ θέλεις δι’ αὐτῆς τῆς ἀπελπισίας νὰ μᾶς παροτρύνῃς. Σέβομαι τὰ αἰσθήματα καὶ τὰς ἰδέας. Ὁπλίσθητε, λέγεις, οὐχὶ ὡς ὁ ἀστακός, ἀλλ’ ὡς ὁ Ἕλλην καὶ ὅπως ἁρμόζει εἰς τὸν Ἕλληνα. Θὰ ἔλθῃ ὁ Νοέμβριος καὶ θὰ ἔλθῃ πολὺ ταχέως, διότι ὁ χρόνος ἀτυχῶς διὰ τὴν ἀνθρωπότητα ταχέως παρέρχεται, καὶ ἐλπίζομεν τὸν Νοέμβριον νὰ μὴ συνέλθωμεν ἐδῶ, νὰ μὴ συνεδριάσωμεν, ἀλλὰ νὰ συνέλθωμεν ἀλλοῦ καὶ νὰ συνεδριάσωμεν ἀλλοῦ. Εἶναι κατάρα νὰ θέλῃ τις τὴν πατρίδα του μεγάλην, εὐδαίμονα, εὐέλπιδα, καὶ νὰ μὴ φροντίζῃ περὶ αὐτῆς, καὶ ν’ ἀπελπίζηται ὅπως σὺ ἀπελπίζεσαι. Καὶ σὺ ἠγωνίσθης καὶ σὺ ὑπῆρξες νέος, ἤδη δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ ἐργασθῶμεν ὅπως σὺ ἠγωνίσθης (ἱλαρότης). Ἀλλοῦ θὰ συνεδριάζωμεν, ἀλλοῦ θὰ βουλευώμεθα περὶ τῶν κοινῶν συμφερόντων, καὶ δὲν ζητοῦμεν λόγους παρ’ ὑμῶν τῶν πεπραγμένων, ἀλλὰ θὰ λέγωμεν, ὑπουργοὶ τῆς νέας Ἑλλάδος ἠγωνίσθητε ὅπως οἱ πατέρες μας τῆς ἀρχαιότητος καὶ τοῦ 21 καὶ κατεστήσατε τὴν Ἑλλάδα ἐλευθέραν. Ἀλλὰ διὰ νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν δὲν πρέπει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐκφέρωμεν ἰδέας ἀπελπισίας, ἰδέας ὀδύνης, τὸ μέλλον ἄλλως πρέπει νὰ τὸ θεωρῶμεν οὐχὶ ὅπως τὸ λέγει ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ κ. Ζωχιός, διότι πολλάκις ἀντηλλάξαμεν τὰς ἰδέας καὶ τὰ αἰσθήματά μας καὶ εὗρον ἄλλως τὸν ἄνδρα παρ’ ὅπως τὸν εὑρίσκω ἀπὸ τοῦ βήματος.
§24ΖΩΧΙΟΣ. Ὄχι, ὄχι (ἱλαρότης)· σὲ ἐκτιμῶ ὡς ἄνθρωπον γενναῖον καὶ φιλαλήθη, τολμηρὸν κλπ. Εἰς τὰς ἰδέας ὅμως δὲν συμφωνοῦμεν.
§25ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν εἶσαι δημοκρατικὸς (ἱλαρότης). Δὲν ἐννοῶ, ὅτι ὁ κ. Ζωχιὸς εἶναι δημοκρατικός, εἶναι φιλόπολις, θέλει τὴν πατρίδα του μεγάλην, καὶ ὅτι τὴν θέλει ἀπόδειξις εἶναι ὅτι συναισθάνεται, ὅτι δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ ἔργον του τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ συμπληρώσῃ.
§26ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶναι 9½, πρέπει νὰ φύγωμεν νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὴν κηδείαν.
§27ΧΟΪΔΑΣ. Τότε δύναμαι νὰ παύσω τὸν λόγον καὶ ν’ ἀρχίσω αὔριον. Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, μολονότι ἐπιθυμῶ ἀντ’ αὐτοῦ ἄλλο νομοσχέδιον, ἀντὶ ἐθνοφυλακῆς τακτικὸν στρατόν, καὶ τὰς ἰδέα μου τὰς ἐξέφερα προχθές, ὅταν συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ τακτικοῦ στρατοῦ. Εἶπον ὀκτὼ ἀντὶ δύω μοιραρχιῶν, εἶπον τέσσαρα συντάγματα πυροβολικοῦ ἀντὶ ἑνός, τέσσαρα τάγματα ἱππικοῦ καὶ καθεξῆς. Διατί τάχα δὲν φέρομεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὰ στήθη μας τὸ αἷμα τῶν πατέρων μας; Δὲν αἰσθανόμεθα, ὅτι ἔχομεν νὰ ἐκπληρώσωμεν μέγα καθῆκον λύοντες τὰ δεσμὰ τῶν ἀδελφῶν μας, ἰδίως δὲ τῶν Κρητῶν, οἵτινες παρέδωκεν τὴν πατρίδα των διὰ νὰ πατῶμεν ἡμεῖς τὸ ἐλεύθερον ἔδαφος; Δὲν ἔχομεν καθῆκον νὰ λύσωμεν τὰ δεσμὰ τῶν ἀδελφῶν μας, οἵτινες μεθ’ ἡμῶν συνηγωνίσθησαν; Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ἀποδεχθῇ μὲ τὴν ἑξῆς διαφορὰν ἤτοι ἀντὶ τῶν τεσσαράκοντα ἐτῶν θέλω ἑξήκοντα ἔτη (ἱλαρότης).
§28ΛΑΠΑΣ. Εἰς αὐτὸ ἔχει δίκαιον ὁ κ. Χοϊδᾶς.
§29ΧΟΪΔΑΣ. Ἀπελπισθῆτε, κύριοι, ἐὰν δὲν παραδεχθῆτε τὸ 60ον ἔτος, διότι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ κ. Ζαΐμης, ὁ κ. Ῥικάκης, ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὁ κ. Λάπας, δὲν λέγω διὰ τὸν κ. Πρόεδρον, διότι εἶναι ἄγαμος, ὅλοι θέλουν ἐξαιρεθῆ. Λοιπὸν θέλω νὰ πεκταθῇ ἡ ἡλικία μέχρι τῶν 50 ἐτῶν νὰ ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπάγουν εἰς τὸν πόλεμον. Δὲν ὑπερβαίνει ὁ κ. Ῥικάκης τὸ 50ον ἔτος καὶ θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι συστρατιώτης του.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χοϊδᾶς θὰ ὑποβάλῃ τὴν τροπολογίαν του. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κατόπιν ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐγένοντο παραδεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2, 3 καὶ 4.
§31ΖΩΧΙΟΣ. Ἔχω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τῆς βʹ. παραγράφου τοῦ ἄρθρου 3 «πρῶτον οἱ ἄγαμοι, δεύτερον οἱ ἔγγαμοι ἄνευ τέκνων». Εἶναι τρεῖς αἱ κλάσεις, πρέπει νὰ προσθέσητε καὶ τοὺς ἐν χηρείᾳ χωρὶς τέκνα.
§32ΧΟΪΔΑΣ. Καὶ τοὺς ἐν χηρείᾳ μετὰ τέκνων, διότι δὲν εἶμαι ἔγγαμος, ἀλλὰ θέλω νὰ ὑπηρετήσω. Κατόπιν ἀνεγνώσθησαν καὶ τὰ ἑπόμενα ἄρθρα, ἤτοι 5–10, καὶ ἐγένοντο παραδεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ περὶ ληστείας νομοσχεδίου. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς δευτέραν συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον. Ἔχομεν ἤδη εἰς πρώτην συζήτησιν τὴν πρότασιν νόμου περὶ ἀποδόσεως τοῦ βαθμοῦ εἰς τὸν Ἰωάννην Σπυρομήλιον· (ἀναγινώσκεται)· ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§34ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ περὶ ἀνακλήσεως τοῦ βαθμοῦ....
§36ΤΙΝΕΣ. Ἡ Κυβέρνησις τί λέγει περὶ αὐτοῦ;
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἰμπορεῖ νὰ ψηφισθῇ τοιαύτη πρότασις.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἰμπορεῖ νὰ γείνῃ πρότασις περὶ τοιούτου ἀντικειμένου.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις εἶναι ὑπογεγραμμένη παρ’ ὀγδοήκοντα.
§40ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχήν.
§42ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Κύριοι, ὑπάρχουν νόμοι, οἱ ὁποῖοι διέπουν τὰ τῶν ἀξιωματικῶν, ἰδίως τῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, πῶς δύνανται νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατόν· ὁ υἱὸς τοῦ ἀντιστρατήγου παρῃτήθη, τοὺς λόγους δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω· σήμερον ἱκανοὶ βουλευταὶ θέλουν νὰ ἐπανέλθῃ, ἡ ὑπόθεσις πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ σκεφθῇ.
§43ΧΟΪΔΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐκτὸς τῶν ἐνστάσεων τὰς ὁποίας ἔχω κατὰ τῆς τοιαύτης προτάσεως καὶ τὰς ὁποίας ἐμπράκτως θὰ ἀναπτύξω κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως...
§44ΤΙΝΕΣ. Δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις.
§45ΧΟΪΔΑΣ. Θὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν εἷς ἢ πολλοὶ βουλευταὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ κάμωσι πρότασιν ἐναντίον τῶν νόμων τῆς πολιτείας· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου καὶ τοῦτο, δὲν εἰμπορεῖ νὰ γείνῃ, πρὶν ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§46ΤΙΝΕΣ. Ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διενεμήθη καὶ τέσσαρας ἡμέρας εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§48ΧΟΪΔΑΣ. Κατ’ οὐσίαν λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ οὐδὲν ἔχει νὰ πράξῃ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ἢ νὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ, διότι οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα ἔχει· ἐὰν ὁ κ. Μήλιος δύναται ν’ ἀνακτήσῃ τὸν βαθμόν του, ὑπάρχουν κείμενοι νόμοι καὶ δύναται ν’ ἀναφερθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Δὲν ὑπάρχει περίπτωσις οὐδεμία ἕνεκα τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀποφανθῇ. Προτείνω ν’ ἀποῤῥιφθῇ ὡς ἀντικειμένη εἰς τοὺς κειμένους νόμους καὶ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ὅτι δὲν ἔχει οὐδὲν δικαίωμα, διὰ νὰ δοθῇ ἓν μάθημα καὶ πρὸς ἡμᾶς τοὺς βουλευτὰς νὰ μὴ ἤμεθα τόσον εὔκολοι εἰς τὴν θεραπείαν τῶν προσώπων, ἀλλὰ περὶ τὴν ἐπιμέλειαν τῶν κοινῶν.
§49ΠΕΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτὸ ἐσυζητήθη.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, θέλετε νὰ ἐξακολουθήσωμεν;
§51ΖΑΪΜΗΣ. Αὔριον, διότι δὲν εἶναι καιρός.
§52ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔκαμα μίαν πρότασιν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον, διότι τώρα εἶναι ἡ κηδεία τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Αὐστρίας. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 3 15/60 μ. μ.