Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Ζ · Σύνοδος ΕΚΤΑΚΤΟΣ› Συνεδρίαση 16

1877.06.08

572 στίχοι · 4.617 λέξεις · 59 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1877.06.08
Προεδρεία
Α. Δ. ΑΥΓΕΡΙΝΟΥ
Περίοδος
Ζ
Σύνοδος
ΕΚΤΑΚΤΟΣ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1878)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16

τῆς 8 Ἰουνίου 1877.

(Τετάρτη)

Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς καθὼς καὶ τὸ περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλε κατάλογον ὅλων τῶν κατὰ καιροὺς εἰς Εὐρώπην σταλέντων ἀξιωματικῶν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Οἱ βουλευταὶ Στεργιαλόπουλος, Μεγαπάνος καὶ ἄλλοι ὑπέβαλον πρότασιν νόμου περὶ τῶν ἀρξαμένων ἐθνικῶν ὁδῶν. «Ἄρθρον μοναδικόν. Αἱ διατάξεις τοῦ ἀπὸ 22 Μαρτίου ε. ε. ΧΙΒ. νόμου περὶ ἀποπερατώσεως τῶν ἀρξαμένων ἐθνικῶν ὁδῶν ἰσχύουσι καὶ ὡς πρὸς τὰ πλεονάσαντα μέτρα ὡς ἐκ τῆς ἐσφαλμένης καταμετρήσεως καὶ τῆς ἐν μέρει μεταβολῆς τοῦ σχεδιογράμματος τῆς ἀπ’ Ἀγρινίου μέχρι Μεσολογγίου ἐθνικῆς ὁδοῦ». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ἔχομεν ἤδη τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς παρούσης ἐκτάκτου συνόδου.

§2ΧΟΪΔΑΣ. Ζητῶ τὸν λόγον. Κύριοι συνάδελφοι, ἂν προχθὲς δὲν ἀπεφάσιζεν ἡ Βουλὴ νὰ ὁρίσῃ ῥητὴν ἡμέραν διὰ τὰς ἐπερωτήσεις, δὲν θὰ ἀνηρχόμην τὸ βῆμα· ἐπειδὴ ὅμως ὡρίσθη τὸ προχθὲς Σάββατον, δηλῶ ὅτι θέλω τότε ἀποτείνει ἐπερώτησιν τῷ ὑπουργῷ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν περὶ τοῦ ζητήματος τῶν Σιμωνιακῶν Ἐπισκόπων, τοὺς ὁποίους ἔπληξεν ἡ Δικαιοσύνη τῆς πατρίδος, ἀλλὰ δὲν ἔπληξεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας. Τώρα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς, θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριοι, μετ’ ἀπαθείας νὰ ἀκούσητε ἐμοῦ λέξοντος ὀλίγα τινά· εἶναι κρίσις μου τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ μελετήσητε καὶ σπουδάσητε πολύ. Ὑπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς ἐκτάκτου συνόδου τῆς Βουλῆς, ἀναγινώσκω ὑπογραφὰς χρηστῶν ἀνδρῶν, ἀνδρῶν πατριωτῶν, σεβομένων ἑαυτοὺς καὶ τοὺς νόμους καὶ αἰδουμένων ἑαυτῶν καὶ τῶν ἄλλων. Ἀναγινώσκω τὰ ὀνόματα τοῦ κ. Δυοβουνιώτη, τοῦ κ. Πετραλιᾶ, τοῦ κ. Κάρτσωνα, τοῦ κ. Δανοπούλου, τοῦ κ. Αὐγερινοῦ, τοῦ κ. Εὐθ. Δεληγιάννη καὶ λοιπῶν, καὶ ἀπορῶ ἀληθῶς πῶς ἄνδρες φιλοπόλιδες καὶ φιλόνομοι παρεῖδον τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, τῆς διατάξεως 75 τοῦ Συντάγματος· ἀλλὰ σκεπτόμενος λογικῶς καὶ κριτικῶς ἀποφαίνομαι ὅτι οἱ φιλόνομοι οὗτοι πολῖται περιέπεσαν εἰς πλάνην πιστεύσαντες, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν προηγουμένων Βουλῶν, ἐρειδόμεναι ἐπὶ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως 75 τοῦ Συντάγματος, καθιέρωσαν τὴν ἀρχὴν τῆς ἐν ἐκτάκτοις συνόδοις ἀποζημιώσεως τῶν ἀντιπροσώπων. Οὕτω πως σκεπτόμενος ὀφείλω ν’ ἀπονείμω αὐτοῖς δικαιοσύνην, ἀλλὰ συνάμα νὰ παραστήσω αὐτοῖς τὴν πλάνην εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσαν καὶ νὰ ὑπομνήσω, ὅτι τὸ πλανᾶσθαι ἀνθρώπινον, νὰ παρακαλέσω δὲ αὐτοὺς νὰ μὴ ἐμμένωσιν εἰς τὴν πλάνην, διότι ἡ ἐν τῇ πλάνῃ ἐμμονὴ εἶναι ἔργον διαβολικόν. Ἤδη ἀποτείνομαι πρὸς τὰ μέλη τῆς λογιστικῆς ἐπιτροπῆς κατὰ πρῶτον καὶ πρὸς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους κατὰ δεύτερον, ἀκράδαντον δὲ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι οἱ λόγοι μου πλήττοντες τὰς λεπτὰς χορδὰς τῆς καρδίας των θὰ εὕρωσιν ἠχὼ ἐν τῇ κρίσει των καὶ τῇ πεφωτισμένῃ διανοίᾳ των. Οὐδόλως παρ’ αὐτῶν ἀπαιτῶ θυσίας· δὲν ἐπέστη ἡ στιγμὴ τῶν θυσιῶν· ὅταν ἐπιστῇ, πεποίθησιν ἔχω, ὅτι σεῖς καὶ χρήματα καὶ αἷμα καὶ ἐλευθερίαν καὶ ζωὴν θὰ προσφέρετε ὑπὲρ τῆς πατρίδος, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκόν σας· ἀλλὰ πρόκειται ἤδη περὶ τῆς ἐκπληρώσεως ἱεροῦ καθήκοντος, ἐπιβαλλομένου ὑπὸ τοῦ νόμου τῶν Νόμων, τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον συνετάχθη ἀπὸ μίαν Συνέλευσιν, ἥτις ἦλθε μετὰ μίαν ἐπανάστασιν ἀνατρέψασαν ἕνα ἀγαθόν, ἀλλὰ κοῦφον Βασιλέα. Κύριοι βουλευταί, ἀποτείνομαι πρὸς Βουλὴν ἔκτακτον, διακρινομένην διὰ τὸ φιλόνομον της, πρὸς Βουλὴν χειραφετηθεῖσαν καὶ χειραφετοῦσαν, ἐλευθερωθεῖσαν καὶ ἐλευθερώσασαν, ἥτις πρώτη ἐθεώρησε καθῆκόν της νὰ παραπέμψῃ εἰς δίκην ἱεροσύλους ὑπουργούς, οἵτινες ὕβρισαν τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ δημοκρατικοῦ Χριστοῦ διὰ τῆς Σιμωνίας καὶ τῆς δωροδοκίας, ἀποτείνομαι πρὸς Βουλήν, ἥτις παρέπεμψεν ὑπουργούς, ὅπως δώσωσι λόγον ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης ὡς περιυβρίσαντες τὸ Σύνταγμα καὶ πειραθέντες νὰ ἀνατρέψωσι τὸ καθεστὼς πολίτευμα.

§3ΜΗΤΣΑΣ. Κάθε ἡμέρα μᾶς λέγει τὰ ἴδια (θόρυβος).

§4ΧΟΪΔΑΣ. Ἀποτείνομαι πρὸς Βουλήν, ἥτις ἐνομοθέτησε τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν δικαιοσύνην αὐτῆς. Ἐπεθύμουν νὰ ὑπῆρχε νόμος θετικὸς καὶ ὡρισμένος, σαφὴς καὶ ἀνενδοίαστος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς πολιτείας νὰ δικαιοῦται ν’ ἀποζημιωθῇ, οὐχὶ διὰ τῆς γλίσχρου καὶ μικρᾶς ἀποζημιώσεως, ἀλλὰ διὰ μεγάλης, καὶ νὰ δύναται νὰ παρίσταται ἀξιοπρεπῶς ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου, νὰ μὴ κατατρύχεται ὑπὸ τῆς πείνης καὶ τῶν διαφόρων στερήσεων καὶ νὰ ἔχῃ ἐλευθέραν τὴν διάνοιαν καὶ τὴν ψυχήν, ἀλλ’ ἀτυχῶς τοιοῦτος νόμος δὲν ὑπάρχει, ἐξ ἐναντίας ὑπάρχει ἡ διάταξις 75 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἐκπληρώσαντες τὰ χρέη των βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου δι’ ἑκάστην τακτικὴν Σύνοδον δραχμὰς 2,000, ἐν περιπτώσει δ’ ἐκτάκτου Συνόδου ἀποδίδονται αὐτοῖς μόνα, ἀλλὰ μόνα τὰ ἔξοδα τῆς ἀφίξεως καὶ τῆς ἐπανόδου. Μακραὶ ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης καὶ σοβαραὶ ἐγένοντο συζητήσεις ἐν τῇ Συνελεύσει καὶ διάφοροι ἐξετέθησαν γνῶμαι μετὰ τὰς ὁποίας ἡ Συνέλευσις ἐψήφισε τὸ ἄρθρον 75 τοῦ Συντάγματος. Ἐντελῶς περιττὸν νομίζω νὰ Σᾶς ἀναγνώσω τὰς συζητήσεις ταύτας, ἀλλὰ δὲν νομίζω ἀπὸ σκοποῦ νὰ Σᾶς ἀναγνώσω ἓν μόνον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κυρίου Κουμουνδούρου διὰ τοῦ ὁποίου οὗτος πείθει τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην του. «Ἀποκρούω, λέγει ὁ τότε ὑπουργὸς κύριος Κουμουνδοῦρος, τὴν γνώμην τῶν ἐναντίων...» (ἀναγινώσκει). Ἐγὼ ἐτύγχανον τότε ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως, εἰς ἄλλην ἐξουσίαν, τὴν δικαστικὴν, ἐργαζόμενος καὶ ἠπόρουν πῶς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ κηδόμενοι τῶν συμφερόντων αὐτοῦ νομοθετοῦντες παρέβαινον τοὺς νόμους τῆς πολιτείας αὐτοὶ πρῶτοι, καὶ τὰ ἴδια αὑτῶν γνήσια τέκνα ἐξέθετον, παριστῶντες αὐτὰ ὡς προϊόντα ἀθεμίτου καὶ ὑλικοῦ ἔρωτος, ἀλλὰ θὰ χαρῶ σήμερον διότι Βουλή, οἵα ἡ ἡμετέρα, τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα ἀγαθὰ διαπραξαμένη, θὰ ραπίσῃ κατὰ πρόσωπον ἐκείνους, οἵτινες τὴν διάταξιν 75 τοῦ Συντάγματος παρεβίασαν καὶ ἀνέτρεψαν. Φρονῶ ἀκραδάντως ὅτι ἡμεῖς οἱ ἐν Ἀθήναις κατοικοῦντες καὶ ἀσχολούμενοι περὶ τὰ ἴδια ἐπαγγέλματα οὐδὲν δικαιούμεθα νὰ λάβωμεν, καὶ δὲν εἴμεθα ὀλίγοι, ὑπερβαίνομεν τοὺς 70, οἱ δὲ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν προσελθόντες δικαιοῦνται νὰ λάβωσι μόνον τὰ ἔξοδα τῆς προσελεύσεως καὶ ἐπανόδου. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω τὰ ὀνόματα τῶν διαρκῶς μενόντων ἐν Ἀθήναις, οἵτινες οὐδὲ λεπτὸν δικαιοῦνται νὰ λάβωσιν. Ἀδιαφορῶ ἂν ὦσι πένητες ἢ πλούσιοι· ἀπέναντι τοῦ νόμου πάντες εἶναι ἴσοι· πολλάκις σκληρὸς ὁ νόμος, ἀλλὰ νόμος· ἀδιαφορήσατε ἂν αὔριον ἐγὼ δὲν ἔχω ἄρτον ἢ ἐνδύματα, διότι δὲν ἐπιτρέπεται ὑμῖν παραβιάζοντες ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος νὰ εἴπητε τὸν πένητα καὶ πτωχὸν Ῥόκον πρέπει νὰ συνδράμωμεν διὰ μιᾶς ἀποζημιώσεως 1500 δραχμῶν. Ἀκούσατε ἤδη τὰ ὀνόματα τῶν Βουλευτῶν.

§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τοὺς ἠξεύρομεν, τοὺς ἠξεύρομεν.

§6ΧΟΪΔΑΣ. Τόσῳ τὸ καλλίτερον, μὲ ἀπαλλάσσετε τοῦ κόπου· (θόρυβος). (Διάλογοι μεταξὺ Θωμᾶ, Καραγιαννοπούλου καὶ Χοϊδᾶ).

§7ΧΟΪΔΑΣ. Φρονῶ ἀκραδάντως ἐρειδόμενος ἐπὶ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου 75 τοῦ Συντάγματος, ὅτι οἱ μένοντες ἐν Ἀθήναις οὐδὲν δικαιοῦνται νὰ λάβωσιν, οἱ δὲ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν μόνον τὰ ἔξοδα τῆς προσελεύσεως καὶ ἐπανόδου· ὁ Αἰγινήτης δρ. 6 καὶ 40|00· ὁ Κερκυραῖος 200· ὁ Μεγαρινὸς 16 καὶ 10|00· ὁ Χαλκιδεὺς 45· δηλ. ἓξ δραχμὰς ὁ κατώτατος ὅρος καὶ 200 ὁ ἀνώτερος. Οὐδὲν δὲ ἀπολύτως θέλετε οἱ μένοντες ἐν Ἀθήναις, εἴτε πλούσιοι, εἴτε πένητες ἐσμέν.

§8ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶμαι σύμφωνος ποσῶς μὲ τὸν προαγορεύσαντα. Δὲν θὰ μακρηγορήσω, διότι τὸ ζήτημα δὲν ἔχει ἀνάγκην μεγάλης μακρηγορίας, τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον ἀπὸ τέσσαρας διαφόρους Βουλὰς, τὸ δὲ περιεργότερον ὅτι εἶναι λελυμένον ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἰδίαν Βουλὴν, τὴν ἀπόφασιν τῆς ὁποίας ὁ ἴδιος κ. Χοϊδᾶς ὡς ἀποτελῶν μέρος αὐτῆς καὶ μὴ ἀντισταθεὶς ὤφειλε περισσότερον τῶν ἄλλων νὰ σεβασθῇ. Ὁ κ. Χοϊδᾶς νομίζει, ὅτι ὑποστηρίζει τὰς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος του καθιστῶν μονοπώλιον τῶν πλουσίων τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ τόπου. Ὁ κ. Χοϊδᾶς εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐδίκασε πολλὰ καὶ σπουδαῖα καὶ πιστεύω νὰ συμφωνήσῃ μαζῆ μου ὅτι αἱ ἰδέαι τὰς ὁποίας σήμερον ὑποστηρίζει εἶναι οὐχὶ ὑπὲρ ἀλλὰ κατὰ τῆς ἐλευθερίας. Τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ὀφείλομεν βεβαίως νὰ σεβασθῶμεν, ἀλλ’ ὑπάρχουν περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας τὰ νομοθετικὰ σώματα δίδουν μίαν ἑρμηνείαν εἰς τὰς διατάξεις αὐτὰς τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, καὶ θὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Χοϊδᾶν ὅτι μένων ἐντὸς τῆς Βουλῆς μένει ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 75 τοῦ Συντάγματος· καὶ πρὶν φθάσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 75, ὁ κ. Χοϊδᾶς ἔπρεπε ν’ ἀναγνώσῃ τὸ ἄρθρον 64, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς: Οἱ Βουλευταὶ ὀμνύουσι πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν καθηκόντων αὐτῶν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ καὶ εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν τὸν ἑξῆς ὅρκον· «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ εἰς τὸν Συνταγματικὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μου». Εἰσερχόμενος ὁ κ. Χοϊδᾶς ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ὑπέκυψεν εἰς τὴν ὁρκωμοσίαν ἀλλ’ ὑπὸ μίαν ἐπιφύλαξιν ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἡ δὲ Βουλὴ τότε εἶπεν, ἀφοῦ ἔδωκε τὸν ὅρκον καὶ ἐκράτησεν ἐπιφύλαξιν δι’ αὐτόν, τί πειράζει νὰ ἐξακολουθῇ νὰ ᾖναι βουλευτής; Ἔδωκεν ἡ παροῦσα Βουλὴ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἔννοιαν οὐχὶ τόσον αὐστηράν, καὶ οὐδέποτε οὐδεὶς τῶν συναδέλφων εἶπεν εἰς τὸν κ. Χοϊδᾶν ὅτι σὺ μένεις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀντισυνταγματικῶς· ἀπεναντίας μάλιστα τῷ εἶπεν ὅτι εἶσαι βουλευτής, ὅτι ἀντιπροσωπεύεις τὸν τόπον καὶ ὅτι δὲν παρεβιάσθη τὸ ἄρθρον 64 τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Χοϊδᾶς λοιπὸν δὲν ἔπρεπε νὰ εἰπῇ ὅτι ἡμεῖς ὅλοι παρεβιάσαμεν τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος διότι οἱ βουλευταὶ λαμβάνομεν ἀποζημίωσιν 1500 δραχμάς. Καὶ τί εἶναι, κύριοι, 1500 δραχ. διὰ τοὺς βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται εἴτε μένουν εἰς τὰς Ἀθήνας; Ἡ πλέον μικρά, ἡ πλέον γλίσχρος ἀμοιβὴ ἡ διδομένη εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους οἱ ὁποῖοι εἶναι πολιτευόμενοι καὶ ἔχουν δαπάνας καὶ ἔξοδα πολὺ μεγαλείτερα ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους κλάδους, καὶ ἡ μισθοδοσία τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους περὶ τῆς ὁποίας γίνεται πάντοτε τόσος θόρυβος καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εἶναι εὐτελεστέρα τῆς μισθοδοσίας καὶ τοῦ τελευταίου ὑγειονόμου τοῦ Κράτους. Καὶ διὰ ποῖον λόγον διὰ τῶν συζητήσεων θέλουν νὰ καταβιβάσουν τὸ ἀξίωμα τῆς ἀντιπροσωπείας καὶ νὰ παρουσιάζουν τοὺς ἀντιπροσώπους ὡς θέλοντας νὰ διαρπάσωσι τὰ τοῦ Δημοσίου; Ὁ κ. Χοϊδᾶς ἐκ πλάνης βεβαίως καὶ ἐκ πεποιθήσεως μὴ στηριζομένης ἐπὶ τῆς ὀρθότητος τῶν πραγμάτων ἔφερε τοιαύτην ἔνστασιν· ἂν ὁ κ. Χοϊδᾶς ἐξήταζε τὰ πράγματα ἀπὸ τῆς περιωπῆς εἰς τὴν ὁποίαν ἵσταται καὶ δὲν ἐπλανᾶτο, δὲν ἔχω τὸν ἐλάχιστον δισταγμὸν ὅτι ἤθελε συνηγορήσει ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω.

§9ΧΟΪΔΑΣ. Λυποῦμαι ὅτι ὁ φίλος μου κ. Πετιμεζᾶς ἐπὶ τοσοῦτον ἐπλανήθη, ὥστε νομίζει ἐμὲ πλανώμενον· πλανᾶται νομίζων ἐμὲ πλανώμενον, διότι ἐγὼ ὑποστηρίζω τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος· πλανᾶται διότι νομίζει ὅτι ἐγὼ παρὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ Συντάγματος τυγχάνω μεταξὺ ὑμῶν πολιτευόμενος καὶ σκεπτόμενος περὶ τῶν κοινῶν συμφερόντων. Οὐδεὶς πιστεύω ἐξ ὑμῶν τῶν ὑπαρξάντων καὶ πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς μου ἐν τῷ βουλευτηρίῳ τούτῳ δι’ ἐλευθέρας ἐκλογῆς φρονεῖ, ὅτι ἐγὼ ἤμην ἀλλοῖος, καθόσον ἐγὼ ἤμην τότε καὶ τὴν διάνοιαν καὶ τὴν ψυχὴν δημοκρατικώτατος· οὐδείς, πιστεύω, ἀγνοεῖ ὅτι, ὅτε κατῆλθον εἰς τὴν πολιτικὴν κονίστραν, κατῆλθον δημοκρατικός, διὰ δημοκρατικοῦ προγράμματος δημοκρατικὰς ἰδέας ἐκθέσας καὶ δημοκρατικὰ ὑποσχεθείς, καὶ οὐδεὶς ὑμῶν ἀγνοεῖ ὅτι ὡς τοιοῦτος ἔλαβον 2812 ἐλευθέρας καὶ γνησίας ψήφους, πάντες δὲ γινώσκετε ὅτι προσῆλθον ἐν τῷ βουλευτηρίῳ καὶ ὡρκίσθην μὲν τὸν ὅρκον τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς συνταγματικῆς πολιτείας, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ τηρήσω ἄθικτα, ἁγνὰ τὰ αἰσθήματα τὰ δημοκρατικά. Εἶμαι τάχα μόνος ἐν Κοινοβουλίῳ δημοκρατικός; εἶναι τὸ μόνον Κοινοβούλιον ἐν ᾧ δημοκρατικοὶ παρίστανται; Ἐν τῇ Ἰταλίᾳ 165 δημοκρατικοὶ παρίστανται, καὶ οὐ μόνον ἁπλοῖ ἀντιπρόσωποι ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Πάντες ἐνθυμεῖσθε ὅτι καὶ ἐν αὐτῇ τῇ αὐτοκρατορίᾳ τοῦ Ναπολέοντος καὶ ἐν αὐτῇ τῇ δεσποτικῇ Γαλλίᾳ ὑπῆρχον δημοκρατικοὶ ἀντιπρόσωποι. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον οἱ συνάδελφοι παρεδέχθησαν ἐμὲ, καί τοι δημοκρατικὸν ἐν συνταγματικῇ πολιτείᾳ, ὑπὲρ τῶν νόμων τῆς πολιτείας ἐργαζόμενον. Δὲν εἶμαι πολιτικός, οὔτε στρατιωτικός, εἶμαι ἁπλοῦς ἐπιστήμων τῶν νόμων, τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τῶν νόμων ἐξετάζων. Ὡς τοιοῦτος δὲ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ φρονῶ ἀκραδάντως ὅτι δὲν ὑπέπεσα εἰς πλάνην ἐκ τῆς ὁποίας ἐπειράθη νὰ μὲ ἐξαγάγῃ ὁ κ. Πετιμεζᾶς, διὰ τῆς ὁμοφώνου ἀποφάσεως τῶν κ. βουλευτῶν, διότι λέγω ὅτι ἡ διάταξις τοῦ 75 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος δὲν ἑρμηνεύεται ὅπως πρέπει· δύναμαι νὰ πλανῶμαι διότι εἶμι ἄνθρωπος, ἀλλὰ πάντοτε θ’ ἀναγνωρίζω τὴν πλάνην μου, οὐδέ ποτε δὲ θὰ ἐμμένω ἐν αὐτῇ. Ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πετιμεζᾶς τὰς ἀποφάσεις τῶν διαφόρων Βουλῶν, αἵτινες ἐν τῇ πλάνῃ των οὕτως ἀπεφάσισαν καὶ οὐχὶ ὅπως ἐγὼ ἰσχυρίζομαι. Πόσα δικαστήρια δὲν ἐξέδωκαν ἀποφάσεις ἀδίκους, καὶ πόσας ἀποφάσεις ὁ χρόνος δὲν ἀπέδειξε τοιαύτας; δικαστήρια μέγιστα, σοφὰ σοφῶν καὶ μεγίστων ἐθνῶν, τῆς Γαλλίας, τῆς Γερμανίας, τῆς Ἰταλίας ποσάκις δὲν ἐπλανήθησαν; Ὁ σοφὸς ἡμῶν Ἄρειος Πάγος ποσάκις δὲν ἐπλανήθη, καὶ ποσάκις διὰ πολλῶν ἄλλων ἀποφάσεων δὲν ἀνέτρεψε τὰς προηγουμένας; Ἐάν ἦτο ἀληθὲς ὅ,τι διϊσχυρίζεται ὁ κ. Πετιμεζᾶς, τὸ δεδικασμένον, δυστυχία εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἀθῶοι κατεδικάσθησαν δι’ ἀδίκου ἀποφάσεως, καὶ εὐτυχία εἰς ἐκείνους οἵτινες ἔνοχοι ὄντες ἠθωώθησαν· συμφορὰ μεγίστη εἰς τὴν ἀνθρωπότητα, ἐὰν δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ δεδικασμένον ματαίου καὶ ἀδίκου δικαστηρίου, διότι τότε ὁ μὲν σοφὸς τῆς ἀρχαιότητος, ὁ πατὴρ τῆς φιλοσοφίας Σωκράτης, θὰ ἦτο διαφθορεὺς τῆς νεότητος καὶ ἀσεβὴς πρὸς τοὺς νόμους τῆς πολιτείας, ὁ δὲ Θεάνθρωπος Χριστὸς ἀγύρτης. Ὑποστηρίζω ὅτι ἡ Συνέλευσις κακῶς σκεπτομένη ἀπεφάνθη νὰ λαμβάνωσιν οἱ Βουλευταὶ μόνον τὰ ἔξοδα τῆς προσελεύσεως, καὶ τῆς ἐπανόδου, ἀλλὰ dura lex est lex. Κύριε πρόεδρε, ἔχω οὐχὶ δι’ ἐλπίδος, ἀλλὰ διὰ πεποιθήσεως ἀκραδάντου, ὅτι ἡ Βουλή, ἀποδεχομένη τὰς ἰδέας μου, ἐν τῇ δικαιοσύνῃ της καὶ τῇ συνέσει της δὲν θέλει ἐκδώσει ἐναντίαν ἀπόφασιν. Δηλῶ δὲ ὅτι δι’ ἐμαυτὸν θεωρῶ ἄδικον πᾶσαν ἐναντίον τοῦ νόμου ἀπόφασιν καὶ ὅτι οὐδόλως δικαιοῦμαι νὰ λάβω λεπτόν.

§10Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Ὁ κύριος Χοϊδᾶς, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ νὰ λάβουν τὴν ἐπιχορήγησιν οἱ Βουλευταί, ἔχει δικαίωμα καὶ αὐτὸς νὰ τὴν λάβῃ· δὲν ἔχει δὲ δικαίωμα οὗτος νὰ εἴπῃ, δὲν τὴν λαμβάνω· θὰ τὴν λάβῃ καὶ ἂς προσέλθῃ νὰ τὴν δώσῃ ὅπου νομίζει καλόν· οὕτω γίνεται εἰς τὰ δημοκρατικώτερα μέρη· εἶναι ὑποχρεωμένος καὶ ὁ πένης καὶ ὁ πλούσιος νὰ τὴν λάβουν. Ἐὰν δὲν θέλῃ, τότε πηγαίνει εἰς τὴν ἐθνικὴν ἄμυναν ἢ συνδράμει ἄλλα καταστήματα ἢ ἔρχεται εἰς συνδρομὴν τῶν πτωχῶν· δὲν ἔχει δὲ δικαίωμα νὰ μὴν τὴν λάβῃ, διότι ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου εἶναι 70 πλούσιοι καὶ εἰμποροῦν νὰ εἴπουν, δὲν τὴν λαμβάνομεν· εἰς ποίαν θέσιν πίπτομεν; δὲν δύναται νὰ μὴ τὴν λάβῃ· θὰ τὴν λάβῃ καὶ ἀφοῦ γίνῃ περιουσία του ἂς μεταβῇ νὰ τὴν διαθέσῃ ὅπου θέλει καὶ ὅπως θέλει.

§11ΧΟΪΔΑΣ. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, Κύριε πρόεδρε, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν εἶναι αὕτη σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς ἐξεύρετε ὅτι δὲν ἔχει ἀρχήν. Μετὰ τοῦτο ἐπεψηφίσθησαν τὰ διάφορα κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς, ὡς εἶχον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.

§13ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ὑπέβαλον μίαν αἴτησιν ἀφορῶσαν τὰ περὶ τῆς βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, τῆς ὁποίας τὴν τήρησιν, καθὸ ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου, ἔχω. Διὰ τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς ζητῶ μίαν πίστωσιν, τὴν ὁποίαν φαίνεται ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐθεώρησεν εὔλογον νὰ ἐγγράψῃ εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἤθελον ἐννοήσει τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ αὐξήσεως προσωπικοῦ ἢ αὐξήσεως μισθοδοσίας, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται περὶ πραγματικῆς δαπάνης ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως καὶ τῆς συμπληρώσεως ἑνὸς ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον εἶναι ἀπολύτως χρήσιμον εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ καὶ περιποιεῖ τιμὴν εἰς αὐτήν. Διὰ τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς ἐζήτησα προσθήκην 5,000 δραχμῶν. Τὸ ποσὸν ἴσως φαίνεται μέγα, ἀλλὰ δὲν εἶναι εἰμὴ μόλις 1000 δραχμῶν· καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος· ἐὰν θέλετε δὲ καθὼς θέλω σᾶς πείσει περὶ τούτου ἐπέρχεται καὶ οἰκονομία 8000 δραχμῶν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς εἰς τὰς χρήσεις τοῦ 1875, 1876, καὶ τῆς παρούσης συνόδου. Διὰ τὰς χρήσεις τοῦ 1876 καὶ 1877 ἐψηφίσατε 5000 δραχμὰς διὰ βιβλία, ἀλλ’ αὐτὰ ἐπεβάρυναν καὶ τὴν χρῆσιν τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἐκτὸς τούτου διὰ τοῦ ψηφισθέντος αὐτοῦ ποσοῦ ἐβιάσθημεν νὰ συμπληρώσωμεν πολυτίμους συλλογὰς, αἵτινες ἦσαν ἐλλειπέσταται, καὶ αἵτινες δὲν εἰξεύρω ἕνεκα τίνων λόγων ἔμενον οὕτω. Ἐδαπανήσαμεν 750 δραχμὰς πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ συγγράμματος τοῦ Δαλόζ, τὸ ὁποῖον ἤδη εἶναι πλῆρες καὶ πολύτιμον διὰ τοὺς βουλευτάς· ἐπληρώσαμεν 500 δραχμὰς πρὸς συμπλήρωσιν τῆς διπλωματικῆς σειρᾶς, ἥτις οὔτε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Βιβλιοθήκην δὲν ὑπάρχει· συνεπληρώσαμεν τὴν συλλογὴν τοῦ ......................... Ἐπίσης ἐδαπανήσαμεν 300 δραχμὰς καὶ ἐπέκεινα πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ θησαυροῦ τοῦ Στεφάνου, ὅστις τιμᾶται 1000 φράγκων· ἐπίσης ἐδαπανήσαμεν καὶ ἄλλα ποσὰ πρὸς συμπλήρωσιν ἄλλων συγγραμμάτων. Τοιουτοτρόπως δὲν ἐδαπανήσαμεν εἰμὴ 1000 δραχμὰς πρὸς ἀγορὰν βιβλίων. Ἐὰν ἤδη ἀφαιρέσητε ἐκ τῶν 5,000, τὸ ποσὸν τῶν 110 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἔπεσεν εἰς βάρος τῆς βιβλιοθήκης, ἐὰν προσθέσητε 1300 δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐδαπανήθησαν διὰ τὰ ................. ἔχετε ἓν ποσὸν ........., ὥστε πραγματικῶς δὲν ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν εἰμὴ 1500 δραχμὰς ἀπέναντι τῶν ὀνοματικῶν 5,000. Ἐὰν ὑπολογήσιτε δὲ ὅτι καταργηθείσης τῆς θέσεως τοῦ βιβλιοφύλακος ἔχετε οἰκονομίαν 8,000 διὰ τὰς δύω χρήσεις, βλέπετε ὅτι ἀπέναντι τῆς οἰκονομίας τῶν 11,000 δραχμῶν δὲν ζητοῦμεν εἰμὴ 5,000 δραχμάς. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει διστάσει νὰ δεχθῇ αὐτὸ τὸ ποσὸν, καὶ παρακαλῶ τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ ἰδοῦν, ὅτι τὰ χρήματα αὐτὰ δαπανῶνται ἀκριβῶς.

§14ΤΙΝΕΣ. Εἴμεθα αὐτόπται περὶ τῆς καλῆς καταστάσεως τῆς βιβλιοθήκης.

§15ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἔγεινε κακὴ παρεξήγησις· ἡμεῖς ἐνομίζαμεν ὅτι αἱ πληρωμαὶ δὲν εἶχον γείνει.

§16ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὸ Σάββατον θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μίαν εἰσήγησιν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς βιβλιοθήκης, διότι θὰ ὀνομάσω ἐκείνους, οἵτινες ἔκαμαν δωρεὰς, διότι ἀπὸ τὸ τέλος τῆς παρελθούσης συνόδου ηὐξήθη κατὰ 1500 τόμους ἡ βιβλιοθήκη.

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ χορηγηθῶσι 5,000 δραχμαὶ;

§18ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη· ὥστε τὸ σύνολον ἀναβιβάζεται εἰς 275,765 καὶ 30 λεπτά. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§20ΧΟΪΔΑΣ. Πρὸ ὀλίγου, κύριοι, εἶπον, ὅτι προτίθεμαι νὰ προτείνω ἐπερώτησιν περὶ τῶν Σιμωνιακῶν Ἐπισκόπων· θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ καταθέσῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀντηλλάγησαν ἐκ μέρους τῆς Συνόδου καὶ τοῦ ὑπουργείου, καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυρίου Κανακάρη πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διὰ τῆς ὁποίας ὑπέβαλε σκέψεις τινὰς λυούσας τὸ ζήτημα. Πρῶτον ὡς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἀποτείνω πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Θὰ κάμω δὲ καὶ ἑτέραν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀποτείνω ἀπὸ τοῦδε, ἀλλὰ τὸ Σάββατον θέλω ὑποβάλλει.... Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἑξῆς ἰδέαν, διὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ταραχθῆτε καθὼς καὶ ἐγὼ σήμερον σέβομαι τὴν ἀπόφασίν σας· θὰ ὑποβάλλω αὐτὴν ἐρειδόμενος ἐπὶ τὸν Νόμον· οὔτε λεπτὸν νὰ καταβάλλῃ τοῖς Κυρίοις Βουλευταῖς, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι αὐτὴ ἡ ἀποζημίωσις εἶναι ἐναντία τοῦ νόμου καὶ σεῖς δὲν δικαιοῦσθε νὰ τὴν λάβητε· δὲν ἔχει κῦρος ἡ ἀπόφασίς σας, ἐρειδομένη ἐπὶ τὴν πλάνην.

§21ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ δὲν εἶναι δι’ ἀπάντησιν.

§22ΧΟΪΔΑΣ. Τῷ ὄντι δὲν εἶναι δι’ ἀπάντησιν!

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς. Ὡς γνωρίζετε ὁ κ. Πετιμεζᾶς ὑπέβαλε τροπολογίαν ἔχουσαν ὡς ἑξῆς· «Ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων ἐπιτρέπεται ἡ ὀργάνωσις τοῦ στρατοῦ καὶ ἡ αὔξησις τῆς δυνάμεως αὐτοῦ διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων κατὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους.»

§24ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρακτικώτερον καὶ τὸ ὀρθώτερον.

§25ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις δὲν δύναται νὰ γείνῃ δεκτὴ κατ’ ἀρχὴν, διότι ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα· τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος λέγει ὅτι ἡ δημοσία δύναμις ψηφίζεται κατ’ ἔτος διὰ Νόμου. Ἴσως θὰ μοὶ εἴπῃ τις, ὅτι ἀναθέτοντες εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων νὰ κανονίσῃ τὰ περὶ τούτου, νομοθετοῦμεν· ἀλλ’ ἀντιτάσσομαι εἰς αὐτὸ, διότι νομίζω ὅσα ἠθέλησε τὸ Σύνταγμα νὰ ψηφίζωνται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, αὐτὰ ῥητῶς τὰ ὠνόμασε, καὶ εἰς αὐτὴν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀναθέτῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ὅ,τι μόνον αὐτὴ ἔχει. Ἄλλως τε, κύριοι, ἐν τῷ ἄρθρῳ 60 τοῦ Συντάγματος περιέχεται ὅτι κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ὥστε ἂν δύνασθε νὰ ἀναθέσητε εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν διὰ Διατάγματος νὰ προσδιορίζῃ τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν, εἰμπορεῖτε νὰ εἴπητε ὅτι τὸ αὐτὸ δύναται νὰ γείνῃ καὶ διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, κύριοι, ὅλα τὰ βάρη τὰ ὁποῖα ἀμέσως ἐπιβάλλονται εἰς τὸν λαὸν, οἱ φόροι τοὺς ὁποίους ὁ λαὸς ἀμέσως προσφέρει, πρέπει νὰ ψηφίζωνται ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, διότι μόνον αὐτὴ εἶναι ἐν γνώσει τῶν περιστάσεων καὶ τῶν ἀναγκῶν καὶ ἐν γνώσει ἀποφασίζει, καὶ δὲν πρέπει ἐν ἀγνοίᾳ νὰ δίδῃ πληρεξουσιότητα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν περὶ τούτων. Ἡ πρότασις λοιπὸν εἶναι ἀπαράδεκτος ὡς ἀντικειμένη εἰς τὸ γράμμα τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν, θέλω ἀναπτύξει ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν δύναται οὔτε κατ’ οὐσίαν νὰ γείνῃ δεκτή.

§26Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὴν πρότασίν μου θεωρῶ ὡς τροπολογίαν, κύριε πρόεδρε, καὶ τὴν ἀφίνομεν δι’ αὔριον.

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ περὶ Δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς. Συζητεῖται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, Ἔχει τις τὸν λόγον;

§28ΖΩΧΙΟΣ. Χθὲς ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπεκαλέσθη τὴν οἰκονομίαν, καὶ αὐτῆς ἕνεκα, εἶπεν, δὲν κατήρτισε καὶ ἄλλα σώματα, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐνόντων ἠθέλησε νὰ τὰ ἀναπληρώσῃ, πρόκειται δὲ ἤδη νὰ αὐξήσωμεν τὴν χωροφυλακὴν διὰ νὰ ἀναπληρώσωμεν τὸν στρατὸν, ὅπως μὴ ἀναμιγνύηται εἰς ξένα ἔργα. Ἀλλ’ ἐὰν παραβάλητε τὸ ποσὸν τῆς χωροφυλακῆς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ μονίμου στρατοῦ, ὑπάρχει μεγάλη δυσαναλογία· τί δὲ μᾶς λέγει; ἀφαιρῶ ἀπὸ τοῦ στρατοῦ χιλίους στρατιώτας διὰ νὰ τοὺς χειροτονήσω χωροφύλακας, οἵτινες θὰ ἐκτελοῦν τὰ ἀλλότρια ἔργα, τὰ ὁποῖα σήμερον ἐκτελεῖ ὁ στρατός. Καὶ διατί δὲν προσθέτετε ἀκόμη ἓν τάγμα περιπλέον, τὸ ὁποῖον θὰ ᾖναι εὐθηνότερον; Μήπως γίνονται πάραυτα χωροφύλακες αὐτοὶ, διότι σεῖς τοὺς ὀνομάζετε οὕτω; ὁ χωροφύλαξ εἶναι τελειότατος στρατιώτης, ὁ ὁποῖος διήνυσε τὴν θητείαν ὅλην ἐν τῷ στρατῷ, καὶ ὁ ὁποῖος ἔμαθε νὰ σκέπτηται μόνος, διότι πολλάκις θὰ εὑρεθῇ μόνος πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργου δυσκόλου. Ὁ χωροφύλαξ εἶναι τὸ ἰσχυρότερον ὄργανον τῆς δημοσίας δυνάμεως, εἶναι ἐπίσκοπος καὶ αὐτοῦ τοῦ στρατοῦ. Πῶς δύνασθε λοιπὸν νὰ λάβητε στρατιώτην ἑξάμηνον καὶ νὰ τὸν χειροτονήσητε χωροφύλακα; Διὰ νὰ τοῦ δώσητε περισσότερον μισθόν; Πρὸς τίνα σκοπόν; Ἀντὶ τῶν ὀκτὼ ταγμάτων, προσθέσατε δύω περιπλέον, καὶ ἡ δαπάνη θὰ ᾖναι ὀλιγωτέρα. Προσθετέον δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι προσθέτετε 1100 χωροφύλακας ἄνευ ὑπαξιωματικῶν. Πῶς ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε τόσους ἄνδρας ἀκεφάλους; Σημειωτέον δὲ, ὅτι αὐτοὶ θὰ μείνουν καὶ κληρονομία τοῦ μέλλοντος, διότι καὶ μετὰ τοὺς ἓξ μῆνας, καθ’ οὓς θὰ μείνῃ ἰσχύων ὁ νόμος οὗτος, ἡ χωροφυλακὴ θὰ ὑπάρχῃ. Νομίζω προσέτι, ὅτι πρέπει νὰ εὕρητε 1400 ἄνδρας νοήμονας, ἐπιστήμονας, γινώσκοντας τὴν νομοθεσίαν, διότι πολλάκις ὁ χωροφύλαξ ἐπιλαμβάνεται ἀνακρίσεων καὶ ἑτέρων πραγμάτων τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας. Διὰ τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, ἐὰν ὁ στρατὸς δὲν ἀρκεῖ, συμφέρει νὰ προσθέτητε δύω τάγματα.

§29ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ζωχιὸς ἐπρότεινεν, μοὶ τὸ εἶπον καὶ ἄλλοι τινὲς καὶ τὸ συνεζήτησαν, ἀλλ’ ἐγὼ ἔρχομαι εἰς τὸ πρακτικὸν μέρος τοῦ πράγματος, καὶ λέγω, ὅτι μέχρι τοῦδε ὁ στρατὸς παρεῖχε συνδρομὴν εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχει τοὺς βαθμοφόρους δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσι δύω δικαιοδοσίαι εἰς τὴν χωροφυλακήν. Σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν δύω τάγματα ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὸν στρατὸν καὶ τὰ δώσητε εἰς ἐνίσχυσιν τῆς χωροφυλακῆς, τί θὰ γείνουν οἱ βαθμοφόροι αὐτῶν; Ὅλοι οἱ Στρατιωτικοὶ τὸ γνωρίζουν, διότι πολλάκις εἰς τὰς ἕδρας ἑνὸς τάγματος τὸ ὁποῖον ἐχορήγησε συνδρομὴν εἰς τὴν χωροφυλακὴν μένουν μόνον οἱ βαθμοφόροι· οἱ στρατιῶται διατελοῦν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς χωροφυλακῆς, διότι ὁ λοχαγὸς δὲν δύναται νὰ τεθῇ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ταγματάρχου· διὰ τοῦτο εἴπομεν, διὰ νὰ μὴ χάσωμεν τοὺς βαθμοφόρους δύω ταγμάτων νὰ μεταθέσωμεν τὸν ἀναγκαῖον ἀριθμὸν στρατιωτῶν γεγυμνασμένων εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ν’ αὐξήσωμεν τὰς ἐνωμοτίας χωρὶς ν’ αὐξήσωμεν τοὺς βαθμοφόρους.

§30ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά.

§31ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κύριον Ζωχιὸν δι’ ἕτερον λόγον, ὁ ὁποῖος εἶναι σπουδαιότερος. Ἡ χωροφυλακὴ, κύριοι, ἔχει διαγεγραμμένα καθήκοντα, εὑρίσκεται εἰς ἄμεσον συνάφειαν μετὰ τῶν πολιτῶν, ὑπάγεται δὲ εἰς εἰδικὴν νομοθεσίαν ὡς ἐκ τούτου καὶ δικαιοδοσίαν, ἐνῷ ὁ τακτικὸς στρατὸς ἔχει ἐξαιρετικὴν δικαιοδοσίαν.

§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὰ δύω ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τῶν ὁπλιτῶν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς καθὼς καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς πρώτην συζήτησιν.

§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ.

§34ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν τροποποιεῖ διατάξεις τοῦ περὶ ἐφεδρείας νόμου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀκούσῃ τὶ θὰ εἴπω ὅπως ἐπέλθῃ μικρά τις διόρθωσις. Ὁ νόμος περὶ ἐφεδρείας βεβαίως πρώτην φορὰν ἐφαρμόζεται καὶ ἐφαρμόζεται μετὰ μεγίστης ταχύτητος, ὥστε συνέβησαν καὶ ἄτοπά τινα· ὡς γνωρίζετε ὅλοι ἐκληρώθησαν καὶ ἄνθρωποι γέροντες 60 καὶ 50 ἐτῶν, τινὲς καὶ 65, ἄλλοι ἔκαμον ἐνστάσεις, ἄλλοι ὅμως δὲν ἔκαμον. Τώρα παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μοι εἴπῃ ἂν οὗτοι κατατάσσονται εἰς τοὺς ἀνικάνους περὶ ὧν κάμνει μνείαν ὁ νόμος. Φρονῶ, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ γείνῃ περὶ τούτου μνεία τις.

§35ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ καὶ διὰ τοὺς ἀνήλικας, διότι ἐκληρώθησαν καὶ πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι μόλις εἶναι δεκαπενταετεῖς.

§36ΣΟΥΤΣΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ κάμω μίαν παρατήρησιν ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ὁ νόμος ὁ περὶ ἐφεδρείας ἔχει σκοπὸν τὴν ἐξάσκησιν τῶν πολιτῶν, καὶ ἐκεῖ εἴπομεν ὅτι καὶ οἱ ὑπηρετήσαντες ἐν τῷ στρατῷ δὲν πρέπει νὰ ἐξαιροῦνται. Δὲν ἠξεύρω δυνάμει τοῦ νέου νόμου ἂν πρέπει νὰ ὑποχρεώσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκληρώθησαν νὰ ὑπηρετήσουν εἰς τὸν στρατόν. Δὲν ἤθελον εἶσθαι προτιμότερον, ἀφοῦ ἔχομεν τοὺς στρατολογικοὺς καταλόγους τῶν ἀγόντων ἡλικίαν ἀπὸ 18–24 ἐτῶν, νὰ κληρώσωμεν ἐξ αὐτῶν; διότι, κύριοι, οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν ὑπηρετησάντων εἰς τὸν στρατὸν κατόπιν ἐνυμφεύθησαν.

§37ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Σοῦτσον ὅτι ἐὰν προβῶμεν εἰς τοιαύτας προτάσεις, θὰ ἀκυρώσωμεν τὸν νόμον τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν.

§38ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Πρὶν προβῶμεν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν ἂν θὰ ἐπιμείνῃ ὅπως οἱ ἐν τοῖς ναυτικοῖς μητρώοις ἐγγεγραμμένοι ἔλθωσιν εἰς τὴν ἐφεδρείαν. Κατ’ ἐμὴν κρίσιν νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ φέρῃ τούτους εἰς τὴν ἐφεδρείαν, ἀλλὰ νὰ τοὺς μεταχειρισθῇ εἰς τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν.

§39ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Εἰς τὸν τελευταῖον περὶ ἐφεδρείας ψηφισθέντα νόμον τὸ ἄρθρον 5 διεγράφει ὅτι ἐξαιροῦνται οἱ ὀρφανοὶ πατρὸς, καὶ ὅσοι ἔχουν μητέρα ἢ ἀδελφὴν ἀνύπανδρον. Ἐὰν ὅμως τις ἔχῃ τρία ἢ τέσσαρα ἀνήλικα τέκνα, τί μέλλει γενέσθαι;

§40ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν συζητοῦμεν ἤδη τὸν περὶ ἐφεδρείας νόμον. Κύριε πρόεδρε, τακτοποιήσατε τὴν συζήτησιν.

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὰ ἄρθρα 1, 2, 3, καὶ 4 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς β. ἀνάγνωσιν. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 5.

§42ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐνταῦθα, κύριοι, ἔχω νὰ ὑποβάλω μίαν τροπολογίαν, ἥτις παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἐπιψηφισθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, διότι νομίζω, ὅτι ἡ διαίρεσις τοῦ στρατοῦ εἰς δύω δὲν εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὴν διαίρεσιν τῆς χώρας.

§43ΧΟΪΔΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἐμμένω εἰς τὰς ἰδέας μου τὰς ὁποίας ἐξήνεγκον, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ἐκθέσω ἐν πλάτει τὰς ἰδέας μου εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Κατόπιν ἐγένοντο δεκτὰ τὰ ἄρθρα 6, 7, 8, 9 καὶ 10. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 11.

§44ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον λέγει, ὅτι οἱ περισσεύοντες πέμπονται εἰς τὰς ἑστίας των· αὐτοὶ καθὼς καὶ οἱ ἐθελονταὶ εἶναι ὑπόχρεοι διὰ τριετῆ θητείαν;

§45ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.

§46ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν θὰ ὑπηρετήσουν δίς.

§47ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἡ ἐθελουσία κατάταξις δὲν ἀπαλλάττει τὴν δημοσίαν ὑποχρέωσιν· αὐτὸ ἐγένετο μέχρι τοῦδε, ὁ χρόνος ὅμως τῆς ὑπηρεσίας λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν.

§48ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν ἡ ὑπηρεσία τὴν ὁποίαν ἔκαμε καὶ ὡς ἐθελοντὴς δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν.

§49ΤΙΝΕΣ. Ὄχι. Κατόπιν ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐγένοντο δεκτὰ τὰ ἄρθρα 11, 12, 13, 14, 15 καὶ 16, ἀνεγνώσθη δὲ καὶ τὸ ἄρθρον 17.

§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον;

§51ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγώ. Ἐπειδὴ θεωρῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξουσιοδοτῇ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταβάλλῃ τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ καὶ θεωρῶ καὶ ὅτι δὲν συμφέρει νὰ γίνηται τοῦτο, τροποποιῶ τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς· (ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν).

§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ἡ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 17 παραλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκεται)· ἔχει τις τὸν λόγον;

§53ΡΙΚΑΚΗΣ. Μίαν μικρὰν προσθήκην προσθέτω εἰς τὸ ἄρθρον 18, τὴν ἑξῆς. Τὸ πνεῦμα, κύριοι, τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευσε τὴν διάταξιν ταύτην τὸ ὁποῖον καὶ προηγουμένως ἐξεφράσθη ἐν τῇ Βουλῇ, εἶναι ὅτι ἕνεκα τῶν περιστάσεων τῶν παρελθουσῶν δὲν ἠδυνήθημεν νὰ εὐτυχήσωμεν νὰ ἔχωμεν ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς νὰ ἔχωσι τὰς στρατιωτικὰς γνώσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν καὶ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Ὁ λόγος αὐτὸς βεβαίως εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖος, ὥστε καὶ φιλοτιμίας προσωπικὰς νὰ ἀφήσῃ κατὰ μέρος καὶ ἄλλας σκέψεις νὰ θεωρήσῃ δευτερευούσας· ἀλλὰ φρονῶ ὅπως εἶναι τεταγμένον τὸ ἄρθρον θέλει γεννήσει μεγάλα παράπονα, διότι δύναται νὰ ἐκληφθῇ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ εὐρωπαϊκὴν δύναμιν τρεῖς τοιούτους ἀξιωματικοὺς διὰ νὰ μείνουν ἐδῶ διὰ πάντοτε. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, οὔτε ἡμεῖς τὸ δεχόμεθα, διότι τοὺς θέλομεν ὡς ὁδηγούς· δι’ αὐτὸ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου λέγω «νὰ καταταχθοῦν εἰς τὸν στρατὸν ἐπὶ 5 ἔτη.»

§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 18 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κατόπιν ἐγένοντο παραδεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 19 καὶ 20 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.

§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγνωσθῶσι καὶ οἱ πίνακες, διότι ἐπὶ τῶν πινάκων ἐγένοντο παρατηρήσεις.

§56ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἄρθρα τοῦ Νόμου οἱ πίνακες.

§57ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Οἱ πίνακες οἱ τεθειμένοι εἰς τὸν νόμον τίποτε ἄλλο δὲν εἶναι εἰμὴ ἡ τακτικὴ διαίρεσις τῶν βαθμοφόρων.

§58ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ πολλοῦ χρόνου ὑπεβλήθη νομοσχέδιον ὑπὸ πολλῶν βουλευτῶν περὶ ἀνακτήσεως στρατιωτικοῦ βαθμοῦ· ἐπειδὴ αὐτὸ ἔχει σχέσιν, νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 10½ π. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16
2τῆς 8 Ἰουνίου 1877.
3(Τετάρτη)
4Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθεί-
5σης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς
6προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥή-
7σεως.
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι
9ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τῆς
10χωροφυλακῆς καθὼς καὶ τὸ περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ
11στρατοῦ.
12Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλε κατάλογον
13ὅλων τῶν κατὰ καιροὺς εἰς Εὐρώπην σταλέντων ἀξιωματικῶν.
14Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
15Οἱ βουλευταὶ Στεργιαλόπουλος, Μεγαπάνος καὶ ἄλλοι ὑπέ-
16βαλον πρότασιν νόμου περὶ τῶν ἀρξαμένων ἐθνικῶν ὁδῶν.
17«Ἄρθρον μοναδικόν.
18Αἱ διατάξεις τοῦ ἀπὸ 22 Μαρτίου ε. ε. ΧΙΒ. νόμου περὶ ἀ-
19ποπερατώσεως τῶν ἀρξαμένων ἐθνικῶν ὁδῶν ἰσχύουσι καὶ ὡς
20πρὸς τὰ πλεονάσαντα μέτρα ὡς ἐκ τῆς ἐσφαλμένης καταμε-
21τρήσεως καὶ τῆς ἐν μέρει μεταβολῆς τοῦ σχεδιογράμματος τῆς
22ἀπ’ Ἀγρινίου μέχρι Μεσολογγίου ἐθνικῆς ὁδοῦ».
23Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
24Ἔχομεν ἤδη τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων
25τῆς παρούσης ἐκτάκτου συνόδου.
26§2ΧΟΪΔΑΣ. Ζητῶ τὸν λόγον. Κύριοι συνάδελφοι, ἂν προχθὲς
27δὲν ἀπεφάσιζεν ἡ Βουλὴ νὰ ὁρίσῃ ῥητὴν ἡμέραν διὰ τὰς ἐπε-
28ρωτήσεις, δὲν θὰ ἀνηρχόμην τὸ βῆμα· ἐπειδὴ ὅμως ὡρίσθη τὸ
29προχθὲς Σάββατον, δηλῶ ὅτι θέλω τότε ἀποτείνει ἐπερώτησιν
30τῷ ὑπουργῷ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν περὶ τοῦ ζητήματος τῶν
31Σιμωνιακῶν Ἐπισκόπων, τοὺς ὁποίους ἔπληξεν ἡ Δικαιοσύνη τῆς
32πατρίδος, ἀλλὰ δὲν ἔπληξεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας.
33Τώρα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς,
34θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριοι, μετ’ ἀπαθείας νὰ ἀκούσητε ἐμοῦ
35λέξοντος ὀλίγα τινά· εἶναι κρίσις μου τὴν ὁποίαν παρακαλῶ
36νὰ μελετήσητε καὶ σπουδάσητε πολύ.
37Ὑπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς ἐκτάκτου συνόδου τῆς Βου-
38λῆς, ἀναγινώσκω ὑπογραφὰς χρηστῶν ἀνδρῶν, ἀνδρῶν πατριω-
39τῶν, σεβομένων ἑαυτοὺς καὶ τοὺς νόμους καὶ αἰδουμένων ἑαυ-
40τῶν καὶ τῶν ἄλλων. Ἀναγινώσκω τὰ ὀνόματα τοῦ κ. Δυο-
41βουνιώτη, τοῦ κ. Πετραλιᾶ, τοῦ κ. Κάρτσωνα, τοῦ κ. Δανοπού-
42λου, τοῦ κ. Αὐγερινοῦ, τοῦ κ. Εὐθ. Δεληγιάννη καὶ λοιπῶν, καὶ
43ἀπορῶ ἀληθῶς πῶς ἄνδρες φιλοπόλιδες καὶ φιλόνομοι παρεῖδον
44τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, τῆς διατάξεως 75 τοῦ
45Συντάγματος· ἀλλὰ σκεπτόμενος λογικῶς καὶ κριτικῶς ἀπο-
46φαίνομαι ὅτι οἱ φιλόνομοι οὗτοι πολῖται περιέπεσαν εἰς πλάνην
47πιστεύσαντες, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν προηγουμένων Βουλῶν, ἐ-
48ρειδόμεναι ἐπὶ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως 75
49τοῦ Συντάγματος, καθιέρωσαν τὴν ἀρχὴν τῆς ἐν ἐκτάκτοις συ-
50νόδοις ἀποζημιώσεως τῶν ἀντιπροσώπων. Οὕτω πως σκεπτό-
51μενος ὀφείλω ν’ ἀπονείμω αὐτοῖς δικαιοσύνην, ἀλλὰ συνάμα
52νὰ παραστήσω αὐτοῖς τὴν πλάνην εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσαν
53καὶ νὰ ὑπομνήσω, ὅτι τὸ πλανᾶσθαι ἀνθρώπινον, νὰ παρακα-
54λέσω δὲ αὐτοὺς νὰ μὴ ἐμμένωσιν εἰς τὴν πλάνην, διότι ἡ ἐν
55τῇ πλάνῃ ἐμμονὴ εἶναι ἔργον διαβολικόν.
56Ἤδη ἀποτείνομαι πρὸς τὰ μέλη τῆς λογιστικῆς ἐπιτροπῆς
57κατὰ πρῶτον καὶ πρὸς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἑλληνικοῦ ἔ-
58θνους κατὰ δεύτερον, ἀκράδαντον δὲ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι οἱ
59λόγοι μου πλήττοντες τὰς λεπτὰς χορδὰς τῆς καρδίας των θὰ
60εὕρωσιν ἠχὼ ἐν τῇ κρίσει των καὶ τῇ πεφωτισμένῃ διανοίᾳ των.
61Οὐδόλως παρ’ αὐτῶν ἀπαιτῶ θυσίας· δὲν ἐπέστη ἡ στιγμὴ
62τῶν θυσιῶν· ὅταν ἐπιστῇ, πεποίθησιν ἔχω, ὅτι σεῖς καὶ χρήμα-
63τα καὶ αἷμα καὶ ἐλευθερίαν καὶ ζωὴν θὰ προσφέρετε ὑπὲρ τῆς
64πατρίδος, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκόν σας· ἀλλὰ πρόκειται
65ἤδη περὶ τῆς ἐκπληρώσεως ἱεροῦ καθήκοντος, ἐπιβαλλομένου
66ὑπὸ τοῦ νόμου τῶν Νόμων, τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον συνε-
67τάχθη ἀπὸ μίαν Συνέλευσιν, ἥτις ἦλθε μετὰ μίαν ἐπανάστασιν
68ἀνατρέψασαν ἕνα ἀγαθόν, ἀλλὰ κοῦφον Βασιλέα.
69Κύριοι βουλευταί, ἀποτείνομαι πρὸς Βουλὴν ἔκτακτον, δια-
70κρινομένην διὰ τὸ φιλόνομον της, πρὸς Βουλὴν χειραφετηθεῖσαν
71καὶ χειραφετοῦσαν, ἐλευθερωθεῖσαν καὶ ἐλευθερώσασαν, ἥτις
72πρώτη ἐθεώρησε καθῆκόν της νὰ παραπέμψῃ εἰς δίκην ἱεροσύ-
73λους ὑπουργούς, οἵτινες ὕβρισαν τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ δημοκρα-
74τικοῦ Χριστοῦ διὰ τῆς Σιμωνίας καὶ τῆς δωροδοκίας, ἀποτείνο-
75μαι πρὸς Βουλήν, ἥτις παρέπεμψεν ὑπουργούς, ὅπως δώσωσι λό-
76γον ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης ὡς περιυβρίσαντες τὸ Σύνταγμα
77καὶ πειραθέντες νὰ ἀνατρέψωσι τὸ καθεστὼς πολίτευμα.
78§3ΜΗΤΣΑΣ. Κάθε ἡμέρα μᾶς λέγει τὰ ἴδια (θόρυβος).
79§4ΧΟΪΔΑΣ. Ἀποτείνομαι πρὸς Βουλήν, ἥτις ἐνομοθέτησε τὸν
80νόμον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν δικαιο-
81σύνην αὐτῆς. Ἐπεθύμουν νὰ ὑπῆρχε νόμος θετικὸς καὶ ὡρισμένος,
82σαφὴς καὶ ἀνενδοίαστος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς
83πολιτείας νὰ δικαιοῦται ν’ ἀποζημιωθῇ, οὐχὶ διὰ τῆς γλίσχρου
84καὶ μικρᾶς ἀποζημιώσεως, ἀλλὰ διὰ μεγάλης, καὶ νὰ δύναται
85νὰ παρίσταται ἀξιοπρεπῶς ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου, νὰ μὴ κα-
86τατρύχεται ὑπὸ τῆς πείνης καὶ τῶν διαφόρων στερήσεων καὶ
87νὰ ἔχῃ ἐλευθέραν τὴν διάνοιαν καὶ τὴν ψυχήν, ἀλλ’ ἀτυχῶς
88τοιοῦτος νόμος δὲν ὑπάρχει, ἐξ ἐναντίας ὑπάρχει ἡ διάταξις 75
89τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἐκπληρώσαντες τὰ χρέη
90των βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου δι’ ἑκά-
91στην τακτικὴν Σύνοδον δραχμὰς 2,000, ἐν περιπτώσει δ’ ἐκτά-
92κτου Συνόδου ἀποδίδονται αὐτοῖς μόνα, ἀλλὰ μόνα τὰ ἔξοδα
93τῆς ἀφίξεως καὶ τῆς ἐπανόδου. Μακραὶ ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύ-
94της καὶ σοβαραὶ ἐγένοντο συζητήσεις ἐν τῇ Συνελεύσει καὶ διά-
95φοροι ἐξετέθησαν γνῶμαι μετὰ τὰς ὁποίας ἡ Συνέλευσις ἐψήφισε
96τὸ ἄρθρον 75 τοῦ Συντάγματος. Ἐντελῶς περιττὸν νομίζω νὰ
97Σᾶς ἀναγνώσω τὰς συζητήσεις ταύτας, ἀλλὰ δὲν νομίζω ἀπὸ
98σκοποῦ νὰ Σᾶς ἀναγνώσω ἓν μόνον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ
99ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κυρίου Κουμουνδούρου διὰ τοῦ ὁ-
100ποίου οὗτος πείθει τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην του.
101«Ἀποκρούω, λέγει ὁ τότε ὑπουργὸς κύριος Κουμουνδοῦρος,
102τὴν γνώμην τῶν ἐναντίων...» (ἀναγινώσκει). Ἐγὼ ἐτύγ-
103χανον τότε ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως, εἰς ἄλλην ἐξουσίαν,
104τὴν δικαστικὴν, ἐργαζόμενος καὶ ἠπόρουν πῶς ἀντιπρόσω-
105ποι τοῦ λαοῦ κηδόμενοι τῶν συμφερόντων αὐτοῦ νομοθετοῦντες
106παρέβαινον τοὺς νόμους τῆς πολιτείας αὐτοὶ πρῶτοι, καὶ τὰ
107ἴδια αὑτῶν γνήσια τέκνα ἐξέθετον, παριστῶντες αὐτὰ ὡς προϊ-
108όντα ἀθεμίτου καὶ ὑλικοῦ ἔρωτος, ἀλλὰ θὰ χαρῶ σήμερον διότι
109Βουλή, οἵα ἡ ἡμετέρα, τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα ἀγαθὰ διαπραξα-
110μένη, θὰ ραπίσῃ κατὰ πρόσωπον ἐκείνους, οἵτινες τὴν διάταξιν
11175 τοῦ Συντάγματος παρεβίασαν καὶ ἀνέτρεψαν. Φρονῶ ἀκρα-
112δάντως ὅτι ἡμεῖς οἱ ἐν Ἀθήναις κατοικοῦντες καὶ ἀσχολούμενοι
113περὶ τὰ ἴδια ἐπαγγέλματα οὐδὲν δικαιούμεθα νὰ λάβωμεν,
114καὶ δὲν εἴμεθα ὀλίγοι, ὑπερβαίνομεν τοὺς 70, οἱ δὲ ἐκ τῶν ἐπαρ-
115χιῶν προσελθόντες δικαιοῦνται νὰ λάβωσι μόνον τὰ ἔξοδα τῆς
116προσελεύσεως καὶ ἐπανόδου. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω
117τὰ ὀνόματα τῶν διαρκῶς μενόντων ἐν Ἀθήναις, οἵτινες οὐδὲ
118λεπτὸν δικαιοῦνται νὰ λάβωσιν. Ἀδιαφορῶ ἂν ὦσι πένητες ἢ
119πλούσιοι· ἀπέναντι τοῦ νόμου πάντες εἶναι ἴσοι· πολλάκις σκλη-
120ρὸς ὁ νόμος, ἀλλὰ νόμος· ἀδιαφορήσατε ἂν αὔριον ἐγὼ δὲν
121ἔχω ἄρτον ἢ ἐνδύματα, διότι δὲν ἐπιτρέπεται ὑμῖν παρα-
122βιάζοντες ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος νὰ εἴπητε τὸν πέ-
123νητα καὶ πτωχὸν Ῥόκον πρέπει νὰ συνδράμωμεν διὰ μιᾶς ἀπο-
124ζημιώσεως 1500 δραχμῶν. Ἀκούσατε ἤδη τὰ ὀνόματα τῶν
125Βουλευτῶν.
126§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τοὺς ἠξεύρομεν, τοὺς ἠξεύρομεν.
127§6ΧΟΪΔΑΣ. Τόσῳ τὸ καλλίτερον, μὲ ἀπαλλάσσετε τοῦ κόπου·
128(θόρυβος). (Διάλογοι μεταξὺ Θωμᾶ, Καραγιαννοπούλου καὶ
129Χοϊδᾶ).
130§7ΧΟΪΔΑΣ. Φρονῶ ἀκραδάντως ἐρειδόμενος ἐπὶ τὸ γράμμα
131καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου 75 τοῦ Συντάγματος, ὅτι οἱ μένον-
132τες ἐν Ἀθήναις οὐδὲν δικαιοῦνται νὰ λάβωσιν, οἱ δὲ ἐκ τῶν
133ἐπαρχιῶν μόνον τὰ ἔξοδα τῆς προσελεύσεως καὶ ἐπανόδου· ὁ
134Αἰγινήτης δρ. 6 καὶ 40|00· ὁ Κερκυραῖος 200· ὁ Μεγαρινὸς 16
135καὶ 10|00· ὁ Χαλκιδεὺς 45· δηλ. ἓξ δραχμὰς ὁ κατώτατος
136ὅρος καὶ 200 ὁ ἀνώτερος. Οὐδὲν δὲ ἀπολύτως θέλετε οἱ μένον-
137τες ἐν Ἀθήναις, εἴτε πλούσιοι, εἴτε πένητες ἐσμέν.
138§8ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶμαι σύμφωνος πο-
139σῶς μὲ τὸν προαγορεύσαντα. Δὲν θὰ μακρηγορήσω, διότι τὸ ζή-
140τημα δὲν ἔχει ἀνάγκην μεγάλης μακρηγορίας, τὸ ζήτημα
141εἶναι λελυμένον ἀπὸ τέσσαρας διαφόρους Βουλὰς, τὸ δὲ περιερ-
142γότερον ὅτι εἶναι λελυμένον ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἰδίαν Βουλὴν, τὴν ἀ-
143πόφασιν τῆς ὁποίας ὁ ἴδιος κ. Χοϊδᾶς ὡς ἀποτελῶν μέρος αὐτῆς
144καὶ μὴ ἀντισταθεὶς ὤφειλε περισσότερον τῶν ἄλλων νὰ σεβα-
145σθῇ. Ὁ κ. Χοϊδᾶς νομίζει, ὅτι ὑποστηρίζει τὰς ἐλευθερίας τῆς
146πατρίδος του καθιστῶν μονοπώλιον τῶν πλουσίων τὴν ἀντι-
147προσωπείαν τοῦ τόπου. Ὁ κ. Χοϊδᾶς εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος
148ἐδίκασε πολλὰ καὶ σπουδαῖα καὶ πιστεύω νὰ συμφωνήσῃ μα-
149ζῆ μου ὅτι αἱ ἰδέαι τὰς ὁποίας σήμερον ὑποστηρίζει εἶναι οὐχὶ
150ὑπὲρ ἀλλὰ κατὰ τῆς ἐλευθερίας. Τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγμα-
151τος ὀφείλομεν βεβαίως νὰ σεβασθῶμεν, ἀλλ’ ὑπάρχουν περι-
152στάσεις κατὰ τὰς ὁποίας τὰ νομοθετικὰ σώματα δίδουν μίαν
153ἑρμηνείαν εἰς τὰς διατάξεις αὐτὰς τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος,
154καὶ θὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Χοϊδᾶν ὅτι μένων ἐντὸς τῆς Βου-
155λῆς μένει ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 75 τοῦ Συντάγμα-
156τος· καὶ πρὶν φθάσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 75, ὁ κ. Χοϊδᾶς ἔπρεπε
157ν’ ἀναγνώσῃ τὸ ἄρθρον 64, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς: Οἱ Βου-
158λευταὶ ὀμνύουσι πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν καθηκόντων αὐτῶν ἐν τῷ
159Βουλευτηρίῳ καὶ εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν τὸν ἑξῆς ὅρκον·
160«Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου
161Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ εἰς τὸν Συν-
162ταγματικὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους
163τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά
164μου». Εἰσερχόμενος ὁ κ. Χοϊδᾶς ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ὑπέκυψεν
165εἰς τὴν ὁρκωμοσίαν ἀλλ’ ὑπὸ μίαν ἐπιφύλαξιν ὡς ἐνθυμεῖσθε,
166ἡ δὲ Βουλὴ τότε εἶπεν, ἀφοῦ ἔδωκε τὸν ὅρκον καὶ ἐκράτησεν ἐ-
167πιφύλαξιν δι’ αὐτόν, τί πειράζει νὰ ἐξακολουθῇ νὰ ᾖναι βου-
168λευτής; Ἔδωκεν ἡ παροῦσα Βουλὴ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγμα-
169τος ἔννοιαν οὐχὶ τόσον αὐστηράν, καὶ οὐδέποτε οὐδεὶς τῶν συνα-
170δέλφων εἶπεν εἰς τὸν κ. Χοϊδᾶν ὅτι σὺ μένεις ἐν τῷ Κοινοβου-
171λίῳ ἀντισυνταγματικῶς· ἀπεναντίας μάλιστα τῷ εἶπεν ὅτι
172εἶσαι βουλευτής, ὅτι ἀντιπροσωπεύεις τὸν τόπον καὶ ὅτι δὲν
173παρεβιάσθη τὸ ἄρθρον 64 τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Χοϊδᾶς
174λοιπὸν δὲν ἔπρεπε νὰ εἰπῇ ὅτι ἡμεῖς ὅλοι παρεβιάσαμεν τὸ
175ἄρθρον τοῦ Συντάγματος διότι οἱ βουλευταὶ λαμβάνομεν ἀπο-
176ζημίωσιν 1500 δραχμάς. Καὶ τί εἶναι, κύριοι, 1500 δραχ.
177διὰ τοὺς βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται εἴτε μένουν εἰς τὰς
178Ἀθήνας; Ἡ πλέον μικρά, ἡ πλέον γλίσχρος ἀμοιβὴ ἡ δι-
179δομένη εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους οἱ ὁποῖοι εἶναι πο-
180λιτευόμενοι καὶ ἔχουν δαπάνας καὶ ἔξοδα πολὺ μεγαλεί-
181τερα ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους κλάδους, καὶ ἡ μισθοδοσία τῶν
182ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους περὶ τῆς ὁποίας γίνεται πάντοτε
183τόσος θόρυβος καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εἶναι εὐτελεστέρα
184τῆς μισθοδοσίας καὶ τοῦ τελευταίου ὑγειονόμου τοῦ Κράτους.
185Καὶ διὰ ποῖον λόγον διὰ τῶν συζητήσεων θέλουν νὰ καταβιβά-
186σουν τὸ ἀξίωμα τῆς ἀντιπροσωπείας καὶ νὰ παρουσιάζουν τοὺς
187ἀντιπροσώπους ὡς θέλοντας νὰ διαρπάσωσι τὰ τοῦ Δημοσίου;
188Ὁ κ. Χοϊδᾶς ἐκ πλάνης βεβαίως καὶ ἐκ πεποιθήσεως μὴ στη-
189ριζομένης ἐπὶ τῆς ὀρθότητος τῶν πραγμάτων ἔφερε τοιαύτην
190ἔνστασιν· ἂν ὁ κ. Χοϊδᾶς ἐξήταζε τὰ πράγματα ἀπὸ τῆς πε-
191ριωπῆς εἰς τὴν ὁποίαν ἵσταται καὶ δὲν ἐπλανᾶτο, δὲν ἔχω τὸν
192ἐλάχιστον δισταγμὸν ὅτι ἤθελε συνηγορήσει ὑπὲρ τῶν δικαιω-
193μάτων τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις
194εἶχον νὰ κάμω.
195§9ΧΟΪΔΑΣ. Λυποῦμαι ὅτι ὁ φίλος μου κ. Πετιμεζᾶς ἐπὶ το-
196σοῦτον ἐπλανήθη, ὥστε νομίζει ἐμὲ πλανώμενον· πλανᾶται νο-
197μίζων ἐμὲ πλανώμενον, διότι ἐγὼ ὑποστηρίζω τὸ γράμμα καὶ
198τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος· πλανᾶται διότι
199νομίζει ὅτι ἐγὼ παρὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ Συντάγ-
200ματος τυγχάνω μεταξὺ ὑμῶν πολιτευόμενος καὶ σκεπτόμενος
201περὶ τῶν κοινῶν συμφερόντων. Οὐδεὶς πιστεύω ἐξ ὑμῶν τῶν
202ὑπαρξάντων καὶ πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς μου ἐν τῷ βουλευτηρίῳ
203τούτῳ δι’ ἐλευθέρας ἐκλογῆς φρονεῖ, ὅτι ἐγὼ ἤμην ἀλλοῖος, κα-
204θόσον ἐγὼ ἤμην τότε καὶ τὴν διάνοιαν καὶ τὴν ψυχὴν δημο-
205κρατικώτατος· οὐδείς, πιστεύω, ἀγνοεῖ ὅτι, ὅτε κατῆλθον εἰς
206τὴν πολιτικὴν κονίστραν, κατῆλθον δημοκρατικός, διὰ δημο-
207κρατικοῦ προγράμματος δημοκρατικὰς ἰδέας ἐκθέσας καὶ δημο-
208κρατικὰ ὑποσχεθείς, καὶ οὐδεὶς ὑμῶν ἀγνοεῖ ὅτι ὡς τοιοῦτος
209ἔλαβον 2812 ἐλευθέρας καὶ γνησίας ψήφους, πάντες δὲ γι-
210νώσκετε ὅτι προσῆλθον ἐν τῷ βουλευτηρίῳ καὶ ὡρκίσθην μὲν
211τὸν ὅρκον τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς συνταγματικῆς πολιτείας,
212ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ τηρήσω ἄθικτα, ἁγνὰ τὰ αἰσθήματα τὰ
213δημοκρατικά. Εἶμαι τάχα μόνος ἐν Κοινοβουλίῳ δημοκρα-
214τικός; εἶναι τὸ μόνον Κοινοβούλιον ἐν ᾧ δημοκρατικοὶ παρίσταν-
215ται; Ἐν τῇ Ἰταλίᾳ 165 δημοκρατικοὶ παρίστανται, καὶ οὐ
216μόνον ἁπλοῖ ἀντιπρόσωποι ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς τῶν
217Οἰκονομικῶν. Πάντες ἐνθυμεῖσθε ὅτι καὶ ἐν αὐτῇ τῇ αὐτοκρα-
218τορίᾳ τοῦ Ναπολέοντος καὶ ἐν αὐτῇ τῇ δεσποτικῇ Γαλλίᾳ
219ὑπῆρχον δημοκρατικοὶ ἀντιπρόσωποι. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ
220τὸν ὁποῖον οἱ συνάδελφοι παρεδέχθησαν ἐμὲ, καί τοι δημοκρα-
221τικὸν ἐν συνταγματικῇ πολιτείᾳ, ὑπὲρ τῶν νόμων τῆς πολι-
222τείας ἐργαζόμενον. Δὲν εἶμαι πολιτικός, οὔτε στρατιωτικός,
223εἶμαι ἁπλοῦς ἐπιστήμων τῶν νόμων, τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμ-
224μα τῶν νόμων ἐξετάζων. Ὡς τοιοῦτος δὲ ἔχω τὸ δικαίωμα
225νὰ φρονῶ ἀκραδάντως ὅτι δὲν ὑπέπεσα εἰς πλάνην ἐκ τῆς
226ὁποίας ἐπειράθη νὰ μὲ ἐξαγάγῃ ὁ κ. Πετιμεζᾶς, διὰ τῆς ὁμο-
227φώνου ἀποφάσεως τῶν κ. βουλευτῶν, διότι λέγω ὅτι ἡ διάτα-
228ξις τοῦ 75 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος δὲν ἑρμηνεύεται ὅπως πρέ-
229πει· δύναμαι νὰ πλανῶμαι διότι εἶμι ἄνθρωπος, ἀλλὰ πάντοτε
230θ’ ἀναγνωρίζω τὴν πλάνην μου, οὐδέ ποτε δὲ θὰ ἐμμένω ἐν
231αὐτῇ. Ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πετιμεζᾶς τὰς ἀποφάσεις τῶν διαφό-
232ρων Βουλῶν, αἵτινες ἐν τῇ πλάνῃ των οὕτως ἀπεφάσισαν καὶ
233οὐχὶ ὅπως ἐγὼ ἰσχυρίζομαι. Πόσα δικαστήρια δὲν ἐξέδωκαν
234ἀποφάσεις ἀδίκους, καὶ πόσας ἀποφάσεις ὁ χρόνος δὲν ἀπέ-
235δειξε τοιαύτας; δικαστήρια μέγιστα, σοφὰ σοφῶν καὶ μεγίστων
236ἐθνῶν, τῆς Γαλλίας, τῆς Γερμανίας, τῆς Ἰταλίας ποσάκις δὲν
237ἐπλανήθησαν; Ὁ σοφὸς ἡμῶν Ἄρειος Πάγος ποσάκις δὲν ἐπλα-
238νήθη, καὶ ποσάκις διὰ πολλῶν ἄλλων ἀποφάσεων δὲν ἀνέ-
239τρεψε τὰς προηγουμένας; Ἐάν ἦτο ἀληθὲς ὅ,τι διϊσχυρίζεται ὁ
240κ. Πετιμεζᾶς, τὸ δεδικασμένον, δυστυχία εἰς ἐκείνους, οἵτινες
241ἀθῶοι κατεδικάσθησαν δι’ ἀδίκου ἀποφάσεως, καὶ εὐτυχία εἰς
242ἐκείνους οἵτινες ἔνοχοι ὄντες ἠθωώθησαν· συμφορὰ μεγίστη
243εἰς τὴν ἀνθρωπότητα, ἐὰν δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ δεδι-
244κασμένον ματαίου καὶ ἀδίκου δικαστηρίου, διότι τότε ὁ μὲν
245σοφὸς τῆς ἀρχαιότητος, ὁ πατὴρ τῆς φιλοσοφίας Σωκράτης,
246θὰ ἦτο διαφθορεὺς τῆς νεότητος καὶ ἀσεβὴς πρὸς τοὺς νόμους
247τῆς πολιτείας, ὁ δὲ Θεάνθρωπος Χριστὸς ἀγύρτης. Ὑποστηρίζω
248ὅτι ἡ Συνέλευσις κακῶς σκεπτομένη ἀπεφάνθη νὰ λαμβάνωσιν
249οἱ Βουλευταὶ μόνον τὰ ἔξοδα τῆς προσελεύσεως, καὶ τῆς ἐπα-
250νόδου, ἀλλὰ dura lex est lex.
251Κύριε πρόεδρε, ἔχω οὐχὶ δι’ ἐλπίδος, ἀλλὰ διὰ πεποιθή-
252σεως ἀκραδάντου, ὅτι ἡ Βουλή, ἀποδεχομένη τὰς ἰδέας μου, ἐν
253τῇ δικαιοσύνῃ της καὶ τῇ συνέσει της δὲν θέλει ἐκδώσει ἐναν-
254τίαν ἀπόφασιν. Δηλῶ δὲ ὅτι δι’ ἐμαυτὸν θεωρῶ ἄδικον πᾶ-
255σαν ἐναντίον τοῦ νόμου ἀπόφασιν καὶ ὅτι οὐδόλως δικαιοῦμαι
256νὰ λάβω λεπτόν.
257§10Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Ὁ
258κύριος Χοϊδᾶς, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ νὰ λάβουν τὴν ἐπιχο-
259ρήγησιν οἱ Βουλευταί, ἔχει δικαίωμα καὶ αὐτὸς νὰ τὴν λάβῃ·
260δὲν ἔχει δὲ δικαίωμα οὗτος νὰ εἴπῃ, δὲν τὴν λαμβάνω· θὰ τὴν
261λάβῃ καὶ ἂς προσέλθῃ νὰ τὴν δώσῃ ὅπου νομίζει καλόν· οὕτω
262γίνεται εἰς τὰ δημοκρατικώτερα μέρη· εἶναι ὑποχρεωμένος καὶ
263ὁ πένης καὶ ὁ πλούσιος νὰ τὴν λάβουν. Ἐὰν δὲν θέλῃ, τότε
264πηγαίνει εἰς τὴν ἐθνικὴν ἄμυναν ἢ συνδράμει ἄλλα καταστή-
265ματα ἢ ἔρχεται εἰς συνδρομὴν τῶν πτωχῶν· δὲν ἔχει δὲ δικαί-
266ωμα νὰ μὴν τὴν λάβῃ, διότι ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου εἶναι
26770 πλούσιοι καὶ εἰμποροῦν νὰ εἴπουν, δὲν τὴν λαμβάνομεν· εἰς
268ποίαν θέσιν πίπτομεν; δὲν δύναται νὰ μὴ τὴν λάβῃ· θὰ τὴν
269λάβῃ καὶ ἀφοῦ γίνῃ περιουσία του ἂς μεταβῇ νὰ τὴν διαθέσῃ
270ὅπου θέλει καὶ ὅπως θέλει.
271§11ΧΟΪΔΑΣ. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, Κύριε πρόεδρε,
272ὁποιαδήποτε καὶ ἂν εἶναι αὕτη σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε
273τὸν λόγον.
274§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς ἐξεύρετε ὅτι δὲν ἔχει ἀρχήν.
275Μετὰ τοῦτο ἐπεψηφίσθησαν τὰ διάφορα κεφάλαια καὶ ἄρ-
276θρα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς, ὡς εἶχον
277ἐν τῷ προϋπολογισμῷ.
278§13ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς
279ὑπέβαλον μίαν αἴτησιν ἀφορῶσαν τὰ περὶ τῆς βιβλιοθήκης τῆς
280Βουλῆς, τῆς ὁποίας τὴν τήρησιν, καθὸ ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου,
281ἔχω. Διὰ τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς ζητῶ μίαν πίστωσιν, τὴν ὁποίαν
282φαίνεται ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐθεώρησεν εὔλογον νὰ ἐγγράψῃ εἰς τὸν
283προϋπολογισμόν. Ἤθελον ἐννοήσει τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τῆς ἐπι-
284τροπῆς, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ αὐξήσεως προσωπικοῦ ἢ αὐξήσεως
285μισθοδοσίας, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται περὶ
286πραγματικῆς δαπάνης ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως καὶ τῆς συμπλη-
287ρώσεως ἑνὸς ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον εἶναι ἀπολύτως
288χρήσιμον εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ καὶ περιποιεῖ τιμὴν εἰς αὐτήν.
289Διὰ τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς ἐζήτησα προσθήκην 5,000 δραχμῶν.
290Τὸ ποσὸν ἴσως φαίνεται μέγα, ἀλλὰ δὲν εἶναι εἰμὴ μόλις 1000
291δραχμῶν· καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος· ἐὰν θέλετε δὲ καθὼς θέλω σᾶς
292πείσει περὶ τούτου ἐπέρχεται καὶ οἰκονομία 8000 δραχμῶν εἰς
293τὰ ἔξοδα τῆς Βουλῆς εἰς τὰς χρήσεις τοῦ 1875, 1876, καὶ
294τῆς παρούσης συνόδου. Διὰ τὰς χρήσεις τοῦ 1876 καὶ 1877
295ἐψηφίσατε 5000 δραχμὰς διὰ βιβλία, ἀλλ’ αὐτὰ ἐπεβάρυναν
296καὶ τὴν χρῆσιν τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἐκτὸς τούτου διὰ τοῦ
297ψηφισθέντος αὐτοῦ ποσοῦ ἐβιάσθημεν νὰ συμπληρώσωμεν πολυ-
298τίμους συλλογὰς, αἵτινες ἦσαν ἐλλειπέσταται, καὶ αἵτινες δὲν
299εἰξεύρω ἕνεκα τίνων λόγων ἔμενον οὕτω. Ἐδαπανήσαμεν 750
300δραχμὰς πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ συγγράμματος τοῦ Δαλόζ,
301τὸ ὁποῖον ἤδη εἶναι πλῆρες καὶ πολύτιμον διὰ τοὺς βουλευτάς·
302ἐπληρώσαμεν 500 δραχμὰς πρὸς συμπλήρωσιν τῆς διπλωματι-
303κῆς σειρᾶς, ἥτις οὔτε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Βιβλιοθήκην δὲν ὑπάρχει·
304συνεπληρώσαμεν τὴν συλλογὴν τοῦ .........................
305Ἐπίσης ἐδαπανήσαμεν 300 δραχμὰς καὶ ἐπέκεινα πρὸς συμ-
306πλήρωσιν τοῦ θησαυροῦ τοῦ Στεφάνου, ὅστις τιμᾶται 1000
307φράγκων· ἐπίσης ἐδαπανήσαμεν καὶ ἄλλα ποσὰ πρὸς συμπλή-
308ρωσιν ἄλλων συγγραμμάτων. Τοιουτοτρόπως δὲν ἐδαπανήσα-
309μεν εἰμὴ 1000 δραχμὰς πρὸς ἀγορὰν βιβλίων. Ἐὰν ἤδη ἀ-
310φαιρέσητε ἐκ τῶν 5,000, τὸ ποσὸν τῶν 110 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον
311ἔπεσεν εἰς βάρος τῆς βιβλιοθήκης, ἐὰν προσθέσητε 1300 δραχ-
312μὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐδαπανήθησαν διὰ τὰ .................
313ἔχετε ἓν ποσὸν ........., ὥστε πραγματικῶς δὲν ζητοῦμεν
314ἀπὸ τὴν Βουλὴν εἰμὴ 1500 δραχμὰς ἀπέναντι τῶν ὀνοματι-
315κῶν 5,000. Ἐὰν ὑπολογήσιτε δὲ ὅτι καταργηθείσης τῆς θέ-
316σεως τοῦ βιβλιοφύλακος ἔχετε οἰκονομίαν 8,000 διὰ τὰς δύω
317χρήσεις, βλέπετε ὅτι ἀπέναντι τῆς οἰκονομίας τῶν 11,000
318δραχμῶν δὲν ζητοῦμεν εἰμὴ 5,000 δραχμάς. Νομίζω, ὅτι ἡ
319Βουλὴ δὲν θέλει διστάσει νὰ δεχθῇ αὐτὸ τὸ ποσὸν, καὶ παρα-
320καλῶ τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ ἰδοῦν, ὅτι τὰ χρήματα αὐτὰ
321δαπανῶνται ἀκριβῶς.
322§14ΤΙΝΕΣ. Εἴμεθα αὐτόπται περὶ τῆς καλῆς καταστάσεως τῆς
323βιβλιοθήκης.
324§15ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἔγεινε κακὴ παρεξήγησις· ἡμεῖς ἐνομίζα-
325μεν ὅτι αἱ πληρωμαὶ δὲν εἶχον γείνει.
326§16ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὸ Σάββατον θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μίαν
327εἰσήγησιν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς βιβλιοθήκης, διότι θὰ ὀνο-
328μάσω ἐκείνους, οἵτινες ἔκαμαν δωρεὰς, διότι ἀπὸ τὸ τέλος τῆς
329παρελθούσης συνόδου ηὐξήθη κατὰ 1500 τόμους ἡ βιβλιοθήκη.
330§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ χορηγηθῶσι 5,000
331δραχμαὶ;
332§18ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
333§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν·
334(ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη· ὥστε τὸ σύνολον
335ἀναβιβάζεται εἰς 275,765 καὶ 30 λεπτά. Οἱ παραδεχόμενοι
336τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι).
337Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
338§20ΧΟΪΔΑΣ. Πρὸ ὀλίγου, κύριοι, εἶπον, ὅτι προτίθεμαι νὰ προ-
339τείνω ἐπερώτησιν περὶ τῶν Σιμωνιακῶν Ἐπισκόπων· θὰ παρακα-
340λέσω λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ κατα-
341θέσῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀντηλλάγησαν ἐκ μέρους τῆς
342Συνόδου καὶ τοῦ ὑπουργείου, καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυρίου
343Κανακάρη πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διὰ τῆς ὁποίας
344ὑπέβαλε σκέψεις τινὰς λυούσας τὸ ζήτημα. Πρῶτον ὡς πρὸς
345τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἀποτείνω πρὸς τὸν ὑπουργὸν
346τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Θὰ κάμω δὲ καὶ ἑτέραν ἐπερώτησιν,
347τὴν ὁποίαν ἀποτείνω ἀπὸ τοῦδε, ἀλλὰ τὸ Σάββατον
348θέλω ὑποβάλλει.... Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον ὑπουργὸν
349τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἑξῆς ἰδέαν, διὰ
350τὴν ὁποίαν νὰ μὴ ταραχθῆτε καθὼς καὶ ἐγὼ σή-
351μερον σέβομαι τὴν ἀπόφασίν σας· θὰ ὑποβάλλω αὐτὴν ἐρειδόμε-
352νος ἐπὶ τὸν Νόμον· οὔτε λεπτὸν νὰ καταβάλλῃ τοῖς Κυρίοις
353Βουλευταῖς, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι αὐτὴ ἡ ἀποζημίωσις
354εἶναι ἐναντία τοῦ νόμου καὶ σεῖς δὲν δικαιοῦσθε νὰ τὴν λά-
355βητε· δὲν ἔχει κῦρος ἡ ἀπόφασίς σας, ἐρειδομένη ἐπὶ τὴν πλάνην.
356§21ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ δὲν εἶναι δι’ ἀπάντησιν.
357§22ΧΟΪΔΑΣ. Τῷ ὄντι δὲν εἶναι δι’ ἀπάντησιν!
358§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ
359νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τοῦ σώματος τῆς χω-
360ροφυλακῆς. Ὡς γνωρίζετε ὁ κ. Πετιμεζᾶς ὑπέβαλε τροπολογίαν
361ἔχουσαν ὡς ἑξῆς· «Ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων ἐπιτρέ-
362πεται ἡ ὀργάνωσις τοῦ στρατοῦ καὶ ἡ αὔξησις τῆς δυνάμεως
363αὐτοῦ διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων κατὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ
364Κράτους.»
365§24ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρακτικώτερον
366καὶ τὸ ὀρθώτερον.
367§25ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις δὲν δύναται νὰ γείνῃ
368δεκτὴ κατ’ ἀρχὴν, διότι ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα· τὸ ἄρ-
369θρον τοῦ Συντάγματος λέγει ὅτι ἡ δημοσία δύναμις ψηφίζεται
370κατ’ ἔτος διὰ Νόμου. Ἴσως θὰ μοὶ εἴπῃ τις, ὅτι ἀναθέτοντες
371εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων νὰ
372κανονίσῃ τὰ περὶ τούτου, νομοθετοῦμεν· ἀλλ’ ἀντιτάσσομαι εἰς
373αὐτὸ, διότι νομίζω ὅσα ἠθέλησε τὸ Σύνταγμα νὰ ψηφίζωνται
374ὑπὸ τῆς Βουλῆς, αὐτὰ ῥητῶς τὰ ὠνόμασε, καὶ εἰς αὐτὴν δὲν ἐπι-
375τρέπεται νὰ ἀναθέτῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ὅ,τι μόνον
376αὐτὴ ἔχει. Ἄλλως τε, κύριοι, ἐν τῷ ἄρθρῳ 60 τοῦ Συντάγμα-
377τος περιέχεται ὅτι κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὴν στρατιωτι-
378κὴν δύναμιν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ὥστε ἂν
379δύνασθε νὰ ἀναθέσητε εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν διὰ Δια-
380τάγματος νὰ προσδιορίζῃ τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν, εἰμπορεῖ-
381τε νὰ εἴπητε ὅτι τὸ αὐτὸ δύναται νὰ γείνῃ καὶ διὰ τὸν προϋ-
382πολογισμὸν τοῦ Κράτους.
383Κατὰ τὸ Σύνταγμα, κύριοι, ὅλα τὰ βάρη τὰ ὁποῖα
384ἀμέσως ἐπιβάλλονται εἰς τὸν λαὸν, οἱ φόροι τοὺς ὁποίους
385ὁ λαὸς ἀμέσως προσφέρει, πρέπει νὰ ψηφίζωνται ἀπὸ τὴν νομο-
386θετικὴν ἐξουσίαν, διότι μόνον αὐτὴ εἶναι ἐν γνώσει τῶν περι-
387στάσεων καὶ τῶν ἀναγκῶν καὶ ἐν γνώσει ἀποφασίζει, καὶ δὲν
388πρέπει ἐν ἀγνοίᾳ νὰ δίδῃ πληρεξουσιότητα εἰς τὴν ἐκτελεστι-
389κὴν ἐξουσίαν περὶ τούτων. Ἡ πρότασις λοιπὸν εἶναι ἀπαράδε-
390κτος ὡς ἀντικειμένη εἰς τὸ γράμμα τῶν διατάξεων τοῦ Συν-
391τάγματος. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν, θέλω ἀναπτύξει ὅτι ἡ
392πρότασις αὕτη δὲν δύναται οὔτε κατ’ οὐσίαν νὰ γείνῃ δεκτή.
393§26Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὴν πρότασίν μου θεωρῶ ὡς τροπολογίαν,
394κύριε πρόεδρε, καὶ τὴν ἀφίνομεν δι’ αὔριον.
395§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ περὶ
396Δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς. Συζητεῖται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχε-
397δίου, Ἔχει τις τὸν λόγον;
398§28ΖΩΧΙΟΣ. Χθὲς ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
399ἐπεκαλέσθη τὴν οἰκονομίαν, καὶ αὐτῆς ἕνεκα, εἶπεν, δὲν κα-
400τήρτισε καὶ ἄλλα σώματα, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐνόντων ἠθέλησε νὰ
401τὰ ἀναπληρώσῃ, πρόκειται δὲ ἤδη νὰ αὐξήσωμεν τὴν χωροφυ-
402λακὴν διὰ νὰ ἀναπληρώσωμεν τὸν στρατὸν, ὅπως μὴ ἀνα-
403μιγνύηται εἰς ξένα ἔργα. Ἀλλ’ ἐὰν παραβάλητε τὸ ποσὸν τῆς
404χωροφυλακῆς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ μονίμου στρατοῦ, ὑπάρχει με-
405γάλη δυσαναλογία· τί δὲ μᾶς λέγει; ἀφαιρῶ ἀπὸ τοῦ στρατοῦ
406χιλίους στρατιώτας διὰ νὰ τοὺς χειροτονήσω χωροφύλακας,
407οἵτινες θὰ ἐκτελοῦν τὰ ἀλλότρια ἔργα, τὰ ὁποῖα σήμερον ἐκτε-
408λεῖ ὁ στρατός. Καὶ διατί δὲν προσθέτετε ἀκόμη ἓν τάγμα
409περιπλέον, τὸ ὁποῖον θὰ ᾖναι εὐθηνότερον; Μήπως γίνονται
410πάραυτα χωροφύλακες αὐτοὶ, διότι σεῖς τοὺς ὀνομάζετε οὕτω;
411ὁ χωροφύλαξ εἶναι τελειότατος στρατιώτης, ὁ ὁποῖος διήνυσε
412τὴν θητείαν ὅλην ἐν τῷ στρατῷ, καὶ ὁ ὁποῖος ἔμαθε νὰ σκέ-
413πτηται μόνος, διότι πολλάκις θὰ εὑρεθῇ μόνος πρὸς ἐκτέλεσιν
414ἔργου δυσκόλου. Ὁ χωροφύλαξ εἶναι τὸ ἰσχυρότερον ὄργανον
415τῆς δημοσίας δυνάμεως, εἶναι ἐπίσκοπος καὶ αὐτοῦ τοῦ στρα-
416τοῦ. Πῶς δύνασθε λοιπὸν νὰ λάβητε στρατιώτην ἑξάμηνον καὶ
417νὰ τὸν χειροτονήσητε χωροφύλακα; Διὰ νὰ τοῦ δώσητε περισσό-
418τερον μισθόν; Πρὸς τίνα σκοπόν; Ἀντὶ τῶν ὀκτὼ ταγμάτων,
419προσθέσατε δύω περιπλέον, καὶ ἡ δαπάνη θὰ ᾖναι ὀλιγωτέρα.
420Προσθετέον δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι προσθέτετε 1100 χωροφύλακας
421ἄνευ ὑπαξιωματικῶν. Πῶς ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε τόσους
422ἄνδρας ἀκεφάλους; Σημειωτέον δὲ, ὅτι αὐτοὶ θὰ μείνουν καὶ
423κληρονομία τοῦ μέλλοντος, διότι καὶ μετὰ τοὺς ἓξ μῆνας,
424καθ’ οὓς θὰ μείνῃ ἰσχύων ὁ νόμος οὗτος, ἡ χωροφυλακὴ θὰ
425ὑπάρχῃ. Νομίζω προσέτι, ὅτι πρέπει νὰ εὕρητε 1400 ἄνδρας
426νοήμονας, ἐπιστήμονας, γινώσκοντας τὴν νομοθεσίαν, διότι πολ-
427λάκις ὁ χωροφύλαξ ἐπιλαμβάνεται ἀνακρίσεων καὶ ἑτέρων
428πραγμάτων τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας. Διὰ τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, ἐὰν
429ὁ στρατὸς δὲν ἀρκεῖ, συμφέρει νὰ προσθέτητε δύω τάγματα.
430§29ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Τὸ σύστημα,
431τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ζωχιὸς ἐπρότεινεν, μοὶ τὸ εἶπον καὶ ἄλλοι
432τινὲς καὶ τὸ συνεζήτησαν, ἀλλ’ ἐγὼ ἔρχομαι εἰς τὸ πρα-
433κτικὸν μέρος τοῦ πράγματος, καὶ λέγω, ὅτι μέχρι τοῦδε ὁ στρα-
434τὸς παρεῖχε συνδρομὴν εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχει
435τοὺς βαθμοφόρους δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσι δύω δικαιοδοσίαι
436εἰς τὴν χωροφυλακήν. Σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν δύω τάγματα ἀφαιρέ-
437σητε ἀπὸ τὸν στρατὸν καὶ τὰ δώσητε εἰς ἐνίσχυσιν τῆς χωρο-
438φυλακῆς, τί θὰ γείνουν οἱ βαθμοφόροι αὐτῶν; Ὅλοι οἱ Στρα-
439τιωτικοὶ τὸ γνωρίζουν, διότι πολλάκις εἰς τὰς ἕδρας ἑνὸς τάγ-
440ματος τὸ ὁποῖον ἐχορήγησε συνδρομὴν εἰς τὴν χωροφυλακὴν
441μένουν μόνον οἱ βαθμοφόροι· οἱ στρατιῶται διατελοῦν ὑπὸ τὰς
442διαταγὰς τῆς χωροφυλακῆς, διότι ὁ λοχαγὸς δὲν δύναται νὰ
443τεθῇ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ταγματάρχου· διὰ τοῦτο εἴπομεν,
444διὰ νὰ μὴ χάσωμεν τοὺς βαθμοφόρους δύω ταγμάτων νὰ με-
445ταθέσωμεν τὸν ἀναγκαῖον ἀριθμὸν στρατιωτῶν γεγυμνασμένων
446εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ν’ αὐξήσωμεν τὰς ἐνωμοτίας χωρὶς ν’ αὐ-
447ξήσωμεν τοὺς βαθμοφόρους.
448§30ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά.
449§31ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κύριον Ζωχιὸν δι’ ἕτερον
450λόγον, ὁ ὁποῖος εἶναι σπουδαιότερος. Ἡ χωροφυλακὴ, κύριοι, ἔχει
451διαγεγραμμένα καθήκοντα, εὑρίσκεται εἰς ἄμεσον συνάφειαν μετὰ
452τῶν πολιτῶν, ὑπάγεται δὲ εἰς εἰδικὴν νομοθεσίαν ὡς ἐκ τού-
453του καὶ δικαιοδοσίαν, ἐνῷ ὁ τακτικὸς στρατὸς ἔχει ἐξαιρετικὴν
454δικαιοδοσίαν.
455§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται
456νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
457Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὰ δύω ἄρθρα τοῦ νομοσχε-
458δίου περὶ αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τῶν ὁπλιτῶν τοῦ σώματος
459τῆς χωροφυλακῆς καθὼς καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς
460πρώτην συζήτησιν.
461§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ προσω-
462ρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ.
463§34ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτη-
464σιν τροποποιεῖ διατάξεις τοῦ περὶ ἐφεδρείας νόμου, θὰ παρακα-
465λέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀκούσῃ τὶ θὰ εἴπω
466ὅπως ἐπέλθῃ μικρά τις διόρθωσις. Ὁ νόμος περὶ ἐφεδρείας βε-
467βαίως πρώτην φορὰν ἐφαρμόζεται καὶ ἐφαρμόζεται μετὰ με-
468γίστης ταχύτητος, ὥστε συνέβησαν καὶ ἄτοπά τινα· ὡς γνω-
469ρίζετε ὅλοι ἐκληρώθησαν καὶ ἄνθρωποι γέροντες 60 καὶ 50
470ἐτῶν, τινὲς καὶ 65, ἄλλοι ἔκαμον ἐνστάσεις, ἄλλοι ὅμως δὲν
471ἔκαμον. Τώρα παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ
472μοι εἴπῃ ἂν οὗτοι κατατάσσονται εἰς τοὺς ἀνικάνους περὶ ὧν
473κάμνει μνείαν ὁ νόμος. Φρονῶ, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ γείνῃ περὶ τού-
474του μνεία τις.
475§35ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ καὶ διὰ τοὺς
476ἀνήλικας, διότι ἐκληρώθησαν καὶ πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι μόλις εἶναι
477δεκαπενταετεῖς.
478§36ΣΟΥΤΣΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ κάμω μίαν παρατήρησιν ὅπως λη-
479φθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ὁ νόμος ὁ περὶ ἐφεδρείας ἔχει σκοπὸν τὴν ἐξά-
480σκησιν τῶν πολιτῶν, καὶ ἐκεῖ εἴπομεν ὅτι καὶ οἱ ὑπηρετήσαντες
481ἐν τῷ στρατῷ δὲν πρέπει νὰ ἐξαιροῦνται. Δὲν ἠξεύρω δυνάμει
482τοῦ νέου νόμου ἂν πρέπει νὰ ὑποχρεώσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
483ἐκληρώθησαν νὰ ὑπηρετήσουν εἰς τὸν στρατόν. Δὲν ἤθελον εἶ-
484σθαι προτιμότερον, ἀφοῦ ἔχομεν τοὺς στρατολογικοὺς καταλό-
485γους τῶν ἀγόντων ἡλικίαν ἀπὸ 18–24 ἐτῶν, νὰ κληρώσωμεν
486ἐξ αὐτῶν; διότι, κύριοι, οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν ὑπηρετησάντων εἰς
487τὸν στρατὸν κατόπιν ἐνυμφεύθησαν.
488§37ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Σοῦτσον ὅτι ἐὰν
489προβῶμεν εἰς τοιαύτας προτάσεις, θὰ ἀκυρώσωμεν τὸν νόμον τὸν
490ὁποῖον ἐψηφίσαμεν.
491§38ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Πρὶν προβῶμεν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν,
492ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν ἂν θὰ ἐπιμείνῃ ὅπως οἱ ἐν τοῖς ναυτικοῖς
493μητρώοις ἐγγεγραμμένοι ἔλθωσιν εἰς τὴν ἐφεδρείαν. Κατ’ ἐμὴν
494κρίσιν νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ φέρῃ τούτους εἰς
495τὴν ἐφεδρείαν, ἀλλὰ νὰ τοὺς μεταχειρισθῇ εἰς τὴν ναυτικὴν
496ὑπηρεσίαν.
497§39ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Εἰς τὸν τελευταῖον περὶ ἐφεδρείας ψηφισθέντα
498νόμον τὸ ἄρθρον 5 διεγράφει ὅτι ἐξαιροῦνται οἱ ὀρφανοὶ πατρὸς,
499καὶ ὅσοι ἔχουν μητέρα ἢ ἀδελφὴν ἀνύπανδρον. Ἐὰν ὅμως τις
500ἔχῃ τρία ἢ τέσσαρα ἀνήλικα τέκνα, τί μέλλει γενέσθαι;
501§40ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν συζητοῦμεν ἤδη τὸν περὶ ἐφεδρείας
502νόμον. Κύριε πρόεδρε, τακτοποιήσατε τὴν συζήτησιν.
503§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου
504παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ
505παρεδέχθη.
506Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὰ ἄρθρα 1, 2, 3, καὶ 4
507ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς β. ἀνάγνωσιν.
508Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 5.
509§42ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐνταῦθα, κύριοι, ἔχω νὰ ὑποβάλω
510μίαν τροπολογίαν, ἥτις παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐν περι-
511πτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἐπιψηφισθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ,
512διότι νομίζω, ὅτι ἡ διαίρεσις τοῦ στρατοῦ εἰς δύω δὲν εἶναι ἀνά-
513λογος πρὸς τὴν διαίρεσιν τῆς χώρας.
514§43ΧΟΪΔΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἐμμένω εἰς τὰς ἰδέας μου τὰς ὁποίας
515ἐξήνεγκον, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ἐκθέσω ἐν πλάτει τὰς ἰδέας
516μου εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
517Κατόπιν ἐγένοντο δεκτὰ τὰ ἄρθρα 6, 7, 8, 9 καὶ 10.
518Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 11.
519§44ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον λέγει, ὅτι οἱ πε-
520ρισσεύοντες πέμπονται εἰς τὰς ἑστίας των· αὐτοὶ καθὼς καὶ οἱ
521ἐθελονταὶ εἶναι ὑπόχρεοι διὰ τριετῆ θητείαν;
522§45ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
523§46ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν θὰ ὑπηρετήσουν δίς.
524§47ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἡ ἐθελουσία κατάταξις δὲν ἀπαλλάττει
525τὴν δημοσίαν ὑποχρέωσιν· αὐτὸ ἐγένετο μέχρι τοῦδε, ὁ χρόνος
526ὅμως τῆς ὑπηρεσίας λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν.
527§48ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν ἡ ὑπηρεσία τὴν ὁποίαν ἔκαμε καὶ ὡς
528ἐθελοντὴς δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν.
529§49ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
530Κατόπιν ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐγένοντο δεκτὰ τὰ ἄρθρα 11,
53112, 13, 14, 15 καὶ 16, ἀνεγνώσθη δὲ καὶ τὸ ἄρθρον 17.
532§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον;
533§51ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγώ. Ἐπειδὴ θεωρῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμ-
534μένον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξουσιοδοτῇ τὴν Κυβέρνησιν νὰ με-
535ταβάλλῃ τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ καὶ θεωρῶ καὶ ὅτι δὲν
536συμφέρει νὰ γίνηται τοῦτο, τροποποιῶ τὸ ἄρθρον ὡς ἑξῆς· (ἀνα-
537γινώσκει τὴν τροπολογίαν).
538§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ἡ παραδεχό-
539μενοι τὸ ἄρθρον 17 παραλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται
540πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκεται)·
541ἔχει τις τὸν λόγον;
542§53ΡΙΚΑΚΗΣ. Μίαν μικρὰν προσθήκην προσθέτω εἰς τὸ ἄρθρον
54318, τὴν ἑξῆς. Τὸ πνεῦμα, κύριοι, τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευσε τὴν
544διάταξιν ταύτην τὸ ὁποῖον καὶ προηγουμένως ἐξεφράσθη ἐν τῇ
545Βουλῇ, εἶναι ὅτι ἕνεκα τῶν περιστάσεων τῶν παρελθουσῶν δὲν
546ἠδυνήθημεν νὰ εὐτυχήσωμεν νὰ ἔχωμεν ἀνωτέρους ἀξιωματι-
547κοὺς νὰ ἔχωσι τὰς στρατιωτικὰς γνώσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγ-
548καῖαι ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν καὶ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ.
549Ὁ λόγος αὐτὸς βεβαίως εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖος, ὥστε καὶ φι-
550λοτιμίας προσωπικὰς νὰ ἀφήσῃ κατὰ μέρος καὶ ἄλλας σκέψεις
551νὰ θεωρήσῃ δευτερευούσας· ἀλλὰ φρονῶ ὅπως εἶναι τεταγμένον
552τὸ ἄρθρον θέλει γεννήσει μεγάλα παράπονα, διότι δύναται νὰ
553ἐκληφθῇ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ εὐρωπαϊκὴν δύναμιν
554τρεῖς τοιούτους ἀξιωματικοὺς διὰ νὰ μείνουν ἐδῶ διὰ πάντοτε.
555Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, οὔτε ἡμεῖς τὸ δεχόμεθα, διότι
556τοὺς θέλομεν ὡς ὁδηγούς· δι’ αὐτὸ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου λέ-
557γω «νὰ καταταχθοῦν εἰς τὸν στρατὸν ἐπὶ 5 ἔτη.»
558§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 18 παρακαλοῦν-
559ται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
560Κατόπιν ἐγένοντο παραδεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα
56119 καὶ 20 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.
562§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγνωσθῶσι
563καὶ οἱ πίνακες, διότι ἐπὶ τῶν πινάκων ἐγένοντο παρατηρήσεις.
564§56ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἄρθρα τοῦ Νόμου οἱ πίνακες.
565§57ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Οἱ πίνακες οἱ τεθειμένοι εἰς τὸν νόμον
566τίποτε ἄλλο δὲν εἶναι εἰμὴ ἡ τακτικὴ διαίρεσις τῶν βαθμοφόρων.
567§58ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ πολλοῦ χρόνου ὑπεβλήθη νομοσχέ-
568διον ὑπὸ πολλῶν βουλευτῶν περὶ ἀνακτήσεως στρατιωτικοῦ
569βαθμοῦ· ἐπειδὴ αὐτὸ ἔχει σχέσιν, νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν
570διάταξιν.
571§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις.
572Ὥρα 10½ π. μ.