1877.06.06
870 στίχοι · 7.137 λέξεις · 98 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14
Τῆς 6 Ἰουνίου 1877.
(Δευτέρα)
Ὥρα 9 π. μ.
Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ νόμου περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ τελωνειακοῦ νόμου. Τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικοῦ διοργανισμοῦ διενεμήθη ἀπὸ χθές· ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νὰ προβῇ εἰς ά. ἀνάγνωσιν, ἢ νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν;
§2ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.
§3ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔλαβον χθὲς τηλεγραφικῶς ἀναφορὰν ἐκ μέρους διαφόρων πολιτῶν Δημητσάνης, παραπονουμένων κατὰ τῶν οἰκονομικῶν ἀρχῶν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοπρασιῶν.
§5ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§6ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν μοὶ ἀνέφερον τίποτε.
§7ΧΟΪΔΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, δύναταί τις νὰ φρονῇ ὅ,τι θέλει περὶ Χριστοῦ, καὶ τὰς ἰδέας του ν’ ἀποκρούῃ· δύναται νὰ τὸν καταδιώκῃ, νὰ τὸν μισῇ, νὰ τὸν βδελύσσεται, ὅσον θέλει καὶ ὅπως θέλει· ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ γινώσκω εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅτι ὁ Χριστὸς κατῆλθεν ἐπὶ τῆς γῆς, ὅτι ἐσταυρώθη, ὅτι διὰ τοῦ δόγματος τῆς ἀγάπης ἐπειράθη ν’ ἀνακαινίσῃ τὸν κόσμον, καὶ ὅτι καὶ τὸν τελευταῖον ἄνθρωπον ἐθεώρησεν ὅμοιον ἑαυτῷ, καὶ ὅτι σήμερον λατρεύεται παρὰ τῇ ἀνθρωπότητι, καὶ ὅτι ἡμέραν τινὰ σύμπασα ἡ ἀνθρωπότης θὰ παραδεχθῇ τὰς ἰδέας του, καὶ θ’ ἀναγνωρίσῃ αὐτὸν ὄχι μόνον Θεόν, ἀλλὰ Θεὸν Θεῶν καὶ ἀνθρώπων. Δύναταί τις νὰ φρονῇ ὅ,τι θέλει περὶ τοῦ Γαλιλαίου, νὰ τὸν μισῇ, καὶ ἀδίκως νὰ καταφέρεται· δύναται νὰ ἐπιβάλῃ αὐτῷ καὶ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, ἀλλὰ θὰ ἐπιστῇ στιγμὴ, καθ’ ἣν ἡ ἀνθρωπότης θὰ κλίνῃ γόνυ ἀπέναντι τοῦ Γαλιλαίου καὶ θὰ κηρύξῃ αὐτὸν σοφὸν, ὑπηρετήσαντα τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν ἐπιστήμην, καὶ καταδικασθέντα, διότι εἶπεν ὅτι ἡ γῆ κινεῖται περὶ τὸν ἥλιον, καὶ οὐχὶ ὁ ἥλιος περὶ τὴν γῆν. Δύναταί τις νὰ φρονῇ ὅ,τι θέλει περὶ τοῦ Πλάτωνος, νὰ τὸν καλῇ ἰδεολόγον, μωρόν, παράφρονα, ἀλλὰ θὰ ἐπιστῇ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ κλίνῃ τὸ γόνυ ἡ ἀνθρωπότης ἐνώπιον τοῦ Πλάτωνος καὶ θὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν μεγαλοφυΐαν, καὶ τὴν εὐγένειαν τὴν ὑψίστην τῆς μεγάλης καρδίας του. Δύναταί τις σήμερον νὰ φρονῇ ὅ,τι θέλει περὶ τοῦ Σωκράτους καὶ ὅπως θέλει, νὰ τὸν θεωρῇ ὡς διαφθορέα τῆς ἀνθρωπότητος, δύναται νὰ προσφέρῃ τὸ κώνειον εἰς αὐτὸν καὶ νὰ κόπτῃ τὸ νῆμα τῆς ζωῆς του, ἀλλὰ θὰ ἐπιστῇ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν θ’ ἀναγνωρίσῃ αὐτὸν ὡς σωτῆρα τῆς ἀνθρωπότητος καὶ ὡς τὸν μέγιστον τῶν φιλοσόφων. Δύναταί τις νὰ φρονῇ ὅ,τι θέλει καὶ ὅπως θέλει περὶ τῆς δημοκρατικῆς πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς, τῆς Ἑλβετίας καὶ τῆς Γαλλίας, δύναται νὰ φρονῇ ὅ,τι θέλει περὶ τῶν κοινωνιστῶν καὶ τῶν δημοκρατικῶν τῶν ἁπανταχοῦ εὑρισκομένων, δύναται νὰ τοὺς καταδιώκῃ, ἀλλὰ θὰ ἐπιστῇ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι οἱ δημοκρατικοὶ δὲν προσβάλλουσι τὴν περιουσίαν, τὴν τιμὴν, τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, ἀλλ’ ὑπὲρ αὐτῶν θνήσκουσιν, ἐλπίζοντες, ὅτι θ’ ἀναπλάσωσι τὴν ἀνθρωπότητα διὰ τοῦ αἵματός των. Ἐν Πάτραις, κύριοι, συνεστήθη δημοκρατικὸς σύλλογος, ἐπιδιώκων οὐχὶ διὰ βιαίων μέσων τὴν ἀνατροπὴν τῶν καθεστώτων καὶ τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ τὴν ἀνάπλασιν τῆς Ἑλλάδος διὰ τῶν δημοκρατικῶν ἰδεῶν καὶ φρονημάτων. Τὰ μέλη τοῦ συλλόγου τούτου συνελήφθησαν καὶ ἐφυλακίσθησαν, ὁ χρόνος δὲ θ’ ἀποδείξῃ ἐὰν ἔκαμον παρανομίαν ἢ ἄλλοι παρηνόμησαν. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τῶν ἰδεῶν των, οὐδὲ περὶ τῶν ἰδεῶν τῶν ἀντιπάλων των, ἀλλὰ περὶ τῆς προσβληθείσης προσωπικῆς ἐλευθερίας αὐτῶν παρὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς κειμένους νόμους. Ὁ δημοκρατικὸς σύλλογος, συγκείμενος κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ νέων δημοκρατικῶν κατά τε τὴν διάνοιαν καὶ τὴν ψυχὴν, προέβη εἰς ἔκδοσιν ἐφημερίδος· θὰ ἀναγνώσητε τὴν ἐφημερίδα, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι οὐδαμοῦ ὑπάρχει πρόκλησις εἰς τὰ ὅπλα, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς ἀνατροπῆς τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ἰδέαι δημοκρατικαὶ, ἰδέαι πρὸς ἀνάπλασιν τῆς ἀνθρωπότητος. Ἐπίστευεν ὁ σύλλογος ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ καταδιωχθῇ ἡ διάνοια· ἀλλ’ ὁ εἰσαγγελεὺς κ. Λυμπεράκης προέβη εἰς τὴν σύλληψιν καὶ φυλάκισιν, παραβιάσας τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τῶν ἀτόμων.
§8ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ εἰσαγγελεὺς αὐτὸς ἦτον εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας πρὸ δεκαπέντε ἡμερῶν.
§9ΧΟΪΔΑΣ. Αὐτὸ συνέβη πρὶν ἔλθει. Προέβη εἰς τὴν καταδίωξιν ἐκείνων, οἵτινες οὐχὶ διὰ τῆς βίας ἐπεδίωξαν τὴν ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ διὰ τῆς διδασκαλίας ἐπεζήτησαν τὴν ἀνάπλασιν τῆς ἀνθρωπότητος.
§10ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ποίαν Κυβέρνησιν νομίζετε ὅτι ὑπηρέτησε;
§11ΧΟΪΔΑΣ. Τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Βούλγαρη.
§12ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ τί σημαίνει τοῦτο; καὶ σεῖς τὴν ὑπηρετήσατε. Ὁ κ. Λυμπεράκης διακρίνεται ὡς εἷς τῶν καλλιτέρων Εἰσαγγελέων (θόρυβος). Εἰργάσθη ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν καὶ ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του πολλάκις ὡς εἷς τῶν καλλιτέρων Εἰσαγγελέων (θόρυβος).
§13ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι ἔχουσι δίκαιον νὰ διατείνωνται ὅτι γνωρίζουσι κάλλιον ἐμοῦ τὸν κ. Λιμπεράκην, διότι οὐδεὶς τὸν γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ. Τὸν ἐγνώρισα πρῶτον ἐν Χαλκίδι.
§14ΤΙΝΕΣ. Ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§15ΧΟΪΔΑΣ. Μὲ διέκοψαν καὶ ἐπιθυμῶ ν’ ἀπαντήσω. Τὸν κ. Λιμπεράκην τὸν ἐγνώρισα ὡς Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν καὶ εἶδον αὐτὸν ὄργανον Κυβερνήσεως αὐταρχικῆς. Κύριοι συνάδελφοι errare humanum est, perseverrare diavolicum, τὸ πλανᾶσθαί ἐστιν ἀνθρώπινον, τὸ ἐπιμένειν εἰς τὴν πλάνην διαβολικόν. Ὅταν ἀκούσετε τοὺς λόγους, θὰ ἐννοήσετε, ὅτι οὐχὶ ἐξ ἰδεῶν στηριζομένων ἐπὶ τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐξ ἄλλων ἰδεῶν ὁρμώμενος προέβη εἰς τὴν σύλληψιν καὶ καταδίωξιν αὐτῶν τῶν ἀτόμων.
§16ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ δὲν εἶναι καθήκοντα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.
§17ΧΟΪΔΑΣ. Νομίζετε, ὅτι ἐγὼ δὲν γινώσκω ὅτι δὲν ὑπάρχει συνάφεια μεταξὺ τῶν ἐξουσιῶν, καὶ ἠθελήσατε νὰ μοὶ καταδείξετε τὴν διαφορὰν τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης; Ἀποτείνωμαι ἤδη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸν ὄντως δίκαιον, τὸν ἄνθρωπον ὅστις ἀποδέχεται πληρέστατα τὰς ἰδέας αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, καίτοι συνταγματικὸς πολίτης (ἱλαρότης). Οἱ δημοκρατικοὶ τῶν Πατρῶν ἐξέδοντο ἐφημερίδα, ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τῆς ὁποίας ἔθεντο τὰς ἑξῆς ἀξιοπαρατηρήτους λέξεις ἐρειδομένας ἐπὶ τὴν ἱστορίαν καὶ τὴν ἐπιστήμην· «Ἡ ἐπανάστασις εἶναι ὁ νόμος τῆς προόδου». Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἡ ἐπανάστασις, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ νόμος τῆς προόδου; Ἐνθυμεῖσθε τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τοῦ 1861; Τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς Πατρίδος τὴν ἐκλέξασαν ὑμᾶς Πρόεδρόν της; Τὸν ἀγαθὸν ἀλλ’ αὐταρχικὸν Βασιλέα; Δὶς ἠθέλησε ν’ ἀντιτάξῃ τὴν θέλησίν του εἰς τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους, καὶ νὰ ῥαπίσῃ αὐτό, ἀλλ’ ἠνάγκασε τὸ ἔθνος νὰ βάλῃ τὸν λίθον κατὰ τοῦ θρόνου. Ἐνθυμεῖσθε σεῖς ὅταν εἴδατε τὸν Βασιλέα αὐτὸν παραβιάζοντα τοὺς νόμους τῆς πολιτείας, τί ἐκάματε; Τί ἐγένετο τότε; ἐπανάστασις. Ἡ Πατρίς μας, εἴπατε, ἐπιβάλλει ἡμῖν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ γίνωμεν ἐπαναστάται, καὶ νὰ ῥαπίσωμεν ἐκεῖνον ὅστις τοὺς νόμους τῆς Πατρίδος παραβιάζει. Ἐν τούτοις εἰς τὴν διάνοιαν τοῦ κ. Λιμπεράκη τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ φιλελευθέρου καὶ δικαίου δὲν ἠδυνήθη νὰ εἰσδύσῃ ἡ ἰδέα αὕτη· ἐθεωρήθη ἀποτρόπαιος, μοχθηρά, καὶ οὕτως συνέλαβεν ἄλλην ἰδέαν, ὅτι παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ ἐπανάστασις εἶναι ὁ πρώτιστος νόμος τῆς προόδου, παρανομοῦμεν· συνέλαβε τὴν ἰδέαν νὰ ῥίψῃ εἰς τὰς φυλακὰς ἐκείνους, οἵτινες τοιοῦτον νόμον ἀνέγραψαν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἐφημερίδος. Ἂς σκέπτεται οὕτω καὶ ἂς ἀποφασίσῃ τὸν νόμον ὁ κ. Λιμπεράκης, ἀλλὰ δύνασθε σεῖς ν’ ἀποκρούσητε τὸν νόμον αὐτόν; Οἱ Θεσσαλοί, οἱ Κρῆτες, οἱ Θρᾶκες κλπ. ἀφοῦ τυραννοῦνται ἐν τῇ πατρίδι των, δὲν πρέπει νὰ κάμωσι χρῆσιν τοῦ πρωτίστου νόμου τῆς ἐπαναστάσεως; Ἂς σκέπτεται ὅπως θέλῃ καὶ ἂς ἐνεργῇ ὅπως θέλει ὁ κ. Λιμπεράκης, φθάνει νὰ μὴ παραβιάζῃ τοὺς νόμους. Κύριοι, ὁστιδήποτε ἐγκληματίας πρὶν προσβάλλει τὴν σφαῖραν τοῦ δικαίου εἶναι ἀκαταδίωκτος· ὁ ἄνθρωπος βουλεύεται ἐν ἑαυτῷ, ἐκ τῆς βουλήσεως μεταβαίνει εἰς τὴν ἀπόφασιν, καὶ ἐκ τῆς ἀποφάσεως εἰς τὴν ἐκτέλεσιν διὰ τῆς ὁποίας προσβάλλει τὴν σφαῖραν τοῦ δικαίου· ὅταν ἡ ἰδέα ἡ συλληφθεῖσα πραγματοποιηθῇ εἰς τὸν ἐξωτερικὸν κόσμον, ἢ διὰ τῆς πλήρους ἐκτελέσεως ἢ διὰ τῆς ἀποπείρας, τότε ἀναμφισβητήτως τὸ δίκαιον ἐγείρεται κατὰ τοῦ ἀτόμου, οἱ νόμοι τῆς πολιτείας ἐπιπίπτωσι κατ’ αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐνόσῳ ὁ ἐγκληματίας, ὅσον μέγιστος καὶ ἂν ᾖναι, ὅσον οἰκτρὰ αἰσθήματα καὶ ἂν ἔχῃ, διανοεῖται καὶ βουλεύεται μόνον, δὲν προσβάλλει τὸν ἐξωτερικὸν κόσμον, καὶ εἰς οὐδένα ἑπομένως ἐπιτρέπεται νὰ καταδιώξῃ τὴν διάνοιαν. Ὅσον δήποτε καὶ ἂν ἤθελαν οἱ νέοι τῶν Πατρῶν ν’ ἀνατρέψωσι τὸ πολίτευμα, ν’ ἀνατρέψωσι τὴν πολιτείαν, νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν ἀνάπλασιν τῆς ἀνθρωπότητος δὲν ἠδύναντο νὰ συλληφθῶσι καὶ καταδιωχθῶσι, ἐὰν δὲν ἔπραξαν πρᾶξιν διὰ τῆς ὁποίας προσβάλλονται οἱ νόμοι τῆς Ἑλλάδος, μολονότι ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις ἐργάζεται ὑπὲρ ἰδέας τινός, εἰς οὐδὲν πρέπει νὰ λογίζεται τὴν ποινὴν ὅσον μεγάλη καὶ ἂν εἶναι. Δὲν ἐμποιεῖ ἡ ποινὴ θλῖψιν, ἀλλὰ τὸ ἔγκλημα, ἔγκλημα δὲ πράττει ὅστις παραβαίνει τοὺς νόμους τούς τε δικαιολογικοὺς καὶ τοὺς ἠθικούς. Οἱ λειτουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης, οἱ κληθέντες ὅπως ἐφαρμόσωσι τοὺς νόμους τῆς πολιτείας, παρεβίασαν αὐτούς. Καὶ κατ’ οὐσίαν μὲν τὰ ἄρθρα 11 καὶ 12 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τύπον δὲ τὸ 5 ἄρθρον. Ἀκούσατε τί λέγει τὸ ἄρθρον 11 (τὸ ὁποῖον σεῖς ἐνομοθετήσατε· εἶναι περιττὸν νὰ τὸ ἀκούσῃ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἦτον ὁ πρῶτος ὑποστηρικτὴς αὐτοῦ καὶ δὲν θὰ θελήσῃ ἐν γνώσει νὰ τὸ παραβιάσῃ) (τὸ ἀναγινώσκει). Πέντε, 10, 30 δημοκρατικοὶ ἢ καὶ κοινωνισταὶ συνεταιρισθέντες ἐν Πάτραις ἐσύστησαν σύλλογον κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δὲν προέβησαν νὰ ζητήσωσιν ἄδειαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐδεμίαν παρέβησαν διάταξιν τῶν νόμων τῆς πολιτείας. Πράξαντες τοῦτο κατὰ τί παρέβησαν τὸ Σύνταγμα; καὶ κατὰ τῆς μὴ παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος τίς ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἀνακριτὴν νὰ προβῇ εἰς σύλληψιν καὶ φυλάκισιν αὐτῶν; παρέβησαν ἢ δὲν παρέβησαν τὸ 10 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος; οὐχί· εἶναι ἄξιοι τιμωρίας; Ἄρθρον 14 (τὸ ἀναγινώσκει). Ἂς μοὶ εἴπῃ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ πρωτοδικείου τῶν Πατρῶν καὶ ὁ ἀνακριτής, οἱ προβάντες εἰς τὴν σύλληψιν καὶ φυλάκισιν τῶν μελῶν αὐτῶν τῶν δημοκρατικῶν, κατὰ τί παρέβησαν τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας; κατ’ οὐδέν. Εἰργάσθησαν ὑπὲρ τῆς χριστιανικῆς θρησκείας, διότι ἐδίδασκον ὅτι οὐδεμία διαίρεσις ὑπάρχει μεταξὺ ἀνθρώπων καὶ ἀνθρώπων, ὅτι ἐγεννήθημεν ὅλοι ἐκ τῆς αὐτῆς μητρός, ὅτι εἴμεθα ὅλοι ἀδελφοί, ὅτι τὰ πλούτη καὶ ἡ ὑπερηφάνεια εἰσὶ μηδέν, ὅτι εἴμεθα τέκνα τοῦ αὐτοῦ πατρός, ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφορὰ οὔτε μεταξὺ ὑπουργῶν, οὔτε Βασιλέων ἢ Αὐτοκρατόρων, οὔτε δικαστῶν καὶ διδασκάλων. Τὸν Χριστὸν ἐπικαλοῦνται καὶ τὴν θρησκείαν τοῦ Χριστοῦ, καὶ διὰ τοῦτο μόνον τιμωροῦνται καὶ ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῶσιν ὅπως καὶ ὁ διδάσκαλός των· μήπως αὐτὸς δὲν ἐδόξασε τὴν ἀνθρωπότητα καὶ οἱ παράνομοι ἀνεβίβασαν αὐτὸν ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ; Ποῦ ἐν τῇ ἐφημερίδι ὑπάρχει ἡ φράσις ἡ προκαλοῦσα τὸν λαὸν εἰς τὰ ὅπλα, προκαλοῦσα τὴν ἀνατροπὴν τοῦ θρόνου καὶ τοῦ ἐπ’ αὐτοῦ καθημένου Ἡγεμόνος Γεωργίου; Οὐδαμοῦ. Ἰδού, κύριοι βουλευταὶ καὶ κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεως τῶν κατηγορούντων πρῶτον ὅτι συνώμοσαν συνερχόμενοι ἐν κρυπτῷ εἰς ἰδιαιτέρας ἡμέρας καὶ ὥρας θέλοντες νὰ μεταβάλωσι τὸ καθεστὼς πολίτευμα καὶ διώξωσι τὸν Βασιλέα Γεώργιον τὸν Αʹ,» Οὐδὲν τοιοῦτον καταφαίνεται ἐνταῦθα, ἐκτὸς ἐὰν θέλουν νὰ καταδιώξουν τὴν διάνοιαν, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι οἱ νόμοι τῆς πολιτείας ἡμῶν δὲν καταδιώκουσι τὴν διάνοιαν· ἐὰν κατεδιώκετο ἡ διάνοιά μου, δὲν θὰ ἤμην πολίτης ἐλευθέρας πολιτείας, ἀλλὰ πολιτείας Κάφρων καὶ Μογγόλων. Κατὰ τοῦτο παρεβίασαν ὁ εἰσαγγελεὺς τὸ Σύνταγμα εἰς τὴν 14 διάταξιν αὐτοῦ «ἐπροσεπάθησαν διὰ συστάσεων...»
§18ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ φράσις αὕτη τίθεται ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅμως.
§19ΙΩ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐκπληροῦτε καθήκοντα ἐφετείου;
§20ΧΟΪΔΑΣ. Θὰ ἀκούσητε· ἐκπληρῶ καθήκοντα ἐλευθέρου πολίτου καὶ ἀντιπροσώπου.
§21ΙΩ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀφοῦ δικάζεται...
§22ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν δικάζω — Ἐάν ἐπετρέπετο ἡ καταδίωξις τῆς ἰδέας, ἀναμφισβητήτως ταύτην τὴν ὥραν οὐχὶ μόνον αὐτοί, ἀλλὰ ἑκατὸν ἑξήκοντα οἵτινες εἰσὶ δημοκρατικοί, ὅλοι θὰ ᾖναι εἰς τὰς φυλακάς, «γʹ. προσέβαλον τὴν αὐτοῦ Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα Γεώργιον.» Ἀναγνώσατε, κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ἐφημερίδα αὐτήν, ἀπὸ τοῦ πρώτου γράμματος μέχρι τοῦ τελευταίου καὶ ἀπαντήσατε εἰς τὸν εἰσαγγελέα καὶ τὸν ἀνακριτὴν ἐὰν ὑπάρχῃ οὐδαμοῦ φράσις μία, ἥτις δύναται νὰ λογισθῇ τοιαύτη ὥστε νὰ προσβάλῃ τὸν Βασιλέα· ταῦτα κατ’ οὐσίαν. Κατὰ τύπους παρεβίασαν τὸ 4 καὶ 5 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Καὶ διὰ τὴν παράβασιν ταύτην ζητῶ τὴν προσοχὴν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ πεισθῇ ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι δὲν παρεβιάσθησαν αἱ διατάξεις 4 καὶ 5 τοῦ Συντάγματος παρὰ τῶν μελῶν τοῦ Συλλόγου, ἀλλὰ παρὰ τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ τοῦ εἰσαγγελέως, καὶ ἀφοῦ πεισθῇ βεβαίως θὰ τιμωρήσῃ τὸν μὲν εἰσαγγελέα διὰ μέσου παύσεως, τὸν δὲ ἀνακριτὴν δι’ εἰσαγωγῆς εἰς τὸ συμβούλιον.
§23ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐὰν πράξῃ αὐτό, θὰ ἐπέμβῃ εἰς τὰ δικαστικὰ καθήκοντα καὶ θὰ τὸν εἰσάξωμεν εἰς δίκην.
§24ΧΟΪΔΑΣ. Γινώσκω αὐτὸ καὶ διὰ τοῦτο εἰς οὐδένα ἐπιτρέπω νὰ συγχύζῃ τὰς ἐξουσίας ταύτας. Σωστὰ, σωστὰ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἐκηρύχθην ὑπὲρ τῆς μὴ συγκρούσεως τῶν ἐξουσιῶν καὶ διὰ τοῦτο μὲ βλέπετε ἐδῶ πάντοτε ὑπερασπίζοντα αὐτὴν τὴν ἰδέαν καὶ καταπολεμοῦντα τὰς παρεκτροπὰς, ὥστε ἡ μομφὴ αὕτη δὲν ἀνήκει εἰς ἐμέ. Τὸ ἄλλο ἄρθρον τοῦ Συντάγματος λέγει, ὅτι ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἀπαραβίαστος, οὐδεὶς καταδιώκεται, συλλαμβάνεται ἢ φυλακίζεται, εἰμὴ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει. Ἡ διάταξις αὕτη ἐτηρήθη; οὐχί. Συνέλαβον ἄνευ ἐντάλματος τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς καὶ τοὺς ἀπήγαγον εἰς τὰς φυλακάς. Ἄρθρον πέμπτον τοῦ Συντάγματος. «Ἐξαιρουμένου τοῦ ἐπ’ αὐτοφόρῳ ἐγκλήματος, οὐδεὶς συλλαμβάνεται οὐδὲ φυλακίζεται ἄνευ ᾐτιολογημένου δικαστικοῦ ἐντάλματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συλλήψεως ἢ προφυλακίσεως. Ὁ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ δι’ ἐντάλματος συλλήψεως κρατηθεὶς προσάγεται ἄνευ ἀναβολῆς εἰς τὸν ἁρμόδιον ἀνακριτὴν, ὅστις ὀφείλει ἐντὸς τὸ πολὺ τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς προσαγωγῆς του εἴτε νὰ ἀπολύσῃ αὐτὸν, εἴτε νὰ ἐκδώσῃ κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως. Παρελθουσῶν τῶν τριῶν ἡμερῶν χωρὶς νὰ ἐκδοθῇ ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως, πᾶς δεσμοφύλαξ ἢ ἄλλος ἐπιτετραμμένος τὴν κράτησιν τοῦ συλληφθέντος, εἴτε πολιτικὸς ὑπάλληλος εἶναι εἴτε στρατιωτικὸς, ὀφείλει νὰ ἀπολύσῃ αὐτὸν παραχρῆμα. Οἱ παραβάται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων τιμωροῦνται ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει». Ἐτηρήθησαν αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου τούτου; οὐχί. Συνελήφθησαν καὶ παρεδόθησαν εἰς τὸν ἀνακριτὴν ἄνευ ἐντάλματος συλλήψεως, χωρὶς ἐπ’ αὐτοφόρῳ νὰ συλληφθῶσιν, καὶ παρῆλθον οὐχὶ τρεῖς ἀλλ’ ἓξ ἡμέραι ἀπὸ τῆς συλλήψεώς των μέχρι τῆς ἐκδόσεως ἐντάλματος φυλακίσεως. Παρεβιάσθησαν ἢ δὲν παρεβιάσθησαν καὶ κατ’ οὐσίαν καὶ κατὰ τύπους αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Νόμου; Ναί. Τὴν τοιαύτην πρᾶξιν καταγγέλλω τῷ ὑπουργῷ τῆς Δικαιοσύνης καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ πεισθῇ ἐπὶ τὰ πράγματα ἐρειδόμενος ὅτι ἀληθῶς παρεβιάσθησαν οἱ νόμοι τῆς πολιτείας, νὰ πατάξῃ τοὺς παραβάτας. Κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης! παρακαλῶ νὰ μελετήσητε τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ ἂν πεισθῆτε, ὅτι παρεβιάσθη ὁ νόμος, νὰ προκαλέσητε τὴν τιμωρίαν τῶν μελῶν τοῦ Συλλόγου ἄλλως νὰ ἐνεργήσητε, ὥστε οἱ ἀδίκως καταδιωκόμενοι ν’ ἀπολυθῶσι νομίμως διὰ νὰ ἐργασθῶσιν ὑπὲρ τῆς πραγματώσεως τῆς ἰδέας των. Σᾶς παραδίδω καὶ μίαν ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν μοὶ γράφουν οἱ φυλακισθέντες.
§25Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης οὐδὲν γινώσκει περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ γινώσκῃ, καὶ ὤφειλε νὰ μὴ γινώσκῃ, διότι ὡς εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστὸν, ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητος τῶν ἑτέρων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους. Σήμερον ὁ κ. Χοϊδᾶς κατήγγειλε τὸν εἰσαγγελέα ὅτι παρεβίασε τὸ ἄρθρον 4 καὶ 5 τοῦ Συντάγματος. Ἐπὶ μόνου δὲ τούτου δύναται τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ ἐξηγήσεις παρὰ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν, διότι ὡς γνωρίζει ὁ κ. Χοϊδᾶς, ἐν Πάτραις ὑπάρχει καὶ ἀνώτατος ἐπόπτης τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν λοιπῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουν εἰς τὸν δημοκρατικὸν σύλλογον, δὲν εἶναι ἔργον οὔτε τῆς νομοθετικῆς οὔτε τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ὑπάρχει ἡ ὑπόθεσις, θέλει ἀποφανθῆ, καὶ εἰς αὐτὴν ἐναπόκειται ν’ ἀποφασίσῃ ἂν ὁ εἰσαγγελεὺς ἔπραξε κατὰ τὸν νόμον διατάξας τὴν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης προσαγωγὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν τὸν δημοκρατικὸν σύλλογον. Ὀφείλω ὅμως νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν κύριον Χοϊδᾶν, ὅτι λίαν αὐστηρῶς προσηνέχθη πρὸς τὸν ἐν Πάτραις εἰσαγγελέα τῶν πρωτοδικῶν κ. Λυμπεράκην. Ὀφείλω ὡς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁσάκις δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ δικαίας μομφῆς κατ’ ἀνωτάτων λειτουργῶν τοῦ ὑπουργείου τούτου, νὰ μὴ ἀφίνω τὰς μομφὰς ἄνευ παρατηρήσεως, διότι οὕτω καὶ ἡ πίστις καὶ ἡ ἐνέργεια τῶν ὑπαλλήλων κλονίζεται, καὶ ἐξηγοῦμαι. Ὁ κ. Χοϊδᾶς κατήγγειλε τὸν κ. Λυμπεράκην ὡς ὑπηρετήσαντα ὅλας τὰς δεσποτικὰς Κυβερνήσεις· τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι ὁ κ. Λυμπεράκης ὑπηρέτησεν ὑπ’ αὐτὰς ἐκείνας τὰς Κυβερνήσεις, τὰς ὁποίας λίαν ἐντίμως ὑπηρέτησε καὶ ὁ κ. Χοϊδᾶς. Ὁ κ. Λυμπεράκης ὡς εἰσαγγελεὺς ὑπηρέτησεν ὑπὸ τὸ ὑπουργεῖον τὸ ὑπ’ ἐμοῦ προεδρευόμενον, ὑπηρέτησεν ὑπὸ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὑπὸ τὸν κ. Δεληγεώργην. Ὁ κ. Χοϊδᾶς ἀνὴρ ἀκέραιος διετέλεσεν εἰσαγγελεὺς ὑπ’ αὐτὰς ταύτας τὰς Κυβερνήσεις καὶ θέλει ὁμολογήσει ἂν αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι ὑπῆρξαν δεσποτικαὶ ἢ ὄχι. Ὁ κύριος Λυμπεράκης εἶναι ὑπάλληλος ἀρχαιότατος καὶ ἐντιμότατος· εἶναι πιθανὸν νὰ ἐπλανήθη, ὁ δὲ κ. Χοϊδᾶς καθ’ ἑκάστην μᾶς ἐπαναλαμβάνει ἀπὸ τοῦ βήματος «errare humanun est·» ἀλλ’ εἶναι προτιμότερον, κύριοι, ἂν ἀληθῶς ἐπλανήθη, ν’ ἀφήσωμεν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν νὰ πλανᾶται παρὰ ἡ ἐκτελεστικὴ καὶ νομοθετικὴ νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ καθήκοντα ἐκείνης· τὸ τοιοῦτον θὰ ἔχῃ πολὺ χειροτέρας συνεπείας παρ’ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ἐπιφέρῃ μία πλάνη εἴτε τοῦ εἰσαγγελέως, εἴτε τοῦ ἀνακριτοῦ· διότι ἡ πλάνη αὕτη δύναται νὰ διορθωθῇ, ὑπάρχοντος ἐκεῖ ἀνωτέρου δικαστηρίου, ἡ ἐπέμβασις ὅμως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἢ τῆς ἐκτελεστικῆς εἰς τὰ καθήκοντα τῆς δικαστικῆς ἤθελε φέρει τὸ χάος ἐντὸς τῆς πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας.
§26ΧΟΪΔΑΣ. Ὅταν εἶπον ὅτι ὁ κ. Λυμπεράκης ὑπηρέτησεν ὑπὸ δεσποτικὰς Κυβερνήσεις, δὲν ἠννόησα τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δεληγεώργη ἢ τὴν τοῦ κ. Ζαΐμη ἢ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἀλλὰ μόνον τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Βούλγαρη, ὑπὸ τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ὑπηρέτησα, καὶ ὁσάκις μὲ εὗρεν εἰσαγγελέα ἀμέσως ἐδέχθη τὴν παραίτησίν μου, διότι ἐθεώρουν αὐτὴν καὶ δεσποτικήν· ὁσάκις ὡσαύτως δὲν ἠρεσκόμην εἰς τὴν πολιτείαν τῶν ἄλλων Κυβερνήσεων, παρητούμην· τοῦτο ἔπραξα ἐπὶ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὅστις ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμέρας μὲ ἐπίεζε νὰ μείνω εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν δύναμαι νὰ μείνω, τῷ εἶπον, διότι νομίζω ὕβριν τὸ διάγγελμα τὸ ὁποῖον ἐστείλατε εἰς τὴν Συνέλευσιν. Γνωρίζω, κύριοι, καλῶς, ὅτι ἡ ἀνάμιξις τῶν ἄλλων ἐξουσιῶν εἰς τὴν δικαστικὴν φέρει ὄλεθρον, ἐγὼ ὅμως ἐπὶ τοῦ προκειμένου κατήγγειλα ῥητὴν πρᾶξιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἐπιφέρῃ θεραπείαν (Θόρυβος).
§27ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Ζαΐμη θεωρῶ περιττὴν πᾶσαν συζήτησιν· ὀφείλω μόνον νὰ παρατηρήσω εἰς τὸ κ. Χοϊδᾶν ὅτι εἰς τὰς ἐπερωτήσεις αὐτὰς δὲν πρέπει νὰ χρονοτριβῶμεν, διότι ἔχομεν ἄλλα σπουδαιότερα ἔργα· ἄλλως τε δὲ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι Συνέλευσις ἐνώπιον τῆς ὁποίας ἕκαστος νὰ δογματίζῃ κατὰ τὰς πεποιθήσεις του, εἶναι νομοθετικὴ ἐξουσία, ἔχουσα ὡρισμένην τροχιὰν, ἣν διαγράφει ἀκριβῶς τὸ Σύνταγμα. Ποῖος εἶναι ὁ ὅρος τῆς ἐπαναστάσεως, ποῖος εἶναι ὁ ὅρος τῆς προόδου δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλή· ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐφέρθη ὁ ἐν Πάτραις Εἰσαγγελεὺς, τὰ πράγματα θὰ τὸ ἀποδείξωσιν· ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐφέρθη κάλλιστα κατὰ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤγειραν πόλεμον κατὰ τῆς κοινωνίας, πόλεμον κατὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐζήτουν ἀνατροπὰς καὶ συνωμοσίας, καὶ ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ὑπόθεσιν, ταύτης ἐπελήφθη ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Ὁ κύριος Χοϊδᾶς εἶναι δικαστικὸς ἄνθρωπος· τὸν ἐρωτῶ, ἂν ὡς εἰσαγγελεὺς συνελάμβανεν ἄνθρωπόν τινα, παρενέβαινε δὲ εἰς τὴν πρᾶξίν του ταύτην ἡ Βουλὴ, τί θὰ ἔλεγε; θὰ ἔλεγεν ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία παρεμβαίνει εἰς τὰ καθήκοντά του. Καὶ ὅμως τοιοῦτόν τι σήμερον ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλήν· νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς ταῦτα νὰ παύσωσιν.
§28ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγένετο, κύριοι, συζήτησις μακρὰ ἐν ὀνόματι ἑνὸς συλλόγου καὶ ἔχω τὸ καθῆκον ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας νὰ σᾶς εἴπω ὅτι σύλλογος τοιοῦτος οὔτε ὑπῆρξε, οὔτε ὑπάρχει. Τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ δηλώσω, διότι εἶναι μόνον ὀκτὼ νέοι, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν εἰς ἑαυτοὺς αὐτὴν τὴν ἐπωνυμίαν καὶ οἱ ὁποῖοι οὔτε κἂν ἔχουν τὴν νόμιμον ἡλικίαν, οὐδεὶς ἕτερος ἐμιμήθη αὐτούς. Ἐκεῖνο μάλιστα ὅπου ἐπὶ τοῦ προκειμένου εὑρίσκω εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς ἔδωσε πλειοτέραν σπουδαιότητα εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν παρ’ ὅπως ἦτο ἀξία, καὶ ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεσθῇ νόμιμον λόγον πρὸς ἀποκλεισμὸν τοῦ ἀξιοποίνου, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ εἰσαγγελεὺς δὲν εἶναι ἁρμόδιος ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς διανοητικῆς καταστάσεως τῶν κατηγορουμένων, τὸ τοιοῦτον δὲν ἐγίνετο.
§29ΧΟΪΔΑΣ. Ἠδυνάμην, κύριοι, νὰ δεχθῶ τὴν μεγίστην τῶν ποινῶν, τὸν θάνατον, καὶ μυρίας ἄλλας βασάνους, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ν’ ἀνεχθῶ τὴν ὕβριν.
§30ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ ὑμῶν.
§31ΧΟΪΔΑΣ. Εἶναι ὕβρις κατὰ τὰς διανοίας παντὸς ἀνθρώπου σκεπτομένου εἴτε κοινωνικῶς εἴτε δημοκρατικῶς, τὸ νὰ θεωρῇ ὁ κ. Ῥικάκης φρενοβλαβεῖς πάντας τοὺς δημοκράτας.
§32ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥικάκης εἶπεν ὅτι εἶναι ἀνήλικες.
§34ΧΟΪΔΑΣ. Οἱ ὀκτὼ δημοκράται τῶν Πατρῶν εἶναι ἐπιστήμονες σκεπτόμενοι ὅπως πᾶς ἐλεύθερος πολίτης δύναται νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς πατρίδος του, ὅπως ὁ Ματσίνης ἐσκέπτετο, ὁ Γαριβάλδης, ὁ Μουτιὲ, ὅπως εἰς τὴν Γερμανίαν ὁ Μὲξ, καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν ὁ Λίγκολι, ὅπως εἰς τὴν ἀρχαίαν πολιτείαν τῶν Ἀθηνῶν ὁ Πλάτων καὶ Ἀριστοτέλης.
§35ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἴσια κ’ ἴσια, (Θόρυβος).
§36ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν ἔχουν ἀνάγκην τῆς ἐπιστήμης σας, κύριε Ῥικάκη, ἐπικαλοῦνται τοὺς νόμους τῆς πολιτείας.
§37ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔρχομαι, κύριοι, νὰ ἐπικαλεσθῶ ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ἐξέδωκεν ἄλλοτε ἡ Βουλὴ ὅταν εὑρίσκετο εἰς τακτικὴν Σύνοδον καὶ τὴν ὁποίαν πολὺ περισσότερον πρέπει νὰ ἐπαναλάβωμεν ἤδη, εὑρισκόμενοι εἰς τὴν 22αν ἡμέραν τῶν συνεδριάσεών μας καὶ κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐκάμαμεν τίποτε· προτείνω νὰ ὁρισθῇ τακτικὴ ἡμέρα καθ’ ἣν νὰ γίνωνται ἐπερωτήσεις καὶ ἄλλαι συζητήσεις ἐπὶ ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα δὲν εὑρίσκονται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§38ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν Κυριακήν.
§39ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂν δὲ μὲ εἰπεῖ τις ὅτι οὕτω θέλομεν νὰ κλείσωμεν τὸ στόμα ἐκείνων οἵτινες ἤθελον ὁμιλήσει καὶ ἐπὶ ἀντικειμένων, ἅτινα ἤθελον θεωρηθῆ κατεπείγοντα, προτείνω ὁ μέλλων νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοιούτου τινὸς ν’ ἀναγγείλῃ πρῶτον τὸ ἀντικείμενον, ἡ δὲ Βουλὴ νὰ ἐρωτᾶται ἐὰν θέλῃ ν’ ἀκούσῃ ἢ ὄχι.
§40ΣΟΥΤΣΟΣ. Οὐδέποτε θὰ συνέλθωμεν τὴν Κυριακὴν, παρακαλῶ δὲ πρὶν ἀποφασίσωμεν νὰ μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ κάμω ἐπερώτησιν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ ἀντικειμένου ἀφορῶντος τὴν πειθαρχίαν.
§41Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐμποδίσωμεν τοὺς βουλευτὰς ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκπληροῦν τὸ καθῆκόν των· εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ περιορίσωμεν τὰς συζητήσεις, διότι διαγράφονται εἰς τὸ Σύνταγμα.
§42ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ πρότασίς μου βασίζεται εἰς προηγουμένην ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· ἐγὼ εἶπον νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος καθ’ ἣν θὰ γίνωνται ἐπερωτήσεις, ὥστε νὰ μὴ παραμελεῖται ἡ ἡμερησία διάταξις.
§43Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος πλανᾶται· τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως ἔχει ὁ βουλευτὴς κατὰ πᾶσαν στιγμὴν τῆς συζητήσεως· ἡ Βουλὴ ἓν μόνον δικαίωμα ἔχει, νὰ ὁρίζῃ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως.
§44ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγὼ, ἀναγνώσατε τὸν Κανονισμόν.
§45ΜΙΛΗΣΗΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ὁ βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως, ἡ Βουλὴ δὲ ἀναλόγως τῆς σοβαρότητος τῆς ἐπερωτήσεως ὁρίζει ἡμέραν πρὸς συζήτησιν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸς εἶπε καὶ ὁ κ. Λομβάρδος, μὲ τὴν διαφορὰν ὁ βουλευτὴς ν’ ἀναγγέλλῃ τὸ ἀντικείμενον περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσῃ· εἴμεθα σύμφωνοι.
§47ΣΟΥΤΣΟΣ. Χθὲς, κύριοι, μετὰ μεγάλης μου φρικιάσεως ἀνέγνωσα ἓν ἄρθρον ἐν τῇ «Ἐφημερίδι» φέρον ὑπογραφὴν ἀξιωματικοῦ ἐν ἐνεργεία. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ὄχι μόνον ἐπικρίνει καὶ κατακρίνει, ἀλλὰ καὶ ὑβρίζει οὐχὶ τὸν Χαράλαμπον Ζυμβρακάκην, ἀλλὰ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀξιωματικὸς, ὁ ὁποῖος τόσον ὀλίγον σεβασμὸν φέρει εἰς τοὺς ἀνωτέρους του καὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ὑβρίζουν τοὺς ἀνωτέρους καὶ δίδει καὶ εἰς τοὺς κατωτέρους τὸ αὐτὸ δικαίωμα, δὲν εἶναι ἀξιωματικός. Ἀλλοίμονον εἰς τὸν στρατὸν ὅπου οἱ κατώτεροι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ὑβρίζουν τοὺς ἀνωτέρους· αὐτὸ τὸ ἀνέφερα μόνον, ἀλλὰ δὲν ἐμβαίνω εἰς τὴν συζήτησιν.
§48Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἦλθες νὰ ὑβρίσῃς ἀπόντα καὶ νὰ ἐγείρῃς προσωπικὰ πάθη (θόρυβος).
§49ΣΟΥΤΣΟΣ. Ζητῶ νὰ μάθω τί ἐνήργησεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐὰν συνεμορφώθη μὲ τοὺς νόμους τιμωρήσας διὰ τὴν παράβασιν αὐτὸν τὸν ἀξιωματικὸν (θόρυβος).
§50ΤΙΝΕΣ. Δὲν θὰ συζητήσωμεν τώρα αὐτό.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δίδω τὸν λόγον εἰς κανένα· ἠκούσατε τὴν ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ μίαν ἡμέραν πρὸς ἀνάπτυξιν.
§52ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἔχω πρότασιν ἀπαραδέκτου.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν λαμβάνει κανεὶς τὸν λόγον.
§54ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος ἔκαμε πρότασιν, ἡ Βουλὴ παρεδέχθη αὐτὴν (θόρυβος).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ μικροῦ ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή. Ὁ κ. Σοῦτσος ἔκαμε μίαν ἐπερώτησιν· ἐρωτῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν, κατὰ ποίαν ἡμέραν ἐπιθυμεῖ νὰ ἀναπτυχθῇ ἡ ἐπερώτησις.
§56ΤΙΝΕΣ. Τὸ Σάββατον.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ Σάββατον νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ τελωνείων νόμου. Ὁ κ. Κασβίκης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1.
§58ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὸ τέλος τῆς πρώτης παραγράφου μετὰ τὰς τελευταίας λέξεις «καὶ φυλάκισις 3 ἡμερῶν μέχρις ἑνὸς μηνός» παρακαλῶ νὰ τεθῇ «... μέχρι 3 μηνῶν», νὰ προστεθῇ δὲ προσέτι τὸ ἀκόλουθον «ἐν ὑποτροπῇ δὲ μέχρις 6 μηνῶν, ὁπότε ἀφαιρεῖται τῷ πλοιάρχῳ τὸ δίπλωμα ἀπὸ 6 μῆνας ἕως 2 ἔτη....»
§59ΧΟΪΔΑΣ. Ἤμην, κύριοι βουλευταί, εἰμὶ καὶ ἔσομαι ὑπὲρ τῆς ἐπιτάσεως τῆς ποινῆς τῆς ἐπιβληθησομένης κατὰ τῆς λαθρεμπορίας. Ἐν πλάτει προχθὲς ἀνέπτυξα τοὺς λόγους, ἐφ’ οὓς ἐρειδόμενος ἐπιμένω. Ἐὰν εἰς τὸ ἁπλούστατον τῶν ἐγκλημάτων ἐπιβάλλεται πολλάκις ἡ ποινὴ τῆς πενταετοῦς φυλακίσεως, διατί εἰς τὸ λαθρεμπόριον, τὴν κλοπήν, τὴν πλαστογραφίαν, τὴν δωροδοκίαν θέλετε νὰ ἐπιβάλετε ποινὴν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 3 ἡμερῶν καὶ κατ’ ἀνώτερον 3 μηνῶν; Ἀναμφισβητήτως ἐὰν παραδεχθῆτε αὐτὴν τὴν ποινήν, θὰ ἔχετε πλείστους λαθρεμπόρους, εἰς οὐδὲν λογιζομένους τὴν ποινὴν τὴν πλήττουσαν τοσοῦτον ἐπιεικῶς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, ἀφοῦ εἰς οὐδὲν λογίζονται τὸ ἔγκλημα, τὸ προσβάλλον τὴν τιμὴν καὶ τὴν περιουσίαν αὐτῶν. Ὅσοι ἔχουσιν ἐναντίαν ἰδέαν, τοῖς ἀντιτάττω τὴν ποινικὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος μας, ἐκ τῆς ὁποίας καταδείκνυται ὅτι οὐδέποτε ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τῆς πατρίδος μας προσήχθη λαθρέμπορος, καταδιωκόμενος ἐπὶ ἀπάτῃ, πλαστογραφίᾳ· τοῦτο δὲ συμβαίνει, κύριοι, ἢ διότι δι’ ὅλων τῶν μέσων ἀποφεύγει τὴν καταδίωξιν, ἢ διότι οὐδέποτε πράξας τὴν πρᾶξιν ταύτην κινδυνεύει νὰ πληρώσῃ τὸ πενταπλοῦν. Ἐάν, κύριοι βουλευταί, καὶ εἰς τὸν ἁπλοῦν κλέπτην, τὸν προαγόμενον πολλάκις εἰς τὸ ἔγκλημα ἕνεκα δεινῆς ἀνάγκης, ἐπιβάλλετε ὡς ἐλάχιστον ὅρον τὴν τρίμηνον, ὡς ἀνώτατον δὲ ὅρον τὴν πενταετῆ φυλάκισιν, διατί εἰς τὸν λαθρέμπορον, τὸν προσβάλλοντα τοὺς νόμους τῆς πολιτείας, θέλετε νὰ ἐπιβάλλετε ἐλαχίστην ποινήν; διατί τὸν προσβάλλοντα τοὺς νόμους τῆς πατρίδος, διατί ἐπὶ τέλους ἐκεῖνον, ὅστις διὰ τοῦ ἱδρῶτος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς ζημίας τοῦ Δημοσίου ταμείου γίνεται ἀπὸ πενεστάτου πλουσιώτατος, ἀπὸ ἀγενοῦς εὐγενέστατος, νὰ τιμωρεῖτε μὲ τοιαύτην ποινήν; διότι ἐὰν καταβάλλετο τὸ ὀφειλόμενον ποσόν, ὅπερ εἶναι περισσότερον κατὰ 5, κατὰ 10,000,000, ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο καὶ κατὰ θάλασσαν καὶ κατὰ ξηρὰν νὰ παραταχθῇ. Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ ὅτι τὸ λαθρεμπόριον παρεκώλυσε τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ λαμβάνῃ 5, καὶ 10,000,000 κατ’ ἔτος· διότι εἰσέρχονται ἑκατομμύρια ἐμπορευμάτων καὶ δηλώνονται ἑκατοντάδες, καὶ ἀντὶ νὰ καταβάλλωνται ἑκατομμύρια καταβάλλονται ἑκατοντάδες. Ἐπὶ τοὺς λόγους τούτους ἐρειδόμενος δὲν παρακαλῶ ἀλλ’ ὑπομιμνήσκω ὅτι ἔχομεν καθῆκον τὰς τρεῖς ἡμέρας νὰ μετατρέψωμεν εἰς τρεῖς μῆνες, καὶ τοὺς τρεῖς μῆνες εἰς δύο ἔτη, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἐπέρχεται δικαιοσύνη, καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου θὰ καταναγκάσωμεν τοὺς λαθρεμπόρους νὰ κλίνωσι τὸ γόνυ ἐνώπιον τῆς πολιτείας. Παρακαλῶ νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασίς μου περὶ ἐπιτάσεως τῆς ποινῆς ἀπὸ τρεῖς ἡμέρας εἰς τρεῖς μῆνας κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, καὶ ἀπὸ τρεῖς μῆνας εἰς δύω ἔτη κατ’ ἀνώτατον.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κασβίκης ἀποσύρει τὴν τροπολογίαν του.
§61ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριοι, προχθὲς δὲν εὑρέθην σύμφωνος μὲ τὴν σύνταξιν τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου πρώτου, ἐζήτησα μάλιστα τὴν μαρτυρίαν ὅλων τῶν ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν τελωνείων αἱ πρωτόδικοι κατὰ λαθρεμπόρων δὲν γίνονται παραδεκταὶ ὅλαι παρὰ τῶν Ὑπουργῶν· καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐπικυροῦνται ἀλλὰ καὶ 90% καταστρέφονται.
§62ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές· ἀφοῦ ἐπεκαλέσθητε τὴν μαρτυρίαν ὅλων ὅσοι ἐχρημάτισαν ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, πρέπει νὰ πιστεύσητε ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές.
§63ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὁ κύριος Σωτηρόπουλος εἰμπορεῖ νὰ μᾶς εἴπῃ ἐὰν 50 τοῖς ἑκατὸν δὲν καταστρέφονται.
§64ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε λάθος.
§65ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἀποφάσεις κατὰ 99 τοῖς ἑκατὸν ἐπικυροῦνται.
§66ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐν τούτοις ὅπως εἶναι γνωστὸν, οἱ τελῶναι ὁρμώμενοι ἀπὸ ἐπιθυμίαν νὰ δείξωσι ζῆλον, καταδικάζουν ὡς λαθρεμπόρους ἀνθρώπους, οἵτινες δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς τοιοῦτοι καὶ ἀπαλλάττονται ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Τί πειράζει νὰ στηρίζωνται ἐπὶ ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργοῦ, παρὰ νὰ στηρίζωνται ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν τελωνῶν, διότι δὲν θὰ παρέλθουν παρὰ τριάκοντα ἢ τεσσαράκοντα ἡμέραι, ὅτε κατόπιν νὰ γίνεται ἡ καταγγελία, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν τὸ μὲν Πλημμελειοδικεῖον νὰ καταδικάζῃ ὁ δὲ ὑπουργὸς νὰ ἀθωώνῃ. Νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία αἴρεται, ἐὰν τὸ Δικαστήριον δικάζῃ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Νὰ διορθωθῇ τὸ ἄρθρον οὕτω πως «ἢ ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.»
§67ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι, κύριοι, διόλου ἀναγκαῖον τοῦτο κατὰ τὴν γνώμην μου. Τὸ λαθρεμπόριον ἔχει αὐτὴν τὴν ἰδιότητα, ὅτι δὲν ὑπάρχῃ, ἐὰν δὲν συλληφθῇ, ὡς πρὸς τοῦτο δὲν διαφωνεῖ κανείς· ἐὰν δὲ ὑπάρξῃ διαφωνία μεταξὺ τοῦ Δικαστηρίου καὶ τῆς Οἰκονομικῆς ἀρχῆς, θὰ ὑπάρξῃ ὡς πρὸς τὴν ὕπαρξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Εἰς ἓν λοιπὸν μόνον ἠμπορεῖ νὰ διαφωνήσῃ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ μὲ τὴν διοικητικὴν, ὡς πρὸς τοῦτο, ἐὰν τὰ δεῖνα πρόσωπα εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔπραξαν τὸ λαθρεμπόριον καὶ φέρουσι τὴν εὐθύνην ἵνα ὑποστῶσι τὴν ποινήν· ἀλλὰ σᾶς εἶπον, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι κύριον καθῆκον τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, διότι αὐτὴ ὑπ’ ὄψιν ἔχει καὶ ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὸ ἐμπόρευμα, τὸ ἐμπόρευμα καταδιώκει καὶ καταδικάζει· τότε δὲ μόνον καταδιώκει καὶ τὸ πρόσωπον, ὅταν ἔχῃ ἀποδείξεις πλήρεις ὅτι ὁ παραλήπτης, ὁ πλοίαρχος, ὁ ναύτης, εἶναι ὁ αὐτουργός· ἀλλὰ κύριος σκοπὸς τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς εἶναι ἡ καταδίωξις καὶ καταδίκη τοῦ ἐμπορεύματος, ὅπερ καὶ ἐκποιεῖται ὑπ’ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἡ καταδίωξις τοῦ ἐμπορεύματος καὶ καταδίκη αὐτοῦ δὲν εἶναι ἀντικείμενον τῆς ποινικῆς δίκης, διότι τὰ δικαστήρια θέλουν ἐξετάζει τὴν εὐθύνην τοῦ ἀτόμου· περὶ δὲ τοῦ πράγματος θέλουν ἀδιαφορεῖ. Τὰ τοῦ πράγματος θὰ ἐξετάζουν ὡς στοιχεῖα ἀποδείξεως· ἀντικείμενον ὅμως θέλουν ἔχει τὴν καταδίκην τοῦ ἀτόμου, ὥστε δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς σύγκρουσιν τὸ δικαστήριον πρὸς τὴν διοίκησιν, εἰμὴ εἰς σπανίας περιστάσεις. Φαίνεται δὲ, ὅτι καὶ αἱ σπάνιαι αὗται περιστάσεις, καθ’ ἃς δύνανται νὰ ἔλθουν εἰς σύγκρουσιν, ἐθεωρήθησαν καὶ ὑπὸ ἄλλων ἐθνῶν, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιαι νὰ ἐμποδίσωσι τὸν δεσμόν. Δι’ αὐτὸ καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἔχουν δύω ὁδοὺς, αἱ δύω δὲ αὗται ἐργασίαι διεξάγονται ὑπὸ δύω διαφορετικῶν ἀρχῶν, ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδικείου ὡς πολιτικοῦ δικαστηρίου, καὶ τοῦ πλημμελειοδικείου ὡς ποινικοῦ δικαστηρίου. Κυρίως δὲ βασίζονται, διὰ νὰ δικαιολογήσωσι τὴν ἐνδεχομένην σύγκρουσιν, εἰς αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον πρὶν, ὅτι ἡ μὲν διοικητικὴ ἀρχὴ ὑπ’ ὄψιν ἔχει τὸ ἐμπόρευμα καὶ αὐτὸ καταδιώκει καὶ καταδικάζει, τὸ δὲ πλημμελειοδικεῖον τὴν ἐνοχὴν τοῦ ἀτόμου. Διὰ τοῦτο, καθὼς γνωρίζετε, πολὺ συχνὰ συμβαίνει εἰς τὴν τελωνιακὴν ὑπηρεσίαν νὰ καταδιώκεται μόνον τὸ ἐμπόρευμα καὶ οὐχὶ ὁ λαθρέμπορος, ὁ δὲ τελώνης προβαίνει εἰς τὴν δήμευσιν καὶ ἐκποίησιν τοῦ ἐμπορεύματος. Δι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία νομίζω, ὅτι μᾶς ἀποπλανᾷ ἀπὸ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ ἐῤῥέθησαν. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἐτροποποίησε τὴν παράγραφον τοῦ ἄρθρου ὡς ἑξῆς· ἀπαλείφονται αἱ λέξεις «ἑνὸς μηνὸς» καὶ προστίθενται αἱ λέξεις «τριῶν μηνῶν ἐν ὑποτροπῇ δὲ μέχρις ἓξ μηνῶν, μετ’ ἀμφοτέρας δὲ τὰς περιπτώσεις ἀφαιρεῖται συνάμα τοῦ πλοιάρχου τὸ δίπλωμα τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 53.........» Ὁ κ. Χοϊδᾶς ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς τροπολογίαν «........ τριῶν μηνῶν μέχρι δύω ἐτῶν» «τριῶν ἐτῶν μέχρι ἓξ» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Χοϊδᾶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§69ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ δὲν ἐπιμένω, ἀφίνω εἰς τὴν πεῖραν ν’ ἀποφασίσῃ.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὅπως ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2.
§71ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὁδηγηθεὶς, κύριοι, ἀπὸ τὴν τελευταίαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου συνέταξα τροπολογίαν τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, καὶ ἡ ὁποία φρονῶ ὅτι συμβιβάζει τὰς γνώμας, αἴρει τοὺς φόβους καὶ ἀσφαλίζει πλειότερον τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Καὶ πρῶτον ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ β., ἄρθρου αἱ λέξεις «τοῦ ὑπὸ ἑλληνικὴν σημαίαν πλοίου» ὅπως μείνῃ ἡ ἔννοια περὶ παντὸς πλοίου οἱασδήποτε σημαίας. Τὴν καινοτομίαν ταύτην φέρω λαβὼν ἀκριβεστέρας πληροφορίας περὶ τῆς νομοθεσίας τῆς ἱσπανικῆς, διότι ἡ Ἱσπανία ἔχει τὸ αὐτὸ τοῦ νομοσχεδίου σύστημα καὶ εἶναι εἷς ἐκ τῶν τόπων εἰς τοὺς ὁποίους καταπλέουσι πολλὰ ξένα πλοῖα καὶ ἔχει ἐκτεταμένον ἐμπόριον κατὰ θάλασσαν. Ὁ κύριος πρόξενος τῆς Ἱσπανίας παρακληθεὶς ἦλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ μοὶ ἔδωκεν ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τῆς νομοθεσίας των, μοὶ εἶπεν ὅτι εἰς τὴν Ἱσπανίαν πάντας οἱ πλοίαρχοι οἱασδήποτε σημαίας ὀφείλουν ὅταν φορτώνουν δι’ ἱσπανικὸν λιμένα νὰ παρουσιάζωνται εἰς τὸν πρόξενον τῆς Ἱσπανίας, νὰ παραδίδωσι δηλωτικὸν καὶ τὴν φορτωτικὴν, τὰ ὁποῖα οὗτος σφραγίζει ἐντὸς φακέλλου καὶ ἐγχειρίζει τῷ πλοιάρχῳ, ἀντίγραφον δὲ ἀποστέλλει εἰς τὴν ὑγειονομικὴν ἀρχὴν τοῦ μέρους εἰς ὃ θὰ καταπλεύσῃ τὸ πλοῖον. Μοὶ προσέθηκε δὲ ὅτι ἀπὸ τοῦ 1874 δὲν σφραγίζεται πλέον ὁ φάκελλος, ἀλλὰ μένει ἀνοικτὸς, ἀφοῦ ὁ πρόξενος θέσῃ τὴν σφραγῖδα, τὴν ὑπογραφήν του καὶ ἄλλας παρατηρήσεις. Μετ’ ὀλίγον ἦλθε καὶ ὁ ἐκ Σπετσῶν συνάδελφος τοῦ κ. Θεοχάρης, ὁ ὁποῖος μοὶ εἶπεν ὅτι πολλάκις ἐταξείδευσεν εἰς τὴν Ἱσπανίαν καὶ ὅτι πάντοτε ἐξετέλουν τὴν διαδικασίαν τὴν ὁποίαν Σᾶς ἀνέφερα· ἐὰν δὲ πλοίαρχος Ἕλλην δὲν ἐκτελέσῃ ταῦτα, δὲν τῷ ἐπιτρέπεται ἡ ἐλευθέρα κοινωνία, ἀλλὰ διατάσσεται ἡ προξενικὴ ἀρχὴ τοῦ τόπου τῆς φορτώσεως νὰ στείλῃ τὰς δεούσας πληροφορίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη καινοτομία, ἣν παρακαλῶ νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ἄρθρον 2· ἂν ὅμως δὲν ὑπάρχῃ προξενικὴ ἀρχὴ ἐν τῷ τόπῳ τῆς φορτώσεως, ἢ τὸ πλοῖον προσήγγισεν εἰς τόπον καὶ ἀπεβίβασε μέρος τοῦ φορτίου του, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἑλληνικὴ προξενικὴ ἀρχὴ καθὼς καὶ εἰς πᾶσαν ἑτέραν περίστασιν, εἶναι καλὸν νὰ ὑποχρεώσωμεν τὸν πλοίαρχον ὅπως συγχρόνως μὲ τὴν ὑγειονομικὴν πιστοποίησιν ἐγχειρίζῃ καὶ τὸ δηλωτικόν, τὸ ὁποῖον τὴν σήμερον ἔχει δικαίωμα νὰ συντάξῃ ἐντὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν. Τὴν προθεσμίαν αὐτὴν ἀφόβως δυνάμεθα, νὰ παραχωρήσωμεν εἰς τοὺς πλοιάρχους μόνον ὅταν συμμορφοῦνται μὲ τὸν νέον νόμον, διότι αὐτοί, οὐχὶ ἐντὸς εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς κάμωσι τὴν φόρτωσιν παραδίδουσιν εἰς χεῖρας τοῦ προξένου μας τὸ δηλωτικόν. Ἂν ὅμως δι’ οἱονδήποτε λόγον δὲν παρέδωκεν εἰς τὸν πρόξενον καὶ δὲν φέρῃ φάκελλον ὁ πλοίαρχος, λείπει ἡ ἐγγύησις καὶ ἡ ἀσφάλεια, καὶ τότε ἔρχονται οἱ λόγοι τοῦ κ. Θεοχάρη καὶ τῶν ἄλλων, οἵτινες ἐβεβαίωσαν τὴν Βουλὴν ὅτι εἶναι ὀλεθρία αὐτὴ ἡ προθεσμία τῶν εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν, ἥτις χορηγεῖται σήμερον, διότι κατ’ αὐτὴν γίνονται ὅλαι αἱ διαπραγματεύσεις περὶ δολιότητος καὶ λαθρεμπορίου.
§72ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡμεῖς πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος καὶ τὸ Ἰταλικόν, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν καλλιτέραν νομοθεσίαν ὡς πρὸς τοῦτο· οἱ Ἱσπανοὶ ἔχουν τὴν χειροτέραν νομοθεσίαν, τὴν ὁποίαν πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν· ἐγὼ τρὶς ἐπῆγα εἰς τὴν Ἱσπανίαν καὶ ὑπεβλήθην εἰς ὅλους αὐτοὺς τοὺς περιορισμοὺς καὶ ἠναγκάσθην νὰ προσαράξω εἰς τὴν Σαρδινίαν διὰ νὰ εὕρω πρόξενον Ἱσπανὸν νὰ μοὶ διορθώσῃ τὰ ἔγγραφά μου.
§73ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὴν τὴν αὐστηρότητα ἡμεῖς δὲν τὴν ἔχομεν, διότι δὲν σᾶς ὑποχρεοῦμεν ἐὰν δὲν εὕρετε ποῦ πρόξενον νὰ ὑπάγετε νὰ εὕρετε, ἀλλὰ σᾶς ὑποχρεοῦμεν ἅμα φθάσητε εἰς ἕνα λιμένα νὰ παραδίδητε τὸ δηλωτικὸν καὶ τὰ ἔγγραφά σας ἀμέσως. Ὡς πρὸς τὰς λοιπὰς διατάξεις, οὐδεμία προξενικὴ ἀρχὴ ἐφάνη ἐναντία εἰς τὰς ὁποίας ἐστείλαμεν τὸ νομοσχέδιον· σᾶς ἀναφέρω μάλιστα ὅτι ἡ προξενικὴ ἀρχὴ τοῦ Λονδίνου εἰς τὴν ἔκθεσίν της ἀναφέρει, ὅτι πρέπει νὰ ὑποχρεοῦται ὁ φορτωτὴς νὰ παρουσιάζῃ εἰς τὴν προξενικὴν ἀρχὴν τὰ τιμολόγιά του, ἐφ’ ὧν ἡ προξενικὴ ἀρχὴ νὰ συντάσσῃ πρᾶξιν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς νὰ γίνεται ἡ παραλαβὴ τῶν ἐμπορευμάτων εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκφορτώσεως. Αὐτὰ ὡς βλέπετε εἶναι πολὺ βαρύτερα. Ὁ πρόξενος τοῦ Βρέμι λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν του νὰ ὑποχρεοῦται ὁ πλοίαρχος νὰ δίδῃ καὶ ὅρκον περὶ τῆς ἀληθείας τῆς φορτωτικῆς. Βλέπετε τί εἴχαμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ ἀπεφύγαμεν.
§74ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς οἱ πρόξενοι λέγουν πράγματα τὰ ὁποῖα αὐτοὶ δὲν ἔχουν εἰς τὰς πατρίδας των;
§75ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι ἀξιοκαταφρόνητος ἡ γνώμη των, διότι αὐτοὶ ἔχουν πρᾶξιν καὶ πρακτικὰς ἰδέας· ἐκτὸς ὅμως τούτου εἶναι καὶ ἄλλα κράτη, τὰ ὁποῖα ἔχουν αὐστηροὺς νόμους. Ἰδού, κύριοι, ἡ τροπολογία μου· (ἀναγινώσκει).
§76ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ποινὰς δὲν ἐπιβάλλετε ὡς πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ πλοιάρχου νὰ παραδίδῃ τὸ δηλωτικόν;
§77ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θὰ συγχωρηθῇ ἡ ἐλευθέρα κοινωνία καὶ ἑπομένως δὲν θὰ λάβῃ χώραν ἡ ἀνάγκη.
§78ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν παραδώσῃ τὸ ὑγειονομικὸν ἔγγραφον, δὲν παραδώσῃ δὲ τὸ δηλωτικόν, τί θὰ γείνῃ;
§79ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πάλιν δὲν θὰ συγχωρηθῇ εἰς αὐτὸν ἡ ἐλευθέρα κοινωνία· τοῦτο ὑπονοεῖται· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπονοῆται, δυνάμεθα νὰ τὸ προσθέσωμεν.
§80ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τὰ προξενεῖα ἔχουν περιφέρειαν· ἐνδεχόμενον τὸ μέρος εἰς τὸ ὁποῖον προσήγγισε νὰ ᾖναι ἐντὸς τῆς περιφερείας, ἀλλὰ νὰ μὴν εἶναι ἐκεῖ ὁ πρόξενος.
§81ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ γίνῃ ὅ,τι γίνεται εἰς τὰ μέρη ἔνθα δὲν ὑπάρχει προξενεῖον· δὲν θὰ ὑποχρεώσωμεν βεβαίως τὸν πλοίαρχον νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ προξενείου.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορεῖται τὸ ἄρθρον ὅπως ἐτροπολογήθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, ὅπως ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§83ΤΙΝΕΣ. Νὰ τεθῇ τὸ «οἱασδήποτε σημαίας.»
§84ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ ἐπιμένουν, ἂς τεθῇ «ὁ πλοίαρχος οἱασδήποτε σημαίας.»
§85ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μεθ’ ὅλας τὰς ἐπενεχθείσας τροπολογίας παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ καὶ ἀπό τινων τῶν κ. κ. βουλευτῶν ἐπιμένω νὰ φρονῶ, ὅτι ὁ νόμος οὗτος εἶναι ὅλως ἀσύμφορος εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας. Οἰκτείρω δὲ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν οἰκτείρω ἀπὸ καρδίας, διότι μιμεῖται τὴν Ἱσπανίαν, ἀντὶ νὰ μιμηθῇ τὴν Ἀγγλίαν, τὴν Ἰταλίαν ἐχούσας μέγιστον ἐμπόριον καὶ μεγίστην ναυτιλίαν ἢ τὴν Αὐστρίαν καὶ αὐτὴν τὴν Γαλλίαν. Ποῦ κατηντήσαμεν; νὰ μιμηθῶμεν τὴν Ἱσπανίαν. Καὶ εἰξεύρετε ποῖον εἶναι τὸ ἐμπόριον τῆς Ἱσπανίας μὲ ὅλους αὐτοὺς τοὺς νόμους τοὺς ὁποίους ζητοῦν νὰ μᾶς μεταφέρουν; Τὸ μεγαλεῖτερον λαθρεμπόριον, κύριοι βουλευταί, γίνεται ἐν τῇ Ἱσπανίᾳ, καί τοι ὑπαρχόντων τῶν νόμων, οὓς ζητοῦμεν νὰ μιμηθῶμεν! Δὲν γίνεται, κύριοι, ἡ πρόληψις τῶν λαθρεμπορίων διὰ τοῦ νόμου τούτου, διότι πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἀρκεῖ μόνον τὸ δηλωτικὸν διδόμενον εὐθὺς εἰς τὴν ὑγειονομικὴν ἀρχὴν, ὅλα δὲ τὰ ἄλλα εἶναι φοβεραὶ δυσκολίαι τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ναυτιλίας. Ἡ ναυτιλία, ἡ ὁποία μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδέποτε εὗρε ὑποστήριξιν, σήμερον ἀπεναντίας δεσμεύεται δι’ ἀπείρων δυσκολιῶν, καὶ τοιαύτη δυστυχῶς εἶναι ἡ καθαρὰ ἀλήθεια! Ψηφίσατέ τον! εἶμαι ὅμως βέβαιος ὅτι ταχέως θὰ τὸν καταλύσητε χάριν ἄλλων. Τὰ πράγματα καὶ ὁ χρόνος θὰ μὲ δικαιώσωσιν. Εἶναι δυνατὸν, κύριοι, ἀτμοπλοῖαι νὰ τεθῶσιν εἰς τοιαύτας διατάξεις ἀφοῦ αὗται ὡς ἡ Γαλλικὴ αὕτη ἑταιρία τῶν διαπορθμεύσεων καὶ ἄλλαι μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ἀναχωροῦν λαμβάνουν ἐμπορεύματα; Νομίζετε, ὅτι αἱ ἑταιρίαι αὗται θ’ ἀνεχθοῦν τὴν πίεσιν αὐτὴν, ὥστε διὰ κάθε κιβώτιον διδόμενον κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἀναχωρήσεως καὶ προσεγγίσεως αὐτῶν νὰ στέλλουν εἰς τὸ προξενεῖον ν’ ἀλλάσσουν ἑκάστοτε τὰ δηλωτικά των; Τίποτε ἄλλο δὲν θὰ κατορθώσητε παρὰ νὰ ἐγκαταλείψουν αὗται τὰ σημεῖα τῆς προσεγγίσεως εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐκ τοῦ ὁποίου εἰς ἄκρον θὰ βλαφθῇ τὸ Ἑλληνικὸν ἐμπόριον. Δὲν ἐπιμένω περισσότερον, διότι τὰ πράγματα καὶ ὁ χρόνος, ὡς εἶπον, θὰ σᾶς ἀποδείξουν ἐὰν ἔχω δίκαιον ἢ ἄδικον.
§86ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι ὁ πρόξενος τῆς Ἱσπανίας τοῦ εἶπεν, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὴν Ἱσπανίαν γίνεται δι’ ὅλα τὰ πλοῖα, ὄχι μόνον τὰ ξένα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐγχώρια· ἐγὼ ἐπῆγα εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ εὗρον πολλοὺς πλοιάρχους καὶ τοὺς ἠρώτησα τὶ νομοθεσίαν ἔχουν εἰς τὰ διάφορα κράτη, καὶ ἀφοῦ μοὶ εἶπον ἑκάστου κράτους τὴν νομοθεσίαν, ἦλθον καὶ εἰς τὴν Ἱσπανίαν, καὶ οἱ πλοίαρχοι μοὶ εἶπον, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἀφορᾷ τὰ Ἱσπανικὰ πλοῖα, ἀλλὰ μόνον τὰ μὴ ἔχοντα Ἱσπανικὴν σημαίαν, καὶ ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἰσήχθη πρὸ τριῶν ἐτῶν εἰς τὴν Ἱσπανίαν, αὐτὸ μὲ ἐβεβαίωσαν.
§87ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πῶς θὰ ἠξεύρουν αὐτοὶ τὶ συμβαίνει διὰ τὰ Ἱσπανικὰ πλοῖα; αὐτοὶ τὰ ἔμαθον ὡς Ἕλληνες, ἐνῷ ὁ πρόξενος γνωρίζει τὴν νομοθεσίαν.
§88ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐμὲ μοῦ εἶπον, ὅτι γίνεται τοῦτο, ἀλλὰ διὰ τὰ μὴ ἔχοντα Ἱσπανικὴν σημαίαν.
§89ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νομίζει, ὅτι νομοθετεῖ τι νέον; Εἶπον καὶ εἰς τὸν ἴδιον, ὅτι ἡ νομοθεσία αὕτη ἰσχύει πρὸ 40 ἐτῶν, ἐὰν δὲ ἐφηρμόσθη ἢ ὄχι εἶναι ζήτημα ἄλλο· τοιοῦτος δὲ νόμος εἶναι ὁ περὶ ἀστυνομίας τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, Ἄρθρον 62 (τὸ ἀναγινώσκει). Λοιπὸν ὁ νόμος αὐτὸς ἰσχύει ἀπὸ τὰ 1836. Τίς ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπαναλήψεως δὲν τὸ γνωρίζω. Καὶ ταῦτα μὲν ἐγένοντο διὰ τοὺς λιμένας ὅπου ὑπάρχουν προξενικαὶ ἀρχαί, διὰ τοὺς λιμένας δὲ τοὺς ἄλλους ἰσχύει τὸ λεγόμενον ἡμερολόγιον, αὐτὸ τὸ βιβλίον τοῦ πλοίου. Ἄρθρον 37 (τὸ ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 221 τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου (τὸ ἀναγινώσκει). Λοιπὸν αὐτὸ γίνεται ὅπου ὑπάρχει προξενικὴ ἀρχή, καὶ αὐτὸ δὲν γίνεται ὅπου δὲν ὑπάρχει· ὅπου ὑπάρχει προξενικὴ ἀρχὴ θὰ δηλώσῃ τί ἐπρόσθεσε καὶ τί ἀφῄρεσε, ὅπου δὲν ὑπάρχει θὰ καταγράψῃ εἰς τὸ βιβλίον τοῦ πλοίου, τί ἐπρόσθεσε, τί ἀφῄρεσε, τί ἀγόρασε, τί ἐπώλησε, ἐρχόμενος δὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχει τὸ βιβλίον. Τώρα θέλομεν νὰ προσθέσωμεν νέους νόμους;
§90ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Κύριοι, θὰ προσθέσω ὀλίγα διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἀνωφελὴς, πλὴν τῆς τελευταίας μεταβολῆς ἡ ὁποία ἐγένετο, δηλαδὴ τοῦ νὰ παραδίδεται τὸ δηλωτικὸν ἅμα τῇ ἀφίξει τοῦ πλοιάρχου, καὶ ἰδοὺ διατί. Κύριοι, τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχει σήμερον ἡ ναυτιλία, ἀποβλέπει κυρίως τὴν ἱστιοφόρον, καὶ βεβαίως ὅσοι σήμερον ὡμίλησαν, περὶ τῶν συμφερόντων τῆς ἱστιοφόρου ναυτιλίας ὡμίλησαν. Ὕστερον ἀπὸ τὴν ἀνάπτυξιν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ ἀτμός, ἡ ἱστιοφόρος ναυτιλία δυστυχῶς ὠπισθοδρόμησε, καὶ διὰ τοῦτο οἱ ἰδιοκτῆται τῶν πλοίων μόλις δύνανται ν’ ἀποζῶσι· ἂς μὴ ἐπιθυμήσωμεν λοιπὸν νὰ βλάψωμεν τὰ συμφέροντα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων περισσότερον, διότι ἐνῶ ζητοῦμεν κατὰ τὰ λεχθέντα νὰ ὑπερασπισθῶμεν τὴν τιμὴν τῆς ἑλληνικῆς σημαίας, φρονῶ, ὅτι θὰ τὴν φέρωμεν εἰς θέσιν νὰ δυσφημισθῇ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, δηλαδὴ τοῦ νὰ εὕρωμεν μέσα νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ συμφέροντα αὐτοῦ τοῦ εἴδους, ἀλλὰ τοιαῦτα μέσα διὰ τῶν ὁποίων νὰ μὴ παραβλάψωμεν τὰ συμφέροντα τὰ ἰδιωτικά. Ἐπαινῶ πολὺ τὸν ζῆλον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς πρὸς τοῦτο, καὶ βεβαίως, ἂν τοιαῦτα ἐλαμβάνοντο ἑκάστοτε μέτρα, οὔτε τὰ δημόσια συμφέροντα ἤθελον παραβλαφθῆ, οὔτε τὰ ἰδιωτικά. Τὸ δηλωτικόν, περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται ὁ λόγος νὰ παραδίδεται εἰς τὸ προξενεῖον, εἶναι καθιερωμένον μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὸν· καὶ σήμερον οἱ πλοίαρχοί μας παραδίδουσι τὸ δηλωτικὸν εἰς τὴν προξενικὴν ἀρχὴν ὅπου τοιαύτη ὑπάρχει. Σήμερον ὅμως θέλομεν νὰ τὸ κάμωμεν ὑποχρεωτικόν· ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι οὐδεμία ὠφέλεια δύναται ἐκ τούτου νὰ προκύψῃ, διότι δὲν πιστεύω ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὸ λαθρεμπόριον. Παραδέχομαι διὰ μίαν στιγμήν, ὅτι ἐγένετο τὸ δηλωτικόν, προσηρτήθησαν αἱ φορτωτικαὶ εἰς αὐτό, παραδίδει τὸ δηλωτικὸν καὶ τὴν φορτωτικὴν εἰς τὸν πλοίαρχον ἐσφραγισμένα, ἀποστέλλεται δὲ ἀντίγραφον εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν· νομίζετε, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὸν πλοίαρχον ἀπὸ τοῦ νὰ λαθρεμπορεύσῃ; ὄχι. Εἰς τὸ λαθρεμπόριον θὰ ἔχῃ ὠφέλειαν ἢ ὁ πλοίαρχος μόνον ὅταν τὸ λαθρεμπόρευμα αὐτὸ εἶναι ἰδικόν του, ἢ καὶ ὁ ἔμπορος. Ἐὰν ᾖναι τὸ λαθρεμπόριον διὰ τὸν ἔμπορον, ὁ πλοίαρχος ἀδιαφορεῖ· ἐὰν ᾖναι διὰ τὸν πλοίαρχον, ὁ πλοίαρχος ἔχει ὅλα τὰ μέσα νὰ κάμῃ τὴν δουλειάν του. Καὶ ἰδοὺ, κύριοι, ὅστις θὰ κάμῃ λαθρεμπόριον, θὰ κάμῃ λαθρεμπόριον σπουδαῖον, διότι ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ λαθρεμπορίου 10, 20, 100 δραχμῶν. Δύναμαι λοιπὸν νὰ βεβαιώσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν, ὅτι τὰ σπουδαῖα λαθρεμπόρια γίνονται εἰς ἀνοικτὸν πέλαγος, καὶ ἐκάματε, κύριε ὑπουργέ, πολὺ καλὰ νὰ προβλέψητε περὶ ἀτμακάτων.
§91ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ τὸ δηλωτικὸν χρησιμεύει, πρὶν ἀναχθοῦν τὰ πλοῖα εἰς τὰς θαλάσσας τὰς μεγάλας.
§92ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἐγὼ τοῦτο θέλω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ δηλωτικὸν τὸ ματαιόνει ὁ πλοίαρχος· θ’ ἀναγκάσωμεν δὲ τοὺς πλοιάρχους καὶ τοὺς ναύτας νὰ γίνωνται καθ’ ἑκάστην ἐπίορκοι, διότι τοῦτο εἶναι ὅμοιον μὲ τὴν γάταν, ἥτις βλάπτει ἔτι μᾶλλον ἐκεῖνον ὅστις τὴν στενοχωρήσῃ, καὶ τοῦτο εἶδον ἰδίοις ὀφθαλμοῖς.
§93ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ εἴδατε ὅμως καὶ ἄλλο, ὅτι ὁ φόβος φυλάττει τὰ ἔρημα.
§94ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι θ’ ἀναγκάσωμεν τοὺς πλοιάρχους νὰ κάμουν καθ’ ἑκάστην ἀβαρίας. Καὶ ἐγὼ βεβαίως θέλω νὰ ἐξασφαλίσω τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ χωρὶς νὰ φέρωμεν τοὺς πλοιάρχους εἰς θέσιν τοιαύτην. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν ὅλα αὐτὰ τὰ ἐνδεχόμενα, εἶναι ἀνάγκη τοὐλάχιστον νὰ ληφθῶσι μέτρα ὅπως προληφθῶσι περισσότερα δυστυχήματα. Πρὸ μικροῦ ἀνέφερεν ὁ κύριος Ζωχιὸς, ὅτι οἱ πλοίαρχοι ἔχουσι καὶ ἡμερολόγιον, προχθὲς νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Θεοχάρης ἢ ὁ κύριος Μπούμπουλης εἶπεν, ὅτι εὑρίσκει πλοῖον συμφέρον νὰ κάμῃ φόρτωσιν καὶ ἐκφόρτωσιν, καὶ ἐνῷ εἶναι ἕτοιμον ν’ ἀναχωρήσῃ καὶ ἔχει ἑτοιμάσει τὰ πάντα, παρουσιάζεται εἷς ἔμπορος καὶ τοῦ λέγει, ὅτι ἔχω 6, ἢ 7 κοιλὰ νὰ φορτώσω. Εἶναι ἕτοιμος ν’ ἀναχωρήσῃ βεβαίως ὁ πλοίαρχος καὶ δὲν ἔχει τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐξέλθῃ ἐκ νέου νὰ κάμῃ ἓν δηλωτικὸν, καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ὅσα ἀπαιτοῦνται. Τί πρέπει νὰ γείνῃ; Κατ’ ἐμὲ κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὅταν ὁ πλοίαρχος εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην ἀνάγκην, εἰς τοιαύτας περιπτώσεις, ἐπιτρέπεται νὰ λαμβάνῃ φορτίον ἢ καὶ νὰ ἀποβιβάζῃ ἐμπορεύματα ἐπὶ τῇ ὑποχρεώσει τῆς κατόπιν δηλώσεως πρὸς ἀποφυγὴν πάσης βραδύτητος ἕνεκα τῆς ὁποίας δύνανται νὰ ὑποστῶσι σπουδαίας ζημίας οἱ πλοίαρχοι.
§95ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὴ ἡ διάταξις ἢ πρέπει νὰ γείνῃ πλήρης, ἢ ἄλλως ἂν προσθέσωμεν αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε.
§96ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἡ προφύλαξις τοῦ λαθρεμπορίου, κύριοι, δύναται νὰ γείνῃ, ὅταν ὑπάρχει αὐστηρότης ἐπὶ τῶν δημοσίων λειτουργῶν ἐπὶ τῆς ξηρᾶς. Ἤδη, κύριοι, ἅμα φθάσῃ τὸ ἀτμόπλοιον εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ ἐπιβάται νὰ μεταβαίνουν εἰς τὸ ὑγειονομεῖον, ὅπου γίνεται ἡ ἔρευνα τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα φέρουσιν· ἐσχάτως ὅμως ἤμην εἰς Μασσαλίαν καὶ τί παρετήρησα; ὅτι οἱ ἐπιβάται οἱ μεταβαίνοντες ἀπὸ πλοίου εἰς πλοῖον δὲν ὑφίσταντο τὴν ἔρευναν, καὶ διατί; διότι ὑπῆρχε πᾶσα προφύλαξις εἰς τὴν ξηράν· καὶ ἂν τοῦτο κατορθώσωμεν καὶ ἡμεῖς, νομίζω ὅτι ὅλαι αἱ διατάξεις εἶναι περιτταί. Ἤδη μάλιστα διὰ τοῦ μέσου τῶν ἀτμακάτων θὰ ἐπέλθῃ μεγίστη προφύλαξις.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὰ ἑπόμενα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καθὼς καὶ τὸ σύνολον δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου αὐτῶν ψηφοφορίας ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πλαπούτας, Βουλευτὴς, ἐζήτησεν ἔγγραφά τινα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτάκτων στρατιωτικῶν παρασκευῶν. Ἔλλαβον ἀναφορὰν ἐκ Σπάρτης κατὰ τὴν ὁποίαν δύω παραπονοῦνται κατὰ τῆς ἐφεδρείας. Αὔριον ἔχομεν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις· ὥρᾳ 11 καὶ ½.