1877.05.31
623 στίχοι · 5.061 λέξεις · 65 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9
τῆς 31 Μαΐου 1877.
(Τρίτη.)
Ὥρα 9 π. μ.
Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τέσσαρες μόνον ἐπιτροπαὶ συνῆλθον, ἐξελέξαντο δὲ ἡ μὲν τῶν οἰκονομικῶν πρόεδρον τὸν κ. Σωτηρόπουλον καὶ γραμματέα τὸν κ. Σιμόπουλον, ἡ τῆς Δικαιοσύνης πρόεδρον τὸν κ. Λεώπουλον καὶ γραμματέα τὸν κ. Βαλέτταν, ἡ τῶν Ἐξωτερικῶν πρόεδρον τὸν κ. Βελιανίτην καὶ γραμματέα τὸν κ. Βαλαωρίτην, καὶ ἡ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς πρόεδρον τὸν κ. Διοδουνιώτην καὶ γραμματέα τὸν κ. Κατσικαπῆν. Παρακαλῶ τὰς ἐπιτροπὰς αὐτὰς νὰ συνέλθωσιν, ἵνα ἐργασθῶσι. Προβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων τῶν χθὲς διανεμηθέντων;
§2ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι, αἱ περιστάσεις, ὧν ἕνεκα ἀπεφασίσθη ὁριστικῶς ἡ στρατιωτικὴ τῆς χώρας σύνταξις διὰ τοῦ μονίμου τακτικοῦ στρατοῦ, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ εὐάρεστος κατάστασις εἰς ἣν διατελεῖ τὸ κοινοβούλιον, μοὶ παρέχουν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὑποβάλω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς σχέδια νόμων πρὸς ὀργάνωσιν τοῦ μονίμου τακτικοῦ στρατοῦ καὶ τροποποίησιν νομοθετημάτων τινῶν, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε διεῖπον τὸν στρατόν, ἡ δὲ μέχρι τοῦδε πεῖρα ἀπέδειξεν αὐτὰ ἐν μέρει ἐλαττωματικά. Πρῶτον φέρω τροποποίησιν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν νόμον περὶ καταστάσεως, ἀναγράφω δὲ τὴν κατάστασιν τῆς ἐφεδρείας, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε δὲν ὑπάρχει, διότι ὁ μέχρι τοῦδε νόμος ἢ οὐδόλως τὴν περιλαμβάνει ἢ τὴν συμπεριλαμβάνει λίαν ἀτελῶς· συνάμα δὲ διὰ τῆς τροποποιήσεως ἐκείνης προέβλεψα, ὥστε, ἐπειδὴ δὲν δύναται εἰς τὸ μέλλον νὰ ὑπάρχῃ στρατὸς ἄνευ τῆς ἐφεδρείας του, νὰ ἐξευρεθῶσι τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς τῆς ἐφεδρείας, ὥρισα δὲ ὡς πηγὴν, ἐκ τῆς ὁποίας θ’ ἀντλῶμεν τοὺς ἀξιωματικούς, τὸν μόνιμον τακτικὸν στρατὸν· ὥρισα δὲ ἡλικίαν, πέραν τῆς ὁποίας μεταβαίνουσιν ἀπὸ τὸν ἐνεργὸν στρατὸν εἰς τὴν ἐφεδρείαν. Καὶ ταῦτα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν νόμον περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν. Φέρω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ προβιβασμῶν· μέχρι τοῦδε ὁ ἰσχύων νόμος παρουσιάζει μίαν ἀτέλειαν, τὴν ἀτέλειαν τῆς μεταβάσεως τῶν ὑπαξιωματικῶν εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ ἀξιωματικοῦ ἄνευ ἀποδεδειγμένης ἱκανότητος, διότι κατὰ τὸν περὶ προβιβασμῶν νόμον ὑποχρεωτικῶς ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις τὰ ⅔ τῶν ὑπαξιωματικῶν νὰ τὰ κάμῃ ἀξιωματικούς. Ἐθεώρησα ὅτι σήμερον, ὅτε οἱ βαθμοὶ ὅλοι τίθενται ὑπὸ δοκιμασίαν, ὅτι ἡ μετάβασις τῶν ὑπαξιωματικῶν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς δὲν δύναται εἰς τὸ μέλλον νὰ λαμβάνῃ χώραν ἄνευ ἐξετάσεων, ἰδίως μάλιστα σήμερον, ὅτε πολλοὶ Εὐρωπαϊκοὶ στρατοὶ σκέπτονται ἵνα καὶ ὁ βαθμὸς τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ ᾖναι βαθμὸς· συνάμα εἰς τὸν περὶ ἀπογραφῆς νόμον τοῦ 1861 ἔλαβον χώραν πράξεις, αἵτινες ἔδωκαν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς δικαιούχους νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ ὑποβάλουν τὸ δημόσιον εἰς μεγάλας ζημίας, παρέλυσαν συνάμα τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἔδωκαν εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργοῦν αὐθαιρέτως. Διὰ τοῦτο ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς ὑπουργοὺς διὰ διαταγμάτων νὰ κανονίζουν τὴν ἀρχαιότητα τῶν ἀξιωματικῶν. Ἐν τέλει, κύριοι, γνωρίζετε, ὅτι ἀπὸ παλαιοῦ χρόνου εἶχε σχηματισθῆ ἐπιτροπὴ ἐξ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν διὰ νὰ διοργανίσῃ διὰ νόμου τὸν στρατὸν τὸν ὑπάρχοντα· ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη εἰργάσθη πρὸ δύο ἐτῶν, καὶ διαφωνήσασα εἰς τινα σπουδαῖα ζητήματα τοῦ ὀργανισμοῦ, μὴ δυνηθεῖσα δὲ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας της ἕνεκα ἐκτάκτου ὑπηρεσίας εἰς τὴν ὁποίαν μέλη τινὰ τῆς ἐπιτροπῆς προσεκολλήθησαν, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἔλθῃ εἰς πέρας αὐτοῦ τοῦ πολυμόχθου ἔργου. Ἀλλ’ ἐκ τῆς μικρᾶς διαμονῆς μου ἐν τῷ ὑπουργείῳ ἐπωφελήθην ὅλων τῶν ἀναγκαίων στοιχείων, καὶ τυχὼν τῆς συνδρομῆς ὀλιγίστων διακεκριμένων ἀξιωματικῶν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον ὀργανισμοῦ τοῦ μονίμου στρατοῦ τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω ἐνώπιόν σας ὄχι βεβαίως ὡς ἔργον τέλειον, ἀλλ’ ὡς ἔργον δυνάμενον νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τοὺς διακεκριμένους ἀξιωματικοὺς τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, καθὼς καὶ εἰς τοὺς ἐντίμους συναδέλφους, νὰ δυνηθῶσι νὰ φέρωσιν ἐπ’ αὐτῶν ὅσας νομίζουσιν ὅτι δύνανται νὰ φέρωσι τροποποιήσεις.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τυπωθῶσι.
§5Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν λογαριασμὸν τῶν 10,000,000, διὰ νὰ ἴδωμεν τί ἔγειναν αὐτὰ τὰ χρήματα, καὶ ὁδηγούμενοι, νὰ ψηφίσωμεν ἄλλα διὰ τὴν παρασκευὴν τοῦ τόπου· νὰ παρακατατεθῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα εἰς τὸ γραφεῖον, ἵνα τὰ μελετήσωμεν.
§6ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν εἶναι καιρός.
§7ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ὑπουρ. τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Ῥοντήρη, πρόκειται περὶ τοῦ παρελθόντος ὑπουργείου, δὲν ἐννοεῖ τὸ σημερινόν· θὰ τὰ καταθέσω, κ. πρόεδρε, μὲ εὐχαριστεῖ αὐτό.
§8ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἤθελον νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, ἀλλ’ ἐπιφυλάττομαι νὰ ἐρωτήσω αὔριον, νὰ ἦναι καὶ ὁ ὑπουργὸς παρών. Εἴμεθα εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ζητοῦμεν φόρους χρηματικοὺς καὶ φόρους αἵματος, καὶ τοὺς ζητοῦμεν βεβαίως ἀπὸ τοὺς πολίτας Ἕλληνας. Ἔχομεν δικαίωμα ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ τόπου ν’ ἀπαιτήσωμεν ὡς πρώτιστον ὅρον τῶν βαρῶν εἰς τὰ ὁποῖα εὐχαρίστως θὰ ὑποβληθῶμεν, ὡς πρώτιστον ὅρον, τὴν ἀμερόληπτον διοίκησιν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ὅτι οἱ πολῖται ἐνώπιον τῶν νόμων πρέπει νὰ ᾖνε ἴσοι, διότι εἰς τὰς ἐπαρχίας κατεστάθη εἰς τὰς χεῖρας τῶν στρατολογικῶν ἐπιτροπῶν μία μάστιξ ὁ νόμος περὶ στρατολογίας, δημοπρατήριον φοβερὸν ἠνοίχθη εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας, ἡ σημαία τοῦ φατριασμοῦ ἀνυψώθη εἰς τὸν ὕπατον βαθμὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἔχω σκοπὸν νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν ἵνα τὸ διάταγμα τοῦ 1846, δι’ οὗ ἐσυστήθησαν αἱ στρατολογικαὶ αὗται ἐπιτροπαὶ, αἵτινες τὸ πρῶτον ἦσαν εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν καὶ μετὰ ταῦτα ἐπεξετάθησαν εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν, νὰ καταργηθῇ, οἱ δὲ κληροῦχοι ν’ ἀπευθύνωνται ἀμέσως πρὸς τὰς ὑγειονομικὰς ἐπιτροπὰς, διότι τὰ ἐπαρχεῖα κατεστάθησαν δημοπρατήρια τοῦ φατριασμοῦ, τῆς κακοηθείας, τῆς δωροδοκίας καὶ τῆς μεροληψίας.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· θὰ σταλῇ ἀπόσπασμα τῶν πρακτικῶν, ἵνα τὸ ἰδῇ ὁ ὑπουργός.
§10Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὴν τὴν πρότασιν τὴν κάμνω ἀσχέτως πρὸς πᾶσαν ἔννοιαν πολιτικήν. Εἶμαι διατεθειμένος νὰ ὑποστηρίξω τὸ παρὸν ὑπουργεῖον εἰς ὅλα τὰ σχέδια αὐτοῦ ἀπολύτως, ἀλλ’ ἔχω δικαίωμα, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν δικαιοσύνην τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας τὰ σχέδια, διὰ νὰ πραγματοποιηθοῦν, πρὸ πάντων ἀπαιτεῖται ἀμερόληπτος διοίκησις.
§11ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. (ὑπουρ. τῶν Οἰκονομικῶν.) Ὑποθέτω, κύριε Πετιμεζᾶ, ὅτι δὲν ἀναφέρεσθε εἰς ὡρισμένας πράξεις· θέλετε νὰ παραστήσητε τὰς ἀδικίας, τὰς ὁποίας γεννᾷ τὸ σύστημα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν, καὶ δὲν ἐννοεῖτε ὡρισμένην διοίκησιν.
§12Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βεβαίως ὄχι ὡρισμένην διοίκησιν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὸν νόμον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου.
§14ΖΩΧΙΟΣ. Πρόκειται περὶ προσθήκης νέων φόρων· ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, πρωθυπουργὸς ὢν, εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς θυσίας χρηματικὰς καὶ αἵματος, σᾶς ἔφερε δὲ ὁλόκληρον σχέδιον θυσιῶν· ἔκτακτος παρασκευὴ 10,000,000 καὶ φόρος ἐπὶ τῶν ἐδωδίμων, τακτικὴ παρασκευὴ 50,000,000 καὶ ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα φόρος· ἄλλοι φόροι πρὸς ἀπότισιν τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825. Ἦλθε κατόπιν ὁ κ. Δεληγεώργης πρωθυπουργὸς· σᾶς εἶπε φόρους οὔ, δάνεια οὔ. Ὁ κ. Τρικούπης ἐξέφρασε καὶ αὐτὸς μίαν ἰδέαν καὶ εἶπε, φόροι πολλοὶ, δάνεια μεγάλα, εἰδικὸν ταμεῖον. Σήμερον ἔρχεται ἡ προσθήκη νέων φόρων ἢ ἑνὸς ἐκ τῶν φόρων τῶν παλαιῶν. Δὲν μᾶς λέγουν ὅμως τί τὸν θέλουν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ τὸ σύνολον τῆς φορολογίας, καὶ εἰδικῶς οἱ πρόσθετοι αὐτοὶ φόροι νὰ προσδιορισθῶσι διὰ τὰς παρασκευὰς, καὶ νὰ ὁρισθῇ ὅτι αὐτοὶ ὅλοι εἶναι πόροι στρατιωτικοὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν, εἰμὴ διὰ τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τοῦ τόπου. Διότι ἂν ἐξετάσωμεν τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου, σήμερον τὸ ἓν αὔριον τὸ ἄλλο, καὶ ἂν δὲν ὁρίσωμεν, ὅτι ἡ προσθήκη αὐτὴ εἶναι διὰ τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν, τότε δὲν ἐννοῶ ποῦ θὰ εὑρεθῶμεν οἰκονομικῶς· ἂν δὲ πρόκηται νὰ ῥυθμίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, τότε οἱ ὑπουργοὶ νὰ τὸ σαφηνίσουν, διὰ νὰ ἠξεύρωμεν ποῦ πηγαίνομεν.
§15ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. (ὑπουρ. τῶν Οἰκονομικῶν). Ἦτο περιττὸν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ φρόνημα ἐκείνων οἱ ὁποῖοι συνεκρότησαν τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν παρασκευῶν τὸ οἰκονομικὸν καὶ τὸ στρατιωτικόν· ἦτο, λέγω, πάντῃ περιττὸν, διότι ἀφοῦ ηὐχήθη τὴν συγκρότησιν Κυβερνήσεως ἐκ πασῶν τῶν ἀποχρώσεων καὶ ἐξ ὅλων τῶν κομμάτων, καὶ τὴν αὐτοπρόσωπον ἐν τῇ Κυβερνήσει παρουσίαν τῶν διευθυνόντων τὰ κόμματα ταῦτα, ἔπρεπε νὰ ἐννοήσῃ ὁποία εἶναι ἡ συνέπεια ἡ φυσικὴ, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε προηγουμένως ἐν τῇ συνειδήσει του νὰ παραδεχθῇ, ἔπρεπε νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι σύμπραξις καὶ ἀπὸ κοινοῦ κυβέρνησις τοῦ τόπου κατὰ τὰς ἰδέας ὅλων συγχρόνως ἦτον ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ. Εἶναι τόσον φυσικὸν νομίζω πῶς δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ τὸν ἐλάχιστον δισταγμὸν, ὅτι αὐτὴ ἡ ἰδέα ἔπρεπε νὰ προϋπάρχῃ ἐν τῇ συνειδήσει του ἀξιοτίμου προλαλήσαντος ὅταν ηὐχήθη ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως, καὶ πρέπει ὡς συνέπεια νὰ ᾖναι ὁδηγὸς εἰς αὐτὸν εἰς τὰς κρίσεις καὶ ἐπικρίσεις του. Νομίζω δὲ μάλιστα, ὅτι ἡ ἕνωσις περὶ ἧς ὁ λόγος καὶ ἡ σύμπραξις δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ πλήρης, ἂν δὲν εἰσδύσῃ καὶ ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, διότι περιοριζομένη μόνον ἐν τῇ Κυβερνήσει εἶναι ἄχρηστος καὶ ἀνωφελὴς καὶ ἀδύνατος· ὅ,τι ἑπομένως θέλει συμβῇ ὡς πρὸς τοῦτο ἐντὸς τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, καθὼς ἕκαστον τῶν μελῶν αὐτοῦ ὀφείλει, ἀφοῦ ὑπήκουσεν εἰς τὴν κοινὴν φωνὴν καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ συμπράττει, ὅπως ἕκαστον τῶν μελῶν αὐτοῦ θὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὰς ἰδέας του, τοιουτοτρόπως νομίζω, ὅτι καὶ αἱ διάφοροι ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι διαιροῦσι τὴν Βουλὴν, καὶ αὐταὶ πρέπει νὰ πάθωσι τὸ αὐτό. Σύμπραξις ἐν τῇ Κυβερνήσει, σύμπραξις ἐν τῇ Βουλῇ· ἄλλως ἡ εἰς τὸ ἓν τῶν δύω τούτων σωμάτων σύμπραξις εἶναι ἀνωφελὴς, μὴ ὑπαρχούσης τῆς ἐν τῷ ἑτέρῳ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἶπεν, ὅτι ἠρχίσαμεν νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους. Νομίζω, ὅτι ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου οἷος εἰσήχθη, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχον αἱ παροῦσαι περιστάσεις, ἤθελεν εἰσαχθῆ, καὶ ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς τοὺς εἰδικωτέρους περὶ τὰ τοιαῦτα, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ ἀπάντησίς των θὰ ᾖναι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐκφράζω. Ἡ αὔξησις εἶναι μικρὰ, ἡ ἐπέκτασις εἶναι ἔτι μείζων· ὁ νόμος οὗτος εἶναι τακτοποιητικὸς τῶν ὑπαρχόντων μᾶλλον παρὰ φορολογικός. Ἐὰν ἠθέλαμεν εἰσάξει ἕνα νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐλέγομεν ὅτι αὐξάνει τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου κατὰ 30%, ἦτο φόρος ἔκτακτος· αὐτὸς ὅμως ὁ νόμος, εἴτε προβῶμεν εἰς παρασκευὰς εἴτε δὲν προβῶμεν, θὰ μείνῃ, θέλει εἶσθαι νόμος διαρκὴς, καὶ ὡς τοιοῦτον παρακαλῶ νὰ τὸν ἐξετάσητε. Ἀπορῶ δὲ μὲ τὰς ἀξιώσεις τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, ὅτι ὅλα πρέπει νὰ μείνουν κατὰ μέρος, καὶ αὐτὸς ὁ χρόνος, ἕως ὅτου ἡ Κυβέρνησις παρουσιάσῃ τὰ πάντα, καὶ τότε νὰ προβῶμεν. Αὐτὸ, ἂς μοῦ συγχωρήσῃ νὰ τῷ κάμω τὴν παρατήρησιν, ἐμφαίνει κάποιαν διάθεσιν μᾶλλον νὰ παρακωλύσῃ παρὰ νὰ ἐνθαῤῥύνῃ· ἂς πιστεύσῃ ὁ κ. Ζωχιὸς, ὅτι τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνεδέχθη ἡ Κυβέρνησις, εἶναι πάρα πολὺ δύσκολον, ἀπείρους ἔχει τὰς δυσκολίας, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ τὴν καταδικάσῃ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, λέγων, θὰ τῆς σταματήσω τὰ ἔργα, ἕως ὅτου τὰ ἰδῶ ὅλα Εἶναι λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐκφράζουν κάποιαν δυσπιστίαν πρὸς τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἀνεδέχθησαν τὸ ἔργον, διότι ὅταν περὶ αὐτῶν λέγῃ, ὅτι θὰ παρουσιάσουν τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο, καὶ οὕτω θὰ διπλασιάσωσι τοὺς φόρους λαθραίως, τότε αὐταὶ αἱ ἰδέαι εἶναι ἐξευτελιστικαὶ διὰ μίαν Κυβέρνησιν· πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καλλιτέρα ἰδέα περί τινος Κυβερνήσεως, ἵνα ἀποφασίσῃ τις νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ· ὅταν δὲ ἐκφράζηται τοιαύτη δυσπιστία, νομίζω πῶς τοῦτο δὲν ὀνομάζεται ὑποστήριξις. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία ἅπαντα τὰ νομοσχέδια καὶ εἰς τὰς τακτικὰς Συνόδους, πλὴν ὀλιγίστων ἐξαιρέσεων, τὰ ἀναγινώσκει οὕτως εἰς ἀ. ἀνάγνωσιν, νὰ ἀναγνώσῃ καὶ τὸ προκείμενον.
§16ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνεδέχθη βάρος μέγα, ἀνεδέχθη τὴν λύσιν δυσκόλου ζητήματος· ἀλλὰ ἐρωτήσατε ἂν ἀνεδέχθη τὴν λύσιν ἑνὸς ζητήματος ἀδυνάτου, τὸ ὁποῖον εἶναι κάτι τι χειρότερον. Ἠξεύρετε, οἱ τεχνῖται, ὅταν θέλουν νὰ συναρμολογήσουν τὰ ξύλα, ἐπειδὴ τὰ ξύλα εἶναι φύσει στρογγυλὰ, διὰ νὰ τὰ συναρμολογήσουν, τὰ πελεκοῦν.
§17ΧΟΪΔΑΣ. Τὸν λόγον.
§18ΖΩΧΙΟΣ. Ἐννοῶ λοιπὸν τοὺς κ. κ. ὑπουργοὺς λέγοντας, ὅτι ἀφῆκεν ὁ καθείς τι. Ἀλλὰ σήμερον τί λέγουν; ἡμεῖς τὸ γνωρίζομεν; βεβαίως ὄχι. Μᾶς προσέθηκεν ἓν ἄλλο, ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον δὲν ἀποβλέπει τὰς στρατιωτικὰς παρασκευάς. Τὸ ἐγνωρίζομεν τοῦτο; μήτε αὐτό. Οἱ ὑπουργοὶ ἦλθον, δὲν μᾶς εἶπον ποῖον εἶναι τὸ σχέδιόν των· σήμερον δὲ ἀποκαλύπτεται ὅτι βέβαια διὰ νὰ συμπράξουν κάτι τι ἔπρεπε νὰ παραχωρήσῃ ὁ εἷς εἰς τὸν ἕτερον. Καὶ τοῦτο ἔπρεπε νὰ συμβῇ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου· ἀλλὰ τοῦτο ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ σαφηνίσῃ.
§19ΧΟΪΔΑΣ. Ν’ ἀπαντήσω εἴς τινας ἰδέας. Κύριοι, ἔχομεν ἢ δὲν ἔχομεν πεποίθησιν εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν;
§20ΑΝΤΥΠΑΣ. Ποῖος σᾶς ἐρώτησε;
§21ΧΟΪΔΑΣ. Ὁρίστε λοιπὸν, κύριε Ἀντύπα, ν’ ἀναπτύξητε τὰς ἰδέας σας ἀπὸ τοῦ βήματος.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν ἀ. συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ψηφοφορεῖται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς ἀ. ἀνάγνωσιν.
§23Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου παρατηρῶ μίαν μεγίστην ἀδικίαν. Ἡ ἀδικία αὐτὴ συνίσταται εἰς τὴν πρώτην τάξιν, δηλ. εἰς τὸ χαρτόσημον τῶν 50 λεπτῶν· 50 λεπτῶν χαρτόσημον θὰ ἐπιβληθῇ εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον 11 δραχ. καὶ 50 λεπτὰ, ὡς καὶ εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ λάβῃ 100 δραχμάς· λοιπὸν ὅστις θὰ λάβῃ εἰς τοὺς δώδεκα μῆνας ἀνὰ δώδεκα τὸν μῆνα, ἤτοι δραχ. 144, θὰ πληρώσῃ 6 δραχ. εἰς χαρτόσημον, ἐνῷ εἷς ὁ ὁποῖος λαμβάνει 300 δραχ. κατὰ μῆνα θὰ πληρώσῃ μόνον μίαν δραχμήν. Νομίζω ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ μία διόρθωσις, ἐὰν ἀπὸ τὰς 10 δραχ. ἕως τὰς 50 ἐπιβληθῇ τὸ χαρτόσημον τῶν 25 λεπτῶν, ἀπὸ τὰς 50 δὲ καὶ ἄνω τηρήσωμεν τὴν τάξιν. Καὶ νῦν τὸ χαρτόσημον τῶν 25 λεπτῶν δὲν καταργεῖται, διότι εἰς τὰ εἰσιτήρια πληρόνουν 5%· ἐὰν λοιπὸν λάβῃ τις εἰσιτήριον 5 δραχμῶν, θὰ πληρώσῃ χαρτόσημον 25 λεπτῶν. Ὑπάρχει προσέτι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου καὶ μία ἄλλη μεγάλη ἀδικία· εἷς, ὁ ὁποῖος θὰ λάβῃ 9½ δραχμὰς, δὲν θὰ πληρώσῃ τίποτε, καὶ εἷς, ὁ ὁποῖος θὰ λάβῃ 10½, θὰ πληρώσῃ, 50 λεπτὰ· ἡ μετοχὴ, ἡ ὁποία θὰ δίδῃ μέρισμα 9 δραχμὰς, δὲν θὰ πληρόνῃ τίποτε· ἐπίσης καὶ ἂν ἔχῃ 1000 μετοχὰς, τῶν ὁποίων ἑκάστη δίδει 9 μέρισμα, δὲν θὰ πληρώσῃ τίποτε· ἠμπορεῖ νὰ ἐπιβληθῇ ἀπὸ δύω ἕως 10 δραχ. νὰ πληρώνῃ 10 λεπτά.
§24ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Μάλιστα νὰ ᾖναι κινητόν.
§25ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐξ ὅλων τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, αὐτὸ μόνον νομίζω ὅτι εἶναι ἄξιον προσοχῆς, τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς τὴν μίαν ποσότητα ἀπὸ 10 δραχμῶν, ἡ ὁποία ἐπλήρονεν 25 λεπτὰ, ἐνῷ τὴν σήμερον πληρόνει 50. Τοῦτο εἶναι τὸ μόνον οὐσιῶδες, διότι καὶ μέχρι τοῦδε ἐπλήρονεν ὁ λαμβάνων δραχμὰς 11, χαρτόσημον εἴτε φόρον, 25 λεπτὰ, καθὼς καὶ ὁ λαμβάνων δραχμὰς 100· ὥστε αὐτὴ ἡ ἀνισότης ὑπῆρχε καὶ κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, καὶ δὲν ἠμπορεῖ καὶ νὰ λείψῃ ποτὲ, ἐπίσης ἡ ἀνισότης, ὅτι ὁ λαμβάνων 9½ δραχμὰς δὲν ἐπλήρονε τίποτε, ἐνῷ ὁ λαμβάνων 11 ἐπλήρονε. Τὸ μόνον δυσανάλογον εἶναι τῆς πρώτης κλάσεως, ἥτις ἀνεβιβάσθη ἀπὸ 25 εἰς 50 λεπτὰ· αἱ ἄλλαι κλάσεις ἀνεβιβάσθησαν ἅπασαι κατὰ τὸ αὐτὸ μέτρον, διότι, καθὼς εἶπον χθὲς εἰς τὴν ἀνάπτυξίν μου, τὸ μέτρον, δηλαδὴ ἡ ἀναλογία τοῦ φόρου, ἡ ὁποία ὑπῆρχε μέχρι τοῦδε, ἀνεβιβάσθη εἰς 33⅓%.
§26ΜΙΛΗΣΗΣ. Παρακαλῶ, ἀπαγορεύετε πᾶσαν διόρθωσιν εἰς τὸ περιθώριον;
§27ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα.
§28ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν πιστεύει ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι ἡ παραχώρησις αὐτὴ θὰ γεννήσῃ πολλὰς δυσκολίας; Τίνι τρόπῳ, παρακαλῶ, θὰ γίνεται ἡ διόρθωσις;
§29ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ τέλος, λέγει.
§30ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν ᾖναι μέγα τὸ ἔγγραφον, φαντασθῆτε πόσον δύσκολος θὰ ᾖναι ἡ διόρθωσις.
§31ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἐπιτρέψητε προσθήκας εἰς τὸ περιθώριον, θὰ ματαιώσητε τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου.
§32ΧΟΪΔΑΣ. Ἀντικρούω τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Μίληση. Ἡ διάταξις ἡ νέα καθιστᾷ πρὸ πάντων ἡμᾶς τοὺς δικηγόρους προσεκτικωτέρους καὶ ἐπιμελεστέρους πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν. Ἀντὶ ἐν τοῖς δικαστηρίοις καὶ ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις νὰ συντάσσωμεν κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς εἰσαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως τὰς προτάσεις μας, ὑποχρεούμεθα ἤδη ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ γραφείῳ νὰ συντάττωμεν τὰς προτάσεις, νὰ μελετῶμεν τὰς ὑποθέσεις, καὶ παρεσκευασμένοι ἐπιστημονικῶς, νὰ παρουσιαζώμεθα ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου. Ἐὰν προσέλθητε ἐνώπιον δικαστηρίου πολιτικοῦ, θὰ ἴδητε ἀφ’ ἑνὸς σμῆνος δικηγόρων, ἀφ’ ἑτέρου τοὺς δικηγόρους αὐτοὺς κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐκδικάσεως τῶν ὑποθέσεων ἐπιμελουμένους τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν. Ἐπιμένω λοιπὸν ἀποκρούων τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Μίληση καὶ ὑποστηρίζων τὸ νομοσχέδιον ὡς ὑπεβλήθη, δι’ ἄλλους πολλοὺς λόγους, ἀλλὰ πρὸ πάντων διὰ τὸν κυριώτατον τῆς ἐπιμελείας καὶ τῆς προσοχῆς περὶ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν.
§33ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου δὲν εἶναι μόνον φορολογικὴ, ἀλλ’ ὑπεβλήθη ἀπὸ πνεῦμα δικαιοσύνης, διότι οἱ φόροι πρέπει νὰ ᾖναι ἴσοι καὶ δίκαιοι. Ὡς ἔχει σήμερον ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν πονηρίαν, ἀπὸ τὴν δεξιότητα ἢ ἐπιτηδειότητα, καὶ ἀπὸ τὴν μεγαλειτέραν ἢ μικροτέραν ἱκανότητα περὶ τὸ πονηρεύεσθαι τὸν νόμον, τὸ πληρόνειν πολὺν ἢ ὀλίγον φόρον. Ἀπευθύνεσθε εἰς ἕνα γραφέα καὶ τὸν ἐπιφορτίζετε νὰ σᾶς ἀντιγράψῃ μίαν ἀπόφασιν πολύφυλλον· ἐὰν αὐτὸς ἔχῃ εἰς μεγαλείτερον βαθμὸν τὰ προτερήματα τὰ ὁποῖα ἀνέφερον, θὰ συμφωνήσῃ ν’ ἀντιγράψῃ τὴν ἀπόφασιν εἰς ἓν χαρτόσημον μόνον, ἂν καὶ ᾖναι εἰς τέσσαρα τὸ πρωτότυπον, νὰ δολιευθῇ τὸ δημόσιον καὶ νὰ λάβῃ αὐτὸς μίαν δραχμὴν περιπλέον. Ἐὰν οἱ φόροι πρέπει νὰ ᾖναι δίκαιοι καὶ ἴσοι, πρέπει τὸ χαρτόσημον νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ὡρισμένην χρῆσιν καὶ νὰ μὴ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν φορολογούμενον ἢ ἀπὸ τὴν πονηρίαν καὶ τὴν δολιότητα αὐτοῦ ν’ αὐξάνῃ καὶ νὰ ἐλαττόνῃ τὸν φόρον τοῦτον. Ἐννοῶ ἡ παραβολὴ νὰ ἐπηρεάζῃ τὸν φόρον, ἡ ἐργασία νὰ ἐπηρεάζῃ τὸν φόρον, ἡ ποιότης νὰ ἐπηρεάζῃ τὸν φόρον· ἀλλ’ ἡ δολιότης νὰ ἐπηρεάζῃ τὸν φόρον; Αὐτὸ εἶναι ἀσυγχώρητον. Ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ τὸ παράπονον, ὅτι 30 γραμμαὶ εἰς χαρτόσημον τῶν σημερινῶν διαστάσεων εἶναι ὀλίγαι, καὶ ὅτι πρέπει νὰ γείνουν 40. Αὐτὸ τὸ ἐννοῶ, διότι αἱ 40 γραμμαὶ θὰ ᾖναι δι’ ὅλους τοὺς φορολογουμένους, καθότι τὴν σήμερον διὰ τοὺς μὲν τῶν φορολογουμένων εἶναι 20 γραμμαί, διὰ τοὺς δὲ εἶναι 80· οἱ μὲν πληρόνουν τετραπλάσιον φόρον ἀπὸ τοὺς δέ. Ἐὰν δὲ πρόκηται περὶ εὐκολίας καὶ διὰ τοῦτο ἐῤῥέθη τὸ περὶ περιθωρίου, ἄλλο τὸ ζήτημα. Τοῦτο τὸ παρελάβομεν ἀπὸ ἓν ἔθνος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπροσκόπτως ὑπάρχει. Περιθώριον νομίζω ὅτι δὲν ἔχουν τὰ Γαλλικὰ χαρτόσημα.
§34ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Ἰταλικὸν χαρτόσημον ἔχει 15 γραμμὰς καὶ περιθώριον.
§35ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τὸ περιθώριον εἰς τὸ χαρτόσημον ᾖναι ὑποχρεωτικόν, τότε ἔχει τὸν τόπον της ἡ διάταξις· ἐὰν ὅμως δὲν ᾖναι ὑποχρεωτικόν, τότε βεβαίως, ἐὰν θελήσῃ τις ν’ ἀφήσῃ περιθώριον, πρέπει νὰ τοῦ ᾖνε ἐπιτετραμένον νὰ κάμῃ διορθώσεις.
§36ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ τὸ μελετήσω αὐτό.
§37ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διάταξις τοῦ δευτέρου ἐδαφίου ἀφορᾷ εἰς ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ ά. ἐδαφίου;
§38ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα.
§39ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὸ ζήτημα τῶν λέξεων ἐπὶ τῶν γραμμῶν....
§40ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§41ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἰς τὴν Γαλλίαν εἶνε.
§42ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶνε, ἀλλὰ δὲν ὑπήγαμεν ἕως ἐκεῖ.
§43ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἐγὼ ἔχω ὅλως διόλου ἐναντίαν ἰδέαν· ἡ διάταξις αὐτὴ ὑπὸ τὴν μίαν ἔποψιν εἶνε τυραννικὴ, ὑπὸ τὴν ἄλλην ὑπερβαίνει πᾶν ὅριον φιλαργυρίας. Ὑποθέσατε ὅτι ἔκαμα λάθος καὶ ἔγραψα 32 γραμμάς· τότε εἶναι ἀπαράδεκτον τὸ ἔγγραφον καὶ θὰ παραγραφῇ ἡ ὑπόθεσίς μου;
§44ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ διαταχθῇ ἡ χαρτοσήμανσις. Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2, 3 καὶ 4. Ἀναγινώσκεται τὸ 5 ἄρθρον.
§45ΣΟΥΤΣΟΣ. Θὰ παρακαλέσω, ἀφοῦ ἐπιβάλλεται τέλος εἰς τὰ εἰσιτήρια τῶν ἀτμοπλοίων, ὅπου πηγαίνει τις κατ’ ἀνάγκην, νὰ ἐπιβληθῇ καὶ εἰς τὰ θεάματα καὶ θέατρα.
§46ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅσον διὰ τὸ θέατρον Ἀθηνῶν, τὸν φόρον αὐτοῦ θὰ πληρόνῃ ἡ Βουλὴ, αὐξάνουσα τὴν ἐπιχορήγησιν. Γίνεται δεκτὸν τὸ 5 ἄρθρον. Ἀναγινώσκεται τὸ 6 ἄρθρον.
§47ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ πρόστιμον τῶν 200 δραχμῶν εἶνε λίαν βαρύ.
§48ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Γνωρίζετε, ὅτι, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰλικρινῶς ἡ διάταξις τοῦ νόμου περὶ χαρτοσήμου, τὸ εἰσόδημα τοῦ δημοσίου θὰ ἦτο σημαντικόν. Ἐπειδὴ ὅμως τοῦτο δὲν γίνεται, διὰ τοῦτο πλὴν τῶν ποινῶν τὰς ὁποίας ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου διαλαμβάνει, ἐνόμισα ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ καὶ πρόστιμον, καὶ μάλιστα ὑπερβολικόν. Γίνεται δεκτὸν τὸ 6 ἄρθρον. Ἀναγινώσκεται τὸ 7 ἄρθρον καὶ γίνεται δεκτόν. Ἀναγινώσκεται τὸ 8 ἄρθρον.
§49ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶνε καὶ λογικὸν καὶ ὀρθὸν, ἀλλὰ δὲν προνοεῖ περὶ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ συντασσομένων παρὰ τῶν συμβαλλομένων ἐγγράφων, ἂν καὶ ταῦτα, συντασσόμενα κατὰ τὸν Νόμον καὶ τὰ ἔθιμα τοῦ τόπου ἔνθα γίνονται, θέλουσιν ὑπόκεισθαι καὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ παρόντος Νόμου, ὅταν προσάγωνται εἰς τὰ δικαστήρια τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ἐν καταφατικῇ περιπτώσει, ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὥστε τὸ ἀντικείμενον τοῦτο νὰ ἐφαρμόζηται ὁμοιομόρφως καὶ διὰ τοῦ περὶ προξένων Νόμου.
§50ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ περίστασις αὐτὴ δὲν παρουσιάζεται, διότι τὸ Κράτος μας δὲν ἐνδιαφέρεται ἂν τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον συνετάχθη εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἐπλήρωσε τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου· μόνον ἐνδιαφέρεται περὶ τῶν συνταχθέντων ἐνώπιον προξένου, περὶ ὧν οἱ περὶ προξενείων νόμοι λέγουσιν ὅτι πρέπει νὰ συντάσσωνται ἐπὶ χαρτοσήμου. (Διαλογικαὶ συζητήσεις ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἄρθρου μεταξὺ Δεληγεώργη, Ζέγγελη καὶ Ῥικάκη.)
§51ΧΟΪΔΑΣ. Προσέξατε, κύριοι, μήπως, λεπτολογοῦντες ἐπὶ τῶν καθέκαστα ἄρθρων περὶ χαρτοσήμου καὶ λαθρεμπορίων, πάθωμεν ὅ,τι ἔπαθον οἱ Βυζαντινοὶ συζητοῦντες περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8ον νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ τὰ ἑπόμενα ἄρθρα 9, 10, 11, καὶ 12 καὶ τὸ σύνολον δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου αὐτῶν ψηφοφορίας, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, εἰς ά. ἀνάγνωσιν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ τελωνιακοῦ νόμου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. «Ἄρθρον 1. Κατὰ τὰς περιπτώσεις τῶν ἄρθρων 88 § 1 καὶ 100 τοῦ ἰσχύοντος τελωνιακοῦ νόμου, ἐκτὸς τῶν κατὰ τὰ ἄρθρα 94 καὶ 101–107 ἐπιβλητέων ποινῶν, ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου πλημμελειοδικείου εἰς τοὺς αὐτουργοὺς καὶ συνεργοὺς τοῦ λαθρεμπορίου καὶ φυλάκισις 3 ἡμερῶν μέχρις ἑνὸς μηνός. Αἱ αὐταὶ ποιναὶ ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν διὰ ξηρᾶς μεταφερομένων καὶ εἰς φορολογίαν ὑποκειμένων εἰδῶν. Ὁ ἁρμόδιος εἰσαγγελεὺς ἐπιλαμβάνεται τῆς καταδιώξεως αὐτεπαγγέλτως ἢ ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ τοῦ ἁρμοδίου τελώνου, ὅστις συγχρόνως πέμπει αὐτῷ καὶ τὰς σχετικὰς ἐκθέσεις, καταθέσεις, ἀποφάσεις, καὶ λοιπὰ ἔγγραφα. Αἱ ἀποφάσεις τοῦ πλημμελειοδικείου οὐδεμίαν ἀσκοῦσιν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν κατὰ τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ τελωνιακοῦ νόμου περὶ λαθρεμπορίων ἀποφάσεων τῆς τελωνιακῆς ἀρχῆς ἢ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τ’ ἀνάπαλιν.»
§54ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀποδεχθῇ ν’ ἀπαλειφθῇ ἐκ τῆς γʹ. παραγράφου ἡ λέξις «ἀποφάσεις», διότι εὑρίσκεται εἰς ἀντίφασιν μετὰ τῆς παραγράφου δʹ. Ἐκτὸς τούτου παραβιάζομεν καὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ μὴ δὶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ (θόρυβος). Καὶ ἡ ἐπιβαλλομένη δὲ ποινὴ εἶναι μεγίστη, ὑπερβαίνει καὶ τὴν δήμευσιν. Πλὴν δὲ τούτων νομίζω καὶ τὴν παράγραφον 4 ὅλως περιττὴν, διότι ἐφαρμόζει ἁπλῶς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου.
§55ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι, ὅταν θελήσῃ τις μετὰ μεγίστης ἀκριβολογίας νὰ ἐξετάσῃ τὰς ἐννοίας ἑνὸς νόμου, θὰ γεννήσῃ ἄπειρα ζητήματα, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο εἶναι καὶ τὰ δικαστήρια διωρισμένα, πρὸς ἑρμηνείαν τῶν νόμων. Τοῦτο λέγω, διότι τῳόντι ἐχρειάζετο μεγάλη ἀκρίβεια, ἵνα ἀκριβολογήσῃ τις τὸ πρᾶγμα τὸ ὁποῖον παρετήρησεν ὁ κ. Ῥάλλης. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον εἶναι καθαρόν. Καὶ αἱ λέξεις αὐτοῦ δὲν ἔχουν τὸν σύνδεσμον, τὸν ὁποῖον ὁ κ. βουλευτὴς Ἀττικῆς ἠθέλησε ν’ ἀποδώσῃ. Ἔρχομαι εἰς τὸ οὐσιῶδες ζήτημα, ἂν ᾖναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀσκήσῃ τις δύω δικαιοδοσίας, νὰ καταδιώξῃ τὸ λαθρεμπόριον καὶ νὰ καταγγείλῃ αὐτό· κάμνω ἐνταῦθα τὴν παρατήρησιν ὅτι ἡ ἀρχὴ non bis in idem δὲν ἐφαρμόζεται ἐνταῦθα. Ποῖον εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῆς τελωνιακῆς καταδιώξεως; εἶναι τὸ ἐμπόρευμα· καταδιώκεται λοιπὸν τὸ ἐμπόρευμα, καὶ ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου ἐκ τοῦ ἐμπορεύματος εἶναι ἄσχετος μὲ τὰ πρόσωπα, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται καταδίωξις ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ, ἂν τὸ πρᾶγμα δὲν συλληφθῇ ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου ὑπάρχει καὶ ἀκτίς, πέραν τῆς ὁποίας καὶ ἂν συλληφθῇ, δὲν θεωρεῖται λαθρεμπόριον· ὁ Τελώνης τὸ λαθρεμπόρευμα κρατεῖ ὡς ἐχέγγυον ὅπως πληρωθῇ, ἐνῷ τὸ δικαστήριον πρόκειται νὰ τιμωρήσῃ τὴν ἐγκληματικὴν διάθεσιν τοῦ πράξαντος. Δύναται νὰ ὑπάρξῃ λαθρεμπόριον, νὰ ἐνεργήσῃ ἡ τελωνιακὴ ἀρχὴ τὸ καθῆκόν της, νὰ ἐπιβάλῃ τὸ πρόστιμον, νὰ τὸ εἰσπράξῃ, χωρὶς τὸ πλημμελειοδικεῖον καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἀνακριτὴς νὰ τὸ θεωρήσωσιν εἰς βαθμὸν ἐπιτρέποντα νὰ ἐπιβάλωσι σωματικὴν ποινήν· λοιπὸν ἡ ἐνοχὴ τοῦ ἀτόμου καὶ ἡ εὐθύνη τοῦ ἐμπορεύματος εἶναι δύο πράγματα διαφορετικά, τὸ μὲν θὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, τὸ δὲ ὑπὸ τῆς τελωνιακῆς.
§56ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. ὑπουργός, διότι τὸ ὀκταπλοῦν δὲν εἰσπράττεται μόνον ἐκ τοῦ ἐμπορεύματος· ἐὰν τοῦτο ἐκποιηθὲν δὲν ἐπαρκέσῃ, καταδιώκεται ὁ λαθρέμπορος πρὸς πληρωμήν, καὶ ἐπιβάλλεται πρὸς αὐτὸν καὶ προσωπικὴ κράτησις. Ὡς πρὸς τὰς ποινὰς δέ, ἡ μὲν ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, καὶ εἶναι χρηματική, ἡ δὲ ὑπὸ τῆς δικαστικῆς, καὶ εἶναι σωματική, διότι ἐπιβάλλεται κράτησις ἢ φυλάκισις· ὑπάρχει λοιπὸν παράβασις τῆς ἀρχῆς μὴ δὶς ἐπὶ τὸ αὐτό. Ἑπομένως, ἂν θέλετε τὸ ζήτημα νὰ λυθῇ κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε τὴν τετάρτην παράγραφον, ἂν πρόκηται περὶ ἐφαρμογῆς τῶν ἀρχῶν αὐτῶν, καὶ νὰ καθιερώσητε τὴν ἀρχὴν τοῦ ἄρθρου 1, ἐὰν θὰ ἔχωμεν καταδίωξιν ἐνώπιον τοῦ πλημμελειοδικείου.
§57ΧΟΪΔΑΣ. Ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι μου, τῇ Ἑπτανήσῳ, ἐπὶ τοσοῦτον αἰσχροὺς καὶ φαύλους ἐθεώρησαν τοὺς λαθρεμπόρους, ὥστε ὑπῆρξεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἁρμοστὴς Cambel συνέλαβε καὶ δικαστικὸν συμβούλιον ἀπεφήνατο πυρπόλησιν ὁλοκλήρου πλοίου, διότι ἐφωράθη εἷς ναύτης φέρων ὑπὸ μάλης ἓν κιβώτιον σιγάρων. Ὁ κ. Λομβάρδος μοὶ διηγήθη τὸ γεγονός.
§58ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ἤκουσα καὶ ἐγώ.
§59ΧΟΪΔΑΣ. Τὴν αἰσχράν, κύριοι, αὐτὴν κλοπὴν τῶν δημοσίων χρημάτων, ἥτις καθιστᾷ τινας πλουσίους, ὁ ποινικὸς νόμος τῆς Ἑπτανήσου τιμωρεῖ αὐστηρότατα. Διῄρεσε τὴν λαθρεμπορίαν εἰς ἁπλῆν καὶ εἰς ἐπιχαρακτήριστον· ἁπλῆν ἐθεώρησε τὴν γινομένην ἄνευ βίας, ἐπιχαρακτήριστον δὲ τὴν γινομένην διὰ βίας. Ὡσαύτως ἔχει ὑποδιαίρεσιν διὰ τὴν τελουμένην ἐν ὥρᾳ νυκτὸς καὶ διὰ τὴν τελουμένην ἐν ὥρᾳ ἡμέρας, καὶ ἐπιβάλλει διαφόρους εἰς τοὺς διαφόρους αὐτὰς τάξεις ποινάς. Ἐπιβάλλει δὲ τὰς ποινὰς εἱρκτῆς μακρᾶς, πενταετοῦς, δεκαετοῦς, εἰκοσαετοῦς, ἀναλόγως τῶν ἐπιβαρυντικῶν περιστάσεων, αἵτινες συνοδεύουσιν ἑκάστοτε τὴν τελουμένην πρᾶξιν. Ἐγώ, κύριοι, συνηγορῶ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ μὲ μίαν διαφοράν, τῆς ἐπιτάσεως τῶν ποινῶν, διότι τὸ νομοσχέδιο, ἐπιβάλλει λίαν φιλανθρώπους ποινάς. Εἰμὶ λίαν φιλάνθρωπος, ἀλλ’ οὐχ’ ἧττον ἐπιδιώκω τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν τῶν λαθρεμπόρων διὰ τῆς ἐπιβολῆς ποινῆς οὐχὶ δεσμῶν προσκαίρων, ἀλλὰ τοὐλάχιστον φυλακίσεως, οὐχὶ τριῶν ἡμερῶν μέχρι τριῶν μηνῶν, ἀλλὰ τριῶν μηνῶν μέχρι δύο ἐτῶν. Βεβαιωθῆτε, κύριοι, ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ λαθρεμπορία, δὲν θὰ ὑπῆρχον οἱ ἀπατεῶνες μεταξὺ τῶν ἐμπόρων καὶ οἱ πλαστογράφοι, διότι ὁ μὲν λαθρέμπορος πωλεῖ εὐθηνότερα, ὁ δὲ τιμίως ἐμπορευόμενος δὲν δύναται νὰ συναγωνισθῇ μετ’ ἐκείνου. Οἱ λαθρέμποροι διέφθειρον τοὺς ὑπαλλήλους καὶ τοὺς ὑπηρέτας καὶ ἐπέφερον τὰς χρεωκοπίας, διότι τίς δύναται ν’ ἀνθέξῃ εἰς τοιαύτην ἄτιμον πραγμάτων κατάστασιν καὶ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του ἀπέναντι τοιαύτης προφανοῦς βλάβης; Ὑποστηρίζων λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον, προβάλλω τῇ Βουλῇ τὴν ἐπίτασιν τῆς ποινῆς ἀπὸ τριῶν ἡμερῶν εἰς τρεῖς μῆνας καὶ ἀπὸ τριῶν μηνῶν εἰς δύο ὅλα ἔτη, διότι ὁ ἔμπορος ἔχων ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι δύναται νὰ ὑποστῇ τοιαύτην ποινήν, θέλει ἀποτραπῇ ἀπὸ τὴν ἀπόφασίν του καὶ δὲν θὰ ἐξευτελίζηται μέχρι τοῦ ἐγκλήματος τῆς λαθρεμπορίας. Ἀποκρούω τὰς ἰδέας τινός, ὑποστηρίζοντος, ὅτι περιπίπτει εἰς ἀντίφασιν τὸ νομοσχέδιον σχετιζόμενον μὲ τὰς διατάξεις αὐτοῦ. Δὲν περιπίπτει εἰς ἀντίφασίν τινα. Ὁ ἁρμόδιος εἰσαγγελεὺς ἐπιλαμβάνεται τῆς καταδιώξεως αὐτεπαγγέλτως ἢ ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ τοῦ ἁρμοδίου τελώνου· ἂν εἰς τόπον, ἔνθα ὑπάρχει τελώνης ἐπιμελής, συνελήφθη τις λαθρέμπορος, ὁ ἐπιμελὴς ἐκεῖνος τελώνης προβαίνει εἰς τὴν βεβαίωσιν τῶν γεγονότων καὶ εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως, καὶ μετὰ ταῦτα ὑποβάλλει σὺν τῇ καταγγελίᾳ ἀμέσως καὶ τὴν ἀπόφασιν τὴν παρ’ αὐτοῦ ἐκδοθεῖσαν καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ τὰς ἐκθέσεις. Ἂν ᾖναι ἀμελής, θὰ περιορισθῇ μόνον νὰ καταγγείλῃ τῷ εἰσαγγελεῖ τὰς τελεσθείσας πράξεις. Ὑποθέτω διὰ μίαν στιγμήν, ὅτι περιωρίζετο ἁπλῶς εἰς τὴν καταγγελίαν ὁ τελώνης· ἀπαγορεύεται δυνάμει τῆς διατάξεως τοῦ νόμου, οὕτω πως ἐννοουμένης, νὰ καταδιώξῃ τὸν λαθρέμπορον καὶ τὴν πρᾶξίν του ὁ εἰσαγγελεύς; οὔ. Ἄσχετος ἡ μία πρᾶξις πρὸς τὴν ἄλλην, διότι ἀσχέτως πρὸς ἀλλήλας ἐνεργοῦν ἡ δικαστικὴ καὶ ἡ τελωνιακὴ ἀρχή. Ἡ μὲν ἐπιβάλλει τὸ πρόστιμον, ἡ δὲ καταδιώκει τὴν πρᾶξιν, βεβαιοῖ τὰ γεγονότα, καὶ ἀπαλλάσσει τὸν κατηγορούμενον ἐὰν ᾖναι ἀθῷος, ἐπιβάλλει δὲ τὴν δέουσαν ποινὴν ἐὰν τὸν εὕρῃ ἔνοχον. Διὰ τοῦτο πιστεύω ἀκραδάντως, ἐρειδόμενος ἐπὶ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τῆς διατάξεως ταύτης, ὅτι οὐχὶ εἰς ἀντίφασιν εὑρίσκεται ἡ διάταξις αὕτη μὲ τὰς προγενεστέρας, καὶ ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες τοῦτο ἐσυγχίσθησαν, καὶ ἐν τῇ συγχύσει των παρέστησαν ὅτι ἀντίφασις ὑπάρχει ἐκεῖ ὅπου ἀληθῶς δὲν ὑπάρχει. Ἀποκρούων καὶ τὴν δευτέραν ἰδέαν, ὅτι ἡ διάταξις ἀπάδει πρὸς τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης καὶ πρὸς τοὺς νόμους αὐτοὺς τοὺς κειμένους, ὑποστηρίζω ὅτι αὕτη συνᾴδει μάλιστα. Ἐκτὸς τοῦ νόμου τῆς Ἑπτανήσου, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται διπλῆ ποινή, ἡ ποινὴ τῆς δημεύσεως καὶ ἡ ποινὴ τῆς εἱρκτῆς, ὑπάρχουν ἄπειροι νόμοι ἀλλαχοῦ, δυνάμει τῶν ὁποίων καθ’ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου, κατὰ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς πράξεως, διὰ τῆς ὁποίας παραβιάζεται ὁ νόμος, ἐπιβάλλονται συνάμα καὶ χρηματικαὶ ποιναὶ καὶ κράτησις καὶ πρόστιμον. Ἐρειδόμενος ἐπὶ τὴν ἐπιστήμην καὶ τοὺς νόμους ὅλου τοῦ κόσμου, ὑποστηρίζω ὅτι οὐδόλως παραβιάζεται τὸ ἀξίωμα τοῦ δικαίου non bis in idem, καὶ ὅτι οὐδεμίαν ἐφαρμογὴν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὑπομιμνήσκω ὑμῖν τὸ ἄρθρον 12 τῆς ποινικῆς δικονομίας, δυνάμει τοῦ ὁποίου οὐδεμίαν ἐπιῤῥοὴν δύναται ν’ ἀσκήσῃ ἡ ποινικὴ ἀπόφασις ἐπὶ τῆς πολιτικῆς δίκης. Καταδιώκεταί τις ἐνώπιον ποινικοῦ δικαστηρίου καὶ εἶναι ἔνοχος, παρίστανται μάρτυρες ἀψευδέστατοι καὶ καταδεικνύουσι τὴν ἐνοχὴν τοῦ κατηγορουμένου, δύο δὲ ἄτιμοι δικασταὶ δὲν πλήττουσι τὸν κατηγορούμενον διὰ τῆς ποινῆς τοῦ νόμου. Νομίζετε, ὅτι δὲν δύναται ὁ προσβληθεὶς νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων τῆς πατρίδος καὶ νὰ ζητήσῃ ἀπονομὴν δικαιοσύνης; Νομίζετε, ὅτι ὁ κατηγορούμενος δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἄτιμον ἀπόφασιν; Τὸ ἀντίθετον ἤδη. Παρίσταται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων εἷς Σωκράτης, εἷς Φωκίων, ὁ δημοκρατικώτατος Χριστὸς, καὶ εὑρίσκονται δώδεκα κακοῦργοι, οἵτινες ἐκδίδουν ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας πλήττουν τὴν ἀθωότητα καὶ τὴν ἀρετήν. Νομίζετε, ὅτι δὲν ἔχουν οὗτοι τὸ δικαίωμα, ἂν ὄχι ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τῆς πατρίδος, ἀλλ’ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τῆς ἀνθρωπότητος, ν’ ἀποδείξουν τὸ ἄδικον καὶ μάταιον καὶ τῶν δικαστῶν καὶ τῆς ἀποφάσεως; Δὲν θὰ ἦτο ὁ μεγαλείτερος παραλογισμὸς ἂν ἐσκέπτετό τις ἄλλως; Δύναται νὰ πλήξῃ ὅσον θέλῃ ὁ τελώνης, δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ τελώνου, ἀλλ’ ὁ δικαστὴς δικαιοῦται, ἐρειδόμενος ἐπὶ τὰ γεγονότα, νὰ εἴπῃ κηρύττω ἀθῶον τὸν κατηγορούμενον. Καὶ τὸ ἐναντίον· δύναται εἷς τελώνης νὰ ἐκδώσῃ ἀθωωτικὴν ἀπόφασιν ὑπὲρ λαθρεμπόρου, ἀλλ’ οἱ δικασταὶ δικαιοῦνται νὰ κηρύξωσιν αὐτὸν ἔνοχον. Διὰ ταῦτα οὐδεμίαν βλέπω παραβίασιν τοῦ ἀξιώματος non bis in idem.
§60ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Περὶ τῶν διατάξεων περὶ δηλωτικῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει κἄπως νὰ σκεφθῇ, διότι ἔχω πεποίθησιν ὅτι τὸ Κράτος θὰ ζημιωθῇ 15,000 000 καὶ ἄλλη τις ἐπικράτεια θὰ ὠφεληθῇ πλέον τῶν 15,000, 000· περισσότερον δὲν θέλω νὰ ἐξηγηθῶ. (Γίνονται δεκτὰ δι’ ἀναστάσεως τὰ ἄρθρα 2, 3 καὶ 4.)
§61ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Θέλω παρακαλέσει τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διορθωθῇ ἡ φράσις «ὁσάκις τὸ κρίνει ἀναγκαῖον νὰ παρουσιάζηται», ὄχι ὁσάκις τὸ κρίνει ἀναγκαῖον, ἀλλ’ ὑποχρεοῦται ὁ τελώνης νὰ τὸ ἐξετάζῃ· ἀφ’ ἧς δὲν ἐξετάζονται, ἐγέμισεν ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ μποτίλιες καὶ ποτήρια μαῦρα, ἐνῷ τὰ κιβώτια περιέχουν μεταξωτὰ καὶ τὰ τοιαῦτα, δηλόνουν μποτίλιες καὶ ποτήρια.
§62ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐνῷ ὡμίλουν μὲ τὸν κ. Ναύαρχον, δὲν ἐπρόσεξα εἰς παρατήρησίν τινα ἡ ὁποία ἐγένετο καὶ ἥτις ὑποθέτω ὅτι προὐξένησε μεγίστην ἐντύπωσιν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι μία τῶν προκειμένων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου τείνει εἰς τὸ νὰ πλουτίσῃ ἓν ἄλλο Κράτος, ἐπὶ βλάβῃ τῆς Ἑλλάδος. Παρακαλῶ νὰ γείνῃ ἐξήγησίς τις ὡς πρὸς τοῦτο, διότι βέβαια ἄνευ ταύτης δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ ἐννοήσω, ἔστω καὶ ἰδιαιτέρως.
§63ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Προτοῦ τελειώσῃ τὸ νομοσχέδιον, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὸν τελωνιακὸν νόμον, νὰ εὕρῃ τὸ σχετικὸν ἄρθρον, δυνάμει τοῦ ὁποίου δίδεται προθεσμία 24 ὡρῶν εἰς κατάθεσιν τοῦ δηλωτικοῦ. Ἡ προθεσμία αὕτη πολλάκις καὶ πάντοτε σχεδὸν δίδει χώραν εἰς λαθρεμπόρια· νομίζω ὅτι ἡ προθεσμία αὕτη εἶναι πλέον περιττὴ, καθόσον ὁ πλοίαρχος, ταξειδεύων, ἔχει τὸν καιρὸν νὰ μάθῃ τί ἔχει εἰς τὸ πλοῖόν του, διότι τότε λαμβάνουν καιρὸν οἱ συνέταιροι τῶν λαθρεμπόρων, κάμνουν τὴν δουλειάν των, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν παρουσιάζεται ὁ πλοίαρχος νὰ δηλώσῃ ὅσα θέλει, διότι τὰ ἄλλα ἐβγῆκαν.
§64ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι δυσκολία ἐνίοτε νὰ παρουσιάζηται τὸ δηλωτικὸν πρὸ τῶν εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν. Ψηφοφορεῖται κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ σχηματισμοῦ τῶν τελωνείων ἀπὸ 25 Μαΐου 1842 Β. Δ.
§65ΣΟΥΤΣΟΣ. Κύριοι, ὅπως ἕκαστος ἡμῶν, ὅταν ἔχῃ ἀνάγκην χρημάτων, πρὶν καταφύγῃ εἰς δάνειον, προσπαθεῖ νὰ εἰσπράξῃ τὰ ὀφειλόμενα, οὕτω καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ προστρέξωμεν εἰς τὴν συλλογὴν τῶν χρημάτων. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε νομοσχέδιον ἄξιον λόγου περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων· 70,000,000 καθυστεροῦνται, νὰ ἤμεθα εὐχαριστημένοι ἐὰν συνάξωμεν 20,000,000 μόνον. Παρακαλῶ νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τοῦτο. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 11½.)