1877.05.27
698 στίχοι · 5.766 λέξεις · 75 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 7
Τῆς 27 Μαΐου 1877.
(Παρασκευή.)
Ὥρα 8 π. μ.
Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ ἐκλογὴ τῶν ἐπιτροπῶν. Ὁ κ. Κυριακὸς ζητεῖ ἄδειαν Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴν ἐγκρίνῃ· εἶναι σύμφωνος ἡ Βουλή;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΧΟΪΔΑΣ. Παρατηρῶ τῷ κυρίῳ Κυριακῷ ὅτι πρὸ παντὸς οἱ ἔχοντες τὴν εὐτυχίαν νὰ ὦσι πλούσιοι, ὡς ὁ κ. Κυριακὸς, καὶ νὰ ἔχουν αἰσθήματα πατριωτικὰ, ὡς ὁ κ. Κυριακὸς, δὲν πρέπει οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ἀποχωρήσωσι τῆς Βουλῆς, διότι εἶναι ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ οἱ ἔχοντες τὰς μεγάλας ἰδέας καὶ οἱ ἔχοντες τὸν πλοῦτον καὶ τὴν στιβαρὰν τοῦ στρατιώτου χεῖρα πρέπει νὰ ἑνωθῶσι, πρὸς τέλεσιν τοῦ ἔργου τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑλλάδος.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ὁ ἀπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσης βουλευτικῆς συνόδου· θέλει διαβιβασθῆ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ λογιστικοῦ.
§5ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐπειδὴ ὁ ἥλιος ἐνοχλεῖ τοὺς παρακαθημένους βουλευτὰς, ἐκρίθη ἀναγκαῖον νὰ γείνουν παραπετάσματα, ἐπὶ τούτῳ δὲ συνεφωνήσαμεν μεθ’ ἑνὸς τεχνίτου. Ζητῶ τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν.
§6ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσα θὰ χρειασθοῦν;
§7ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὑπὲρ τὰς 400 δραχμάς.
§8ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί τὰ θέλετε· ὀλίγας ἡμέρας θὰ μείνωμεν ἐδῶ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χοϊδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§10ΧΟΪΔΑΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ ἀπαλλάξητε σήμερον· θέλω νὰ ᾖναι παρόντες οἱ ὑπουργοὶ, διὰ νὰ ἀκούσωσι τί ὀφείλουσι νὰ πράξωσιν ὑπὲρ τῶν νόμων καὶ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος.
§11ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Τώρα εἶναι καιρὸς ἔργων, καὶ ὄχι λόγων.
§12ΧΟΪΔΑΣ. Κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ὀφείλομεν νὰ ἀνταλλάξωμεν τοὺς τελευταίους λόγους, διὰ νὰ ἴδωμεν τί πρέπει νὰ πράξῃ ἕκαστος ἡμῶν, τί πρέπει νὰ πράξουν οἱ ὑπουργοὶ καὶ ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος.
§13Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Χοϊδᾶς νὰ τοῦ παρατηρήσω, ὅτι ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἔκαμε ποσῶς δὲν εἶναι ὀρθή. Βεβαίως ὁ κύριος Χοϊδᾶς δὲν εἶχε τὸν σκοπὸν νὰ φέρῃ μίαν προσβολὴν κατὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὅ,τι εἶπεν εἶναι ἔμμεσος προσβολὴ κατὰ τῆς Βουλῆς· ὁ βουλευτὴς, ὁσάκις ζητεῖ νὰ ὁμιλήσῃ, ὀφείλει νὰ ὁμιλήσῃ, οἱ δὲ ὑπουργοὶ, εἴτε εἶναι παρόντες εἴτε δὲν εἶναι, πρέπει νὰ ᾖναι ἐνήμεροι τῶν συμβαινόντων ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου. Ἂν τοῦτο δὲν ᾖναι κατορθωτὸν ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς, ἂς μοῦ ἐπιτρέψουν νὰ τοὺς εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιοι τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχουν. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος, διὰ νὰ ἀναβάλῃ ὁ κ. Χοϊδᾶς τὴν ὁμιλίαν του· οἱ ὑπουργοὶ θὰ μάθουν τί συνέβη ἐν τῷ βουλευτηρίῳ, εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ ἦναι παρόντες.
§14ΧΟΪΔΑΣ. Διὰ ν’ ἀποδείξω τὸ ἐναντίον καὶ πόσον σέβομαι τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους καὶ πόσον ὡραίαν καὶ ὑψηλὴν ἰδέαν ἔχω περὶ τοῦ χαρακτῆρος καὶ τῶν ἰδεῶν αὐτῶν, παρέρχομαι ἐπὶ τὸ βῆμα. Κύριοι βουλευταί, ἀληθῶς εἶναι στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν πάντες πρέπει νὰ τραπῶμεν ἐπὶ τὰ ἔργα, ἀλλ’ οὐδόλως κωλύσει μου ἡ στιγμὴ αὕτη νὰ ἀποκαλύψω καὶ πάλιν τὰς ἰδέας μου καὶ τοὺς στοχασμούς μου περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς πατρίδος. Ὅταν ἐπιστῇ ἡ στιγμὴ τῶν ἔργων, ἐγὼ ὁ γέρων θὰ ἦμαι μεταξὺ ἐκείνων οἵτινες θὰ δράμωσι πρὸς λύσιν τῶν δεσμῶν τῶν ἀδελφῶν μας, ἂς ἦναι δὲ βέβαιος ὁ ἐμὸς ἑταῖρος κ. Εὐθύμιος Πλαστῆρας, ὅτι θὰ ἦμαι μεταξὺ τῶν πρώτων οἵτινες θὰ πέσουν ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς πατρίδος, ὑπὲρ τῆς λύσεως τῶν δεσμῶν τῶν ἀδελφῶν μας· ἂς ἦναι βέβαιος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος μὲ εἶδε μετ’ αὐτοῦ πρωταγωνιστοῦντα ὑπὲρ μιᾶς ἰδέας τὴν ὁποίαν συνέλαβεν. Ἄλλοτε εἶχε τὴν τόλμην νὰ γράψῃ πρὸς τὸν Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος ὅτι τὸν περιστοιχοῦν κόλακες, ὅτι τὸν ἀπομακρύνουν τῆς ὁδοῦ τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ βαδίσῃ· ὑπῆρξαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐτόλμησαν νὰ ἀπειλήσωσιν αὐτὸν τὸν πατριώτην, ἐγὼ δὲ μόνος, ὡπλισμένος τὴν ὀσφὺν καὶ τὴν χεῖρα, συνώδευσα αὐτὸν μέχρι τῶν Χαυτείων, διὰ νὰ δείξω εἰς τοὺς ἀπειλοῦντας ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἀπειλοῦν, πολὺ δὲ δυσκολώτερον τὸ πραγματοποιεῖν τὰς ἀπειλάς. Κύριοι Βουλευταί, χθὲς ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐκφράσω τί ᾐσθάνθην ἐν τῇ καρδίᾳ μου ὅταν εἶδον τὸν ἀντιναύαρχον Κανάρην ἀναβαίνοντα εἰς τὸ βῆμα καὶ χύνοντα δάκρυα ἁγνῆς φιλοπατρίας· τὰ δάκρυα τοῦ Κανάρη δὲν ἦσαν τὰ συνήθη δάκρυα τῶν ἑταιρῶν, δὲν ἦσαν δάκρυα ἐκείνων, οἵτινες χρῶνται τῷ πατριωτισμῷ ὅπως αἱ φαῦλαι ἑταῖραι τῇ ἀρετῇ· ἦσαν δάκρυα τοῦ υἱοῦ τοῦ πυρός, τοῦ σιδήρου καὶ τοῦ θανάτου, τοῦ πυρπολιστοῦ τοῦ 1821. Δὲν τὸν ἐμάρανεν ὁ χρόνος, διότι δὲν μαραίνει τοὺς ἀθανάτους ὁ χρόνος, δὲν τὸν προσέβαλεν ἡ νόσος, διότι δὲν προσβάλλει τὰς μεγάλας καρδίας ἡ νόσος, δὲν ἔκοψε τὸ νῆμα τῆς ζωῆς ὁ θάνατος, διότι μόνον τοὺς θνητοὺς προσβάλλει· τοὺς ἀθανάτους τοὺς τρέμει, τοὺς φοβεῖται, ἐνώπιον αὐτῶν ῥιγᾷ, ἐνώπιον αὐτῶν τρέπεται εἰς φυγήν. Ὁ Κανάρης ἔκλαιε, διότι ἐνεθυμήθη ὅτι μεταξὺ ἡμῶν ὑπάρχουν τὰ τέκνα τῶν συναγωνιστῶν του, οἵτινες ἠγέρθησαν σύσσωμοι, ἐπάταξαν τὸν Grand seigneur καὶ κατέδειξαν εἰς τὴν Εὐρώπην ὅτι ἀγωνίζονται ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας. Ὁ Κανάρης ἦλθε μὲ ὑψωμένην τὴν κεφαλήν, διότι οὐδέποτε τὴν ἔκλινεν ἐνώπιον τῶν τυράννων, ἐνώπιον τῆς τυραννίας, ἀλλ’ ἐπάταξε καὶ τοὺς τυράννους καὶ τὴν τυραννίαν· εἶχεν ὑψωμένον τὸ μέτωπον, διότι ἐν τῇ καρδίᾳ του ᾐσθάνετο τὸν εὐγενέστερον τῶν παλμῶν, τῆς γαλήνης τῆς συνειδήσεως. Δὲν προέδωκε τὴν πατρίδα, δὲν ἠσέλγησε κατὰ τῶν νόμων της, δὲν ἐκολάκευσε τοὺς τυράννους, δὲν ἦτο συνεργάτης ἐκείνων, οἵτινες ἐπεδίωκον τὴν κατάργησιν τοῦ πολιτεύματος. Εἶναι θιασώτης καὶ ὑπέρμαχος πάσης ὑψηλῆς καὶ ὡραίας ἰδέας. Δὲν εἶναι Περικλῆς ὁ Ξανθίππου, δὲν εἶναι Ἀριστείδης, δὲν εἶναι Φωκίων, ἀλλ’ εἶναι στρατιώτης τῆς ἐλευθερίας· οὐδέποτε ἐπηγγέλθη τὸν πολιτικόν, τὸν δίκαιον ἢ τὸν ἐνάρετον, ὅπως ἄλλοι· ἦτο ἁπλούστατος ναύτης, δοῦλος, ἀλλὰ δοῦλος μὴ ἕρπων ἐνώπιον τῶν τυράννων, δοῦλος, ὅστις ἔθεσε περὶ μὲν τὴν ὀσφὺν τὸ ξίφος, ἐν δὲ τῇ χειρὶ τὸν δαυλόν, καὶ συνέτριψε τοὺς στόλους τῆς τυραννίας καὶ ἔκοψε διὰ τοῦ ξίφους τὴν ζωὴν τοῦ τυράννου, τοῦ δεσμεύοντος τὴν πατρίδα. Ὁ Κανάρης ἦλθεν ἐδὼ διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ μειδίαμα τῆς χαρᾶς, διότι ἔβλεπεν εἰς τὰ χείλη πλανώμενον τὸ μειδίαμα τῆς ὀδύνης, τὴν ὁποίαν προκαλεῖ ἡ μικρὰ, ἡ κακοδαίμων, ἡ ἄπελπις πατρίς μας· ἦλθεν ἐδῶ, διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν παλμὸν τοῦ γενναίου, διότι ἐν τῇ καρδίᾳ μας ἔπαλλον παλμοὶ δούλου καὶ ἀνάνδρου· ἦλθεν ἐδῶ, διὰ νὰ λύσῃ τὴν γλῶσσάν μας. Ἐκεῖνος, ὅστις διὰ τῆς γλώσσης καὶ διὰ τῆς χειρός του καὶ διὰ τῆς διανοίας του κόπτει τὰς ἁλύσεις καὶ συντρίβει τοὺς τυράννους καὶ τοὺς θρόνους, ἐφ’ ὧν ἐκεῖνοι κάθηνται, ἦλθε νὰ λύσῃ τὰς χεῖράς μας καὶ τοὺς πόδας μας, ἦλθε νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐπέστη ἡ ἐποχὴ τῶν ἔργων, καὶ νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τοὺς υἱοὺς τοῦ Μιαούλη, τοῦ Σαχτούρη, τοῦ Τομπάζη, τοῦ Παπανικολῆ, τοῦ Ἀποστόλη καὶ τῶν ἄλλων δελφίνων τῆς θαλάσσης τῶν πυρπολησάντων τὰ σκάφη τὰ ἐχθρικά, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ πυρπολήσωσι νέα σκάφη, νὰ καταστρέψωσι νέας ναυτικὰς δυνάμεις, καὶ νὰ λύσωσι τὰ δεσμὰ ἐκείνων, οἵτινες δουλεύουσι τὴν αἰσχίστην δουλείαν· ἦλθεν ἐδῶ ν’ ἀνακράξῃ εἰς τοὺς υἱοὺς τοῦ Κολοκοτρώνη, τοῦ Μπότσαρη, τοῦ Πετιμεζᾶ, τοῦ Καραΐσκου, τοῦ Διάκου καὶ τοσούτων ἄλλων μαρτύρων τῆς ἐλευθερίας, ἐκ τοῦ αἵματος τῶν ὁποίων ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος ἀνεβλάστησεν, «ὁπλισθῆτε, συντρίψατε τὰ δεσμὰ τῶν δούλων ἀδελφῶν σας». Ἡμέραν τινὰ ὁ γέρων Κανάρης εἶδε καταπατουμένας τὰς ἐλευθερίας τῆς πατρίδος του, εἶδεν Ἕλληνας μὲ παλμοὺς Ἑλληνικούς, Ἕλληνας μὲ καρδίας Ἑλληνικάς, φρονοῦντας ὅτι πρέπει νὰ δουλεύῃ ὁ λαὸς, ὁ ὄχλος, ὁ μὴ δυνάμενος νὰ μετρηθῇ μετ’ αὐτῶν, καὶ κατεξανέστη, καὶ παλαίσας ἀνέτρεψεν αὐτούς. Ἐλησμόνησαν ὅμως οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ὅτι ὁ Θεὸς ἐκπροσωπεῖται ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ ὑπὸ τοῦ λαοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἡ μεγάλη διάνοια τοῦ Ματσίνη εἰς τὴν αὐτὴν μοῖραν ἔθεσε τὸν λαὸν καὶ τὸν Θεὸν, εἰπών. «Dio e popolo, popolo e Dio.» Ἐλησμόνησαν, ὅτι ὁ κυρίαρχος λαὸς δύναται νὰ ἀνατρέψῃ θρόνους τυράννων, δύναται νὰ πατάξῃ τὴν ἀρχολιπαρίαν, δύναται νὰ ἀνατρέψῃ τὸν δεσπότην, ὅπου καὶ ἂν κάθηται (ἐκ τῶν ἀκροατηρίων μία φωνὴ «bravo»· χειροκροτήματα). Θὰ μὲ συγχωρήσωσιν οἱ χειροκροτοῦντες· θέλετε νὰ χειροκροτῆτε; λύσατε τὰ δεσμὰ τῶν ἀδελφῶν σας, ὑπάγετε νὰ χειροκροτήσητε πρὸ τοῦ τάφου ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔπεσαν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας, ἐκεῖνοι θὰ σᾶς ἀκούσωσι καὶ θὰ ἀνασκιρτήσωσι τὰ ὀστᾶ των. Αἰσθανθῆτε τοὺς παλμοὺς τοὺς ὁποίους ἐκεῖνοι ᾐσθάνθησαν, συλλάβετε τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας ἐκεῖνοι συνέλαβον, καταταχθῆτε εἰς τὸν στρατὸν τῆς πατρίδος, φέρετε τὰ ὅπλα καὶ γυμνασθῆτε, μνήσθητε τῶν ἀρχαίων Λακεδαιμονίων καὶ Ἀθηναίων, ὧν καὶ αἱ γυναῖκες ἠσκοῦντο· ὑμεῖς οἱ ἄνδρες πρέπει πρὸ πάντων νὰ ἀσκηθῆτε, διὰ νὰ σᾶς καλῶσιν αἱ παρθένοι τῆς πατρίδος, οὐχὶ ὡραίους ἀλλὰ γενναίους, ἀνδρείους, φιλοπόλιδας, περιφρονοῦντας τὸ πᾶν χάριν τῆς ἐλευθερίας. Ὁ Κανάρης ἐξελέχθη ἡμέραν τινὰ παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς πατρίδος μας νὰ προσφέρῃ τὸ Στέμμα τοῦ Κέκρωπος, τὸν θρόνον τοῦ Θησέως καὶ τὸ σκῆπτρον τοῦ Κόδρου εἰς ἕνα ἁπλούστατον ναύτην τῆς Δανίας, τὸν Βασιλέα Γεώργιον. Τί ᾐσθάνετο τότε ἐν τῇ καρδίᾳ του μόνον ἐκεῖνος δύναται νὰ τὸ εἴπῃ. Εἶναι ἀδύνατον ἐκ τοῦ προσώπου του, ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν του, νὰ εἰσδύσῃ τις εἰς τὴν καρδίαν του. Προσέφερε τὸ στέμμα. Προσέφερε τὸ στέμμα, τὸ σκῆπτρον, τὸν θρόνον. Ἔζη τότε ὁ δημοκρατικώτερος τῶν Βασιλέων, ὁ πράγματι καθιερώσας τὴν ἀρχὴν «ἡ ἀγάπη τοῦ λαοῦ μου ἡ ἰσχύς μου» ὁ Φρειδερῖκος τῆς Δανίας ἦτο ἀληθὴς δημοκρατικός, ἦτο φιλόσοφος Βασιλεὺς, δὲν ὡμοίαζε τοὺς συνήθεις Βασιλεῖς, τοὺς τυράννους, τοὺς δεσπότας τῶν λαῶν. Ἦτο τέκνον τοῦ λαοῦ, διότι ἠγάπα τὸν λαόν, καὶ διότι εἶχε τὴν ἰδέαν ὅτι ἦτο ἄνθρωπος ὅπως ὅλοι, τέκνα μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς μητρός. Δὲν ἐμερίμνα περὶ τῶν ἰδίων συμφερόντων, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, καὶ ἐγίνωσκεν ὅτι ὁ μετὰ τοῦ λαοῦ συναγωνιζόμενος νικᾷ, ὁ ἄνευ αὐτοῦ ἡττᾶται, ὁ δὲ κατ’ αὐτοῦ συντρίβεται. Εὔχεται λοιπὸν ὁ Κανάρης, προσφέρων ταῦτα, ν’ ἀποθάνῃ ὡς ὁ Συμεών, διότι ἤλπιζεν ἀκραδάντως ὅτι ταχέως θὰ λυθῶσι τὰ δεσμὰ τῆς δούλης πατρίδος. Ἐπραγματοποιήθη ἡ εὐχὴ ἐκείνη; Οὐδόλως· ἂς τὸ εἴπωμεν ἁγνῶς καὶ ἀδόλως, καὶ ἂς μὴ ἀσχάλλωμεν ἢ δυσανασχετῶμεν. Οὔτε Βασιλεὺς, οὔτε Κυβέρνησις, οὔτε ἀντιπρόσωποι, οὔτε λαὸς ἐφρόντισαν περὶ τῆς λύσεως τῶν δεσμῶν μας. Πάντες ἐτράπημεν ὁδὸν ἄγουσαν εἰς τὰ ἴδια συμφέροντα, καὶ οὐδεὶς ἐφρόντισε νὰ ἐξεύρῃ τὰ μέσα πρὸς πραγμάτωσιν τῆς ἰδέας τῶν πατέρων μας, καὶ μετὰ συνέσεως καὶ τόλμης νὰ ἐργασθῇ. Ὡς ὁ Συμεὼν εὔχεται ὁ ἁγνὸς ἐκεῖνος γέρων ν’ ἀποθάνῃ, διότι εἶδε τὴν ὡραιοτέραν στιγμὴν τῆς ζωῆς του, ἀλλὰ δὲν εἰσήκουσε τὴν εὐχήν του ὁ Πλάστης, καὶ ἐπεφύλαξεν αὐτὸν ὅπως ἔλθῃ νὰ διοικήσῃ ἡμᾶς, οὐχὶ ὡς ὁ Περικλῆς ὁ Ξανθίππου ἢ ὁ Ἀριστείδης, ἀλλὰ ὅπως ἰθύνει τὸ σκάφος τὸ πυρπολικὸν, καὶ συνεργασθῇ μεθ’ ἡμῶν ὅπως συνειργάζετο μετὰ τοῦ ναυάρχου Μιαούλη καὶ τῶν ἄλλων ἀθανάτων. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ συνάδελφοι ν’ ἀναγνώσω τὴν προσφώνησιν, τὴν πρὸς τὸν Βασιλέα Φρειδερῖκον (ἀναγινώσκει). Ἡ ἐθνικὴ πορεία τῆς Ἑλλάδος εἶναι καὶ ἔσεται ἡ ἀναγέννησις τῆς πατρίδος, ἡ λύσις τῶν δεσμῶν τῶν δούλων ἀδελφῶν. Μὴ κρυπτώμεθα· ἀποκεκαλυμμένως ἂς ἐργασθῶμεν καὶ ἂς σκεφθῶμεν. Οἱ Ἰταλοὶ εἰργάσθησαν ἀποκεκαλυμμένως καὶ ἐτέλεσαν τὴν ἕνωσίν των. Ἐν ταῖς ἐκκλησίαις παντοῦ καὶ πάντοτε παρεκίνουν τὸν λαὸν ἀπροκαλύπτως εἰς ἔργα καὶ θυσίας, ἐπιδιώκοντες μίαν καὶ μεγάλην καὶ ἐλευθέραν Ἰταλίαν. Ἂς ἐργασθῶμεν ἀποκεκαλυμμένως καὶ μετὰ θάῤῥους ὡς ἐλεύθεροι πολῖται. Οἱ Τοῦρκοι πρέπει ν’ ἀπέλθουν εἰς τὴν Ἀσίαν, καὶ ἐκεῖ θὰ τοὺς θεωρῶ ἀδελφούς. Ἐὰν δὲν θέλωσι, πρέπει ν’ ἀποδιώξωμεν αὐτοὺς διὰ τῆς βίας, ὅπως ἐκεῖνοι διὰ τῆς βίας μᾶς ἀπέπεμψαν. Ὀφείλομεν νὰ ὁπλίσωμεν καὶ τὴν διάνοιάν μας καὶ τὴν καρδίαν μας καὶ τὰς χεῖράς μας, καὶ νὰ προσέλθωμεν μετὰ τόλμης, διότι κατὰ τὸν μέγιστον τῶν τραγικῶν Σοφοκλέα, «ὅστις δὲ τόλμῃ πρὸς τὸ δεινὸν ἔρχεται, ὀρθὴ μὲν ἡ γλῶσσα ἐστίν, ἀσφαλὴς δ’ ὁ νοῦς.» Νὰ προσφέρωμεν καὶ τὸν τελευταῖον ὀβολόν μας, ὅπως καταστήσωμεν τὴν Ἑλλάδα μεγάλην καὶ εὐδαίμονα καὶ ἐλευθέραν. Ἂν ἄλλως σκέπτεσθε καὶ αἰσθάνεσθε, ἀπελπισθῆτε· θὰ ἦσθε οἱ ἀτιμότεροι δοῦλοι ὑπὸ τοὺς φοβερωτέρους τυράννους, διότι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τυράννου καὶ τυράννου, διότι ὁ μὲν δεσμεύει τὸ σῶμα, ὁ ἄλλος καὶ τὴν καρδίαν, ὅπως ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ βιαστοῦ καὶ διαφθορέως, διότι ὁ μὲν μεταχειρίζεται τὴν βίαν κατὰ κόρης, ὁ δὲ δολίαν γλῶσσαν ἔρωτος. Προβαίνω. Ἀντιφωνεῖ ὁ Βασιλεὺς τῆς Δανίας ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει.) Ὁμιλεῖ οὐχὶ περὶ τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος, ἀλλὰ περὶ τῆς μεγάλης, περὶ τῶν χωρῶν ἐν αἷς λαλεῖται ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἐν αἷς ὑπάρχει ἡ ἑλληνικὴ θρησκεία, αἱ ἑλληνικαὶ παραδόσεις, αἱ ἑλληνικαὶ ἰδέαι καὶ ἐλπίδες, περὶ τῶν χωρῶν, αἵτινες ἐλάμπρυναν τὴν ἀνθρωπότητα διὰ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῶν φώτων, καὶ αἵτινες σήμερον δουλεύουσιν ὑπὸ τὸν φοβερώτερον ζυγὸν, περὶ τῶν χωρῶν, περὶ ὧν ἔχυσε τὸ αἷμά της ἡ μεγάλη ἐκείνη γενεὰ τῶν γιγάντων τοῦ 1821. (Ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν.) «Τὴν εὐχὴν δὲ ταύτην συμμερίζονται πάντες... Ἀκούετε πῶς ὁμιλεῖ ὁ δημοκρατικὸς ἐκεῖνος Βασιλεύς· ἀνεμνήσθη τῆς μεγάλης Ἑλλάδος, διότι ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ Βασιλέων καὶ Βασιλέων· ὑπάρχουσι Βασιλεῖς βλάκες, Βασιλεῖς ἐστεμμένοι κακοῦργοι, καὶ Βασιλεῖς φιλόσοφοι. Μὴ δυσανασχετῆτε διὰ τοὺς λόγους μου, μὴ ταράττεσθε, διότι δὲν λακωνίζω, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσω τὰς ἰδέας μου καὶ τοὺς στοχασμούς μου. Μετὰ τὴν ἀντιφώνησιν ταύτην προσφωνεῖ ὁ γέρων Κανάρης τῷ ἐκλεχθέντι Βασιλεῖ τῆς Ἑλλάδος τὴν ἑξῆς προσλαλιὰν (ἀναγινώσκει). Ὁ Πλάστης ἐπεφύλαξε τὸν Κανάρην. Ἔστειλε τὸν θάνατον νὰ κόψῃ τὸ νῆμα τῆς ζωῆς του, τὸν εὗρε κλινήρη, ἀλλ’ οὐχὶ ἀσθενῆ τὴν ψυχήν, καὶ ὁ θάνατος ἐστράφη πρὸς τὰ ὀπίσω, ἐῤῥίγησεν ἐνώπιον τοῦ Κανάρη, καὶ ἐδειλίασεν. Ἀπάντησις τοῦ Γεωργίου «Ἡ ψυχή μου εἶναι πεπληρωμένη χαρᾶς....» (ἀναγινώσκει). Ἐξεπλήρωσεν ὁ Βασιλεὺς τὰς ὑποσχέσεις του; Ἐπεδίωξε τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν εὐχῶν καὶ τῶν πόθων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ἡμέραν τινὰ τὸν εἶδον, καὶ ὡμίλησα αὐτῷ τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν οἱ δημοκρατικοὶ ὁμιλοῦσιν, ἀπροκαλύπτως, ἐλευθέρως, διότι οἱ δημοκρατικοὶ οὐδέποτε κλίνουσι τὴν κεφαλὴν ἐνώπιον οὐδενός, πρὸ πάντων δὲ ἀνθρώπων ὁμοίων αὐτοῖς, καὶ εἶπον πρὸς αὐτὸν «Βασιλεῦ, γνωρίζεις ἐπὶ τίνος θρόνου κάθησαι, καὶ τίνος σκῆπτρον κρατεῖς καὶ τίνος στέμμα φέρεις; Κάθησαι ἐπὶ τοῦ θρόνου τοῦ Θησέως καὶ κρατεῖς τὸ σκῆπτρον τοῦ Κόδρου, καὶ φέρεις τὸ στέμμα τοῦ Κέκροπος. Ἐργάσθητι, ὅπως ἐκεῖνοι, καὶ κατάστησον τὴν πατρίδα μεγάλην, ἐλευθέραν, εὐδαίμονα» (θόρυβος).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου.
§16ΧΟΪΔΑΣ. Μὲ ἠρώτησε διατὶ δημοκρατικὸς ἐγὼ ἐδέχθην νὰ ἦμαι procureur du roi, καὶ ἀπήντησα, ὅτι δὲν εἶμαι procureur du roi, ἀλλὰ procureur du peuple, διότι αἱ ἐξουσίαι ἀποῤῥέουσιν ἐκ τοῦ λαοῦ, καὶ τοῦ λαοῦ τοῦ κυριάρχου εἶμαι λειτουργός. Μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι εἶναι δημοκρατικώτερος ἐμοῦ (θόρυβος). Δὲν ἐννοῶ νὰ προσβάλω τὸν Βασιλέα.
§17Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶμαι ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Βασιλέως, ἀντιπρόσωπος αὐτοῦ εἶναι μόνον ἡ Κυβέρνησις, ἥτις σήμερον δὲν εἶναι παροῦσα, ἑπομένως δὲν ἀντιπροσωπεύω τὸ στέμμα· εἶμαι ὅμως βουλευτής, καὶ νομίζω, ὅτι εὑρίσκω ἀντίφασιν εἰς τοὺς λόγους σας. Εἴπατε ὅτι ὡς ἐκ τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, δὲν εἶσθε procureur du roi, ἀλλὰ procureur du peuple, καὶ ὅτι ὅλαι αἱ ἐξουσίαι ἐξαρτῶνται ἐκ τοῦ λαοῦ.
§18ΧΟΪΔΑΣ. Ἀποῤῥέουσι.
§19ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι. Τόρα δὲν εὑρίσκετε, κύριε Χοϊδᾶ, ὅτι, ὅταν ζῶμεν ὑπὸ πολίτευμα τόσον φιλελεύθερον, δημοκρατικὸν ἂν θέλετε, διότι εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ πολίτευμα εἶναι δημοκρατικόν, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν ἕνα πρόεδρον ἐκλεγόμενον κατὰ καιρόν, ἔχομεν Βασιλέα διαδοχικόν, δὲν εὑρίσκετε ὅτι ἡ θέσις, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, εἶναι προϊὸν τῆς κακῆς καταστάσεως ἡμῶν, διότι ἐξ ἡμῶν ἀποῤῥέουσιν αἱ ἐξουσίαι καὶ ὅλα τὰ ἀγαθὰ καὶ ὅλα τὰ κακά; Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω.
§20ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε Πετιμεζᾶ, εἶπον ὅτι πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι ἀποῤῥέουσιν ἀπὸ τοῦ λαοῦ. Δὲν τὸ εἶπον ἐγώ, τὸ εἶπεν ὁ πρώτιστος τῶν νόμων, ὁ νόμος ὁ φυσικός. Νομίζετε ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ ἀνθρώπου καὶ ἀνθρώπου, γλώσσης καὶ γλώσσης, κλίματος καὶ κλίματος;
§21Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν;
§22ΧΟΪΔΑΣ. Μάλιστα.
§23Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ θαυμάζω πῶς ἀπεφάσισας νὰ εἴπῃς ἕνα λόγον τόσον μεγάλον καὶ περὶ πολιτικῶν πραγμάτων, ἐνῷ δι’ αὐτὰ ἔπρεπε νὰ ᾖναι καὶ ἡ Κυβέρνησις παροῦσα.
§24ΧΟΪΔΑΣ. Προεκλήθην, καὶ διὰ τοῦτο.
§25Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐδῶ δὲν εἶναι παρὰ βουλευταὶ, οἵτινες συνῆλθον διὰ νὰ κάμουν τὰς ἐπιτροπάς.
§26ΧΟΪΔΑΣ. Ἴσα ἴσα, εἶναι ἡ ἀρχή μου τοιαύτη, εἰς οὐδὲν λογίζομαι ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην.
§27ΖΩΧΙΟΣ. Πρόκειται σήμερον περὶ πολιτευμάτων; Θεωρίας περὶ πολιτευμάτων θὰ κάμωμεν;
§28ΧΟΪΔΑΣ. Μὴ πλανᾶσθε, κ. συνάδελφε. Ἀπορῶ πῶς εὐφυέστατος συμπολίτης, καὶ ὀξύνους καὶ ἐμὸς ἀδελφὸς, περιέπεσεν εἰς τόσον φοβερὰν πλάνην. Ἐγὼ ἦλθον ἐδῶ νὰ ἀναπτύξω θεωρίας περὶ πολιτευμάτων; οὐχί· ἦλθον νὰ εἴπω ὁποῖος πρέπει νὰ ᾖναι ὁ Βασιλεὺς εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις καὶ ὁποῖα καθήκοντα ἐπιβάλλονται εἰς αὐτὸν, ὁποῖος πρέπει νὰ ᾖναι ὁ κυβερνῶν καὶ ὁποῖα καθήκοντα ἐπιβάλλονται εἰς αὐτὸν, ὁποῖος πρέπει νὰ ᾖναι ὁ ἀντιπρόσωπος καὶ ὁποῖα καθήκοντα ἐπιβάλλονται εἰς αὐτὸν, ὁποῖος πρέπει νὰ ᾖναι ὁ λαὸς καὶ ὁποῖα ἐπιβάλλονται αὐτῷ καθήκοντα εἰς τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς τὸν μέγιστον τῶν κινδύνων διατρέχει ὁ πανταχόθεν καταδιωκόμενος Ἑλληνισμός.
§29Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν;
§30ΧΟΪΔΑΣ. Ὅ,τι θέλετε.
§31Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ ἀντιπρόσωπος εἰς τὰ συνταγματικὰ Κράτη ὀφείλει νὰ ἀκολουθῇ τοὺς κανόνας, οἱ ὁποῖοι διέπουν τὰς διαφόρους ἐξουσίας· ἅμα ὁ ἀντιπρόσωπος ἐξέλθῃ ἀπὸ τοὺς κανόνας αὐτοὺς, δὲν ἔχει κἀνὲν δικαίωμα νὰ συμβουλεύσῃ τοὺς ἄλλους, διότι ὀφείλει πρῶτον νὰ συμβουλεύσῃ τὸν ἑαυτόν του, καὶ κατόπιν τοὺς ἄλλους. Ὁ ἀντιπρόσωπος εἰς τὰ συνταγματικὰ Κράτη δὲν ἔχει ποτὲ ἐναντίον τοῦ Βασιλέως· ὁ Βασιλεὺς ἐν τῇ Βουλῇ δὲν ἔχει καμμίαν θέσιν, ὁ Βασιλεὺς ἐν τῷ βουλευτηρίῳ ἀντιπροσωπεύεται διὰ τῆς Κυβερνήσεως· ἑπομένως πᾶν κακὸν προέρχεται ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος, ὁ βουλευτὴς, ὀφείλει νὰ ἐπικρίνῃ τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὑπουργοῦ.
§32Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν ἦσαν οἱ ὑπουργοὶ παρόντες, τὸ ἐννοῶ.
§33ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. πρόεδρος νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν ἀγορεύοντα εἰς τὴν θέσιν του.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀγορεύοντα.
§35Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ νὰ ἔχῃ ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους δικαίωμα νὰ ἐπικρίνῃ, πρέπει τὸ δικαίωμα τοῦτο νὰ ἀποῤῥέῃ ἀπὸ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ τοῦ κυριάρχου, ἡ δὲ θέλησις αὕτη διατυποῦται ἐν τῷ θεμελιώδει νόμῳ καὶ τοῖς λοιποῖς νόμοις. Ὅταν λοιπὸν ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ δὲν στηρίζηται ἐπὶ τῆς θελήσεως τοῦ κυριάρχου λαοῦ, ἥτις δηλοῦται διὰ τῶν νόμων τῆς πολιτείας, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ὁμιλῇ, διότι εἶναι αὐτὸς ἐκτὸς τοῦ δικαίου.
§36ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε Πετιμεζᾶ, σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὰ συνταγματικὰ μαθήματα, καὶ ὑπόσχομαι, ὅτι, ἐὰν ποτὲ ὡς συνταγματικὸς ἀντιπρόσωπος συνταγματικῆς πολιτείας συνταγματικὰς συλλάβω ἰδέας ἐν τῇ διανοίᾳ καὶ συνταγματικὰς ἀποδεχθῶ θεωρίας, θὰ ἀκούσω τῶν διασήμων διδασκάλων καὶ συγγραφέων τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου. Ἀλλ’ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὁ τόσον εὐφυὴς, ὁ ἐγκύψας εἰς τὰς συνταγματικὰς θεωρίας, ἐπελάθετο τῶν θεωριῶν τούτων. Ἐὰν ἦτον ἀληθὴς ἡ θεωρία σας, οὐδεὶς συνταγματικὸς Βασιλεὺς θὰ ἀνετρέπετο· ἐὰν ἦσαν ἀληθεῖς αἱ ἀρχαί σας, οὐδενὸς συνταγματικοῦ Βασιλέως ἡ κεφαλὴ θὰ ἔπιπτεν ὑπὸ τὸν πέλεκυν τοῦ δημίου. Ἀκούσατε, κύριε Πετιμεζᾶ· εἶναι ἀνεύθυνος ὁ Βασιλεὺς τοῦ Ἕλληνος καὶ ὑπεύθυνοι οἱ ὑπουργοί· διατί ἐγένεσθε ἐπαναστάτης κατὰ τοῦ Ὄθωνος; διατί ἀνετρέψατε τὸν θρόνον αὐτοῦ, ἀνευθύνου ὄντος; Ἀφήσατε νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς συνταγματικὰς θεωρίας σας τὰς ἐρειδομένας ἐπὶ τῆς ἄμμου, ἀλλ’ οὐχὶ ἐπὶ τῆς ἀληθείας. Σέβομαι τὰς ἰδέας σας, ἀλλὰ δὲν τὰς θέτω ἐν ἴσῃ μοίρᾳ μὲ τὰς τῶν διασήμων δημοσιογράφων καὶ συγγραφέων. Διατί δὲν ἐπανεστατήσατε κατὰ τῶν ὑπουργῶν; διατί δὲν ἐπλήξατε τὰ στέρνα αὐτῶν, ἀλλὰ κατεδικάσατε εἰς ἀειφυγίαν τὸν Βασιλέα ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου ὁ πατὴρ εἰργάσθη θερμότατα ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς πατρίδος; διατί ἀνετρέψατε τὸν θρόνον ἐκείνου, ὅστις ἠγάπησε ὡς οὐδεὶς ἄλλος τὴν Ἑλλάδα; διατί ἐστείλατε εἰς τὴν ἐξορίαν ἐκεῖνον, ὅστις εἶναι ὁ πρῶτος τῶν μεγαλοϊδεατῶν; διότι ἦτον αὐθαίρετος, δεσπότης, ὅσον ἦτο τίμιος καὶ πατριώτης. Δὲν ἀρκεῖ τις νὰ ἦναι τίμιος καὶ πατριώτης, πρέπει νὰ ἦναι καὶ ἐλεύθερος τὴν διάνοιαν καὶ τὴν καρδίαν· δὲν ἀρκεῖ νὰ φροντίζῃ ὑπὲρ τοῦ μεγαλείου τῆς πατρίδος διὰ τῆς αὐθαιρεσίας καὶ τῆς ἀδικίας, ἀλλὰ διὰ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἐλευθερίας. Συγγραφεῖς, κ. Πετιμεζᾶ, διδάσκουσιν, ὅτι, ὅταν Κυβέρνησίς τις καὶ Βασιλεὺς, Βασιλεὺς καὶ Κυβέρνησις παραβιάζουν τὴν ἀποστολὴν καὶ τὸν προορισμόν των καὶ καθιστῶσι πολιτείαν τινὰ ἐξ ἐλευθέρας δούλην, ἐκ μεγάλης μικρὰν, ἐξ εὐδαίμονος κακοδαίμονα, δίδουσι τὸ δικαίωμα εἰς τὸν λαὸν τὸν κυρίαρχον ν’ ἀνατρέψῃ θρόνους, νὰ ποδοπατήσῃ στέμματα, νὰ θραύσῃ σκῆπτρα καὶ παραδώσῃ τὴν κεφαλὴν αὐτῶν εἰς τὸν δήμιον. Δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς θανατικῆς ποινῆς, εἶμαι κατ’ αὐτῆς, καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἡ ἰδία θὰ τὴν καταργήσῃ· ἀλλ’ ἀποδέχομαι τὴν κεφαλικὴν ποινὴν διὰ τοὺς βασιλεῖς, τοὺς δεσπότας καὶ τοὺς ὑπουργοὺς τοὺς παραβιάζοντας τοὺς νόμους τῆς πατρίδος, καὶ διὰ τοὺς πολίτας, τοὺς καταλιμπάνοντας τὴν πατρίδα ἐν ὥρᾳ κινδύνου. Ἐλπίζω ἤδη, ὅτι ὁ φίλτατός μοι φίλος, ἐρειδόμενος ἐπὶ τὴν ἐπιστήμην, ἐπὶ τοὺς συγγραφεῖς τοὺς διακεκριμένους, ἐπὶ τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος, θὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι οὐχὶ ἐγώ, ἀλλ’ αὐτὸς ἐπλανᾶτο.
§37Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θέλετε νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον;
§38ΧΟΪΔΑΣ. Μάλιστα.
§39Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπειδὴ μοὶ ἀνεφέρατε τὸ παράδειγμα τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν ἄλλων Κρατῶν, θὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὅ,τι εἴπατε δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι ἡ ἐπανάστασις ἐγένετο καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι τοὺς νόμους τοὺς διέποντας τὰ τῆς πολιτείας εἶχεν ἀντικαταστήσει ἡ θέλησις τῶν ἡγεμόνων. Ὁ Ὄθων δὲν ἤθελε νὰ ἔχῃ βουλευτὰς ἐκλεγομένους ἀπὸ τὸν λαὸν, ἀλλ’ ἀπ’ αὐτόν. Σήμερον ὅμως δὲν εἶναι τοῦτο, κ. Χοϊδᾶ, διότι σεῖς ὁ ἴδιος ἀνήλθατε ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ εἴπατε ὅτι ἔχομεν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐδώσαμεν· καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐδώσαμεν, ἦναι προϊὸν τῆς θελήσεως καὶ τῆς δυνάμεως τῆς ἐδικῆς μας, σᾶς ἐρωτῶ, δύνασθε νὰ ῥίψητε τὴν εὐθύνην εἰς ἄλλον; Ἐὰν ἀντὶ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξε σήμερον ἡ ὁλοψηφία τῆς Βουλῆς, ἤρχετο εἰς τὸ πεῖσμα τῆς ὁλοψηφίας ἄλλη, ὅπως ἐγένετο ἄλλοτε, τί ἤθελε γείνει; τότε ἤθελον δικαιολογηθῆ οἱ λόγοι σου. Ἐὰν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἤθελε συνάψει μίαν συνθήκην μὲ μίαν ξένην χώραν καὶ ἤθελε περιορίσει τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος, σᾶς ἐρωτῶ, κ. Χοϊδᾶ, κατόπιν σὺ δὲν ἤθελες εἰπεῖ, ὅστις τόσον κακὸν ἔκαμες διὰ νὰ πείσῃς τὴν Βουλὴν νὰ συντρέξῃ ἓν τοιοῦτον ὑπουργεῖον, δὲν ἤθελες εἰπεῖ καὶ αἰτιαθῆ ἑαυτὸν, ὅτι κακῶς ἔκαμες νὰ συντελέσῃς νὰ ἔλθῃ μία Κυβέρνησις προδότρια εἰς τὸν τόπον; Ποῦ ἤθελε πέσει ἡ εὐθύνη; ἐφ’ ἡμᾶς. Τότε λοιπὸν γίνονται ἐπαναστάσεις, ὅταν οἱ Βασιλεῖς, ἔχοντες νόμους, ἀντικαθιστῶσιν αὐτοὺς διὰ τῆς ἰδίας θελήσεως· ὅπου οἱ Βασιλεῖς σέβονται τὰ πολιτεύματα, οὐδέποτε ὑπάρχει φόβος οὐδεμιᾶς ἐπαναστάσεως, καὶ παρατηρήσατε ὅτι, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Γουλιέλμου, εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἕως σήμερον, ὅπου ἡ θέλησις τοῦ κοινοβουλίου διέπει τὰ τῆς πολιτείας, οὐδεὶς φόβος ἐπαναστάσεως ὑπάρχει.
§40ΧΟΪΔΑΣ. Ἐὰν, κ. Πετιμεζᾶ, εἶχον σήμερον δύναμιν λόγου, ἀναμφισβητήτως καὶ τὸ οὖς ἠθέλατε τείνει καὶ τὴν προσοχὴν, ἀλλὰ σήμερον δὲν μὲ ἠκούσατε.
§41Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν σᾶς τὸ ἐπιτρέπω αὐτὸ, διότι ἴσως εἶμαι ὁ μόνος βουλευτὴς ὅστις σᾶς ἀκούω, καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς ἀντέκρουσα.
§42ΧΟΪΔΑΣ. Ὡμίλησα περὶ τοῦ παρελθόντος τῆς Ἑλλάδος· εἰς τὸ παρελθὸν ἀνέδραμον, διὰ νὰ τὸ συνδέσω μετὰ τοῦ παρόντος, καὶ ἀμφότερα μετὰ τοῦ μέλλοντος· περὶ τοῦ παρελθόντος ἐπρόκειτο, καὶ ἐὰν ἐπροσέχετε, δὲν ἠθέλατε μὲ ἀδικήσει καὶ δὲν ἠθέλατε μοὶ δώσει καὶ ἓν ἄλλο μάθημα, ὅτι ὁ νόμος τῆς προόδου εἶναι ὁ μεγαλείτερος πάντων. Θέλετε ν’ ἀποκαλύψωμεν τὴν ἀλήθειαν; θέλετε νὰ ἤμεθα πάντοτε εἰλικρινεῖς; Σᾶς ἐρωτῶ· ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνησε τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸ 1867, τὸ ὁποῖον ἀπήλαυε τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ κυριάρχου λαοῦ, διατί κατέπεσεν; ἦτο θέλησις τοῦ κυριάρχου λαοῦ; προέδιδε τὸ συμφέροντα τοῦ ἑλληνισμοῦ; παρεβίασε τὴν ἐλευθερίαν; ἠσέλγησε κατὰ τῶν νόμων τῆς πατρίδος; Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1868 διατί διέλυε τὴν Βουλήν; διατί ἐνήργει τοιαύτας παρανόμους καὶ κακούργους βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἀντιπροσώπων οὐχὶ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ τῆς Κυβερνήσεως; Οἱ ὑπουργοὶ τοῦ 1872 διατί παρεβίαζον τοὺς νόμους; διατί ἠσέλγουν κατὰ τῶν νόμων τῆς πολιτείας; Οἱ ὑπουργοὶ τοῦ 1874 διατί παρεβίαζον τοὺς νόμους καὶ εἰς ἐμφυλίους πολέμους ἐκίνουν τὸν λαόν; διατί ἐξέλεγον ἀντιπροσώπους ἑαυτῶν καὶ οὐχὶ τῆς ἐλευθέρας θελήσεως τοῦ λαοῦ; ἐπρόκειτο νὰ καταργήσουν τὸ πολίτευμα καὶ ἐπειρῶντο ν’ ἀποδείξουν ὅτι δὲν δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ κυβερνηθῇ συνταγματικῶς, καὶ ὁ Βασιλεὺς πρέπει νὰ κυβερνήσῃ ἀπολύτως; Τί θὰ εἴπετε περὶ τούτου; ὁ Βασιλεὺς κατέῤῥιπτε τὰς Κυβερνήσεις ταύτας ....
§43ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔχομεν ἀνάγκην ἔργων καὶ ὁμονοίας, καὶ πρέπει νὰ λησμονήσωμεν τὸ παρελθόν· δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ν’ ἀναμνησθῶμεν τὸ παρελθόν, διότι τοιουτοτρόπως ξέομεν πληγὰς παλαιάς.
§44ΧΟΪΔΑΣ. Πρόκειται περὶ τῶν καθηκόντων τῶν ἐπιβαλλομένων τῷ Βασιλεῖ τῆς Ἑλλάδος.
§45Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ καθήκοντα τὰ ἐπιβάλλει τὸ Σύνταγμα.
§46ΧΟΪΔΑΣ. Ἀπατᾶσθε, ἐὰν νομίζετε, ὅτι ὅσα λέγω, τὰ λέγω διὰ νὰ σᾶς κάμω ὀπαδόν μου· ἀπέχομεν παρασάγγας. Ὑμᾶς ὀπαδόν μου; πλανᾶσθε (θόρυβος).
§47Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ..........
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κανεὶς δὲν σᾶς προσέβαλε.
§49ΧΟΪΔΑΣ. Προσβάλλετε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου.
§50ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§51ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἐὰν θέλετε, νὰ ἀφήσωμεν τὸ παρελθόν.
§52ΧΟΪΔΑΣ. Τὸ ἐννοῶ κάλλιον ὑμῶν. Ἔρχομαι λοιπὸν εἰς τὸν Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος. Ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἔχων προορισμὸν νὰ καταστήσῃ αὐτὴν ἐκ δούλης ἐλευθέραν, ἐκ μικρᾶς μεγάλην, ἐκ κακοδαίμονος εὐδαίμονα καὶ ἐξ ἀπέλπιδος εὐέλπιδα, πρέπει τὰ πάντα νὰ θύσῃ ὑπὲρ τῆς πραγματώσεως τῶν ἰδεῶν τούτων, καὶ τὸ στέμμα του νὰ συντρίψῃ καὶ τὸ σκῆπτρόν του νὰ θραύσῃ καὶ τὸ αἷμά του νὰ χύσῃ καὶ τὸ νῆμα τῆς ζωῆς του νὰ κόψῃ. Οἱ ὑπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος ὑπὲρ τῆς πραγματώσεως αὐτῶν τῶν ἰδεῶν πρέπει ἐπίσης τὰ πάντα νὰ πράξωσιν. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀναμιμνησκόμενος τί ἦτο, τί εἶναι καὶ τί θὰ ᾖναι μετ’ ὀλίγον, ὀφείλει μεγάλα καὶ φοβερὰ νὰ καταπράξῃ· ἦτο ναύτης, καὶ διὰ τῆς λατρείας πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἐγένετο στόλαρχος, ἦτο ἁπλοῦς πολίτης, καὶ διὰ τῆς λατρείας πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἐγένετο τοσάκις πρόεδρος Κυβερνήσεως. Εἶχεν ἀποσυρθῆ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν καλύβην του, τὴν πενιχρὰν καὶ πτωχήν, ὅπως πενιχρὰ καὶ πτωχὴ εἶναι ἡ καλύβη τῶν μεγάλων ἀνδρῶν, καὶ ἡ Ἑλλὰς τὸν ἐξελέξατο οὐχὶ διὰ νὰ κάθηται, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐργασθῇ, καί τοι γέρων, ὑπὲρ μιᾶς μεγάλης ἐλευθέρας Ἑλλάδος, καὶ τότε μόνον ἂς εἴπῃ. «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, Δέσποτα, ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου·» ἀλλ’ ἂς μὴ παρέλθῃ ὅπως δὲν παρέρχονται οἱ ἐργαζόμενοι ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν λαῶν. Ἂς μεταβάλῃ τὰ μικρὰ ξύλινα σκάφη εἰς θωρηκτά, τοὺς ναύτας μας εἰς ἐπιτηδείους πυροβολιστάς, τοὺς δειλοὺς εἰς γενναίους, καὶ ἂς ὑπομιμνήσκῃ αὐτοῖς τί κατέπραξαν οἱ πατέρες, τί ἦσαν καὶ τί ἐγένοντο διὰ τῆς φιλοπατρίας καὶ τῆς ἀνδρείας των· ἂς ἐργασθῇ μετὰ τῶν λεόντων τῆς Ὕδρας καὶ τῶν δελφίνων τῶν Ψαῤῥῶν καὶ τῶν Σπετσῶν καὶ τῶν ἄλλων ναυτικῶν νήσων, καὶ ἂς καταδείξῃ μίαν ἔτι φοράν, ὅτι πᾶς πλοῦτος καὶ πᾶν πλῆθος ἀρετῇ ὑπείκει, ὅτι εἰς οὐδὲν λογίζεται τὸν θάνατον ἀπέναντι τῆς ἐλευθερίας, καὶ ὅτι δύναται τὰ πάντα νὰ καταπράξῃ καὶ τὰ δεσμὰ τῶν δούλων νὰ λύσῃ. Ἂς ἐφαρμόσῃ τοὺς κειμένους νόμους· ἂς δείξῃ ὅτι αὐτὸς τοὺς σέβεται, ἀπαρνούμενος τοὺς υἱούς του, τὴν γυναῖκά του, τὸν Κανάρην, καὶ ἐργαζόμενος μόνον ὑπὲρ τοῦ μεγάλου σκοποῦ τῆς ἀναγεννήσεως τῆς Ἑλλάδος διὰ μέσων τακτικῶν, κανονικῶν, διὰ τακτικοῦ στρατοῦ, τακτικοῦ ναυτικοῦ, συγκειμένου ἐξ ἐπιστημόνων μὲν ἀνδρῶν, ἀλλὰ καὶ γινωσκόντων νὰ σέβωνται τὴν τιμὴν καὶ τὴν περιουσίαν τοῦ Ἔθνους. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἂς ἀπαρνηθῇ τοὺς παρασίτους του, τοὺς συγγενεῖς του, τοὺς φίλους του· ἂς ἐνθυμηθῇ ὅτι εἶναι ἀπόγονος τοῦ Βρασίδα, ἂς καλέσῃ γενικὸν γραμματέα καὶ τμηματάρχας ἱκανοὺς καὶ τιμίους, δέκα νομάρχας οὐχὶ ἐκ τῆς αὐλῆς του, ἀλλ’ ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, διευθυντὴν τῆς ἀστυνομίας προορισμὸν ἔχοντα νὰ προλαμβάνῃ τὰ ἐγκλήματα ἢ νὰ τὰ βεβαιόνῃ διαπραττόμενα, καὶ οὐχὶ ἀνθρώπους οἵτινες κατακλέπτουν τὰ δημόσια καὶ προσβάλλουν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου. Δὲν ἐννοῶ νὰ προσβάλω πρόσωπα, ἀλλ’ ἐὰν εἰς τὸ παρελθὸν εἶχον διορισθῆ διευθυνταί, οἵτινες κατέκλεπτον τὰ δημόσια πλουτοῦντες εἰς βάρος καὶ τῶν τελευταίων ἀνθρώπων, αὐτοὺς νὰ μὴ τοὺς φέρῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἂς ἦναι ὁ κ. Πεῤῥωτῆς δι’ αὐτὸν πενθερός, καὶ μὲ τοῦτο δὲν θέλω νὰ προσβάλω τὸν κ. Πεῤῥωτῆν, ἂς τὸν ἀγαπᾷ, ἀλλὰ ἂς μὴν ἔχῃ καμμίαν ἄλλην σχέσιν μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§53ΤΙΝΕΣ. Μὴν ἀναφέρετε πρόσωπα (θόρυβος).
§54ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν θέλω νὰ προσβάλω οὔτε τὸν κ. Πεῤῥωτῆν, οὔτε κανένα· θέλω νὰ εἴπω ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος...
§55ΘΕΟΔΩΡΟΥ. Διατί νὰ ἀναφέρετε πρόσωπα;
§56ΧΟΪΔΑΣ. Ὅταν ἔλθω εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην, θὰ εἴπω...
§57ΤΙΝΕΣ. Οὔτε δι’ αὐτὸν (θόρυβος).
§58ΧΟΪΔΑΣ. Παρατηρῶ ὅτι ὀφείλετε ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ν’ ἀκούσητε τῶν λόγων μου· δύνανται νὰ ὠφελήσουν; ἀποδεχθῆτε αὐτούς· δύνανται νὰ βλάψουν; ἀποκρούσατέ τους. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος θὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τῆς πατρίδος, ἀλλά, κύριοι, μὴ σᾶς φαίνεται παράδοξον, ὅτι εἶναι δυνατὸν πολίτης ὡς ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, ἔχων τοιαύτην ἰσχυρὰν διάνοιαν καὶ τοιοῦτον σθένος ψυχῆς, νὰ παρασυρθῇ ἐκ τῆς κολακείας. Πλειστάκις ἐπλανήθησαν οἱ εὐφυέστατοι τῶν ἀνθρώπων· Περικλῆς ὁ Ξανθίππου, ἡ μεγάλη διάνοια, ἐπλανήθη, ἡ μεγάλη καρδία τοῦ Θεμιστοκλέους ἐπίσης. Πόσοι δὲν προσποιοῦνται τὸν φίλον ὅταν τις ᾖναι εὐτυχὴς καὶ εὐδαίμων; Ὁ μὲν ζητεῖ θέσιν, ὁ δὲ προβιβασμόν, ὁ δὲ προξενεῖον, ὁ δὲ ἄλλο. Ὁ πολιτικὸς εὑρίσκεται πάντοτε εἰς τοιαύτην θέσιν ἀπέναντι τῶν ἀνθρώπων· ἔχει τοιαῦτα αἰσθήματα καὶ τοιαύτας ἰδέας, καὶ δύναται πολλάκις τὸ μικρὸν κοράσιόν του νὰ παρασύρῃ αὐτόν.
§59ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχεις ἄλλους ἕξ, ἐμπρός.
§60ΧΟΪΔΑΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλει νὰ ᾖναι ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης· ὀφείλει νὰ ἐκλέξῃ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου δίκαιον καὶ εἰδικόν, καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ προτείνῃ τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐφετῶν, τοὺς ἐφέτας καὶ τὸν πρόεδρον· ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν, οὕτω πως διορισθεὶς, ὀφείλει δυνάμει τῶν κειμένων νόμων νὰ ἐκλέξῃ τὸν εἰσαγγελέα τῶν πρωτοδικῶν, τοὺς πρωτοδίκας καὶ τὸν πρόεδρον· ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν πρωτοδικῶν ὀφείλει νὰ προτείνῃ τοὺς εἰρηνοδίκας καὶ τοὺς ἄλλους λειτουργοὺς τῆς δικαιοσύνης. Ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης ὀφείλει νὰ ἐργάζηται, περιφρονῶν τὸ χαρτοφυλάκιον καὶ μυκτηρίζων ἐκείνους, οἵτινες εἰς ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης τοιοῦτον ἀρνοῦνται τὴν ὑποστήριξίν των. Ἐπὶ τέλους ἂς κρατήσῃ ἡ δικαιοσύνη τοῦ ἀδίκου εἰς τὴν πατρίδα τοῦ Ἀριστείδου· ἂς κρατήσῃ ἡ ἀλήθεια τοῦ ψεύδους εἰς τὴν πατρίδα τοῦ Σωκράτους, τοῦ πατρὸς τῆς ἀληθείας· ἂς κρατήσῃ ἡ ἀρετὴ τῆς φαυλότητος εἰς τὴν πατρίδα τοῦ Φωκίωνος, τοῦ Μιλτιάδου καὶ τῶν ἄλλων, τῶν ἐν Πλαταιαῖς, ἐν Μυκάλῃ ἐν Μαραθῶνι, ἐν Ἀρτεμισίῳ, ἐν Θερμοπύλαις πεσόντων· ἂς κρατήσῃ ἡ ἐλευθερία τῆς δουλείας ἐν τῇ μητρὶ τῆς ἐλευθερίας. Δίκαιοι, ἐνάρετοι, φιλοπάτριδες, ἐλεύθεροι, ἂς καταστῶσιν οἱ Ἕλληνες ἐν τῇ μικρᾷ Ἑλλάδι, διὰ νὰ ἐμπνεύσωσι τὰ αἰσθήματα τοῦ μεγαλείου εἰς τὰς καρδίας τῶν δούλων, διὰ νὰ καταπλήξωσι καὶ πάλιν τὴν Εὐρώπην καὶ νὰ ὑποχρεώσωσιν αὐτὴν διὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς τόλμης των, νὰ κλίνωσι γόνυ ἐνώπιον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μάχονται ὑπὲρ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἐλευθερίας τῶν λαῶν. Ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἂς καταστῇ ἀληθὴς ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν καὶ ἂς μνησθῇ τοῦ Λυκούργου, τοῦ ἑνὸς τῶν δεκαμεγάλων ῥητόρων τῶν Ἀθηνῶν· ἂς μνησθῇ τοῦ Ξενοφῶντος, τοῦ οἰκονομολόγου, τοῦ φιλοσόφου, τοῦ στρατηγοῦ καὶ ἱστορικοῦ συνάμα, πῶς ἠγάπων τὴν πατρίδα, πῶς διεχειρίζοντο τὰ δημόσια. Ἂς λησμονήσῃ καὶ τὸν ἀδελφόν του καὶ τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους του καὶ τοὺς οἰκείους, καὶ τὸ Μεσολόγγιον καὶ ἅπαντας, καὶ ἂς ἐνθυμηθῇ τὴν Ἑλλάδα μητέρα του, καὶ ἂς θεραπεύσῃ τὰς αἱμοσταγεῖς πληγάς της· ἂς προσπαθήσῃ μετὰ τῆς μεγαλειτέρας φειδοῦς νὰ πληρώσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον χρημάτων, διὰ νὰ δυνηθῶσιν οἱ στρατιῶταί μας, οἱ καταδεδικασμένοι εἰς τὴν χαύνωσιν, εἰς τὸν μαρασμόν, νὰ ἐπανέλθουν ἐν τῇ ζωῇ, ἐν τῇ ἀνδρίᾳ, καὶ διὰ τοῦ ξίφους ἂς θραύσωσι τὰ κρανία, καὶ ἂς κόψωσι τὰς ζωὰς τῶν τυράννων μας. Ἂς ἐνθυμηθῇ, ὅτι εἶναι τέκνον τοῦ Μεσολογγίου, τοῦ προμαχῶνος τοῦ Ἑλληνισμοῦ· ἂς ἐνθυμηθῇ τί ἔπαθε τὸ Μεσολόγγιον, ἀλλὰ δὲν ἀπέθανε, ζῇ, καὶ θὰ ζῇ πέραν τῶν αἰώνων. Τὸ Μεσολόγγιον ἀποκεκλεισμένον, γυμνόν, ταλαίπωρον, δὲν παρεδόθη εἰς τὸν ἐχθρόν, ἠνέῳξε δρόμον διὰ τοῦ ξίφους, καὶ μὲ πυρίτιδα οἱ μείναντες κατεστράφησαν, συγκαταστρέφοντες καὶ τοὺς ἐχθρούς των. Τὸ Μεσολόγγιον, ὅταν τὸ προφέρουν οἱ τύραννοι, οἱ δεσπόται, αἰσθάνονται αἱμοσταγῆ τὴν καρδίαν. Τότε δὲν ὑπῆρχε διαφορὰ μεταξὺ Ἕλληνος καὶ Ἕλληνος, Σέρβου καὶ Βουλγάρου, Βουλγάρου καὶ Μαυροβουνίου· ἤμεθα ἀδελφοὶ ὑπὸ τὴν δουλείαν, καὶ πάντες σύσσωμοι ἠγέρθημεν. Ὁπλισθῆτε, ἐργασθῆτε, εἶναι ἄτιμος ἡ ζωὴ τοῦ δούλου. Ἐνθυμηθῆτε τὸν Ἴκαρον! Κήρινα πτερὰ ἔθεσεν ἐπὶ τῶν ὤμων, καὶ εἰς τὸν ἀέρα ἀνεπετάχθη· καὶ ἐὰν ἔπεσεν, ἀπὸ ὑψηλὰ ὅμως ἔπεσε καὶ ἀπέθανεν ἐλεύθερος.
§61ΖΩΧΙΟΣ. Κακὸν παράδειγμα μᾶς ἔφερες.
§62ΧΟΪΔΑΣ. Προτιμῶ νὰ πέσω καὶ νὰ ἀποθάνω ἐλεύθερος, παρὰ νὰ ζῶ ἔχων δεσμὰ εἰς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας.
§63Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἡ ἐλευθερία εἶναι καλή, ἐδῶ ὅμως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ εἴμεθα καὶ πολιτικοὶ συνάμα· εἴμεθα πατριῶται, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἴμεθα καὶ φρόνιμοι.
§64ΧΟΪΔΑΣ. Περίεργον. Ἐγὼ σήμερον ἐγενόμην μαθητὴς ἑνὸς καθηγητοῦ τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου καὶ ἑνὸς ἄλλου ἐχεφρονοῦντος. Τώρα γίνομαι καὶ μαθητὴς ἑνὸς ἄλλου πολιτικοῦ ἀνδρός. Ἐὰν αὐτὸς ὁ πολιτικὸς, ὁ φίλος μου κ. Κανάρης, ἤκουε τῶν Ἰταλῶν ἀγορητῶν, τῶν Γάλλων, τῶν Ἑπτανησίων, μετὰ πόσης τόλμης πατριωτικῆς ὡμίλουν, δὲν ἤθελε συλλάβει τοιαύτην ἰδέαν. Λομβάρδε Κωνσταντῖνε, ἐνθυμεῖσαι ὁποίους μύδρους ἐξέπεμπες κατὰ τῆς κεφαλῆς τῆς Ἀγγλίας, μετὰ ποίας θερμότητος προεκάλεις τὴν ἕνωσιν τῆς πατρίδος σου Ἑπτανήσου μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς; πῶς ὡμίλουν οἱ Ζερβοὶ, οἱ Μομφεράτοι, οἱ Λειβαδάδες; Ὁ Ἰακωβάτος ἐμυκτήριζε τοὺς ἐν τῷ θεωρείῳ τοῦ Ἁρμοστοῦ τυγχάνοντας, καὶ ἀποτείνων τὸν λόγον πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἔλεγε, Κ. πρόεδρε, τί θέλουν οἱ ξένοι ἐκεῖνοι εἰς τὴν πατρίδα μας; Ἐὰν τοιαύτη πολιτικὴ σύνεσις κατελάμβανεν ἐκείνους, θὰ ἦσαν δοῦλοι ἀκόμη. Ἐὰν τοιαύτη σύνεσις κατελάμβανε τὴν καρδίαν τοῦ γέροντος Κανάρη, θὰ ἦτο ναύτης ἄσημος, δὲν θὰ ἦτο στόλαρχος, θὰ ἦτο μικρός τις ναύτης, ἐλεεινός· καὶ ἐὰν ὁ Μαντινέλλης, ὁ Γαριβάλδης εἶχον τὴν σύνεσιν, τὴν ὁποίαν λέγεις, θὰ ἦσαν δοῦλοι πάντες οἱ νῦν ἐλεύθεροι Ἰταλοί. Ἔρχομαι εἰς τὸν ὑπουργὸν τοῦ πολέμου. Ἂς ἐνθυμηθῇ τί ὀφείλει ὁ στρατὸς εἰς τὴν πατρίδα, ἂς ἐνθυμηθῇ ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν μαρτυρικὴν νῆσον Κρήτην, ἔνθα οἱ ναοὶ βεβηλοῦνται, αἱ παρθένοι ὑβρίζονται, καὶ ἂς ἐργασθῇ ἐκθύμως καὶ πατριωτικῶς. Ὁ ὑπουργὸς τῆς παιδείας καὶ τῆς ἐκκλησίας ἂς ἐνθυμηθῇ ποίων διδασκάλων ἔχομεν ἀνάγκην, ἠθικῶν καὶ εὐπαιδεύτων. Κάτω ἡ ἀμάθεια, κάτω ἡ φαυλότης. Ὁ ὑπουργὸς τῆς ἐκκλησίας ἂς ἐνθυμηθῇ ποίων ἱερέων ἀνάγκην ἔχομεν, Γερμανῶν καὶ Γρηγορίων, καὶ κατὰ τὴν ἀρετὴν καὶ κατὰ τὸν πατριωτισμὸν, καὶ οὐχὶ ἀγυρτῶν, ἀμαθῶν καὶ αἰσχρῶν. Ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, τὸ εὐγενὲς τέκνον τῆς μάρτυρος πόλεως, ὁ συνεργάτης καὶ ἐντιμότατος συνάδελφος τοῦ ἑτέρου ἐκ Μεσολογγίου, ἂς ἐνθυμηθῇ ποῖος εἶναι, ποῖον ὄνομα φέρει, ἂς ἐνθυμηθῇ πῶς διεξήγαγε τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου, καὶ ἂς πέμψῃ πρέσβεις φιλοπάτριδας, ἐπιστήμονας, ἕνα παλμὸν ἔχοντας, τὸν παλμὸν τοῦ πατριώτου. Εἶναι λάτρης τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, σέβεται ἑαυτὸν καὶ τοὺς νόμους τῆς πολιτείας· ἂς ἐργασθῇ ὅπως εἰργάσθη ὁ πατήρ του, ὁ θεῖός του Μαυροκορδάτος, ἂς ἐργασθῇ ὅπως ἐνόει νὰ ἐργασθῇ κατὰ τὸ 1867 μετὰ τοῦ μεγαλοϊδεάτου Λομβάρδου καὶ μετὰ τοῦ κυρίου Ἀθ. Πετιμεζᾶ. Ἂς ἐνθυμηθῇ τὴν πολιτικὴν τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ σιδήρου, καὶ ἂς ἀνατρέψῃ καὶ τυράννους καὶ τυραννίαν. Ὅταν οὕτως ἐργασθῶσιν οἱ ὑπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος, ἡ Ἑλλὰς μεταβάλλεται ἀπὸ δούλης εἰς ἐλευθέραν, ἀπὸ μικρᾶς εἰς μεγάλην, ἀπὸ κακοδαίμονος εἰς εὐδαίμονα, καὶ τότε θὰ συῤῥεύσωσι τὰ πλούτη τῶν ὁμογενῶν. Μήπως νομίζετε, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἀκόμη καρδίαι ὡς ἡ καρδία τοῦ Κουντουριώτου, τοῦ Τομπάζη καὶ τῶν ἄλλων; μήπως δὲν θὰ ἀνοιχθῶσι καὶ πάλιν τὰ ταμεῖα ἐκεῖνα; Πλανᾶσθε. Ἐὰν μοὶ ἐπετρέπετο νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐπιστολὰς ἐξ Ἀγγλίας, ἐκ Γαλλίας καὶ ἐξ ἄλλων μερῶν, θὰ σᾶς ἔπειθον ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι ἕτοιμοι νὰ συνεισφέρουν οὐχὶ μόνον τὴν περιουσίαν των, ἀλλὰ καὶ τὰς ἰδέας των, καὶ τὴν χεῖρά των. Ἐργασθῆτε σεῖς, ὅπως ἐμπρέπει εἰς ἐλευθέρους ἀντιπροσώπους ἐλευθέρου λαοῦ· ἐμπνευσθῆτε σεῖς, καὶ θὰ ἐμπνεύσητε ἐκείνους, χειραφετηθῆτε σεῖς, καὶ θὰ χειραφετήσητε αὐτούς.
§65ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε Ῥῶκο, ἔκαμεν ὁ Θεὸς καὶ δὲν εἶσαι Βασιλεὺς, διότι ἐὰν ἦσο Βασιλεὺς, μεγαλεῖτερος τύραννος δὲν θὰ ὑπῆρχεν (ἱλαρότης).
§66ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε, ἐὰν ἐγνωρίζετε ὁποίαν ἰδέαν περὶ Βασιλέων ἔχω, βεβαίως δὲν ἠθέλατε συλλάβει δι’ ἐμὲ τοιαύτην ἀποτρόπαιον ἰδέαν. Ἐγὼ Βασιλεὺς, ὁ κοινωνιστής! Ἐγὼ, ὁ μισῶν τοὺς Βασιλεῖς!
§67ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν ἐννοήσατε. Ὁ Θεὸς σοῦ ἐχάρισε γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν μεταχειρίζεσαι, διὰ νὰ τυραννῇς τοὺς ἀνθρώπους.
§68ΧΟΪΔΑΣ. Κύριοι, ἐπειδὴ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπὸ κοινωνιστοῦ κατεβιβάσθην εἰς τύραννον παρὰ τοῦ καλλίστου τῶν φίλων μου, οὐδὲν ἄλλο μοι μένει ἢ νὰ κατέλθω τοῦ βήματος, χωρὶς νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν καθηκόντων τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ.
§69ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§70ΧΟΪΔΑΣ. Ἀντιπρόσωποι τῆς πατρίδος μου, τί εἶσθε; Οἱ πλεῖστοι ἐπιστήμονες, δηλαδὴ ἄνθρωποι ἀνεπτυγμένοι, ἄλλοι κτηματίαι, ἄνθρωποι τίμιοι, ἄλλοι βιομήχανοι, ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ. Ἐργασθῆτε ὑπὲρ τῶν συμφερόντων, ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, ὑπὲρ τῆς λύσεως τῶν δεσμῶν τῶν ἀδελφῶν σας· μὴ καταδεχθῆτε νὰ ἀνέλθητε καὶ κατέλθητε τὰς βαθμίδας τῶν ὑπουργικῶν κλιμάκων· ἡ σχέσις σας ἔστω σχέσις βουλευτοῦ πρὸς ὑπουργὸν ἐν μόνῳ τῷ κοινοβουλίῳ. Σὺ δὲ, λαὲ τῆς πατρίδος.....
§71Κ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ. Δὲν εἶναι ὁ λαὸς ἐδῶ, εἶναι εἰς τὰς ἐπαρχίας.
§72ΧΟΪΔΑΣ. Νομίζετε, ὅτι ὁ λαὸς ἐδῶ εἶναι λαὸς τῶν Ἀθηνῶν; Πλανᾶσθε. Ἰδοὺ ὁ δημοκρατικὸς ἀντιπρόσωπος τῶν Ἀθηνῶν μὴ Ἀθηναῖος.
§73ΦΙΛΗΜΩΝ. Κύριε Χοϊδᾶ, ἐπεθύμουν νὰ ἔβλεπα εἰς τὴν ἐφεδρείαν, εἰς τὰ στρατόπεδα ὅλους αὐτοὺς, καὶ ἐὰν ἐγνώριζες ὅ,τι γνωρίζω, ἤθελες παύσει τὴν ὁμιλίαν σου.
§74ΧΟΪΔΑΣ. Γνωρίζω, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος εἶναι εὐγενὴς λαὸς καὶ εὔθυμος; θὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τῆς λύσεως τῶν δεσμῶν τῶν δούλων ἀδελφῶν του τῆς Ἠπείρου, τῆς Θεσσαλίας, τῆς Μακεδονίας, τῆς Κρήτης καὶ τῶν λοιπῶν δούλων ἑλληνικῶν χωρῶν, εἰς οὐδὲν λογιζόμενος τὴν ζωήν του ἀπέναντι τῆς ἐλευθερίας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.)
§75ΤΙΝΕΣ. Τὰς ἐπιτροπὰς. (Ἐνταῦθα τελεῖται ψηφοφορία διὰ ψηφοδελτίων ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ψηφολεκτῶν Ἀντύπα καὶ Παναρέτου βουλευτῶν. Μὴ ὑπαρχούσης δ’ ἀπαρτίας, ὁ πρόεδρος ἀνέβαλε νὰ κηρύξῃ τὸ ἀποτέλεσμα ἐν τῇ προσεχεῖ συνεδριάσει). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 10½ π. μ.)