1877.05.23
257 στίχοι · 2.055 λέξεις · 14 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 4.
τῆς 23 Μαΐου 1877.
(Δευτέρα.)
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν πρὸ παντὸς νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦ ἐφόρου τοῦ Βουλευτηρίου.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ μείνῃ ὁ ἴδιος.
§3ΧΟΪΔΑΣ. Ὁ κ. Φιλήμων ὡς ἔφορος εἶχεν ἓν δικαίωμα νὰ παραιτηθῇ, ἡ δὲ Βουλὴ ἔχει ἓν μεγαλείτερον δικαίωμα, νὰ ἀποκρούσῃ τὴν παραίτησίν του. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι πρέπει νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀποκρούει τὴν παραίτησίν του, διότι εὑρίσκει εἰς αὐτὸν ὅλα τὰ προσόντα.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰς ἐκλογάς, τὰς ἐκλογάς.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ ἐδόθη αὐτὴν στιγμὴν τὸ ἑξῆς ἔγγραφον. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 23 Μαΐου 1877. Κύριε Πρόεδρε, Εὐσεβάστως λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω δι’ ὑμῶν εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν τὸ ἐπισυνημμένον ψήφισμα τῆς χθὲς γενομένης συναθροίσεως τῶν ἐκ τῆς ὑποδούλου Ἑλλάδος Ἑλλήνων ἐν τῇ λέσχῃ τῆς «Ὡραίας Ἑλλάδος.» Μετὰ τοῦ προσήκοντος σεβασμοῦ διατελῶ Εὐπειθέστατος Ἀνδ. Κουμανούδης. Ἀντίγραφον. Συνελθόντες σήμερον, Κυριακὴν, 22 Μαΐου 1877, ὥρᾳ 4 μ. μ. οἱ ἐν Ἀθήναις παρεπιδημοῦντες Ἕλληνες ἐκ τῶν ὑποδούλων ἐπαρχιῶν, ἐξέδωκαν τὸ παρὸν Ψήφισμα· Εὔχονται ὅπως οἱ πολιτευόμενοι ὑποστηρίξωσιν ἐκείνην τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις θέλει ἐνεργήσει τὴν ταχίστην πρὸς πόλεμον παρασκευὴν τοῦ ἔθνους κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν. Ὁ πρόεδρος Ἀνδ. Κουμανούδης. Ἡ ἐπιτροπὴ Ι. Ἀρβανιτογιάννης, Θ. Π. Πολάκης, Φωκίων Τσάπαλος, Ι. Ε. Κοντοδημητρόπουλος, Παπα–Κωνσταντίνου, Α. Σκαλίδης.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν συζήτητιν τῶν ἐκκρεμῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Ἔχομεν πρῶτον τὴν ἐκλογὴν Σύρου· «Τὸ τμῆμα γνωμοδοτεῖ παμψηφεὶ νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ Σύρου καὶ ἀναγνωρισθῇ βουλευτὴς ὁ κ. Κωνσταντῖνος Κατσάκος, ἔχων τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ βουλευτικοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ νόμιμον βουλευτὴν Σύρου τὸν κ. Κωνσταντῖνον Κατσάκον. Ἔχομεν ἤδη τὴν ἐκλογὴν Πυλίας· «τὸ Τμῆμα, πεισθὲν ὅτι ἡ πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἀποβιώσαντος βουλευτοῦ Κωνσταντίνου Δαρειώτου γενομένη ἐκλογὴ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πυλίας ἐγένετο τηρηθεισῶν τῶν διατάξεων τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου, ἀποφαίνεται, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἔγκυρος, καὶ παραδέχεται ὡς νόμιμον βουλευτὴν τὸν πλειοψηφήσαντα κ. Νικόλαον Δαρειώτην. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ νόμιμον βουλευτὴν Πυλίας τὸν κ. Νικόλαον Δαρειώτην. Ἔχομεν τὴν ἐκλογὴν Κυθήρων. «Νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ αὕτη τῆς ἐπαρχίας Κυθήρων καὶ ν’ ἀναγνωρισθῇ νόμιμος αὐτῆς βουλευτὴς ὁ Πάνος Κορωναῖος, ἔχων καὶ ὅλα τὰ νόμιμα προσόντα.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νόμιμον τῆς ἐκλογῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ νόμιμον βουλευτὴν Κυθήρων τὸν κ. Π. Κορωναῖον. Μετὰ ταῦτα ὡρκίσθησαν οἱ βουλευταὶ Κατσάκος καὶ Δαρειώτης.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἐκκρεμὲς καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐπιτροπῶν. Ἤδη ἔχει ὁ κ. Ῥικάκης τὸν λόγον.
§8ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπὶ τίνος;
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν ἀποφασισθέντων κατὰ τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε πρόεδρε....
§11ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὸ βῆμα, εἰς τὸ βῆμα.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐπεθύμουν, κύριοι, ν’ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα, διότι δὲν προτίθεμαι ν’ ἀγορεύσω διὰ μακρῶν. Εἶχον, ἀληθῶς, σκοπὸν νὰ ἐπιληφθῶ ἀπὸ τοῦ βήματος ὅλων τῶν θεμάτων, εἰς ὧν τὴν συζήτησιν ἔδιδεν ἀφορμὴν ἡ συγκάλεσις τῆς ἐκτάκτου συνόδου, καὶ τῶν θεμάτων ἑπομένως ἐκείνων, περὶ ὧν ἐν μυστικῇ συνεδριάσει ἐπραγματεύθη ἡ Βουλή, ἐπεφυλάχθην δ’ ἐγὼ νὰ πραγματευθῶ ἐν τῇ δημοσίᾳ συνεδριάσει. Τὴν μετατροπὴν τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως εἰς δημοσίαν ἡμεῖς προεκαλέσαμεν καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς ἀρξαμένης συζητήσεως περὶ θεμάτων, ἅτινα ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει ἀναπτύσσονται καταλληλότερον καὶ λύονται· τοσοῦτον δὲ καταλληλότερον λύονται ἐν τῇ δημοσίᾳ συνεδριάσει τὰ θέματα ἐκεῖνα, καθ’ ὅσον ἤδη ἀρχίζει νὰ φαίνηται, ὅτι εἶναι ἐν τῇ συνειδήσει τῶν Βουλευτῶν λελυμένα, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ ἀναπτύξεων, ἀλλ’ ὑπάρχει μᾶλλον ἀνάγκη δημοσίας ἐκφράσεως, ὑφισταμένης κοινῆς περὶ τῆς λύσεως γνώμης. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἀνέκαθεν ἐδείχθη εὐδιάθετος πρὸς ἣν καὶ ἐγὼ ἀνέκαθεν ἐξέφρασα γνώμην, ὅτι ἡ συνεννόησις τῶν κομμάτων ἐν περιστάσεσιν ἐκτάκτοις ἦτο ἀναγκαία, ὅσον ἦτο χρήσιμος καὶ ἐν περιστάσεσιν ὁμαλαῖς, ἀλλ’ ὅτι οὐδεμία συνεννόησις δύναται νὰ θεωρηθῇ σπουδαία, οὐδεμία συνεννόησις δύναται νὰ πληρώσῃ τὸν σκοπὸν, πρὸς τὸν ὁποῖον γίνεται, ἐὰν δὲν στηρίζηται ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Οὐδεμία συνεννόησις πρέπει νὰ προέρχηται ἐκ προσωπικῶν συνδυασμῶν, ἐπιφυλασσομένης τῆς λύσεως τῶν πραγματικῶν κατόπιν, διότι τίποτε δὲν θὰ ἦτο μᾶλλον ἐπικίνδυνον τοῦ σχηματισμοῦ Κυβερνήσεως κοινῇ συμπράξει, ἥτις ταχέως μετὰ τὸν σχηματισμὸν αὐτῆς νὰ διελύετο, διότι εὐθὺς ἐν ἀρχῇ τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἤθελεν ἀποδειχθῇ ὅτι ἐπὶ θεμελιωδῶν ζητημάτων δὲν ὑπῆρχεν ἡ δέουσα ὁμοφωνία. Διὰ τοῦτο ἐξ ὑπαρχῆς ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν γενικὰ θέματα ἔδει ἐκ τῶν προτέρων νὰ λυθῶσι, καὶ διὰ τοῦτο ὑπεστηρίξαμεν τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπε δημοσίως τὰ πραγματικὰ ζητήματα νὰ συζητηθῶσιν ἐν πάσῃ εὐρύτητι, ἵνα προκύψωσιν ἐκ τῆς συζητήσεως τὰ σημεῖα τῆς ἑνώσεως, καὶ ἐξ ἀφετηρίας τῶν σημείων τούτων ἐργασθῶμεν πρὸς ἐπίτευξιν ὁμοφωνίας ἐπαρκοῦς πρὸς τὴν σύμπραξιν. Ἡ συζήτησις, ἡ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, δὲν ὑπῆρξεν, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ εὐρεῖα, ἀλλὰ ἐπῆλθον ἐν Ἀνατολῇ γεγονότα ἐπισπεύσαντα τὸ διὰ τῶν συζητήσεων ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα, καὶ τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν πράγματα ἔφθασαν εἰς ἀκμὴν τοιαύτην, ὥστε, ἐὰν σήμερον δὲν ἤθελεν ἐπιτευχθῇ ἡ ὁμοφωνία, δὲν θὰ ἐπιτύχῃ ποτέ. Εἶναι δὲ ἤδη ἡ ὁμοφωνία μᾶλλον ἐπείγουσα καὶ ἐπιτακτικωτέρα, ἀλλ’ εἶναι καὶ εὐκολωτέρα, διότι τὰ θέματα ἐνώπιον τῶν περιστάσεων τοῦ ἑλληνισμοῦ γενικεύονται, ἡ δὲ συνεννόησις ἐπὶ θεμάτων γενικωτέρων εἶναι ἐγγυτέρα ἢ ὅταν ἡ ἐξέτασις ᾖναι λεπτομερεστέρα. Ποῖα δὲ εἶναι τὰ θέματα, περὶ ὧν ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ὁμοφρονῶμεν; Ὀφείλομεν πρῶτον νὰ ζητήσωμεν τὸν κύριον σκοπὸν, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου πάντα τἆλλα ζητήματα ὑποχωροῦσιν. Ὁ σκοπὸς οὗτος ποῖος εἶναι; Ἡ στρατιωτικὴ σύνταξις τοῦ ἔθνους, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας. Καὶ περὶ τούτου ὑπάρχει τις ὁ ἀντιφρονῶν; Οὐδεὶς, οὔτε κόμμα, οὔτε ἄτομον. Ὡς πρὸς δὲ τοὺς τρόπους τῆς ἐπιδιώξεως τοῦ σκοποῦ, ἀπεδείχθη καὶ ἐν τῇ μυστικῇ συνεδριάσει ὅτι οὐδεμία διαφωνία ὑπάρχει, τουτέστιν ὅτι πάντες μέχρις ἑνὸς συμφωνοῦσι περὶ τοῦ συντεταγμένου τῆς ἐνεργείας καὶ περὶ τῆς καταδίκης πάσης ἀσυντάκτου ἐνεργείας. Ἰδοὺ λοιπὸν δύο βάσεις συνεννοήσεως· ἀλλ’ αἱ δύο αὗται βάσεις εἶναι ὅλως ἀνεπαρκεῖς, ἐὰν δὲν συμπληρωθῶσι διὰ τρίτης καὶ τελευταίας, ἧς ἄνευ ὁ σκοπὸς καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐνεργείας δὲν δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσιν, ἀφορᾷ δ’ αὕτη εἰς τὰ μέσα. Ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν οὐχὶ εἰδικῶς τὰ τῆς ἐπιλογῆς τῶν μέσων, ἤτοι τῶν πόρων καὶ τῆς προσωπικῆς ὑπηρεσίας· τοιαύτη ἐξέτασις ἐπετρέπετο ἄλλοτε, ὅτε πρῶτον τὰ περὶ τούτων ἐπραγματεύετο ἡ Βουλὴ καὶ ὅτε ὁ καιρὸς δὲν ἦτο τοσούτῳ ἐπείγων, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ἦναι διατεθειμένον τὸ ἔθνος, ἐὰν ἦναι διατεθειμένη ἡ Βουλὴ, ἐὰν ἦναι διατεθειμένοι οἱ καλούμενοι εἰς σύμπραξιν, νὰ παράσχωσι τὰ μέσα ἀποχρῶντα πρὸς τὴν συντεταγμένην παρασκευὴν τοῦ Κράτους, ἐὰν αἱ ἐπιβληθησόμεναι εἰς τὸν λαὸν προσωπικαὶ καὶ χρηματικαὶ θυσίαι θὰ ἦναι θυσίαι ἀνάλογοι πρὸς τὸ ἔργον καὶ θυσίαι ἀληθεῖς, διότι ἓν τῶν σημείων, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον εὑρέθημεν ἡμεῖς εἰς διαφωνίαν πρὸς τὰ κόμματα, ἅτινα ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἰδέας των, ὑπῆρξεν ἡ γνώμη ἡ διάφορος περὶ τούτων· πρῶτον, ὅτι αἱ παρ’ αὐτῶν προτεινόμεναι θυσίαι δὲν ἦσαν καθ’ ἡμᾶς ἀποχρῶσαι, καὶ δεύτερον, ὅτι καὶ ἐφ’ ὅσον προετείνοντο, δὲν ἦσαν θυσίαι πραγματικαὶ καθ’ ὁλοκληρίαν, ἀλλ’ ἦσαν ἐν μέρει θυσίαι εἰκονικαί. Θὰ ἐπελαμβανόμην τῆς ἐξετάσεως τῶν θεμάτων τούτων ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ, ἐὰν ἐνόμιζον, ὅτι ἦτο ἀναγκαία ἡ συζήτησις καὶ ἐὰν δὲν ἐπειθόμην ἐκ τῶν ἐκφρασθεισῶν γνωμῶν, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τὰ θέματα ταῦτα πλησιάζομεν εἰς τὸ συμπέρασμα. Νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, οὐχὶ τοσοῦτον ἐκ τῶν γενομένων συζητήσεων, ὅσον ἐκ τῶν πραγμάτων, ἅτινα παρίστανται ἤδη ἐναργῶς ἐνώπιον ἡμῶν, ἐλύθη τὸ ζήτημα καὶ περὶ τοῦ ἀποχρῶντος καὶ περὶ τοῦ πραγματικοῦ τῶν θυσιῶν, καὶ δὲν θὰ ἦτο δυσχερές, εὐθὺς ὡς ἐν τῇ λεπτομερείᾳ αὐτῶν ἐξετασθῶσιν αἱ θυσίαι αἱ προσωπικαὶ καὶ αἱ θυσίαι αἱ χρηματικαὶ, νὰ εὑρεθῶσι σύμφωνοι πάντες περὶ τῶν νομοθετικῶν μέτρων, διότι ἡ ἰδέα περὶ τοῦ μεγέθους τῆς ἀνάγκης, ἡ ἐκτίμησις τῆς ἀνάγκης, νομίζω πλέον, ὅτι εἶναι ἡ αὐτὴ μεταξὺ ὅλων. Δὲν ὑπάρχουσι σήμερον οἱ φρονοῦντες, ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι αἱ περιστάσεις καθιστῶσι τὰς παρασκευὰς ἀχρήστους, διότι σήμερον, ναὶ μὲν δύναταί τις νὰ φοβῆται, ὅτι αἱ παρασκευαὶ δὲν θὰ γίνωσιν ἐγκαίρως, ἵνα ἀποβῶσι σκόπιμοι ἐν τῷ πολέμῳ τῷ ἤδη διεξαγομένῳ, ἀλλ’ οἱ πάντες ἐννοοῦσιν, ὅτι, ἐὰν δὲν προβῶμεν εἰς παρασκευὰς ἐπαρκεῖς, κινδυνεύομεν, ἐν ἐνδεχομέναις τοῦ πολέμου περιπετείαις, νὰ φέρωμεν τὸ ἔθνος εἰς τὸ χεῖλος τῆς ἀβύσσου· καὶ ἔχομεν προσέτι τὴν γνώμην, ὅτι καὶ ἂν ἀμέσως δὲν ἐπέλθῃ ἡ περίστασις πρὸς χρῆσιν τῶν παρασκευῶν, ἡ κατάστασις τῆς Ἀνατολῆς εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὁσηδήποτε παρασκευὴ θέλει εἶσθαι πάντοτε χρήσιμος. Τούτων ἕνεκα ἀποφαίνομαι, ὅτι ἡ περαιτέρω συζήτησις ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν καὶ ἐπὶ τοῦ χαρακτῆρος τῶν μέσων εἶναι ἄσκοπος ἐν τῷ κοινοβουλίῳ τούτῳ γινομένη, διότι ὅ,τι ἐπεζητεῖτο ἐκ τῆς δημοσίας συζητήσεως, κατ’ ἐμὲ, κατωρθώθη, ἰδίως δὲ ἄσκοποι, καὶ κατ’ ἐμὲ ἐπιβλαβεῖς, εἶναι, ὡς πάντοτε εἶπον, αἱ ἐπὶ τοιούτων θεμάτων προτάσεις πρὸς ψηφοφορίαν. Ὅ,τι πρὸ πάντων πρέπει ν’ ἀποφεύγωμεν, εἶναι αἱ ὑπουργικαὶ κρίσεις. Εὔχομαι νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ὕπαρξις Κυβερνήσεως ὁποίαν πάντες ἐπιθυμοῦμεν, ἐπὶ τῇ βάσει, ἣν ἐξέφρασα, τῆς ἐπὶ τῶν πραγμάτων συνεννοήσεως. Ἐὰν τοῦτο δὲν κατορθωθῇ, νομίζω, ὅτι πάντες συμφωνοῦσιν, ὅτι ἡ ὑπουργικὴ κρίσις θὰ ἦναι ἐπιβλαβὴς, διότι μίαν μόνην ἀποδεχόμεθα πάντες ὑπουργικὴν κρίσιν, τὴν σκοπὸν ἔχουσαν ν’ ἀντικαταστήσῃ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν διὰ Κυβερνήσεως συμφώνου πρὸς τοὺς ἐθνικοὺς πόθους. Ἀλλὰ διὰ ψηφίσεως προτάσεων δὲν ἐπιτυγχάνομεν τοῦ ἀποτελέσματος τούτου· διότι ἐὰν διατυπώσωμεν ἐν προτάσει τοὺς πόθους τούτους, φέρομεν ἀμέσως τὴν ὑπουργικὴν κρίσιν, ἀλλ’ ἆρα γινώσκομεν ὅτι φέρομεν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἣν ἐπιζητοῦμεν; Περὶ τούτου δὲν ἔχομεν τὴν βεβαιότητα· ἀπ’ ἐναντίας νομίζω, ὅτι διὰ τοιαύτης ψηφοφορίας ἀπομακρυνόμεθα τοῦ σκοποῦ ἡμῶν· διότι ποῖον τύπον θὰ ἔχῃ ἡ πρότασις; Ἐὰν ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ὑποβληθεισῶν εἰς τὴν Βουλὴν κρίνω, δύο μόνον τύπους ἔχομεν, ἕνα, ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Πατρῶν σήμερον ὑποβληθέντα, εὐχῆς πρὸς τὸν βασιλέα, καὶ ἕτερον, καταρτισθέντα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, εὐχῆς πρὸς τοὺς βουλευτὰς, εὐχῆς πρὸς ἐκείνους, οἵτινες πρόκειται νὰ ἑνωθῶσι. Καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη εὐχὴ μοὶ φαίνονται ὅτι μᾶς ἀπομακρύνουσι τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπιδιώκομεν. Εὐχὴν πρὸς τὸν Βασιλέα, πρὸς τίνα σκοπὸν θ’ ἀποτείνωμεν; Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπῆρξε Βουλὴ ἐν Ἑλλάδι, ἥτις νὰ ἔσχεν ἀφορμὰς πεποιθήσεως εἰς τὸν Βασιλέα πλειοτέρας ἢ ὅσας ἡ Βουλὴ αὕτη, εἰς ἣν ὁ Βασιλεὺς καὶ διὰ λόγου καὶ δι’ ἔργων ἀπέδειξεν ὅτι ἀναζητεῖ ἐν τῇ ἐκδηλώσει τῆς θελήσεως αὐτῆς τὴν ὁδηγίαν πρὸς μόρφωσιν Κυβερνήσεως· καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἀφορμὴ παραπόνου, δὲν ὑπάρχει τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν Βασιλέα, ἀλλὰ δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀφορμὴ παραπόνου τοῦ Βασιλέως πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὴν δήλωσιν ἐκείνην ἡ Βουλὴ, οὐχὶ δὲν ἠθέλησεν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ παράσχῃ. Ἡ δήλωσις ὅμως, ἣν πέπεισμαι ὅτι τὸ Στέμμα ἐπιθυμεῖ, πρέπει νὰ γείνῃ διὰ τοῦ τρόπου, ὅστις εἴθισται ἐν τοῖς συνταγματικοῖς Κράτεσιν, ὅταν τὸ κοινοβούλιον ἔχῃ πᾶσαν ἀφορμὴν νὰ ᾖναι εὐχαριστημένον ἐκ τοῦ τρόπου, δι’ οὗ τὸ Στέμμα προσφέρεται πρὸς αὐτό. Τὰς εὐχὰς ἀποτείνουσι πρὸς τὸ Στέμμα τὰ κοινοβούλια, ὅταν ἀπαντῶσι παρ’ αὐτοῦ δυσκολίας, ὅταν ἀπαντῶσιν ἀρνήσεις· ἀλλ’ ἐδῶ ἡ δυσκολίαι προέρχονται ἐξ ἡμῶν αὐτῶν, καὶ δὲν πρέπει ἀμέσως ἢ ἐμμέσως νὰ ἐπιῤῥίψωμεν τὴν εὐθύνην ἡμῶν ἐπὶ ἄλλους. Ὡς πρὸς δὲ τὴν εὐχὴν πρὸς ἐκείνους, οἵτινες καλοῦνται εἰς σύμπραξιν, αὕτη δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ ἔχει μέσα τελεσφορώτατα ἐπιδράσεως ἐπὶ τῶν ἡγετῶν. Οὗτοι εἶναι πραγματικῶς οἱ ὀπαδοὶ τῶν κομμάτων ὡς πρὸς τὰς ἰδέας καὶ τὰς πεποιθήσεις, εἶναι οἱ ὑπηρέται οὐχὶ τῶν πολιτικῶν συμφερόντων τῶν εἰς τὰ κόμματα ἀνηκόντων βουλευτῶν, ἀλλὰ τῶν πεποιθήσεων τῶν κομμάτων, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγνωρίζονται παρὰ τῶν κομμάτων ὡς ἀντιπρόσωποι αὐτῶν, διότι ἐκφράζουσι καὶ πραγματοποιοῦσι τὰς ἰδέας καὶ τὰς πεποιθήσεις αὐτῶν. Ἐὰν λοιπὸν τὰ κόμματα ἔχωσι τὴν ἰδέαν τῆς συμπράξεως, ταύτην ἔχουσι καὶ οἱ ἡγέται αὐτῶν, καὶ εἶναι περιτταὶ αἱ ψηφίσεις προτάσεων περὶ εὐχῶν παρὰ τῆς Βουλῆς πρὸς τοὺς ἡγέτας. Τὴν πεποίθησιν τοῦ τυχὸν ἀντιφρονοῦντος πολιτευομένου πρέπει νὰ σεβώμεθα· δὲν πρέπει νὰ θέτωμεν τὸν βουλευτὴν εἰς ἀντίθεσιν πρὸς εὐχὴν ἐπίσημον τοῦ κοινοβουλίου, καὶ ἂν τυχὸν πλανᾶται, δὲν πρέπει τὴν πλάνην ταύτην νὰ τιμωρήσωμεν διὰ τοιαύτης ἐτυμηγορίας. Ἀλλ’ ἐὰν τῳόντι ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἐν ἑαυτῇ τὴν πεποίθησιν, ἥτις ἤθελεν ὑπαγορεύσει τὴν ψήφισιν τοιαύτης εὐχῆς, τὴν πεποίθησιν ταύτην ἂς πραγματοποιήσῃ διὰ τοῦ τρόπου, ὅστις κεῖται ἐν τῇ ἐξουσίᾳ παντὸς βουλευτοῦ. Ἂς ἐκδηλωθῇ, ὅτι ἕκαστον κόμμα ἔχει τὸ φρόνημα τοῦτο, καὶ μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς θὰ ἐκπροσωπήσῃ τὸ φρόνημα τοῦ κόμματος καὶ θὰ προσπαθήσῃ νὰ καταστήσῃ αὐτὸ τελεσφόρον. Ἐὰν ταῦτα οὕτως ἔχωσι, πιστεύω, ὅτι οὔτε περὶ συζητήσεως πλέον πρόκειται, οὔτε περὶ ψηφοφορίας· πιστεύω, ὅτι τὰ πράγματα ὡρίμασαν ἕως τοῦ σημείου, ἐν ᾧ δὲν πρόκειται πλέον ἢ περὶ ἀντιπαραβολῆς τῶν ἰδεῶν τῶν κομμάτων. Αἱ ἰδέαι τῶν κομμάτων ἐφάνησαν, ὅτι εἶναι αἱ αὐταὶ ὡς πρὸς τὰς γενικὰς ἀρχάς· ἀπαιτεῖται δὲ ἤδη ἐξήγησις μεταξὺ τῶν κομμάτων, ὅπως ἀποδειχθῇ, ἐὰν ἡ συμφωνία ᾖναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δύνηται νὰ φέρῃ καὶ τὴν ἐν τῷ ὑπουργείῳ σύμπραξιν. (Εὖγε! Εὖγε!)
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συνεδρίασιν εἰς τὴν αὔριον, ὅπως ἐν τῷ μεταξὺ ἐκτελεσθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Τρικούπη.
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Ἡ συνεδρίασις διαλύεται περὶ ὥραν 10,30′ π. μ.