1877.03.12
1,833 rows · 15,653 words · 52 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 96
τῆς 12 Μαρτίου 1877.
(Σάββατον.)
Ὥρα 3 Μ. Μ. Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κυροῦνται.
§4ΣΠΗΛ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι, γινώσκετε, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθ. 63 τῆς ποινικῆς διατιμήσεως οἱ ἀνακριταὶ καὶ ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι, ἐξερχόμενοι τῆς ἕδρας των δι’ ὑπηρεσίαν ἀνακριτικὴν πλέον τῆς μιᾶς ὥρας, ἤτοι τῶν 5 χιλιομέτρων, λαμβάνουν κατὰ πᾶν χιλιόμετρον δι’ ἔξοδα δραχμὰς 2· ὅταν δὲ ὑπερβαίνῃ ἡ ἀπόστασις πλέον τῶν 2 μυριομέτρων, ἤτοι πλέον τῶν 4 ὡρῶν, λαμβάνουν 3 δραχμὰς κατὰ μυριόμετρον. Ἐν τούτοις τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἔχον ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν ἀρχῶν, ἐπέτρεψεν ὥστε νὰ μεταβαίνωσιν οἱ ἀνακριταὶ καὶ οἱ ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι καὶ δι’ ἁμάξης, καὶ μάλιστα εἰς τὰ μέρη τῆς Ἑπτανήσου, ἔνθα δὲν ὑπάρχουν ἵπποι πρὸς ἐνοικίασιν· ἡ δὲ πληρωμὴ αὐτὴ ἐγίνετο μέχρι τοῦδε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγματικῶν δαπανῶν, στηριζομένων εἰς ἀποδείξεις τῶν ἀγωγέων. Τοιοῦτοί τινες πίνακες μοὶ παρουσιάσθησαν πρὸς ὑπογραφήν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ πληρωμὴ ἀντίκειται ῥητῶς εἰς τὸ ἄρθρον τῆς ποινικῆς διατιμήσεως, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἀναδεχθῶ τὰς συνεπείας τοῦ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμου (ἱλαρότης)· δὲν δύναμαι, καθὼς ἀναδέχονται ἄλλοι....
§5ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχει δίκαιον.
§6ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ φέρω τοῦτο εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς. Νὰ ἀναβάλω τὴν πληρωμὴν τῶν ἐκκρεμῶν ἀπαιτήσεων, βεβαίως εἶναι ἄδικον, ἀφοῦ ἐνήργησαν συνεπείᾳ ἀδείας τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ πληρώσω, θέλω τὸ κάμει.
§7Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δώσῃ τὴν ἄδειαν, ἡ παρανομία εἶναι μικροτέρα; Ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ δίδῃ ἄδειαν καθ’ ἡμέραν εἰς τοὺς ὑπουργοὺς νὰ παραβιάζουν τοὺς νόμους. Μέχρι τοῦδε παραβιάζονται οἱ νόμοι, διότι δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, καὶ παραβιάζονται καθ’ ἑκάστην εἰς ὅλους τοὺς κλάδους. Τὸ εἶπον προχθές, καὶ πολλοὶ μὲ ἐχλεύασαν διὰ τοῦτο· ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι καθ’ ἑκάστην οἱ ὑπουργοὶ θὰ ἔρχωνται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ λέγουν, δότε μας τὴν ἄδειαν νὰ παραβιάσωμεν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, διότι ὅλη ἡ ὑπηρεσία εἶναι ἐκτὸς τῶν νόμων, δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω, ὅτι τὸ πλεῖστον μέρος τῆς ποινικῆς μάλιστα ὑπηρεσίας εἶναι ἐκτὸς τῶν νόμων.
§8ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι μία ἑρμηνεία λίαν λογικὴ δύναται νὰ δοθῇ εἰς τὸν νόμον. Ὅλαι αἱ ὑπηρεσίαι μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ περὶ εὐθύνης νόμου, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὑποχρεωτικαί. Ὡς πρὸς τὸ μέλλον νομίζω, ὅτι μένει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς δυσχερείας, καὶ δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου νὰ ζητήσῃ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα νὰ συμβιβασθοῦν μὲ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης.
§9ΦΙΛΗΜΩΝ. Κύριε πρόεδρε, τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον, φαίνεται ἀπεδέχθη ἡ Κυβέρνησις, τοῦ νὰ ἐρωτᾷ τὴν Βουλὴν καθ’ ἑκάστην τί πρέπει νὰ πράξῃ ἐπὶ δυσχερειῶν, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀντίκειται ὅλως πρὸς τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι Κυβέρνησις διὰ νὰ δίδῃ γνώμην· ἐκτὸς δὲ τούτου, τὸ σύστημα τοῦτο δὲν ἔχει καμμίαν πρακτικὴν σημασίαν, διότι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ δώσῃ οἱανδήποτε συγκατάθεσιν εἰς τὸν ὑπουργόν, ἀλλ’ αὕτη δὲν τὸν ἀπαλλάσσει τῆς εὐθύνης, καὶ οὔτε ἡ Βουλὴ ἐμποδίζεται νὰ κατηγορήσῃ τοὺς ὑπουργοὺς διὰ τοιαύτας πράξεις. Ἑπομένως αἱ τοιαῦται αἰτήσεις δὲν εἶναι πρακτικαὶ, δὲν ἔχουν κανένα λόγον.
§10ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ γεννηθῇ ζήτημα, οὔτε δύναται ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ ἄδειαν πληρωμῆς ἐναντίον τῆς ποινικῆς διατιμήσεως, ἡ ὁποία οὐδεμίαν διάκρισιν κάμνει ἐὰν ὁ ὑπάλληλος θὰ ὁδοιπορήσῃ ἐφ’ ἁμάξης, ἔφιππος ἢ ἄλλως, ἀλλ’ ὁρίζεται τὸ ποσὸν ἀναλόγως τῶν χιλιομέτρων. Ὅταν λοιπὸν ἡ διατίμησις ἦναι τοιαύτη, δὲν πρέπει ποτὲ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ δοθῇ ποσὸν περισσότερον.
§11ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μᾶς εἶπεν, ὅτι εἶχεν ἀναγνωρισθῆ ἡ ἀνάγκη λόγῳ δημοσίας ἀσφαλείας. Ἐὰν ἡ ἄδεια πραγματικῶς ἐδόθη, ἐὰν τῇ συγκαταθέσει τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς οἱ ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι ἐνήργησαν, καί, οὕτως εἰπεῖν, ἐγεννήθησαν ὑποχρεώσεις τοῦ δημοσίου, νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τοὺς ὑπάρχοντας ὑπουργοὺς νὰ μὴν ἐκπληρώσουν ὑποχρεώσεις προγενεστέρας, καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται ἐντὸς τοῦ νόμου νὰ δώσῃ τὴν ἑρμηνείαν, ὅτι διὰ τὰς μέχρι τοῦδε ληφθείσας ὑποχρεώσεις ὁ νόμος περὶ εὐθύνης δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὀπισθενεργὸν δύναμιν, καὶ κατὰ συνέπειαν αὗται θεωροῦνται ὑποχρεωτικαί.
§12ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Δὲν ἐνόμιζον, κύριοι, ὅτι ἠδύνατο νὰ γεννήσῃ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐγέννησεν, ἡ συμπεριφορὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀντικείμενον τὸ ὁποῖον συζητεῖται. Δὲν ἐπίστευον, ὅτι ἤθελε ῥηθῆ ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι εἶναι παρεκτροπὴ ἀπὸ τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καθὼς καὶ τῆς νομοθετικῆς ἡ εἰλικρινὴς συνεννόησις, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις προεκάλεσεν ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῆς εὐθύνης. Δὲν ἐπίστευον, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀκουσθῇ ἡ παρατήρησις, ὅτι καὶ μετὰ τὴν συγκατάθεσιν, τὴν ὁποίαν τὸ κοινοβούλιον ἤθελε δώσει, ἡ αὐτὴ Βουλὴ ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἀντιπροσώπων συγκροτουμένη διατηρεῖ τὴν ἐξουσίαν νὰ στήσῃ, οὕτως εἰπεῖν, παγίδα εἰς τὸν ὑπουργόν, ὅστις προέβη συμφώνως μὲ τὴν θέλησιν αὐτῆς, ἤτοι τῶν ἰδίων ἀνθρώπων, οἵτινες θέλουσι τὸν κατηγορήσει. Ἐφρόνουν, ὅτι ἡ εἰλικρίνεια ἀπῄτει κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, καὶ πρὶν δοθῇ ὁ καιρὸς πρὸς συναρμολόγησιν τῶν παλαιῶν νόμων, κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, πρὸς τὸν νόμον περὶ εὐθύνης, ἡ Βουλὴ νὰ συντρέξῃ τὴν Κυβέρνησιν, οὐχὶ διὰ νὰ παραβιάσῃ τοὺς νόμους, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐνθαῤῥύνῃ αὐτὴν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν δημοσίων συμφερόντων· διότι μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς, ὁσάκις ἠρωτήσαμεν τὴν Βουλὴν περὶ τοιούτου θέματος, τὴν ἠρωτήσαμεν πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν. Ἐθέσαμεν ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὴν βλάβην τοῦ δημοσίου συμφέροντος καὶ ἐρωτήσαμεν ἐὰν φρονῇ, ὅτι ὀφείλομεν νὰ περιορισθῶμεν ἐντὸς τῆς εὐθύνης μας βλάπτοντες τὸ δημόσιον συμφέρον, ἢ ἐὰν μᾶς ἦναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸ μέχρι τοῦδε γιγνόμενον, μέχρις οὗ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια περὶ νομοθετικῆς θεραπείας. Εἰς ποίας περιστάσεις, κύριοι, σᾶς ἠρωτήσαμεν; Σᾶς εἶπον χθὲς περὶ τῶν δημοσίων ἔργων, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν ἐπεκράτησεν ἡ συνήθεια ἐπὶ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων νὰ λαμβάνωνται χρήματα ἐκ τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, πρὸς κατασκευὴν ἐθνικῶν ὁδῶν. Σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ πρᾶγμα τοῦτο δὲν θέλομεν τὸ ἐξακολουθήσει ἐν τῷ μέλλοντι· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ δημόσιον ἀνεδέχθη ὑποχρεώσεις, τί νομίζει ἡ Βουλὴ, ὅτι πρέπει νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις; νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ παραπέμψῃ τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ ἐργολάβου καὶ τοῦ δημοσίου εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Κράτος μὲ ἀποζημιώσεις; φρονεῖ, ὅτι πρέπει τὰ ἔργα νὰ ἐγκαταλειφθῶσι, καὶ ταῦτα πάντα διατί; διότι ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ νὰ κατηγορήσῃ τοὺς ὑπουργοὺς, ἐὰν καὶ ὡς πρὸς τὰ τετελεσμένα ἤδη ἐξακολουθῇ τὸ σύστημα ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐτελέσθησαν; Ἡ Βουλὴ ἀπήντησεν ὁμοφώνως, ὅτι δὲν ἐννοεῖ τὸ πρᾶγμα οὕτως. Τοιουτοτρόπως ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐξακολουθήσῃ, ἀρωγὸν ἔχουσα τὴν Βουλὴν, καὶ πεποιθυῖα, ὅτι δὲν θὰ συρθῇ εἰς τὰ δικαστήρια, οὕτω πράττουσα. Εἶσθε τῆς γνώμης, κύριοι, ὅτι καὶ μετὰ τὴν χθεσινὴν ἐξήγησιν, ἡμεῖς διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ κατηγορηθῶμεν ὡς παραβάται τῶν νόμων;
§13ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§14Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οὔτε σεῖς, οὔτε ἄλλοι θὰ κατηγορηθῶσι διὰ τοιαῦτα πράγματα.
§15ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ περὶ εὐθύνης νόμος, κύριοι, ἐγένετο διὰ νὰ τιμωρῇ τὴν κακίαν, δὲν ἐγένετο διὰ νὰ τιμωρήσῃ τὴν ἀθωότητα καὶ εἰλικρίνειαν· ἑπομένως νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει πλέον νὰ ἐπαναληφθῶσι λόγοι ῥίπτοντες δισταγμοὺς ὡς πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐξέφερε. Τὴν αὐτὴν σημασίαν ἔχει τὸ σημερινὸν ζήτημα. Τὸ δημόσιον συμφέρον εἰς τὰς δικαστικὰς ὑποθέσεις ἀπαιτεῖ ἐνίοτε μεγίστην ταχύτητα, καὶ ἡ ταχύτης ἀπαιτεῖ δαπάνας, τὰς ὁποίας δὲν ἐπρονόησεν ἡ ποινικὴ διατίμησις. Τοῦτο ὁμολογεῖ ὅλος ὁ παρελθὼν χρόνος, τοῦτο τὸ γνωρίζετε ἀξιολογώτατα πάντες. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπιθυμεῖ νὰ προστατεύσῃ τὸ δημόσιον συμφέρον, ὁσάκις παρουσιάζεται τοιοῦτον, ἀλλ’ ἐννοεῖ ὅτι θὰ προσκρούσῃ τυπικῶς εἰς τὸν νόμον περὶ εὐθύνης, καὶ διὰ τοῦτο ἠρώτησε τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ νομίζω ὅτι πρέπει ὡρίμως νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ πράγματος καὶ οὐχὶ ἄνευ πολλῆς βασάνου ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι δύναται νὰ παραμεληθῇ τὸ δημόσιον συμφέρον ὡς πρὸς τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν ἐγκλημάτων, ὡς πρὸς τὴν καταδίωξιν, ὡς πρὸς τὴν εὕρεσιν τῶν ἰχνῶν τοῦ ἐγκλήματος. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ ἤθελε νομίσει, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ πρέπον, βεβαίως ἡμεῖς αὐτὸ θέλομεν πράξει. Ἠμπορεῖ νὰ παρουσιασθῇ καὶ πλέον κατεπείγουσα περίστασις ὅπως σταλῇ ἀνακριτὴς διὰ τῆς ταχυτέρας ὁδοῦ· ἐὰν ἀπαιτῆται νὰ δαπανηθῶσιν 100 δραχμαί, ἡμεῖς βεβαίως δὲν θὰ τὰς δαπανήσωμεν. Δι’ ἡμᾶς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εὐθύνην μας, βλέπετε ὅτι ὑπάρχει τὸ μέσον νὰ διαφύγωμεν, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ, ἡ ὁποία παρακαλεῖται νὰ δώσῃ μίαν γνώμην, πρέπει, νομίζετε, νὰ σκεφθῇ ἐὰν αὕτη πρέπῃ νὰ ᾖναι ἡ γνώμη της, ἢ ἡ ἐναντία; Τὸ ἔργον μας εἶναι πολλὰ εἰλικρινὲς, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι οὐδεὶς πρέπει νὰ δυσχεραίνῃ· πρέπει νὰ συλλογισθῆτε, ὅτι θὰ παρουσιασθῶσι πολλὰ ἄλλα ζητήματα καὶ ὅτι ἡ θέσις τῶν ὑπουργῶν θέλει εἶσθαι δυσχερεστάτη, διότι θὰ εὑρεθοῦν εἰς τὴν στενόχωρον θέσιν νὰ μὴ ἠξεύρουν τὶ νὰ προτιμήσουν, τὸ δημόσιον συμφέρον, τὸ ὁποῖον προφανῶς θὰ βλαφθῇ, ἢ τὴν ἰδίαν αὑτῶν εὐθύνην. Θὰ εὑρεθοῦν εἰς μεγίστην στενοχωρίαν, συλλογιζόμενοι ἐὰν τὸ Κοινοβούλιον θὰ ἔχῃ τὴν προθυμίαν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἐπολιτεύθη ὡς ἐπολιτεύθη, καὶ διὰ νὰ ἔχῃ, κύριοι, τὴν ἐνθάῤῥυνσιν αὐτὴν, νομίζω ὅτι τώρα, ὁπότε συζητοῦνται αὐτὰ τὰ ζητήματα, ὁπότε παροῦσα ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται περὶ τούτων, πρέπει νὰ δείξῃ ἐκείνην τὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ δημόσιον συμφέρον. Δὲν πρέπει νὰ δείξητε πρὸς ἡμᾶς ἀναχωροῦντες, ἐὰν τῷ ὄντι μᾶς ἀφήσητε κατόπιν σας, ὅτι πρέπει νὰ περιμένωμεν ἐξέλεγξιν τοσοῦτον αὐστηρὰν, ὥστε νὰ μὴ τολμῶμεν ἄλλως νὰ διοικήσωμεν τὸν τόπον ἐν τῷ μεταξὺ. Δὲν ἐννοῶ περὶ τῶν περιστάσεων ἐκείνων, καθ’ ἃς θέλαμεν δείξει ὀλιγωρίαν, οὔτε περὶ τῶν περιστάσεων, κατὰ τὰς ὁποίας θέλομεν δείξει δολίαν προαίρεσιν· περὶ αὐτῶν δὲν πρόκειται, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ ἁπλουστάτου γεγονότος, ὅτι ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν ἦλθε κατόπιν τελείας καὶ πλήρους νομοθεσίας, συντεταγμένης πρὸ αὐτοῦ, καὶ μὴ ἐχούσης ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον αὐτόν. Πρόκειται περὶ μακρᾶς πείρας ἡ ὁποία παρεξετράπη εἰς πολλὰς περιστάσεις, χάριν τοῦ δημοσίου συμφέροντος, ἀπὸ τοὺς κειμένους νόμους· καὶ τὰς παρεκτροπὰς αὐτὰς ἔπραξαν αἱ Κυβερνήσεις οὐχὶ μὲ δολίαν προαίρεσιν, ἀλλὰ χάριν προστασίας τοῦ δημοσίου συμφέροντος, καὶ ἠνέχθη τὸ Κοινοβούλιον πάντοτε, διότι ἀνεγνώρισε τὸ τοιοῦτον. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, κύριοι, διὰ τοὺς ὁποίους σᾶς ἀπησχολήσαμεν καθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς συνεδριάσεις μὲ τοιαῦτα ζητήματα. Δὲν τὰ ἐγεννήσαμεν, ἀλλ’ ἐγεννήθησαν ἐξ αἰτίας τῶν νέων θεσμῶν.
§16Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν σκοπεύω ν’ ἀμφισβητήσω τὴν εἰλικρίνειαν τῆς προαιρέσεως τῶν ὑπουργῶν, ἐρχομένων νὰ ζητήσωσι τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν δυσχερειῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναφαίνονται περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων· σκοπῶ μόνον νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητοῦσιν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ δὲν ἀνάγεται εἰς τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς, οὐδ’ ἔχει ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα ἢ τὴν ἐξουσίαν νὰ κάμῃ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητοῦσι. Τὸ σύστημα τῆς ἀδελφικῆς συμπράξεως τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους εἶναι τὸ σύστημα τῆς συνταγματικῆς πολιτείας. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἡ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων καὶ τὴν κυβέρνησιν τοῦ Κράτους ἀναδεχομένη, ἐγκαθίσταται εἰς τὴν ἐξουσίαν κατ’ ἔνδειξιν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους· ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἀδελφικὴ σύμπραξις κανονίζεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα ἔθηκε τὰ ὅρια τῆς ἀδελφοποιήσεως. Ὅταν οἱ ὑπουργοὶ φέρωσι νόμον πρὸς συζήτησιν, οἱ ἀντιπρόσωποι ἐκφέρουσι τὰς γνώμας των καὶ φωτίζουσι τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, κατόπιν παραδίδουσιν οὕτω τὸν ψηφισθέντα νόμον, οἱ δ’ ὑπουργοί, ἂν κυρωθῇ, ὁδηγοῦνται ἐκ τῶν φώτων τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Οἱ ἀντιπρόσωποι δὲ ἔχουσι καὶ ἕτερον δικαίωμα, νὰ ἐξελέγχωσι τὰς πράξεις τῶν ὑπουργῶν, ἀλλὰ τὰς τετελεσμένας, οὐχὶ τὰς μήπω τελεσθείσας, οὐδὲ πρέπει νὰ γνωμοδοτῶσιν ἑκάστοτε περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν οἱ ὑπουργοὶ πρέπει νὰ προβαίνωσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, διότι οὕτω περιστέλλουσι τὴν ἐλευθερίαν τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας. Ὁ δισταγμὸς, τὸν ὁποῖον ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶχε προτείνει, ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δημοσίων ἔργων καὶ τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω ὁποίαν ἐξέφερεν ἡ Βουλὴ γνώμην, ὁ δισταγμὸς αὐτὸς δὲν μοὶ φαίνεται πρακτικός. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ περὶ ὁδοποιΐας νόμος λειτουργεῖ κατὰ παράξενον τρόπον, παρακωλύοντα τὴν πρόνοιαν, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ λάβῃ πρὸς διευκόλυνσιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, πολλοὶ δὲ τῶν ὑπουργῶν τῶν ἐσωτερικῶν εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβῶσιν εἰς τὴν πραγματοποίησιν προκαταβολῶν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ταμείου εἰς βάρος τοῦ ἑτέρου. Ἐνθυμοῦμαι μίαν περίστασιν· ὅτε ὁ νῦν ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1869 ἦτο πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου καὶ ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν, εὗρεν ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν ἐγκεκριμένας δημοπρασίας πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, τὸ εἰδικὸν ὅμως ταμεῖον αὐτῆς δὲν εἶχε χρήματα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων· εὑρέθη λοιπὸν εἰς τὸ δίλημμα, εἴτε νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ γείνωσι τὰ ἔργα, εἴτε νὰ διακόψῃ αὐτά· ἂν τὰ διέκοπτεν, ἤθελεν ὑποβάλει τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας εἰς ζημίας, διότι οἱ ἐργολάβοι ἐδικαιοῦντο νὰ ζητήσωσιν ἀποζημιώσεις. Ἠναγκάσθη λοιπὸν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, καὶ ἑπομένως προκαταβολάς ἐκ τῶν ἄλλων δύο ταμείων· ἡ πρᾶξις ὅμως αὕτη ἐπροκάλεσεν ἀδυσώπητον καὶ ἀμείλικτον πόλεμον κατὰ τοῦ τότε πρωθυπουργοῦ ὑπὸ τοῦ νῦν προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μέλους τότε τῆς ἀντιπολιτεύσεως τυγχάνοντος. Ἐγὼ τότε ἐθεώρησα ἄδικον τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία κατέκρινε τὴν πρᾶξιν ταύτην, ὡς θέλω ἀντιταχθῇ καὶ ἤδη διὰ τῆς ψήφου μου ἂν ἡ ἐνεστῶσα ἀντιπολίτευσις τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Δεληγεώργη ἤθελε προβῆ εἰς παραπλησίαν πρᾶξιν. Αἱ δυσχέρειαι αὗται εἶναι ἀναπόφευκτοι εἰς πᾶσαν πρᾶξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· εἰς τὰς ἁπλουστάτας πράξεις ἀπαντῶνται δυσχέρειαι καὶ δισταγμοί. Ἀλλ’ ἂν εἰς ἑκάστην πρᾶξιν ἔρχωνται οἱ ὑπουργοὶ καὶ ἐρωτῶσι τὴν Βουλήν, ἡ Βουλὴ τότε θέλει ἀναμιχθῇ εἰς τὰ τῆς διοικήσεως. Ἄν παραπλησίαν πρότασιν ὑπέβαλλε μέλος τι τοῦ κοινοβουλίου, ἠδυνάμην ν’ ἀποδώσω τὴν πρότασιν αὐτοῦ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν, ἣν ἔχουσιν ὅλαι αἱ ἐξουσίαι νὰ ἐπεκτείνωσι τὰ ὅρια τῆς ἀρχῆς των ἐκτὸς τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου διαγραφομένου κύκλου· ἀλλὰ προτείνεται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἑπομένως τοιαύτη πρόθεσις δὲν ὑπάρχει. Ὑπάρχει ὅμως τὸ μέγα κώλυμα εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὰ ἔργα τῆς διοικήσεως. Ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ ἡ Βουλὴ δὲν θέλει εἶσθαι παροῦσα, δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, ἐκτιμῶσα τὰς περιστάσεις, καὶ ἂν ὑπέρταται ἀνάγκαι ἐπιβάλωσι νὰ μεταχειρισθῇ τὸ μέχρι τοῦδε διέπον τὴν ὑπηρεσίαν σύστημα, ὀφείλει νὰ συντελέσῃ ἐκ παντὸς τρόπου, ἵνα σώσῃ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους. Ἂν ὑπάρχῃ ἀναπόφευκτος ἀντίθεσις μεταξὺ τῶν ὑπαρχόντων νόμων καὶ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ προβῇ, κατόπιν δὲ νὰ σκεφθῇ νὰ συναρμολογήσῃ τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν μὲ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ὁ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμος.
§17ΦΙΛΗΜΩΝ. Αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας σήμερον ὑπεστήριξα, ὅτι ἡ συγκατάθεσις καὶ γνώμη τῆς Βουλῆς ἐπὶ ζητημάτων ἀφορώντων τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν δὲν ἀπαλλάττει τῆς εὐθύνης τοὺς ὑπουργούς, οὔτε ὑποχρεοῖ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ τοὺς κατηγορήσῃ ἐν δεδομένῃ περιπτώσει δι’ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἔδωσε τὴν συγκατάθεσίν της ἡ πλειοψηφία ἢ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος, δὲν εἶναι γνώμη ἰδική μου· εἶναι γνώμη τοῦ περιωνύμου δημοσιολόγου Mohl, ὁ ὁποῖος ἰδίως ἔγραψε περὶ τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, εἶναι γνώμη ὅλων τῶν δημοσιολόγων, καὶ γνώμη συνεπὴς πρὸς τὴν θέσιν τῆς Βουλῆς ἐν τῇ πολιτείᾳ. Ἀληθῶς ἡ Βουλὴ εἶναι ἡ ἐπιτηροῦσα τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων· ὅταν ὅμως τὸ Σῶμα αὐτὸ τὸ καταστήσωμεν συμμέτοχον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, τότε ποῦ ἀπομένει πλέον ἡ ἐπιτήρησίς του καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐξελέγχειν; Ἐννοῶ ὅτι ἡ πλειοψηφία μιᾶς Βουλῆς, δίδουσα τὴν συγκατάθεσίν της εἰς μίαν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀναλαμβάνει μίαν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ τὴν κατηγορήσῃ ποτὲ διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην, ἀλλ’ οὐδεμίαν νομικὴν εὐθύνην ἔχει, εἰς οὐδεμίαν δὲ οὔτε ἠθικὴν οὔτε νομικὴν ὑποχρέωσιν ὑποβάλλεται μία μέλλουσα Βουλή. Δυνάμεθα ἄλλως νὰ καταλήξωμεν εἰς μεγάλα ἀτοπήματα· διότι ὑποθέσατε, ὅτι μία Κυβέρνησις εἶναι ἀρκούντως ἰσχυρὰ ἢ εὐφυής, ὅπως ἁρπάσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐπὶ πράξεώς τινος ἀφορώσης σπουδαῖον συμφέρον τοῦ Κράτους· δι’ αὐτῆς τῆς συγκαταθέσεως οἱ ὑπουργοὶ πρέπει νὰ μείνωσιν ἀκαταδίωκτοι; Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ παρατήρησίς μου ὑπῆρξεν ὅλως γενικὴ, δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου τοὺς ἐνεστῶτας ὑπουργούς. Ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ πάλιν, ὅτι οἱ φόβοι, τοὺς ὁποίους ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἐκφράζει διαρκῶς ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀφ’ ὅτου ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν, ὅτι θέλετε νὰ μᾶς κατηγορήσητε, δὲν εἶναι φόβοι ἔχοντες ὑπόστασιν. Αἱ κατηγορίαι κατὰ τῶν ὑπουργῶν δὲν γίνονται διὰ μικρὰ πράγματα· μόνον ὅταν τὰ ὑπουργεῖα ὑπερβαίνουν τὸ μέτρον πλέον τῆς ὑπομονῆς, καταχρῶνται τῆς ἀνοχῆς τοῦ τόπου, τότε μόνον κατηγοροῦνται· βεβαίως δὲ δὲν ὑπάρχει οὔτε ὑπόνοια τοιαύτη διὰ τοὺς παρόντας ὑπουργοὺς, οὔτε διάθεσιν ἔχω νὰ παραστῶ καὶ πάλιν ὡς κατήγορος ὑπουργῶν, διότι γινώσκω καὶ τὰς δυσχερείας καὶ τὰς δυσκολίας τῶν τοιούτων περιστάσεων. Ἀπορῶ δὲ πῶς τοὺς φόβους αὐτοὺς ἐκφράζει ἀνὴρ κοινοβουλευτικὸς, ὁ ὁποῖος ὀφείλει ἀκριβῶς εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα τὴν προαγωγὴν του καὶ τὴν πολιτικὴν ὑπέροχον θέσιν, τὴν ὁποίαν σήμερον κατέχει ἐν τῇ κοινωνίᾳ.
§18ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε πρόεδρε, σχετικῶς πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐν ἐνεργείᾳ ὁδοὺς κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ὁ ἐργολάβος, διὰ νὰ ἔχῃ δικαίωμα πρὸς πληρωμὴν, ἀπαιτεῖται νὰ ἐκτελέσῃ τὸ τρίτον τῆς ἐργασίας. Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, διότι, ὡς γνωστὸν, οἱ ἐργολάβοι ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἄνθρωποι μικρᾶς περιουσίας· ἑπομένως ἐξεδόθη Βασιλικὸν διάταγμα ἐπιτρέπον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, χάριν τῆς εὐκολίας τῶν ἐργολάβων, νὰ δίδῃ ἀπέναντι τῆς ἐργασίας αὐτῶν μικρὰ ποσὰ ἐπὶ τῇ βάσει πιστοποιήσεως. Νομίζω, ὅτι καλὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ δοθῇ εὐκολία εἰς τοὺς ἐργολάβους. Ζητῶ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς.
§19ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀναγκάζομαι καὶ πάλιν νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς ἔδωκε διαβεβαίωσιν περὶ τοῦ πνεύματος, ὅπερ θέλει ὁδηγήσει τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης· ἀλλ’ ἐννοεῖ πολὺ καλὰ, ὅτι αἱ ἐξηγήσεις δὲν ἀναπαύουσιν οὔτε τὴν παροῦσαν, οὔτε τὴν μέλλουσαν Κυβέρνησιν, διότι ὁ ἴδιος ὡμολόγησεν, ὅτι οὔτε τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς ἡ γνώμη δὲν ἔχει κῦρος. Ὅθεν μὲ αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις δὲν ἀνέτρεψε, νομίζω, ὅσα ἔλαβον τὴν τιμὴν πρὸ αὐτοῦ νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλήν. Παρατηρῶ δ’ ἐξ ὅλης τῆς συζητήσεως ὅτι ἡ Κυβέρνησις, φρονίμως φερομένη, ὀφείλει μᾶλλον νὰ μείνῃ πιστὴ εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης, παρὰ νὰ στηριχθῇ τυχὸν εἰς τὰς γνώμας αἱ ὁποῖαι τυχὸν εἰς τὸ Κοινοβούλιον ὑπάρχουν. Ἐκ τούτου πιθανὸν εἶναι νὰ συμβῇ προσβολὴ τοῦ δημοσίου συμφέροντος, ἀλλὰ τοὐλάχιστον οἱ ὑπουργοὶ θέλουν ἀσφαλισθῆ καὶ δὲν θέλουσι καταδιωχθῆ, διότι ὁ νόμος ὁ περὶ εὐθύνης οὐδαμοῦ λέγει ὅτι ὁ ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος διότι ἐπῆλθε βλάβη εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου.
§20ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πλὴν τῆς ὁδοποιΐας.
§21ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ πάντα. Διότι ἂν ἰσχύουν αἱ ἀρχαὶ, ὅτι αἱ ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν παραβιάζουν τὸ Σύνταγμα, ὅτι φέρουν σύγχυσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν, διότι ἀναμιγνύουν τὴν Βουλὴν εἰς τὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἂν ἡ Βουλὴ φρονῇ ὅτι ἡ γνώμη της δὲν ἔχει κῦρος οὔτε δι’ ἑαυτὴν, καὶ ὅτι ὁ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμος μένει ἀκέραιος καὶ δι’ ἃς ἀκόμη περιστάσεις ὁ ὑπουργὸς ἤθελε συμμορφωθῆ μὲ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἑτέρα ἀσφάλεια παρ’ αὐτή· καὶ ὅπως τινὲς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐθεώρησαν καθῆκόν των νὰ ἐκφράσωσι τὴν γνώμην των ὡς πρὸς αὐτὰ τὰ ζητήματα, οὕτω καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισε καθῆκόν της.
§22ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν ὥρισε δύω περιστάσεις, καθ’ ἃς ὁ ὑπουργὸς δύναται νὰ καταδιωχθῇ, τὴν δολίαν προαίρεσιν καὶ τὴν ἀμέλειαν. Ἡ Βουλὴ βεβαίως δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀναμιχθῇ καὶ ἐξετάσῃ τὸ νόμιμον ἢ μὴ πράξεων, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῶσι. Δύναται ὅμως ἡ Κυβέρνησις, προκειμένου νὰ ἐκτελέσῃ πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἀντίκειται εἰς νόμον, ὑπαγορεύεται ὅμως ἀπὸ ἀνωτέραν ἀνάγκην καὶ συμφέρον τῆς πολιτείας, νὰ φέρῃ εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς τὴν πρᾶξιν αὐτὴν καὶ ζητήσῃ τὴν συγκατάθεσίν της· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὑπαγορεύεται ὑπὸ δολίας προαιρέσεως. Ἡ Βουλὴ εἶναι τὸ Σῶμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορήσῃ καὶ ἀποδώσῃ τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς δολίας προαιρέσεως, διότι δὲν ἀρκεῖ ἡ πρᾶξις τοῦ ὑπουργοῦ νὰ ᾖναι ἀξιόποινος, πρέπει νὰ ὑπαγορεύεται καὶ ἀπὸ δολίαν προαίρεσιν. Ἑπομένως, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται καὶ λέγῃ, ὑπάρχει μὲν ἀνώτερον συμφέρον τῆς πολιτείας, ἀλλ’ ἐγὼ αὐτὸ τὸ ἐμπόδιον εὑρίσκω, δύναται νομίζω ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ γνώμην καὶ δὲν ἐξέρχεται τῆς ἀποστολῆς της, διότι ἡ γνώμη της σχετίζεται μὲ τὸ δικαίωμα τῆς κατηγορίας, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα τῆς ἀνέθεσε, δὲν φαίνεται δὲ διὰ τῆς γνώμης της συμπράττουσα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ ἐκτελέσῃ.
§23ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Χθές, κύριοι, δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς συμβάσεως τῶν φάρων καὶ φανῶν, ἐπεφυλάχθην δὲ νὰ λάβω μέρος προσεχῶς. Ἐν τούτοις, κύριοι, γινώσκων τὰ πράγματα ἐκ τοῦ πλησίον καὶ ὡς ὑπουργὸς καὶ ὡς ἄλλοτε ὑπηρετήσας ὡς διευθυντὴς τῶν φάρων καὶ φανῶν, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν θερμῶς, ἂν ἐπιθυμῇ νὰ παύσουν ὅλαι αἱ καταχρήσεις αἵτινες μέχρι σήμερον γίνονται, ἂν ἐπιθυμῇ νὰ παύσουν ὅλαι αἱ μομφαὶ, αἵτινες μᾶς ἀποδίδονται ὑπὸ τῶν ξένων, καὶ νὰ παύσουν αἱ ἀπαιτήσεις, αἵτιναι γίνοντες εἰς τὸ δημόσιον δι’ ἀποζημιώσεις, παρακαλῶ θερμῶς νὰ δεχθῆτε τὸ ἑξῆς μοναδικὸν καὶ σύντομον ἄρθρον, μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν θὰ συζητήσωμεν ὁριστικῶς τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς συμβάσεως τῶν φάρων καὶ φανῶν. Ἰδοὺ, κύριοι, τὸ ἄρθρον. «Ἡ ὑπηρεσία τῶν φάρων καὶ φανῶν τοῦ Κράτους καθὼς καὶ ἐκείνη τῆς λιμενικῆς ὑπηρεσίας τελεῖται ὑπὸ ὑπαξιωματικῶν καὶ ναυτῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ, ὑπηρετησάντων ἐν αὐτῷ τοὐλάχιστον ἐπὶ τρία ἔτη.» Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ κηρύξῃ κατεπεῖγον καὶ νὰ τὸ παραδεχθῇ εἰς ά. ἀνάγνωσιν.
§24ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Δὲν ὑπάρχει διάταγμα, κανονίζον τὴν ὑπηρεσίαν τῶν φάρων καὶ φανῶν;
§25ΖΩΧΙΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Πολλάκις ἐζητήθη νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῶν φάρων καὶ φανῶν, οἵτινες εἶναι εἰς ἀθλιεστάτην κατάστασιν καὶ καταισχύνουν τὸν τόπον. Ἐξ ὅλων τῶν ἐπιστατῶν τῶν φάρων καὶ φανῶν, οἵτινες κυβερνῶνται ὑπὸ ἀναχωρητῶν, διότι οἱ ἐπίσκοποι, οἱ ἐπιστάται τῶν φάρων εἶναι ἀναχωρηταὶ, μοναχοὶ, μόνος ὁ ἐπιστάτης τοῦ φάρου Ἄνδρου εὑρέθη χριστιανός. Πόθεν δῆλον; Τοῦ ἐπερίσευσαν 2,000 ὀκάδες, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐλαίου, ἀπὸ ὅλους δὲ τοὺς ἄλλους λείπουν. Καὶ ποῦ ἡ ὑπηρεσία ἐπὶ τέλους κατέφυγε; νὰ φαρμακεύσῃ ὅλον τὸ ἔλαιον, ἵνα μὴ δύνανται νὰ τὸ μεταχειρισθοῦν. Τώρα ἐννοεῖτε νὰ φαρμακεύσουν τὸ ἔλαιον τί σημαίνει. Ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ φαρμακεύσωμεν, αὐτὸ χρησιμεύει εἰς ἕτερόν τι. Δὲν ἤρκει οὔτε τοῦτο, διότι ἡ δικαιοσύνη πρέπει νὰ ἑδρεύῃ ἐν Ἀθήναις, καὶ ἀπὸ τῶν Ἀθηνῶν νὰ ἐξαπλωθῇ μέχρι τῶν ἐσχάτων ἀκρωτηρίων καὶ αὐτὴ νὰ διέπῃ καὶ τὰς πράξεις αὐτῶν τῶν λεγομένων ἀναχωρητῶν. Δὲν ἤρκει οὔτε τοῦτο· ἀλλὰ σᾶς λέγω καὶ ἕτερον, οἱ ναῦται ναυτολογοῦνται δι’ ἔτη τρία, εὑρέθη ὅμως τόπος νὰ ἔχωμεν ναύτας ἄνευ θητείας· καὶ οὗτοι οἱ ἄνευ θητείας εἶναι εἰς τοὺς φάρους καὶ φανοὺς, καὶ εἰς τοὺς λιμένας καὶ τὰ λιμεναρχεῖα. Αὐτὸ δὲ εἶναι τὸ μικρὸν νόμισμα, τὸ ὁποῖον δίδεται καὶ πέρνεται. Ἐννοεῖται ὅτι ἐμπόδισα τοῦτο τὸ νόμισμα, διότι εἶναι κίβδηλον καὶ δὲν πρέπει νὰ κυκλοφορῇ· ὁ ναύτης πρέπει νὰ ναυτολογῆται διὰ τρία ἔτη, ὑπαξιωματικοὶ δὲ, κύριοι, πολλάκις ἀπεπέμφθησαν, διὰ τὰς ἀδικίας των περὶ τοὺς φάρους καὶ φανοὺς, καὶ γνωρίζετε ὅτι ἀδικία περὶ τοὺς φάρους εἶναι ἔγκλημα, διότι ἐγένετο πολλάκις αἰτία συμφορῶν καὶ ναυαγίων. Διὰ ταῦτα σᾶς λέγω, ὅτι οὔτε ἡ πρότασις τοῦ ἐντίμου συναδέλφου· λύει τὸ ζήτημα· τὸ ζήτημα θέλομεν σκεφθῆ καὶ συζητήσει, καὶ ὅταν κατόπιν ἡ Βουλὴ ἔλθῃ, θέλομεν ὑποβάλει εἰς αὐτὴν τὰς σκέψεις μας.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§27ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἰς προλαβοῦσαν συνεδρίασιν ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ συζητήσῃ ὅλας τὰς συμβάσεις. Τρεῖς συμβάσεις εἶναι ἐγγεγραμμέναι, ἡ περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Κυλλήνης, ἡ περὶ ἀγορᾶς τῆς οἰκίας τοῦ Περικλέους Σταύρου... (Θόρυβος).
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν πάλιν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ κάμῃ ἀγοραπωλησίας· ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐκφρασθῇ ἂν θέλῃ νὰ γείνῃ ἡ ἀγορὰ ἢ ὄχι. Ἐνόσῳ δὲν τὸ λέγει ἡ Κυβέρνησις, τί ζητεῖτε προτίμησιν;
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐφεδρείας.
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ λύπης ἀναγκάζομαι τόσον ταχέως νὰ διακόψω τὴν χαρὰν τοῦ κ. Τρικούπη διὰ τὴν πρὸς τὰς ἰδέας αὑτοῦ δῆθεν πρόοδόν μου, διότι οὐδεμίαν πρόοδον ἔκαμον. Εἶναι ἀληθές, κύριοι, ὅτι καὶ ἐν τῇ κυβερνήσει ὢν ἐνόμιζον, ὅτι τὰ δευτερεύοντα ζητήματα ἐδύναντο νὰ ὑποχωρῶσιν εἰς τὰ πρωτεύοντα καὶ τὰ οὐσιώδη πολλάκις, ἵνα φθάσωμεν πρὸ πάντων εἰς ἀποτέλεσμά τι, καὶ διότι δὲν ἐπιστεύσαμέν ποτε, ὅτι εἴμεθα ἀλάνθαστοι, ἀπεφασίζομεν νὰ δεχθῶμεν τροποποιήσεις τινάς. Ἀλλ’ ὅτε ἐπρόκειτο περὶ οὐσιωδῶν ζητημάτων, ὅτε ἐφαίνετο, ὅτι ἡ ὑποχώρησις ἐδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς διατήρησιν τῆς ἐξουσίας, ἅ! τότε, κύριοι, οὐδεμία ὑποχώρησις ἦτο δυνατή, ἐπεμένομεν εἰς τὰς πεποιθήσεις ἡμῶν καὶ εἰς ὅ,τι ἡ τιμὴ μᾶς ὑπηγόρευε. Τοιαύτην πολιτικὴν θέλω ἀκολουθήσει καὶ ὡς ἀντιπολιτευόμενος. Ἐννοῶ ὅτι ἡ πολιτικὴ δὲν πρέπει νὰ ᾖναι ἀπόλυτος, ἀποκλειστική, εἰς κοινοβουλευτικὸν μάλιστα σύστημα· αἱ ὑποχωρήσεις εἰσὶν ἐνίοτε ἀναγκαῖαι, ἀλλὰ μόνον ὅσαι συμβιβάζονται μὲ τὴν τιμὴν καὶ δὲν ἀντίκεινται εἰς πεποιθήσεις ἀφορώσας εἰς κύρια ζητήματα· εἰς τοῦτο θέλομεν ἐμμείνει. Ὁ κύριος πρωθυπουργὸς μὲ ἠδίκησε προχθές. Ὁμιλῶν περὶ τῆς πολιτικῆς καὶ τοῦ προγράμματος αὐτοῦ, εἶπον ὅτι εἶμαι περίεργος νὰ ἴδω ἂν ὁ κ. πρωθυπουργὸς θέλῃ ἐξακολουθήσει τὸ σύστημα τῶν περιωρισμένων παρασκευῶν καὶ τῶν παρασκευῶν ἄνευ φόρων καὶ δανείων. Δὲν εἶχον οὐδεμιᾶς ἀποδείξεως ἄλλης ἀνάγκην· ἡ παρουσία τοῦ κ. Ζωγιοῦ εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἀρκεῖ· ὁ παρακαθήμενος συνάδελφος τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ γνωρίζω ὅτι ἐμμένει εἰς τὰς ἀρχάς του καὶ δὲν παραιτεῖται αὐτὰς ὡς ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν· συνδυασμὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ, καὶ τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἠδύνατο νὰ συσταθῇ ὅπως ἔχει, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε ταυτότης ἰδεῶν. Ὁ κύριος πρωθυπουργὸς εἶπε προχθές: «ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης καὶ ἀνακριβῆ μάλιστα διήγησιν ἔκαμε τῶν ἰδεῶν μας καὶ τῶν ἀρχῶν μας· ἀλλ’ εὐτυχῶς ὅταν οἱ λόγοι ᾖναι ἐγγράφως διατετυπωμένοι, καὶ αὐτὴ ἡ ἀσθενὴς μνήμη δὲν δύναται νὰ βλάψῃ, διότι εὐκόλως δύναται ἡ βλάβη αὐτὴ νὰ ἐπανορθωθῇ.» Ἔχει δίκαιον ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὡς βουλευτὴς Μεσολογγίου νὰ μοὶ κάμῃ τὴν παρατήρησιν αὐτήν; ἔχει δίκαιον ὡς πρωθυπουργός; Καὶ ἐγὼ τῷ ὄντι ἀπεμακρύνθην ἢ παρεμόρφωσα τὴν ἱστορίαν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ γεγονότων; Ἀληθῶς αἱ ἔγγραφοι ἀποδείξεις εἰσὶν ἀψευδὴς μάρτυς· ἰδοὺ οἱ λόγοι τοῦ πρωθυπουργοῦ ὡς βουλευτοῦ καὶ ὡς πρωθυπουργοῦ· ὅτε ἄλλοτε ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τοῦ νόμου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸν προσωρινὸν ὀργανισμὸν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, ὁ κ. πρωθυπουργός, ὁμιλήσας ἐκτεταμένως, εἶπε πολλὰ περὶ οἰκονομικῶν· ἔπρεπεν, ἔλεγε, νὰ ἐξετάσωμεν πρῶτον ποῖαι εἰσὶν αἱ ἀνάγκαι, νὰ φροντίσωμεν δεύτερον νὰ πληροφορηθῶμεν ποίας οἰκονομίας δυνάμεθα νὰ κάμωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, καὶ ἔπειτα ν’ ἀποφασίσωμεν τί θέλομεν πράξει· ἀλλ’ αὐτοῦ ἡ γνώμη καὶ πεποίθησις ἦτο ἡ ἑξῆς: ἀκούσατέ την. «Πρωτίστη λοιπὸν βάσις τῶν σκέψεων ἡμῶν ἀπαιτεῖται νὰ ᾖναι ὁ προϋπολογισμός, ὅτι ἐξ αὐτοῦ πρέπει νὰ περικόψωμεν δαπάνας καὶ νὰ μεταμορφώσωμεν ἀνάγκας καὶ νὰ ἐλαττώσωμεν συμφέροντα προσωπικά, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν ἔκτακτον περίστασιν, περὶ ἧς καλούμεθα ν’ ἀποφασίσωμεν». Ἀλλὰ μήπως ὁ πρωθυπουργὸς τῆς ἀρχῆς ταύτης ἀπεμακρύνθη καὶ ὡς πρωθυπουργός; μήπως ὁ πρωθυπουργὸς ὡς πρωθυπουργὸς ἐδέχθη πλέον εὐρὺν κύκλον παρασκευῶν καὶ πλέον εὐρὺν κύκλον θυσιῶν; βεβαίως ὄχι. Ἰδοὺ, ἀπαγγέλλων τὸ ἁ. πρόγραμμά του, ὁ πρωθυπουργὸς τί μᾶς εἶπεν· «Οἱ φόροι δύνανται νὰ ᾖναι ἀναγκαῖοι μόνον εἰς τὴν μείζονα καὶ εὐρυτάτην προπαρασκευήν· δὲν εἶναι ὅμως παντάπασιν ἀναγκαῖοι εἰς τὴν πρωτίστην καὶ στοιχειώδη, περὶ ἧς ὡμίλησα ἤδη. Ἑπομένως παρ’ ἡμῶν δὲν θέλετε περιμένει νέας φορολογίας.» Προχθὲς διὰ τοῦ νέου προγράμματός του ἐπανέλαβεν: «Ὅταν ἔθνος τι σκέπτηται, κύριοι, κατὰ πρώτην φορὰν περὶ ἐξοπλισμοῦ τῆς χώρας, ὥστε νὰ δύναται νὰ διατηρήσῃ τὴν ἐμπρέπουσαν εἰς αὐτὸ θέσιν, δημιουργεῖ διὰ τῆς φαντασίας του ἓν ἀχανὲς πέλαγος ἀναγκῶν καὶ δαπανῶν. Αἱ δαπάναι πρὸς καταρτισμὸν τοιαύτης δυνάμεως δὲν ἔχουν ὅρια. Τὰ πάντα θὰ κανονίσῃ ὁ πατριωτισμὸς ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἡ φρόνησις ἀφ’ ἑτέρου· ἑπομένως περὶ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῶν προπαρασκευῶν κανεὶς δὲν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς δημιουργήσῃ ἄνευ θυσίας. Ἀλλὰ μεταξὺ αὐτῶν τῶν προπαρασκευῶν καὶ τοῦ μηδενὸς, εἰς ὃ εὑρισκόμεθα σήμερον, ὑπάρχει μέσον νὰ πλασθῇ ἀξιόμαχος δύναμις, χωρὶς νὰ αἰσθανθῶμεν τὴν μεγάλην αὐτὴν στενοχωρίαν, ἣν διὰ τὴν εὐρυτάτην προπαρασκευὴν θὰ αἰσθανθῶμεν. Αὐτὸ ἐθεωρήσαμεν πάντοτε ὅτι ἦτο τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰς αὐτὸ τὸ καθῆκον θέλομεν προσκολληθῆ δι’ ὅλης τῆς ἀφοσιώσεως. Εἴμεθα δὲ βέβαιοι ὅτι τὸν δρόμον αὐτὸν ἀκολουθοῦντες, θέλομεν τύχει παρὰ τοῦ ἔθνους συγγνώμης καὶ θέλομεν τύχει καὶ τῆς ἀρωγῆς». Δὲν ἀποδεικνύουσι ταῦτα τὸν ἰσχυρισμόν μου, ὅτι ὁ πρωθυπουργὸς καὶ ὡς ὑπουργὸς καὶ ὡς βουλευτὴς ὡς πρόγραμμα ἔχει τὰς περιωρισμένας παρασκευὰς, δυναμένας νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἀπὸ μόνον τὸν προϋπολογισμόν; καὶ μᾶς εἶπε δὲ ῥητῶς «ἀπὸ ἐμὲ μὴ περιμένετε νέας φορολογίας». Καὶ δὲν λέγω ταῦτα διὰ νὰ μεμφθῶ ἤδη· ἐγὼ μὲν εἶμαι ἐναντίος αὐτοῦ τοῦ προγράμματος, ὡς μὴ θεωρῶν αὐτὸ ἐπαρκές, σέβομαι ὅμως τὰς πεποιθήσεις τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ διὰ τούτων θέλω νὰ ἀποδείξω ἀκριβῶς ὅ,τι εἶπον· τοσούτῳ μᾶλλον σέβομαι τὰς πεποιθήσεις τῶν ἄλλων, καθόσον μάλιστα εἰσὶ πεποιθήσεις ἑδραῖαι· ὁ κ. πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν ὅτι τὸ πρόγραμμά του εἶναι γνωστὸν, γνωρίζουσι ποῖον τὸ πρακτέον καὶ ὅτι ἡ πρώην ἀντιπολίτευσις εἶναι σύμφωνος. Συγχαίρω καὶ τὸν κ. πρωθυπουργὸν καὶ τὴν Βουλὴν διὰ τὴν καλὴν αὐτὴν ἀγγελίαν· οὕτω σχηματίζεται τῷ ὄντι κυβερνητικὴ πλειονοψηφία, ἥτις δύναται νὰ διοικήσῃ καὶ νὰ λύῃ τὰ μεγάλα αὐτὰ ζητήματα καὶ νὰ κυβερνήσῃ. Ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν ἐγένετο σπουδαῖόν τι ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, καὶ ἀρνοῦμαι τοῦτο, ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι δὲν ὑπῆρξε κυβερνητικὴ πλειονοψηφία συμπαγὴς καὶ ὁμόφωνος. Ἑπομένως ὁ καιρὸς ἐξηντλήθη εἰς διαφωνίας καὶ συζητήσεις, ὅπως συμβαίνῃ ὅπου πλειονοψηφία κυβερνητικὴ ὁμονοοῦσα δὲν ὑπάρχει. Συγχαίρω λοιπὸν καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. πρωθυπουργὸ διὰ τὴν νέαν φάσιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσι τὰ πράγματα. Μετὰ τοῦτο, κύριοι, ἐγὼ ἀπαλλάττομαι τῆς εὐθύνης καὶ τῆς ἀνάγκης νὰ ζητήσω ἐξήγησίν τινα, πληροφορίαν τινὰ, καὶ ὡς πρὸς τὰ χθὲς ῥηθέντα ὑπὸ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ. Δὲν θέλω, οὔτε ὀφείλω ἐγὼ νὰ ζητήσω τί ἐνόει ὁ κ. πρωθυπουργὸς χθὲς λέγων, θὰ συγκαλεσθῇ ἡ Βουλὴ λίαν προσεχῶς· γνωρίζω ὅτι ἡ ἀπάντησις αὕτη μέχρι τοῦδε δὲν ἐξηγήθη, οὔτε ἐνοήθη, ἀλλὰ δι’ ἐμὲ εἶναι εὐνόητος καὶ καταληπτὴ, συνδυαζομένη μὲ τὸ πρόγραμμα τοῦ πρωθυπουργοῦ· γνωρίζοντες ποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι, ὧν ζητηθήσεται ἡ θεραπεία, ἐννοοῦμεν τί σκέπτεται περὶ τῆς χρησιμότητος καὶ τῆς παρουσίας αὐτῆς. Κύριοι, τὰ πράγματα, ὡς γνωρίζετε, εἰσὶ σπουδαῖα ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ ἡ παροῦσα κατάστασις εἶναι ἀδύνατον νὰ παραταθῇ ἐπὶ πλέον. Συντόμως ἐπέρχεται ἀφεύκτως μία λύσις, εἴτε εἰρηνικὴ, εἴτε ἐμπόλεμος· ἡ κυβέρνησις εἶναι εἰς θέσιν βεβαίως κάλλιον ἐμοῦ νὰ γνωρίζῃ τὰ συμβαίνοντα· ἀλλὰ καὶ ἐγὼ καὶ ὅλοι ἡμεῖς εἴμεθα εἰς θέσιν ἁπλῶς νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραταθῇ, ὅτι ἐντὸς τοῦ ἔτους ἀφεύκτως μία λύσις θέλει ἐπέλθει, διότι ἡ παράτασις καταστρέφει μέγιστα συμφέροντα ἐνδιαφερομένων Κρατῶν, καὶ βλάπτονται, ὡς ἐκ τῆς ἀμφιβολίας αὐτῆς, οὐσιώδη συμφέροντα ὅλης τῆς Εὐρώπης. Ἑπομένως κατεπείγουσα ἀνάγκη νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα. Ἂν λοιπὸν τῷ ὄντι τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, λύεται συντόμως, μᾶς χρησιμεύει εἴς τι ὁ παρουσιαζόμενος νόμος; Ὁ νόμος κηρύττεται ἔκτακτος· μᾶς ζητεῖται διὰ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, καὶ μᾶς ἐπιβάλλει ἕνεκα τούτου θυσίας μεγάλας· ἀλλὰ δύναται ἵνα χρησιμεύσῃ δι’ αὐτὸν τὸν σκοπόν; Καὶ ἡμεῖς ἀναχωροῦντες μετ’ ὀλίγον, ὡς ἄλλοτε εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, εἰς τὰς οἰκίας μας, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν πρὸς τοὺς ἐντολεῖς μας: «Ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκόν μας· ἀναχωροῦντες ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἀφήσαμεν τὸ ἔθνος προητοιμασμένον, ἐλάβομεν μέτρα, ὥστε συντόμως ἐν ἀνάγκῃ νὰ εὑρεθῇ ἕτοιμον ἢ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις;» Ἢ, κύριοι, θέλομεν εἴπει· «Ἡμεῖς ἀφήσαμεν νόμον, ὁ ὁποῖος ἤδη ἐνασχολεῖ τὰς ἀρχὰς διὰ τὴν σύνταξιν καταλόγων· τί πταίομεν, ἂν αἱ περιστάσεις ἐπισπεύδουσι; τί πταίομεν, ἂν ἐκρήγνυνται τὰ ζητήματα τόσον εὐκόλως καὶ τόσον ταχέως, καὶ δὲν μᾶς περιμένουσι;» Μᾶς ζητεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ὑποχρεώσωμεν 20,000 πολίτας, ὁ ἀριθμὸς δὲ αὐτῶν διαιρεθήσεται εἰς δύο· αἱ 10,000 θέλουσι ληφθῆ καὶ ἐκγυμνασθῆ ἀμέσως ἐπὶ ἓξ μῆνας. Μετὰ τὰς 10 αὐτὰς χιλιάδας θέλουν κληθῆ τοὺς ἑπομένους ἓξ μῆνας αἱ ἄλλαι 10,000 νὰ ἐκγυμνασθῶσι καὶ αὐτοὶ ἐπὶ ἓξ μῆνας, καὶ οὕτω θέλει καταρτισθῆ ἐφεδρεία ἐξ 20,000. Ἀλλ’ ἂν καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀρχίσῃ ἡ ἐργασία, ἠμπορεῖ, ἐρωτῶ, νὰ ᾖναι ἕτοιμος ἡ Κυβέρνησις, ὥστε νὰ καλέσῃ εἰς τὰ ὅπλα πρὸ τριῶν τεσσάρων μηνῶν τοὺς 10,000 ἄνδρας; καὶ οὕτω εἰς τοὺς τέσσαρας μῆνας ἂν προσθέσωμεν ἀκόμη καὶ ἓξ, ἰδοὺ παρέρχεται τὸ πρῶτον ἔτος· ἐν τούτοις ἀκόμη δὲν ἔχομεν τὸ ἥμισυ τῆς ἐφεδρείας, τὸ ζήτημα δὲ, δι’ ὃ ἑτοιμαζόμεθα, ἴσως λυθῇ, καὶ αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις ἐκλείψωσιν ἢ δὲν παρουσιασθῶσιν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς τοὺς ἐπαρχιώτας· νομίζετε εὔκολον, ὅτι 10,000 πολῖται καλούμενοι θέλουσιν ἔλθει νὰ μείνωσι γυμναζόμενοι ἐπὶ ἔτος, καὶ ἡμεῖς, οἵτινες κατὰ τὸν Αὔγουστον παραιτοῦμεν τὴν Βουλὴν καὶ ἀποχωροῦμεν διὰ τὰς ἐργασίας μας, διὰ νὰ συγκομίσωμεν τὰ προϊόντα μας, οὔτε ἕνα μῆνα δὲν ἀποφασίζομεν νὰ μείνωμεν εἰς τὰς Ἀθήνας, ἠμποροῦμεν ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτούς· ἀπήλθομεν ἡμεῖς, χάριν τῆς συγκομιδῆς τῶν προϊόντων μας, διὰ τὰς ὑποθέσεις μας, ὑπάγετε ὅμως σεῖς, ἵνα προετοιμασθῆτε δι’ ἐνδεχομένας ἀνάγκας;» Καὶ πιστεύετε ὅτι θέλουσι πεισθῆ νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς ἐργασίας των καὶ νὰ ἔλθουν τῳόντι; Ἐνθυμοῦμαι, κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς ἤμην εἰς τὴν Μεσσήνην, αἱ ἐκλογαὶ ἐνηργοῦντο ἐν καιρῷ τῆς συγκομιδῆς τῶν καρπῶν· ἐστάθη δυσκολώτατον ν’ ἀποσπάσωμεν καὶ ὥρας τινὰς τοὺς ψηφοφόρους ἵνα ἔλθωσι νὰ ψηφοφορήσωσι, καὶ νομίζετε ὅτι θέλουσιν ἔλθει νὰ μένωσιν ἐπὶ ἓξ μῆνας; Ἀλλὰ θέλετε τοὺς βιάσει· δυνατὸν νὰ τὸ πράξητε, ἔχετε στρατιώτας, ἀλλὰ θέλετε προκαλέσει καταστροφὰς καὶ ζημίας. Πρὸς δὲ ἐνθυμήθητε ὅτι 10 χιλ. ἄνδρες νέοι σφριγῶντες καὶ εἰς τὸ ἄνθος τῆς ἡλικίας των, οἱ δραστηριώτεροι καὶ ἀκμαιότεροι, ἀποσπώμενοι ἀπὸ τὰς ἐργασίας των ἓν ὁλόκληρον ἔτος, συλλογισθῆτε ὁποίαν θέλουν προξενήσει ζημίαν, ὁπόσον θέλουν βλάψει τὸν τόπον. Ἀλλὰ λέγομεν ταῦτα, ὑποθέτοντες ὅτι ὁμαλῶς καὶ ἀπροσκόπτως θὰ πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον, διὰ νὰ ἔχωμεν χρήματα, ἵνα ἀγορασθῇ τὸ ὑλικὸν διὰ τὰς χρείας τῶν ἀνδρῶν τούτων, καὶ θὰ τελειώσωσιν οἱ κατάλογοι καὶ αἱ ἐνστάσεις ἐντὸς τῶν μηνῶν τούτων, καὶ ὅτι θὰ ἀρχίσωμεν ἀμέσως τὴν ἐργασίαν καὶ κανονικῶς. Νομίζω ὅμως ὅτι μέγισται δυσκολίαι θέλουσιν ἀπαντηθῆ, καὶ τρεῖς ἢ τέσσαρες μῆνες δὲν ἀρκοῦσιν· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐδῶ τίνι τρόπῳ καὶ πότε θέλουν ἐκγυμνάζεσθαι οὗτοι ἐν στρατοπέδῳ; Ἐρωτῶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἰδίως, δύνανται νὰ γυμνασθῶσιν ἐν στρατοπέδῳ ἐν καιρῷ χειμῶνος; Ἂν τοῦτο ᾖναι δυνατὸν, ἔχει καλῶς· ἄλλως διὰ τὸ ἔτος αὐτὸ, καὶ ἂν τὰ πάντα ἑτοιμασθῶσι καὶ τελειώσητε τὸν Αὔγουστον, δὲν θὰ κάμωμεν ἔναρξιν τῶν γυμνασίων, διότι μετὰ τὸν Σεπτέμβριον ἔχομεν χειμῶνα· ἑπομένως ἢ θὰ ἀρχίσωμεν τὸ ἔτος τοῦτο, ἀλλὰ δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκγυμνάσωμεν τοὺς ἄνδρας τούτους κατὰ τοὺς ἓξ μῆνας ἐν στρατοπέδῳ, ἢ θὰ ἀναβάλωμεν διὰ τὸ νέον ἔτος· ἀλλὰ τότε ἡ δευτέρα σειρὰ θὰ ἀρχίσῃ τὸ τρίτον ἔτος, διὰ τὴν δυσκολίαν καὶ πάλιν τοῦ χειμῶνος· οὕτω εἰς τὴν πρώτην περίστασιν θέλουσι παρέλθει δύω ἔτη, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν τρία, ἵνα ἔχωμεν κατηρτισμένην τὴν δύναμιν, περὶ ἧς πρόκειται. Ἐπιβάλλομεν τοσαῦτα βάρη εἰς τοὺς πολίτας καὶ ἐξοδεύομεν τόσα χρήματα, ἵνα ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις καὶ ἀνάγκας, καὶ προβλέπομεν ἀπὸ τοῦδε δι’ ἐκτάκτους περιστάσεις μετὰ τριετίαν. Ἂν αὐτὸ τὸ νομίζητε σπουδαῖον, εἶσθε κύριοι νὰ τὸ ἀποφασίσητε, ἀληθῶς ὅμως διόλου δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον προβάλλετε· καὶ διὰ τὴν παρασκευὴν ταύτην θέλομεν ἐξοδεύσει 11 ἑκατομμύρια, καθὼς εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργός! Θέλομεν, ἐπαναλαμβάνω, ἐπιβάλει τοσαύτας θυσίας, ἵνα ἔχωμεν μίαν δύναμιν μετὰ τρία ἔτη δι’ ἐκτάκτους περιστάσεις, ἐνῷ μετὰ 5 ἔτη τὴν ἰδίαν δύναμιν θέλομεν ἔχει διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τοῦ περὶ νεοσυλλεξίας, καὶ ἂν δὲν παρουσιασθῇ ἔκτακτος περίστασις, εἰς μάτην ὅλαι τότε αἱ θυσίαι· καὶ δὲν νομίζω ὅτι τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος δύναται νὰ κάμῃ ἀποπείρας καὶ θυσίας ἐπὶ ματαίῳ καὶ ἐπὶ τῇ βεβαιότητι ὅτι αὗται δὲν θέλουν χρησιμεύσει. Τὰ 11,000,000 εἰς ἡμᾶς δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς θεραπείαν πολλῶν ἀναγκῶν, νὰ πληρώσωσι πολλὰς ἐλλείψεις, ὡς πρὸς τὸ ἀναγκαῖον ὑλικὸν πρὸ πάντων, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ πρώτη βάσις πάσης προπαρασκευῆς. Ἡ Τουρκία κατὰ μέγα μέρος ὀφείλει τὴν ὑπεροχήν της καὶ τὰς ἐπιτυχίας της εἰς τὸ καλὸν καὶ ἄφθονον ὑλικόν. Ἡμεῖς δὲ μετὰ τὰ τρία ἔτη καὶ μετὰ τὴν θυσίαν αὐτὴν θέλομεν εὑρεθῆ καὶ πάλιν ἄοπλοι· οἱ ὑπουργοὶ σᾶς λέγουν εἰς τὸ νομοσχέδιόν των, θὰ ἑτοιμάσωμεν 20,000 στρατοῦ, θὰ ἀγοράσωμεν 10,000 ὅπλα, θὰ προμηθευθῶμεν ἐνδυμασίας καὶ θὰ συντηρήσωμεν τοὺς ἐφέδρους, πρὸς δὲ θὰ προμηθευθῶμεν 90 φυσίγγια δι’ ἕκαστον στρατιώτην καὶ ἓν ὅπλον. Εἶναι ἀκριβῆ καὶ ἀληθῆ ταῦτα, ἵνα τὰ δεχθῶμεν; Ἀλλ’ ἓν ὅπλον καὶ 90 φυσίγγια διὰ δύω ἄνδρας εἶναι προμήθεια καὶ παρασκευή; ἑτοιμάζετε 20,000 ἐφέδρους καὶ ἀγοράζετε 10,000 ὅπλα; Ἀλλ’ ἔστω, ἂς παραδεχθῶμεν ταῦτα ὡς ὀρθά· πῶς τὰ κρίνει ὅμως ὁ κ. Ζωχιός; Ἰδοὺ τί σᾶς εἶπεν, ὅταν παρουσιάσαμεν τὸ περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ νομοσχέδιον. «Περὶ παρασκευῶν ἐκτάκτων ἢ τακτικῶν; Νομίζω, ὅτι τὸ πρῶτον νομοσχέδιον δὲν πραγματεύεται περὶ ἐκτάκτων παρασκευῶν· ζητεῖτε δηλ. ἐντὸς τεσσάρων, πέντε ἢ ἓξ μηνῶν νὰ ἦσθε εἰς κατάστασιν νὰ ἔχητε ἕτοιμον μίαν δύναμιν στρατιωτικὴν ἀξιόμαχον; Πῶς; Ἴσως δὲν τὸ ἐννοῶ. Λοιπὸν πρόκειται περὶ ἐκτάκτων παρασκευῶν, καὶ αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον ἔχει ὡς θέμα τὸ πρῶτον ἄρθρον· ὑπόσχεται δὲ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ὅτι δύναται ἐν διαστήματι ἓξ μηνῶν νὰ ἀντιτάξῃ 200 χιλιάδας ἄνδρας· ἐγὼ εὐχαριστοῦμαι εἰς τὰς 20 χιλιάδας, ἀφαιρῶ δηλ. ἓν μηδενικόν. Ἐρωτῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν δύναται νὰ καταρτίσῃ τὰς 20 χιλιάδας ἄνδρας διὰ τῶν 10 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ζητεῖ, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι αἱ ἀποθῆκαι αὐτῆς εἶναι πλήρεις, ὅτι καὶ τὰ ὅπλα εἶναι ἕτοιμα καὶ αἱ τροφαὶ πρόχειροι. Δύναται κατὰ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, τὸ στηριζόμενον ἐπὶ ἐσφαλμένης, διὰ νὰ μὴ εἴπω ψευδοῦς, βάσεως, νὰ συντηρήσῃ τὴν εἰρημένην «δύναμιν;» Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· ὁ κ. Ζωχιὸς δὲν σᾶς ἀποδεικνύει οὕτω μόνον, ὅτι οἱ λογαριασμοί, οὓς σεῖς παρουσιάζετε, εἰσὶ ψευδεῖς, καὶ ἐγὼ ἔχω πολλὴν πεποίθησιν εἰς τὴν λογιστικότητα καὶ τὰς κρίσεις τοῦ κ. Ζωχιοῦ, ὅστις εἶναι διακεκριμένος συνάδελφος, ἐπιστήμων καὶ πεπαιδευμένος ἀνὴρ (ἱλαρότης), ἀλλὰ σᾶς προσθέτει ἔτι· «Ἐὰν τὸ ἐπιστεύατε, θὰ τὸ ἐκάμνετε. Τὰ νομοσχέδιά σας ὅμως βάσιν ἔχουν τὸ ψεῦδος, διότι, σᾶς λέγω, 20 χιλιάδες ἀνδρῶν μόλις μὲ 20 ἑκατομμύρια ἠμποροῦν νὰ ἐκστρατεύσουν, καὶ ἀφοῦ ἔχουν ὅλα τὰ ἐφόδια τὰ ἀναγκαῖα. Ἠσφαλίσθητε δὲ κατὰ ξηράν, ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν πῶς θὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ παράλια; Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι τὸ σχέδιόν σας εἶναι ὅλως διόλου ἐσφαλμένον, τί δὲ ζητεῖτε δὲν τὸ ἐννοῶ διόλου. Θέλετε νὰ ἐξασφαλισθῶμεν καὶ κατὰ θάλασσαν, κύριοι ὑπουργοί; Ἀκούσατε τί λέγει ὁ ὑποναύαρχος Νικόδημος»...... Ἐπικαλοῦμαι, κύριοι, τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ζωχιοῦ, διὰ νὰ δώσω περισσοτέραν ἰσχὺν εἰς τοὺς λόγους μου· οὐχὶ μὲ σκοπὸν νὰ προσβάλω, διότι ἐγὼ θεωρῶ καθῆκον τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ φέρηται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου μεθ’ ὅλης τῆς ὑπολήψεως καὶ τῆς ἁβρότητος· ὀφείλει νὰ τὴν ἐπικρίνῃ, ἀλλὰ νὰ μὴ τὴν προσβάλῃ, νὰ μὴ τὴν ἐξευτελίζῃ, κατὰ τοῦτο δὲν θέλω νὰ μιμηθῶ ἄλλους. Μέλος λοιπὸν τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι οἱ λογαριασμοί, τοὺς ὁποίους ὑπεβάλομεν τότε, δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς, ὅτι τὸ διπλάσιον αὐτῶν δὲν ἀρκεῖ νὰ γυμνασθοῦν 20,000 στρατιῶται, ὅτι δι’ αὐτῶν τῶν συστημάτων δὲν διοργανίζεται ὁ τόπος, ἂν μόνον 20,000 στρατιῶται ἑτοιμασθοῦν, καὶ ἐν τούτοις ἀφήσωμεν γυμνὰ τὰ παράλια τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀπροστάτευτα. Εἶχε δίκαιον ὁ κ. Ζωχιός, ἀλλ’ ἡμεῖς προεβλέπομεν καὶ περὶ τῆς κατὰ θάλασσαν δυνάμεως τότε, τὰ αὐτὰ δ’ ἐπαναλαμβάνουσιν ὅτι θὰ πράξωσιν οἱ νῦν ὑπουργοί· τί λέγει ὁ κ. Ζωχιός; Θέλομεν λοιπὸν ἐξοδεύσει 11,000,000, τὰ ὁποῖα εἰς τίποτε δὲν θέλουσι χρησιμεύσει· ὑποβάλλομεν εἰς τοσαύτας θυσίας τὴν πατρίδα, ἀλλ’ ἔκτακτοι ἀνάγκαι δὲν ἠμποροῦμεν ἀπὸ σήμερον νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι θὰ λάβουν χώραν μετὰ 3 ἔτη, διότι εἶναι βεβαιωμένον καὶ ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ ἐκκρεμὲς ζήτημα λύεται ἐντὸς ὀλίγου, καὶ ἐὰν αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις δὲν παρουσιασθῶσι τὸ 3ον ἀλλὰ τὸ 4ον ἔτος, τότε ἅπασαι αἱ θυσίαι ἐγένοντο εἰς μάτην, διότι τὸ 4ον ἔτος ὁ περὶ νεοσυλλεξίας νόμος θέλει δώσει τὴν δύναμιν αὐτήν. Βεβαίως τὸ ζήτημα τὸ ἀνατολικὸν δὲν θέλει λυθῆ συντόμως, ἀλλ’ ἂν ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ σκεφθῇ περὶ τούτου, ἡ σκέψις της πρέπει νὰ ἦναι ῥιζικωτέρα καὶ εὐρυτέρα· τοιουτοτρόπως μόνον δύναται νὰ καθέξῃ τὴν οἰκείαν θέσιν καὶ νὰ παρουσιάσῃ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς αὐτήν. Συνεφωνοῦμεν μετὰ τοῦ κ. Τρικούπη ὡς πρὸς τὴν κυρίαν ἰδέαν, δὲν ἠξεύρω δὲ ἂν ἤδη συνεφώνησε μετὰ τοῦ ὑπουργείου μᾶλλον· καὶ ἐγὼ καὶ αὐτὸς ἠθέλαμεν εὐρείας προπαρασκευὰς καὶ πλήρη προετοιμασίαν. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐνῷ θὰ ἐξοδεύσητε τόσα δι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸν, τὸν ἀμφισβητούμενον τέλος πάντων, καὶ ἐνῷ ἐνδέχεται νὰ ῥίψητε εἰς τὴν θάλασσαν καὶ χρήματα καὶ θυσίας, θέλετε ἔχει τοὐλάχιστον στρατιώτας, στρατιωτικὴν δύναμιν, ὁποίαν ζητεῖτε; Καὶ ὅταν μᾶς ἔλεγον ἄλλοτε, θὰ φύγητε καὶ ἀφίνετε ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον κατασκευάζει μπασιμπουζούκους, ἐρωτῶ ὑμᾶς, φεύγοντες τώρα, θὰ ἀφήσητε στρατὸν ἀληθῆ, πραγματικόν; 6 μηνῶν ἄσκησις ἀρκεῖ διὰ τοὺς στρατιώτας, διὰ τοὺς ὑπαξιωματικούς; ἀντ’ ἐμοῦ εἰς αὐτὸ θέλει σᾶς ἀπαντήσει ὁ κ. Μαυρομιχάλης. Ἰδοὺ τί σᾶς λέγει: «Ἐπικρατεῖ παρ’ ἡμῖν ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ ἐκγύμνασις τοῦ στρατοῦ εἶναι δυνατὴ, κατὰ τοὺς μὲν εἰς διάστημα ἑβδομάδων, κατὰ τοὺς δὲ εἰς διάστημα τὸ πολὺ ἑνὸς ἔτους· ἡ ἰδέα αὐτὴ ἔπεισε τῶν πλείστων τὰς συνειδήσεις, καὶ δυστυχῶς δὲν εἶναι ἀληθής. Τὸ ζήτημα τῆς ἐπὶ πολὺν χρόνον διαμονῆς τῶν ἀνδρῶν εἰς τὸν στρατὸν ἐσυζητήθη διὰ μακρῶν εἰς τὴν Συνέλευσιν τῆς Γαλλίας, κατόπιν δὲ σκέψεων καὶ συζητήσεων τῶν ἁρμοδίων μεθ’ ἑτέρων διακεκριμένων ἀνδρῶν, ἐπὶ τέλους παρεδέχθη ἡ Συνέλευσις τῆς Γαλλίας πενταετῆ θητείαν, ἐνόει δὲ ὅτι θὰ διαμένῃ εἰς τὰς τάξεις ὁ στρατιώτης τοὐλάχιστον τρία ἔτη Ἔχομεν δὲ ἡμεῖς τὴν ἀπαίτησιν νὰ ἐκγυμνάσωμεν τοὺς ἄνδρας μὲ ὅλην τὴν ἀτέλειαν τῶν μέσων, μὲ τὴν παντελῆ ἔλλειψιν ἐκπαιδεύσεως, καὶ τοὺς καταστήσωμεν ἱκανοὺς νὰ φέρουν ὅπλα εἰς διάστημα ὀλίγων ἑβδομάδων ἢ τὸ πολὺ ἑνὸς ἔτους»; Καὶ διὰ νὰ μὴ ἀπασχολῶ πολὺ τὴν Βουλὴν, φθάνω εἰς τὸ τελευταῖον: «ἐπιμένω ὥστε ἡ λέξις ἔφεδρος νὰ ἐννοῇ στρατιώτην καλῶς γεγυμνασμένον καὶ δυνάμενον ν’ ἀναπληρώσῃ τὸν τακτικὸν στρατιώτην. Ἐνόσῳ εἶναι ἔφεδρος, πρέπει νὰ κάμνῃ ὡρισμένας ἀσκήσεις, ἵνα ὑπάρξῃ ἐφεδρεία. Ὁ ἔφεδρος πρέπει νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὸν στρατὸν ἓν τοὐλάχιστον ἔτος.» Ὥστε, κύριοι, τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔφεραν, οὔτε ἐφέδρους κατασκευάζει, οὔτε στρατιώτας. Μᾶς ὑποβάλλουν εἰς θυσίας δι’ ἀνάγκας μετὰ τρία ἔτη, ἐὰν δὲ δὲν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, τί μέλλει γενέσθαι; Ἀφαιροῦν ἀπὸ τὴν κοινωνίαν καὶ ἀπὸ τὴν ἐργασίαν δι’ ἓν ὁλόκληρον ἔτος 10 χιλιάδας ἀνδρῶν, καὶ ἐὰν δὲν θέλωσι νὰ προσέλθουν; Μετὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης θὰ δυνηθῆτε νὰ τοὺς βιάσητε διὰ στρατιωτῶν καὶ κονακίων, καὶ δὲν θὰ προξενήσητε βλάβας, καὶ δὲν θὰ ἐπιφέρητε μεγάλας ζημίας; Καὶ ἔπειτα; καὶ ἔπειτα, μετὰ τὸ τέλος τῆς σκηνῆς αὐτῆς, θὰ εὑρεθῆτε ἄοπλοι καὶ γυμνοί τὸ σύστημά σας ψευδὲς, καθόσον ἐπιβάλλει ἀνωφελῶς μεγάλα βάρη καὶ θυσίας. Κατὰ τὸν κ. Α. Μαυρομιχάλην, τίποτε δὲν κατασκευάζετε. Περὶ ὑπαξιωματικῶν, κύριοι, βεβαίως δὲν εἶμαι ἐγὼ ἁρμόδιος νὰ ὁμιλήσω· ἀλλὰ καθ’ ὅσον γνωρίζω, ἡ μεγάλη θητεία, καθὼς εἶπεν ἐπανειλημμένως ὁ κ. Μαυρομιχάλης, ζητεῖται πρὸ πάντων, διότι ἐν αὐτῇ δύνανται νὰ σχηματισθῶσι καλοὶ ὑπαξιωματικοί. Τὸ ζήτημα διὰ τὸν στρατιώτην τῆς πολυχρονίου διαμονῆς ἐν τῷ στρατῷ δὲν εἶναι τὸ πρωτεῖον, καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν ὁ Θιέρς ὁ ἴδιος παρεδέχετο ἡ πραγματικὴ καὶ ἐνεργὸς ὑπηρεσία νὰ περιορίζηται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ μέχρι 4 ἐτῶν, ἀλλ’ ἐπέμενεν εἰς τὴν πενταετῆ θητείαν, διότι οὕτω σχηματίζονται καλοὶ ὑπαξιωματικοί. Καὶ ἡμεῖς διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐντὸς 6 μηνῶν σχηματίζομεν καὶ ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατόν, ὅστις, κατὰ τὴν ἔκφρασιν καὶ τὰς ἰδέας τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς τακτικὸς στρατὸς πλήρης, ἄνευ ἐλλείψεων καὶ δυνάμενος νὰ ἀντιπαραταχθῇ καὶ μᾶς ὑπηρετήσῃ ἐν ἀνάγκῃ. Καὶ οὕτω, κύριοι, καταρτίσαντες ἐφεδρείαν ὁποίαν μᾶς προτείνετε, δυνάμεθα μετὰ συνειδήσεως ἡσύχου καὶ ἐλαφρᾶς νὰ παρουσιασθῶμεν εἰς τοὺς ἐντολεῖς μας καὶ νὰ εἴπωμεν· «ἡσυχάσατε, σᾶς ἡτοιμάσαμεν, σᾶς ἐξησφαλίσαμεν· μία μόνη δυσκολία ἔμεινε, νὰ κατορθώσωμεν νὰ μᾶς περιμείνετε χρόνον τινὰ μόνον»· καὶ διὰ τοῦτο αἱ θυσίαι ὅλαι αὐταί. Καὶ, κύριοι, ὅταν μᾶς ἐπανελάμβανον οἰκονομίας, οἰκονομίας, δὲν ἐνομίζομεν ὅτι ἠθέλομεν φθάσει εἰς τοιοῦτον ἀποτέλεσμα, νὰ θυσιάσωμεν 15 ἑκατομμύρια, ὡς λέγουν, ἢ 12 ἑκατομ. διὰ νὰ μὴ ἀποκτήσωμεν τίποτε. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, ἐννοῶ οἰκονομίαν τὸ νὰ μὴ ἐξοδεύωμεν εἰς περιττὰ καὶ ἀνωφελῆ. Ὅθεν διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς, πρῶτον διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν προτείνεται ὡς συμπλήρωμα, ἀλλ’ ὡς αὐτοτελὲς, ὡς ἡ μόνη παρασκευὴ τοῦ τόπου, καὶ δεύτερον διότι εἶναι τοιοῦτον ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα, κηρύττομαι κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ σεῖς τί ἐπράξατε; θέλουσι μοὶ εἴπει ἴσως· μήπως τὸ σύστημα τὸ ἰδικόν σου ἦτο καλλίτερον; ποῖον δίδει περισσοτέρας ἀσφαλείας; Κύριοι, καὶ ἂν αὐτὸ ὑπῆρχεν ἀληθὲς, δὲν ἀπῄτει ὅμως θυσίας καὶ ἔξοδα, διατὶ νὰ προτιμήσω νὰ ἀναλάβω θυσίας καὶ ἔξοδα· διατί νὰ προτιμήσω νὰ ἀναλάβω θυσίας χωρὶς κανένα σκοπὸν, χωρὶς ὠφέλειαν; Τί ἠθέλαμεν ἡμεῖς; ἀντὶ νὰ ἀποσπάσωμεν τοὺς πολίτας ἀπὸ τὰς ἐργασίας των καὶ νὰ τοὺς ἀπασχολῶμεν ἀδιακόπως ἐπὶ τοσοῦτον καιρὸν, ἠθέλομεν τοὺς συγκαλεῖ κατὰ περιόδους καὶ οὐχὶ ἐν ἐργασίμῳ καιρῷ· εἴχομεν δυνάμεις δὲ ἑτοίμους νὰ ὑπηρετήσωσι, ποίαν δύναμιν; τοὺς ἐφέδρους καὶ τοὺς ἐξυπηρετήσαντας στρατιώτας. Κατὰ τὴν ἡμετέραν ἰδέαν, ἐκαλοῦντο εἰς τὴν πρώτην σειρὰν οἱ ἔφεδροι καὶ οἱ ἀπόστρατοι, ἀναβαίνοντες ὅλοι εἰς 15 χιλιάδες περίπου, γυμνασμένοι καὶ κατηρτισμένοι, ὥστε νὰ δύνανται ἀμέσως νὰ ὑπηρετήσωσιν. Εἴχομεν δὲ ἡμεῖς, κατὰ τὸ σύστημά μας, καὶ τὸ μέσον νὰ λάβωμεν καὶ νὰ γυμνάσωμεν τοὺς πολίτας, ἀλλ’ ἐν καιρῷ καὶ ἐνῷ ἠδύναντο νὰ λείψουν ἀπὸ τὰς ἐργασίας των ἄνευ καταστροφῆς, καὶ ἑτοίμην δύναμιν ἐν ἀνάγκῃ ἄνευ ἐκτάκτων θυσιῶν. Ἰδοὺ, κύριοι, ποῖον σύστημα ἡμεῖς ἐπροτιμήσαμεν, καὶ νομίζομεν ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἐξεμυκτήρισαν καὶ καθύβρισαν, εἶναι πολὺ καλλίτερον, πολὺ προτιμότερον τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον παρουσιάζουσιν ἤδη, καὶ τὸ ὁποῖον οὐδὲν ἄλλο ὑπόσχεται εἰμὴ ζημίας καὶ βάρη εἰς τὸ τόπον. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἐγὼ θέλω ψηφίσει κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πέπεισμαι ὅτι θέλει φέρει βλάβην.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ζητεῖ τὸν λόγον;
§33ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀπαντήσει, ἀφοῦ ἀκούσει τὰς γνώμας.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ἕτερος ζητεῖ τὸν λόγον;
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ δύω λόγους, ὡς φαίνεται, πολεμεῖ ὁ προλαλήσας τὸ ὑπὸ τὰς σκέψεις ἡμῶν νομοσχέδιον· τὸ πολεμεῖ ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ, τὸ πολεμεῖ, κατὰ δεύτερον λόγον, αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ, διότι τὸ θεωρεῖ ἐπιβλαβέστερον τοῦ νομοσχεδίου, οὗ τὰς διατάξεις, κατ’ εἰσήγησιν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐψήφισεν ἡ Βουλή. Ἀποτεινόμενος ὁ προλαλήσας πρὸς τοὺς διαδόχους αὐτοῦ, εἶπεν ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτῶν εἶναι πολιτικὴ ἀντίθετος πρὸς ἐκείνην, ἣν τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον ἠκολούθησε καὶ ἄλλοι ἐν τῇ Βουλῇ ἠσπάσθησαν, οἵτινες ἤδη ὑποστηρίζουσι τὸ ὑπουργεῖον, καὶ ἠρώτησε μάλιστα αὐτοὺς τί ἤδη φρονοῦσιν, οἱ πρὸς οὓς ἀπετείνετο, ὡσανεὶ συνείθιζον νὰ μεταβάλωσι γνώμην πρὸς τοὺς καιρούς. Οἱ πρὸς οὓς ἀπετάθη ὁ προαγορεύσας φρονοῦσι καὶ ἤδη ὅ,τι ἐφρόνουν καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργείας αὐτοῦ, φρονοῦσιν ὅτι ἐν ταῖς ἐκτάκτοις περιστάσεσι τῆς Ἀνατολῆς ἐπιβάλλονται τῇ Ἑλλάδι ἔκτακτα μέτρα· καὶ τὰ μὲν μέτρα, ἅτινα πρὸς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις ἐθεώρησεν ἐπαρκῆ καὶ κατάλληλα ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, ἀνεγνωρίσαμεν καὶ ἐθεωρήσαμεν ἀνεπαρκῆ καὶ ἀκατάλληλα· τὰ μέτρα δὲ, ἅτινα ἡ παροῦσα Κυβέρνησις θὰ προτείνῃ, δὲν γνωρίζομεν εἰσέτι, διότι καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται σήμερον καὶ οὗ τὴν ἀρχὴν ἐπολέμησεν ὁ κ. πρώην πρωθυπουργός, καὶ αὐτὸ τὸ μέτρον σχετίζεται μὲν πρὸς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, ἀλλὰ σχετίζεται στενώτατα καὶ πρὸς τὴν τακτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας. Καὶ ἀπόδειξις ὅτι σχετίζεται πρὸς τὴν τακτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας, εἶναι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, οὗ τινος τὰ ἄρθρα καὶ τὴν ἀρχὴν ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ, τὸ νομοσχέδιον περὶ τακτικῆς στρατολογίας. Τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ ὁ λόγος, ἔχει τελευταίαν διάταξιν, καθ’ ἣν λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῶν ἀνδρῶν τῶν ἀγόντων ἡλικίαν, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, ἀνωτέραν τοῦ 21 ἔτους συμπεπληρωμένου καὶ κατωτέραν τοῦ 40, διακρίνει δὲ ἐντὸς τῆς ἡλικίας ταύτης τοὺς ἄγοντας ἡλικίαν ἀπὸ 22–30 ἐτῶν, καὶ περὶ τούτων ὁρίζει ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν ἀσκήσεων αὐτῶν θέλει κανονισθῆ παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν Αὐτὸ τοῦτο, ὅπερ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῆς τακτικῆς στρατολογίας ὑπάρχει, οὕτω κανονιζόμενον ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, αὐτὸ τοῦτο ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, κανονίζεται διὰ τρόπου, ὅστις εἶναι εὐλαβέστερος πρὸς τὴν Βουλὴν, διότι διατάττεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐνῷ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἀνετίθεντο τὰ πάντα εἰς τὴν αὐθαίρετον θέλησιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν λέγω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἀφορᾶ καὶ εἰς τὴν ἔκτακτον παρασκευὴν, ἀλλ’ ἀφορᾷ ἐμμέσως· ἡ ἄμεσος αὐτοῦ ἔννοια εἶναι ἔννοια τακτικῆς παρασκευῆς, διότι εἶνε ἀδύνατον, ψηφίζοντες νόμον περὶ τακτικῆς στρατολογίας, νὰ μὴ λάβωμεν καὶ μέτρα μεταβατικὰ περὶ ὅλων ἐκείνων τῶν κλάσεων τῶν ἀνδρῶν τῶν ἐχόντων κατὰ τὸ ἔτος τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ἡλικίαν ἀνωτέραν ἐκείνης, ἀφ’ ἧς ἄρχεται ἡ λειτουργία τοῦ νόμου περὶ τακτικῆς στρατολογίας. Ὁ νόμος ἐκεῖνος θέλει καταστήσει ἐφέδρους τοὺς ἄγοντας ἡλικίαν κατωτέραν τοῦ 30 ἔτους καὶ ἀνωτέραν τοῦ τῆς λήξεως τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας, ἀλλὰ τοῦτο ἀφοῦ πρῶτον καταταχθῶσιν ὡς στρατιῶται, ἀσκηθῶσι καὶ διανύσωσι, τὴν θητείαν τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας. Ἕως ὅτου γείνῃ τοῦτο τουτέστιν ἑωσότου οἱ νῦν κατατασσόμενοι μεταβῶσι εἰς τὴν ἐφεδρείαν καὶ διὰ τῆς παρελεύσεως ἐννέα ἐτῶν συμπληρώσωσι τὰς τάξεις αὐτῆς, θέλει μένει τὸ Κράτος ἄνευ ἐφεδρείας ἢ μετὰ ἐφεδρείας ἀτελοῦς; Τοῦτο δὲν θὰ ἦτο ἀνεκτόν· ἀνάγκη ἀπαραίτητος ὑπάρχει μεταβατικῆς διατάξεως προνοούσης περὶ τῶν ἀνδρῶν τῶν νῦν ἀγόντων ἡλικίαν ἀπὸ τοῦ 22 ἔτους ἕως τοῦ τριακοστοῦ, καὶ τὴν μεταβατικὴν ταύτην διάταξιν ἐνόμισε τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον ὅτι ἐπαρκῶς ἐδύνατο νὰ κανονίσῃ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς ὃ ἀνετίθεντο τὰ πάντα. Ἀλλ’ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἐπαρκὲς, ὅτι ὀφείλει νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν οἱ ἄνδρες οὗτοι, οἵτινες δὲν ἠδυνήθησαν νὰ λάβωσι τὴν ἄσκησιν ἣν ὁ τακτικὸς νόμος ὁρίζει, ἤθελον ἐκτάκτως ἀσκηθῆ, καὶ νὰ προτείνῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως οἱ ἄνδρες οὗτοι ὑποβληθῶσιν εἰς ἄσκησιν ἓξ μηνῶν, εἰς δύω κατηγορίας διαιρούμενοι. Δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, εἶπεν ὁ προαγορεύσας, ὁ χρόνος τῶν ἓξ μηνῶν, καὶ βεβαίως δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, ἀλλὰ πρόκειται περὶ μεταβατικῆς διατάξεως. Ἐὰν θελήσητε νὰ ὑποχρεώσητε τὰς περὶ ὧν πρόκειται κλάσεις εἰς ὑπηρεσίαν ἐπαρκῆ, πρέπει νὰ τὰς ὑπαγάγητε εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς τακτικῆς στρατολογίας, διότι ὁ ἐν τῷ νόμῳ περὶ τακτικῆς στρατολογίας, ὃν ἐψηφίσαμεν, χρόνος τῆς ὑπηρεσίας μόλις εἶναι ὁ ἀπολύτως ἀναγκαῖος πρὸς μόρφωσιν στρατοῦ. Ἀναγνωρίζοντες ἄρα ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποβάλωμεν τοὺς ἄνδρας τῶν ἄλλων κλάσεων μέχρι τοῦ 30οῦ τῆς ἡλικίας ἔτους εἰς τὴν ὑποχρέωσιν ἐκείνην, ἀναγνωρίζομεν ἐξ αὐτοῦ τούτου ὅτι ἡ ἄσκησις αὐτῶν θέλει εἶσθαι ἀνεπαρκής, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὸ τοῦτο εἶναι μεταβατικὴ ἡ διάταξις. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου λοιπὸν τούτου, ὅπερ ὁ προαγορεύσας παρέβαλε πρὸς τὸν ἐπὶ τῇ προτάσει αὐτοῦ ψηφισθέντα νόμον, πρῶτον παρατηρῶ ὅτι ἡ παραβολὴ δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ πρὸς τὸν νόμον τῆς ἐκτάκτου στρατολογίας, ἀλλὰ πρὸς τὰς σχετικὰς διατάξεις τὰς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ τακτικῆς στρατολογίας. Ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν νόμον τῆς ἐκτάκτου στρατολογίας παραβαλλόμενον τὸ νομοσχέδιον, θεωρῶ τοῦτο ἀνώτερον, διότι εἶναι σπουδαιότερον, διότι εἶναι σχέδιον ἐφαρμόσιμον. Ὅτι τοῦτο παραβαλλόμενον πρὸς ἐκεῖνο εἶναι μᾶλλον ἐφαρμόσιμον, ἀπόδειξις τὰ πρῶτα αὐτοῦ ἄρθρα, καὶ ὅτε ὁ προαγορεύσας μᾶς εἶπεν ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ φέρωμεν ὑπὸ τὰ ὅπλα 10,000 ἀνδρῶν, ἐλησμόνησε τὰς διατάξεις ἐκείνας τοῦ ἰδίου νομοσχεδίου, δι’ ὧν διετυμπάνισεν ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Εὐρώπην ὅτι ἐπρόκειτο νὰ καλέσῃ εἰς τὰ ὅπλα 200,000 ἀνδρῶν (ἱλαρότης).
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὰ ὑπῆρχον εἰς τὴν ἔκθεσιν, καὶ δεύτερον δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε ὅτι ἐπρόκειτο περὶ καταστάσεως πολέμου.
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι δὲν παραπονεῖσθε διὰ τοῦτο· ἐκλαμβάνω ὅτι ἐν τῇ ἐκθέσει ἐκείνῃ ἐξεφράζεσθε σπουδαίως καὶ ὅτι δὲν προετείνετε νομοσχέδια τὰ ὁποῖα δὲν ἐνομίζατε σπουδαῖα.
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σπουδαιότατα.
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἂν ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ἐπρόκειτο λόγο, περὶ ἐπικειμένου πολέμου, ἅπασα ἡ ὁμιλία τοῦ προαγορεύσαντος εἰς τὶ ἀφώρα; ποῦ ἐστηρίζετο εἰμὴ εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ πόλεμος εἶναι ἐπικείμενος καὶ ὅτι τὰ μέτρα δὲν εἶναι ἐπαρκῆ πρὸς ἐπικείμενον πόλεμον; Ἀλλά, κύριοι, τί πρὸς ἡμᾶς, οἵτινες οὐδεμίαν ἐφέραμεν ἀντενέργειαν εἰς τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν, ἐὰν τοῦτο τὸ νομοσχέδιον ᾖναι καλλίτερον ἐκείνου τοῦ νόμου; Δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, ἀλλὰ πρέπει νὰ ᾖναι τὸ νομοσχέδιον καὶ καθ’ ἑαυτὸ καλόν· καὶ καθ’ ἑαυτὸ δὲ νομίζομεν ὅτι εἶναι ἀποδεκτόν, καίτοι δυσκόλως θὰ φέρωσι καὶ τοὺς 20,000 ἄνδρας, ἤτοι ἑκάστην τῶν κατηγοριῶν ἐκ 10,000 ἀνδρῶν. Ἀλλὰ καί τοι νομίζομεν τοῦτο δύσκολον, ἐλπίζομεν ὅμως ὅτι θέλει κατορθωθῆ, καὶ νομίζομεν ὅτι εἶναι τὸ ὅριον ἐντὸς τοῦ ὁποίου δύναται νὰ κατορθωθῇ. Ἐὰν δ’ ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ὑπάρχουσί τινες δυνάμεναι νὰ θεωρηθῶσιν ὡς μὴ ἐφαρμόσιμοι, ὡς μὴ πραγματοποιήσιμοι, περὶ τούτων θέλω κάμει λόγον εἰς τὰ καθέκαστα ὡς καὶ ὁ προαγορεύσας, ἀλλὰ ἐν συνόλῳ καὶ κατ’ ἀρχὴν δὲν δύναμαι ν’ ἀποκρούσω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κανονίζον μέτρον τακτικῆς στρατολογίας, δυνάμενον νὰ χρησιμεύσῃ καὶ εἰς τὴν ἔκτακτον. Περὶ τῆς ἐκτάκτου ἀνάγκης εὑρέθην πρὸς τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν εἰς διαφωνίαν, ἧς τὰ μέτρα ἐθεώρησα καὶ ἀνεπαρκῆ καὶ ἀκατάλληλα· ὡς πρὸς δὲ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν, διότι τὸ μόνον μέτρον, ὅπερ ὑπεβλήθη, εἶναι τοῦτο, ὅπερ κυρίως ἔχει χαρακτῆρα τακτικῆς παρασκευῆς, ἀλλὰ ἐντὸς τῶν ὀλίγων ἡμερῶν, αἵτινες ὑπολείπονται εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ θεωρήσῃ ἀναγκαῖον νὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅλας τὰς ἐξηγήσεις καὶ θὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς ὅλας ἐκείνας τὰς διασαφήσεις, αἵτινες εἶναι αἱ ἀναγκαῖαι ἵνα πεισθῇ, ὅτι εἶναι σύμφωνος ἐκείνη πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ αὕτη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· ἔχει καθῆκον νὰ μᾶς εἴπῃ ταῦτα, καὶ θὰ μᾶς εἴπῃ αὐτὰ, διότι μᾶς ἔδωκεν ὑπόσχεσιν. Ὀφείλει νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας αὑτῆς περὶ τοῦ μέτρου τῆς ἀνάγκης, περὶ τῶν μέτρων πρὸς τὴν ἀνάγκην καὶ περὶ τῶν πόρων, δι’ ὧν τὰ μέτρα θέλουσι πραγματοποιηθῆ. Τί ὠφελεῖ νὰ ἐξετάσω μετὰ τοῦ προαγορεύσαντος τίνας οἱ παρακαθήμενοι μετὰ τοῦ νῦν πρωθυπουργοῦ καὶ τίνα ἄλλοτε οὗτοι εἶπον; Ἐγὼ θέλω νὰ ἐξετάσω ἡ Κυβέρνησις τί φρονεῖ ὡς ἑνιαῖον ὅλον, διότι ἂν εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν φρονημάτων τῶν παρακαθημένων, δύναμαι νὰ ἐρωτήσω τί λέγουσιν οἱ ἐσχάτως παρακαθεσθέντες παρὰ τῷ προαγορεύσαντι; μή τοι δὲν εἶπον καὶ οὗτοι τἀναντία ὧν λέγει ὁ προαγορεύσας; μή τοι δὲν ἐμέμφθησαν τινὲς τῶν τότε ὑπουργῶν εἰς προηγουμένας περιστάσεις, καὶ μήπως ὁ προαγορεύσας, συμπράττων μετ’ αὐτῶν ἤδη, ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ μεταβαλὼν γνώμην;............................
§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Δεικνύει τὸν Σ. Πετιμεζᾶν).....
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχουν παρακαθήμενοι καὶ παρὰ τῇ ἀντιπολιτεύσει (ἱλαρότης). Αἱ ἐξετάσεις αὗται εἶναι ἐντελῶς περιτταὶ, διότι σήμερον ἴσως, καὶ ἐλπίζω σήμερον, θέλομεν μάθει παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τί φρονεῖ περὶ πάντων τούτων, τί φρονεῖ περὶ τοῦ μέτρου τῆς ἀνάγκης, διότι, ὡς εἶπε κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμῶν πολιτικὴν συζήτησιν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς καὶ εἶχον εἴπει καὶ ἐγὼ πρότερον, ἡ ἀνάγκη ἡ ἀπόλυτος εἶναι ὑπερτέρα τῶν δυνάμεων ἡμῶν, ἀλλὰ ὑπάρχει σχετικὴ ἀνάγκη, καὶ ὡς πρὸς ταύτην πρέπει νὰ μάθωμεν ἂν ὑπάρχῃ ὁμοφωνία μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Βουλῆς, διότι εἶναι περιττὸν νὰ δαπανῶμεν χρόνον καὶ ν’ ἀναβάλωμεν ἀπὸ ταύτης εἰς ἄλλην Σύνοδον τὰς ἐργασίας ἡμῶν, ἐὰν δὲν γνωρίζωμεν ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ μεταξὺ θέλει γείνει ἐπὶ βάσεως, ἣν ἡ Βουλὴ θεωρεῖ ὡς ὀρθήν· πρέπει λοιπὸν νὰ γνωρίσωμεν ἐὰν πρὸς τὴν σχετικὴν ἀνάγκην κατ’ ἀρχὴν ἤμεθα σύμφωνοι. Βεβαίως ἐν ταῖς λεπτομερείαις δὲν δυνάμεθα νὰ ἀπαιτήσωμεν ἵνα ἐπιβάλωμεν τὴν θέλησιν ἡμῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ἐὰν τὰ θεωρούμενα παρ’ ἡμῶν ἀπολύτως ἀναγκαῖα ἐν ταῖς περιστάσεσιν ἐν αἷς εὑρισκόμεθα, ἐὰν ταῦτα θεωρῇ ἀπολύτως ἀναγκαῖα καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ πρέπει νὰ μάθωμεν ἐπίσης καὶ διὰ τίνων πόρων θέλομεν ἐπαρκέσει εἰς τὰς ἀνάγκας ταύτας. Ἀφοῦ προσδιορίσωμεν τὸ μέτρον τῆς ἀνάγκης, πρέπει νὰ προσδιορίσωμεν καὶ τὰ ποσὰ ἅτινα ἀπαιτοῦνται πρὸς τὰς ἀνάγκας ταύτας, ἀφοῦ πρῶτον πληρωθῶσι καὶ τὰ κενὰ τὰ ἐν τῇ κανονικῇ λειτουργίᾳ τῆς διοικήσεως. Καὶ, κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ τούτου μόνον, διότι ὀφείλομεν, νομίζω, ἤδη ν’ ἀνταλλάξωμεν τὰς ἰδέας ἡμῶν· καὶ ἐπειδὴ συνέβη νὰ λάβω ἐγὼ πρὸ τοῦ ὑπουργείου τὸν λόγον, ὀφείλω νὰ εἴπω ποῦ βλέπω τὸν λόγον τῆς ἀνάγκης, διότι τὸ εἶπον καὶ πρότερον, καὶ ἐπαναλάβω ὅσα πολλάκις ἐξέθεσα. Θεωρῶ, κύριοι, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ληφθῇ πρόνοια, καὶ πρόνοια διαρκὴς, περὶ πραγματοποιήσεως τῆς ἐθνικῆς ἰδέας, καὶ ἡ ἔννοια αὐτῆς διετυπώθη καὶ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ καὶ ἐν τῷ Ἔθνει ἐπὶ τῆς συστάσεως ταμείου διαρκοῦς τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης. Ἀνάγκη λοιπὸν εἶναι νὰ συστήσωμεν τοιοῦτον ταμεῖον, καὶ πιστεύω ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ ἀρυσθῇ τὸ ταμεῖον, τὸ ποσὸν 3,250,000 δραχ. δύναται νὰ ὑπάρχῃ κατώτερον τῆς ἀνάγκης, δὲν δύναται ὅμως νὰ θεωρηθῇ ἀνώτερον. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι τὸ μόνον περὶ τοῦ ὁποίου ὀφείλει νὰ προνοήσῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ προνοοῦσα περὶ αὐτοῦ, ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον αὑτῆς πρὸς τὴν ἀνάγκην τῶν παρασκευῶν; Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο εὑρίσκομαι ἐπίσης εἰς πλήρη ἀντίθεσιν πρὸς τὸν προαγορεύσαντα, διότι ὁ προαγορεύσας ἀπεδέχθη μόνον κατ’ ἀρχὴν τὴν σύστασιν τοιούτου ταμείου καὶ τὸ ποσόν· ἀλλ’ ὅτε ἀπεφάσισε νὰ προτείνῃ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελεν ἐπαρκέσει εἰς τὴν ἀνάγκην, ἐφρόντισε μόνον περὶ τῆς ἀνάγκης καὶ δὲν ἐφρόντισε περὶ τῶν κενῶν, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται ἐν τῷ τακτικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐθνικῆς παρασκευῆς, καίτοι εἴχομεν δώσει ἀφορμὴν πρὸς αὐτό. Εἴχομεν εἴπει κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, ὅτι τὸ πρῶτον ἔργον, ὅπερ ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν προσθέτων φόρων, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, εἶναι αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας εἰς αὐτὸν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἠξεύρω ὅτι οἱ νῦν ἐν τῇ Κυβερνήσει εὑρισκόμενοι ἤλπιζον ὅτι ἠδύναντο πολλὰς οἰκονομίας νὰ κάμωσιν. Εὔχομαι τοῦτο νὰ ᾖναι πραγματικόν, καὶ οἱ ἤδη εὑρισκόμενοι ἐν τῇ Κυβερνήσει, ὠφελούμενοι καὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, νὰ μᾶς ἐκθέσωσι τοῦτο καὶ τοῦτο δυνάμεθα νὰ πράξωμεν· εὔχομαι τὸ σχέδιον νὰ ᾖναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ τὸ ἐπιψηφίσωμεν. Καὶ ὁμολογῶ ὅτι σπουδαῖαι οἰκονομίαι δύνανται νὰ ἐλαττώσωσι τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα θεωροῦμεν ἀναγκαῖα νὰ ἐπιψηφίσωμεν, δὲν δυνάμεθα ὅμως δι’ αὐτῶν μόνον νὰ φθάσωμεν εἰς σπουδαῖον ἀποτέλεσμα. Βεβαίως ἤθελον δεχθῆ πᾶσαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ὑποβάλει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἥτις ἀποδεικνύεται συντελοῦσα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον· ἀλλὰ διὰ νὰ ᾖναι συστηματικαί, ὀφείλουν νὰ ἔχουν δύο χαρακτηριστικά, αἱ οἰκονομίαι νὰ ᾖναι πραγματικαί, νὰ μὴ ᾖναι εἰκονικαί· ἐλαττώσεις εἰς ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς οἱαδήποτε ποσὰ καὶ ἂν ᾖναι, δὲν συνεπάγουν οὔτε αὔξησιν οὔτε ἐλάττωσιν· πρέπει ἀφ’ ἑτέρου νὰ ᾖναι ἐλαττώσεις μὴ παραβλάπτουσαι τὴν διοίκησιν τῆς χώρας. Ἐὰν τοιαύτας προτείνῃ τὸ ὑπουργεῖον, βεβαίως θέλει μᾶς εὕρει συμφώνους. Μετὰ τὰς ἐλαττώσεις ταύτας, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ὦσι, βεβαίως θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη καὶ προσθήκης φόρων, οὓς θὰ προκαλέσῃ τὸ μέτρον τῆς ἀνάγκης. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν περὶ τοῦ ἐπιψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ τοῦ 1877, μᾶς εἶπεν ὅτι ἀναβιβάζεται τὸ ἔλλειμμα εἰς 3,000,000 δραχμῶν· μᾶς λέγει πρὸς τούτοις διὰ τῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε, καὶ διὰ τῆς τελευταίας του ἀγορεύσεως ἐπανέλαβεν, ὅτι ἀπαιτοῦνται 11,500,000 δραχμῶν διὰ τὴν ἔκτακτον στρατολογίαν. Προσέθηκε δὲ προσέτι, ὅτι ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνάγκη συστάσεως ταμείου ἐθνικῆς ἀμύνης, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ χρειασθῇ ἐτησία δαπάνη πρὸς προικοδότησιν 3,250,000 δραχμῶν· ἀλλὰ προσέτι πιστεύω, ὅτι ὁ νῦν πρωθυπουργός, ὅστις ἄλλοτε ἔφερε νόμον περὶ ὁδοποιΐας, ὅστις ἦτο προσδιωρισμένος πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν, ἤθελε προσθέσει ποσὸν 2,000,000 ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας. Ἐὰν ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον, ἀθροισθῶσι, τοὐτέστι τὰ 3,000,000 ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν ἀναφέρω ἐνταῦθα τὰ τῶν ἐντόκων γραμματίων καὶ τὰ ἀναγκαῖα δάνεια πρὸς κάλυψιν παρελθόντων ἐλλειμμάτων, διότι ἐὰν δὲν καλύψωμεν τὰ παρελθόντα ἐλλείμματα, ἀτελεσφόρητος ἀποβαίνει ἡ κάλυψις τοῦ παρόντος ἐλλείμματος· δὲν ἀναφέρω ὅμως ταῦτα, διότι ὑποθέτω, ὅτι οἱ τόκοι τῶν δανείων τούτων δύνανται νὰ συμπεριληφθῶσιν ἐντὸς τοῦ ποσοῦ τῶν 3,000,000, τὸ ὁποῖον ἴσως εἶναι ἐξωγκωμένον. Ἐὰν λοιπὸν εἰς ταῦτα τὰ 3,000,000, προσθέσωμεν τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῶν 11,000 000, δι’ ὧν θὰ ἐπαρκέσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἔκτακτον στρατολογίαν, ἐξ 700,000 δραχμῶν, καὶ ἔτι 2,000,000 διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, καὶ ἐπὶ πᾶσι 3,250,000 διὰ τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης, ἰδοὺ ποσὸν 9,000,000. Ἀλλὰ μήπως τοῦτο εἶναι τὸ μόνον ποσόν; Ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις εἶχεν ὑποβάλει πρότασιν περὶ τακτοποιήσεως τῶν ἐξωτερικῶν χρεῶν, καὶ ταύτην τὴν πρότασιν κατ’ ἀρχὴν ἐνέκρινα, καὶ πιστεύω, ὅτι πᾶς ὁ σπουδαίως φροντίζων περὶ παρασκευῆς τοῦ τόπου δὲν δύναται νὰ παραμελήσῃ τὴν ἠθικὴν ταύτην παρασκευήν, ἥτις εἶναι πρόδρομος τῆς ὑλικῆς παρασκευῆς. Ἀποκρούων τὸ νομοσχέδιον ὅπως προετείνετο, εἶπον, ὅτι κατ’ ἐμὴν γνώμην ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις διὰ συμβάσεως μετὰ τῶν κατόχων τῶν ὁμολογιῶν, κατὰ τὰ κρατοῦντα ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ τοῦ Λονδίνου, νὰ τακτοποιήσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ κατόπιν νὰ ζητήσῃ διὰ νομοσχεδίου τὴν ἐπικύρωσιν τῆς συμβάσεως ἐκείνης· ἀλλὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ συμβιβασμοῦ, εἴτε οὕτω γινομένου, εἴτε ἄλλως, εἴτε διὰ συμβάσεως, ἢ καὶ ἄνευ συμβάσεως διὰ τῆς συστάσεως ἑνὸς ταμείου, οὐχὶ ὅμως ὑποχρέου κατὰ τὰς προτάσεις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐν ᾧ ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐναποτίθενται τὰ ποσὰ, διὰ τῶν ὁποίων θέλει ἐκτελεσθῆ ἡ σύμβασις, ὀφείλομεν νὰ θεωρήσωμεν ἀπαραίτητον. Πιστεύω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀποδεχθῇ τις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ἥτις ἐπιζητεῖ ἐν ταῖς παρασκευαῖς τὴν ἰσχὺν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, θὰ παραμελήσῃ τὴν ἠθικὴν ἰσχὺν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ κατορθώσῃ ἐν ὅσῳ ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις τῆς Εὐρώπης θεωρεῖται ὡς Κράτος πτωχεῦσαν, καὶ ἐνόσῳ παρὰ τοῖς ἄλλοις ἔθνεσι δὲν δύναται νὰ παρασταθῇ εὐθαρσῶς λέγουσα, ὅτι οὐδὲν πρὸς οὐδένα ὀφείλει. Εἴτε λοιπὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐφετεινοῦ ἔτους, εἴτε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ προσεχοῦς ἔτους θὰ περιληφθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο, πρέπει πάντοτε νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι φορολογία πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν θέλει ἐπιβληθῆ, διότι, προκειμένου περὶ ἐπιβολῆς φόρων κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι οἱ φόροι εἶναι διαρκεῖς, καὶ ὅτι πρέπει ἐν τῇ διαῤῥυθμίσει αὐτῶν νὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ ἐκείνων, περὶ ὧν ἐκ τυχαίων περιστάσεων ἴσως δὲν καλούμεθα νὰ προνοήσωμεν ἤδη. Ἀλλὰ περιοριζόμενος εἰς αὐτὰ τὰ 9,000,000, νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, πρὶν ἢ λήξῃ ἡ παροῦσα Σύνοδος, πῶς τὰ 9 ταῦτα ἑκατομμύρια θέλει καλύψει· ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει καλύψει ἐξ οἰκονομιῶν, καὶ ποῖαι θὰ ᾖναι αἱ οἰκονομίαι αὗται, ἵνα ἴδω κατὰ πόσον εἴμεθα σύμφωνοι πρὸς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε, τοὐτέστι κατὰ πόσον δὲν παραβλάπτουσιν αἱ οἰκονομίαι τὴν ὑπηρεσίαν. Εἶτα ὡς πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει ἀναπληρωθῆ διὰ φορολογίας, δικαιοῦμαι νὰ μάθω παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ ποίας φορολογίας θέλει ἀναπληρώσει τὸ ποσὸν τοῦτο. Δὲν ζητοῦμεν βεβαίως παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ τίνι τρόπῳ θέλει ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτῶν συντάξει τὰ νομοσχέδια, οὐδὲ ζητοῦμεν νὰ ὑποβάλῃ ὅλα τὰ νομοσχέδια, καί τοι βεβαίως, ἂν εἶχεν αὐτὰ ἕτοιμα, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ τὰ ἐψηφίζομεν ἤδη κατ’ ἀρχήν. Ἀλλὰ δικαιούμεθα νὰ μάθωμεν, ἐὰν ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον διανοεῖται νὰ φορολογήσῃ τὸν τόπον, ᾖναι ἐν τῇ ἀρχῇ αὐτοῦ σύμφωνος πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἔχομεν. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀπαντήσῃ περὶ πάντων τούτων, θὰ δυνηθῶμεν νὰ σχηματίσωμεν ἰδέαν ἐπὶ τοῦ πρώτου μέρους τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος, ἤτοι περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἐν ὅσῳ δὲ ἡ Κυβέρνησις δὲν μᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ δὲν ἀσπάζεται τὰς ἰδέας τοῦ Κοινοβουλίου, τὰς ἰδέας τὰς ἐν τοσαύταις συζητήσεσιν ἀναπτυχθείσας, ἐγὼ δικαιοῦμαι νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διατελεῖ ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον.
§42ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης κατέκρινε τὸ πρόγραμμα τοῦ ὑπουργείου ὡς ἀνεπαρκὲς, κατέκρινε δὲ ὡσαύτως καὶ τὸν νόμον περὶ ἐφεδρείας ὡς ἀνεπαρκῆ. Ἐθεώρησεν ὡς ἀνεπαρκὲς τὸ πρόγραμμα ἡμῶν, διότι εὗρεν ὅτι αἱ παρασκευαὶ, ἃς ἐπηγγέλθημεν τὸν παρελθόντα Νοέμβριον καὶ εἰς ἃς ἐμμένομεν καὶ σήμερον, κατὰ τὴν ἰδέαν του δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας παρέστησεν ὡς ἀνάγκας ἐπικειμένου πολέμου. Τὸ πρῶτον ζήτημα ἑπομένως, ὅπερ καλεῖσθε νὰ λύσετε, εἶναι πῶς νὰ εὕρετε Κυβέρνησιν, ἥτις, ὑπ’ ὄψιν ἔχουσα ὅτι τάχιστα θὰ ἐπέλθῃ πόλεμος ἐν τῇ Ἀνατολῇ, εἰς ὃν ἡ Ἑλλὰς θ’ ἀναμιχθῇ, νὰ δύναται πρὸς τὸν πόλεμον τοῦτον νὰ παρασκευάσῃ ἐπαρκῶς τὴν Ἑλλάδα. Ὑποθέτω ὅτι οὕτω θέτων τὸ ζήτημα, οὔτε παραμορφόνω τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσσήνης, οὔτε ἀδικῶ τὴν ὑπόθεσίν του. Πρὸς τί ἐχρησίμευσεν ἡ διαβεβαίωσις τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωκε, διαβεβαίωσις ἔχουσα μεγάλην δύναμιν, διότι ὁ διαβεβαιῶν πρὸ μικροῦ μόλις ἐξῆλθεν ἐκ τῶν πραγμάτων, ἀφοῦ ἐπὶ πολὺν χρόνον τὰ ἐκυβέρνησεν, ἡ διαβεβαίωσις ὅτι ἡ Εὐρώπη δὲν δύναται ν’ ἀνεχθῇ τὴν παροῦσαν κατάστασιν, καὶ ὅτι ἐντὸς ὀλίγου χρόνου ὁ πόλεμος θὰ λύσῃ τὰς μεταξὺ των διαφορὰς, φανερὰς καὶ μυστικάς;
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶπον «διὰ τοῦ πολέμου....»
§44ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν δὲν εἴπατε, κ. Κουμουνδοῦρε, «διὰ τοῦ πολέμου», τότε πρέπει νὰ παραιτήσετε τὸ θέμα σας· διότι ἄλλως πρὸς τί ἐστενοχωρήθητε; Τὸ Κράτος, μὴ στενοχωρούμενον ὑπὸ τοῦ χρόνου καὶ τῶν οἰκονομικῶν μέσων, ἠμπορεῖ νὰ καταστήσῃ πρόγραμμα αὐτοῦ τὸ παρασκευασθῆναι διὰ τοῦ χρόνου. Ὁ τοιοῦτος σκοπὸς δὲν ἐμποδίζει τὴν περιποίησιν τῶν ἔργων ὅσα συντελοῦσιν ἐν καιρῷ εἰρήνης εἰς τὴν εὐημερίαν τοῦ τόπου. Ἀλλ’ ὑμεῖς ἰσχυρίζεσθε ὅτι ὁ πόλεμος ἐπίκειται, ἑπομένως τὸ ζήτημα δὲν τίθεται ἡμῖν διαζευτικῶς, ἢ παρασκευαὶ εἰρήνης ἢ παρασκευαὶ πολέμου. Ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει ἐξ ὀλίγου χρόνου νὰ ἑτοιμασθῇ πρὸς ἐπικείμενον πόλεμον εἰς ὃν θὰ συμπράξῃ, καὶ εἶναι ἠναγκασμένη νὰ παραιτήσῃ τὰς φροντίδας τῆς εἰρήνης. Ἐὰν ἄλλο τι ἐννοῆτε, παρακαλῶ ν’ ἀποφανθῆτε. Διατί δὲ σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀποφανθῆτε; Τῷ ὄντι αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν κυβερνᾶτε, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐξήρτηται ἐκ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ γνώμη σας ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἔχει μεγίστην δύναμιν. Φρονεῖτε πραγματικῶς ὅτι ἐπίκειται ἐντὸς ὀλίγου πόλεμος καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει εἰς ὀλίγον χρόνον πρὸς τὸν πόλεμον τοῦτον νὰ παρασκευασθῇ; Τὸ φρονεῖτε ἀναμφισβητήτως, διότι ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἐκρίνατε τὸν νόμον, ὃν πρόκειται σήμερον νὰ συζητήσητε, καὶ δι’ αὐτὸ εὑρήκατε αὐτὸν ἀνεπαρκῆ. Εἴπετε ὅτι δὲν δύναται νὰ προικίσῃ εἰς τὸ ἔθνος τὰς δυνάμεις, ὧν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην εἰς τὸν λίαν προσεχῆ πόλεμον. Εἴπετε ὅτι ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἢ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως μόλις θὰ κατορθωθῇ ἡ δύναμις τῶν 20 χιλιάδων ἀνδρῶν τῆς ἐφεδρείας, καὶ ἐθεωρήσατε ὅτι ὁ χρόνος αὐτὸς δὲν ὑπηρετεῖ τὰς πολιτικὰς ἀνάγκας, ὡς μακρός. Αὐτὸ λοιπὸν, κύριοι, εἶναι φρονῶ τὸ πρῶτον ζήτημα, ὅπερ πρέπει νὰ λύσετε. Ἐὰν δὲ τῷ ὄντι ἡ Ἑλλὰς ὀφείλῃ νὰ παρασκευασθῇ ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου, ὅπως ἀναμιχθῇ εἰς τοὺς πολέμους τῆς Ἀνατολῆς, βεβαίως πρέπει νὰ κλείσετε τὰς θύρας καὶ νὰ καθήσητε κεκλεισμένων τῶν θυρῶν νὰ σκεφθῆτε περὶ τοῦ πρακτέου. Ὁ δὲ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης θὰ μᾶς δώσῃ τότε τὴν ἀπάντησιν, τί ἔπραξε κατὰ τὸ μακρὸν διάστημα καθ’ ὃ ἔβλεπε τὸν ἐπικείμενον τοῦτον πόλεμον πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν του! (Συγκίνησις.) Ἡμεῖς, κύριοι, δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι παρασκευάζομεν δυνάμεις ἀνεπαρκεῖς διὰ τὸν τόπον, διότι αἱ δυνάμεις, τὰς ὁποίας ἡμεῖς σᾶς προτείνομεν νὰ παρασκευάσετε, εἶναι ἁπλῶς μία προσθήκη εἰς τὰς παρασκευασθείσας ἤδη παρὰ τῶν ἀξιοτίμων προκατόχων μας! εἶναι κάτι τι περιπλέον, μὲ τὸ ὁποῖον σᾶς προτείνομεν νὰ προικίσετε τὸν τόπον, καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ὁ ἀξιότιμος κ. Κουμουνδοῦρος ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ τὸν νόμον περὶ ἐφεδρείας, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξε, δὲν ἠξεύρω διατί. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης, κατακρίνων τὸν νόμον περὶ ἐφεδρείας, εἶπεν, ὅτι θὰ προξενήσωμεν μεγίστας ἐνοχλήσεις εἰς τὸν τόπον, καλοῦντες ἐν μηνὶ Αὐγούστῳ καὶ ὑπὸ τὸν καυστικὸν ἥλιον τῆς Ἑλλάδος τοὺς τρυφεροὺς νέους εἰς τὰς ἀσκήσεις τῶν στρατοπέδων. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ πρόῤῥησίς του αὕτη ᾖναι ἀληθής, ἐὰν ἤμεθα ἔθνος, τοῦ ὁποίου ἡ νεολαία, οἱ ἄνδρες οἱ ἐν τῇ ἀκμῇ ὀκνοῦσι νὰ προσέλθωσι, διὰ νὰ ἀποκτήσωσι τὴν δύναμιν, ἥτις θὰ τοὺς καταστήσῃ ἀληθεῖς πολίτας ἐλευθέρου Κράτους, φοβούμενοι τὸν ἥλιον καὶ ἀποφεύγοντες τὰς ἐνοχλήσεις τοῦ θέρους, τί ἐλπίδα ἔχετε παρ’ αὐτῶν, ἵνα τοὺς φέρετε ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ διὰ νὰ χύσωσι τὸ αἷμά των, καὶ τί δικαίωμα ἔχετε, ὁδηγοῦντες τοιοῦτον ἔθνος καὶ προϊστάμενοι ἔθνους τοιούτου, νὰ ὀνειρεύεσθε πόλεμον, καὶ νὰ θέλετε νὰ συμμορφώσετε τὸν βίον αὐτοῦ πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν; (Συγκίνησις.) Ἀλλὰ βεβαίως θὰ συμβῇ ὅ,τι λέγετε, ὅταν σεῖς οἱ προϊστάμενοι τοῦ ἔθνους τὸ ἀποθαῤῥύνητε, καὶ ὅταν τὸ ἔθνος μανθάνῃ παρὰ τῶν ἀνθρώπων, οὓς ἠξίωσε νὰ τὸ κυβερνήσωσιν ἐπανειλημμένως, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀξία εἰς αὐτὰς τὰς ἰδέας, ὅτι αἱ ἰδιαίτεραι ἀσχολίαι, οἱ σωματικοὶ κόποι, ἡ ἀπασχόλησις ἀπὸ τῶν καθημερινῶν ἔργων εἶναι ἀρκετὴ δικαιολογία, ὅπως ἀρνηθῶσι πρὸς τὴν πατρίδα τὴν συνδρομήν, ἥτις παρ’ αὐτῶν ζητεῖται. Ναί, τῷ ὄντι τοιοῦτοι νόμοι ἔκτακτοι προξενοῦν ἐνοχλήσεις καὶ προσβολὰς συμφερόντων. Διὰ τοῦτο ἔχουν ἀνάγκην ἐνθουσιασμοῦ, ὃν πρέπει νὰ ἐμπνεύσωσι πρὸ πάντων οἱ προϊστάμενοι τῶν ἐθνῶν. Νόμοι, τοὺς ὁποίους κατεξευτελίζομεν πρῶτον εἰς τὸ Βουλευτήριον, τοὺς ὁποίους παριστῶμεν ὡς ἀδίκους ἢ ὡς ἀνωφελεῖς, αὐτοὶ οἱ νόμοι δὲν δύνανται νὰ λειτουργήσωσιν ἔπειτα εἰς χεῖρας τῆς διοικήσεως, προκειμένου περὶ ἐκτάκτων μέτρων καὶ περὶ ἐκτάκτων παρὰ τοῦ ἔθνους παραχωρήσεων. Ἀπαιτεῖται ἐνθάῤῥυνσις, ἀπαιτεῖται ζῆλος, ἀμφότερα δὲ πρέπει νὰ προέρχωνται πρὸ πάντων παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἐκυβέρνησαν καὶ πάλιν θὰ κυβερνήσωσιν. Ἐπίσης ἀπροσδόκητος μοὶ ἐφάνη ἡ κατάκρισις ὅτι ὁ νόμος περὶ ἐφεδρείας δὲν κατασκευάζει στρατὸν ἀξιόμαχον. Ἡ μακρὰ θητεία κατασκευάζει τοὺς στρατιώτας, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης. Ἀλλ’ ἐὰν αὐτὸς ὁ νόμος, τοῦ ὁποίου σκοπὸς εἶναι ἡ κατασκευὴ δυνάμεως τακτικοῦ στρατοῦ, εἶναι ἀνεπαρκὴς καὶ ἄχρηστος, ἐρωτῶ, ὁποίαν δύναμιν καὶ χρησιμότητα εἶχεν ὁ ἐδικός σας νόμος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου μᾶς ὑπεσχέθητε ὅτι ἐδυνάμεθα ἄνευ φόβου ν’ ἀναθέσωμεν τὴν τιμὴν καὶ τὸ μέλλον τῆς πατρίδος, ἀφοῦ διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου δὲν ἀπῃτήσατε οὔτε ὑπὸ σύντομον θητείαν, οὔτε ὑπὸ οὐδεμίαν θητείαν, τὴν κατασκευὴν στρατιωτῶν κατὰ τοὺς ὅρους τῆς τακτικῆς; Ἐὰν αὐτὸς ὁ νόμος ᾖναι ἀνεπαρκής, ἐὰν αὐτὸς ὁ νόμος δὲν ᾖναι ἀσφαλής, στοχασθῆτε ὁποίους κινδύνους διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, ὃν ἐψηφίσαμεν κατ’ εἰσήγησίν σας, κατεσκευάσαμεν τῇ πατρίδι! Χρεωστεῖτε μετὰ τοὺς λόγους τούτους, οὓς σήμερον εἴπατε, νὰ ἀναγνωρίσετε ὅτι τὸ μέτρον, ὅπερ εἰσηγάγετε ἄλλοτε, καὶ ὁ νόμος, δι’ οὗ ἐπροικίσατε τὴν πολιτείαν, ἐκεῖνος εἶναι ἀνωφελής, καὶ θέσατε τοιουτοτρόπως ἐκ νέου τὸ ζήτημα πρὸς λύσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ φροντίσῃ περὶ κατασκευῆς στρατοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ δύναται ὁ τόπος ν’ ἀναπαυθῇ· διότι ὁ στρατός, ὃν σεῖς ὑπεσχέθητε νὰ κατασκευάσητε, εἶναι πολλῷ μᾶλλον ἄχρηστος ἢ ὁ ὑφ’ ἡμῶν. Ἐδυνάμην, κύριοι, νὰ ἐννοήσω παραπλησίας παρατηρήσεις ὑπὸ βουλευτοῦ μὴ εὑρεθέντος εἰς τὴν θέσιν εἰς ἣν εὑρέθη ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης. Ἀλλ’ αἱ παρατηρήσεις αὗται, ἐξερχόμεναι ἀπὸ τοῦ στόματος αὐτοῦ, μοὶ προξενοῦσιν ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν· καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς ἠδυνήθη ἐν τῇ συνειδήσει του νὰ συμβιβάσῃ τὰς σημερινὰς κατακρίσεις μὲ τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα ἔπραξεν ἢ μὲ τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα παρέλειψεν ὅτε ἐκυβέρνα. Ὁ πόλεμος τῆς Ἀνατολῆς ἐπίκειται! Ἐὰν ὁ πόλεμος τῆς Ἀνατολῆς ἐπίκηται, τί ποιητέον; Δύο ἔχομεν μέσα: ἢ νὰ συναθροίσωμεν τὰς δυνάμεις τὰς ὁποίας κατεσκεύασεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἢ νὰ νομοθετήσωμεν ἄλλας, αἱ ὁποῖαι νὰ δύνανται, ἐφαρμοζόμεναι ἀπὸ τοῦδε, νὰ φέρωσι καρποὺς μέχρι τοῦ διαστήματος κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ πόλεμος θὰ ἐπέλθῃ. Αὐτὸ εἶναι τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα, ὅπερ τίθεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἠμπορεῖ νὰ κατασκευάσῃ στρατὸν εἰς διάστημα χρόνου ὀλιγωτέρου, ὥστε ἡ Ἑλλὰς νὰ εὑρεθῇ παρεσκευασμένη διὰ τὸν ἐπικείμενον ἐντὸς ὀλίγου πόλεμον; Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης λέγει ὄχι, διότι καὶ αὐτὸς ὁ χρόνος τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον παραδέχεται εἶναι κατὰ τὴν γνώμην του σύντομος. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου διϊσχυρίζεται ὅτι ὁ χρόνος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν ὁ ὑποβληθεὶς παρ’ ἡμῶν περὶ ἐφεδρείας νόμος νὰ φέρῃ καρπούς, εἶναι πάρα πολύς, διότι δὲν θὰ προφθάσωμεν νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι ὅταν ὁ πόλεμος θὰ ἐκραγῇ. Τί λοιπὸν ποιητέον; Οὐδὲν ἄλλο μένει εἰμὴ αἱ δυνάμεις τὰς ὁποίας ὁ κ. Κουμουνδοῦρος παρεσκεύασεν. Ἐγὼ, κύριοι, ὑπὸ τοιούτους ὅρους, καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μου δὲν ἐννοοῦμεν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἐννοεῖ ὁ τόπος νὰ μᾶς ἀναθέσῃ. Αἱ ἀνάγκαι ἐπίκεινται ἐντὸς ὀλίγου· ὁ χρόνος πρὸς κατασκευὴν δυνάμεως, ἵνα ἀντιπαραταχθῶμεν κατὰ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν, εἶναι ὀλίγος, καὶ ἑπομένως εἶναι ἀδύνατον νὰ κατασκευασθῇ τι μέχρις οὗ ἡ ἀνάγκη παρουσιασθῇ. Τί νὰ πράξωμεν; Δὲν μᾶς μένει τίποτε ἄλλο, κύριοι, εἰμὴ νὰ ἀφεθῶμεν εἰς τὴν δύναμιν ἥτις ἐνυπάρχει εἰς τὸ ἔθνος ἄνευ τέχνης καὶ ἄνευ διοργανισμοῦ τακτικοῦ, νὰ φροντίσωμεν δὲ μόνον πῶς νὰ κατορθώσωμεν ν’ ἀποκτήσωμεν ὁπλισμὸν ἐν γένει διὰ τὸν τόπον. Ἀλλ’ ἡμεῖς, κύριοι, νομίζομεν ὅτι δὲν δύναται τὴν σήμερον νὰ κατασκευασθῇ στρατιωτικὴ δύναμις, χωρὶς ἡ δύναμις αὕτη νὰ ᾖναι δύναμις τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Εἶναι ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἐπρεσβεύσαμεν ἀείποτε καὶ τὴν ὁποίαν ἠκούσατε ἀπειράκις ἀπὸ τὸ στόμα μας. Ἡμεῖς δὲν νομίζομεν ὅτι ἄνευ τούτου, ἄνευ αὐξήσεως τῶν δυνάμεων τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ εἴπῃ ὅτι παρεσκευάσθη. Πρὸς τοῦτο ὅμως ἀπαιτεῖται χρόνος, ἀλλ’ ὁ χρόνος δὲν εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν μας· εἰς τὴν ἐξουσίαν μας εἶναι ὁ χρόνος ἀφ’ ἧς ἤλθομεν εἰς τὰ πράγματα. Ἐὰν ἐννοῇ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης νὰ μορφώσωμεν στρατὸν, ὁ ὁποῖος νὰ ἐκπληροῖ ὅλους τοὺς ὅρους τῆς τακτικῆς, ἐὰν θέλῃ νὰ τὸν ὑποβάλωμεν ὑπὸ θητείαν τετραετῆ, τριετῆ, διετῆ, ἐὰν αὐτὴ ᾖναι ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς, ὁ δρόμος εἶναι καταφανής. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ μὴ κατασκευάζωσιν ἡμῖν εὐθύνην, ὅτι ἐπελθόντος τοῦ πολέμου μετ’ οὐ πολὺ, εἰς ὃν ἡ Ἑλλὰς θὰ παρέμβῃ, ἡμεῖς εὑρέθημεν ἀνέτοιμοι. Ἐὰν ὅμως ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης νομίζῃ ὅτι τὸ ἓν πρέπει νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὸ ἄλλο, πρέπει πρὸς τὴν ἀνάγκην νὰ συμμορφωθῶμεν διὰ τρόπου ὅσον τὸ δυνατὸν καταλληλοτέρου, ἀλλὰ ποτὲ πέραν τῶν ὁρίων ἐκείνων, ἀφ’ ὧν ἐξερχόμενοι δυνάμεθα νὰ κινδυνεύσωμεν τὴν ὕπαρξίν μας καὶ τὴν τιμήν μας. Ὁ πόλεμος ἔχει γόητρον, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ συγχρόνως καὶ φρόνησιν. Ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι ἀφεύκτως πρέπει νὰ μετέλθῃ πολιτικὴν τοῦ πολέμου, εἴτε εἶναι εἴτε δὲν εἶναι ὁ τόπος ἐπὶ τοσοῦτον παρεσκευασμένος, ὥστε πειθομένη εἰς τοῦ ἔθνους τὸν πατριωτισμὸν, εἰς τὴν ἀνδρείαν, εἰς τὴν γενναιότητα καὶ ἀπόφασιν, νὰ δύναται νὰ ἐλπίσῃ ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτὴ δύναται νὰ διεξαχθῇ ἐπιτυχῶς, ἂν λέγω, ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι αὐτοὺς τοὺς κανόνας πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ, τότε μὴ ἀποτείνεται εἰς ἡμᾶς, ἀλλ’ ἂς ἀποφασίσῃ αὐτὴ μόνη. Ὁποία, κύριοι, εἶναι ἡ κατάστασις τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου τὴν σήμερον; Ὑπάρχει στρατὸς τακτικὸς, τοῦ ὁποίου ἡ πραγματικὴ δύναμις δὲν ὑπερβαίνει τὰς 10 χιλιάδας, στερεῖται δὲ πάντων τῶν ἐφοδίων ὧν ἔχει ἀνάγκην, στερεῖται ἵππων, ἡμιόνων, ὅπλων, πυροβόλων, πολεμοφοδίων, μηχανημάτων, ἐργοστασίων, στερεῖται πάντων τῶν ἀναγκαίων. Ἀλλὰ περιπλέον δὲν ἔχει τίποτε ἐν ταῖς ἀποθήκαις, ἐνῷ δὲν δύναται νὰ ὀνομασθῇ στρατὸς τακτικὸς ὁ μὴ ὢν ὡπλισμένος καὶ ἐφωδιασμένος διὰ διπλῶν καὶ τριπλῶν ὅπλων καὶ ἐφοδίων παντὸς εἴδους. Πλέον δὲ τοῦ ἐνεργοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν ἐλεεινότητα σᾶς παρέστησα καὶ τὴν ὁποίαν γνωρίζετε κάλλιστα, εἴπατέ μοι, σᾶς παρακαλῶ, τί ἄλλο ἔχετε; ἔχετε μόνον τοὺς Ἕλληνας, ἑτοίμους νὰ ὑπερασπίσωσι τὴν πατρίδα των ἐν ἀνάγκῃ ἐθνικῆς ἀμύνης. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπενόησε μέτρον ἄριστον, νὰ ὁπλίσῃ ἐν καιρῷ ἀνάγκης τοὺς ἀποστράτους! Ἀλλὰ, κύριοι, τοὺς ἀποστράτους οὐδεὶς τοὺς ἐπινοεῖ, οἱ ἀπόστρατοι ὑπάρχουν. Ἀποστράτους ὑποθέτω ἐννοεῖ τοὺς ἀποπερατώσαντας τὸν χρόνον τῆς ἐφεδρείας. Ἐὰν ἐννοῇ αὐτοὺς, μία διάταξις ἑνὸς καὶ μόνου ἄρθρου θὰ τοὺς φέρῃ ἐν ἀνάγκῃ εἰς τὰ ὅπλα, δύναται δὲ νὰ τοὺς ὀργανίσῃ καὶ πρὶν καὶ νὰ τοὺς ἀναγκάσῃ νὰ ἐπαναλάβωσι τὰ γυμνάσιά των. Τοιοῦτος νόμος ὑπῆρξε καὶ κατὰ τὸ 1867. Οἱ ἔφεδροι, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀποπερατώσει τὴν θητείαν των, ἐκηρύχθησαν τότε ὑπόχρεοι ἐν καιρῷ ἀνάγκης νὰ δράμωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχεν ἀνάγκην ἀπὸ τὴν Κυβέρνησίν της κατὰ τὸ διάστημα τῶν τριῶν ἑξαμηνιῶν, αἱ ὁποῖαι παρῆλθον, νὰ συντάττωσιν ἄρθρα, δι’ ὧν νὰ καταγράφωσι τοὺς ὑπάρχοντας στρατιώτας ἡ Ἑλλὰς ἀπῄτει ὅπως ἡ Κυβέρνησις καταναλώσῃ τὸν παρελθόντα χρόνον πρὸς κατασκευὴν νέων ἀνδρῶν πολεμιστῶν, δι’ ὧν ν’ αὐξήσῃ τὰς ὑπαρχούσας ἀνεπαρκεῖς δυνάμεις πρὸς ὑπεράσπισιν τοῦ τόπου. Ὡς πρὸς τοῦτο καμμία παρασκευή. Οὔτε εἷς παρεσκευάσθη, οὔτε κατὰ ἕνα ηὔξησεν ἡ πραγματικὴ δύναμις τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου! Ὕστερον λοιπὸν, κύριοι, ἀπὸ αὐτὴν τὴν κατάστασιν, δὲν εἶναι θλιβερὸν εἷς τῶν διακεκριμένων πολιτικῶν τοῦ τόπου νὰ αἰτιᾶται τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ὅτι διὰ τῶν μέτρων ἅπερ μέχρι τοῦδε ἐπρότεινε δὲν παρασκευάζει τὸν τόπον ἐπαρκῶς διὰ τὴν μετ’ ὀλίγον ἐπικειμένην πάλην; Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, διὰ νὰ διευκολύνῃ τὸ ζήτημα ὅπερ μετ’ ὀλίγον θέλει θέσει, ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον, ἰσχυρίσθη ὅτι δὲν περιμένει παρ’ αὐτοῦ παρασκευὰς ἀξίας τῶν ἀναγκῶν τῆς Ἑλλάδος, διότι τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον ἐπρέσβευσε πάντοτε περιωρισμένα πράγματα. Κύριοι, ἐὰν τὸ εὐδοκιμεῖν εἰς τὸ πολιτεύεσθαι, εἰς τὸ ἄρχειν, εἰς τὸ βουλεύεσθαι, συνίσταται εἰς τὰς μεγάλας καὶ φοβερὰς ἐπαγγελίας, ἐὰν ᾖναι ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς κυβερνήτας καὶ τοὺς πολιτικοὺς ἐν γένει νὰ ζητῶσι τὰ ἀδύνατα ἢ νὰ ὑπόσχωνται τὰ ἀδύνατα, ὁμολογῶ ὅτι δειλότερος ἄνθρωπος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄλλος ἀπὸ ἐμέ. Φαντάζομαι ὅτι προξενῶ μεγίστην ἀδικίαν εἰς τοὺς πολίτας οἵτινες μὲ ἐξέλεξαν ὡς ἀντιπρόσωπον, ἂν, χωρὶς νὰ συλλογίζωμαι τὴν δύναμιν τοῦ τόπου, ἐπαγγέλλωμαι πράγματα ἕνεκα τῆς ἀδυναμίας αὐτοῦ ἀκατόρθωτα. Ὅστις φρονεῖ ὅτι δύναται νὰ πλάσῃ δύναμιν χωρὶς νὰ βοηθήσῃ αὐτὸν ὁ χρόνος, ὅτι ἡ δύναμις δύναται νὰ προέλθῃ ἀπὸ μόνον τὰς προμηθείας τῶν ἀψύχων πραγμάτων, ὅτι τὴν δύναμιν δύναται νὰ προσπορισθῇ χωρὶς νὰ μεταβάλῃ τοὺς ἀτέχνους πολίτας εἰς ἐντέχνους στρατιώτας, αὐτὸς ἀδικεῖ καὶ ἑαυτὸν καὶ τὸν τόπον του. Δὲν εἶναι ὅμως ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἀπέκρουσα τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τοῦ τόπου· ἐξεναντίας μάλιστα ἐντὸς τῶν πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα ἀνεδίφησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης πρὸ μικροῦ, θέλει εὕρει τὴν ἑξῆς ἔκφρασιν. Ἐξετάζων τὴν πολιτικὴν τοῦ παρελθόντος τότε δωδεκαμήνου, ἔλεγον τὴν 30 Ὀκτωβρίου: «Ἡ ἐχεμύθεια εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ἢ, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὸν ὅρον τῆς πολιτικῆς γλώσσης, ἡ ἐπιφύλαξις ἦτο ἡ μόνη συνετὴ πολιτική. Ἐπιφύλαξις συνδεομένη μετὰ δραστηρίας παρασκευῆς καὶ ἐργασίας, καὶ ὅταν ὁμιλῶ περὶ παρασκευῆς καὶ ἐργασίας, δίδω τὴν πλέον ἔκτακτον σημασίαν εἰς τὴν ἔκφρασίν μου, δὲν νομίζω ὅμως ἀναγκαῖον νὰ ἐκταθῶ περισσότερον.» Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἐπρέσβευσά ποτε ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει νὰ ἐντείνῃ τὰς παρασκευάς της, ὅπως δυνηθῇ νὰ καθέξῃ ὅσον εἶναι δυνατὸν ταχύτερον τὴν θέσιν ἥτις ἐμπρέπει εἰς αὐτήν. Ἀλλὰ δὲν ἐνόμισα ὅτι εἰς τὴν ἐπαγγελίαν μου αὐτὴν ἔπρεπε νὰ λησμονήσω καὶ τὴν δύναμιν τοῦ τόπου καὶ τὴν δύναμιν τοῦ χρόνου, οὐδὲ νὰ φαντασθῶ στρατοὺς ἀτάκτους καὶ ἀτέχνους ὡς δύναμιν ἀληθῆ καὶ εἰς τὸν αἰῶνά μας ἐπιτετραμμένην. Εἰς αὐτὰς τὰς τρεῖς ἰδέας πιθανὸν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης νὰ εὑρίσκῃ μεγίστην διαφορὰν μεταξὺ τῶν ἰδεῶν του καὶ τῶν ἰδεῶν μας· ἀλλ’ ἂν διὰ τοῦτο ἦμαι ἀξιοκατάκριτος, κρίνατε οἱ ἀκούοντες. Ἀκούω ἀπ’ ἀρχῆς προπαρασκευὰς, φόρους, μεγάλας στρατιωτικὰς δυνάμεις, ἀλλ’ ἐνῷ μία καὶ ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις ὑπῆρξε καθ’ ὅλον τὸ μακρὸν αὐτὸ διάστημα εἰς τὰ πράγματα, δὲν εἶδα οὔτε φόρους νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ, οὔτε σύστημα πολεμικῆς δυνάμεως ἀξίας τοῦ πράγματος νὰ πλασθῇ, οὔτε παρασκευὴ ἡ ἐλαχίστη, ἂν οὐχὶ πράγματι νὰ κατορθωθῇ, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου ἐν σχεδίῳ νὰ ὑποβληθῇ. Εὗρεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὅτι ἡ τελευταία μου ὁμιλία δὲν ἀνταπεκρίνετο εἰς τὰς ἀξιώσεις τοῦ κοινοβουλίου· τοῦτο, κύριοι, ἐπιθυμῶ νὰ διευκρινισθῇ. Ἡ ὁμιλία μου ἐκείνη, ἥτις ἀνεφέρετο εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς εἰκοστῆς ἕκτης νοεμβρίου, περιεῖχε τὴν ἑξῆς διαβεβαίωσιν: ὅτι καθ’ ἡμᾶς αἱ παρασκευαὶ πρέπει νὰ διαιρεθῶσιν εἰς δύο, εἰς παρασκευὰς στοιχειώδεις, καὶ εἰς παρασκευὰς εὐρείας. Αἱ στοιχειώδεις, κατ’ ἐκείνην τὴν ἐξήγησίν μου πρὸς τὸ κοινοβούλιον, παρασκευαὶ περιελάμβανον τὴν αὔξησιν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, δι’ οὗ νόμου σήμερον παρουσιάζομεν, τὸν ὁπλισμὸν καὶ τὸν καταρτισμὸν τῆς νέας αὐτῆς τακτικῆς δυνάμεως καθ’ ὅλα, ὅπως ἡ Ἑλλὰς μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ἀσκήσεων καὶ τῆς μορφώσεως τῶν ἀνδρῶν τούτων ἔχῃ ὁμοῦ μετὰ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ τῆς παλαιᾶς ἐφεδρείας 35 ἕως 36 χιλιάδας στρατὸν τακτικόν. Ὡμολόγησα ὅμως ὅτι ὑπάρχουν καὶ εὐρύτεραι παρασκευαὶ, περὶ ὧν προχθὲς ἐπανέλαβον πολλάκις ὅτι δὲν ἔχουν ὅριον, διότι δύναται τὸ ἔθνος νὰ ἀποφασίσῃ νὰ τὰς ἐπεκτείνῃ ὅσον θέλῃ· ἀφοῦ δὲ ὅριον δὲν ἔχουν, ἐννοεῖτε ὅτι ὅριον δὲν ἔχουσιν οὔτε αἱ θυσίαι αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ τὰς παρακολουθήσωσι. Δὲν ἠξιώθην ποτὲ ν’ ἀκούσω κατὰ τὸ παρελθὸν οὔτε τὴν ἀπαρίθμησιν οὔτε τὴν εἰς χρήματα ἐκτίμησιν τῶν παρασκευῶν τοῦ τόπου. Κανεὶς τῶν βουλευτῶν δὲν ἔμαθέ ποτε ὁποῖα εἶναι τὰ πρακτέα καὶ ὁποῖα τὰ ποσὰ ἅπερ πρέπει νὰ δαπανηθῶσι πρὸς τοῦτο. Αὐτὴν τὴν ἔλλειψιν ἐπροθυμοποιήθημεν ἅμα ἐλθόντες εἰς τὴν ἐξουσίαν νὰ τὴν ἀναπληρώσωμεν. Εὐθὺς ἀμέσως ἐσχεδιάσαμεν καὶ σᾶς ὑπεβάλαμεν πλῆρες σύστημα καὶ ὀργανισμὸν πρὸς ὑπερτριπλασιασμὸν τοῦ νῦν στρατοῦ. Σᾶς εἶπον καὶ προχθὲς, ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ ἤδη, ὅτι πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ συστήματος αὐτοῦ ὁ νόμος περὶ ἐκτάκτου ἐφεδρείας, πρὸς καταρτισμὸν εἴκοσι νέων χιλιάδων πεζικοῦ καὶ πρὸς διπλασιασμὸν τῶν σωμάτων τῶν τεχνικῶν ὅπλων, ἀπαιτεῖ, κατὰ τὴν λεπτομερῆ κατάστασιν ἣν σᾶς ὑπεβάλαμεν, δαπάνην 11 ἕως 11½ ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Σᾶς προσθέτω σήμερον, ὅτι πρὸς ὁπλισμὸν καὶ ἐφοδίασιν ἐν πᾶσι τοῦ ὑπάρχοντος μονίμου ἐνεργοῦ στρατοῦ, ὑποτιθεμένου ὅτι θέλει ἔχει εἰς τὰ ὅπλα τὴν ὀργανικὴν αὐτοῦ δύναμιν κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ 1866, ἤτοι ἓν δεκατεσσάρων χιλιάδων ἀνδρῶν, ἀπαιτοῦνται 6½ ἑκατομμύρια. Σᾶς προσθέτω, ὅτι ὁ στρατὸς οὗτος ὁ ἐνεργὸς μετὰ τοῦ στρατοῦ τῆς νέας ἐφεδρείας, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἡ δύναμις 35 ἢ 36 χιλιάδων ἀνδρῶν, ἀπαιτεῖ, κατὰ τοὺς ὅρους τῆς τακτικῆς, ὑλικὸν ἐν ταῖς ἀποθήκαις μεταξὺ 10 καὶ 12 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἀξίας. Αὐταὶ εἶναι αἱ δαπάναι, ὑπολογισμέναι μία πρὸς μίαν κατὰ τοὺς ὀργανισμούς, κατὰ τοὺς στρατιωτικοὺς κανονισμοὺς τῆς ὑπηρεσίας καὶ κατὰ τὰς τρεχούσας τιμὰς τοῦ ἐκλεκτοτέρου ὑλικοῦ. Αὐτὰ δύνανται νὰ ὀνομασθῶσιν ὁ πρῶτος σταθμός. Ἵνα ὅμως συμπληρώσῃ ἡ Ἑλλὰς τὰς παρασκευὰς αὐτῆς, καὶ ἵνα δυνηθῇ νὰ εἴπῃ ὅτι παρεσκευάσθη κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν, δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ παρασκευάζουσα καὶ δαπανῶσα ὅσα θέλει. Ἀλλ’ ἔχετε τὴν ἀξίωσιν, κύριοι, νὰ σᾶς παρουσιάσωμεν σήμερον ἡμεῖς, 15 ἡμέρας ὄντες εἰς τὰ πράγματα καὶ καθ’ ὅλας αὐτὰς ἀπασχολούμενοι μαζύ σας ἐνταῦθα, νὰ παρουσιάσωμεν τὸν ὀργανισμὸν τῆς ἐκτάκτου παρασκευῆς διὰ τὰ ναυτικά; εἶσθε τόσον ἄδικοι! διότι ἐνῷ δὲν ἀπῃτήσατε τοιαῦτα πράγματα ἐπὶ τόσον μακρὸν χρόνον παρελθόντα, ἀπαιτεῖτε παρ’ ἡμῶν σήμερον νὰ τὰ παρουσιάσωμεν; Βεβαίως ἡ Ἑλλάς, θέλουσα νὰ κατασκευάσῃ ναυτικὴν δύναμιν, θέλει δαπανήσει πολλά· ἀλλὰ δὲν ἀρκοῦσι μόνον αἱ δαπάναι, ἀπαιτεῖται συνάμα καὶ χρόνος, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ὠφελιμοποιήσωμεν, διότι ἂν κατὰ ξηρὰν ἀπαιτῆται μόρφωσις ἀνθρώπων, ἀπαιτεῖται κατὰ μείζονα λόγον κατὰ θάλασσαν. Σᾶς ἐνθυμίζω, κύριοι, τί συνέβη μεταξὺ Ἰταλίας καὶ Αὐστρίας. Ἡ Ἰταλία πρὸ τῆς ναυμαχίας ἐν Λίσσῃ ἐξώδευσε διακόσια ἑκατομμύρια ἵνα κατασκευάσῃ στόλον, καὶ κατασκεύασεν ἐκλεκτόν. Ἡ Αὐστρία οὐδὲν ἐξώδευσε νὰ κατασκευάσῃ, ἀλλ’ ἐπεσκεύασε τὰ παλαιά της πλοῖα καὶ οὔτε ἓν θωρηκτὸν εἶχεν. Ἀλλ’ ὁ Μαξιμιλιανός, ἀνὴρ ἀφωσιωμένος εἰς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου καὶ πεπροικισμένος μὲ ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα, ἐφρόντισεν ἐπί τινα ἔτη νὰ κατασκευάσῃ καὶ ἐμόρφωσεν ἀξιωματικοὺς καὶ ναύτας. Ἀντεπαρετάχθησαν οἱ δύω στόλοι, καὶ ἡ Ἰταλία ἡττήθη κατὰ κράτος. Ἂν θέλωμεν μόνον μὲ λόγους νὰ πολεμήσωμεν, ἂν νομίζωμεν, ὅτι προμηθεύοντες ὑλικὸν καὶ δαπανῶντες χρήματα δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπόν, καὶ εἰς σκοπὸν πολέμου λίαν προσεχοῦς, ἀνοίξατε τὰς θύρας, ἵνα ἐξέλθωμεν ἡμεῖς. Πρέπει νὰ εὑρεθῶσιν ἄνθρωποι, κύριοι, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχωσιν αὐτὴν τὴν θείαν δύναμιν. Ἡμεῖς σᾶς ὁμολογοῦμεν τὴν ἀδυναμίαν μας, καὶ οὔτε θὰ δώσωμεν ποτὲ τὴν ψῆφόν μας, ἂν τοιαύτη ἀνάγκη ἀναγνωρισθῇ, ἵνα ἀποδυθῇ ὁ τόπος εἰς τοιούτους κινδύνους, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἓν μέτρον πεποιθήσεως καὶ ἐλπίδος, ὅτι δύναται νὰ διεξαχθῇ ὁ ἀγὼν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους. Ἐὰν νομίζετε ὅτι ἡ ναυτικὴ δύναμις ἦναι ἀναπόφευκτος ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν εὑρεθῇ εἰς ἐμπόλεμον θέσιν, πρέπει νὰ ἔχετε ναύτας, ἵνα τὸ ἀποφασίσητε. Ἂν δὲ νομίζετε, ὅτι τὸ ναυτικὸν δημιουργεῖται διὰ διαταγῶν καὶ ἐντὸς μιᾶς ἑξαμηνίας ἢ ὀκτὼ ἢ δέκα μηνῶν, νομίζω ὅτι πλανᾶσθε. Ὅλη ἡ Ἑλληνικὴ χώρα, περιβρεχομένη πανταχόθεν ἀπὸ ὕδατα, ἔχουσα πολυτίμους καὶ ἀνεκτιμήτους ναυτικὰς ἐθνικὰς δυνάμεις, βεβαίως πρέπει νὰ ἐπιμεληθῇ δι’ ὅλων τῶν μέσων καὶ διὰ πάσης θυσίας, ὅπως κατορθώσῃ ν’ ἀποκτήσῃ καὶ αὐτὸ τὸ προϊὸν τῶν παρασκευῶν. Ἡ Ἑλλὰς δύναται ν’ ἀποφασίσῃ πρὸς τοῦτο θυσίας, δύναται νὰ ἐπιβάλῃ φόρους, δύναται νὰ πλάσῃ ταμεῖα, δὲν πρέπει ὅμως νὰ πιστεύσῃ ποτὲ ὅτι θὰ κατορθώσῃ τι διὰ χειροτονίας. Τίποτε δὲν κατορθοῦται διότι τὸ θέλει. Πρέπει νὰ ὑποβοηθήσῃ ὁ χρόνος, πρέπει νὰ γείνῃ ὁ προσήκων ὀργανισμός, πρέπει νὰ ἀποκτήσῃ οὐ μόνον τὰ ἄψυχα μέσα, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι θὰ κινήσωσιν αὐτά. Ἀλλά, κύριοι, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, αὗται εἶνε τάχα μόνον αἱ κατεπείγουσαι ἀνάγκαι τοῦ τόπου καὶ αἱ σπουδαιόταται; Ὁ τόπος ὀφείλει νὰ ἐπιμεληθῇ τῆς ἐσωτερικῆς εὐημερίας, ὀφείλει νὰ ἐπιμεληθῇ τῆς ὁδοποιΐας· πρὸ τόσου καιροῦ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀνάγκην τῆς κατασκευῆς σιδηροδρόμων, ἑνὸς τοὐλάχιστον. Καὶ σήμερον ἐνθέρμως ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου τὴν πληρωμὴν τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν χρεῶν. Σᾶς ὡμίλησε περὶ τῆς ἀνάγκης νέων φόρων 9,000,000 δρ. κατ’ ἔτος. Τί νομίζετε, κύριοι, ὅτι προκειμένου περὶ τοιούτων ἐκτάκτων ὅλως πραγμάτων, πρώτη ἡ Κυβέρνησις πρέπει τάχα ν’ ἀποφασίσῃ ἢ πρώτη ἡ Βουλή; Διατὶ ἀποτείνετε αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ δὲν πρόκειται οὔτε περὶ τῶν συνήθων, οὔτε περὶ ἁπλῶς ἐκτάκτων μέτρων, ἀλλὰ περὶ θυσιῶν, τὰς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος φοβεῖται καὶ νὰ συλλογισθῇ! Μᾶς ἀποτείνουν τὴν ἐρώτησιν: τίνι τρόπῳ θὰ κατορθώσωμεν νὰ κατασκευάσωμεν νέους πόρους 9,000,000 δραχ. κατ’ ἔτος! Νομίζω ὅτι εἶναι ἄδικος ἡ ἀξίωσις. Παρὰ τῶν Κυβερνήσεων δὲν πρέπει νὰ ζητῶμεν τὰ ἀδύνατα. Ταύτας πρέπει νὰ ἐνθαῤῥύνετε, ὅταν βλέπετε ὅτι εἶναι ἄξιαι νὰ κυβερνήσωσι καὶ νὰ ὑποβοηθήσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, καὶ οὐχὶ νὰ τὰς ἀπελπίζετε καὶ νὰ θέτετε αὐταῖς προβλήματα, τῶν ὁποίων ἡ λύσις εἶναι ἀκατόρθωτος. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἐνώπιόν της ἄπειρα πράγματα νὰ κατασκευάσῃ, καὶ χρεωστεῖ νὰ κάμῃ διάκρισιν μεταξὺ ἀναγκῶν καὶ ἀναγκῶν, μεταξὺ πρακτέων καὶ πρακτέων. Κατὰ τὴν τρέχουσαν Σύνοδον πολλὰ σχέδια ἐπαρουσιάσθησαν, τὰ ὁποῖα εἶχον τὸν χαρακτῆρα τῆς ὠφελιμότητος. Ἀλλ’ ἐνθυμηθῆτε ὅτι ὅτε ἄλλοτε ἀπηριθμήσαμεν αὐτά, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ὅτι ἐδημιουργεῖτο δι’ αὐτῶν ἔλλειμμα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 10, 12 ἢ καὶ περισσοτέρων ἑκατομμυρίων. Ἂν ὑπάρχῃ ἡ ἀξίωσις ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὥστε ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις νὰ φορολογήσῃ τὸν τόπον ὅπως πᾶσαι αἱ ἀνάγκαι κατορθωθῶσι, ζητοῦνται τὰ ἀδύνατα. Εἶναι ἀδύνατα, οὐχὶ διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ δημιουργήσῃ μέσα πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ διότι ἡ χώρα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ ἀνεχθῇ. Ὅσον διὰ τὰ σχέδια, ἀντιγράψατε τοὺς νόμους ὅλων τῶν ἐθνῶν, μεταῤῥυθμίσατε αὐτοὺς ὅπως εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς ἐφαρμόσητε εἰς τὴν ἡμετέραν χώραν, καὶ θὰ ἔχητε μεγάλην φορολογίαν, ἡ ὁποία οὐ μόνον τὰ 9 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ καὶ πολὺ πλείονα κατ’ ἔτος ὑπόσχεται. Ἀλλὰ δύναται; Διὰ τοῦτο ἐπαναλέγω, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ πρώτη περὶ τούτου ν’ ἀποφασίσῃ, καὶ ὅτι ἡ ἐρώτησις δέον ν’ ἀπευθύνηται πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ οὐχὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὀφείλω νὰ διευκρινίσω ἓν ζήτημα, ὅπερ παρεμπίπτει μεταξὺ τοῦ κ. Τρικούπη καὶ ἐμοῦ, τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ταμείου τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης. Τί ἐννοεῖ μὲ τὴν ἀξίωσιν αὐτήν; νὰ κατασταθῇ ταμεῖον ὀνομαζόμενον ἐθνικῆς ἀμύνης ἢ ὁπωσδήποτε ἄλλως, ὅπερ νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τοῦ τόπου; ἐννοεῖ τὸ ταμεῖον τοῦτο νὰ ᾖναι προωρισμένον ὅπως αὐξάνῃ κατ’ ἔτος τὰς στρατιωτικὰς ἡμῶν δυνάμεις κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν καὶ συντρέχῃ εἰς τὴν συντήρησιν ἢ βελτίωσιν αὐτῶν; ἢ ἐννοεῖ νὰ δώσῃ διὰ τοῦ ταμείου αὐτοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα, ὅπως κατασκευάσῃ τὰς ἀπολύτως ἀναγκαίας παρασκευάς; Ἂν ἐννοῇ τὸ πρῶτον, εἶναι ἔργον μέλλοντος χρόνου, διότι πρὸς βελτίωσιν καὶ συντήρησιν τῆς ἐθνικῆς δυνάμεως ἀπόλυτος ἀνάγκη εἶναι νὰ προϋπάρξῃ ἡ δύναμις αὐτὴ καὶ πρὸς τοῦτο νὰ πλασθῇ διὰ πάσης ταχύτητος, τὸ δὲ ταμεῖον νὰ χρησιμεύῃ κατόπιν ὅπως προχωρῇ ἀπροσκόπτως ἡ Κυβέρνησις, ἀντλοῦσα ἐξ αὐτοῦ τὰ μέσα πρὸς τὸν ὠφελιμώτατον αὐτὸν σκοπόν. Ὑποθέτω ὅτι ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου ἐννοεῖ νὰ κατασκευάσῃ ἡ Ἑλλὰς τὰ πολεμικὰ μέσα καὶ τὰς πολεμικὰς δυνάμεις τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην, τὸ δὲ ταμεῖον νὰ συντρέχῃ εἰς τὴν βελτίωσιν καὶ συντήρησιν αὐτῶν. Αἱ ἀνάγκαι, ἐνώπιον τῶν ὁποίων εὑρισκόμεθα σήμερον, εἶναι αἱ ἑξῆς, ἄνευ διοικητικῶν ἢ νομοθετικῶν μεταῤῥυθμίσεων καὶ χωρὶς νὰ δηλώσῃ ἡ κυβέρνησις κατὰ πόσον δύναται τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς νὰ μεταβάλῃ. Ἀπαιτοῦνται 4,000,000 δραχμῶν διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς μορφώσεως τῆς ἐφεδρείας, διότι, ὡς εἶπον καὶ χθὲς, ἀπαιτοῦνται 11 ἢ 11½ ἑκατομ., ἀλλὰ τὰ 7 ἑκατομ. θὰ ληφθῶσιν ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος δανείου τῶν 10 ἑκατομ. καθόσον τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου ἐδαπανήθη.
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐξηγηθῆτε σᾶς παρακαλῶ, ἐὰν ἐδαπανήθη καὶ πῶς ἐδαπανήθη.
§46ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καλῶς βεβαίως. Δὲν ἐδαπανήθη μόνον ὑπὸ τοῦ προκατόχου ὑπουργείου, ἀλλὰ καὶ ὑφ’ ἡμῶν.
§47ΡΑΛΛΗΣ. Ἐλήφθησαν ὑποχρεώσεις.
§48ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴχομεν ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἀνελάβομεν δὲ καὶ ἡμεῖς, ἢ μέλλομεν ἀμέσως ν’ ἀναλάβωμεν. Λοιπὸν ἐν πρώτοις ἀπαιτοῦνται 4 ἑκατ. διὰ τὴν ἐφεδρείαν. Ἀπαιτοῦνται διὰ τὸν ὁπλισμὸν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ κατὰ τὴν ὀργανικὴν δύναμιν ἐκ 14,000 ἀνδρῶν 61 /2 ἑκατομ. Ἀπαιτεῖται ἀποθήκευσις προμηθειῶν κατὰ τοὺς ὅρους τῆς τακτικῆς. Ὡς πρὸς τοῦτο ἡ ἀξίωσίς μας εἶναι κατωτέρα τῶν προμηθειῶν, ἃς ἔχουσιν οἱ Εὐρωπαϊκοὶ στρατοί· διότι ἐκεῖ μὲν ὁ στρατιώτης ἔχει τρία ὅπλα (ἓν φέρει καὶ τὰ δύω μένουν εἰς τὴν ἀποθήκην), ἐν ᾧ παρ’ ἡμῖν ὑπελογίσαμεν νὰ ἔχῃ μόνον δύω. Ἀποθήκευσις λοιπῶν προμηθειῶν 10,000,000 δραχμῶν. Τὸ ὅλον 20,500,000, ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ δαπάνην ἐτησίαν τόκων καὶ χρεωλυσίου 2,500,000. Ὑπάρχει ἤδη τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1876 καὶ 1877, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖτε ἀσφαλῶς νὰ ὑπολογίσητε εἰς 5,000,000. Ὑπάρχει ἡ ὁδοποιΐα καὶ, ὑποτιθεμένου ὅτι ἤθελε γείνει δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τῶν ἀξιοτίμων προκατόχων μας, ἀπαιτεῖται προσθήκη δαπάνης ἐτησίας 1,000,000 δραχ. περίπου. Νομίζω δὲ ὅτι δὲν λέγω ὑπερβολὴν, ἂν ἰσχυρισθῶ ὅτι ὑπάρχει εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς μας σταθερὸν ἔλλειμμα 2,000,000. Οὕτω πως, κύριοι, διὰ τὴν συμπλήρωσιν δυνάμεως τακτικῆς κατὰ ξηρὰν ἐκ 36,000 κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἀνδρῶν, διὰ τὸν ὁπλισμὸν αὐτῶν κατὰ τὰ νεώτατα καὶ δοκιμώτατα συστήματα καὶ διὰ τὴν προμήθειαν καὶ ἀποθήκευσιν ἁπάσης τῆς ἄλλης συσκευῆς, ἔτι δὲ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐλλείμματος τῶν δύω τρεχουσῶν χρήσεων, τὴν ἐξίσωσιν τῶν ἐτησίων ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα καὶ πρὸς αὔξησιν τῶν μέσων τῆς ὁδοποιΐας, ἀπαιτεῖται, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα ἄθικτα μένοντα καὶ ἀμετάβλητα, νὰ πλάσωμεν νέους πόρους ἐκ δραχμῶν 6,000,000. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, κύριοι, τὴν ὁποίαν ἔχετε ἐνώπιόν σας σήμερον. Ἴσως τὸ ὑπουργεῖον δὲν κατωρθώσῃ νὰ κάμῃ καμμίαν ἐλάττωσιν καὶ βελτίωσιν, ἀλλ’ ἐὰν τὸ κατορθώσῃ, θὰ ἐλαττώσῃ τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι σήμερον εἶναι βεβαιωμέναι καὶ ἀναμφισβήτητοι. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, ὡς εἶπον καὶ πρὶν, ὑπάρχουν ἀνάγκαι ναυτικῶν προπαρασκευῶν, ὑπάρχουν ἀνάγκαι σιδηροδρόμων, ὑπάρχουν ἀνάγκαι πληρωμῆς χρεῶν παλαιῶν, ὡς ἠκούσατε. Αὐταὶ εἶναι ἀνάγκαι μὴ περιλαμβανόμεναι εἰς τὸ μέγα ποσὸν τῶν 6,000,000 δραχ. νέων πόρων ἢ νέων φόρων, τοὺς ὁποίους χρεωστοῦμεν, ὡς ἔχουσι τὴν στιγμὴν ταύτην τὰ πράγματα, νὰ ἐπιβάλωμεν! Ἐρωτῶ τὸν κ. Τρικούπην, ἂν νομίζῃ ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ συσταθῇ ταμεῖον ἐθνικῆς ἀμύνης, διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν ἀνάγκην, ἣν προανέφερα, τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων; Νομίζω, ἂν ἐξηγῶ καλῶς τὴν ἰδέαν του, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς συστάσεως, πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν, εἶναι περιττή· διότι πάντα ὅσα προανέφερα εἶναι ἔργα, πράγματα, προμήθειαι, δαπάναι, αἵτινες πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἀμέσως. Τὸ νὰ κατασκευάσωμεν τὴν ἐφεδρείαν καὶ νὰ τὴν ὁπλίσωμεν, ἔτι δὲ νὰ ὁπλίσωμεν τὸν ἐνεργὸν στρατὸν, νὰ ἀποθηκεύσωμεν τὰ ἀναγκαῖα ὅπλα καὶ τὸ ἐπίλοιπον ὑλικὸν, αὐτὰ εἶναι ἔργα, ἅπερ πρέπει νὰ τελέσωμεν ἀμέσως. Δὲν εἶναι ἔργα ἑτοιμαστέα ἐν τῷ μέλλοντι, ὥστε νὰ αἰσθανθῶμεν τὴν ἀνάγκην τῆς μορφώσεως ἰδίου ταμείου εἰς τὸ ὁποῖον νὰ κλείσωμεν ποσόν τι χρημάτων, φοβούμενοι μήπως, ἑωσοῦ ποιήσωμεν χρῆσιν αὐτῶν, ἄλλαι ἀνάγκαι παρουσιασθῶσι καὶ παρ’ ἡμῶν θεωρηθῶσιν ὡς ἀνώτεραι, καὶ ἑπομένως ἡ ὑπόθεσις, τὴν ὁποίαν σήμερον θεωροῦμεν ἱερὰν καὶ ὑπερτάτης ἀξίας, θεωρηθῇ κατόπιν ὡς δευτερεύουσα καὶ ναυαγήσῃ. Αὐτὰ τὰ ἔργα ἅτινα σᾶς ἀνέφερα, πρῶτον μὲν τὰ στρατιωτικά, δι’ ἃ ἀπαιτεῖται ἐτησία δαπάνη 2,500,000, ἔτι δὲ ἡ ὁδοποιΐα, ἥτις δὲν ἀνάγεται εἰς τὰ στρατιωτικὰ καὶ ἑπομένως εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης, πλὴν δὲ τούτου ἡ ἐξάλειψις τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἡ πληρωμὴ τῶν ἐλλειμμάτων τῶν ἐν ἐνεργείᾳ χρήσεων, ἅπερ πάντα πρέπει νὰ ἐκλείψωσιν, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, διότι οὐδὲν βῆμα δυνάμεθα νὰ κάμωμεν πρὸς τὰ πρόσω ἀφίνοντες ὄπισθεν ἡμῶν τὸ χάος, αὐταὶ ὅλαι αἱ δαπάναι, αἱ προμήθειαι, αἱ πληρωμαὶ, αἱ προβλέψεις, πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἀμέσως. Δὲν βλέπω διὰ τί ἀπαιτεῖται νὰ κατασκευάσωμεν νέους πόρους, τοὺς ὁποίους νὰ ὀνομάσωμεν ἐθνικῆς ἀμύνης ταμεῖον ἢ ἄλλως πως, προκειμένου περὶ ἔργων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσι παρευθύς. Ἐὰν εἰς τοῦτο εἴμεθα σύμφωνοι, τότε μεταβαίνομεν εἰς ἑτέραν σκέψιν. Ἐκ τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν μένουσιν αἱ ναυτικαί. Ὡς πρὸς αὐτὰς σᾶς εἶπον καὶ πρὶν, ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ἡ Κυβέρνησις αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ σᾶς παρουσιάσῃ οὔτε ἔργα, ὅπως σᾶς ἐπαρουσίασε περὶ τῶν κατὰ ξηρὰν παρασκευῶν, οὔτε ὑπολογισμούς, διότι καὶ τὸ ἔργον εἶναι δυσκολώτατον, καὶ πάντες θὰ ἀναγνωρίσετε ὅτι ὁ καιρὸς δὲν ὑπῆρχεν ἡμῖν, ὅπως δυνηθῶμεν ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιθυμίαν σας. Ἐννοεῖ λοιπὸν ὁ κ. Τρικούπης ὅτι διὰ τὰς ναυτικὰς παρασκευὰς, καθὼς καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν στρατιωτικῶν ὑπεράνω τῆς παρασκευῆς ἣν προανέφερα, ἀπαιτεῖται νὰ συσταθῇ ἓν ταμεῖον, ὅπερ νὰ προικισθῇ μὲ ἰδίους πόρους; Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι πρόωρον νὰ τὸ ἀποφασίσωμεν· διατί εἶναι πρόωρον; διότι ὅταν πρὸς κατασκευὴν τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων ἔχωμεν ἐνώπιόν μας τὸ μέγα ποσὸν 6,000,000 δραχ. ἐτησίας δαπάνης, ἣν δὲν ἔχομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, οὔτε δυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ἐσόδων ὡς ὁ προϋπολογισμὸς δεικνύει, δὲν νομίζετε ὅτι εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ μὴ σκεφθῶμεν ἀκόμη περὶ ταμείου ἐθνικῆς ἀμύνης, πρὸς κατασκευὴν τοῦ ὁποίου ἀπαιτεῖται νὰ προσδιορίσωμεν πρὸς τοῖς νέοις πόροις ἑτέρους νέους πόρους; δὲν εἶναι λογικώτερον, προτιμότερον, συνετώτερον, νὰ τακτοποιήσωμεν πρῶτα τὸ πρῶτον, νὰ εὑρεθῶμεν σύμφωνοι Κυβέρνησις καὶ Βουλὴ περὶ τοῦ πῶς θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὴν πρωτίστην καὶ ἐπικειμένην ἄφευκτον ἀνάγκην, ἥτις παρουσιάζει ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ 6,000,000, καὶ ὅταν εἰς τοῦτο μείνωμεν σύμφωνοι, ὅταν κατορθώσωμεν νὰ λύσωμεν αὐτὸ τὸ δύσκολον ζήτημα, τότε καὶ μόνον τότε νὰ σκεφθῶμεν ἂν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν καὶ περαιτέρω, καὶ ἂν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν, κατά τινα τρόπον θὰ προβῶμεν καὶ διὰ τίνων μέσων Ἐὰν ὁ κ. Τρικούπης ἐρωτᾷ ἀπολύτως περὶ τῆς ἀρχῆς, περὶ τῆς ἰδέας τοῦ πράγματος, δὲν ὑπάρχει τις ὁ ἀποδοκιμάζων. Ὅστις ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ στηρίξῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὰς ἐλπίδας της εἰς τὰς ἰδίας αὐτῆς δυνάμεις, αὐτὸς πρέπει ἀναμφισβητήτως ν’ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀνάγκην ὅπως εἰς τὰ στρατιωτικὰ ὁ τόπος ἐπιστήσῃ ἰδιαιτέραν προσοχὴν καὶ ὅπως τὴν στρατιωτικὴν αὐτὴν παρασκευὴν ἀσφαλίσῃ ἀπὸ πάσης ἐπιδρομῆς τοῦ μέλλοντος. Τὸ ζήτημα δὲν κεῖται εἰς τοῦτο. Τὴν ἐναντίαν ἰδέαν ἠμποροῦν νὰ ἔχουν μόνοι ὅσοι φρονοῦν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ ᾖναι ἁπλῶς καὶ μόνον ταμεῖον ἀρχαιοτήτων. Ὅσοι ὅμως δὲν φρονοῦσι τοῦτο, αὐτοὶ δὲν ἠμποροῦν καὶ νὰ ἀποκρούσωσιν ἰδέαν, ἥτις ὑπηρετεῖ τὸν εἰρημένον ἐθνικὸν σκοπόν. Ἐρωτῶ τὸν κ. Τρικούπην, ἂν σήμερον ἡ Κυβέρνησις ἔλεγε: προτείνω νὰ συσταθῇ ταμεῖον ἐθνικῆς ἀμύνης προικισμένον μὲ ἰδίους πόρους 3,000,000, οἱ ὁποῖοι θέλουν χρησιμεύσει εἰς τὰς στρατικὰς παρασκευάς, κατὰ τί ἤθελε διαφέρει ἡ τοιαύτη πρότασις τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὴν διήγησιν καὶ ἐξιστόρησιν τῶν σκέψεών μας, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ σᾶς ἐξέθεσα; κατ’ οὐδέν. Ἡ πρότασις αὕτη ἤθελε τάχα ἐμποδίσει τὴν σκέψιν, ὅτι ὁμοῦ μετὰ τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν θέλει συμβαδίσει ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξαλείψεως τῶν ἐλλειμμάτων καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν πόρων τῆς ὁδοποιΐας; Εἰς τὸ ταμεῖον αὐτὸ ἤθελε τάχα μείνει λεπτὸν καὶ δὲν ἤθελεν ἀποφασισθῆ, ὅτι τὸ πᾶν πρέπει ἀμέσως νὰ δαπανηθῇ; Ἡ Κυβέρνησις παρουσιάζει σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν ἀνάγκας, τῶν ὁποίων ἡ πλήρωσις θέλει βεβαίως προβιβάσει πολὺ τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου· διότι ἀπὸ τῆς ἐλεεινότητος, εἰς ἣν εὑρίσκεται αὕτη τὴν σήμερον, θέλει κατορθωθῆ νὰ ὑπάρχῃ στρατὸς 35–36,000 ἀνδρῶν, στρατὸς τακτικὸς καὶ ἄξιος τοῦ ὀνόματος, κάλλιστα δὲ καὶ ἐντελέστατα καὶ γεγυμνασμένος καὶ ὡπλισμένος καὶ μὲ ὅλας τὰς ἀναγκαίας προμηθείας, κατὰ τὸ παράδειγμα τῶν ἄλλων ἐθνῶν, εἰς τὰς ἀποθήκας του. Ἀλλ’ ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχωσιν εἴτε πολῖται εἴτε βουλευταί, ἔχοντες ἀξιώσεις μεγαλειτέρας καὶ ζητοῦντες νὰ παρασκευάσωμεν δύναμιν πολὺ μείζονα· αὐτοὺς ἐρωτῶ: ἐννοοῦν δυνάμεις ἀπαιδεύτους; αὐτὸ δὲν εἶναι δύσκολον. Μία ὀλιγόλογος διάταξις νόμου, ἐπιτρέποντος εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ ἄτακτα τάγματα, καὶ μία πίστωσις ἐπιτρέπουσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν προμήθειαν ὅπλων δι’ ὅσον στρατὸν τοιοῦτον ἤθελε θελήσει, συμπληροῖ αὐτὴν τὴν ἀνάγκην. Ἂν ἐννοοῦν ὅμως μείζονα δύναμιν τακτικοῦ στρατοῦ, εἰ μὲν τοῦτο ἀπαιτοῦν διὰ μακροῦ χρόνου καὶ θητείας, δὲν εἶναι ἔργον τῆς παρούσης στιγμῆς. Ἂν ὅμως ἀπαιτοῦν νὰ κατασκευάσωμεν τακτικὸν στρατὸν δυνάμεως μείζονος ἧς προανέφερα ἐντὸς ὀλίγου χρόνου, διὰ τῆς ἐπισωρεύσεως ἐν τοῖς στρατοπέδοις πλειόνων νεοσυλλέκτων, αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον, διότι δὲν ἔχομεν τὰ μέσα τῆς ἐκπαιδεύσεως. Προσκαλέσατε σεῖς ἰδιαιτέρως στρατιωτικὰ συμβούλια, θέσατε αὐτοῖς τὸ ζήτημα, ἐρωτήσατέ τα ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ πλάσωμεν ἐξ ὀλίγου χρόνου τακτικὴν δύναμιν μείζονα, καὶ ἂν λάβητε τὴν ὑπογραφὴν πρὸς τοῦτο εἰδημόνων ἀνδρῶν, τῶν ὁποίων ἡ γνώμη νὰ ἔχῃ βαρύτητα, τότε βεβαίως πρὸς τὸ μέγα αὐτὸ κατόρθωμα θέλομεν προθυμοποιηθῆ καὶ φιλοτιμηθῆ. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἀκριβῶς ἐξετάσαντες τὰ πράγματα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ὅπου ὑπάρχει ὅλη ἡ ἀκρίβεια, ἐπείσθημεν ὅτι εἶναι τῶν ἀδυνάτων ἀδύνατον τὸ ἔργον νὰ κατορθωθῇ. Ἂν ἀφ’ ἑτέρου ἀπαιτῆτε παρ’ ἡμῶν παρασκευὴν ναυτικὴν ἐξ ὀλίγου χρόνου, ἢ ἂν νομίζετε ὅτι δυνάμεθα νὰ παρασκευάσωμεν τὰ ναυτικὰ διὰ μόνων τῶν προμηθειῶν, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀξίωσιν. Νομίζομεν ὅτι ἠθέλαμεν ἀδικήσει καὶ τὸν τόπον καὶ τὸν ἑαυτόν μας ἐν ἐνδεχομένῃ τοιαύτῃ ὑποσχέσει. Ἀναγνωρίζομεν τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν χρησιμότητα, φρονοῦμεν ὅτι ὁ τόπος πρέπει νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν του καὶ εἰς τοῦτο. Ἀλλὰ τὸ κατόρθωμα δεῖται μακροῦ χρόνου. Ἂν δὲ μᾶς ἀποτείνετε τὴν ἀξίωσιν σήμερον καὶ ζητεῖτε τώρα ἀπάντησιν περὶ ὀργανισμῶν, περὶ λογαριασμῶν, περὶ δαπανῶν πρὸς τὴν ναυτικὴν τοῦ τόπου παρασκευὴν, εἰς αὐτὸ δὲν ἠμποροῦμεν ἤδη νὰ σᾶς εὐχαριστήσωμεν. Κύριοι, μίαν τελευταίαν παρατήρησιν νομίζω ὅτι χρεωστῶ νὰ προσθέσω. Νομίζω, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν ὅτι καμμία Κυβέρνησις, οὔτε ἡ σημερινὴ οὔτε ἄλλη, δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸν τόπον, ἐὰν δὲν ἔχῃ ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ. Κυβέρνησις ὑπέχουσα βασανιστήρια ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, Κυβέρνησις κλονιζομένη ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν, Κυβέρνησις πρὸς ἣν τὸ Κοινοβούλιον φέρεται μετά τινος ἀπεχθείας, δὲν εἶναι δυνατὸν, κύριοι, ὅπως εἰς τὰς συνήθεις περιστάσεις, οὕτω κατὰ ἀπείρως μείζονα λόγον νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὰς ἐκτάκτους. Κυβέρνησις καλουμένη νὰ δημιουργήσῃ ἐκ τοῦ μὴ εἶναι, ἐκ τοῦ μηδενὸς, καὶ νὰ δημιουργήσῃ πράγματα, ἅπερ ἀπαιτοῦσι μεγίστην ἐντέλειαν καὶ εἰς ἃ ἡ ἐνέργεια περιστέλλεται ἀπὸ περιορισμοὺς ἐπιβαλλομένους ὑπὸ τῆς τέχνης καὶ τῆς ἐπιστήμης, ἢ ὑπὸ ἄλλων αἰτιῶν· Κυβέρνησις τοιαύτη, κύριοι, ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐνθουσιαστικῆς ὑποστηρίξεως τοῦ Κοινοβουλίου, ὅπως δύναται νὰ μεταδώσῃ τὸν ἐνθουσιασμὸν αὐτὸν εἰς τὸν τόπον. Διὰ τοῦτο τὸ Κοινοβούλιον θὰ κατασταθῇ λίαν βλαβερὸν εἰς αὐτὴν τὴν ἰδίαν ὑπόθεσιν, ἣν θέλει νὰ περιποιηθῇ, ἐὰν δὲν φροντίσῃ τὸ ταχύτερον νὰ συντρέξῃ εἰς τὸ νὰ εὑρεθῇ Κυβέρνησις, ἥτις, ἔχουσα ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ, νὰ δύναται νὰ ἐπενεργήσῃ εἰς τὸν τόπον διὰ τῆς θαυμασίας δυνάμεως τοῦ ἐνθουσιασμοῦ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης σᾶς ἔδωκεν ἀφορμὴν σήμερον νὰ συλλογισθῆτε τὸ πρᾶγμα τοῦτο καλῶς· διότι τῷ ὄντι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπεν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα νομίζομεν ὅτι αἱ περιστάσεις ἤδη μᾶς ἐπιβάλλουσι, θὰ ἀπαντήσῃ δυσκολίας, θὰ προξενήσῃ δυσαρεσκείας, θὰ γεννήσῃ ἐνοχλήσεις, καὶ δὲν πρέπει τὸ Κοινοβούλιον νὰ λησμονῇ, ὅτι, μόνον καὶ μόνον διότι θὰ ψηφίσῃ, δὲν ἕπεται ὅτι θὰ κατορθώσῃ. Ἐγὼ, κύριοι, ἀναγνωρίζω τὰς μεγάλας δυσκολίας, εἰς ἃς εὑρίσκεται τὸ Κοινοβούλιον ἵνα ἀνταποκριθῇ εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐννοῶ νὰ τὸ μεμφθῶ, οὔτε κἂν νὰ τῷ ἀποτείνω οὐδεμίαν παρατήρησιν ὡς πρὸς τὴν συμπεριφοράν του τὴν παροῦσαν καὶ τὴν μέλλουσαν. Εἶπον ὅσα εἶπον, μόνον διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν αὕτη εὑρίσκεται, καὶ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον τῇ ὑπαγορεύει αὐτὴ ἡ ἀνάγκη. Δὲν λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔσφαλεν, ἢ σφάλλει, ἢ θὰ σφάλῃ· λέγω ὅμως ὁποῖαι πρέπει νὰ ὦσιν αἱ σχέσεις μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Κοινοβουλίου καὶ τί Κυβέρνησις φιλότιμος, ἐπιθυμοῦσα νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἐπιθυμίας τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ τόπου, ἀπαιτεῖται νὰ κατέχῃ. Αὐτὸ ἀφορᾷ εἰς τὴν ἰδικήν μας εὐθύνην, καὶ ὡς τοιοῦτο μόνον τὸ παρουσιάζω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐξήγησις τὴν ὁποίαν σᾶς κάμνω εἶναι εἰλικρινεστάτη, καὶ ἧς αἰσθανόμεθα ἡμεῖς, οἱ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ὑπάρχοντες, τὴν ἀξίαν. Τὴν συνησθάνθητε βεβαίως καὶ ὅσοι ὑπήρξατε εἰς τὴν ἐξουσίαν ἄλλοτε, ἀλλ’ οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ὑπάρχει, σπανίως ἐπαρουσιάσθησαν.
§49ΦΙΛΗΜΩΝ. Οἱ τελευταῖοι λόγοι τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ ὑπῆρξαν σοβαρότατοι· περιέχουσι μίαν μεγάλην ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ παραγνωρίσῃ· ὑπῆρξαν πραγματικῶς λόγοι ἀξιομνημόνευτοι. Τὸ κύριον ζήτημα εἶναι σήμερον πῶς θέλομεν ἔχει Κυβέρνησιν ἰσχυρὰν, ἀξίαν τῶν περιστάσεων, ἡ ὁποία, καθὼς λογικώτατα ὑπεστήριξε, πρόκειται νὰ ἐξεγείρῃ τὸν ἐνθουσιασμὸν τὸν ὑπνώττοντα τοῦ ἔθνους· ἔθεσε λοιπὸν τὸ ζήτημα εἰς τὴν φυσικὴν αὐτοῦ θέσιν. Ὅπως ἐτέθη τὸ ζήτημα, δὲν δύναται, νομίζω, τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ λυθῇ, οὔτε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις δι’ αὐτὴν τὴν αἰτίαν, προτείνω τὴν ἀναβολὴν, διότι ὀφείλομεν νὰ ἐκθέσωμεν τὰς ἰδέας μας ἐκτεταμένως καὶ ἐν λεπτομερείᾳ.
§50ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ (πρωθυπουργός). Δὲν ἔθεσα κανὲν ζήτημα, ἀπολύτως κανέν, ἔδωσα μίαν ἐξήγησιν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις· ἡ πρᾶξις αὐτὴ δὲν ζητεῖ ἀπόφανσιν τῆς Βουλῆς.
§51ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι ἐθέσατε πολιτικὸν ζήτημα· ἐκ τῶν λόγων τοὺς ὁποίους εἴπατε, οἱ ὁποῖοι εἶναι σοβαρότατοι καὶ περιέχουσιν ἀληθείας μεγάλας, γεννᾶται τὸ ζήτημα.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὥρα παρῆλθεν· ἀναβάλλεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν Δευτέραν. Λύεται ἡ συνεδρίασις περὶ ὥραν 7½ μ. μ.