Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Ζ · Session Β› Sitting 84

1877.02.23

1,836 rows · 14,911 words · 1 table · 107 turns

Date
1877.02.23
Presidency
Θ. Α. ΖΑΪΜΗ
Period
Ζ
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, VOLUME Β (1877)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 84

τῆς 23 Φεβρουαρίου 1877.

(Τετάρτη).

Ὥρᾳ 2½ μ. μ.

Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν. Κατέχει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κύριος Τσαμαδός.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀφεντούλης ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν, δι’ ἧς κατακρίνει τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Καραλιβάνου, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ φοιτηταὶ δὲν δύνανται νὰ λάβωσι δίπλωμα, ἂν δὲν ἐπιδείξωσι τὴν περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἄσκησίν των (θόρυβος).

§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰ ἀρχεῖα.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας ὡς ἐτροποποιήθη δὲν ἐτυπώθη εἰσέτι, ὅπως ψηφισθῇ ἐν συνόλῳ· διὰ τοῦτο μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§4ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν δύω νομοσχεδίων περὶ τῆς συστάσεως προξενείων ἰδίως ἐν Ἀλβανίᾳ. Περὶ τούτου πολλάκις ἐποιησάμην λόγον εἰς τὴν Βουλὴν προσθεὶς ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶχεν ἐγκρίνει καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν σύστασιν τῶν περὶ ὧν πρόκειται προξενείων. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν.

§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μετὰ τὰ φορολογικά.

§6ΦΙΛΗΜΩΝ. Κύριε πρόεδρε, πρό τινων ἡμερῶν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰ ἐκ μέρους τῶν κτηματιῶν τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς διὰ τῆς ὁποίας ὑποβάλλουν παραστάσεις εἰς τὴν Βουλὴν παραπονούμενοι κατὰ τοῦ ὑπερόγκου φόρου, ὁ ὁποῖος ἐπεβλήθη διὰ τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς ἐπὶ τῆς σταφίδος τῆς καλουμένης σουλτανίνας. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν· νομίζω ὅμως ὅτι ὀρθότερον θὰ ἦτο ἂν ἀπεστέλλετο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως φέρῃ γνωμοδότησιν. Συγχρόνως δὲ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς.

§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν.

§8Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριοι, πρὸ ἡμερῶν ἔκαμα ἐπερώτησιν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν περὶ ἀπονομῆς τῆς συντάξεως τῆς χήρας Καστελιώτου, ὁ δὲ ὑπουργὸς ὑπέβαλε διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 1187 ἐγγράφου του εἰς τὴν Βουλὴν 16 ἔγγραφα. Τὸ πρῶτον εἶναι ἀντίγραφον ἀποσπάσματος ἐκ τοῦ μητρῴου τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ τοῦ τηρουμένου ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Β. ναυστάθμου κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Ἰωάννης Καστελιώτης ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν κατὰ τὸ 1855 ὡς λιμενάρχης Μεσολογγίου, κατόπιν ἐτέθη εἰς διαθεσιμότητα, ἐπανῆλθε πάλιν εἰς ἐνέργειαν, κατόπιν εἰς διαθεσιμότητα καὶ πάλιν εἰς ἐνέργειαν ὅτε τὴν 17 Ὀκτωβρίου 1866 ἀπεβίωσε. Τὸ δεύτερον εἶναι ἡ ἔγκρισις πρὸς σύνταξιν τῆς χήρας τοῦ Καστελιώτου ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπάρχουσι δύω ἔγγραφα, τὸ μὲν τοῦ δημάρχου Ὕδρας ὅτι ὁ γάμος τοῦ ἀποβιώσαντος Καστελιώτου δὲν διελύθη διὰ διαζυγίου, οὐδὲ ἔλαβε χώραν μεταξὺ τῆς γυναικὸς αὐτοῦ Μαριγὼς θυγατρὸς Γεωργίου Καλογερᾶ Αἰβαλλιώτου, καὶ αὐτοῦ χωρισμὸς ἀπὸ τραπέζης καὶ κοίτης, καὶ ὅτι ἀφῆκε δύω υἱοὺς καλουμένους Βασίλειον καὶ Παναγῆν ἀποκατεστημένους καὶ ἐγγάμους· τὸ πιστοποιητικὸν φέρει ἡμερομηνίαν 5 Δεκεμβρίου 1866. Τρίτον ὑπάρχει ἓν ἐκμαρτύριον ἑνὸς ἱερέως Καλούδη ἐκδοθὲν τὴν 19 Μαΐου 1866 ἐν Ἀθήναις, ἐν τῷ ὁποίῳ λέγει ὅτι εὑρισκόμενος ἐν Σπέτσαις, ἐστεφάνωσε τὸν Ἰω. Κασελιώτην μετὰ τῆς Μαριγὼς Γεωρ. Καλογερᾶ κατὰ τὸ ἔτος 1853. Τέταρτον τὴν αἴτησιν αὐτῆς τῆς χήρας Καστελιώτου. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα ὑπέβαλεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ναυτικῶν τῶν συντάξεων διὰ νὰ ἐξελέγξῃ τοὺς τίτλους ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔπρεπε ν’ ἀπονεμηθῇ ἡ σύνταξις, ὁ δὲ εἰσηγητὴς δι’ ἐγγράφου τῆς ἐπιτροπῆς τῆς 7 Ἀπριλίου 1875 λέγει ὅτι ἐξετάσας τὰ ἔγγραφα εὗρεν ὅτι ἡ χήρα δὲν προσήγαγε τὴν περὶ γάμου ἄδειαν τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸν νόμον, τὸ δὲ πιστοποιητικὸν τῆς τελέσεως τοῦ γάμου δὲν φέρει ὡρισμένην τὴν ἡμερομηνίαν. Συνεπείᾳ τοῦ ἐγγράφου τούτου ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Τριγγέτας διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1830 ἐγγράφου του τῆς 10 Ἀπριλίου 1875 πρὸς τὴν χήραν Καστελιώτου λέγει τὰ ἑξῆς· «Τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφά σας, ἅπερ ὑπεβάλατε, εὑρέθησαν ἐλλειπῆ καὶ κατὰ συνέπειαν οὐδὲν ἐνηργήθη πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς αἰτήσεώς σας· ἐγκαίρως ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὸν παρουσιάσαντα τότε τὴν αἴτησίν σας κύριον Ἰω. Ὀρεινὸν ὅτι ἐλλείπει ἡ ἀπὸ τοῦ Βασιλέως ἄδεια γάμου τοῦ συζύγου σας, καθὼς καὶ ἡ ἡμερομηνία καθ’ ἣν ἐτελέσθη ὁ μετ’ αὐτοῦ γάμος σας κατὰ τὸ 1853 ἔτος ἐν Σπέτσαις ὑπὸ τοῦ ἱερέως Ι. Καλούδη.» Μετὰ ἓν ἔτος ἡ χήρα διὰ νεωτέρας αἰτήσεώς της ὑπέβαλε πάλιν τὸ ἐκμαρτύριον τοῦ ἱερέως Καλούδη φέρον μίαν ὑπογραφήν του ἰδίᾳ ὅτι τὴν 4 Φεβρουαρίου ἐτελέσθη ὁ γάμος, ἰσχυρίζεται δὲ ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐξεδόθη ἐγκύκλιος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καθ’ ἣν οὔτε ἀξιωματικός, οὔτε ὑπαξιωματικός, οὔτε ναύτης, οὔτε στρατιώτης ἠδύνατο νὰ νυμφευθῇ ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ ὑπουργείου, ὁ σύζυγός της Ι. Καστελιώτης διετέλει ἐν διαθεσιμότητι καὶ ἑπομένως δὲν ἔλαβε γνῶσιν αὐτῆς, καὶ ὅτι ὁ νόμος τοῦ 53 δὲν ἴσχυεν ὡς πρὸς αὐτόν. Τὴν αἴτησίν της αὐτὴν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Αὐγερινὸς ἔπεμψε πρὸς τὸν Εἰσηγητὴν ἐπὶ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ναυτικῶν συντάξεων, ἥτις συνελθοῦσα τὴν 30ην Μαΐου τοῦ 1876 εἶπεν ὅτι ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐγγράφων εἶναι δίκαιον ν’ ἀπονεμηθῇ ἡ σύνταξις καὶ ἀπεδείχθη ὅτι ἡ διαθεσιμότης ἔδιδε δικαίωμα εἰς αὐτὸν νὰ μὴ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχεν ἐκδώσει. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν Αὐγερινὸς ἐσταμάτησε τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἀπέστειλε πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τὸ ὁποῖον τὴν 16ην Ἰουνίου ἀπεφήνατο, ὅτι κατὰ τὰ προσαγόμενα ἔγγραφα ὁ Ἰω. Καστελιώτης ἀπεστρατεύθη μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντιπλοιάρχου διὰ τοῦ ἀπὸ 7 Μαΐου 1875. Βασιλικοῦ Διατάγματος, ὅτι μετὰ τῆς αἰτούσης ἦλθεν εἰς δεύτερον γάμον τὴν 4ην Φεβρουαρίου 1853 ἐξ οὗ δὲν προῆλθον τέκνα καὶ συνέζησε μετ’ αὐτῆς μέχρι τῆς ἀποβιώσεώς του.......... καὶ ὅτι αὕτη μένουσα εἰς τὴν χηρείαν της ἐξαιτεῖ ν’ ἀπονεμηθῇ αὐτῇ ἡ ἀνήκουσα σύνταξις. Ἐπειδὴ κατὰ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 3302 24 Ἰουλίου 1846 ἐγκύκλιον διαταγὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὑπουργείου πᾶς αὐτῷ ὑπαγόμενος ναυτικὸς προτιθέμενος νὰ ἔλθῃ εἰς γάμου κοινωνίαν ὤφειλε νὰ λάβῃ προηγουμένως παρ’ αὐτοῦ τὴν προσήκουσαν ἄδειαν γάμου· τοιαύτη δ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν προσάγεται· ὁ δὲ προτεινόμενος ἰσχυρισμὸς ὅτι ὁ σύζυγος τῆς αἰτούσης διετέλει ἐν διαθεσιμότητι κατὰ τὸν χρόνον τῆς νυμφεύσεώς του καὶ δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἀνωτέρω διαταγῆς διὰ νὰ συμμορφωθῇ μὲ αὐτὴν, καὶ ὅτι τελεσθέντος τοῦ γάμου πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Νόμου ΣΚΗ τοῦ 1853, οὐδεμία διάταξις παρεβιάσθη, εἶναι ἀνίσχυρος πρὸς δικαιολόγησιν, αʹ) διότι τὰ πρὸ τοῦ ἀνωτέρω νόμου ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου διαταχθέντα περὶ γάμου εἶναι ὑποχρεωτικὰ διὰ τοὺς εἰς αὐτὸ ὑπαγομένους ἄνδρας· βʹ) διότι ὁ χρόνος τῆς διαθεσιμότητος ἦτο καὶ ὁ χρόνος ὑπηρεσίας συνάμα, καὶ ὡς τοιοῦτος προσεμετρήθη μετὰ τῶν λοιπῶν ὑπηρεσιῶν του, θεωρηθεισῶν συνεχῶν ἀπὸ 7 Φεβρουαρίου 1833 ἕως 30 Ἀπριλίου 1865 κατὰ τὸν κανονισμὸν τῆς συντάξεώς του, συνεπείᾳ τοῦ ὁποίου ἀπενεμήθη αὐτῷ ἡ ἐκ δραχμῶν 288 μηνιαία σύνταξις διὰ τοῦ ἀνωτέρω διατάγματος τῆς 7 Μαΐου 1865 καὶ γʹ) διότι διὰ τοῦ ἀνωτέρω νόμου ΣΚΗʹ τοῦ 1853 οὐ μόνον δὲν κατηργήθησαν αἱ πρὸ αὐτοῦ περὶ γάμου διατάξεις, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἐτέθη ῥητῶς ἐν αὐτῷ (ἄρθρ. 22) ὅτι οὐδεὶς γάμος παρέχει (τῇ χήρᾳ) δικαίωμα συντάξεως μὴ τηρηθεισῶν «Τῶν περὶ νυμφεύσεως τῶν ναυτικῶν εἰδικῶν διατάξεων» ἕπεται ὅτι μὴ προσαγομένης ἤδη τῆς τοιαύτης ἀδείας, ἡ αἴτησις τῆς αἰτούσης εἶναι ἀποῤῥιπτέα. Ἀπορίπτονται αἱ ἀπὸ 11 Μαΐου 1867 καὶ τῆς 25 Μαΐου 1876 δύω αἰτήσεις τῆς Μαρίας χήρας τοῦ ἀποβιώσαντος ἀποστράτου ἀντιπλοιάρχου Ἰω. Καστελιώτου περὶ ἀπονομῆς συντάξεως. Ἀντίγραφον τῆς παρούσης πράξεως, ὑπογεγραμμένον παρὰ κ. Προέδρου καὶ τοῦ Γραμματέως, κοινοποιηθήσεται διὰ τοῦ τοῦ κυρίου γενικοῦ ἐπιτρόπου τῆς ἐπικρατείας πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὑπουργεῖον.» Μετὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τὸ ὑπουργεῖον ἐσταμάτησε πᾶσαν ἐνέργειαν, ἀλλὰ τὴν 10ην Ἰανουαρίου 1877 ὁ νῦν ὑπουργὸς κ. Μπούμπουλης ἀπηύθυνε τὸ ἑξῆς ἔγγραφον πρὸς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον· «Ἡ Μαρία χήρα τοῦ ἐν ἀποστρατίᾳ Ἰω. Καστελιώτου κ.λ.π. «Ἐν τούτοις καθ’ ἃ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ναυτικῶν συντάξεων ἀποφαίνεται, ὁ εἰρημένος ἀξιωματικὸς Ἰωάννης Καστελλιώτης διετέλει εἰς διαθεσιμότητα ἀπὸ 1 Ἰουλίου 1843 μέχρι τοῦ 1855, ἡ δὲ ἐγκύκλιος τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν περὶ ἀδείας γάμων τῶν ἀξιωματικῶν ἐξεδόθη κατὰ τὸ ἔτος 1846 καὶ ἐκοινοποιήθη πρὸς μόνους τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοὺς, αὐτὸς δὲ δὲν εἶχε γνῶσιν τῆς διατάξεως ταύτης ὡς διατελῶν ἐν διαθεσιμότητι κατὰ τὸ 1853 ἔτος, ὅτε ἐνυμφεύθη τὴν ἀναφερομένην χήραν Μαρίαν, ἑπομένως δὲν προῆλθεν ἐξ αὐτοῦ ἡ μὴ ἐκτέλεσις τῆς περὶ ἀδείας γάμου διατάξεως. Ἕνεκα δὲ τῆς ὑπαρχούσης διαφωνίας μεταξὺ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ναυτικῶν συντάξεων, παρακαλῶ τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ἐπιφέρῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ προκειμένου». Τὸ δὲ ὑπουργικὸν συμβούλιον δι’ ἀποφάσεώς του τὴν 20 Ἰανουαρίου συνελθὸν ἀπεδέχθη τὴν γνώμην τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε πρὸς τὸν Βασιλέα διάταγμα ἐναντίον τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπενεμήθη πρὸς τὴν χήραν τοῦ Καστελλιώτου σύνταξις δραχμῶν 72, καὶ διετάχθη νὰ πληρωθῇ ἀφ’ ἧς ὑπέβαλε τὴν αἴτησίν της ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1866, δηλαδὴ νὰ λάβῃ ποσὸν 8,781 διὰ τὰς παρελθούσας συντάξεις. Συνεπείᾳ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀπέστειλε πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῆς συντάξεως αὐτῆς ὅπως ἐγγραφῇ εἰς τὸν κώδικα τῶν συντάξεων. Τὸ δ’ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τὴν τετάρτην γενικὴν συνεδρίασιν τῆς 2 Φεβρουαρίου 1877 ἀπεφήνατο ὅτι ἡ σύνταξις ἀπεδόθη παρανόμως, τὸ δὲ δικαίωμα τοῦτο ἔχει τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον κατὰ τοὺς κειμένους νόμους· «ἐπειδὴ, ὅπως τὸ ἴδιον λέγει, κατὰ τὸ καταστατικὸν αὑτοῦ, καθῆκον ἔχει πρὸς τοῖς ἄλλοις νὰ ἐπιτηρῇ καὶ νὰ καταγγέλλῃ καὶ τῶν ὑπουργῶν τὰς χρηματικὰς διαχειρίσεις, προτείνω ν’ ἀποφανθῇ τὸ Συνέδριον, ὅτι παράνομον θεωρεῖ τὴν ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἀπονεμηθεῖσαν σύνταξιν τῇ χήρᾳ Καστελιώτου καὶ νὰ παρακληθῇ ὁ κ. Ἐπίτροπος τῆς Ἐπικρατείας νὰ διαβιβάσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς τὸ τῶν Ναυτικῶν ἵνα προκληθῇ ἡ ἀκύρωσις τῆς ἀπονεμηθείσης συντάξεως. Τὸ δὲ Συνέδριον, ὁμοφώνως δεξάμενον τὰς παρατηρήσεις καὶ τὰς προτάσεις τοῦ κ. Προέδρου, ἀπεφήνατο νὰ ἐνεργηθῶσι τὰ ὑπὸ τούτου προτεινόμενα.» Ὁ δὲ κ. Πρόεδρος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ πολλὰ δικαίως, τὴν αἴτησιν ταύτην, διότι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ ζητήματος τόσον σπουδαίου, καὶ πρέπει νὰ θέσῃ φραγμὸν ὥστε οἱ κύριοι ὑπουργοὶ νὰ μὴ ἀπονέμωσι συντάξεις μετὰ τὴν ἔκδοσιν νόμου ῥητοῦ. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ συγχωνεύσεως τῶν πολιτικῶν συντάξεων μετὰ τοῦ δημοσίου εἰς ἄρθρον ἕκτον ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς· «αἱ κατὰ τὸν ΜΓʹ. τῆς 10 Δεκεμβρίου 1864 ᾐτιολογημέναι ἐκθέσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου περὶ ἀπονομῆς τῶν συντάξεών εἰσιν ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν ὑπουργόν.» Τὸν νόμον τοῦτον ὅταν ὑπέβαλεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνώδευσε καὶ μὲ ἔκθεσιν καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 παρατηρεῖται «ὅτι ἡ ἐκ μέρους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τῶν συντάξεων ἐξέλεγξις κατὰ τὸν ΜΓ νόμον τῆς 13 Μαρτίου 1864 εἶναι ἡ μᾶλλον ἀποχρῶσα ἐγγύησις πρὸς τὴν ἄπταιστον ἀπονομὴν πάσης συντάξεως, ἑπομένως καθίσταται πλέον περιττὸν νὰ ἐνδιατρίβῃ ὁ ὑπουργὸς εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν.» Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀπένειμε τὴν σύνταξιν αὐτὴν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τὴν 19 Ἰανουαρίου καὶ ἐτοιχοκολλήθη ἐν τῇ Νομαρχίᾳ τὴν 20. Ἐν τούτοις τὴν 24 Ἰανουαρίου ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ ἰσχύοντος νόμου ἐξέδωκε τὸ διάταγμα δι’ οὗ ἀπέδιδε τὴν σύνταξιν παρὰ τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν εἶχε τοῦ νὰ ὑπακούῃ εἰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐν τῷ φακέλλῳ τῶν ἐγγράφων ὑπάρχει καὶ ἔγγραφον διὰ τοῦ ὁποίου ἐμφαίνεται ὅτι ἡ χήρα Καστελιώτου ἐνῷ τὸ διάταγμα ἐξεδόθη τὴν 25 ὑπεγράφη ἀπὸ τὸν Βασιλέα τὴν 24, ἐγνώριζεν ἐν Ναυπλίῳ ὅτι ἀπενεμήθη εἰς αὐτὴν ἡ σύνταξις, διότι ὁ πληρεξούσιος αὐτῆς Μπακόπουλος τὴν 26 Ἰανουαρίου ἐν Ἀθήναις 1867 γράφει τὴν ἑξῆς ἀναφορὰν πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργεῖον. «Ἡ μετὰ βαθυτάτου σεβασμοῦ ὑποφαινομένη Μαριγὼ χήρα Ἰωάννου Καστελιώτου ἀντιπλοιάρχου δηλῶ, ὅτι διαμένω ἐν Ναυπλίῳ, δι’ ὃ παρακαλῶ τὸ Σ. ὑπουργεῖον ὅπως διατάξῃ τὴν χορήγησιν τῆς ἐσχάτως ἀπονεμηθείσης μοι συντάξεως ἐπὶ τοῦ ταμείου Ναυπλίου ὅπου θὰ διαμένω.» Ὑποθέτω δὲ ὅτι ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατέλθῃ τὴν 26 τὸ ἔγγραφον ὥστε νὰ τὸ γνωρίζῃ. Κύριοι, μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν νόμων κατὰ τοὺς ὁποίους ἀπονέμονται αἱ συντάξεις, νομίζω περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω περισσότερον. Ὁ κ. ὑπουργὸς θὰ ἔλθῃ ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ σύνταξις ἀπενεμήθη νομίμως. Μετὰ τοῦτο θέλω ἀνέλθῃ πάλιν ἐπὶ τοῦ βήματος ὅπως ἐξετάσω τὴν ὑπόθεσιν.

§9ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Τῳόντι, κύριοι, ὀφείλω μυρίας εὐγνωμοσύνας εἰς τὸν ποιήσαντα τὴν ἐπερώτησιν διὰ τὴν σύνταξιν τὴν ἀπονεμηθεῖσαν εἰς τὴν χήραν Καστελιώτου· ὀφείλω λέγω εὐγνωμοσύνας μεγάλας καθόσον ἴσως τὸ κοινὸν καὶ ἴσως περισσότερον ὑμεῖς ὑποθέσητε, ὅτι ἐγὼ πράγματι ἠδίκησα τὸ δημόσιον, πράγματι παρεβίασα τοὺς νόμους τῆς πολιτείας, διὰ τοῦτο δὲ τῷ ὀφείλω εὐγνωμοσύνας ἵνα μάθῃ καὶ ἡ κοινὴ συνείδησις καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ ἂν ἐγὼ εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν περαβίασα τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου καὶ τοὺς κειμένους νόμους. Εἰς δύω κυρίως περιορίζεται ἡ ἐπερώτησις τοῦ πρὸ ὀλίγου καταβάντος τοῦ βήματος τούτου, δηλονότι καθόσον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν καὶ δεύτερον τοὺς τύπους, τουτέστι τὴν παραβίασιν τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐπεψηφίσατε περὶ τῶν πολιτικῶν συντάξεων. Ἡ χήρα Καστελιώτου, κύριοι, οὔτε εἰς τὴν Ὕδραν, οὔτε εἰς τὰς Σπέτσας, οὔτε εἰς τὰ Ψαρὰ ἀνήκει· ἀτυχῶς δι’ αὐτὴν κατάγεται ἐκ τῶν Κυδωνιῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἡ χήρα αὐτὴ οὐδένα προστάτην ἔχει· εἶχε δὲ σύζυγον ἡ χήρα, αὐτὴ εἶχε σύζυγον ἕνα ἐκ τῶν διακεκριμένων ἀγωνιστῶν τῆς μεγάλης ἐκείνης ἐποχῆς· ἡ χήρα Καστελιώτου οὐδόλως μὲ ἐπλησίασεν οὐδὲ κατ’ ὄψιν γνωρίζω αὐτήν· ὅτε ἦλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τῶν συντάξεων μοῦ ὑπέβαλε τὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα τὴν σύνταξιν τῆς χήρας ἐκείνης· τὰ ἐξήτασα μετὰ τῆς μεγαλειτέρας προσοχῆς, συνεκάλεσα τὴν ἐπιτροπὴν καὶ συνεζήτησα τὴν ὑπόθεσιν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ, καὶ πραγματικῶς ἀνεκάλυψα ὅτι ἡ χήρα ἠδικεῖτο καὶ ἠδικεῖτο σφόδρα, εἶχε τὸν νόμον ὑπὲρ αὐτῆς ὡς θέλω σᾶς τὸ ἀποδείξει· εἶχε δὲ ὑπὲρ αὐτῆς ἐκτὸς τοῦ νόμου καὶ αὐτὴν τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Ἐλεκτικοῦ Συνεδρίου κατὰ πολὰς περιστάσεις ὡς διὰ τῶν πραγμάτων θέλω σᾶς τὸ ἀποδείξει. Ἡ χήρα Καστελιώτου ἦλθεν εἰς γάμον μετὰ τοῦ ἀντιπλοιάρχου Καστελιώτου πρὶν ὑπάρξῃ νόμος ἀπαγορεύων τὴν νύμφευσιν· ἡ χήρα Καστελιώτου ἐνυμφεύθη κατὰ τὸ 1853, ὅτε νόμος δὲν ὑπῆρχε περὶ νυμφεύσεως, ὑπῆρχε μόνον μία ἐγκύκλιος τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐκδοθεῖσα κατὰ τὸ 1846· ἡ ἐγκύκλιος αὕτη ἐκτὸς ὅτι κατὰ τὸν νόμον δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ διότι ἡ ἐγκύκλιος ἑνὸς ὑπουργοῦ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἰσχὺν νόμου· ἀλλ’ ἔστω, διὰ μίαν στιγμὴν παραδέχομαι ὅτι ἡ ἐγκύκλιος αὕτη εἶχεν ἰσχὺν νόμου· ἡ ἐγκύκλιος αὕτη δὲν ἐδημοσιεύθη διὰ τοὺς διαθεσίμους, ἑπομένως ὁ Καστελιώτης ὅτε ἐνυμφεύετο ἦτο διαθέσιμος καὶ γνῶσιν τῆς ἐγκυκλίου δὲν εἶχε· κατὰ τὰ 1846 ἐξεδόθη ἐγκύκλιος ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν πρωθυπουργοῦντος τοῦ Κανάρη καὶ ὑπουργικοῦ γραμματέως ὄντος τοῦ Ζωχιοῦ· ἡ ἐγκύκλιος εἶναι γεγραμμένη τῇ χειρὶ τοῦ Ζωχιοῦ· ἡ ἐγκύκλιος λέγει οὕτω «πρὸς τὸ διευθυντήριον τοῦ......»· ἑπομένως οὐδεμία γνωστοποίησις ἐγένετο πρὸς τοὺς διαθεσίμους· οἱ διαθέσιμοι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν κατεῖχον τὴν θέσιν, ἣν σήμερον κατέχουν· ὁ ἀγὼν ἐπέβαλεν εἰς τὸ δημόσιον πολλοὺς ἀξιωματικούς· τούτους διώρισεν εἰς ἀξιωματικοὺς ἐν ἐνεργείᾳ καὶ εἰς ἀξιωματικοὺς ἐν διαθεσιμότητι καὶ τοὺς ἐθεώρησε τοσοῦτον κεχωρισμένους μεταξύ των ὥστε οἱ διαθέσιμοι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἠδύναντο νὰ ταξειδεύουν ἐμπορευόμενοι χωρὶς νὰ ᾖναι ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν· ὅλοι λοιπὸν οἱ ἀγωνισταὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἠδύνατο νὰ ταξειδεύωσιν ἄνευ ἀδείας· δὲν ἦτο λοιπὸν ἡ ἐγκύκλιος ὑποχρεωτικὴ διὰ τοὺς διαθεσίμους, καθόσον αὕτη δὲν ἐκοινοποιήθη πρὸς αὐτούς· ὁ δὲ νόμος ὁ κανονίζων τὰ περὶ νυμφεύσεως ἐγένετο μετὰ τὸν γάμον τοῦ ἀποστράτου ἀντιπλοιάρχου Καστελιώτη. Ὡς γνωρίζετε, κύριοι, κατὰ τὸ διάταγμα τοῦ 1843 οὔτε νόμος οὔτε διάταγμα οὔτε ἐγκύκλιος δύναται νὰ ἔχῃ ἰσχὺν, ἂν δὲν δημοσιευθῇ διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως· ἡ ἐγκύκλιος αὕτη οὐδένα τύπον ἐξ αὐτῶν ἔλαβε, λοιπὸν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἰσχὺν νόμου. Πότε δύναται νὰ δώσῃ ἰσχύν τινα νόμου εἰς τὴν ἐγκύκλιον αὐτήν; μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου τοῦ 1853.

§10ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατάξατε παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, νὰ φέρουν τὰς ἐφημερίδας τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1835.

§11ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Λοιπὸν ἰσχυρίζομαι ὅτι ἡ ἐγκύκλιος αὐτὴ δὲν εἶχεν ἰσχὺν νόμου· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσετε ὅτι εἶχεν ἰσχὺν νόμου, εἰς τὸν διαθέσιμον Καστελιώτην δὲν ἐκοινοποιήθη ὅπως ἐν αὐτῇ τῇ ἐγκυκλίῳ διαλαμβάνεται ῥητῶς ποῦ καὶ ποῦ πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ, καὶ ποῖοι ἀξιωματικοὶ πρέπει νὰ λάβωσι γνῶσιν τῆς ἐγκυκλίου· μόνον δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἡ ἐγκύκλιος αὐτὴ ἔχει ἰσχὺν νόμου μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου τοῦ 1853 λέγοντος οὕτω ἐν ἄρθρῳ 23 (ἀναγινώσκει). Ἐδῶ πιθανόν τις νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἡ ἐγκύκλιος αὐτὴ νομοποιεῖται διὰ τοῦ νόμου τούτου· ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ εἶναι δυνατὸν νόμος τις ἐκδοθεὶς σήμερον νὰ ἔχῃ ὀπισθοδρομικὴν δύναμιν; βεβαίως ποτὲ δὲν ἠκούσθη τοῦτο· ναυτικαὶ εἰδικαὶ διατάξεις δὲν ὑπῆρχον ποτὲ πρὸ τοῦ νόμου τούτου, ἐκτὸς τῆς ἐγκυκλίου· οὐδεμία λοιπὸν διάταξις ὑπῆρχεν ἀπαγορεύουσα τὴν νύμφευσιν. Καὶ ταῦτα λέγω ἐγώ, κύριοι, πρὸς ὑπεράσπισίν μου, ἂς ἴδωμεν τί λέγει τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐπὶ ὁμοίας φύσεως ὑποθέσεως, ὄχι ἐπὶ μιᾶς ἀλλ’ ἐπὶ πολλῶν, ἐπὶ πλείστων· ἂν μοῦ ἦτο δυνατὸν νὰ φέρω ὅλους τοὺς ὄγκους τῶν φακέλλων δι’ ὧν ἀπενεμήθησαν συντάξεις ὁμοίας φύσεως, ἠθέλετε ἰδεῖ ὁποίας φύσεως εἶναι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἡ χήρα, κύριοι, τοῦ Περδίκη.....εἶχε ζητήσει τὴν σύνταξίν της κατὰ τὰ 1866· αὐτὴ εὑρίσκετο ἀπαραλλάκτως εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν εἰς ἣν εὑρίσκεται καὶ ἡ χήρα Καστελιώτου, εἰς δεύτερον γάμον καὶ αὐτὴ ὅπως καὶ ὁ σύζυγός της εἰς βʹ. γάμον ὅπως καὶ ὁ Καστελιώτης· τὸ Συνέδριον τότε ἔλαβε τὰ ἔγγραφα τῆς ἐπιτροπῆς τῆς συντάξεως, ἀπέῤῥιψε τὴν σύνταξιν, διότι δὲν εἶχε τὴν ἄδειαν γάμου· ἀφοῦ ἀπέῤῥιψε τὸ Συνέδριον τὴν σύνταξιν διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν ἔφερεν ἄδειαν γάμου, ὁ εἰσηγητὴς, καὶ σᾶς ἀναγινώσκω τὴν ἔκθεσιν (ἀναγινώσκει). Εἰς αὐτὴν δὲ ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς κάμνει τὴν ἑξῆς ἔκθεσιν· (ἀναγινώσκει). Ταύτην λοιπὸν, κύριοι, τὴν δικαιολογητικὴν ἔκθεσιν ἔπεμψε τὸ ὑπουργεῖον πρὸς τὸ Συνέδριον, καὶ τὸ Συνέδριον ἐλθὸν δι’ ἑτέρας του πράξεως ἀνομολογεῖ ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον καὶ ὅτι πράγματι ἡ χήρα αὐτὴ δὲν ὑπάγεται εἰς τοὺς κανόνας τοῦ νὰ λάβῃ ἄδειαν γάμου, καὶ ἐκδίδει ἑτέραν ἀπόφασιν τὴν ἑξῆς· (ἀναγινώσκει). Ἡ μὲν ἐξεδόθη τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1865, ἡ δὲ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1866. Λοιπὸν βλέπετε ὁποίαν γνώμην εἶχε τὸ Συνέδριον· δὲν ἠθέλησα νὰ φέρω τὸν ὀγκωδέστατον ἐκεῖνον φάκελλον ἐξ οὗ ἠθέλατε ἰδεῖ τόσας συντάξεις ἀπονεμηθείσας οὕτω, διότι εὗρον κατ’ εὐτυχίαν μου ὁμοίαν καὶ ἀπαράλλακτον περίστασιν ὡς ἐκείνην τῆς χήρας Καστελλιώτου. Ἐγὼ λοιπὸν, κύριοι, παρηνόμησα ἢ ἐκεῖνοι οἵτινες ἐξέδωκαν ἀπόφασιν ἐπιπόλαιον, ῥίψαντες μίαν χήραν ἀπροστάτευτον εἰς τὰς ὁδοὺς 10 ἔτη; Καὶ δὲν ὤφειλον ἐγὼ, ὑπουργὸς ὢν, ἔχων συνείδησιν, νὰ ἱκανοποιήσω τὸ δικαίωμα μιᾶς ἀπροστατεύτου χήρας, τὴν ὁποίαν οὔτε προσωπικῶς γνωρίζω; Ἀλλὰ μ’ ὅλα ταῦτα καί τοι συζητήσας ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἀπεφάσισα νὰ μὴν ἐκδώσω τὴν ἀπόφασιν, καί τοι δυνάμει τῶν νόμων ἠδυνάμην νὰ τὴν ἐκδώσω, ἀμφισβητουμένης τῆς ὑποθέσεως μεταξὺ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τῆς ἐπιτροπῆς, μ’ ὅλα ταῦτα ἔφερον τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διὰ νὰ λάβω καὶ τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὴν γνώμην καὶ τὴν πεποίθησιν ἂν πράγματι ἐγὼ εἶχον τὴν ἄδειαν ἢ δίκαιον εἰς τὰς ἐκτιμήσεις τῶν γεγονότων. Ὅτι δὲ, κύριοι, ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δι’ ἐμὲ δὲν ἦτο ὑποχρεωτική, τοῦτο ἀποδεικνύεται διὰ διαφόρων ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ τῶν ὁποίων ἀποφαίνεται ὅτι ἡ γνωμοδότησις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν ὑπουργόν. Εἶχον δὲ πρὸς ἐνίσχυσίν μου καὶ μίαν ἀπόφασιν ἀπαράλλακτον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ σύμφωνον πρὸς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, μίαν ἀπόφασιν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, συγκροτηθέντος κατὰ τὰ 1869 προεδρευομένου ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ζαΐμη καὶ ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν Δηλιγιάννη, Πετσάλη, Σούτσου, Αὐγερινοῦ, Σαράβα καὶ Τριγγέτα, διὰ τοῦ ὁποίου πρακτικοῦ ἀποφαίνονται ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ὅτι ἡ γνωμοδότησις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δὲν ἦτον ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν ὑπουργόν.

§12ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ μὲ σημειώσετε, κ. πρόεδρε, νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν.

§13ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν καὶ ὡς πρὸς τὰ προηγούμενα. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι συμφώνως πρὸς τὰ παραδεδεγμένα, πρὸς τοὺς νόμους καὶ πρὸς τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἡ χήρα Καστελλιώτου ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ τὴν σύνταξιν, καὶ ἑπομένως ἐξέδωκα τὴν ἀπόφασιν περὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς συντάξεως τῆς χήρας Καστελιώτου· μένει τὸ κύριον καὶ τὸ τελευταῖον, ἡ ἔκδοσις τοῦ τελευταίου νόμου. Ἐδῶ τῇ ἀληθείᾳ ἠδύναντο οἱ προσπαθήσαντες ὁπωσδήποτε, νὰ εὕρωσι σῶμα ἐγκλήματος ἵνα μὲ καταγγείλωσι ἐνώπιον τῆς κοινῆς συνειδήσεως. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν, κύριοι, ὅταν ἐσυζητεῖτο ὁ νόμος περὶ πολιτικῶν συντάξεων, ἂν εἴς τινος τὴν κεφαλὴν διῆλθέ ποτε, ὅτι συντάττοντες τὸν νόμον περὶ πολιτικῶν συντάξεων, εἴχομεν σκοπὸν νὰ διαλάβωμεν καὶ τὰς ἐνεργείας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἐντεῦθεν, κύριοι, ἐξήγησα ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὅτι δὲν μὲ κωλύει, διότι ἂν τὸ τοιοῦτον ἤθελε συμβῇ, ἂν ἐδίδετο ἡ ἐλαχίστη νύξις ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἀφώρα καὶ τὰ ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, ἤθελον διαμαρτυρηθῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἤθελον ζητήσει τοὐλάχιστον ἐχέγγυά τινα διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν συντάξεων παρὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἠθέλομεν ζητήσει καὶ ἡμεῖς οἱ ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν ἐν τῷ συνεδρίῳ ἐκείνῳ νὰ λάβωσι μέρος κατὰ τὴν διεκδίκασιν τῶν συντάξεων, εἷς ἀξιωματικὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἷς τῶν Ναυτικῶν, διότι τὸ Συνέδριον σύγκειται ἀπὸ ὑπαλλήλους γινώσκοντας καλῶς τὰς περιστάσεις τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, συνδέεται διαφοροτρόπως μετ’ αὐτῶν καὶ γνωρίζει τὰ παθήματα καὶ τὰς ἀνάγκας των. Τὸ Συνέδριον λοιπὸν εἶναι ξένον τῶν παθημάτων καὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν. Θὰ εἴχομεν λοιπὸν ἀνάγκην νὰ θέσωμεν καὶ ἡμεῖς ἐχέγγυά τινα εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἵνα αἱ ἀποφάσεις αὐτοῦ ἐξέρχωνται ἀπροσωπολήπτως, καὶ ἑπομένως δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἐκάμαμεν κανένα λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν πολιτικῶν συντάξεων. Σᾶς ἐρωτῶ, καὶ ἀποτείνομαι εἰς τὴν εὐσυνειδησίαν ὑμῶν, ὅταν ἐσυζητήσαμεν τὸ θέμα περὶ πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ἐὰν ἐῤῥίφθη λέξις περὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν· ὅλη ἡ συζήτησις περιεστράφη εἰς τὸ ζήτημα τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων καὶ εἰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· ἐδῶ ὁ νόμος ἠθέλησε νὰ θέσῃ φραγμὸν, καὶ ἠθέλησε νὰ καταστήσῃ ὑποχρεωτικὰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, εἰς οὐδενὸς δὲ τὴν συνείδησιν εἰσῆλθε, ὅτι ἀφορᾷ καὶ τὰ ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν. Ἐνταῦθα, κύριοι, ἐρχόμενος εἶχον πλήρη συνείδησιν περὶ τοῦ πράγματος, καὶ εἶχον καὶ τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ νόμος δὲν ἀφώρα τὰ ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν. Ἐὰν εἶχον τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ἤθελον ὑποθέσει ὅ,τι ὁ βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν εἶπεν, ὅτι ἡ χήρα αὐτὴ ἔμαθε πρὸ δύω ἢ τριῶν ἡμερῶν τοῦτο· ἐὰν εἶχον σκοπὸν νὰ παραμορφώσω τοὺς νόμους, νὰ δολιευθῶ τοὺς νόμους, δὲν εἶχον καιρὸν πρὸ τόσου χρόνου νὰ ἐκδώσω τὸ βασιλικὸν Διάταγμα, ἀλλὰ νὰ φυλάξω τὴν 23 ὅταν ἐτέθη ἐν ἰσχύει ὁ νόμος, καὶ τότε νὰ ἐκδώσω τὸ Διάταγμα; Ἐντεῦθεν θέλετε πεισθῆ, κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν ἐνέργειάν μου ὑπῆρξεν ἡ μεγαλειτέρα εἰλικρίνεια, οὐδεὶς δὲ πλάγιος σκοπὸς συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς συντάξεως. Λοιπὸν ἐὰν πράγματι ὁ νόμος δεῖται ἑρμηνείας, τοῦτο μένει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξηγήσῃ τὸν νόμον· ἀλλὰ ποτὲ ἡμεῖς οἱ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν ὑπουργοὶ δὲν ἐνοούσαμεν ὅτι εἰς τὸν νόμον περὶ πολιτικῶν ὑπαλλήλων ὑπαγόμεθα καὶ ἡμεῖς. Δὲν εἶχον λοιπὸν σκοπὸν νὰ παραμορφώσω ἢ νὰ δολιευθῶ τὸν νόμον, διότι ἂν εἶχον πλάγιον σκοπὸν ν’ ἀπονείμω μίαν σύνταξιν ἀδίκως πρὸς τὴν χήραν Καστελιώτου, εἶχον τὸν καιρὸν νὰ τὴν κάμω, ὥστε νὰ μὴ εὑρεθῶ εἰς αὐτὴν τὴν διαφορὰν τῆς 23 καὶ 24. Ἐνήργησα λοιπὸν εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν ἐν ὅλῃ τῇ εἰλικρινείᾳ, βέβαιος ὢν ὅτι ἐτήρησα τοὺς νόμους τῆς πατρίδος, καὶ ὅτι δὲν ἐδολιεύθην τὸν νόμον. Τοιαύτη ὑπῆρξε λοιπὸν ἡ ἐνέργειά μου κατὰ τὴν ἀπόδοσιν τῆς συντάξεως τῆς χήρας Καστελιώτου, ἔχω δὲ ἀκόμη ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ αὐτὴν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ μέχρι τοῦδε διαμένοντος παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, καὶ ἀκόμη τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα, καὶ ἡ ὁποία εἶναι ὁμοία καὶ ἀπαράλλακτος μὲ τὴν ὑπὸ συζήτησιν περὶ διανομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν Καστελιώτου.

§14ΡΙΚΑΚΗΣ. Νὰ μοὶ δώσητε μίαν πληροφορίαν· διὰ ποῖον λόγον ὑπεγράψατε τὸν νόμον;

§15ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἀτυχῶς, καὶ λέγω ἀτυχῶς, διότι δὲν ἔφερα νόμον, τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν διευθύνεται ἀπὸ στρατιωτικοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ἀπὸ πολιτικοὺς ὑπαλλήλους, καὶ ἑπομένως εἶχον καθῆκον διὰ τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους νὰ ὑπογράψω τὸν νόμον τοῦτον.

§16ΡΙΚΑΚΗΣ. Οἱ ὁποῖοι ὑπάγονται εἰς τὸν νόμον τῶν πολιτικῶν συντάξεων;

§17ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα.

§18Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ ὑπομνήσῃ πρᾶξίν τινα τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου τοῦ 1869, τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ μετέσχον, διὰ τοῦτο νομίζω ἀναγκαῖον νὰ δώσω τὴν ἑξῆς πληροφορίαν, διὰ νὰ μὴ ὑποληφθῶ ὑπέχων κατά τι τὴν εὐθύνην τῶν νῦν γενομένων. Πρὸ τοῦ τελευταίου νόμου περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ἴσχυεν ὁ νόμος τοῦ 1864, ὁ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ψηφισθείς. Ὁ νόμος αὐτὸς προετάθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους ἐκείνου, τῆς ὁποίας μετεῖχον πολλοὶ ἐκ τῶν ἐντίμων συναδέλφων, οἵτινες καὶ νῦν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ἤτοι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ κ. Μαυρομιχάλης καὶ ἄλλοι. Ἡ ἐπιτροπὴ τότε ἔκρινεν ἀναγκαῖον ν’ ἀναθέσῃ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τὴν ἐξέλεγξιν, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος τοῦ 1864 ἀνέθηκεν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἀπεδόθη διὰ νὰ φωτίζηται ἐκεῖνος, ὅστις πρόκειται ν’ ἀποδώσῃ τὴν ἀπονομὴν τῆς συντάξεως, ἦτον στοιχεῖον φωτισμοῦ τοῦ ὑπουργοῦ, ὅστις ἐπρόκειτο νὰ σχηματίσῃ τὴν πεποίθησίν του καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν. Ἑπομένως τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον τοῦ 1869 ἐφήρμοσε τὸν νόμον· δὲν παρέβη τὸν νόμον, οὔτε ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ κατηγορηθῇ κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν.

§19ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι παρέβη τὸν νόμον.

§20ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐλάλησε, νομίζων, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς συντάξεως τῆς χήρας Καστελιώτου, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτῆς· πρόκειται περὶ ἄλλου τινὸς σπουδαιοτέρου καὶ μεγαλειτέρου. Περὶ τίνος; Ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς ἐκολάφισε τὴν Κυβέρνησιν· αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Τώρα, εἶχε δίκαιον ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἢ ἄδικον; Αὐτὸ πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ.

§21ΤΙΝΕΣ. Ὄχι μόνον ὁ πρόεδρος....

§22ΖΩΧΙΟΣ. Ὅταν λέγω ὁ πρόεδρος, ἐννοῶ τὸ Συνέδριον. Τοῦτο εἶναι τὸ θέμα καὶ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ ἀνώτερον τῆς συντάξεως τῆς δυστυχοῦς αὐτῆς χήρας. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐζήτησε νὰ φέρῃ ἀποδείξεις ὅτι ἡ σύνταξις ἀπενεμήθη δικαίως καὶ νομίμως. Ἐγὼ θὰ τολμήσω νὰ διϊσχυρισθῶ τὸ ἐναντίον, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ συγχωρήσητε νὰ διηγηθῶ τὴν ἱστορίαν περὶ ναυτικῶν συντάξεων, διότι ἐγὼ ὁ ἴδιος ἔχω γράψει τὴν ἐγκύκλιον διαταγὴν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ὑπεβλήθην εἰς τὸν κανόνα αὐτὸν, καὶ ἐχρημάτισα καὶ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν συντάξεων. Κατὰ τὸ 1834 ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν ἦτο ὁ στρατηγὸς Σμάλτ, ἐξέδωκε δὲ διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐγκύκλιον ὑπουργικήν· (περιέχεται εἰς τὴν ἐφημερίδα τοῦ 1834, σελ. 63) «Ὁ στρατιωτικὸς, ὅστις νυμφεύεται ἄνευ τῆς ἀδείας τῶν ἀνωτέρω του νὰ παιδεύεται, ἐὰν ᾖναι στρατιώτης, μὲ 3 μηνῶν φυλάκισιν, ἐὰν ᾖναι ὑπαξιωματικὸς μὲ τὸν καταβιβασμὸν ἐκ τῆς θέσεώς του, ἐὰν ᾖναι ἀξιωματικὸς νὰ λαμβάνῃ τὴν ἄφεσίν του, ὁ δὲ γάμος νὰ θεωρῆται ἄκυρος. 1834, 29 Ἰανουαρίου.» Τῆς ἐγκυκλίου ταύτης ἔλαβε γνῶσιν καὶ τὸ ναυτικὸν διευθυντήριον τὸ τότε, εἰς αὐτὸν δὲ τὸν κανόνα ὑπεβλήθησαν ὅλοι, καὶ ὁ ἀοίδιμος ναύαρχος Μιαούλης. Βλέπετε, ὅτι ἡ διαταγὴ ἀναφέρει καὶ τοὺς τύπους· ἐγὼ δὲ ὑπεβλήθην εἰς αὐτὸν τὸν κανόνα κατὰ τὸ 1836 δηλ. δύω ἔτη κατόπιν. Εἰς αὐτὸν τὸν κανόνα ὑπεβλήθη καὶ ὁ ναύαρχος Μιαούλης, καὶ ἐννοεῖτε, ὅτι, ἂν ὁ ναύαρχος Μιαούλης ἔκαμνεν ἄτοπόν τι, οὐδεὶς ἤθελε τολμήσει νὰ τὸν κατηγορήσῃ. Κατὰ τὸ 1846 ἤμην διευθυντὴς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὑπουργὸς ἦτον ὁ ναύαρχος Κανάρης. Ἐπειδὴ ναῦταί τινες ἠθέλησαν νὰ νυμφεύωνται ἄνευ ἀδείας, δὲν κατεφύγαμεν εἰς τὴν τιμωρίαν, ἀλλ’ ἐξεδώκαμεν ἐγκύκλιον λέγουσαν. «Οὔτε ἀξιωματικὸς, οὔτε ὑπαξιωματικὸς, οὔτε στρατιώτης, οὔτε ἄλλος τις τῶν ἐν τῷ ναυτικῷ ὑπηρετούντων δύναται τοῦ λοιποῦ νὰ νυμφευθῇ ἄνευ ἀδείας. Ἡ παροῦσα νὰ δημοσιευθῇ εἰς πάντας τοὺς διευθυντὰς τῶν Βασιλικῶν πλοίων, κτλ.» Ὅταν λέγωμεν πρὸς τοὺς διευθυντὰς τῶν πλοίων, δὲν ἐννοοῦμεν μόνον αὐτούς· ὅταν λέγωμεν πρὸς τὸν διοικητὴν τοῦ λόχου τῶν τεχνιτῶν, δὲν ἐννοοῦμεν μόνον αὐτόν· ὅταν λέγωμεν πρὸς τὰς λιμενικὰς ἀρχὰς, δὲν ἐννοοῦμεν μόνον αὐτάς. Πρέπει δὲ νὰ μάθητε ποία ἦτο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ διάκρισις μεταξὺ ἀξιωματικῶν. Δὲν ὑπῆρχε διάκρισις ἄλλη μεταξὺ ἀξιωματικῶν, εἰ μὴ μόνον ἡ ἑξῆς. Οἱ μὲν ἦσαν εἰς ἐνέργειαν, οἱ δὲ διαθέσιμοι, δηλ. δὲν ἦσαν εἰς ἐνέργειαν. Οἱ ἐν ἐνεργείᾳ ἐμισθοδοτοῦντο μὲ καλλίτερον μισθὸν, οἱ δὲ διαθέσιμοι μὲ μικρότερον, ἀλλὰ ἦσαν ἐλεύθεροι καὶ νὰ πορεύωνται ὅπου ἤθελον καὶ νὰ ἐμπορεύωνται. Εἰς ποῖον ὅμως ἦσαν ὑποκείμενοι; Εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, διότι ἂν τοὺς ἐκάλει, ἔπρεπε ν’ ἐπανέλθουν. Νομίζω δὲ, ὅτι ἀπατᾶται ὁ ὑπουργὸς λέγων, ὅτι δὲν ὑπέκειντο εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, διότι ὄχι μόνον ὑπέκειντο εἰς τὰς λιμενικὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸν νόμον εἶχον τὸ δικαίωμα τῆς ἀπογραφῆς, ἀλλὰ καὶ ἐμισθοδοτοῦντο ἀπὸ τὰς λιμενικὰς ἀρχάς. Αἱ λιμενικαὶ ἀρχαὶ εἶχον ταμεῖον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐλάμβανον τὸν μισθόν των ὅλοι οἱ λεγόμενοι διαθέσιμοι. Αὐτὴ ἦτον ἡ ἀρχὴ, πρὸς τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον ἐκοινοποίει τὰς διαταγάς του. Ἦλθε κατόπιν ὁ νόμος τοῦ 1853 ὁ περὶ συντάξεων. Ὁ ἔντιμος δὲ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν σᾶς ἀνέγνωσε τὸ ἄρθρον 22 τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ὁ γάμος εἶναι ἄκυρος.....

§23Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι ἄκυρος, δὲν δίδεται σύνταξις.

§24ΖΩΧΙΟΣ. Ἂς ᾖναι, δὲν δίδεται σύνταξις.

§25ΤΙΝΕΣ. Ἀναγνώσατέ το.

§26ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ ἀνέγνωσε ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, τώρα ἐγὼ δὲν τὸ ἔχω πρόχειρον.

§27Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διάταγμα εἶναι ἢ ἐγκύκλιος; Διότι ἰδοὺ τί ἔχει «Ἡ Α. Μ. διέταξεν ........»

§28ΖΩΧΙΟΣ. Διέταξε διὰ διατάγματος.

§29ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὑπάρχει διάταγμα.

§30ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ὑπάρχει διάταγμα, ἐὰν δὲν δημοσιευθῇ.

§31ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ Σμάλτ ἦτον Ἀντιβασιλεύς.

§32ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐδῶ εἶναι ἡ ἐφημερίς· εὕρετέ το.

§33Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Σᾶς παραπέμπω καὶ εἰς τὸν Καλλιγᾶν, ὅστις τὸ λέγει καὶ εἰς τὸ οἰκογενειακόν του δίκαιον.

§34ΖΩΧΙΟΣ. Μᾶς συνέλαβον!!! Συνέλαβον τὸν Σμάλτ τὸν στρατηγὸν ψευδόμενον. «Ἡ Α. Μ.» Εἰς τὰ 1834 ἠξεύρετε τί ἐσήμαινε τὸ «Ἡ Α. Μ;» ἦτον Α. Μ. Ἡ διαταγὴ ὑπεγράφη τὴν 19 Ἰανουαρίου καὶ ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς 29 Ἰανουαρίου.

§35ΤΙΝΕΣ. Διαβάσετέ το.

§36ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὴν ἐγκύκλιον τὴν εἴδαμεν, τὸ διάταγμα νὰ μᾶς δείξῃς.

§37Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τότε εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ Βασιλεὺς νὰ δίδῃ καὶ νὰ καθαιρῇ βαθμούς· αὐτὸ θὰ εἴπῃ «διέταξε».

§38ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ βασιλεὺς ἦτον Α. Μ. Δὲν εἴδατε σεῖς τὴν βασιλείαν εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. «Διέταξε» τὴν 19 Ἰανουαρίου, ἐδημοσιεύθη δὲ τὴν 29 τοῦ 1834, ὅτι «ὁ στρατιωτικὸς, ὅστις νυμφεύεται ἄνευ τῆς ἀδείας τῶν ἀνωτέρων του νὰ παιδεύεται, ἐὰν ᾖναι στρατιώτης, μὲ 3 μηνῶν φυλάκισιν, ἐὰν ᾖναι ὑπαξιωματικὸς, μὲ καταβιβασμὸν ἀπὸ τὸν βαθμὸν διὰ πάντοτε, ἐὰν δὲ ἀξιωματικὸς λαμβάνει τὴν ἄφεσίν του, ὁ δὲ γάμος εἶναι ἄκυρος». Αὐτὰ διέταξεν ὁ αὐθέντης διὰ τοὺς ὑπηρέτας του. Ἀλλὰ λέγουν, ποῦ εἶναι τὸ διάταγμα; Ποῦ τὸ ἤξευρα, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως θὰ εἴπῃ, φέρε τὸ διάταγμα; (ἱλαρότης). Ἀφῆστε αὐτὰ, εἶναι ἐντροπή. Αὐτὰ τὰ λέγουν εἰς τὰ εἰρηνοδικεῖα. Ἂς ἴδωμεν τί λέγει ὁ νόμος.

§39ΛΑΠΑΣ. Τὸ διάταγμα ἐκοινοποιήθη; Περίεργον πρᾶγμα!!!

§40ΖΩΧΙΟΣ. Ἂς ἴδωμεν τί λέγει ὁ νόμος, καὶ ἂν ὁ νόμος ἐδέχθη τοῦ Σμάλτ τὴν ἐγκύκλιον. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος· «Εἰς τὰς προβλεπομένας ὑπὸ τῶν προηγουμένων ἄρθρων περιπτώσεις οὐδεὶς νόμος παραχωρεῖ δικαίωμα συντάξεως, μὴ τηρηθεισῶν τῶν περὶ νυμφεύσεως διατάξεων». Ἐξεδόθη μετὰ ταῦτα νόμος, κανονίζων τοῦτο; Ὄχι. Ποῦ ἀναφέρεται ὁ νομοθέτης; Εἰς τὴν ἐγκύκλιον τοῦ Σμάλτ. Δὲν τὸ ἠμφισβήτησε, δὲν εἶπε, τοῦ λοιποῦ θέλω τοῦτο ἢ τοῦτο, ἀλλὰ τὸ ὑπάρχον ἐκανόνισε διὰ νόμου, ἀφοῦ ἐπῆλθε τὸ Σύνταγμα. Ἰδοὺ ἡ διαφορά· δὲν ὑπάρχει δὲ ἀξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ ἔκτοτε, ὁ ὁποῖος νυμφευθεὶς δὲν ἔλαβεν ὅλα τὰ μέτρα του. Διατί; Διότι ἤξευρε τί θὰ πάθῃ. Ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα· πότε ἀπέθανεν ὁ Καστελιώτης; πότε ἐζήτησε τὴν σύνταξίν του; τί συνέβη εἰς τὴν σύνταξιν; Δὲν εἶναι, λέγω, ἔνοχος ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, εἶναι ἡ Κυβέρνησις. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶναι κατὰ τοῦτο ἔνοχος, ὅτι ἔχει τὸ ἕκτον τῆς εὐθύνης, διότι ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἁγίασε καὶ τοῦ εὐλόγησε τὴν πρᾶξίν του. Ἐὰν δὲν ἔπραττε τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ πράξῃ ὁ ὑπουργός. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται, ἐὰν ἐτηρήθησαν οἱ νόμοι. Ἰδοὺ ἡ ἀναφορὰ τῆς χήρας. Αὐτὴ συνετάχθη ἐν Ὕδρᾳ τὴν 11 Ὀκτωβρίου 1866, ἐλήφθη ὅμως μετὰ ταῦτα καὶ ἔγεινεν τὴν 11 Μαΐου 1867. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἦτον ὁ κ. Γρίβας, ἐγὼ δὲ τότε ἤμην πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν συντάξεων, Ὁ τρόπος τῆς ἐξελέγξεως εἶναι οὗτος· παραπέμπονται τὸν εἰσηγητὴν τὰ ἔγγραφα, ὁ δὲ εἰσηγητὴς συναθροίζει τὰ ἔγγραφα καὶ τὰ διαβιβάζει εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Τὴν αἴτησιν τὴν εἶχε κάμει ἡ χήρα ἢ ὁ ἐπίτροπός της. Βλέπετε, ὅτι ὁ Γρίβας δὲν ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, διότι δὲν ἦτον ἔργον του, ἦτο τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς καὶ ὁ κ. Τριγγέτας. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲ δὲν προέβη, διότι δὲν ὑπῆρχον ἀποχρῶσαι ἀποδείξεις. Κατὰ τὸ 1875 ἐξηκολούθησεν ἡ ἐργασία, ἀλλὰ ἔγεινεν ἓν θαῦμα. Ὁ εἰσηγητὴς τῶν ναυτικῶν συντάξεων κατὰ τὸ 1875 λέγει· «Μεταξὺ τῶν ἐγγράφων τῆς ὑπηρεσίας μου εὗρον τὴν ὑπ’ ἀριθ. τάδε ἀπὸ 11 Μαΐου 1867 ἐπίσημον διαταγὴν ἐπὶ αἰτήσεως συντάξεως· φρονῶ δὲ, ὅτι ἕνεκα ἐλλείψεων δὲν προεχώρησεν ἡ ὑπόθεσις· τὸ ὑπουργεῖον τί θέλει νὰ πράξω;» Τὸ ὑπουργεῖον ἔδωκε τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν· «Ἐπειδὴ λείπουν τὰ ἔγγραφα τὰ περὶ γάμου.....» Ὑποβάλλεται κατόπιν νέα αἴτησις· ὑπουργὸς δὲ τῶν Ναυτικῶν ἦτον ὁ κ. Αὐγερινός· συγκαλεῖται ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ὁ αὐτὸς εἰσηγητὴς ἀναμασσᾷ καὶ λέγει· «νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ σύνταξιν.» Τὸ ὑπουργεῖον παρέπεμψε τὴν ἀπόφασιν εἰς τὸ Συνέδριον· τὸ δὲ Συνέδριον ἀπεδοκίμασε τὴν πρᾶξιν. Ὁ τότε ὑπουργὸς δὲν προεχώρησε, διότι φαίνεται δὲν ἤθελε νὰ εὑρεθῇ εἰς περιπλοκάς. Σημειωτέον ὅτι πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1863 ὁ ὑπουργὸς ἀπεφαίνετο περὶ τῶν συντάξεων, ἀλλὰ μετὰ τὴν γνώμην, καθὼς εἶπεν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας κ. Δηλιγιάννης, τοῦ Συνεδρίου, ἡ ὁποία δὲν ἦτον ὑποχρεωτική. Ὁ νῦν ὑπουργὸς, νομίζων ὅτι ἀδικεῖται ἡ χήρα, ὑπέβαλε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον κακῶς, τὸ δὲ ὑπουργικὸν συμβούλιον ἀπεφάνθη μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ περὶ εὐθύνης νόμου καὶ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συνεδρίου εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν ὑπουργόν. Λέγει ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἀποβλέπει τοὺς ναυτικούς· ἀλλὰ σᾶς ἀνεγνώσθη ἡ ἔκθεσις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος προενόησε περὶ πάσης συντάξεως, καὶ ὁ ὅρος αὐτὸς ἐτέθη, διότι τὸ Συνέδριον εἶχε τὴν ἰδέαν ὅτι οἱ ὑπουργοὶ αὐθαιρέτως ἢ χαριζόμενοι ἔδιδον συντάξεις. Ἐὰν ἡ γνώμη τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ ἦτον ὀρθὴ, θὰ ἔλεγεν, ἐξαιροῦνται αἱ συντάξεις τῶν ναυτικῶν καὶ τῶν στρατιωτικῶν. Αὐτὴ εἶναι ἀληθὴς ἀφήγησις τῶν πραγμάτων, ἐξ ὧν πολλὰ σᾶς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, πολλὰ ὅμως δὲν τὰ ἐγνώριζε, διότι ἦσαν ἀρχαιότερα, καὶ πολλὰ ἐξήγησεν ὅπως αὐτὸς ἐνόμιζεν ὅτι ἦσαν ὀρθά. Τελευτῶν σᾶς λέγω, ὅτι συνερχόμεθα ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου καὶ νομίζομεν, ὅτι εἴμεθα ἀνεύθυνοι ἀντιπρόσωποι τοῦ κυριάρχου λαοῦ. Εἴμεθα ἀντιπρόσωποι, ἀλλὰ κάπως ἔχομεν εὐθύνην· ἐπειδὴ δὲ εἴμεθα 190, νομίζομεν, ὅτι ἔχομεν τὸ 1|190 τῆς εὐθύνης. Μικρὸν τὸ πρᾶγμα εἶναι, καὶ καθεὶς τὸ ἀναδέχεται. Γνωρίζετε ὅμως, ὅτι οἱ ἀναβαίνοντες τὰς Ἄλπεις, ἐπειδὴ κινδυνεύουν νὰ πέσουν εἰς χαράδρας, εἶναι συνδεδεμένοι μὲ σχοινιὰ ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλον. Ἀπαράλλακτα εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ὅλοι, καὶ ἐὰν ἔπταισεν ἡ πλειοψηφία, μέρος τοῦ παραπτώματος ἀντανακλᾷ εἰς τὴν μειονοψηφίαν, καὶ τ’ ἀνάπαλιν, καὶ εἴμεθα ὑπεύθυνοι συνδεδεμένοι, καὶ τὸ πταίσιμον πίπτει εἰς τὴν Βουλήν. Μᾶς εἶπε δὲ καὶ ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος βουλευτὴς, ὅτι εἴμεθα διὰ κρέμασμα, διότι τίποτε δὲν ἐπράξαμεν, ἐκτὸς μόνον τοῦ περὶ εὐθύνης νόμου· ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἐγεννήθη ἑπταμηνίτικος. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν, διότι ἠμποροῦμεν νὰ διαφωνῶμεν ὡς πρὸς τὰς πολιτικὰς αἱρέσεις, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους εἴμεθα ἀδελφοί, καὶ ὁ μῶμος ὁ ῥιπτόμενος εἰς τὸ ἓν μέρος ἀντανακλᾷ εἰς τὸ ἄλλο. Σημειωτέον δὲ ὅτι ἡ χήρα αὐτὴ ἐσιώπησεν ἀπὸ τοῦ 1869 μέχρι τοῦ 1875. Σᾶς εἶπον, ὅτι θὰ σᾶς λαλήσω εἰδικῶς περὶ τοῦ πιστοποιητικοῦ τοῦ γάμου, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἐνυμφεύθη κατὰ τὸ 1853, προσετέθη δὲ ἔπειτα, ὅτι ἐνυμφεύθη κατὰ τὴν 4 Φεβρουαρίου, ὁ δὲ νόμος ἐξεδόθη τὸν Ἀπρίλιον. Τοῦτο νομίζω ἐπηρέασε τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργείου.

§41ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τοῦ βήματος ὤφειλε μετὰ πλείονος δικαιοσύνης νὰ συζητήσῃ, ὅταν πρόκειται νὰ διακριθῇ ποῦ ὑπάρχει τὸ δίκαιον καὶ ποῦ τὸ ἄδικον ἢ μεμπτέον, καὶ ὅταν πρόκηται νὰ ἀποδοθῇ μομφὴ εἰς ἄνθρωπον ἔχοντα τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ τὸ τελευταῖον ἔγγραφον τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον διευθύνει, τὸ διεξέρχεται μετὰ τῆς μεγαλειτέρας προσοχῆς παρατηρῶν καὶ τὰ ἐλάχιστα· ὤφειλε νὰ συζητήσῃ μετὰ πλείονος σοβαρότητος καὶ δικαιοσύνης, καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του ἐὰν τὸ διάταγμα ἐκεῖνο ἦτο νόμος ὑποχρεωτικὸς καὶ διὰ τὸ ναυτικόν.

§42ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν εἶναι διάταγμα.

§43ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι ἐγκύκλιος, ἀλλ’ ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι ἦτο διάταγμα, καὶ λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὸν διὰ τὸ ναυτικόν. Ποία ἀνάγκη ἐπροκάλεσε τὸ συνάδελφόν μου κ. Ζωχιὸν νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἐγκύκλιον τοῦ 1846, ἐὰν ἐπρέσβευεν ὅτι τὸ διάταγμα, ἢ ἐγκύκλιος, ἢ νόμος, ὅπως θέλετε, ἀφορᾷ καὶ τὸ ναυτικὸν, καὶ ἐὰν ἐννόει, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη περιλαμβάνει καὶ τοὺς διαθεσίμους ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐταξείδευον κατὰ βούλησιν ὅπως σήμερον δὲν δύνανται πλέον νὰ πράξουν, τίς τὸν ἐμπόδισε νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ παροῦσα δημοσιευθήτω καὶ πρὸς τοὺς διαθεσίμους ἀξιωματικοὺς, ὅπως τοῦτο πράττομεν σήμερον εἰς πάσας τὰς ἐγκυκλίους; Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, νομίζω, εἰς τὸν συνάδελφόν μου κ. Ζωχιὸν νὰ λέγῃ, ὅτι εἰς τὰς λιμενικὰς ἀρχὰς ἐνοοῦσε καὶ τοὺς διαθεσίμους. Ὅταν πρόκηται νὰ ἀποδώσῃς μομφὴν εἰς ἕνα ὑπουργὸν, ὀφείλεις μετὰ πλείονας δικαιοσύνης νὰ συζητῇς τὰ πράγματα, καὶ ἂν εὕρῃς ὅτι πράγματι ἐδολιεύθη τὸν νόμον, τότε νὰ φέρῃς τὴν ψῆφόν σου κατ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν πρέπει τὰ ἀτομικὰ καὶ τὰ ὅλως ἰδιαίτερα περιστατικὰ νὰ τὰ συγχύζῃς εἰς τὴν φαρέτραν τῶν πολιτικῶν ζητημάτων. Ἐὰν ἦτον ἀληθὲς, ὅτι ἦτον ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ διὰ τοὺς μὴ λαβόντας γνῶσιν τῆς ἐγκυκλίου ἐκείνης καὶ ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη τοῦ Σμάλτς ἦτον ὑποχρεωτικὴ καὶ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ, διατί λοιπὸν τὸ Ἐλεγτικὸν Συνέδριον ἐξέδωκεν ἀπόφασιν εἰς ὁμοίαν περίστασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπονέμει σύνταξιν εἰς τὴν χήραν τοῦ ἀντιπλοιάρχου Περδίκη; καὶ ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ Συνέδριον τοιαῦτα ἐπρέσβευεν, διατί εἰς ὅλας τὰς ὁμοίας περιστάσεις ἐξέδωκεν ἀποφάσεις, δι’ ὧν ἐχορήγησεν σύνταξιν; Ὅταν λοιπὸν τὸ Συνέδριον κατήγγειλε τὴν πρᾶξίν μας ὡς παράνομον εἰς τὴν Βουλὴν, ὤφειλε νὰ ἀναδιφήσῃ ὅλα τὰ ἀρχεῖά του καὶ νὰ ἴδῃ, ὅτι εἰς ἄλλας περιστάσεις ἀπεφάσισεν ἄλλως πως, καὶ ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι εἰς τὰς περισσοτέρας περιστάσεις καὶ ἰδίως εἰς τὴν περίστασιν τοῦ Περδίκη μόνον του ὁμολογεῖ, ὅτι ἔσφαλε καὶ δὲν νομίζει, ὅτι ὁ πλοίαρχος αὐτὸς ἦτον ὑποχρεωμένος νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὴν ἐγκύκλιον τοῦ 1846, καὶ κατὰ συνέπειαν ἀπένειμε τὴν σύνταξιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ ὅταν ἔχω τὰ πράγματα, τὸ δίκαιον καὶ τοὺς νόμους ὑπὲρ ἐμοῦ, δὲν ἔχω νὰ ἐξαγάγω σοφιστικὰ συμπεράσματα ἀπὸ τὰς λέξεις μιᾶς ἐγκυκλίου. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία, καὶ ἂς πράξῃ ὅ,τι νομίζει.

§44Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ὁ κ. Ζωχιὸς εἰς τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτείνω, ἐὰν τὸ ἐν τῇ εἰδοποιήσει τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς 29 Ἰανουαρίου 1834 μνημονευόμενον διάταγμα ἐδημοσιεύθη, ἔσχε τὴν καλωσύνην σὺν τοῖς ἄλλοις ν’ ἀπαντήσῃ, ὅτι αὐταὶ εἶναι ἐνστάσεις, αἱ ὁποῖαι λέγονται εἰς τὰ εἰρηνοδικεῖα. Πολλάκις, κύριε πρόεδρε, ἀπὸ τοῦ βήματος ἐλέχθησαν πράγματα, τὰ ὁποῖα οὔτε εἰς τὰ εἰρηνοδικεῖα πρέπει νὰ λέγωνται, ἑπομένως ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ μιμούμενος ἄλλους συναδέλφους νὰ εἴπω τοιαῦτα πράγματα, χωρὶς νὰ δύναμαι νὰ κατακριθῶ ἀπὸ τὸν κ. Ζωχιόν· ἀλλ’ ἐπειδὴ συνειθίζω ὅ,τι λέγω νὰ τὸ στηρίζω εἰς τὰ πράγματα, θὰ φέρω μαρτυρίαν, τὴν ὁποίαν, προκειμένου περὶ νομικοῦ ζητήματος, θά μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ζωχιὸς νὰ θεωρήσω ὅτι βαρύνει περισσότερον τῆς ἰδικῆς του, τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Καλλιγᾶ, ὁ ὁποῖος, προκειμένου περὶ τῶν συνεπειῶν τῶν ἀθεμίτων γάμων, λέγει τὰ ἑξῆς· (ἀναγινώσκει). Ὁ κ. Καλλιγᾶς δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι ἄνθρωπος ἱκανὸς νὰ λαλῇ μόνον εἰς τὰ εἰρηνοδικεῖα.

§45ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Καὶ εἰς τὰ 1834 δὲν ἦτο τῶν Στρατιωτικῶν ὁ Σμάλτς, ἀλλ’ ὁ Μαυροκορδάτος.

§46ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Τὰ διατάγματα δὲν ἐδημοσιεύοντο διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως, ἐθεωροῦντο προσηκόντως δημοσιευμένα, ὅταν ὁ ὑπουργὸς διὰ τῆς ὑπογραφῆς του ἐβεβαίωνεν αὐτό.

§47ΜΙΛΗΣΗΣ. Ποῖος τὸ λέγει; ὅλα τὰ διατάγματα φέρουν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως.

§48ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἐτέθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν εἰς τὴν ἀκριβῆ θέσιν του. Δὲν συζητοῦμεν σήμερον τὴν δολίαν προαίρεσιν τοῦ ὑπουργοῦ, δὲν τὸν θέτομεν ὑπὸ ἀνάκρισιν ἢ ἐξέτασιν, ἐὰν εἶχε τὴν κακὴν πρόθεσιν νὰ παραβιάσῃ τὸν νόμον ἢ νὰ χαρισθῇ εἰς τὴν χήραν αὐτήν· πρόκειται συνεπεία μιᾶς αἰτιάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ὁ τελευταῖος νόμος, τὸν ὁποῖον ἐξεδώκαμεν, ἀποβλέπει καὶ τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς συντάξεις, καὶ ἂν ἡ σύνταξις ἐχορηγήθη συμφώνως μὲ τοὺς κειμένους νόμους. Πρόκειται λοιπὸν ἀφῃρημένως νὰ ἐξετάσωμεν τὸ γεγονὸς, καὶ νομίζω, ὅτι εἰς οὐδένα δὲν ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα νὰ ἀποδώσῃ δολίαν προαίρεσιν εἰς τὸν ὑπουργὸν, διότι τότε θὰ ἦτο περίστασις νὰ ἐξασκήσῃ ἡ Βουλὴ ἄλλο δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα τῇ χορηγεῖ. Προκειμένου λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν τὸ διάταγμα αὐτὸ ἐξεδόθη συμφώνως μὲ τοὺς κειμένους νόμους, ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσε τὸ διάταγμα τοῦτο, ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἀπεφάσισε νὰ χορηγηθῇ σύνταξις, συνεμορφώθη ἢ οὒ μὲ τοὺς κειμένους νόμους, πρέπει κατὰ πρῶτον λόγον νὰ ἐξετάσωμεν τὸν τελευταῖον νόμον περὶ συντάξεως, τὸν ὁποῖον κατὰ τὸν Ἰανουάριον ἐψηφίσαμεν. Ἡ ἀμφισβήτησις γεννᾶται ἐπὶ τοῦ 6 ἄρθρου· τὸ ἄρθρον 6 λέγει: «Αἱ κατὰ τὸν νόμον τῆς 13 Μαρτίου 1864 ᾐτιολογημέναι ἐκθέσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου περὶ ἀπονομῆς τῶν συντάξεών εἰσιν ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν ὑπουργόν». Πρὶν θελήσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν ποῖον ἦτο τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τοῦ ὑπουργοῦ, ὅστις ἐπροκάλεσε τὸν νόμον τοῦτον, ἂς ἀνατρέξωμεν εἰς τὸν νόμον τοῦ 1864 διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖον σκοπὸν εἶχεν ὁ νόμος οὗτος, εἰς ὃν ὁ τελευταῖος νόμος ἀναφέρεται. Ὁ νόμος τοῦ 1864 εἶχε τὸν σκοπὸν νὰ θέσῃ ὑπὸ ἐξέλεγξιν καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ παρέξῃ ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῆς ἀκριβοῦς ἀπονομῆς τῶν συντάξεων· ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἐδύνατο μόνη ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ προκαλῇ ἀλανθάστως τὰ διατάγματα περὶ παραχωρήσεως συντάξεων, ἀλλ’ ἐνόμισεν ὅτι εἶναι μία ἐγγύησις νὰ προεξελεγχθῶσι τὰ δικαιώματα τῶν συνταξιούχων ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἔθεσε δὲ εἰς ἴσην μοίραν τὰ δικαιώματα τῶν πολιτικῶν, στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν ὑπαλλήλων, διότι ἐθέσπισεν ὅτι καὶ τῶν τριῶν κατηγοριῶν αἱ αἰτήσεις πρέπει νὰ προεξελέγχωνται ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος τοῦ 1864 ἐν ἄρθρῳ 1. «Οὐδεμία στρατιωτικὴ, ναυτικὴ ἢ πολιτικὴ σύνταξις, ἐκτὸς τῶν δι’ εἰδικῶν νόμων χορηγουμένων, ἀπονέμεται, ἐὰν προηγουμένως δὲν ἐξελεγχθῇ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κτλ.» Παρατηρεῖτε λοιπὸν ὅτι ἐτέθη ἡ διάταξις ὅτι οὐδεμία σύνταξις δύναται νὰ ἀπονεμηθῇ, ἐὰν προηγουμένως δὲν ἐξελεγχθῇ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Σημειώσατε δὲ ὅτι αἱ στρατιωτικαὶ καὶ ναυτικαὶ συντάξεις ἐπληρόνοντο ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου, μόναι αἱ πολιτικαὶ συντάξεις ἀπετέλουν ἴδιον ταμεῖον, καὶ ὅταν ἦλθεν ἡ στιγμὴ νὰ συγχωνευθῇ καὶ τὸ ταμεῖον τοῦτο μετὰ τοῦ δημοσίου καὶ νὰ τεθῶσιν εἰς ἴσην μοῖραν αἱ πολιτικαὶ συντάξεις μὲ τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς, ὁ νομοθέτης ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο κατάλληλος ἡ περίπτωσις, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος, καὶ νομίζων ὅτι δὲν ἀρκεῖ ὁ νόμος τοῦ 1864 διὰ νὰ παρέξῃ τὰς ἐπιθυμητὰς ἐγγυήσεις, ἀλλὰ ἀπαιτεῖται μία αὐστηροτέρα διάταξις, ἕνας περιορισμὸς μεγαλείτερος, ἐνόμισε κατάλληλον, λέγω, νὰ θέσῃ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 6, καὶ μολονότι ὁμιλεῖ περὶ συγχωνεύσεως τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, μολοντοῦτο ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ὁποία ἀπέβλεπεν ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους, μὲ γενικὰς διατάξεις συμπεριέλαβεν ὁλόκληρον τὸν νόμον τοῦ 1864. Ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον 6. (Ἀναγινώσκει). Πᾶσα λοιπὸν πρᾶξις, ἥτις κατὰ τὸν νόμον τῆς 13 Μαρτίου ἐκδίδεται ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου περὶ ἀπονομῆς συντάξεως, εἶναι ὑποχρεωτική. Σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι ἀνάγκη νὰ καταφύγητε εἰς ἑρμηνείαν διὰ νὰ μάθητε ποῖαι εἶναι αἱ ἐκθέσεις, καὶ περὶ ποίων συντάξεων πρόκειται ὅταν σᾶς παραπέμπω εἰς ἕνα νόμον; ὑπάρχει πλέον ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχῃ ῥητὴ διάταξις ἐξαιρετικὴ, ὅτι ἡ διάταξις εἶναι γενικὴ καὶ ὅτι ὁ νόμος ἐννοοῦσεν ὅλας τὰς ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουσι περὶ ὅλων τῶν συντάξεων περὶ ὧν προέβλεπεν ὁ νόμος τοῦ 64; Ἄλλως τε, κύριοι, πῶς εἶναι δυνατὸν, ἐὰν θελήσητε νὰ ἑρμηνεύσητε τὸν νόμον τοῦτον, νὰ παραδεχθῆτε ὅτι διὰ τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους ὁ νόμος ἀπῄτησεν ἵνα αἱ ἐκθέσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὦσιν ὑποχρεωτικαὶ, τῶν δὲ ἄλλων νὰ μὴ ἦναι; δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε ὅτι εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη πρόθεσις, ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον νὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ μεταξὺ στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν ὑπαλλήλων; Ἀλλὰ, λέγει ὁ κύριος ὑπουργὸς, ἐὰν τὸ ἐγνωρίζομεν, ἠθέλομεν ἀπαιτήσει νὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἕνας στρατιωτικὸς ἢ ναυτικός. Ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 64 οὐδὲ στρατιωτικὸς οὐδὲ ναυτικὸς ἐλάμβανε μέρος· τὸ δὲ Συνέδριον εἶναι ἀνώτατον δικαστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται ἡ ἐξέλεγξις ὅλων τῶν διαχειρίσεων καὶ τῶν δικαιωμάτων ὅλων τῶν ὑπαλλήλων. Δὲν ἠμπορεῖτε λοιπὸν νὰ εἰπῆτε, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐδημιουργήθη διὰ μόνον τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους· τὸ Συνέδριον εἶναι γενικῶς διὰ πᾶσαν διαχείρισιν· αὐτὸ ἐξελέγχει τοὺς πολιτικοὺς, τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ τοὺς ναυτικοὺς λογαριασμοὺς, καὶ ἑπομένως, προκειμένου περὶ συντάξεως, ὄχι μόνον ὁ νόμος τοῦ 64 ῥητῶς ὑποβάλλει τὴν ἐξέλεγξιν τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν ναυτικῶν συντάξεων εἰς τὸ Συνέδριον, ἀλλ’ ὡς ἐκ τοῦ προορισμοῦ του τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔχει τοιαύτην ἁρμοδιότητα. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν μένει ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι τὸ ἄρθρον 6 ἀπέβλεπεν ἐν γένει τὰς ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐκδίδονται ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κατὰ τὸν νόμον τῆς 13 Μαρτίου 1864. Ἄλλως, κύριοι, τὸ μέρος τῆς ἐκθέσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον σᾶς προανεγνώσθη, νομίζω, ὅτι εἶναι σαφὲς καὶ ἀναμφισβήτητον, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς τὸ ἐπαναλάβω, διότι ἔχει ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου. Τί λέγει ὁ ὑπουργός; (Ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ νομίζετε, ὅτι, προκειμένου περὶ ἀπονομῆς συντάξεως ἤθελεν ὁ νομοθέτης δυσπιστήσει εἰς τὴν κρίσιν καὶ ἐκτέλεσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; ἤθελε δυσπιστήσει εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἤθελε νομίσει ἀσφαλέστερον, εὐθύτερον, μᾶλλον δυνάμενον νομικῶς νὰ κρίνῃ καὶ ἀποφασίσῃ, τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν; Πιστεύετε, ὅτι εἰς τοὺς ὑπουργοὺς ἐκείνους δὲν ἤθελε δώσει τὴν ἐμπιστοσύνην, νὰ τοὺς ἀφήσῃ νὰ κρίνουν συμφώνως μὲ τοὺς κειμένους νόμους, ἀλλὰ νὰ τοὺς ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ τοὺς ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, οἱ ὁποῖοι ὑποτίθεται, ὅτι ὀλιγώτερον ἐνσκήπτουσιν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν τοιούτων νόμων, ἤθελεν ἀφήσει ἄνευ ἐξελέγξεως καὶ περιορισμοῦ;

§49ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πολὺ μᾶς καταβιβάζει, ὅτι ἡμεῖς οἱ στρατιωτικοὶ δὲν γνωρίζομεν κανένα νόμον.

§50ΡΙΚΑΚΗΣ. Περὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, ἐννοῶ, βεβαίως ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι εἰδικώτερος. Λοιπὸν ὁ νομοθέτης ἤθελε θεωρηθῆ, ὅτι παρελογίσθη, ὅτι ἦτο ἀσυνεπής, ὅτι ἐνομοθέτει ἐναντίον τῶν βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀνέκαθεν ἐστηρίχθη τὸ σύστημα τῶν συντάξεων καὶ ἐπὶ τῶν προηγουμένων νόμων, ἰδίως τοῦ νόμου τοῦ 61. Ἔρχομαι τώρα κυρίως νὰ συζητήσω, ἐὰν ἡ σύνταξις ἐστηρίζετο εἰς τὸν νόμον περὶ συντάξεως τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν ἀξιωματικῶν. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον καὶ κατὰ τὸ διάταγμα τὸ ἐκτελεστικόν, τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται ἀπὸ τὴν χήραν, ἡ ὁποία θὰ ζητήσῃ σύνταξιν, εἶναι νὰ προτάξῃ ἐπίσημον ἀπόδειξιν τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ γάμου, δεύτερον περὶ τῆς ὑπάρξεως ἀδείας βασιλικῆς διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ γάμου. Τὸ διάταγμα περὶ ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τοῦ 53 λέγει, ὅτι πρέπει νὰ ἐπισυνάψῃ αἴτησιν τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς περὶ τῆς τελέσεως τοῦ γάμου. Σᾶς ἐρωτῶ, τὸ πιστοποιητικὸν τοῦ παπᾶ Καλούδη, τὸ ὁποῖον ἐπισυνάπτει περὶ τῆς τελέσεως τοῦ γάμου, δύνασθε νὰ τὸ θεωρήσετε ἐπαρκοῦν; Πότε ἐτελέσθη ὁ γάμος; Τὸ 1853. Ὑποτίθεται ὅτι προηγεῖται ἄδεια τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς καὶ αὐτὴ πρέπει νὰ ᾖναι καταχωρημένη ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ· ἐδύνατο ἑπομένως νὰ προσαχθῇ μία ἐκκλησιαστικὴ ἀπόδειξις βεβαιοῦσα τὴν τέλεσιν τοῦ γάμου. Ἐν τούτοις ἐπαρουσίασαν ἓν ἐκμαρτύριον πιστοποιητικὸν τοῦ ἱερέως Παπακαλούδη· συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὁ Παπακαλούδης εἶναι ἐφημέριος γνωστὸς τῶν Ἀθηνῶν πρὸ πολλῶν χρόνων ἐνταῦθα ζῶν, καὶ εἶναι ζήτημα ἂν αὐτὸς ἐτέλεσε τὸν γάμον. Τὸ ποιστοποιητικὸν ἐξέδωκεν ἐν Ἀθήναις, καὶ φέρει ἐπικύρωσιν τοῦ Μητροπολίτου Ἀθηνῶν.

§51ΧΟΪΔΑΣ. Περὶ Παπακαλούδη σᾶς λέγω ὅτι αὐτὸς κατεδικάσθη δι’ ἀποφάσεως τῶν ἐν Ἀθήναις Συνέδρων ὡς τελέσας γάμον ἄνευ ἐπισκοπικῆς ἀδείας· τοῦτο δύναται νὰ καταδείξῃ τὸ ποιὸν τοῦ ἀνδρός.

§52ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἔμαθον ὅτι ἦτο εἰς τὰς φιλακάς, ἀλλὰ δὲν ἐγνώριζον τὴν πρᾶξιν καὶ διὰ τοῦτο δὲν τὸ ἀνέφερα.

§53ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἐπισκοπικὴ ἄδεια;

§54ΡΙΚΑΚΗΣ. Τίποτε.

§55ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Μήπως ἦτο ἐπισκοπικὸς ἐπίτροπος;

§56ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἰς τὸ ἔγγραφόν του δὲν ἀναφέρεται τοιοῦτόν τι.

§57ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Λοιπὸν θεωρεῖτε τὸν γάμον παράνομον;

§58ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν τὸ γνωρίζω, ἐγὼ δὲν προσβάλλω τὴν νομιμότητα τοῦ γάμου.

§59ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν ἀπετόλμησε τοὐλάχιστον νὰ εἴπῃ τοιαῦτα πράγματα.

§60ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 22 τοῦ νόμου λέγει, ὅτι ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχουσιν πλήρεις αἱ ἀποδείξεις, ὅτι ἐτηρήθησαν αἱ νόμιμαι διατάξεις τῆς νυμφεύσεως· καὶ ὅταν λέγει νομίμους διατάξεις, ἐννοεῖ ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ μόνον νόμος ἢ Βασιλικὸν Διάταγμα, ἀλλὰ ἀρκεῖ καὶ ἡ ἐγκύκλιος τοῦ 1846, ἥτις προανεγνώσθη. Μένει ἤδη νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα ἂν ἡ ἐγκύκλιος αὕτη ἦτο ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Καστελιώτην. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἀντιλέγει, ἰσχυριζόμενος ὅτι δὲν ἦτο ὑποχρεωτικὴ δι’ αὐτὸν, διότι διετέλει ἐν διαθεσιμότητι καὶ δὲν ἔλαβεν γνῶσιν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ διαθέσιμοι θεωροῦνται ἀξιωματικοὶ ἐν ἐνεργείᾳ, διότι ἡ ὑπηρεσία των λογαριάζεται εἰς τὴν σύνταξιν.

§61ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τότε ὄχι.

§62ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ ἑπομένως ὑφίστανται ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐν ἐνεργείᾳ, καὶ ἑπομένως ἡ διάταξις τῆς ἐγκυκλίου εἶναι ὑποχρεωτικὴ δι’ αὐτούς.

§63ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸ ἴδιον Συνέδριον λέγει, ὅτι δὲν ἦτο ὑποχρεωτικὴ δι’ αὐτούς.

§64ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ ἐν διαθεσιμότητι ἀξιωματικὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσποιηθῇ ἄγνοιαν, ἀφοῦ ἡ ἐγκύκλιος ἐστάλη εἰς ὅλας τὰς ἀρχὰς πρὸς κοινοποίησιν. Τὸ ζήτημα, κύριοι, εἶναι ἂν μετὰ τὸν νόμον τοῦτον ἠδύνατο τὸ ὑπουργεῖον νὰ προκαλέσῃ διάταγμα περὶ συντάξεως ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· τὸ ζήτημα εἶναι νὰ ἴδωμεν ἂν πράγματι καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου καὶ τὸ πνεῦμα εἶναι τοιοῦτον ὥστε δὲν ἀφίνει ἀμφιβολίαν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ παραχωρηθῇ σύνταξις, ἢ, ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, ἀποβλέπει μόνον τὰς πολιτικὰς συντάξεις. Εἰς ἡμᾶς μένει, προκειμένου νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις, τῇ αἰτήσει τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τὸ ὁποῖον προσφεύγει εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα· ἡ ἐμὴ γνώμη εἶναι ὅτι ὁ νόμος εἶναι γενικὸς, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ δισταγμὸς ὅτι ἡ σύνταξις, ἥτις παρεχωρήθη, ἀντίκειται προφανῶς εἰς τὸν νόμον.

§65Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει δώσει πολιτικὴν χροιὰν εἰς ζήτημα καθαρῶς νομικόν· ἀλλὰ καὶ ἂν τοιαύτην γνώμην δώσῃ, καὶ ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορον, ἐγὼ θέλω ἐξετάσει τὸ ζήτημα ὑπὸ τὰς δύω ὑπόψεις. Πρῶτον ἂν εἶναι νόμιμος ἡ χορηγηθεῖσα σύνταξις εἰς τὴν χήραν τοῦ Καστελιώτου ἢ ὄχι. Δεύτερον κατὰ τύπους, ἂν δυνάμει τοῦ τελευταίου νόμου εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ ὑπουργὸς ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου νὰ δώσῃ τὴν σύνταξιν ἢ ὄχι· τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα· τοῦτο λέγει ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Πρὸς τὸν κύριον πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Λαμβάνω τὴν τιμὴν, κύριε πρόεδρε, νὰ πέμψω ὑμῖν τὸ ἔγκλειστον ἀπόσπασμα τοῦ κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν πρακτικοῦ τοῦ Συνεδρίου, ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ὁποίου θέλετε εὐαρεστηθῆ νὰ παρατηρήσητε, ὅτι τὸ Συνέδριον διὰ τοὺς ἀναφερομένους ἐν αὐτῷ κυριωτέρους λόγους θεωρεῖ παράνομον τὴν παρὰ τὴν ᾐτιολογημένην γνώμην του ἀπονεμηθεῖσαν σύνταξιν εἰς τὴν χήραν Καστελιώτου μετὰ τὴν δημοσίευσιν καὶ ἰσχὺν τοῦ ΦϞΒʹ. νόμου τῆς 17 Ἰανουαρίου 1877. Φρονῶ, ὅτι ἡ διδομένη ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου ἑρμηνεία τοῦ νόμου ἐστὶν ἡ ὀρθή· ἐὰν ὅμως ἐγείρωνται τυχὸν ἀμφιβολίαι ὑπό τινων, ἢ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καλόν ἐστὶν νὰ προκληθῇ ἡ γνώμη τῆς ἐπιψηφισάσης τοῦτον Βουλῆς, ἡ ἐπίσημος ἑρμηνεία. Ἀθῆναι, τῇ 3 Φεβρουαρίου 1877. Ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνδρίου.

Α. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ.

Σᾶς ἐρωτᾷ, φαίνεται ἐκ τούτου ἂν τὸ Συνέδριον ἔχῃ γνώμην καθαράν; τὸ Συνέδριον λέγει φρονεῖ, ὅτι ὁ τελευταῖος νόμος περιλαμβάνει καὶ αὐτὰς τὰς συντάξεις, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν τολμᾷ νὰ ἐκφράσῃ γνώμην παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφράσῃ γνώμην. Κύριοι, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ γάμου τοῦ Καστελιώτου, διότι νομίζω ὅτι ὁ γάμος ἐκεῖνος ἐτελέσθη καθ’ ὅλας τὰς διατάξεις τὸς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Ἄν ὁ ἱερεὺς ὁ τελέσας τὸν γάμον ὑπέπεσεν εἰς ἐγκλήματα κατόπιν ἢ ὄχι, αὐτὸ δὲν δύναται νὰ προσβάλῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ γάμου· ἐὰν ᾖναι καλὸς ἢ κακὸς, ἂς δώσῃ λόγον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ ἂν θέλητε, κύριοι, νὰ ἀμφισβητήσητε τὰ πιστοποιητικὰ τῶν ἱερέων ἐν Ἑλλάδι, θὰ κηρύξητε τοὺς περισσοτέρους τῶν γάμων παρανόμους. Τοιαῦτα σφάλματα λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ ἐπικαλούμεθα, προκειμένου περὶ τῆς τιμῆς μιᾶς οἰκογενείας ἀνθρώπου ἀγωνιστοῦ. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἤθελον λάβει ποσῶς τὸν λόγον, ἂν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Πατρῶν δὲν ὠνόμαζε ὅλως διόλου ἀμαθεῖς περὶ τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν τοὺς στρατιωτικούς.

§66ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν με ἐνοήσατε καλῶς.

§67ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂς ἔλθωμεν νὰ ἐξετάσωμεν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ νόμου τὸ πρᾶγμα. Ὅσοι ἰσχυρίζεσθε ὅτι κατὰ τὰς στρατιωτικὰς διατάξεις ὁ γάμος εἶναι ἄκυρος ἐπικαλεῖσθε, ὡς ὁ ἔντιμος βουλευτὴς κ. Ζωχιὸς, τὴν ἐγκύκλιον τοῦ στρατηγοῦ Σμάλτς. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, κύριοι, δύω τινὰ ὑπάρχουν, ἢ ὁ γάμος ἐγένετο πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ 1853, ἢ μετά· ἂν ἐγένετο πρὸ τοῦ 53, ὑπάγεται εἰς τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον ἀπὸ τοῦ 53 μέχρι τοῦ 52. Μία τῶν διατάξεων ἐκείνων εἶναι καὶ ἡ διαταγὴ τοῦ Σμάλτς· ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἄκυρος καὶ ὡς τοιαύτην τὴν ἐθεώρησε πάντοτε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ὁ πρῶτος νόμος, τὸν ὁποῖον ἐξέδωκεν ὁ Βασιλεὺς Ὄθων, εἶναι ὅτι ὅλοι οἱ νόμοι οἱ μὴ δημοσιευθέντες καὶ τὰ διατάγματα δὲν ἔχουσιν ἰσχύν. Ἄν λοιπὸν ἡ ἐγκύκλιος αὕτη ἦτο νόμος, ἔπρεπε νὰ ᾖναι δημοσιευμένη. Τὸν περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμον ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν· ἐὰν τὸν ἐπεκύρωσεν ὁ Βασιλεὺς καὶ δὲν ἐδημοσιεύθη, δὲν ἔχει καμμίαν ἰσχύν. Ὁ Ἄρειος Πάγος, τὰ Ἐφετεῖα, τὰ δικαστήρια πάντοτε τοιαύτην ἐξέφεραν γνώμην, ἐθεώρησαν ἀκύρους ὅλους τοὺς νόμους καὶ τὰ διατάγματα τὰ μὴ δημοσιευθέντα. Ἐγὼ πολλάκις συνωμίλησα ἐπὶ ἰδικῶν μου ὑποθέσεων μετὰ τοῦ Βασιλείου Οἰκονομίδου, ὁ ὁποῖος εἶναι εἷς τῶν διακεκριμένων νομικῶν, καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι νόμος ὁ μὴ δημοσιευθεὶς διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, διότι μόνον διὰ τῆς δημοσιεύσεως λαμβάνει γνῶσιν ὁ πολίτης. Ἡ ἐγκύκλιος, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖσθε κατὰ τοῦ Καστελιώτου, δὲν ἐδημοσιεύθη, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος καὶ οὐχὶ ὅτι δὲν εἶναι ὑπόχρεως νὰ εἶχε γνῶσιν τῆς ἐγκυκλίου· ἀλλὰ καὶ ὁ λόγος οὗτος εἶναι ἰσχυρὸς, διότι ἂν ἐγὼ εἶμαι εἰς ἀργίαν καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν στέλλει μίαν ἐγκύκλιον εἰς τὰς ἀρχὰς ἡ ὁποία δὲν μοῦ κοινοποιεῖται, πῶς εἶναι δυνατὸν ἐγὼ νὰ λάβω γνῶσιν; Νὰ ὑπάγω εἰς τὸ Φρουραρχεῖον; δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται· νὰ ὑπάγω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον; ὡσαύτως· εἰς ἐφημερίδα δὲν δημοσιεύεται· ποῦ νὰ λάβω γνῶσιν; Εἰς τοιαῦτα λοιπὸν ἐπιχειρήματα δὲν πρέπει νὰ καταφεύγετε διὰ νὰ καταστρέφετε τα δικαιώματα μιᾶς οἰκεγενείας ἀγωνιστοῦ. Πρὸς αὐτοὺς, κύριοι, ἐγὼ οὔτε σχέσιν ἔχω, οὔτε τοὺς γνωρίζω, ἀλλ’ ὡς εὐσυνείδητος ἄνθρωπος δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ὁμιλήσω ὑπὲρ τοῦ δικαίου. Ὁ Καστελιώτης, κύριοι, ἦτον εἷς ἐκ τῶν μεγάλων ἀγωνιστῶν· ὁ μέγας, κύριοι, ναύαρχος Μιαούλης, καὶ ὁ ἥρως Κανάρης εἶχον ἀνάγκην τοῦ Καστελιώτου, καὶ δὲν πρέπει νὰ καταστρέψωμεν τὰ δικαιώματα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Λέγω εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Πατρῶν ὅτι ἂν ἤμην ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἤθελον πράξει ὅ,τι ἔπραξεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, διότι μέχρι τοῦδε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχειν, ὁ δὲ νόμος τοῦ 1864 ἔθεσε περιορισμὸν πλησίον τοῦ ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπονείμῃ συντάξεις. Εἰς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν προχθὲς, σᾶς ἐρωτῶ, ἐγένετο λόγος ποσῶς περὶ πολιτικῶν ἢ στρατιωτικῶν συντάξεων; Ἐὰν τοιαύτη ἔννοια ἤθελεν ἔλθει εἰς τὴν Βουλὴν, σᾶς λέγω ὅτι ἤθελον ζητήσει νὰ λάβω τὸν λόγον· ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἐνόησα τοιοῦτον σφάλμα, διότι οὐδεὶς ἦλθε νὰ εἴπῃ ὅτι εἰς τὸν νόμον αὐτὸν συμπεριλαμβάνονται καὶ αἱ στρατιωτικαὶ καὶ αἱ ναυτικαὶ συντάξεις· ὁ νόμος ἀναφέρεται ῥητῶς εἰς μίαν ἐκ τῶν τριῶν κατηγοριῶν τῶν συντάξεων εἰς τὰς πολιτικάς· δὲν πιστεύω ὅτι εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς εἴτε εἰς τὰ ἐστενογραφημένα νὰ γίνεται ποσῶς λόγος περὶ ναυτικῶν ἢ στρατιωτικῶν συντάξεων. Τώρα θὰ εἰπῆτε ἀλλὰ δὲν εἶναι καλὸν νὰ ὑπαχθῶσι καὶ αὐταί; ἐγὼ λέγω ναί· εἴπατέ το ὅμως καθαρὰ καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐναντίος· θέλω μάλιστα νὰ βάλετε μυρίους περιορισμούς. Καὶ νὰ σᾶς εἰπῶ τὴν ἰδέαν μου· πρεσβεύω ὅτι ὀλιγώτερον τὰ ὑπουργεῖα ἐφάνησαν ἀπρόσεκτα εἰς τὴν ἀπονομὴν τῶν συντάξεων παρὰ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον οὐχὶ ἐκ προθέσεως. Αἱ Κυβερνήσεις, κύριοι, ἐπηρεάζονται ἀπὸ τὴν πολιτικὴν, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Εὔχομαι δὲ, κύριοι, ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν πολιτικῶν συντάξεων καὶ τῶν στρατιωτικῶν καὶ εἶναι δικαίωμά της, τότε δὲ θὰ πεισθῆτε εἰς ὅ,τι σᾶς λέγω καὶ θὰ θαυμάσητε διὰ τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου· ἀπόδειξις, κύριοι, εἶναι ἡ σύνταξις τοῦ κ. Μωραϊτίνη τὴν ὁποίαν ἀπέκρουε τὸ Συνέδριον, ἡ δὲ Κυβέρνησις εἶπε δίδω τὴν σύνταξιν εἰς τὸν Μωραϊτίνην. Ὁ ναυτικὸς, κύριοι, στρατιωτικὸς νόμος ἀναφέρεται εἰς τοὺς νόμους ἐπὶ τοῦ προκειμένου τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, ὁ δὲ στρατιωτικὸς νόμος ἐπιβάλλει καὶ ποινὰς εἰς τὰς διατάξεις περὶ νυμφεύσεως· ὁ νόμος ὅμως, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν προχθὲς, δὲν περιλαμβάνει διατάξεις περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων· εὐχῆς δὲ ἔργον ἦτο νὰ περιελάμβανε· δὲν ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸν νόμον· πῶς θὰ τὸν ἑρμηνεύσῃ; θὰ εἰπῆτε γνώμην, ἡ γνώμη σας δὲν ἀξίζει τίποτε· πρέπει νὰ κάμετε νέον νόμον νὰ ἑρμηνεύσετε τὸν παλαιὸν νόμον. Εἶπον τὰ ὀλίγα ταῦτα ὄχι διότι εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον, ὄχι διότι φροντίζω περὶ τῶν πράξεων τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, διότι ἐγὼ ἐμμένω εἰς τὰς ἰδέας μου τὰς ὁποίας σεῖς γνωρίζετε, ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμην παρὰ νὰ ὑπερασπίσω τοὐλάχιστον ἐμαυτὸν, διότι ὁ φίλος μου Ῥικάκης μᾶς ἀπέδωσεν ἄγνοιαν, ὅτι ἡμεῖς οἱ στρατιωτικοὶ ἀγνοοῦμεν τοὺς νόμους. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθές· καὶ ἂν ἡμεῖς δὲν γνωρίζωμεν ὅλην τὴν νομοθεσίαν τὴν πολιτικὴν, μοῦ φαίνεται ὅτι πολλοὶ πολιτικοὶ δὲν γνωρίζουν τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν, διότι ὁ καθεὶς εἶναι εἰς τὸν κλάδον του· ἀλλὰ σᾶς λέγω καὶ τὸ ἄλλο, ὁσάκις τρέχει καμμία ὑπόθεσις σπουδαία ἔρχονται καὶ ἐρωτοῦν καὶ ἡμᾶς· θὰ εἰπῇ ὅτι ὑποθέτουν ὅτι κάπως ἠξεύρομεν καὶ ἡμεῖς· παρακαλῶ δὲ τοὺς λαλοῦντας ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ μὴν ἐπιτίθενται καθ’ ἡμῶν τῶν στρατιωτικῶν, διότι ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ ὅτι θὰ ἀπαντήσω.

§68Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, θέλω ἐνδιατρίψει ἰδίως εἰς τὸ καθαρῶς στρατιωτικὸν ζήτημα, διότι φρονῶ ὅτι τὸ νομικὸν ζήτημα μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ τελευταίου νόμου καὶ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀπονομῆς συντάξεων ἰδίως ἀπὸ τοῦ 1863 δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ παρὰ ὑπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ὅταν πρὸ ὀλίγου ἤκουον ὅτι κατὰ τὰ 1834 δὲν ἤρκει νὰ εἴπῃ ἡ κυβέρνησις «διέταξα» ἀλλ’ ὤφειλε νὰ δημοσιεύῃ καὶ διάταγμα, εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ τοῦ ἰσχυρισμοῦ θέλω ἀναγνώσει ὄχι ἐγκύκλιον ἀλλὰ βασιλικὸν διάταγμα τῆς 7 Ἰανουαρίου 1834 ἔχον ἰσχὺν νόμου περὶ τῶν ἄνευ ἀδείας νυμφευομένων στρατιωτικῶν, αὐτοὶ δὲ οἱ νόμοι μᾶς διεῖπον καὶ μᾶς διεῖπον μέχρι τῆς τελευταίας στρατιωτικῆς νομοθεσίας, ἡ ὁποία ἐνομοθετήθη κατὰ τὰ 1861· καὶ τότε διὰ τῆς διατάξεως ὁ γάμος νὰ θεωρῆται ἄκυρος ἠννόει ὁ νομοθέτης ὅτι τὰ ἐκ τοῦ γάμου ἄνευ ἀδείας γεννηθησόμενα τέκνα ὡς καὶ ἡ χήρα δὲν χαίρουσι τὸ πρὸς σύνταξιν δικαίωμα· ἀλλ’ ἀναγράφει, κύριοι, ὁ στρατιωτικὸς ποινικὸς νόμος ῥητῶς ἀπαραλλάκτως τὰς αὐτὰς ποινὰς τὰς ὁποίας ἀνέγραψε τὸ διάταγμα τὸ ἔχον ἰσχὺν νόμου τοῦ 1834, εἶναι δὲ ὁ νόμος αὐτὸς νομίζω τῆς 23 Δεκεμβρίου 1836, ὅπως ἐξεδίδοντο τότε οἱ νόμοι· κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν λέγει ῥητῶς «νύμφευσις ἀξιωματικοῦ ἄνευ ἀδείας ἔκπτωσις διὰ παντὸς, νύμφευσις στρατιώτου ἄνευ ἀδείας φυλάκισις τριῶν μηνῶν»... Βλέπετε λοιπὸν ὅτι αἱ διατάξεις αὗται ἴσχυον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1834 καὶ ἐφηρμόζοντο· νὰ σᾶς φέρω δὲ καὶ ἓν παράδειγμα ὅτι ὁ τοιοῦτος νόμος ἐφηρμόσθη εἰς τὸ πρόσωπον ἀξιωματικοῦ τινος τοῦ πεζικοῦ, ὅστις ἐνυμφεύθη κατὰ τὸ 1839 ἄνευ ἀδείας τῆς κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος καθῃρέθη καὶ ἔμεινεν ἀρκετὸν καιρὸν χωρὶς βαθμοῦ· κατὰ συνέπειαν δὲν ἠδύνατο νὰ διατελῇ ἐν ἀγνοίᾳ ὁ μακαρίτης Καστελιώτης τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία ἀνεγράφη εἰς τὸν νόμον ἀπὸ τοῦ 1834, καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ γάμου του ἔλαβε γνῶσιν αὐτοῦ τοῦ πράγματος, διότι συνανεστρέφετο μετὰ τῶν συναδέλφων του.

§69ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὑποθέτετε ὅτι οἱ νόμοι οἱ στρατιωτικοὶ εἶναι ἐφαρμόσιμοι εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν;

§70Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μάλιστα. Εἰς δὲ τὰ ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν πώποτε καθόσον δύναμαι νὰ γνωρίζω δὲν ἀπανεμήθη σύνταξις παρὰ συναινέσει καὶ τῇ ἐπιδοκιμασίᾳ τοῦ Ἐλεκτικοῦ Συνεδρίου· γνωρίζω τοῦτο εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι πολλάκις πράγματι παρεισέφρησε κακὴ συνεννόησις μεταξὺ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, πολλάκις συντάξεις ἐφιλονεικήθησαν ἀπὸ τὸ Συνέδριον, κύριοι, ἐπὶ πολὺν χρόνον, οὐδεὶς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὅμως ἐξέδωκε διάταγμα περὶ ἀπονομῆς συντάξεως ἐν ἀγνοίᾳ καὶ ἐν ἀποδοκιμασίᾳ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· ἡ τοιαύτη ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἴσχυε μέχρι προχθὲς, διότι δὲν ἔχομεν οὐδὲν προηγούμενον ἐναντίον ῥητῆς γνώμης τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ Στρατιωτικῶν ὅτι ἐπροκάλεσαν συντάξεις.

§71ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Πολλὰς νὰ σᾶς φέρω.

§72Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καμμίαν δὲν ἀπένειμε.

§73Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἄλλως τε δὲ, κύριοι, ὅταν ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐτάχθη εἰδικῶς διὰ νὰ ἐξελέγχῃ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας ἄτομόν τι προσήνεγκεν εἰς τὴν πολιτείαν, ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι ἡ γνώμη του εἶναι ἐπικρατεστέρα τῆς τοῦ ὑπουργείου, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι τὰ ὑπουργεῖα τῶν Ναυτικῶν καὶ Στρατιωτικῶν ὑπάρχει πρόληψις ὅτι ὑποστηρίζουν τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ὑπηρετοῦν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των· διὰ τοῦτο καὶ ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ σώματος ὑπάρχει πρόληψις, ἂν ὄχι ἀληθὴς, ὅτι οἱ μὲν ἀγαποῦν τὸν δεῖνα κλάδον νὰ ἀναπτυχθῇ περισσότερον, οἱ δὲ ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός των ἀγαποῦν τὸν ἕτερον· διὰ τοῦτο παρὰ τοῦ νόμου ἐτέθη τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ὡς ἀρχὴ ἀνωτάτη μὴ ἁπτομένη τῆς πολιτικῆς, ἐξασκοῦσα ἔλεγχον ἐπὶ ὅλων τῶν ὑποθέσεων τοῦ κράτους, ἐθεωρήθη ὡς μόνη κατάλληλος ἀρχὴ νὰ ἐκφέρῃ γνώμην· διὰ δὲ τοῦ τελευταίου νόμου ἡ γνώμη ἐθεωρήθη ὅτι ἔπρεπε νὰ ᾖναι ὑποχρεωτική. Μόνον δὲ τὸ διάβημα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν πρὸς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον εἶναι εἷς ἐνδοιασμὸς σπουδαῖος ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἀνελάμβανε τὴν εὐθύνην νὰ ὑποβάλῃ διάταγμα ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διὰ τοῦτο ἔφερε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου· κατ’ ἐμὴν δὲ κρίσιν καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον εἶναι ἀναρμόδιοι νὰ δικάσουν τοιαῦτα ζητήματα. Ὥστε νομίζω, κύριοι, ὅτι ἄγνοια νόμου καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀποβιώσαντα στρατιωτικὸν ἢ ναυτικὸν δὲν ἐπετρέπετο, διότι διετέλει ἐν πλήρει γνώσει τῶν θεσμῶν τῆς πατρίδος του, οἱ ὁποῖοι τὸν διεῖπον ἀπὸ τὰ 1834, καὶ οἵτινες ὄχι μόνον δικαίωμα δὲν ἔδιδον πρὸς σύνταξιν, ἀλλὰ τὰ μὲν τέκνα του ἐκήρυττον νόθα, αὐτὸν δὲ ἀπέλυον τῆς ὑπηρεσίας. Παρανομία πλήρης πραγματικὴ μετὰ τὸν νέον νόμον τοῦ 1877, ἠθικὴ παρανομία μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1853, διότι ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ πώποτε δὲν ἀνέλαβον τὴν εὐθύνην νὰ ἀπονείμωσι σύνταξιν πρὶν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐγκρίνῃ· διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ παρέκβασις αὕτη, ἡ ὁποία ἀντιβαίνει ῥητῶς εἰς τὸν νόμον, ὀφείλει νὰ καταδικασθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἓν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον νὰ συνετίσῃ καὶ τοὺς παρόντας καὶ νὰ συμβουλεύσῃ καὶ τοὺς μέλλοντας.

§74ΖΩΧΙΟΣ. Θὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις εἰς ὅσα εἶπον προηγουμένως. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν διϊσχυρίσθη ὅτι εἰς τὴν γνώμην μου αὐτὴν ἐπηρεάζομαι ἐκ τῶν πολιτικῶν περιστάσεων, δηλ. ἐπάνω κάτω θέλω τὴν θέσιν του. Πῶς; ἀφοῦ ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν συντάξεων ἠρνήθην, πῶς θέλετε ὡς βουλευτὴς νὰ ἔχω γνώμην ἐναντίαν; Τῆς ἠρνήθην τὴν σύνταξιν καὶ τῆς τὴν ἠρνήθην, διότι ἔλειπε ἡ ἄδεια γάμου. Σημειωτέον δὲ ὅτι ὁ μακαρίτης Καστελιώτης ἐγνώριζε τὰ πάντα· δὲν ἦτον ἐξ ἐκείνων τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐλάμβανον γνῶσιν. Ἰδοὺ ποῖος ἦτον ὁ Καστελιώτης· (ἀναγινώσκει). «Ἰωάννης Καστελιώτης, ἐκ Σπετσῶν, ὑποπλοίαρχος δευτέρας τάξεως ἐπὶ τοῦ ἀτμοπλοίου ὁ Ἑρμῆς ἀπὸ 7 Φεβρουαρίου 1833. Τὴν 4 Μαρτίου 1834 ὠνομάσθη ἀνθυποπλοίαρχος τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ, διωρισθεὶς ἐπὶ τοῦ Β. Πάρωνος ὁ Νέλσων. Τὴν 31 Ἰανουαρίου 1835 ἐπροβιβάσθη ὑποπλοίαρχος, διατελέσας καὶ ὡς προσωρινῶς κυβερνήτης τοῦ Β. Κερκούρου ὁ Γλαῦκος, ἀπὸ 29 Ἀπριλίου ἕως 10 Μαΐου ἰδίου ἔτους 1835. Τὸ 1836 μετετέθη ἐπὶ τῆς Ἀθηνᾶς, τὸ δὲ 1841 ἐπὶ τοῦ Β. Κερκούρου ὁ Ναυτίλος, κυβερνήτης τοῦ ὁποίου διωρίσθη τὸ 1842. Τὴν 4 Ἰουνίου 1843 προήχθη Πλωτάρχης, καὶ τὴν 1 Ἰουλίου 1843 μετετέθη εἰς τοὺς διαθεσίμους.» Ἦτον ἐκ τῶν ἐκλεκτῶν, διότι εἶχεν ἀξίαν. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ἔχει ἓν στάδιον ὁ ἄνθρωπος ἐντὸς τῆς τακτικῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ ἠγνόει τὸ διάταγμα. Μετετέθη εἰς τοὺς διαθεσίμους, διότι ἦτο κυβερνητικός. Λοιπὸν δὲν ἦτον ἐκ τῶν διαθεσίμων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐγνώριζον τὰ πράγματα· τὰ ἐγνώριζεν. Τώρα, διατί δὲν συνεμορφώθη; Πρέπει νὰ καταβῶ εἰς τὸν Ἅδην νὰ τὸν ἐρωτήσω νὰ μοῦ ἐξηγήσῃ τὴν αἰτίαν. Ἠξεύρω δὲ τοῦτο, ὅτι ἂν ἤμην εἰς τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ τὸ Συνέδριον ἔλεγεν οὐ, δὲν θὰ προεχώρουν, μάλιστα μετὰ τὸν τελευταῖον νόμον. Θὰ ἔλεγον, τί θέλω νὰ ὑπάγω νὰ βάλω τὰ ποδάρια μου εἰς τὸ βάραθρον; Ἂν ὠλίσθησες, κύριε ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, τὸ ἤθελες. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι ἀντὶ οἱ ἄλλοι ὑπουργοὶ νὰ τοῦ εἴπουν «Ποῦ πᾶς;» τοῦ εἶπον, ἐμπρός. Νομίζω, δὲ ὅτι ὅταν ὑπεγράψατε τὸν νόμον, τὸν ὑπεγράψατε ἐπὶ καλῇ τῇ πίστει, διότι κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ Συνεδρίου ἐγίνοντο καταχρήσεις, καὶ ὄχι μόνον κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ Συνεδρίου, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἰδέαν τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς, αὐτοῦ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ θέσωμεν φραγμόν, κατὰ τίνος; Κατὰ τῶν ὑπουργῶν ὅλων ἐκτὸς τῶν δύω; Αὐτὸ εἶναι παράδοξον· καὶ ὅταν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁμιλῇ περὶ πάσης συντάξεως, δὲν ἐξαιρεῖ κανένα, ὅταν ὁ παππᾶς λέγῃ «Καὶ πάντων καὶ πασῶν» δὲν ἐξαιρεῖ οὔτε ἄνδρα, οὔτε γυναῖκα, οὔτε κανένα. Θὰ ἦτο πολὺ νόστιμον νὰ ἔλεγε ὁ παππᾶς περὶ πάντων καὶ πασῶν, ἐξαιρουμένου τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Μὰ εἶναι λόγια αὐτά;

§75ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι, ἂν ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ μετὰ καλῆς πίστεως ὁ προαγορεύσας πρὸ ὀλίγου ἠγόρευσε· τί σᾶς εἶπε; σᾶς εἶπεν ὅτι αὐτὸς ὑπηρέτησε μέχρι τοῦ 1843, μετὰ δὲ τὸ 1843 ἐτέθη εἰς τοὺς διαθεσίμους· καὶ ἂν ᾖναι ἀληθὲς τὸν ἐρωτῶ, διατί ἐξέδωκε τὴν ἐγκύκλιον τοῦ 1846; ἐκεῖθεν ἐξάγονται τὰ συμπεράσματα ὅτι σὺ ὁ γνωρίζων τὰ πάντα δὲν εἶχες πεποίθησιν ὅτι ὁ νόμος τοῦ Σμὰλτς ἴσχυεν καὶ ἠναγκάσθης νὰ ἐκδώσῃς ἐγκύκλιον! εἶπες λοιπὸν ὅτι εἰς τὸ 1843 ἐτέθη εἰς διαθεσιμότητα· ἔκτοτε μέχρι τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἐνυμφεύθη δὲν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μάθῃ τὴν ἐγκύκλιόν σου, διότι δὲν τοῦ τὴν ἐκοινοποίησες· λέγεις λοιπὸν ὅτι μέχρι τοῦ 1843 ἦτον ἔξυπνος ἄνθρωπος καὶ ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ τοὺς νόμους καὶ τὰ διατάγματα· ἂν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ταῦτα ἴσχυον καὶ ἐν τῇ πεποιθήσει τοῦ τότε γενικοῦ γραμματέως, διατί ἐξέδιδες τὴν ἐγκύκλιον τότε τοῦ 1846 διὰ τῆς ὁποίας ἀπηγορεύετο ὁ γάμος εἰς ὅλους τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, τὰ ἄλλα εἶναι σοφιστεία.

§76ΒΑΛΕΤΤΑΣ............

§77ΖΩΧΙΟΣ. ........ (θόρυβος).

§78ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μὴ ζητεῖτε ἐκ τῆς φράσεώς μου νὰ ἐγείρετε τρόπαια.

§79ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἂν εἴχομεν σκοπὸν νὰ στήσωμεν τρόπαια ἐκ τῶν φράσεών σας, σᾶς βεβαιῶ θὰ εἴχομεν τὰς πυραμίδας τῆς Αἰγύπτου.

§80ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγὼ ὁ ταλαίπωρος, ὅταν εἶπον ὅτι ἐξέδωκα τὴν ἐγκύκλιον, εἶπον καὶ τὸ διατί. Τί εἶπον; Καὶ εἶναι γραμμένα εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά· «Κατὰ τὸ ἔτος 1846, ὅτε ἤμην διευθυντὴς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ναῦταί τινες ἐνυμφεύθησαν παρὰ τὰ κείμενα.»

§81ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἰς τὴν ἐγκύκλιόν σου δὲν τὸ λέγεις.

§82Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, μίαν μικρὰν διασάφησιν· ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Οἰτύλου εἶπεν, ὅτι θὰ παρουσιάσῃ ἓν Διάταγμα τὸ ὁποῖον θὰ ᾖναι δημοσιευμένον ἐντὸς τοῦ βιβλίου, ἀλλὰ τὰ διατάγματα κατὰ τὸν νόμον δὲν ἔχουν ἰσχύν, πρέπει ᾖναι ἐντὸς τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως· δεύτερον παρατηρῶ ὅτι ἀληθῶς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἦλθεν ποτὲ εἰς σπουδαίαν σύγκρουσιν μὲ τὸ Συνέδριον παρὰ μόνον εἰς τὰ 1864 ὅταν ἐφηρμόζετο ὁ νόμος, ὅτε ἠγέρθη διχογνωμία· δὲν εἶναι ὅμως ἰσχυρὸν ἐπιχείρημα ὅτι ἐπειδὴ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εὑρέθη εἰς καμμίαν δυσχέρειαν δὲν ἐπεκτείνεται καὶ ἐπ’ αὐτοῦ. Τρίτον παρατηρῶ ὅτι ὁ νόμος ὁ ποινικός, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθησαν, εἶναι ὁ νόμος τοῦ στρατοῦ Καὶ τότε, κύριοι, νόμος περὶ συντάξεως δὲν ὑπῆρχεν, οὔτε σύνταξις ἀπονέμετο παρὰ ὅπου ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις· τὰ δικαιώματα δὲν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν, καὶ νόμος τοιοῦτος ἔγεινεν πρώτην φορὰν εἰς τὰ 1852· ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς στρατιωτικοὺς ὑπῆρχεν νόμος, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ νόμος δὲν εἶχεν ἐφαρμογὴν εἰς τὸ ναυτικὸν διότι καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν διὰ τὸ ναυτικὸν ὑπάρχουν ἰδιαίτεροι νόμοι. Νὰ σᾶς φέρω παράδειγμα· εἰς τὰ ναυτικὰ ἐπιβάλλεται ἡ ποινὴ τῆς καταδύσεως, ἐνῷ εἰς τὸν στρατὸν δὲν ἐπιβάλλεται τοιαύτη· καὶ αὐτὸ ἴσχυεν ἕως τὰ 1872. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐφηρμόσθη ὁ στρατιωτικὸς νόμος, ἀλλὰ τοῦ ναυτικοῦ δὲν ἐδημοσιεύθη ποτέ.

§83ΖΩΧΙΟΣ. Ὑπάρχει ὁ Ἄρειος Πάγος, ὁ ὁποῖος τὰ ἐδημοσίευσεν.

§84Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ Ἄρειος Πάγος δημοσιεύει νόμους;

§85ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα ὅσα ἐῤῥέθησαν περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης δὲν θὰ εἶχον καμμίαν σημασίαν, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ὁ τελευταῖος ἐκδοθεὶς νόμος περὶ συγχωνεύσεως τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων. Λέγω ὅτι δὲν θὰ εἶχον καμμίαν σημασίαν, διότι πολλάκις εὑρέθη εἰς διαφωνίαν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον πρὸς τὰ ὑπουργεῖα καὶ τὰ δικαστήρια ἀπεφάνθησαν κατὰ τῆς γνώμης τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· αὐτὸ τὸ ὁποῖον καθιστᾷ σήμερον τὴν ὑπόθεσιν ἀξίαν λόγου καὶ συζητήσεως, εἶναι ὁ τελευταῖον ἐκδοθεὶς νόμος. Τὸν νόμον αὐτὸν ἐγὼ τὸν εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ἐσυνόδευσα μὲ ἔκθεσιν αἰτιολογικήν. Ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἔχει τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν κύριος Ῥικάκης, καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ λεγόμενον ὅτι, ἀφοῦ ἐσυγχωνεύθη τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων μὲ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀνάγκην νὰ λάβῃ πλειοτέρας ἐγγυήσεις· διότι, ἂν ἐνθυμεῖσθε, ὁ νόμος αὐτός, ὅτε εἰσήχθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν διελάμβανε τὴν συγχώνευσιν τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων μετὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἦτο νόμος περὶ αὐξήσεως τῶν πόρων τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων· ἡ συγχώνευσις δὲν περιείχετο εἰς τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, ἐγένετο δὲ κατόπιν· ὥστε τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἐνώπιόν σας ὁ κύριος Ῥικάκης, περὶ τοῦ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀφοῦ ἠθέλησε νὰ συγχωνεύσῃ τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων μὲ τὸ δημόσιον, ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ πλειοτέρας ἐγγυήσεις, δὲν στηρίζεται οὔτε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, οὔτε ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τὴν ὁποίαν σᾶς ὑπέβαλον. Μένει τώρα νὰ σᾶς εἴπω τί ἐφρόνουν ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἀπὸ τοῦ πρώτου ἄρθρου μέχρι τοῦ τελευταίου δὲν κάμνει λόγον εἰμὴ περὶ τῶν πολιτικῶν συνταξιούχων καὶ τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Ἑπομένως εἶναι φανερὸν, ὅτι ὅλαι αἱ διατάξεις, αἱ περιεχόμεναι εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, δὲν ἐφαρμόζονται παρὰ εἰς τὰς πολιτικὰς συντάξεις. Οὔτε εἰς τὸν νοῦν μου, οὔτε εἰς τὸν νοῦν τῶν συναδέλφων μου ὑπῆρχεν ἡ ἰδέα, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου καθιεροῦμεν διατάξεις ἐφαρμοζομένας εἰς ὅλας τὰς συντάξεις. Καὶ ὅτι, κύριοι, οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ ἓν ἄλλο ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὸ ὁποῖον γίνεται λόγος περὶ ἐκχωρήσεως καὶ κατασχέσεως, τὸ ὁποῖον ἐκφράζεται γενικῶς καὶ ἀορίστως, λέγον· «Αἱ ἐκχωρήσεις καὶ αἱ κατασχέσεις τῶν συντάξεων ἀπαγορεύονται·» καὶ ὅμως διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου δὲν ἐνοοῦσε τὸ νομοσχέδιον παρὰ ν’ ἀπαγορεύσῃ τὰς ἐκχωρήσεις καὶ κατασχέσεις τῶν πολιτικῶν συντάξεων, διότι διὰ τὰς ἄλλας εἶναι ἤδη ἀπηγορευμένη. Ὥστε πᾶν ὅ,τι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διαλαμβάνει, ἀποβλέπει μόνον τὰς πολιτικὰς συντάξεις· αὐτὴ ἦτο ἡ ἰδέα, κύριοι, καὶ ἐμοῦ καὶ ὅλων τῶν συναδέλφων. Ἐὰν ἡ Βουλὴ, ἥτις ἐψήφισε τὸ νομοσχέδιον ἠννόει ἄλλως, δύναται νὰ τὸ δηλώσῃ, ἀλλὰ δὲν δύναταί τις νὰ κατακρίνῃ ἕνα ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος εἶχεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν καὶ κατ’ αὐτὴν ἐφήρμοσε τὸν νόμον. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα εἶχον νὰ σᾶς εἴπω περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου.

§86ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Κύριοι, θαυμάζω μὲ τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος παρὰ τῆς Βουλῆς νόμου, διότι φρονεῖ ὅτι ἐφρόντισε μόνον περὶ τῆς συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, αἱ ὁποῖαι πηγάζουσιν ἀπὸ κρατήσεις, αἵτινες ἀνεβιβάσθησαν ἀπὸ πέντε εἰς δέκα καὶ δὲν ἐφρόντισε νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τὰς συντάξεις τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπόκεινται εἰς βάρος τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι ἀληθὴς ἡ ἑρμηνεία τὴν ὁποίαν ἔδωκεν· δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ παραβάλω τὸν νόμον τῶν συντάξεων τοῦ 1864, ὅστις περιλαμβάνει τὰς στρατιωτικὰς, ναυτικὰς καὶ πολιτικὰς συντάξεις· ὅταν παραβάλετε τὸν νόμον ἐκεῖνον, θὰ εἰδῆτε ὅτι περιλαμβάνει ὅλας τὰς συντάξεις, καὶ δὲν μοι φαίνεται ἀπέναντι τοῦ ῥητοῦ γράμματος νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία. Τώρα θέλομεν νὰ ἑρμηνεύσωμεν ἕνα νόμον, ὅστις ῥητῶς ἦλθε περὶ συντάξεων, καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν καὶ τοὺς ναυτικοὺς καὶ τοὺς στρατιωτικοὺς, παρὰ μόνον τοὺς πολιτικούς· λοιπὸν μοι φαίνεται ὅτι εἶναι λίαν ἄσκοπον καὶ ἐναντίον τοῦ γράμματος τοῦ νόμου.

§87ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἀναγινώσκετε τὴν ἐπιγραφὴν, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ νόμου;

§88ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Οἱ νόμοι, κύριοι Βουλευταὶ, κατανοοῦνται ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ συνόλου διατάξεων· δὲν μοὶ φαίνεται λοιπὸν ὀρθὸν, ὅτι ὁ νόμος ὁ τελευταῖον ψηφισθεὶς, ὅτι ἐννοεῖ μόνον τὰς πολιτικὰς καὶ ὄχι καὶ τῶν ἄλλων κλάδων τὰς συντάξεις.

§89Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριοι, μετὰ τὰ λεχθέντα, θεωρῶ περιττὴν πᾶσαν ἀνάπτυξιν· ἀπεδείχθη σαφῶς, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐναντίον τῶν κειμένων νόμων ἀπένειμεν τὴν σύνταξιν ταύτην. Δὲν θὰ παρακολουθήσω βεβαίως τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν εἰς τὰς ἰδέας του, ὅτι τὸ Ἐλεγκτρικὸν Συνέδριον ἐπιπολαίως ἀπεφάσισεν, ὅτι δὲν ἤξευρε τί ἔκαμεν· αὐτὸ εἶναι κύριος ἕκαστος νὰ τὸ ἐκτιμήσῃ ὅπως θέλει. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὅμως δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποδώσῃ καμμίαν ἄλλην ἔννοιαν περὶ συντάξεων, διότι διὰ τοῦ ἄρθρου ἐκείνου τοῦ νομοσχεδίου ἐνομιμοποιήθη καὶ ἡ ἐγγύησις, διότι ὁ νόμος τοῦ 1853 παρεδέχθη ὅτι ἡ ἐγγύησις ὑφίσταται. Λοιπὸν δύω ζητήματα ὑπάρχουν, κύριοι· 1ον τὸ ζήτημα ἐὰν ἡ χήρα Καστελιώτου εἶχε δικαίωμα πρὸς σύνταξιν μὴ ὑπάρχοντος πιστοποιητικοῦ τῆς ἀδείας γάμου, καὶ 2ον μετὰ τὸν τελευταῖον νόμον τοῦ 1877 ἐὰν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐκδώσῃ διάταγμα ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτρικοῦ Συνεδρίου. Καὶ περὶ τοῦ ἑνὸς καὶ περὶ τοῦ ἄλλου ἐλέχθησαν τόσα, ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ τὰ ἐπαναλάβω. Τὸ νὰ στηρίζεταί τις, κύριοι, ἐνῷ ὁ νόμος ἀπαιτεῖ ἐπίσημον πιστοποιητικὸν, εἰς τὴν διαβεβαίωσιν ἑνὸς ἱερέως, ὅστις κατὰ τὸ 1866 ἦτον εἰς Ἀθήνας, ὅτι κατὰ τὸ 1853 ἐτέλεσεν τὸν γάμον, τοὐτέστιν μετὰ δεκαετίαν ἐνθυμεῖται τὰ πάντα... Καὶ ποῦ ὑπογράφεται; Εἰς τὰς φυλακάς. Ὁ νόμος ῥητῶς λέγει ὅτι αἱ συντάξεις ἀποδίδονται, ἀφοῦ προσαχθῶσιν ἐπίσημα ἔγγραφα τῶν ἀρχῶν. Ἡ τοιαύτη διαβεβαίωσις τοῦ ἱερέως δὲν εἶναι ἐπίσημον ἔγγραφον, καὶ μάλιστα ὅτε μετὰ δεκαετίαν λέγει ὅτι ἐνθυμεῖται, ὅτι τὴν τετάρτην Μαΐου ἐπετράπη ὁ γάμος.

§90ΧΟΪΔΑΣ. Ἦτον εἰς τὰς φυλακὰς, διότι ἐν γνώσει διατελῶν τῆς ὑπάρξεως πρώτου γάμου, ἐτέλεσε δεύτερον καὶ ἐγένετο συνεργὸς διγαμίας· λοιπὸν ἄνθρωπος τοιοῦτος εἶναι δύσκολον νὰ ἐκδώσῃ πιστοποιητικὸν ψευδές;

§91Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὀχυροῦται ὄπισθεν τοῦ τίτλου τοῦ νόμου, ἐνῷ ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν δίδει, ἰδοὺ πῶς ἐξηγεῖται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ τοῦ νομοσχεδίου ἐκθέσει «ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 παρατηρῶ................... .......... εἶναι ἡ μόνη ἀποχρῶσα ἐγγύησις............» Καὶ ἂν ἠγέρθη ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ἀφοῦ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶχεν ἐναντίαν γνώμην, διατί, ἐνῷ ἔχετε ἐνώπιόν σας τὴν Βουλὴν, ἀντιστρατεύεσθε κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτρικοῦ Συνεδρίου καὶ ἑρμηνεύετε τοὺς νόμους σφετεριζόμενοι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία; Μετὰ τὰ λεχθέντα, κύριοι, ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν «ἡ Βουλὴ θεωροῦσα τὴν εἰς τὴν χήραν Καστελιώτου ἀποδοθεῖσαν σύνταξιν μὴ σύμφωνον μὲ τὸν νόμον, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».

§92Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ ὑποβάλλω ἄλλην πρότασιν «ἡ Βουλὴ, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν».

§93Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, ὅτι ὅπως ἦλθε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ μετὰ τὴν ἐκτεταμένην συζήτησιν, ἥτις ἐγένετο ἐνώπιόν σας περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης, δὲν λύει τὸ ζήτημα. Σημειώσατε, κύριοι, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία σταματᾷ ἕως ἐδῶ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀποφάσεως, ἡ ὁποία θὰ καθιερώσῃ μίαν ἀνωτάτην ἀρχήν· ἑπομένως ὅταν ἡ Βουλὴ λέγει, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνω εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ποίαν λύσιν ἐκφέρει; Δύνανται ὅσοι ἔχουσι τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωσι ὅτι ἡ λύσις τὴν ὁποίαν ἔδωκε τὸ ὑπουργεῖον εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν νόμον. Αὕτη εἶναι ἡ καλὴ, ἡ λογικὴ ἀπόφασις, πᾶσα ἄλλη ἀπόφασις εἶναι ὑπεκφυγὴ τῆς ὁποίας αἱ συνέπειαι εἶναι πολὺ κακαί. Ἕνεκα τούτου ἂς λείψῃ τὸ «ἡ Βουλὴ, ἀρκεσθεῖσα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Ἑπομένως φρονῶ καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ, συμμεριζομένη τὴν γνώμην ὅτι πρέπει τὸ ζήτημα νὰ λυθῇ καθαρῶς, θέλει παραδεχθῆ νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥούφου.

§94Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤκουσα, κύριε πρόεδρε, τῶν προτάσεων, αἵτινες ἐτέθησαν ὡς θέματα τῆς ψηφοφορίας· ἡ μία τῶν προτάσεων περιέχει τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ σύνταξις, ἡ ὁποία ἀπενεμήθη, δὲν ἀπενεμήθη σύμφωνα μὲ τὸν νόμον· ἡ ἄλλη τῶν προτάσεων, ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, προβάλλει ἵνα ἡ Βουλὴ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Νομίζω, ὅτι εἶναι σφαλερὸν νὰ παραδεχθῶμεν εἴτε τὴν μίαν, εἴτε τὴν ἑτέραν, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις μου, καὶ ἐξαγάγω καὶ τὸ πόρισμα, τὸ ὁποῖον θέλω ἀκολουθήσει. Ἡ συζήτησις, ἥτις ἐγένετο σήμερον, προεκλήθη ὑπό τινος βουλευτοῦ· ὁ βουλευτὴς τῶν Πατρῶν προεκάλεσεν αὐτὴν, οὐδὲ πρέπει νὰ ὑποληφθῶμεν προτραπέντες εἰς ταύτην ὑπό τινος ἐγγράφου, ἐπιθυμῶ μάλιστα, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη, νὰ μὴ μνημονευθῇ. Οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ πείθουσι νὰ ἔχω τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην, εἶναι, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦτο δὲν θεωρῶ σύμφωνον μὲ τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν· ὁ πολιτειακὸς ὀργανισμὸς δὲν παρεχώρησε δικαίωμα παραπλήσιον εἰς αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, ἥτις ἀπέστειλε τὸ ἔγγραφον πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅταν δὲ ἀρχή τις ἐνασκῇ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν παρεχωρήθησαν εἰς αὐτὴν, ἐπέρχεται διατάραξις εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν διαφόρων ἀρχῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ νὰ μὴ γείνῃ μνεία περὶ αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος ν’ ἀναπτύξω περαιτέρω τὴν πρότασίν μου, παρακαλῶ δὲ τοὺς διστάζοντας ν’ ἀνατρέξωσιν εἰς τὸν καταστατικὸν νόμον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ἐκεῖ θέλουσιν ἰδεῖ κατὰ τινα τρόπον τὸ σῶμα τοῦτο λειτουργεῖ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα προετάθη διὰ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἐντίμου ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ. Ὁ βουλευτὴς οὗτος διϊσχυρίσθη, ὅτι ἡ ἀπενεμηθεῖσα σύνταξις δὲν ἐδόθη νομίμως ἢ δὲν ἀπενεμήθη δικαίως· διότι πρῶτον ἡ χήρα Καστελιώτου δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι σύζυγος ἐκείνου ὅστις παρέσχε τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸ κράτος, δι’ ἣν ἀπενεμήθη ἡ σύνταξις· δεύτερον, διότι ἡ σύνταξις δὲν ἔπρεπε ν’ ἀπενεμηθῇ εἰς αὐτὴν, διότι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ῥητῶς ἐγνωμοδότησε νὰ μὴ ἀπονεμηθῇ, ἡ δὲ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου. Καλούμενος νὰ δώσω γνώμην ἐπὶ τοῦ πρώτου θέματος, εὑρίσκομαι εἰς τὴν θέσιν νὰ μὴ δώσω ὡρισμένην ψῆφον, διότι δὲν διεσαφηνίσθη τὸ περὶ γάμου ζήτημα κατὰ τὴν συζήτησιν. Τὸ δεύτερον δὲ θέμα, ὅτι ἡ σύνταξις ἐδόθη ἐναντίον τοῦ νόμου εἶναι καθαρόν· νομίζω, ὅτι εἶναι σαφὴς ὁ νόμος τοῦ 1877 διατάσσων, ὅτι αἱ γνωμοδοτήσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐκεῖναι τὰς ὁποίας ἐκδίδει κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1864, εἰσὶν ὑποχρεωτικαί. Ὅταν πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἐσυζητεῖτο ὁ νόμος οὗτος, ἦτον ἐπὶ τοῦ βήματος ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνέστην δὲ διὰ νὰ φέρω ἀντίῤῥησίν τινα ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ μὲ ἀκούσῃ καὶ προέβη εἰς ἀπόφασιν· ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναγνωρισθῶσιν ὑποχρεωτικαὶ αἱ γνωμοδοτήσεις, διότι δὲν ἀφίνουσί τινα ὑπεύθυνον ἐπί τινος διακεκριμένης περιστάσεως. Ἐὰν ὁ ὑπουργὸς ἀρνεῖται ν’ ἀπονείμῃ σύνταξιν, ὑπάρχει μέσον διεξαγωγῆς, ἡ προσφυγὴ πρὸς τὰ δικαστήρια· ἂν ὅμως τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον γνωμοδοτῇ νὰ δοθῇ σύνταξις, ἐν ᾧ δὲν ὑπάρχουσιν ἀνεγνωρισμένα νόμιμα δικαίωμα, ὁ ὑπουργὸς θέλει προκαλέσει τὸ περὶ ἀπονομῆς αὐτῆς διάταγμα, διότι εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν γνώμην τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑπέχων τὴν εὐθύνην διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην, θέλει δ’ εἶσθαι κενὸν νὰ ζητῶμεν εὐθύνην παρὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἄλλως ἡ εὐθύνη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δὲν δύναται νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν πολιτείαν. Ἐὰν ἐπρόκειτο λοιπὸν σήμερον, νὰ νομοθετηθῇ τὸ ἄρθρον, ἤθελον κηρυχθῆ ἐναντίος· ἀλλὰ ἐνομοθετήθη· ἡ φράσις τοῦ ἄρθρου, παραπέμποντος εἰς τὸν νόμον τοῦ 1864, εἶναι σαφής, καὶ κατὰ συνέπειαν νομίζω, ὅτι αἱ γνωμοδοτήσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐκηρύχθησαν ὑποχρεωτικαὶ καὶ ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἐτήρησε κατὰ τοῦτο τὸν νόμον. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ ψηφοφορήσω τὸ ἑξῆς θέμα· «Ἡ Βουλὴ φρονοῦσα, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ἀπὸ 17 Ἰανουαρίου 1877 νόμου ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν ναυτικῶν συντάξεων, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»

§95Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐκ Γόρτυνος ἔντιμος βουλευτὴς κηδόμενος τῆς ὑπηρεσίας ἔψεξε τὸ ἔγγραφον τοῦ προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ὅσον μὲν ἀφορᾷ περὶ τῆς μερίμνης εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν συμφωνῶ πληρέστατα, διότι πραγματικῶς πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἱεραρχία αὕτη, καὶ νὰ μὴ ἐκτείνηταί τις πλέον τῆς ἐξουσίας τῆς ἁρμοδιότητός του. Ἀλλ’ ἐπὶ τούτου ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Γόρτυνος νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἔκαμε πολὺ ἐξώρας· ἠδύνατο νὰ φέρῃ αὐτὰς ἐνώπιόν μας, ὅταν τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη πρὸ ἡμερῶν, καὶ ὅταν προεῖδεν, ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἔμελλε νὰ καταστῇ ἀντικείμενον συζητήσεως, οὐχὶ δὲ σήμερον, ὅτε ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ ἐγένετο μία συζήτησις. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα ἦλθεν ἐνώπιόν σας, ἔκαμεν ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὑπέρβασιν τῆς ἁρμοδιότητός του διὰ τῆς ἀναφορᾶς του πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς; Ὄχι, κύριοι!

§96ΑΛ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου σήμερον.

§97ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτον, κύριοι, ἡ νομοθεσία μας, αὐτὸς ὁ λογιστικὸς νόμος ἀναγνωρίζει εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ ἰδίως εἰς τὸν πρόεδρον τὸ καθῆκον τοῦ νὰ ἀναφέρηται ἐτησίως καὶ πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ ἔκθεσιν νὰ ἀπευθύνῃ πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν προσκομμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπαντᾷ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ ἀπολογισμοῦ, καὶ προσκόμματα ἐννοοῦνται ὅλα τὰ διοικητικά. Ἐὰν σήμερον ὁ πρόεδρος τοῦ Συνεδρίου ἔστειλεν εἰς τὴν Βουλὴν τοιοῦτον ἔγγραφον, τοῦτο εἶναι ἓν ἀπόσπασμα τῆς ἐτησίας ἐκθέσεώς του· ἑπομένως συνεμορφώθη μὲ ἀρχὴν καθιερωμένην, καὶ δὲν εἶναι πρώτη φορά. Ἄλλως, ὁ πρόεδρος τοῦ Συνεδρίου, τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τὸ ἀπευθύνει πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς, οὐχὶ πρὸς τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ὁ κ. πρόεδρος καλῶς ποιῶν τὸ ἐτύπωσε καὶ τὸ διένειμεν. Ὥστε σήμερον ἡ συζήτησις περιεστράφη εἰς αὐτὸ τὸ ἔγγραφον. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα εἶχον νὰ εἴπω πρὸς δικαιολογίαν διατὶ ἐπεκαλέσθην τὸ ἔγγραφον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ....

§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος, περὶ οὗ ἠγόρευσεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης, διότι παραδέχομαι πληρέστατα τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος περὶ τῆς γενομένης ἀνακοινώσεως παρὰ τοῦ προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀνακοίνωσις ἐκείνη δὲν ἐγένετο πρὸς τὴν Βουλὴν κανονικῶς, καὶ ἦτο ὀρθὸν νὰ μνημονευθῇ τοῦτο, διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀνεγνώρισε διὰ τῆς συζητήσεως τὴν πρᾶξιν. Ἀλλὰ δὲν καλούμεθα ἤδη νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς πράξεως ταύτης, ἤδη ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος πρόκειται νὰ καταρτίσωμεν τὸ θέμα, καὶ ὡς πρὸς τὸ θέμα ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν συμφωνῶ πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διετυπώθησαν αἱ γνῶμαι ὑπὸ τῶν μέχρι τοῦδε ἐπὶ τοῦ θέματος ὁμιλησάντων. Δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Οἰτύλου, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ μεταβῇ ἁπλῶς εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μετὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, διότι, ὡς πείθομαι ἐκ τῆς συζητήσεως, δὲν ἀπεδείχθη τὸ νόμιμον τῆς καταγγελθείσης πράξεως, καὶ μὴ ἀποδειχθέντος τοῦ νομίμου θὰ ἦτο ἄτοπον ἡ Βουλὴ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὡς εἰ τὰ πάντα εἶχον γείνει τακτικῶς. Ἀφ’ ἑτέρου δὲν φρονῶ, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος εἶναι σύμφωνος, διότι αἱ συζητήσεις τοῦτο ἀπέδειξαν, ὅτι ὑπῆρξε δολία προαίρεσις ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ δολία προαίρεσις, ὑπῆρξε, κατ’ ἐμὴν γνώμην, παράβασις νόμου, καὶ δὲν καλούμεθα ἡμεῖς νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς παραβάσεως ταύτης, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα, πεισθέντες, ὅτι ἐγένετο παράβασις, νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἄνευ παρατηρήσεως. Ὡς πρὸς τὴν παράβασιν ὅμως δὲν εἶμαι σύμφωνος μετὰ τῶν προλαλησάντων, διότι καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος θεωροῦσι τὴν παράβασιν ὡς ἀφορῶσαν εἰς τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου τοῦ 1877. Κατὰ τοὺς προαγορεύσαντας ἀξιοτίμους βουλευτὰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀναντιῤῥήτως ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὰς στρατιωτικὰς καὶ εἰς τὰς ναυτικὰς συντάξεις, ἐνῷ κατ’ ἐμὲ δὲν ἐφαρμόζεται ἀναντιῤῥήτως. Κατ’ ἐμὲ τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι ἀσαφέστατον, καὶ ἐπὶ ἀσαφοῦς ἄρθρου δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀναγνωρίσω εἰς τὸν καλούμενον νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἑρμηνεύσῃ κατὰ τὴν ἰδίαν του πεποίθησιν. Δύναμαι νὰ ἔχω ἰδίαν γώμην περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀλλὰ δὲν δύναμαι, προκειμένου περὶ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζω, ὅτι δὲν ἔχει καθαρὰν τὴν ἔννοιαν, ὅτι δὲν εἶναι καθαρῶς διατετυπωμένον, νὰ κατακρίνω ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἄλλως ἑρμήνευσεν αὐτό. Καὶ διὰ τοῦτο, ἐὰν ἡ διατύπωσις τῆς προτάσεως, ἥτις θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν ψῆφον ἡμῶν, περιελάμβανε γνώμην περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου, οἵαν ἠκούσατε, τουτέστιν ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀφορᾷ καὶ εἰς τὰς στρατιωτικὰς καὶ εἰς τὰς ναυτικὰς συντάξεις, δὲν ἠδυνάμην νὰ δώσω γνώμην. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου, ὡς εἶπον, θεωρῶ, ὅτι ἐγένετο παρανομία, καὶ ἐγένετο παρανομία ἄλλη κατ’ ἐμέ, ἥτις δὲν ἀπεκρούσθη ἐπαρκῶς ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Παρεχωρήθη ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ μὴ ἔχοντος τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, παρεχωρήθη ὑπὸ τὴν εὐθύνην αὐτοῦ σύνταξις παρὰ τὸν νόμον, ὅστις ἀπαιτεῖ εἰς τὰς συντάξεις τῶν χηρῶν τῶν ναυτικῶν νὰ προσάγεται ἀπόδειξις τοῦ γάμου τῆς χήρας. Τοιαύτη ἀπόδειξις δὲν προσήχθη, καὶ δὲν θεωρῶ τὰ λεχθέντα περὶ μὴ ἐφαρμογῆς ὡς πρὸς τὴν χήραν Καστελιώτου τῆς ἐγκυκλίου τοῦ 1846 ὡς δυνάμεθα νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐπαρκῆ. Ἡ ἐγκύκλιος ἐκείνη ἀναντιῤῥήτως ἔχει γενικὴν ἰσχὺν πρὸς ὅλους, καὶ οὐδεὶς δικαιολογεῖται ἐπικαλούμενος τὴν ἄγνοιαν αὐτῆς. Εἴδαμεν δὲ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἐγκυκλίου ταύτης, ὅτι ἐκοινοποιήθη εἰς τὰς λιμενικὰς ἀρχὰς, δι’ ὧν ἤθελε περιέλθει εἰς γνῶσιν τῶν ἐν διαθεσιμότητι διατελούντων. Ἡ σύνταξις ἄρα κατ’ ἐμὲ ἀπενεμήθη οὐχὶ νομίμως, καὶ θεωρῶ ἔτι μᾶλλον κατακριτέον τὸν κ. ὑπουργὸν, ὅτι δὲν ἐσταμάτησεν ἐνώπιον τῆς παρατυπίας ταύτης· διότι ἐὰν ἡ ἀσάφεια τὸν ἐδικαιολόγει νὰ δώσῃ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἑρμηνείαν, ὤφειλε ὅμως, ὅταν ἔβλεπεν ὅτι πρόκειται νὰ γίνῃ παρατυπία τις ἕνεκα αὐτῆς τῆς ἀσαφείας, νὰ θεωρήσῃ τὸ πρᾶγμα ἔτι σπουδαιότερον· καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἀσάφεια, αὐτὸ τὸ γεγονὸς, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶχε ἐναντίαν γνώμην, ἦτο ἀρκετὸν νὰ προκαλέσῃ σπουδαιοτέραν προσοχήν. Ἠκούσαμεν παρὰ τῶν εἰδότων ἐνταῦθα, ὅτι στρατιωτικὴ σύνταξις οὐδέποτε παρεχωρήθη ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀγνοῶ δὲ ἂν παρεχωρήθη ναυτικὴ σύνταξις ἐναντίον τῆς γνώμης αὐτοῦ· ὥστε τὸ ζήτημα, ἐὰν ὁ νόμος ἐπέτρεπε τοῦτο, οὐδόλως ἐπηρεάζει τὴν ἠθικὴν εὐθύνην, ἥτις ἐπιβαρύνει τὸν ὑπουργὸν, ὅστις ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δίδει σύνταξιν παραβαίνων διάταξιν τοῦ νόμου. Διὰ τοῦτο, καί τοι ἀναγνωρίζων ὅτι ὁ ὑπουργὸς δὲν παρέβη εἰς τὴν περίστασιν ταύτην τὸν νόμον ἐκ δολίας προαιρέσεως, νομίζω ὅμως, ὅτι ἀφοῦ δὲν ἐφήρμοσε τὸν νόμον, ἀφοῦ κατὰ τὴν γνώμην μου παρέβη τὸν νόμον, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ, συζητήσασα περὶ τούτου καὶ μὴ ἀκούσασα παρὰ τοῦ ὑπουργείου ἀποχρῶσαν δικαιολογίαν τῆς πράξεως ταύτης, νὰ προβῇ εἰς ψηφοφορίαν χωρὶς νὰ μνημονεύσῃ ὅτι δὲν θεωρεῖ νόμιμον τὸ γενόμενον. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑποβάλλωμεν καὶ ἐγὼ καὶ οἱ φρονοῦντες ὅτι τὸ ἄρθρον 6ον δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸν τῆς ἑρμηνείας τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον ἔδωσε, συμφωνοῦμεν κατὰ τοῦτο ὅτι ὑπάρχει παρανομία, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ φέρωμεν δύω προτάσεις. Μία πρότασις ἀρκεῖ, διότι ἡ θεμελιώδης ἰδέα εἶναι ἡ αὐτὴ μεταξὺ ἐκείνων καὶ ἡμῶν, τοὐτέστιν ὅτι κατηγορηθὲν τὸ ὑπουργεῖον ὅτι παρηνόμησεν δὲν ἀπέδειξεν ὅτι δὲν ἐγένετο παρανομία. Τοῦτο δὲ ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν καὶ οὐχὶ νὰ βεβαιώσωμεν ὅτι ἐγένετο παρανομία, διότι δὲν καλούμεθα πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ καλούμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι θεωροῦμεν τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ ὑπουργείου μὴ πλήρη καὶ ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἀπέδειξε τὴν παρανομίαν μὴ γενομένην. Διὰ τοῦτο προτείνω τὸ ἑξῆς θέμα ψηφοφορίας «ἡ Βουλὴ, μὴ θεωροῦσα ἀποδειχθὲν ἐκ τῆς συζητήσεως τὸ νόμιμον τῆς ἀπονεμηθείσης εἰς τὴν χήραν Καστελιώτου συντάξεως, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»

§99Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπειδὴ ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως τοῦ κ. Τρικούπη εἶναι ἡ αὐτὴ μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς ἰδικῆς μας, τὴν συγχωνεύομεν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Τρικούπη.

§100Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύω δικαιώματα ἔχει ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν, τὸ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔχει κατὰ τὴν συζήτησιν, καὶ νὰ προβάλλῃ πρότασιν κατὰ τὴν ψηφοφορίαν· δὲν πρέπει δὲ ποτὲ νὰ προβάλλῃ θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὸν εἴς τινας νὰ φέρωσι ψῆφον. Ἡ πρότασις, ὡς διετυπώθη ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη, περιέχει τὴν ἔννοιαν ὅτι ἡ σύνταξις δὲν ἀπενεμήθη νομίμως, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἀπέδειξε τὸ νόμιμον τῆς ἀπονομῆς τῆς συντάξεως. Ἀλλὰ διὰ δύω λόγους ἠμφισβητήθη ἡ νομιμότης· πρῶτον διὰ τὴν οὐσίαν, καὶ δεύτερον διότι ὁ ὑπουργὸς δὲν συνετάχθη μετὰ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐὰν ψηφοφορήσω τὴν πρότασιν ὅτι δὲν ἀπεδείχθη ἡ νομιμότης τῆς ἀπονομῆς τῆς συντάξεως, ἐνδέχεται νὰ ὑπονοηθῇ, ὅτι ἀναγνωρίζω ὡς μὴ νόμιμον τὴν ἀπονομὴν τῆς συντάξεως διὰ τὸ πρῶτον μέρος αὐτῆς, δηλονότι διὰ τὴν μὴ ὕπαρξιν δικαιώματος πρὸς σύνταξιν· ἐν ᾧ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ σύνταξις δὲν ἀπενεμήθη συμφώνως μὲ τὸν νόμον, οὐχὶ διότι ἐξετάσας ἐπείσθην ὅτι δὲν ὑπῆρχε δικαίωμα πρὸς σύνταξιν, ἀλλὰ, διότι δὲν ἐτηρήθη τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου τοῦ 1877. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου οὕτως, ὥστε νὰ διαδηλῶ ἄμεσον καὶ καταφανῆ κατάκρισιν, ἠδυνάμην νὰ ψηφοφορήσω τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τρικούπη, διότι αὕτη περιλαμβάνει τὴν ἔννοιαν ταύτην, ἐν ᾧ αὐτὸς ὁ κ. Τρικούπης ῥητῶς ἐξηγήθη, ὅτι καὶ αὐτὸς φρονεῖ, ὅτι δὲν ὑπῆρξε δολία προαίρεσις. Ἐγὼ ἔχω ἀληθῶς τὸ φρόνημα τοῦτο, νομίζω δὲ ὅτι δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐκφράσω διὰ τῆς προτάσεως ἔννοιαν, ἡ ὁποία νὰ παριστᾷ τὴν ἄμεσον καὶ καταφανῆ κατάκρισιν. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασίς μου.

§101ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Μοὶ φαίνεται, κύριοι, καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνω τὸν λόγον, ὅτι ὅλαι αἱ προτάσεις ὅπως συνετάχθησαν ἐμφαίνουν κατάκρισιν. Καὶ περὶ μὲν τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Ῥούφου, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, εἶναι καθαρά, καθὼς ἐπίσης εἶναι καὶ τοῦ κυρίου Τρικούπη. Ὁ κ. Τρικούπης ἀμφιβάλλει ἐὰν πρέπει νὰ ἐκφράσῃ ῥητὴν γνώμην ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου τοῦ 1877, ὁ κ. Τρικούπης νομίζω, ὅτι διὰ τὴν ἀποδιδομένην παράβασιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ γνώμην ὁριστικήν, διότι εἶναι ζήτημα ἀμφισβητούμενον· ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης θεωρεῖ τὴν ἐνέργειαν τοῦ ὑπουργοῦ, ἢ τοῦ ὑπουργείου τὴν ἐνέργειαν ἐν γένει ἢ τὴν πρὸ τοῦ σταδίου αὐτοῦ ἐνέργειαν ὡς παράνομον καὶ προτείνει τὴν πρότασιν αὐτήν, διότι εἰς τὸ ὅλον τῆς πράξεως εὑρίσκει παρανομίαν. Ὁ κ. Τρικούπης κατὰ τοῦτο διαφέρει ἀπὸ τὸν κ. Δηλιγιάννην, διότι ὁ κ. Τρικούπης δὲν δέχεται ὡς ἀναμφισβήτητον τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου τοῦ 1877 εἶναι ὅπως τὴν ἐξηγεῖ ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὅτι δηλαδὴ ἐφαρμόζεται τὸ ἀνέκκλητον τῆς ἐκθέσεως τοῦ Ἐλεκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ὡς πρὸς τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς συντάξεις. Ἡ διαφωνία αὕτη μεταξὺ δύω προεχόντων τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἢ δύω προεχόντων τῆς Βουλῆς εἶναι ἴσως ἀρκετὴ ν’ ἀποδείξῃ καὶ μόνη αὕτη τὸ δίκαιον ἡμῶν. Ὅταν, κύριοι, καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν τοὐλάχιστον, ἀμφιβάλλει ἢ συμφωνεῖ μεθ’ ἡμῶν ἰσχυριζομένων, ὅτι καλῶς ἐφηρμόσαμεν τὸν νόμον, ὅτι τοὐλάχιστον δὲν εἴμεθα μεμπτέοι διὰ τὴν τοιαύτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τοῦ 1877, τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ἡμεῖς εἰσαγαγόντες οὕτω ἐνοούσαμεν καὶ οὕτω ὑπεστηρίξαμεν, δὲν ἐννοῶ τώρα πῶς δύνασθε νὰ φέρητε μίαν ψῆφον μομφῆς ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος, εἰς τὸ ὁποῖον σεῖς μὲν ἀμφιβάλλετε, ἐὰν τῳόντι εἶναι ἀξία μομφῆς ἡ ἐνέργειά μας, ἡμεῖς δὲ σᾶς λέγομεν, ὅτι ἐξ ἀρχῆς καὶ πάντοτε αὐτὴν τὴν ἰδέαν εἴχομεν εἰσαγαγόντες τὸν νόμον, καὶ θέλετε αὐτὴν τὴν πεποίθησίν μας νὰ ἐξηγήσητε ὅπως νομίζητε, καὶ νὰ ἐπιφέρητε μίαν ψῆφον μομφῆς. Νομίζω, κύριοι, λοιπόν, ὅτι τὸ ζητούμενον δὲν εἶναι οὔτε ὀρθὸν οὔτε δίκαιον. Ἐγὼ δὲν εἰσέρχομαι ἀναντιῤῥήτως εἰς τὸ ζήτημα· περὶ αὐτοῦ πολλὰ ἐῤῥέθησαν καὶ ἡ Βουλὴ ἐσχημάτισε μίαν πεποίθησιν. Ἐὰν σήμερον ἐζητεῖτο νὰ λυθῶσι διὰ τὸ μέλλον αἱ ἀμφισβητήσεις αὗται, ἐὰν σήμερον ἐπρόκειτο ἡ Βουλή, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἐπέφερεν εἰς τὸ παρελθὸν ῥητὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ, νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην, νὰ λύσῃ τὴν ἀμφιβολίαν αὐτήν, ἡ Βουλὴ ἡ ὁποία ἐδέχθη τὸν νόμον ὅπως ἡμεῖς τὸν παρουσιάσαμεν καὶ ἄνευ παρατηρήσεως, ἡ Βουλὴ ἡ ὁποία οὔτε ἐσκέφθη οὔτε ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐσυζητήθη σήμερον καὶ τὸ ὁποῖον συζητεῖται ὄχι διὰ νὰ ἐξηγηθῇ ὁ νόμος παρὰ διὰ νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις· ἐὰν λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἐπρόκειτο σήμερον νὰ εἴπῃ πῶς ἐνοοῦσε τὸν νόμον, τότε ἐνοοῦσα καὶ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἀμφισβήτησιν καὶ τὸ ὀρθὸν τῆς προτάσεως· ἐνοοῦσα ὅτι ἡ Βουλὴ λαμβάνουσα εὐκαιρίαν ὀρθῶς πράττει λέγουσα ὅτι τὸν νόμον τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν ἡμεῖς καί τοι μηδεμίαν λέξιν εἰπόντες, καί τοι μὴ ἐξηγήσαντες τὴν ἔννοιαν, οὕτω τὴν ἐννοοῦμεν καὶ οὕτω νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόζεται εἰς τὸ ἑξῆς. Ἤθελε γεννηθῆ ἔπειτα τὸ ζήτημα ἐὰν αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία εἶναι ἑρμηνεία ἔχουσα ἰσχὺν νόμου καὶ αὐθεντικότητα. Τοῦτο ὅμως τὸ ἀφίνω· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ νὰ μέμφεται τὴν Κυβέρνησιν ὅτι κακῶς ἐνόησεν ἕνα νόμον, τὸν ὁποῖον οὕτω ἐνοήσαμεν ἐξ ἀρχῆς καὶ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Δηλιγιάννης λέγει ὅτι «ἐγὼ ἐὰν μὲ ἀφίνετε νὰ ὁμιλήσω ἤθελα δεχθῆ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ὑπουργείου,» αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοῶ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλει νὰ πράξῃ αὐτὸ, βεβαίως τὸ πράττει διότι ἡ πλειονοψηφία τὸ θέλει, ἀλλὰ δὲν τὸ πράττει διότι εἶναι δίκαιον, διότι εἶναι ὀρθόν. Ἡ Βουλὴ, ἐπεμβαίνουσα εἰς τὴν συνείδησιν ἡμῶν ὡς δικαστῶν καὶ λέγουσα ὅτι σεῖς ὡς δικασταὶ ἐφηρμόσατε καὶ ἐξηγήσατε τὸν νόμον κακῶς, πράττει, νομίζω, ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ πράξῃ, καὶ δὲν εἶναι ὀρθόν. Εἰμπορεῖ νὰ πράξῃ μίαν πολιτικὴν πρᾶξιν διὰ νὰ δείξῃ τὴν πλειονοψηφίαν της, αὐτὸ τὸ ἐννοῶ, ἀλλὰ δὲν εἶναι πρᾶξις ὀρθή. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς δεχόμεθα τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη μὲ μίαν μόνον τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἐκπηγάζει ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἔχομεν· «Ἡ Βουλὴ, φρονοῦσα ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ἀπὸ 17 Ἰανουαρίου τοῦ 1877 νόμου πρέπει νὰ ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν συντάξεων, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Ἐννοῶ δηλαδὴ ὅτι εἶναι ἑρμηνευτικὴ διὰ τὸ μέλλον καὶ ὡς τοιαύτην τὴν δεχόμεθα· πᾶσαν ἄλλην πρότασιν ἀποκρούομεν. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει.

§102Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐγὼ παραιτοῦμαι τῆς προτάσεώς μου καὶ δέχομαι τὴν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ.

§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ὑπάρχουν τρεῖς προτάσεις. (Ἀναγινώσκει αὐτάς). Ἀναγινώσκονται αἱ προτάσεις τοῦ κ. Τρικούπη, τοῦ κ. Δηλιγιάννη, καὶ τοῦ ὑπουργείου.

§104Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κύριος πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου· ἐὰν ἡ Βουλὴ δεχθῇ αὐτὴν, θέλει περιορίσει τὴν ἐνέργειαν τῶν ὑπουργῶν, διότι ἑρμηνεύει ἐκφέρουσα γνώμην, ἐνῷ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα εἰμὴ νὰ ἑρμηνεύῃ διὰ νόμου.

§105ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Λέγουσα ἡ Βουλὴ ὅτι οὕτως εἰς τὸ ἑξῆς ἐννοῶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ὡς λέγει ὁ κ. Δηλιγιάννης, περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν τῶν ὑπουργῶν, καὶ δὲν περιορίζει αὐτὴν ὅταν ἔρχεται νὰ τὴν κατακρίνῃ διὰ τὴν ἐφαρμογήν; Αὐτὸ εἶναι περισσότερον· καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ τὴν ἑτέραν περίπτωσιν ἡ Βουλὴ δίδει τοιαύτην ἐξήγησιν εἰς τὸν νόμον.

§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τῶν ὑποβληθεισῶν προτάσεων ἡ τοῦ κυρίου Τρικούπη εἶναι ἀπωτέρα· «Ἡ Βουλὴ, μὴ θεωροῦσα ἀποδειχθὲν τὸ νόμιμον τῆς ἀπονεμηθείσης εἰς τὴν χήραν Καστελιώτου συντάξεως, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Οἱ παραδεχόμενοι λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Γίνεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία. Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν Βουλευτῶν Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος· Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν τοῦ βουλευτοῦ Τρικούπη ἔχουσαν οὕτω· «Ἡ Βουλὴ, μὴ θεωροῦσα ἀποδειχθὲν ἐκ τῆς συζητήσεως τὸ νόμιμον τῆς ἀπονεμηθείσης εἰς τὴν χήραν Καστελιώτου συντάξεως, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», ναὶ ἢ ὄχι;

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Κ. Θεοδώρου Ο Τιμολέων Φιλήμων Ο
Ἰωάννης Μπόγδανος Δ. Καλλιφρονᾶς Ν
Ὄθων Παπαλεονάρδος Ο Ὄθων Μακρυγιάννης Ν
Μ. Καΐρης Ὀρφανός Ν Π. Πετράκης
Νικ. Μαυροκορδάτος Ν Στ. Κολιάτσος ἀρν.
Ἰω. Κυριακός Ο Κ. Στράτος
Γεώργιος Δ. Τσώκρης Ἰω. Καραγιαννόπουλος Ν
Ἀνδρέας Δανόπουλος Δ. Γρίβας
Γ. Παπαλεξόπουλος Ο Γ. Γεροθανάσης Ο
Δ. Γ. Ῥάλλης Χρ. Κατσικογιάννης Ο
Θ. Δηλιγιάννης ἀρν.Ν. Βαλσαμάκης
Εὐθ. Δεληγιάννης ἀρν.Ῥόκος Χοϊδᾶς Ν
Γ. Λαδόπουλος ἀρν.Α. Βαρβαρῆγος
Α. Α. Ἀντωνόπουλος ἀρν.Κ. Πανάρετος Ο
Γ. Πλαπούτας Ν Χ. Χρηστόπουλος Ο
Κ. Πλαπούτας Ν Δ. Βροντίσης Ο
Α. Πετροπουλάκης Ν Κ. Κατσικόπουλος Ν
Κ. Κοσσονάκος Ῥήγας Τσιρόπουλος Ο
Ἀριστ. Λιδωρίκης Μελέτ. Ῥουσσόπουλος
Κ. Ἀναγνωστόπουλος Ν Ν. Λεώπουλος
Ν. Κατσικαπῆς Ο Λ. Μαυρομιχάλης Ο
Ν. Παπαμιχαλόπουλος Νικήτ. Βαρβιτσιώτης Ο
Γ. Ζουμπουλάκης Ν Ἀναστ. Κορφιωτάκης Ν
Ἀντ. Μήτσας Ν Φίλων Φίλωνος Ν
Γ. Μίλησης Γ. Λάππας Ο
Δ. Βουλπιώτης Ν Γ. Μαχαιρᾶς Ο
Σπ. Καραϊσκάκης Ξ. Βαλαωρίτης Ο
Δ. Γ. Δημητριάδης Γερ. Σέρβος Ν
Γ. Κασβίκης Ν Ἀριστ. Ῥούκης Ν
Κ. Λομβάρδος Ἀλκ. Παπαλουκᾶς Ο
Ν. Λούντζης Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος Ν
Ἀνδρ. Γαΐτας Φωσκάρδης Παναγ. Μανέτας Ο
Ἰω. Νέγκας Δ. Ζέγγελης Ν
Διον. Κολυβᾶς Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Ν
Ἀνδρ. Αὐγερινός Ν Φίλιππος Βάρβογλης Ο
Ἐπαμ. Κρεστενίτης Ν Ἀθαν. Κατριβάνος Ο
Αὐγ. Πετραλιᾶς Ν Ἠλ. Κοσσονάκος
Κ. Ζαρειφόπουλος Ν Γ. Νικολαΐδης Ο
Θεμ. Δαραλέξης Ο Γ. Μαλέας Ν
Δ. Κατσίνας Ν Κ. Βασιλάκης Ν
Παναγ. Οἰκονόμου Ο Γερ. Ζωχιός Ν
Διομ. Διαμάντης Ν Σπ. Ζερβός Ο
Νικόλ. Νομικός Ἐπ. Δεληγεώργης Ν
Ἀριστ. Βαλέττας Ν Χαρίλαος Τρικούπης Ν
Δημ. Γαβαλᾶς Ο Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος
Βαρβαρῆγος Πήληκας Π. Μποῦτος Ο
Αἴας Καραβίας Ν Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Ν
Θρασ. Ζαΐμης Γ. Προβελέγιος Ν
Σωτ. Ν. Πετιμεζᾶς Ο Δ. Κυριακίδης Ν
Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς Ἐλευθ. Μυκώνιος Ο
Ἀργύρ. Διαμαντόπουλος Ν Μ. Δαμηράλης
Νικόλ. Πετιμεζᾶς Ν Ἀλέξ. Δαμίας Ο
Περ. Μαυρομιχάλης Ν Ἀθ. Ῥοντήρης ἀρν.
Γ. Πεῤῥωτής Ο Γ. Ν. Σισμάνης Ο
Δημ. Κάρτσωνας Ο Εὐθ. Πλαστήρας
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Κ. Εὐθυμιόπουλος Ο
Ἰω. Δ. Χατζῆ Νικολῆ Π. Ἰατροῦ
Ν. Παπανικολάου Κίμων Χριστοδούλου Ο
Ἰω. Μπαλάφας Ο Ἀλέξ. Πετσάλης Ν
Ἰω. Χωρεπισκοπίδης Ο Ἰω. Γερ. Μαυρομιχάλης Ο
Ποθητὸς Ῥεβελάκης Ν Ἀντ. Α. Μαυρομιχάλης Ν
Π. Γεννατᾶς Ν Ἀντ. Καπετανάκης Ο
Ἰάκ. Πολυλᾶς Ν Λ. Καπεταν. Μαυρομιχάλης
Ν. Βασιλάκης Ν Χ. Δ. Κανελλόπουλος Ν
Σ. Α. Νοταρᾶς Ο Ζ. Α. Ζαρειφόπουλος Ο
Ἀνδρ. Νοταρᾶς Ο Μιλτ. Κανελλόπουλος Ο
Ἰω. Δεληγιάννης Ν Π. Κωσταντᾶς
Γ. Κούστας Ν Σπ. Μαρτσοῦκος
Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Ν Θ. Ῥωμαῖος Ο
Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν Δ. Ἰακωβάτος Ο
Παναγ. Βενιεράτος Ν Ν. Μεταξᾶς Ν
Π. Ξυδιᾶς Ο Ἰω. Ζαλλώνης
Ἰω. Βελλιανίτης Ν Κάρ. Νάζος Ο
Π. Τζαμάλας Ν Σωτ. Σωτηρόπουλος
Α. Σιμόπουλος Ν Ν. Γεωργακόπουλος
Α. Καραλίβανος Ο Θ. Ἀναστασόπουλος Ο
Π. Νεζερίτης Ο Ἰω. Μεγαπάνος Ο
Θ. Κανακάρης Ν Κ. Στεργιαλόπουλος
Δ. Πατρινός Ἰω. Δροσινός Ν
Γ. Ῥοῦφος Ν Ν. Πιπῖνος Ο
Α. Ῥικάκης Ν Ἀντ. Τσαμαδός Ο
Νικ. Καράπαυλος Ο Θ. Γκίκας Ν
Ἀθ. Μισυρλῆς Δ. Γ. Βούλγαρης
Ἰω. Ἄννινος Καβαλλιεράτος Θεμ. Παπακώστας Ν
Εὐάγγ. Ἀντύπας Ο Γ. Ζουλούμης Ο
Γ. Φλωριᾶς Ο Κ. Δυοβουνιώτης Ν
Γ. Α. Γεωργιάδης Ν Κ. Χατζῖσκος Ο
Ἰω. Δουλίδης Ν Δ. Κριεζώτης
Δ. Θεοχάρης Ο Ν. Καφετζόγλους Ο
Δ. Κουνουπιώτης Ν Β. Ν. Βουδούρης Ν
Ἰω. Δούμας Γ. Τ. Θωμᾶς Ν
Νικ. Σοῦτσος Ν Ν. Καλάρης Ο
Γ. Μπούμπουλης Μιλτ. Κ. Κανάρης
Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ν

§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 137, ὑπὲρ τῆς προτάσεως ἐψηφοφόρησαν 70, κατὰ 61, καὶ 6 ἠρνήθησαν· (χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις Ὥρα 7. μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 84
2τῆς 23 Φεβρουαρίου 1877.
3(Τετάρτη).
4Ὥρᾳ 2½ μ. μ.
5Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθεί-
6σης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς
7προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
8Κατέχει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κύριος
9Τσαμαδός.
10§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀφεντούλης ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν
11ἀναφορὰν, δι’ ἧς κατακρίνει τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Καραλιβά-
12νου, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ φοιτηταὶ δὲν δύνανται νὰ λάβωσι δί-
13πλωμα, ἂν δὲν ἐπιδείξωσι τὴν περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἄσκησίν
14των (θόρυβος).
15§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰ ἀρχεῖα.
16§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας ὡς ἐτροπο-
17ποιήθη δὲν ἐτυπώθη εἰσέτι, ὅπως ψηφισθῇ ἐν συνόλῳ· διὰ τοῦτο
18μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
19§4ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ
20τὴν ἀνάγνωσιν τῶν δύω νομοσχεδίων περὶ τῆς συστάσεως προ-
21ξενείων ἰδίως ἐν Ἀλβανίᾳ. Περὶ τούτου πολλάκις ἐποιησάμην
22λόγον εἰς τὴν Βουλὴν προσθεὶς ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολο-
23γισμοῦ εἶχεν ἐγκρίνει καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν σύστασιν τῶν περὶ
24ὧν πρόκειται προξενείων. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ
25τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν.
26§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μετὰ τὰ φορολογικά.
27§6ΦΙΛΗΜΩΝ. Κύριε πρόεδρε, πρό τινων ἡμερῶν ὑπεβλήθη εἰς
28τὴν Βουλὴν ἀναφορὰ ἐκ μέρους τῶν κτηματιῶν τῆς ἐπαρχίας
29Ἀττικῆς διὰ τῆς ὁποίας ὑποβάλλουν παραστάσεις εἰς τὴν Βου-
30λὴν παραπονούμενοι κατὰ τοῦ ὑπερόγκου φόρου, ὁ ὁποῖος ἐπε-
31βλήθη διὰ τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς
32ἐπὶ τῆς σταφίδος τῆς καλουμένης σουλτανίνας. Ἡ ἀναφορὰ
33αὕτη παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν· νομίζω
34ὅμως ὅτι ὀρθότερον θὰ ἦτο ἂν ἀπεστέλλετο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν
35τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως φέρῃ γνωμοδότησιν. Συγχρόνως δὲ πα-
36ρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κ. Βουλευτάς.
37§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν
38Οἰκονομικῶν.
39§8Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριοι, πρὸ ἡμερῶν ἔκαμα ἐπερώτησιν εἰς τὸν
40ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν περὶ ἀπονομῆς τῆς συντάξεως τῆς
41χήρας Καστελιώτου, ὁ δὲ ὑπουργὸς ὑπέβαλε διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν
421187 ἐγγράφου του εἰς τὴν Βουλὴν 16 ἔγγραφα. Τὸ πρῶτον
43εἶναι ἀντίγραφον ἀποσπάσματος ἐκ τοῦ μητρῴου τῶν ἀξιω-
44ματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ τοῦ τηρουμένου ἐν τοῖς ἀρχείοις
45τοῦ Β. ναυστάθμου κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Ἰωάννης Καστελιώτης
46ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν κατὰ τὸ 1855 ὡς λιμενάρχης
47Μεσολογγίου, κατόπιν ἐτέθη εἰς διαθεσιμότητα, ἐπανῆλθε πά-
48λιν εἰς ἐνέργειαν, κατόπιν εἰς διαθεσιμότητα καὶ πάλιν εἰς
49ἐνέργειαν ὅτε τὴν 17 Ὀκτωβρίου 1866 ἀπεβίωσε. Τὸ δεύτερον
50εἶναι ἡ ἔγκρισις πρὸς σύνταξιν τῆς χήρας τοῦ Καστελιώτου ἐν
51τῷ ὁποίῳ ὑπάρχουσι δύω ἔγγραφα, τὸ μὲν τοῦ δημάρχου Ὕδρας
52ὅτι ὁ γάμος τοῦ ἀποβιώσαντος Καστελιώτου δὲν διελύθη διὰ
53διαζυγίου, οὐδὲ ἔλαβε χώραν μεταξὺ τῆς γυναικὸς αὐτοῦ Μα-
54ριγὼς θυγατρὸς Γεωργίου Καλογερᾶ Αἰβαλλιώτου, καὶ αὐτοῦ
55χωρισμὸς ἀπὸ τραπέζης καὶ κοίτης, καὶ ὅτι ἀφῆκε δύω υἱοὺς
56καλουμένους Βασίλειον καὶ Παναγῆν ἀποκατεστημένους καὶ
57ἐγγάμους· τὸ πιστοποιητικὸν φέρει ἡμερομηνίαν 5 Δεκεμβρίου
581866. Τρίτον ὑπάρχει ἓν ἐκμαρτύριον ἑνὸς ἱερέως Καλούδη ἐκ-
59δοθὲν τὴν 19 Μαΐου 1866 ἐν Ἀθήναις, ἐν τῷ ὁποίῳ λέγει ὅτι
60εὑρισκόμενος ἐν Σπέτσαις, ἐστεφάνωσε τὸν Ἰω. Κασελιώτην μετὰ
61τῆς Μαριγὼς Γεωρ. Καλογερᾶ κατὰ τὸ ἔτος 1853. Τέταρτον
62τὴν αἴτησιν αὐτῆς τῆς χήρας Καστελιώτου. Τὰ ἔγγραφα ταῦ-
63τα ὑπέβαλεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν
64τῶν ναυτικῶν τῶν συντάξεων διὰ νὰ ἐξελέγξῃ τοὺς τίτλους ἐπὶ
65τῶν ὁποίων ἔπρεπε ν’ ἀπονεμηθῇ ἡ σύνταξις, ὁ δὲ εἰσηγητὴς δι’
66ἐγγράφου τῆς ἐπιτροπῆς τῆς 7 Ἀπριλίου 1875 λέγει ὅτι ἐξε-
67τάσας τὰ ἔγγραφα εὗρεν ὅτι ἡ χήρα δὲν προσήγαγε τὴν περὶ
68γάμου ἄδειαν τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸν νόμον, τὸ δὲ πιστοποιη-
69τικὸν τῆς τελέσεως τοῦ γάμου δὲν φέρει ὡρισμένην τὴν ἡμερο-
70μηνίαν. Συνεπείᾳ τοῦ ἐγγράφου τούτου ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτι-
71κῶν κ. Τριγγέτας διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1830 ἐγγράφου του τῆς
7210 Ἀπριλίου 1875 πρὸς τὴν χήραν Καστελιώτου λέγει τὰ
73ἑξῆς· «Τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφά σας, ἅπερ ὑπεβάλατε, εὑρέ-
74θησαν ἐλλειπῆ καὶ κατὰ συνέπειαν οὐδὲν ἐνηργήθη πρὸς ἐκτέλε-
75σιν τῆς αἰτήσεώς σας· ἐγκαίρως ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὸν παρου-
76σιάσαντα τότε τὴν αἴτησίν σας κύριον Ἰω. Ὀρεινὸν ὅτι ἐλλεί-
77πει ἡ ἀπὸ τοῦ Βασιλέως ἄδεια γάμου τοῦ συζύγου σας, καθὼς
78καὶ ἡ ἡμερομηνία καθ’ ἣν ἐτελέσθη ὁ μετ’ αὐτοῦ γάμος σας
79κατὰ τὸ 1853 ἔτος ἐν Σπέτσαις ὑπὸ τοῦ ἱερέως Ι. Καλούδη.»
80Μετὰ ἓν ἔτος ἡ χήρα διὰ νεωτέρας αἰτήσεώς της ὑπέβαλε πά-
81λιν τὸ ἐκμαρτύριον τοῦ ἱερέως Καλούδη φέρον μίαν ὑπο-
82γραφήν του ἰδίᾳ ὅτι τὴν 4 Φεβρουαρίου ἐτελέσθη ὁ γά-
83μος, ἰσχυρίζεται δὲ ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐξεδόθη ἐγκύκλιος
84τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καθ’ ἣν οὔτε ἀξιωματικός, οὔτε
85ὑπαξιωματικός, οὔτε ναύτης, οὔτε στρατιώτης ἠδύνατο νὰ νυμ-
86φευθῇ ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ ὑπουργείου, ὁ σύζυγός της Ι. Καστε-
87λιώτης διετέλει ἐν διαθεσιμότητι καὶ ἑπομένως δὲν ἔλαβε γνῶ-
88σιν αὐτῆς, καὶ ὅτι ὁ νόμος τοῦ 53 δὲν ἴσχυεν ὡς πρὸς αὐτόν.
89Τὴν αἴτησίν της αὐτὴν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Αὐγε-
90ρινὸς ἔπεμψε πρὸς τὸν Εἰσηγητὴν ἐπὶ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ναυ-
91τικῶν συντάξεων, ἥτις συνελθοῦσα τὴν 30ην Μαΐου τοῦ 1876
92εἶπεν ὅτι ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐγγράφων εἶναι δίκαιον ν’ ἀπο-
93νεμηθῇ ἡ σύνταξις καὶ ἀπεδείχθη ὅτι ἡ διαθεσιμότης ἔδιδε
94δικαίωμα εἰς αὐτὸν νὰ μὴ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, τὰ
95ὁποῖα ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχεν ἐκδώσει. Ἀλλ’ ὁ κ.
96ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν Αὐγερινὸς ἐσταμάτησε τὴν ἀπόφασιν
97τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἀπέστειλε πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τὸ
98ὁποῖον τὴν 16ην Ἰουνίου ἀπεφήνατο, ὅτι κατὰ τὰ προσαγόμενα
99ἔγγραφα ὁ Ἰω. Καστελιώτης ἀπεστρατεύθη μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ
100ἀντιπλοιάρχου διὰ τοῦ ἀπὸ 7 Μαΐου 1875. Βασιλικοῦ Δια-
101τάγματος, ὅτι μετὰ τῆς αἰτούσης ἦλθεν εἰς δεύτερον γάμον
102τὴν 4ην Φεβρουαρίου 1853 ἐξ οὗ δὲν προῆλθον τέκνα καὶ συν-
103έζησε μετ’ αὐτῆς μέχρι τῆς ἀποβιώσεώς του..........
104καὶ ὅτι αὕτη μένουσα εἰς τὴν χηρείαν της ἐξαιτεῖ ν’ ἀπονε-
105μηθῇ αὐτῇ ἡ ἀνήκουσα σύνταξις.
106Ἐπειδὴ κατὰ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 3302 24 Ἰουλίου 1846 ἐγκύ-
107κλιον διαταγὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὑπουργείου πᾶς αὐτῷ
108ὑπαγόμενος ναυτικὸς προτιθέμενος νὰ ἔλθῃ εἰς γάμου κοινωνίαν
109ὤφειλε νὰ λάβῃ προηγουμένως παρ’ αὐτοῦ τὴν προσήκουσαν
110ἄδειαν γάμου· τοιαύτη δ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν προσάγεται·
111ὁ δὲ προτεινόμενος ἰσχυρισμὸς ὅτι ὁ σύζυγος τῆς αἰτούσης διε-
112τέλει ἐν διαθεσιμότητι κατὰ τὸν χρόνον τῆς νυμφεύσεώς του καὶ
113δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἀνωτέρω διαταγῆς διὰ νὰ συμμορφωθῇ
114μὲ αὐτὴν, καὶ ὅτι τελεσθέντος τοῦ γάμου πρὸ τῆς ἐκδόσεως
115τοῦ Νόμου ΣΚΗ τοῦ 1853, οὐδεμία διάταξις παρεβιάσθη, εἶναι
116ἀνίσχυρος πρὸς δικαιολόγησιν, αʹ) διότι τὰ πρὸ τοῦ ἀνωτέρω
117νόμου ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου διαταχθέντα περὶ γάμου εἶναι ὑπο-
118χρεωτικὰ διὰ τοὺς εἰς αὐτὸ ὑπαγομένους ἄνδρας· βʹ) διότι ὁ
119χρόνος τῆς διαθεσιμότητος ἦτο καὶ ὁ χρόνος ὑπηρεσίας συνάμα,
120καὶ ὡς τοιοῦτος προσεμετρήθη μετὰ τῶν λοιπῶν ὑπηρεσιῶν του,
121θεωρηθεισῶν συνεχῶν ἀπὸ 7 Φεβρουαρίου 1833 ἕως 30 Ἀπρι-
122λίου 1865 κατὰ τὸν κανονισμὸν τῆς συντάξεώς του, συνεπείᾳ
123τοῦ ὁποίου ἀπενεμήθη αὐτῷ ἡ ἐκ δραχμῶν 288 μηνιαία σύν-
124ταξις διὰ τοῦ ἀνωτέρω διατάγματος τῆς 7 Μαΐου 1865 καὶ
125γʹ) διότι διὰ τοῦ ἀνωτέρω νόμου ΣΚΗʹ τοῦ 1853 οὐ μόνον δὲν
126κατηργήθησαν αἱ πρὸ αὐτοῦ περὶ γάμου διατάξεις, ἀλλ’ ἀπε-
127ναντίας ἐτέθη ῥητῶς ἐν αὐτῷ (ἄρθρ. 22) ὅτι οὐδεὶς γάμος παρέ-
128χει (τῇ χήρᾳ) δικαίωμα συντάξεως μὴ τηρηθεισῶν «Τῶν περὶ
129νυμφεύσεως τῶν ναυτικῶν εἰδικῶν διατάξεων» ἕπεται ὅτι μὴ
130προσαγομένης ἤδη τῆς τοιαύτης ἀδείας, ἡ αἴτησις τῆς αἰτού-
131σης εἶναι ἀποῤῥιπτέα.
132Ἀπορίπτονται αἱ ἀπὸ 11 Μαΐου 1867 καὶ τῆς 25 Μαΐου
1331876 δύω αἰτήσεις τῆς Μαρίας χήρας τοῦ ἀποβιώσαντος ἀπο-
134στράτου ἀντιπλοιάρχου Ἰω. Καστελιώτου περὶ ἀπονομῆς συντά-
135ξεως. Ἀντίγραφον τῆς παρούσης πράξεως, ὑπογεγραμμένον παρὰ
136κ. Προέδρου καὶ τοῦ Γραμματέως, κοινοποιηθήσεται διὰ τοῦ
137τοῦ κυρίου γενικοῦ ἐπιτρόπου τῆς ἐπικρατείας πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν
138Ναυτικῶν ὑπουργεῖον.»
139Μετὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης τοῦ Ἐλεγκτικοῦ
140Συνεδρίου τὸ ὑπουργεῖον ἐσταμάτησε πᾶσαν ἐνέργειαν, ἀλλὰ
141τὴν 10ην Ἰανουαρίου 1877 ὁ νῦν ὑπουργὸς κ. Μπούμπουλης
142ἀπηύθυνε τὸ ἑξῆς ἔγγραφον πρὸς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον· «Ἡ
143Μαρία χήρα τοῦ ἐν ἀποστρατίᾳ Ἰω. Καστελιώτου κ.λ.π.
144«Ἐν τούτοις καθ’ ἃ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ναυτικῶν συντά-
145ξεων ἀποφαίνεται, ὁ εἰρημένος ἀξιωματικὸς Ἰωάννης Καστελ-
146λιώτης διετέλει εἰς διαθεσιμότητα ἀπὸ 1 Ἰουλίου 1843 μέχρι
147τοῦ 1855, ἡ δὲ ἐγκύκλιος τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν περὶ
148ἀδείας γάμων τῶν ἀξιωματικῶν ἐξεδόθη κατὰ τὸ ἔτος 1846
149καὶ ἐκοινοποιήθη πρὸς μόνους τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοὺς, αὐ-
150τὸς δὲ δὲν εἶχε γνῶσιν τῆς διατάξεως ταύτης ὡς διατελῶν ἐν
151διαθεσιμότητι κατὰ τὸ 1853 ἔτος, ὅτε ἐνυμφεύθη τὴν ἀναφε-
152ρομένην χήραν Μαρίαν, ἑπομένως δὲν προῆλθεν ἐξ αὐτοῦ ἡ μὴ
153ἐκτέλεσις τῆς περὶ ἀδείας γάμου διατάξεως.
154Ἕνεκα δὲ τῆς ὑπαρχούσης διαφωνίας μεταξὺ τοῦ Ἐλεγκτι-
155κοῦ Συνεδρίου καὶ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ναυτικῶν συντάξεων,
156παρακαλῶ τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ἐπιφέρῃ τὴν γνώμην
157του ἐπὶ τοῦ προκειμένου». Τὸ δὲ ὑπουργικὸν συμβούλιον δι’ ἀ-
158ποφάσεώς του τὴν 20 Ἰανουαρίου συνελθὸν ἀπεδέχθη τὴν γνώ-
159μην τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε
160πρὸς τὸν Βασιλέα διάταγμα ἐναντίον τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ
161Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπενεμήθη πρὸς τὴν
162χήραν τοῦ Καστελλιώτου σύνταξις δραχμῶν 72, καὶ διετάχθη
163νὰ πληρωθῇ ἀφ’ ἧς ὑπέβαλε τὴν αἴτησίν της ἤτοι ἀπὸ τοῦ
1641866, δηλαδὴ νὰ λάβῃ ποσὸν 8,781 διὰ τὰς παρελθούσας
165συντάξεις.
166Συνεπείᾳ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὁ ὑ-
167πουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀπέστειλε πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέ-
168δριον τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τῆς συντάξεως αὐτῆς ὅπως ἐγγραφῇ
169εἰς τὸν κώδικα τῶν συντάξεων. Τὸ δ’ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον
170τὴν τετάρτην γενικὴν συνεδρίασιν τῆς 2 Φεβρουαρίου 1877 ἀπε-
171φήνατο ὅτι ἡ σύνταξις ἀπεδόθη παρανόμως, τὸ δὲ δικαίωμα
172τοῦτο ἔχει τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον κατὰ τοὺς κειμένους νό-
173μους· «ἐπειδὴ, ὅπως τὸ ἴδιον λέγει, κατὰ τὸ καταστατικὸν αὑ-
174τοῦ, καθῆκον ἔχει πρὸς τοῖς ἄλλοις νὰ ἐπιτηρῇ καὶ νὰ καταγ-
175γέλλῃ καὶ τῶν ὑπουργῶν τὰς χρηματικὰς διαχειρίσεις, προ-
176τείνω ν’ ἀποφανθῇ τὸ Συνέδριον, ὅτι παράνομον θεωρεῖ τὴν ὑπὸ
177τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἀπονεμηθεῖσαν σύνταξιν τῇ χήρᾳ
178Καστελιώτου καὶ νὰ παρακληθῇ ὁ κ. Ἐπίτροπος τῆς Ἐπι-
179κρατείας νὰ διαβιβάσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συνεδρίου εἰς τὸ ὑ-
180πουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς τὸ τῶν Ναυτικῶν ἵνα προ-
181κληθῇ ἡ ἀκύρωσις τῆς ἀπονεμηθείσης συντάξεως.
182Τὸ δὲ Συνέδριον, ὁμοφώνως δεξάμενον τὰς παρατηρήσεις καὶ
183τὰς προτάσεις τοῦ κ. Προέδρου, ἀπεφήνατο νὰ ἐνεργηθῶσι τὰ
184ὑπὸ τούτου προτεινόμενα.» Ὁ δὲ κ. Πρόεδρος ὑπέβαλεν εἰς
185τὴν Βουλὴν, καὶ πολλὰ δικαίως, τὴν αἴτησιν ταύτην, διότι ἡ
186Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ ζητήματος τόσον σπουδαίου, καὶ
187πρέπει νὰ θέσῃ φραγμὸν ὥστε οἱ κύριοι ὑπουργοὶ νὰ μὴ ἀπο-
188νέμωσι συντάξεις μετὰ τὴν ἔκδοσιν νόμου ῥητοῦ. Ἐνθυμοῦμαι,
189κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ συγχωνεύσεως
190τῶν πολιτικῶν συντάξεων μετὰ τοῦ δημοσίου εἰς ἄρθρον
191ἕκτον ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς· «αἱ κατὰ τὸν ΜΓʹ. τῆς 10 Δε-
192κεμβρίου 1864 ᾐτιολογημέναι ἐκθέσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνε-
193δρίου περὶ ἀπονομῆς τῶν συντάξεών εἰσιν ὑποχρεωτικαὶ διὰ
194τὸν ὑπουργόν.» Τὸν νόμον τοῦτον ὅταν ὑπέβαλεν ὁ κ. ὑπουρ-
195γὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνώδευσε καὶ μὲ ἔκθεσιν καὶ ἐπὶ τοῦ
196ἄρθρου 6 παρατηρεῖται «ὅτι ἡ ἐκ μέρους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνε-
197δρίου τῶν συντάξεων ἐξέλεγξις κατὰ τὸν ΜΓ νόμον τῆς 13
198Μαρτίου 1864 εἶναι ἡ μᾶλλον ἀποχρῶσα ἐγγύησις πρὸς τὴν
199ἄπταιστον ἀπονομὴν πάσης συντάξεως, ἑπομένως καθίσταται
200πλέον περιττὸν νὰ ἐνδιατρίβῃ ὁ ὑπουργὸς εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐ-
201τῶν.» Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀπένειμε τὴν σύνταξιν αὐ-
202τὴν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐδημοσιεύθη
203εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τὴν 19 Ἰανουαρίου καὶ ἐ-
204τοιχοκολλήθη ἐν τῇ Νομαρχίᾳ τὴν 20. Ἐν τούτοις τὴν 24 Ἰα-
205νουαρίου ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ ἰσχύοντος νόμου ἐξέδωκε
206τὸ διάταγμα δι’ οὗ ἀπέδιδε τὴν σύνταξιν παρὰ τὴν ὑποχρέω-
207σιν τὴν ὁποίαν εἶχε τοῦ νὰ ὑπακούῃ εἰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ
208Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐν τῷ φακέλλῳ τῶν ἐγγράφων ὑπάρ-
209χει καὶ ἔγγραφον διὰ τοῦ ὁποίου ἐμφαίνεται ὅτι ἡ χήρα Κα-
210στελιώτου ἐνῷ τὸ διάταγμα ἐξεδόθη τὴν 25 ὑπεγράφη
211ἀπὸ τὸν Βασιλέα τὴν 24, ἐγνώριζεν ἐν Ναυπλίῳ ὅτι ἀπενε-
212μήθη εἰς αὐτὴν ἡ σύνταξις, διότι ὁ πληρεξούσιος αὐτῆς Μπα-
213κόπουλος τὴν 26 Ἰανουαρίου ἐν Ἀθήναις 1867 γράφει τὴν
214ἑξῆς ἀναφορὰν πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργεῖον.
215«Ἡ μετὰ βαθυτάτου σεβασμοῦ ὑποφαινομένη Μαριγὼ χήρα
216Ἰωάννου Καστελιώτου ἀντιπλοιάρχου δηλῶ, ὅτι διαμένω ἐν
217Ναυπλίῳ, δι’ ὃ παρακαλῶ τὸ Σ. ὑπουργεῖον ὅπως διατάξῃ τὴν
218χορήγησιν τῆς ἐσχάτως ἀπονεμηθείσης μοι συντάξεως ἐπὶ τοῦ τα-
219μείου Ναυπλίου ὅπου θὰ διαμένω.» Ὑποθέτω δὲ ὅτι ἀπὸ τὰ ἀ-
220νάκτορα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατέλθῃ τὴν 26 τὸ ἔγγραφον
221ὥστε νὰ τὸ γνωρίζῃ.
222Κύριοι, μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ
223μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν νόμων κατὰ τοὺς ὁποίους ἀπονέμον-
224ται αἱ συντάξεις, νομίζω περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω περισσότε-
225ρον. Ὁ κ. ὑπουργὸς θὰ ἔλθῃ ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ σύνταξις ἀπενε-
226μήθη νομίμως. Μετὰ τοῦτο θέλω ἀνέλθῃ πάλιν ἐπὶ τοῦ βήμα-
227τος ὅπως ἐξετάσω τὴν ὑπόθεσιν.
228§9ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Τῳόντι, κύ-
229ριοι, ὀφείλω μυρίας εὐγνωμοσύνας εἰς τὸν ποιήσαντα τὴν ἐπε-
230ρώτησιν διὰ τὴν σύνταξιν τὴν ἀπονεμηθεῖσαν εἰς τὴν χήραν Κα-
231στελιώτου· ὀφείλω λέγω εὐγνωμοσύνας μεγάλας καθόσον ἴσως
232τὸ κοινὸν καὶ ἴσως περισσότερον ὑμεῖς ὑποθέσητε, ὅτι ἐγὼ πράγ-
233ματι ἠδίκησα τὸ δημόσιον, πράγματι παρεβίασα τοὺς νόμους
234τῆς πολιτείας, διὰ τοῦτο δὲ τῷ ὀφείλω εὐγνωμοσύνας ἵνα μάθῃ
235καὶ ἡ κοινὴ συνείδησις καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ ἂν ἐγὼ εἰς τὴν προκει-
236μένην περίστασιν περαβίασα τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου καὶ
237τοὺς κειμένους νόμους.
238Εἰς δύω κυρίως περιορίζεται ἡ ἐπερώτησις τοῦ πρὸ ὀλίγου
239καταβάντος τοῦ βήματος τούτου, δηλονότι καθόσον ἀφορᾷ τὴν
240οὐσίαν καὶ δεύτερον τοὺς τύπους, τουτέστι τὴν παραβίασιν τοῦ
241νόμου, τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἐπεψηφίσατε περὶ τῶν πολιτικῶν
242συντάξεων.
243Ἡ χήρα Καστελιώτου, κύριοι, οὔτε εἰς τὴν Ὕδραν, οὔτε εἰς
244τὰς Σπέτσας, οὔτε εἰς τὰ Ψαρὰ ἀνήκει· ἀτυχῶς δι’ αὐτὴν κατά-
245γεται ἐκ τῶν Κυδωνιῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἡ χήρα αὐτὴ
246οὐδένα προστάτην ἔχει· εἶχε δὲ σύζυγον ἡ χήρα, αὐτὴ εἶχε σύζυ-
247γον ἕνα ἐκ τῶν διακεκριμένων ἀγωνιστῶν τῆς μεγάλης ἐκείνης
248ἐποχῆς· ἡ χήρα Καστελιώτου οὐδόλως μὲ ἐπλησίασεν οὐδὲ κατ’
249ὄψιν γνωρίζω αὐτήν· ὅτε ἦλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὁ εἰσηγητὴς
250τῆς ἐπιτροπῆς τῶν συντάξεων μοῦ ὑπέβαλε τὰ ἔγγραφα τὰ ἀ-
251φορῶντα τὴν σύνταξιν τῆς χήρας ἐκείνης· τὰ ἐξήτασα μετὰ τῆς
252μεγαλειτέρας προσοχῆς, συνεκάλεσα τὴν ἐπιτροπὴν καὶ συνεζή-
253τησα τὴν ὑπόθεσιν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ, καὶ πραγματικῶς
254ἀνεκάλυψα ὅτι ἡ χήρα ἠδικεῖτο καὶ ἠδικεῖτο σφόδρα, εἶχε τὸν
255νόμον ὑπὲρ αὐτῆς ὡς θέλω σᾶς τὸ ἀποδείξει· εἶχε δὲ ὑπὲρ αὐτῆς
256ἐκτὸς τοῦ νόμου καὶ αὐτὴν τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Ἐλεκτικοῦ
257Συνεδρίου κατὰ πολὰς περιστάσεις ὡς διὰ τῶν πραγμάτων θέ-
258λω σᾶς τὸ ἀποδείξει. Ἡ χήρα Καστελιώτου ἦλθεν εἰς γάμον
259μετὰ τοῦ ἀντιπλοιάρχου Καστελιώτου πρὶν ὑπάρξῃ νόμος ἀπα-
260γορεύων τὴν νύμφευσιν· ἡ χήρα Καστελιώτου ἐνυμφεύθη κατὰ
261τὸ 1853, ὅτε νόμος δὲν ὑπῆρχε περὶ νυμφεύσεως, ὑπῆρχε μόνον
262μία ἐγκύκλιος τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐκδοθεῖσα κατὰ τὸ
2631846· ἡ ἐγκύκλιος αὕτη ἐκτὸς ὅτι κατὰ τὸν νόμον δὲν εἶναι
264ὑποχρεωτικὴ διότι ἡ ἐγκύκλιος ἑνὸς ὑπουργοῦ δὲν δύναται νὰ
265ἔχῃ ἰσχὺν νόμου· ἀλλ’ ἔστω, διὰ μίαν στιγμὴν παραδέχομαι
266ὅτι ἡ ἐγκύκλιος αὕτη εἶχεν ἰσχὺν νόμου· ἡ ἐγκύκλιος αὕτη
267δὲν ἐδημοσιεύθη διὰ τοὺς διαθεσίμους, ἑπομένως ὁ Καστελιώ-
268της ὅτε ἐνυμφεύετο ἦτο διαθέσιμος καὶ γνῶσιν τῆς ἐγκυκλίου
269δὲν εἶχε· κατὰ τὰ 1846 ἐξεδόθη ἐγκύκλιος ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ
270τῶν Ναυτικῶν πρωθυπουργοῦντος τοῦ Κανάρη καὶ ὑπουργικοῦ
271γραμματέως ὄντος τοῦ Ζωχιοῦ· ἡ ἐγκύκλιος εἶναι γεγραμμένη
272τῇ χειρὶ τοῦ Ζωχιοῦ· ἡ ἐγκύκλιος λέγει οὕτω «πρὸς τὸ διευ-
273θυντήριον τοῦ......»· ἑπομένως οὐδεμία γνωστοποίησις ἐγέ-
274νετο πρὸς τοὺς διαθεσίμους· οἱ διαθέσιμοι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐ-
275κείνην δὲν κατεῖχον τὴν θέσιν, ἣν σήμερον κατέχουν· ὁ ἀγὼν ἐ-
276πέβαλεν εἰς τὸ δημόσιον πολλοὺς ἀξιωματικούς· τούτους διώ-
277ρισεν εἰς ἀξιωματικοὺς ἐν ἐνεργείᾳ καὶ εἰς ἀξιωματικοὺς ἐν δι-
278αθεσιμότητι καὶ τοὺς ἐθεώρησε τοσοῦτον κεχωρισμένους μετα-
279ξύ των ὥστε οἱ διαθέσιμοι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἠδύναντο
280νὰ ταξειδεύουν ἐμπορευόμενοι χωρὶς νὰ ᾖναι ὑπὸ τὰς ἀμέσους δι-
281αταγὰς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν· ὅλοι λοιπὸν οἱ ἀγωνισταὶ
282τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἠδύνατο νὰ ταξειδεύωσιν ἄνευ ἀδείας· δὲν
283ἦτο λοιπὸν ἡ ἐγκύκλιος ὑποχρεωτικὴ διὰ τοὺς διαθεσίμους, κα-
284θόσον αὕτη δὲν ἐκοινοποιήθη πρὸς αὐτούς· ὁ δὲ νόμος ὁ κανονί-
285ζων τὰ περὶ νυμφεύσεως ἐγένετο μετὰ τὸν γάμον τοῦ ἀποστρά-
286του ἀντιπλοιάρχου Καστελιώτη. Ὡς γνωρίζετε, κύριοι, κατὰ
287τὸ διάταγμα τοῦ 1843 οὔτε νόμος οὔτε διάταγμα οὔτε ἐγκύ-
288κλιος δύναται νὰ ἔχῃ ἰσχὺν, ἂν δὲν δημοσιευθῇ διὰ τῆς ἐφημερίδος
289τῆς Κυβερνήσεως· ἡ ἐγκύκλιος αὕτη οὐδένα τύπον ἐξ αὐτῶν
290ἔλαβε, λοιπὸν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἰσχὺν νόμου. Πότε δύναται
291νὰ δώσῃ ἰσχύν τινα νόμου εἰς τὴν ἐγκύκλιον αὐτήν; μετὰ τὴν
292ἔκδοσιν τοῦ νόμου τοῦ 1853.
293§10ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατάξατε παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, νὰ φέ-
294ρουν τὰς ἐφημερίδας τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1835.
295§11ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Λοιπὸν ἰσχυρίζομαι ὅτι ἡ ἐγκύκλιος αὐτὴ
296δὲν εἶχεν ἰσχὺν νόμου· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσετε ὅτι εἶχεν ἰσχὺν
297νόμου, εἰς τὸν διαθέσιμον Καστελιώτην δὲν ἐκοινοποιήθη ὅπως
298ἐν αὐτῇ τῇ ἐγκυκλίῳ διαλαμβάνεται ῥητῶς ποῦ καὶ ποῦ πρέ-
299πει νὰ κοινοποιηθῇ, καὶ ποῖοι ἀξιωματικοὶ πρέπει νὰ λάβωσι
300γνῶσιν τῆς ἐγκυκλίου· μόνον δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἡ ἐγ-
301κύκλιος αὐτὴ ἔχει ἰσχὺν νόμου μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου τοῦ
3021853 λέγοντος οὕτω ἐν ἄρθρῳ 23 (ἀναγινώσκει). Ἐδῶ
303πιθανόν τις νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἡ ἐγκύκλιος αὐτὴ νομοποιεῖται διὰ
304τοῦ νόμου τούτου· ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ εἶναι δυνατὸν νόμος τις ἐκ-
305δοθεὶς σήμερον νὰ ἔχῃ ὀπισθοδρομικὴν δύναμιν; βεβαίως ποτὲ
306δὲν ἠκούσθη τοῦτο· ναυτικαὶ εἰδικαὶ διατάξεις δὲν ὑπῆρχον πο-
307τὲ πρὸ τοῦ νόμου τούτου, ἐκτὸς τῆς ἐγκυκλίου· οὐδεμία λοιπὸν
308διάταξις ὑπῆρχεν ἀπαγορεύουσα τὴν νύμφευσιν. Καὶ ταῦτα λέ-
309γω ἐγώ, κύριοι, πρὸς ὑπεράσπισίν μου, ἂς ἴδωμεν τί λέγει τὸ
310Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐπὶ ὁμοίας φύσεως ὑποθέσεως, ὄχι ἐπὶ μιᾶς
311ἀλλ’ ἐπὶ πολλῶν, ἐπὶ πλείστων· ἂν μοῦ ἦτο δυνατὸν νὰ φέρω
312ὅλους τοὺς ὄγκους τῶν φακέλλων δι’ ὧν ἀπενεμήθησαν συντά-
313ξεις ὁμοίας φύσεως, ἠθέλετε ἰδεῖ ὁποίας φύσεως εἶναι αἱ ἀποφά-
314σεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
315Ἡ χήρα, κύριοι, τοῦ Περδίκη.....εἶχε ζητήσει τὴν σύν-
316ταξίν της κατὰ τὰ 1866· αὐτὴ εὑρίσκετο ἀπαραλλάκτως εἰς
317τὴν αὐτὴν θέσιν εἰς ἣν εὑρίσκεται καὶ ἡ χήρα Καστελιώτου,
318εἰς δεύτερον γάμον καὶ αὐτὴ ὅπως καὶ ὁ σύζυγός της εἰς βʹ.
319γάμον ὅπως καὶ ὁ Καστελιώτης· τὸ Συνέδριον τότε ἔλαβε τὰ
320ἔγγραφα τῆς ἐπιτροπῆς τῆς συντάξεως, ἀπέῤῥιψε τὴν σύνταξιν,
321διότι δὲν εἶχε τὴν ἄδειαν γάμου· ἀφοῦ ἀπέῤῥιψε τὸ Συνέδριον
322τὴν σύνταξιν διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν ἔφερεν ἄδειαν γάμου, ὁ εἰ-
323σηγητὴς, καὶ σᾶς ἀναγινώσκω τὴν ἔκθεσιν (ἀναγινώσκει). Εἰς
324αὐτὴν δὲ ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς κάμνει τὴν ἑξῆς ἔκθεσιν·
325(ἀναγινώσκει).
326Ταύτην λοιπὸν, κύριοι, τὴν δικαιολογητικὴν ἔκθεσιν ἔπεμψε
327τὸ ὑπουργεῖον πρὸς τὸ Συνέδριον, καὶ τὸ Συνέδριον ἐλθὸν δι’ ἑτέ-
328ρας του πράξεως ἀνομολογεῖ ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον καὶ ὅτι πράγ-
329ματι ἡ χήρα αὐτὴ δὲν ὑπάγεται εἰς τοὺς κανόνας τοῦ νὰ λάβῃ
330ἄδειαν γάμου, καὶ ἐκδίδει ἑτέραν ἀπόφασιν τὴν ἑξῆς· (ἀναγι-
331νώσκει).
332Ἡ μὲν ἐξεδόθη τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1865, ἡ δὲ τὸν Νοέμβριον
333τοῦ 1866. Λοιπὸν βλέπετε ὁποίαν γνώμην εἶχε τὸ Συνέδριον·
334δὲν ἠθέλησα νὰ φέρω τὸν ὀγκωδέστατον ἐκεῖνον φάκελλον ἐξ
335οὗ ἠθέλατε ἰδεῖ τόσας συντάξεις ἀπονεμηθείσας οὕτω, διότι εὗ-
336ρον κατ’ εὐτυχίαν μου ὁμοίαν καὶ ἀπαράλλακτον περίστασιν ὡς
337ἐκείνην τῆς χήρας Καστελλιώτου. Ἐγὼ λοιπὸν, κύριοι, παρη-
338νόμησα ἢ ἐκεῖνοι οἵτινες ἐξέδωκαν ἀπόφασιν ἐπιπόλαιον, ῥίψαν-
339τες μίαν χήραν ἀπροστάτευτον εἰς τὰς ὁδοὺς 10 ἔτη; Καὶ δὲν
340ὤφειλον ἐγὼ, ὑπουργὸς ὢν, ἔχων συνείδησιν, νὰ ἱκανοποιήσω τὸ
341δικαίωμα μιᾶς ἀπροστατεύτου χήρας, τὴν ὁποίαν οὔτε προσ-
342ωπικῶς γνωρίζω; Ἀλλὰ μ’ ὅλα ταῦτα καί τοι συζητήσας ἐπὶ
343πολλὰς ἡμέρας τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἀπεφάσισα νὰ μὴν ἐκδώσω
344τὴν ἀπόφασιν, καί τοι δυνάμει τῶν νόμων ἠδυνάμην νὰ τὴν ἐκ-
345δώσω, ἀμφισβητουμένης τῆς ὑποθέσεως μεταξὺ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ
346Συνεδρίου καὶ τῆς ἐπιτροπῆς, μ’ ὅλα ταῦτα ἔφερον τὴν ὑπόθεσιν
347εἰς τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διὰ νὰ λάβω καὶ τοῦ ὑπουργικοῦ
348Συμβουλίου τὴν γνώμην καὶ τὴν πεποίθησιν ἂν πράγματι ἐγὼ
349εἶχον τὴν ἄδειαν ἢ δίκαιον εἰς τὰς ἐκτιμήσεις τῶν γεγονότων.
350Ὅτι δὲ, κύριοι, ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δι’ ἐμὲ
351δὲν ἦτο ὑποχρεωτική, τοῦτο ἀποδεικνύεται διὰ διαφόρων ἀπο-
352φάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ τῶν ὁποίων ἀποφαίνεται ὅτι ἡ
353γνωμοδότησις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ
354διὰ τὸν ὑπουργόν. Εἶχον δὲ πρὸς ἐνίσχυσίν μου καὶ μίαν ἀπό-
355φασιν ἀπαράλλακτον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ σύμφω-
356νον πρὸς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, μίαν ἀπόφασιν τοῦ
357ὑπουργικοῦ συμβουλίου, συγκροτηθέντος κατὰ τὰ 1869 προε-
358δρευομένου ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ζαΐμη καὶ ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν
359Δηλιγιάννη, Πετσάλη, Σούτσου, Αὐγερινοῦ, Σαράβα καὶ Τριγ-
360γέτα, διὰ τοῦ ὁποίου πρακτικοῦ ἀποφαίνονται ῥητῶς καὶ κατη-
361γορηματικῶς ὅτι ἡ γνωμοδότησις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δὲν
362ἦτον ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν ὑπουργόν.
363§12ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ μὲ σημειώσετε, κ. πρόεδρε, νὰ δώσω
364μίαν ἐξήγησιν.
365§13ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὴν οὐ-
366σίαν καὶ ὡς πρὸς τὰ προηγούμενα. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι
367συμφώνως πρὸς τὰ παραδεδεγμένα, πρὸς τοὺς νόμους καὶ πρὸς
368τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἡ χήρα Κα-
369στελλιώτου ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ τὴν σύνταξιν, καὶ ἑπομένως
370ἐξέδωκα τὴν ἀπόφασιν περὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς συντάξεως τῆς
371χήρας Καστελιώτου· μένει τὸ κύριον καὶ τὸ τελευταῖον, ἡ ἔκ-
372δοσις τοῦ τελευταίου νόμου. Ἐδῶ τῇ ἀληθείᾳ ἠδύναντο οἱ προσ-
373παθήσαντες ὁπωσδήποτε, νὰ εὕρωσι σῶμα ἐγκλήματος ἵνα μὲ
374καταγγείλωσι ἐνώπιον τῆς κοινῆς συνειδήσεως. Σᾶς ἐρωτῶ λοι-
375πὸν, κύριοι, ὅταν ἐσυζητεῖτο ὁ νόμος περὶ πολιτικῶν συντάξεων,
376ἂν εἴς τινος τὴν κεφαλὴν διῆλθέ ποτε, ὅτι συντάττοντες τὸν
377νόμον περὶ πολιτικῶν συντάξεων, εἴχομεν σκοπὸν νὰ διαλάβω-
378μεν καὶ τὰς ἐνεργείας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν
379Ναυτικῶν. Ἐντεῦθεν, κύριοι, ἐξήγησα ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ τὸν
380νόμον ἐκεῖνον, ὅτι δὲν μὲ κωλύει, διότι ἂν τὸ τοιοῦτον ἤθελε
381συμβῇ, ἂν ἐδίδετο ἡ ἐλαχίστη νύξις ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἀφώρα
382καὶ τὰ ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, ἤθελον
383διαμαρτυρηθῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἤθελον ζητήσει τοὐλά-
384χιστον ἐχέγγυά τινα διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν συντάξεων παρὰ
385τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἠθέλομεν ζητήσει καὶ ἡμεῖς οἱ ὑ-
386πουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν ἐν τῷ συνεδρίῳ ἐκείνῳ
387νὰ λάβωσι μέρος κατὰ τὴν διεκδίκασιν τῶν συντάξεων, εἷς ἀ-
388ξιωματικὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἷς τῶν Ναυτικῶν, διότι τὸ
389Συνέδριον σύγκειται ἀπὸ ὑπαλλήλους γινώσκοντας καλῶς τὰς
390περιστάσεις τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, συνδέεται διαφοροτρό-
391πως μετ’ αὐτῶν καὶ γνωρίζει τὰ παθήματα καὶ τὰς ἀνάγκας
392των. Τὸ Συνέδριον λοιπὸν εἶναι ξένον τῶν παθημάτων καὶ τῶν
393ἀναγκῶν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν. Θὰ εἴχομεν λοιπὸν
394ἀνάγκην νὰ θέσωμεν καὶ ἡμεῖς ἐχέγγυά τινα εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν
395Συνέδριον, ἵνα αἱ ἀποφάσεις αὐτοῦ ἐξέρχωνται ἀπροσωπολήπτως,
396καὶ ἑπομένως δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἐκάμαμεν κανένα λόγον
397κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν πολιτικῶν συντάξεων. Σᾶς ἐρωτῶ, καὶ
398ἀποτείνομαι εἰς τὴν εὐσυνειδησίαν ὑμῶν, ὅταν ἐσυζητήσαμεν τὸ
399θέμα περὶ πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ἐὰν ἐῤῥίφθη λέξις περὶ τῶν
400ἀποφάσεων τῶν ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν·
401ὅλη ἡ συζήτησις περιεστράφη εἰς τὸ ζήτημα τῶν πολιτικῶν ὑ-
402παλλήλων καὶ εἰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομι-
403κῶν· ἐδῶ ὁ νόμος ἠθέλησε νὰ θέσῃ φραγμὸν, καὶ ἠθέλησε νὰ
404καταστήσῃ ὑποχρεωτικὰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συν-
405εδρίου, εἰς οὐδενὸς δὲ τὴν συνείδησιν εἰσῆλθε, ὅτι ἀφορᾷ καὶ τὰ
406ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν. Ἐνταῦθα, κύριοι,
407ἐρχόμενος εἶχον πλήρη συνείδησιν περὶ τοῦ πράγματος, καὶ εἶ-
408χον καὶ τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ νόμος δὲν ἀφώρα τὰ ὑπουργεῖα τῶν
409Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν. Ἐὰν εἶχον τὴν ἐλαχίστην ἀμφι-
410βολίαν, ἤθελον ὑποθέσει ὅ,τι ὁ βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν εἶπεν, ὅτι
411ἡ χήρα αὐτὴ ἔμαθε πρὸ δύω ἢ τριῶν ἡμερῶν τοῦτο· ἐὰν εἶχον
412σκοπὸν νὰ παραμορφώσω τοὺς νόμους, νὰ δολιευθῶ τοὺς νόμους,
413δὲν εἶχον καιρὸν πρὸ τόσου χρόνου νὰ ἐκδώσω τὸ βασιλικὸν Διά-
414ταγμα, ἀλλὰ νὰ φυλάξω τὴν 23 ὅταν ἐτέθη ἐν ἰσχύει ὁ νόμος,
415καὶ τότε νὰ ἐκδώσω τὸ Διάταγμα; Ἐντεῦθεν θέλετε πεισθῆ,
416κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν ἐνέργειάν μου ὑπῆρξεν ἡ μεγαλειτέρα εἰλι-
417κρίνεια, οὐδεὶς δὲ πλάγιος σκοπὸς συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀπονομὴν
418τῆς συντάξεως. Λοιπὸν ἐὰν πράγματι ὁ νόμος δεῖται ἑρμηνείας,
419τοῦτο μένει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξηγήσῃ τὸν νόμον· ἀλλὰ ποτὲ
420ἡμεῖς οἱ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν ὑπουργοὶ δὲν ἐνοούσα-
421μεν ὅτι εἰς τὸν νόμον περὶ πολιτικῶν ὑπαλλήλων ὑπαγόμεθα καὶ
422ἡμεῖς. Δὲν εἶχον λοιπὸν σκοπὸν νὰ παραμορφώσω ἢ νὰ δολιευθῶ
423τὸν νόμον, διότι ἂν εἶχον πλάγιον σκοπὸν ν’ ἀπονείμω μίαν σύν-
424ταξιν ἀδίκως πρὸς τὴν χήραν Καστελιώτου, εἶχον τὸν καιρὸν
425νὰ τὴν κάμω, ὥστε νὰ μὴ εὑρεθῶ εἰς αὐτὴν τὴν διαφορὰν τῆς
42623 καὶ 24. Ἐνήργησα λοιπὸν εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν ἐν
427ὅλῃ τῇ εἰλικρινείᾳ, βέβαιος ὢν ὅτι ἐτήρησα τοὺς νόμους τῆς
428πατρίδος, καὶ ὅτι δὲν ἐδολιεύθην τὸν νόμον. Τοιαύτη ὑπῆρξε
429λοιπὸν ἡ ἐνέργειά μου κατὰ τὴν ἀπόδοσιν τῆς συντάξεως τῆς
430χήρας Καστελιώτου, ἔχω δὲ ἀκόμη ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ αὐτὴν τὴν
431ὑπογραφὴν τοῦ μέχρι τοῦδε διαμένοντος παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ
432Συνεδρίῳ, καὶ ἀκόμη τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν σᾶς
433ἀνέγνωσα, καὶ ἡ ὁποία εἶναι ὁμοία καὶ ἀπαράλλακτος μὲ τὴν
434ὑπὸ συζήτησιν περὶ διανομῆς συντάξεως εἰς τὴν χήραν Κα-
435στελιώτου.
436§14ΡΙΚΑΚΗΣ. Νὰ μοὶ δώσητε μίαν πληροφορίαν· διὰ ποῖον λό-
437γον ὑπεγράψατε τὸν νόμον;
438§15ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἀτυχῶς, καὶ λέγω ἀτυχῶς, διότι δὲν
439ἔφερα νόμον, τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν διευθύνεται ἀπὸ
440στρατιωτικοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ἀπὸ πολιτικοὺς ὑπαλλήλους,
441καὶ ἑπομένως εἶχον καθῆκον διὰ τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους
442νὰ ὑπογράψω τὸν νόμον τοῦτον.
443§16ΡΙΚΑΚΗΣ. Οἱ ὁποῖοι ὑπάγονται εἰς τὸν νόμον τῶν πολι-
444τικῶν συντάξεων;
445§17ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα.
446§18Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν
447ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ ὑπομνήσῃ πρᾶξίν τινα τοῦ ὑπουργικοῦ
448συμβουλίου τοῦ 1869, τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ μετέσχον, διὰ
449τοῦτο νομίζω ἀναγκαῖον νὰ δώσω τὴν ἑξῆς πληροφορίαν, διὰ
450νὰ μὴ ὑποληφθῶ ὑπέχων κατά τι τὴν εὐθύνην τῶν νῦν γενομένων.
451Πρὸ τοῦ τελευταίου νόμου περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλ-
452λήλων, ἴσχυεν ὁ νόμος τοῦ 1864, ὁ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ψη-
453φισθείς. Ὁ νόμος αὐτὸς προετάθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ
454προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους ἐκείνου, τῆς ὁποίας μετεῖχον πολ-
455λοὶ ἐκ τῶν ἐντίμων συναδέλφων, οἵτινες καὶ νῦν ὑπάρχουσιν
456ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ἤτοι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ κ. Μαυρομι-
457χάλης καὶ ἄλλοι. Ἡ ἐπιτροπὴ τότε ἔκρινεν ἀναγκαῖον ν’ ἀνα-
458θέσῃ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τὴν ἐξέλεγξιν, ἀλλὰ τὸ δι-
459καίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος τοῦ 1864 ἀνέθηκεν εἰς τὸ
460Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἀπεδόθη διὰ νὰ φωτίζηται ἐκεῖνος, ὅστις
461πρόκειται ν’ ἀποδώσῃ τὴν ἀπονομὴν τῆς συντάξεως, ἦτον
462στοιχεῖον φωτισμοῦ τοῦ ὑπουργοῦ, ὅστις ἐπρόκειτο νὰ σχημα-
463τίσῃ τὴν πεποίθησίν του καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ νὰ
464ὑποβάλῃ πρότασιν. Ἑπομένως τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον τοῦ
4651869 ἐφήρμοσε τὸν νόμον· δὲν παρέβη τὸν νόμον, οὔτε ἔδωκεν
466ἀφορμὴν νὰ κατηγορηθῇ κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν.
467§19ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι παρέβη τὸν νόμον.
468§20ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐλάλησε,
469νομίζων, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς συντάξεως τῆς χήρας Καστε-
470λιώτου, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτῆς· πρόκειται περὶ ἄλλου
471τινὸς σπουδαιοτέρου καὶ μεγαλειτέρου. Περὶ τίνος; Ὁ πρόεδρος
472τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς
473ἐκολάφισε τὴν Κυβέρνησιν· αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Τώρα, εἶχε
474δίκαιον ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἢ ἄδικον; Αὐτὸ
475πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ.
476§21ΤΙΝΕΣ. Ὄχι μόνον ὁ πρόεδρος....
477§22ΖΩΧΙΟΣ. Ὅταν λέγω ὁ πρόεδρος, ἐννοῶ τὸ Συνέδριον. Τοῦτο
478εἶναι τὸ θέμα καὶ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ ἀνώτερον τῆς
479συντάξεως τῆς δυστυχοῦς αὐτῆς χήρας. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν
480Ναυτικῶν ἐζήτησε νὰ φέρῃ ἀποδείξεις ὅτι ἡ σύνταξις ἀπενεμήθη
481δικαίως καὶ νομίμως. Ἐγὼ θὰ τολμήσω νὰ διϊσχυρισθῶ τὸ ἐ-
482ναντίον, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ συγχωρήσητε νὰ διηγηθῶ τὴν
483ἱστορίαν περὶ ναυτικῶν συντάξεων, διότι ἐγὼ ὁ ἴδιος ἔχω γρά-
484ψει τὴν ἐγκύκλιον διαταγὴν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ
485ἐγὼ ὁ ἴδιος ὑπεβλήθην εἰς τὸν κανόνα αὐτὸν, καὶ ἐχρημάτισα
486καὶ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν συντάξεων.
487Κατὰ τὸ 1834 ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυ-
488τικῶν ἦτο ὁ στρατηγὸς Σμάλτ, ἐξέδωκε δὲ διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς
489Κυβερνήσεως ἐγκύκλιον ὑπουργικήν· (περιέχεται εἰς τὴν ἐφημερίδα
490τοῦ 1834, σελ. 63) «Ὁ στρατιωτικὸς, ὅστις νυμφεύεται ἄνευ τῆς
491ἀδείας τῶν ἀνωτέρω του νὰ παιδεύεται, ἐὰν ᾖναι στρατιώτης,
492μὲ 3 μηνῶν φυλάκισιν, ἐὰν ᾖναι ὑπαξιωματικὸς μὲ τὸν κατα-
493βιβασμὸν ἐκ τῆς θέσεώς του, ἐὰν ᾖναι ἀξιωματικὸς νὰ λαμβάνῃ
494τὴν ἄφεσίν του, ὁ δὲ γάμος νὰ θεωρῆται ἄκυρος. 1834, 29 Ἰ-
495ανουαρίου.» Τῆς ἐγκυκλίου ταύτης ἔλαβε γνῶσιν καὶ τὸ ναυ-
496τικὸν διευθυντήριον τὸ τότε, εἰς αὐτὸν δὲ τὸν κανόνα ὑπεβλή-
497θησαν ὅλοι, καὶ ὁ ἀοίδιμος ναύαρχος Μιαούλης. Βλέπετε, ὅτι ἡ
498διαταγὴ ἀναφέρει καὶ τοὺς τύπους· ἐγὼ δὲ ὑπεβλήθην εἰς αὐ-
499τὸν τὸν κανόνα κατὰ τὸ 1836 δηλ. δύω ἔτη κατόπιν. Εἰς αὐτὸν
500τὸν κανόνα ὑπεβλήθη καὶ ὁ ναύαρχος Μιαούλης, καὶ ἐννοεῖτε,
501ὅτι, ἂν ὁ ναύαρχος Μιαούλης ἔκαμνεν ἄτοπόν τι, οὐδεὶς ἤθελε
502τολμήσει νὰ τὸν κατηγορήσῃ.
503Κατὰ τὸ 1846 ἤμην διευθυντὴς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτι-
504κῶν, ὑπουργὸς ἦτον ὁ ναύαρχος Κανάρης. Ἐπειδὴ ναῦταί τινες ἠθέ-
505λησαν νὰ νυμφεύωνται ἄνευ ἀδείας, δὲν κατεφύγαμεν εἰς τὴν τιμω-
506ρίαν, ἀλλ’ ἐξεδώκαμεν ἐγκύκλιον λέγουσαν. «Οὔτε ἀξιωματικὸς,
507οὔτε ὑπαξιωματικὸς, οὔτε στρατιώτης, οὔτε ἄλλος τις τῶν ἐν
508τῷ ναυτικῷ ὑπηρετούντων δύναται τοῦ λοιποῦ νὰ νυμφευθῇ
509ἄνευ ἀδείας. Ἡ παροῦσα νὰ δημοσιευθῇ εἰς πάντας τοὺς διευ-
510θυντὰς τῶν Βασιλικῶν πλοίων, κτλ.» Ὅταν λέγωμεν πρὸς τοὺς
511διευθυντὰς τῶν πλοίων, δὲν ἐννοοῦμεν μόνον αὐτούς· ὅταν λέγωμεν
512πρὸς τὸν διοικητὴν τοῦ λόχου τῶν τεχνιτῶν, δὲν ἐννοοῦμεν μόνον
513αὐτόν· ὅταν λέγωμεν πρὸς τὰς λιμενικὰς ἀρχὰς, δὲν ἐννοοῦμεν
514μόνον αὐτάς. Πρέπει δὲ νὰ μάθητε ποία ἦτο κατὰ τὴν ἐποχὴν
515ἐκείνην ἡ διάκρισις μεταξὺ ἀξιωματικῶν. Δὲν ὑπῆρχε διάκρισις
516ἄλλη μεταξὺ ἀξιωματικῶν, εἰ μὴ μόνον ἡ ἑξῆς. Οἱ μὲν ἦσαν εἰς
517ἐνέργειαν, οἱ δὲ διαθέσιμοι, δηλ. δὲν ἦσαν εἰς ἐνέργειαν. Οἱ ἐν ἐνερ-
518γείᾳ ἐμισθοδοτοῦντο μὲ καλλίτερον μισθὸν, οἱ δὲ διαθέσιμοι μὲ
519μικρότερον, ἀλλὰ ἦσαν ἐλεύθεροι καὶ νὰ πορεύωνται ὅπου ἤθε-
520λον καὶ νὰ ἐμπορεύωνται. Εἰς ποῖον ὅμως ἦσαν ὑποκείμενοι;
521Εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, διότι ἂν τοὺς ἐκάλει, ἔπρεπε
522ν’ ἐπανέλθουν. Νομίζω δὲ, ὅτι ἀπατᾶται ὁ ὑπουργὸς λέγων,
523ὅτι δὲν ὑπέκειντο εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, διότι ὄχι
524μόνον ὑπέκειντο εἰς τὰς λιμενικὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸν
525νόμον εἶχον τὸ δικαίωμα τῆς ἀπογραφῆς, ἀλλὰ καὶ ἐμισθοδο-
526τοῦντο ἀπὸ τὰς λιμενικὰς ἀρχάς. Αἱ λιμενικαὶ ἀρχαὶ εἶχον τα-
527μεῖον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐλάμβανον τὸν μισθόν των ὅλοι οἱ λεγόμενοι
528διαθέσιμοι. Αὐτὴ ἦτον ἡ ἀρχὴ, πρὸς τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον
529ἐκοινοποίει τὰς διαταγάς του.
530Ἦλθε κατόπιν ὁ νόμος τοῦ 1853 ὁ περὶ συντάξεων. Ὁ ἔντι-
531μος δὲ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν σᾶς ἀνέγνωσε τὸ ἄρθρον 22 τοῦ
532νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ὁ γάμος εἶναι ἄκυρος.....
533§23Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι ἄκυρος, δὲν δίδεται σύνταξις.
534§24ΖΩΧΙΟΣ. Ἂς ᾖναι, δὲν δίδεται σύνταξις.
535§25ΤΙΝΕΣ. Ἀναγνώσατέ το.
536§26ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ ἀνέγνωσε ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, τώρα ἐγὼ
537δὲν τὸ ἔχω πρόχειρον.
538§27Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διάταγμα εἶναι ἢ ἐγκύκλιος; Διότι
539ἰδοὺ τί ἔχει «Ἡ Α. Μ. διέταξεν ........»
540§28ΖΩΧΙΟΣ. Διέταξε διὰ διατάγματος.
541§29ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὑπάρχει διάταγμα.
542§30ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ὑπάρχει διάταγμα, ἐὰν δὲν δημοσιευθῇ.
543§31ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ Σμάλτ ἦτον Ἀντιβασιλεύς.
544§32ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐδῶ εἶναι ἡ ἐφημερίς· εὕρετέ το.
545§33Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Σᾶς παραπέμπω καὶ εἰς τὸν Καλλι-
546γᾶν, ὅστις τὸ λέγει καὶ εἰς τὸ οἰκογενειακόν του δίκαιον.
547§34ΖΩΧΙΟΣ. Μᾶς συνέλαβον!!! Συνέλαβον τὸν Σμάλτ τὸν
548στρατηγὸν ψευδόμενον. «Ἡ Α. Μ.» Εἰς τὰ 1834 ἠξεύρετε τί
549ἐσήμαινε τὸ «Ἡ Α. Μ;» ἦτον Α. Μ. Ἡ διαταγὴ ὑπεγράφη τὴν
55019 Ἰανουαρίου καὶ ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς 29 Ἰανουαρίου.
551§35ΤΙΝΕΣ. Διαβάσετέ το.
552§36ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὴν ἐγκύκλιον τὴν εἴδαμεν, τὸ διάταγμα νὰ
553μᾶς δείξῃς.
554§37Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τότε εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ Βασιλεὺς
555νὰ δίδῃ καὶ νὰ καθαιρῇ βαθμούς· αὐτὸ θὰ εἴπῃ «διέταξε».
556§38ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ βασιλεὺς ἦτον Α. Μ. Δὲν εἴδατε σεῖς τὴν βα-
557σιλείαν εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. «Διέταξε» τὴν 19 Ἰανουα-
558ρίου, ἐδημοσιεύθη δὲ τὴν 29 τοῦ 1834, ὅτι «ὁ στρατιωτι-
559κὸς, ὅστις νυμφεύεται ἄνευ τῆς ἀδείας τῶν ἀνωτέρων του νὰ
560παιδεύεται, ἐὰν ᾖναι στρατιώτης, μὲ 3 μηνῶν φυλάκισιν, ἐὰν
561ᾖναι ὑπαξιωματικὸς, μὲ καταβιβασμὸν ἀπὸ τὸν βαθμὸν διὰ
562πάντοτε, ἐὰν δὲ ἀξιωματικὸς λαμβάνει τὴν ἄφεσίν του, ὁ δὲ
563γάμος εἶναι ἄκυρος». Αὐτὰ διέταξεν ὁ αὐθέντης διὰ τοὺς ὑπη-
564ρέτας του. Ἀλλὰ λέγουν, ποῦ εἶναι τὸ διάταγμα; Ποῦ τὸ
565ἤξευρα, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως θὰ εἴπῃ, φέρε τὸ
566διάταγμα; (ἱλαρότης). Ἀφῆστε αὐτὰ, εἶναι ἐντροπή. Αὐτὰ τὰ
567λέγουν εἰς τὰ εἰρηνοδικεῖα. Ἂς ἴδωμεν τί λέγει ὁ νόμος.
568§39ΛΑΠΑΣ. Τὸ διάταγμα ἐκοινοποιήθη; Περίεργον πρᾶγμα!!!
569§40ΖΩΧΙΟΣ. Ἂς ἴδωμεν τί λέγει ὁ νόμος, καὶ ἂν ὁ νόμος ἐδέ-
570χθη τοῦ Σμάλτ τὴν ἐγκύκλιον. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος· «Εἰς τὰς
571προβλεπομένας ὑπὸ τῶν προηγουμένων ἄρθρων περιπτώσεις οὐ-
572δεὶς νόμος παραχωρεῖ δικαίωμα συντάξεως, μὴ τηρηθεισῶν τῶν
573περὶ νυμφεύσεως διατάξεων». Ἐξεδόθη μετὰ ταῦτα νόμος, κανο-
574νίζων τοῦτο; Ὄχι. Ποῦ ἀναφέρεται ὁ νομοθέτης; Εἰς τὴν ἐγ-
575κύκλιον τοῦ Σμάλτ. Δὲν τὸ ἠμφισβήτησε, δὲν εἶπε, τοῦ λοι-
576ποῦ θέλω τοῦτο ἢ τοῦτο, ἀλλὰ τὸ ὑπάρχον ἐκανόνισε διὰ νό-
577μου, ἀφοῦ ἐπῆλθε τὸ Σύνταγμα. Ἰδοὺ ἡ διαφορά· δὲν ὑπάρχει
578δὲ ἀξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ ἔκτοτε, ὁ ὁποῖος νυμφευθεὶς δὲν
579ἔλαβεν ὅλα τὰ μέτρα του. Διατί; Διότι ἤξευρε τί θὰ πάθῃ. Ἂς
580ἔλθωμεν τώρα εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα· πότε ἀπέθανεν ὁ Καστε-
581λιώτης; πότε ἐζήτησε τὴν σύνταξίν του; τί συνέβη εἰς τὴν σύν-
582ταξιν; Δὲν εἶναι, λέγω, ἔνοχος ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, εἶναι
583ἡ Κυβέρνησις. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶναι κατὰ τοῦτο
584ἔνοχος, ὅτι ἔχει τὸ ἕκτον τῆς εὐθύνης, διότι ἡ Κυβέρνησις
585τοῦ ἁγίασε καὶ τοῦ εὐλόγησε τὴν πρᾶξίν του. Ἐὰν δὲν ἔπρατ-
586τε τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ πράξῃ ὁ ὑπουρ-
587γός. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται, ἐὰν ἐτηρήθη-
588σαν οἱ νόμοι. Ἰδοὺ ἡ ἀναφορὰ τῆς χήρας. Αὐτὴ συνετάχθη ἐν
589Ὕδρᾳ τὴν 11 Ὀκτωβρίου 1866, ἐλήφθη ὅμως μετὰ ταῦτα
590καὶ ἔγεινεν τὴν 11 Μαΐου 1867. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἦτον
591ὁ κ. Γρίβας, ἐγὼ δὲ τότε ἤμην πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν
592συντάξεων, Ὁ τρόπος τῆς ἐξελέγξεως εἶναι οὗτος· παραπέμπον-
593ται τὸν εἰσηγητὴν τὰ ἔγγραφα, ὁ δὲ εἰσηγητὴς συναθροίζει τὰ
594ἔγγραφα καὶ τὰ διαβιβάζει εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Τὴν αἴτησιν τὴν
595εἶχε κάμει ἡ χήρα ἢ ὁ ἐπίτροπός της. Βλέπετε, ὅτι ὁ Γρίβας
596δὲν ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, διότι δὲν ἦτον ἔργον του,
597ἦτο τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς καὶ ὁ κ. Τριγγέτας. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲ δὲν
598προέβη, διότι δὲν ὑπῆρχον ἀποχρῶσαι ἀποδείξεις. Κατὰ τὸ 1875
599ἐξηκολούθησεν ἡ ἐργασία, ἀλλὰ ἔγεινεν ἓν θαῦμα. Ὁ εἰσηγητὴς
600τῶν ναυτικῶν συντάξεων κατὰ τὸ 1875 λέγει· «Μεταξὺ τῶν ἐγ-
601γράφων τῆς ὑπηρεσίας μου εὗρον τὴν ὑπ’ ἀριθ. τάδε ἀπὸ 11
602Μαΐου 1867 ἐπίσημον διαταγὴν ἐπὶ αἰτήσεως συντάξεως· φρο-
603νῶ δὲ, ὅτι ἕνεκα ἐλλείψεων δὲν προεχώρησεν ἡ ὑπόθεσις· τὸ ὑ-
604πουργεῖον τί θέλει νὰ πράξω;» Τὸ ὑπουργεῖον ἔδωκε τὴν ἑξῆς ἀ-
605πάντησιν· «Ἐπειδὴ λείπουν τὰ ἔγγραφα τὰ περὶ γάμου.....»
606Ὑποβάλλεται κατόπιν νέα αἴτησις· ὑπουργὸς δὲ τῶν Ναυτι-
607κῶν ἦτον ὁ κ. Αὐγερινός· συγκαλεῖται ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ὁ αὐτὸς
608εἰσηγητὴς ἀναμασσᾷ καὶ λέγει· «νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ
609σύνταξιν.» Τὸ ὑπουργεῖον παρέπεμψε τὴν ἀπόφασιν εἰς τὸ Συνέ-
610δριον· τὸ δὲ Συνέδριον ἀπεδοκίμασε τὴν πρᾶξιν. Ὁ τότε ὑπουργὸς
611δὲν προεχώρησε, διότι φαίνεται δὲν ἤθελε νὰ εὑρεθῇ εἰς περι-
612πλοκάς. Σημειωτέον ὅτι πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1863 ὁ ὑπουργὸς
613ἀπεφαίνετο περὶ τῶν συντάξεων, ἀλλὰ μετὰ τὴν γνώμην, κα-
614θὼς εἶπεν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας κ. Δηλιγιάννης, τοῦ Συνε-
615δρίου, ἡ ὁποία δὲν ἦτον ὑποχρεωτική. Ὁ νῦν ὑπουργὸς, νομί-
616ζων ὅτι ἀδικεῖται ἡ χήρα, ὑπέβαλε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ ὑπουρ-
617γικὸν συμβούλιον κακῶς, τὸ δὲ ὑπουργικὸν συμβούλιον ἀπεφάν-
618θη μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ περὶ εὐθύνης νόμου καὶ μετὰ
619τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι αἱ ἀποφά-
620σεις τοῦ Συνεδρίου εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν ὑπουργόν.
621Λέγει ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἀπο-
622βλέπει τοὺς ναυτικούς· ἀλλὰ σᾶς ἀνεγνώσθη ἡ ἔκθεσις τοῦ ὑ-
623πουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος προενόησε περὶ πάσης συν-
624τάξεως, καὶ ὁ ὅρος αὐτὸς ἐτέθη, διότι τὸ Συνέδριον εἶχε τὴν ἰδέαν
625ὅτι οἱ ὑπουργοὶ αὐθαιρέτως ἢ χαριζόμενοι ἔδιδον συντάξεις. Ἐὰν
626ἡ γνώμη τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ ἦτον ὀρθὴ, θὰ ἔλεγεν, ἐξαι-
627ροῦνται αἱ συντάξεις τῶν ναυτικῶν καὶ τῶν στρατιωτικῶν.
628Αὐτὴ εἶναι ἀληθὴς ἀφήγησις τῶν πραγμάτων, ἐξ ὧν πολλὰ
629σᾶς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, πολλὰ ὅμως δὲν τὰ
630ἐγνώριζε, διότι ἦσαν ἀρχαιότερα, καὶ πολλὰ ἐξήγησεν ὅπως
631αὐτὸς ἐνόμιζεν ὅτι ἦσαν ὀρθά.
632Τελευτῶν σᾶς λέγω, ὅτι συνερχόμεθα ἐντὸς τοῦ βουλευτη-
633ρίου καὶ νομίζομεν, ὅτι εἴμεθα ἀνεύθυνοι ἀντιπρόσωποι τοῦ κυ-
634ριάρχου λαοῦ. Εἴμεθα ἀντιπρόσωποι, ἀλλὰ κάπως ἔχομεν εὐ-
635θύνην· ἐπειδὴ δὲ εἴμεθα 190, νομίζομεν, ὅτι ἔχομεν τὸ 1|190
636τῆς εὐθύνης. Μικρὸν τὸ πρᾶγμα εἶναι, καὶ καθεὶς τὸ ἀναδέχεται.
637Γνωρίζετε ὅμως, ὅτι οἱ ἀναβαίνοντες τὰς Ἄλπεις, ἐπειδὴ κινδυ-
638νεύουν νὰ πέσουν εἰς χαράδρας, εἶναι συνδεδεμένοι μὲ σχοινιὰ ὁ
639ἕνας μὲ τὸν ἄλλον. Ἀπαράλλακτα εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ὅλοι, καὶ
640ἐὰν ἔπταισεν ἡ πλειοψηφία, μέρος τοῦ παραπτώματος ἀντανα-
641κλᾷ εἰς τὴν μειονοψηφίαν, καὶ τ’ ἀνάπαλιν, καὶ εἴμεθα ὑπεύθυνοι
642συνδεδεμένοι, καὶ τὸ πταίσιμον πίπτει εἰς τὴν Βουλήν. Μᾶς εἶπε
643δὲ καὶ ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος βουλευτὴς, ὅτι εἴμεθα διὰ κρέ-
644μασμα, διότι τίποτε δὲν ἐπράξαμεν, ἐκτὸς μόνον τοῦ περὶ εὐ-
645θύνης νόμου· ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἐγεννήθη ἑπταμηνίτικος. Νομίζω,
646ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν, διότι ἠμποροῦμεν νὰ διαφωνῶμεν ὡς
647πρὸς τὰς πολιτικὰς αἱρέσεις, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους εἴμεθα ἀδελφοί,
648καὶ ὁ μῶμος ὁ ῥιπτόμενος εἰς τὸ ἓν μέρος ἀντανακλᾷ εἰς τὸ
649ἄλλο. Σημειωτέον δὲ ὅτι ἡ χήρα αὐτὴ ἐσιώπησεν ἀπὸ τοῦ
6501869 μέχρι τοῦ 1875.
651Σᾶς εἶπον, ὅτι θὰ σᾶς λαλήσω εἰδικῶς περὶ τοῦ πιστοποιη-
652τικοῦ τοῦ γάμου, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἐνυμφεύθη κατὰ τὸ 1853,
653προσετέθη δὲ ἔπειτα, ὅτι ἐνυμφεύθη κατὰ τὴν 4 Φεβρουαρίου, ὁ
654δὲ νόμος ἐξεδόθη τὸν Ἀπρίλιον. Τοῦτο νομίζω ἐπηρέασε τὴν
655γνώμην τοῦ ὑπουργείου.
656§41ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Νομίζω,
657κύριοι, ὅτι ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τοῦ βήματος ὤφειλε μετὰ
658πλείονος δικαιοσύνης νὰ συζητήσῃ, ὅταν πρόκειται νὰ διακριθῇ
659ποῦ ὑπάρχει τὸ δίκαιον καὶ ποῦ τὸ ἄδικον ἢ μεμπτέον, καὶ
660ὅταν πρόκηται νὰ ἀποδοθῇ μομφὴ εἰς ἄνθρωπον ἔχοντα τὴν πε-
661ποίθησιν, ὅτι καὶ τὸ τελευταῖον ἔγγραφον τοῦ ὑπουργείου, τὸ
662ὁποῖον διευθύνει, τὸ διεξέρχεται μετὰ τῆς μεγαλειτέρας προ-
663σοχῆς παρατηρῶν καὶ τὰ ἐλάχιστα· ὤφειλε νὰ συζητήσῃ μετὰ
664πλείονος σοβαρότητος καὶ δικαιοσύνης, καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’
665ὄψιν του ἐὰν τὸ διάταγμα ἐκεῖνο ἦτο νόμος ὑποχρεωτικὸς καὶ
666διὰ τὸ ναυτικόν.
667§42ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν εἶναι διάταγμα.
668§43ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι ἐγκύκλιος, ἀλλ’ ἐγὼ παραδέχο-
669μαι, ὅτι ἦτο διάταγμα, καὶ λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὸν
670διὰ τὸ ναυτικόν. Ποία ἀνάγκη ἐπροκάλεσε τὸ συνάδελφόν μου
671κ. Ζωχιὸν νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἐγκύκλιον τοῦ 1846, ἐὰν ἐπρέσβευεν
672ὅτι τὸ διάταγμα, ἢ ἐγκύκλιος, ἢ νόμος, ὅπως θέλετε, ἀφορᾷ
673καὶ τὸ ναυτικὸν, καὶ ἐὰν ἐννόει, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη περι-
674λαμβάνει καὶ τοὺς διαθεσίμους ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐτα-
675ξείδευον κατὰ βούλησιν ὅπως σήμερον δὲν δύνανται πλέον νὰ
676πράξουν, τίς τὸν ἐμπόδισε νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ παροῦσα δημοσιευ-
677θήτω καὶ πρὸς τοὺς διαθεσίμους ἀξιωματικοὺς, ὅπως τοῦτο
678πράττομεν σήμερον εἰς πάσας τὰς ἐγκυκλίους; Δὲν εἶναι ἐπι-
679τετραμμένον, νομίζω, εἰς τὸν συνάδελφόν μου κ. Ζωχιὸν νὰ
680λέγῃ, ὅτι εἰς τὰς λιμενικὰς ἀρχὰς ἐνοοῦσε καὶ τοὺς διαθεσί-
681μους. Ὅταν πρόκηται νὰ ἀποδώσῃς μομφὴν εἰς ἕνα ὑπουργὸν,
682ὀφείλεις μετὰ πλείονας δικαιοσύνης νὰ συζητῇς τὰ πράγματα,
683καὶ ἂν εὕρῃς ὅτι πράγματι ἐδολιεύθη τὸν νόμον, τότε νὰ φέρῃς τὴν
684ψῆφόν σου κατ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν πρέπει τὰ ἀτομικὰ καὶ τὰ ὅλως
685ἰδιαίτερα περιστατικὰ νὰ τὰ συγχύζῃς εἰς τὴν φαρέτραν τῶν
686πολιτικῶν ζητημάτων. Ἐὰν ἦτον ἀληθὲς, ὅτι ἦτον ἐκ τῶν ὧν
687οὐκ ἄνευ διὰ τοὺς μὴ λαβόντας γνῶσιν τῆς ἐγκυκλίου ἐκείνης
688καὶ ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη τοῦ Σμάλτς ἦτον ὑποχρεωτικὴ καὶ
689διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ, διατί λοιπὸν τὸ Ἐλεγ-
690τικὸν Συνέδριον ἐξέδωκεν ἀπόφασιν εἰς ὁμοίαν περίστασιν, διὰ
691τῆς ὁποίας ἀπονέμει σύνταξιν εἰς τὴν χήραν τοῦ ἀντιπλοιάρχου
692Περδίκη; καὶ ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ Συνέδριον τοιαῦτα ἐπρέ-
693σβευεν, διατί εἰς ὅλας τὰς ὁμοίας περιστάσεις ἐξέδωκεν ἀποφά-
694σεις, δι’ ὧν ἐχορήγησεν σύνταξιν; Ὅταν λοιπὸν τὸ Συνέδριον
695κατήγγειλε τὴν πρᾶξίν μας ὡς παράνομον εἰς τὴν Βουλὴν,
696ὤφειλε νὰ ἀναδιφήσῃ ὅλα τὰ ἀρχεῖά του καὶ νὰ ἴδῃ, ὅτι εἰς
697ἄλλας περιστάσεις ἀπεφάσισεν ἄλλως πως, καὶ ἤθελεν ἰδεῖ,
698ὅτι εἰς τὰς περισσοτέρας περιστάσεις καὶ ἰδίως εἰς τὴν περίστα-
699σιν τοῦ Περδίκη μόνον του ὁμολογεῖ, ὅτι ἔσφαλε καὶ δὲν νο-
700μίζει, ὅτι ὁ πλοίαρχος αὐτὸς ἦτον ὑποχρεωμένος νὰ συμμορ-
701φωθῇ μὲ τὴν ἐγκύκλιον τοῦ 1846, καὶ κατὰ συνέπειαν ἀπέ-
702νειμε τὴν σύνταξιν.
703Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ ὅταν ἔχω τὰ πράγματα, τὸ δί-
704καιον καὶ τοὺς νόμους ὑπὲρ ἐμοῦ, δὲν ἔχω νὰ ἐξαγάγω σοφιστικὰ
705συμπεράσματα ἀπὸ τὰς λέξεις μιᾶς ἐγκυκλίου. Ἡ Βουλὴ εἶναι
706κυρία, καὶ ἂς πράξῃ ὅ,τι νομίζει.
707§44Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ὁ κ. Ζωχιὸς εἰς τὴν
708ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτείνω, ἐὰν τὸ ἐν
709τῇ εἰδοποιήσει τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς 29
710Ἰανουαρίου 1834 μνημονευόμενον διάταγμα ἐδημοσιεύθη, ἔσχε
711τὴν καλωσύνην σὺν τοῖς ἄλλοις ν’ ἀπαντήσῃ, ὅτι αὐταὶ εἶναι
712ἐνστάσεις, αἱ ὁποῖαι λέγονται εἰς τὰ εἰρηνοδικεῖα. Πολλάκις,
713κύριε πρόεδρε, ἀπὸ τοῦ βήματος ἐλέχθησαν πράγματα, τὰ
714ὁποῖα οὔτε εἰς τὰ εἰρηνοδικεῖα πρέπει νὰ λέγωνται, ἑπομένως
715ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ μιμούμενος ἄλλους συναδέλφους νὰ εἴπω
716τοιαῦτα πράγματα, χωρὶς νὰ δύναμαι νὰ κατακριθῶ ἀπὸ τὸν
717κ. Ζωχιόν· ἀλλ’ ἐπειδὴ συνειθίζω ὅ,τι λέγω νὰ τὸ στηρίζω εἰς
718τὰ πράγματα, θὰ φέρω μαρτυρίαν, τὴν ὁποίαν, προκειμένου περὶ
719νομικοῦ ζητήματος, θά μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ζωχιὸς νὰ θεωρήσω
720ὅτι βαρύνει περισσότερον τῆς ἰδικῆς του, τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ.
721Καλλιγᾶ, ὁ ὁποῖος, προκειμένου περὶ τῶν συνεπειῶν τῶν ἀθε-
722μίτων γάμων, λέγει τὰ ἑξῆς· (ἀναγινώσκει).
723Ὁ κ. Καλλιγᾶς δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι ἄνθρωπος ἱκανὸς νὰ
724λαλῇ μόνον εἰς τὰ εἰρηνοδικεῖα.
725§45ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Καὶ εἰς τὰ 1834 δὲν ἦτο τῶν Στρατιωτικῶν
726ὁ Σμάλτς, ἀλλ’ ὁ Μαυροκορδάτος.
727§46ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Τὰ διατάγματα δὲν ἐδημοσιεύοντο διὰ τῆς
728ὑπογραφῆς τοῦ Βασιλέως, ἐθεωροῦντο προσηκόντως δημοσιευμένα,
729ὅταν ὁ ὑπουργὸς διὰ τῆς ὑπογραφῆς του ἐβεβαίωνεν αὐτό.
730§47ΜΙΛΗΣΗΣ. Ποῖος τὸ λέγει; ὅλα τὰ διατάγματα φέρουν
731τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως.
732§48ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἐτέθη ὑπὸ
733τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν εἰς τὴν ἀκριβῆ θέσιν του.
734Δὲν συζητοῦμεν σήμερον τὴν δολίαν προαίρεσιν τοῦ ὑπουργοῦ, δὲν
735τὸν θέτομεν ὑπὸ ἀνάκρισιν ἢ ἐξέτασιν, ἐὰν εἶχε τὴν κακὴν
736πρόθεσιν νὰ παραβιάσῃ τὸν νόμον ἢ νὰ χαρισθῇ εἰς τὴν χήραν
737αὐτήν· πρόκειται συνεπεία μιᾶς αἰτιάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ
738Συνεδρίου νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ὁ τελευταῖος νόμος, τὸν ὁποῖον
739ἐξεδώκαμεν, ἀποβλέπει καὶ τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς
740συντάξεις, καὶ ἂν ἡ σύνταξις ἐχορηγήθη συμφώνως μὲ τοὺς
741κειμένους νόμους. Πρόκειται λοιπὸν ἀφῃρημένως νὰ ἐξετάσωμεν
742τὸ γεγονὸς, καὶ νομίζω, ὅτι εἰς οὐδένα δὲν ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα νὰ
743ἀποδώσῃ δολίαν προαίρεσιν εἰς τὸν ὑπουργὸν, διότι τότε θὰ ἦτο
744περίστασις νὰ ἐξασκήσῃ ἡ Βουλὴ ἄλλο δικαίωμα, τὸ ὁποῖον
745τὸ Σύνταγμα τῇ χορηγεῖ.
746Προκειμένου λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν τὸ διάταγμα αὐτὸ
747ἐξεδόθη συμφώνως μὲ τοὺς κειμένους νόμους, ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον,
748τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσε τὸ διάταγμα τοῦτο, ἡ Κυβέρνησις ἡ
749ὁποία ἀπεφάσισε νὰ χορηγηθῇ σύνταξις, συνεμορφώθη ἢ οὒ μὲ
750τοὺς κειμένους νόμους, πρέπει κατὰ πρῶτον λόγον νὰ ἐξετά-
751σωμεν τὸν τελευταῖον νόμον περὶ συντάξεως, τὸν ὁποῖον κατὰ
752τὸν Ἰανουάριον ἐψηφίσαμεν. Ἡ ἀμφισβήτησις γεννᾶται ἐπὶ τοῦ
7536 ἄρθρου· τὸ ἄρθρον 6 λέγει:
754«Αἱ κατὰ τὸν νόμον τῆς 13 Μαρτίου 1864 ᾐτιολογη-
755μέναι ἐκθέσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου περὶ ἀπονομῆς τῶν
756συντάξεών εἰσιν ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν ὑπουργόν».
757Πρὶν θελήσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν ποῖον ἦτο τὸ πνεῦμα τοῦ
758νομοθέτου ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τοῦ ὑπουργοῦ, ὅστις ἐπροκάλεσε τὸν
759νόμον τοῦτον, ἂς ἀνατρέξωμεν εἰς τὸν νόμον τοῦ 1864 διὰ νὰ
760ἴδωμεν ποῖον σκοπὸν εἶχεν ὁ νόμος οὗτος, εἰς ὃν ὁ τελευταῖος
761νόμος ἀναφέρεται. Ὁ νόμος τοῦ 1864 εἶχε τὸν σκοπὸν νὰ θέσῃ
762ὑπὸ ἐξέλεγξιν καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ παρέξῃ ἐγγυήσεις ὑπὲρ
763τῆς ἀκριβοῦς ἀπονομῆς τῶν συντάξεων· ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἐδύ-
764νατο μόνη ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ προκαλῇ ἀλανθάστως τὰ
765διατάγματα περὶ παραχωρήσεως συντάξεων, ἀλλ’ ἐνόμισεν ὅτι
766εἶναι μία ἐγγύησις νὰ προεξελεγχθῶσι τὰ δικαιώματα τῶν συν-
767ταξιούχων ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἔθεσε δὲ εἰς ἴσην
768μοίραν τὰ δικαιώματα τῶν πολιτικῶν, στρατιωτικῶν καὶ ναυ-
769τικῶν ὑπαλλήλων, διότι ἐθέσπισεν ὅτι καὶ τῶν τριῶν κατη-
770γοριῶν αἱ αἰτήσεις πρέπει νὰ προεξελέγχωνται ὑπὸ τοῦ Ἐλεγ-
771κτικοῦ Συνεδρίου. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος τοῦ 1864 ἐν ἄρθρῳ 1.
772«Οὐδεμία στρατιωτικὴ, ναυτικὴ ἢ πολιτικὴ σύνταξις, ἐκτὸς
773τῶν δι’ εἰδικῶν νόμων χορηγουμένων, ἀπονέμεται, ἐὰν προηγου-
774μένως δὲν ἐξελεγχθῇ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κτλ.»
775Παρατηρεῖτε λοιπὸν ὅτι ἐτέθη ἡ διάταξις ὅτι οὐδεμία σύντα-
776ξις δύναται νὰ ἀπονεμηθῇ, ἐὰν προηγουμένως δὲν ἐξελεγχθῇ
777ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Σημειώσατε δὲ ὅτι αἱ στρα-
778τιωτικαὶ καὶ ναυτικαὶ συντάξεις ἐπληρόνοντο ὑπὸ τοῦ δημο-
779σίου ταμείου, μόναι αἱ πολιτικαὶ συντάξεις ἀπετέλουν ἴδιον τα-
780μεῖον, καὶ ὅταν ἦλθεν ἡ στιγμὴ νὰ συγχωνευθῇ καὶ τὸ ταμεῖον
781τοῦτο μετὰ τοῦ δημοσίου καὶ νὰ τεθῶσιν εἰς ἴσην μοῖραν αἱ πο-
782λιτικαὶ συντάξεις μὲ τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς, ὁ νομο-
783θέτης ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο κατάλληλος ἡ περίπτωσις, ἔχων ὑπ’
784ὄψιν τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος, καὶ νομίζων ὅτι δὲν ἀρκεῖ ὁ
785νόμος τοῦ 1864 διὰ νὰ παρέξῃ τὰς ἐπιθυμητὰς ἐγγυήσεις,
786ἀλλὰ ἀπαιτεῖται μία αὐστηροτέρα διάταξις, ἕνας περιορισμὸς
787μεγαλείτερος, ἐνόμισε κατάλληλον, λέγω, νὰ θέσῃ τὴν διάτα-
788ξιν τοῦ ἄρθρου 6, καὶ μολονότι ὁμιλεῖ περὶ συγχωνεύσεως τοῦ
789ταμείου τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, μολοντοῦτο ἡ διάταξις
790αὕτη, ἡ ὁποία ἀπέβλεπεν ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους, μὲ γενικὰς
791διατάξεις συμπεριέλαβεν ὁλόκληρον τὸν νόμον τοῦ 1864. Ἐ-
792παναλαμβάνω νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον 6. (Ἀναγινώσκει).
793Πᾶσα λοιπὸν πρᾶξις, ἥτις κατὰ τὸν νόμον τῆς 13 Μαρτίου
794ἐκδίδεται ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου περὶ ἀπονομῆς συν-
795τάξεως, εἶναι ὑποχρεωτική. Σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι ἀνάγκη νὰ κατα-
796φύγητε εἰς ἑρμηνείαν διὰ νὰ μάθητε ποῖαι εἶναι αἱ ἐκθέσεις, καὶ
797περὶ ποίων συντάξεων πρόκειται ὅταν σᾶς παραπέμπω εἰς ἕνα
798νόμον; ὑπάρχει πλέον ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρ-
799χῃ ῥητὴ διάταξις ἐξαιρετικὴ, ὅτι ἡ διάταξις εἶναι γενικὴ καὶ
800ὅτι ὁ νόμος ἐννοοῦσεν ὅλας τὰς ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουσι
801περὶ ὅλων τῶν συντάξεων περὶ ὧν προέβλεπεν ὁ νόμος τοῦ 64;
802Ἄλλως τε, κύριοι, πῶς εἶναι δυνατὸν, ἐὰν θελήσητε νὰ ἑρμη-
803νεύσητε τὸν νόμον τοῦτον, νὰ παραδεχθῆτε ὅτι διὰ τοὺς πο-
804λιτικοὺς ὑπαλλήλους ὁ νόμος ἀπῄτησεν ἵνα αἱ ἐκθέσεις τοῦ Ἐ-
805λεγκτικοῦ Συνεδρίου ὦσιν ὑποχρεωτικαὶ, τῶν δὲ ἄλλων νὰ μὴ
806ἦναι; δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε ὅτι εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου
807ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη πρόθεσις, ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ λό-
808γος διὰ τὸν ὁποῖον νὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ μεταξὺ στρατιωτικῶν
809καὶ πολιτικῶν ὑπαλλήλων; Ἀλλὰ, λέγει ὁ κύριος ὑπουρ-
810γὸς, ἐὰν τὸ ἐγνωρίζομεν, ἠθέλομεν ἀπαιτήσει νὰ λαμβάνῃ μέ-
811ρος εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἕνας στρατιωτικὸς ἢ ναυ-
812τικός. Ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 64 οὐδὲ στρατιωτικὸς
813οὐδὲ ναυτικὸς ἐλάμβανε μέρος· τὸ δὲ Συνέδριον εἶναι ἀνώτατον
814δικαστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται ἡ ἐξέλεγξις ὅλων τῶν
815διαχειρίσεων καὶ τῶν δικαιωμάτων ὅλων τῶν ὑπαλλήλων. Δὲν
816ἠμπορεῖτε λοιπὸν νὰ εἰπῆτε, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐδη-
817μιουργήθη διὰ μόνον τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους· τὸ Συνέ-
818δριον εἶναι γενικῶς διὰ πᾶσαν διαχείρισιν· αὐτὸ ἐξελέγχει τοὺς
819πολιτικοὺς, τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ τοὺς ναυτικοὺς λογαρια-
820σμοὺς, καὶ ἑπομένως, προκειμένου περὶ συντάξεως, ὄχι μόνον
821ὁ νόμος τοῦ 64 ῥητῶς ὑποβάλλει τὴν ἐξέλεγξιν τῶν στρατιω-
822τικῶν καὶ τῶν ναυτικῶν συντάξεων εἰς τὸ Συνέδριον, ἀλλ’ ὡς
823ἐκ τοῦ προορισμοῦ του τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔχει τοιαύτην
824ἁρμοδιότητα.
825Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν μένει ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι
826τὸ ἄρθρον 6 ἀπέβλεπεν ἐν γένει τὰς ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐκδί-
827δονται ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κατὰ τὸν νόμον τῆς 13
828Μαρτίου 1864. Ἄλλως, κύριοι, τὸ μέρος τῆς ἐκθέσεως τοῦ
829ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον σᾶς προανεγνώσθη, νο-
830μίζω, ὅτι εἶναι σαφὲς καὶ ἀναμφισβήτητον, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι
831νὰ σᾶς τὸ ἐπαναλάβω, διότι ἔχει ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν ἑρμηνείαν
832τοῦ νόμου.
833Τί λέγει ὁ ὑπουργός;
834(Ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονο-
835μικῶν).
836Καὶ νομίζετε, ὅτι, προκειμένου περὶ ἀπονομῆς συντάξεως
837ἤθελεν ὁ νομοθέτης δυσπιστήσει εἰς τὴν κρίσιν καὶ ἐκτέλεσιν τοῦ
838ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης; ἤθελε δυσπιστήσει εἰς τὴν κρίσιν
839τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομι-
840κῶν, καὶ ἤθελε νομίσει ἀσφαλέστερον, εὐθύτερον, μᾶλλον δυ-
841νάμενον νομικῶς νὰ κρίνῃ καὶ ἀποφασίσῃ, τὸν ὑπουργὸν τῶν
842Στρατιωτικῶν καὶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν; Πιστεύετε,
843ὅτι εἰς τοὺς ὑπουργοὺς ἐκείνους δὲν ἤθελε δώσει τὴν ἐμπιστο-
844σύνην, νὰ τοὺς ἀφήσῃ νὰ κρίνουν συμφώνως μὲ τοὺς κειμένους
845νόμους, ἀλλὰ νὰ τοὺς ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ἐλεγκτι-
846κοῦ Συνεδρίου, καὶ τοὺς ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν
847Ναυτικῶν, οἱ ὁποῖοι ὑποτίθεται, ὅτι ὀλιγώτερον ἐνσκήπτουσιν
848εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν τοιούτων νόμων, ἤθελεν ἀφήσει ἄνευ
849ἐξελέγξεως καὶ περιορισμοῦ;
850§49ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πολὺ μᾶς καταβιβάζει, ὅτι ἡμεῖς οἱ
851στρατιωτικοὶ δὲν γνωρίζομεν κανένα νόμον.
852§50ΡΙΚΑΚΗΣ. Περὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, ἐννοῶ, βε-
853βαίως ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι εἰδικώτερος. Λοιπὸν ὁ
854νομοθέτης ἤθελε θεωρηθῆ, ὅτι παρελογίσθη, ὅτι ἦτο ἀσυνεπής,
855ὅτι ἐνομοθέτει ἐναντίον τῶν βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀνέκαθεν
856ἐστηρίχθη τὸ σύστημα τῶν συντάξεων καὶ ἐπὶ τῶν προηγουμέ-
857νων νόμων, ἰδίως τοῦ νόμου τοῦ 61.
858Ἔρχομαι τώρα κυρίως νὰ συζητήσω, ἐὰν ἡ σύνταξις ἐστη-
859ρίζετο εἰς τὸν νόμον περὶ συντάξεως τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν
860ἀξιωματικῶν. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον καὶ κατὰ τὸ διάταγμα
861τὸ ἐκτελεστικόν, τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται ἀπὸ τὴν
862χήραν, ἡ ὁποία θὰ ζητήσῃ σύνταξιν, εἶναι νὰ προτάξῃ ἐπί-
863σημον ἀπόδειξιν τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ
864γάμου, δεύτερον περὶ τῆς ὑπάρξεως ἀδείας βασιλικῆς διὰ τὴν
865ἐκτέλεσιν τοῦ γάμου.
866Τὸ διάταγμα περὶ ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τοῦ 53 λέγει, ὅτι
867πρέπει νὰ ἐπισυνάψῃ αἴτησιν τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς περὶ τῆς τε-
868λέσεως τοῦ γάμου. Σᾶς ἐρωτῶ, τὸ πιστοποιητικὸν τοῦ παπᾶ
869Καλούδη, τὸ ὁποῖον ἐπισυνάπτει περὶ τῆς τελέσεως τοῦ γάμου,
870δύνασθε νὰ τὸ θεωρήσετε ἐπαρκοῦν; Πότε ἐτελέσθη ὁ γάμος;
871Τὸ 1853. Ὑποτίθεται ὅτι προηγεῖται ἄδεια τῆς ἐκκλησιαστικῆς
872ἀρχῆς καὶ αὐτὴ πρέπει νὰ ᾖναι καταχωρημένη ἐν τῷ πρωτο-
873κόλλῳ· ἐδύνατο ἑπομένως νὰ προσαχθῇ μία ἐκκλησιαστικὴ ἀπό-
874δειξις βεβαιοῦσα τὴν τέλεσιν τοῦ γάμου. Ἐν τούτοις ἐπαρουσία-
875σαν ἓν ἐκμαρτύριον πιστοποιητικὸν τοῦ ἱερέως Παπακαλούδη·
876συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὁ Παπακαλούδης εἶναι ἐφη-
877μέριος γνωστὸς τῶν Ἀθηνῶν πρὸ πολλῶν χρόνων ἐνταῦθα ζῶν,
878καὶ εἶναι ζήτημα ἂν αὐτὸς ἐτέλεσε τὸν γάμον. Τὸ ποιστοποιη-
879τικὸν ἐξέδωκεν ἐν Ἀθήναις, καὶ φέρει ἐπικύρωσιν τοῦ Μητροπο-
880λίτου Ἀθηνῶν.
881§51ΧΟΪΔΑΣ. Περὶ Παπακαλούδη σᾶς λέγω ὅτι αὐτὸς κατεδι-
882κάσθη δι’ ἀποφάσεως τῶν ἐν Ἀθήναις Συνέδρων ὡς τελέσας γά-
883μον ἄνευ ἐπισκοπικῆς ἀδείας· τοῦτο δύναται νὰ καταδείξῃ τὸ
884ποιὸν τοῦ ἀνδρός.
885§52ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἔμαθον ὅτι ἦτο εἰς τὰς φιλακάς, ἀλλὰ δὲν ἐ-
886γνώριζον τὴν πρᾶξιν καὶ διὰ τοῦτο δὲν τὸ ἀνέφερα.
887§53ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἐπισκοπικὴ ἄδεια;
888§54ΡΙΚΑΚΗΣ. Τίποτε.
889§55ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Μήπως ἦτο ἐπισκοπικὸς ἐπίτροπος;
890§56ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἰς τὸ ἔγγραφόν του δὲν ἀναφέρεται τοιοῦτόν τι.
891§57ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Λοιπὸν θεωρεῖτε τὸν γάμον παράνομον;
892§58ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν τὸ γνωρίζω, ἐγὼ δὲν προσβάλλω τὴν νομι-
893μότητα τοῦ γάμου.
894§59ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲν ἀπετόλμησε
895τοὐλάχιστον νὰ εἴπῃ τοιαῦτα πράγματα.
896§60ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 22 τοῦ νόμου λέγει, ὅτι ἀπαιτεῖται
897νὰ ὑπάρχουσιν πλήρεις αἱ ἀποδείξεις, ὅτι ἐτηρήθησαν αἱ νόμι-
898μαι διατάξεις τῆς νυμφεύσεως· καὶ ὅταν λέγει νομίμους διατά-
899ξεις, ἐννοεῖ ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ μόνον νόμος ἢ Βασι-
900λικὸν Διάταγμα, ἀλλὰ ἀρκεῖ καὶ ἡ ἐγκύκλιος τοῦ 1846, ἥτις
901προανεγνώσθη. Μένει ἤδη νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα ἂν ἡ ἐγκύ-
902κλιος αὕτη ἦτο ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Καστελιώτην. Ὁ κ. ὑπουρ-
903γὸς ἀντιλέγει, ἰσχυριζόμενος ὅτι δὲν ἦτο ὑποχρεωτικὴ δι’ αὐτὸν,
904διότι διετέλει ἐν διαθεσιμότητι καὶ δὲν ἔλαβεν γνῶσιν.
905Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ διαθέσιμοι θεωροῦνται ἀξι-
906ωματικοὶ ἐν ἐνεργείᾳ, διότι ἡ ὑπηρεσία των λογαριάζεται εἰς
907τὴν σύνταξιν.
908§61ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τότε ὄχι.
909§62ΡΙΚΑΚΗΣ. Καὶ ἑπομένως ὑφίστανται ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις
910τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐν ἐνεργείᾳ, καὶ ἑπομένως ἡ διάταξις τῆς ἐγ-
911κυκλίου εἶναι ὑποχρεωτικὴ δι’ αὐτούς.
912§63ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸ ἴδιον Συνέδριον λέγει, ὅτι δὲν ἦτο ὑ-
913ποχρεωτικὴ δι’ αὐτούς.
914§64ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ ἐν διαθεσιμότητι ἀξιωματικὸς δὲν εἶναι δυ-
915νατὸν νὰ προσποιηθῇ ἄγνοιαν, ἀφοῦ ἡ ἐγκύκλιος ἐστάλη εἰς ὅ-
916λας τὰς ἀρχὰς πρὸς κοινοποίησιν.
917Τὸ ζήτημα, κύριοι, εἶναι ἂν μετὰ τὸν νόμον τοῦτον ἠδύνατο τὸ
918ὑπουργεῖον νὰ προκαλέσῃ διάταγμα περὶ συντάξεως ἐναντίον τῆς
919ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· τὸ ζήτημα εἶναι νὰ ἴ-
920δωμεν ἂν πράγματι καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου καὶ τὸ πνεῦμα
921εἶναι τοιοῦτον ὥστε δὲν ἀφίνει ἀμφιβολίαν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ
922παραχωρηθῇ σύνταξις, ἢ, ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ κύριοι ὑπουργοὶ,
923ἀποβλέπει μόνον τὰς πολιτικὰς συντάξεις. Εἰς ἡμᾶς μένει, προ-
924κειμένου νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις, τῇ αἰτήσει τοῦ Ἐλεγκτικοῦ
925Συνεδρίου τὸ ὁποῖον προσφεύγει εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἑρμηνείαν
926τοῦ νόμου, νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα· ἡ ἐμὴ γνώμη εἶναι ὅτι ὁ
927νόμος εἶναι γενικὸς, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ δισταγμὸς ὅτι
928ἡ σύνταξις, ἥτις παρεχωρήθη, ἀντίκειται προφανῶς εἰς τὸν νόμον.
929§65Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει δώσει
930πολιτικὴν χροιὰν εἰς ζήτημα καθαρῶς νομικόν· ἀλλὰ καὶ ἂν
931τοιαύτην γνώμην δώσῃ, καὶ ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορον, ἐγὼ θέλω ἐξε-
932τάσει τὸ ζήτημα ὑπὸ τὰς δύω ὑπόψεις. Πρῶτον ἂν εἶναι νόμι-
933μος ἡ χορηγηθεῖσα σύνταξις εἰς τὴν χήραν τοῦ Καστελιώτου ἢ
934ὄχι. Δεύτερον κατὰ τύπους, ἂν δυνάμει τοῦ τελευταίου νόμου εἶχε
935τὸ δικαίωμα ὁ ὑπουργὸς ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ Ἐλεγκτικοῦ
936Συνεδρίου νὰ δώσῃ τὴν σύνταξιν ἢ ὄχι· τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα·
937τοῦτο λέγει ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
938Πρὸς τὸν κύριον πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
939Λαμβάνω τὴν τιμὴν, κύριε πρόεδρε, νὰ πέμψω ὑμῖν τὸ ἔγ-
940κλειστον ἀπόσπασμα τοῦ κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν πρακ-
941τικοῦ τοῦ Συνεδρίου, ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ὁποίου θέλετε
942εὐαρεστηθῆ νὰ παρατηρήσητε, ὅτι τὸ Συνέδριον διὰ τοὺς ἀναφε-
943ρομένους ἐν αὐτῷ κυριωτέρους λόγους θεωρεῖ παράνομον τὴν παρὰ
944τὴν ᾐτιολογημένην γνώμην του ἀπονεμηθεῖσαν σύνταξιν εἰς τὴν
945χήραν Καστελιώτου μετὰ τὴν δημοσίευσιν καὶ ἰσχὺν τοῦ ΦϞΒʹ.
946νόμου τῆς 17 Ἰανουαρίου 1877.
947Φρονῶ, ὅτι ἡ διδομένη ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου ἑρμηνεία τοῦ νόμου
948ἐστὶν ἡ ὀρθή· ἐὰν ὅμως ἐγείρωνται τυχὸν ἀμφιβολίαι ὑπό τι-
949νων, ἢ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καλόν ἐστὶν νὰ προκληθῇ ἡ γνώ-
950μη τῆς ἐπιψηφισάσης τοῦτον Βουλῆς, ἡ ἐπίσημος ἑρμηνεία.
951Ἀθῆναι, τῇ 3 Φεβρουαρίου 1877.
952Ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνδρίου.
953Α. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ.
954Σᾶς ἐρωτᾷ, φαίνεται ἐκ τούτου ἂν τὸ Συνέδριον ἔχῃ γνώμην κα-
955θαράν; τὸ Συνέδριον λέγει φρονεῖ, ὅτι ὁ τελευταῖος νόμος περι-
956λαμβάνει καὶ αὐτὰς τὰς συντάξεις, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν τολμᾷ νὰ
957ἐκφράσῃ γνώμην παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφράσῃ γνώμην.
958Κύριοι, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ γάμου
959τοῦ Καστελιώτου, διότι νομίζω ὅτι ὁ γάμος ἐκεῖνος ἐτελέσθη
960καθ’ ὅλας τὰς διατάξεις τὸς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας.
961Ἄν ὁ ἱερεὺς ὁ τελέσας τὸν γάμον ὑπέπεσεν εἰς ἐγκλήματα κατό-
962πιν ἢ ὄχι, αὐτὸ δὲν δύναται νὰ προσβάλῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ γάμου·
963ἐὰν ᾖναι καλὸς ἢ κακὸς, ἂς δώσῃ λόγον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ
964ἂν θέλητε, κύριοι, νὰ ἀμφισβητήσητε τὰ πιστοποιητικὰ τῶν
965ἱερέων ἐν Ἑλλάδι, θὰ κηρύξητε τοὺς περισσοτέρους τῶν γάμων
966παρανόμους. Τοιαῦτα σφάλματα λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ ἐπικα-
967λούμεθα, προκειμένου περὶ τῆς τιμῆς μιᾶς οἰκογενείας ἀνθρώπου
968ἀγωνιστοῦ. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἤθελον λάβει ποσῶς τὸν λόγον, ἂν
969ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Πατρῶν δὲν ὠνόμαζε ὅλως διόλου ἀμαθεῖς
970περὶ τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν τοὺς στρατιωτικούς.
971§66ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν με ἐνοήσατε καλῶς.
972§67ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂς ἔλθωμεν νὰ ἐξετάσωμεν ὑπὸ τὴν ἔποψιν
973τοῦ νόμου τὸ πρᾶγμα. Ὅσοι ἰσχυρίζεσθε ὅτι κατὰ τὰς στρα-
974τιωτικὰς διατάξεις ὁ γάμος εἶναι ἄκυρος ἐπικαλεῖσθε, ὡς ὁ ἔντι-
975μος βουλευτὴς κ. Ζωχιὸς, τὴν ἐγκύκλιον τοῦ στρατηγοῦ
976Σμάλτς. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, κύριοι, δύω τινὰ ὑπάρχουν, ἢ ὁ
977γάμος ἐγένετο πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ 1853, ἢ μετά· ἂν
978ἐγένετο πρὸ τοῦ 53, ὑπάγεται εἰς τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι
979ὑπῆρχον ἀπὸ τοῦ 53 μέχρι τοῦ 52. Μία τῶν διατάξεων ἐκεί-
980νων εἶναι καὶ ἡ διαταγὴ τοῦ Σμάλτς· ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἄκυρος
981καὶ ὡς τοιαύτην τὴν ἐθεώρησε πάντοτε τὸ ὑπουργεῖον τῶν
982Στρατιωτικῶν, διότι ὁ πρῶτος νόμος, τὸν ὁποῖον ἐξέδωκεν ὁ
983Βασιλεὺς Ὄθων, εἶναι ὅτι ὅλοι οἱ νόμοι οἱ μὴ δημοσιευθέντες
984καὶ τὰ διατάγματα δὲν ἔχουσιν ἰσχύν. Ἄν λοιπὸν ἡ ἐγκύκλιος
985αὕτη ἦτο νόμος, ἔπρεπε νὰ ᾖναι δημοσιευμένη. Τὸν περὶ εὐθύνης
986ὑπουργῶν νόμον ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν· ἐὰν τὸν ἐπεκύρωσεν ὁ Βασιλεὺς
987καὶ δὲν ἐδημοσιεύθη, δὲν ἔχει καμμίαν ἰσχύν. Ὁ Ἄρειος Πάγος,
988τὰ Ἐφετεῖα, τὰ δικαστήρια πάντοτε τοιαύτην ἐξέφεραν γνώ-
989μην, ἐθεώρησαν ἀκύρους ὅλους τοὺς νόμους καὶ τὰ διατάγματα
990τὰ μὴ δημοσιευθέντα. Ἐγὼ πολλάκις συνωμίλησα ἐπὶ ἰδικῶν
991μου ὑποθέσεων μετὰ τοῦ Βασιλείου Οἰκονομίδου, ὁ ὁποῖος εἶναι
992εἷς τῶν διακεκριμένων νομικῶν, καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι
993νόμος ὁ μὴ δημοσιευθεὶς διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως,
994διότι μόνον διὰ τῆς δημοσιεύσεως λαμβάνει γνῶσιν ὁ πολίτης.
995Ἡ ἐγκύκλιος, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖσθε κατὰ τοῦ Καστελιώτου, δὲν
996ἐδημοσιεύθη, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος καὶ οὐχὶ ὅτι δὲν εἶναι
997ὑπόχρεως νὰ εἶχε γνῶσιν τῆς ἐγκυκλίου· ἀλλὰ καὶ ὁ λόγος οὗ-
998τος εἶναι ἰσχυρὸς, διότι ἂν ἐγὼ εἶμαι εἰς ἀργίαν καὶ ὁ ὑπουργὸς
999τῶν Στρατιωτικῶν στέλλει μίαν ἐγκύκλιον εἰς τὰς ἀρχὰς ἡ ὁποία
1000δὲν μοῦ κοινοποιεῖται, πῶς εἶναι δυνατὸν ἐγὼ νὰ λάβω γνῶσιν;
1001Νὰ ὑπάγω εἰς τὸ Φρουραρχεῖον; δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται· νὰ ὑπάγω
1002εἰς τὸ Ὑπουργεῖον; ὡσαύτως· εἰς ἐφημερίδα δὲν δημοσιεύεται·
1003ποῦ νὰ λάβω γνῶσιν; Εἰς τοιαῦτα λοιπὸν ἐπιχειρήματα δὲν
1004πρέπει νὰ καταφεύγετε διὰ νὰ καταστρέφετε τα δικαιώματα
1005μιᾶς οἰκεγενείας ἀγωνιστοῦ. Πρὸς αὐτοὺς, κύριοι, ἐγὼ οὔτε σχέ-
1006σιν ἔχω, οὔτε τοὺς γνωρίζω, ἀλλ’ ὡς εὐσυνείδητος ἄνθρωπος δὲν
1007δύναμαι παρὰ νὰ ὁμιλήσω ὑπὲρ τοῦ δικαίου. Ὁ Καστελιώτης,
1008κύριοι, ἦτον εἷς ἐκ τῶν μεγάλων ἀγωνιστῶν· ὁ μέγας, κύριοι,
1009ναύαρχος Μιαούλης, καὶ ὁ ἥρως Κανάρης εἶχον ἀνάγκην τοῦ
1010Καστελιώτου, καὶ δὲν πρέπει νὰ καταστρέψωμεν τὰ δικαιώ-
1011ματα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Λέγω εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν
1012Πατρῶν ὅτι ἂν ἤμην ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἤθελον πράξει ὅ,τι
1013ἔπραξεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, διότι μέχρι τοῦδε τὸ
1014Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχειν, ὁ δὲ
1015νόμος τοῦ 1864 ἔθεσε περιορισμὸν πλησίον τοῦ ὑπουργοῦ,
1016ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπονείμῃ συντάξεις. Εἰς τὸν
1017νόμον, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν προχθὲς, σᾶς ἐρωτῶ, ἐγένετο
1018λόγος ποσῶς περὶ πολιτικῶν ἢ στρατιωτικῶν συντάξεων;
1019Ἐὰν τοιαύτη ἔννοια ἤθελεν ἔλθει εἰς τὴν Βουλὴν, σᾶς λέγω
1020ὅτι ἤθελον ζητήσει νὰ λάβω τὸν λόγον· ἐγὼ τοὐλάχι-
1021στον δὲν ἐνόησα τοιοῦτον σφάλμα, διότι οὐδεὶς ἦλθε νὰ εἴπῃ
1022ὅτι εἰς τὸν νόμον αὐτὸν συμπεριλαμβάνονται καὶ αἱ στρα-
1023τιωτικαὶ καὶ αἱ ναυτικαὶ συντάξεις· ὁ νόμος ἀναφέρεται ῥητῶς
1024εἰς μίαν ἐκ τῶν τριῶν κατηγοριῶν τῶν συντάξεων εἰς τὰς πο-
1025λιτικάς· δὲν πιστεύω ὅτι εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς
1026εἴτε εἰς τὰ ἐστενογραφημένα νὰ γίνεται ποσῶς λόγος περὶ ναυ-
1027τικῶν ἢ στρατιωτικῶν συντάξεων. Τώρα θὰ εἰπῆτε ἀλλὰ δὲν
1028εἶναι καλὸν νὰ ὑπαχθῶσι καὶ αὐταί; ἐγὼ λέγω ναί· εἴπατέ το
1029ὅμως καθαρὰ καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐναντίος· θέλω μάλιστα νὰ βά-
1030λετε μυρίους περιορισμούς. Καὶ νὰ σᾶς εἰπῶ τὴν ἰδέαν μου·
1031πρεσβεύω ὅτι ὀλιγώτερον τὰ ὑπουργεῖα ἐφάνησαν ἀπρόσεκτα
1032εἰς τὴν ἀπονομὴν τῶν συντάξεων παρὰ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέ-
1033δριον οὐχὶ ἐκ προθέσεως. Αἱ Κυβερνήσεις, κύριοι, ἐπηρεάζονται
1034ἀπὸ τὴν πολιτικὴν, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον τὸ Ἐλεγκτικὸν
1035Συνέδριον. Εὔχομαι δὲ, κύριοι, ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ τὴν ἀνα-
1036θεώρησιν τῶν πολιτικῶν συντάξεων καὶ τῶν στρατιωτικῶν καὶ
1037εἶναι δικαίωμά της, τότε δὲ θὰ πεισθῆτε εἰς ὅ,τι σᾶς λέγω καὶ
1038θὰ θαυμάσητε διὰ τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου· ἀπόδειξις,
1039κύριοι, εἶναι ἡ σύνταξις τοῦ κ. Μωραϊτίνη τὴν ὁποίαν ἀπέ-
1040κρουε τὸ Συνέδριον, ἡ δὲ Κυβέρνησις εἶπε δίδω τὴν σύνταξιν
1041εἰς τὸν Μωραϊτίνην. Ὁ ναυτικὸς, κύριοι, στρατιωτικὸς νόμος
1042ἀναφέρεται εἰς τοὺς νόμους ἐπὶ τοῦ προκειμένου τοῦ στρατοῦ
1043τῆς ξηρᾶς, ὁ δὲ στρατιωτικὸς νόμος ἐπιβάλλει καὶ ποινὰς εἰς
1044τὰς διατάξεις περὶ νυμφεύσεως· ὁ νόμος ὅμως, τὸν ὁποῖον ἐψη-
1045φίσαμεν προχθὲς, δὲν περιλαμβάνει διατάξεις περὶ στρατιωτι-
1046κῶν συντάξεων· εὐχῆς δὲ ἔργον ἦτο νὰ περιελάμβανε· δὲν ἠμ-
1047πορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸν νόμον· πῶς θὰ τὸν ἑρμηνεύ-
1048σῃ; θὰ εἰπῆτε γνώμην, ἡ γνώμη σας δὲν ἀξίζει τίποτε· πρέ-
1049πει νὰ κάμετε νέον νόμον νὰ ἑρμηνεύσετε τὸν παλαιὸν νόμον.
1050Εἶπον τὰ ὀλίγα ταῦτα ὄχι διότι εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω
1051τὸν λόγον, ὄχι διότι φροντίζω περὶ τῶν πράξεων τοῦ ὑπουργοῦ
1052τῶν Ναυτικῶν, διότι ἐγὼ ἐμμένω εἰς τὰς ἰδέας μου τὰς
1053ὁποίας σεῖς γνωρίζετε, ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμην παρὰ νὰ ὑπερα-
1054σπίσω τοὐλάχιστον ἐμαυτὸν, διότι ὁ φίλος μου Ῥικάκης μᾶς
1055ἀπέδωσεν ἄγνοιαν, ὅτι ἡμεῖς οἱ στρατιωτικοὶ ἀγνοοῦμεν τοὺς
1056νόμους. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθές· καὶ ἂν ἡμεῖς δὲν γνωρίζωμεν
1057ὅλην τὴν νομοθεσίαν τὴν πολιτικὴν, μοῦ φαίνεται ὅτι πολλοὶ
1058πολιτικοὶ δὲν γνωρίζουν τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν, διότι
1059ὁ καθεὶς εἶναι εἰς τὸν κλάδον του· ἀλλὰ σᾶς λέγω καὶ τὸ
1060ἄλλο, ὁσάκις τρέχει καμμία ὑπόθεσις σπουδαία ἔρχονται καὶ
1061ἐρωτοῦν καὶ ἡμᾶς· θὰ εἰπῇ ὅτι ὑποθέτουν ὅτι κάπως ἠξεύρο-
1062μεν καὶ ἡμεῖς· παρακαλῶ δὲ τοὺς λαλοῦντας ἀπὸ τοῦ βήμα-
1063τος νὰ μὴν ἐπιτίθενται καθ’ ἡμῶν τῶν στρατιωτικῶν, διότι
1064ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ ὅτι θὰ ἀπαντήσω.
1065§68Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, θέλω ἐνδιατρίψει ἰδίως εἰς τὸ
1066καθαρῶς στρατιωτικὸν ζήτημα, διότι φρονῶ ὅτι τὸ νομικὸν
1067ζήτημα μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ τελευταίου νόμου καὶ μετὰ
1068τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀπονομῆς συντάξεων ἰδίως ἀπὸ τοῦ 1863
1069δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ παρὰ ὑπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἀποφά-
1070σεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ὅταν πρὸ ὀλίγου ἤκουον ὅτι
1071κατὰ τὰ 1834 δὲν ἤρκει νὰ εἴπῃ ἡ κυβέρνησις «διέταξα»
1072ἀλλ’ ὤφειλε νὰ δημοσιεύῃ καὶ διάταγμα, εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ
1073τοῦ ἰσχυρισμοῦ θέλω ἀναγνώσει ὄχι ἐγκύκλιον ἀλλὰ βασιλικὸν
1074διάταγμα τῆς 7 Ἰανουαρίου 1834 ἔχον ἰσχὺν νόμου περὶ
1075τῶν ἄνευ ἀδείας νυμφευομένων στρατιωτικῶν, αὐτοὶ δὲ οἱ νό-
1076μοι μᾶς διεῖπον καὶ μᾶς διεῖπον μέχρι τῆς τελευταίας στρα-
1077τιωτικῆς νομοθεσίας, ἡ ὁποία ἐνομοθετήθη κατὰ τὰ 1861·
1078καὶ τότε διὰ τῆς διατάξεως ὁ γάμος νὰ θεωρῆται ἄκυ-
1079ρος ἠννόει ὁ νομοθέτης ὅτι τὰ ἐκ τοῦ γάμου ἄνευ ἀδείας γεν-
1080νηθησόμενα τέκνα ὡς καὶ ἡ χήρα δὲν χαίρουσι τὸ πρὸς σύνταξιν
1081δικαίωμα· ἀλλ’ ἀναγράφει, κύριοι, ὁ στρατιωτικὸς ποινικὸς νό-
1082μος ῥητῶς ἀπαραλλάκτως τὰς αὐτὰς ποινὰς τὰς ὁποίας ἀνέ-
1083γραψε τὸ διάταγμα τὸ ἔχον ἰσχὺν νόμου τοῦ 1834, εἶναι δὲ
1084ὁ νόμος αὐτὸς νομίζω τῆς 23 Δεκεμβρίου 1836, ὅπως ἐξεδί-
1085δοντο τότε οἱ νόμοι· κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν λέγει ῥητῶς «νύμ-
1086φευσις ἀξιωματικοῦ ἄνευ ἀδείας ἔκπτωσις διὰ παντὸς, νύμφευ-
1087σις στρατιώτου ἄνευ ἀδείας φυλάκισις τριῶν μηνῶν»... Βλέπετε
1088λοιπὸν ὅτι αἱ διατάξεις αὗται ἴσχυον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ
10891834 καὶ ἐφηρμόζοντο· νὰ σᾶς φέρω δὲ καὶ ἓν παράδειγμα
1090ὅτι ὁ τοιοῦτος νόμος ἐφηρμόσθη εἰς τὸ πρόσωπον ἀξιωματικοῦ
1091τινος τοῦ πεζικοῦ, ὅστις ἐνυμφεύθη κατὰ τὸ 1839 ἄνευ ἀδείας
1092τῆς κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος καθῃρέθη καὶ ἔμεινεν ἀρκετὸν καιρὸν
1093χωρὶς βαθμοῦ· κατὰ συνέπειαν δὲν ἠδύνατο νὰ διατελῇ ἐν
1094ἀγνοίᾳ ὁ μακαρίτης Καστελιώτης τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία
1095ἀνεγράφη εἰς τὸν νόμον ἀπὸ τοῦ 1834, καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς
1096ἐκείνης μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ γάμου του ἔλαβε γνῶσιν αὐτοῦ
1097τοῦ πράγματος, διότι συνανεστρέφετο μετὰ τῶν συναδέλ-
1098φων του.
1099§69ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὑποθέτετε ὅτι οἱ νόμοι οἱ στρατιωτι-
1100κοὶ εἶναι ἐφαρμόσιμοι εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν;
1101§70Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μάλιστα. Εἰς δὲ τὰ ὑπουργεῖα
1102τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν πώποτε καθόσον δύνα-
1103μαι νὰ γνωρίζω δὲν ἀπανεμήθη σύνταξις παρὰ συναινέσει
1104καὶ τῇ ἐπιδοκιμασίᾳ τοῦ Ἐλεκτικοῦ Συνεδρίου· γνωρίζω
1105τοῦτο εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι πολλάκις
1106πράγματι παρεισέφρησε κακὴ συνεννόησις μεταξὺ τοῦ ὑπουρ-
1107γείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου,
1108πολλάκις συντάξεις ἐφιλονεικήθησαν ἀπὸ τὸ Συνέδριον, κύ-
1109ριοι, ἐπὶ πολὺν χρόνον, οὐδεὶς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὅμως
1110ἐξέδωκε διάταγμα περὶ ἀπονομῆς συντάξεως ἐν ἀγνοίᾳ καὶ ἐν
1111ἀποδοκιμασίᾳ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· ἡ τοιαύτη ἐφαρμογὴ
1112τοῦ νόμου ἴσχυε μέχρι προχθὲς, διότι δὲν ἔχομεν οὐδὲν προη-
1113γούμενον ἐναντίον ῥητῆς γνώμης τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅτι
1114οἱ ὑπουργοὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ Στρατιωτικῶν ὅτι ἐπροκάλεσαν
1115συντάξεις.
1116§71ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Πολλὰς νὰ σᾶς φέρω.
1117§72Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καμμίαν
1118δὲν ἀπένειμε.
1119§73Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἄλλως τε δὲ, κύριοι, ὅταν ἡ ἀρχὴ
1120αὕτη ἐτάχθη εἰδικῶς διὰ νὰ ἐξελέγχῃ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας
1121ἄτομόν τι προσήνεγκεν εἰς τὴν πολιτείαν, ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν
1122ὅτι ἡ γνώμη του εἶναι ἐπικρατεστέρα τῆς τοῦ ὑπουργείου, διὰ
1123τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι τὰ ὑπουργεῖα τῶν Ναυτικῶν καὶ
1124Στρατιωτικῶν ὑπάρχει πρόληψις ὅτι ὑποστηρίζουν τὰ ἄτομα,
1125τὰ ὁποῖα ὑπηρετοῦν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των· διὰ τοῦτο καὶ ἐντὸς
1126αὐτοῦ τοῦ σώματος ὑπάρχει πρόληψις, ἂν ὄχι ἀληθὴς, ὅτι οἱ
1127μὲν ἀγαποῦν τὸν δεῖνα κλάδον νὰ ἀναπτυχθῇ περισσότερον, οἱ
1128δὲ ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός των ἀγαποῦν τὸν ἕτερον· διὰ τοῦτο
1129παρὰ τοῦ νόμου ἐτέθη τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ὡς ἀρχὴ ἀνω-
1130τάτη μὴ ἁπτομένη τῆς πολιτικῆς, ἐξασκοῦσα ἔλεγχον ἐπὶ ὅλων
1131τῶν ὑποθέσεων τοῦ κράτους, ἐθεωρήθη ὡς μόνη κατάλληλος
1132ἀρχὴ νὰ ἐκφέρῃ γνώμην· διὰ δὲ τοῦ τελευταίου νόμου ἡ γνώμη
1133ἐθεωρήθη ὅτι ἔπρεπε νὰ ᾖναι ὑποχρεωτική. Μόνον δὲ τὸ διά-
1134βημα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν πρὸς τὸ ὑπουργικὸν συμβού-
1135λιον εἶναι εἷς ἐνδοιασμὸς σπουδαῖος ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτι-
1136κῶν δὲν ἀνελάμβανε τὴν εὐθύνην νὰ ὑποβάλῃ διάταγμα ἄνευ
1137τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διὰ τοῦτο ἔφερε τὸ
1138ζήτημα ἐνώπιον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου· κατ’ ἐμὴν δὲ κρί-
1139σιν καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ τὸ ὑπουργικὸν συμβού-
1140λιον εἶναι ἀναρμόδιοι νὰ δικάσουν τοιαῦτα ζητήματα.
1141Ὥστε νομίζω, κύριοι, ὅτι ἄγνοια νόμου καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν
1142ἀποβιώσαντα στρατιωτικὸν ἢ ναυτικὸν δὲν ἐπετρέπετο, διότι
1143διετέλει ἐν πλήρει γνώσει τῶν θεσμῶν τῆς πατρίδος του, οἱ
1144ὁποῖοι τὸν διεῖπον ἀπὸ τὰ 1834, καὶ οἵτινες ὄχι μόνον δι-
1145καίωμα δὲν ἔδιδον πρὸς σύνταξιν, ἀλλὰ τὰ μὲν τέκνα του
1146ἐκήρυττον νόθα, αὐτὸν δὲ ἀπέλυον τῆς ὑπηρεσίας. Παρανομία
1147πλήρης πραγματικὴ μετὰ τὸν νέον νόμον τοῦ 1877, ἠθικὴ πα-
1148ρανομία μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1853, διότι ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ
1149πώποτε δὲν ἀνέλαβον τὴν εὐθύνην νὰ ἀπονείμωσι σύνταξιν πρὶν
1150τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐγκρίνῃ· διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ παρέκ-
1151βασις αὕτη, ἡ ὁποία ἀντιβαίνει ῥητῶς εἰς τὸν νόμον, ὀφείλει νὰ
1152καταδικασθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἓν προηγού-
1153μενον, τὸ ὁποῖον νὰ συνετίσῃ καὶ τοὺς παρόντας καὶ νὰ συμ-
1154βουλεύσῃ καὶ τοὺς μέλλοντας.
1155§74ΖΩΧΙΟΣ. Θὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις εἰς ὅσα εἶπον προηγου-
1156μένως. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν διϊσχυρίσθη ὅτι εἰς τὴν γνώ-
1157μην μου αὐτὴν ἐπηρεάζομαι ἐκ τῶν πολιτικῶν περιστάσεων,
1158δηλ. ἐπάνω κάτω θέλω τὴν θέσιν του. Πῶς; ἀφοῦ ὡς πρόεδρος τῆς
1159ἐπιτροπῆς τῶν συντάξεων ἠρνήθην, πῶς θέλετε ὡς βουλευτὴς νὰ
1160ἔχω γνώμην ἐναντίαν; Τῆς ἠρνήθην τὴν σύνταξιν καὶ τῆς τὴν
1161ἠρνήθην, διότι ἔλειπε ἡ ἄδεια γάμου. Σημειωτέον δὲ ὅτι ὁ μακα-
1162ρίτης Καστελιώτης ἐγνώριζε τὰ πάντα· δὲν ἦτον ἐξ ἐκείνων
1163τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐλάμβανον γνῶσιν. Ἰδοὺ ποῖος
1164ἦτον ὁ Καστελιώτης· (ἀναγινώσκει). «Ἰωάννης Καστελιώτης, ἐκ
1165Σπετσῶν, ὑποπλοίαρχος δευτέρας τάξεως ἐπὶ τοῦ ἀτμοπλοίου
1166ὁ Ἑρμῆς ἀπὸ 7 Φεβρουαρίου 1833. Τὴν 4 Μαρτίου 1834 ὠνο-
1167μάσθη ἀνθυποπλοίαρχος τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ, διωρισθεὶς
1168ἐπὶ τοῦ Β. Πάρωνος ὁ Νέλσων. Τὴν 31 Ἰανουαρίου 1835
1169ἐπροβιβάσθη ὑποπλοίαρχος, διατελέσας καὶ ὡς προσωρινῶς κυβερ-
1170νήτης τοῦ Β. Κερκούρου ὁ Γλαῦκος, ἀπὸ 29 Ἀπριλίου ἕως
117110 Μαΐου ἰδίου ἔτους 1835. Τὸ 1836 μετετέθη ἐπὶ τῆς
1172Ἀθηνᾶς, τὸ δὲ 1841 ἐπὶ τοῦ Β. Κερκούρου ὁ Ναυτίλος, κυ-
1173βερνήτης τοῦ ὁποίου διωρίσθη τὸ 1842. Τὴν 4 Ἰουνίου 1843
1174προήχθη Πλωτάρχης, καὶ τὴν 1 Ἰουλίου 1843 μετετέθη εἰς
1175τοὺς διαθεσίμους.» Ἦτον ἐκ τῶν ἐκλεκτῶν, διότι εἶχεν ἀξίαν.
1176Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ἔχει ἓν στάδιον ὁ ἄνθρωπος ἐντὸς τῆς
1177τακτικῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ ἠγνόει τὸ διάταγμα.
1178Μετετέθη εἰς τοὺς διαθεσίμους, διότι ἦτο κυβερνητικός. Λοιπὸν
1179δὲν ἦτον ἐκ τῶν διαθεσίμων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐγνώριζον
1180τὰ πράγματα· τὰ ἐγνώριζεν. Τώρα, διατί δὲν συνεμορφώθη; Πρέ-
1181πει νὰ καταβῶ εἰς τὸν Ἅδην νὰ τὸν ἐρωτήσω νὰ μοῦ ἐξηγή-
1182σῃ τὴν αἰτίαν. Ἠξεύρω δὲ τοῦτο, ὅτι ἂν ἤμην εἰς τὴν θέσιν
1183τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ τὸ Συνέδριον ἔλεγεν οὐ, δὲν
1184θὰ προεχώρουν, μάλιστα μετὰ τὸν τελευταῖον νόμον. Θὰ ἔλεγον,
1185τί θέλω νὰ ὑπάγω νὰ βάλω τὰ ποδάρια μου εἰς τὸ βάραθρον; Ἂν
1186ὠλίσθησες, κύριε ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, τὸ ἤθελες. Τὸ περίερ-
1187γον δὲ εἶναι, ὅτι ἀντὶ οἱ ἄλλοι ὑπουργοὶ νὰ τοῦ εἴπουν «Ποῦ
1188πᾶς;» τοῦ εἶπον, ἐμπρός. Νομίζω, δὲ ὅτι ὅταν ὑπεγράψατε τὸν
1189νόμον, τὸν ὑπεγράψατε ἐπὶ καλῇ τῇ πίστει, διότι κατὰ τὴν ἰδέαν
1190τοῦ Συνεδρίου ἐγίνοντο καταχρήσεις, καὶ ὄχι μόνον κατὰ τὴν
1191ἰδέαν τοῦ Συνεδρίου, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἰδέαν τῆς Κυβερνή-
1192σεως αὐτῆς, αὐτοῦ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶ-
1193πεν ὅτι πρέπει νὰ θέσωμεν φραγμόν, κατὰ τίνος; Κατὰ τῶν
1194ὑπουργῶν ὅλων ἐκτὸς τῶν δύω; Αὐτὸ εἶναι παράδοξον· καὶ
1195ὅταν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁμιλῇ περὶ πάσης συντάξεως,
1196δὲν ἐξαιρεῖ κανένα, ὅταν ὁ παππᾶς λέγῃ «Καὶ πάντων καὶ πα-
1197σῶν» δὲν ἐξαιρεῖ οὔτε ἄνδρα, οὔτε γυναῖκα, οὔτε κανένα. Θὰ
1198ἦτο πολὺ νόστιμον νὰ ἔλεγε ὁ παππᾶς περὶ πάντων καὶ πασῶν,
1199ἐξαιρουμένου τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Μὰ εἶναι λόγια αὐτά;
1200§75ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐρωτῶ ὑμᾶς,
1201κύριοι, ἂν ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ μετὰ καλῆς πίστεως ὁ προαγορεύ-
1202σας πρὸ ὀλίγου ἠγόρευσε· τί σᾶς εἶπε; σᾶς εἶπεν ὅτι αὐτὸς ὑ-
1203πηρέτησε μέχρι τοῦ 1843, μετὰ δὲ τὸ 1843 ἐτέθη εἰς τοὺς
1204διαθεσίμους· καὶ ἂν ᾖναι ἀληθὲς τὸν ἐρωτῶ, διατί ἐξέδωκε τὴν
1205ἐγκύκλιον τοῦ 1846; ἐκεῖθεν ἐξάγονται τὰ συμπεράσματα ὅτι
1206σὺ ὁ γνωρίζων τὰ πάντα δὲν εἶχες πεποίθησιν ὅτι ὁ νόμος τοῦ
1207Σμὰλτς ἴσχυεν καὶ ἠναγκάσθης νὰ ἐκδώσῃς ἐγκύκλιον! εἶπες
1208λοιπὸν ὅτι εἰς τὸ 1843 ἐτέθη εἰς διαθεσιμότητα· ἔκτοτε μέ-
1209χρι τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἐνυμφεύθη δὲν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ
1210μάθῃ τὴν ἐγκύκλιόν σου, διότι δὲν τοῦ τὴν ἐκοινοποίησες· λέγεις
1211λοιπὸν ὅτι μέχρι τοῦ 1843 ἦτον ἔξυπνος ἄνθρωπος καὶ ὤφειλε
1212νὰ γνωρίζῃ τοὺς νόμους καὶ τὰ διατάγματα· ἂν εἶναι ἀληθὲς
1213ὅτι ταῦτα ἴσχυον καὶ ἐν τῇ πεποιθήσει τοῦ τότε γενικοῦ γραμ-
1214ματέως, διατί ἐξέδιδες τὴν ἐγκύκλιον τότε τοῦ 1846 διὰ τῆς
1215ὁποίας ἀπηγορεύετο ὁ γάμος εἰς ὅλους τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ; Αὐτὴ
1216εἶναι ἡ ἀλήθεια, τὰ ἄλλα εἶναι σοφιστεία.
1217§76ΒΑΛΕΤΤΑΣ............
1218§77ΖΩΧΙΟΣ......... (θόρυβος).
1219§78ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μὴ ζητεῖτε ἐκ τῆς φράσεώς μου νὰ ἐγεί-
1220ρετε τρόπαια.
1221§79ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἂν εἴχομεν σκοπὸν νὰ στήσωμεν τρόπαια ἐκ
1222τῶν φράσεών σας, σᾶς βεβαιῶ θὰ εἴχομεν τὰς πυραμίδας τῆς
1223Αἰγύπτου.
1224§80ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγὼ ὁ ταλαίπωρος, ὅταν εἶπον ὅτι ἐξέδωκα τὴν
1225ἐγκύκλιον, εἶπον καὶ τὸ διατί. Τί εἶπον; Καὶ εἶναι γραμμένα εἰς
1226τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά· «Κατὰ τὸ ἔτος 1846, ὅτε ἤμην
1227διευθυντὴς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ναῦταί τινες ἐνυμ-
1228φεύθησαν παρὰ τὰ κείμενα.»
1229§81ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἰς τὴν ἐγκύκλιόν σου δὲν τὸ λέγεις.
1230§82Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, μίαν μικρὰν διασάφησιν· ὁ
1231ἔντιμος βουλευτὴς Οἰτύλου εἶπεν, ὅτι θὰ παρουσιάσῃ ἓν Διά-
1232ταγμα τὸ ὁποῖον θὰ ᾖναι δημοσιευμένον ἐντὸς τοῦ βιβλίου,
1233ἀλλὰ τὰ διατάγματα κατὰ τὸν νόμον δὲν ἔχουν ἰσχύν, πρέπει
1234ᾖναι ἐντὸς τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως· δεύτερον παρατη-
1235ρῶ ὅτι ἀληθῶς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἦλθεν
1236ποτὲ εἰς σπουδαίαν σύγκρουσιν μὲ τὸ Συνέδριον παρὰ μόνον εἰς
1237τὰ 1864 ὅταν ἐφηρμόζετο ὁ νόμος, ὅτε ἠγέρθη διχογνωμία·
1238δὲν εἶναι ὅμως ἰσχυρὸν ἐπιχείρημα ὅτι ἐπειδὴ τὸ ὑπουργεῖον
1239τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εὑρέθη εἰς καμμίαν δυσχέρειαν δὲν
1240ἐπεκτείνεται καὶ ἐπ’ αὐτοῦ. Τρίτον παρατηρῶ ὅτι ὁ νόμος ὁ
1241ποινικός, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθησαν, εἶναι ὁ νόμος τοῦ στρατοῦ
1242Καὶ τότε, κύριοι, νόμος περὶ συντάξεως δὲν ὑπῆρχεν, οὔτε σύν-
1243ταξις ἀπονέμετο παρὰ ὅπου ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις· τὰ δικαιώ-
1244ματα δὲν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν, καὶ νόμος τοιοῦτος ἔγεινεν πρώ-
1245την φορὰν εἰς τὰ 1852· ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς στρατιω-
1246τικοὺς ὑπῆρχεν νόμος, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ νόμος δὲν εἶχεν ἐφαρμογὴν
1247εἰς τὸ ναυτικὸν διότι καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν διὰ τὸ ναυτικὸν ὑ-
1248πάρχουν ἰδιαίτεροι νόμοι. Νὰ σᾶς φέρω παράδειγμα· εἰς τὰ
1249ναυτικὰ ἐπιβάλλεται ἡ ποινὴ τῆς καταδύσεως, ἐνῷ εἰς τὸν
1250στρατὸν δὲν ἐπιβάλλεται τοιαύτη· καὶ αὐτὸ ἴσχυεν ἕως τὰ
12511872. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐφηρμόσθη ὁ στρατιωτικὸς νόμος, ἀλλὰ
1252τοῦ ναυτικοῦ δὲν ἐδημοσιεύθη ποτέ.
1253§83ΖΩΧΙΟΣ. Ὑπάρχει ὁ Ἄρειος Πάγος, ὁ ὁποῖος τὰ ἐδημο-
1254σίευσεν.
1255§84Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ Ἄρειος Πάγος δημοσιεύει νόμους;
1256§85ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα ὅσα ἐῤῥέθησαν περὶ τῆς ὑποθέσεως
1257ταύτης δὲν θὰ εἶχον καμμίαν σημασίαν, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ὁ τε-
1258λευταῖος ἐκδοθεὶς νόμος περὶ συγχωνεύσεως τοῦ ταμείου τῶν
1259πολιτικῶν συντάξεων. Λέγω ὅτι δὲν θὰ εἶχον καμμίαν σημα-
1260σίαν, διότι πολλάκις εὑρέθη εἰς διαφωνίαν τὸ Ἐλεγκτικὸν
1261Συνέδριον πρὸς τὰ ὑπουργεῖα καὶ τὰ δικαστήρια ἀπεφάνθησαν
1262κατὰ τῆς γνώμης τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· αὐτὸ τὸ ὁποῖον
1263καθιστᾷ σήμερον τὴν ὑπόθεσιν ἀξίαν λόγου καὶ συζητήσεως, εἶναι
1264ὁ τελευταῖον ἐκδοθεὶς νόμος. Τὸν νόμον αὐτὸν ἐγὼ τὸν εἰσήγα-
1265γον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ἐσυνόδευσα μὲ ἔκθεσιν αἰτιολογι-
1266κήν. Ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἔχει τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν
1267ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν κύριος Ῥικάκης, καὶ δὲν εἶναι
1268ἀληθὲς τὸ λεγόμενον ὅτι, ἀφοῦ ἐσυγχωνεύθη τὸ ταμεῖον τῶν
1269πολιτικῶν συντάξεων μὲ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἡ Κυβέρνησις
1270εἶχεν ἀνάγκην νὰ λάβῃ πλειοτέρας ἐγγυήσεις· διότι, ἂν ἐνθυ-
1271μεῖσθε, ὁ νόμος αὐτός, ὅτε εἰσήχθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν
1272διελάμβανε τὴν συγχώνευσιν τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συν-
1273τάξεων μετὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἦτο νόμος περὶ αὐξήσεως
1274τῶν πόρων τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων· ἡ συγχώ-
1275νευσις δὲν περιείχετο εἰς τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, ἐγένετο
1276δὲ κατόπιν· ὥστε τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἐνώπιόν
1277σας ὁ κύριος Ῥικάκης, περὶ τοῦ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀφοῦ ἠθέλησε
1278νὰ συγχωνεύσῃ τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων μὲ τὸ
1279δημόσιον, ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ πλειοτέρας ἐγγυήσεις,
1280δὲν στηρίζεται οὔτε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, οὔτε ἐπὶ τῆς ἐκθέ-
1281σεως τὴν ὁποίαν σᾶς ὑπέβαλον. Μένει τώρα νὰ σᾶς εἴπω τί
1282ἐφρόνουν ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὸ νομο-
1283σχέδιον αὐτό. Ἀπὸ τοῦ πρώτου ἄρθρου μέχρι τοῦ τελευταίου
1284δὲν κάμνει λόγον εἰμὴ περὶ τῶν πολιτικῶν συνταξιούχων καὶ
1285τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Ἑπομένως εἶναι
1286φανερὸν, ὅτι ὅλαι αἱ διατάξεις, αἱ περιεχόμεναι εἰς τὸ νομο-
1287σχέδιον ἐκεῖνο, δὲν ἐφαρμόζονται παρὰ εἰς τὰς πολιτικὰς συν-
1288τάξεις. Οὔτε εἰς τὸν νοῦν μου, οὔτε εἰς τὸν νοῦν τῶν συναδέλ-
1289φων μου ὑπῆρχεν ἡ ἰδέα, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου καθιεροῦ-
1290μεν διατάξεις ἐφαρμοζομένας εἰς ὅλας τὰς συντάξεις. Καὶ ὅτι,
1291κύριοι, οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’
1292ὄψιν καὶ ἓν ἄλλο ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὸ ὁποῖον γίνεται
1293λόγος περὶ ἐκχωρήσεως καὶ κατασχέσεως, τὸ ὁποῖον ἐκφράζε-
1294ται γενικῶς καὶ ἀορίστως, λέγον· «Αἱ ἐκχωρήσεις καὶ αἱ
1295κατασχέσεις τῶν συντάξεων ἀπαγορεύονται·» καὶ ὅμως διὰ
1296τοῦ ἄρθρου τούτου δὲν ἐνοοῦσε τὸ νομοσχέδιον παρὰ ν’ ἀπα-
1297γορεύσῃ τὰς ἐκχωρήσεις καὶ κατασχέσεις τῶν πολιτικῶν συν-
1298τάξεων, διότι διὰ τὰς ἄλλας εἶναι ἤδη ἀπηγορευμένη. Ὥστε
1299πᾶν ὅ,τι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διαλαμβάνει, ἀποβλέπει μόνον
1300τὰς πολιτικὰς συντάξεις· αὐτὴ ἦτο ἡ ἰδέα, κύριοι, καὶ ἐμοῦ
1301καὶ ὅλων τῶν συναδέλφων. Ἐὰν ἡ Βουλὴ, ἥτις ἐψήφισε τὸ
1302νομοσχέδιον ἠννόει ἄλλως, δύναται νὰ τὸ δηλώσῃ, ἀλλὰ δὲν
1303δύναταί τις νὰ κατακρίνῃ ἕνα ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος εἶχεν αὐτὴν
1304τὴν ἰδέαν καὶ κατ’ αὐτὴν ἐφήρμοσε τὸν νόμον. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα
1305εἶχον νὰ σᾶς εἴπω περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου.
1306§86ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Κύριοι, θαυμάζω μὲ τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁ-
1307ποίαν ἔδωκεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοῦ τε-
1308λευταῖον ψηφισθέντος παρὰ τῆς Βουλῆς νόμου, διότι φρονεῖ ὅτι
1309ἐφρόντισε μόνον περὶ τῆς συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων,
1310αἱ ὁποῖαι πηγάζουσιν ἀπὸ κρατήσεις, αἵτινες ἀνεβιβάσθησαν ἀπὸ
1311πέντε εἰς δέκα καὶ δὲν ἐφρόντισε νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τὰς συν-
1312τάξεις τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπόκεινται εἰς
1313βάρος τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι ἀληθὴς ἡ ἑρμηνεία τὴν ὁποίαν ἔδω-
1314κεν· δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ παραβάλω τὸν νόμον τῶν συντάξεων
1315τοῦ 1864, ὅστις περιλαμβάνει τὰς στρατιωτικὰς, ναυτικὰς καὶ
1316πολιτικὰς συντάξεις· ὅταν παραβάλετε τὸν νόμον ἐκεῖνον, θὰ
1317εἰδῆτε ὅτι περιλαμβάνει ὅλας τὰς συντάξεις, καὶ δὲν μοι φαί-
1318νεται ἀπέναντι τοῦ ῥητοῦ γράμματος νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐλαχίστη
1319ἀμφιβολία. Τώρα θέλομεν νὰ ἑρμηνεύσωμεν ἕνα νόμον, ὅστις
1320ῥητῶς ἦλθε περὶ συντάξεων, καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν
1321καὶ τοὺς ναυτικοὺς καὶ τοὺς στρατιωτικοὺς, παρὰ μόνον τοὺς
1322πολιτικούς· λοιπὸν μοι φαίνεται ὅτι εἶναι λίαν ἄσκοπον καὶ
1323ἐναντίον τοῦ γράμματος τοῦ νόμου.
1324§87ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἀναγινώσκετε τὴν ἐπιγραφὴν, ἥτις ἀποτε-
1325λεῖ τὴν βάσιν τοῦ νόμου;
1326§88ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Οἱ νόμοι, κύριοι Βουλευταὶ, κατανοοῦνται ἐκ τῶν
1327ὑπὸ τοῦ συνόλου διατάξεων· δὲν μοὶ φαίνεται λοιπὸν ὀρθὸν, ὅτι ὁ
1328νόμος ὁ τελευταῖον ψηφισθεὶς, ὅτι ἐννοεῖ μόνον τὰς πολιτικὰς
1329καὶ ὄχι καὶ τῶν ἄλλων κλάδων τὰς συντάξεις.
1330§89Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριοι, μετὰ τὰ λεχθέντα, θεωρῶ περιττὴν
1331πᾶσαν ἀνάπτυξιν· ἀπεδείχθη σαφῶς, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐναν-
1332τίον τῶν κειμένων νόμων ἀπένειμεν τὴν σύνταξιν ταύτην. Δὲν
1333θὰ παρακολουθήσω βεβαίως τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν εἰς
1334τὰς ἰδέας του, ὅτι τὸ Ἐλεγκτρικὸν Συνέδριον ἐπιπολαίως ἀπεφά-
1335σισεν, ὅτι δὲν ἤξευρε τί ἔκαμεν· αὐτὸ εἶναι κύριος ἕκαστος νὰ
1336τὸ ἐκτιμήσῃ ὅπως θέλει. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὅμως
1337δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποδώσῃ καμμίαν ἄλλην ἔννοιαν περὶ συντά-
1338ξεων, διότι διὰ τοῦ ἄρθρου ἐκείνου τοῦ νομοσχεδίου ἐνομιμοποιή-
1339θη καὶ ἡ ἐγγύησις, διότι ὁ νόμος τοῦ 1853 παρεδέχθη ὅτι ἡ
1340ἐγγύησις ὑφίσταται. Λοιπὸν δύω ζητήματα ὑπάρχουν, κύριοι·
13411ον τὸ ζήτημα ἐὰν ἡ χήρα Καστελιώτου εἶχε δικαίωμα πρὸς
1342σύνταξιν μὴ ὑπάρχοντος πιστοποιητικοῦ τῆς ἀδείας γάμου, καὶ
13432ον μετὰ τὸν τελευταῖον νόμον τοῦ 1877 ἐὰν ἦτο ἐπιτετραμ-
1344μένον εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐκδώσῃ διά-
1345ταγμα ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτρικοῦ Συνεδρίου. Καὶ
1346περὶ τοῦ ἑνὸς καὶ περὶ τοῦ ἄλλου ἐλέχθησαν τόσα, ὥστε εἶναι
1347περιττὸν νὰ τὰ ἐπαναλάβω. Τὸ νὰ στηρίζεταί τις, κύριοι, ἐνῷ
1348ὁ νόμος ἀπαιτεῖ ἐπίσημον πιστοποιητικὸν, εἰς τὴν διαβεβαίωσιν
1349ἑνὸς ἱερέως, ὅστις κατὰ τὸ 1866 ἦτον εἰς Ἀθήνας, ὅτι κατὰ
1350τὸ 1853 ἐτέλεσεν τὸν γάμον, τοὐτέστιν μετὰ δεκαετίαν ἐνθυ-
1351μεῖται τὰ πάντα... Καὶ ποῦ ὑπογράφεται; Εἰς τὰς φυλακάς.
1352Ὁ νόμος ῥητῶς λέγει ὅτι αἱ συντάξεις ἀποδίδονται, ἀφοῦ προσ-
1353αχθῶσιν ἐπίσημα ἔγγραφα τῶν ἀρχῶν. Ἡ τοιαύτη διαβεβαίω-
1354σις τοῦ ἱερέως δὲν εἶναι ἐπίσημον ἔγγραφον, καὶ μάλιστα ὅτε
1355μετὰ δεκαετίαν λέγει ὅτι ἐνθυμεῖται, ὅτι τὴν τετάρτην Μαΐου
1356ἐπετράπη ὁ γάμος.
1357§90ΧΟΪΔΑΣ. Ἦτον εἰς τὰς φυλακὰς, διότι ἐν γνώσει διατελῶν
1358τῆς ὑπάρξεως πρώτου γάμου, ἐτέλεσε δεύτερον καὶ ἐγένετο
1359συνεργὸς διγαμίας· λοιπὸν ἄνθρωπος τοιοῦτος εἶναι δύσκολον
1360νὰ ἐκδώσῃ πιστοποιητικὸν ψευδές;
1361§91Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὀχυροῦ-
1362ται ὄπισθεν τοῦ τίτλου τοῦ νόμου, ἐνῷ ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν
1363δίδει, ἰδοὺ πῶς ἐξηγεῖται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ τοῦ νομοσχεδίου
1364ἐκθέσει «ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 παρατηρῶ...................
1365.......... εἶναι ἡ μόνη ἀποχρῶσα ἐγγύησις............»
1366Καὶ ἂν ἠγέρθη ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ἀφοῦ τὸ Ἐλεγκτικὸν
1367Συνέδριον εἶχεν ἐναντίαν γνώμην, διατί, ἐνῷ ἔχετε ἐνώπιόν
1368σας τὴν Βουλὴν, ἀντιστρατεύεσθε κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ
1369Ἐλεγκτρικοῦ Συνεδρίου καὶ ἑρμηνεύετε τοὺς νόμους σφετερι-
1370ζόμενοι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία;
1371Μετὰ τὰ λεχθέντα, κύριοι, ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς πρότασιν «ἡ
1372Βουλὴ θεωροῦσα τὴν εἰς τὴν χήραν Καστελιώτου ἀποδοθεῖσαν
1373σύνταξιν μὴ σύμφωνον μὲ τὸν νόμον, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμε-
1374ρησίαν διάταξιν».
1375§92Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ ὑποβάλλω ἄλλην πρότασιν «ἡ
1376Βουλὴ, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμε-
1377ρησίαν διάταξιν».
1378§93Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, ὅτι ὅπως ἦλθε τὸ ζήτημα
1379ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ μετὰ τὴν ἐκτεταμένην συζήτησιν, ἥτις
1380ἐγένετο ἐνώπιόν σας περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἡ πρότασις, τὴν
1381ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης, δὲν λύει τὸ ζήτημα.
1382Σημειώσατε, κύριοι, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀποφάσεως τῆς
1383Βουλῆς, ἡ ὁποία σταματᾷ ἕως ἐδῶ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀπο-
1384φάσεως, ἡ ὁποία θὰ καθιερώσῃ μίαν ἀνωτάτην ἀρχήν· ἑπομένως
1385ὅταν ἡ Βουλὴ λέγει, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνω
1386εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ποίαν λύσιν ἐκφέρει; Δύνανται ὅσοι
1387ἔχουσι τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωσι ὅτι ἡ λύσις τὴν ὁποίαν ἔδωκε τὸ
1388ὑπουργεῖον εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν νόμον. Αὕτη εἶναι ἡ καλὴ, ἡ
1389λογικὴ ἀπόφασις, πᾶσα ἄλλη ἀπόφασις εἶναι ὑπεκφυγὴ τῆς
1390ὁποίας αἱ συνέπειαι εἶναι πολὺ κακαί. Ἕνεκα τούτου ἂς λείψῃ
1391τὸ «ἡ Βουλὴ, ἀρκεσθεῖσα, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάτα-
1392ξιν.» Ἑπομένως φρονῶ καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ, συμμεριζομένη
1393τὴν γνώμην ὅτι πρέπει τὸ ζήτημα νὰ λυθῇ καθαρῶς, θέλει πα-
1394ραδεχθῆ νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥούφου.
1395§94Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤκουσα, κύριε πρόεδρε, τῶν προτάσεων,
1396αἵτινες ἐτέθησαν ὡς θέματα τῆς ψηφοφορίας· ἡ μία τῶν προ-
1397τάσεων περιέχει τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ σύνταξις, ἡ
1398ὁποία ἀπενεμήθη, δὲν ἀπενεμήθη σύμφωνα μὲ τὸν νόμον· ἡ
1399ἄλλη τῶν προτάσεων, ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Μαυρομιχάλη,
1400προβάλλει ἵνα ἡ Βουλὴ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
1401Νομίζω, ὅτι εἶναι σφαλερὸν νὰ παραδεχθῶμεν εἴτε τὴν μίαν,
1402εἴτε τὴν ἑτέραν, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λό-
1403γον, διὰ ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις μου, καὶ
1404ἐξαγάγω καὶ τὸ πόρισμα, τὸ ὁποῖον θέλω ἀκολουθήσει. Ἡ συ-
1405ζήτησις, ἥτις ἐγένετο σήμερον, προεκλήθη ὑπό τινος βουλευτοῦ·
1406ὁ βουλευτὴς τῶν Πατρῶν προεκάλεσεν αὐτὴν, οὐδὲ πρέπει νὰ
1407ὑποληφθῶμεν προτραπέντες εἰς ταύτην ὑπό τινος ἐγγράφου,
1408ἐπιθυμῶ μάλιστα, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον
1409ἀπεστάλη, νὰ μὴ μνημονευθῇ. Οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ πείθουσι
1410νὰ ἔχω τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην, εἶναι, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦτο
1411δὲν θεωρῶ σύμφωνον μὲ τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν· ὁ πολι-
1412τειακὸς ὀργανισμὸς δὲν παρεχώρησε δικαίωμα παραπλήσιον εἰς
1413αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, ἥτις ἀπέστειλε τὸ ἔγγραφον πρὸς τὴν Βουλὴν,
1414ὅταν δὲ ἀρχή τις ἐνασκῇ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν παρεχω-
1415ρήθησαν εἰς αὐτὴν, ἐπέρχεται διατάραξις εἰς τὴν λειτουργίαν
1416τῶν διαφόρων ἀρχῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ νὰ μὴ γείνῃ μνεία
1417περὶ αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος ν’ ἀναπτύξω
1418περαιτέρω τὴν πρότασίν μου, παρακαλῶ δὲ τοὺς διστάζοντας
1419ν’ ἀνατρέξωσιν εἰς τὸν καταστατικὸν νόμον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ
1420Συνεδρίου καὶ ἐκεῖ θέλουσιν ἰδεῖ κατὰ τινα τρόπον τὸ σῶμα
1421τοῦτο λειτουργεῖ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα προετάθη διὰ τῆς ἐπερω-
1422τήσεως τοῦ ἐντίμου ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ. Ὁ βουλευτὴς οὗτος
1423διϊσχυρίσθη, ὅτι ἡ ἀπενεμηθεῖσα σύνταξις δὲν ἐδόθη νομίμως ἢ
1424δὲν ἀπενεμήθη δικαίως· διότι πρῶτον ἡ χήρα Καστελιώτου
1425δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι σύζυγος ἐκείνου ὅστις πα-
1426ρέσχε τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸ κράτος, δι’ ἣν ἀπενεμήθη ἡ σύνταξις·
1427δεύτερον, διότι ἡ σύνταξις δὲν ἔπρεπε ν’ ἀπενεμηθῇ εἰς αὐτὴν,
1428διότι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ῥητῶς ἐγνωμοδότησε νὰ μὴ
1429ἀπονεμηθῇ, ἡ δὲ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὴν
1430διάταξιν τοῦ νόμου. Καλούμενος νὰ δώσω γνώμην ἐπὶ τοῦ
1431πρώτου θέματος, εὑρίσκομαι εἰς τὴν θέσιν νὰ μὴ δώσω ὡρισμένην
1432ψῆφον, διότι δὲν διεσαφηνίσθη τὸ περὶ γάμου ζήτημα κατὰ τὴν
1433συζήτησιν. Τὸ δεύτερον δὲ θέμα, ὅτι ἡ σύνταξις ἐδόθη ἐναντίον
1434τοῦ νόμου εἶναι καθαρόν· νομίζω, ὅτι εἶναι σαφὴς ὁ νόμος τοῦ
14351877 διατάσσων, ὅτι αἱ γνωμοδοτήσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνε-
1436δρίου, ἐκεῖναι τὰς ὁποίας ἐκδίδει κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ
1437νόμου τοῦ 1864, εἰσὶν ὑποχρεωτικαί. Ὅταν πρὸ ὀλίγων μηνῶν
1438ἐσυζητεῖτο ὁ νόμος οὗτος, ἦτον ἐπὶ τοῦ βήματος ὁ κ. ὑπουρ-
1439γὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνέστην δὲ διὰ νὰ φέρω ἀντίῤῥησίν τινα
1440ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο εἰς
1441κατάστασιν νὰ μὲ ἀκούσῃ καὶ προέβη εἰς ἀπόφασιν· ἐνόμιζον,
1442ὅτι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναγνωρισθῶσιν ὑποχρεωτικαὶ αἱ γνωμοδο-
1443τήσεις, διότι δὲν ἀφίνουσί τινα ὑπεύθυνον ἐπί τινος διακεκρι-
1444μένης περιστάσεως. Ἐὰν ὁ ὑπουργὸς ἀρνεῖται ν’ ἀπονείμῃ σύν-
1445ταξιν, ὑπάρχει μέσον διεξαγωγῆς, ἡ προσφυγὴ πρὸς τὰ δικα-
1446στήρια· ἂν ὅμως τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον γνωμοδοτῇ νὰ δοθῇ
1447σύνταξις, ἐν ᾧ δὲν ὑπάρχουσιν ἀνεγνωρισμένα νόμιμα δι-
1448καίωμα, ὁ ὑπουργὸς θέλει προκαλέσει τὸ περὶ ἀπονομῆς αὐτῆς
1449διάταγμα, διότι εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν γνώμην
1450τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑπέ-
1451χων τὴν εὐθύνην διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην, θέλει δ’ εἶσθαι κενὸν
1452νὰ ζητῶμεν εὐθύνην παρὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἄλλως
1453ἡ εὐθύνη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δὲν δύναται νὰ ἀσφαλίσῃ
1454τὴν πολιτείαν. Ἐὰν ἐπρόκειτο λοιπὸν σήμερον, νὰ νομοθετηθῇ
1455τὸ ἄρθρον, ἤθελον κηρυχθῆ ἐναντίος· ἀλλὰ ἐνομοθετήθη· ἡ φρά-
1456σις τοῦ ἄρθρου, παραπέμποντος εἰς τὸν νόμον τοῦ 1864, εἶναι
1457σαφής, καὶ κατὰ συνέπειαν νομίζω, ὅτι αἱ γνωμοδοτήσεις τοῦ
1458Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐκηρύχθησαν ὑποχρεωτικαὶ καὶ ὅτι τὸ
1459ὑπουργεῖον δὲν ἐτήρησε κατὰ τοῦτο τὸν νόμον. Ἑπομένως νο-
1460μίζω, ὅτι δύναμαι νὰ ψηφοφορήσω τὸ ἑξῆς θέμα· «Ἡ Βουλὴ
1461φρονοῦσα, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ἀπὸ 17 Ἰανουαρίου
14621877 νόμου ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν ναυ-
1463τικῶν συντάξεων, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
1464§95Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐκ Γόρτυνος ἔντιμος βου-
1465λευτὴς κηδόμενος τῆς ὑπηρεσίας ἔψεξε τὸ ἔγγραφον τοῦ
1466προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ὅσον μὲν ἀφορᾷ
1467περὶ τῆς μερίμνης εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν συμφωνῶ
1468πληρέστατα, διότι πραγματικῶς πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἱεραρχία
1469αὕτη, καὶ νὰ μὴ ἐκτείνηταί τις πλέον τῆς ἐξουσίας τῆς ἁρμο-
1470διότητός του. Ἀλλ’ ἐπὶ τούτου ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ ἔντιμος
1471βουλευτὴς Γόρτυνος νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὰς παρατηρήσεις ταύ-
1472τας ἔκαμε πολὺ ἐξώρας· ἠδύνατο νὰ φέρῃ αὐτὰς ἐνώπιόν μας,
1473ὅταν τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη πρὸ ἡμερῶν,
1474καὶ ὅταν προεῖδεν, ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἔμελλε νὰ καταστῇ
1475ἀντικείμενον συζητήσεως, οὐχὶ δὲ σήμερον, ὅτε ἐπὶ τῇ βάσει
1476αὐτοῦ ἐγένετο μία συζήτησις. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐπειδὴ τὸ ζήτη-
1477μα ἦλθεν ἐνώπιόν σας, ἔκαμεν ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συ-
1478νεδρίου ὑπέρβασιν τῆς ἁρμοδιότητός του διὰ τῆς ἀναφορᾶς του
1479πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς; Ὄχι, κύριοι!
1480§96ΑΛ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου σήμερον.
1481§97ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτον, κύριοι, ἡ νομοθεσία μας, αὐτὸς
1482ὁ λογιστικὸς νόμος ἀναγνωρίζει εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ
1483ἰδίως εἰς τὸν πρόεδρον τὸ καθῆκον τοῦ νὰ ἀναφέρηται ἐτησίως
1484καὶ πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ ἔκθεσιν νὰ ἀπευθύνῃ πρὸς τὴν Βου-
1485λὴν περὶ τῶν προσκομμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπαντᾷ κατὰ τὴν ἐξέ-
1486λεγξιν τοῦ ἀπολογισμοῦ, καὶ προσκόμματα ἐννοοῦνται ὅλα τὰ
1487διοικητικά. Ἐὰν σήμερον ὁ πρόεδρος τοῦ Συνεδρίου ἔστειλεν
1488εἰς τὴν Βουλὴν τοιοῦτον ἔγγραφον, τοῦτο εἶναι ἓν ἀπόσπασμα
1489τῆς ἐτησίας ἐκθέσεώς του· ἑπομένως συνεμορφώθη μὲ ἀρχὴν
1490καθιερωμένην, καὶ δὲν εἶναι πρώτη φορά. Ἄλλως, ὁ πρόεδρος
1491τοῦ Συνεδρίου, τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τὸ ἀπευθύνει πρὸς τὸν πρό-
1492εδρον τῆς Βουλῆς, οὐχὶ πρὸς τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ὁ κ. πρόεδρος
1493καλῶς ποιῶν τὸ ἐτύπωσε καὶ τὸ διένειμεν. Ὥστε σήμερον ἡ
1494συζήτησις περιεστράφη εἰς αὐτὸ τὸ ἔγγραφον.
1495Αὐτὰ τὰ ὀλίγα εἶχον νὰ εἴπω πρὸς δικαιολογίαν διατὶ ἐπε-
1496καλέσθην τὸ ἔγγραφον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ....
1497§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ φέρω τὸν
1498λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος, περὶ οὗ ἠγόρευσεν ὁ ἀξιότιμος βουλευ-
1499τὴς Μεσσήνης, διότι παραδέχομαι πληρέστατα τὰς παρατηρή-
1500σεις τὰς ὁποίας ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βου-
1501λευτοῦ Γόρτυνος περὶ τῆς γενομένης ἀνακοινώσεως παρὰ τοῦ
1502προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀνακοίνωσις
1503ἐκείνη δὲν ἐγένετο πρὸς τὴν Βουλὴν κανονικῶς, καὶ ἦτο ὀρθὸν
1504νὰ μνημονευθῇ τοῦτο, διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀνε-
1505γνώρισε διὰ τῆς συζητήσεως τὴν πρᾶξιν.
1506Ἀλλὰ δὲν καλούμεθα ἤδη νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς πρά-
1507ξεως ταύτης, ἤδη ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος πρόκειται
1508νὰ καταρτίσωμεν τὸ θέμα, καὶ ὡς πρὸς τὸ θέμα ὀφείλω νὰ
1509παρατηρήσω, ὅτι δὲν συμφωνῶ πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διετυ-
1510πώθησαν αἱ γνῶμαι ὑπὸ τῶν μέχρι τοῦδε ἐπὶ τοῦ θέματος
1511ὁμιλησάντων. Δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Οἰ-
1512τύλου, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ μεταβῇ ἁπλῶς εἰς τὴν ἡμε-
1513ρησίαν διάταξιν μετὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, διότι, ὡς πεί-
1514θομαι ἐκ τῆς συζητήσεως, δὲν ἀπεδείχθη τὸ νόμιμον τῆς κα-
1515ταγγελθείσης πράξεως, καὶ μὴ ἀποδειχθέντος τοῦ νομίμου θὰ
1516ἦτο ἄτοπον ἡ Βουλὴ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν,
1517ὡς εἰ τὰ πάντα εἶχον γείνει τακτικῶς. Ἀφ’ ἑτέρου δὲν
1518φρονῶ, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος εἶναι
1519σύμφωνος, διότι αἱ συζητήσεις τοῦτο ἀπέδειξαν, ὅτι ὑπῆρξε
1520δολία προαίρεσις ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ
1521δολία προαίρεσις, ὑπῆρξε, κατ’ ἐμὴν γνώμην, παράβασις νόμου,
1522καὶ δὲν καλούμεθα ἡμεῖς νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς παραβά-
1523σεως ταύτης, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα, πεισθέντες, ὅτι ἐγένετο πα-
1524ράβασις, νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἄνευ
1525παρατηρήσεως. Ὡς πρὸς τὴν παράβασιν ὅμως δὲν εἶμαι
1526σύμφωνος μετὰ τῶν προλαλησάντων, διότι καὶ ὁ ἀξιότιμος βου-
1527λευτὴς Μεσσήνης καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος θεωροῦσι
1528τὴν παράβασιν ὡς ἀφορῶσαν εἰς τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου τοῦ
15291877. Κατὰ τοὺς προαγορεύσαντας ἀξιοτίμους βουλευτὰς τὸ
1530ἄρθρον τοῦτο ἀναντιῤῥήτως ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὰς στρατιω-
1531τικὰς καὶ εἰς τὰς ναυτικὰς συντάξεις, ἐνῷ κατ’ ἐμὲ δὲν ἐ-
1532φαρμόζεται ἀναντιῤῥήτως. Κατ’ ἐμὲ τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι ἀ-
1533σαφέστατον, καὶ ἐπὶ ἀσαφοῦς ἄρθρου δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀνα-
1534γνωρίσω εἰς τὸν καλούμενον νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα
1535νὰ τὸ ἑρμηνεύσῃ κατὰ τὴν ἰδίαν του πεποίθησιν. Δύναμαι νὰ
1536ἔχω ἰδίαν γώμην περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀλλὰ
1537δὲν δύναμαι, προκειμένου περὶ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζω,
1538ὅτι δὲν ἔχει καθαρὰν τὴν ἔννοιαν, ὅτι δὲν εἶναι καθαρῶς διατε-
1539τυπωμένον, νὰ κατακρίνω ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἄλλως ἑρμήνευσεν
1540αὐτό. Καὶ διὰ τοῦτο, ἐὰν ἡ διατύπωσις τῆς προτάσεως, ἥτις
1541θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν ψῆφον ἡμῶν, περιελάμβανε γνώμην περὶ
1542τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου, οἵαν ἠκούσατε, τουτέστιν ὅτι τὸ ἄρθρον
1543τοῦτο ἀφορᾷ καὶ εἰς τὰς στρατιωτικὰς καὶ εἰς τὰς ναυτικὰς
1544συντάξεις, δὲν ἠδυνάμην νὰ δώσω γνώμην. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου,
1545ὡς εἶπον, θεωρῶ, ὅτι ἐγένετο παρανομία, καὶ ἐγένετο παρανο-
1546μία ἄλλη κατ’ ἐμέ, ἥτις δὲν ἀπεκρούσθη ἐπαρκῶς ὑπὸ τῶν
1547μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Παρεχωρήθη ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ μὴ
1548ἔχοντος τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ Ἐλεγ-
1549κτικοῦ Συνεδρίου, παρεχωρήθη ὑπὸ τὴν εὐθύνην αὐτοῦ σύνταξις
1550παρὰ τὸν νόμον, ὅστις ἀπαιτεῖ εἰς τὰς συντάξεις τῶν χηρῶν
1551τῶν ναυτικῶν νὰ προσάγεται ἀπόδειξις τοῦ γάμου τῆς χήρας.
1552Τοιαύτη ἀπόδειξις δὲν προσήχθη, καὶ δὲν θεωρῶ τὰ λεχθέντα
1553περὶ μὴ ἐφαρμογῆς ὡς πρὸς τὴν χήραν Καστελιώτου τῆς ἐγκυ-
1554κλίου τοῦ 1846 ὡς δυνάμεθα νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐπαρκῆ. Ἡ
1555ἐγκύκλιος ἐκείνη ἀναντιῤῥήτως ἔχει γενικὴν ἰσχὺν πρὸς ὅλους,
1556καὶ οὐδεὶς δικαιολογεῖται ἐπικαλούμενος τὴν ἄγνοιαν αὐτῆς.
1557Εἴδαμεν δὲ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἐγκυκλίου ταύτης, ὅτι
1558ἐκοινοποιήθη εἰς τὰς λιμενικὰς ἀρχὰς, δι’ ὧν ἤθελε περιέλθει
1559εἰς γνῶσιν τῶν ἐν διαθεσιμότητι διατελούντων.
1560Ἡ σύνταξις ἄρα κατ’ ἐμὲ ἀπενεμήθη οὐχὶ νομίμως, καὶ
1561θεωρῶ ἔτι μᾶλλον κατακριτέον τὸν κ. ὑπουργὸν, ὅτι δὲν ἐστα-
1562μάτησεν ἐνώπιον τῆς παρατυπίας ταύτης· διότι ἐὰν ἡ ἀσάφεια
1563τὸν ἐδικαιολόγει νὰ δώσῃ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἑρμηνείαν, ὤφειλε
1564ὅμως, ὅταν ἔβλεπεν ὅτι πρόκειται νὰ γίνῃ παρατυπία τις ἕνεκα
1565αὐτῆς τῆς ἀσαφείας, νὰ θεωρήσῃ τὸ πρᾶγμα ἔτι σπουδαιότερον·
1566καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἀσάφεια, αὐτὸ τὸ γεγονὸς, ὅτι τὸ Ἐλεγ-
1567κτικὸν Συνέδριον εἶχε ἐναντίαν γνώμην, ἦτο ἀρκετὸν νὰ προ-
1568καλέσῃ σπουδαιοτέραν προσοχήν.
1569Ἠκούσαμεν παρὰ τῶν εἰδότων ἐνταῦθα, ὅτι στρατιωτικὴ
1570σύνταξις οὐδέποτε παρεχωρήθη ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ Ἐ-
1571λεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀγνοῶ δὲ ἂν παρεχωρήθη ναυτικὴ σύντα-
1572ξις ἐναντίον τῆς γνώμης αὐτοῦ· ὥστε τὸ ζήτημα, ἐὰν ὁ νό-
1573μος ἐπέτρεπε τοῦτο, οὐδόλως ἐπηρεάζει τὴν ἠθικὴν εὐθύνην,
1574ἥτις ἐπιβαρύνει τὸν ὑπουργὸν, ὅστις ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ
1575Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δίδει σύνταξιν παραβαίνων διάταξιν τοῦ
1576νόμου.
1577Διὰ τοῦτο, καί τοι ἀναγνωρίζων ὅτι ὁ ὑπουργὸς δὲν παρέβη
1578εἰς τὴν περίστασιν ταύτην τὸν νόμον ἐκ δολίας προαιρέσεως, νο-
1579μίζω ὅμως, ὅτι ἀφοῦ δὲν ἐφήρμοσε τὸν νόμον, ἀφοῦ κατὰ τὴν
1580γνώμην μου παρέβη τὸν νόμον, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ, συ-
1581ζητήσασα περὶ τούτου καὶ μὴ ἀκούσασα παρὰ τοῦ ὑπουργείου
1582ἀποχρῶσαν δικαιολογίαν τῆς πράξεως ταύτης, νὰ προβῇ εἰς ψη-
1583φοφορίαν χωρὶς νὰ μνημονεύσῃ ὅτι δὲν θεωρεῖ νόμιμον τὸ γε-
1584νόμενον.
1585Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας εἴχομεν
1586τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑποβάλλωμεν καὶ ἐγὼ καὶ οἱ φρονοῦν-
1587τες ὅτι τὸ ἄρθρον 6ον δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸν τῆς ἑρ-
1588μηνείας τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον ἔδωσε, συμφωνοῦμεν
1589κατὰ τοῦτο ὅτι ὑπάρχει παρανομία, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀ-
1590νάγκη νὰ φέρωμεν δύω προτάσεις. Μία πρότασις ἀρκεῖ, διότι
1591ἡ θεμελιώδης ἰδέα εἶναι ἡ αὐτὴ μεταξὺ ἐκείνων καὶ ἡμῶν, τοὐ-
1592τέστιν ὅτι κατηγορηθὲν τὸ ὑπουργεῖον ὅτι παρηνόμησεν δὲν ἀπέ-
1593δειξεν ὅτι δὲν ἐγένετο παρανομία. Τοῦτο δὲ ὀφείλομεν νὰ εἴ-
1594πωμεν καὶ οὐχὶ νὰ βεβαιώσωμεν ὅτι ἐγένετο παρανομία, διότι
1595δὲν καλούμεθα πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ καλούμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι
1596θεωροῦμεν τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ ὑπουργείου μὴ πλήρη καὶ ὅτι τὸ
1597ὑπουργεῖον δὲν ἀπέδειξε τὴν παρανομίαν μὴ γενομένην. Διὰ
1598τοῦτο προτείνω τὸ ἑξῆς θέμα ψηφοφορίας «ἡ Βουλὴ, μὴ θεω-
1599ροῦσα ἀποδειχθὲν ἐκ τῆς συζητήσεως τὸ νόμιμον τῆς ἀπονεμη-
1600θείσης εἰς τὴν χήραν Καστελιώτου συντάξεως, μεταβαίνει εἰς
1601τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
1602§99Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπειδὴ ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως
1603τοῦ κ. Τρικούπη εἶναι ἡ αὐτὴ μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς ἰδικῆς μας, τὴν
1604συγχωνεύομεν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Τρικούπη.
1605§100Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύω δικαιώματα ἔχει ἕκαστος τῶν
1606Βουλευτῶν, τὸ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔχει κατὰ
1607τὴν συζήτησιν, καὶ νὰ προβάλλῃ πρότασιν κατὰ τὴν ψηφοφορίαν·
1608δὲν πρέπει δὲ ποτὲ νὰ προβάλλῃ θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι
1609δυνατὸν εἴς τινας νὰ φέρωσι ψῆφον. Ἡ πρότασις, ὡς διετυπώθη
1610ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη, περιέχει τὴν ἔννοιαν ὅτι ἡ σύνταξις δὲν
1611ἀπενεμήθη νομίμως, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἀπέδειξε τὸ νόμιμον
1612τῆς ἀπονομῆς τῆς συντάξεως. Ἀλλὰ διὰ δύω λόγους ἠμφισβη-
1613τήθη ἡ νομιμότης· πρῶτον διὰ τὴν οὐσίαν, καὶ δεύτερον διότι
1614ὁ ὑπουργὸς δὲν συνετάχθη μετὰ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Ἐλεγ-
1615κτικοῦ Συνεδρίου. Ἐὰν ψηφοφορήσω τὴν πρότασιν ὅτι δὲν ἀπε-
1616δείχθη ἡ νομιμότης τῆς ἀπονομῆς τῆς συντάξεως, ἐνδέχεται νὰ
1617ὑπονοηθῇ, ὅτι ἀναγνωρίζω ὡς μὴ νόμιμον τὴν ἀπονομὴν τῆς
1618συντάξεως διὰ τὸ πρῶτον μέρος αὐτῆς, δηλονότι διὰ τὴν μὴ
1619ὕπαρξιν δικαιώματος πρὸς σύνταξιν· ἐν ᾧ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ σύν-
1620ταξις δὲν ἀπενεμήθη συμφώνως μὲ τὸν νόμον, οὐχὶ διότι ἐξε-
1621τάσας ἐπείσθην ὅτι δὲν ὑπῆρχε δικαίωμα πρὸς σύνταξιν, ἀλλὰ,
1622διότι δὲν ἐτηρήθη τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου τοῦ 1877. Ἐὰν ἐπρό-
1623κειτο νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου οὕτως, ὥστε νὰ διαδηλῶ
1624ἄμεσον καὶ καταφανῆ κατάκρισιν, ἠδυνάμην νὰ ψηφοφορήσω τὴν
1625τροπολογίαν τοῦ κ. Τρικούπη, διότι αὕτη περιλαμβάνει τὴν
1626ἔννοιαν ταύτην, ἐν ᾧ αὐτὸς ὁ κ. Τρικούπης ῥητῶς ἐξηγήθη, ὅτι
1627καὶ αὐτὸς φρονεῖ, ὅτι δὲν ὑπῆρξε δολία προαίρεσις. Ἐγὼ ἔχω
1628ἀληθῶς τὸ φρόνημα τοῦτο, νομίζω δὲ ὅτι δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτε-
1629τραμμένον νὰ ἐκφράσω διὰ τῆς προτάσεως ἔννοιαν, ἡ ὁποία νὰ
1630παριστᾷ τὴν ἄμεσον καὶ καταφανῆ κατάκρισιν. Διὰ τοῦτο ἐ-
1631πιμένω νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασίς μου.
1632§101ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Μοὶ φαίνεται, κύριοι,
1633καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνω τὸν λόγον, ὅτι ὅλαι αἱ προτάσεις ὅπως
1634συνετάχθησαν ἐμφαίνουν κατάκρισιν. Καὶ περὶ μὲν τῆς προτά-
1635σεως τοῦ κυρίου Ῥούφου, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, εἶ-
1636ναι καθαρά, καθὼς ἐπίσης εἶναι καὶ τοῦ κυρίου Τρικούπη.
1637Ὁ κ. Τρικούπης ἀμφιβάλλει ἐὰν πρέπει νὰ ἐκφράσῃ ῥητὴν
1638γνώμην ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου τοῦ
16391877, ὁ κ. Τρικούπης νομίζω, ὅτι διὰ τὴν ἀποδιδομένην πα-
1640ράβασιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ γνώμην ὁριστι-
1641κήν, διότι εἶναι ζήτημα ἀμφισβητούμενον· ἀλλ’ ὁ κ. Τρικού-
1642πης θεωρεῖ τὴν ἐνέργειαν τοῦ ὑπουργοῦ, ἢ τοῦ ὑπουργείου τὴν
1643ἐνέργειαν ἐν γένει ἢ τὴν πρὸ τοῦ σταδίου αὐτοῦ ἐνέργειαν ὡς
1644παράνομον καὶ προτείνει τὴν πρότασιν αὐτήν, διότι εἰς τὸ ὅλον
1645τῆς πράξεως εὑρίσκει παρανομίαν. Ὁ κ. Τρικούπης κατὰ τοῦτο
1646διαφέρει ἀπὸ τὸν κ. Δηλιγιάννην, διότι ὁ κ. Τρικούπης δὲν
1647δέχεται ὡς ἀναμφισβήτητον τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ὅτι
1648ἡ ἔννοια τοῦ νόμου τοῦ 1877 εἶναι ὅπως τὴν ἐξηγεῖ ὁ κ. Δη-
1649λιγιάννης, ὅτι δηλαδὴ ἐφαρμόζεται τὸ ἀνέκκλητον τῆς ἐκθέσεως
1650τοῦ Ἐλεκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ὡς πρὸς τὰς στρατιωτικὰς καὶ
1651ναυτικὰς συντάξεις.
1652Ἡ διαφωνία αὕτη μεταξὺ δύω προεχόντων τῆς ἀντιπολι-
1653τεύσεως ἢ δύω προεχόντων τῆς Βουλῆς εἶναι ἴσως ἀρκετὴ ν’
1654ἀποδείξῃ καὶ μόνη αὕτη τὸ δίκαιον ἡμῶν. Ὅταν, κύριοι, καὶ
1655αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν τοὐλάχιστον, ἀμφιβάλλει ἢ συμ-
1656φωνεῖ μεθ’ ἡμῶν ἰσχυριζομένων, ὅτι καλῶς ἐφηρμόσαμεν τὸν νόμον,
1657ὅτι τοὐλάχιστον δὲν εἴμεθα μεμπτέοι διὰ τὴν τοιαύτην ἐφαρμο-
1658γὴν τοῦ νόμου τοῦ 1877, τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ἡμεῖς εἰσαγα-
1659γόντες οὕτω ἐνοούσαμεν καὶ οὕτω ὑπεστηρίξαμεν, δὲν ἐννοῶ τώρα
1660πῶς δύνασθε νὰ φέρητε μίαν ψῆφον μομφῆς ἐπὶ ἑνὸς ζητήμα-
1661τος, εἰς τὸ ὁποῖον σεῖς μὲν ἀμφιβάλλετε, ἐὰν τῳόντι εἶναι ἀξία
1662μομφῆς ἡ ἐνέργειά μας, ἡμεῖς δὲ σᾶς λέγομεν, ὅτι ἐξ ἀρχῆς καὶ
1663πάντοτε αὐτὴν τὴν ἰδέαν εἴχομεν εἰσαγαγόντες τὸν νόμον, καὶ
1664θέλετε αὐτὴν τὴν πεποίθησίν μας νὰ ἐξηγήσητε ὅπως νομίζη-
1665τε, καὶ νὰ ἐπιφέρητε μίαν ψῆφον μομφῆς.
1666Νομίζω, κύριοι, λοιπόν, ὅτι τὸ ζητούμενον δὲν εἶναι οὔτε ὀρ-
1667θὸν οὔτε δίκαιον. Ἐγὼ δὲν εἰσέρχομαι ἀναντιῤῥήτως εἰς τὸ ζή-
1668τημα· περὶ αὐτοῦ πολλὰ ἐῤῥέθησαν καὶ ἡ Βουλὴ ἐσχημάτισε
1669μίαν πεποίθησιν. Ἐὰν σήμερον ἐζητεῖτο νὰ λυθῶσι διὰ τὸ μέλ-
1670λον αἱ ἀμφισβητήσεις αὗται, ἐὰν σήμερον ἐπρόκειτο ἡ Βουλή,
1671ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἐπέφερεν εἰς τὸ παρελθὸν ῥητὴν γνώμην ἐπὶ
1672τοῦ νόμου αὐτοῦ, νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην, νὰ λύσῃ τὴν ἀμφιβολίαν
1673αὐτήν, ἡ Βουλὴ ἡ ὁποία ἐδέχθη τὸν νόμον ὅπως ἡμεῖς τὸν παρου-
1674σιάσαμεν καὶ ἄνευ παρατηρήσεως, ἡ Βουλὴ ἡ ὁποία οὔτε ἐσκέφθη
1675οὔτε ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐσυζητήθη σήμερον καὶ
1676τὸ ὁποῖον συζητεῖται ὄχι διὰ νὰ ἐξηγηθῇ ὁ νόμος παρὰ διὰ νὰ
1677ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις· ἐὰν λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἐπρόκειτο σήμερον
1678νὰ εἴπῃ πῶς ἐνοοῦσε τὸν νόμον, τότε ἐνοοῦσα καὶ τὴν συζήτη-
1679σιν καὶ τὴν ἀμφισβήτησιν καὶ τὸ ὀρθὸν τῆς προτάσεως· ἐνοοῦσα
1680ὅτι ἡ Βουλὴ λαμβάνουσα εὐκαιρίαν ὀρθῶς πράττει λέγουσα ὅτι
1681τὸν νόμον τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν ἡμεῖς καί τοι μηδεμίαν λέ-
1682ξιν εἰπόντες, καί τοι μὴ ἐξηγήσαντες τὴν ἔννοιαν, οὕτω τὴν
1683ἐννοοῦμεν καὶ οὕτω νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόζεται εἰς
1684τὸ ἑξῆς. Ἤθελε γεννηθῆ ἔπειτα τὸ ζήτημα ἐὰν αὐτὴ ἡ ἑρμη-
1685νεία εἶναι ἑρμηνεία ἔχουσα ἰσχὺν νόμου καὶ αὐθεντικότητα.
1686Τοῦτο ὅμως τὸ ἀφίνω· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ νὰ μέμφεται τὴν Κυ-
1687βέρνησιν ὅτι κακῶς ἐνόησεν ἕνα νόμον, τὸν ὁποῖον οὕτω ἐνοή-
1688σαμεν ἐξ ἀρχῆς καὶ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Δηλιγιάννης λέγει ὅτι
1689«ἐγὼ ἐὰν μὲ ἀφίνετε νὰ ὁμιλήσω ἤθελα δεχθῆ τὴν ἑρμηνείαν
1690τοῦ ὑπουργείου,» αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοῶ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλει νὰ
1691πράξῃ αὐτὸ, βεβαίως τὸ πράττει διότι ἡ πλειονοψηφία τὸ θέ-
1692λει, ἀλλὰ δὲν τὸ πράττει διότι εἶναι δίκαιον, διότι εἶναι ὀρθόν.
1693Ἡ Βουλὴ, ἐπεμβαίνουσα εἰς τὴν συνείδησιν ἡμῶν ὡς δικαστῶν
1694καὶ λέγουσα ὅτι σεῖς ὡς δικασταὶ ἐφηρμόσατε καὶ ἐξηγή-
1695σατε τὸν νόμον κακῶς, πράττει, νομίζω, ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον
1696δὲν πρέπει νὰ πράξῃ, καὶ δὲν εἶναι ὀρθόν. Εἰμπορεῖ νὰ πράξῃ
1697μίαν πολιτικὴν πρᾶξιν διὰ νὰ δείξῃ τὴν πλειονοψηφίαν της,
1698αὐτὸ τὸ ἐννοῶ, ἀλλὰ δὲν εἶναι πρᾶξις ὀρθή. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς
1699δεχόμεθα τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη μὲ μίαν μόνον τρο-
1700πολογίαν, ἡ ὁποία ἐκπηγάζει ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἔχο-
1701μεν· «Ἡ Βουλὴ, φρονοῦσα ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ
1702ἀπὸ 17 Ἰανουαρίου τοῦ 1877 νόμου πρέπει νὰ ἐφαρμόζεται
1703καὶ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν συντάξεων, μεταβαίνει
1704εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Ἐννοῶ δηλαδὴ ὅτι εἶναι ἑρμη-
1705νευτικὴ διὰ τὸ μέλλον καὶ ὡς τοιαύτην τὴν δεχόμεθα· πᾶσαν
1706ἄλλην πρότασιν ἀποκρούομεν. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ πράξῃ
1707ὅ,τι θέλει.
1708§102Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐγὼ παραιτοῦμαι τῆς
1709προτάσεώς μου καὶ δέχομαι τὴν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ.
1710§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ὑπάρχουν τρεῖς προτάσεις. (Ἀνα-
1711γινώσκει αὐτάς).
1712Ἀναγινώσκονται αἱ προτάσεις τοῦ κ. Τρικούπη, τοῦ κ.
1713Δηλιγιάννη, καὶ τοῦ ὑπουργείου.
1714§104Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ τὴν τροπο-
1715λογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κύριος πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ
1716συμβουλίου· ἐὰν ἡ Βουλὴ δεχθῇ αὐτὴν, θέλει περιορίσει τὴν ἐ-
1717νέργειαν τῶν ὑπουργῶν, διότι ἑρμηνεύει ἐκφέρουσα γνώμην, ἐνῷ
1718δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα εἰμὴ νὰ ἑρμηνεύῃ διὰ νόμου.
1719§105ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Λέγουσα ἡ Βουλὴ ὅτι
1720οὕτως εἰς τὸ ἑξῆς ἐννοῶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ὡς λέγει ὁ κ.
1721Δηλιγιάννης, περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν τῶν ὑπουργῶν, καὶ δὲν
1722περιορίζει αὐτὴν ὅταν ἔρχεται νὰ τὴν κατακρίνῃ διὰ τὴν ἐφαρ-
1723μογήν; Αὐτὸ εἶναι περισσότερον· καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ τὴν ἑτέ-
1724ραν περίπτωσιν ἡ Βουλὴ δίδει τοιαύτην ἐξήγησιν εἰς τὸν νόμον.
1725§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τῶν ὑποβληθεισῶν προτάσεων ἡ τοῦ κυρίου
1726Τρικούπη εἶναι ἀπωτέρα· «Ἡ Βουλὴ, μὴ θεωροῦσα ἀποδειχθὲν
1727τὸ νόμιμον τῆς ἀπονεμηθείσης εἰς τὴν χήραν Καστελιώτου συν-
1728τάξεως, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν». Οἱ παραδεχό-
1729μενοι λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
1730Γίνεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία.
1731Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν Βουλευτῶν
1732Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος·
1733Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν τοῦ βουλευτοῦ Τρικούπη
1734ἔχουσαν οὕτω· «Ἡ Βουλὴ, μὴ θεωροῦσα ἀποδειχθὲν ἐκ τῆς
1735συζητήσεως τὸ νόμιμον τῆς ἀπονεμηθείσης εἰς τὴν χήραν
1736Καστελιώτου συντάξεως, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
1737ταξιν», ναὶ ἢ ὄχι;
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1738Κ. Θεοδώρου Ο Τιμολέων Φιλήμων Ο
1739Ἰωάννης Μπόγδανος Δ. Καλλιφρονᾶς Ν
1740Ὄθων Παπαλεονάρδος Ο Ὄθων Μακρυγιάννης Ν
1741Μ. Καΐρης Ὀρφανός Ν Π. Πετράκης
1742Νικ. Μαυροκορδάτος Ν Στ. Κολιάτσος ἀρν.
1743Ἰω. Κυριακός Ο Κ. Στράτος
1744Γεώργιος Δ. Τσώκρης Ἰω. Καραγιαννόπουλος Ν
1745Ἀνδρέας Δανόπουλος Δ. Γρίβας
1746Γ. Παπαλεξόπουλος Ο Γ. Γεροθανάσης Ο
1747Δ. Γ. Ῥάλλης Χρ. Κατσικογιάννης Ο
1748Θ. Δηλιγιάννης ἀρν.Ν. Βαλσαμάκης
1749Εὐθ. Δεληγιάννης ἀρν.Ῥόκος Χοϊδᾶς Ν
1750Γ. Λαδόπουλος ἀρν.Α. Βαρβαρῆγος
1751Α. Α. Ἀντωνόπουλος ἀρν.Κ. Πανάρετος Ο
1752Γ. Πλαπούτας Ν Χ. Χρηστόπουλος Ο
1753Κ. Πλαπούτας Ν Δ. Βροντίσης Ο
1754Α. Πετροπουλάκης Ν Κ. Κατσικόπουλος Ν
1755Κ. Κοσσονάκος Ῥήγας Τσιρόπουλος Ο
1756Ἀριστ. Λιδωρίκης Μελέτ. Ῥουσσόπουλος
1757Κ. Ἀναγνωστόπουλος Ν Ν. Λεώπουλος
1758Ν. Κατσικαπῆς Ο Λ. Μαυρομιχάλης Ο
1759Ν. Παπαμιχαλόπουλος Νικήτ. Βαρβιτσιώτης Ο
1760Γ. Ζουμπουλάκης Ν Ἀναστ. Κορφιωτάκης Ν
1761Ἀντ. Μήτσας Ν Φίλων Φίλωνος Ν
1762Γ. Μίλησης Γ. Λάππας Ο
1763Δ. Βουλπιώτης Ν Γ. Μαχαιρᾶς Ο
1764Σπ. Καραϊσκάκης Ξ. Βαλαωρίτης Ο
1765Δ. Γ. Δημητριάδης Γερ. Σέρβος Ν
1766Γ. Κασβίκης Ν Ἀριστ. Ῥούκης Ν
1767Κ. Λομβάρδος Ἀλκ. Παπαλουκᾶς Ο
1768Ν. Λούντζης Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος Ν
1769Ἀνδρ. Γαΐτας Φωσκάρδης Παναγ. Μανέτας Ο
1770Ἰω. Νέγκας Δ. Ζέγγελης Ν
1771Διον. Κολυβᾶς Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Ν
1772Ἀνδρ. Αὐγερινός Ν Φίλιππος Βάρβογλης Ο
1773Ἐπαμ. Κρεστενίτης Ν Ἀθαν. Κατριβάνος Ο
1774Αὐγ. Πετραλιᾶς Ν Ἠλ. Κοσσονάκος
1775Κ. Ζαρειφόπουλος Ν Γ. Νικολαΐδης Ο
1776Θεμ. Δαραλέξης Ο Γ. Μαλέας Ν
1777Δ. Κατσίνας Ν Κ. Βασιλάκης Ν
1778Παναγ. Οἰκονόμου Ο Γερ. Ζωχιός Ν
1779Διομ. Διαμάντης Ν Σπ. Ζερβός Ο
1780Νικόλ. Νομικός Ἐπ. Δεληγεώργης Ν
1781Ἀριστ. Βαλέττας Ν Χαρίλαος Τρικούπης Ν
1782Δημ. Γαβαλᾶς Ο Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος
1783Βαρβαρῆγος Πήληκας Π. Μποῦτος Ο
1784Αἴας Καραβίας Ν Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Ν
1785Θρασ. Ζαΐμης Γ. Προβελέγιος Ν
1786Σωτ. Ν. Πετιμεζᾶς Ο Δ. Κυριακίδης Ν
1787Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς Ἐλευθ. Μυκώνιος Ο
1788Ἀργύρ. Διαμαντόπουλος Ν Μ. Δαμηράλης
1789Νικόλ. Πετιμεζᾶς Ν Ἀλέξ. Δαμίας Ο
1790Περ. Μαυρομιχάλης Ν Ἀθ. Ῥοντήρης ἀρν.
1791Γ. Πεῤῥωτής Ο Γ. Ν. Σισμάνης Ο
1792Δημ. Κάρτσωνας Ο Εὐθ. Πλαστήρας
1793Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Κ. Εὐθυμιόπουλος Ο
1794Ἰω. Δ. Χατζῆ Νικολῆ Π. Ἰατροῦ
1795Ν. Παπανικολάου Κίμων Χριστοδούλου Ο
1796Ἰω. Μπαλάφας Ο Ἀλέξ. Πετσάλης Ν
1797Ἰω. Χωρεπισκοπίδης Ο Ἰω. Γερ. Μαυρομιχάλης Ο
1798Ποθητὸς Ῥεβελάκης Ν Ἀντ. Α. Μαυρομιχάλης Ν
1799Π. Γεννατᾶς Ν Ἀντ. Καπετανάκης Ο
1800Ἰάκ. Πολυλᾶς Ν Λ. Καπεταν. Μαυρομιχάλης
1801Ν. Βασιλάκης Ν Χ. Δ. Κανελλόπουλος Ν
1802Σ. Α. Νοταρᾶς Ο Ζ. Α. Ζαρειφόπουλος Ο
1803Ἀνδρ. Νοταρᾶς Ο Μιλτ. Κανελλόπουλος Ο
1804Ἰω. Δεληγιάννης Ν Π. Κωσταντᾶς
1805Γ. Κούστας Ν Σπ. Μαρτσοῦκος
1806Ἀριστ. Μεντζελόπουλος Ν Θ. Ῥωμαῖος Ο
1807Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ν Δ. Ἰακωβάτος Ο
1808Παναγ. Βενιεράτος Ν Ν. Μεταξᾶς Ν
1809Π. Ξυδιᾶς Ο Ἰω. Ζαλλώνης
1810Ἰω. Βελλιανίτης Ν Κάρ. Νάζος Ο
1811Π. Τζαμάλας Ν Σωτ. Σωτηρόπουλος
1812Α. Σιμόπουλος Ν Ν. Γεωργακόπουλος
1813Α. Καραλίβανος Ο Θ. Ἀναστασόπουλος Ο
1814Π. Νεζερίτης Ο Ἰω. Μεγαπάνος Ο
1815Θ. Κανακάρης Ν Κ. Στεργιαλόπουλος
1816Δ. Πατρινός Ἰω. Δροσινός Ν
1817Γ. Ῥοῦφος Ν Ν. Πιπῖνος Ο
1818Α. Ῥικάκης Ν Ἀντ. Τσαμαδός Ο
1819Νικ. Καράπαυλος Ο Θ. Γκίκας Ν
1820Ἀθ. Μισυρλῆς Δ. Γ. Βούλγαρης
1821Ἰω. Ἄννινος Καβαλλιεράτος Θεμ. Παπακώστας Ν
1822Εὐάγγ. Ἀντύπας Ο Γ. Ζουλούμης Ο
1823Γ. Φλωριᾶς Ο Κ. Δυοβουνιώτης Ν
1824Γ. Α. Γεωργιάδης Ν Κ. Χατζῖσκος Ο
1825Ἰω. Δουλίδης Ν Δ. Κριεζώτης
1826Δ. Θεοχάρης Ο Ν. Καφετζόγλους Ο
1827Δ. Κουνουπιώτης Ν Β. Ν. Βουδούρης Ν
1828Ἰω. Δούμας Γ. Τ. Θωμᾶς Ν
1829Νικ. Σοῦτσος Ν Ν. Καλάρης Ο
1830Γ. Μπούμπουλης Μιλτ. Κ. Κανάρης
1831Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ν
1832§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 137, ὑπὲρ τῆς προτά-
1833σεως ἐψηφοφόρησαν 70, κατὰ 61, καὶ 6 ἠρνήθησαν· (χειροκροτή-
1834ματα καὶ ποδοκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
1835Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις
1836Ὥρα 7. μ. μ.