| 957 | Ἄρθρον | 2. | Ἀρείου Πάγου | 8,000 | |
| 958 | » | 3. | Ἐφετείων | 34,500 | |
| 959 | » | 4. | Πρωτοδικείων |
1877.01.14
1.094 στίχοι · 8.818 λέξεις · 1 πίνακας · 121 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 58
τῆς 14 Ἰανουαρίου 1877.
(Παρασκευή)
(Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§1ΚΟΥΣΤΑΣ. Ὑποβάλλεται πρότασις περὶ συστάσεως ἑπτὰ νέων πρωτοδικείων· ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ πρωτοδικεῖα, θέλομεν κάμει τὴν ἀνάπτυξιν καὶ θέλομεν ἀποδείξει ὅτι δὲν ζημιοῦται τὸ δημόσιον.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἀναφορὰ ὑπογεγραμμένη ὑπὸ πολλῶν προσώπων τοῦ δήμου Χαλκίδος περὶ προσδιορισμοῦ τῆς Χαλκίδος ὡς ἕδρας τοῦ Ναυστάθμου.
§3ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουρ. Οἰκονομικῶν). Καταθέτω τὴν ἀλληλογραφίαν περὶ διαθέσεως τῆς σμύριδος· περιέχει δὲ αὕτη τὰ ἔγγραφα τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ὧν προσεκλήθησαν οἱ ἐν Ἁμβούργῳ καὶ Σμύρνῃ πρόξενοι τῆς Ἑλλάδος νὰ εἰδοποιήσωσι τὸν κύριον Μαθὺ καὶ τὸν ἀντιπρόσωπον αὐτοῦ περὶ τῆς γενομένης ἀκυρώσεως. Δεύτερον, τηλεγραφήματά τινα διαμειφθέντα μετὰ τῶν προξένων τούτων. Τρίτον, τὰς ἀπαντήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐλήφθησαν ἀπὸ τοὺς προξένους καὶ τῶν ὁποίων ἔχει ἤδη γνῶσιν ἡ Βουλή. Τέταρτον, νεώτερον ἔγγραφον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δι’ οὗ εἰδοποιεῖται ὁ ἐν Ἁμβούργῳ πρόξενος ὅτι θέλει σπεύσει τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς περὶ συνομολογήσεως τῆς ζητουμένης συμβάσεως, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπιθυμεῖ νὰ ᾖναι σύμφωνον μετὰ τοῦ κυρίου Μαθὺ καὶ ὡς πρὸς τὰς λεπτομερείας τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, στέλλεται εἰς αὐτὸν καὶ σχέδιον, ὅπως τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Καταθέτων τὰ ἔγγραφα ταῦτα παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Γόρτυνος, ὅστις ἐζήτησε αὐτὰ νὰ τὰ παρατηρήσῃ καθὼς πάντας τοὺς κυρίους βουλευτὰς, νὰ θεωρήσωσι τὸ σχέδιον τοῦτο καὶ νὰ ἀπεφανθῶσιν ἐὰν ἔχῃ καλῶς. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου· ἡ τροποποίησις εἶναι ἀναγκαία διὰ τὴν κανονικωτέραν διεξαγωγὴν τοῦ λογιστικοῦ τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς ὑπηρεσίας. Περὶ τούτου γενήσεται λόγος κατὰ τὴν συζήτησιν. Ὑποβάλλω ἕτερον νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπικυροῦται σύμβασις μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Κυρίου Ζαφειροπούλου περὶ ἱδρύσεως ἐργοστασίου πρὸς κατασκευὴν φωσφωρίων. Ὑποβάλλω ἕτερον νομοσχέδιον, δι’ οὗ προτείνει ἡ Κυβέρνησις ὥστε, ἀντὶ τῆς διδομένης εἰς τὴν θυγατέρα τοῦ ἀειμνήστου ναυάρχου Ἀντωνίου Κριεζῆ ἐτησίας συντάξεως εἰς δραχμῶν 3,318, δοθῇ αὐτῇ ἅπαξ προίκησις 25,000 δραχμῶν, ἐὰν ἡ νέα ἔλθῃ εἰς γάμον. Ὑποβάλλω ἐπίσης νομοσχέδιον δι’ οὗ προτείνεται ἡ χορήγησις μηνιαίας συντάξεως εἰς τὸν βουλευτὴν Δαρειώτην, τοῦ ὁποίου ὅλοι γνωρίζετε τὰ παθήματα καὶ τὰ προηγούμενα.
§4ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (ὑπουρ. Ναυτικῶν). Κύριοι βουλευταὶ, τὸ ναυτικὸν ἀτυχῶς ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτοῦ στερεῖται ναυτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, καταφεύγει δὲ πολλάκις εἰς νομοθετήματα γαλλικὰ τῆς ἐπαναστάσεως· οὕτω δὲ ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης ἀπαντᾷ μεγάλα προσκόμματα. Ὁ ἀείμνηστος ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν Μιαούλης κατὰ τὸ 1860 ἢ 61 εἶχε ὑποβάλει νομοσχέδιον τοιοῦτον εἰς τὴν τότε Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία ἠναγκάσθη νὰ παρακαλέσῃ τὸν ὑπουργὸν ἐκεῖνον ν’ ἀποστείλῃ αὐτὸ εἰς ἐπιτροπὴν ἵνα τὸ ἐπεξεργασθῇ καλλίτερον. Ἔκτοτε οὐδὲν ἐγένετο. Κατὰ τὸ 1871 ἢ 72 συνεκροτήθη ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ ἐπιτροπὴ ἐξ ἐπισήμων νομικῶν, τοῦ κυρίου Παππαῤῥηγοπούλου, τοῦ Νικολάου Μιαούλη πλοιάρχου τοῦ Ναυτικοῦ καὶ τοῦ γηράσαντος εἰς τὰ ναυτοδικεῖα πλοιάρχου κυρίου Μπρούσκου, ἥτις ἐπεξειργάσθη τὸν νόμον ἐπὶ 3 ἔτη. Ὑποβάλλω ἤδη αὐτὸν συνοδευόμενον ὑπὸ ἐκθέσεως ἀναλυτικῆς, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν καὶ τὴν παραπομπὴν εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§5ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον 61 τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου ὁρίζει τὰ ἑξῆς· «Ἄρθρον 61. Ἐκ τῶν ἐν τῷ παρόντι νόμῳ ὁριζομένων ἀδικημάτων γεννᾶται κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ πολιτικὴ περὶ ἀποζημιώσεως ἀγωγὴ ὑπὲρ τοῦ ζημιωθέντος. Ἡ πολιτικὴ αὕτη ἀγωγὴ εἰσάγεται μόνον ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων καὶ ἐκδικάζεται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ κοινοῦ δικαίου.» Ὁ κύριος Χοϊδᾶς ἐπρότεινε τότε τὰ ἑξῆς· «Παρακαλῶ ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ προστεθῇ τὸ «ἀνεξαρτήτως τῆς καταδίκης ἢ τῆς ἀθωώσεως τῶν Ὑπουργῶν», διότι εἶναι δυνατὸν πολλάκις ἓν δικαστήριον νὰ πλανηθῇ καὶ νὰ ἀθωώσῃ ἕνα Ὑπουργόν, εἶναι δυνατὸν νὰ πλανηθῇ καὶ νὰ καταδικάσῃ ἕνα Ὑπουργόν. Νὰ τεθῇ ἀνεξαρτήτως τῆς καταδικαστικῆς ἢ ἀθωωτικῆς ἀποφάσεως.» Ὁ κύριος Μίλησις εἰς ταῦτα ἀπήντησεν ὄχι· οἱ στενογράφοι ὅμως δὲν ἤκουσαν τὴν ἐξήγησιν ἅπασαν καὶ διὰ τοῦτο ἔγραψεν ὡς παραλειφθέντα προφανῶς ὁ κ. Μίλησις ὁ ἴδιος τὰ ἑξῆς: «Ὄχι, ἐννοοῦμεν τοὐναντίον ὅτι ἡ ἀστικὴ εὐθύνη συνδέεται ἀδιασπάστως πρὸς τὴν ποινικὴν, ἀποτελοῦσαν προδικαστικὸν ἐκείνης ζήτημα· ἑπομένως ἐν περιπτώσει ἀθωώσεως ἀγωγὴ περὶ ἀστικῆς εὐθύνης δὲν δύναται νὰ ἐγερθῇ, κατὰ τοῦτο ὁ ἰδικὸς τοῦτος Νόμος εἶναι ἐπιεικέστατος». Διὰ τῶν λόγων τοῦτον ἀπέκρουσεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Παιδείας τοὺς λόγους τοῦ κυρίου Χοϊδᾶ. Τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ λέγουσι· «ἐπρότεινέ τις ἵνα ἀνεξαρτήτως τῆς ἀθωωτικῆς ἢ καταδικαστικῆς ἀποφάσεως μένῃ ἡ ἀγωγὴ περὶ ἀποζημιώσεως, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψεν παραδεχθεῖσα τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει». Οὕτω μένει ἴσως ἀμφίβολον ἂν ὁ Ὑπουργὸς καὶ ἀθωούμενος ἀπὸ τὸ δικαστήριον δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς ποινικὴν καταδίωξιν· αὐτὸ δὲ δὲν ἦτο ἡ ἔννοια τοῦ νόμου. Νομίζομεν ἀναγκαῖον λοιπὸν ἡ αἰτιολογία, ἣν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ ἡ ὁποία σημειοῦται εἰς τὰ πρακτικὰ τὰ ἐστενογραφημένα, νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά. Ὁμολογῶ ὅτι οὔτε ἐγὼ οὔτε ἄλλος τις θὰ τολμήσῃ νὰ διατάξῃ μέτρον τι συνεπεία ἀνάγκης ἂν ἔχῃ τὴν ὑπόνοιαν ὅτι μία ἀγωγὴ αἰωνίως θέλει τὸ καταδιώκει, καὶ ἀπόδειξις ὅ,τι γίνεται σήμερον, καὶ θ’ ἀναγκασθῶ ἴσως ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ν’ ἀνακαλέσω τὴν διαταγὴν τὴν ὁποίαν ἐξέδωκα, καὶ διὰ τῆς ὁποίας διετάχθη ἡ παῦσις τῆς καταστροφῆς τοῦ Λυκαβητοῦ. Ὁ ἰδιοκτήτης ὅμως ἀνθίσταται καὶ ἐκίνησεν ἀγωγὴν ἀποζημιώσεως. Δὲν ἐννοῶ ποῖος θ’ ἀποφασίσῃ νὰ διατρέξῃ τοὺς κινδύνους πολιτικῆς ἀγωγῆς. Ζητοῦμεν λοιπὸν ἡ ἐξήγησις τοῦ κυρίου Μίληση, ἣν παρεδέχθη ἡ Βουλὴ καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἀπέκρουσε τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Χοϊδᾶ, ἐξήγησις ἡ ὁποία λεπτομερῶς ἐμπεριέχεται εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ ἐπίσημα, ὥστε ὅταν ἕνας Ὑπουργὸς κηρυχθῇ ἀθῶος ἀπὸ τὰ ποινικὰ δικαστήρια νὰ μὴ ὑπόκειται εἰς πολιτικὰς καταδιώξεις.
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκυρώθη ὁ νόμος;
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκυρώθη, ἀλλὰ δὲν ἐδημοσιεύθη.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐνόσῳ δὲν δημοσιευθῇ δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν τίποτε ὑπ’ ὄψιν.
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ, κύριοι, δὲν παρεδέχθη τὴν ἐξήγησιν, ἣν ἔδωσεν ὁ κύριος Χοϊδᾶς, καὶ ἐπροχώρησεν εἰς τὴν παραδοχὴν τοῦ ἄρθρου· ἡμεῖς λοιπὸν ζητοῦμεν νὰ τεθῶσιν εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ οἱ λόγοι τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, δι’ οὓς δὲν ἐδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χοϊδᾶ.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν πρόκηται περὶ ἑρμηνείας, ὁ κατάλληλος καιρὸς, ἵνα σκεφθῇ ἡ Βουλὴ περὶ αὐτῆς εἶναι ὁ μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου καὶ τότε οὐχὶ διὰ τῶν πρακτικῶν, ἀλλὰ δι’ ἑτέρου νόμου ἑρμηνευτικοῦ· ἂν δὲ πρόκηται περὶ μεταβολῆς, εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος, ὅτι πολλαὶ πρέπει νὰ γείνωσι μεταβολαὶ εἰς τὸν νόμον τοῦτον, ἀλλὰ καὶ αὗται πρέπει νὰ ἐπέλθωσι μετὰ τὴν κύρωσιν αὐτοῦ καὶ τοῦτο διότι ἡ Βουλή, ὅτε ἐπιψήφισε τὸν νόμον ἠθέλησε νὰ τὸν καταστήσῃ ὑποχρεωτικὸν εἰς τὸ Κράτος ὡς εἶχε, ἤδη δὲ ἀπεξεδύθη παντὸς ἐπ’ αὐτοῦ δικαιώματος, ἡ δ’ ἑτέρα ἐξουσία ὀφείλει νὰ τὸν κυρώσῃ ἢ μὴ οἷος τότε ἐψηφίσθη. Ὅτε δὲ ὁ κύριος πρωθυπουργὸς μᾶς λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψεν γενομένην ἢ μὴ γενομένην πρότασιν, ὅπως δοθῇ ἑρμηνεία ἀντίθετος ἐκείνης, ἣν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ἤδη συνιστᾷ, νομίζω, ὅτι κακῶς ἑρμηνεύει τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἐγώ, κύριοι, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ἠναγκάσθην ν’ ἀποχωρήσω ἕνεκα ἀσθενείας· ἀλλὰ καλῶς γνωρίζω ποία ἦτο ἡ διάθεσις τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλή, ἂν ἀπέῤῥιψε τροπολογίαν ἑρμηνεύουσαν τὸν νόμον, δὲν τὴν ἀπέῤῥιψε διότι τὴν ἐθεώρησεν μὴ ὀρθήν, ἀλλὰ διότι ἀπέκρουε πᾶσαν τροπολογίαν ἢ ἑρμηνείαν ὀρθὴν ἢ μὴ ὀρθήν, ἐπεθυμοῦσα νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος ὡς ἔχει, πρὸς ἀποφυγὴν χρονοτριβῶν δυναμένων νὰ ματαιώσωσι τὴν ψήφισιν αὐτοῦ καὶ ἐπιφυλαττομένη ὅπως προβῇ κατόπιν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν ἑτέρου νόμου ἐπανορθοῦντος τὸν πρῶτον· διότι εἴχομεν ὅλοι τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐνόσῳ δὲν ὑπῆρχεν ἐψηφισμένος νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ἦτο μάταιον νὰ προσδοκῶμεν συζήτησιν ἀποτελεσματικὴν περὶ τοιούτου νομοθετήματος· ἐνῷ προϋπάρχοντος ἄλλου νόμου ἡ συζήτησις νεωτέρου θὰ ἐτύγχανε συνδρομῆς ὅθεν ἄλλως παρενεβάλλοντο κωλύματα. Ἑπομένως ἡ Βουλή, ἀποῤῥίψασα τροπολογίαν ἑρμηνευτικήν, ἐνόει ἁπλῶς νὰ ψηφίσῃ ὅπως δήποτε νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ἄνευ χρονοτριβῶν πρὸς ἑρμηνείαν ἢ βελτίωσιν αὐτοῦ. Ἤδη δὲ ἡ Κυβέρνησις περὶ τὴν ἐπικύρωσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἵνα καταστήσῃ αὐτὸν νόμον τοῦ Κράτους ἀσκεῖ ἴδιον ἑαυτῆς δικαίωμα· δὲν εἶναι ὅμως δικαίωμα αὐτῆς νὰ ἔρχηται προκαλοῦσα συμφωνίας μετὰ τῆς Βουλῆς καὶ νὰ λέγῃ πρὸς ταύτην, ἢ παραδέχεσαι ἑρμηνείαν τοιαύτην ἢ ἄλλως δὲν ἐπικυρῶ τὸν νόμον. Ἑπομένως εἰς οὐδεμίαν συζήτησιν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ἂν δὲν προηγηθῇ πλήρης ἡ κύρωσις τοῦ νόμου.
§11ΜΙΛΗΣΗΣ (ὑπουργὸς Ἐκκλησιαστικῶν). Δὲν πρόκειται, κύριοι, περὶ μεταβολῆς νόμου, διότι, ἂν ἐπρόκειτο περὶ τούτου, νέα βεβαίως πρότασις ἤθελεν ὑποβληθῆ ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν, καὶ αὕτη ἤθελε διατρέξει τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν διατρέχει πᾶσα πρότασις νόμου. Δὲν πρόκειται οὐδὲ περὶ ἑρμηνείας, διότι δὲν εἶναι ὁ νόμος συντετελεσμένος, δὲν ἐφηρμόσθη, δὲν προέκυψαν κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του διαφωνίαι, ἵνα γείνῃ ἀνάγκη ἑρμηνείας. Περὶ τίνος λοιπὸν πρόκειται; Πρόκειται νὰ καταχωρισθῇ ἐν ἀκριβείᾳ εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ γεγονός, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν, τοῦ ὁποίου ἀντελήφθη ἡ Βουλή, τὸ ὁποῖον μαρτυρεῖται ὑπὸ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, ἀλλ’ ἀτελῶς εἶναι ἐκτεθειμένον ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς. Ἰδοὺ δὲ τὸ γεγονὸς τοῦτο. Ὁ κ. Χοϊδᾶς, ὅταν ἀνεγινώσκετο, (δὲν δύναμαι νὰ εἴπω συνεζητεῖτο) τὸ ἄρθρον 61, τὸ ἀφορῶν τὴν πολιτικὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν, ἔκαμε τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν σημειοῦσι τὰ ἐπίσημα πρακτικά, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἀγωγὴ περὶ ἀποζημιώσεως πρέπει νὰ ᾖναι ἀνεξάρτητος τῆς ποινικῆς, ἑπομένως εἴτε ἀθωωθῇ ὁ ὑπουργὸς εἴτε καταδικασθῇ, ἡ πολιτικὴ ἀγωγὴ νὰ ὑφίσταται, ἔχουσα ἰδίαν καὶ ἀνεξάρτητον ὕπαρξιν. Ἐγὼ ἀπήντησα, ὅτι αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις συνέταξε τὸ νομοσχέδιον, οὔτε τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις τὸ ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλήν· ὅτι τοὐναντίον ἐννοοῦμεν ἡμεῖς νὰ ἐξαρτήσωμεν τὴν πολιτικὴν ἀγωγὴν περὶ ἀποζημιώσεως ἀπὸ τῆς ποινικῆς, τοὐτέστιν νὰ καταστήσωμεν τὴν ποινικὴν προδικαστικὸν ζήτημα τῆς πολιτικῆς ἐν περιπτώσει ἀθωώσεως. Τοῦτο ἐσημειώθη ἐν τοῖς ἐστενογραφημένοις πρακτικοῖς, τὰ δὲ ἐπίσημα μόνον τὸ πρῶτον μέρος τοῦ γεγονότος σημειοῦσι· τοὐτέστι βεβαιοῦσιν μὲν, ὅτι ὁ κύριος Χοϊδᾶς ἐπρότεινε νὰ μείνωσιν αἱ δύω ἀγωγαὶ κεχωρισμέναι καὶ αὐθύπαρκτοι, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν πρότασιν ταύτην, ἀλλὰ δὲν προβαίνουσι περαιτέρω, τοὐτέστι δὲν βεβαιοῦσι καὶ τὸ θετικὸν μέρος τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ ποινικὴ δίκη ἐν περιπτώσει ἀθωώσεως ἀποτελεῖ προδικαστικὸν ζήτημα τῆς πολιτικῆς. Τοῦτο λοιπὸν ἐθεωρήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὡς μία ἀνακρίβεια, καὶ διὰ τοῦτο παρουσιάζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ζητοῦσα νὰ συμπληρώσῃ αὕτη τὸ γεγονὸς, ὅπερ ἔλαβε χώραν, καὶ καταστήσῃ αὐτὸ ἀκριβές Καὶ ἐξάγεται μὲν ἐκ τῆς ἀποῤῥίψεως τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Χοϊδᾶ ὡς συμπέρασμα ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς τοῦ νὰ συνδέσῃ ἐν περιπτώσει ἀθωώσεως τὰς δύω ἀγωγὰς, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις θέλει αὐτὸ τὸ θετικὸν γεγονὸς νὰ σημειωθῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς πρὸς ἄρσιν ἐνδεχομένης ἀμφιβολίας. Δὲν πρόκειται λοιπὸν, κύριοι, ὡς βλέπετε, οὔτε περὶ ἑρμηνείας οὔτε περὶ μεταβολῆς νόμου, ἀλλὰ ἁπλῶς περὶ μὴ ἀκριβοῦς ἐκθέσεως μιᾶς ἀποφάσεως γενομένης ἤδη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡ Βουλὴ δι’ οἱονδήποτε λόγον δὲν θελήσῃ νὰ κάμῃ τὴν τοιαύτην συμπληρωτικὴν δήλωσιν, ἡ Κυβέρνησις δηλοῖ ὅτι μὲ τὴν ἔννοιαν ταύτην ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ψήφισιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν βασιλικὴν κύρωσιν, καὶ μὲ τὴν ἔννοιαν ταύτην θέλει δημοσιεύσει τὸν νόμον, ἂν τὸν δημοσιεύσῃ.
§12Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐπιδιόρθωσις πρακτικῶν. Τὰ πρακτικὰ ὅμως ἐκεῖνα ἐπεκυρώθησαν, εἶναι ἤδη ἱστορία· πῶς παρουσιάζεσθε μετὰ δύω μῆνας καὶ ζητεῖτε ἐπιδιόρθωσιν;
§13ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον ὥστε νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ προβῶμεν εἰς ὁριστικὴν ἀπόφασιν καὶ ἑρμηνείαν τῶν προαποφασισθέντων χωρὶς προηγουμένως νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα εὐρύτερον. Πρόκειται περὶ τῆς πολιτικῆς ὑποχρεώσεως τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ πρῶτον ἐγὼ, κύριοι, ἔχω διάφορον γνώμην ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἐξέθηκαν οἱ προλαλήσαντες· συμφωνῶ ἐν μέρει ὅτι ἡ ποινικὴ δίκη δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς προδικαστικὸν ζήτημα, οὐχὶ ὅμως καὶ πάντοτε, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ πάντοτε ἐκκρεμὴς ἡ κατηγορία περὶ ἀποζημιώσεως ἐπὶ 30 ἔτη ὁλόκληρα. Νομίζω, ὅτι ἂν ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ ἐκ νέου τοῦ ζητήματος, καὶ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ, ἑρμηνεύουσα οὕτως εἰπεῖν τὸν νόμον, ἢ διὰ νέας προτάσεως διορθόνουσα τὸ ἄρθρον αὐτὸ, πρέπει νὰ ἀποφασίσωμεν πᾶν ἄλλο, παρ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπεφασίσαμεν. Ἐγὼ νομίζω ὅτι, ὅταν ὁ ὑπουργὸς καταδικασθῇ, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ δεδικασμένον ἀπέναντι αὐτοῦ καὶ τὸ ζήτημα τῆς πολιτικῆς ἀποζημιώσεως. Δύναται νὰ καταδικασθῇ ὁ ὑπουργὸς ἀπὸ τὸ εἰδικὸν δικαστήριον, ἀλλὰ δύναται νὰ μὴ θεωρηθῇ ὑπὸ τοῦ πολιτικοῦ δικαστηρίου ὑπόχρεως εἰς ἀποζημίωσιν· ὥστε πρέπει νὰ μείνωσι τὰ πολιτικὰ δικαστήρια ἐντελῶς ἐλεύθερα. Τὸ ἐν λόγῳ ἄρθρον ἀπαιτεῖ τροποποίησιν, ἥτις καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ ἀδικηθέντος νὰ προφυλάξῃ καὶ τὸν ὑπουργὸν εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις νὰ ὑποβάλλῃ εἰς καταδίωξιν πολιτικήν. Νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ μείνωσι τὰ πράγματα ὅπως ἔχουσι, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἀφοῦ κυρώσῃ τὸν νόμον, νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν ἑρμηνευτικὴν, ἢ νέον νομοσχέδιον δι’ οὗ νὰ τροποποιῇ τὸ εἰρημένον ἄρθρον, κατὰ δὲ τὴν συζήτησιν ἐκείνην θὰ ἀναπτυχθῶσι αἱ διάφοροι γνῶμαι.
§14ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πιστεύω καὶ ἐγὼ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἑρμηνείας νόμου πολὺ δὲ περισσότερον δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ὁ ὑπουργὸς καταδικασθῇ εἴτε ἀθωωθῇ ἂν ᾖναι ἢ ὄχι ὑπόχρεως εἰς πολιτικὴν ἀποζημίωσιν· πρόκειται κἄτι τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον φοβοῦμαι ὅτι ἐκφεύγει τὴν παρατήρησιν. Ἡ Κυβέρνησις μᾶς εἶπε καθαρὰ, ἢ κάμετε τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν σᾶς λέγω, ἢ τὸν νόμον δὲν ἐπικυρῶ (θόρυβος).
§15ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν τὸ εἶπεν αὐτό.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§17ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ ἐνόμισα ὅτι εἶπεν, ὅτι δὲν κυροῖ τὸν νόμον. Τότε δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε περισσότερον. Παρακαλῶ ὅμως τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκφρασθῇ ἂν θὰ δημοσιεύσῃ τὸν νόμον.
§18ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι δικαίωμά της.
§19ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλ’ εἶναι καὶ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ λάβῃ μέτρα ἂν πρόκειται νὰ μὴ δημοσιεύσῃ τὸν νόμον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκφρασθῇ, ἐννοεῖ νὰ δημοσιεύσῃ τὸν νόμον, ναὶ ἢ ὄχι;
§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶμαι ὑπεύθυνος ὡς πρὸς τοῦτο καὶ θὰ κάμω ὅ,τι νομίζω ὀρθόν.
§21ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ἡ Βουλὴ μέλλει νὰ σκεφθῇ ὅ,τι τὸ δικαίωμά της τῇ ἐπιβάλλει.
§22ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἶναι πάσης πίστεως ἄξιος, ἀλλὰ τὰ πρακτικὰ δὲν λέγουν ὅ,τι λέγει· τὰ πρακτικὰ τὰ ἐστενογραφημένα λέγουσιν ἁπλῶς ὄχι, ὅτι εἶπεν ὁ κ. Μίλησης· πιστεύω δὲ ὅτι τοῦτο τὸ ὄχι περιέχει τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν ἐπρόσθεσε κατόπιν· τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ δὲν ἔχουν ὅλην αὐτὴν τὴν ἱστορίαν καὶ διήγησιν. Σήμερον δὲ φαίνεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις διστάζει νὰ δημοσιεύσῃ τὸν νόμον. Ἡ Βουλὴ ψηφίσασα τόσον κατεσπευσμένως τὸν νόμον ἐκεῖνον νομίζω, ὅτι ἀπῄτει τὴν δημοσίευσίν του, ἢ οὕτως ἢ ἄλλως, ἂν δὲ ὁ νόμος κακῶς ἔχει ἢ μερικὰ αὐτοῦ μέρη κακῶς ἔχουσι τότε ἂς τὸν διορθώσωμεν· πρὸ τῆς δημοσιεύσεώς του ὅμως δὲν δυνάμεθα νὰ τροποποιήσωμεν τὰ ἐπίσημα πρακτικά, ἀφοῦ καὶ τὰ ἐστενογραφημένα εἶναι σύμφωνα. Τὰ ἐστενογραφημένα λέγουσιν ὄχι ἁπλῶς, ἐδῶ δὲ εἶναι προστεθειμέναι λέξεις.
§23ΜΙΛΗΣΗΣ (ὑπουργὸς Ἐκπαιδεύσεως). Ἐπειδὴ φέρετε εἰς ἀμφιβολίαν τὴν ἀγόρευσίν μου, σᾶς παρακαλῶ νὰ παρατηρήσητε τὸ μέρος αὐτὸ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν. Οἱ στενογράφοι ἔγραψαν ἁπλῶς «Μίλησης ὄχι» ἀλλὰ μετὰ τὸ ὄχι, ὡς βλέπετε, ἀφῆκαν κενὸν διάστημα, ὅπως συμπληρώσω τὴν φράσιν μου· διότι ὡς ἐκ τοῦ γενομένου θορύβου, τὸν ὁποῖον ἐνθυμεῖσθε ὅλοι κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, δὲν ἤκουσαν τοὺς λόγους μου. Δὲν ἠδυνάμην δὲ προδήλως, κύριοι, εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χοϊδᾶ ν’ ἀντιτάξω μόνον ἓν ὄχι αὐτοκρατορικόν· ἀνέφερα φυσικῷ τῷ λόγῳ καὶ τοὺς λόγους τοῦ ὄχι, καὶ ἐπειδὴ δὲν τοὺς ἤκουσαν οἱ στενογράφοι, τοὺς ἐσημείωσα ἐγὼ εἰς τὸ ἀφεθὲν κενὸν μέρος τῶν στενογραφημάτων.
§24ΧΟΪΔΑΣ. Ἠγέρθη ὁ κ. Μίλησης καὶ ἀντέταξεν εἰς τὴν πρότασίν μου λόγους δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τίνας καὶ ποίους· τὸ ὄχι ὅμως τὸ ἐνθυμοῦμαι.
§25Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ ἔντιμος ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς καὶ ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἔδωκε, μοῦ ἐπιβάλλουν τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Ὁ κ. Λομβάρδος προετίθετο νὰ καταδείξῃ ὅτι αἱ ἀμφιβολίαι, τὰς ὁποίας ἐγέννησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἀνάγκη τῶν πρακτικῶν, δὲν δύνανται νὰ δικαιολογήσωσι τὴν μὴ δημοσίευσιν τοῦ νόμου. Ἠρώτησε δὲ τὸν κ. ὑπουργὸν ἐὰν πραγματικῶς εἶπεν, ὅτι ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν συναινέσῃ εἰς τὴν ζητηθεῖσαν παρ’ αὐτοῦ ἐξήγησιν ἢ τὴν προσθήκην, ἐὰν ἀληθῶς δὲν σκοπῇ νὰ ἐκδώσῃ τὸν νόμον. Ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου εἶπεν, ὅτι ἔχει ἐλευθερίαν ἐνεργείας καὶ θέλει προβῆ εἰς ὅ,τι νομίζει ἀναγκαῖον. Ἀλλ’ αὐτὸ δεικνύει ὅτι εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον ἡ Κυβέρνησις νὰ νομίζῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου, εἶναι δ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐνδεχόμενον νὰ προταθῇ ποτε ὡς δικαιολογία τῆς μὴ ἐκδόσεως τοῦ νόμου ἡ ἄρνησις τῆς Βουλῆς νὰ παραδεχθῇ τὴν ζητηθεῖσαν ἐξήγησιν ἢ προσθήκην, διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ φέρω παρατηρήσεις τινάς. Τὸν νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν δὲν συνέταξεν ἡ Βουλή, τὸν συνέταξεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ δὲ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ ἐψήφισεν αὐτὸν οἷος ἐπροτάθη. Ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ἐπεκρίθη τὸ ἐπιψηφισθὲν νομοσχέδιον ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ἐσυζητήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ νὰ συζητῇ ἢ νὰ μὴ συζητῇ, καὶ δὲν συζητεῖ ὅταν νομίζῃ, ὅτι τὰ νομοσχέδια, ἐφ’ ὧν δὲν συζητεῖ δὲν δίδουσιν ἀφορμὴν πρὸς συζήτησιν· ὅθεν ἡ Βουλὴ ἔκαμνε χρῆσιν τοῦ δικαιώματός της· οὐδεὶς ἠνάγκασε τὴν Βουλὴν νὰ μὴ συζητήσῃ τὸν νόμον, οὐδεὶς ἀντεστάθη οὐδὲ ἔφερεν οἱονδήποτε λόγον· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἠθέλησε νὰ συζητήσῃ τὸν νόμον, διότι ἔκρινε τὸν νόμον καλῶς συντεταγμένον καὶ μηδεμιᾶς τροπολογίας χρῄζοντα. Ἀλλὰ διάταξίς τις τοῦ νόμου ἐγείρει ἀμφιβολίαν· νομίζω δὲ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἔχῃ ἀμφιβολίαν περὶ τῆς οὐσίας τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νόμου, ἀφοῦ αὐτὴ συνέταξεν αὐτόν. Ἐγὼ τῇ ἀληθείᾳ δὲν εὑρίσκω κἀνένα λόγον νὰ ἀμφιβάλλω, κἀνένα λόγον ὁ ὁποῖος νὰ μὲ πείθῃ ὅτι τὰ λεχθέντα ἐν τῇ Βουλῇ δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν μεταβάλοντα τὴν ἔννοιαν τῆς διατάξεως· ἐὰν ἡ διάταξις τοῦ νόμου ὅπως συνετάχθη εἶχεν ἔννοιαν ὅτι θεωρεῖ ἀνεξάρτητον τὴν ἀστικὴν ἀγωγὴν ἀπὸ τῆς ποινικῆς, τὰ κατὰ τὴν συζήτησιν λεχθέντα δὲν συντελοῦσι νὰ μεταβάλωσι τὴν ἔννοιαν ταύτην τοῦ νόμου, καὶ νὰ μὴ δώσωσιν αὐτὴν τὴν ἔννοιαν· ἂν ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως εἶναι ὅτι ἡ ἀστικὴ ἀγωγὴ δὲν εἶναι ἀνεξάρτητος ἀπὸ τῆς ποινικῆς, τὰ κατὰ τὴν συζήτησιν λεχθέντα δὲν πείθουσι τὸν δικαστὴν νὰ ἀποδώσῃ ἄλλην ἔννοιαν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ὁποίαν ἔχει· ὅθεν οὐδεὶς ὑπάρχει φόβος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι σαφὴς ἡ διάταξις τοῦ νόμου δύνανται νὰ εἴπωσιν· ἀλλ’ ἡ ἔννοια αὐτοῦ δύναται νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀμφιβολίαν. Τότε δυνάμεθα νὰ προσφύγωμεν εἰς τοὺς κανόνας τῆς ἑρμηνευτικῆς, καὶ προσέτι εἰς τοὺς καὶ κατὰ τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν καὶ κατὰ τὰς νομοθεσίας τῶν ἄλλων ἐθνῶν ἰσχύοντας κανόνας, καθ’ οὓς κανονίζεται ἡ σχέσις τῶν πολιτικῶν πρὸς τὰς ποινικὰς ὑποθέσεις. Λέγω δὲ ταῦτα διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι ἐν πρώτοις δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου· ἐὰν δὲ τυχὸν ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, αὕτη δὲν δύναται νὰ ἐπιφέρῃ βλάβην εἰς τὰ συμφέροντα τῆς πολιτείας, ἀφοῦ μάλιστα δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀμφιβολία αὕτη εἰς τοὺς ἔχοντας τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου· ἑπομένως ἐὰν συμβῇ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νὰ μὴ κυρωθῇ καὶ ἑπομένως νὰ μὴ ἐκδοθῇ νομίζω ὅτι ὁ λόγος οὗτος δὲν δύναται νὰ προταθῇ πρὸς δικαιολογίαν τῆς μὴ ἐκδόσεως τοῦ νόμου.
§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, δὲν ἐσυνειθίσαμεν, οὔτε ποτὲ θέλομεν προσπαθήσει νὰ ζητήσωμεν προφάσεις, νὰ πλάσωμεν λόγους ἵνα ἐπιῤῥίψωμεν εἰς ἄλλον ὁλόκληρον ἢ μέρος τῆς εὐθύνης ἡμῶν. Κύριοι, ὅ,τι θὰ πράξωμεν θὰ τὸ πράξωμεν ἐλευθέρως καὶ κατὰ συνείδησιν, καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ὑπεύθυνοι διὰ τοῦτο. Ὁ λόγος λοιπὸν δὲν εἶναι αὐτὸς ὅπως ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Γορτυνίας ἐπίστευσεν· ἡμεῖς δὲν ἐζητήσαμεν προφάσεις οὔτε σκοποῦμεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν εὐθύνην μας. Ἡμεῖς, κύριοι, οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἔχομεν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου ὅπως τὸ ἄρθρον τὸ ἐννοοῦμεν, ὅπως τὸ ἐξηγήσαμεν ἐνώπιόν σας· δὲν ἤλθαμεν λοιπὸν νὰ ζητήσωμεν διασάφησιν, ἢ ἐξήγησιν ἢ ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου, διότι ἡμεῖς δὲν ἀμφιβάλλομεν, λέγομεν μόνον τί ἀπηντήσαμεν εἰς τὸν κ. Χοϊδᾶν ὅπως διασαφήσωμεν τὸ ἄρθρον, διότι δὲν ἐσημειώθη διακεκριμμένως ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς ἀλλ’ ἐν τοῖς ἐστενογραφημένοις· αὐτὸ λέγαμεν νὰ σημειωθῇ καὶ ἐν τοῖς ἐπισήμοις ὅπως ἔχει καὶ εἰς τὰ ἐστενογραφημένα ἵνα μὴ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία. Ἐζητήσαμεν νὰ ἐγγράψωμεν εἰς τὰ πρακτικὰ τὰ γεγονότα ὅπως ἔλαβον χώραν· ἡμεῖς δὲν ἀμφιβάλλομεν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου, θέλομεν νὰ σημειωθοῦν τὰ συμβεβηκότα εἰς τὰ πρακτικὰ ὅπως συνέβησαν, διότι πιθανόν ἄλλος ὑπουργὸς νὰ μὴ προβῇ εἰς ἔργα φοβούμενος τὴν εὐθύνην· ἑπομένως ἡμεῖς ἐξήγησιν δὲν ἐζητήσαμεν.
§27ΧΟΪΔΑΣ. Εἰς τὰ πρακτικὰ δυνάμεθα νὰ προσθέσωμέν τι τώρα;
§28ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ζητεῖ ἐν τοῖς σημερινοῖς πρακτικοῖς νὰ ἐγγράψωμεν τὰ στενογραφήματα τὰ σχετικὰ ὡς πρὸς τὴν ἐξήγησιν τοῦ ἄρθρ. 61 περὶ εὐθύνης, τοὐτέστι ἐν τοῖς σημερινοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς νὰ ἐγγράψωμεν ὅσα περιέχονται ἐν τοῖς ἐστενογραφημένοις περὶ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 61 τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡμεῖς εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἀντετάξαμεν τὴν πρότασιν τοῦ ἀπαραδέκτου.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ προλάβατε. Κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ τινὲς ἀντέταξαν, ὅτι τοιαύτη διόρθωσις ἢ ἐγγραφὴ δὲν δύναται νὰ γείνῃ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου. Πρέπει λοιπὸν ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ καὶ ἐπὶ τῆς γνώμης τῶν ἀντιταχθέντων κατὰ τῆς προτάσεως αὐτοῦ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ.
§32ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἐρωτήσητε πρότερον περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπροτείναμεν τὸ ἀπαράδεκτον, διότι ὁ νόμος δὲν ἐδημοσιεύθη.
§34ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τί ἐννοοῦν οἱ προτείναντες τὸ ἀπαράδεκτον;
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης πρὶν ἢ δημοσιευθῇ ὁ νόμος.
§36ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι μόνον αὐτὸ ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦμεν νὰ διορθώσωμεν καὶ προηγούμενα πρακτικά.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. πρόεδρος δὲν ζητεῖ διόρθωσιν πρακτικῶν ἀλλ’ ἐγγραφὴν τῶν ἐστενογραφημένων ἐν τοῖς ἐπισήμοις τοῖς σημερινοῖς.
§38ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοῦτο πράττοντες δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο ἢ νὰ συμπληρώσωμεν πρακτικὰ παρελθόντα. Νομίζω, ὅτι τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς ὅλα τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πάντοτε μία Κυβέρνησις, μία πλειοψηφία δύναται νὰ ἀλλοιώσῃ πρακτικὰ........ αὐτὸς εἶναι ὁ οὐσιωδέστερος λόγος.
§39ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Φρονῶ, ὅτι οἱ προτείναντες τὸ ἀπαράδεκτον φρονοῦν, ὅτι ἡ ἐξήγησις τοῦ ὑπουργοῦ εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ διαφέρει τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου.
§40ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§41ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Διὰ τοῦτο προτείνω τὴν πρότασιν ταύτην «ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν», ἥτις εἶναι ἀπωτέρω.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀπωτέρω πρότασις εἶναι τοῦ ἀπαραδέκτου, ἑπομένως ἡ τοῦ κ. Θεοχάρη δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ τοιαύτη. Λοιπὸν θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἀπαράδεκτον. Λοιπὸν μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§43ΦΙΛΗΜΩΝ. Πρὶν τούτου, κ. πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω δύω λέξεις. Εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια, ὁσάκις ἓν μέλος τοῦ Κοινοβουλίου ἀποθνήσκει, ἐθίζεται νὰ ἀναγγέλλεται ἐπισήμως ὁ θάνατος αὐτοῦ, νὰ συνοδεύεται δὲ ἐπισήμως ὑπό τινων λόγων ἐπαινετικῶν ἀναλόγως τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ τάξεως. Τὸ ἔθιμον τοῦτο ἐπεκράτησε καὶ παρ’ ἡμῖν, ὁσάκις δυσάρεστος τοιαύτη ἀφορμὴ παρουσιάσθη, ὡς καὶ παρ’ ὅλοις τοῖς εὐνομουμένοις ἔθνεσιν. Αὔριον συμπληροῦται ἑβδομάς, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἀπεβίωσεν ἓν μέλος τῆς ἡμετέρας Βουλῆς, ὅπερ διήνυσεν ὁλόκληρον τὸν βίον του ἐργαζόμενον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος καὶ οὗ τὸ ὄνομα πάντοτε θέλει μείνει σεβαστὸν, συνδεθὲν ἀῤῥήκτως μετὰ τῆς ἱστορίας τῆς πολιτικῆς τοῦ ἔθνους καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῶν κοινοβουλικῶν θεσμῶν. Μέχρι τοῦδε οὐδεμία ἐγένετο ἐπίσημος ἀναγγελία τῆς ἀποβιώσεως τοῦ προσώπου τούτου· ἡ τοιαύτη δ’ ἀναγγελία συνήθως γίνεται ὑπὸ τοῦ Προέδρου. Δὶς συνήλθομεν ἀπὸ τῆς ἀποβιώσεως τοῦ ἀειμνήστου Χρηστίδου καὶ οὐδὲν ἐῤῥέθη. Ταύτην τὴν ἔλλειψιν τολμῶ νὰ ἀναπληρώσω ἐγὼ τὴν στιγμὴν αὐτήν. Ἀναγγέλλων εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ διακεκριμένου αὐτοῦ πολίτου τὴν ἀποβίωσιν, συγχρόνως προτείνω, ὡς φόρον εὐγνωμοσύνης πρὸς πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς νεότητος αὐτοῦ προσέφερε διακεκριμένας ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα, ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ τὴν βαθεῖαν αὐτῆς θλίψιν ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ Δημητρίου Χρηστίδου, δώσῃ δὲ ἐντολὴν εἰς τὸν Πρόεδρον αὐτῆς νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἐπὶ τούτῳ λύπην αὐτῆς πρὸς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀειμνήστου πολίτου.
§44ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ εἶναι πρωτοφανές.
§45ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὄχι· ὅτε πέρυσιν ἀπεβίωσεν ὁ μακαρίτης Χατζῖσκος, ὁ κ. Χρηστίδης, πρόεδρος ὢν τότε προσωρινός, ἀνήγγειλε τὴν ἀποβίωσίν του προσθεὶς πρέποντας λόγους ἐπαίνων ὑπὲρ τοῦ ἀποβιώσαντος συναδέλφου.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος.
§47ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§48Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δύω λέξεις. Μετὰ θλίψεως ἔμαθον, ὅτι κάτοχοί τινες καὶ ἰδίως ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τοκομεριδίων τοῦ δανείου τῶν 6,000,000 παρουσιαζόμενοι, ὅπως ἐξαργυρώσωσι ταῦτα δὲν πληρώνονται. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ λάβῃ μέριμναν σπουδαίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι τοῦτο τείνει νὰ μᾶς ἀποδείξῃ ἂν ὄχι ὅτι ἐχρεωκοπήσαμεν, ἀλλ’ ὅτι τείνομεν εἰς τοῦτο, ὅπερ πολὺ μᾶς βλάπτει, ἤδη μάλιστα ὅτε ἔχομεν ἀνάγκην δανείου. Ἀγνοῶ ἂν τοῦτο ᾖναι γνωστὸν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ διὰ τοῦτο τὸν παρακαλῶ νὰ διατάξῃ ὅπως, ὅταν παρουσιάζωνται τοιαῦτα τοκομερίδια, νὰ ἐξοφλοῦνται εἰς τὴν στιγμὴν κατὰ προτίμησιν ἄλλων πληρωμῶν.
§49ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕως τώρα δὲν παρουσιάσθη κανεὶς τραπεζίτης διὰ τοιαύτην καθυστέρησιν.
§50Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πληροφοροῦμαι, κύριοι, ὅτι νέοι πόροι ἠνοίχθησαν ἕνεκα τοῦ ζητήματος τῆς δηλώσεων τῶν γαιῶν. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐσυζητήθη, ἐξηντλήθη καὶ ἔγεινε ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δὲν θὰ ἐπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν παραπολύ· ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐγγραφῇ ἡ βʹ. συζήτησις αὐτοῦ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον ὡς ά. ζήτημα.
§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§52Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτήσετε τὴν Βουλήν.
§53ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν συμπολιτῶν μου σχετικὴν περὶ τῶν δηλώσεων τῆς γῆς. Δι’ αὐτῆς παραπονοῦνται, ὅτι ἕνεκα ἐλλείψεως τῶν εἰδικῶν παρέδρων δὲν εἰδοποιήθησαν περὶ τῆς νέας προθεσμίας, ἥτις εἶχεν χορηγηθῆ· κατὰ συνέπειαν τὴν ὑποβάλλω εἰς τὸ προεδρεῖον, ὅπως τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ληφθῇ δὲ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν αὐριανὴν συζήτησιν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ συζητηθῇ αὔριον;
§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μόνον ὅταν δὲν ἔχομεν προϋπολογισμὸν, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§56Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, μία ἀνάγνωσις νὰ γείνῃ, ἡ βʹ. ἀνάγνωσις. Τέλος πάντων πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, κ. πρόεδρε.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὥστε ἐν τῇ αὐριανῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς Βουλῆς νὰ ἐγγραφῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ φυτειῶν εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ά. ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθέσεως τῆς σμύριδος. Ἔχει τις τὸν λόγον; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. «Κατόπιν ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐγένοντο παραδεκτὰ τά τε ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ. συζήτησιν.» Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Εἰς τὴν προηγουμένην συζήτησιν εἶχον τελειώσει τὰ περὶ τῶν πρωτοδικείων ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὥστε σήμερον θὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία.
§58Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ τὴν ἐξειδίκευσιν....
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶχε κλείσει ἡ συζήτησις.
§60Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν οὕτως ἔχει, δὲν λαμβάνω τὸν λόγον.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ψηφοφορία. Ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει δύω ἄρθρα, ἐφετεῖον καὶ πρωτοδικεῖον· ἡ ἐπιτροπὴ ἠθέλησε νὰ ἐξειδικεύσῃ αὐτὰ, ὥστε ἡ συζήτησις ἡ ἀποβλέπουσα τὰ ἐφετεῖα ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὰ πρωτοδικεῖα.
§62ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἐγὼ, ἐὰν πρόκειται νὰ γείνῃ ψηφοφορία, θὰ ζητήσω τὸν χωρισμὸν τῶν ζητημάτων, καὶ νὰ ἐξειδικευθῶσίν τινα τοὐλάχιστον ἐκ τῶν ἐδαφίων τοῦ προκειμένου ἄρθρου· ὁ κυριώτερος δὲ ἀπὸ τοὺς λόγους, οἵτινες ὑποστηρίζουν τὸ τοιοῦτον, εἶναι ὁ ἑξῆς. Ὡς ἐξήγησα καὶ προηγουμένως, δύω λόγοι κυρίως ὑπηγόρευσαν τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς· πρῶτον μὲν τὸ νὰ ὁρισθῇ ποσὸν γνωστὸν δι’ ἕκαστον ἐκ τῶν δικαστηρίων, ὥστε νὰ μὴ ᾖναι δυνατὴ ἡ δαπάνη, ἡ προωρισμένη διὰ ἓν δικαστήριον ἢ διὰ μίαν τάξιν ὑπαλλήλων, νὰ δαπανᾶται εἰς ἕτερον δικαστήριον ἢ εἰς ὑπαλλήλους ἑτέρου βαθμοῦ. Ὡς δεύτερος δὲ λόγος προὐτάθη ὁ προσδιορισμὸς τῶν δικαστῶν τῶν ἀναλογούντων εἰς ἕκαστον ἐφετεῖον ἢ εἰς ἕκαστον πρωτοδικεῖον. Ἀλλ’ ὁ λόγος οὗτος μοὶ φαίνεται κατὰ πάντα δευτερεύων, καὶ δύναται εὐλόγως τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι ὁ καταλληλότερος ἐκτιμητὴς τοῦ εἰς ἕκαστον δικαστήριον ἀναλογοῦντος ὁρισμοῦ ἐφετῶν καὶ πρωτοδικῶν. Δὲν δύναταί τις ὅμως τὸ αὐτὸ νὰ ἰσχυρισθῇ ὡς πρὸς τὴν διαίρεσιν τοῦ ἑνιαίου τούτου ἄρθρου εἰς πλείονα ἄρθρα καὶ τὸν χωρισμὸν τῶν διαφόρων κλάδων τῆς ὑπηρεσίας. Ὅπως ἔχει σήμερον τὸ ἄρθρον, ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 273,000 δραχμῶν εὑρίσκεται εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ὑπουργοῦ, δυναμένου νὰ δαπανήσῃ αὐτὸ μετὰ πολλῆς εὐρύτητος. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὸ ἑπόμενον ἄρθρον, ἀνερχόμενον εἰς δραχ. 818,000. Τὰ ἄτοπα, ἅτινα δύνανται νὰ προέλθωσιν ἐκ τῆς ἐντὸς ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ἐγγραφῆς προσωπικοῦ πολλῶν βαθμῶν καὶ διαφόρου μισθοδοσίας, ἐφείλκυσαν τὴν προσοχὴν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Οὕτω φερ’ εἰπεῖν παρετηρήθη εἰς τὸ ἄρθρον 4, τὸ ἑπόμενον τοῦ ἤδη ὑπὸ συζήτησιν, ὅτι εὕρηνται σημειούμενοι 91 ὑπογραμματεῖς πρωτοδικείων δι’ ὅλα τὰ πρωτοδικεῖα τοῦ κράτους. Ἐν τούτοις εἶναι γνωστὸν, ὅτι εἰς ἓν μόνον πρωτοδικεῖον ὑπάρχει ἀριθμὸς ἀνώτερος ἐκείνου ὅστις εὕρηται ἐγγεγραμένος δι’ ὅλα ὁμοῦ τὰ πρωτοδικεῖα. Ἀλλὰ πῶς κατορθοῦται νὰ μισθοδοτοῦνται ἱκαναὶ ἑκατοντάδες ὑπογραμματέων διὰ τοῦ ποσοῦ ὅπερ, κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν, ἀρκεῖ μόνον διὰ τὴν μισθοδοσίαν τῶν ἐν αὐτῷ σημειουμένων 91; Ἡ ἐξήγησις εἶναι ἁπλουστάτη. Ἐπειδὴ ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμέναι αἱ μισθοδοσίαι 107 πρωτοδικῶν, 17 εἰσαγγελέων, 18 ἀντεισαγγελέων καὶ ἄλλων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἀρκεῖ νὰ προέλθῃ μικρά τις οἰκονομία ἐπὶ ἑνὸς τῶν κονδυλίων τούτων καὶ ὁ ὑπουργὸς δύναται ἐλευθέρως καὶ δύναταί τις εἰπεῖν, νομίμως νὰ διορίσῃ ὅσους ἂν θέλῃ ἐξ ἄλλης τάξεως ὑπαλλήλων πάντοτε ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου. Ἐὰν ἑπομένως κενωθῶσι θέσεις τινὲς προέδρων, ἢ πρωτοδικῶν, ἢ εἰσαγγελέων, ἡ οἰκονομία, ἥτις προέρχεται ἐκ τῶν κενῶν τούτων θέσεων, χρησιμεύει πρὸς μισθοδοσίαν ὑπογραμματέων. Πιστεύω ὅτι κατέδειξα τὸ ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος προερχόμενον κακόν. Δυνάμεθα δὲ, ἂν θέλωμεν, νὰ τὸ θεραπεύσωμεν. Φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ φέρῃ μεταῤῥύθμισίν τινα εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, ὅπως θεραπεύσῃ τὸ κακὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἄλλως τε δὲν εἶναι ἐναντίον τοῦ γράμματος τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ἐνόμισεν ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι ἔπρεπε νὰ χωρισθῇ ἕκαστον ἐφετεῖον καὶ πρωτοδικεῖον καὶ νὰ ὁρισθῇ τὸ ποσὸν τοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς ἕκαστον αὐτῶν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ, μὴ παραδεχομένη τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, θέλῃ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ παλαιὸν σύστημα, πρέπει νὰ γνωρίζῃ τουλάχιστον διατί προῆλθεν ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο. Ἐὰν δὲ δὲν παραδεχθῇ τὴν εἰδίκευσιν διὰ τοὺς δικαστὰς, καθόσον ἀφορᾷ τοὐλάχιστον τὸ λοιπὸν προσωπικὸν συνιστῶ νὰ μένῃ ὅπως τὸ ἔχει ἡ ἐπιτροπή.
§63Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἔχω γνώμην ἐναντίαν καὶ ὅλως διάφορον τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν δὲν συμμερίζομαι. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι πολύπλοκος, στερεῖ δὲ καὶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ὡς πρὸς τὴν τοποθέτησιν τῶν δικαστῶν. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἔργον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ προσδιορίζῃ ἐκ τῶν προτέρων τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν, τοὺς ὁποίους ἕκαστον τῶν δικαστηρίων τοῦ κράτους πρέπει νὰ ἔχῃ, διότι τότε ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλουσι ἔχει τὴν ἐλευθερίαν νὰ διορίζωσι τόσους δικαστὰς ὅσους ἀπαιτεῖ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων. Διὰ τοῦτο δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς· ἡ πεῖρα ὅμως τῶν πραγμάτων κατέδειξε δύω καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καὶ τούτων σκοπῶ νὰ προτείνω τὴν διόρθωσιν. Ἡ πρώτη εἶναι ὅτι, ἐπειδὴ αἱ πιστώσεις μεταφέρονται ἀπὸ ἐδαφίου εἰς ἐδάφιον, πολλάκις οἱ ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὸ παρελθὸν ηὔξησαν τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν, διότι ἐπερίσσευε κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο πίστωσις, χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν ὅτι κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη ἡ περίσσεια ἐκείνη τῆς πιστώσεως δὲν ἦτο βεβαία. Διὰ τοῦτο αὐξηθέντος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν, ἰσοβίων ὄντων, ἐπῆλθεν κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος ἡ αὔξησις τῆς ἐτησίας δαπάνης, διότι δὲν ὑπῆρχε τὸ περίσσευμα τῆς πιστώσεως, διὰ τοῦ ὁποίου κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐκάλυψαν τὴν προσθήκην τοῦ δικαστοῦ. Ὅθεν προτείνω νὰ χωρισθῇ ἡ πρὸς μισθοδοσίαν τῶν ἰσοβίων δικαστῶν πίστωσις καὶ ἐπὶ τῶν ἐφετείων καὶ ἐπὶ τῶν πρωτοδικείων, δι’ ἄλλου δὲ ἄρθρου νὰ χορηγηθῇ ἡ ἀναγκαία πίστωσις πρὸς μισθοδοσίαν τῶν εἰσαγγελέων καὶ ἀντεισαγγελέων, καὶ δι’ ἄλλου ἡ διὰ τοὺς ὑπογραμματεῖς, γραμματεῖς καὶ γραφεῖς ἀπαιτουμένη. Τὴν τελευταίαν διαίρεσιν θεωρῶ ἀναγκαίαν, διότι ἡ πεῖρα τῶν τελευταίων χρόνων ἀπέδειξεν ὅτι διατίθενται ποσὰ μυθώδη εἰς μισθοδοσίαν γραμματέων καὶ ὑπογραμματέων. Ἡ δύναμις ἑνὸς πρωτοδικείου ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἀνεβιβάζεται εἰς 93 ὑπογραμματεῖς, ἐνῷ ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ πρωτοδικείου ἐκείνου δὲν ὑπῆρχον παρὰ μόνον 15 καθίσματα δι’ αὐτούς. Κατὰ τοῦτο λοιπὸν ἐπεθύμουν νὰ περιορίσω κατά τι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω ἡ πίστωσις τῶν ὑπογραμματέων, γραμματέων καὶ κλητήρων ν’ ἀποτελέσῃ ἓν ἄρθρον, ἡ πίστωσις τῶν εἰσαγγελέων ἀντεισαγγελέων ἕτερον, ἡ πίστωσις τῶν ἰσοβίων δικαστῶν καὶ προέδρων κεχωρισμένον. Οὕτω τὸ ἄρθρον τῶν ἐφετείων θέλει διαιρεθῆ εἰς τρία, καὶ τὸ ἄρθρον τῶν πρωτοδικείων εἰς τρία ὡσαύτως ἄρθρα.
§64ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐδόθη, κύριοι, διαταγὴ ὅπως τὸ κατώτερον προσωπικὸν τῶν δικαστηρίων περιορισθῇ ἐντὸς τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ· δὲν πειράζει ὅμως νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ τοῦ μέλλοντος. Ἂν ἐγένετο εἰς τὸ παρελθὸν κατάχρησις, περιεστάλη ἅμα ἐγνώσθη. Ὁ προκάτοχος ὑπουργὸς εἶχε λάβει μέτρα πρὸς τοῦτο. Τὸ ζήτημα ὅμως, κύριοι, δὲν εἶναι τοῦτο· τὸ ζήτημα εἶναι πόσος ἀριθμὸς δικαστῶν θὰ ᾖναι εἰς ἕκαστον πρωτοδικεῖον καὶ ἐφετεῖον. Δύω ἀνεπτύχθησαν γνῶμαι, ἡ μία εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ κ. Ῥικάκης, ν’ ἀφεθῇ δηλαδὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἐξουσία ἵνα κανονίζῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν εἰς τὰ διάφορα δικαστήρια, ἡ δὲ νὰ ὁρισθῇ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁ ἀριθμὸς, καὶ στηρίζεται εἰς τὴν παλαιοτέραν πρακτικὴν, καθ’ ἣν ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν προσδιωρίζετο εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Παρατηρεῖται πληθὺς εἴς τινα δικαστήρια δικαστῶν καὶ εἰς ἄλλα οὐδεμία· ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἀνωμαλίαν αὐτήν. Παρατηρῶ ὅμως ὅτι ὡς πρὸς τὰ πρωτοδικεῖα πρέπει ν’ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις νὰ προσδιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν, διότι ἑκάστοτε ἀναπτύσσεται ἡ ὑπηρεσία καὶ μάλιστα ἡ ποινικὴ διαφοροτρόπως καὶ κατὰ τοπικὰς περιστάσεις. Δὲν πρέπε νὰ δεσμευθῇ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις εἰς ἀριθμὸν, ὅστις ὁρισθεὶς δύναται νὰ μὴ ᾖναι ἐπαρκὴς τῆς ἐλλείψεως. Πρέπει νὰ ᾖναι δυνατὴ ἡ διόρθωσις. Καὶ ὡς πρὸς τὰ ἐφετεῖα ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἡ Κυβέρνησις ἐλευθέρα πλὴν καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ δὲν ὑφίσταται ὁ αὐτὸς λόγος. Πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν καθαρῶς, ἡ ἐλευθερία αὕτη θέλει ἔχει τὰ ἄτοπά της, δὲν θ’ ἀποφύγετε τὴν πληθώραν, καὶ διὰ τοῦτο μόνον ἀνάγκη ἴσως εἶναι νὰ προσδιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς, διότι εἴς τινα μέρη θὰ ὑπάρχῃ πληθυσμὸς καὶ εἴς τινα οὐδεμία.
§65ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ, κύριοι, ἐπῆλθε νέα πρότασις ὑπὸ κ. Μαυροκορδάτου καὶ Δηλιγιάννη, ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ὡμίλησεν ὁ κ. Δηλιγιάννης περὶ τῆς ἐξειδικεύσεως τῆς πιστώσεως καὶ σχετικῶς ἐνθυμοῦμαι πόσον εὐγλώττως πέρυσιν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐλάλησε περὶ τῆς ἐξειδικεύσεως τῶν πιστώσεων. Ἡ ἐξειδίκευσις τῶν πιστώσεων αὕτη κύριοι, εἶναι τὸ μέγιστον τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς δι’ αὐτοῦ δύναται νὰ ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς διοικήσεως· τὴν ἐξειδίκευσιν τῶν πιστώσεων θέλω εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ ἰδίως ἐπὶ τῆς στρατιωτικῆς, ἐφαρμοζομένη δὲ ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης θὰ καταστήσῃ ἀδυνάτους τὰς παρεκτροπὰς, τὰς συγκαταβάσεις εἰς ἀξιώσεις καὶ αἰτήσεις σκοπὸν ἐχούσας τὴν περιποίησιν προσωπικῶν συμφερόντων, θὰ καταστήσῃ ἐλευθέραν τὴν διοίκησιν καὶ θ’ ἀποκρούσῃ παρεκτροπὰς ἀξιοθρηνήτους. Μέχρι τοῦ 1861 ἡ ἐξειδίκευσις τῶν πιστώσεων, ἣν ζητῶ, ἦτο καθιερωμένη, καὶ θέλετε ἰδεῖ εἰς ὅλους τοὺς προϋπολογισμοὺς ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι τοῦ 1860 σημειούμενον τὸν ἀριθμὸν ἑκάστου δικαστηρίου, καὶ ἡ δικαιοσύνη, κύριοι, ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη τότε ἐλειτούργει λίαν εὐῤῥύθμως, καὶ δὲν λέγω τίποτε περισσότερον, ἀλλ’ ἐπίσης κοσμίως ὡς λειτουργεῖ καὶ σήμερον. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι οὔτε εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἀπᾴδει ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς. Τώρα ἔχομεν καὶ τὴν διαίρεσιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Μαυροκορδάτος ἐπρότεινε. Λυποῦμαι λέγων ὅτι ἴσως ὁ κ. Μαυροκορδάτος ἦτον ἀπὼν ἢ δὲν ἀντελήφθη καλῶς τὰς συζητήσεις ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν εἰσηγητῶν ὅτι ἐγένετο μέγας λόγος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ περὶ τῶν ἀτοπημάτων τοῦ νὰ συσσωρεύωνται πολλοὶ δικασταὶ εἰς ἓν δικαστήριον. Πρόκειται ἤδη κατ’ ἀρχὴν νὰ ἀποφασίσωμεν ἂν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐξειδικεύσῃ τὰς πιστώσεις διὰ τοὺς δικαστὰς καὶ νὰ ὁρίσῃ ἐν κεφαλαίῳ τὸ προσωπικὸν τῶν ἐφετῶν ἐν ἑκάστῳ δικαστηρίῳ. Ἔρχομαι ἤδη ν’ ἀντικρούσω ἑτέραν ἰδέαν ὅτι μόνον διὰ νόμου δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο. Ὁ νόμος, κύριοι, δὲν δύναται παρὰ νὰ ὁρίζῃ τὸν ἐλάχιστον ὅρον τῶν δικαστῶν. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τοὺς ὀργανικοὺς νόμους θέλετε εὑρεῖ ὅτι οἱ ἐφέται τοῦ Κράτους πρέπει νὰ ᾖναι τριάκοντα, εἶναι ὅμως τριάκοντα πέντε καὶ τριάκοντα ἕξ· οἱ ἕξ τοποθετοῦνται εἰς τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην αὐτῶν. Δὲν λέγω ὅτι δὲν γίνεται κατάχρησις καθόσον ἀφορᾷ τοὺς γραμματεῖς καὶ ὑπογραμματεῖς, ἀλλ’ ἡ πρότασις τοῦ κ. Δηλιγιάννη τοῦ νὰ ἐξειδικεύσῃ τὴν πίστωσιν ὡς πρὸς τούτους καὶ ἀφήσῃ ἐλευθέραν τῶν ἀνωτέρων δικαστῶν δὲν συνᾴδει μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἐπιτροπῆς. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ ὁ ἀριθμὸς οὐ μόνον τῶν ὑποδεεστέρων ὑπαλλήλων τῶν ὑπηρετούντων ἐν τοῖς δικαστηρίοις, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν· ἂν δὲ πρόκηται νὰ κάμωμεν ἐξαιρέσεις, τότε ὑποστηρίζω τὴν ἰδέαν τοῦ κ. προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ ἰδέα τοῦ κ. Μαυροκορδάτου εἶναι πολὺ μακρὰν τῆς ὀρθότητος. Ἡ διοίκησις τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης δύναται νὰ εὑρεθῇ εἰς δυσκολίας ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν τῶν πρωτοδικῶν, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν τῶν ἐφετῶν δὲν εὑρίσκεται εἰς δυσχέρειαν. Ἡ ἐργασία ἡ ποινικὴ εἰς τὰ δικαστήρια τῶν πρωτοδικῶν δύναται νὰ προκαλέσῃ τὴν αὔξησιν ἑνὸς δικαστοῦ· ἀλλ’ ἡ ἐργασία τῶν ἐφετείων δυσκόλως μεταβάλλεται· καὶ ἂν λάβητε τὴν ἱστορίαν τοῦ Κοινοβουλίου θὰ ἴδετε ὅτι μέχρι τοῦ 1858 ὡρίζετο παρ’ αὐτοῦ ὁ ἀριθμός, κατὰ τὸ 1859 ἐγένετο ῥῆγμα, ἐδέχθησαν μόνον τῶν ἐφετείων νὰ προσδιορίζεται, καὶ τῶν πρωτοδικείων ἀφίνεται εἰς τὴν διάκρισιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ 1861 κατήργησαν καὶ τὸ σύστημα τοῦτο. Διὰ τοῦτο ἐμμένω εἰς τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ὁρίσῃ ἡ Βουλὴ τὸν ἀριθμὸν τῶν παρ’ ἑκάστῳ δικαστηρίῳ ὑπηρετούντων δικαστῶν, ἵνα ἀπαλλάξωμεν τὴν διοίκησιν ἀπὸ τὰς καθ’ ἡμέραν ἐνοχλήσεις, καὶ ἀσφαλίσωμεν καὶ αὐτοὺς τοὺς δικαστὰς ἀπέναντι τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§66ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ἐξειδίκευσιν τῶν πιστώσεων, συμφωνῶ καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίζῃ εἰς ἕκαστον τῶν δικαστηρίων ὡρισμένον ἀριθμὸν δικαστῶν· πολὺ ὅμως ἀμφιβάλλω, καὶ κατὰ τοῦτο διαφωνῶ μὲ τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μου, ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ πράξῃ τοῦτο ἡ Βουλὴ, ἵνα δὲ πράξῃ τοῦτο ἀνάγκη νὰ γνωρίζῃ ὁποία εἶναι ἡ ἐργασία ἑκάστου δικαστηρίου τοῦ κράτους. Ἐρωτῶ, κύριοι, ἕνα ἕκαστον ἐξ ὑμῶν καὶ πάντας ὑμᾶς, δύνασθε νὰ γνωρίζητε τοῦτο; βεβαίως ὄχι. Ἰδοὺ ὁ λόγος ὁ κατ’ οὐσίαν ἀποκρούων τὴν ἀξίωσιν αὐτὴν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Πυλίας· παραλείπω ὅσα ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι τοῦτο ἀντίκειται καὶ εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ ἀπολογισμοί, τοὺς ὁποίους ἔφερεν ὁ ἔντιμος ἐκ Πυλίας συνάδελφος, μοὶ φαίνονται ἀνακριβεῖς καὶ διὰ τῆς ἁπλῆς συγκρίσεως δὲν δύνανται νὰ ὑποστηριχθῶσι, καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν δύναμαι ν’ ἀποδείξω τὴν μὴ ἀκρίβειαν αὐτῶν· εἶναι ὅμως βέβαιον, ὅτι ἄλλη ἦτο ἡ ἐποχὴ τοῦ 1858 καὶ ἄλλη ἡ σημερινὴ, ἄλλαι αἱ ἐργασίαι τότε καὶ ἄλλαι αἱ σημεριναί, μάλιστα τοῦ δικαστηρίου τῶν Ἀθηνῶν περὶ τοῦ ὁποίου δύναμαι αὐθεντικῶς νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι εἶναι πολὺ διάφοροι, οὐ μόνον, διότι προσετέθη ἡ Ἑπτάνησος καὶ ἑπομένως αἱ ἐργασίαι διὰ τῆς παραπομπῆς τῶν ἀναιρέσεων τῶν ἀποφάσεων τῶν ἄλλων ἐφετείων ἐπιπροσθέτουν εἰς τὸ δικαστήριον τοῦτο ἐργασίας, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἐν γένει ἀναπτύξεως τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑποθέσεων καὶ τῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ.
§67ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἐξειδικεύσεως.
§68ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ὅταν ἀφεθῇ εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, αὕτη δύναται ἑκάστοτε πολὺ καλὰ νὰ τοποθετήσῃ δικαστὰς πλειοτέρους εἰς τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο, ὅπου ὑπάρχει περισσοτέρα ἐργασία, ἡ δὲ ἐξειδίκευσις κάλλιστα ἐπιτυγχάνεται δι’ οὗ τρόπου ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος σᾶς ἀνέφερε· τουτέστι νὰ συγκεφαλαιώσητε εἰς 3 καὶ μόνα ἄρθρα τὴν ὅλην δαπάνην. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀποκρούω τὸ σύστημα τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὑποστηρίζω τὴν γνώμην τοῦ κ. Δηλιγιάννη.
§69ΖΩΧΙΟΣ. Ἂν ἡ Βουλὴ δὲν θέλῃ νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως· ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης σᾶς εἶπεν, δὲν ἀντέχω, γίνεται ἔφοδος, δὲν δύναμαι νὰ τὴν πολεμήσω. Τί ζητεῖτε περισσότερον; Δέσατέ με, σᾶς λέγει, σεῖς λέγετε, ὄχι, θὰ σὲ λύσω. Ὀχυρώσατέ με.....
§70ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅστις δὲν ἀντέχει φεύγει.
§71ΖΩΧΙΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ἐδῶ σᾶς λέγει εἶναι πληθώρα, ἐκεῖ ἀναιμία. Τί περισσότερον θέλετε νὰ σᾶς κάμῃ;
§72ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω δύω λέξεις, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πυλίας βουλευτὴς παρηρμήνευσε τὴν γνώμην μου καὶ ἀναγκάζομαι ν’ ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγα λεπτὰ τὴν Βουλήν. Δύω ἦσαν οἱ κύριοι λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὑπεχρέωσαν τὴν ἐπιτροπὴν εἰς τὴν εἰδίκευσιν ἣν ἐπρότεινε· πρῶτος εἶναι ὁ λόγος τῆς οἰκονομίας, διότι εὗρε δύω μεγάλα κονδύλια ἐκ 300,000 δραχμῶν τὸ ἕν, καὶ ἐξ 800,000 τὸ ἕτερον, καὶ ἐνόμισεν ὅτι χωρίζουσα αὐτὰ προσφέρει ἀληθῆ ὑπηρεσίαν· ἐγένετο μάλιστα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἡ παρατήρησις, ὅτι καθὼς φέρ’ εἰπεῖν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἕκαστον προξενεῖον εἶναι κεχωρισμένον εἰς ἴδιον ἄρθρον καὶ δὲν δύναται ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ λάβῃ τὴν πίστωσιν τοῦ ἑνὸς ἄρθρου καὶ ἐξοδεύσῃ εἰς τὸ ἄλλο, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἐθεωρήθη ὀρθὸν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸ ποσὸν τὸ ὡρισμένον δι’ ἓν ἐφετεῖον νὰ μὴ δύναται νὰ δαπανήσῃ εἰς ἕτερον, τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὰ πρωτοδικεῖα. Ἦλθε καὶ ὁ λόγος τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ἐφετῶν καὶ πρωτοδικῶν εἰς ἕκαστον δικαστήριον. Ἐπειδὴ ὅμως πρὶν ἢ ὁμιλήσῃ ὁ κύριος πρωθυπουργός, παρετήρησα ὅτι μεγάλη ἐδίδετο προσοχὴ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐφετῶν εἰς ἕκαστον δικαστήριον, ἡ Βουλὴ δὲ ἰδίως εἰς τοῦτο ἐφαίνετο ἐνδοιάζουσα, ἀφ’ ἑτέρου παρετήρησα ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πυλίας βουλευτὴς πλειότερον ἐφαίνετο ἐνδιαφερόμενος νὰ ὑπάρχωσιν 8 ἢ 9 δικασταὶ ἐν Ναυπλίῳ παρὰ εἰς τὴν διαίρεσιν τῆς πιστώσεως, ἣν ἰδίως ἐπεζήτει ἡ ἐπιτροπή, ἔκαμα τὴν ἑξῆς τροπολογίαν· ἂν ἡ Βουλὴ δὲν θέλει νὰ δεχθῇ ἐν γένει τὴν ἀρχὴν τῆς εἰδικεύσεως, τότε ἂς ἀφήσῃ τὸ ποσὸν τῶν προέδρων καὶ τῶν ἐφετῶν ἀπροσδιόριστον εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν λοιπὴν ὑπαλληλίαν ἐξακολουθῶ παραδεχόμενος τὴν εἰδίκευσιν, ἣν ἐπρότεινεν ἡ ἐπιτροπή. Θὰ διαιρεθῇ ἑπομένως τὸ ἑνιαῖον τοῦτο ἄρθρον εἰς δύω ἢ τρία. Πολλάκις λέχθη, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἔπραξέ τι ἀνάλογον τοῦ προορισμοῦ αὑτῆς· ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω ὅτι σπουδαίως ἐργαζομένη ἔφερεν πολλάκις ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο σπανίως εὗρεν ὑποδοχὴν εἰς τὴν Βουλήν· εἰς τὴν περίστασιν ταύτην δικαιοῦται νὰ ἐπιμείνῃ εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπρότεινε μετὰ τὴν τροποποίησιν, ἣν προέβαλον.
§73ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Χαίρω ὅτι εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κύριον Μαυροκορδάτον.
§74ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὁ κύριος Ζωχιὸς ἑρμηνεύων τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ εἶπεν ὅτι ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ζητεῖ νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ ἡ Βουλὴ ἀπὸ ἐνοχλήσεις. Παρατηρῶ ὅτι ἡ ἑρμηνεία δὲν εἶναι κολακευτικὴ διὰ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ὁσάκις ἀναλαμβάνει τις ἓν βάρος ὀφείλει νὰ ὑφίσταται καὶ τὰς συνεπείας αὐτοῦ, δὲν πρέπει νὰ ὑποκύπτῃ εἰς ἐνοχλήσεις. Ἀλλ’ ὑπέκυψαν οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοὶ εἰς ἐνοχλήσεις; Πρὸ ὀλίγου, κύριοι, ἐζήτησα ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὰς καταστάσεις τῶν ἐργασιῶν τῶν διαφόρων ἐφετείων κατὰ τὰ ἔτη 1874 καὶ 75, ἐκ τούτων θέλετε παρατηρήσει ὅτι τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν ἔχει τὰς περισσοτέρας ὑποθέσεις. Ἀκούσατε, κύριοι, τί λέγουν οἱ ἀριθμοὶ καὶ ἂν οἱ δικαζόμενοι παρὰ τοῦ ἐφετείου Ἀθηνῶν εὑρίσκουν δικαιοσύνην. Κατὰ τὴν πρώτην τριμηνίαν τοῦ 1874 ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις 664, ἔμειναν δὲ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις 3,387 ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν δικαιοσύνην· ἐν Ναυπλίῳ ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις κατὰ τὴν αὐτὴν τριμηνίαν 418, ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἔμειναν 5,000· εἰς τὸ ἐφετεῖον Πατρῶν ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις 134, ἔμειναν ἐκκρεμεῖς 94· εἰς τὸ ἐφετεῖον Κερκύρας 120, ἔμειναν ἐκκρεμεῖς 31. Κατὰ τὴν δευτέραν τριμηνίαν ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις παρὰ τοῦ ἐφετείου Ἀθηνῶν 715, ἔμειναν ἐκκρεμεῖς 3,034.
§75ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν δουλεύουν.
§76ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Τώρα θὰ ἴδωμεν ἂν δὲν δουλεύουν. Ἐν Ναυπλίῳ ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις 437, ἐκκρεμεῖς 582. Κατὰ τὴν τρίτην τριμηνίαν ἐνώπιον τοῦ ἐφετείου Ἀθηνῶν ἔμειναν ἀποφάσεις 2,847, κατὰ τὴν τετάρτην τριμηνίαν 766 ἐξεδόθησαν καὶ ἔμειναν ἐκκρεμεῖς 492 καὶ οὕτω καθεξῆς.
§77ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἰς τὰς Πάτρας πόσαι ὑποθέσεις εἶναι ἐκκρεμεῖς;
§78ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Δὲν ἠξεύρω. Σήμερον δὲ κατ’ ἐπίσημον ἔγγραφον τοῦ προέδρου τῶν ἐν Ἀθήναις ἐφετῶν ὑπάρχουν ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις πλέον τῶν 5,000· ὅτι πέντε ἐφέται ἔλαβον μέρος εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον, εἷς δὲ προήδρευε τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων. Λοιπὸν μὲ τοὺς 16 δικαστὰς ἔμενον 3,000 ὑποθέσεις καὶ 2,000 ἀκόμη ἕνεκα τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου, ὥστε δὲν θὰ ᾖναι βεβαίως δυνατὸν μὲ τοὺς 13 νὰ φθάσητε εἰς τὸ ἐνήμερον. Ἀλλὰ μήπως ἦσαν ῥᾴθυμοι οἱ ἐφέται; Ὑπάρχει ἡ ἐργασία ἑνὸς ἑκάστου. Ἀθανασιάδης, πρόεδρος, ἀποφάσεις 130.
§79ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου.
§80ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Πρέπει λοιπὸν νὰ μείνῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, καὶ νὰ μένῃ ἐλεύθερος ὁ ὑπουργὸς νὰ ἐνεργῇ κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας.
§81ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι μία πλάνη ἔδωσεν ἀφορμὴν εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν συζήτησιν. Ὁ κ. Καράπαυλος νομίζει ὅτι, ἐὰν θέσωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὅτι οἱ ἐφέται τῶν Ἀθηνῶν εἰσὶν 15 καὶ οἱ τοῦ Ναυπλίου 8, ὁ ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ τοὺς μεταθέσῃ μεθαύριον. Ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ λέγει, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ἑκάστου ὑπουργείου διαιρεῖται εἰς εἰδικὰ κεφάλαια, ἕκαστον κεφάλαιον διαιρεῖται εἰς ἄρθρα περιέχοντα ὁμοφυεῖς δαπάνας· τὰ δὲ προωρισμένα διὰ τοῦ νόμου εἰς ἕκαστον ἄρθρον ποσὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μετακινηθῶσιν. Ἄρχομαι ἀπὸ τοὺς προϋπολογισμοὺς ἀπὸ τοῦ 1852–58, τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Καράπαυλος. Ἄρθρον ά. — Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν. Πρόεδρος. Δικασταί. — Ἐφετεῖον Ναυπλίου. Πρόεδρος. Δικασταί κλπ. Ὥστε καὶ τότε ὁ ὑπουργὸς εἶχε τὴν ἐλευθερίαν νὰ μεταθέτῃ τοὺς ἐφέτας ἀπὸ τὸ ἓν δικαστήριον εἰς τὸ ἄλλο, διότι ἐσημειοῦτο ἡ πίστωσις ὅλων τῶν ἐφετείων ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ. Θέλουσι σήμερον νεωτερισμούς, ἕκαστον δικαστήριον νὰ ἀποτελῇ ἓν ἄρθρον· τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον περὶ Δημοσίου λογιστικοῦ. Δεύτερον, τὸ παρελθὸν, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθησαν, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς γνώμης μου, διότι ὅλον τὸ προσωπικὸν περιελαμβάνετο ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ, καὶ ἑπομένως ἡ ἐλευθερία τοῦ ὑπουργοῦ ἦτον ἀπεριόριστος. Νομίζω ἑπομένως ὅτι καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου καὶ κατὰ τὰ προηγούμενα πρέπει τὸ προσωπικὸν τῶν ἐφετείων ὅλων νὰ τεθῇ εἰς ἓν ἄρθρον· ἀφοῦ δὲ κάμετε τοῦτο, εἶναι ἀδιάφορον πόσους θὰ προσδιορίσητε εἰς ἕκαστον ἐφετεῖον, διότι ὁ ὑπουργὸς δύναται νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει. Εἰς τὰ ἐφετεῖα μάλιστα ὑπάρχει ἔκτακτος ὑπηρεσία τῶν κακουργιοδικείων, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ περιορισθῇ, ὑπάρχει ἀνάγκη τῶν εἰδικῶν δικαστηρίων καὶ πολλαὶ ἄλλαι ἐργασίαι, καὶ ὁ ὑπουργὸς πρέπει νὰ μένῃ ἐλεύθερος. Ἑπομένως ἡ πρότασις τοῦ κ. Δηλιγιάννη συγχωνεύεται μὲ τὴν πρότασιν ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Μαυροκορδάτου, δηλ. νὰ τεθῇ ἰδιαιτέρως τὸ προσωπικὸν τῶν δικαστῶν, δεύτερον τῶν εἰσαγγελέων καὶ ἀντεισαγγελέων καὶ τρίτον τῶν γραμματέων καὶ ὑπογραμματέων, τοῦτο δὲ συμβιβάζεται καὶ μὲ τὸν λογιστικὸν νόμον καὶ μὲ τὴν ἐφαρμογήν.
§82Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, δύω λέξεις. Μοὶ φαίνεται ὅτι οὔτε ὁ κ. Καράπαυλος, οὔτε οἱ ἀντιφρονοῦντες ἔχουν δίκαιον· δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ὁρίζωμεν καὶ νὰ κανονίζωμεν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ ποσὸν τῶν δικαστῶν ἑκάστου δικαστηρίου, διότι τότε θέλομεν ἀναιρέσῃ αὐτὸν τὸν ὀργανισμὸν τοῦ δικαστηρίου. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην δὲ νὰ δεσμεύσωμεν τὴν Κυβέρνησιν πόσους δικαστὰς πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ ἐφετεῖον Ναυπλίας, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Καράπαυλος ἐνδιαφέρεται, διότι ἐπίσης ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων ὥρισε τὸν ἐλάχιστον ἀριθμόν. Ὅλος αὐτὸς ὁ λόγος γίνεται, διότι δὲν εἶναι ἀρκετὸν τὸ προσωπικὸν τῶν ἐφετῶν πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν ἀπὸ κανένα ὅτι τὸ ἐφετεῖον Ἀθηνῶν ἔχει διπλάσιον ἀριθμὸν δικῶν ἀπὸ τὰ ἄλλα, διότι εἰς Ἀθήνας ὑπάρχει περισσοτέρα ἀνάπτυξις, διότι ἐδῶ δικάζονται ὅλαι αἱ ἐξωτερικαὶ ὑποθέσεις κλπ. ἀλλ’ οὐχ’ ἧττον καὶ οἱ αἰτοῦντες νὰ ἔχουν τὸν ἐλάχιστον ἀριθμὸν νομίζω, ὅτι ἔχουν πληρέστατον δίκαιον. Ὅλος δὲ ὁ θόρυβος γίνεται ἐπὶ ματαίῳ.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν κατ’ ἀρχὴν τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς περὶ ἐξειδικεύσεως τῶν πιστώσεων καθόσον ἀφορᾷ τά τε πρωτοδικεῖα καὶ τὰ ἐφετεῖα. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἕπεται ἤδη ἡ πρότασις τῶν κ. κ. Δηλιγιάννη, Μαυροκορδάτου καὶ Ῥικάκη περὶ ὑποδιαιρέσεως τοῦ ἄρθρου ά. εἰς τρία. Αʹ. ἄρθρον περιλαμβάνον τὴν πίστωσιν διὰ τοὺς προέδρους καὶ τοὺς ἐφέτας· ἄρθρον Βʹ. διὰ τοὺς εἰσαγγελεῖς καὶ ἀντεισαγγελεῖς παρ’ ἐφέταις· ἄρθρον Γʹ. περιλαμβάνον τὴν πίστωσιν διὰ τοὺς ὑπογραμματεῖς, γραφεῖς καὶ κλητῆρας. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ διετήρησε τὸ αὐτὸ ποσὸν, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸ ποσὸν, καὶ τὴν διαίρεσιν νὰ κάμῃ αὔριον τὸ προεδρεῖον ἢ ἡ ἐπιτροπή. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ποσὸν τοῦ ἄρθρου 3 ἐκ 273,120 δραχ. παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4. Προσωπικὸν πρωτοδικείων, 818,160. Εἶναι περιττὸν νὰ γείνῃ πολλὴ συζήτησις, διότι ἐξηντλήθη.
§84ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἀφαιρέσῃ τὴν πίστωσιν αὐτὴν, μέχρις οὗ τὸ ζήτημα λυθῇ διὰ τοῦ νόμου, διότι ἡ παραδοχὴ τῆς πιστώσεως δὲν προδικάζει τὸ ζήτημα.
§85ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§86ΧΟΪΔΑΣ. Ὅπως ἀπεφασίσαμεν νὰ καλύψωμεν κονδύλια, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἄνευ νόμου, οὕτω δὲν πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν κονδύλια ὑπάρχοντα δυνάμει νόμου.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν ἀπάλειψιν δραχμῶν 6480, αἵτινες ἐνεγράφησαν διὰ μισθοδοσίαν νέων ὑπογραμματέων παρὰ τοῖς πρωτοδικείοις.
§88ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ ἔγεινε συνεπείᾳ αἰτήσεων τῶν διαφόρων γραφείων, τὰ ὁποῖα θεωροῦν ἀπολύτως ἀναγκαίαν τὴν προσθήκην αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῆς ὑπηρεσίας. Αὐτὰς τὰς αἰτήσεις δὲ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας.
§89ΜΠΟΥΤΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ἐπιμένει ἡ ἐπιτροπή.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον 4 ὅπως ἔχει, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5. Προσωπικὸν εἰρηνοδικείων 406,920. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν ἀπάλειψιν δραχμῶν 1,560.
§91ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ εἰρηνοδικεῖον Αὐλῶνος συνεστήθη ἐπὶ τῇ ἐπανειλημμένῃ αἰτήσει τῶν διαφόρων συμβουλίων, καὶ νομίζω δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἀπαλειφθῇ τοὐλάχιστον μέχρις οὗ συζητηθῇ τὸ ζήτημα περὶ τῶν εἰρηνοδικείων ἐν γένει.
§92ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν κατάργησιν τοῦ εἰρηνοδικείου Φαλαισίας, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀναγκαιότατον, διότι ἀπέχει 10 καὶ 12 ὥρας ἀπὸ τὴν Μεγαλόπολιν. Ἐὰν ἐπήρχετο σπουδαία οἰκονομία, τότε τὸ ἐννοοῦσα.
§93ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐπιμένει ἡ ἐπιτροπή.
§94ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω ἀπὸ ἓν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ζητεῖ τὴν κατάργησιν τοῦ εἰρηνοδικείου Φαλαισίας.
§95ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡμεῖς ἀνακαλοῦμεν τὴν πρότασιν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν 1560 δραχμῶν διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ εἰρηνοδικείου ἐν Αὐλῶνι, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν δραχ. 1656 διὰ τὸ εἰρηνοδικεῖον Φαλαισίας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Κεφάλαιον Βʹ. Ὑλικόν. Ἄρθρον 1. ὑπουργείου 12,000. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ ἐλαττωθοῦν αἱ 1000 δραχ. διὰ συνδρομὴν ἐφημερίδων εἰς 500. Ὁ ὑπουργὸς ἀποδέχεται.
| Ἄρθρον | 2. | Ἀρείου Πάγου | 8,000 |
| » | 3. | Ἐφετείων | 34,500 |
| » | 4. | Πρωτοδικείων |
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4ου ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει ἄλλην ἐξειδίκευσιν.
§98ΖΩΧΙΟΣ. Μὰ αὐτὰ ἐτελείωσαν.—Εἰς τὴν σελίδα τοῦ προϋπολογισμοῦ 118 εἰς τὸ «διὰ μισθὸν τοῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ τῆς εἰσαγγελείας Ἀθηνῶν κλπ.» ἀκοῦστε τί λέγει «Ἀθηνῶν 4920, Σύρου 3000 κλπ. Σπάρτης 3,360, Τριπόλεως 5040»· διατί εἰς τὴν Τρίπολιν τόσα;
§99ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἔχει μεγάλην ὑπηρεσίαν.
§100ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἔχει ποινικὴν ὑπηρεσίαν μεγάλην.
§101ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Μὴ κάμνετε σύγχυσιν τῶν πόλεων ἢ τοῦ πληθυσμοῦ ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν εἰσαγγελικήν· μερικαὶ ὑπηρεσίαι εἰσαγγελικαὶ ἔχουν ποινικὰς ὑποθέσεις ὑπερβαλούσας· εἰς τὴν Τρίπολιν εἶναι ἄπειρος ποινικὴ ὑπηρεσία.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ ἀγορὰν νομικῶν συγγραμμάτων πρὸς χρῆσιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν πρωτοδικείων 3,300. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὸ ἐδάφιον τοῦτο νὰ γείνῃ ἄρθρον περιλαμβάνον ἀντὶ 3,400, 1700 μόνον.
§103ΧΟΪΔΑΣ. Ἐρωτῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἂν τὰ διάφορα πρωτοδικεῖα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν τόσα ποσὰ, εὐμοιροῦσι βιβλιοθηκῶν ἢ ἀμοιροῦσι τοιούτων.
§104ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἀμφιβάλλω.
§105ΧΟΪΔΑΣ. Διατί λοιπὸν νὰ ἀγοράζωνται τὰ βιβλία καὶ νὰ κλέπτωνται! νὰ τὰ εἴπωμεν καθαρά· νὰ ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς τὸ ποσὸν αὐτό.
§106ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τακτοποιηθῇ ἡ ὑπηρεσία αὐτή· πρέπει νὰ ἐπιφορτισθῇ εἷς ὑπάλληλος· νὰ κηρυχθῇ ὑπεύθυνος εἰς φύλαξιν τῆς βιβλιοθήκης, διότι αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Χοϊδᾶς παρετηρήθη εἰς πολλὰ γραφεῖα· ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει τὰ γραφεῖα νὰ στεροῦνται τῶν ἀναγκαίων βιβλιοθηκῶν· τὸ ἐναντίον πρέπει νὰ γείνῃ, πρέπει νὰ ἐπιφορτισθῇ εἷς ὑπάλληλος διὰ τὴν φύλαξιν αὐτῶν τῶν βιβλίων, διότι εἶναι ἄτοπον εἰς τὰ δικαστήρια νὰ μὴν ὑπάρχῃ οὐδὲ ἓν βιβλίον.
§107ΧΟΪΔΑΣ. Οὐδεὶς τῶν δικαστῶν προστρέχει εἰς τὰς βιβλιοθήκας τῶν δικαστηρίων διὰ νὰ ἀρυσθῇ γνώσεις· ἕκαστος ἔχει ἰδιαιτέραν βιβλιοθήκην καὶ ἐν αὐτῇ λύει τὰ ζητήματα.
§108ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤδη τὸ ὑπουργεῖον ἔχει ἀναδεχθῆ ὑποχρεώσεις πρὸς συνδρομὴν συγγραμμάτων, καὶ ἂν ἀρνηθῆτε τὴν πίστωσιν, τὸ δημόσιον θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ τὰ πληρώσῃ.
§109ΦΙΛΗΜΩΝ. Τί συγγράμματα εἶναι αὐτά; εἶναι ῥομάντα.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν ἐλάττωσιν τῆς πιστώσεως, ὁ κ. Χοϊδᾶς προτείνει τὴν ἐντελῆ ἀπάλειψιν. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χοϊδᾶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη· ὥστε τὸ ποσὸν ἀπαλείφεται. Κατὰ τὴν γνώμην λοιπὸν τῆς ἐπιτροπῆς τὸ προτελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 4 ἤτοι «δι’ ἔξοδα ἐπισκέψεως τῶν δικαστικῶν γραφείων κατὰ τὸ ἄρθρ. 192 τῆς πολ. δικονομ. δρ. 3,000», γίνεται ἄρθρον 5ον. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἔχομεν λοιπὸν μετὰ
τὴν ἀφαίρεσιν τῶν···································· 3,000.
Ἄρθρον 4ον πρωτοδικείων······························ 123,700.
Ἄρθρον 5ον δι’ ἔξοδα ἐπισκέψεως (κτλ. ὡς ἀνωτέρω)···· 3,000.
Εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, «δι’ ἀνανέωσιν τῆς ἀποσκευῆς πρωτοδικείων καὶ διὰ βιβλιοδέτησιν ἀποφάσεων καὶ πρακτικῶν αὐτῶν» ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει ἐκ 10,000 νὰ καταβιβασθῇ εἰς 5,000 καὶ νὰ γείνῃ ἄρθρ. 6ον.
§111ΧΟΪΔΑΣ. Ἀποκρούω τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς· ἂν ἐπισκεφθῆτε τὰ δικαστήρια, θὰ ἴδητε ὅτι δὲν ὑπάρχουν οὐδὲ καθίσματα· ἂν εἰσέλθετε εἰς τὸ πρωτοδικεῖον, θὰ νομίσετε ὅτι εἰσέρχεσθε εἰς ἀχυρῶνά τινα· εἰ δυνατὸν, νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσόν.
§112ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος κύριος Χοϊδᾶς νὰ τῷ παρατηρήσω ὅτι εἰς τὸ προηγούμενον ἐδάφιον, ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπρότεινε τὸν περιορισμὸν τῆς δαπάνης εἰς τὸ ἥμισυ, ἐζήτησε τὴν κατάργησιν τοῦ ὅλου, λόγῳ ὅτι κλέπτονται ὡς αὐτὸς εἶπεν τὰ βιβλία· τώρα ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν ἐλάττωσιν εἰς τὸ ἥμισυ, ὁ κ. Χοϊδᾶς θέλει νὰ ψηφισθῇ τὸ ὅλον· ἡ ἐπιτροπὴ ἐξεῦρεν μέσον τινὰ ὅρον, τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν.
§113ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς πληροφορῶ τὸ ἑξῆς· κατὰ τὰς ἐπισήμους πληροφορίας τὰς ὑπαρχούσας ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῆς δικαιοσύνης, πλεῖστα τῶν πρακτικῶν καὶ τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων εἶναι ἀσύῤῥαπτα καὶ τρέχουν τὸν κίνδυνον νὰ καταστραφοῦν. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προτείνεται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἡ κατὰ τὸ ἥμισυ ἐλάττωσις τοῦ ποσοῦ· οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. —Μένουν λοιπὸν 10,000, καὶ γίνεται ἄρθρον 6 ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἤτοι, ἄρθρον 6 δι’ ἀνανέωσιν τῆς ἀποσκευῆς πρωτοδικείων καὶ διὰ βιβλιοδέτησιν ἀποφάσεων καὶ πρακτικῶν αὐτῶν δρ. 10,000. Κεφάλαιον Γʹ. ἔξοδα ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἡ ἐπιτροπὴ σᾶς προτείνει διαφόρους ἐλαττώσεις· ἀλλ’ αὗται συνδέονται μὲ τὴν κατάργησιν τῶν πρωτοδικείων ἢ μὴ.
§115ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐλήφθη πρόνοια περὶ οἰκοδομῆς φυλακῶν; διότι παριστῶμεν πραγματικῶς τὸ θέαμα λαοῦ ἀπολιτεύτου. Ἔγεινε κανὲν σχέδιον;
§116ΖΩΧΙΟΣ. Εἰς τὸ κεφ. Γʹ ἄρθρ. 4ον εἶναι ἓν ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ περὶ προσωρινῆς ἀπολύσεως δι’ ἐγγυήσεως, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ δὲν παραδέχθη ἀκόμη, διὰ τὸ ὁποῖον ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν 80,000 ἀπὸ τὰ ἔξοδα. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μένουν αἱ 80,000, καὶ ἂν παραδεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον τότε ν’ ἀπαλειφθοῦν.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βέβαια, ὁ κ. Ζωχιὸς εἶναι συνεπὴς πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς· ἑπομένως ὁ κ. Ζωχιὸς προτείνει νὰ προστεθοῦν εἰς τὸ ἄρθρ. 4ον 80,000, διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐψηφίσθη.
§118ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ἐγὼ ὑποθέτω ὅτι θὰ ψηφισθῇ, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει τῷ ὄντι νὰ παραδεχθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ὡς ἔχει· εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν τὸ νομοσχέδιον δὲν ψηφισθῇ, τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐν ἀνάγκῃ ἠμπορεῖ νὰ χορηγηθῇ διὰ διατάγματος.
§119ΖΩΧΙΟΣ. Κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ πρωθυπουργοῦ ἀντιτάσσω τὸν πρωθυπουργόν· πρὸ μικροῦ μᾶς εἶπε ἂς μείνῃ τὸ κεφάλαιον τῶν πρωτοδικῶν ὡς ἔχει, διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐψηφίσθη· τώρα τί σᾶς λέγει; τὸ ἐναντίον· μὰ ἢ τὸ ἓν εἶναι ὀρθὸν ἢ τὸ ἄλλο.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁ κ. Ζωχιὸς προτείνει νὰ προστεθοῦν 80,000 εἰς τὸ ἄρθρ. 4. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Μετὰ τοῦτο ἐπεψηφίσθησαν τὰ ἄρθρα τοῦ Κεφ. Δʹ. «Ἔξοδα ποινικῆς δικαιοσύνης»). Κεφάλ. Εʹ. «διάφορα ἔξοδα». Ἄρθρ. 1. ἐπισκευαὶ δικαστηρίων 5,000. 2. ἔξοδα μεταθέσεως κλπ. ὑπαλλήλων... Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν ἀπάλειψιν τῆς κατὰ προσθήκην σημειουμένης πιστώσεως ἐκ δρ. 3,000· (ὅρα σελ. 128 προϋπολ). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη· οὕτω εἰς τὸ ἄρθρ. 2 προστίθενται καὶ αἱ τρεῖς αὗται χιλιάδες ὡς ἔχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἄρθρ. 2ον ἔξοδα μεταθέσεως κλπ. ὑπαλλήλων δρ. 15,000. Κεφάλαιον Ϛʹ εἰς λογαριασμὸν δαπάνης πρὸς ἀνέγερσιν δικαστικοῦ καταστήματος ἐν Ἀθήναις δρ.......... 30,000. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κεφ. Ϛʹ ὡς ἀνεγνώσθη νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἐπίσης ἐγένοντο δεκτὰ δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου ψηφοφορίας καὶ τὰ ἑπόμενα τρία κεφάλαια. Κεφ. Ζʹ Διὰ τὰς δαπάνας τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος εἰδικοῦ δικαστηρίου 70,000. Κε. Ηʹ Ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων 14,509,44 Κεφ. Θʹ Ἔξοδα διαγεγραμμένων χρήσεων 7,331,46.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐπερατώθη· αὔριον θέλομεν συζητήσει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 5 μ. μ.