1877.01.12
617 rows · 5,228 words · 56 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 57
τῆς 12 Ἰανουαρίου 1877.
(Τετάρτη)
Ὥρα 2 μ. μ.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες εἶναι 98, ὥστε νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα· (ἀνοίγονται). Πρακτικὰ, κύριοι, δὲν ὑπάρχουν, διότι ἀνεγνώσθησαν εἰς τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν· ἤδη δὲ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαράλλακτος ὅπως τὴν ἀφήσατε.
§2ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον· (ἀναβαίνει τὸ βῆμα). Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, νὰ προσέξετε ὀλίγον εἰς τοὺς λόγους μου· λυποῦμαι δὲ διότι εἰς τοῦτο σπανιώτατα σᾶς ἀπασχολῶ· προσέτι δὲν πρόκειται περὶ πολιτικῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ περὶ μομφῆς ἀδίκου κατὰ συναδέλφου κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του, ἡ ὁποία, νομίζω, ἀναγκαίως ὅτι δημοσίᾳ πρέπει νὰ ἐκτεθῇ. Ὁ μακαρίτης γερουσιαστὴς Παπαπολίτης εἶχε λαμβάνειν παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως 2,500 δρ. ὅπως ὅλοι οἱ γερουσιασταί, προερχομένας ἀπὸ αὔξησιν τῆς συντάξεώς των· ἀλλ’ αὐτὸς ἀπεβίωσε πρὶν τὰς λάβῃ· ἡ δὲ Κυβέρνησις τοῦ 1872 μαθοῦσα τὸν θάνατόν του ἔσπευσε νὰ ἐκδώσῃ τὰ ἐντάλματα ἐν ὀνόματι τῆς συζύγου του ὡς καθολικῆς κληρονόμου, ἥτις δι’ ἐμοῦ ὡς ἀντιπροσώπου ἐκοινοποίησεν εἰς τὴν Τράπεζαν, εἰς ἣν ὤφειλεν ὁ μακαρίτης, ὅτι δὲν δέχεται τὴν κληρονομίαν εἰμὴ ἐξ ἀπογραφῆς. Συνεπῶς ἡ Τράπεζα τὴν μὲν ἑτέραν περιουσίαν του ἐπλειστηρίασε, τὰς δὲ 2,500 δρ. κατέσχεν εἰς χεῖρας τοῦ δημοσίου. Ἐγὼ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἐζήτησα τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος, διότι ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος μοὶ ἐκοινοποίησεν ὅτι τὸ δημόσιον ἀρνεῖται νὰ πληρώσῃ τὰς δραχμὰς αὐτὰς ἐπὶ διαφόροις προφάσεσι καὶ μὲ παρακάλεσε νὰ συντελέσω εἰς τὴν περαίωσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Μετέβην εἰς τὸ δικαστικὸν τμῆμα, εἰς τὴν σφιγγίαν ἐκείνην τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐζήτησα πληροφορίας· ὡς μόνον δὲ συμπέρασμα ἐξήγαγον ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν δύναται νὰ λάβῃ τὰς δραχμὰς αὐτὰς διὰ λόγους μυστικούς, τοὺς ὁποίους ἡ ὑπηρεσία δὲν δύναται νὰ φανερώσῃ. Ἀποκλειομένης τῆς Τραπέζης ἐκ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, συμπέρασμα ἦτο νὰ ἐπανέλθουν τὰ δικαιώματα εἰς τὴν νόμιμον κληρονόμον, καὶ ἐπὶ τούτῳ ἐγένετο αἴτησις θεραπείας, ὅτε μετ’ ὀλίγον μετέβην εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ζητῶν ἢ τὴν πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ εἰς τὴν νόμιμον κληρονόμον, ἢ τὴν πληρωμὴν αὐτοῦ εἰς τὴν Τράπεζαν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ ἀπήντησε, «σὺ μὲν δὲν δύνασαι νὰ λάβῃς τὰς δραχμὰς αὐτὰς, διότι εἶσαι ἐξ ἀπογραφῆς κληρονόμος, ἄλλως τε ὁ μακαρίτης χρεωστεῖ 40,000 δραχ. εἰς τὸ δημόσιον, καὶ θὰ συμψηφισθῶσιν εἰς τὰ χρέη του, ἡ δὲ Τράπεζα δὲν δύναται νὰ λάβῃ τὰς δραχμὰς αὐτάς, διότι ἐντὸς πενταετίας δὲν ἀνενέωσε τὴν κατάσχεσιν, καὶ παρεγράφη», καὶ μοὶ ἀνέγνωσε καὶ τὸ σχετικὸν ἄρθρον· ταῦτα εἶπεν ὁ ὑπουργὸς ἀπαθῶς ὡς πάντοτε, χωρὶς νὰ ἐρυθριάσῃ· ἐγὼ δὲ πλήρης ἀγανακτήσεως ἀνεχώρησα. Διὰ τί, κύριοι, ἠγανάκτησα; διότι ἐνῷ ἡ Τράπεζα ἐπανειλημμένως ἐζήτησε τὰ χρήματα ἀπὸ τὸ δημόσιον ἐγκαίρως, τὸ δημόσιον ἐπανειλημμένως διὰ διαφόρων προφάσεων κατώρθωσεν ὥστε νὰ παραγραφῇ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ Τράπεζα τοῦ νὰ λάβῃ τὰ 2,500 δρ. Διατί ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν ἐρυθρίασεν ὅταν τὴν παραγραφὴν μοὶ εἶπε; διότι ἐσυνείθισε τὸ δημόσιον νὰ παραγράφῃ καὶ νὰ παραγράφηται. Ἔκτοτε δὲν ἐγένετο οὐδεὶς λόγος. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα ὅτι ἐνώπιον τοῦ σεβαστοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς ἐκάμαμεν λόγον περὶ τῆς παραδόξου παραγραφῆς τῆς Τραπέζης, καὶ εἶπον ὅτι θὰ κάμω λόγον περὶ αὐτῆς, ἀλλὰ διότι ὑπῆρχεν ὑπουργικὴ κρίσις, δὲν ἔκαμα, καὶ ἐνθυμοῦμαι μάλιστα ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀνεχώρησα. Ἐν τούτοις δὲν γνωρίζω τίς, ποῖος, ἢ τίνες δημοσίᾳ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου εἶπον ὅτι ἐγὼ ἔλαβον 2,500 δραχ. διὰ νὰ ᾖμαι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὅτι μὲν δὲν ἔλαβον αὐτὰς, μάρτυς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις παρέγραψε καὶ ἐμὲ καὶ τὴν Τράπεζαν· ὅτι δὲ ἐνῷ δὲν τὰς ἔλαβον δὲν εἶμαι κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, μάρτυς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ὅτι πάντοτε ἔλεγον ναί. Ἄλλως τε, κύριοι, ἐγὼ ποτὲ δὲν ἤμην φίλος τοῦ κ. Κουμουνδούρου· ἐγὼ ἀνήκω εἰς ἄλλο σύστημα, καὶ οἱ πλεῖστοι τοῦ συστήματος αὐτοῦ γνωρίζουσιν ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐξ ἀρχῆς κατὰ τῆς συμπράξεως μετ’ αὐτοῦ οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, παρὰ ὅτι τὸν θεωρῶ ἀτυχῆ· τὸν ἐγέννησεν ἡ μήτηρ του δύω ὥρας ἀργότερα, καὶ διὰ τοῦτο καθυστερεῖ δύω ὥρας εἰς ὅλας τὰς πράξεις του, καὶ θὰ ἀποθάνῃ πάντοτε καθυστερῶν. Τὰ ὀλίγα ταῦτα, κύριοι, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ εἴπω· δὲν πιστεύω δὲ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὲ διαψεύσῃ, παρὰ μόνον καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἔκθεσιν τῆς ὑποθέσεως, οὐχὶ δὲ καὶ ὅτι ἔλαβα τὰς δραχμὰς ἢ ἐγὼ ἢ ἡ Τράπεζα. Ἐν τούτοις, κύριοι, ἀρκετὰ ἐτιμωρήθην, καὶ τοῦτο διότι φέρω τὰ ἔντιμα τοῦ βουλευτοῦ, καὶ ἐφάνην διεκδικῶν δικαιώματα τρίτου, διότι διεδόθη εἰς πολιτικοὺς κύκλους, ἂν οὐχὶ εἰς τὰς ἀγυιὰς, ὅτι ἐγὼ ἤθελον νὰ νοσφισθῶ αὐτὰ τὰ χρήματα. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ φέρῃ τὸν κατάλογον τῶν λαβόντων ἢ ὀφειλόντων εἰς τὸ δημόσιον δι’ οἱανδήποτε αἰτίαν, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι τὸ ὄνομά μου δὲν θὰ κατέχῃ θέσιν οὔτε τῶν λαβόντων οὔτε τῶν ὀφειλόντων· εἰμπορεῖ μόνον νὰ ἔχῃ θέσιν μεταξὺ τῶν παραγραφέντων δὶς καὶ τρίς.
§3ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἁρμόζει καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μέρος, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰδικὴ ὑπόθεσις, νὰ γίνῃ λόγος, διότι καὶ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἁρμοδία· καθόσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος ὁ κ. βουλευτὴς εἶναι ἀνώτερος πάσης μομφῆς, καὶ ἠθέλαμεν τὸν ἀδικήσει πολύ, ἐὰν ἠθέλαμεν θέσει εἰς συζήτησιν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα· πιστεύω δὲ ὅτι καὶ ὁ κ. Λιδωρίκης ἔχει αὐτὴν τὴν πεποίθησιν.
§4ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς εἶπεν ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ διεδόθησαν τοιαῦται φῆμαι· ἐπειδὴ δὲ εἰς ὅσους δὲν γνωρίζουν τὰς σχέσεις μας δύναται νὰ ὑπάρξῃ δισταγμὸς....
§5ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν ἐννοοῦσα ὑμᾶς.
§6ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ δώσῃ τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Καθὰ μοὶ ἔγραψαν ἐκ Τριπόλεως, τὸ ἐπαρχιακὸν συμβούλιον τῆς Μαντινείας περαιῶσαν τὰς ἐργασίας του κατὰ τὸν παρελθόντα μῆνα ἔληξε, κηρυχθείσης τῆς λήξεως ὑπὸ τοῦ νομάρχου. Ἤδη δὲ μοῦ γράφουν ὅτι ὁ νομάρχης ἔχων ἀνάγκην προσεκάλεσεν αὐτὸ ἐκ νέου νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς μεταθέσεως τῆς ἕδρας τοῦ δήμου Κορυθίου· παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως.
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ἐξέδωκα τοιαύτην διαταγήν.
§8ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τέλος πάντων ἐὰν δὲν ἐξεδώκατε, νὰ διατάξητε τὸν νομάρχην....
§9ΡΙΚΑΚΗΣ. Πρὸ καιροῦ εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς πρᾶξιν ἀξίαν τῆς κυβερνητικῆς προνοίας. Τελευταῖον ἠκούσατε, κύριοι, καὶ εἶναι ἤδη γνωστόν, ὅτι ὁ λόφος τοῦ Λυκαβητοῦ, ὅστις ἔχει ἀρχαιολογικὴν ἀξίαν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁπωσδήποτε ἀρχαιολογικὸν μνημεῖον, κατέστη ἀντικείμενον λιθοτομίας, ἥτις ἐπαπειλεῖ τὴν καταστροφήν του. Παρεκάλεσα τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ δώσῃ ἰδιαιτέραν προσοχὴν εἰς τοῦτο, καὶ νὰ φροντίσῃ ὅπως διασώσῃ τὸν λόφον τοῦτον ἀπὸ τὴν καταστροφὴν, ἥτις τὸν ἐπαπειλεῖ. Τὸ ἀντικείμενον τοῦτο εἶναι ἄξιον μικρᾶς χρηματικῆς θυσίας, καθόσον εἶχον μάθει ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ λόφου αὐτοῦ εὐχαριστεῖτο νὰ παραχωρήσῃ τὰ δικαιώματά του ἀντὶ 25,000 δραχμῶν, καὶ ἂν ἐπέλθῃ συνεννόησίς τις ἴσως ἐπιτευχθῇ τοῦτο καὶ μὲ ὀλιγώτερον ποσόν. Παρεκάλεσα λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν πρὸς τοῦτο, ὅστις μοὶ ὑπεσχέθη ὅτι θέλει λάβει τὸ ζήτημα αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν, νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ ἰδιοκτήτου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον γνωρίζω ὅτι συνετάχθη νέον συμβόλαιον καὶ ἐδόθη εἰς μεγαλειτέραν ἐργολαβίαν ἡ λιθοτομία, ἐκ τούτου δὲ ἐπαπειλεῖται μεγαλειτέρα καταστροφή· παρακαλῶ ἑπομένως καὶ ἤδη τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ ἐὰν ἐλήφθη πρόνοιά τις, τὴν δὲ Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ προλάβῃ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα δὲν συμβιβάζονται οὔτε μὲ τὴν ἐποχὴν εἰς τὴν ὁποίαν ζῶμεν, οὔτε μὲ τὸν πολιτισμὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς καυχᾶται· εἶναι πρᾶξις βανδαλικὴ νὰ βλέπετε ἕνα λόφον, ὅστις ἔχει ἀρχαιολογικὴν ἀξίαν, νὰ καταστρέφεται καθεκάστην διὰ λιθοτομίας, ἐνῶ δύναται νὰ σωθῇ ἀντὶ ἑνὸς εὐτελεστάτου ποσοῦ.
§10ΜΙΛΗΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ). Ἀληθῶς, κύριοι, ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ Λυκαβητοῦ μοὶ ἐπρότεινε νὰ ἀγοράσω τὸν λόφον τοῦτον ὡς ἔχοντα ἀρχαιολογικὴν ἀξίαν· ἠρώτησα τοὺς εἰδικοὺς ἄνδρας ἐπ’ αὐτοῦ, ἰδίως δὲ τὸν ἔφορον τῶν ἀρχαιοτήτων, ἐὰν ὁ λόφος ἔχῃ ἀρχαιολογικὴν ἀξίαν καὶ ἂν δύναται νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῶν ἀρχαιοτήτων, καὶ ὅλοι μοὶ εἶπον ὅτι ὁ λόφος εἶναι βεβαίως ἀρχαῖος ὅπως ὅλα τὰ βουνὰ, ἀλλὰ οὐδὲν ἀρχαιολογικὸν μνημεῖον ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ ἑπομένως τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ἐὰν διὰ τῆς καταστροφῆς τοῦ λόφου τούτου ἐπέρχεται ἄλλη ζημία, εἴτε ὑπὸ ἔποψιν ὑγιεινὴν, εἴτε ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, αὐτὸ δὲν ἀφορᾷ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§11ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐπερωτήσας δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ εἰδικεύσῃ τὴν ἐπερώτησίν του· ἐπικαλεσθεὶς τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς ἠννόησε μόνον νὰ συστήσῃ τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν· εἶναι δὲ ἀδιάφορον εἰς αὐτὸν καὶ εἰς ἡμᾶς ποῖον ἐκ τῶν τμημάτων τῆς διοικήσεως ἐνδιαφέρεται καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ. Ἀπορῶ δὲ μὲ τὴν ἀπάντησιν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅστις ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσῃ τὸν ἔφορον τῶν ἀρχαιοτήτων ἐὰν ἔπρεπε νὰ καταστραφῇ ὁ Λυκαβητὸς ἢ ὄχι. Ὁ ἔφορος δὲν εἶναι τόσον περιωρισμένων γνώσεων ὥστε ἐπὶ πραγμάτων ἐξερχομένων τῆς ἐργασίας ἐπὶ τῶν ἀρχαιοτήτων νὰ μὴ πρέπει νὰ ἐρωτᾶται· βεβαίως ἐὰν τὸν ἠρώτησε ἂν ἡ ἐπιστήμη δύναται νὰ κατατάξῃ τὸν Λυκαβητὸν εἰς τὰς ἀρχαιότητας, τότε ὁ κ. Εὐστρατιάδης καλῶς ἀπήντησεν, διότι οὔτε ἡ Πεντέλη, οὔτε ὁ Ὑμηττὸς εἶναι ἀρχαιότης· ἐὰν ὅμως ἤθελε τὸν ἐρωτήσει περὶ τῆς ἱστορίας τοῦ Λυκαβητοῦ, βεβαίως ἤθελε τὸν δώσει ἄλλην ἀπάντησιν, ὅτι ἐχρησίμευσεν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς ἀρχαιότητος ὁ Λυκαβητὸς ἐπὶ πολλῶν περιστάσεων καὶ ἀπέκτησεν ἀρχαιολογικὴν ἀξίαν, ἔφερε δὲ ἐπὶ τῶν νώτων αὐτοῦ διάφορα ἱερὰ, τὰ ὁποῖα αἱ περιγραφαὶ διέσωσαν εἰς τὴν ἱστορίαν. Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ ἐὰν ἀπετέλει τοσοῦτον οὐσιῶδες γνώρισμα ὁ Λυκαβητὸς, ὥστε νὰ παρεξηγηθῇ ἡ καταστροφὴ αὐτοῦ καὶ χαρακτηρισθῇ ὡς βανδαλικὸν τὸ ἔργον τοῦτο, ἐὰν ἡ πολιτεία ἤθελεν ὑποφέρει μὲ ἀπάθειαν τὴν πρᾶξιν ταύτην εἰς τὴν ὁποίαν ὄντως ἁρμόζει τὸ ὄνομα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα, τουτέστι τὴν καταστροφὴν ἑνὸς τοσούτου ἀρχαίου μνημείου εὐκλεεστάτης χώρας. Ἐνθαῤῥύνομαι δὲ νὰ ὁμιλήσω ὅπως ὁμιλῶ, διότι παρατηρῶ ὅτι ὁ τύπος, ὁ ὁποῖος ἀντιπροσωπεύει ἐπὶ πράγματος μὴ ἔχοντος οὐδεμίαν σχέσιν οὔτε μὲ προσωπικὰ, οὔτε μὲ πολιτικὰ ζητήματα, τὸ κοινὸν φρόνημα, ὅτι ἐξηγέρθη ὅλος καὶ ἐπικαλεῖται τὴν συνδρομὴν τῆς κοινωνίας πρὸς ἀποτροπὴν τῆς περαιτέρω καταστροφῆς τοῦ λόφου τούτου. Καὶ πολλάκις ἤκουσα τοιαύτας κατακρίσεις ἐναντίον τῆς κοινωνίας καὶ τῆς πολιτείας, ὥστε καὶ ἐγὼ ἀπαντήσας τὸν ἀξιότιμον ἰδιοκτήτην τοῦ Λυκαβητοῦ, τοῦ ὡμίλησα μὲ γλῶσσαν πολὺ σκληρὰν, καὶ παρετήρησα ὅτι συνεκινήθη, καὶ νομίζω, ὅτι ἔχω δίκαιον νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπάντησίν του· μοὶ εἶπεν ὅτι ἀποφασίζει νὰ παραιτηθῇ καὶ μετὰ ἕνα μῆνα θέλει παύσει τὴν λιθοτομίαν, διότι τοῦ παρέστησα τὴν πρᾶξιν ταύτην ὡς πρᾶξιν τόσον κακὴν, ὥστε ἐπίστευσεν ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη κηλιδώνει ὄντως τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ὁ πατήρ του ἀφῆκεν εἰς αὐτὸν καὶ τὴν οἰκογένειάν του, καὶ ὅτι δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν θέσιν του καὶ τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ἐν μέσῳ τῶν συμπολιτῶν του, νὰ φέρεται ὅπως φέρεται χάριν εὐτελεστάτου συμφέροντος. Ἀλλὰ ἐπὶ τέλους ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης δὲν θέλει νὰ τὸ πράξῃ ἑκουσίως, ἐὰν ἔχῃ τῳόντι τοιαύτην ἀνατροφὴν, ὥστε ἀποφασίζει νὰ προσάψῃ μίαν κηλῖδα εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, ἂς τὸ πράξῃ ἡ πολιτεία. Καὶ πολλοὶ ἄλλοι Ἀθηναῖοι ἔχουν ἰδιοκτησίας πέριξ τοῦ Λυκαβητοῦ, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησαν νὰ κάμουν χρῆσιν τοῦ δικαιώματός των· διότι χρεωστῶ νὰ εἴπω, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ κ. Παπαῤῥηγοπούλου συνίσταται εἰς τὸ ἑξῆς· ἰσχυρίσθη ὅτι ἔχει ἀγρὸν ὑπὸ τοὺς πρόποδας τοῦ ὄρους, καὶ ὅτι κατ’ ἔθιμον τουρκικὸν ὁ ἔχων ἀγρὸν ὑπὸ τὸ ὄρος δύναται νὰ δέχηται καὶ τὰ νερὰ τοῦ ὄρους καὶ νὰ μεταχειρίζηται καὶ τοὺς λίθους· δυνάμει λοιπὸν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος ἤρχισε νὰ καταστρέφεται τὸ ὄρος. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ ἔχουν καὶ ἄλλοι ἰδιοκτῆται, ὅσοι ἔχουν χωράφια εἰς τοὺς πρόποδας, ἀλλὰ δὲν κατεδέχθη κανεὶς νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, ἐὰν ἡ πολιτεία μας δὲν ζῇ διὰ τὰ ὑλικὰ μόνον, ἀλλὰ καὶ διὰ ἠθικὰ συμφέροντά της, ἐὰν ἔχῃ πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι θὰ βλαφθῇ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου καὶ ὅτι ὁ τόπος μας, ὀφείλει μέγα μέρος εἰς τὰ ἔργα τῶν εὐκλεῶν προγόνων μας, ἅτινα δὲν συνίστανται μόνον εἰς τὰς πράξεις αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ μνημεῖα τῆς τέχνης τὰ ὁποῖα ἐγκατέλιπον, καὶ τοὺς τόπους εὐκλεῶν κατορθωμάτων αὐτῶν· ἐὰν ἡ Κυβέρνησις αἰσθάνεται δι’ αὐτὸ ὅτι ὁ Λυκαβητὸς δὲν πρέπει νὰ λείψῃ, ἂν κάθε κρότος, ὅστις κτυπᾷ εἰς τὰ ὦτα τοῦ ξένου ἢ φιλοτίμου κατοίκου τῶν Ἀθηνῶν, ἐνθυμίζει, ὅτι ἡ σημερινὴ γενεὰ τῆς χώρας αὐτῆς εἶναι ἀναξία τῆς ἀρχαίας της εὐκλείας, ἐρωτῶ τί περιμένει ἡ ἐξουσία; Περιμένει νὰ εὑρεθῇ ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἐκ τῶν προτέρων νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ποῖον ὑπουργεῖον εἶναι ἁρμόδιον, ὁποίαν ἀξίαν ἔχει τὸ δικαίωμα, καὶ ποῦ θὰ εὑρεθῶσι τὰ πρὸς ἀποζημίωσιν μέσα καὶ ἕως ὅτου λυθῇ πρέπει νὰ ἐξακολουθῇ ἡ καταστροφή; Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τὴν γνώμην, ἣν ὑποστηρίζω, πρέπει νὰ διατάξῃ τὴν παῦσιν τοῦ ἔργου· ἐὰν φρονῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἀποζημιώσῃ, καλλίτερα νὰ παύσῃ ἀπὸ τοῦδε τὰς ἐργασίας παρὰ κατόπιν. Παρακαλῶ μάλιστα τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ εἰς τὸ γραφεῖον νὰ εὑρεθῇ ὁ φάκελλος ὁ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, διότι ἐπιθυμῶ νὰ τὸν παρατηρήσω, συγχρόνως δὲ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐνθαῤῥύνῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ ἀπὸ τοῦδε τὴν παῦσιν τοῦ ἔργου. Τέσσαρες λοστοὶ δουλεύουν πρὸς λιθοτομίαν, ἤτοι 200 δραχ. κατὰ μῆνα εἶναι τὸ ἔσοδον· ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐδημιουργήσαμεν μίαν θέσιν ὑπουργικοῦ γραμματέως, ἂς πληρώσωμεν καὶ μίαν θέσιν περισσότερον 200 δρ. κατὰ μῆνα.
§12ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐλάμβανε πρόνοιαν νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ ἑτέρου τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ εἰρημένου λόφου, τυγχάνοντος ἀνωτέρου ὑπαλλήλου του εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, θὰ ἐπιτύχῃ εὐκολώτερον συμβιβασμόν τινα ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως.
§13ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἠκυρώθη παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ σύμβασις.................
§14ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μία ἀπόφασις;
§15ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ φέρωμεν τὸν φάκελλον πρῶτον.
§16ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂς εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις τὶ φρονεῖ.
§17ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νὰ παύσωμεν τὰ ἔργα· μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον πρᾶγμα, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται τῷ ὄντι εἰς ἡμᾶς νὰ λάβωμεν μέτρα ὥστε νὰ ἀπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό.
§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι παναρχαία· πρὸ πολλῶν ἐτῶν αὐτὸ γίνεται ἕως τώρα καὶ τὴν προσοχὴν οὐδενὸς εἵλκυσε· πρώτην φορὰν λέγεται ἡ ἰδέα ὅτι πρέπει νὰ ἐμποδισθῇ ἡ καταστροφή. Ἐὰν τῷ ὄντι ἡ Βουλὴ ἐπιμένῃ, ἡμεῖς μετ’ εὐχαριστήσεως θὰ τὸ δεχθῶμεν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ συμφωνῇ νὰ πληρώσωμεν τὸν ἰδιοκτήτην, δὲν ἐναντιούμεθα.
§19ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ὁσάκις γίνονται μεταβολαὶ εἰς τὴν τοπογραφίαν τῶν Ἀθηνῶν, ὁ ἐπιστημονικὸς κόσμος ἐξετάζει αὐτὰς καὶ γράφονται ἄρθρα καὶ πολλάκις συγγράμματα περὶ αὐτῶν. Συνιστῶσι δὲ ὅπως οἱ ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων φροντίζωσιν οὐχὶ μόνον περὶ τῆς διατηρήσεως τῶν ἀρχαίων μνημείων, ἀλλὰ καὶ τῶν τοπογραφικῶν σημείων, τὰ ὁποῖα δίδουν πολλὴν σημασίαν εἰς τὴν χώραν ἡμῶν· ὥστε δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι δὲν ἐγένετό ποτε λόγος περὶ τοῦ ἀντικειμένου, ἀλλὰ ἐσχάτως ἐφείλκυσε πλειότερον τὴν προσοχὴν, διότι ἐγένετο πλέον καταφανὲς, ὅτι πλησιάζει ἐντελὴς καταστροφὴ τῶν λόφων αὐτῶν.
§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ σημειώσετε μίαν τοιαύτην διατριβήν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ λάβῃ μέτρα εἰς παρακώλυσιν τῆς περαιτέρω καταστροφῆς τοῦ Λυκαβητοῦ;
§22ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§23ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἠκυρώθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν εἶχε κλείσει ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς σμύριδος τῆς Νάξου μετὰ τοῦ Βαφειαδάκη καὶ Κλέβεν, εἰδοποίησα τὸν ἐν Ἁμβούργῳ κύριον Mathy καὶ ἀπευθείας διὰ τοῦ ἐκεῖ προξένου τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐμμέσως διὰ τοῦ ἐν Σμύρνῃ ἀντιπροσώπου αὐτοῦ Κ. Σμὶθ καὶ τὸν προσεκάλεσα νὰ προσέλθῃ εἰς Ἀθήνας ἢ αὐτοπροσώπως ἢ δι’ ἀντιπροσώπου διὰ νὰ κλείσωμεν μετ’ αὐτοῦ σύμβασιν περὶ παραχωρήσεως τῆς σμύριδος. Ἡ ἀπάντησις, ἥτις ἐδόθη εἰς τὸν ἐν Ἁμβούργῳ πρόξενον, ἦτον ὅτι μολονότι τεμάχιά τινα σμύριδος, τὰ ὁποῖα ἐσχάτως εἶχεν ἰδεῖ εἴς τινα πόλιν δὲν ἦσαν καλῆς ποιότητος, μολαταῦτα ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει φροντίζει ὥστε τοῦ λοιποῦ νὰ παραδίδηται σμύρις καλῆς ποιότητος, δέχεται νὰ ἀγοράσῃ ἐπὶ 12 ἔτη τὴν σμύριδα τῆς Νάξου κατὰ τοὺς ὅρους, οἵτινες ἐγένοντο γνωστοὶ πρὸς αὐτὸν, μὲ τὴν τιμὴν τῶν δραχμῶν 13 καὶ 50|00, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἔλθῃ εἰς τὰς Ἀθήνας οὐδὲ δέχεται νὰ κλείσῃ σύμβασιν μὲ τὸν ἐν Ἁμβούργῳ ἀντιπρόσωπον τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν τῆς κυρώσεως τῆς Βουλῆς, ἀπαιτεῖ δὲ νὰ ληφθῇ ἐκ τῶν προτέρων ἡ ἔγκρισις τῆς Βουλῆς καὶ νὰ δοθῇ πληρεξουσιότης εἰς τὸν ἐν Ἁμβούργῳ ἀντιπρόσωπον τῆς Κυβερνήσεως ἵνα κλείσῃ ὁριστικῶς τὴν σύμβασιν, εἶπε δὲ ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ καταθέσῃ καὶ τὴν ἐγγύησιν τῶν 300 χιλιάδων φράγκων. Ὁ ἐν Ἁμβούργῳ πρόξενος τῆς Ἑλλάδος λέγει ὅτι ὁ κύριος Μαθὺ εἶναι κατὰ πάντα ἀξιόχρεως καὶ δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὴν καλὴν ταύτην εὐκαιρίαν. Ἐπειδὴ τὸ συμφέρον εἶναι μέγα καὶ ἡ προσφερομένη τιμὴ πολὺ ἀνωτέρα ἀπὸ τὴν προσφερθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κυρίου Βαφειαδάκη, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καθυποβάλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ κλείσω ὁριστικῶς μετὰ τοῦ κυρίου Μαθὺ τὴν συμφωνίαν ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ γνωρίζει. Ἐπειδὴ ὅμως ἕως οὗ λάβωμεν ὁριστικὴν ἀπάντησιν ἐνδέχεται νὰ παρέλθῃ καιρὸς καὶ ἐπειδὴ ἐνδέχεται ἐπὶ τέλους καὶ νὰ μὴ δεχθῇ οὗτος ὁριστικῶς τὴν σύμβασιν, θὰ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ διαθέσωμεν ἄλλως πως τὴν σμύριδα, ἐπειδὴ δὲ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ τὴν πωλήσωμεν λιανικῶς προσδιορίζοντες τὴν τιμὴν διὰ Β. Διατάγματος, οὗτος δὲ ὁ τρόπος τῆς διαθέσεως καθ’ ἃς ἔχομεν πληροφορίας θέλει ἀποτύχει, διότι οἱ παρουσιαζόμενοι ἀγορασταὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ πωλήσῃ καὶ εἰς ἕτερα πρόσωπα ἢ δὲν θὰ προσέλθωσι ἢ θὰ ζητήσωσι ν’ ἀγοράσωσιν εἰς μικρὰς τιμὰς, διὰ τοῦτο εἰς τὸ παρουσιαζόμενον νομοσχέδιον ὑπάρχει δεύτερον ἄρθρον, κατὰ τὸ ὁποῖον καθ’ ἣν περίπτωσιν ἤθελεν ἀποτύχει ἡ διαπραγμάτευσις μετὰ τοῦ κυρίου Mathy, δίδεται ἡ ἄδεια εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πωλήσῃ διὰ τὸ 1877 διὰ δημοπρασίας 40 χιλιάδας καντάρια σμύριδος, οἱ δὲ ὅροι τῆς δημοπρασίας θέλουν κανονισθῆ διὰ Β. Διατάγματος. Ἐπειδὴ τὸ πρᾶγμα εἶναι κατεπεῖγον, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ά. ἀνάγνωσιν.
§24ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη εἰς ά. ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τοῦ Ὑπουργοῦ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου ψηφοφορίας.
§25Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς τὴν ἀλληλογραφίαν τοῦ προξένου Ἁμβούργου μετὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§26ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον θέλω τὴν φέρει.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἔχομεν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὸ ἔτος 1877. Ἡ ἐπιτροπὴ κατέθεσε μόνον τὴν ἔκθεσιν τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης.
§28ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐκκλησιαστικῶν ἡτοιμάσθη, ἀλλὰ πολλὰ τῶν ἐντίμων μελῶν ἀρνοῦνται νὰ ὑπογράψωσι. Ὁ κ. Μεγαπάνος π. χ. λέγει ὅτι ἔλαβε μέρος εἰς δύω συνεδριάσεις καὶ ἀρνεῖται νὰ ὑπογράψῃ· ὁ κ. Ῥεβελάκης, ἐπίσης καὶ ἄλλοι τινές· λείπουν ἕνδεκα, εἶναι δὲ 10 ὑπογεγραμμένοι καὶ πρέπει νὰ ᾖναι 12.
§29ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἤλλαξε τρόπον ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως. Σήμερον προσεκλήθην νὰ ὑπογράψω μίαν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἠρώτησα ποίαν ἔκθεσιν, ποῦ ἀνεγνώσθη καὶ ποῖαι παρατηρήσεις ἐγένοντο· ἐγὼ δὲν ἔλαβον μέρος· ἐγὼ ἠρνήθην νὰ ὑπογράψω, διότι ὁ Πρόεδρος δὲν συνεκάλεσε τὴν ἐπιτροπὴν ν’ ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσιν.
§30Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἐξελέχθην μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν λαμβάνω μέρος καὶ πάντοτε ἠρνήθην νὰ λάβω.
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θὰ παραπονεθῶ κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ· παρακαλῶ μόνον νὰ ἐπισπεύσῃ, διότι εἰσήλθομεν εἰς τὸ νέον ἔτος· προϋπολογισμὸς δὲ δὲν ὑπάρχει καὶ τοῦτο εἶναι ἀταξία· πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν τάξιν. Ὡς πρὸς ἡμᾶς δὲ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἀλλάσσει τὴν θέσιν μας· ἡμεῖς καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν θέλομεν παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλαμεν, διότι ἐξ αὐτῶν ἐξαρτῶμεν τὴν περαιτέρω διαμονήν μας ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἑπομένως εἴτε ταχύτερον, εἴτε ἀργότερον ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει, εἶναι ὅμως ἄτοπον νὰ εὑρίσκεται καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸ τοσούτου χρόνου καὶ ἡ Βουλὴ νὰ σιωπᾷ. Εὑρισκόμεθα ἄλλως καὶ εἰς στενοχωρίας τινὰς, διότι κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἐλαττοῦνται κατὰ 20% τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τὰ ἔξοδα διὰ τὸν στρατὸν, λόγῳ δοθησομένων ἀδειῶν καὶ ἐν τούτοις οἱ στρατιῶται πλεονάζουσι ἤδη· θέλομεν δὲ νὰ ἔχωμεν τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἂν καὶ αὐτὴ συμφωνῇ νὰ χορηγήσωμεν ἀδείας· διὰ τοῦτο παρακαλοῦμεν τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ἡ ἐπιτροπὴ αὔριον νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της, διότι ἄλλως ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προβῇ, διότι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποῤῥέει ἐκ τοῦ Συντάγματος. Ἔχομεν ἑτοίμην τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ἔκθεσις στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς περὶ καταργήσεως τῶν 4 πρωτοδικείων. Λοιπὸν κεφάλ. ά. ἄρθρον 1. Προσωπικὸν ὑπουργείου, 39,240.
§33ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον. Προσωπικὸν Ἀρείου Πάγου, 110,160. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν ἀπάλειψιν τῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 42,600 διὰ μισθοδοσίαν προσθέτων Ἀρειοπαγιτῶν καὶ ὑπογραμματέων ὡς μὴ στηριζομένην εἰς τὸν νόμον.
§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 2 λοιπὸν περιορίζεται εἰς 67,560. Ἄρθρον 3. Προσωπικὸν Ἐφετείων. Ἡ ἐπιτροπὴ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ προϋπολογισμοῦ διῄρεσεν εἰς 10 καὶ εἰς ἄλλα ἐφετεῖα προσθέτει καὶ εἰς ἄλλα ἀφαιρεῖ.
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας ἃς ἔχω, πολλαὶ ὑποθέσεις μένουσιν εἰσέτι ἐκκρεμεῖς, ἐναπολείπεται δὲ πολλὴ εἰσέτι ἐργασία. Ἑπομένως ἡ ἐλάττωσις τοῦ προσωπικοῦ κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς θέλει οὐσιωδῶς βλάψει. Αἱ πληροφορίαι τῶν ἁρμοδίων προσώπων ἀντίκεινται πρὸς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ προσωπικοῦ κάτω τῶν 14, ἂν δὲ ἐλαττωθῇ πλέον θὰ πάθωσιν αἱ ὑποθέσεις τῶν πολιτῶν, καὶ θὰ ὀπισθοδρομήσῃ ἡ ἐργατία, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σχηματισθῶσι τρία τμήματα ἑπομένως συμφέρον εἶναι νὰ ἀφήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐφετῶν ἐν τῇ πρωτευούσῃ ὅπως ὑπάρχει, διότι ἄλλως θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ προσθέσωμεν ἐφέτας εἰς τὰς Πάτρας. Κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ εἰσαγγελέως καὶ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, ἂν δὲν ἀναβιβασθῇ ἐκεῖ ὁ ἀριθμὸς μέχρι τῶν 10, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσουν, καὶ αἱ ὑποθέσεις θέλουν σκοντάπτει.
§38ΧΟΪΔΑΣ. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν, κύριοι, τυγχάνετε ὄντες δικηγόροι ἐν Ἀθήναις, γινώσκετε εἰς ποίαν κατάστασιν διατελεῖ τὸ ἐφετεῖον Ἀθηνῶν καὶ ἠθέλετε πράξει τὴν ἐσχάτην ἀδικίαν, ἂν ἠθέλετε ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν. Ὑπάρχουσι τόσαι ὑποθέσεις ὥστε, ἐὰν περιορίσητε τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν, μόλις μετὰ δεκαετίαν θὰ δικασθῶσι.
§39ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύω ὅτι πρέπει νὰ παράσχωμεν εὐχερῶς τὴν δικαιοσύνην ἐν Ἀθήναις καὶ νὰ καταστήσωμεν αὐτὴν δυσφόρητον ἀλλαχοῦ. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τῆς ἰδίας αὐτῆς ὁ προϋπολογισμὸς δὲν δύναται νὰ ᾖναι παρὰ τὸ κάτοπτρον τῶν νόμων τῶν ὀργανικῶν· πέραν αὐτῶν δὲν δυνάμεθα νὰ δημιουργοῦμεν δαπάνας, καὶ νὰ ἀποκόπτωμεν δαπάνας στηριζομένας εἰς νόμους ὀργανικούς. Κατὰ τὸν νόμον, τὸ ἐφετεῖον τῶν Ἀθηνῶν σύγκειται ἐκ δύω τμημάτων, ἐκ δύω καὶ τὸ ἐφετεῖον Ναυπλίου, κατὰ συνέπειαν δέκα ἀπαραιτήτως ἐφέται πρέπει νὰ ἑδρεύουν ἐν Ναυπλίῳ καὶ ἐν Ἀθήναις, πέντε δὲ ἐν Πάτραις καὶ ἄλλοι τόσοι ἐν Κερκύρᾳ. Πῶς εἶναι λοιπὸν ἤδη δυνατὸν νὰ ἀφήσετε ὀκτὼ ἐφέτας ἐν Ναυπλίῳ καὶ νὰ ἔχητε δεκαεπτὰ ἐν Ἀθήναις; Ἀνάγκη καὶ τὸ ἐφετεῖον τοῦ Ναυπλίου νὰ ἔχῃ τὸν ἀριθμόν, ὃν ἀπαιτεῖ ὁ ὀργανικὸς νόμος, δηλ. δέκα δικαστάς· προσθέτω δὲ ὅτι εἰς τὸ ἐφετεῖον Ναυπλίου προσετέθη καὶ μέρος τῆς Ἑπτανήσου, εἰς αὐτὸ εἰσάγονται αἱ ὑποθέσεις τῆς νήσου Κυθήρων καὶ ὅμως ἐναντίον τῶν ὀργανικῶν νόμων, ἐναντίον τῆς ὑφισταμένης ἀνάγκης ἐγγράφετε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 10 ἐφέτας ἐνῷ ἐν Ἀθήναις ἐγγράφετε 16.
§40ΧΟΪΔΑΣ. Ὅταν ἔγειναν οἱ ὀργανικοὶ νόμοι, ἐν Πελοποννήσῳ ὑπῆρχε ἓν καὶ μόνον ἐφετεῖον, τὸ ὁποῖον εἶχεν 8 δικαστάς, εἶτα δὲ ἐγένετο νέος νόμος διὰ τοῦ ὁποίου ἐσυστήθη νέον ἐφετεῖον ἐν Πάτραις περιλαμβάνον 8 ἐφέτας, ὥστε ἔχετε ἀντὶ ἑνὸς ἐφετείου δύω καὶ ἀντὶ 8 δικαστῶν 16. Ἐμνήσθη τῶν Κυθήρων ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ἐπελάθετο ὅμως ὅλην τὴν δυτικὴν Ἑλλάδα, ἐπελάθετο τῶν νήσων καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὧν αἱ ὑποθέσεις δικάζονται ἐν Ἀθήναις. Ἡ πρωτεύουσα, κύριοι, ἀνήκει εἰς ὅλον τὸ κράτος ὥστε δὲν πρέπει νὰ νομίσουν τινὲς ὅτι ζητοῦμεν ὑπὲρ αὐτῆς προνόμια.
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὶν προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν, σᾶς ὑποβάλλω μίαν ἔκθεσιν τοῦ προέδρου τῶν ἐφετῶν ἐνταῦθα, ὁ ὁποῖος ἐξηγεῖ τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τοῦ ὅλου προσωπικοῦ, καὶ στηρίζει αὐτὴν ἐπὶ τοῦ κανονισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν φαίνεται, ὅτι ὑπάρχει ἐνώπιον τοῦ ἐφετείου Ἀθηνῶν μέγας ἀριθμὸς ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων.
§42ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὁ κ. Χοϊδᾶς σᾶς ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Καραπαύλου δὲν εἶναι ἀληθές, διότι στηρίζεται εἰς τὸν παλαιὸν ὀργανισμόν. Σήμερον τὸ ἐν Ἀθήναις ἐφετεῖον προσέλαβεν ἀπείρους καὶ σπουδαιοτάτας ὑποθέσεις ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, καὶ δι’ αὐτὸ διῃρέθη εἰς τμήματα· ἀλλ’ ὅτι καὶ ταῦτα δὲν ἐπαρκοῦν ἀπόδειξις εἶναι ὅτι τὸ τμῆμα τῶν συνήθων ὑποθέσεων εἶναι ὀπίσω κατὰ ἓν ἔτος καὶ τρεῖς μῆνας· ἄλλοτε καθυστέρει κατὰ ὀκτὼ μῆνας, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου ἔφθασεν εἰς τὸ σημερινὸν σημεῖον. Ἡ κοινωνία μόνην τροφὴν ἔχει τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ δὲν πρέπει νὰ τὴν στερήσετε αὐτῆς. Αἱ ἐν Ἀθήναις ὑποθέσεις εἶναι τοσαῦται, ὥστε ἀπαιτοῦσι τρία τμήματα πλήρη· ἐκ τῶν ὑπαρχόντων δὲ 15 ἐφετῶν ὁ εἷς εἶναι ἀπεσπασμένος ὡς πρόεδρος κακουργιοδικείου.
§43ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ νὰ μὴ ὑποπέσῃ εἰς πλάνην τινὰ ἡ Βουλὴ καὶ ψηφίσῃ μεταβολὴν τὴν ὁποίαν βραδύτερον δὲν ἠμπορεῖ νὰ διορθώσῃ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠννόησε διόλου νὰ ἐπιφέρῃ ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐφετῶν, ἀλλὰ παρατηρήσασα ὅτι ἡ ἐγγραφὴ ὅλου τοῦ προσωπικοῦ εἰς ἓν μόνον ἄρθρον ἠδύνατο νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα νὰ γίνουν οἰκονομίαι εἴς τινα κλάδον καὶ αἱ οἰκονομίαι αὗται ν’ ἀποῤῥοφηθῶσιν ἀμέσως διὰ τῶν γενομένων δαπανῶν εἰς ἄλλους, ἐνόμισεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προτείνῃ τὴν διαίρεσιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ καὶ νὰ ὁρίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐφετῶν εἰς ἕκαστον ἐφετεῖον. Διὰ τοῦτο παρατηρῶ ὅτι, ἐὰν τυχὸν μεταβληθῶσιν οἱ ἀριθμοὶ οἱ σημειούμενοι ἐνταῦθα εἰς ἓν ἐφετεῖον, εἶναι ἀνάγκη ἡ διαφορὰ αὐτὴ ν’ ἀναπληρωθῇ ἐξ ἄλλου τινὸς ἐφετείου, ὥστε πάντοτε νὰ ἔχωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν 35 ἐφετῶν· ἄλλως, θ’ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τοῦ ὅλου τῶν ἐφετῶν καὶ ἀντὶ ἐλαττώσεως θὰ φέρωμεν αὔξησιν.
§44ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι ὀρθή· τὸ ἄρθρον τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁρίζει ἐφέτας 35, ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησε ἱκανὸν αὐτὸν τὸν ἀριθμόν· νομίζω ὅμως ὅτι ἔσφαλε θελήσασα νὰ ἐπέμβῃ εἰς ἀντικείμενον τῆς καθαρᾶς διοικήσεως. Ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ κανονίζῃ τὰ καθήκοντα τῆς διοικήσεως. Διὰ τῆς τμηματικῆς αὐτῆς κατατάξεως δὲν βλέπω ποῖον ἄτοπον προλαμβάνεται, ἐκτὸς ἐὰν δὲν ἔχωσιν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀφήσωμεν τὴν διοίκησιν ἐλευθέραν καὶ νὰ ψηφίσωμεν τὸ κεφάλαιον ὁλόκληρον.
§45ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι ἀντικείμενον τῆς καθαρᾶς διοικήσεως ὁ προσδιορισμὸς τῶν δικαστῶν παρ’ ἑκάστῳ δικαστηρίῳ, διότι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου γνωρίζει, ὅτι οἱ ὀργανικοὶ νόμοι ὁρίζουν τὸν ἀπολύτως ἀναγκαιοῦντα ἀριθμὸν παρ’ ἑκάστῳ δικαστηρίῳ, δὲν δύναται λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ τοποθετῇ τοὺς δικαστὰς ὅπως θέλει. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1848 ἐκανονίσθη, ὅτι παρ’ ἑκάστῳ ἐφετείῳ ὑπηρετοῦσι τοὐλάχιστον 10 ἐφέται καὶ διαιροῦνται εἰς δύω τμήματα. Ἀληθῶς μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1848 συνέστη τὸ ἐφετεῖον τῶν Πατρῶν, ἀλλ’ ὁ νόμος δὲν ἐκαινοτόμησεν ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν τῶν δικαστῶν, διότι ὅσην ἀποκοπὴν ἔκαμε τῆς περιφερείας ἐν Ἀθήναις, ἄλλην τόσην καὶ μείζονα ἔκαμεν ἀπὸ τῆς περιφερείας τοῦ Ναυπλίου, ἀπέκοψεν ἀπὸ τὸ δικαστήριον τῶν Ἀθηνῶν τὸν νομὸν τῆς Αἰτωλοακαρνανίας, ἀπὸ δὲ τὸ δικαστήριον τοῦ Ναυπλίου τὸν νομὸν τῆς Ἀχαϊοήλιδος. Ὁ κύριος πρόεδρος τῶν ἐφετῶν ἔλαβε τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς εἴπῃ πόσαι εἶναι αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις σήμερον, ἀλλὰ δὲν μᾶς λέγει πόσος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀποφάσεων τοῦ δικαστηρίου Ἀθηνῶν, καὶ νὰ τὰς παραβάλλῃ πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκδοθεισῶν ὑπὸ τῶν ἄλλων ἐφετείων. Ἐν τῷ ἐγγράφῳ βλέπω ὅμως χαρακτηριστικὴν σιωπήν. Τὸ αὐτὸ δὲ εἶναι καὶ ὡς πρὸς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην· μέγα μέρος τῆς ἐπεξεργασίας εἶναι ἡ τῶν βουλευμάτων, ἀλλ’ εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο δὲν συγκρίνει ποία εἶναι ἡ ποινικὴ ἐργασία τοῦ ἐφετείου Ναυπλίου σχετικῶς πρὸς τὴν τῶν Ἀθηνῶν.
§46ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ὥρισε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐφετῶν δι’ Ἀθήνας εἰς 16, κατάγεται ἐκ Τριπόλεως καὶ δὲν ἠθέλησε βεβαίως ν’ ἀδικήσῃ τὴν πατρίδα του.
§47ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ἔλθω εἰς μεμψιμοιρίας τοῦ παρελθόντος, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὑπερασπίσω τὸν κ. ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος δὲν ηὔξησε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐφετῶν ἐν Ἀθήναις, διότι 16 ἦσαν καὶ πρίν. Ἐν Πελοποννήσῳ ἡ ποινικὴ ἐργασία εἶναι διπλῆ καὶ τριπλῆ. Τώρα ὅταν ἔχετε ὀργανικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι 10 ἐφέται πρέπει νὰ ᾖναι ἐν Ναυπλίῳ, ὅταν ἔχετε βεβαιωμένον ὅτι ὑπάρχουν 1211 ὑποθέσεις πολιτικαὶ ἐκκρεμεῖς, ὅταν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἔχετε τριπλασίαν ἐκεῖ ἐργασίαν ποινικὴν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπητε ὅτι ἐν Ναυπλίῳ ἀρκοῦν 8 μόνον δικασταί! δηλ. καταδικάζετε τὸν τόπον ἐκεῖνον νὰ δικάζεται οὐχὶ ἀπὸ τακτικοὺς δικαστάς. Κατὰ συνέπειαν τὸ ὀρθότερον εἶναι νὰ ᾖναι 14 δικασταὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ὁ πρόεδρος 15, ἀλλὰ 9 ἐν Ναυπλίῳ καὶ ὁ πρόεδρος 10. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἡ ἐν τῇ πρώτῃ ἀγορεύσει ὑποστηριχθεῖσα εἶναι ὀρθή.
§48ΧΟΪΔΑΣ. Διὰ τῆς ἐκφράσεώς σας, ὅτι ὁ παρὼν ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἀνεβίβασε τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν εἰς 16, ἐννοεῖτε νὰ κατηγορήσητε παρελθόντας;
§49ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κανένα δὲν ἐπετίμησα, ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Κολιάτσον, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ αἰτιαθῇ τὸν κ. Παπαζαφειρόπουλον.
§50ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Τὴν ἀνάγκην τοῦ ἐφετείου Ἀθηνῶν νὰ ἔχῃ 16 δικαστὰς τὴν ἀπέδειξαν οἱ προηγουμένως ὁμιλήσαντες συνάδελφοί μου, καὶ δὲν ὑπάρχει ἐνταῦθα προνόμιον ὡς εἶπεν ὁ συνάδελφός μας κ. Θεοχάρης. Εὐτυχῶς οἱ ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἦσαν ἐξ Ἀθηνῶν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἦσαν ἐκ Πελοποννήσου, καὶ εἶπον ὄχι διὰ νὰ μεμφθῶ τὸν κ. Παπαζαφειρόπουλον, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἐν τῷ ἐφετείῳ Ναυπλίου, βεβαίως ἤθελε θεραπεύσει αὐτήν. Τώρα ζητεῖ ὁ κ. Καράπαυλος νὰ ὁρίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐφετῶν ἐν ἑκάστῳ ἐφετείῳ. Ἀλλ’ ἐὰν ἀσθενήσουν αὔριον δύω δικασταὶ, ἀπὸ ποῖον ἐφετεῖον θὰ τοὺς ἀναπληρώσητε; ὥστε πρέπει ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὸν προσδιωρισμένον ἀριθμόν. Ὅταν ἐσυστήθη τὸ εἰδικὸν δικαστήριον, προσελήφθησαν 6 δικασταὶ ἐκ τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, καὶ τοιουτοτρόπως τὰ πινάκια ηὔξησαν, ὥστε διὰ νὰ φθάσουν εἰς τὸ ἐνήμερον πρέπει νὰ παρέλθῃ 1½ ἔτος.
§51ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Καράπαυλος ἀποδεικνύει τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης μου, ὅτι αὐτὰ τὰ ζητήματα εἰσὶν ἀντικείμενον τῆς διοικήσεως· ἡ διοίκησις γνωρίζει εἰς πόσα τμήματα πρέπει νὰ διαιρεθῇ ἓν δικαστήριον καὶ πόσων δικαστῶν ἔχει ἀνάγκην. Ἐπιμένω ἑπομένως ἡ εὐχὴ τῆς ἐπιτροπῆς νὰ μὴ γείνῃ δεκτὴ, ἀλλὰ νὰ ἐγκρίνωμεν τὴν πίστωσιν δι’ ὅλον τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν, ἀφίνοντες τὴν κατάταξιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§52ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἤγειραν, κ. πρόεδρε, νέον ζήτημα, διότι εἶδον ὅτι τὸ ἔδαφος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστηρίζοντο ἐσάλευε· εἶπον πρὶν, δώσατε 16 δικαστὰς διὰ τὰς Ἀθήνας, τώρα λέγουν ἀφήσατε εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὁρίζῃ ὅπως θέλει τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἐλευθερία ἔφερε τὰ πράγματα εἰς τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον εὑρίσκονται σήμερον, καὶ ἂν ἀφήσητε αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν τὰ πράγματα θὰ γίνουν ἔτι χείρονα. Οἱ δικασταὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἀδιακόπως ἓν πρᾶγμα ζητοῦν, νὰ συγκεντρωθοῦν ἐν Ἀθήναις. Ὅταν ὁ κανονισμὸς τῶν δικαστηρίων ὁρίζει πόσος εἶναι ὁ ἀπολύτως ἀναγκαῖος ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν παρ’ ἑκάστῳ δικαστηρίῳ, ὅταν ὁ νόμος ἐπιτάττει ὅτι ἡ δαπάνη πρέπει νὰ ὁρίζηται ἐν ἄρθροις καὶ κεφαλαίοις, δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προτείνουν νὰ ὁρίσωμεν 35 ἐφέτας, καὶ ὅπως ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει νὰ τοὺς διανείμῃ, διότι θὰ καταντήσωμεν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ᾖναι τὸ πρότυπον τῆς τάξεως καὶ τοῦ νόμου, ὡς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, 150 λοχαγοὶ, 250 ταγματάρχαι κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Ἐπιμένω λοιπὸν ὅτι ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν παραδέχεται ὁλόκληρος ἡ ἐπιτροπὴ, εἶναι ἀρχὴ σωστικὴ, νὰ ὁρίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν παρ’ ἑκάστῳ δικαστηρίῳ.
§53ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Κύριε πρόεδρε, αὐτὴ ἡ τόση συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ ἀποδεικνύει τὸ ἄτοπον τῆς ἐγέρσεως τοῦ ζητήματος, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πυλίας βουλευτὴς ἐπιμένει λέγων, ὅτι εἶναι ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ πόσοι δικασταὶ πρέπει νὰ ᾖναι εἰς ἕκαστον ἐφετεῖον, ἀφοῦ συγχρόνως ὁμολογεῖ, ὅτι ὁ ὀργανικὸς νόμος προβλέπει περὶ τούτου. Ἀφοῦ προβλέπει, ἄρα δὲν εἶναι ἔργον τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἐὰν δὲ δὲν προβλέπει, νὰ γείνῃ νέος ὀργανικὸς νόμος. Ὁ ὀργανικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος προσδιορίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν παρ’ ἑκάστῳ ἐφετείῳ, δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι εἶναι εἰς ἀχρηστίαν, διότι διὰ μεταγενεστέρων προσθηκῶν καὶ διὰ τῆς διαιρέσεως τοῦ ἐφετείου Ναυπλίου κατήντησεν ἀληθῶς ἄχρηστος καὶ δὲν ἰσχύει πλέον. Ἐπειδὴ δὲ ὁμολογουμένως ἡ ἀνάγκη τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης καθιστᾷ ἀπαραίτητον τὴν προσθήκην νέων ἐφετῶν εἰς ὅλα τὰ ἐφετεῖα, εἶναι ἐπίσης ἀπαραίτητος ἀνάγκη, ὅπως δι’ ὀργανικοῦ νόμου ὁρισθῇ εἰς ἕκαστον ἐφετεῖον πόσοι ἐφέται πρέπει νὰ ὑπάρχουν. Διὰ τὸν λόγον δὲ τοῦτον δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίζεται ὅτι τοῦτο πρέπει ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν πρέπει δὲ νὰ γείνῃ δεκτὴ οὔτε ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὁρισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰς ἕκαστον ἐφετεῖον ἀναγκαιούντων ἐφετῶν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει μετὰ ταῦτα νὰ εἰσαχθῇ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ κανονίζῃ λεπτομερῶς τὰ περὶ τούτου. Πρὸς τοῦτο ὅμως πρέπει διὰ τῆς στατιστικῆς νὰ κανονισθῇ ἡ ἀναλογία τῶν εἰς ἕκαστον ἐφετεῖον ἀπαιτουμένων δικαστῶν, πρὸ τῆς ἐργασίας δὲ ταύτης εἶναι ἀδύνατον ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς διαίρεσιν ἀκριβῆ καὶ σύμφωνον πρὸς τὰς ἀνάγκας ἑκάστου δικαστηρίου. Ἐπὶ τοῦ παρόντος λοιπὸν ἐπιμένω ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀόριστος ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστῶν εἰς ἕκαστον ἐφετεῖον.
§54ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὁ ἀριθμὸς ὡρίσθη ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν συνεπείᾳ τῆς στατιστικῆς.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ εἰσέλθουν οἱ βουλευταὶ, διότι θὰ γείνῃ ψηφοφορία. Δύω τῶν μελῶν τοῦ προεδρείου ἠρίθμησαν τοὺς παρόντας βουλευτὰς καὶ εὗρον μόνον 93, ὥστε θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες εἶναι μόνον 93, ὥστε μὴ ὑπαρχούσης ἀπαρτίας λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 4½ μ. μ.