1876.12.17
1.013 στίχοι · 8.232 λέξεις · 116 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 52
τῆς 17 Δεκεμβρίου 1876.
(Παρασκευή)
Ὥρα 2½ Μ. Μ.
Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κύριος Καραλίβανος.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἔπαρχος Ἠλείας ὑποβάλλει διὰ τηλεγραφήματος πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὸν πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως παράπονα πολιτῶν διὰ τὴν πρότασιν τῆς καταργήσεως τοῦ πρωτοδικείου Ἠλείας. (Ἀναγινώσκεται). Ὑπεβλήθη καὶ ἕτερον τηλεγράφημα τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ λαοῦ Πύργου περὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως. (Ἀναγινώσκεται).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Ἀναστ. Μαυροκεφάλου).
§3ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἄρχεται τῆς ἀναγνώσεως).
§4ΤΙΝΕΣ. Εἶναι περιττὸν ν’ ἀναγνωσθῇ. Νὰ τυπωθῇ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βουλευταί τινες ὑπέβαλον νομοσχέδιον περὶ ἀποζημιώσεως ἐν περιπτώσει ῥυμοτομίας.
§6ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ δικηγόροι τῶν Ἀθηνῶν ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλοῦν νὰ ἐπισπευθῇ ἡ ἀνέγερσις τῶν δικαστηρίων. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν;
§8ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§9ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἓν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τί γίνεται;
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύω ἀναφοραὶ ἀποστράτων κατετέθησαν· ἀναφέρουσιν ὅτι μεταξὺ τῶν ἀποστράτων, διὰ τοὺς ὁποίους ὑπεβλήθη νομοσχέδιον, εἶναι καὶ ἄλλοι 50, καὶ παρακαλοῦν νὰ ληφθοῦν καὶ αὐτοὶ ὑπ’ ὄψιν.
§11ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ παραχωρήσεως γηπέδου εἰς τὸν δῆμον Πειραιῶς νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· δὲν ἐννοῶ νὰ συζητηθῇ ἐκ τῶν πρώτων, ἀλλὰ ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά του.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει νὰ ὑποβάλῃ τι;
§13ΖΑΛΩΝΗΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς ἀ. ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας.
§14ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐὰν δὲν λυθοῦν ὅλα τὰ ζητήματα ὅσα ἀφοροῦν τὸ ἔθνος, δὲν ἠμπορεῖ νὰ συζητηθῇ τίποτε ἄλλο, διότι δὲν ἤλθομεν ἐδῶ νὰ κάμωμεν τὰ συμφέροντα τὰ ἰδιαίτερα τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου· ὁ ἕνας θέλει τὸ νομοσχέδιον τῆς ἑταιρίας, ὁ ἄλλος φάρους καὶ φανοὺς, καὶ καθεξῆς.
§15ΖΑΛΩΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὅταν πρόκηται περὶ συγκοινωνίας, δὲν εἶναι ἀτομικὸν συμφέρον, εἶναι γενικὸν, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐνόμισεν ὅτι περιέχει ἰδιαίτερον συμφέρον.
§16ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ δι’ ἄλλους λόγους, πρὸ πάντων δὲ ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ χορηγήσῃ συνδρομὴν εἰς τὸ ἐνταῦθα πυριτιδοποιεῖον· ἐπὶ τούτῳ δὲ ὑποβάλλεται ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου χορηγοῦνται πλεονεκτήματά τινα εἰς τὸ πυριτιδοποιεῖον τοῦτο, περὶ τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ θέλει ἀποφασίσει. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Σχετικῶς δὲ μὲ τὴν γενικὴν συζήτησιν, ὑποβάλλω ἔκθεσιν περὶ διαθέσεως.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ τυπωθοῦν, θὰ διανεμηθοῦν καὶ θὰ τεθοῦν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου καταλαμβάνει ὁ πρόεδρος Θ. Ζαΐμης.
§18ΔΟΥΜΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ πυριτιδοποιείου ἦτον εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον καὶ ἐγένετο δεκτὸν εἰς ά. ἀνάγνωσιν, ὥστε τώρα θὰ ἔχωμεν τὴν βʹ. ἀνάγνωσιν.
§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι νέον νομοσχέδιον ὅλως διόλου.
§20ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μερικοὶ βουλευταὶ ἔκαμον πρότασίν τινα εἴτε νόμον, καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν δύναται νὰ ἐγγραφῇ τὸ κονδύλιον εἰς τὸν προϋπολογισμόν· αὐτὸς δὲ ὁ νόμος εἶναι ὁ φέρων εἰς τὴν ἐνέργειαν τινὰς ἀξιωματικούς.
§21ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, παρακαλῶ τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν νὰ μὴ ἐπιμένῃ, καθόσον πολλοὶ τῶν ἀνθυπασπιστῶν τούτων εἶναι εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ πρέπει νὰ ἴδωμεν τί θὰ ἀποφασίσωσι ταῦτα· πρέπει νὰ ἔχωμεν μίαν ἀπόφασιν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, εἶναι ἡ βʹ. συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ καταργήσεως τῶν πρωτοδικείων· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀσθενεῖ καὶ θέλει νὰ προτείνῃ μερικὰς πληροφορίας, ἐπιθυμεῖ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν, διότι ὅταν ὑπουργὸς ζητῇ τι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει τέλος πάντων νὰ προτάξωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν συνταξιούχων; Εἶναι σήμερον ἡ γʹ. συζήτησις. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ τὸ προτάξωμεν......
§23ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν μίαν τροπολογίαν, ἣν ὑπέβαλεν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος. Κατὰ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν, τὸ ταμεῖον τῶν συνταξιούχων πολιτικῶν ὑπαλλήλων συγχωνεύεται μετὰ τοῦ ταμείου τοῦ δημοσίου. Ἐὰν ἡ διάταξις αὕτη γείνῃ δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, αἱ διατάξεις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν θέλουσι λάβει τὴν σειράν των ὡς ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου. Εὑρίσκεται καὶ ἄλλη τροπολογία περὶ ὑπαγωγῆς εἰς τὴν τάξιν τῶν συνταξιούχων ὑπαλλήλων τινῶν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν· κατὰ τὴν σειράν της θέλει ἔλθει καὶ ἡ τροπολογία αὕτη. Ἤδη πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Τίς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§25ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος, ἀλλὰ δὲν λαμβάνω τὸν λόγον.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λοιπὸν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου τὴν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§27ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουρ. τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν πιστεύω, κύριοι, νὰ ὑπάρχῃ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου ἄλλος τις, ὁ ὁποῖος νὰ ἐνδιαφέρεται περισσότερον διὰ τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων ἀπὸ ἐμέ· διότι ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὑπηρέτησα ὡς ὑπάλληλος καὶ εἶμαι λίαν σχετισμένος μὲ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους, οἵτινες ζῶσιν ἀπὸ τὸ ταμεῖον, ἕνεκα δὲ τῆς μακροχρονίου ὑπηρεσίας μου, λαμβάνω καὶ ἐγὼ σύνταξιν οὐχὶ ἐκταφρόνητον· ἑπομένως δὲ ὅ,τι καλλίτερον πράξετε διὰ τὸ ταμεῖον αὐτὸ, πρῶτος θὰ σᾶς εὐγνωμονήσω. Βεβαίως τὸ ἀσφαλέστερον μέτρον διὰ νὰ πληρώνωνται οἱ συνταξιοῦχοι τακτικὰ εἶναι τὸ νὰ συγχωνευθῇ τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων μὲ τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι τότε θὰ πληρώνωνται τακτικῶς καὶ οὗτοι, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ συνταξιοῦχοι καὶ οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δὲν ἐτόλμησα ὡς ὑπουργὸς νὰ φέρω τὴν πρότασιν αὐτὴν ἐνώπιόν σας, διότι ἡ συγχώνευσις θέλει ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν μὲ 300 καὶ ἐπέκεινα χιλιάδας δραχ. κατ’ ἔτος· ἐστοχάσθην δὲ, ὅτι εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν δὲν μοὶ ἦτον ἐπιτετραμμένον νὰ προτείνω τοιαύτην αὔξησιν, καὶ διὰ τοῦτο, καθὼς βλέπετε, ἠθέλησα τὸ βάρος αὐτὸ νὰ μὴ τὸ ἀναλάβῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον ὁλόκληρον· ἑπομένως ηὔξησα μὲν κατὰ 100,000 δραχμὰς τὴν χορήγησιν τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ ἐθεώρησα ἀναγκαῖον, ὅπως οἱ ὑπάλληλοι καὶ οἱ συνταξιοῦχοι συνεισφέρουν κἄτι περισσότερον παρ’ ὅ,τι σήμερον πληρώνουν. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιόν μου ὡς καὶ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὰς συντάξεις αὐτάς. Ἐπίσης ἔχετε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Παπαμιχαλόπουλος ὑπέβαλεν ἐναπόκειται ἑπομένως εἰς ὑμᾶς νὰ ἀποφασήσετε ὅ,τι κρίνετε εὔλογον. Νομίζω δὲ, διὰ νὰ προβῶμεν ἐν τάξει, ὅτι πρέπει νὰ λύσετε κατ’ ἀρχὴν τὸ ζήτημα, ἐὰν τὰ ταμεῖα πρέπῃ νὰ συγχωνευθῶσιν ἢ ὄχι, ἀκολούθως δὲ νὰ σκεφθῆτε περὶ τῶν κρατήσεων.
§28ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, διὰ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ά.) προτείνω τὴν συγχώνευσιν τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν παρουσιάζεται ἤδη διὰ πρώτην φορὰν, διότι καὶ ἄλλοτε ἐσυζητήθη ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ζαΐμη τὸ ἔτος 1871 ὡς καὶ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Βούλγαρη τὸ ἔτος 1872. βʹ.) Προτείνω συγχρόνως τὴν κατάργησιν τῆς κρατήσεως ἐπὶ τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῆς συντάξεως τῶν συνταξιούχων, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιβάλλει διὰ τοῦ ὑποβληθέντος παρ’ αὐτοῦ νομοσχεδίου. Θὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ζήτημα, τὴν συγχώνευσιν τουτέστι τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συνταξιούχων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Διὰ νὰ κατασταθῇ ἐφικτὴ ἡ ἔγκαιρος πληρωμὴ τῶν συντάξεων εἰς τοὺς συνταξιούχους, οὐδὲν ἄλλο μέσον παρουσιάζεται, ἢ ἡ συγχώνευσις τοῦ ταμείου αὐτοῦ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἡ συγχώνευσις δὲ αὕτη δὲν θέλει ἐπιβαρύνει τὸ δημόσιον, εἰμὴ μόνον κατὰ 100,000 δραχμῶν ἐτησίως καὶ οὐχὶ κατὰ 300,000, ὅπως ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§29Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ εἴπητε πρῶτον ποίαν ἰδέαν ἔχετε περὶ τῆς αὐξήσεως τῆς κρατήσεως τῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἔπειτα περὶ τῆς συγχωνεύσεως.
§30ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἤρχισα ἤδη νὰ ὁμιλῶ περὶ τῆς συγχωνεύσεως, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐξακολουθήσω. Κύριοι, αἱ εἰς τοὺς συνταξιούχους χορηγούμεναι συντάξεις ἀνέρχονται εἰς 1,280,000 δραχμῶν περίπου ἐτησίως, τουτέστιν ὀλιγώτεραι τοῦ 1,300,000, ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζει ὁ ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει. Λοιπὸν εἶναι βέβαιον, ὅτι αἱ συντάξεις εἶναι 1,280,000. Οἱ πόροι τοῦ ταμείου τούτου εἶναι ὡς ἑξῆς. Πόροι τακτικοὶ τοῦ ταμείου αὐτοῦ ἐκ τῆς κρατήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων ἀνὰ 5% κατὰ μῆνα, ἐκ τῆς κρατήσεως τοῦ πρώτου μισθοῦ, ἐκ τῶν καταβολῶν τοῦ γάμου καὶ ἄλλων τυχηρῶν, ἀλλὰ σταθερῶν εἰσοδημάτων, 424,000 δραχ. κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ὑπουργοῦ. Ἐκτὸς αὐτῶν τῶν σταθερῶν πόρων τοῦ ταμείου, εἶναι καὶ 176,000 δραχ. ἐκ τῆς κρατήσεως τὴν ὁποίαν τὸ ταμεῖον τοῦτο κάμνει ἀπὸ τὰς συντάξεις τῶν συνταξιούχων διὰ τὴν παρελθοῦσαν ὑπηρεσίαν αὐτῶν ἀνὰ 25% κατὰ μῆνα· ἑπομένως ἔχομεν ἐν συνόλῳ 600,000 δραχ. πόρους τακτικοὺς, ἐξ ὧν ὅμως αἱ δραχμαὶ 176,000, αἵτινες προκύπτουσιν ἐκ τῆς κρατήσεως τῶν συνταξιούχων, εἶναι πόρος, ὅστις μὲ τὸν καιρὸν θὰ ἐκλείψῃ, ἀλλὰ περὶ τούτου θὰ ὁμιλήσω βραδύτερον. Μέχρι τοῦδε, πρό τινων ἐτῶν, τὸ δημόσιον χορηγεῖ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο ὡς συνδρομὴν, ἡ ὁποία ὅμως, κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι συνδρομὴ, ἀλλ’ ἀποζημίωσις ὀφειλομένη ἀπὸ τὸ δημόσιον εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, δραχ. 500,000· ἑπομένως τὸ ὁλικὸν ποσὸν τῶν πόρων τοῦ ταμείου ἀνέρχεται εἰς 1,100,000 δραχ., ὑπολείπονται δὲ πρὸς τελείαν συμπλήρωσιν τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων 200,000 δραχ. περίπου καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο εἶναι ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, αὐξάνει τὴν βοήθειαν ταύτην τοῦ δημοσίου ταμείου ἀπὸ 500 εἰς 600,000 δραχ. διὰ τοῦ ἄρθρου 5· ἑπομένως ἔχομεν, ὡς προεῖπον, 1,100,000 δραχ. μέχρι τοῦδε, καὶ 100,000, αἱ ὁποῖαι προστίθενται ἤδη εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου χορηγουμένην συνδρομὴν, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἔχομεν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων 1,200,000 δραχ. Τί ὑπολείπεται, κύριοι, διὰ νὰ ἐπαρκῇ τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων εἰς τὴν πληρωμὴν αὐτῶν; 80,000 δραχμῶν. Καὶ δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους μὲ ἓν τόσον ἀσήμαντον ποσὸν ἐτησίως, ὅπερ εἶναι ἐπαρκὲς διὰ νὰ κανονισθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς αὐτὸ τὸ ζήτημα; Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀναγκασθῇ, καὶ θὰ ἀναγκασθῇ μετὰ τὴν συγχώνευσιν τοῦ ταμείου, ἀποβλέπουσα εἰς τὸ δημόσιον συμφέρον, νὰ μεταχειρισθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν πολλοὺς ἐκ τῶν συνταξιούχων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ὑπηρετήσωσι, τότε οὐδεμία προσθήκη θέλει ἐπέλθει εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ χρησιμοποιήσῃ τοὺς συνταξιούχους τούτους ἐπαναφέρουσα αὐτοὺς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, δι’ οἱονδήποτε λόγον, τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋπολογισμὸν, εἶναι ἀνάξιον λόγου, διότι δὲν πρόκειται, ὡς ἐξέθεσα ἤδη πρὸς ὑμᾶς, παρὰ περὶ 80,000 δραχμῶν, ἢ, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον δὲν ἐδίστασα νὰ προτείνω καὶ δὲν διστάζω νὰ ὑποστηρίξω τὴν συγχώνευσιν τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι τέλος πάντων θὰ λυθῇ ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἀπησχόλησε τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει μίαν πολυπληθῆ τάξιν συμπολιτῶν μας. Ἐπεφυλάχθην ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου νὰ λαλήσω βραδύτερον περὶ τοῦ πόρου τῶν δραχμῶν 176,000, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐκ τῆς κρατήσεως τῶν συντάξεων καὶ αἱ ὁποῖαι, προϊόντος τοῦ χρόνου, θὰ ἐλαττοῦνται καὶ ἐπὶ τέλους θὰ ἐκλείψωσιν ὁλοτελῶς διὰ τῆς ἐξοφλήσεως τῶν χρεῶν τῶν συνταξιούχων διὰ τὰς πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1861 ὑπηρεσίας αὐτῶν. Τοῦτο εἶναι ἀληθὲς ὅτι θὰ συμβῇ μετὰ παρέλευσιν χρόνου τινὸς, καὶ ἑπομένως οἱ πόροι τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων θὰ περιορισθῶσιν εἰς τοὺς τακτικοὺς καὶ σταθεροὺς πόρους αὐτοῦ, ἀνερχομένους εἰς δραχμὰς 424,000 περίπου· ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ αἱ συντάξεις θὰ ἐλαττωθῶσι βαθμηδὸν ά) διὰ τοῦ θανάτου τῶν Ἑπτανησίων συνταξιούχων, ὧν αἱ συντάξεις εἰσὶ προσωπικαί· καὶ βʹ) διὰ τοῦ θανάτου τῶν ἀγωνιστῶν συνταξιούχων, διότι αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ ἀγῶνος ἐπεβάρυνον μὲ δραχ. 310,000 τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, ὁ θάνατος δὲ αὐτῶν θὰ περιορίσῃ κατὰ πολὺ τὰς συντάξεις. Δὲν ἐδίστασα δεύτερον νὰ προτείνω ὥστε νὰ μὴ γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ κράτησις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τῆς μισθοδοσίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι πάντες ἀναγνωρίζομεν τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ ἔχωμεν ἱκανοὺς καὶ δοκίμους ὑπαλλήλους ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποκτήσωμεν τοιούτους, πρέπει νὰ χορηγήσωμεν εἰς αὐτοὺς καὶ μισθοὺς ἀναλόγους. Ὄχι μόνον λοιπὸν δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι ἡ προτεινομένη κράτησις, ἐλάττωσις τοῦ μισθοῦ εἶμαι, ἀλλ’ εἶμαι καὶ ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο σήμερον, διότι καὶ χρόνος ἀπαιτεῖται καὶ μεγάλη μελέτη ἐπίσης, διὰ τοῦτο περιορίζομαι εἰς τὸ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὴ δεχθῇ τὴν προτεινομένην πρόσθετον κράτησιν τῶν 5% διὰ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ τῶν 2½% διὰ τοὺς συνταξιούχους, νὰ εὐαρεστηθῇ δὲ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασίν μου, περὶ τῆς συγχωνεύσεως τοῦ εἰδικοῦ τούτου ταμείου εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διὰ τοὺς ὁποίους ἐξέθεσα λόγους. Νομίζω δὲ, ὅτι οὔτε ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ φέρῃ ἀντιῤῥήσεις, οὔτε ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ διστάσῃ νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην, διότι δὲν πρόκειται, ὡς σᾶς εἶπον, εἰμὴ μόνον περὶ 80,000 δραχμῶν ἐτησίως, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκθέσεώς του ἀνεβίβασεν αὐτὰς εἰς 300,000 δραχ. ἐνῷ ἂν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσίν μου, διὰ τῆς ὁποίας προτείνω τὴν συγχώνευσιν καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀκριβῶς ἐκθέτω τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου κλπ, θὰ πεισθῇ ἀδιστάκτως, ὅτι δὲν πρόκειται παρὰ περὶ 80,000 δραχμῶν μόνον. Ἀλλὰ, κύριοι, νομίζετε ὅτι θὰ κάμῃ τὸ Κοινοβούλιον χάριν τινὰ, παραδεχόμενον τὴν πρότασίν μου ταύτην, πρὸς τοὺς συνταξιούχους; Ὄχι κύριοι, ὑποχρέωσιν πρὸς αὐτοὺς ὀφείλει νὰ ἐκπληρώσῃ, καὶ πρέπει νὰ τὴν ἐκπληρώσῃ. Καὶ ἐν ταῖς ἐκθέσεσι τῶν ὑπουργῶν ἐκείνων, οἵτινες ὑπέβαλον κατὰ τὸ 71 καὶ 72 τὰ νομοσχέδια περὶ συγχωνεύσεως τοῦ ταμείου τούτου τῶν συντάξεων, καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει μου, ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ἀναφέρεται ῥητῶς, ὅτι τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων ἐπεβαρύνθη μὲ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας τὸ δημόσιον ταμεῖον ὤφειλε ν’ ἀναλάβῃ εἰς ἑαυτὸ, τοὐτέστι μὲ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ ἀγῶνος καὶ μὲ τὰς συντάξεις τῆς Ἑπτανήσου καὶ ἐκ μὲν τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ἀγῶνος ἐπεβαρύνθη μὲ τριακοσίας δέκα χιλιάδας, τὰς ὁποίας ἐξακολουθεῖ νὰ πληρόνῃ ἀπὸ τοῦ 1864 καὶ ἐφεξῆς, ἐκ δὲ τῶν συντάξεων τῆς Ἑπτανήσου εἶχεν ἐπιβαρυνθῆ μέχρι τοῦ 1871, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς 18 Δεκεμβρίου 1871, μὲ 260,000 δραχμὰς, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἠλαττώθη ἤδη εἰς 240,000, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ νῦν κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι αἱ συντάξεις αὗται εἶναι προσωπικαὶ, πολλοὶ δὲ ἐκ τῶν συνταξιούχων αὐτῶν ἐξεπλήρωσαν τὸ κοινὸν χρέος, καὶ ἑπομένως τὸ ταμεῖον ἀπηλλάγη ἀπὸ τὰς συντάξεις αὐτῶν. Πρόκειται λοιπὸν νὰ ἐκπληρώσωμεν μίαν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν πρὸς τοὺς συνταξιούχους. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὴ ἡ ὑποχρέωσις, εἶναι καὶ ἄλλη μεγαλητέρα. Διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 23 Μαρτίου 1843, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβλήθη, ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κράτησις εἰς τὰς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων, ἐκ τῆς ὁποίας κρατήσεως προέκυψεν οἰκονομία 4 περίπου ἑκατομμυρίων ἐτησίως· διὰ τοῦ διατάγματος ἐκείνου, ἐν ἄρθρῳ 5 αὐτοῦ, ἡ ἐπικράτεια ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως τὰ ἐκ τῆς κρατήσεως ταύτης χρήματα χρησιμεύσωσιν ἐν καιρῷ ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ συστηθῇ. Τὴν τοιαύτην ὑποχρέωσιν ἡ κυβέρνησις τοῦ 1843, ἡ πρὸ τῆς σεπτεμβριανῆς μεταβολῆς, ἀνεγνώρισε καὶ διὰ τοῦ ἀπὸ 26 Ἀπριλίου 1843 ἑτέρου Β. Διατάγματος, καὶ αἱ μετὰ ταῦτα κυβερνήσεις καὶ τὰ νομοθετικὰ σώματα ἀνεγνώρισαν ἐπίσης τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην τῆς ἐπικρατείας πρὸς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ συστηθῇ, καὶ διὰ τοῦτο, διὰ τῶν νόμων οἵτινες ἐξεδόθησαν τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1850 καὶ τὸν Ἰούλιον τοῦ αὐτοῦ ἔτους, διὰ τῶν ὁποίων διετάχθη ἡ παῦσις τῆς προσωρινῆς κρατήσεως ἐπὶ τοῦ μισθοῦ τῶν τελωνιακῶν καὶ δασονομικῶν ὑπαλλήλων καὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὡς καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, διετάχθη, ὅτι «Περὶ τῆς διαθέσεως τῶν ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῶν ἀπὸ 31 Μαρτίου 1843 καὶ 26 Ἀπριλίου 1843 διαταγμάτων κρατηθέντων καὶ τῶν μέχρι τῆς ἀνωτέρω ἐποχῆς κρατηθησομένων θέλει ἐκδοθῆ ἰδιαίτερος νόμος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ εἰρημένου διατάγματος τῆς 31 Μαρτίου 1843», διὰ τοῦ ὁποίου ῥητῶς διετάχθη, ὅτι τὰ ἐκ τῆς προσωρινῆς κρατήσεως χρήματα θέλουσι χρησιμεύσει διὰ τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων. Λοιπὸν ἔχει ἡ ἐπικράτεια καὶ αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν σήμερον ἡ ἐπικράτεια νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο ὅ,τι νομίμως ὀφείλει εἰς αὐτὸ, βεβαίως τὸ εἰδικὸν τοῦτο ταμεῖον δὲν θὰ εἶχεν ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι ἀπὸ μὲν τὰς κρατήσεις τῆς μισθοδοσίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι τοῦ 1859 δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ 4,000,000 δραχ. περίπου, ἀπὸ τὰς καταβολὰς δὲ, τὰς ὁποίας τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων ἔκαμεν ὑπὲρ τοῦ ἀγῶνος καὶ ὑπὲρ τῶν συνταξιούχων τῆς Ἑπτανήσου, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, ἔχει λαμβάνειν 1,283,000. Ἑπομένως ἐὰν ἡ ἐπικράτεια, ἐπαναλαμβάνω, ἦτο δυνατὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων τὰ δύο ταῦτα ποσὰ, ἀνερχόμενα εἰς δραχ. 5,283,000, καὶ συγχρόνως νὰ ἀναλάβῃ ἀπὸ σήμερον καὶ εἰς τὸ ἑξῆς εἰς βάρος της τὰς συντάξεις τοῦ ἀγῶνος καὶ τῶν Ἑπτανησίων, τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων οὐ μόνον ἤθελεν ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις του, ἀλλ’ ἤθελεν ἔχει καὶ πλεόνασμα μέγα, τὸ ὁποῖον ἤθελε χρησιμοποιήσει ὡς κεφάλαιον. Ἀπέναντι λοιπὸν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν δὲν βλέπω ἄλλην δυνατὴν θεραπείαν, ὡς ἔχουσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν σήμερον, ἢ τὴν συγχώνευσιν τοῦ ταμείου τούτου εἰς τὸ δημόσιον, ἡ ὁποία συγχώνευσις δὲν θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον πλέον τῶν 80,000 δραχμῶν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἀναπτύσσονται λεπτομερῶς ἐν ταῖς ἐκθέσεσι τῶν κατὰ τὰ 1871 καὶ 1872 ὑπουργῶν, καὶ ἐν τῇ τελευταίᾳ ἐκθέσει μου, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν συγχώνευσιν, καὶ νὰ μὴ παραδεχθῇ τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον προέτεινεν ὁ κ. ὑπουργὸς περὶ τῆς κρατήσεως ἐκ τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων 5%, διότι, ὡς εἶπον, εἶναι ἀνάγκη ὄχι νὰ ἐλαττώσωμεν, ἀλλὰ νὰ αὐξήσωμεν τὴν μισθοδοσίαν τῶν ὑπαλλήλων, ἂν θέλωμεν νὰ ἀποκτήσωμεν καλοὺς καὶ χρησίμους ὑπαλλήλους.
§31ΖΩΧΙΟΣ. Τὸν Αὐτοκράτορα τοῦ Μεξικοῦ, τὸν λεγόμενον Μουτεζούμαν, καὶ τὸν πρωθυπουργὸν αὐτοῦ οἱ Ἱσπανοὶ, οἱ καταλαβόντες τὸ Μεξικὸν, τοὺς ἐξήπλωσαν ἐπὶ ἐσχαρῶν καιομένων· ἐγγόγγυζε δὲ ὁ πρωθυπουργός. Τοῦ λέγει ὁ Αὐτοκράτωρ, τί γογγύζεις; Ἀποκρίνεται ὁ πρωθυπουργὸς, λέγων. Μὲ καίουν. Μήπως δ’ ἐγὼ, ἀπεκρίθη ὁ Αὐτοκράτωρ, κατάκειμαι ἐπὶ ῥόδων; Μήπως δὲ τὸ ταμεῖον τὸ κεντρικὸν εἶναι εἰς καλλιτέραν κατάστασιν τοῦ τῶν συνταξιούχων; Λοιπὸν τὸ ζήτημα εἶναι κἄτι τι ὑψηλότερον· ἐρωτῶ δὲ τὸν συντάξαντα τὸ νομοσχέδιον τὸ πρῶτον, τὸ περὶ σχηματισμοῦ τοῦ ταμείου, ἦτο λογικὴ ἡ σύνταξις αὐτοῦ; Ὅταν σχηματίζῃς ἓν ταμεῖον, πρέπει νὰ ὑπολογίσῃς ἂν οἱ πόροι αὐτοῦ ἦναι ἀρκοῦντες πρὸς ὕπαρξιν αὐτοῦ, διότι ἐὰν ἡ πρώτη βάσις ᾖναι ἐσφαλμένη, θὰ ναυαγήσῃ. Τί δὲ συνέβη; ὁ πρῶτος σχηματισμὸς τοῦ ταμείου τῶν συνταξιούχων ἐστηρίζετο ἐπὶ ἐκδουλεύσεων 25 ἐτῶν. Μετὰ ταῦτα ὅμως τὰ 25 ἔτη ἐγένοντο 20· ἰδοὺ ὁ πρῶτος ὄλεθρος. Μήπως ἀφήσατε τὸ ταμεῖον αὐτὸ νὰ καταρτισθῇ, ἤτοι νὰ παρέλθωσι τὰ 25 ἔτη, διὰ νὰ πληροφορηθῆτε περὶ τῶν εἰσοδημάτων αὐτοῦ; ὄχι. Σᾶς ἐφάνησαν πολλὰ τὰ 25 ἔτη, καὶ τὸ ταμεῖον ἐναυάγησεν. Εἰς τὴν Ἑλλάδα πρὸ μακρῶν ἐτῶν δὲν ὑπάρχει πόλεμος, δὲν ἠξεύρω δὲ τί θὰ γίνῃ αὔριον. Ἀλλ’ εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη, ἂς λάβωμεν τὴν Γαλλίαν ὡς παράδειγμα, διὰ νὰ λάβῃ τις σύνταξιν διὰ τὰς κατὰ ξηρὰν στρατιωτικὰς ἐκδουλεύσεις του, πρέπει νὰ παρέλθωσι 30 ἔτη, διὰ δὲ τὰς κατὰ θάλασσαν 25, ἂν δὲ ἐν τῷ μεταξὺ μεσολαβήσῃ πόλεμος, ἐπιμετροῦνται διπλάσια τὰ τοῦ πολέμου ἔτη. Ἂν λοιπὸν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐκτίθενται εἰς μάχας ἀλλεπαλλήλους, ᾖναι ὑποχρεωμένοι νὰ λάβουν σύνταξιν μετὰ 25 ἔτη κατὰ θάλασσαν καὶ 30 κατὰ γῆν, ἐννοεῖτε τὰς ὑποχρεώσεις τῶν ὑπαλλήλων.
§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους εἶναι 30 ἔτη· καὶ ἄρχεται ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν ἀπὸ τοῦ 26 ἔτους.
§33ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ θὰ λάβῃ σύνταξιν μετὰ τὸ ἑβδομηκοστὸν ἔτος. Παρ’ ἡμῖν δὲ νέος 20 ἐτῶν, ὑποστηρίγματα ἔχων, εἰσέρχεται εἰς ὑπηρεσίαν, καὶ μετὰ 20 ἔτη γίνεται συνταξιοῦχος.
§34ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Νὰ μὴ παυθῇ, ἂς τὸν κρατήσουν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§35ΖΩΧΙΟΣ. Ἀλλ’ ὅταν ἔλθῃς σὺ ἢ ἐγὼ εἰς τὰ πράγματα, θὰ τοὺς παύσωμεν.
§36ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Κακὰ θὰ κάμῃς.
§37ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν μὲ ἀφήσατε ὑπουργὸν κάμποσαις ἡμέραις, καὶ ἐγὼ ἤξευρα τί σᾶς ἔκαμνα (γέλως). Τὸ σφάλμα λοιπὸν ὑπάρχει εἰς αὐτὸν τὸν ὀργανισμὸν τοῦ ταμείου. Εἶναι δύσκολος δὲ ἡ θέσις παντὸς περὶ τοῦ προκειμένου λαλοῦντος τὴν ἀλήθειαν, διότι θὰ φανῇ ὅτι μισεῖ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, ἐν ᾧ ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ αὐτῶν. Ἰδοὺ λοιπὸν τὸ πρῶτον λάθος, ἤτοι δὲν ὑπελόγισαν ἂν τὰ εἰσοδήματα ᾖναι ἀρκοῦντα, ἐκτὸς δὲ τούτου ἠλαττώθη ἡ 25ετία· ἐπῆλθε κατόπιν ὁ ἀγών· ὁ ἀγὼν εἶναι ὄνομα ἱερὸν, ἀλλὰ πολλάκις τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἱερὸν, διότι βλέπετε ἄνθρωπον 30 ἐτῶν καὶ σᾶς λέγει ὅτι εἶναι ἀγωνιστὴς, παρουσιάζει δὲ καὶ ἀποδείξεις. Συνετέλεσα δὲ καὶ ἐγὼ εἰς τὸ νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ ταμεῖον διὰ τοιούτων ἀδίκων ἀπαιτήσεων· ἔγραψά ποτε καταλόγους, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν θὰ τοὺς γνωρίζῃ, ἐπρόκειτο δὲ περὶ παρασήμων. Ὁ μακαρίτης ὁ Σαχτούρης μοῦ ἔλεγε «γράψε ὅ,τι θέλεις ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν»· φαντασθῆτε ὅτι ἦσαν 1500 ἄνθρωποι, τῶν ὁποίων ἐγὼ ἔπρεπε νὰ ὁρίσω τοὺς ἀγῶνας· λοιπὸν ἤρχισα, ὁ εἷς ὑπηρέτησε ἀπὸ τοῦ 23–29, ὁ ἄλλος ἀπὸ τοῦ 25–29, ἀπὸ τοῦ 23–30, ὅπως ἔφθανα, διὰ τὴν ποικιλίαν. Αὐτοὶ οἱ κατάλογοι ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν, κύριοι, λέγουν δὲ σήμερον καὶ αὐτὰ τὰ δικαστήρια, ἰδοὺ κατάλογος ἐπίσημος. Λαμβάνουσιν ἀντίγραφον τοῦ καταλόγου, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ στηρίζουσι τὰ δικαιώματά των. Τοιοῦτοι κατάλογοι δὲν εἶναι μόνον ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ἐγὼ συνέταξα, εἶναι καὶ ἄλλοι. Ὑποθέσατε ἕνα ἀγωνιστὴν γέροντα· τὸν πολιορκοῦν ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας, καὶ τοῦ λέγουν, καπετάνιε μου, τὰ παιδία μου πεινοῦν. Τί δὲ νὰ κάμῃ ὁ πολιορκούμενος; τοὺς δίδει πιστοποίησιν. Λοιπὸν προσετέθη ὁ ἀγὼν, νέα καταστροφή· ἐγὼ δὲ κατηγορῶ σᾶς, διότι δὲν ἐφροντίσατε νὰ θεμελιώσητε τὸ ταμεῖον τῶν συνταξιούχων ἐπὶ βάσεων στερεῶν. Ἂς δώσωμεν εἰς αὐτὸ 400,000,500,000, δραχμῶν, καὶ ἂς κηρυχθῇ ἐλεύθερον ταμεῖον, ὁ δὲ ὑπουργὸς ἂς μὴ ἀναμιγνύῃ τὰς χεῖράς του.
§38ΕΙΣ. Εἶναι διάταξις, ἡ ὁποία ἀποκλείει τὸν ὑπουργόν.
§39ΖΩΧΙΟΣ. Μήτε ἡ σκιά του (ἱλαρότης). Τὰ ταμεῖα αὐτὰ εἰς τὴν Εὐρώπην εἶναι αὐτοκέφαλα· εἰς τὸ ταμεῖον τῶν ναυτικῶν ἐν Γαλλίᾳ ἡ κυβέρνησις δίδει 3% ἐκ τοῦ ναυτικοῦ προϋπολογισμοῦ, αὐτὸ δὲ διοικεῖται αὐτοκεφάλως. Γνωμοδοτῶ δὲ νὰ δώσωμεν ἅπαξ τὴν συνδρομήν μας καὶ νὰ κηρύξωμεν αὐτὸ αὐτοκέφαλον. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ παραδεχθῶ μίαν τῶν δύω προτάσεων, βεβαίως προτιμῶ τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργοῦ, διότι εἶναι λογική· τί δὲ σοῦ ζητεῖ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος; ὡσὰν τὴν σηπίαν, λέγει, χύσε τὸ μελάνι σου, διὰ νὰ μὴ βλέπῃς τίποτε (ἱλαρότης). Ὅταν χθὲς ἐψαλιδίσαμεν 4 πρωτοδικεῖα, ἀνεστατώθη ὁ κόσμος, σήμερον δὲ πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνωμεν μεγάλως τὸ δημόσιον. Ἐσυγχωροῦσα τὸν κ. Παππαμιχαλόπουλον ἂν ἐψήφιζεν ὑπὲρ τῶν πρωτοδικείων, ἀλλ’ αὐτὸς ἐψήφισε κατά· πῶς συμβιβάζονται αὐταὶ αἱ ἰδέα Σημειωτέον δὲ ὅτι δὲν σώζεται τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων διὰ τῆς μεταβολῆς αὐτῆς, διότι μεταβαίνει ἀπὸ πνιγμένων εἰς πνιγμένους. Μήπως λαμβάνουσιν οἱ ἐν ἐνεργείᾳ ὑπάλληλοι τακτικῶς τοὺς μισθούς των; πωλοῦν τὰ ἐντάλματά των μὲ ἔκπτωσιν μεγάλην καὶ κατὰ τὰς περιστάσεις. Δικαίως δὲ πρέπει νὰ ἀναβιβάσητε τὸν χρόνον τῆς συντάξεως, διότι τὰ 20 ἔτη εἶναι ὀλίγα, ὅλας δὲ τὰς παλαιὰς ἀποδείξεις νὰ τὰς καταργήσητε, διότι ἐκ τοῦ ἀγῶνος ὑπολείπονται σπάνια πρόσωπα, οἱ δὲ λοιποὶ φέρουν ἀποδείξεις ψευδεῖς. Διορθώσατε λοιπὸν τὸ κακὸν εἰς τὴν ῥίζαν του, ἂν τῷ ὄντι φροντίζητε περὶ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, καὶ ἂν δὲν θέλετε νὰ ῥίψητε στάκτην εἰς τὰ μάτια τοῦ κόσμου.
§40ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς περὶ τῆς συγχωνεύσεως τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· τὴν ὑποστηρίζω, διότι καὶ ἂν παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸ αὐτὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα θέλομεν καταλήξει. Ἀφ’ ἧς τὸ ταμεῖον τοῦτο συνέστη, πάντοτε ἡ κυβέρνησις ἦλθεν εἰς ἀρωγὴν αὐτοῦ. Πᾶν ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον προκύπτει μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ἡ κυβέρνησις ἀναγκάζεται ν’ ἀναπληροῖ. Ἐπομένως, καὶ ἂν σήμερον περιορισθῶμεν εἰς τὴν αὔξησιν τῆς ἐπιχορηγήσεως προκύψῃ δὲ καὶ μετὰ τοῦτο ἔλλειμα, πάλιν τὴν ἀναπλήρωσιν τὸ δημόσιον ταμεῖον θέλει ἀναλάβει. Ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τὸ βῆμα σᾶς εἶπεν, ὅτι εἰς ἄλλας ἐπικρατείας, ὅπου συνεστήθησαν ἰδιαίτερα ταμεῖα, ἡ κυβέρνησις δὲν ἦλθεν εἰς ἀρωγὴν ἄλλην πλὴν τῆς ἀρχικῶς ἀποφασισθείσης. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές· εἰς τὴν Γαλλίαν, ἐπὶ παραδείγματι, συνεστάθη μὲν ἐν ἀρχῇ εἰδικὸν ταμεῖον συντάξεων, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγα ἔτη συνεχωνεύθη εἰς τὸ δημόσιον. Ἡ συγχώνευσις, κύριοι, τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων εἰς τὸ δημόσιον ἔχει πολλὰ πλεονεκτήματα. Ὅταν ἐν τῷ ἐνιαυσίῳ προϋπολογισμῷ ὁρισθῇ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ποσόν τι πρὸς πληρωμὴν τῶν συνταξιούχων, ἡ κυβέρνησις, ἔχουσα τὸ καθῆκον νὰ προλάβῃ τὴν παραγωγὴν ἐλλειμμάτων, θέλει φροντίζει ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας νὰ διατηρῇ ἐν αὐτῇ τοὺς δυναμένους νὰ ὑπηρετῶσι συνταξιούχους ἢ τοὺς ἔχοντας κεκτημένον τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως ἀρχαίους ὑπαλλήλους. Ὅπως ὁ κ. Παππαμιχαλόπουλος εἶπεν ὑμῖν, δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰμὴ μόνον μὲ 80,000 δραχμῶν· αὐτὸ δὲ τὸ ποσὸν δύναται ἡ κυβέρνησις νὰ οἰκονομήσῃ, προσλαμβάνουσα ἐκ τῶν ὑπὸ σύνταξιν τεθέντων ὑπαλλήλων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐκείνους, ὅσοι δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ἐν αὐτῇ. Ἐλέχθη δὲ, ὅτι εἶναι δυνατὸν συνάμα νὰ παραδεχθῶμεν καὶ τὴν αὔξησιν τῆς κρατήσεως, καὶ οὕτω νὰ συμβιβασθῶσι καὶ αἱ δύο προτάσεις. Ἐὰν τοῦτο γείνῃ παραδεκτὸν, τὸ δημόσιον δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ ποσὸν ἀνώτερον ἐκείνου, μὲ τὸ ὁποῖον θὰ ἐπεβαρύνετο γενομένου δεκτοῦ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ αὔξησις τῆς ἐπὶ τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων κρατήσεως εἶναι ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία πρέπει πολὺ νὰ προσέξῃ, διότι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐπέλθῃ διὰ τοῦ τρόπου τούτου νέα ἐλάττωσις ἐπὶ τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων τῶν τοσούτῳ γλίσχρων, καὶ ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῶν ὁποίων ὅλοι ἀπεφάνθημεν ὅσοι ἐλάβομεν ἀφορμὴν νὰ μελετήσωμεν ὅτι ἀφορᾷ εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, εἶναι, νομίζω ἀνεξάρτητον τῆς προτάσεως περὶ συγχωνεύσεως τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων. Κατ’ ἐμὲ, ἡ ἀρχὴ τῆς συγχωνεύσεως τῶν δύο ταμείων πρέπει νὰ γείνῃ ἀποδεκτὴ, διότι οὕτω μόνον δύνανται οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐγήρασαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ν’ ἀσφαλίσωσιν εἰς ἑαυτοὺς σύνταξίν τινα καθ’ ὃν χρόνον ἀποχωροῦσι, κύπτοντες ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἡλικίας, τῆς ὑπηρεσίας. Ἐν ὅσῳ τὸ εἰδικὸν ταμεῖον εὑρίσκεται ἐν στενοχωρίαις καὶ εἰς διαρκῆ ἐλλείμματα, ἐν ὅσῳ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰς ἀποφάσεις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἡ ἀναπλήρωσις τῶν ἐλλειμμάτων, ἀσφάλεια εἰς τοὺς συνταξιούχους δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ἂν δὲ κριθῇ ἀναγκαία κράτησίς τις ἐκ τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων, αὕτη δέον νὰ γείνῃ μετὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§41ΖΩΧΙΟΣ. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν ὑπάρχει σύνταξις· ἡ πολιτεία ἐκεῖ λέγει, φρόντισον σὺ περὶ σεαυτοῦ. Ἐξαιροῦμεν λοιπὸν αὐτὸ τὸ κράτος. Μετὰ τὸν πόλεμον δὲ τὸν μεταξὺ Γερμανῶν καὶ Γάλλων, ἐξηγέρθη ἡ Γαλλία ἀναμετρήσασα τὰς μεγάλας συντάξεις, καὶ ἀπεφάσισε νὰ τὰς ψαλιδίσῃ, ἵνα ἀσφαλίσῃ τὸν μέγαν συνταξιοῦχον, τὸ δημόσιον, τὸ ὁποῖον ἔχει μυρίας ἀνάγκας. Τί σᾶς εἶπεν ὁ προλαλήσας; κρατήσατε ἐκ τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων. Ἐν τούτοις, ὅτε τῷ 43 αἱ ἐλαττώσεις ἐγένοντο, τὰ γόνατα τῆς Βασιλείας ἔτρεμον καὶ τοῦ Κ. Χρηστίδου ἔτρεμον οἱ πόδες (θόρυβος). Θέλετε τὸ ταμεῖον ἐν ἀσφαλείᾳ; νὰ τοὺς δώσωμεν 1 ἑκατομμύριον, νὰ μὴ γίνεται τις συνταξιοῦχος πρὸ τῶν 60 ἐτῶν, διὰ νὰ λάβῃ δὲ σύνταξιν νὰ ἔχῃ 25 ἐτῶν ὑπηρεσίαν, καὶ νὰ τοὺς καταστήσωμεν αὐτοκεφάλους. Τί θέλετε περισσότερον; Νὰ μὴ ἀναμιγνύεται δὲ οὔτε ὁ ὑπουργός; οὔτε ἡ σκιὰ τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ τότε τὸ ταμεῖον εἶναι ἀσφαλές. Προκειμένου ὅμως μεταξὺ τῶν δύο προτάσεων, προτιμῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία ἔχει τινὰ λόγον. Διὰ τί θέλετε νὰ τὰ συγχωνεύσητε εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον; μήπως οἱ ὑπάλληλοι οἱ δημόσιοι λαμβάνουν τακτικῶς τὸν μισθόν των; Ἀσφαλίσατε τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς· παραχωρήσατέ τους ἓν τελωνεῖον.
§42ΣΕΡΒΟΣ. Ὁ λόγος, δι’ ὃν πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀντικειμένου, εἶναι κἄτι τι ἀνώτερος, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅστις ἐξετέθη ἄχρι τοῦδε. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι, προκειμένου λόγου περὶ ὑποχρεώσεων ἐπιβληθεισῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοὺς πολίτας, ἡ Κυβέρνησις λόγῳ ἀξιοπρεπείας ὀφείλει νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἰς αὐτοὺς ὑπεσχέθη. Ἂν δὲ ἡ Κυβέρνησις, ἕνεκα μιᾶς τινος διατάξεως, δὲν ἔλαβε τὴν δέουσαν πρόνοιαν ὅπως πληρώνῃ ἀπαρεγκλίτως τὰς ὑποχρεώσεις της, πρέπει ν’ ἀποδώσωμεν εἰς ἑαυτοὺς περισσότερον τὸ σφάλμα, ἢ εἰς τοὺς πολίτας, οἱ ὁποῖοι ἄλλως ἐξεπλήρωσαν τὰς ἰδικάς των ὑποχρεώσεις. Τὸ αἴτιον, διὰ τὸ ὁποῖον εὑρέθη εἰς δυσχερῆ κατάστασιν τὸ ταμεῖον, εἶναι τὸ ἀκόλουθον· ὅτι ἐσυστήθη καθ’ ἣν περίπτωσιν ἦσαν ἀκόμη ζωηραὶ αἱ ἀναμνήσεις τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, καὶ ἤθελον πρὸ πάντων νὰ ἔλθουν εἰς ἐπικουρίαν ἐκείνων τῶν προσώπων· ἕνεκα τούτου, καὶ τὰ ἔτη τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἀγῶνος ἐδιπλασιάσθησαν καὶ ἀμέσως ἤρχισε τὰς πληρωμάς. Ἀναντιῤῥήτως λοιπὸν ὅταν ἓν ταμεῖον, πρὶν εἰσπράξῃ, ἀρχίζῃ νὰ πληρώνῃ συντάξεις, δὲν δύναται νὰ διατηρηθῇ. Τὸ ταμεῖον τῆς Ἑπτανήσου, τὸ ὁποῖον εὑρέθη εἰς καλλιτέραν κατάστασιν, ἔλαβεν ἄλλην πρόνοιαν· δὲν ἔδωκεν οὐδὲ λεπτὸν πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς πενταετίας, ἐσυστήθη τῷ 57, συντάξεις ἐπλήρωσε τῷ 62, καὶ ἕνεκα τούτου κατὰ τὸ 1866, ὅτε συνεχωνεύθησαν τὰ δύο ταμεῖα, ἐνῷ τὸ ταμεῖον τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν δὲν εἶχεν εἰμὴ ὀλίγα λεπτά, τὸ ταμεῖον τῆς Ἑπτανήσου ἔφερεν 1,200,000.
§43ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τὸ ταμεῖον τῆς Ἑλλάδος εἶχε 40,000,000.
§44ΣΕΡΒΟΣ. Τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, λέγω.
§45ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐννοῶ πολὺ καλὰ, καὶ ἠξεύρω τί λέγω.
§46ΣΕΡΒΟΣ. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐξεπληρώθησαν ὑποχρεώσεις τοῦ ἀγῶνος, ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν, ὅπως οἱ δικαιοῦχοι λάβωσι τὰς πληρωμάς. Σᾶς φαίνεται, κύριοι, ὀρθὸν καὶ δίκαιον νὰ πωλῶσι γέροντες συνταξιοῦχοι τὰ ἐντάλματά των; Καὶ τὸ κεντρικὸν ταμεῖον ἂν δὲν εὑρίσκηται εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν, οἱ ὑπάλληλοι ἐν τούτοις θὰ λάβωσι τὸν μισθόν των μετὰ 4 ἢ 5 ἡμέρας ἀπὸ τῆς λήξεως· εἰς τοὺς δυστυχεῖς ὅμως συνταξιούχους ὀφείλεται σύνταξις πρὸ δύο μηνῶν. Παράπονα ἐκ τῶν ὑπαλλήλων δὲν ἀκούω, ἐκ τῶν συνταξιούχων ὅμως καθ’ ἑκάστην.
§47ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, πληρωνόμενος ἐκ τοῦ κεντρικοῦ ταμείου, ἔχει ἀπαίτησιν καὶ δύναται νὰ τὴν μεταβιβάσῃ· ἀλλ’ οἱ συνταξιοῦχοι δὲν ἔχουν οὔτε τίτλον.
§48ΣΕΡΒΟΣ. Μεγαλείτερος λόγος, ὅπως ἡ Κυβέρνησις προνοήσῃ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι οἱ συνταξιοῦχοι πρέπει νὰ τεθῶσιν εἰς ἴσην μοῖραν πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν καὶ συγχωνεύσῃ ἀμφότερα τὰ ταμεῖα, ὅπερ οὐδόλως θὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Αἱ συντάξεις δὲ αἱ πληρωνόμεναι εἰς Ἑπτανησίους εἶναι προσωπικαὶ κατὰ τὰ 9|10 καὶ ἀπὸ χρόνου εἰς χρόνον ἐλαττοῦνται· ἑπομένως μετά τινα χρόνον τὸ ταμεῖον θὰ ἔχῃ καὶ περίσσευμα. Ὑποστηρίζω τὴν συγχώνευσιν τῶν ταμείων.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥουσσόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν, ἡ ὁποία δύναται νὰ συμβιβάσῃ τὰ δύο συστήματα. «Τὸ ταμεῖον τῶν Συντάξεων... (θόρυβος).
§50ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ τὴν συγχώνευσιν θεωρῶ ἀναγκαίαν διὰ λόγον, ὃν παρέλιπεν ὁ κ. Ζωχιός. Ὅταν αἱ συντάξεις ἐπιβαρύνουν τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπ’ εὐθείας, θ’ ἀποτελοῦν μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ θὰ ἐξελέγχωνται ὅπως τὰ λοιπὰ ἔξοδα, καὶ ὁ ὑπουργὸς θὰ δίδῃ λόγον ἂν ηὔξησε τὸ ἔξοδον τῶν συντάξεων διὰ παύσεων μὴ δεδικαιολογημένων.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκω τὴν πρότασιν. «Ἄρθρον 1ον. Τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, τὸ διὰ τῶν νόμων ΧΝΒʹ. καὶ ΡΛΘʹ. καθιδρυθὲν, συγχωνεύεται μετὰ τοῦ δημοσίου, ὅπερ καὶ ἀναλαμβάνει ἀπὸ τῆς 1ης Ἰουνίου 1872 τὴν ἀπ’ εὐθείας πληρωμὴν τῶν συντάξεων, τὰ δὲ νενομοθετημένα διὰ τῶν εἰρημένων νόμων ἔσοδα τοῦ συγχωνευομένου ταμείου τῶν συντάξεων, ὡς καὶ αἱ νενομοθετημέναι διὰ τοῦ ΤΠΗʹ. νόμου τῆς 26 Ἀπριλίου 1871 κρατήσεις ἀπέναντι τῶν χρεῶν τῶν συνταξιούχων, θέλουν εἰσπράττεσθαι ἀπὸ τῆς 1ης Ἰουνίου 1872 διὰ λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου.»
§52ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοῦτο νὰ τεθῇ καὶ τὸ ἑξῆς· «Τὰ δὲ διὰ τῶν εἰρημένων νόμων νομοθετημένα λοιπὰ ἔσοδα τοῦ συγχωνευομένου ταμείου θέλουν εἰσπράττεσθαι ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1877 διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου.»
§53ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε πρόεδρε, 10% ἐπὶ τῶν συντάξεων εἶναι πολύ.
§54ΤΙΝΕΣ. Ἐὰν θὰ πληρώνωνται τακτικῶς, δὲν εἶναι πολύ.
§55ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Ζωχιοῦ· προτείνω μάλιστα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ γείνῃ οὐδεμία κράτησις εἰς τὰς συντάξεις, καὶ θὰ εἴπω τὸν λόγον ἀμέσως. Τὸ δημόσιον, κύριε πρόεδρε, θὰ εἰσπράττῃ ἀπὸ τὰς κρατήσεις τῶν ὑπαλλήλων, ἀνὰ πέντε τοῖς ἑκατὸν, 324,000, ἀνὰ 2½ κατὰ τὴν ἤδη γενομένην προσθήκην ἔτι 162,000 τὸ ὅλον 486,000· ἑπομένως τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τῆς συγχωνεύσεως ταύτης ὄχι μόνον δὲν ζημιοῦται, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας προκύπτει καὶ ὠφέλεια, διότι ἐνῷ τὸ δημόσιον θὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ 80,000, θὰ εἰσπράττῃ 162,000. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ δὲν εἶναι δικαία νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν συντάξεων.
§56ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 424,000 κατ’ ἔτος εἶναι τὰ κανονικὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τούτου. Διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν κρατήσεων κατὰ 2,5%, θ’ αὐξηθοῦν κατὰ 162,000· ἑπομένως τὸ σύνολον θὰ ἦναι περίπου 580,000. Ἐπειδὴ διὰ τὰς συντάξεις ἀπαιτοῦνται 1,300,000, ὑπολείπονται πρὸς ἐξίσωσιν 720,000. Ἐὰν δώσωμεν 600,000, θὰ μείνουν 120, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀναπληροῦνται προσωρινῶς ἀπὸ τὰς κρατήσεις τὰς ἐπιβληθησομένας διὰ τὰς προηγουμένας ὑπηρεσίας. Νομίζω δὲ, ὅτι μέχρι τῆς ἐξοφλήσεως τῶν κρατήσεων τούτων θὰ ἐλαττωθῶσι τὰ ἔξοδα τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων ὡς ἐκ τῆς ἐκλείψεως τῶν ἀγωνιστῶν καὶ τῶν Ἑπτανησίων, τῶν ὁποίων αἱ συντάξεις εἶνε προσωπικαί. Ἀφοῦ θὰ ἐπιβληθῇ κράτησις διὰ τὰς παρελθούσας ὑπηρεσίας, ἐθεωρήθη δίκαιον νὰ ἐπιβληθῇ τοιαύτη κράτησις καὶ εἰς τοὺς συνταξιούχους, καὶ τοσούτῳ μᾶλλον εἶνε δίκαιον τοῦτο, καθόσον οἱ ἐν ἐνεργείᾳ ὑπάλληλοι θὰ πληρώνουν διπλῆν κράτησιν, χωρὶς νὰ ἔχουν τὴν βεβαιότητα, ὅτι θὰ λάβουν ποτὲ σύνταξιν, ἐνῷ οἱ συνταξιοῦχοι θὰ πληρώνουν κράτησιν ἀπὸ τὴν σύνταξιν τὴν ὁποίαν λαμβάνουν. Ἄλλως τε δὲν εἶνε πρώτη φορὰ καθ’ ἣν γίνεται τοῦτο· καὶ κατὰ τὸ 1866 ἐνομοθετήθη νὰ κρατοῦνται 5% διὰ τοὺς μισθοὺς τῶν προηγουμένων ὑπηρεσιῶν, ἡ δὲ κράτησις αὕτη ἐπεβλήθη καὶ εἰς τοὺς συνταξιούχους. Βραδύτερον ἄλλος νόμος ἐπέβαλεν 25%.
§57ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ συνεννοηθῶμεν προηγουμένως. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οἱ κανονικοὶ καὶ σταθεροὶ πόροι τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ὑπουργοῦ, εἶνε 424,000· διὰ δὲ τῆς προσθήκης τῶν 5%, θ’ ἀπολαμβάνῃ τὸ δημόσιον ἑτέρας 324,000, τὸ ὅλον 748,000. Ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ ὅμως, τὸ δημόσιον θ’ ἀπολαμβάνῃ ἀπὸ τὴν κράτησιν τῶν συνταξιούχων, διὰ τὰς παλαιὰς αὐτῶν ὑπηρεσίας, ἀνὰ 10%, καὶ ἐπὶ ποσοῦ συντάξεων δρ. 1,280,000, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, 128,000· ἑπομένως, ἀφοῦ προσθέσωμεν εἰς τὰς δρ. 748,000, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦνε φόρος πάγιος καὶ κανονικὸς πλέον, καὶ τὰς 128 χιλ. τῶν συνταξιούχων, συμποσοῦνται δραχ. 876,000. Τί μένει λοιπὸν νὰ προσθέσῃ τὸ τὸ δημόσιον πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ὁλικοῦ ποσοῦ τῶν συντάξεων ἐκ δραχ. 1,280,000; 404,000 δραχμῶν, ἐνῷ πληρώνει τώρα 500 χιλ, καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. ὑπουργοῦ θὰ πληρόνῃ 600 χιλ. ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι οὐδεὶς τῶν συνταξιούχων τούτων θὰ ἦνε δυνατὸν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ μοὶ γίνεται ἡ εὔλογος ἀντίῤῥησις, ὅτι αἱ 176 χιλ. αἱ προερχόμεναι ἀπὸ τὴν κράτησιν τῶν συνταξιούχων εἶνε φόρος προσωρινὸς, διότι, ἐξοφλουμένων τῶν χρεῶν τῶν συνταξιούχων, θὰ ἐλαττωθῇ καὶ θὰ ἐκλείψῃ μὲ τὸν καιρόν. Εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην ἐπαναλαμβάνω ν’ ἀπαντήσω ὅσα προεξέθεσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸ μικροῦ καὶ ὅσα ἐκθέτω ἐν τῇ ἐκθέσει μου, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἐλάττωσις αὕτη τῶν δραχ. 176,000, ἥτις ἀληθῶς θὰ ἐπέλθῃ μετὰ καιρὸν, θ’ ἀναπληρωθῇ πρῶτον διότι ἐκλείπουν, προϊόντος τοῦ χρόνου, αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ ἀγῶνος, καὶ δεύτερον, διότι ἐκλείπουσιν ἐπίσης αἱ προσωπικαὶ συντάξεις τῶν Ἑπτανησίων διὰ τοῦ θανάτου αὐτῶν, καὶ αἱ ὁποῖαι κατὰ μὲν τὸ 1861 ἀνήρχοντο εἰς 260 χιλ. δραχ., κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἤδη δὲ περιωρίσθησαν εἰς 240 χιλ., διότι ἀπεβίωσαν πολλοὶ συνταξιοῦχοι. Λοιπὸν ἡ ἐλάττωσις τῶν 176 χιλ. δραχμῶν, τὰς ὁποίας τὸ δημόσιον ἤδη εἰσπράττει ἀπὸ τοὺς συνταξιούχους, θὰ συμβαδίζῃ μὲ τὴν ἐλάττωσιν τῶν προσωπικῶν συντάξεων τῶν Ἑπτανησίων καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ἀγῶνος, καὶ κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον οὐδεμία ζημία πρόκειται νὰ προκύψῃ εἰς τὸ δημόσιον. Ὥστε τὸ δημόσιον θὰ συνεισφέρῃ μόνον 404 χιλ. δραχμὰς τοῦ λοιποῦ, ἐὰν γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. ὑπουργοῦ περὶ τῆς ἐπιβολῆς νέας κρατήσεως εἴς τε τὴν μισθοδοσίαν τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὰς συντάξεις τῶν συνταξιούχων. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον εἶνε ὑπερβολικὴ ἡ κράτησις τῶν 10% ἐπὶ τῶν συντάξεων, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ τοιαύτη κράτησις ὡς ἄδικος, καὶ παράνομος μάλιστα.
§58ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριε πρόεδρε, προτείνω 5%.
§59ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀποφανθῇ ἐὰν παραδέχηται τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, νὰ σημειωθῇ δὲ εἰς τὰ πρακτικά.
§60ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον.
§61ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφοῦ εἴπατε σεῖς, ἦλθεν εἷς ἔμπειρος περὶ τὰ τοιαῦτα συνάδελφος καὶ εἶπεν ἄλλους ἀριθμούς· αὐτοὺς νὰ μᾶς εἴπητε ἐὰν παραδέχησθε.
§62ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ αὐτοὶ ἀριθμοὶ ἐῤῥέθησαν καὶ ἀπὸ ἐμὲ καὶ ἀπὸ τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον, ἡ ἐκτίμησις μόνον διαφέρει· ἡ δὲ Βουλὴ θέλει κρίνει ἐὰν, καθ’ ὅσον ἐκλείπει ὁ ἔκτακτος πόρος ὁ προερχόμενος ἀπὸ τὰς κρατήσεις τῶν προηγουμένων ὑπηρεσιῶν, θὰ ἐλαττοῦται συγχρόνως καὶ τὸ ποσὸν τῶν πληρωνομένων συντάξεων. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἡ ἐλάττωσις αὕτη δὲν εἶνε ἱκανὴ νὰ ἀναπληρώσῃ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὰς συντάξεις· καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ ἡ κράτησις καὶ ἐπὶ τῶν συντάξεων.
§63ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἑπτανησιακαὶ συντάξεις δὲν εἶνε προσωπικαί;
§64ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ δὲν ἐκλείπουν τόσον ταχέως; ὅσον νομίζετε.
§65ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. 4,000 δραχ. κατ’ ἔτος.
§66Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπιμένετε λοιπὸν εἰς τὸ νομοσχέδιον;
§67ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ὅπως κατηρτίσθη ἡ τροπολογία.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα θὰ ἐρωτήσω περὶ τῆς ἐλαττώσεως τῆς κρατήσεως τῶν συνταξιούχων ἀπὸ 10% εἰς 5%. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη.
§69ΤΙΝΕΣ. Παρεδέχθη.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀντίστροφον. Οἱ παραδεχόμενοι, ἵνα ἡ πρότασις τῶν συντάξεων μείνῃ εἰς 10%, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. «Ἄρθρον 2. Ἡ κατὰ τὴν § 1 τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ ΧΝΒʹ. νόμου τοῦ ἔτους 1861 ἐπιτροπὴ τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων καταργεῖται, τὰ δὲ καθήκοντα αὐτῆς, ἐκτὸς τῆς χρηματικῆς διαχειρίσεως, ἥτις μεταβιβάζεται εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ δημοσίου τεταγμένα ὄργανα, ἐκπληροῖ εἷς τμηματάρχης τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τούτῳ διὰ Β. Διατάγματος διοριζόμενος» Θὰ μείνω εἰς τὴν παράγραφον ταύτην, ἡ ὁποία περιέχεται καὶ εἰς τὰ ἄλλα νομοσχέδια τὰ παρουσιασθέντα περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, διότι ἡ δευτέρα παράγραφος καθιεροῖ νέα δικαιώματα, διότι λέγει. «Παρὰ τῷ τμηματάρχῃ τούτῳ θέλουν συνεργάζεσθαι, ὡς καὶ μέχρι τοῦδε, οἱ παρὰ τῇ ἐπιτροπῇ διατηρούμενοι ὑπάλληλοι, τῶν ὁποίων καὶ ἡ μέλλουσα καὶ ἡ προηγουμένη ὑπηρεσία λογίζεται ὡς συντάξιμος.»
§71ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ καταργεῖται τὸ εἰδικὸν ταμεῖον, ἐννοεῖται, ὅτι τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν θὰ ἐνεργοῦν τὰ ἁρμόδια ὄργανα τοῦ δημοσίου· καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ γραφικὸν μέρος, θὰ ἐνεργῆται ἀπὸ τοὺς ὑπάρχοντας ὑπαλλήλους ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἑπομένως νομίζω ὀρθὸν νὰ δεχθῶμεν τὸ 2 ἄρθρον, ὅπως εἶναι εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Δηλιγιάννης ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν ἄλλοτε. Ἄρθρον 2. Ἡ νομοθετηθεῖσα διὰ τῆς § 1 τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ ΧΝΒʹ. νόμου ἐπιτροπὴ τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων καταργεῖται, τὰ καθήκοντα δὲ αὐτῆς, ἐκτὸς τῆς χρηματικῆς διαχειρίσεως, ἥτις μεταβιβάζεται εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ δημοσίου τεταγμένα ὄργανα, ἐκπληροῖ εἷς ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ προσδιοριζόμενος.
§72ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ τὸ ἄρθρον παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται κατὰ σειρὰν τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· γίνονται δὲ δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 3, 4, 5, 6 καὶ 7.) Ἄρθρον 3. Ὅσοι τῶν ὑπαλλήλων καὶ συνταξιούχων δὲν ἐξώφλησαν τὰς διὰ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ΡΛΘʹ. Νόμου ἐπιβληθείσας κρατήσεις, συγκεφαλαιώνουσι τὴν ἐπιβαλλομένην κατὰ τὰ ἀνωτέρω διὰ τὰς προηγουμένας ὑπηρεσίας αὔξησιν μετὰ τοῦ ὑπολειπομένου ἐκ τῶν κρατήσεων χρέους, καὶ πληρώνουσι βαθμηδὸν τὸ σύνολον διὰ μόνης τῆς ἐν τῷ ά. ἄρθρῳ προσθέτου κρατήσεως. Ἄρθρον 4. Αἱ διὰ τῶν § γʹ καὶ ἡ τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ ΧΝΒʹ Νόμου ὁρισθεῖσαι κρατήσεις μηνιαίου μισθοῦ ἐπὶ διορισμῷ καὶ τῇ νυμφεύσει ἐφαρμόζονται ἐφ’ ἁπάντων τῶν πρὸ τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ διορισθέντων ἢ νυμφευθέντων ὑπαλλήλων. Ἄρθρον 5. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀποφαίνεται ἀνεκκλήτως ἐπὶ τῶν γενομένων ἐκκαθαρίσεων διὰ τὰς ἐπιβληθείσας εἰς τοὺς ὑπαλλήλους καὶ τοὺς συνταξιούχους κρατήσεις ἕνεκα προηγουμένων ὑπηρεσιῶν, ἐὰν οἱ ἐνδιαφερόμενοι ζητήσωσι παρ’ αὐτοῦ τὴν ἀναθεώρησιν ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς πρὸς αὐτοὺς κοινοποιήσεως τῆς ἐκκαθαρίσεως. Ἄρθρον 6. Αἱ κατὰ τὸν Νόμον ΜΓʹ. τῆς 13 Μαρτίου 1864 ᾐτιολογημέναι ἐκθέσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου περὶ ἀπονομῆς τῶν συντάξεων εἰσὶν ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν ὑπουργόν. Ἄρθρον 7. Αἱ ἐκχωρήσεις καὶ αἱ δικαστικαὶ κατασχέσεις τῶν συντάξεων ἀπαγορεύονται. (Ἀναγινώσκεται τὸ 8. ἄρθρον.) Ἄρθρον 8. Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν χρῆσιν 1876 χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις δραχμῶν ἑκατὸν χιλιάδων, καταλογιζομένη εἰς τὸ κεφ. 3 ἄρθρ. 6. «Προίκισις Ταμείου πολιτικῶν συντάξεων.»
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου ἀναβιβάζει τὸ ποσὸν τοῦ 8. ἄρθρου εἰς 400,000, ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἐπίσης ὀφειλομένων συντάξεων τῶν μηνῶν Ὀκτωβρίου, Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου.
§75ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τοὺς λογαριασμούς, οἱ ὁποῖοι ἔγειναν ἀπὸ τὸ εἰδικὸν Ταμεῖον, ἐκ τῶν ὑπαρχόντων πόρων θὰ πληρωθοῦν αἱ συντάξεις τοῦ τρ. ἔτους μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου, θέλουν δὲ μείνει ἀπλήρωτοι αἱ συντάξεις τριῶν μηνῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναβαίνουν εἰς 320 ἕως 330,000 δραχμῶν. Διὰ τὴν καθυστέρησιν αὐτὴν, ἐπρότεινα διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ δοθῇ βοήθεια ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου 100,000 δραχ., εἶχον δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν ἐπεβάλετο ἡ κράτησις ἀπὸ τὴν ά. Ὀκτωβρίου διὰ μίαν τριμηνίαν, ἤθελον εἰσπραχθῆ καὶ ἀπὸ αὐτὴν ἄλλαι 100 περίπου χιλιάδες δραχμῶν, καὶ μὲ ταύτας ἠδύνατο τὸ ταμεῖον κάπως νὰ ἐπαρκέσῃ, διότι ἅμα ἤρχιζε τὸ ἑπόμενον ἔτος ἤθελε λαμβάνει ἐκ προκαταβολῶν. Ἀφοῦ ὅμως τοῦτο δὲν ἔγεινε, νομίζω ὅτι ἡ πίστωσις πρέπει νὰ γείνῃ 400,000.
§76ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔπρεπε νὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι, δεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς συγχωνεύσεως, θὰ πληρώσωμεν ὄχι 100, ἀλλὰ 400,000 δραχμῶν. Ἠδύνασθε νὰ μεταῤῥυθμίσητε τὸν νόμον τῶν συντάξεων, διὰ νὰ φέρητε ἰσοῤῥοπίαν. Θέλετε νὰ ἐξομοιώσητε τὴν Ἑλλάδα μὲ τὰ κράτη τὰ ὁποῖα εἶναι κρατικὰ, τῶν ὁποίων οἱ νόμοι περὶ συντάξεως εἶναι ἀνώτεροι τῆς δυνάμεώς μας καὶ τῶν αἰσθημάτων μας· ἔπρεπε λοιπὸν δι’ αὐτῶν τῶν μεταῤῥυθμίσεων νὰ φέρητε τὴν ἰσοῤῥοπίαν, ἄλλως, αὐτὸ τὸ ὁποῖον κάμνετε σήμερον, ἠξεύρει καθεὶς νὰ τὸ κάμῃ. Μᾶς λείπουν 400,000 δραχμῶν· φέρετέ τας, διὰ νὰ κάμωμεν τὴν ἰσοῤῥοπίαν. Ἐὰν ἠθέλατε νὰ ἐξομοιώσητε τὰς συντάξεις τῆς Ἑλλάδος μὲ τὰς συντάξεις τῆς Γαλλίας, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι τὸ ταμεῖον αὐτὸ ἤθελε φθάσει εἰς ἰσοῤῥοπίαν. Τώρα μᾶς λέγετε νὰ πληρώσωμεν 400,000, καὶ ἀφοῦ ἐψηφίσαμεν τὴν συγχώνευσιν, βεβαίως θὰ τὰς πληρώσωμεν. Νὰ φέρετε ἓν ἄρθρον, ὅτι πρέπει νὰ μεταφρασθῇ ὁ νόμος τῆς Γαλλίας.
§77ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ διαφορὰ τῆς πιστώσεως ἔχει καὶ τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἀφορμὴν τὴν συγχώνευσιν· ὅτι ὁ μὲν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖ 100 χιλ. δραχμὰς συμπληρωτικὴν πίστωσιν, διότι ἐπρότεινε νὰ γίνῃ ἡ κράτησις τῶν 2,5%, ἡμεῖς δὲ, ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ ἀρχίσῃ ἡ κράτησις ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου 1876, παρεδέχθημεν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1877. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ τούτου δὲν προέρχεται ἡ διαφορά;
§78ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐκ τούτου.
§79ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ 100 χιλ. δὲν εἶναι συνέπεια, εἶνε συνδρομὴ ἑκουσία, ὡς συνέπεια ὅμως πρέπει νὰ θεωρηθῇ κατὰ τὴν συγχώνευσιν ἡ πληρωμὴ, διότι ἡ συγχώνευσις ἔφερεν αὐτὸ καὶ μᾶς τὸ ἐπιβάλλει ὡς ὑποχρέωσιν. Προκαλῶ νὰ εἴπῃ τις, ἂν δύναται, ὄχι εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργοῦ· δὲν τολμᾷ, δὲν δύναται νὰ τὸ κάμῃ, διότι ἀφ’ οὗ ἐπῆρες τοὺς πόρους, θὰ πληρώσῃς καὶ τὰ χρέη. Ἀφοῦ ἀπὸ τώρα δὲν θὰ ἔχῃ λεπτὸν καὶ δὲν θὰ εἰσπράττῃ τίποτε, εἶναι ἓν πρόσωπον, τοῦ ὁποίου ἐλάβατε τὰ εἰσοδήματα, ἄρα θὰ πληρώσητε καὶ τὰ χρέη· εἶναι ὡσὰν τὸν κληρονόμον, ὅταν κληρονομῇ διὰ γενικῆς κληρονομίας.
§80ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ συγχώνευσις ἔγεινεν ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1877, καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ δημόσιον νὰ πληρώνῃ· διὰ προηγουμένας συντάξεις δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν, διότι αὗται εἶναι εἰς βάρος τοῦ εἰδικοῦ ταμείου, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ· ἑπομένως, ἐὰν δὲν ἐγκρίνῃ τὴν ζητουμένην πίστωσιν ἡ Βουλὴ, οἱ συνταξιοῦχοι θέλουν μείνει ἀπλήρωτοι. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ χάσουν οὗτοι τὰς καθυστερούσας συντάξεις; ἠμπορεῖ νὰ μὴ δώσῃ τὸ ποσὸν, δὲν ἔχει ὅμως καὶ τὴν ὑποχρέωσιν ὡς ἐκ τῆς συγχωνεύσεως νὰ τὸ δώσῃ.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προτείνεται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις 100,000 δραχμῶν, ἢ ἡ ἀναπληρωτικὴ πίστωσις ἡ περιεχομένη εἰς τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς 300,000 δραχμῶν πρὸς πληρωμὴν τῶν καθυστερουμένων συντάξεων διὰ τοὺς μῆνας Ὀκτώβριον, Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον τοῦ 1876. Οἱ παραδεχόμενοι τὰς 300,000 δραχμὰς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§82ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω καὶ πρόσθετον ἄρθρον, τὸ ἄρθρον 9· ἂς ἀποφανθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς ἂν τὸ ἐγκρίνῃ.
§83ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει αὐτό).
§84ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§85ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Νὰ ἐξηγηθῇ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος.
§86ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ διατάξεις αὗται ἀφορῶσιν εἰς τὴν παραγραφὴν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ δημοσίου εἰς τοὺς δικαιούχους· πᾶν ὅ,τι πράττει διὰ τοὺς ἄλλους δικαιούχους τὸ δημόσιον, τὸ αὐτὸ θὰ ἐφαρμόζηται τοῦ λοιποῦ καὶ εἰς τοὺς συνταξιούχους.
§87ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι περιττόν;
§88ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, διότι τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συνταξιούχων διέπεται ὑπ’ ἄλλων τύπων· ὥστε πρέπει νὰ κανονισθῇ.
§89ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς ἀποφυγὴν πάσης ἀμφιβολίας, καλὸν εἶναι νὰ τεθῇ τὸ ἄρθρον ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν τεθῇ, δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον καὶ αἱ συντάξεις αὗται θὰ ὑπάγωνται εἰς αὐτὰς τὰς διατάξεις.
§90ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τεθῇ καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἡ φράσις «ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1877.»
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον αὐτὸ μὲ τὴν προσθήκην «ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1877» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπεβλήθη καὶ ἑτέρα τροπολογία ἐπὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ· οἱ κύριοι Κατσικόπουλος καὶ Κατριβάνος ὑποβάλλουν τροπολογίαν, καθ’ ἣν οἱ συνταξιοῦχοι οἱ μετερχόμενοι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου ἢ τὸ τοῦ συμβολαιογράφου, ἐφ’ ὅσον δύνανται νὰ ἐργάζωνται, δὲν λαμβάνουσι σύνταξιν.
§92ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία, κύριοι βουλευταὶ, αὕτη τῶν συναδέλφων μας κυρίων Κατσικοπούλου καὶ Κατριβάνου δὲν εἶναι οὔτε λογικὴ, οὔτε δικαία, καὶ ἰδοὺ διατί. Πολλοὶ ἐξ ἐκείνων οἵτινες ἐγήρασαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου, οἵτινες ἐπὶ μακρότατον χρόνον ἐμόχθησαν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Κράτους, ὅπως ἀποκτήσωσι τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀπολυθέντες δὲν κατώρθωσαν, δὲν κατώρθωσαν, λέγω, καὶ οὐχὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς θέσιν τινὰ, ἐπεδόθησαν εἰς τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα καὶ δι’ αὐτοῦ ἐξυπηρετοῦσι τὴν δικαιοσύνην καὶ τοὺς συμπολίτας αὐτῶν. Ἀλλὰ τί ἤδη λέγει πρὸς αὐτοὺς ἡ ὑποβληθεῖσα ἐνώπιόν σας τροπολογία; οὐδὲν ἄλλο, ἢ ὅτι πρέπει νὰ παύσωσιν οἱ συνταξιοῦχοι οὗτοι μετερχόμενοι τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα, ὅτι πρέπει νὰ παύσωσιν ὑπηρετοῦντες τοὺς συμπολίτας των, ὅτι πρέπει νὰ ζῶσιν ἐν πληρεστάτῃ ἀπραξίᾳ ἀργοὶ ὡς κηφῆνες, διότι, ἄλλως, τὸ τῆς συντάξεώς των δικαίωμα καταργεῖται! Καὶ εἶναι λογικὸν τοῦτο, κύριοι, εἶναι δίκαιον; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ τροπολογία αὕτη δὲν ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ προταθῇ ὑπὸ βουλευτῶν, οἵτινες εἰσὶν ἅμα καὶ δικηγόροι, διότι οὕτως ἠδύνατο ἴσως καὶ νὰ ἀποφύγῃ κἂν μίαν δεινὴν παρεξήγησιν. Περὶ τῶν συμβαλλομένων κρίνω περιττὸν νὰ εἴπω τι, οὔτε θεωρῶ δ’ ἐπάναγκες νὰ ἐπιμείνω ἀποκρούων πρότασιν, καθ’ ἧς, ὡς διέγνωσα, ἡ συνείδησίς σας κατεξανέστη.
§93ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐὰν τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων κατήντησεν εἰς τὴν ἀξιοθρήνητον αὐτὴν κατάστασιν καὶ σᾶς ἠνάγκασε νὰ ἐπιβαρύνητε τὸ ἔθνος μὲ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν συνταξιούχων, κατήντησε κυρίως καὶ διὰ πολλοὺς ἄλλους λόγους, καὶ δι’ ἕνα, τὸν ἑξῆς λόγον. Οἱ κύριοι συνταξιοῦχοι, τοὺς ὁποίους καὶ σέβομαι καὶ ἐκτιμῶ, φροντίζουν ὅλαις δυνάμεσι πῶς νὰ διατηρηθῶσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μέχρις οὗ συμπληρώσωσι τὰ ἔτη τῆς συντάξεώς των, μόλις δὲ συμπληρώσωσι τὰ ἔτη τῆς συντάξεώς των καὶ ἐνῷ εἶναι ἱκανώτατοι νὰ ὑπηρετήσωσι τὸ δημόσιον, μετέρχονται πάντα τρόπον νὰ ἐξέλθωσι τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας.
§94ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι παντάπασιν ἀκριβὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε.
§95ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς διέκοψα, καὶ ὀφείλετε νὰ μὴ μὲ διακόπτητε ἐπίσης. Ἐὰν θέλετε, μὲ διαδέχεσθε εἰς τὸ βῆμα.
§96ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι, εἶχον νὰ εἴπω κατὰ τῆς προτάσεώς σας, τὸ εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος· ἤδη σᾶς ἔκαμα μίαν παρατήρησιν οὐχὶ ὅπως σᾶς διακόψω, ἀλλ’ ὅπως σᾶς ὑπομνήσω δι’ αὐτῆς μίαν ἀλήθειαν.
§97ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω πολλοὺς ὑπαλλήλους, κύριοι, καὶ τοὺς γνωρίζετε καὶ σεῖς, οἱ ὁποῖοι σᾶς λέγουν: Τὶ νὰ κάμωμεν; τρεῖς μῆνας θέλομεν, δύω ἔτη θέλομεν καὶ εὐθὺς ἐξερχόμεθα τῆς ὑπηρεσίας, διότι ἔχομεν 100, 200 καὶ 300 δραχμῶν σύνταξιν. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἡμεῖς ἐπιβάλλομεν φόρους εἰς τὸ ἔθνος, ἐνῷ αὐτοὶ μετέρχονται καὶ ἄλλο ἔργον καὶ ἔχουν δύω μισθοδοσίας. Κάμνω ἔκκλησιν εἰς τὴν συνείδησίν σας ἐὰν δὲν ᾖναι ἀληθὲς τοῦτο. Ὁ νόμος σκοπὸν εἶχε νὰ χορηγῇ τὴν σύνταξιν εἰς τοὺς ἀνικάνους νὰ ὑπηρετήσωσι, καὶ ὄχι εἰς τοὺς ἱκανοὺς καὶ ἱκανωτάτους. Πλεῖστοι, κύριοι, δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, καὶ πλεῖστοι ἄλλοι ὧν τὸ κράτος εἶχε μεγίστην ἀνάγκην, ἰδίως δὲ εἰς τὰ δικαστήρια, ὅπου εἶναι ἀνάγκη τῆς ἐπιστήμης, αὐτοὶ ἐξῆλθον, καὶ ἐξῆλθον ἅμα συνεπλήρωσαν τὰ ἔτη τῆς συντάξεως, σήμερον δὲ δὲν ἔχομεν δικαστὰς ἱκανούς, οἵτινες ἐμορφώθησαν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ.
§98ΡΑΛΛΗΣ. Κανεὶς δὲν ἐξῆλθε (θόρυβος).
§99ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐγὼ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσω εἰς ἕκαστον, ἀλλὰ τώρα ὁμιλῶ δι’ ὅλους. Αὐτοὶ λοιπὸν οἱ ὑπάλληλοι οἱ ἱκανοί, οἱ ὁποῖοι ἐξέρχονται σκοπίμως ἐκ τῆς ὑπηρεσίας διὰ νὰ διπλασιάσωσι τὰ εἰσοδήματά των, δὲν πρέπει νὰ ἀποστεροῦν τὸ δικαίωμα τῶν συνταξιούχων τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ὑπηρετήσωσι. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις αὕτη, διότι ὅλοι οἱ ἱκανοὶ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι τότε θὰ ἐπανέλθωσι πάλιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία τοὺς ἐπιζητεῖ, καὶ θὰ ὑπηρετήσωσι τὸ κράτος, τοιουτοτρόπως δὲ θὰ βελτιωθῇ καὶ τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων, θὰ δοθῇ δὲ καὶ ἓν μάθημα εἰς αὐτοὺς τοὺς ὑπαλλήλους ὅτι δὲν εἶναι δικαίωμά των ἅμα συμπληρώσωσι τὰ ἔτη τῆς συντάξεως νὰ ἐξέρχωνται διὰ νὰ διπλασιάσωσι τὰς ὠφελείας· δύνασθε δὲ νὰ θέσητε μίαν διάκρισιν, ἐὰν θέλετε, «νὰ ἐξαιρῶνται οἱ ὑπερβαίνοντες τὸ 60ον ἔτος τῆς ἡλικίας των,» διότι οἱ ἄλλοι ἐξέρχονται σκοπίμως.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κατσικοπούλου καὶ Κατριβάνου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως προτείνει ὡς τροπολογίαν τοῦ νόμου, νὰ γίνωσι δεκτὰ ἄρθρα 3, τὰ ὁποῖα εἶχε παρουσιάσει προηγουμένως καὶ διὰ τῶν ὁποίων ὑπάγονται εἰς τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως οἱ ὑπάλληλοι τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως.
§101ΜΙΛΗΣΗΣ. Πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ συγχωνεύσεως τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων μετὰ τοῦ δημοσίου, ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ συζητηθῇ ὡς τροπολογία αὐτῶν καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑπαλλήλων τινῶν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.
§102ΤΙΝΕΣ. Ἐρωτήσατε διὰ τὸ σύνολον, κύριε πρόεδρε, διότι αὐτὸ εἶναι χωριστὸν ἀντικείμενον.
§103ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὤφειλον νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπόφασίν της, συνεπεία τῆς ὁποίας παρεκάλεσα τὸν κύριον πρόεδρον νὰ φέρῃ εἰς συζήτησιν τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐξακολουθῇ νὰ νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ψηφίσῃ αὐτὸ ὡς τροπολογίαν τοῦ περὶ συγχωνεύσεως τῶν δύω ταμείων νομοσχεδίου, ὅπερ πρὸ μικροῦ ἐψηφίσαμεν, ἔχει καλῶς. Ἄλλως, ἐὰν φρονῇ τώρα τὸ ἐναντίον, παρακαλῶ νὰ προβῇ τοὐλάχιστον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου αὔριον. Μάλιστα, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τι τὸ κωλῦον, ἤθελον παρακαλέσει νὰ προβῶμεν ἀπὸ σήμερον εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως αὐτοῦ θέλετε πεισθῆ, ὅτι πρόκειται περὶ πράγματος δικαιοτάτου ἅμα καὶ ἁπλουστάτου. Ἰδοὺ τί λέγει. (Ἀναγινώσκει τὸ νομοσχέδιον).
§104Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ποτὲ ἐνόσῳ ἐπέρχεται ἡ ἀταξία, καὶ εἶναι ὑποφερτόν, ὅταν ἔρχεται ἄνωθεν, ἀλλ’ ὅταν ἔρχεται ἀπὸ τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς, δὲν ἠξεύρω τί νὰ εἴπω.
§105ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶπον ἤδη, κ. Πετιμεζᾶ, ὅτι τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπρότεινα, στηριζόμενος εἰς ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀποφασίσει νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς τροπολογία τοῦ περὶ συντάξεως νομοσχεδίου. Ἐπειδὴ δὲ σήμερον δὲν θέλει νὰ πράξῃ τοῦτο, παρακαλῶ τοὐλάχιστον νὰ προβῇ σήμερον εἰς τὴν πρώτην αὐτοῦ ἀνάγνωσιν, διότι τὸ ἀντικείμενον εἶναι ἁπλούστατον καὶ δικαιότατον. Δὲν βλέπω νὰ ἦτο τοῦτο ἄξιον νὰ ἐξεγείρῃ τὴν ὀργήν σας.
§106Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ἐντροπὴ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν τῆς συζητήσεως νὰ μεταβάλλωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§107ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ὁ προκάτοχός του εἶχεν ὑποβάλει νομοσχέδιον περὶ τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦσιν εἰς τὰ λιμεναρχεῖα· οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι δὲν συμπεριλαμβάνονται εἰς τοὺς συνταξιούχους, καίτοι γινομένης κρατήσεως ἐκ τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων. Σᾶς παρακαλῶ, ἂν συζητηθῇ τὸ πρόσθετον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, νὰ συζητηθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλομεν ὑποβάλει.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕπεται τὸ ζήτημα τῶν ἐκβολάδων· ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται οὔτε σήμερον νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του.
§109ΔΟΥΜΑΣ. Νὰ ἀναβληθῇ, κ. Πρόεδρε.
§110ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§112Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Χθὲς, κύριοι, κατόπιν τῆς πρώτης συζητήσεως, πολλοὶ τῶν κυρίων βουλευτῶν......
§113Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κ. πρόεδρε.
§114Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ καταβαίνω. (Ἐνταῦθα συνεπεία τῆς ἐνστάσεως τοῦ κ. Π. Μαυρομιχάλη ἐνεργεῖται ὀνομαστικὴ κλῆσις, εὑρέθησαν δὲ παρόντες 98 βουλευταί.)
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
§116Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα Βʹ.) (Εἰσάγονται καὶ παραπέμπονται εἰς τύπωσιν· 1) Ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Εὐστ. Λαμψιάδου· καὶ 2) Νομοσχέδιον τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ περὶ κατατάξεως προξενείων τινῶν εἰς τὴν βʹ. κατηγορίαν τῶν προξενικῶν ἀρχῶν. Λύεται ἡ συνεδρίασις περὶ ὥραν 6 μ. μ.