1876.12.13
1,459 rows · 12,143 words · 156 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48
τῆς 13 Δεκεμβρίου 1876.
(Δευτέρα)
Ὥρα 2 μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου οἱ ὑπουργοὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλον νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως προσόδου τινὸς τῶν ἐθνικῶν ἐργαστηρίων ἐν Καλάμαις ὑπὲρ τῶν Μοναχῶν τοῦ ἁγίου Κωνσταντίνου· τὸ νομοσχέδιον θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ, θὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὑπάρχει, κύριοι, καὶ νομοσχέδιον περὶ τῶν συνταξιούχων· θὰ ᾖναι ἔργον δικαιοσύνης ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἂν δώσῃ πέρας εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα πρὸ τῶν ἑορτῶν καὶ ἂν ἐπιτρέψῃ νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1876. Ὁ κ. Κασδίκης προτείνει νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιόν τι, τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον περὶ τῶν ἄρθρων 69 καὶ 70 τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, καὶ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑπεβλήθη καὶ ἔκθεσις τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς. Ἐγκρίνει ἡ Βουλή;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§3ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὁ κ. Χαράλαμπος Δημητρακόπουλος, ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ καὶ διοικητὴς τοῦ τάγματος τῆς Χαλκίδος, μᾶς ἔπεμψεν ἐν σχεδίῳ ὑπόμνημα περὶ διοργανισμοῦ τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους. Τὸ ὑπόμνημα τοῦτο, στηριζόμενον ἐπὶ βάσεων οἰκονομικῶν καὶ περιέχον ἰδέας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς τροπολογίαι εἰς τὸ μέλλον νὰ συζητηθῇ νομοσχέδιον περὶ διοργανισμοῦ τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ συζητηθῇ, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ νὰ παρακατατεθῇ μεταξὺ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα θ’ ἀπαρτίσωσι τὸν ὅλον φάκελλον. Τὸ υἱοθετῶ ἐγὼ καὶ τὸ ὑποβάλλω ὡς τροπολογίαν τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας. (α)
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῇ;
§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§6ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Κατὰ τὸ ἔτος 1867 ἐξεδόθη νόμος περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου· κατὰ τὸ τέταρτον ἄρθρον τοῦ νόμου τούτου, ὅταν ἐξάγωνται τοῦ Κράτους προϊόντα ἐγχωρίου βιομηχανίας, τῶν ὁποίων αἱ πρῶται ὗλαι εἰσήχθησαν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, ἐπιστρέφεται τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος. Τοιαῦτα εἴδη ὡρίσθησαν τότε τὰ κατειργασμένα δέρματα, τὰ δίπυρα, τὰ ζυμαρικά. Κατὰ τὸ 1871 ὡρίσθη καὶ ὁ βάμβαξ ὁ εἰσαγόμενος ἐντὸς τοῦ Κράτους ὅπως ἐκκοκισθῇ· ἐσχάτως τὸ ὑπουργεῖον ὑπέβαλε νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπιστρέφεται τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τῆς ζακχάρεως ὁσάκις ἀναμιγνύεται μὲ τὰ κίτρα τῆς Νάξου. Ὁ αὐτὸς λόγος ὑπάρχει, ἴσως καὶ σπουδαιότερος, ὅπως ἐπιστρέφηται τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τοῦ βάμβακος ὁσάκις οὗτος ἐξέρχεται κατειργασμένος εἰς νῆμα. Κατὰ τὸ 1871, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος ὁ διατάττων τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ τέλους ὁσάκις ὁ βάμβαξ εἰσήρχετο μὴ ἐκκοκισμένος, τοῦτο ἐγένετο πρὸς προστασίαν τῆς ἐγχωρίου γεωργίας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀπεφασίσθη περὶ τῶν νημάτων. Τότε ἐν Ἑλλάδι ὑπῆρχον μόνον 9 βαμβακοκλωστήρια, σήμερον ὅμως ὑπάρχουσι 18, τὰ δὲ πρῶτα συστηθέντα ηὔξησαν τὰς ἐργασίας των· προσέτι ἱδρύθησαν καὶ δύω ἀτμήρη ὑφαντήρια, ὁ δὲ ἐγχώριος βάμβαξ βεβαίως δὲν ἐπαρκεῖ διὰ τὴν ἐργασίαν καὶ ἀναγκάζονται τὰ καταστήματα νὰ προμηθεύωνται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς βάμβακα ὀκάδων 1 καὶ ½ ἑκατομμυρίου πληρόνοντα 2 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, παράγουσι δὲ 400 ἕως 500 χιλιάδας πακέτων ἀξίας 6 ἕως 7 ἑκατομμυρίων δραχμῶν· τὸ πλεονάζον τοῦ νήματος πέμπουσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, ἰδίως εἰς τὴν Τουρκίαν. Ἀλλὰ τὰ καταστήματα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ συναγωνισθῶσι μὲ τὰ ἀγγλικά, διότι εἶναι ἠναγκασμένα νὰ πληρόνωσι φόρον ἐξαγωγῆς ἐνταῦθα καὶ εἰσαγωγῆς εἰς τὴν Τουρκίαν. Ὑπάρχει λοιπὸν ὁ αὐτὸς λόγος καὶ ἐνταῦθα νὰ ἐπιστρέφηται τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω ὡς προσθήκην εἰς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ ἐπιστροφῆς τοῦ φόρου τῆς ζακχάρεως ἐν Νάξῳ, πρότασιν ἐν εἴδει τροπολογίας, καὶ τὴν πρότασίν μου αὐτὴν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ νὰ τυπωθῇ, ὅπως συζητηθῇ μετὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου.
§7ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§8ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Γνωρίζετε, πιστεύω, κύριοι, ὅτι ὁ ἀοίδιμος συμπολίτης ἡμῶν Τριανταφυλλίδης κατέλιπε σπουδαῖον κεφάλαιον μέχρις 1,000,000, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ πρός τι σπουδαῖον ἔργον εἰς τὸ Κράτος, καὶ διέταξε νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ τούτου ἡ Σύγκλητος τοῦ Πανεπιστημίου. Ἡ Σύγκλητος δὲ ἀπεφάνθη νὰ διατεθῇ πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ προαγωγὴν τῆς γεωργίας, διὰ συστάσεως πρακτικῶν γεωργικῶν σχολῶν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἄχρι τοῦδε οὐδὲν διέπραξε. Συνεπεία ἀναφορᾶς τῶν συγγενῶν τοῦ μακαρίτου εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ἐπιτροπὴ, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη, ὑπέβαλε πρότασιν, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἔχετε εἰς χεῖρας. Δὲν ἀμφισβητῶ, κύριοι, ὅτι σήμερον ἀσχολεῖσθε ἐπὶ μεγάλα καὶ σπουδαῖα, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι καὶ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο εἶναι ἄξιον τῆς ἐπιμεμελημένης μερίμνης ἡμῶν, ἓν μὲν διότι φρονῶ, ὅτι ἔχομεν καθῆκον ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι σεβόμεθα τὰς διατάξεις τῶν τοιούτων διαθετῶν, δεύτερον δὲ κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε ὅτι καὶ ἄλλων ἀπολειπόμεθα, ἰδίως ὅμως τῆς γεωργίας, γνωρίζετε δὲ ὅτι ὁ μέγας οὗτος κλάδος τῆς παραγωγῆς χρῄζει πεφροντισμένης μελέτης, ἤδη δὲ ὑπάρχει ὁπωσδήποτε καὶ ἓν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον πρὸς τοῦτο ἐδωρήθη. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν ὅπως ἀποφασίσῃ, ἵνα οἱ τόκοι τοῦ κεφαλαίου χρησιμοποιηθῶσι πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἀποκλειστικῶς καὶ νὰ παρακληθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ ἀμέσως νομοσχέδιον.
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀσχολούμεθα ἐπὶ τούτου καὶ εἶναι ἕτοιμον.
§10ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Τόσῳ τὸ καλλίτερον. Καὶ μὴ θαυμάσητε ἂν ἐπιμένω, ἀποδειλιῶν, ὅτι ἕνεκα τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, ἐνδεχόμενον εἶναι καὶ ἡ μικροτέρα βραδύτης νὰ ματαιώσῃ καὶ τὰς καλλιτέρας διαθέσεις τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ θερμῶς νὰ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐντὸς τῆς παρούσης ἑβδομάδος.
§11ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ὅπως οἱ τοῦ κληροδοτήματος τόκοι χρησιμεύσωσι πρὸς σύστασιν γεωργικῶν πρακτικῶν σχολῶν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ὑπουργός εἶπεν ὅτι θὰ φέρῃ νομοσχέδιον. Πῶς σήμερον θ’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἄνευ συζητήσεως;
§13ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριοι, δοθείσης ἀφορμῆς ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ προλαλήσαντος περὶ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ μακαρίτου Τριανταφυλλίδου, διὰ τὸ ὁποῖον ἄφησεν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Συγκλήτου τὸν προορισμὸν αὐτοῦ, παρατηρῶ, ὅτι ἔχομεν καὶ ἄλλα πολλὰ περὶ τῶν ὁποίων πρέπει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ, νομίζω δὲ ὅτι εἶναι πρέπον νὰ μᾶς δώσῃ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν μίαν σημείωσιν τῶν διαθετῶν καὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν ὑφισταμένων κληροδοτημάτων, τὰ ὁποῖα εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἀποτελοῦσι περιουσίαν πλέον τῶν 3½ ἑκατομμυρίων, ἴσως καὶ 4, ἔχει δὲ πρόσοδον περὶ τὰς 300 χιλιάδας δραχμῶν· ἐνῷ δὲ σήμερον ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι τόσῳ ἐλλειπὴς, πρέπει νὰ μάθωμεν τί γίνονται αὐταὶ αἱ 300,000, διότι νομίζω ὅτι ἠδύνατο νὰ συντρέχωσιν εἰς τὴν παιδείαν τοῦ Κράτους καὶ νὰ μὴ ἐξοδεύωνται ἐδῶ καὶ ἐκεῖ ἀπέναντι τοῦ καλοῦ προτιμητέον εἶναι τὸ γενικώτερον καλόν. Ἔχομεν, κύριοι, τὸ κληροδότημα τοῦ Βαρβάκη, τὸ ὁποῖον εἶναι ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον· εἶχεν ὁρίσει ὁ διαθέτης νὰ δαπανηθῶσιν 150,000 δραχ. πρὸς ἀνέγερσιν καὶ συντήρησιν ἑνὸς Λυκείου, ἐκ δὲ τοῦ περισσεύματος νὰ ἐξαγοράζωνται αἰχμάλωτοι, ἀλλὰ τώρα δὲν ἔχομεν αἰχμαλώτους καὶ δύναται καὶ αὐτὸ νὰ συντρέχῃ εἰς τὴν παιδείαν· ἤδη δὲ ἀκανονίστως δαπανῶνται καὶ ταῦτα ὡς καὶ τὰ ἄλλα κληροδοτήματα, καὶ δέον νὰ ἐπέλθῃ εἷς κανονισμὸς αὐτῶν πρὸς χρῆσιν τῆς δημοσίου παιδείας, ὅπερ θέλει φέρει τὴν ἐλάττωσιν καὶ πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§14ΜΙΛΗΣΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Γινώσκει ἡ Βουλὴ, ὅτι κατὰ τὸ 1869 συνετάχθη ἀκριβὴς ἔκθεσις περὶ τῶν κληροδοτημάτων ἀπὸ τὸν κ. Λεβίδην καὶ ἐτυπώθη. Ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ μάθῃ ἔκτοτε τὸ ποσὸν, εἶναι εὔκολον πρᾶγμα, διὰ νὰ πεισθῇ καὶ ὁ κ. Καλλιφρονᾶς, ὅστις ἀπορῶ πῶς δὲν ἐπείσθη ὅτε διεύθυνε τὸ ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, περὶ τῆς διαθέσεώς των· θέλει δὲ μάθει, ὅτι τὰ κληροδοτήματα δὲν διατίθενται εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν ἀλλὰ διατίθενται σύμφωνα πρὸς τὴν θέλησιν τῶν διαθετῶν.
§15ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Οὐδόλως ἀντιλέγω τοῦ νὰ προσαγάγῃ ἡ Κυβέρνησις κατάλογον ἀκριβῆ τῶν κληροδοτημάτων καὶ νὰ φέρῃ ἡ Βουλὴ τὴν γνώμην της περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐπ’ ἀγαθῷ καὶ ὠφελίμῳ χρήσεως αὐτῶν καὶ ὅπως μὴ δίδηται ἐδῶ καὶ ἐκεῖ οὐδὲ ποσοστὸν ἐκ τῶν τόκων, διότι ἄλλως ἀπομακρυνόμεθα ἀπὸ τὸν σκοπὸν τῶν διαθετῶν· ὡς πρὸς τὸ κληροδότημα ὅμως, περὶ τοῦ ὁποίου ἔλαβα τὴν τιμὴν νὰ λαλήσω, διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Καλλιφρονᾶν, διότι ἐδῶ ἔχομεν ὡρισμένην τὴν χρῆσιν, διότι ἀπεφάσισεν ἡ Σύγκλητος ὅπως τὸ κεφάλαιον μετὰ τῶν τόκων χρησιμεύσῃ πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ προαγωγὴν τῆς γεωργίας, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ἐπιδιώξητε τὴν ἀκριβῆ αὐτοῦ ἐκτέλεσιν. Εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἔχει ἕτοιμον νομοσχέδιον, παρακαλῶ ὅμως ὑμᾶς, ἐπειδὴ ὀλίγος χρόνος μᾶς ὑπολείπεται, νὰ παρουσιασθῇ κατεπειγόντως τὸ νομοσχέδιον ἐντὸς τῆς παρούσης ἑβδομάδος· ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν προλαλήσαντα, διότι δυστυχῶς τῶν κληροδοτημάτων γίνεται χρῆσις καὶ εἰς ἄλλας ἀνάγκας καὶ παραβιάζεται οὕτως ὁ σκοπὸς τῶν διαθετῶν.
§16ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν μετὰ τοῦ φίλου καὶ συναδέλφου μου Ἰωάννου Μαυρομιχάλη ἔρχομαι νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ προνομίου, τὸ ὁποῖον τὸ ἄρθρον 82 τοῦ Συντάγματος ἀπονέμει εἰς αὐτὴν, καὶ ὑπὲρ τῶν κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ ε. ε. ἐπὶ δωροδοκίᾳ καταδικασθέντων καὶ εἰς τὰς φυλακὰς ἔτι διατελούντων δύω πρῴην ὑπουργῶν Ἰωάννου Βαλασσοπούλου καὶ Βασ. Νικολοπούλου. Τὸ ἄρθρον 82 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει τὰ ἑπόμενα· «ὁ Βασιλεὺς δύναται ν’ ἀπονείμῃ χάριν εἰς ὑπουργὸν καταδικασθέντα κατὰ τὰς ἀνωτέρω διατάξεις μόνον ἐπὶ τῇ συγκαταθέσει τῆς Βουλῆς». Δι’ ἀποφάσεως τῆς 31 Μαρτίου ε. ε. οἱ δύω αὐτοὶ πρῴην ὑπουργοὶ κατεδικάσθησαν ἐπὶ δωροδοκίᾳ, ὁ μὲν εἰς φυλάκισιν δώδεκα μηνῶν καὶ εἰς στέρησιν προσωρινὴν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, ὁ δὲ εἰς φυλάκισιν μηνῶν δέκα. Ἡ ἀπόφασις ἐξετελέσθη ἀμέσως, καὶ ὡδηγήθησαν οἱ καταδικασθέντες εἰς τὰς φυλακὰς ἔκτοτε. Σήμερον ἀπομένουσιν εἰς μὲν τὸν ἕνα τεσσαράκοντα ἡμέραι, εἰς δὲ τὸν ἄλλον μῆνες τρεῖς καί τινες ἡμέραι, ὅπως συμπληρωθῇ ὁλόκληρος ἡ καταγνωσθεῖσα εἰς αὐτοὺς ποινή. Προτείνω λοιπὸν ὅπως ἡ Βουλὴ δώσῃ τὴν συγκατάθεσιν αὐτῆς, ἵνα χαρισθῇ εἰς τοὺς δύω τούτους τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς. Οἱ λόγοι, οἵτινες ὑπηγόρευσαν εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὸν κ. Μαυρομιχάλην νὰ ὑποβάλωμεν τὴν πρότασιν αὐτὴν ἐνώπιον τῶν συναδέλφων μας, εἶναι λόγοι, οἵτινες δὲν ἀντίκεινται εἰς τὴν δικαιοσύνην, συνάμα δὲ εἶναι καὶ λόγοι στηριζόμενοι ἐπὶ εὐλόγου ἐπιεικείας. Ὡς γνωρίζετε, ἡ Βουλὴ, παραπέμψασα εἰς δίκην τοὺς δύω ὑπουργοὺς τούτους, ἐχαρακτήρισε τὰς πράξεις αὐτῶν ὡς ἔγκλημα· συνεπῶς διέταξε καὶ ἐξετέλεσε τὴν προφυλάκισιν αὐτῶν. Τὸ εἰδικὸν δικαστήριον ἀνεγνώρισεν ὡς ἀκριβῶς ἐκτεθείσας ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ ἡμῶν πάσας τὰς ἀποδοθείσας εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τούτους πράξεις, ἀπέσχεν ὅμως νὰ χαρακτηρίσῃ ταύτας ὡς ἐχαρακτήρισεν αὐτὰς ἡ Βουλή. Τὸ Εἰδικὸν δικαστήριον ἐχαρακτήρισε ταύτας ὡς ἁπλῆν δωροδοκίαν καὶ ἐπέβαλεν ἐπομένως τὰς ποινάς, ἃς ὁ ποινικὸς νόμος ἐπὶ τῆς ἁπλῆς δωροδοκίας ὁρίζει. Τὸ δεδικασμένον εἶναι σεβαστόν· ὀφείλομεν δὲ νομίζω πρῶτοι ἡμεῖς νὰ δείξωμεν σεβασμὸν πρὸς αὐτὸ καὶ νὰ τὸ θεωρήσωμεν ἀνεξέλεγκτον, παραδεχόμενοι, ὅτι πράγματι ἡ πρᾶξις δὲν ἔφερε τὸν χαρακτῆρα ἐγκλήματος, ἀλλὰ πλημμελήματος.
§17ΡΟΥΚΗΣ. Ἔχει καί τι τὸ ἱπποτικόν.
§18ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐὰν ἤδη προσθέσητε τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν πέντε μηνῶν, ὅπερ διῆλθον οἱ δύω καταδικασθέντες ὑπουργοὶ ἐν ταῖς φυλακαῖς ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς φυλακίσεως αὑτῶν, τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τῆς καταδίκης των μέχρι σήμερον, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὸ χρονικὸν διάστημα, ὅπερ διῆλθον ἐν ταῖς φυλακαῖς, εἶναι κατὰ πολὺ ἀνώτερον τοῦ χρονικοῦ διαστήματος τῆς φυλακίσεως, ἥτις ἐπεβλήθη εἰς αὐτοὺς διὰ τῆς ὁριστικῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως. Ὁ νόμος τοιουτοτρόπως ἱκανοποιήθη καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ ἡ Βουλὴ ἐδικαιώθη. Καθ’ ἣν δὲ ἐποχὴν συζητοῦμεν τὸ ζήτημα τῆς ἐπ’ ἐγγυήσει ἀπολύσεως καὶ δι’ ἐγκλήματα ἀκόμη, ὅλοι δὲ νομίζω, ὅτι ἐσμὲν σύμφωνοι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ....
§19ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§20ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐπὶ τέλους, καθ’ ἣν ἐποχὴν ζητοῦμεν νὰ εἰσάξωμεν ὁπωσδήποτε τοιαύτην τινὰ διάταξιν, ἥτις καὶ ἀλλαχοῦ ὑπάρχει, καὶ θὰ ἔχῃ βεβαίως πολὺ ὠφέλιμα ἀποτελέσματα, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀρνηθῶμεν νὰ δώσωμεν μίαν πρακτικὴν ἐφαρμογὴν ἐπὶ περιστάσεως, ἥτις ἐξαρτᾶται καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπὸ ἡμᾶς. Ἐὰν σήμερον ἡ Βουλὴ ἐκφέρῃ τὴν συγκατάθεσίν της ὅπως χαρισθῇ παρὰ τοῦ Στέμματος εἰς τοὺς δύω αὐτοὺς ὑπουργοὺς τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς, νομίζω, ὅτι δὲν ἀντίκειται τοῦτο εἰς τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς αὐστηρᾶς δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος, ὅστις μὲ ἔπεισεν ἔτι μᾶλλον νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἰδέαν ταύτην. Καθ’ ὅλην τὴν μακρὰν διαδικασίαν τῆς ἐπὶ δωροδοκίᾳ δίκης, εἰς ἣν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρασταθῶ ὡς εἷς τῶν ἐπιτρόπων τῆς Βουλῆς τῶν κληθέντων νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν κατηγορίαν, ἐπείσθην, ὅτι δὲν εἶναι μόνοι οἱ δύω καταδικασθέντες ὑπουργοί, οὔτε οἱ συνεργοὶ αὐτῶν οἱ ἐπίσης καταδικασθέντες πολῖται, οἵτινες ὑπῆρξαν οἱ μόνοι ἔνοχοι τοῦ ἐγκλήματος αὐτοῦ τῆς δωροδοκίας· ὑπῆρξαν καὶ ἄλλοι, οἵτινες οὔτε κατηγορήθησαν οὔτε κατεδικάσθησαν. Ἰδίως δὲ οἱ Ἐπίσκοποι, ἀπὸ τῶν ὁποίων, ἕνεκα τοῦ σχήματος τοῦ ἁγίου, τὸ ὁποῖον φέρουν, ἡ κοινωνία καὶ ἡ πολιτεία ἔχουσι δικαίωμα νὰ διεκδικῶσιν ἀπαιτήσεις αὐστηροτέρας, ἐπὶ ἠθικότητι καὶ αὐστηρότητι, δὲν κατεδικάσθησαν εἰς τὴν ποινὴν τῆς φυλακίσεως, διότι καὶ ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει τὸ τοιοῦτον· ἔτι δὲ μᾶλλον σήμερον ὅτε ἡ ἀνωτάτη ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ ζητεῖ νὰ τοὺς λάβῃ ὑπὸ τὴν σκέπην αὑτῆς καὶ νὰ σταματίσῃ τὰς συνεπείας τῆς καταδίκης των, (θόρυβος) προσπαθοῦσα ν’ ἀποδώσῃ αὐτοὺς ἁγνοὺς καὶ ἀκεραίους εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Μᾶλλον ἔνοχοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες ὤφειλον νὰ ἦναι ὁ τύπος τῆς ἁγνότητος καὶ οἱ διδάσκαλοι τῆς ἠθικῆς, ἢ οἱ ἐνοχοποιηθέντες λαϊκοί. Νομίζω λοιπόν, ὅτι, κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς ἐπιστήμης, δὲν πρέπει τὸ βάρος νὰ πέσῃ εἰς δύω μόνον πρόσωπα, καὶ μάλιστα ὅταν ὁ νόμος ἱκανοποιήθη καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ ὅταν τὰ δύω αὐτὰ πρόσωπα ἐπὶ τόσον μακρὸν χρόνον διαμένωσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς. Ἡ Βουλή, ἥτις καθ’ ὅλην τὴν μακρὰν καὶ πολύπλοκον αὐτὴν ὑπόθεσιν τῆς καταδιώξεως τῶν ὑπουργῶν τοῦ 1874 ἀπέδειξε πνεῦμα ἐπιεικείας, μετριοπαθείας καὶ ὑπεροχῆς, προβᾶσα νὰ παραιτηθῇ μάλιστα καὶ κατηγορίας ἐν τῷ συνόλῳ πολὺ δεινοτέρας κατηγορίας αὐτῆς, διότι αἱ ἐκλογικαὶ παραβάσεις κατ’ οὐσίαν ἐξεταζόμεναι εἶναι βεβαίως πολὺ σοβαρώτεραι, (θόρυβος) νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θ’ ἀνταποκριθῇ πληρέστατα πρὸς τὸ παρελθὸν αὑτῆς, ἐὰν ἀπὸ τῆς σήμερον δώσῃ τὴν συγκατάθεσίν της, ὅπως τὸ Στέμμα ἀσκήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος ὑπὲρ τῶν δύω εἰσέτι κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς ὑπουργῶν.
§21ΡΟΥΚΗΣ. Ἄν καὶ ἦμαι ἐναντίος σφόδρα κατ’ ἀρχὴν αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἐπροτείνετε, σᾶς λέγω ὅμως τὸ ἑξῆς πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον πιστεύω, ὅτι θὰ συμβῇ, ἐὰν δοθῇ ἡ χάρις εἰς τὸν Νικολόπουλον καὶ Βαλασόπουλον καὶ δὲν τὴν δεχθοῦν καὶ πρέπει νὰ τὸ κάμουν νὰ μὴ καταδεχθοῦν νὰ τὴν λάβουν....
§22ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὸ τοιοῦτον δὲν ἀφαιρεῖ οὐδὲν ἀπὸ τῆς ἀξίας τῆς πράξεως τῆς Βουλῆς.
§23ΡΟΥΚΗΣ. Εἶναι ἄξιον τῆς Βουλῆς νὰ προτείνῃ τι ὑπὲρ ἀνθρώπων καταδικασθέντων διὰ τοιοῦτον ἔγκλημα;
§24ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὡς συμπέρασμα ὑποβάλλομεν ἐγὼ καὶ ὁ κύριος Ι. Μαυρομιχάλης τὴν ἑξῆς πρότασιν· «Ἡ Βουλή, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 82 τοῦ Συντάγματος, συγκατατίθεται ἵνα ἀπονεμηθῇ χάρις διὰ τὸ ὑπόλοιπον τῆς ποινῆς εἰς τοὺς ἐπὶ δωροδοκίᾳ καταδικασθέντας πρώην ὑπουργοὺς Ἰω. Βαλασσόπουλον καὶ Β. Νικολόπουλον.»
§25ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Πότε τελειώνει ἡ ποινὴ τοῦ κ. Νικολοπούλου;
§26ΦΙΛΗΜΩΝ. Μετὰ 40 ἡμέρας.
§27ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὄχι, εἰς τὸ τέλος τοῦ μηνός· περὶ δέκα ἡμερῶν πρόκειται.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ συζητήσωμεν σήμερον· θὰ τυπωθῇ.
§29ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§30ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἔχω ἔνστασιν ἀπαραδέκτου κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης. Δὲν θὰ συζητήσω, κύριοι, κατ’ οὐσίαν τὸ ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει ἡ πρότασις τῶν ἐντίμων συναδέλφων, οὔτε θὰ ὑπομνήσω αὐτοῖς, ὅτι δὲν πρόκειται ἤδη περὶ ἐγκλήματος πολιτικοῦ, ἀλλὰ περὶ ἐγκλήματος κοινοῦ, ἐκ τῶν εἰδεχθεστέρων μάλιστα κοινῶν ἐγκλημάτων· οὔτε ἔχουν ἀνάγκην οἱ ἔντιμοι συνάδελφοί μου νὰ συζητήσω μετ’ αὐτῶν περὶ τοῦ μέτρου τῆς ποινῆς, τὴν ὁποίαν τὸ δικαστήριον ἐπέβαλεν, ἢ νὰ ὑπομνήσω εἰς αὐτοὺς, ὅτι τὸ δικαστήριον, τὴν ποινὴν αὐτὴν ἐπιβάλλον, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὴν προφυλάκισιν, τὴν ὁποίαν ὡς ὑπόδικοι ὑπέστησαν. Κατὰ τῆς προτάσεώς των ὅμως αὐτῆς, νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ὑποβάλω, ὡς εἶπον, ἀπαραδέκτου ἔνστασιν. Τὸ ἄρθρον 82 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει ἀληθῶς, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δύναται ν’ ἀπονείμῃ χάριν εἰς ὑπουργοὺς καταδικασθέντας, ἐπὶ τῇ συγκαταθέσει ὅμως τῆς Βουλῆς. Προδήλως, κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ἡ πρωτοβουλία τῆς ἀπονομῆς χάριτος δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν τὴν πρωτοβουλίαν ταύτην ἡ Βουλὴ θελήσῃ ν’ ἀντιποιηθῇ, ἀρνεῖται τὴν ὕπαρξιν τοῦ Βασιλικοῦ προνομίου τῆς χάριτος. Ὁ Βασιλεὺς εἰς πᾶσαν περίστασιν δύναται ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ τοῦ ὑπουργοῦ νὰ χορηγῇ χάριν· προκειμένου ὅμως περὶ ὑπουργῶν, δὲν δύναται ἐὰν δὲν συγκατατεθῇ πρὸς τοῦτο ἡ Βουλή. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν μόνον συγκατάθεσιν χορηγεῖ. Πρὶν ὅμως εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθῇ πρότασις τοιαύτη παρὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἡ Βουλή, νομίζω, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκφράσῃ ἐκ τῶν προτέρων τὴν συγκατάθεσίν της, ἀφ’ οὗ δὲν ἔχει πρότασιν ἐφ’ ἧς νὰ συγκατατεθῇ. Θεωρῶ λοιπὸν δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀπαράδεκτον τὴν προκειμένην πρότασιν, μέχρις ὅτου ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία φέρῃ πρότασιν περὶ χάριτος καὶ ζητήσῃ αὐτὴ τῆς Βουλῆς τὴν συγκατάθεσιν.
§31ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ὁρίζει τὸν τρόπον τῆς συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἐπὶ τοιούτων περιστάσεων καὶ τοιούτων ἄρθρων, ἅτινα ἀφορῶσιν εἰς δικαιώματα καὶ προνόμια τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι μία μόνον εἶναι ἡ ἀκριβής, ἡ εὐρεῖα ἑρμηνεία. Δὲν ὁρίζει τὸ Σύνταγμα, ὅτι πρέπει προηγουμένως ὁ Βασιλεὺς νὰ ἐνεργήσῃ τὴν χάριν καὶ ἀκολούθως ἡ Βουλὴ νὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ. Τοῦτο δὲ μᾶλλον ἤθελεν εἶσθαι περιορισμὸς τοῦ Βασιλικοῦ προνομίου· διότι τότε ἠθέλαμεν προέλθει εἰς σύγκρουσιν. Δὲν θεωρῶ δὲ ὅτι περιέχει προσβολὴν τοῦ δικαιώματος τοῦ Βασιλέως, διότι δὲν ἐπιβάλλομεν εἰς τὸ Στέμμα ν’ ἀπονείμῃ τὴν χάριν, ἀλλὰ ἀναφέρομεν ἐκ τῶν προτέρων τί φρονοῦμεν, ὅπως εὐκολύνωμεν τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ. Ὅτι δὲ τὸ Σύνταγμα δὲν ὁρίζει τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ ἐκφέρωμεν τὴν ἰδέαν μας, δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ ᾖναι περιορισμός. Συνεπῶς ἡ ἰδέα τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς ἡμετέρας προτάσεως δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ.
§32ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἐκτὸς τῶν οὐσιαστικῶν λόγων, αὐτὴ ἡ γραμματικὴ ἑρμηνεία τοῦ Συντάγματος ἡ ἀνεπίδεκτος οἱασδήποτε ἐξηγήσεως εἶναι ἐναντία τῆς προτάσεως τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μας. Τὸ Σύνταγμα ῥητῶς λέγει συγκαταθέσει. Ἡ συγκατάθεσις δίδοται ἐπὶ προηγουμένης δοθείσης γνώμης, ἄλλως ἡ πρόθεσις σὺν δὲν ἔχει καμμίαν ἔννοιαν. Ὅταν λοιπὸν ἡ Βουλὴ πρόκηται νὰ συγκατατεθῇ εἰς μίαν πρότασιν, ἡ πρότασις αὕτη πρέπει νὰ ὑποβληθῇ πρῶτον εἰς αὐτήν. Ἕνεκα λοιπὸν τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ἀνεπτύχθησαν πρίν, καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἀναμφισβητήτου γραμματικῆς ἑρμηνείας τοῦ Συντάγματος, δὲν δύναται παρὰ νὰ θεωρηθῇ ἀπαράδεκτος ἡ πρότασις τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν.
§33ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μίαν διασάφησιν νὰ λάβω· ὁ ἀξιότιμος προτείνων τὴν πρότασιν εἶπεν, ὅτι συγκινεῖ, διότι καὶ οἱ Ἐπίσκοποι ἔλαβον τρόπον τινὰ τὴν χάριν· ἠθέλησε νὰ δείξῃ ὅτι ἐτελείωσε τὸ ζήτημα τῶν Ἐπισκόπων;
§34ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὄχι.
§35ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν δὲν ἀπεφάνθη ἀκόμη ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος.
§36ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὄχι.
§37ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μίαν ἄλλην ἀπορίαν. Παρεκτὸς αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εἶπον οἱ προαγορεύσαντες, ὅτι ἡ χάρις ἀνήκει τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ Βασιλέως εἰς τὰς Κυβερνήσεις, μίαν ἄλλην σκέψιν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Πρόκειται περὶ κοινοῦ ἐγκλήματος, περὶ δωροδοκίας. Ἐάν, ἀφοῦ ἡμεῖς ἀποφανθῶμεν, οἱ δὲ ὑπουργοὶ στοχασθῶσιν, ὅτι δὲν πρέπει αὐτοὶ νὰ κάμουν αὐτὸ τὸ βῆμα καὶ νὰ προτείνωσι χάριν, ἢ ἂν ὁ Βασιλεὺς στοχασθῇ καὶ ἐκεῖνος, ὅτι πρέπει νὰ σταματήσῃ, εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῶμεν ἡμεῖς, εἰς ποίαν θέσιν θὰ θέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Βασιλέα; Ὀρθότατον λοιπὸν εἶναι, ὅτι πρέπει πρῶτον ν’ ἀποφανθῇ ἡ Κυβέρνησις.
§38ΖΩΧΙΟΣ. Δύω παλαιοί μας συνάδελφοι ὠλίσθησαν, ἡ χεὶρ τῆς δικαιοσύνης τοὺς ἔψαυσε, τί ἀνακινεῖται τὴν κόνιν των; δὲν τοὺς ἀφίνετε ἡσύχους; Πρό τινων ἐτῶν, κατ’ ἀπόφασιν τῆς αὐτοκρατορικῆς Κυβερνήσεως τῆς Γαλλίας, ἐφυλακίσθησαν πολλοί, παρελθόντος δέ τινος χρόνου, ἠνεῴχθησαν αἱ φυλακαὶ καὶ ἐδόθη ἀμνηστεία· οἱ εὐγενεῖς δὲν κατεδέχθησαν νὰ ἐξέλθουν τῆς φυλακῆς, ἔμειναν μέχρι τῆς συμπληρώσεως τῆς ποινῆς. Διατί θέλετε ν’ ἀδικήσητε αὐτοὺς τοὺς δύω ἀνθρώπους; δὲν καταδέχονται, σᾶς ἀποῤῥίπτουν τὴν χάριν, ἐὰν ᾖναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε συνεδρίαζον μαζῇ μας, οἱ ὁποῖοι ἄλλοτε ἐκυβέρνων τὸν τόπον· τί θέλετε νὰ τοὺς ταπεινώσητε ἔτι μᾶλλον; αὐτοὶ πρεσβεύουν ὅτι ἠδικήθησαν, δεχόμενοι τὴν χάριν, ὁμολογοῦν ὅτι ἥμαρτον. Εἰς τὴν θέσιν των τί ἠθέλατε πράξει; Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἐξηρχόμην τῆς φυλακῆς. Διὰ τοῦτο νομίζω ἡ Βουλὴ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ λησμονήσῃ τὰ λεχθέντα.
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μόνον διότι πρέπει νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν πρέπει νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Βεβαίως τὸ αἴσθημα τὸ ὑπαγορεῦσαν τὴν πρότασιν εἶναι εὐγενές, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἔνστασιν ἰδίως ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ. Ἡ πρότασις πρέπει νὰ ἔλθῃ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, διότι εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις προτείνει καὶ ἡ Βουλὴ δὲν δεχθῇ, ὑπάρχει καὶ ὁ ὑπεύθυνος νὰ τιμωρηθῇ διὰ τὸ λάθος του, ἐνῷ ἐὰν συμβῇ τὸ ἐναντίον ὁ ὑπεύθυνος ἐκλείπει. Διὰ τοῦτο νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ μεταβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§41ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἡ σύμβασις μετὰ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας ἐστάλη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της.
§42ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ, συνεδριάσασα δὶς, ἔφθασεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῇ αὔριον ἢ μεθαύριον.
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐπισπεύσητε.
§44ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων, κύριοι βουλευταὶ, ὅσα ἀπὸ ἡμερῶν ἤδη ἀναγράφονται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, εἶναι καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ προσωρινῆς ἀπολύσεως δι’ ἐγγυήσεως. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κύριοι, προεκλήθη βεβαίως ἐκ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ περισταλῶσι κατὰ τὸ δυνατὸν αἱ τόσον μακραὶ καὶ παρατεταμέναι προφυλακίσεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων σήπονται πολλάκις ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα πολλοὶ τῶν συμπολιτῶν μας, ἐκ τῶν ὁποίων τινὲς μάλιστα ὅλως ἀθῶοι. Καὶ θεωρῶ μὲν βέβαιον, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ἡ ἀνάγκη αὕτη ἀναγνωρίζεται παρὰ πάντων ἤδη· ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ ἐπακριβῶς τὴν ἀνάγκην ταύτην· τὸ μὲν, διότι ἀποκληροῖ πάντας τοὺς μὴ δυναμένους νὰ παράσχωσιν ἐγγυήσεις, δηλ. τοὺς πένητας· τὸ δὲ, καθόσον ἀναφέρεται κυρίως εἰς τὴν ὑποδικίαν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῆς ποινικῆς διαδικασίας, ἤτοι τὸ στάδιον τῆς προδικασίας. Ἀφ’ ἧς ὅμως περατωθῇ ἡ προδικασία, ἀφ’ ἧς κυρίως.....
§45ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ εἶναι οὐσία.
§46ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφ’ ἧς, λέγω, εἰσαχθῇ ἡ ἐγκληματικὴ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τῶν κακουργιοδικῶν, καὶ ὁπόταν δύναται τέλος πάντων νὰ ἐλπίσῃ ὁ δυστυχὴς ὑπόδικος, ὅτι θ’ ἀποφασισθῇ ὁριστικῶς ἡ τύχη αὐτοῦ, αἴφνης ἀνοίγεται ἐνώπιόν του νέον στάδιον ὑποδικίας κατὰ πολὺ εὐρύτερον, καὶ τὸ ὁποῖον πολλάκις τὸν καταστρέφει, τὸν πνίγει, πρὶν ἢ κατορθωθῇ ἡ ὁριστικὴ ἐκδίκασις τῆς κατ’ αὐτοῦ ἐκκρεμοῦς κατηγορίας. Ἐντεῦθεν, ἀπὸ αὐτοῦ τοῦ σταδίου, τοὐτέστι τούτου τῆς φανερᾶς διαδικασίας, ἄρχονται αἱ ἀναβολαὶ, αἱ συνεχεῖς καὶ ἀτελεύτητοι ἀναβολαὶ τῶν δικῶν, αἱ ὁποῖαι οὐσιωδῶς παραβλάπτουσι τὸ κοινωνικὸν συμφέρον, διότι ματαιόνουσι τοὺς κυριωδεστέρους σκοποὺς τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Γνωρίζω δ’ ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπέστησαν ἐνώπιον τῶν κακουργιοδικῶν 10, 15 καὶ πλείονας ἔτι ἀναβολὰς, καὶ ἐὰν ὡς πρὸς τοῦτο κατ’ ἐλάχιστον ἀμφιβάλλετε, δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν εὐσυνείδητον μαρτυρίαν τῶν ἐκ Γόρτυνος κ. κ. βουλευτῶν, ὅτι δίκη τις Γορτυνιακὴ διατρέχει ἤδη τὸ ἕβδομον ἔτος τῆς ὑποδικίας, ὑποστᾶσα οὐχὶ 10, ἢ 15, ἀλλ’ 25 ἀναβολὰς καὶ ταύτας δὲ μέχρι τοῦδε.
§47ΛΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο δυστυχῶς εἶναι ἀληθέστατον.
§48ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐὰν ᾖ ἀληθὲς καὶ ἀναμφισβήτητον, ὅτι καταφανεστάτη αἰτία τῆς διὰ τῶν ἀναβολῶν παρατεινομένης οὕτως ὑποδικίας, αὐτῆς τῆς φοβερᾶς καὶ ἀκατονομάστου τιμωρίας τόσων ἀτόμων καὶ τόσων ἀθώων οἰκογενειῶν, αἵτινες ἀπ’ αὐτῶν ἤρτηνται, εἶναι ἡ λειπομαρτυρία, εἶναι ἐξίσου ἀληθὲς, ὅτι ἡ λειπομαρτυρία προέρχεται ἐκ τῆς ἀτιμωρησίας, ἣν ὑποθάλπει ἡ ἐλαττωματικότης τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ λειπομαρτύρων, ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλω παρεξηγηθῆ παρ’ οὐδενὸς, ὅτι προτίθεμαι ἤδη, ἀπευθυνόμενος ἰδίᾳ εἰς τὴν φιλανθρωπίαν καὶ τὴν εὐαισθησίαν σας, νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν συναίνεσίν σας ὅπως ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἡ ὀλιγοσύλλαβος πρότασίς μου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου τούτου.
§49ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§50ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον ἐκ τῶν προτέρων τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλετε στέρξει εἰς τοῦτο.
§51ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.
§52ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ, ὅτι ὑμεῖς, οἱ τοσαύτην ἐπιδείξαντες πάντοτε μέριμναν καὶ στοργὴν ὑπὲρ ἄλλων δικαιωμάτων ἥττονος ἀξίας, θέλετε φανῆ σήμερον ψυχροὶ καὶ ἀδιάφοροι πρὸς τὸ ὑπέρτατον ὅλων τῶν δικαιωμάτων.
§53ΤΙΝΕΣ. Καλὰ, καλά.
§54ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐντεῦθεν ἐξ αὐτῆς τῆς εὐμενείας ὑμῶν ἐνθαῤῥυνόμενος Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπισπεύσητε προσέτι καὶ εἰς τὴν κατὰ προτίμησιν συζήτησιν τῆς προτάσεώς μου ταύτης. Ἔχοντες ἐπὶ πλέον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν προστίθενται διὰ τῆς προτάσεως ταύτης ἢ δύο μόνον λέξεις εἰς τὸν ὑπάρχοντα νόμον, αἵτινες καθιστῶσι δεκτικὴν ἐπιμετρήσεως καὶ ἐφαρμογῆς τὴν ὑπ’ αὐτοῦ ὁριζομένην ποινὴν, καὶ ὅτι δὲν ἀπαιτοῦνται διὰ τῆς συζήτησίν της πλείω, ἴσως δὲ καὶ ὀλιγώτερα τῶν πέντε δευτερολέπτων καὶ εἰς τὰς τρεῖς ἑπομένας συνεδριάσεις ἡμῶν.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐγγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἡ πρότασις περὶ λειπομαρτύρων.
§56ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν τέλος πάντων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν.
§58ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρὸ τούτου, κύριοι, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1875, διότι εἴμεθα εἰς τὰ μέσα τοῦ Δεκεμβρίου καὶ ἡ χρῆσις ἐτελείωσε τὸν Σεπτέμβριον, καθὼς ἐπίσης καὶ προσωρινὴν κατάστασιν τῆς διαχειρίσεως τῶν ἕνδεκα μηνῶν. Συγχρόνως ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι ἐπλησίασαν αἱ ἑορταὶ καὶ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἶναι πλεῖστα νομοσχέδια, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν φορολογικῶν νόμων, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ εἰς ἡμᾶς καμμία εὐθύνη, διότι αἱ ἑορταὶ ἔφερον δυσκολίας εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῶν συζητήσεων.
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἀκολουθῶν τὰς παρατηρήσεις τοῦ προλαλήσαντος, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ προτάξῃ τὴν συζήτησιν τῶν φορολογικῶν νόμων, καὶ ἐπειδὴ ἐλπίζω ὅτι συντόμως αὔριον ἢ μεθαύριον θὰ εἰσαχθῇ καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§60ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐργασθῇ συντόνως καὶ μετὰ μεγαλειτέρας ἐπιμονῆς, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θέλει καταβάλει τοιαύτην ἐπιμονὴν ὥστε ἐγκαίρως νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, διότι πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν τάξιν· ἀλλὰ πρὸ πάντων παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προτάξῃ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, διὰ νὰ ἔχωμεν αὐτοὺς τοὺς νόμους.
§62ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ εὐηρεστήθη νὰ μοὶ ἀναθέσῃ τὴν διεύθυνσιν τῶν συνεδριάσεών της, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω μετὰ λύπης, ὅτι τινὰ τῶν μελῶν ὄχι ἐκ προθέσεως, ἀλλ’ ἕνεκα βεβαίως ἄλλων λόγων βραδύνουν νὰ προσέλθουν. Παρακαλῶ λοιπὸν ὅλα τὰ μέλη νὰ προσέρχωνται τακτικῶς, καὶ ἐὰν τοῦτο γείνῃ, ἔστω βεβαία ἡ Βουλὴ ὅτι θέλει ἔχει ἐντὸς τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν τὴν ἔκθεσιν. Ἐὰν βραδύνῃ ἡ ἐπιτροπὴ, τότε καὶ ἡ σύνταξις τῆς ἐκθέσεως ἠμπορεῖ νὰ βραδύνῃ, ἀλλὰ παρακαλῶ τὰ μέλη νὰ προσέρχωνται τακτικῶς, καὶ ἡ ἔκθεσις θὰ ᾖναι τάχιστα περαιωμένη.
§63ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὡς πρὸς δὲ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον διὰ πολλὰς αἰτίας. Ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἀναγκαιότατος καὶ ἀπαιτεῖ αὐτὸν ὁ τόπος καὶ ἡ Βουλή· ἀλλὰ συγχρόνως τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ εἶναι τόσον σπουδαῖον καὶ δύσκολον, ὥστε δεῖται μεγάλης μελέτης καὶ πολλῶν κόπων, ἀπόδειξιν δ’ ἔχομεν τὴν Εὐρώπην, ἡ ὁποία, ἂν καὶ καταγίνηται ἀνενδότως νὰ κατορθώσῃ νὰ κάμῃ νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, δὲν τὸ κατώρθωσεν εἰσέτι. Ἐὰν δὲ θελήσῃ τις νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, πλὴν τῆς σπουδαιότητος τοῦ ἀντικειμένου, ἀπαντᾷ τὰς ἑξῆς δυσκολίας· πρῶτον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως σύγκειται ἐξ ἄρθρων 61, τὸ δὲ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου παρουσίασεν ἐξ ἄρθρων 192, τὸ ὅλον τῶν ἄρθρων 253· βεβαίως ὡς τὸ ἓν ἔχει τὴν ἀξίαν του τοιουτοτρόπως καὶ τὸ ἕτερον, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν ἐννοεῖ νὰ μὴ συζητήσῃ καὶ τὰ 253 ἄρθρα. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὴν Βουλήν, ἐὰν νομίζῃ ὅτι τὸ ἔργον αὐτὸ ἠμπορῇ τόρα νὰ καταρτισθῇ, ἀφοῦ ὑπὸ τοιούτους ὅρους τὸ φέρουν. Δὲν εἶμαι, κύριοι, ὑπὲρ τῆς ἰδέας τῆς ἀναβολῆς, ἐξ ἐναντίας εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἰδέας τῆς ἐπισπεύσεως· νομίζω δὲ ὅτι ἠμπορούσαμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἐκτεταμένου τούτου ἔργου καὶ νὰ ἐπιχειρήσωμεν πρᾶξιν τὴν ὁποίαν εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ περαιώσωμεν ἤδη· νομίζω ὅτι ἐπαρκὲς εἶναι καὶ συνετώτερον νὰ ψηφίσωμεν διατάξεις αἱ ὁποῖαι νὰ ἱκανοποιῶσι τὰς ἀνάγκας, νὰ ἀναπληρῶσι τὸ κενόν, καὶ αἱ ὁποῖαι νὰ ᾖναι ἐπαρκεῖς μέχρις οὗ καταρτισθῇ ὁ νόμος καλλίτερα. Ἔχομεν ἐκ τοῦ Συντάγματος δύω ἄρθρα τὰ 80 καὶ 81, λείπει δὲ ἕνας νόμος ὁ ὁποῖος αὐτὰ τὰ δύω ἄρθρα νὰ τὰ θέτῃ εἰς ἐνέργειαν, ἀλλ’ αὐτὰ τὰ ἄρθρα θέλουν εὐκολύνει τὴν ἐκτέλεσιν. Τοιοῦτος νόμος φρονοῦμεν εἶναι εὐκολώτατον νὰ γείνῃ, διότι εἶναι ἔργον συντομώτατον, συνέταξα δὲ ὀκτὼ ἄρθρα τὰ ὁποῖα, νομίζω, ἀναπληροῦν ὅλας τὰς ἀνάγκας. Βεβαίως δὲν θέλουν ἔχει τὴν τελειότητα ἑνὸς ὁριστικοῦ νόμου περὶ εὐθύνης, ἀλλὰ δὲν ἔχουν καὶ τὸ προσὸν νὰ ματαιώσωσι τὸν ὁριστικὸν νόμον ἢ νὰ τὸν ἀναιρέσωσι, τὸν ὁποῖον ἐν ἀνέσει δυνάμεθα νὰ καταρτίσωμεν, καὶ δὲν θέλομεν μείνει. Θέλω ὑποβάλλει αὐτὰ ἐντὸς τῆς ἡμέρας εἰς τὸ Σῶμα, καὶ ἂν τὸ Σῶμα θὰ τὰ νομίσῃ ἄξια συζητήσεως, τότε νομίζω ὅτι πρακτικῶς θέλει σκεφθῆ ἡ Βουλὴ καὶ θέλει πράξει.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις.
§65ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§66ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Παρεπέμψαμεν ἓν ὑπουργεῖον καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο μηδὲν, διότι δὲν ὑπῆρχε νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Ἐὰν περιμένωμεν, καθὼς λέγει ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, δὲν ἠξεύρω ἕως πότε θὰ περιμένωμεν· ὥστε πρέπει νὰ συζητηθῇ σήμερον.
§67ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐντὸς τῆς ἡμέρας.
§68ΤΙΝΕΣ. Ἐντὸς τῆς ἡμέρας, εἶπεν.
§69ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Ἡ Συνέλευσις ἐνετείλατο εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς καταρτισμὸν νομοσχεδίου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Ἐνθυμοῦμαι δὲ ὅτι ὁσάκις συνέπεσεν ὁ σεβαστὸς νῦν πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου, ἐθεώρησεν αὐτὸν τὸν νόμον κατεπείγοντα, μολονότι παρῆλθον 14 ἔτη ἔκτοτε καὶ τρεῖς προεδρεῖαι τοῦ σεβαστοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀκόμη δὲν ἔγεινε τίποτε. Ἐκτιμῶ βεβαίως πολὺ τοὺς λόγους τοῦ κ. Δεληγεώργη, ὁ ὁποῖος ὑπέδειξε τὸ δύσκολον τοῦ ἔργου, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἡμᾶς ὡς ἀφορμὴ ἀναβολῆς. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κυβερνητικοῦ, ὑπολείπεται χρόνος καὶ καιρὸς νὰ φέρωμεν τροπολογίας. Ἐπιμένω λοιπὸν νὰ συζητηθῇ ὁ νόμος, καὶ εἶμαι ἐναντίος τῆς ἀναβολῆς.
§70ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παραδεχόμεθα ὅλοι, παρεδέχθη καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅτι ἀνάγκη ἐπείγουσα νὰ ψηφισθῇ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν· καὶ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ῥεβελάκης πρὸ ὀλίγου περὶ ἡμῶν παραδεχόμενος, ἐνθυμίζω ἄλλο τι προγενέστερον. Δὲν ἠδύνατο ὁ κ. βουλευτὴς Μεσολογγίου νὰ μὴ παραδεχθῇ τὴν ἀνάγκην τῆς ταχείας ἐπιψηφίσεως τοιούτου νόμου, διότι πρὸ τῶν ἐποχῶν τὰς ὁποίας ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ῥεβελάκης, ὅταν, κύριε πρόεδρε, ἦσθε πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰ 1869 καὶ ἐσυζητεῖτο νόμος τις, τότε ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου μὲ ἠχηρὰν φωνὴν σᾶς εἶπε, «καὶ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης»· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι ἐναντίος κἀνεὶς εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νόμου. Τί δὲ σταματᾷ τὸν κ. Δεληγεώργην; ἡ ἰδέα ὅτι δὲν εἶναι εὐχερὲς τὸ ἔργον, ὅτι εἶναι μέγα, ὅτι εἰς τὴν Εὐρώπην δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ψηφίσωσι τοιοῦτον νόμον, ὅτι ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν 250 ἄρθρα τῶν δύω νομοσχεδίων, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν θὰ προφθάσωμεν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπρότεινεν ὅτι θέλει φέρει 2, 3 ἢ 8 ἄρθρα ἐντὸς τῆς ἡμέρας, πληροῦντα τὸ κενόν. Ἐὰν τὰ εἴχαμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἄρθρα αὐτὰ, καὶ ἔπρεπε νὰ τὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ἠδυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν καὶ ἐπ’ αὐτῶν, ἀλλὰ φοβοῦμαι μήπως μία ἀναβολὴ, ἔστω καὶ βραχεῖα, καταστρέψῃ τὸν ζῆλον. Ἕως ὅτου εἴχομεν τὴν ἰδέαν ὅτι εἴχομεν ἕνα κανονικὸν νόμον, ὅστις ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς φραγμὸς εἰς τὰς παρεκτροπὰς τῆς Κυβερνήσεως, ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἔχομεν ἀντὶ εἰδικοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τὸν ποινικὸν νόμον· ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ ἀνώτατον δικαστήριον τοῦ κράτους μᾶς εἶπεν, ὅτι παρεβιάσθη τὸ Σύνταγμα, ὅτι ἔγειναν αἱ παρανομίαι ἐκεῖναι διὰ τὰς ὁποίας ἐκλήθη νὰ δικάσῃ, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ καταδικάσῃ, ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν νόμον ὁρίζοντα ποινὴν, τί μᾶς λέγει μὲ τοῦτο, κύριοι, παρὰ ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ὑπάρχει; διότι δύναται ἀτιμωρητὶ νὰ παραβιάζηται. Νὰ ἀποσκορακίσωμεν λοιπὸν τὸν φόβον ὅτι δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα. Ὑποστηρίζω πληρέστατα τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Ῥεβελάκη, καὶ ὑποστηρίζω τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον παρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ ψηφίσωμεν ἄνευ συζητήσεως. Παρακαλῶ θερμῶς καὶ ἐλπίζω, ὅτι θέλει εἰσακουσθῇ ἡ παράκλησίς μου. Παρακαλῶ τὸν φίλον μου κ. Τρικούπην, νὰ μὴν ἐπιμείνῃ εἰς τὴν τροπολογίαν του, καθὼς καὶ τὸν Κ. Δεληγεώργην, ἀλλὰ νὰ παραδεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον ὡς τὸ παρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἔχομεν καιρὸν νὰ φέρωμεν ὁποιασδήποτε τροπολογίας εἴτε ἐντὸς τῆς ἰδίας, εἴτε ἐντὸς τῆς ἄλλης Συνόδου. Εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσωμεν μίαν ὕπαρξιν εἰς τὸν νόμον αὐτὸν, διότι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου τοῦ εἰδικοῦ σᾶς λέγει, ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ὑπάρχει. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον αὐτὸν ἀμέσως ἄνευ συζητήσεως, ἵνα τελειώσῃ ἐντὸς αὐτῆς τῆς Συνόδου.
§71Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ ἐφάνη ὀλίγον παράδοξον, κύριοι, νὰ ἀκούσω ἀπὸ τὸν κ. Λομβάρδον νὰ συμβουλεύῃ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸν πλέον σπουδαῖον νόμον ἄνευ συζητήσεως. Ἐὰν δὲν ἤθελε τὸ ἐπαναλάβει πολλάκις, ἤθελον πεισθῇ ὅτι ἐπλανήθη. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νόμος, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Συντάγματος, νόμος, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἐπιβάλλῃ ποινὰς εἰς τοὺς ἀνωτάτους λειτουργοὺς τοῦ Κράτους, νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ συνδυάσῃ ὅλας τὰς παρανομίας ἑκούσας καὶ ἀκούσας ὅλων τῶν νόμων τοῦ Κράτους νὰ συζητηθῇ καὶ ἐπιψηφισθῇ ἄνευ συζητήσεως! διατί; διότι μετὰ ἕνα χρόνον θὰ ἔχωμεν καιρὸν νὰ κάμωμεν τροποποίησιν. Τοῦτο μοὶ ἐφάνη πολὺ παράδοξον καὶ ἐθαύμασα πῶς ὁ κ. Λομβάρδος μᾶς ἔδωκε τοιαύτην συμβουλήν. Κύριοι βουλευταί, ὁ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμος ὑπεβλήθη πρὸ τοσοῦτον χρόνον εἰς τὴν Βουλὴν πρόκειται νὰ συζητηθῇ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Δεληγεώργης εἶπεν, ὅτι ἀπαίτησις τοῦ τόπου καὶ τῆς Βουλῆς ὑπάρχει νὰ τελειώσῃ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Νόμον δὲ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν τί ἐννοεῖ ὁ κ. Λομβάρδος; νὰ πληρωθῇ τὸ κενὸν, τὸ ὁποῖον κατεδείχθη ἐκ τῆς ἀποφάσεως τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου. Καὶ τί ἄλλο λέγει ἡ πρότασις τοῦ κ. Δεληγεώργη; νὰ πληρώσωμεν τὸ κενὸν τὸ ὁποῖον ὑπάρχει, διὰ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ Συντάγματος ἀφοῦ δὲ ἐξασφαλίσωμεν ὅ,τι ζητοῦμεν ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὸν χρόνον νὰ κάμῃ ἔργον τελειότερον. Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Δεληγεώργη πληροῖ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοινωνίας, εἶναι πρακτικὴ καὶ θὰ ὁδηγήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ὥριμον καὶ σπουδαίαν σκέψιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Πέποιθα δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει διστάσει νὰ παραδεχθῇ ὅ,τι εἶναι ὠφέλιμον καὶ λογικόν.
§72ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ μικρὰ προεισαγωγικὴ συζήτησις, ἡ ὁποία ἔγεινεν, ἀρκεῖ νὰ ἀποδείξῃ τὸ ὀρθὸν τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ. Πόση ὥρα ἀληθῶς χρειάζεται, ἵνα συζητηθῇ ἀμέσως ὁ νόμος αὐτός, ἀφοῦ ἐπὶ τοσαύτην ὥραν εἰς προκαταρκτικὰ ἐπασχολεῖται ἡ Βουλή; Πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ δύω νόμοι αὐτοὶ νὰ ἔλθωσιν ἐνώπιον ἡμῶν καὶ νὰ συζητηθῶσιν ἐν ἀκαρεῖ ὅπως ἐννοοῦν τινες ἐκ τῶν ἀξιοτίμων ἡμῶν συναδέλφων; Δύω λοιπὸν κινδύνους διατρέχομεν ἐὰν δὲν παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ· ά) ν’ ἀπολέσωμεν τὸν ὀλίγον καιρὸν ὁ ὁποῖος μᾶς μένει μέχρι τέλους τῆς Συνόδου, ἢ μᾶλλον μέχρι τῶν ἑορτῶν· καὶ βʹ) ὁ νόμος περὶ εὐθύνης νὰ μὴ τελειώσῃ· δὲν θὰ τελειώσῃ δὲ διὰ τὸ σπουδαῖον τοῦ ἔργου καὶ διότι, ὅπως ἄλλοι καλλίτεροί μου εἶπον, νόμος τοιοῦτος ἀπαιτεῖ πολλὰς καὶ μεγάλας μελέτας καὶ σκέψεις, διότι καὶ ἄλλα ἔθνη, μᾶλλον ἡμῶν προηγμένα εἰς τὸν πολιτισμὸν, μέχρι τοῦδε δὲν κατώρθωσαν τοῦτο. Ἀλλὰ εἶναι ἀπαίτησις ἐθνικὴ τοῦ νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, καὶ τὴν ἀπαίτησιν αὐτὴν ἀνεπλήρωσεν ἡ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ παρουσιασθεῖσα πρότασις. Δὲν προτίθεμαι νὰ συζητήσω τὰ πλεονεκτήματα ἢ μειονεκτήματα τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Τρικούπη νομοσχεδίων· λέγω ὅμως, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου θέλει προκαλέσει μεγάλην ἀπώλειαν χρόνου. Ὁ ἀξιότιμος κ. Δεληγεώργης, καθὰ σήμερον ἀνήγγειλεν ἡμῖν, ἔχει πρότασιν ἐξ ὀκτὼ ἄρθρων, ἥτις δύναται ν’ ἀναπληρώσῃ τὸ κενὸν καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ τὴν Βουλὴν ἐκτεθειμένην εἰς τὴν μομφὴν ὅτι δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τῇ ἐπεβλήθη. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἔχομεν καθῆκον πρὸς συνάδελφον, ὅστις κάμνει ἡμῖν τοιαύτην πρότασιν, νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ τυπωθῇ καὶ ἀναγνωσθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Δεληγεώργη, καὶ ἐὰν πεισθῶμεν ὅτι ἀναπληροῖ προσωρινῶς τὸ κενὸν ἐκ τῆς ἐλλείψεως νόμου περὶ εὐθύνης, νὰ τὴν παραδεχθῶμεν μέχρις οὗ ἔλθῃ ἡ ψήφισις τοῦ ὅλου.
§73Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κηρύσσομαι κατὰ τῆς προτεινομένης ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, καὶ κηρύσσομαι κατὰ τῆς προτεινομένης ἀναβολῆς· ά. διότι δὲν μὲ ἔπεισαν οἱ προταθέντες κατ’ αὐτῆς λόγοι· βʹ, διότι διαγινώσκω, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη δημοσία ἀνάγκη, ὑποχρεοῦσα τὴν βουλὴν νὰ μὴ παραλείψῃ αὐτὸ τὸ καθῆκον. Οἱ λόγοι οἱ ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς ἦσαν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους προέβαλον οἱ δύω ἔντιμοι βουλευταὶ, ὁ ἐκ Μεσολογγίου καὶ ὁ ἐξ Ἄνδρου. Συγχωρήσατέ μοι νὰ ἐγκαταλείψω τὴν ἐπανάληψιν αὐτῶν, ἐλπίζω δ’ ὅτι θέλω δι’ ὀλίγων λέξεων ἀναιρέσει τοὺς λόγους αὐτούς. Δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθὴ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὁ ἐξ Ἄνδρου βουλευτὴς ἐξέφρασεν, ὅτι ἐὰν ἐπιληφθῶμεν τώρα τῆς τρίτης συζητήσεως, χάνομεν πολὺν καιρόν. Ἀφοῦ τὰ πρώτιστα τῶν ἔργων, τὰ νομοθετήματα περὶ προπαρασκευῶν, ἀνεβάλαμεν, οὐδὲ πρόκειται νὰ προβῶμεν νῦν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν· ἀφοῦ δὲν ὑπεβλήθη ἔτι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ὑπολείπεται εἰς ἡμᾶς παρὰ ἡ ἡμερησία διάταξις, ἥτις ἐκτὸς αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, οὐδὲν ἄλλο περιέχει ἴσης πρὸς τοῦτο ἀξίας καὶ σπουδαιότητος. Ἑπομένως δὲν ἐννοῶ διατὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Εἶναι ἀληθῶς σπουδῆς καὶ μελέτης ἀξία ἡ ὑπόθεσις περὶ ἧς πραγματεύεται τὸ νομοσχέδιον, καὶ διὰ τοῦτο εὑρίσκω εὔλογον τὴν ἀφορμὴν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν προῆλθεν ὁ κ. Δεληγεώργης. Ἀληθῶς τὸ ἔργον τῆς κατασκευῆς νόμου τοιούτου εἶναι ἔργον σπουδαῖον, χρῄζει μακρᾶς μελέτης, πλὴν ὅμως οὐδεὶς ἐκ τῶν συναδέλφων ἠγνόει, ὅτι ἤγγιζεν ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως αὐτοῦ, καὶ ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ προπαρασκευασθῇ πρὸς τὴν συζήτησίν του. Ἡ Συνέλευσις τοῦ 1843 ἐζήτησε τὸν νόμον αὐτὸν καὶ προσεκάλεσεν ὅλους τοὺς πολιτευομένους νὰ μελετήσωσι τὴν ὕλην καὶ παρασκευασθῶσιν ὅπως καταρτίσωσι τὸ νομοθέτημα τοῦτο. Παρῆλθον 19 ἔτη καὶ οὔτε αἱ Κυβερνήσεις οὔτε οἱ πολιτευόμενοι κατώρθωσαν νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκον τοῦτο, ἄλλη δὲ Συνέλευσις, ἡ τοῦ 1862, τὰ αὐτὰ ἐνετείλατο. Παρῆλθον πάλιν ἔκτοτε 14 ἔτη καὶ ἡ ἀνάγκη αὕτη δὲν ἐπληρώθη. Οἱ βασιλικοὶ λόγοι ἀλλεπάλληλοι ὑπέσχοντο τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ τοιούτου νομοσχεδίου, καὶ πολλαὶ παρῆλθον σύνοδοι ἄπρακτοι. Τέλος πέρυσιν ἐπροτάθη νομοσχέδιον τοιοῦτον, συνεζητήθη κατὰ τὰς δύω πρώτας ἀναγνώσεις, καὶ κατὰ τὴν τρίτην σήμερον ζητοῦσι τὴν ἀναβολήν του, διὰ τί; Διὰ νὰ μελετήσωσιν. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίσῃ τις, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου χρόνου εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰ δημόσια ἤθη θέλουσι βελτιωθῆ, ἢ ὅτι ὑπάρχουσι τοιαῦτα, ὁποῖα εἰς τὰ προηγμένα κατὰ τὸν πολιτισμὸν Κράτη, βεβαίως δὲν ἤθελον ἐπιμένει παριστῶν ἀνυπέρβλητον καὶ μεγίστην τὴν ἀνάγκην νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν· ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι ὅπου τὰ δημόσια ἤθη δὲν ἐμορφώθησαν, ὅπου αἱ παραβάσεις τῶν νόμων κατέστησαν τοσοῦτον οἰκεῖαι καὶ συνήθεις εἰς τοὺς ἐκτελοῦντας αὐτοὺς, ἔχομεν ἀνυπέρβλητον ἀνάγκην τοῦ νόμου αὐτοῦ, οὐδεμία βελτίωσις δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἄνευ τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Ὅταν μεγάλη πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς φρονῇ, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τούτου θέλουσι συντελέσει εἰς τὸ νὰ σταματήσωσι τὸ κακόν· ὅταν ἡ ἀπόφασις τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου ἐκήρυξεν ἀτιμωρήτους ὑπουργοὺς δι’ ἔλλειψιν τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμου, καί τοι βεβαιώσασα, ὅτι παρέβησαν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Βουλὴν, μὴ ἔχουσαν μάλιστα ἀνὰ χεῖρας ἄλλο τι σπουδαιότερον ἔργον, νὰ μὴ προβῇ νὰ συζητήσῃ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Ἡ συζήτησις τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ ἀνεγράφη πρὸ πολλοῦ χρόνου εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν οὐ μόνον τῆς ἐνεστώσης, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς παρελθούσης Συνόδου, ἐδόθη πλήρης ὁ ἀπαιτούμενος καιρὸς ὅπως μελετηθῇ, οὐδεὶς δὲ λόγος δύναται νὰ κωλύσῃ τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν. Νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ οὐδεὶς λόγος ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως. Ὅταν ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως, τότε ἡ Βουλὴ δύναται νὰ φέρῃ οἵας ἂν ἐγκρίνῃ μεταβολὰς, φωτιζομένη ἐκ τῆς συζητήσεως περὶ τῆς ἀνάγκης· ἐὰν δὲ τὸ ἔργον δὲν θέλει εἶσθαι πλῆρες, ὁ χρόνος καὶ ἡ πεῖρα βεβαίως θέλουσι τὸ συμπληρώσει. Ἑπομένως ἐπιμένω νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν.
§74ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐνόμισα, ὅτι, προτείνων τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἐπρότεινα, καὶ τῆς ὁποίας τὴν ἰδέαν συνέλαβον προχθὲς ὅταν εἶδον ὅτι ἡ ἡμερησία διάταξις περιεῖχεν ὡς πρῶτον ἀντικείμενον αὐτὸν τὸν τόσον δύσκολον νόμον, ἐνόμισα, λέγω, ὅτι δὲν θὰ μαράνω διόλου τὸν ὑπερβολικὸν ζῆλον, τὸν ὁποῖον ἀπαντῶ σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν αὐτοῦ· ἑπομένως ἐπιθυμῶ νὰ γυμνωθῇ ἡ πρότασίς μου καὶ ἡ γνώμη μου ἀπὸ πάσης τοιαύτης ὑποψίας. Δεύτερον, ἀνενεγκὼν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θέλω εἰσάξει ἐντὸς τῆς ἡμέρας 8 ἄρθρα, τὰ ὁποῖα νὰ δύνανται προσωρινῶς νὰ ἀναπληρῶσι τὸ κενόν, δὲν ἐνόησα, ὅτι θέλω φέρει νόμον ὁ ὁποῖος νὰ δύναται ν’ ἀντιπαραταχθῇ πρὸς τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἐκκρεμῆ, οὔτε ὅτι μέλλει νὰ διαφωτίσῃ τοὺς σοφοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ χρόνου πολλοῦ, ἀπὸ τοῦ 1843, νομίζω, καταγίνονται εἰς τὴν κατάρτισιν αὐτῶν. Εἴδατε λοιπὸν ὅτι ἡ πρότασίς μου οὔτε τὴν σοφίαν αὐτῶν ἐκλαμβάνει ὡς δεομένην φωτός, οὔτε πρὸς τὰ ἔργα τὰ ἐκκρεμῆ ἐννοεῖ νὰ ἀντιπαρατάξῃ τὸ ἀτελὲς ἔργον τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑπεσχέθην εἰς τὴν Βουλὴν νὰ παρουσιάσω· τὰ ἔργα αὐτὰ ἀφοροῦν εἰς νόμον ὁριστικὸν, προβλέποντα περὶ ὅλων τῶν περιστάσεων παντὸς εἴδους εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, λύουσι δὲ κατ’ ἀρχὴν καὶ ἐν λεπτομερείᾳ πάντα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ παρουσιασθῶσιν εἴτε πρώτης ἀξίας, εἴτε τελευταίας· αὐτὸ δὲ, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθην νὰ φέρω, εἶναι ἔργον ἀτελέστατον τὸ ὁποῖον δὲν πρόκειται νὰ συγκριθῇ πρὸς αὐτά· ἑπομένως δὲν ἠθέλησα νὰ κάμω ἀντιπολίτευσιν, καθὼς ἐπίσης δὲν ἠθέλησα νὰ ἀναπληρώσω τὴν σοφίαν οὐδενὸς ἐκ τῶν συναδέλφων μου· χαίρω δὲ, διότι παρατηρῶ ὅτι ὁ ἐνθουσιασμὸς πρὸς ψήφισιν αὐτοῦ τοῦ νόμου εἶναι τόσον πολὺς, ὥστε οὔτε μιᾶς ἡμέρας ἀναβολὴν ἐπιτρέπει.
§75ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§76ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τοῦτο, κ. πρόεδρε, ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου. Ἐπιθυμῶ ἐξ ἐναντίας ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ νὰ πράξῃ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι συμβουλεύουν αὐτῇ. Αἱ συζητήσεις δὲ θέλουσιν ἀποδείξει ἂν οἱ ἔχοντες ἐναντίαν γνώμην ἔχουν περισσότερον δίκαιον ἀπὸ ἐμέ.
§77Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ ἐνθουσιῶντες ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν οὐδέποτε ἐπηγγέλθησαν σοφίαν ὑπερτέραν τοῦ συναδέλφου· ἐπιθυμοῦσι δὲ νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν κυβερνώντων, ἀλλὰ προσέτι καὶ εἰς τὴν πολιτείαν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐκτὸς τῶν κυβερνήσεων τυγχάνοντες ἐνθυμοῦνται τὸν νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, καὶ ἐνθυμοῦνται αὐτὸν μόνον, ἵνα παρασκευάσωσι τὴν πρὸς κατάληψιν τῆς ἐξουσίας ἄγουσαν.
§78ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνετε πράγματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ μὴ τὰ φέρητε ποτὲ εἰς τὴν Βουλήν. Τί ἐννοεῖτε ὁμιλοῦντες πρὸς ἐμὲ περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνθυμοῦνται τὸν νόμον ἐκτὸς τῆς κυβερνήσεως ὄντες; ἔχετε καμμίαν πρᾶξιν νὰ μοῦ κατηγορήσητε;
§79ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡμίλησα περὶ σοφίας καὶ περὶ πολιτείας.
§80ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν ἡ σοφία.
§81ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μίαν μόνον παρατήρησιν. Ἐὰν ἐθαύμασεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, ὅτι ἐγὼ ὑπεστήριξα τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα, ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ θαυμάσω καὶ ἐγὼ πῶς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων στοχάζεται, ὅτι θὰ καταστῇ ἀδύνατος ἡ κυβέρνησις, ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον προτείνει ἡ κυβέρνησις· δὲν πιστεύω ὅτι αὐτὴ ἡ κυβέρνησις ἐσκέφθη νὰ φέρῃ νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ τὴν καταστήσῃ ἀδύνατον.
§82ΡΙΚΑΚΗΣ. Μ’ ὅλον ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης ἀπέσυρε τὴν πρότασίν του, μ’ ὅλα ταῦτα ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπ’ αὐτῆς.
§83ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Ἀφοῦ τὴν ἀπέσυρεν, εἶναι περιττόν.
§84ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐὰν σήμερον δὲν εἴχομεν παντάπασι νομοθετικὴν διάταξιν περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ἐὰν παντελῶς τὸ Σύνταγμα δὲν προέβλεπε περὶ τούτου, ἠδυνάμην νὰ παραδεχθῶ, ὅτι εἷς νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ἔστω καὶ ἀτελὴς, εἶναι ἀπαραίτητος. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχομεν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἥτις προέβλεψε νὰ θέσῃ τὰς κυριωτέρας βάσεις τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, καὶ τὸ ἄρθρον 81 τὸ ὁποῖον συνοπτικῶς ὁρίζον ὅλας τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν τὴν εὐθύνην, λέγει (θόρυβος εἰς τὴν ἀριστεράν)· «μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ εἰδικοῦ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμου, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ κατηγορῇ αὐτοὺς καὶ τὸ κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἄρθρον δικαστήριον νὰ τοὺς δικάζῃ ἕνεκεν ἐσχάτης προδοσίας, καταχρήσεως δημοσίας περιουσίας, παρανόμου εἰσπράξεως καὶ πάσης παραβάσεως τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων των» ἔχομεν τοιαύτας γενικὰς διατάξεις παραβάσεων, αἱ δὲ ποινικαὶ διατάξεις ἐλλείπουν. Ἐὰν λοιπὸν δυνηθῶμεν νὰ ἀναπληρώσωμεν τὸ κενὸν αὐτὸ διὰ ποινικῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιβάλλωνται κατὰ τῶν παραβάσεων, ἃς τὸ 81 ἄρθρον προβλέπει, νομίζω, ὅτι ἐκ τῶν ἐνόντων ἀνεπληρώσαμεν τὸ κενὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πάντες ἀναγνωρίζομεν. Ὁ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν εἶναι νόμος αὐτοτελὴς, ὁ ὁποῖος ἔρχεται νὰ κανονίσῃ ζητήματα περὶ τῶν ὁποίων τὸ Σύνταγμα δὲν προέβλεψε· δι’ αὐτὸ εἴδατε, ὅτι εἰς τὰ διάφορα Κράτη ὑπῆρξε μεγάλη διαφωνία ὡς πρὸς τὰς βάσεις τοῦ νομοσχεδίου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, οἱ νόμοι δὲ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν κατὰ σύστημα διαφέρουσιν ὁ εἷς πρὸς τὸν ἕτερον· ἑπομένως ὅταν πρόκηται νὰ καταρτίσητε ἕνα νόμον ὁλοσχερῆ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, εἶναι ἔργον σπουδαιότατον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποφασίζεται ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας. Λοιπὸν τί θέλομεν σήμερον; τὰς ποινικὰς διατάξεις, καὶ οὐδεὶς διαφωνεῖ πρὸς τοῦτο, νὰ τὰς νομοθετήσωμεν, διὰ νὰ τιμωρήσωμεν τὰς παραβάσεις τὰς ὁποίας τὸ Σύνταγμα προέβλεψεν. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ κ. Δεληγεώργης μᾶς εἶπεν, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναπληροῖ τὸ κενὸν, κανονίζει δὲ προσωρινῶς τὴν προδικασίαν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ θὰ ἀκολουθήσῃ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ὑπουργῶν, ἀναπληροῦται τὸ κενὸν ἢ ὄχι; Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ σπεύσωμεν νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον αὐτὸν, τὸν ὁποῖον βραδύτερον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν.
§85ΦΙΛΗΜΩΝ. Πολλάκις ἐῤῥέθη, κύριε πρόεδρε, σήμερον ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου τούτου, ὅτι ὁ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν κατέστη ἀνέφικτος ἐν τοῖς ξένοις κράτεσιν ὡς ἐκ τῆς μεγάλης σπουδαιότητος αὐτοῦ. Εἶναι βέβαιον ὅτι μεταξὺ τῶν δημοσιολόγων ὑπῆρξε ζήτημα σπουδαιότατον ἰδίως ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν· ἀλλὰ τὰ πρὸς αὐτὴν σχετιζόμενα ζητήματα περιεστράφησαν κυρίως εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν πράξεων εἰς τὸ δικαστήριον, τὸ καταλληλότερον νὰ δικάσῃ αὐτοὺς, εἰς τὴν διαδικασίαν. Ἀλλὰ τὰ ζητήματα τὰ κυριώτερα ἐλύθησαν, δηλ. τὸ δικαστήριον τὸ δικάζον καὶ τὸ πρόσωπον τὸ κατηγοροῦν, καὶ ἐτέθησαν αἱ γενικαὶ βάσεις τῆς διαδικασίας. Οὕτω παρ’ ἡμῖν τὰ στοιχεῖα πρὸς δημιουργίαν νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν δὲν εἶναι ἀμφισβητούμενα. Δὲν εἶναι ἐπίσης ἀκριβὲς ὅτι τὰ σπουδαιότερα κράτη δὲν ἔχουν νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν. Ἡ Αὐστρία ἔχει τοιοῦτον ἀπὸ τοῦ ἔτους 1867, ἡ Ὁλλανδία ἀπὸ τοῦ 1850. Ἐν τῇ Πρωσσίᾳ ἔγιναν μεγάλαι καὶ σπουδαῖαι ἀπόπειραι πρὸς τοῦτο καὶ σχεδὸν εἶναι τετελεσμένον τὸ ἔργον· τὰ περισσότερα Γερμανικὰ κράτη ἔχουν νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν. Ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ ὑπάρχει νόμος. Ἀληθῶς δὲν ὑπάρχει νόμος, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὰ προηγούμενα δύναται νὰ ἀποφασίζῃ· ὥστε ἡ ἔλλειψις νόμου δὲν σημαίνει τὴν ἔλλειψιν νόμου. Ἐν Γαλλίᾳ εἶναι βέβαιον ὅτι δὲν ἔγινε νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν καθότι πολλάκις ἐπὶ τῆς Ἰουλιανῆς βασιλείας ὑπεβλήθησαν διάφορα νομοσχέδια καὶ τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν κατώρθωσαν νὰ τὰ μεταποιήσουν εἰς νόμους· ἀλλὰ μᾶλλον οἱ πολιτικοὶ λόγοι καὶ τὰ συμφέροντα τὰ κομματικὰ εἶναι τὰ ἀναβαλόντα τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου αὐτοῦ ἢ αἱ κυρίως πραγματικαὶ θεωρίαι καὶ αἱ νομικαὶ διατάξεις τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ἐν τῇ Ἑλλάδι ὅμως ἔχομεν εὐκολίας μείζονας. Παρ’ ἡμῖν εἶναι λελυμένον τὸ ζήτημα τίς δικάζει καὶ τίς κατηγορεῖ· ἐκτὸς τούτου αἱ δύω τελευταῖαι δίκαι διευκόλυνον τὸ ζήτημα τῆς διαδικασίας ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ, ἡ δὲ προδικασία ἐπίσης ἐκανονίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς· ἓν ἀκόμη μένει, ὁ χαρακτηρισμὸς τῶν πράξεων. Νομίζω ὅμως ὅτι ὡς σήμερον ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης ἀνεπτύχθη ἡ θεωρία περὶ τῆς εὐθύνης ὑπουργῶν, δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τόσον μέγα ὥστε νὰ ἀπαιτῇ ἔκτακτον σοφίαν· δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ νόμος ὁ ψηφιζόμενος σήμερον, καὶ μετὰ 10 ἢ μετὰ 20 ἔτη ἂν ψηφισθῇ, δὲν θὰ ᾖναι ἀπρόσβλητος, ὅλοι οἱ νόμοι προσβάλλονται· συζητοῦνται καὶ προσβάλλονται ἡ πολιτεία τοῦ Πλάτωνος, τὸ Ἀμερικανικὸν πολίτευμα κτλ..... τὸ νὰ ζητῶμεν ἡμεῖς σήμερον τέλειον νόμον, ζητοῦμεν ἀδύνατα. Ὁ νόμος, εἴτε σήμερον ψηφισθῇ εἴτε αὔριον, πάντοτε θὰ φέρῃ ἀτελείας· τὰς ἀτελείας θὰ μᾶς τὰς ὑποδείξῃ ἡ πρᾶξις. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀμέσου ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν θὰ ᾖναι ἔργον τέλειον, πλησιάζει μόνον πρὸς αὐτὸ καὶ συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νεωτέρων ἐρευνῶν καὶ τῶν νεωτέρων ἀποφάσεων τῆς ἐπιστήμης.
§86ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Φιλήμονα.
§87ΖΑΪΜΗΣ. Ἀπορῶ τῳόντι διὰ τὴν ἀναπτυχθεῖσαν τάσιν τῆς Βουλῆς, ἵνα προβῇ εἰς τὴν τρίτην καὶ ὁριστικὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Ἐννοῶ πολὺ καλὰ διὰ τίνα λόγον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργης ἀπέσυρε τὴν ἑαυτοῦ πρότασιν· ὅταν εἰς νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν τὴν σπουδαιότητα τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, προτείνηται τροπολογία τις καὶ ἡ Βουλὴ προθύμως ἀναβάλλῃ τὴν γʹ. συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅταν ὁ κ. Δεληγεώργης εἶδεν ὅτι πρότασις περὶ σπουδαιοτάτου ἀντικειμένου δὲν λαμβάνει τὴν ἐκτίμησιν τὴν ὁποίαν λαμβάνουν αἱ τροπολογίαι αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν κίτρων, εἶχε δίκαιον ὁ κ. Δεληγεώργης ν’ ἀποσύρῃ τὴν πρότασιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο, κύριοι, δὲν σημαίνει ὅτι οἱ λόγοι τοὺς ὁποίους ἐξέθηκαν οἱ ἀντιταχθέντες κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Δεληγεώργη, ὅτι οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι σπουδαῖοι καὶ βάσιμοι· σᾶς παρέστησαν τὸ ζήτημα περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν ὡς ἓν τῶν ζητημάτων τῶν πλέον εὐκόλων· σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς πράξεως δὲν εἶναι τὸ δυσκολώτερον ζήτημα ἐκ τῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ διαδικασία καὶ τὸ δικαστήριον τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ δικάσῃ τοὺς ὑπουργοὺς ἀποτελοῦσι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν τὰ ἄλλα ἔθνη. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο· τὰ ἄλλα ἔθνη δὲν ἐσταμάτησαν οὔτε ἀπέναντι τῆς διαδικασίας, οὔτε ἀπέναντι τοῦ δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ δικάσῃ τοὺς ὑπουργούς, ἐσταμάτησαν ἀπέναντι τῶν πράξεων διὰ τὰς ὁποίας οἱ ὑπουργοὶ ἔπρεπε νὰ ᾖναι ὑπεύθυνοι ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον ἤθελε τοὺς δικάσει. Δύω ἀληθῶς νομοσχέδια ὑπεβλήθησαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἓν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἓν ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη. Ἀλλὰ τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ νὰ προεξετασθῶσιν ὑπό τινος ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας τὴν ἐκλογὴν ἀνέθετο εἰς τὸν πρόεδρον· ὁ πρόεδρος διώρισε τὴν ἐπιτροπὴν αὐτήν, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ἔργου τῆς βασάνου τῶν νομοσχεδίων τούτων, καὶ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, κύριοι, ἔρχονται ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ἄνευ οὐδεμιᾶς προεξετάσεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς γνώμης, ἄνευ οὐδεμιᾶς βασάνου. Καὶ ἔπειτα δὲν σᾶς ἐπιτρέπουν, κύριοι, μιᾶς ἡμέρας ἀναβολήν!
§88Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οὔτε συζήτησιν.
§89ΖΑΪΜΗΣ. Ἀληθῶς σᾶς προτείνουν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ τὸ συζητήσητε ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, ἐνῷ ἄλλως δὲν γίνεται, διότι ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις τῶν νομοσχεδίων εἶναι συνταγματικὴ ῥήτρα, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ παραβιάσῃ· σᾶς προτείνουν ὅμως νὰ τὸ ψηφίσωμεν κατ’ ἄρθρον, ἀλλὰ νὰ μὴ τὸ συζητήσωμεν. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, τὸν τρόπον τοῦ συζητεῖν τοιαῦτα νομοσχέδια· ὁ κ. Δεληγεώργης ὀρθότατα ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν ὄχι νὰ ἀπόσχῃ ἀπὸ τὸν περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμον, ὄχι, τὸ τοιοῦτον δὲν ὑπεστήριξεν οὔτε ὁ κύριος Δεληγεώργης, οὔτε οὐδεὶς ἄλλος· ἀλλ’ ὁ κ. Δεληγεώργης εἶπε, πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ συμπληρώσωμεν ὅ,τι κενὸν δυνάμεθα, νὰ ἀφήσωμεν ὅμως εἰς μεταγενεστέραν σκέψιν τὸν ἄλλον νόμον, διὰ νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου τούτου εἷς νόμος ἂν ὄχι τέλειος, εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ μὴν ᾖναι γελοῖος. Ἀντέστησαν λοιπὸν, κύριοι, διὰ ποῖον λόγον; διὰ νὰ μὴ χάσωμεν τὴν ἡμέραν, καὶ ἡ συζήτησις τοῦ ζητήματος τούτου ἔφερε τὴν ἀπώλειαν τῆς ἡμέρας ταύτης, διότι, ἂν δὲν ἀντετάσσοντο κατὰ τῆς ἰδέας τοῦ κ. Δεληγεώργη, τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ ἤθελεν εἶσθαι ἤδη κατατεθειμένον εἰς τὸ προεδρεῖον. Καὶ τί εἶναι, κύριοι, μία ἡμέρα; ἀνεκάλυψαν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δεληγεώργη πρόθεσίν τινα εἰς τὸ νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο; Ὄχι· ὁ κ. Δεληγεώργης εἶπε, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπόν μας, ἂν ἐν 8 ἄρθροις περιλάβωμεν τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος· καὶ ὁ κύριος Δεληγεώργης δὲν ἐπιμένει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἰδικόν του νομοσχέδιον, ἐζήτησε μόνον τόσην ἀναβολὴν, ὅση ἀπαιτεῖται νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ αὔριον ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ἢ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Δεληγεώργη ἢ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα περιέχουν 200 περίπου ἄρθρα, καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν διατί αὐτὴ ἡ ἐπίσπευσις καὶ αὐτὴ ἡ πρότασις τοῦ νὰ συζητηθῇ νομοσχέδιον τοιοῦτον ἄνευ συζητήσεως.
§90ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι προηγούμεναι ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι πρότασις.
§91ΖΑΪΜΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Δεληγεώργης ἀπέσυρε τὴν πρότασιν αὐτοῦ, δὲν πρόκειται ἤδη ἢ νὰ ἀπεκδυθῶμεν πάσης εὐθύνης περὶ τοῦ ἀτελοῦς ἔργου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξέλθῃ τῆς Βουλῆς· διότι εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὸ γνωρίζομεν κάλλιστα, δὲν ἔχομεν συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον νὰ περιέχῃ ἄνδρας εἰδικῶς ἀσχοληθέντας περὶ τὴν μελέτην τῶν ζητημάτων. Γνωρίζομεν πῶς συντάσσονται τὰ νομοσχέδια· ἢ συντάσσονται ὑπὸ ἐπιτροπῶν τινων ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐκ δικηγόρων, ἢ συντάσσονται ἐν τοῖς γραφείοις τῶν ὑπουργείων· τὸ νομοσχέδιον δὲ, τὸ ὁποῖον σᾶς παρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἔργον δικηγόρων. Τιμῶ βεβαίως τοὺς νομομαθεῖς ἐκείνους ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀγνοῶ ἂν οἱ ἄνδρες αὐτοὶ ἔχουν ὅλας ἐκείνας τὰς γνώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὸν καταρτισμὸν νομοσχεδίου οὐχὶ τελείου, διότι ἐπιμένω ὅτι τέλειον νομοσχέδιον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ τουλάχιστον νὰ ᾖναι ὅσῳ τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον ἀτελές· λοιπὸν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνετάχθη ὑπό τινων δικηγόρων, ἕτερον, τὸ ὁποῖον συνετάχθη ὑπὸ ἑνὸς δικαστοῦ, αὐτὰ τὰ νομοσχέδια ἔρχονται καὶ σᾶς λέγουν, ψηφίσατέ τα ἄνευ συζητήσεως, διότι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ εἷς νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Ἡμεῖς εἴμεθα σύμφωνοι νὰ γείνῃ ὁ νόμος αὐτός· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἴδωμεν μήπως αὐτὰ τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἐξήτασεν, οὐδεμία ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς τὰ ἐβασάνισε, νὰ ἴδωμεν ἂν τὰ ἄρθρα αὐτὰ ἀποτελοῦν σπουδαῖον νόμον ἢ ὄχι. Ἐνομίσαμεν δὲ, ὅτι, ἂν εἴχετε ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἦτο δυνατὸν νὰ κρίνητε ἐὰν ἀνεπληροῦτο ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν πάντες ἀναγνωρίζομεν, καὶ οὕτως ἂν ἠδυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιψήφισις ἀνεξετάστως δύναται νὰ ἐπιφέρῃ.
§92ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μίαν ἐξήγησιν ὀφείλω· προτείνας τὴν ἄμεσον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἐνόουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων εἶπεν, ὅτι θέλομεν προβῆ κατὰ τύπον εἰς τὴν συζήτησιν κατ’ ἄρθρον· πρῶτον οὐδὲν νομοσχέδιον δύναται νὰ ψηφισθῇ ἄλλως ἢ κατ’ ἄρθρον· δεύτερον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, ἐπιθυμοῦμεν πάντες ἡ συζήτησις νὰ γείνῃ ἐν πάσῃ εὐρύτητι, διότι ἐπιθυμοῦμεν ἐκ τῆς συζητήσεως νὰ δυνηθῶμεν νὰ καταρτίσωμεν ὅσον εἶναι δυνατὸν τελειοτέρας τὰς διατάξεις αὐτοῦ. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιθυμία, τὴν ὁποίαν ἐγὼ καί τινες τῶν συναδέλφων μου ἐδηλώσαμεν, νὰ προβῶμεν ἀμέσως, δὲν παρεῖχεν ἀφορμὴν εἰς οὐδένα νὰ ἀγανακτήσῃ κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης. Ἐπιθυμῶ προσέτι νὰ ἐξηγήσω καὶ ἄλλο τι· ἡμεῖς εἴχομεν λόγον καὶ δικαίωμα νὰ διατελέσωμεν δύσπιστοι πρὸς πᾶσαν πρότασιν ἀναβολῆς, ὄχι διότι ἡ πρότασις ἀναβολῆς περιεῖχεν ἐν ἑαυτῇ τὴν αἰτίαν, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ μᾶς καταστήσῃ δυσπίστους, ἀλλὰ διότι ὁ ῥοῦς τῶν πραγμάτων εἶναι τοιοῦτος, ὥστε πᾶσα ἀναβολὴ νὰ ᾖναι καθ’ ἑαυτὴν ἐπικίνδυνος καὶ ἐπιβλαβής. Ἡ ἐπιθυμία τοῦ νὰ καταστήσωμεν ὅσῳ τὸ δυνατὸν τελειότερα τὰ νομοσχέδια, ἡμᾶς μὲν ἐμπόδισεν ἀπ’ ἄλλων ὑποθέσεων νὰ ψηφίσωμεν αὐτὰ, ἀφῆκε δὲ νὰ ἐπέλθῃ ὁ χρόνος καὶ νὰ γείνωσιν ἐκτελεσταὶ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἵτινες προϋπέθεντο τὴν ὕπαρξιν τῶν ἀναγκαίων νόμων. Τοιαῦτα ἄτοπα παρήγαγε παρ’ ἡμῖν ἡ ἐπιθυμία πάντοτε τοῦ τελειοτέρου καὶ ἡ διηνεκὴς πρὸς ἀναβολὰς τάσις. Οὕτω τὸ Σύνταγμα τοῦ 1863 ἀνέγραψε τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, ἀλλ’ ἀπήτησε νόμον περὶ προσόντων τῶν δικαστῶν· ὁ νόμος δὲν ἐγένετο. Διατί δὲν ἐγένετο; ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ νὰ τὸν κάμωμεν τελειότερον· ἑπομένως καθ’ ὅλην τὴν πρώτην δυναστείαν ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστῶν, ἀναγραφεῖσα ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1843, δὲν ἐφηρμόσθη ὅμως. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1862, ἕνεκα ταύτης τῆς ἀφορμῆς, ἀνέγραψε τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσοβιότητος ὡσαύτως, ἀλλὰ δὲν ἐξήρτησεν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἐξ ἐναντίας τὴν διεκήρυξεν ἐφαρμοστέαν, ἐὰν ἐντὸς τόσου χρόνου δὲν ἐκδοθῇ ὁ νόμος περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ τὰ ἔτη παρῆλθον χωρὶς νὰ γείνῃ ὁ νόμος περὶ προσόντων τῶν δικαστῶν. Ἡ ἐπιθυμία νὰ ἔχωμεν τέλειον νόμον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, θέλει μᾶς ἀναγκάσει νὰ μὴν ἀποκτήσωμεν ὡσαύτως τὸν νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, καὶ ἂν τυχὸν ὁ νόμος οὗτος ψηφισθῇ καὶ συμβῇ νὰ δειχθῇ ἀτελὴς, νομίζετε, ὅτι μόνος αὐτὸς ὁ νόμος εἶναι ἀτελής; Σᾶς βεβαιόνω, κ. πρόεδρε, ὅτι δὲν ἐκδίδεται νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ μὴν ᾖναι ἀτελής· ἂς ἀφήσωμεν τὴν πεῖραν καὶ τὰ πράγματα νὰ μᾶς ὁδηγήσουν εἰς τὴν τελειοποίησιν τῶν ἔργων μας. Οὐδέποτε δὲ πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀναβολὴν, διότι ἂν δὲν συζητήσωμεν σήμερον, εἶναι πολλὰ ἐνδεχόμενον ἡ σημερινὴ ἀναβολὴ νὰ μᾶς παρασύρῃ μακρὰν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, νὰ παραπεμφθῇ δὲ καὶ αὐτὴν ἔτι τὴν φορὰν εἰς τὰς ἑλληνικὰς καλένδας.
§93Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, δύω ἰδέαι ἐντελῶς ἀντίθετοι ὑποστηρίζονται ἀπὸ τοὺς ἐντίμους βουλευτὰς Ζακύνθου καὶ Γορτυνίας· ὁ μὲν λέγει, ψηφίσατε ἀσυζητητὶ τὸν νόμον.
§94ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον αὐτό· ἐννοοῦμεν νὰ γείνῃ εὐρυτέρα συζήτησις.
§95Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ δὲ ἔντιμος βουλευτὴς Γορτυνίας εἶπεν, ἐννοῶ τὴν εὐρυτάτην συζήτησιν. Σᾶς ἐρωτῶ, ποῦ ἔγκειται ἡ ἀπώλεια τοῦ χρόνου, εἰς τὴν συζήτησιν τῶν 8 ἄρθρων, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινεν ὁ κ. Δεληγεώργης, ἢ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν 250; ὅταν δὲ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, πόσαι ἄλλαι τροπολογίαι δὲν θὰ ὑποβληθῶσι; Καὶ νομίζετε, ὅτι ἔχετε καιρὸν νὰ συζητήσητε; Τίποτε ἄλλο, διότι ἡ σύνοδος θὰ κλείσῃ μετὰ τὰς ἑορτάς. Ἐὰν θέλητε νὰ γείνῃ κἄτι τι, πληρώσατε τὸ κενὸν, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξε τὸ δικαστήριον, καὶ σταθῆτε ἐκεῖ, διότι καμμία ἄλλη ἀνάγκη δὲν ὑπάρχει, δὲν μένουν παρὰ ποινικαί τινες μόνον διατάξεις, καὶ ἂν εἰλικρινῶς θέλετε νὰ συζητηθῇ ὁ νόμος, ἔπρεπε ν’ ἀφήσητε νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἡ ὁποία εἶχε μόνον 8 ἄρθρα, καὶ ἂν αὐτὴν τὴν πρότασιν ἐβλέπατε ἐλλιπῆ, νὰ τὴν συμπληρώσητε. Ἀλλὰ σᾶς λέγω, κύριοι, καὶ ἕτερον, ὅτι ἐν Γερμανίᾳ ἤδη σκέπτονται περὶ νόμου εὐθύνης ὑπουργῶν, ἡ Γαλλία εἰσέτι δὲν ἔκαμεν, εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν ὑπάρχει, διότι ἐκεῖ εἶναι ἄλλα ἔθιμα, εἰς τὴν Ἰταλίαν δὲν ὑπάρχει. Ποῦ ὑπάρχει λοιπόν; εἰς τὸ Βέλγιον καὶ τὴν Ὁλλανδίαν. Ἀφοῦ λοιπὸν τὰ σοφὰ ταῦτα ἔθνη δὲν ἠμπόρεσαν νὰ καταρτίσουν νόμον, θέλετε νὰ τὸν καταρτίσητε Σεῖς; Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας τὰς πράξεις τοῦ δικαστηρίου· διατί δὲν βασίζεσθε ἐπ’ αὐτῶν; τὸ δικαστήριον δὲν εἶχε διαδικασίαν καὶ τὴν προσδιώρισε τελείαν. Τί ἔλειπεν; Ἕνας νόμος ποινικός.
§96ΦΙΛΗΜΩΝ. Μυρίας δυσκολίας ἀπηντήσαμεν ἕνεκα ἐλλείψεως νόμου.
§97Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι δὲν παραδέχομαι νὰ ψηφισθῇ νόμος ἄνευ συζητήσεως, διότι τί θὰ εἴπῃ ἡ Βουλή: Θὰ εἰπῇ συζήτησις, καὶ ὅταν θέλητε νὰ συζητήσητε νόμον 250 ἄρθρων, δὲν σκέπτεσθε σπουδαίως περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις, διὰ τοῦτο δὲν ἠξεύρω ἂν θέλῃ πλέον ὁ ἔντιμος κ. Δεληγεώργης νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν· ἂν ὅμως δὲν τὴν ὑποστηρίξῃ, ἐστὲ μάρτυρες, ὅτι αἱ συζητήσεις αὗται θὰ ἀποδείξουν τὸ ὀρθὸν ἐκείνης τῆς προτάσεως. Ἐγὼ δὲ ὑποπτεύομαι, ὅτι αἱ προτάσεις σας σκοπὸν ἔχουν νὰ καταστρέψουν τὴν συζήτησιν διὰ τῆς παρουσιάσεως περιπλοκῶν. Ἐνθυμηθῆτε δὲ ὅτι ἡμεῖς κατεδικάσαμεν τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Βούλγαρη. Ἐὰν θέλετε νόμον πρακτικόν, πρέπει σπουδαίως νὰ συζητήσητε καὶ ἀποφανθῆτε.
§98ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὀφείλω κατὰ πρῶτον νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐκ τῆς ἀντιλήψεώς μου ἐσχημάτισα περὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ κ. Δεληγεώργη, καὶ ἡ ὁποία εἶναι πολὺ διάφορος τῆς ὑπὸ τῶν πλείστων ὑποστηριχθείσης. Κατὰ τὴν ἀτομικήν μου ἀντίληψιν, ὁ κ. Δεληγεώργης προέβη εἰς τὴν πρότασιν ἀπὸ ἐπιθυμίαν, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ἐπιψήφισις νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν· ὅταν ὅμως εἶδεν, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ἐπεκράτει ζῆλος σπουδαῖος ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νόμου, ἀπέσυρε τὴν πρότασίν του ταύτην, ὥστε οὐδὲν ἄλλο ἀπολείπεται εἰμὴ νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἀποφασίσωμεν ἂν πρέπῃ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νόμου. Ὅπως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς κ. Ζαΐμης εἶπεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ τὴν τάσιν, ἣν ἔχουσί τινες πρὸς ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου τούτου, καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν ἐννοῶ τὴν τάσιν, ἥτις ὑπό τινων ὑποδεικνύεται πρὸς παρακώλυσιν τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου· γινώσκω μόνον, ὅτι πρὸ τοσούτου χρόνου ὁ τόπος ἀπῄτει τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτου νόμου, νομίζω δὲ, ὅτι, καὶ ἂν ψηφισθῇ ἀτελὴς, ἡ ἀτέλεια θὰ διορθωθῇ κατόπιν, καὶ θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν τελειότερον νόμον· δὲν ἐνόησα δὲ τὸ σπουδαῖον κατηγορητήριον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ζαΐμης ἐξήνεγκεν ἐναντίον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νόμου, τὸ κατηγορητήριον τοῦτο, ἐκτὸς τοῦ ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι πολὺ ἄδικον, κατ’ οὐσίαν εἶναι καὶ παράδοξον. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις, τὸ εἰσήγαγε μετὰ μακρὰν μελέτην, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν καὶ ἑτέραν μακρὰν καὶ σπουδαίαν μελέτην ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως· εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔλαβον μέρος δύω ἐκ τῶν στενοτέρων καὶ σπουδαιοτέρων φίλων τοῦ κ. Ζαΐμη, καὶ ἴσα ἴσα ὁ εἰδικώτερος, ὁ ἀποτελῶν τότε μέρος τοῦ ὑπουργείου, ὁ κ. Παπαζαφειρόπουλος· πῶς κατωρθώθη λοιπὸν ὁ νόμος οὗτος νὰ γείνῃ γελοῖος δὲν τὸ ἐννοῶ· ὅταν εἶπόν τινες ἐκ τῶν συναδέλφων μου, τῶν ὁποίων τὴν γνώμην συμμερίζομαι, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὸν νόμον ἄνευ μακρᾶς συζητήσεως, δὲν ἐνόουν ὅτι ἡ ἐπιψήφισις πρέπει νὰ γείνῃ ἀσυζητητεὶ, τὸ θέμα εἶναι ἀρκετὰ ἐξηντλημένον, οἱ δὲ πλεῖστοι ἐκ τῶν συναδέλφων ἡμῶν ἔχουσι πρόχειρον τὴν μελέτην, καὶ ἡ Κυβέρνησις φρονῶ, ὅτι θέλει συντελέσει εἰς τὸ νὰ συντρέξῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὸ ἔργον τοῦτο. Ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ εἴπω ὅτι προτιμῶ, κύριοι, ὡς πρὸς τὸν νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ἀτελῆ νόμον, παρὰ ἔλλειψιν νόμου, διότι θὰ ἔχωμεν μὲν ὁπωσδήποτε, ἔστω καὶ ἀτελεῖς, περιορισμούς τινας τῶν παρεκτροπῶν πάσης Κυβερνήσεως, καὶ θὰ ἐκκαυθῇ ὁ ζῆλος ἡμῶν πρὸς βελτίωσιν τοῦ νόμου βραδύτερον. Διὰ ταῦτα ἐπιμένω καὶ συμμερίζομαι τὴν ἐκδηλωθεῖσαν ἐπιθυμίαν τῶν συναδέλφων μου, ὅπως ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν, καὶ ἐλπίζω ὅτι εἰς ὀλίγας διατάξεις θὰ προταθῶσι μεταβολαὶ, διότι, κατὰ τὴν κρίσιν μου, αἱ πλεῖσται ἔχουσι καλῶς.
§99Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τέλος πάντων, κύριοι, κατωρθώσαμεν, ὥστε καὶ ἡ ἡμέρα αὕτη νὰ παρέλθῃ χωρὶς νὰ κάμωμεν τίποτε· αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα (Θόρυβος). Εἶμαι, κύριοι, ἐναντίος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιμένουν νὰ συζητηθῇ νόμος ἐσπευσμένως καὶ νὰ δώσωμεν εἰς τὸ κοινὸν καὶ νὰ δώσωμεν εἰς τὴν κοινωνίαν νόμον ἀτελῆ· ἄλλοτε ἐκάμαμεν ἕνα νόμον περὶ ἀγροφυλακῆς καὶ αὐτὸς ἐναυάγησεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν (θόρυβος).
§100ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφήσατε τὰς ἱστορίας.
§101ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Πρέπει, κύριε, νὰ μὲ ἀκούσῃς. Ἔχω, κύριοι, ἓν παράπονον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀκούει μόνον τοὺς ἡγέτας καὶ οὐχὶ τοὺς ἄλλους βουλευτάς. Πῶς φρονεῖτε, ὅτι ὁ Θεὸς ὅλο τὸ μυαλὸ εἰς αὐτοὺς τὸ ἔδωσεν; ἐγὼ φρονῶ τὸ ἐναντίον (γέλως). Ὁ νόμος περὶ ἀγροφυλακῆς, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἐχρειάσθησαν 50 ἐγκύκλιοι, καὶ ὅμως δὲν ἐφηρμόσθη· ἐκάμαμεν νόμον περὶ ἐπιτροπείας, ἐφηρμόσθη; ὄχι· ἐκάμαμεν περὶ δημαρεσιῶν, ἐξεπλήρωσε τὸν σκοπόν του; ὄχι κύριοι. Ὁ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμος εἶναι ὁ σπουδαιότερος, ἔχω δὲ ἐναντίαν ἰδέαν τοῦ κ. Φιλήμονος καὶ θὰ τὸ ἀποδείξω ἐκ τῶν πραγμάτων. Τί φρονεῖτε, ὅτι μόνον δυσκολία ὑπάρχει εἰς τὸ νὰ κανονισθῇ ἡ διαδικασία, εἰς τὸ πῶς θὰ συγκροτηθῇ τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ δικάσῃ τοὺς ὑπουργούς; ὄχι· ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ εὐθύνη, ἡ ὁποία θὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς ὑπουργούς· ἐδῶ εἶναι ἡ μεγαλειτέρα δυσκολία. Κύριοι, ὑπῆρξε μεγάλη συζήτησις καὶ φιλονεικία μεταξὺ τῶν δημοσιολόγων καὶ τῶν πολιτικῶν, ἡ ὁποία εἰς οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἀποτέλεσμα κατέληξε· διότι οἱ μὲν ὑποστηρίζουν, ὅτι εἰς τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νὰ γραφῶσιν ὅλαι αἱ περιστάσεις, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, διότι ὅσας περιστάσεις καὶ ἂν προλάβῃ ὁ νόμος, εἶναι ἀδύνατον νὰ περιλάβῃ πάσας, διότι ἡ ἐργασία τῶν ὑπουργῶν εἶναι ποικίλη, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ περιλάβῃ ὅλας τὰς εἰδικὰς περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι συνεπάγουσιν εὐθύνην· οἱ ἄλλοι ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν πρέπει νὰ περιέχῃ μόνον γενικὰς κατηγορίας· καὶ ὅμως καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ δὲν κατέληξαν εἰς ἀποτέλεσμα, διότι ὁ νόμος εἶναι σπουδαῖος. Σήμερον ἐν τούτοις ἔρχεσθε καὶ τί λέγετε; νὰ συζητηθῇ ὁ νόμος κατεσπευσμένως. Κύριοι, μέχρι τῶν ἑορτῶν δὲν μένουσι παρὰ 8 σχεδὸν ἡμέραι· ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ συζητήσῃ τὸν νόμον περὶ φορολογίας καὶ ἄλλους νόμους· ἡμεῖς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν κάμνομεν τίποτε ἀκόμη, εὑρισκόμεθα εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Πρέπει ἐν τούτοις νὰ προηγηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς πρὸ πάσης συζητήσεως. Μὴ θέλετε νὰ παίζωμεν καὶ νὰ κάμωμεν νόμον μὴ ἔχοντα κανὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Καθὼς βλέπω, μὲ τὸν νόμον αὐτὸν θὰ δέσωμεν τοὺς ὑπουργοὺς, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐργασθῶσι. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἂν θέσωμεν γενικὰς κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐν τῷ Συντάγματι, θὰ πράξωμεν τὸ καλλίτερον. Νὰ παραδεχθῶμεν δηλαδὴ καὶ ποινὰς καὶ τὴν διαδικασίαν, ν’ ἀφήσωμεν δὲ εἰς τὸ μέλλον νὰ συζητήσωμεν τὸν κυρίως εἰδικὸν νόμον, ἢ τοὐλάχιστον μετὰ τὰς ἑορτὰς, ὅπως συζητήσωμεν μὲ τὴν ἄνεσίν μας ὅπως κάμωμεν νόμον τέλειον καὶ οὐχὶ νόμον ἀτελῆ.
§102ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐν ὅσῳ ζητοῦμεν τὸ τέλειον, ποτὲ δὲν θὰ ψηφίσωμεν νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν.
§103ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Κύριοι, παρατηρῶ ἐξ ὅσων ἤκουσα σήμερον, ὅτι ὑπάρχουσι πολὺ συγκεχυμέναι αἱ ἰδέαι ὡς πρὸς τὸν νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν. Αὗται προέρχονται ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τοῦ νόμου· νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν δὲν θὰ εἰπῇ τίποτε ἄλλο ἢ νόμος διαγράφων τὰ ὅρια τῆς ἐλευθέρας ἐνεργείας τῶν ὑπουργῶν, πέραν τῶν ὁποίων ὅ,τι πράξωσι, θὰ ᾖναι ἔγκλημα. Ἡ ἀνεύρεσις τοῦ ὁρίου τούτου εἶναι τὸ δυσχερέστερον τῶν πραγμάτων, εἰς ὅλα δὲ τὰ ἔθνη καταγίνονται πρὸς τοῦτο, καὶ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ φθάσωσιν εἰς ὀρθὸν ἀποτέλεσμα· παρακαλῶ δὲ τὸν κύριον Φιλήμονα, νὰ μοὶ διαγράψῃ τ’ ἀδικήματα τῶν ὑπουργῶν, τὰς πράξεις τῆς ἐλευθέρας ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἀδικήματα. Μὴ θέλετε νὰ φενακίζητε τὸν κόσμον, ζητοῦντες ἀδύνατα πράγματα.
§104ΦΙΛΗΜΩΝ. Συνέταξαν ἄλλα Κράτη.
§105ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν συνέταξε κανέν.
§106ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν διαψεύδουν οὕτως.
§107ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρατε, ὅτι συνέταξαν τοιοῦτον νόμον, δὲν διαπρέπουν ἐπὶ ἐλευθέροις θεσμοῖς, ἀλλ’ ἐκεῖνα τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα διαπρέπουν ἐπὶ τούτοις, τὰ ὁποῖα ὅλος ὁ κόσμος λαμβάνει ὡς τύπους ἐλευθέρων πολιτειῶν, δὲν συνέταξαν τοιοῦτον νόμον. Σᾶς ἀναφέρω, κύριοι, ἄρθρον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, περιέχον διατάξεις, ὅτι ὁ ὑπουργὸς διὰ τὴν ποινικὴν εὐθύνην, ἂν χωρὶς νὰ παραβῇ τὸ Σύνταγμα, χωρὶς νὰ παραβῇ τὸν νόμον, χωρὶς νὰ παραβῇ κανονιστικὸν διάταγμα, ἀποδειχθῇ ὅτι ἐκ προθέσεως ἢ ἐξ ἀμελείας ἔβλαψε τὸ Κράτος. Ἠξεύρετε πόσον φοβερὰ εἶναι αὐτὴ ἡ διάταξις;
§108ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἶναι ἀγγλικὴ διάταξις.
§109ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν τὸ κοινοβούλιον εἰς τοιαύτας περιπτώσεις ἐνασκεῖ δικαιώματα κυριαρχικὰ, αὐτὸ ὁρίζει τὸ ἀξιόποινον.
§110ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ ἐλάβομεν ἐκ τοῦ Αὐστριακοῦ νόμου.
§111ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εὔχομαι νὰ μὴ μιμηθῶμεν τὴν Αὐστρίαν ἐπὶ ἐλευθέροις θεσμοῖς. Ἵνα συμπληρώσωμεν τὸ κενὸν, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην εἰμὴ νὰ ὁρίσωμεν τὰς συνταγματικὰς παραβάσεις καὶ τὰς ποινάς· ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ἐπικίνδυνα καὶ τολμηρὰ, ἀπόδειξις ἡ Γαλλία, ἡ ὁποία μέχρι τοῦ 1836 συνέταξεν ἓξ νόμους περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν καὶ οὐδεὶς ἐφηρμόσθη, διότι διὰ λίαν αὐστηροῦ νόμου οἱ ὑπουργοὶ δεσμεύονται καὶ κανεὶς δὲν θέλει νὰ γείνῃ ὑπουργὸς, τὸ πρᾶγμα εἶναι δύσκολον· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ περιορισθῶμεν νὰ ὁρίσωμεν τὰς συνταγματικὰς παραβάσεις καὶ τὰς ἐπὶ τούτων ἐπιβλητέας ποινάς. Ὅλα τ’ ἄλλα εἶναι μάταια καὶ ἀπώλεια χρόνου, ὅσῳ μᾶλλον ὡς πρὸς τοῦτο τὸ Σύνταγμα ἡμῶν εἶναι πλῆρες.
§112ΖΩΧΙΟΣ. Σᾶς ἐρωτῶ πρῶτον, εἰς ποίαν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου εἴμεθα, εἰς τὴν πρώτην ἢ τὴν τρίτην;
§113ΤΙΝΕΣ. Τὴν τρίτην.
§114ΖΩΧΙΟΣ. Ψεῦδος. Βεβαίως δὲ δὲν ἐσυζητήσατε τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δίς. Προχθὲς ἐσυζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον τὸ περὶ κλητήρων, μετὰ τὸ τέλος δὲ αὐτοῦ προέβημεν εἰς τὸ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, καὶ ἄλλος μὲν ἔπαιζε μὲ τὸ κομπολόγι του, ἄλλος ἐπεριπατοῦσεν, ἄλλοι συνδιελέγοντο, ὁ γραμματεὺς ἀνεγίνωσκε τὸ νομοσχέδιον καθὼς ἀναγινώσκουσι τὸ τριῴδιον. Αὐτὸ λέγεται συζήτησις νομοσχεδίου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν; Λοιπὸν βλέπετε ὅτι ἐπαίξαμεν δίς καὶ ἤδη ἐφθάσαμεν εἰς τὴν πέτραν τοῦ σκανδάλου, καὶ οὐχὶ μόνον δὲν ἐσυζητήσαμεν δὶς τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ, καὶ ἂς μὴ σκανδαλισθῇ κανεὶς, πολλοὶ δὲν τὸ ἀνέγνωσαν.
§115ΡΟΥΚΗΣ. Οἱ περισσότεροι.
§116ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν λέγω οἱ περισσότεροι, ἐγὼ δὲ περιλαμβάνω ἐν αὐτοῖς καὶ τὸν ἑαυτόν μου. Σημειωτέον δὲ ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐξέφερα δόγμα, ὅτι πρὶν ἢ κρεμάσωμεν ὑπουργὸν ἡ Ἑλλὰς δὲν σώζεται. Εὐτυχῶς δὲ ὑπῆρχεν ἄλλοτε ὑπεράνω τοῦ βήματος κρίκος. Ὁ κρίκος ὅμως ἐκεῖνος ἐχάθη, μάτην δὲ πιστεύετε ὅτι δι’ οἱουδήποτε νόμου θὰ κατορθώσητε νὰ περιορίσητε τοὺς ὑπουργοὺς, οὐχὶ τοὺς παρόντας, ἀλλὰ καὶ τοὺς μέλλοντας, καὶ ἐμὲ τὸν ἴδιον, ἐὰν μὲ ἄφινεν ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περισσότερον τῶν εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν. Σχέδια νόμου ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τρία, καὶ τὸ μὲν τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ἑξήκοντα ἄρθρα, τὸ δὲ ἄλλο τὸ παραλείπουσιν οἱ συντάξαντες αὐτὸ, καὶ διὰ τοῦτο τὸ παραλείπω καὶ ἐγὼ, προσῆλθε δὲ καὶ ὁ κύριος Δεληγεώργης, προτείνων ἓν μικρὸν νομοσχέδιον μὲ ὀκτὼ ἄρθρα. Δὲν τὸ θέλετε ὅμως, ἀλλὰ θέλετε τὸ ἄλλο τὸ ὀγκῶδες· ἔστω, ἀλλὰ συζητήσατε αὐτό. Τὸ εἰδικὸν δικαστήριον εὗρεν ἐνόχους τοὺς ὑπουργοὺς, ἀλλὰ δὲν εὗρε νόμον πρὸς ἐφαρμογήν. Ἂς τοὺς δώσωμεν λοιπὸν νόμον, καὶ νόμον Ἀγγλικὸν, νόμον ἐξ ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἀγαπᾷ ὁ κ. Φιλήμων. Κατὰ τὸν τοιοῦτον νόμον, ὁ ὑπουργὸς ὁ παραβιάσας τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ καταδικάζηται εἰς θάνατον ἢ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην ποινὴν ἀποφασίσει τὸ δικαστήριον. Δηλαδὴ ἂς ἀναδείξωμεν τὸ δικαστήριον καὶ νομοθέτην.
§117ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Εἶναι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος.
§118ΖΩΧΙΟΣ. Ἡσυχάσατε. Σύνταγμα ἔχει καὶ ἡ Ἀγγλία, καὶ ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ὁ σοφώτατος, τὸν ὁποῖον ἔχουν οἱ Ἄγγλοι. Ὁ Νέλσων ἐξεβίασε τὰ στενὰ τῆς Βαλτικῆς παρὰ τοὺς νόμους, διότι ὁ ναύαρχος τὸν διέταττε νὰ ὑποχωρήσῃ, μονόφθαλμος ὢν, ὑπεκρίνετο ὅτι δὲν ἔβλεπε τὰ σήματα τοῦ ναυάρχου, καὶ προεχώρησε, καὶ ἐνίκησεν. Εἰσήχθη λοιπὸν εἰς δίκην, ἡ Ἀγγλία δὲ ὅλη ἐξανέστη. Ποία δὲ ἐπεβάλλετο τιμωρία; ἢ θάνατος, ἢ κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἐπίπληξις. Πῶς ὅμως ἦτο δυνατὸν νὰ καταδικασθῇ ὁ Νέλσων εἰς θάνατον, ὁ νικήσας τοὺς Γάλλους, ὁ δοξάσας τὸ Ἀγγλικὸν ναυτικόν; Ἂν εἴχαμεν ὑπουργὸν τὸν γέροντα Κανάρην, μὲ ὅλην του τὴν δόξαν, καὶ παρεβίαζεν ἕνα νόμον, κατὰ χρέος ἔπρεπε νὰ τὸν παραπέμψωμεν εἰς δίκην κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ Συντάγματος, καὶ ἔπρεπε νὰ καταδικασθῇ. Ἀλλὰ τὸν λέγουν Κανάρην. Ἂς ἐπιπληχθῇ. Πολλοὶ τῶν βουλευτῶν θέλουν νόμον, εἴτε καλὸν, εἴτε κακὸν, εἴτε ἀρτίποδα, εἴτε μή. Δότε λοιπὸν ἕνα νόμον, ἔστω καὶ μὴ ἀρτίποδα, διὰ νὰ μὴ σᾶς κατηγοροῦν ὅτι θέλετε τοὺς ὑπουργοὺς ἄνευ εὐθύνης· ὅσοι δὲ ἐχρημάτισαν ὑπουργοὶ, καὶ ὅσοι ἐννοῦν τί ἐστὶ δύναμις ὑπουργοῦ καὶ πανουργία ὑπουργοῦ, γελοῦν μὲ τὸν νόμον αὐτὸν, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ τὸν παραβιάσουν ἐὰν ποτὲ θελήσουν, διότι δὲν δύνασθε νὰ περιορίσητε τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν διὰ γραμμάτων. Σήμερον δὲ ἡ Βουλὴ πάλιν προσέκοψε. Καὶ προχθὲς μὲν ὁ κ. Δεληγεώργης, πρωθυπουργὸς ὤν, σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐγίνωσκεν ἓν μυστήριον δι’ οὗ ἠδύνατο νὰ θρέψῃ 5000 μὲ μόνον πέντε ἄρτους, ἀλλὰ σεῖς ἐφράξατε τὰ αὐτιά σας, σήμερον δὲ σᾶς λέγει ὅτι γινώσκει τέχνην, δι’ ἧς δύναται νὰ ἀναπληρώσῃ τὰ πολλὰ ἄρθρα τοῦ νόμου δι’ ὀλίγων, ἀλλὰ πάλιν ἐφράξατε τὰ αὐτιά σας, ὁ δὲ κ. Δεληγεώργης εἶπεν· «ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου.» Ἐγὼ ὅμως πιστεύω, ὅτι ἡ πρότασίς του ἦτον ὀρθή. Ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ μὴ ἦτον ὀρθή. Σεῖς ὅμως ἔπρεπε νὰ τὸν ἀφήσητε νὰ πιασθῇ εἰς τὴν παγίδα. Ἀλλ’ ὅπου σήμερον ἐφθάσαμεν, ἐὰν δὲν δώσωμεν ἕνα νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, θὰ μᾶς εἴπουν, ὅτι εἴμεθα ἐναντίοι τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου, ὅτι προδίδομεν τὴν πατρίδα, ὅθεν πρέπει νὰ τοῦ δώσωμεν τὸν νόμον. Ἀλλὰ πῶς; Ἀφήσητε νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ φίλος μας κύριος Λομβάρδος, ὅστις εἶπεν, ὅτι δέχεται τὸν νόμον καὶ χωρὶς συζήτησιν. Τὸ ἀρνεῖται δὲ τώρα, ἀλλὰ τὸ εἶπεν. Στρέξατε δὲ ἢ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἣν ὅμως ἀπέσυρεν, ἢ τὴν τοῦ κ. Λομβάρδου, ὁ ὁποῖος δέχεται τὸν νόμον καὶ χωρὶς συζήτησιν.
§119ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν πολὺ τὸν λόγον, ἐφέτος τοὐλάχιστον, ἐπιμένω δὲ νὰ εἴπω τινὰ, διότι συνέβη κἄτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ ἀπαρατηρητί. Ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Βουλῆς πρώτην φορὰν ἐγκατέλειψε τὴν ἕδραν του, διὰ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν.
§120ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὡμίλησα καὶ ἄλλοτε.
§121ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ, ἐγκατέλειψε λοιπὸν τὴν ἕδραν του, διὰ νὰ μᾶς ζητήσῃ ἀναβολὴν μιᾶς ἡμέρας, διὰ νὰ μᾶς προφυλάξῃ ἀπὸ τοῦ νὰ ψηφίσωμεν νόμον, ὡς εἶπε, γελοῖον.
§122ΖΑΪΜΗΣ. Ἐγὼ ὑπεστήριξα τοῦ κ. Δεληγεώργη τὴν πρότασιν.
§123ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔστω.
§124ΖΑΪΜΗΣ. Διὰ τί ἔστω.
§125ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὰ περνοῦν εἰς τὴν Ζάκυνθον, ὄχι εἰς τὴν Ἑλλάδα, αὐτὰ εἶναι ἀγυρτεῖαι.
§126ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Τί εἶναι ἡ Ζάκυνθος, δὲν εἶναι Ἑλλάς;
§127ΧΟΪΔΑΣ. Ἡ Ζάκυνθος εἶναι Ἑλληνικὴ χώρα, κ. Πετσάλη.
§128ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔπρεπε ν’ ἀκούσῃς τί εἶπον (θόρυβος).
§129ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγήρασα ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, κοινοβουλευτικῶς ἐν αὐτῷ συμπεριφερόμενος καὶ λαλῶν· ἀπήντησα πάντοτε εὐχαρίστως εἰς πᾶσαν κοινοβουλευτικὴν διακοπὴν ἢ παρατήρησιν, εἰς ἀντιβουλευτικὰς δὲ τοιαύτας ὡς οὐδέποτε οὕτω καὶ τώρα δὲν ἀπαντῶ. Ἐξακολουθῶ τὸν λόγον μου καὶ λέγω, ὅτι ὁ κύριος πρόεδρος μᾶς εἶπεν, ὅτι μίαν ἡμέραν μόνον ν’ ἀναβάλωμεν, ὡς ἐπιμένουσιν καὶ ἄλλοι ἀγορεύσαντες, διὰ νὰ μὴ ψηφίσωμεν γελοῖον νόμον. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ τῷ ὑπομνήσω, ὅτι κατὰ τὸ 1869 ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου τῷ ἀπηύθυνε τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν προεμνημόνευσα, «τί γίνεται ὁ νόμος περὶ εὐθύνης;» ὁ τότε πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ νῦν τῆς Βουλῆς ἀπήντησεν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι», καταγινόμεθα, ἐγράψαμεν εἰς ἑταιρίαν νὰ μᾶς φέρουν καὶ ἄλλα σχέδια, διὰ νὰ καταρτίσωμεν νόμον τέλειον.
§130ΖΑΪΜΗΣ. Μάλιστα.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρῆλθεν ὅλη ἡ πρωθυπουργία ἐκείνη τοῦ κυρίου Ζαΐμη, καὶ τὸν νόμον τὸν τέλειον δὲν τὸν συνέταξεν. Ἔρχεται ὡς πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὁ κ. Ζαΐμης κατὰ τὸ 1873 καὶ ὡς .... τῆς τότε νικησάσης ἀντιπολιτεύσεως, εἰς τὸν κατὰ τὴν ἀναγόρευσίν του ὡς προέδρου λόγον του, ἐχαρακτήρισε τὸν νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν. Πάντες ἐπιστεύσαμεν ὅτι ἀπὸ τοῦ 1869 ἕως τὰ 1873 παρῆλθε ἀρκετὸς καιρὸς διὰ νὰ συντάξῃ αὐτὸν τὸν τέλειον καὶ καλὸν νόμον, ἀλλὰ τοιοῦτος νόμος οὔτε τότε ἐπροτάθη. Νομίζω, ὅτι καὶ εἰς ἄλλην τινὰ περίστασιν πάλιν τὸν νόμον αὐτὸν ὑπεσχέθη νὰ εἰσαγάγῃ ὁ κ. Ζαΐμης καὶ πάλιν δὲν τὸ ἔπραξεν. Ἐὰν ἑπτὰ ἔτη ἀπὸ τὰ 1869 ἕως σήμερον δὲν ἤρκεσαν εἰς τὸν ἀξιότιμον πρόεδρόν μας νὰ ἠμπορέσῃ νὰ συμπήξῃ τὰς ἰδέας του περὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ, νομίζω ὅτι αἱ δύω ἡμέραι, τὰς ὁποίας ζητεῖ σήμερον, δὲν θὰ φθάσουν.
§132ΖΑΪΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς εἶπον αὐτό.
§133ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι δὲ γελοῖος ὁ νόμος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται; δὲν τὸν ἐμελέτησα πολὺ, οὔτε εἶμαι ἱκανὸς νὰ λύω τοιαῦτα ἐπιστημονικὰ ζητήματα· ἀλλὰ γνωρίζω καλῶς, ὅτι τὸ ζήτημα ἐμελετήθη ἀπὸ τοὺς καλλιτέρους νομομαθεῖς μας, ὅτι ἐσυζητήθη εἰς ἓν τῶν ὑπουργείων ἀπὸ τὸν Προβιλέγγιον, Καλλιγᾶν, Κόκκινον, Παπαρηγόπουλον, ἀπὸ τοὺς ἐγκριτοτέρους νομομαθεῖς τοὺς ὁποίους ἔχομεν, καὶ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ τὸ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ νῦν ὑπουργεῖον· ἐντὸς τοῦ ὑπουργείου αὐτοῦ ὑπῆρχον καὶ δύω μέλη ἀνήκοντα εἰς τὸν κ. Ζαΐμην. Ἴσως πρώτην φορὰν ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ στόμα μου πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο ὁ ἔπαινος, ὅτι, ἀπέναντι τῶν μέχρι τοῦδε βραδυτήτων περὶ νόμου εὐθύνης, στέφανον ἔθεσεν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του φέρον τοιοῦτον νόμον. Διατὶ τὸ ἄνθος, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ στεφάνου τούτου δύναται ν’ ἀνήκῃ εἰς τὸν κ. Ζαΐμην, αὐτὸς μόνος τὸ ἀφαιρεῖ, ὀνομάσας γελοῖον τὸν νόμον τοῦτον τὸν συνταχθέντα ἀπὸ ὑπουργεῖον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὑπῆρξαν δύω φίλοι τοῦ κ. Ζαΐμη, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἐζήτησαν καὶ γνώμην ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἴδιον; Νὰ ψηφισθῇ λοιπὸν τέλος πάντων εἷς νόμος περὶ εὐθύνης, καὶ ἐὰν τυχὸν ὑπάρχουν ἀτέλειαι ἐπ’ αὐτοῦ, εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ τὰς διορθώσωμεν κατόπιν. Ἐὰν δὲν ψηφισθῇ σήμερον, οἱαδήποτε ἀναβολὴ εἶναι ταυτόσημος μὲ τὴν παντελῆ μὴ ψήφισίν του κατὰ τὴν σύνοδον τοὐλάχιστον ταύτην. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ἀπέσυρε τὸ νομοσχέδιόν του, καὶ τὸν ἐπαινῶ, διότι ἔπρεπε νὰ τυπωθῇ, νὰ διανεμηθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, καὶ ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι μέχρι τῶν Χριστουγέννων πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ μετὰ τὰς ἑορτὰς δὲν θὰ εἴμεθα ἴσως πλήρεις. Εἰς μίαν Βουλὴν ἐκ 200 ἀτόμων ἐννοῶ ὅτι δύνανται πέντε ἢ ἓξ ἄτομα νὰ κάμουν νὰ μὴ ψηφισθῇ ὁ νόμος αὐτός· διὰ τοῦτο ἐπιμένω νὰ προβῶμεν ἀμέσως.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω μίαν διασάφησιν, ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης ὡμίλησε σχετικῶς πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δεληγεώργη καὶ ὄχι περὶ μὴ συζητήσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.
§135ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐγὼ περὶ αὐτοῦ.
§136ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι ὅλοι αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν χρησιμότητα αὐτοῦ. Δὲν ἀνῆκε βεβαίως εἰς ἐμὲ νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ἀξίας του· ἡμεῖς καταβάλλομεν πᾶσαν προσπάθειαν, δὲν ἐφείσθημεν κόπων νὰ κάμωμεν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν καλλίτερον, ἀκούσαντες βεβαίως καὶ τὰς γνώμας εἰδικῶν διακεκριμένων· ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ ἐὰν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται ἐνώπιόν της, εἶναι ἄξιον σπουδαίας μελέτης. Ἀλλὰ, κύριοι, δυστυχῶς ἡ ὥρα παρῆλθεν καὶ δὲν εἶναι καιρὸς διὰ συζήτησιν· τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ πράξωμεν πλέον τίποτε, διότι εἴμεθα εἰς στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν διαλυόμεθα· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἐὰν αὔριον ἀρχίσωμεν ὁριστικῶς τὴν συζήτησιν, θὰ λείψουν καὶ τὰ παράπονα, καὶ θὰ ἔχῃ καιρὸν καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης νὰ μᾶς παρουσιάσῃ τὰς ἰδέας του, τὰς ὁποίας θέλομεν λάβει ὑπ’ ὄψιν βεβαίως ὡς τροπολογίας.
§137ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§138ΕΤΕΡΟΙ. Ἀπόψε.
§139ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἐπιμένουν δι’ ἀπόψε, ἀνακαλῶ τὴν πρότασίν μου.
§140ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις εἶναι περὶ ἀναβολῆς.
§142ΤΙΝΕΣ. Ποῖος τὴν ἔκαμε;
§143ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀνήκει βεβαίως εἰς ἐμὲ νὰ ζητήσω τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§144ΤΙΝΕΣ. Πολὺ καλὰ, νὰ συζητήσωμεν.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν ἐξακολούθησιν;
§146ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§148ΠΟΛΛΟΙ. Κανείς.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ά. ἄρθρον.
§150ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀντὶ «τοῦ ἄρθρου 81», πρέπει νὰ τεθῇ «τοῦ ἄρθρου 80», εἶναι λάθος τοῦ τύπου. Ἐπίσης εἰς τὸ ά. ἐδάφιον, ἀντὶ τοῦ «προσυπέγραψε Β. Διάταγμα, δι’ οὗ παραβιάζεται διάταξις τοῦ Συντάγματος», πρέπει νὰ τεθῇ «δι’ οὗ παρεβιάσθη», διότι ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ ἐδάφιον, ἠμπορεῖ νὰ παρερμηνευθῇ, ὡς τιμωροῦν τὴν προπαρασκευὴν, ἐνῷ τοιοῦτον δὲν εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου. Ἐννοοῦμεν προσυπογραφὴν Β. Διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου παρεβιάσθη ἤδη τὸ Σύνταγμα· ἐννοοῦμεν δηλ. τὴν παραβίασιν τετελεσμένην· ἄλλως, ἡ ἁπλῆ προσυπογραφὴ διατάγματος ἄνευ γενομένης παραβιάσεως δὲν δύναται νὰ τιμωρηθῇ.
§151ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ά. ἄρθρον ὅπως ἡρμηνεύθη ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§153ΧΟΪΔΑΣ. Παρακαλῶ, ἂν ᾖναι δυνατὸν, νὰ προστεθῇ, τὸ «ἀνεξαρτήτως τῆς καταδίκης ἢ τῆς ἀθωότητος τοῦ ὑπουργοῦ», διότι εἶναι δυνατὸν πολλάκις ἓν δικαστήριον νὰ πλανηθῇ καὶ νὰ ἀθωώσῃ ἕνα ὑπουργὸν, εἶναι δυνατὸν νὰ πλανηθῇ καὶ νὰ καταδικάσῃ ἕνα ὑπουργόν· νὰ τεθῇ «ἀνεξαρτήτως τῆς καταδικαστικῆς ἢ ἀθωωτικῆς ἀποφάσεως».
§154ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὄχι· ἐννοοῦμεν τὸ ἐναντίον, ὅτι ἡ ἀστικὴ εὐθύνη συνδέεται ἀδιασπάστως πρὸς τὴν ποινικὴν, ἀποτελοῦσαν προδικαστικὸν ἐκείνης ζήτημα· ἑπομένως ἐν περιπτώσει ἀθωώσεως, ἀγωγὴ περὶ ἀστικῆς εὐθύνης δὲν δύναται νὰ ἐγερθῇ. Κατὰ τοῦτο ὁ εἰδικὸς οὗτος νόμος εἶναι ἐπιεικέστερος.
§155ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 6 Μ. Μ.