1876.12.04
1,795 rows · 15,037 words · 101 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41
τῆς 4 Δεκεμβρίου 1876.
(Σάββατον.)
Ὥρα 2¼ μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ τῆς κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεως διὰ τὸ ἔτος 1877· τοῦτο πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ· περὶ ἐπιτροπῆς δὲν πρέπει πλέον νὰ γίνεται λόγος, διότι κατήντησαν μυθιστορικαί. Κύριοι, ζητήσας παρὰ τοῦ προέδρου τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου ἔλαβον παρ’ αὐτοῦ τὴν ἀπόφασιν διὰ τῆς ὁποίας τὸ εἰδικὸν δικαστήριον ἐκηρύχθη ἀναρμόδιον διὰ τὰς ἐκλογικὰς παραβάσεις. Τὴν ἀπόφασιν ταύτην διέταξα νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ διὰ νὰ ὦσιν ἐν γνώσει πάντες οἱ βουλευταί· κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς σήμερον ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης.
§2ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν εἶναι μεμονωμένη, συνδέεται μετὰ τῆς διεξαγωγῆς ὁλοκλήρου τῆς ὑποθέσεως. Νομίζω πρὶν ἢ οἱ ἐπιφορτισθέντες εἰσαγγελεῖς οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὸν κοινωνὸν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ δικαστηρίου ἐκθέσουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ διατρέξαντα, νομίζω ὅτι δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ, μέχρι δὲ σήμερον ἀνεβάλομεν τὴν ἔκθεσιν τῶν γεγονότων ἕνεκα λόγων ὑπηρεσίας.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα αὐτεπαγγέλτως νὰ προσαχθῇ ἡ ἀπόφασις, διότι ἐνόμισα καὶ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς πολιτικοὶ ὑπόδικοι νὰ μένωσιν ἀορίστως ὑπὸ δίκην· ὀφείλει λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἢ νὰ κάμῃ μίαν κλήρωσιν, ἢ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως· παρατηρῶ δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν ὁριστικῶς τὴν δευτέραν νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις, δὲν ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ᾖναι εἰς τὴν διάκρισιν τῶν εἰσαγγελέων.
§4ΦΙΛΗΜΩΝ. Οἱ εἰσαγγελεῖς ἔκαμαν τὸ καθῆκόν των ἕως τώρα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ κατηγορήσω τοὺς εἰσαγγελεῖς, ὁμολογῶ ὅτι ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, ἀλλὰ λέγω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόφασίν της, ὅταν ἔχει ἐνώπιόν της τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου.
§6ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον κατηγορήσαμεν ὑπουργοὺς καὶ παρεπέμψαμεν αὐτοὺς εἰς δίκην· ἀφοῦ ἐχρονοτριβήσαμεν πλέον τῶν 15 ἡμερῶν καὶ ἐξοδεύσαμεν πλέον τῶν 100,000 δραχμῶν καὶ ἀφοῦ ἀνεστατώθη ἡ δικαιοσύνη, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ἕνεκα ἐλλείψεως νόμου νὰ μείνῃ νεκρὰ αὐτὴ ἡ ἀπόφασις· προτείνω λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὁ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν μετὰ τὰ νομοσχέδια τὰ ἀφορῶντα τὴν προπαρασκευὴν, ἐννοεῖτε συμπεριλαμβανομένων καὶ αὐτῶν τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπ’ ὄψιν τῆς ἐπιτροπῆς. Συναινεῖ ἡ Βουλή;
§7ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ προταχθῇ ὅλων ἡ σύμβασις ἡ προξενικὴ μετὰ τῆς Γαλλίας. Ἡ προθεσμία αὐτῆς λήγει μετ’ ὀλίγας ἡμέρας· ἐπρόκειτο νὰ λήξῃ ἡ προθεσμία τὸν Ἰούλιον, ἀλλὰ παρετάθη· ἐὰν δὲν ἐπιψηφισθῇ, δὲν θὰ δοθῇ νέα προθεσμία καὶ ἡ σύμβασις θὰ πέσῃ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Μισυρλῆς ἐζήτησεν ἄδειαν ἀπουσίας 8 ἡμερῶν· τὸ προεδρεῖον δὲν δύναται νὰ χορηγῇ ἀδείας· πιστεύω δὲ ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ἐπίσης θέλει ἀρνηθῆ, διότι δὲν πρέπει ν’ ἀναχωροῦμεν.
§10ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε πάντες, κύριοι, ὅτι ἀπὸ τεσσάρων περίπου μηνῶν τῇ ἐπιστασίᾳ καὶ δαπάναις τοῦ φιλέλληνος Σχλίεμαν ἤρξαντο ἀνασκαπτόμεναι αἱ ἀρχαῖαι Μυκῆναι· ἀποτέλεσμα τῶν ἀνασκαφῶν τούτων ὑπῆρξεν, ὡς γνωρίζετε πάντες, ἡ ἀνεύρεσις ἀντικειμένων πολυτίμων καὶ ἀνεκτιμήτων ὑπὸ ἀρχαιολογικὴν ἔποψιν· ἀνέζησαν, οὕτως εἰπεῖν, αἱ χρυσσαῖ Μυκῆναι τοῦ Ὁμήρου, εὑρέθησαν αἱ ἀποδείξεις, τὰ τεκμήρια τοῦ ἀρχαίου πλούτου καὶ τῆς τέχνης τῶν προγόνων. Ὡς μανθάνω τ’ ἀντικείμενα ταῦτα πρόκειται νὰ μεταφερθῶσιν ἐνταῦθα καὶ τινα τούτων μετεφέρθησαν· ἀγνοῶ ἂν διαταγῇ τῆς Κυβερνήσεως ἢ αὐτοβούλῳ θελήσει τοῦ ἀποσταλέντος ἐκεῖ μέλους τῆς ἀρχαιολογικῆς ἑταιρίας. Φρονῶ, ὅτι ἡ ἀφαίρεσις τῶν κειμηλίων αὐτῶν ἀπὸ τὸν τόπον ἐκεῖνον ὅστις ὡς εὐσεβὴς θεματοφύλαξ διετήρησε ταῦτα αἰῶνας ὁλοκλήρους, φρονῶ, λέγω, ὅτι ἡ ἀφαίρεσις τῶν κειμηλίων τούτων θέλει εἶσθαι μέγα ἀδίκημα διὰ τὸν τόπον ἐκεῖνον. Βεβαίως, κύριοι, γνωρίζετε πόσων πραγμάτων ἔχουσιν ἀνάγκην αἱ ἐπαρχίαι· ἡ ἀφαίρεσις τῶν κειμηλίων ἐκείνων ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην θέλει φέρει ζημίαν ἀνυπολόγιστον· τὸ ἀδίκημα δὲ θέλει εἶσθαι πολὺ μεγαλείτερον, διότι αἱ πτωχαί μας ἐπαρχίαι δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς εἵλωτες τοῦ Κράτους. Παρακαλῶ ἑπομένως τὴν Κυβέρνησιν ἵνα εὐαρεστηθῇ καὶ διατάξῃ, ὥστε νὰ μείνωσιν ἐν τῷ τόπῳ τὰ κειμήλια ταῦτα. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω ὅτι τὸ Ἄργος καὶ ἡ ἐπαρχία ὁλόκληρος ἰδίαις δαπάναις θέλουσιν ἀνεγείρει τὸ κατάλληλον πρὸς τοῦτο μέγαρον. Προσέτι μεταξὺ τῶν ἀνευρεθέντων, κύριοι, ἀνευρέθη καὶ πτῶμα ἥρως· τὸ πτῶμα αὐτὸ, ὅπως γνωρίζετε, δὲν εἶναι εἰς σκελετώδη κατάστασιν, ἀλλὰ διατηρεῖται ἀκέραιον μὲ σάρκα καὶ δέρμα· ἐκ τῶν ἐπ’ αὐτοῦ δὲ εὑρισκομένων σημάτων εἰκάζεται ὅτι εἶναι ἀρχαῖός τις ἥρως.
§11ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ὁ Ἀγαμέμνων.
§12ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πτῶμα τοῦτο, καθ’ ἃ ἐκεῖθεν ἐπιστέλλουσιν, ἡ ἐλαχίστη μετακίνησις θὰ τὸ ἀποσυνθέσῃ· πρέπει λοιπὸν νὰ μένῃ ἐκεῖ. Ἴσως μοῦ ἀντιτάξουν ὅτι τὰ κειμήλια ταῦτα πρέπει νὰ ἔλθουν ἐνταῦθα ἐν τῷ κέντρῳ χάριν τῆς ἐπιστήμης καὶ τῶν ἀρχαιολογικῶν σπουδῶν, ἀλλ’ εὐτυχῶς τ’ ἀντικείμενα ταῦτα εὑρέθησαν πολλαπλᾶ· διὰ τοῦτο φρονῶ καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταφερθῶσιν τ’ ἀναγκαῖα πρὸς μελέτην καὶ σπουδὴν εὐρυτέραν τῆς ἀρχαιολογίας, νὰ μείνωσι δὲ ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ τὰ λοιπὰ, ἵνα σχηματισθῇ ἓν τοπικὸν μουσεῖον.
§13ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§14ΜΙΛΗΣΗΣ (ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τῳόντι τὰ ἐν Μυκήναις εὑρεθέντα ἀρχαῖα εἶναι ἀνεκτίμητος θησαυρὸς ὑπὸ ἀρχαιολογικὴν ἔποψιν· ἀλλὰ δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον δὲν ἐτόλμησα οὔτε ἐγὼ, οὔτε ὁ ἐπὶ ἡμέρας τινὰς ἀξιότιμος προκάτοχός μου, ν’ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην ν’ ἀφήσωμεν ταῦτα εἰς μέρος ὅπου δὲν ἦσαν ἐντελῶς ἐξησφαλισμένα. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, κύριοι, ὅτι τὰ πράγματα ταῦτα εὐκόλως μεταφέρονται, ἔχουν δὲ καὶ ἀξίαν, ὄχι μόνον ἀρχαιολογικὴν, ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικὴν, ὥστε εἶναι ἐκτεθειμένα εἰς κίνδυνον καταφανῆ· διότι εἰς τὸ μέρος, ὅπου ἐγένοντο αἱ ἀνασκαφαὶ, δὲν ὑπάρχουν μέσα, οὔτε τρόπος τις ἐξασφαλίσεως. Ἰδοὺ διατὶ ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἔχομεν ὑπέρτατον καθῆκον, νὰ φροντίσωμεν ὅπως μετενεχθῶσι τὰ ἀντικείμενα ταῦτα εἰς Ἀθήνας· ὅταν δὲ κατασκευασθῇ ἐπιτοπίως μουσεῖον ἢ ἄλλο τι κατάστημα, ὅπου νὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ τοποθετηθῶσι τὰ κυριώτερα ἐξ αὐτῶν, τότε βεβαίως θὰ γείνῃ διάκρισις, τίνα πρέπει νὰ μένουν ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ τίνα πρέπει νὰ μετενεχθῶσιν εἰς τὸ ἐγχώριον μουσεῖον, διὰ νὰ ᾖναι καὶ τὰ μὲν καὶ τὰ δὲ ἐξησφαλισμένα. Μόνος λοιπὸν ὁ λόγος τῆς ἀσφαλείας ὑπηγόρευσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ μέτρον τῆς μεταφορᾶς τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἀρχαίων εἰς τὴν πρωτεύουσαν.
§15ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ τ’ ἀντικείμενα αὐτὰ νὰ μένωσιν ἐν τῷ τόπῳ ἐν ᾧ εὑρέθησαν, ἀλλὰ νὰ μεταφερθῶσιν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας, ἔνθα καὶ κατάστημα ὑπάρχει καὶ ἐν πλήρει ἀσφαλείᾳ δύνανται νὰ μένωσι.
§16ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ ἔφορος, κύριοι, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἐκεῖ, ὁ κ. Σταματάκης, τηλεγραφικῶς καὶ ἐπανειλημμένως καὶ ἱκετευτικῶς ἔγραφε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν «σπεύσατε πρὸς θεοῦ νὰ ἀσφαλίσετε τ’ ἀντικείμενα ταῦτα· διατρέχουν προφανῆ κίνδυνον.» Αὐτὰ λέγει ἡ ὑπηρεσία. Εἰς τὴν Βουλὴν δ’ ἀνήκει νὰ κρίνῃ ἂν θὰ ᾖναι ἀληθῶς ἐξησφαλισμένα τὰ ἀντικείμενα ταῦτα ὅπου δήποτε ἀλλοῦ ἢ εἰς τὰς Ἀθήνας, ὅπου ὑπάρχουν καὶ καταστήματα κατάλληλα καὶ πλήρης ἀσφάλεια.
§17ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ Ἄργος ἔχομεν καὶ καταστήματα· νομίζω δὲ ὅτι ὡραιότατα δύνανται νὰ μεταφερθῶσιν εἰς τὴν πόλιν ὅπου οὐδένα διατρέχουσι κίνδυνον· εἰς τὰς ἀρχαίας Μυκήνας δὲν δύνανται νὰ μένωσι· παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν πρότασίν μου ταύτην· νὰ μεταφερθῶσιν ἐνταῦθα τὰ ἀναγκαῖα διὰ μελέτην καὶ σπουδὴν ἀρχαιολογικὴν, νὰ μείνωσι δὲ ἐν τῷ τόπῳ τὰ λοιπὰ, ὥστε νὰ δυνηθῇ ὁ τόπο ἐκεῖνος νὰ καταρτίσῃ ἓν μουσεῖον.
§18ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἀντικείμενα ἐκεῖνα εἶναι βέβαιον, ὅτι ἔχουν πολλοὺς τοὺς ἐχθροὺς, διότι εἶναι ἀξίας σπουδαιοτάτης, ὄχι μόνον ὑπὸ ἀρχαιολογικὴν ἔποψιν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ὑλικὴν, διότι εἶναι χρυσᾶ· συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν προαγορεύσαντα τοῦ νὰ μείνουν εἰς τὸ Ἄργος· τὸ δημοτικὸν συμβούλιον προσφέρεται διὰ πράξεώς του νὰ ἀνεγείρῃ κατάστημα ἐντὸς τοῦ ὁποίου νὰ ἀσφαλισθοῦν τὰ ἀντικείμενα ταῦτα· ἐπὶ πᾶσι τούτοις, κύριοι, δὲν εἶναι ὑπὸ οὐδεμίαν ἔποψιν συμφέρον πᾶν ὅ,τι ἐγείρει τὴν περιέργειαν τῶν λογίων τῆς Εὐρώπης, νὰ συγκεντρώνεται εἰς τὴν πρωτεύουσαν· μὰ θὰ σκάσῃ αὐτὴ ἡ πρωτεύουσα. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι πολλὰ τῶν ἀντικειμένων αὐτῶν δύνανται νὰ μεταφερθῶσιν εἰς τὴν πρωτεύουσαν καὶ νὰ τεθοῦν ὑπὸ τὴν ἔρευναν τῶν λογίων οἱ ὁποῖοι μένουν ἐδῶ, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὸ Ἄργος, τὸ ὁποῖον προσφέρεται νὰ κάμῃ κατάστημα.
§19ΜΙΛΗΣΗΣ. Μέχρις οὗ γείνῃ αὐτὸ τὸ κατάστημα... Κατ’ οὐσίαν εἴμεθα σύμφωνοι, τὰ ἀντικείμενα θὰ ἔλθουν ἐδῶ, μέχρις οὗ τὸ Ἄργος κατασκευάσῃ κτίριον ἀσφαλὲς, τότε σᾶς ὑπόσχομαι τὰ ἀντικείμενα αὐτὰ νὰ τοποθετηθῶσιν ἐκεῖ.
§20ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ σήμερον ἔχομεν κατάστημα ἀσφαλέστατον. Νὰ ἀναβάλετε τὴν μεταφορὰν τῶν ἀντικειμένων αὐτῶν.
§21Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἁρμοδία νὰ ἀναμιγνύεται εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς διοικήσεως· ὑπάρχει νόμος τοῦ Κράτους περιέχων 155 ἄρθρα, ὁ ὁποῖος κανονίζει ὅλα τὰ περὶ ἀρχαιολογίας· αὐτὸς προβλέπει τὶ πρέπει νὰ μεταφέρεται εἰς τὸ κεντρικὸν Μουσεῖον, καὶ πότε νὰ συνιστῶνται ἐπαρχιακὰ Μουσεῖα· ἂν ὁ ὑπουργὸς δὲν ἐκτελέσῃ τὸν νόμον, δύνανται οἱ βουλευταὶ Ἄργους νὰ ἐπερωτήσωσι τὸν ὑπουργόν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Ἡραίας τῆς ἐπαρχίας Γορτυνίας. Τὸ Τμῆμα ἀποφαίνεται παμψηφεὶ ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως, ἓν δὲ μέλος ἐπιφυλάσσεται. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν· οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Ἡραίας καὶ νόμιμον βουλευτὴν τὸν κ. Κ. Πλαπούταν νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὅλοι). Ἡ ἐκλογὴ ἐπικυροῦται καὶ ἀναγνωρίζεται ὡς βουλευτὴς νόμιμος ὁ κ. Κ. Πλαπούτας. Νὰ ὁρκισθῇ. (Ἐνταῦθα ὁ κ. Πλαπούτας δίδει τὸν νενομισμένον ὅρκον).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλοῦνται οἱ ἐν τῷ θεωρείῳ τῶν δημοσιογράφων νὰ ἐγείρωνται, ὅταν ἐγείρωνται οἱ βουλευταί.
§24ΛΑΠΑΣ. Ἄφηστα αὐτὰ τὰ ζαγάρια.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων.
§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν προξενικὴν σύμβασιν παρακαλῶ.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τῆς προξενικῆς συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας;
§28ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκεται καὶ ψηφίζεται ἡ σύμβασις εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ δανείου χθὲς ἔμελλεν ὁ κ. Δεληγεώργης νὰ ὁμιλήσῃ.
§30ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ πρῶτον ζήτημα, κύριοι, περὶ οὗ θέλω ὁμιλήσει εἶναι ἡ ἀπορία, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα χθές. Χθὲς εἶπον, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδιον περιγράφει ἀτελέστατα τὸ ἀντικείμενον τῆς δαπάνης τοῦ δανείου λέγον τὰ ἑξῆς· «Θέλουσι δαπανᾶσθαι ἀποκλειστικῶς διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς ὑπηρεσίας.» Ὅτι δὲ εἶχον δίκαιον νὰ ἐκφράσω ἣν ἐξέφρασα χθὲς ἀπορίαν, τὸ ἀπέδειξεν ἀξιολογώτατα ὁ μετ’ ἐμὲ λαβὼν τὸν λόγον ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐθεώρησε τὴν ἀπορίαν μου ὡς ἀναπόδεικτον, ἐγὼ ὅμως τὸν ἐξεδικήθην, διότι ὁ μετ’ ἐμὲ λαλήσας οὐ μόνον ἀνεγνώρισε τὴν ἀξίαν τῆς προτάσεώς μου, ἀλλὰ κατέστησε τὴν ἀντ’ αὐτῆς προταθεῖσαν διόρθωσιν τοῦ νομοσχεδίου τοσούτῳ βαρεῖαν, ὥστε ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν ἀγορεύων, ὅτι πρέπει νὰ μὴ ᾖναί τις ἄνθρωπος διὰ νὰ τὴν παραδεχθῇ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐὰν τῳόντι δὲν πρέπει, ὡς χθὲς εἶπον, νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δι’ ἀπαριθμήσεως γενικωτάτων κατηγοριῶν τὸ ἀντικείμενον τῆς δαπάνης τῶν 10 ἑκατομμυρίων. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐὰν ἀντὶ τούτου ᾖναι προτιμότερον παραιτουμένης αὐτῆς μου τῆς προτάσεως νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ φράσις ἡ περιεχομένη ἐν τῇ πρώτῃ τροπολογίᾳ τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου ἐν ᾗ φέρονται τὰ ἑξῆς· «Αἱ πληρωμαὶ ἐνεργοῦνται ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δυνάμει ἐνταλμάτων στηριζομένων εἰς πιστώσεις ψηφιζομένας κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου.» Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν τρίτον ἂν ἀμφοτέρων τούτων τῶν τροπολογιῶν ἢ προτάσεων ἢ ἀποριῶν ᾖναι προτιμοτέρα ἡ θεραπεία τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Δηλιγιάννη, ὅστις ἀντικατέστησεν εἰς τὰς δύω αὐτὰς προτάσεις ἑτέραν τρίτην λέγουσαν ὅτι τὸ δάνειον θέλει δαπανᾶσθαι ἐπὶ τῇ βάσει προϋπολογισμοῦ, ὅστις θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐγκριθῆ ὑπ’ αὐτῆς. Οὕτως ἔχει, κ. Δηλιγιάννη;
§31Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὰ εἶναι τὰ τρία ἀντικείμενα, εἰς τὰ ὁποῖα κατὰ πρῶτον ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς· ἐννοεῖται δὲ ὅτι ἂν καὶ ἐπροτάθησαν τὰ τρία αὐτὰ συστήματα ὑπὸ τριῶν συναδέλφων, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν καθιστᾷ τὸ ζήτημα ἀντικείμενον φιλοτιμίας. Κατ’ ἐμὴν γνώμην τὸ νὰ συμπεριληφθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ περιγραφὴ τῶν ἀντικειμένων, εἰς τὰ ὁποῖα θέλει δαπανηθῆ τὸ δάνειον, εἶναι ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖον καὶ ἐὰν γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Τρικούπη. Ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν τροπολογιῶν ἐν γένει ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ; ὁ σκοπὸς εἶναι ὅπως ἡ Βουλὴ ἐξασφαλίσῃ πρεπόντως τὴν χρῆσιν ἑνὸς ἐκτάκτου πόρου, καὶ πιστεύω ὅτι αὐτὸν τὸν σκοπὸν πρέπει ἀείποτε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλὴ ὁσάκις δημιουργεῖ ἐκτάκτους πόρους καὶ ἐκτάκτους ἀνάγκας. Πιστεύω δὲ προσέτι ὅτι τὰ προτεινόμενα εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον διαπραγματεύομαι, δὲν προτείνονται δι’ ἄλλον λόγον εἰμὴ ὃν προανέφερον. Ἀλλ’ ἐὰν ἀπαιτήσωμεν νὰ μὴ ἐπιτραπῇ δαπάνη ἐκ τοῦ δανείου χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ πίστωσις ἐψηφισμένη κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἀσφαλίζομεν αὐτήν μας τὴν ἐπιθυμίαν; Νομίζω ὄχι διὰ δύω λόγους· πρῶτον, διότι καὶ ἡ πίστωσις, τὴν ὁποίαν ποτὲ ἡ Βουλὴ εἴτε κατ’ αὐτὴν τὴν σύνοδον εἴτε εἰς μέλλουσαν θὰ ψηφίσῃ, δύναται νὰ ᾖναι ἀόριστος. Εἶναι δὲ πολὺ πιθανὸν νὰ ᾖναι ἀόριστος, ἀφοῦ ἤδη ὅτε δημιουργοῦμεν καὶ τὸν ἔκτακτον πόρον καὶ τὴν ἔκτακτον ἀνάγκην, ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἀφίνομεν ἀόριστον τὸ πρᾶγμα. Ὅ,τι δὲ διὰ τῆς πρώτης ταύτης νομοθετικῆς πράξεως τὸ νομοθετικὸν σῶμα θεωρεῖ ἐπιτετραμμένον, πῶς ἐρωτῶ δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι δύναται καὶ διὰ τῆς δευτέρας πράξεως νὰ θεωρήσῃ ἐπιτετραμμένον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία; Ὁ δὲ δεύτερος καὶ κυριώτερος λόγος εἶναι ὁ ἀκόλουθος, ὅτι κατὰ τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμον αἱ πιστώσεις οὐ μόνον ὑπὸ τῆς Βουλῆς δύνανται νὰ ψηφισθῶσιν, ἀλλ’ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς κατὰ νόμον ψηφίζονται καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῇ ὑπογραφῇ τοῦ Βασιλέως. Σήμερον μάλιστα καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος ἐὰν ἀφήσωμεν ἀόριστον ἐν τῷ νόμῳ τὸ ἀντικείμενον, προαποφασίζομεν ὅτι αἱ πιστώσεις θέλουν ὁρισθῆ διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων. Πρῶτον μὲν, διότι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐνόμιζεν, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἦτο λίαν κατεπεῖγον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶχε πλῆρες τὸ σχέδιόν της, εἶχε μορφώσει τελείαν ἀπόφασιν περὶ τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν ἤθελε δαπανήσει τὸ δάνειον—καὶ σκοπὸν δὲν ἐννοῶ τὸν ἐν γένει, ἀλλὰ τοὺς εἰδικοὺς σκοποὺς, οἱ ὁποῖοι τὸν καθόλου αὐτὸν σκοπὸν συναποτελοῦν— τότε δὲν ἤθελε δυσκολευθῆ ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς εἴπῃ ἀπὸ τοῦδε εἰς τί θέλει μεταχειρισθῆ μίαν ἑκάστην δραχμὴν τοῦ δανείου. Δεύτερον δὲ, διότι ἀρκετὸν χρόνον συνεδριάζομεν ἐνταῦτα καὶ δὲν εἶναι ἀπίθανον, ὅτι ἐπὶ πολὺ δὲν θὰ συνεδριάσωμεν ἀκόμη. Ἀφοῦ δὲ αὐτὸ εἶναι τὸ ἐνδεχόμενον καὶ τὸ πλέον πιθανὸν, ἤγουν ὅτι ἡ διάθεσις τοῦ δανείου θὰ γείνῃ διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων συμφώνως μὲ τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμον, δὲν νομίζετε ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ προσδιορίσωμεν ἀπὸ τοῦδε ὅριά τινα, ἐντὸς τῶν ὁποίων τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα θέλουν περιστρέφεσθαι; Δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον νὰ πράξωμεν τοῦτο μᾶλλον παρὰ κάθε ἄλλο, οὐ μόνον διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους προανέφερον, ἀλλὰ καὶ διότι θὰ ἔχωμεν τὴν παρηγορίαν, ὅτι ἐπροβλέψαμεν πραγματικῶς περὶ ὡρισμένων ἀναγκῶν καὶ δὲν ἐδώσαμεν ἓν δάνειον ἐπὶ τῷ γενικῷ σκοπῷ τῶν ἐκτάκτων στρατιωτικῶν δαπανῶν, χωρὶς ν’ ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ἔργου μας, ὅτι εἴχομεν κάπως ὑπ’ ὄψιν τί μέλλει νὰ γείνῃ μετὰ τὴν ἀναχώρησίν μας; Ἀφοῦ δὲ ἡ παρατήρησίς μου περιστρέφεται εἰς τὴν ἀξίωσιν τοῦ νὰ ὁρισθῶσι γενικαὶ κατηγορίαι, οὐδεὶς δύναται νὰ μὲ κατακρίνῃ ὅτι ζητῶ πράγματα ἀδύνατα, ὅτι θέλω νὰ ἀναγκάσω τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὴν Βουλὴν νὰ εἰσέλθῃ εἰς λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι οὔτε πρόχειροι ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι, οὔτε καὶ ἀναγκαῖαι. Ἐννοῶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ ὁρίσωμεν μόνον γενικὰς κατηγορίας ἐντὸς τῶν ὁποίων ἡ ἐντολὴ καὶ ἡ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν θὰ δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πρέπει νὰ περικλείεται. Ἰδοὺ διατί εἶπον ὅτι καὶ δεκτῆς γενομένης τῆς προτάσεως τοῦ κ. Τρικούπη, ἡ ἀπορία, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα, εἶναι ἀξία τῆς προσοχῆς σας, καὶ ἐὰν τὴν ἐγκρίνετε, νομίζω ὅτι ἀντὶ νὰ παραβλάψετε τὸν σκοπὸν τῆς τροπολογίας, ἣν ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, ἐξ ἐναντίας θέλετε ὑποβοηθήσει αὐτόν· διότι θὰ ἔχωμεν οὕτω ἀμφότερα, τάς τε γενικὰς κατηγορίας, ἐντὸς τῶν ὁποίων θέλουν περιστραφῆ αἱ μέλλουσαι πιστώσεις, καὶ συγχρόνως τὸν εἰδικώτερον προσδιορισμὸν τῆς χρήσεως τῶν χρημάτων, διὰ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ προκαλῇ πιστώσεις παρὰ μὲν τῆς Βουλῆς ἐνόσῳ ὑπάρχει τὸ νομοθετικὸν σῶμα παρόν, ὅταν δὲ δὲν ὑπάρχῃ παρὰ τοῦ βασιλέως. Εἰς τὴν πρότασίν μου ταύτην δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι θέλουσι συνταχθῆ ὅσοι νομίζουσιν, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μας κ. Δηλιγιάννη εἶναι ὑπερβολικῶς αὐστηρά. Ὁ κ. Δηλιγιάννης τί ἐπρότεινε; νὰ μὴ ᾖναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ποιήσῃ χρῆσιν τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων χωρὶς προηγουμένως νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον αὕτη νὰ ἐγκρίνῃ. Τί ἐστὶ προϋπολογισμός; Ὁ προϋπολογισμὸς περιέχει εἰς ἀριθμοὺς τὰς λεπτομερείας τῶν δαπανῶν. Ἐὰν δὲ ὑποθέσητε ὅτι δὲν περιέχει τὰς λεπτομερείας ταύτας εἰς ἀριθμούς, τότε δὲν ἐννοῶ προϋπολογισμὸν ἄλλον, εἰμὴ αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον προτείνω ἐγώ· διότι εἷς τοιοῦτος προϋπολογισμὸς θὰ περιέχῃ τὰς γενικὰς κατηγορίας κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον λεπτομερεστέρας καὶ εἰδικωτέρας, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ὁρίζῃ ἑκάστης ἐξ αὐτῶν τὸ δαπανηθησόμενον ποσόν. Ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο προτείνω καὶ ἐγώ· νὰ συμπεριληφθῇ ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει μεταχειρισθῆ τὰ 10 ἑκατομμύρια διὰ τὴν κίνησιν τοῦ στρατοῦ, δι’ ὁπλισμὸν στρατοῦ ἐὰν θέλῃ, δι’ ἀγορὰν σκευῶν, διὰ συγκρότησιν ἐφεδρείας, διὰ τὴν ἐξάσκησιν τῆς ἐθνοφρουρᾶς ἢ διὰ τὴν ἄσκησιν τῆς ἐφεδρείας τῆς ἐθνοφρουρᾶς καὶ καθεξῆς δι’ ὅλα τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις μόνη, ἥτις ἔχει ἓν σχέδιον ἢ ὑποτίθεται ὅτι ἔχει, δύναται νὰ ὁρίσῃ. Ἐὰν ὅμως δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Δηλιγιάννη, ἴσως τότε προχωροῦμεν εἰς ἀξιώσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυσεκτέλεστοι ἀληθῶς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὡμολόγησεν ὅτι δὲν δύναται ἤδη νὰ παρουσιασθῇ ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καὶ ἀπαρίθμηση τὰς ἀνάγκας καὶ πολὺ περισσότερον καὶ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς ἑκάστην αὐτῶν ἀναγκαῖα. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Δηλιγιάννη δύναται νὰ φέρῃ ὡς ἀποτέλεσμα ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις θὰ ἐκτελέσῃ τὸν νόμον, ἠμπορεῖ εἰς ὑπερβολὴν νὰ δεσμευθῇ· διότι ναὶ μὲν ἀξιῶ ὅτι αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ὡς εἶναι αἱ σημεριναὶ, παρουσιάζονται καὶ ἀπαιτοῦσιν ἐκτάκτους πόρους καὶ διὰ τῆς πολιτικῆς αὑτῶν δημιουργοῦσιν ἐκτάκτους ἀνάγκας, αὗται βεβαίως πρέπει νὰ ἔχωσι πλῆρες σύστημα ἐκπληροῦν τὸν σκοπὸν, ἀποσοβοῦν τὸν κίνδυνον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου προβαίνουσιν εἰς τοιαῦτα μέτρα· ἀλλ’ ὅμως δὲν νομίζω, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον δύναται εὐλόγως ν’ ἀξιώσῃ παρὰ τῶν ὑπουργῶν, καί τοι ἀποδειξάντων τοσαύτην ἐπιμέλειαν καὶ νοημοσύνην καὶ κυβερνητικὴν ἱκανότητα, ὅτι δύνανται νὰ προΐδωσι πάσας τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, τὰς ὁποίας ὁ μέλλων χρόνος δύναται νὰ παρουσιάσῃ. Ἑπομένως τὸ σύστημα τοῦ κ. Δηλιγιάννη, κατὰ τὸ ὁποῖον (ἀφοῦ πρόκειται περὶ προϋπολογισμοῦ) πρέπει εἰς ἀριθμοὺς νὰ ὁρισθῶσιν αὐταὶ αἱ ἀνάγκαι, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν συμβιβάζεται μὲ τὰ πράγματα καὶ μὲ τὰς δικαίας τοῦ Κοινοβουλίου ἀπαιτήσεις. Μεταβαίνω ἤδη εἰς δεύτερον ζήτημα. Τὸ ζήτημα τοῦτο συνίσταται εἰς τὴν ἐρώτησιν, ἂν κατὰ τοὺς κειμένους λογιστικοὺς νόμους ἦναι πρεπόντως ἠσφαλισμένον τὸ κράτος διὰ τὴν νόμιμον χρῆσιν τοῦ ἐκτάκτου πόρου, τὸν ὁποῖον χορηγοῦμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελον θεωρηθῆ οἱ νόμοι οὗτοι ὡς ἀνεπαρκεῖς, ὁποῖος εἶναι ὁ καταλληλότερος τρόπος ὅπως πληρώσωμεν τὸ ἀνεπαρκές. Ὡς πρὸς τοῦτο κατὰ πρῶτον εἰσήγαγε πρότασιν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, καὶ ἐνόμισεν ὅτι ἀνεπαρκὴς εἶναι ἡ σήμερον γινομένη θεώρησις τῶν ἐνταλμάτων ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἐσκέφθη δὲ ὅτι πρὸς συμπλήρωσιν αὐτῆς τῆς ἀδυναμίας τῶν κειμένων νόμων συνετὸν εἶναι ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὸν παρὰ τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν σύμβουλον τοῦ δικαστικοῦ τμήματος τὸ δικαίωμα καὶ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ νὰ θεωρῇ αὐτὸς τὰ ἐντάλματα. Ὅπως δὲ ἀσφαλισθῇ καὶ παρ’ αὐτοῦ, ἐκήρυξεν αὐτὸν ὑπεύθυνον καὶ τὴν περιουσίαν του καὶ τὴν προσωπικήν του ἐλευθερίαν ἐχέγγυον εἰς τὸ Κράτος, καὶ ἀπηγόρευσεν εἰς τοὺς ταμίας τοῦ Κράτους πᾶσαν πληρωμὴν, ἧς δὲν προηγήθη ἡ θεώρησις αὕτη. Μετὰ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ὁ κ. Δηλιγιάννης αὐτὸ μὲν ἐδέχθη, προέβη δὲ εἰς τὴν ἀξίωσιν....
§33ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶπον ὅτι ἔρχομαι ἐπίκουρος εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησε περιττήν....
§34ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἤκουσα, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐνόησα κατόπιν.
§35ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἀντ’ αὐτῆς ἐπρότεινε τὴν μίαν καὶ μόνην.
§36ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἦτο πολὺ θορυβώδης ἡ συζήτησις χθὲς, καὶ ἴσως δὲν ἀντελήφθην· ἀκούσατε ὅμως πῶς ἀντελήφθην ἐγὼ τῶν πραγμάτων. Μετὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Τρικούπη ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ἐὰν θέλετε ὁ δικαστικὸς σύμβουλος ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ θεωρῇ τὰ ἐντάλματα, ἠμπορεῖτε νὰ τὸ κάμετε, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν· ἐὰν θελήσετε ὅμως νὰ προβῆτε περαιτέρω, νομίζω ὅτι αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας δίδουσιν οἱ καθεστῶτες νόμοι, εἶναι οὐ μόνον ἐπαρκεῖς, ἀλλὰ καὶ πολὺ πλέον ἀσφαλέστεραι ἢ ὅσον ἡ τροπολογία τοῦ κ. Τρικούπη.
§37ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι ἀνεφάρμοστος.
§38ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πολλὴν ὥραν ὅμως ὡμιλήσατε περὶ τῶν ἐπαρκῶν διατάξεων τοῦ νόμου.
§39ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· εἶπον, ὅτι θεωρῶ ἐπαρκεῖς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου.
§40ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴπατε ὅμως, ὅτι ἐὰν περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ συμβούλου θεώρησιν τῶν ἐνταλμάτων...
§41ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ἀλλὰ νὰ συλλογισθῶσι τί ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ, ἐὰν δὲν δέχεται αὐτὸς νὰ θεωρῇ.
§42ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλ’ ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐζήτησεν, ὅπως ὁ σύμβουλος αὐτὸς ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐρευνᾷ καὶ τὴν χρῆσιν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ πίστωσις θέλει χορηγήσει εἰς τὴν διοίκησιν. Ἐνόμισα δὲ καὶ ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ ἀκόμη, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐδέχθη τὸ πρῶτον τὴν θεώρησιν, διότι, ἐὰν δὲν ἐδέχετο τὴν θεώρησιν, δὲν ἐννοῶ πῶς ἠδύνατο νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν δικαστικὸν σύμβουλον νὰ ἐπιτηρῇ τὴν χρῆσιν. Ὑπέθεσα καὶ ὑποθέτω ἀκόμη, ὅτι, διὰ νὰ ἐγείρῃ τὴν δευτέραν ἀξίωσιν, παραδέχεται τὸ μέτρον διὰ τοῦ ὁποίου ὁ δικαστικὸς σύμβουλος λαμβάνει γνῶσιν τῆς πιστώσεως τοῦ ἐντάλματος.
§43ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν δὲν σᾶς εἶναι δυσάρεστον, νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν.
§44ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι, διόλου.
§45ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Τρικούπης διὰ τῆς τροπολογίας αὐτοῦ προτείνει τὰ ἐντάλματα νὰ ἐπιθεωρῶνται ὑπὸ τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου, πρὸς τίνα σκοπόν; Πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ βεβαιοῦται, ὅτι δὲν γίνεται δι’ αὐτῶν ὑπέρβασις. Ἀλλὰ τὴν θεώρησιν ταύτην κατὰ τοὺς καθεστῶτας νόμους κάμνει ὁ διευθυντὴς τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου. Ἐγὼ δὲ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀφορμὴν νὰ δυσπιστῶμεν εἰς τὸν ὑπάλληλον τοῦτον, καὶ εἶπον, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ζητήσωμεν τὴν θεώρησιν τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου, ἀλλ’ ἠξίωσα νὰ ὑποβάλλωνται τὰ ἐντάλματα καὶ εἰς τὴν θεώρησιν τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου δι’ ἄλλον λόγον, διὰ νὰ ἐξετάζῃ καὶ βεβαιοῖ ἐὰν ἡ δαπάνη εἶναι ἀλλοτρία τῆς πιστώσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐκδίδεται τὸ ἔνταλμα.
§46ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀφοῦ ὁ δικαστικὸς σύμβουλος πρόκειται καὶ κατὰ τὴν πρότασιν αὐτὴν νὰ ἐξέλθῃ τοῦ θέματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐργάζεται περὶ τὰ δικαστικὰ, καὶ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λογαριασμῶν τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ἀναδεχθῇ εὐθύνας ἀνηκούστους παραφυλάττων τὴν χρῆσιν τῶν χρημάτων, νομίζω ὅτι δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ φιλονεικηθῇ εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα καὶ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ νὰ θεωρῇ καὶ τὰ ἐντάλματα, διὰ νὰ βλέπῃ ἐὰν ἐξεδόθησαν κατὰ τὰς πιστώσεις. Ὁπωσδήποτε τὰ δύω ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐνώπιόν μας σήμερον, εἶναι αὐτά· πρῶτον ἐὰν πρέπει νὰ ἐπιφορτίσωμεν τὸν δικαστικὸν σύμβουλον νὰ θεωρῇ τὰ ἐντάλματα, ὅπως γνωρίζῃ ἐὰν ὑπάρχῃ ἢ δὲν ὑπάρχῃ ὑπέρβασις πιστώσεως, καὶ δεύτερον τὸ ζήτημα, ἐὰν πρέπει νὰ ἐπιφορτίσωμεν αὐτὸν μὲ τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρακολουθῇ τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων τούτων, ὅπως γινώσκῃ ἐὰν τῶν χρημάτων τούτων γίνεται χρῆσις συμφώνως μὲ τὴν πίστωσιν. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, νομίζω, ὅτι καὶ ἄν τις θελήσῃ νὰ περιβάλῃ τὴν λογιστικὴν αὐτὴν πρᾶξιν διὰ μείζονος ἐγγυήσεως, ὁ δικαστικὸς σύμβουλος διὰ πολλοὺς λόγους δὲν εἶναι τὸ κατάλληλον πρόσωπον. Δὲν εἶναι δὲ τὸ κατάλληλον πρόσωπον, ὄχι τόσον διότι δὲν ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ ἐκτελέσῃ τὴν πρᾶξιν, ἥτις ἀνατίθεται εἰς αὐτὸν, ἀλλὰ διότι ἐπιβαρύνεται μὲ τοσαύτην εὐθύνην, ὥστε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ποτὲ δὲν πρέπει νὰ δεχθῇ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτὸν ἔργον ἀλλότριον τοιαύτην ἐπαγόμενον εὐθύνην. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ δικαστικοῦ συμβούλου, νομίζω, ὅτι τὸ νομοθετικὸν σῶμα πάσχει καὶ ἀπό τινα ἀδυναμίαν τοῦ νὰ τὸ κατορθώσῃ. Ὁ δικαστικὸς σύμβουλος δὲν ὁμοιάζει τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους. Αὐτὸς ὑπηρετεῖ δυνάμει συμβολαίου· δύνασθε ν’ ἀναθέσητε εἰς αὐτὸν ὁποιανδήποτε ἐργασίαν ἀναγομένην εἰς τὰ καθήκοντά του, ἐπειδὴ ὅμως διὰ συμβολαίου εἰσῆλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζω ὅτι δὲν δύνασθε χωρὶς νὰ δώσητε τὸ δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῇ, νὰ τῷ ἐπιβάλλετε εὐθύνην συνεπαγομένην ἀπώλειαν προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ ἀπώλειαν περιουσίας, ἀπαιτοῦντες ἔργα ὅλως ἀλλότρια καὶ ξένα πρὸς τὴν ἐντολήν του. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε εἰς τὸν κ. Κιάπε, ὁ ὁποῖος ἀναδέχθη ἁπλῶς νὰ διαχειρίζεται τὰς τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δίκας, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτηρῇ τὰ εἰδικὰ λογιστήρια ὅλων τῶν ὑπουργείων καὶ τὰς πράξεις ὅλων τῶν ὑπουργῶν καὶ τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου, καὶ ἂν τυχὸν ἤθελε παρίδει τὸ δημόσιον συμφέρον δι’ οἱονδήποτε λόγον νὰ ὑπέχῃ εὐθύνην τοσούτῳ βαρεῖαν. Αὐτὸς ἔχει καθῆκον νὰ ἐνεργῇ τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν τῷ ἀνέθεσεν ὁ νόμος καὶ δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν νέαν ἐντολὴν χωρὶς ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τὸν παύσῃ, ἂν δὲ θελήσετε, δεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη, νὰ τῷ ἐπιβάλετε καὶ ἑτέραν ὑποχρέωσιν, ὅτι χρεωστεῖ νὰ παρακολουθῇ τοὺς ἐκτελεστὰς τοῦ ἐντάλματος καὶ νὰ πορίζεται τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας περὶ τῆς χρήσεως τῶν χρημάτων τούτων καὶ νὰ φέρῃ εὐθύνην ἂν τυχὸν ἤθελε γείνει χρῆσις ἀλλοτρία τοῦ σκοποῦ, αὐτὸς δὲ ἢ δὲν ἤθελε τὴν ἀναστείλει ἢ δὲν ἤθελε τὴν καταγγείλει, τότε ζητεῖτε παρ’ αὐτοῦ τοιαῦτα πράγματα ὥστε δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι οὔτε ὁ ὑπάρχων, οὔτε κανεὶς ἄλλος εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ τοιαύτην ἐντολήν. Ἡ ἐπιθυμία τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μας εἶναι ἀξιέπαινος, ὁδηγοῦνται δὲ ὑπὸ τῶν νόμων τῶν παρὰ τοῖς Ἄγγλοις ἰσχυόντων περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων. Ἀλλ’ οὔτε ἐν Ἀγγλίᾳ εἶναι πιστευτὸν ὅτι, ἐὰν δὲν εἶχον οἷον ἔχουσι σήμερον πλήρη τοιοῦτον λογιστικὸν ὀργανισμόν, ἤθελόν ποτε δεχθῆ μεμονωμένως τὴν πρότασιν ταύτην, δηλαδὴ ἀντὶ τοῦ controleur general, τὸν ὁποῖον ἔχουν κατὰ τοὺς λογιστικοὺς αὐτῶν νόμους πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῶν τῶν καθηκόντων, ἀπίστευτον εἶναι ὅτι ἤθελον δεχθῆ ν’ ἀναθέσωσι τὰ καθήκοντα εἰς τὸν δικαστικὸν σύμβουλον, ὅστις διαχειρίζεται τὰς δικαστικὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους. Ὥστε τοῦτο καὶ μόνον ἀρκεῖ ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν μιμούμεθα τὴν Ἀγγλικὴν νομοθεσίαν. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι κανονισμένα ἐν μεγίστῃ λεπτομερείᾳ καὶ λειτουργοῦσιν ἐν μεγίστῃ ἁρμονίᾳ. Δὲν θέλετε ἀπαντήσει δημόσιον ὑπάλληλον ἐνεργοῦντα τοιαύτην ὑπηρεσίαν, ἐὰν δὲν ἔχῃ ὁμολογουμένως τὴν πρὸς τοῦτο ἱκανότητα καὶ δεξιότητα. Δὲν θέλετε ἀπαντήσει ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τὰ ἀδύνατα ἐπιβαλλόμενα διὰ τοῦ νόμου εἰς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὴν ἠθικὴν ἀδυναμίαν τοῦ νὰ ἀναδεχθῶσιν αὐτά· διότι ἠθικῶς ἀδύνατα ἀποφασίζει ὁ νομοθέτης, ὅταν διατάσσῃ ὑπάλληλον, ἔχοντα ὅλως διόλου ἄλλην ἱκανότητα, νὰ ἀναδεχθῇ ἔργα καὶ εὐθύνην διὰ πράξεις ὅλως διόλου ἑτερογενεῖς καὶ διαφευγούσας τήν τε ἱκανότητα αὐτοῦ καὶ τὴν πεῖραν καὶ ἀξίαν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὅπου ἀναθέτουν εἰς τὸν ἀνώτατον αὐτὸν ὑπάλληλον τοῦ Κράτους αὐτὴν τὴν ἐντολήν, δίδουσιν εἰς αὐτὸν συνάμα καὶ ὅλον τὸ προσωπικὸν καὶ ὅλην τὴν ἁρμοδιότητα καὶ δικαιοδοσίαν, ἡ ὁποία καθιστᾷ δυνατὴν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Ἐννοεῖτε χάριν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου νὰ δημιουργήσετε μίαν νέαν τοιαύτην ὑπηρεσίαν, ὅπως κατορθώσετε ν’ ἀσφαλίσετε τὴν χρῆσιν τοῦ δανείου τῶν δέκα ἑκατομμυρίων; εἰς τὴν τροπολογίαν δὲν ἀπαντῶ τὸν σκοπὸν αὐτόν· ἀπαντῶ τὸν ἀξιέπαινον σκοπὸν τοῦ ν’ ἀσφαλίσετε ὅσον εἶναι δυνατὸν τὴν διαχείρισιν, ἀλλὰ τὴν ἀσφάλειαν ταύτην ποιεῖτε ἐκ τοῦ προχείρου. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν τὸ ὑπουργεῖον ἐκδίδει τὴν ἐντολὴν τῆς πληρωμῆς εἰς τὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία, ὡς γνωρίζετε, εἶναι τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους· ἡ δὲ Τράπεζα δὲν ἐνεργεῖ τὴν πληρωμὴν εἰς τὸν γενικὸν ταμίαν, ἂν δὲν εἰδοποιήσῃ προηγουμένως τὸν γενικὸν ἐλεγκτὴν περὶ τῆς ἐκδοθείσης ἐντολῆς. Αὐτὸς τότε ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ ἂν τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐντολῆς περιλαμβάνεται εἰς τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἐχορήγησε τὸ νομοθετικὸν σῶμα, καὶ μετέπειτα διὰ τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ἔχει, ἐπιτηρεῖ καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν. Ἀλλὰ τοιοῦτον μηχανισμὸν δὲν εἰσάγομεν διὰ τοῦ προκειμένου νόμου, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι ἐκ τοῦ προχείρου δημιουργοῦντες κάτι τι, πλάττομεν εὐθύνας καὶ ἱκανότητας, αἱ ὁποῖαι πράγματι δὲν ὑπάρχουν, διότι ὁ δικαστικὸς σύμβουλος οὔτε τὴν ἱκανότητα ἔχει οὔτε τὴν εὐθύνην δύναται ν’ ἀναδεχθῇ. Αὐτός, κύριοι, ὁ γενικὸς ἐλεγκτὴς εἶναι κἄτι τι περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι ἡμεῖς ὑπολαμβάνομεν. Ἐν Ἀγγλίᾳ αὐτὸς δύναται νὰ ὀνομασθῇ ὄργανον τοῦ Παρλαμέντου παρὰ ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸν τὸν ὑπάλληλον δὲν δύναται νὰ παύσῃ ἡ βασίλισσα. Αὐτὸς παύεται μόνον τῇ κοινῇ συγκαταθέσει τῆς βουλῆς καὶ τῆς γερουσίας. Αὐτὸς ὁ ἀνώτατος ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ποιῆται αὐτὴν τὴν θεώρησιν καὶ ἐξέλεγξιν, οὐ μόνον ἀναφέρεται πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐκθέτει ὅλας του τὰς παρατηρήσεις, ἀλλὰ συγχρόνως ἔχει ἄμεσον σχέσιν μετὰ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἀναφέρεται πρὸς αὐτὸ καὶ λαλεῖ πρὸς αὐτό. Βλέπετε, ὅτι ἐδημιουργήθη ἐν Ἀγγλίᾳ μία ὑψηλοτάτη λειτουργία, ἡ ὁποία χρησιμεύει ὅπως τὸ Κοινοβούλιον ἐκτελῇ τὴν ἐπιτηρητικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ Συντάγματος ἔλαβε καὶ συνάμα ἐξελέγχει τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς τὴν ὁποίαν διὰ τῶν πιστώσεων χορηγεῖ τὸ δικαίωμα νὰ διαχειρίζεται τοὺς φόρους τοῦ λαοῦ. Αὐτὸ τὸ σύστημα τὸ ἐννοοῦμεν βεβαίως ὅλοι καὶ πιστεύω, ὅτι σᾶς ἐγείρεται ἡ ἐπιθυμία, ἐνῷ περιγράφω αὐτό, πῶς νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἀποκτήσωμεν καὶ ἡμεῖς κἄτι τι παρόμοιον, τὸ ὁποῖον εὐθὺς νὰ διευκολύνῃ τὸ ἔργον μας καὶ συγχρόνως τὴν εὐσυνείδητον ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός μας· διότι μόνον διὰ τῶν εἰδικῶν ἀνθρώπων εἰδικά τινα δικαιώματα καὶ ἐπιστημονικὰ ἔργα δύνανται νὰ κατορθωθῶσιν ὑπὸ τοῦ κοινοβουλίου, τοιαύτη δὲ εἶναι καὶ ἡ λογιστικὴ ὑπηρεσία. Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς εἰς τὸ ἔργον τοῦτο χωλαίνομεν, διότι πολλὰ μᾶς λείπουν καὶ τοῦτο ἀκόμη. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Γόρτυνος ἵνα μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ δεύτερον μέσον τῆς προτάσεώς του, ἂν καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ σκοπός του εἶναι ἄριστος· διότι φρονῶ, ὅτι ἂν δὲν δυνηθῇ νὰ δημιουργήσῃ ἓν πλῆρες σύστημα, δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν της οὔτε εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὸ πλάσσῃ ἐκ τοῦ προχείρου εἰς τὸν προκείμενον νόμον, διότι θὰ συντάξωμεν θεσμὸν ὅλως διόλου ἀτελῆ καὶ ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις σόλοικον καὶ πρώτιστον πάντων δὲν θὰ εὕρωμεν σύμφωνον τὸν δικαστικὸν σύμβουλον τοῦ ὑπουργείου τῆς οἰκονομίας! Παρατηρῶ ἤδη ἐρχόμενος εἰς τρίτον ζήτημα, ὅτι τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη διαλαμβανόμενον ἐν τῷ ἄρθρῳ ἕκτῳ περὶ συντάξεως ἰδίας προσωρινῆς καταστάσεως τῶν δαπανῶν τῆς τρεχούσης χρήσεως θὰ ἦτο προτιμότερον ἂν ἤθελε μεταβληθῇ. Δυνάμεθα ν’ ἀπαιτήσωμεν πρὸς τὸν ἴδιον σκοπὸν ἐν πάσῃ συνόδῳ παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παρουσιάζῃ κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὰς γενομένας εἰσπράξεις παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δεύτερον τὰς γενομένας εἰσπράξεις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἔτι δὲ τὸ ποσὸν τῶν ἐκδοθέντων ἐνταλμάτων, τὴν χρῆσιν αὐτῶν τῶν ποσῶν, τὰς ἐκκρεμεῖς πληρωμάς, τὰ ἐκκρεμῆ ἐντάλματα καὶ οὕτω λαμβάνῃ πληρέστατα γνῶσιν ἡ Βουλὴ ἐν πάσῃ συνόδῳ εἰς ὁποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ὁ ἔκτακτος αὐτὸς πόρος· δὲν νομίζω ὅμως ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα τῆς χρήσεως ἐνταῦθα καὶ νὰ ἀξιώσωμεν ἀπολογισμὸν μετὰ εἴκοσι μῆνας, διότι ἀφοῦ δὲν εἰσέρχεται τὸ δάνειον αὐτὸ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους λείπουσιν ὅλοι οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐδημιουργήθη ἡ παράτασις τῆς δωδεκαμήνου διαχειρίσεως εἰς εἰκοσάμηνον χρῆσιν. Ἀλλὰ εἰς τοῦτο δὲν ἐπιμένω. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Τρικούπη, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη καὶ ὁ κ. ὑπουργός.
§47ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τροπολογοῦμεν.
§48ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂς ᾖναι, ὅπως ἡ χρῆσις τοῦ δανείου γίνεται συνεπεία πιστώσεως ψηφιζομένης κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ὁρισθῇ, δι’ οὓς λόγους ἐξέθεσα, ἐν τῷ νόμῳ εἰς γενικὰς κατηγορίας τὸ ἀντικείμενον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ διατεθῶσι τὰ χρήματα· διότι, ὡς προανέφερα, αἱ πιστώσεις μόναι δὲν ἀρκοῦν, οὐ μόνον διότι εἰς τὸν νέον νόμον περὶ πιστώσεως δύναται ἡ Βουλὴ πράξῃ ὅ,τι πράττομεν καὶ ἡμεῖς σήμερον, ἤτοι ν’ ἀφήσωμεν τὰς πιστώσεις ἀορίστους, ἀλλὰ καὶ διότι πλὴν ἡμῶν δικαίωμα ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ πιστώσεις τῇ ἀδείᾳ τοῦ βασιλέως, ὥστε ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον διώκομεν, τοῦ νὰ προσδιορίσωμεν ἡμεῖς ἀπὸ τοῦδε τὴν χρῆσιν τοῦ δανείου, δὲν ἐπιτυγχάνεται, ἂν δὲν πράξωμεν καὶ τὰ δύω. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ζήτημα τῆς θεωρήσεως παραδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Τρικούπη, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γίνεται θεώρησις τῶν ἐνταλμάτων ὅπως μὴ ὑπάρχῃ ὑπέρβασις τῆς πιστώσεως. Τὴν ἑτέραν πρότασιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δεχθῆτε, τοῦ νὰ ὑποχρεώσητε τὸν δικαστικὸν σύμβουλον ἢ ἄλλον ὑπάλληλον, προπάντων δὲ αὐτὸν, ν’ ἀναδεχθῇ εὐθύνην περὶ τῆς χρήσεως τῶν χρημάτων, ἅτινα διὰ τῶν πιστώσεων ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ. Ἐρωτᾶται ἤδη ἂν τὸ ἁρμόδιον πρόσωπον διὰ νὰ δεχθῇ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς θεωρήσεως τῶν ἐνταλμάτων ᾖναι κατὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τρικούπη ὁ δικαστικὸς σύμβουλος. Ὁ ὑπάλληλος οὗτος εἶναι ὄντως εὐσυνείδητος ἄνθρωπος, ἀλλ’ αὐτὸ μόνον δὲν ἀρκεῖ. Ἀφίνω, ὅτι δι’ οὓς λόγους ἐξέθεσα, δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εὕρωμεν ἁρμοδιωτέραν ἀρχὴν πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν, καὶ νομίζω ὅτι τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον ἔχει γραφεῖον πολυπρόσωπον, εἰς ὃ δύνασθε νὰ προσφύγετε. Ὁ σκοπός σας εἶναι νὰ ἔχετε δύω ἐξελέγξεις αὐτοῦ τοῦ πράγματος· ὁποῖον δὲ εἶναι τὸ πρᾶγμα; ἂν ᾖναι ἡ ἐκδοθεῖσα ἐντολὴ σύμφωνος μὲ τὸν προϋπολογισμὸν, ἢ ὑπάρχει ὑπέρβασις· αὐτὸ ζητεῖτε, καὶ ζητεῖτε νὰ γείνῃ δίς· εἶναι προτιμότερον νὰ τὸ ἀναθέσητε εἰς δημόσιον ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ τὸ πράξῃ ἐν γνώσει, καὶ ὅστις κατὰ συνέπειαν δύναται καὶ τὴν ἀλήθειαν ν’ ἀνακαλύψῃ προχειρότερον καὶ τὴν συνείδησίν του νὰ προφυλάξῃ, παρὰ νὰ τὸ ἀναθέσετε εἰς ἕτερον ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τὴν ἱκανότητα καὶ ἑπομένως δὲν θὰ συντελέσῃ πρὸς ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας, καὶ ἴσως θὰ βλάψῃ τὴν συνείδησίν του ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ ὑποστῇ καὶ ποινὰς ἕνεκεν ἀδυναμίας. Δύνασθε λοιπὸν διὰ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου νὰ τὸν ἀναπληρώσητε. Τοῦτο δύναμαι νὰ ἐννοήσω· ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν τὸ πρᾶγμα εἰς τὸν δικαστικὸν σύμβουλον, διότι δὲν εἶναι ἁρμόδιος νὰ τὸ πράξῃ. Ὡς πρὸς τὴν ἐν τῷ νόμῳ περιγραφὴν τοῦ σκοποῦ πρὸς ὃν θὰ δαπανηθῇ τὸ δάνειον ἐπιμένω.
§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχετε πρόχειρον περὶ τούτου καμμίαν πρότασιν;
§50ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ μοὶ τὸ ἐρωτήσητε προχθὲς ὅταν ἐκάθησθο ἐκεῖ (δεικνύει τὰ ἑδώλια τῶν βουλευτῶν).
§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴπατε, ὅτι ἔχετε τροπολογίαν νὰ προτείνετε.
§52ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Συλλογίζεσθε καλὰ τί μοῦ ζητεῖτε; νὰ προτείνω ἐγὼ εἰς τί θὰ μεταχειρισθῆτε τὰ χρήματα τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν!
§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§54Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν τῆς γνώμης του, τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσεν ἡμῖν ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς, αἰσθάνομαι ἐλευθερίαν μεγαλειτέραν ἵνα ὑποστηρίξω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἰς τὴν Βουλὴν χθὲς προέβαλον· διότι οὕτως ἡ περαιτέρω ὑποστήριξις τῆς γνώμης μου καὶ ἡ ἐπιμονή μου εἰς αὐτὴν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ καμμίαν ἄλλην πολιτικὴν συνέπειαν, διὰ τὴν ὁποίαν νὰ εὐθύνωμαι. Ἐν πρώτοις χρεωστῶ ἀπάντησιν ἢ ἐξήγησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον κύριον πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Χθὲς ἀγορεύων, καὶ προαιρούμενος νὰ ἀποκρούσῃ τὴν γνώμην μου, εἶπεν ὅτι θεωρεῖ ἐξευτελεστικὰς τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐπρότεινα. Εἰς παραπλησίαν θέσιν εὑρέθην ἄλλοτε πρὸς ἄλλον πρωθυπουργόν, ἀγορεύων καὶ τότε, ἀλλ’ ἐν ἄλλῃ βουλευτικῇ περιόδῳ. Ἤκουσα τὸν πρωθυπουργὸν ἐκεῖνον, ἀπευθυνόμενον πρὸς ἐμὲ μετὰ τινος ἀγανακτήσεως, καὶ εἰπόντα μοι: «Λοιπὸν τοσοῦτον δυσπιστεῖτε πρὸς ἡμᾶς». Τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὸν πρωθυπουργὸν ἐκεῖνον ἀναγκάζομαι νὰ δώσω καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον νῦν πρωθυπουργόν. Τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἔχει μίαν ἰδίως ἀφορμὴν, ἐξ ἧς καὶ ἐσχηματίσθη καὶ ἐφ’ ἧς ᾠκοδομήθη, ἡ δὲ ἀφορμὴ αὕτη εἶναι ἡ δυσπιστία. Οὐδεὶς διαχειριζόμενος τὰ δημόσια πράγματα δύναται ν’ ἀξιώσῃ παρὰ τῶν ἄλλων ν’ ἀποδίδωσιν αὐτῷ πλήρη ἐμπιστοσύνην. Ἕκαστος ὀφείλει νὰ δυσπιστῇ πρὸς τὸν διαχειριζόμενον τὰ δημόσια, διότι οὗτος δὲν εἶναι κύριος τῶν πραγμάτων ἅτινα διαχειρίζεται, ἀλλ’ ἁπλοῦς ἐπιστάτης αὐτῶν. Ἄν δὲ δὲν ὑπῆρχεν ὡς βάσις τῶν συνταγματικῶν πολιτευμάτων ἡ δυσπιστία, νομίζω ὅτι τὰ τοιαῦτα πολιτεύματα ἤθελον εἶσθαι περιττὰ, ἀφ’ οὗ μάλιστα εἶναι καὶ δαπανηρὰ εἰς τὰ κράτη, διότι ἐπιβάλλουσιν αὐτοῖς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἀποβαίνει μάταιαι· τότε ἴσως ἦτο προτιμότερον νὰ ἀποθέσωμεν πᾶσαν τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἡ πολιτεία κατέστησεν ὑπεράνω τῶν συμφερόντων, καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνώτερος τῶν πολιτικῶν ἀνταγωνισμῶν. Ἀλλ’ ἡ δυσπιστία, τὴν ὁποίαν μαρτυροῦσιν αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας διὰ τῶν νόμων ψηφίζει τὸ Κοινοβούλιον, δὲν εἶναι προσωπικαί. Ἄν δὲ δὲν δυσπιστοῦμεν πρὸς πᾶσαν Κυβέρνησιν διαχειριζομένην τὰ δημόσια, πολὺ ὀλιγώτερον εἰς τὰ πρόσωπα τῆς ὑπαρχούσης σήμερον. Τῶν ὑπουργείων ἡ ὕπαρξις ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ ἡγεμόνος καὶ ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου. Ἄν δὲ πᾶν ὑπουργεῖον δὲν δύναται νὰ ᾖναι βέβαιον περὶ τῆς ὑπάρξεώς του τὴν ἐπιοῦσαν, διότι ἐνδέχεται ἡ ἐμπιστοσύνη αὕτη νὰ ἐλαττωθῇ, πολλῷ μᾶλλον τὸ ὑφιστάμενον ὑπουργεῖον. Ἡ ἐπιθυμία μου εἶναι νὰ τεθῶσιν ἐγγυήσεις, καὶ ἂν ὁ ῥοῦς τῶν πραγμάτων ἤθελε μὲ φέρει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου καὶ πάλιν ἐπιθυμῶ νὰ τεθῶσιν αἱ ἐγγυήσεις, διότι προστατεύουσι καὶ αὐτὰ τῶν ὑπουργῶν τὰ ἄτομα. Λυποῦμαι δὲ διότι ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐθεώρησε τοσοῦτον προσωπικὸν τὸ ζήτημα. Ἔρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν. Ὡς ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργης παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν, δύω εἶναι τὰ ἀντικείμενα περὶ τὰ ὁποῖα περιεστράφη ἡ συζήτησις. Τὸ πρῶτον εἶναι κατὰ τίνα τρόπον θέλει γίνεσθαι ἡ πληρωμὴ ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ δανείου τῶν 10,000,000. Ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης του, ὁ κ. Τρικούπης, προέβαλε τροπολογίαν, ζητήσας τὴν προσθήκην τρίτου ἄρθρου. Ἐκηρύχθην ὑπὲρ τοῦ τρίτου ἄρθρου διότι τοῦτο σκοπεύει ἐν πρώτοις νὰ μὴ συγχωνεύσῃ τὰ χρήματα τοῦ δανείου τῶν 10,000,000 μὲ τὰ ἄλλα τὰ δημόσια χρήματα· διότι, ἂν συγχωνευθῶσι, δυνάμεθα νὰ διατρέχωμεν τὸν κίνδυνον, νὰ ἔχωμεν πιστώσεις ἐπὶ τοῦ δανείου τῶν 10,000,000, νὰ μὴ ἔχωμεν ὅμως ἐξ αὐτοῦ χρήματα νὰ πραγματοποιήσωμεν τὰς πιστώσεις ταύτας, διότι ταῦτα ἴσως διετέθησαν εἰς ἄλλας ἀνάγκας. Ἡ πρόνοια, ἣν ὁ κ. Τρικούπης ἔλαβε, μοὶ φαίνεται λίαν συντελεστικὴ, διότι πρὸ πάσης ἄλλης δημοσίας ἀνάγκης ἀσφαλίζομεν τὴν ἀνάγκην δι’ ἣν συνωμολογήθη τὸ δάνειον τῶν 10,000,000. Διὰ τοῦτο ὁ κ. Τρικούπης ἐζήτησε τὰ χρήματα ταῦτα νὰ μὴ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ νὰ κεῖνται κατατεθειμένα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Εἰς τὰς τροπολογίας τοῦ κ. Τρικούπη ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησε νὰ φέρῃ μεταβολὴν, προτείνας νὰ κατατεθῶσι μὲν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ νὰ μὴ ἐξαργυρώνῃ ἡ Τράπεζα τὰ ἐντάλματα, ἀλλ’ ὁ ταμίας ἐκδίδων ἐπιταγὴν εἰς τὴν Τράπεζαν πρὸς πληρωμήν. Ἐκηρύχθην καὶ ὑπὲρ τῆς συμπληρώσεως ταύτης τοῦ κ. ὑπουργοῦ· καὶ ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης δὲν ἔχει δυσκολίαν ν’ ἀποδεχθῇ ταύτην, εἴμεθα κατὰ τοῦτο πάντες σύμφωνοι. Ἀλλὰ τὰ ἐντάλματα ποῖος θέλει ἐκδίδει καὶ πρὸς τίνα εἰδικὸν σκοπὸν θέλουσιν ἐκδίδεσθαι; Ἡ ἀπορία αὐτὴ μοὶ ἔμεινεν. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἐπρότεινε νὰ ὁρισθῶσιν εἰδικαὶ κατηγορίαι, αἱ ὁποῖαι νὰ προσδιορίσωσι γενικῶς τὰ ἀντικείμενα διὰ τὰ ὁποῖα θέλουσι χορηγεῖσθαι αἱ πιστώσεις. Ὁ κύριος Τρικούπης ἠρκέσθη νὰ ἐκδίδωνται τὰ ἐντάλματα ἐπὶ τῇ βάσει πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐκδίδωνται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Ἂν γείνῃ παραδεκτὴ ἡ γνώμη τοῦ κυρίου Τρικούπη, νομίζω, ὅτι ἡ ἐλευθερία, ἣν ἤθελε λάβει ἡ Κυβέρνησις διαχειριζομένη τὰ 10 ἑκατομμύρια, ἤθελεν εἶσθαι ἀπεριόριστος. Αἱ πιστώσεις αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἐκδίδεσθαι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἐξεδίδοντο ἄνευ τῆς γνώσεως τοῦ Κοινοβουλίου, ὅπερ δὲν ἤθελε γνωρίζει οὐδεμίαν τῶν εἰδικῶν ἀναγκῶν, δι’ ἃς τὰ ἐντάλματα θὰ ἐξεδίδοντο. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνεπαρκὴς ἡ πρότασις τοῦ κ. Τρικούπη. Ὑποβάλλω τὴν πρότασιν νὰ παρακληθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ νὰ προσδιορίσῃ τὰ ἀντικείμενα καὶ τὰ κατὰ ἀνώτατον ὅρον ποσὰ, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ διατεθῶσιν ἐπὶ ἑκάστου ἀντικειμένου. Μοὶ παρεστάθη, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον. Ἔχω πεῖράν τινα τῶν πραγμάτων τῆς διοικήσεως· ἐμελέτησα τὰ εἰσαχθέντα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, καὶ ἴσως ἤθελεν εἶναι τολμηρὸν εἰς ἐμὲ νὰ δώσω βεβαίωσιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι, ἂν συνέπιπτε νὰ εὑρισκόμην εἰς ἣν τὸ ὑπουργεῖον εὑρίσκεται θέσιν, ἤθελον νομίσει, ὅτι ὤφειλον νὰ δεχθῶ τὴν γνώμην ἣν σήμερον προτείνω, διότι θεωρῶ δυνατὸν καὶ ἐκτελεστὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς εἰδικὸς προϋπολογισμὸς περιέχων τὸ εἶδος καὶ τὴν αἰτίαν καὶ τὰ ποσὰ τῶν πιστώσεων. Φέρω δὲ παράδειγμα. Ἡ πληρεστέρα διοργάνωσις τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος ἔχει ὡρισμένας ἀνάγκας. Ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἔχει γνῶσιν τῶν ἀναγκῶν, ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις προΐσταται τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, δὲν δύναται νὰ μὴ γνωρίζῃ τὰς γενικὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ἡ συμπλήρωσις τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Νομίζω, ὅτι ἡ σύνταξις τοιούτου προϋπολογισμοῦ ἤθελεν εἶσθαι πολὺ εὐχερὴς εἰς αὐτόν. Αἱ ἀνάγκαι τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαφεύγωσι τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Ἔχει διδόμενα ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ στηριχθῇ ἵνα προσδιορίσῃ τὰς ἀνάγκας ταύτας καὶ κατ’ ἀνώτατον ὅρον τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα δι’ ἑκάστην τῶν ἀναγκῶν ἔμελλε νὰ ζητήσῃ. Καὶ εἰς τὴν ἀντίῤῥησιν ἥτις ἐγένετο, ὅτι εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ προκύψωσι περιστάσεις αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἀπαιτήσει δαπάνας μὴ ἀναγομένας εἰς τὴν συμπλήρωσιν καὶ διωργάνωσιν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, μὴ ἀναγομένας εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου, ἠθέλαμεν προθύμως δώσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἓν ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελεν αὕτη προσδιορίσει δι’ αὐτὰς τὰς ἀνάγκας. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ἡ σύνταξις τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι δυνατὴ καὶ ὄχι μόνον ὅπως εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης, ἀλλὰ μετὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἀναγκαιοῦντος δι’ ἑκάστην ἀνάγκην ποσοῦ. Ἐὰν ὅμως τὸ ὑπουργεῖον ἐξακολουθεῖ ἐπιμένον καὶ βεβαιοῦν, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ σύνταξις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀναγκάζομαι νὰ περιορισθῶ εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ κύριος Δεληγεώργης. Τὸ δεύτερον ζήτημα ἀνάγεται εἰς τὸ 5 ἄρθρον τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Τρικούπη. Ὁ κ. Τρικούπης προέβαλε 5 ἄρθρον τοῦ ὁποίου ἡ ἔννοια ἔχει ὡς ἑξῆς· «Ὁ δικαστικὸς σύμβουλος νὰ ᾖναι προσωπικῶς ὑπεύθυνος διὰ πᾶσαν θεώρησιν ἐντάλματος, ἐκδεδομένου εἴτε καθ’ ὑπέρβασιν τῶν κεχορηγημένων νομίμως πιστώσεων, εἴτε παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου.» Καὶ ἐν πρώτοις ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐφεῦρον τὸν δικαστικὸν σύμβουλον· τὸν ἐφεῦρεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου· καὶ ὅταν ἐπροτάθη τὸ νὰ ἀνατεθῇ ἡ λειτουργία αὕτη εἰς τὸ ὄργανον τοῦτο, ἐγὼ εὗρον, ὅτι ἡ κρίσις αὕτη εἶναι ὀρθὴ καὶ παραδεκτή· διότι ἐξήτασα διατὶ προβάλλει τὸν λειτουργὸν τοῦτον ὁ κ. Τρικούπης καὶ συνεπέρανα ὅτι προέβαλεν αὐτὸν διότι εἰς κανὲν ἄλλο ὄργανον τῆς διοικητικῆς ἱεραρχίας δὲν ἠδύνατο νὰ ἀνατεθῇ ἡ λειτουργία αὕτη· τὰ ἄλλα ὄργανα ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ δ’ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τοὺς κειμένους νόμους δύναται νὰ διορίζῃ καὶ παύει αὐτὰ, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀξιώσῃ, ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία αὐτῶν εἶναι πλήρης. Δεύτερον, διότι ὁ κ. Τρικούπης ἐνόμισεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε λυσιτελέστερον νὰ ἀνατεθῇ ἡ λειτουργία αὕτη εἰς τὰ ὄργανα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας τῆς ὁποίας τὰ μέλη κατέστησαν μόνιμα, καὶ ἑπομένως ἔχουν πλειοτέραν ἀνεξαρτησίαν. Τρίτον, διότι τὰ μέλη τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου δὲν δύνανται ν’ ἀσκήσωσι τὴν λειτουργίαν αὐτὴν, διότι ὅταν οἱ ἀπολογισμοὶ τοῦ κράτους ὑποβληθῶσι, τότε τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον θέλει δικάσει ἐπ’ αὐτῶν. Ὁ κ. Τρικούπης φαίνεται ἐξήτασεν ἐν ὅλῳ τὴν δημοσίαν ὑπαλληλίαν καὶ δὲν εὗρε κανὲν ἄλλο ὄργανον καταλληλότατον. Εἰς τὴν αὐτὴν ἀμηχανίαν εὑρέθην καὶ ἐγὼ καὶ διὰ τοῦτο ἐδέχθην τὴν γνώμην τοῦ κ. Τρικούπη. Ἐὰν εἴχομεν τὸν Controleur Cénéral τῆς Ἀγγλίας ἤθελον καὶ ἐγὼ προτιμήσει αὐτόν. Ἐσκέφθην ὅμως ὅτι ἡ ὑπηρεσία, ἣν ὁ κ. Τρικούπης προέτεινε νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὸν δικαστικὸν σύμβουλον, δὲν εἶναι ἀναγκαία, διότι κατὰ τὸν νόμον ὁ διευθυντὴς τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου θεωρῶν τὰ ἐντάλματα βεβαιοῖ ἂν ὑπάρχωσι διαθέσιμοι δι’ αὐτὰ πιστώσεις. Καὶ ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ εἶχε δίκαιον νὰ ἀναθέσῃ αὐτὴν τὴν λειτουργίαν εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, διότι αὐτὸς εἶναι προϊστάμενος γραφείου τὸ ὁποῖον τηρεῖ τὰ βιβλία ταῦτα, δὲν ἔχει ἑπομένως νὰ πράξῃ ἄλλο ἢ νὰ ἀνοίξῃ τὰ βιβλία καὶ νὰ ἴδῃ ἐὰν ὑπάρχῃ πίστωσις ἢ ἐὰν ἐξηντλήθη. Διὰ τοῦτο ἀνέθηκεν ὁ νόμος εἰς αὐτὸν τὴν βεβαίωσιν ταύτην. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ δυσπιστήσωμεν πρὸς τὸν διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ νὰ ζητήσωμεν καὶ δευτέραν περὶ τούτου θεώρησιν ἀπὸ ἄλλον ὑπάλληλον, ἠθέλομεν ματαιοπονήσει· διότι ὁ ὑπάλληλος οὗτος τοῦ ὁποίου ἡ θεώρησις ἤθελε θεωρηθῆ ἀναγκαία, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἂν ὑπάρχῃ ὑπέρβασις, δὲν ἤθελε γνωρίζει τοῦτο, ἀλλ’ ἤθελεν ἀποταθῆ ἀναγκαίως πάλιν καὶ οὗτος καὶ ζητήσει τὴν πληροφορίαν ταύτην ἀπὸ τὸν διευθυντὴν τοῦ λογιστηρίου, ἐὰν ὑπάρχῃ διαθέσιμος πίστωσις. Ἐνόμισα λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἐντελῶς μάταιον νὰ ζητήσωμεν τὴν δευτέραν θεωρίαν τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη προτεινομένην. Ἐπειδὴ ὅμως ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ἐκδοθῶσιν ἐντάλματα δυνάμει πιστώσεων χορηγηθεισῶν διὰ διαταγμάτων, ἀφ’ οὗ ὁ νόμος τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ δίδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα εἰς περιστάσεις τινὰς νὰ λαμβάνῃ διὰ διαταγμάτων συμπληρωτικὰς πιστώσεις, ὅταν ἐξαντληθῶσιν αἱ ὑπάρχουσαι· ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς ἔκτακτόν τινα ἀνάγκην, ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ διὰ διατάγματος τὴν πρὸς ταύτην ἀναγκαίαν πίστωσιν. Διὰ τοῦτο παρέστησα εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην, ὅτι δὲν περιορίζει τὴν Κυβέρνησιν πλέον τοῦ δέοντος ἡ ἀξίωσις τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ, ἣν χθὲς ἀγορεύων προέτεινα. Τελευταῖον ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξελέγξεως καὶ βεβαιώσεως, ὅτι ἡ πληρωμὴ ἡ διαταχθεῖσα διὰ τοῦ ἐντάλματος δὲν εἶναι πληρωμὴ ἀλλοτρία τῶν πιστώσεων μοὶ φαίνεται πραγματική. Διατί προέτεινα αὐτήν; εἶπον χθὲς καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι μάταιον νὰ ἐπαναλάβω σήμερον. Ὁ κ. Δεληγεώργης πρὸ ἐμοῦ ἔσπευσε νὰ μοῦ ἀφαιρέσῃ τὴν ἀνάγκην εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελον εὑρεθῆ νὰ δικαιολογήσω τὴν γνώμην μου περισσότερον. Σᾶς ἐξέθεσε πῶς εἶναι κανονισμένα τὰ περὶ τῆς λογιστικῆς ἐξελέγξεως εἰς ἄλλα Κράτη· σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ ὑπάρχει τοιαύτη ἡ βεβαίωσις, ὥστε οἱ ὑπουργοὶ δὲν θεωροῦσιν, ὅτι ἐλαττοῦνται ἀπὸ τὴν ἀξίαν, οὔτε ὅτι ἐκφράζεται ἀκατανόητος πρὸς αὐτοὺς δυσπιστία, διότι αἱ πράξεις των αὗται ὑπόκεινται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον ἄλλων ὑπαλλήλων. Ἐπειδὴ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τοιοῦτον σύστημα λογιστικόν, οἷον τὸ ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάρχον, διότι παρ’ ἡμῖν ὁ νόμος τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ γαλλικοῦ νόμου, διὰ τοῦτο δὲν ἔχομεν παρ’ ἡμῖν τὸν ἐν Ἀγγλίᾳ γενικὸν ἐλεγκτήν. Ἀφοῦ δὲ κατὰ τοῦτο εἶναι ἀτελὲς τὸ σύστημα ἡμῶν, ἔχει καὶ μίαν ἄλλην ἀτέλειαν, ὅτι δὲν ἐκτελεῖται καθ’ ὁλοκληρίαν ὁ λογιστικὸς νόμος, διότι διατάξεις τινὲς μένουσιν ἀργοί, ἰδίως ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι κανονίζουσι τὸν τρόπον τῆς ἐξελέγξεως τῆς διαχειρίσεως. Ἡ ἐξέλεγξις τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων γίνεται διὰ τῆς συντάξεως καὶ ἐξετάσεως τῶν ἀπολογισμῶν, οἵτινες βασανίζονται ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ μέχρι τοῦδε δὲν ἐξήλεγξεν οὐδενὸς ἔτους ἀπολογισμόν, οὐδ’ ἔχει ἀνάγκην νὰ μάθῃ ἀπὸ ἐμὲ εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι τὰ τῆς συντάξεως καὶ ἐξελέγξεως τῶν ἀπολογισμῶν. Λέγων ταῦτα δὲν ὑπεμφαίνω ἐπίκρισιν κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου, διότι οὐδέποτε ἐμερίμνησε, διατὶ δὲν προεκλήθη νὰ ἐξελέγξῃ τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ κράτους, ἀλλὰ θέλω νὰ δείξω, ὅτι ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ δανείου τῶν 10,000,000 θέλει συνταχθῆ καὶ ἐξετασθῆ καθ’ ὃν χρόνον οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θέλει ὑπάρχει εἰς τὴν ζωήν. Ἐπέδειξα λοιπόν, ὅτι ἀφοῦ ζῶντες δὲν θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐξετάσωμεν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ποσοῦ τούτου, δὲν πρέπει κἂν νὰ λάβωμεν τὴν πρόνοιαν νὰ ἐξετάσωμεν ἂν αἱ πληρωμαὶ ἐπὶ τοῦ δανείου τούτου θέλουσιν εἶσθαι σύμφωνοι ἢ ἀλλότριαι τῶν πιστώσεων; Ἀλλὰ εἰς ποῖον ν’ ἀναθέσωμεν τὴν βεβαίωσιν ταύτην; Ἐπειδὴ διετέλουν ἐν ἀμηχανίᾳ, ἠναγκάσθην νὰ δεχθῶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Τρικούπη προβαλὼν τὸν δικαστικὸν σύμβουλον, καὶ προτείνας νὰ ἀνατεθῇ εἰς αὐτὸν ἡ θεώρησις οὐχὶ πρὸς βεβαίωσιν ἂν ὑπάρχῃ ἢ οὐ πίστωσις, ὅπερ, καθ’ ἃ εἶπον ἀνωτέρω, κρίνω ἀνωφελὲς καὶ μάταιον, ἀλλὰ ἂν ἡ παραγγελλομένη ᾖναι σύμφωνος ἢ ἀλλοτρία τῶν κεχορηγημένων πιστώσεων.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζωχιός.
§56ΖΩΧΙΟΣ. Ἐθαύμασα τὸ πολυμήχανον τοῦ πρωθυπουργοῦ μας· ἐνομίζαμεν, ὅτι ἐξήλθομεν τοῦ λαβυρίνθου, ἀλλ’ αὐτὸς μᾶς ἐπανέφερεν εἰς τὸ σημεῖον, ἐξ οὗ εἴχομεν ἀναχωρήσει. Πρό τινων ἡμερῶν τὸ παρὸν ὑπουργεῖον παρῃτήθη, καὶ παρῃτήθη δίς, διότι εἴπομεν, ὅτι δὲν παραδεχόμεθα τὸ ἀγαπητὸν νομοσχέδιόν του. Καὶ ἔπεσε μὲν τὸ νομοσχέδιόν του ἐκεῖνο, τὸ πρόβατον ἀπόλωλεν, ἀλλὰ τὸ ἀπολωλὸς εὑρέθη. (Ἱλαρότης). Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐνομίζετο νεκρὸν, παραδόξως ὅμως ἀνέστη, καὶ ὄχι μόνον ἀνέστη, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐγκριτώτεροι τῶν ἡμετέρων συναδέλφων ἐπεχείρησαν νὰ τὸ συζητήσωσιν ἐκ νέου. Ἐν τούτοις εἶναι νεκρὸν, καὶ ἰδοὺ διατί. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, τί μᾶς ἔλεγες πρὸ ἡμερῶν; Καὶ αὐτὸς ὁ κ. πρωθυπουργὸς τί ἐπίσης μᾶς ἔλεγε; Δέχεσθε, ἔλεγον, κύριοι, τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου; Μάλιστα. Δέχεσθε τὰς παρασκευάς; Μάλιστα. Δέχεσθε τὰ δάνεια; Μάλιστα· ὀφείλετε λοιπὸν νὰ δεχθῆτε καὶ τοὺς φόρους. Διατί; Διότι πρέπει νὰ παρασκευασθῶμεν. Δυστυχῶς εἰς τοὺς ὑπουργοὺς ἐδώκαμεν καιρὸν καὶ ἐμελέτησαν οἱ ἄνθρωποι ἐκ δευτέρου τὸ θέμα, καὶ ἤδη τί μᾶς λέγουν; Ψήφους θέλομεν καὶ χρήματα. Καὶ τὰς μὲν ψήφους κατωρθώσαμεν νὰ τὰς ἔχωμεν κατά τινα τρόπον, διότι δεχόμεθα τὴν ἐπιτροπήν, ἣν ὁ κύριος Τρικούπης μᾶς ἐπρότεινε, λέγων, ἂν δεχθῆτε τὴν ἐπιτροπὴν τὴν πρὸς ἐπεξεργασίαν τῶν νομοσχεδίων σας, εἶμαι μαζῆ σας· (ἱλαρότης) ἀλλὰ ποῦ τὰ χρήματα; Καὶ χρήματα ὅμως ἔχομεν, ἂς εἶναι δὲ καλὰ τὸ τελωνεῖον Ζακύνθου. Ἀφαιροῦντες ὅμως οἱ ὑπουργοὶ τὰ χρήματα τοῦ τελωνείου Ζακύνθου, ἀφαιροῦσι ἀπὸ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ εἰσοδήματα, κατ’ ἀνάγκην δὲ ὁ τακτικὸς προϋπολογισμός, τουτέστιν ἡ τακτικὴ ὑπηρεσία θὰ πάθῃ. Οἱ ὑπουργοὶ ὅμως, φρονίμως ποιοῦντες, λέγουσιν, ἐψηφίσατε τὰς προπαρασκευάς, μᾶς ἐδώκατε τὴν ἄδειαν νὰ κάμωμεν δάνειον, τί πλέον ζητεῖτε ἀπὸ ἡμᾶς; Καὶ ἔχει δίκαιον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι εἶναι καθ’ ὅλα ἠσφαλισμένος, ἀφοῦ μάλιστα ὁ κ. Τρικούπης ἀνεδέχθη νὰ ἀναθεωρήσῃ ὅλους τοὺς φορολογικοὺς νόμους, νομίζων ὅτι εἶναι τὸ ἔργον εὔκολον καὶ μικρόν. Ταύτην δὲ τοῦ κ. Τρικούπη τὴν πλάνην ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν βλέπων γελᾷ (ἱλαρότης). Τί δὲ λέγει; «Τὰ χρήματα ἐγὼ θέλω, περὶ αὐτοῦ μόνον μὲ μέλλει, περὶ δὲ τῶν λοιπῶν ὀλίγον φροντίζω.» Σεῖς δὲ ἐξακολουθεῖτε νὰ πιστεύητε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκοπὸν κύριον ἔχει τὰς παρασκευάς, ἀλλ’ ἀπατᾶσθε, διότι ἂν ἐσκέπτετο περὶ παρασκευῶν, ὤφειλεν ἐντὸς χρόνου βραχυτάτου νὰ τὰς ἐπιχειρήσῃ. Ἀντὶ τούτου ὅμως τί σᾶς λέγει; Δότε μοι τὰ 10 ἑκατομμύρια, διότι μετὰ 5 μῆνας, ἀφ’ οὗ τὰ λάβω, θὰ προσκαλέσω τὸν στρατόν, τὴν ἐφεδρείαν, τὴν ἐθνοφρουράν, καὶ τὴν ἐφεδρείαν τῆς ἐθνοφρουρᾶς. Ἠξεύρετε δὲ ὅτι μετὰ τοῦ νομοσχεδίου τῶν 10 ἑκατομμυρίων συνδέεται ἓν ἄλλο νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ φόρος 750,000 δραχμῶν· ἠξεύρετε δὲ διατί; Δὲν θέλω νὰ σᾶς εἴπω εἰς τί θέλουν μεταχειρισθῆ τὰ δάνεια, τοὺς φόρους. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ σὺ, κ. πρωθυπουργὲ, τί τὰ θέλετε τὰ 10 ἑκατομμύρια; Θέλετε νὰ ἑτοιμασθῆτε; διατί; διὰ πόλεμον βεβαίως· τὰ νομοσχέδιά σας μάλιστα λαλοῦσι καὶ περὶ ἐπιδρομῆς ἐνδεχομένης· πιστεύετε ὅμως ὅτι 10 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἀρκοῦσιν; Ἐὰν τῳόντι σκοπεύετε νὰ παρασκευασθῆτε, τὰ 10 ἑκατομμύρια δὲν ἀρκοῦν διόλου, οὔτε ὁ ὑπάρχων στρατὸς δύναται νὰ διατηρηθῇ ἐν στρατοπέδῳ διὰ τῶν 10 ἑκατομμυρίων, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον δύνασθε νὰ διατηρηθῆτε διὰ τοῦ χρήματος αὐτοῦ, ἐὰν καλέσητε καὶ πλῆθος ἄλλο στρατιωτῶν. Λέγει δὲ τὸ νομοσχέδιον ὅτι τὰ ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου χρήματα πρόκειται νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν ἐθνικὴν Τράπεζαν· τουτέστιν ἡ Κυβέρνησις προσβάλλει αὐτὴ ἑαυτὴν, κρίνουσα τὴν ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀξιοπιστοτέραν ἑαυτῆς. Λέγει δὲ πρὸς τοῖς ἄλλοις τὸ νομοσχέδιον ὅτι τὰ ἐκ τοῦ δανείου χρήματα θέλουν δαπανᾶσθαι. Κατ’ ἐμὲ δὲ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐσκόπευε νὰ κάμῃ παρασκευὰς, τὸ νομοσχέδιον θὰ ἔλεγε, θέλουσι δαπανηθῆ· τοῦ νομοσχεδίου δὲ ἡ ῥῆσις ἀπεπλάνησε καὶ τὸν κ. Τρικούπην, ὅστις εἰς τὸ θέλουσι δαπανᾶσθαι ἔδωκε σημασίαν διαρκείας, ἐνῷ τὸ ζήτημα τὸ περὶ παρασκευῶν κατεπείγει. Ὡς εἶπον ὅμως περὶ παρασκευῶν δὲν πρόκειται, διότι τὰ 10 ἑκατομμύρια δὲν ἀρκοῦν διὰ πολεμικὰς παρασκευάς· ὁπωσδήποτε νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τοὺς δώσητε τὴν ἄδειαν νὰ πραγματοποιήσουν τὸ δάνειον· διατί; Ψαλιδίσατε τὸν προϋπολογισμὸν, οἰκονομήσατε μέρος ἐκ τῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος, καθ’ ἃ σᾶς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκοομικῶν, παρουσιάζει ἔλλειμμα, ὅστις ὅμως κατ’ ἐμὲ δύναται νὰ χορηγήσῃ 750,000 δραχμῶν. Ποῦ μετεστρέψαμεν ὅμως τὸ ζήτημα αὐτό; φροντίζομεν πῶς νὰ ἀσφαλισθῶμεν κατὰ τῶν ὑπουργῶν, περὶ αὐτοῦ δὲ φροντίζει καὶ ὁ κ. Τρικούπης καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἐν μέρει δὲ καὶ ὁ κ. Δεληγεώργης. Καὶ ἀλλαχοῦ μὲν λέγουσι, προσέχετε ἀπὸ τοὺς κλέπτας, ἐν Ἑλλάδι δὲ κατηντήσαμεν νὰ λέγωμεν προσέχετε ἀπὸ τοὺς ὑπουργούς· (ἱλαρότης). Ἐὰν ὅμως δὲν εἶναι ἄξιοι ἐμπιστοσύνης οἱ ὑπουργοί, τί ἀπαιτεῖτε νὰ ἐπιθεωρῶνται τὰ χρηματικὰ αὐτῶν ἐντάλματα ὑπὸ ὑπαλλήλων; Ἡ ἀπαίτησις αὕτη προξενεῖ ἐντροπὴν, ὑβρίζει τοὺς ὑπουργούς. Πᾶν στρατιωτικὸν ἢ ναυτικὸν ἔνταλμα ὑπογράφει ἐν πρώτοις ὁ λογιστὴς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἢ τῶν Ναυτικῶν, κατόπιν προσυπογράφει αὐτὸ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἢ τῶν Ναυτικῶν, μετὰ δὲ ταῦτα περιέρχεται εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀκολούθως τὸ ἐπιθεωρεῖ ὁ διευθυντὴς τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου καὶ ἐπὶ τέλους δὲ ἐξοφλεῖ αὐτὸ ὁ ταμίας ἐξελέγχων αὐτό· ἐὰν δὲ δὲν σᾶς ἀρκοῦν ὅλαι αὗται αἱ βάσανοι, βεβαίως οἱ διευθυνταὶ ὅλων αὐτῶν τῶν ὑπηρεσιῶν εἶναι ἀνάξιοι πίστεως, εἶναι περιττοί. Σᾶς λέγω δὲ πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τοῦτο· δότε μοι ἐξ αὐτῶν τῶν ἐνταλμάτων τὰ ὁποῖα θέλετε νὰ ἀσφαλίσητε κατὰ τρόπον ἴδιον, καὶ βλέπετε πῶς δύναμαι νὰ διαχειρισθῶ τὰ χρήματα χωρὶς νὰ δυνηθῆτε νὰ ἐννοήσητε τὴν κακήν μου διαχείρισιν. Νομίζω δὲ ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἦλθεν εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται σήμερον ἐκ τῶν κατωτέρων τῆς ὑπηρεσίας στρωμάτων, γινώσκει πόσας διατυπώσεις παρουσιάζουσι τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα. Γινώσκω δὲ αὐτὰς καὶ ἐγὼ καὶ νομίζω αὐτὰς ἀρκούσας· ὁ κ. Δηλιγιάννης ὅμως εἶπε χθὲς, ὅτι δὲν ὁμιλεῖ περὶ τῶν παρόντων ὑπουργῶν, ἀλλὰ περὶ ἄλλων, οἵτινες παρέβησαν τὰ καθήκοντα αὑτῶν. Καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν συνελήφθησαν ὑπουργοὶ ὡς κλέπται, ἀλλ’ ἡ Πολιτεία δὲν ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀλλάξῃ τὸ κείμενον διὰ νὰ προφυλαχθῇ κατὰ παντὸς ὑπουργοῦ, διότι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀδύνατον. Εἰς δὲ τὴν Αὐστρίαν εἷς ὑπουργὸς κλέπτης ἐγένετο αὐτόχειρ, δὲν περιωρίσθησαν ὅμως τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων ὑπουργῶν. Εἰς δὲ τὴν Ἀγγλίαν, τὴν τόσον περίφημον, τὴν ὁποίαν ἀναφέρομεν ὡς παράδειγμα, ἐπὶ τῆς ἐκστρατείας τῆς Κριμαίας εὑρέθη ὁ στρατὸς χωρὶς τροφῶν, χωρὶς ἐνδυμάτων, ἐὰν δὲ οἱ ἄλλοι δὲν τοὺς ἐβοήθουν θὰ ἀπέθνησκον τῆς πείνης καὶ τοῦ ψύχους. Ἀλλὰ πρὸς τιμωρίαν τῶν ὑπουργῶν δὲν ἔδεσαν τῆς ἐξουσίας τὰς χεῖρας. Ἀνθίσταμαι καὶ ἐπὶ τέλους κατὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι ἀντέστην καὶ ἐν ἀρχῇ. Ἀντέστην δὲ, καὶ ἀνθίσταμαι, διότι νομίζω ὅτι δὲν πρόκειται περὶ παρασκευῶν. Πρέπει δὲ νὰ ἐκληφθῶ ὡς ἠλίθιος, ἐὰν πιστεύσω ὅτι διὰ 10,000,000 δραχμῶν θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἐξοπλίσωμεν τὸ ἔθνος· καὶ πότε; ὅταν ἑτοιμάζονται ὡς εἰς πόλεμον οἱ Ῥῶσσοι, οἱ Ἄγγλοι καὶ οἱ Τοῦρκοι. Πόσα δὲ ἐξοδεύουσιν; Ἀναρίθμητα. Ἡμεῖς δὲ θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἐξοπλισθῶμεν ὡς διὰ μαγείας διὰ 10,000,000!! Τί δὲ μᾶς λέγουν; ἓν μόνον ἐπὶ τοῦ προκειμένου λείπει. Λείπει ἡ ὑπογραφὴ ἑνὸς ἐπιδείκτου ὑπαλλήλου. Αὐτὴν τὴν ἀπιστίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐγὼ δὲν τὴν ἐννοῶ. Κατ’ ἐμὲ μάλιστα πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὸ ὑπουργεῖον ἀνεπηρέαστον, ἀφοῦ τὸ στέργομεν· ἤτοι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὰς χεῖρας αὐτοῦ λελυμένας. Διατί; Διὰ νὰ φέρῃ ὅλην τὴν ἁμαρτίαν, καὶ νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς εἴπῃ, δὲν μοῦ ἐδώκατε τὰ χρειώδη. Τούτου δ’ ἕνεκα ἐγὼ λέγω, ὅτι ἀφοῦ ἐμπιστευόμεθα τοὺς ὑπουργοὺς πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὰ αἰτήματα αὐτῶν. Δυστυχῶς ὅμως τίποτε δὲν ἔχουσιν εἰς τὸν νοῦν των. Πιστεύετε δὲ, κύριοι ὑπουργοὶ, ὅτι θὰ παρασκευασθῆτε μέχρι τοῦ Μαρτίου; Πιστεύετε δὲ νὰ κάμετε τί; Τὰ ἐντάλματα θὰ τρέχουν ἀπ’ ἐδῶ καὶ ἀπ’ ἐκεῖ πρὸς ὑπογραφὴν, πρὸς ἐπιθεώρησιν. Δὲν πρόκειται ὅμως ποῖος θὰ ὑπογράψῃ τὰ ἐντάλματα, ἀλλὰ ποία χρῆσις θὰ γείνῃ τῶν 10 ἑκατομμυρίων, καὶ διὰ τοῦτο, καθ’ ἃ Δεληγεώργης σᾶς εἶπε, ὁρίσατε εἰς τί θὰ τὰ ἐξοδεύσητε, ἅμα δὲ ὁρισθῶσιν αἱ δαπάναι, θὰ πεισθῆτε, ὅτι δὲν ἀρκοῦν αὐτὰ τὰ χρήματα. Εἶναι δὲ δυνατὸν διὰ 10,000,000 νὰ παρασκευασθῆτε ὡς εἰς πόλεμον; Ἐὰν τῷ ὄντι ἔχετε κατὰ νοῦν νὰ παρασκευασθῆτε, ζητήσατε 40,000,000. Ζητεῖτε δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ἑκατομμύρια, ἀλλὰ τὰ ζητεῖτε διὰ νὰ κατασκευάσητε δεξαμενήν. Ἡ δεξαμενὴ ὅμως θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸν παρόντα πόλεμον; Ζητεῖται καὶ ἄλλα ἑκατομμύρια, ἀλλὰ τὰ ζητεῖτε διὰ νὰ ἀγοράσητε θωρακωτά. Ἡ ἑτοιμασία ὅμως τοιούτων πλοίων ἔχει ἀνάγκην καὶ χρόνου, ὥστε βλέπετε, ὅτι τὸ περὶ τοῦ ἄλλου δανείου νομοσχέδιον δὲν πραγματεύεται περὶ παρασκευῶν ἐκτάκτων. Ἐζητήσατε δὲ ἐπιμόνως τὰς παρασκευὰς, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ σᾶς ἀπεδοκίμασεν ἐπανειλημμένως, σεῖς ὅμως ἐπιμένετε, τὰ 10,000,000!!! Καὶ πότε λαλεῖτε περὶ ἑκατομμυρίων; Προχθὲς ἐπέστρεψε τὸ πλοῖον, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὸν Βασιλέα, καὶ δὲν εἴχετε 6,000 δραχ. ἐδανείσθητε δὲ αὐτὰς ἀπὸ τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου, ὁ δὲ διευθυντὴς τοῦ ναυστάθμου σᾶς λέγει ὅτι ἐντὸς τῶν ναυτικῶν ἀποθηκῶν δὲν ὑπάρχει εἷς πῆχυς πανιοῦ· οἱ δὲ ἀξιότιμοι διευθυνταὶ τῶν μεγάλων ἐθνικῶν πλοίων μοὶ εἶπον ὅτι δὲν ἔχουν οὐδὲ σκιάδαν πρὸς σκέπην τῶν πληρωμάτων. Παρασκευασθῆτε λοιπὸν, ἂν δύνασθε. Ἀλλὰ τὰ 10 ἑκατομμύρια πρόκειται, ὡς φαίνεται, νὰ τὰ ῥίψητε εἰς τὴν θάλασσαν. Πρὸ πάντων ὅμως πρέπει νὰ μᾶς ὁρίσητε, κύριοι ὑπουργοὶ, τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους θὰ προσθέσετε εἰς βάρος τοῦ τόπου. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου σεῖς μᾶς λέγετε, δέχεσθε τὰς παρασκευάς; Μάλιστα. — Ἀφ’ οὗ δέχεσθε τὰς παρασκευὰς, δεχθῆτε καὶ τὰ δάνεια· ἂν δὲ δεχθῆτε τὰ δάνεια, δεχθῆτε καὶ τοὺς φόρους. Καλῶς δὲ ποιῶν ὁ κ. Τρικούπης πᾶσαν ἄλλην ἔφερε τροπολογίαν τοῦ νομοσχεδίου, ἀπέφυγε δὲ πᾶσαν πρότασιν περὶ φόρων, διότι οἱ ὑπουργοὶ ἀποδέχονται τὰς τοιαύτας εὐκολίας προθύμως. Ἐπὶ τέλους δὲ λέγω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἐπιψήφισιν, πρὶν οἱ ὑπουργοὶ μᾶς ὁρίσωσιν καὶ εἰς τί θὰ δαπανήσωσι τὰ χρήματα, καὶ πόθεν θὰ πορισθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον τοὺς πόρους τοὺς πρὸς ἀπόσβεσιν τοῦ δανείου ἀπαιτουμένους, διότι ἐπὶ 41 ἔτη θὰ ὑποδουλώσωμεν τὸ τελωνεῖον Ζακύνθου πρὸς πλήρωσιν μιᾶς ἀνοησίας μας.
§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργὸς). Βεβαίως, κύριοι, τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα εἶναι σύστημα δυσπιστίας, ἀλλὰ δυσπιστία μέχρις ὁρίου τινὸς, οὐχὶ δυσπιστία ἀπολύτου δεσμεύσεως ἐντελοῦς πάσης ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως· τότε δὲν εἶναι σύστημα κανονικοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ παραλυσία. Προχθὲς ἢ χθὲς σᾶς εἴπομεν οἱ ἀντιτασσόμενοι εἰς τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι σᾶς εἶχον ὑποβληθῆ, δὲν ἐννοοῦμεν οὔτε πιστεύομεν δυνατὴν τὴν κατασκευὴν λεπτομεροῦς προϋπολογισμοῦ, δὲν ἐννοοῦμεν, οὔτε πιστεύομεν δυνατὸν τὸν ἐκ τῶν προτέρων περιορισμὸν τῆς Κυβερνητικῆς ἐνεργείας. Ἐννοοῦμεν ὅμως δίκαιον καὶ εὔλογον τὸν περιορισμὸν ἐκεῖνον κατὰ τὸν ὁποῖον ῥητῶς καὶ ἀναποφεύκτως τὰ χρήματα, περὶ ὧν πρόκειται, δύνανται νὰ χρησιμεύσουν εἰς σκοποὺς διὰ τοὺς ὁποίους χορηγοῦνται, εἰς σκοποὺς ἐκτάκτων παρασκευῶν· αὐτὴν τὴν ἀπαίτησιν τὴν ἐννοοῦμεν εἶπον, εἶναι εὔλογος καὶ δικαία καὶ εἰς αὐτὴν ὀφείλετε νὰ ζητήσετε νὰ ὑποβληθῶμεν. Ὁ κ. Δεληγεώργης ἀνέπτυξεν εὐρύτερα αὐτὴν τὴν ἰδέαν, τὴν εὗρε λογικὴν καὶ τὴν ὑπεστήριξε· σᾶς παρουσιάζομεν λοιπὸν τροπολογίαν διὰ τῆς ὁποίας ὁρίζεται ὁ σκοπὸς πρὸς τὸν ὁποῖον ἀποκλειστικῶς θὰ χρησιμεύσουν καὶ πρέπει νὰ χρησιμεύσουν τὰ χρήματα ταῦτα. Ἡ ἀρχική μας ἰδέα ἦτο τὰ χρήματα ταῦτα νὰ χρησιμεύσωσιν ἁπλῶς εἰς τὸ νὰ τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν δυνάμεις ἀνώτεραι τῶν κανονικῶν· τὰ περὶ ὁπλισμοῦ καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἀποσκευῶν νὰ προβλεφθῶσι διὰ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος τὸ δάνειον τῶν πεντήκοντα ἑκατομμυρίων. Ἐπειδὴ ὅμως ἐγκαίρως ἴσως δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο καὶ ἐπειδὴ βεβαίως δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι σχηματίζεται στρατὸς καὶ κινεῖται ἄνευ ὁπλισμοῦ, ἀπεφασίσαμεν νὰ τροποποιήσωμεν τὸ νομοσχέδιον ὅπως βλέπετε, ἡ Βουλὴ πρόκειται ἤδη νὰ τὸ ἐγκρίνῃ. Λοιπὸν ζητοῦμεν ὅπως τὰ χρήματα ταῦτα χρησιμεύσωσι πρὸς ὁπλισμόν, πρὸς στρατοπέδευσιν καὶ λοιπὰς δαπάνας, μισθούς, ἱματισμὸν στρατοῦ, ἀνωτέρου ἀριθμοῦ τοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπάρχοντος· τὰ χρήματα, ἐπαναλαμβάνω, θέλουσι χρησιμεύσει πρὸς παρασκευὴν καὶ ἐνδυμασίαν δυνάμεων ἀνωτέρων τῶν τακτικῶν· ἀνώτεραι δυνάμεις τῶν τακτικῶν θέλουσι βληθῆ εἰς ἐνέργειαν, ὅταν παρουσιασθῶσιν ἀνάγκαι ἔκτακτοι καὶ σπουδαῖαι. Αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πληρωμάτων τῶν πλοίων, προμήθεια ῥηκτικῶν μηχανῶν. Ἰδού, κύριοι, εἰς τί ἰδίως θὰ μᾶς χρησιμεύσωσιν τὰ χρήματα αὐτά, κύριοι· μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς τροπολογίας, ἡ ὁποία προτείνεται ὡς τρίτον ἄρθρον, θέλομεν ἔλθει εἰς τὸ ἀντικείμενον, ἂν τὰ ἐντάλματα πρέπει νὰ θεωροῦνται καὶ ἀπὸ ἄλλην ἀρχήν, ἢ ἀπὸ ἄλλο πρόσωπον· τὸ ζήτημα τοῦτο θέλει ἀποφασισθῆ μετὰ τὴν παραδοχὴν ἢ μὴ τῆς τροπολογίας ταύτης καὶ τότε θέλει κανονισθῆ ὑπὸ τίνος προσώπου καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ τοῦτο. Ἀντετάχθημεν ἡμεῖς, διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα ὑποχρεοῦται τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐκτελῇ τὰς τῆς ἐκτελεστικῆς διοικήσεως ὑπ’ εὐθύνην του, ὑπεύθυνοι δὲ εἶναι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ διὰ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ᾖναι ἐντελῶς ἐλεύθεροι εἰς τὰς ἐνεργείας του ἀπὸ τὴν αὐθαίρετον θέλησιν ἀτόμου ἀνευθύνου. Ἂν, κύριοι, τὸ veto τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως θὰ ἀντικαταστήσητε δι’ ἑνὸς ἁπλοῦ συμβούλου, παραλύετε ὅλως τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀναιρεῖτε τὰς βάσεις τῆς εὐθύνης καὶ τὸ πολίτευμα· ὑπεύθυνος εἰς δυσκόλους περιστάσεις ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ μέτρα καὶ νὰ ἐνεργήσῃ τῇ ἐγκρίσει τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως ἐνώπιον ἑνὸς ἁπλοῦ ὑπαλλήλου σταματᾷ. Ἰδού, κύριοι, ἡ δυσκολία καὶ ὁ κίνδυνος τὸν ὁποῖον θέλομεν νὰ ἀποφύγωμεν· ἡ Βουλὴ θέλει ἄρει, ἐλπίζω, τὰς δυσκολίας καὶ τὰ ἀτοπίας αὐτάς. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, θέλομεν ἐπικαλεσθῆ πλήρη τὴν προσοχὴν ἡμῶν.
§58ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Βλέπω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ μὲ ἀκούσῃ· ἦλθον μόνον ν’ ἀναφέρω μερικὰ πράγματα. Παρετήρησα, ὅτι ἔκαμεν ἐντύπωσιν εἰς τοὺς κυβερνῶντας ἡ μείζων ἐπιτήρησις τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ θέλει νὰ ἐγκαινιάσῃ ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ δημοσίου θησαυροῦ· σχεδὸν ἐθεώρησε τοῦτο ὡς ψῆφον ἐμπιστοσύνης, σχεδὸν ὡς προσβολήν. Πολλὰ ἐδυνάμην νὰ εἴπω ἐνταῦθα περὶ τῶν προνομιῶν τῆς Βουλῆς· ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, καὶ εἶναι τὸ μόνον δικαίωμα καὶ τὸ μόνον καθῆκον ὅπερ εἶναι ἀπόλυτον, ἡ ἐπιτήρησις τῆς διαχειρίσεως τοῦ δημοσίου θησαυροῦ καὶ ἡ ἐπιτήρησις τῆς διοικήσεως. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος ἀπέῤῥευσε καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν. Εἶπον δὲν θέλω ν’ ἀναδράμω εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν πρωθυπουργὸν, ὅτι αὐτὴν τὴν δυσπιστίαν ἔδειξεν ἡ Ἀγγλικὴ Βουλὴ, πρὸς ποῖον; πρὸς τὸν Ῥοβέρτον Πήλλ, πρὸς τὸν Γλάδστωνα, πρὸς τὸν Δέρβυ, καὶ οὐδεὶς παρεπονέθη ποτὲ, ὅτι αὐτὸ εἶναι προσβολή, οὐδεὶς εἶπεν ὅτι εἶναι περιττὸς ὁ ἔλεγχος τοῦ Κοινοβουλίου, διότι τότε εἶναι περιττὸν τὸ Κοινοβούλιον. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον· ὁ δικαστικὸς σύμβουλος δὲν ἔχει καὶ τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην διὰ νὰ ἐπιτηρῇ, οὔτε τὸν καιρὸν οὔτε τὸ ἀνάλογον προσωπικὸν τὸ βοηθητικὸν ὡς πρὸς αὐτὸ συμφωνῶ, καὶ προσθέτω μάλιστα, ὅτι ὁ δικαστικὸς σύμβουλος δὲν ἔχει καὶ τὴν δέουσαν ἀνεξαρτησίαν, τὴν ὁποίαν ὁ λειτουργὸς αὐτὸς ὁ ἀνώτατος ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ, διότι πρέπει νὰ ᾖναι ἰσόβιος, διὰ τοῦτο ἐν τροπολογίᾳ μου ἐγὼ προτείνω ὡς βουλευτικὸν ἐπίτροπον θεωροῦντα τὰ ἐντάλματα ἀπὸ τὸ ἀρχαιότερον μέλος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Μοὶ ἀντετάχθη ἰδιαιτέρως ἡ παρατήρησις, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον κατόπιν ἐξελέγχον τοὺς γενικοὺς λογαριασμοὺς τοῦ κράτους θέλει ἐξελέγξει καὶ τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ τοῦ ἀνωτάτου ἐπιτηρητοῦ· ἀπήντησα, ὁ λειτουργὸς αὐτὸς θέλει ἀπέχει τῆς ἐξελέγξεως αὐτῆς ἐξαιρούμενος· ἔχω λοιπὸν τροπολογίαν προτείνουσαν τὸν ἀρχαιότερον τῶν ἐφετῶν. Πρὸ πάντων ὅμως, κύριοι, ἠθέλησα νὰ λάβω τὸν λόγον ὅτε σπουδαῖον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου ἰσχυρίσθη, ὅτι δημοσία ἀρχὴ δύναται νὰ ἀσκήσῃ δημοσίαν λειτουργίαν ἀποῤῥέουσαν ἀπὸ τοῦ ἀστικοῦ νόμου, ἀπὸ συμβολαίου, καὶ ὅτι ἡ δημοσία ἀρχὴ ἢ ὁ δημόσιος αὐτὸς ἄρχων ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐκπλήρωσιν ἑνὸς καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει νόμος τις· τοῦτο κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι ἀληθές· ἡ ἀρχὴ δὲν διατίθεται διὰ συμβολαίου, διότι ἡ ἀρχὴ δὲν εἶναι ἐμπορεύσιμον πρᾶγμα ὅπως εἶναι λέγουν οἱ νομικοὶ res extra commercium, ὥστε οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἔχω ὅτι ὁ σύμβουλος δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὸ βάρος αὐτὸ τοῦ ἐπιθεωρεῖν ἐντάλματα, διότι λέγω οἱονδήποτε συμβόλαιον καὶ ἂν ἐγένετο μεταξὺ τοῦ κράτους καὶ αὐτοῦ ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τῆς δημοσίας ἀρχῆς εἶναι ῥιζικῶς ἄκυρον. Ἀλλὰ τὸν σύμβουλον δὲν τὸν εὑρίσκω κατάλληλον, διότι ἄλλως εἶναι λίαν ἀπησχολημένος εἰς σπουδαιότατα ἄλλα καθήκοντα. Ἐν ὀλίγοις σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτηρῇ ὄχι μόνον τὴν τυπικὴν διαχείρισιν ἀλλ’ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτηρῇ καὶ τὴν δημοσίαν διοίκησιν ἐν τῷ κράτει· δύναται ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ ὅτι ἐπειδὴ δὲν εἶναι 35 ἐφέται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλ’ εἶναι μόνον 30, πληρώνω μόνον 30 καίτοι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν εἶναι 35· ὁσάκις κτίζεται ἓν φρούριον σπουδαῖον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ στείλῃ ἕνα ἐπιστάτην· καὶ ἂν ἡ δημοσία διοίκησις θεωρεῖ πρᾶγμα τετελεσμένον τὸ ὁποῖον ὅμως ἡ Βουλὴ δὲν θεωρεῖ τετελεσμένον, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν πληρωμήν· τοῦτο πῶς θεραπεύεται; Σᾶς εἶπον, ὅτι οὐδεμία θεραπεία δὲν εὑρέθη εἰσέτι· ἡ Βουλὴ δὲν ἀσκεῖ οὐδεμίαν ἐπιτήρησιν ἐπὶ τῆς δημοσίας διοικήσεως, διότι εἶναι δυσχερές· ἀλλὰ τὸ κακὸν εἶναι ὀλιγώτερον, διότι ἔρχεται ὁ ἀπολογισμὸς, καὶ διότι αἱ προσωριναὶ καταστάσεις τοῦ ἀπολογισμοῦ τῶν ἔργων καὶ τῶν δαπανῶν εἰσάγονται κατὰ τριμηνίαν καὶ ἡ Βουλὴ βλέπει τί γίνεται· τοῦτο ἐν μέρει ἡ τροπολογία τοῦ κ. Τρικούπη προλαμβάνει διὰ τοῦ ἄρθρου 6. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι δύναμαι νὰ ἀναθέσω εἰς τὸν βουλευτικὸν ἐπίτροπον τὸ ἑξῆς δικαίωμα, ὁσάκις ὁ βουλευτικὸς ἐπίτροπος ἔχει ὑπόνοιαν ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν παρεσχέθη, ὅτι ἓν ἔργον δημόσιον δὲν ἐγένετο ὅπως ἐκανονίσθη, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἐπίτροπος νὰ ἐπιστατήσῃ καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταγγείλῃ εἰς τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον τὴν δαπάνην, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ βεβαίωσις τῆς τοιαύτης δαπάνης εἶναι ψευδὴς, καὶ δι’ αὐτὸ οὐδεὶς ταμίας πρέπει νὰ πληρώσῃ· ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι παρὰ πολὺ μεγάλη ἐξουσία, διὰ τοῦτο ἐν τῇ τροπολογίᾳ δὲν λέγει ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐμποδίζῃ τὴν πληρωμήν· δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὁ βουλευτικὸς ἐπίτροπος ὅταν ὑποπτεύηται δὲν λέγει αὐτὸ, διότι τότε παραλύει ἡ διοίκησις, λέγω ὅμως ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταγγείλῃ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν εἰς τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον καὶ ἂν θέλῃ αὐτὸ ἂς διατάξῃ νὰ μὴ γείνῃ ἡ πληρωμὴ, ἕως οὗ ἔλθῃ τὸ Κοινοβούλιον. Καθὼς εἶπον δὲν ἐνδιαφέρομαι νὰ ψηφισθοῦν αἱ τροπολογίαι, ἐνδιαφέρομαι νὰ ἐγκαινιασθῇ ἓν σύστημα ἐλέγχου ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀσκουμένου καὶ ὡς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα παρέχει ἡ δημοσία διοίκησις, καὶ πρέπει μέχρι τινὸς τοὐλάχιστον ἐνόσῳ εἴμεθα ἐδῶ νὰ ὑπάρχῃ ἀρχή τις ἡ ὁποία νὰ μᾶς ἀντιπροσωπεύσῃ ὡς πρὸς τὴν κυρίαν ἡμῶν ἀποστολήν. Κυρίως διὰ ταῦτα ἔλαβον τὸν λόγον· μακρότερον θέλω ὁμιλήσει περὶ τοῦ ἀντικειμένου ποῖον τάχα ἔπρεπε νὰ ἦναι τὸ ἀντικείμενον διὰ τὸ ὁποῖον αὐτὸ τὸ δάνειον χωρίζεται ἀπὸ τὰ ἄλλα καὶ ἐπισπεύδεται μᾶλλον· ἐγὼ ἐπρέσβευον διὰ τὴν ἄσκησιν ἐθνικοῦ στρατοῦ 100,000 ἐπὶ 3 μῆνας, διότι πρεσβεύω, ὅτι ἐπὶ τρεῖς μῆνας γίνεται ὁ στρατιώτης· πρεσβεύω δὲ ὅτι μετὰ τρεῖς μῆνας γίνεται ὑπαξιωματικός, καὶ μετὰ τρεῖς μῆνας γίνεται χρήσιμος ἀξιωματικός· ἐνόμιζον, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἦτον, ἡ ὀργάνωσις καὶ ἡ ἄσκησις· ἐσκεπτόμην δὲ ὅτι διὰ νὰ γείνῃ ἡ ἄσκησις αὕτη ἔχομεν ἀνάγκην 3,000 προγυμναστῶν· ἐσκεπτόμην ὅτι θὰ χρειασθῇ ἓν στρατόπεδον ἐν Τριπόλει, ἐν Ἀθήναις, ἐν Λαμίᾳ, ἓν ἴσως γενικόν· κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς ὁποίους ἔκαμα ἤρκει τὸ δάνειον αὐτὸ εἰς 8 μῆνας διὰ προγυμναστῶν 3,000 νὰ διοργανισθῇ στρατὸς 75–100 χιλιάδας· τὸ παράπονόν μου εἶναι, ὅτι ἔπρεπε πέρυσι τὸν ὀκτώβριον νὰ γείνῃ αὐτὸς ὁ νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τὸ δάνειον νὰ ἐπιψηφισθῇ· ὄψωνται οἱ αἴτιοι.
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔρχομαι νὰ ἀγορεύσω ἐπὶ τοῦ θέματος, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, νὰ διευκρινίσωμεν τὰ θέματα, διότι ἐπί τινων εὑρισκόμεθα σύμφωνοι πρὸς τὸν κ. πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸν, ἐπὶ ἄλλων εὑρισκόμεθα ἀσύμφωνοι πρὸς ἀλλήλους οἱ ὁμιλήσαντες ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν, καὶ ἐπὶ ἄλλων πάλιν εὑρισκόμεθα σύμφωνοι πρὸς ἀλλήλους οἱ προτείναντες εἰδικὰς τροπολογίας. Καὶ ἐν πρώτοις ἐπὶ τῆς ἀπαιτήσεως, τὴν ὁποίαν διετυπώσαμεν διὰ τροπολογίας, ὅπως αἱ δαπάναι γίνωνται ἐπὶ τῇ βάσει πιστώσεων, ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἔφερε τὴν ἀντίῤῥησιν, ὅτι δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ θεωρήσῃ ἑαυτὴν δεσμευμένην, ὅπως μὴ προβαίνῃ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς εἰς δαπάνας ἄλλας παρὰ ἐκείνας, αἵτινες διὰ πιστώσεως ἤθελον εἶσθαι ἀνεγνωρισμέναι, καὶ ἐστήριξε τὴν ἀξίωσιν αὐτοῦ ταύτην εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ ἐθεώρησεν, ὅτι καὶ κατὰ τὸ γράμμα τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑπέβαλον, θὰ εἶχε τὴν ἐξουσίαν ταύτην, διότι τοιαύτην ἔδωκεν ἑρμηνείαν ἀπαντῶν εἰς ἐρώτησιν ἀπευθυνθεῖσαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσσήνης. Ὅταν διετύπωσα τὴν πρότασιν, βεβαίως δὲν ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύνατο νὰ δοθῇ εἰς αὐτὴν τοιαύτη ἑρμηνεία, ἐνόμιζον, ὅτι περιλαβὼν ἐν αὐτῇ τὴν ἔκφρασιν «πιστώσεις ψηφιζομένας», διὰ τῆς ὁποίας καθαρῶς ἐπροκάλουν νομοθεσίαν περιορίζουσαν τὴν Κυβέρνησιν εἰς δαπάνας, περὶ τῶν ὁποίων ἔλαβε πρόνοιαν ἡ Βουλὴ, συνεπείᾳ τῆς φράσεως ταύτης, εἰς οὐδεμίαν ἄλλην δαπάνην θὰ ἠδύνατο νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις, εἴτε παρούσης, εἴτε ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, εἰμὴ μόνον εἰς δαπάνην, τῆς ὁποίας ἔλαβε γνῶσιν ἡ Βουλὴ, καὶ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἐὰν δὲν ἐξηγηθῶμεν σαφέστερον, βεβαίως οἱ ἔχοντες νὰ ἑρμηνεύωσι κατόπιν τὸν νόμον, θὰ θεωρήσωσι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ ὡς ἑρμηνείαν τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως, κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην, θὰ παρερμηνεύωσι τὴν διάταξιν. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ἀναγκαίαν ἐπεξήγησιν, καὶ τοιαύτην ἐπεξήγησιν ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος· ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ προέβη πέραν τοῦ δέοντος· ἐδέσμευσεν οὐ μόνον τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐδέσμευσε καὶ τὴν Βουλήν, διότι κατὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος αἱ δαπάναι, αἱ ἐπιτρεπόμενα: ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐπιτρέπονται μόνον ἐφ’ ἅπαξ διὰ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν, δὲν δύναται κατόπιν νὰ μεταβάλῃ γνώμην, δὲν δύναται νὰ προσθέσῃ ἢ νὰ ἀφαιρέσῃ τι. Τουλάχιστον τοῦτο ὑποθέτω, ὅτι εἶναι ἡ ἔννοια τῆς προσθέτου ταύτης τροπολογίας· κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος αἱ δαπάναι ἐπιτρέπονται μόνον ἐπὶ τῇ βάσει εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ.
§60Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μενόντων πάντοτε τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ προκαλέσῃ δαπάνας ....
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατ’ ἐμὲ δὲν πρέπει νὰ περιορισθῶμεν ὑπὸ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ στηριζώμεθα εἰς μόνον τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμόν· οὔτε ἐνόμιζον οὔτε εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ψηφίσωμεν εἰδικὸν προϋπολογισμόν, διότι ἰδίως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, ἐν ᾧ πρόκειται περὶ τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων, πιστεύω, ὅτι τὰ ἄρθρα θὰ ᾖναι ἐλάχιστα, δὲν θὰ ᾖναι ἱκανὰ, ἵνα ἀποτελέσωσι προϋπολογισμὸν, ἴσως δὲ θὰ ᾖναι ἓν μόνον ἄρθρον· ἀλλὰ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, νὰ ποιήσωμεν περιορισμοὺς διὰ πιστώσεως. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὁ πρωθυπουργὸς ἔφερε πρὸ ὀλίγου ἀποδεχόμενος τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου κ. Δεληγεώργη, ὅπως εἰδικευθῶσιν οἱ σκοποὶ, πρὸς τοὺς ὁποίους θὰ γίνεται ἡ δαπάνη, ἡ τροπολογία αὕτη νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιληφθῇ ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου, διότι, ἐὰν περιληφθῇ, εἶναι ἀναλλοίωτος, ἐνῷ, ἐὰν περιληφθῇ ἐντὸς πιστώσεως, δύναται καὶ νὰ συμπληρωθῇ κατόπιν, καὶ νὰ μεταβληθῇ, ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τοιαύτη, ὁποία σήμερον προενοήθη. Τὴν πίστωσιν ὅμως θεωρῶ, ὅτι πρέπει νὰ κανονίσωμεν οὕτως, ὥστε, ἄνευ αὐτῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς διδομένης, νὰ μὴ ἐπιτρέπηται εἰς τὸ ὑπουργεῖον οὐδεμία δυνάμει τοῦ νόμου τούτου δαπάνη. Καὶ δὲν νομίζω, ὅτι τοιουτοτρόπως περιορίζομεν πέραν τοῦ δέοντος τὴν Κυβέρνησιν, διότι, ὅταν τὴν πίστωσιν ταύτην διατυπώσῃ λίαν εὐρεῖαν, ὅταν δὲν φέρῃ πολλὰ ἄρθρα πιστώσεως, ὁ περιορισμὸς τῆς Κυβερνήσεως θὰ ᾖναι ἀσήμαντος, καὶ ἐὰν ἐν τῇ πιστώσει περιλάβῃ τὸ ὅλον ποσὸν τῶν 10 ἑκατομμυρίων, δὲν βλέπω τότε, κατὰ τὶ δύναται νὰ θεωρήσῃ, ὅτι ἡ ἔλλειψις τῆς ἀδείας, ὅπως δαπανήσῃ δυνάμει πιστώσεως ὑπὸ τῆς ἰδίας Κυβερνήσεως ἐκδιδομένης ἀντὶ πιστώσεως ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐκδιδομένης, μεταβάλλει τὴν θέσιν αὐτῆς ἐπὶ τὸ χεῖρον. Θέλω ὅμως ἡ πίστωσις νὰ ψηφισθῇ παρ’ ἡμῶν, διὰ νὰ γινώσκωμεν ἀκριβῶς μέχρι τίνος σημείου δίδομεν τὴν ἄδειαν τῆς δαπάνης, καὶ ποῖοι οἱ περιορισμοὶ, ἐνῷ συγχρόνως λέγω, ὅτι δὲν ἐννοῶ τοὺς περιορισμοὺς τούτους ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ νὰ καταστήσωμεν πολὺ στενούς. Ἐν τῷ ἑτέρῳ ὅμως νομοσχεδίῳ τῷ ἀφορῶντι εἰς τὸ δάνειον τῶν 50 ἑκατομμυρίων θεωρῶ, ὅτι τὰ ἄρθρα τῶν πιστώσεων ὀφείλουν νὰ ᾖναι πολλὰ καὶ λίαν ἀκριβῆ καὶ λίαν καταμερίζοντα τὰς δαπάνας. Ἑπομένως ἀφοῦ ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶναι ἕτοιμος νὰ ὁρίσῃ ἐν αὐτῷ τῷ νομοσχεδίῳ τοὺς εἰδικοὺς σκοποὺς, πρὸς τοὺς ὁποίους θὰ γίνηται χρῆσις τοῦ δανείου, πιστεύω, ὅτι ἡ ἐμὴ πρότασις, ὅπως ἀντὶ νὰ περιλάβῃ τὸν ὁρισμὸν ἐν τῷ νόμῳ, περιλάβῃ αὐτὸν ἐν πιστώσει, εἶναι εὐνοϊκωτέρα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ ἡ πίστωσις εἶναι μεταβλητέα ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τὸ δὲ ἄρθρον τοῦ νόμου πολὺ δυσκολώτερον δύναται νὰ μεταβληθῇ, διότι, νομίζω, ὅτι ἐν μέρει ἀναλαμβάνει καί τινα εἰδικὴν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ μεταβάλωσι κατόπιν τὸν νόμον, ἀφοῦ τὸ δάνειον ναὶ μὲν θὰ γείνῃ ἐπὶ βάσεων κερδοσκοπικῆς ὠφελείας, ἀλλ’ ἐν μέρει θὰ παρακινηθῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ προσφέρωσι τὰ κεφάλαιά των, καὶ ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι προσφέρουσι κεφάλκια πρὸς σκοπὸν πατριωτικὸν ἐν τῷ νόμῳ ὁριζόμενον. Ἀφοῦ διὰ τοῦ νόμου ἑλκύομεν αὐτοὺς εἰς τὴν προσφορὰν κεφαλαίων, δὲν πρέπει νὰ μεταβάλωμεν κατόπιν τοὺς ὅρους τοῦ νόμου τούτου. Ἐὰν ἐν τῇ πιστώσει περιληφθῇ ὁ προσδιορισμὸς τῆς χρήσεως, μεταβάλλοντες κατόπιν δι’ ἑτέρας πιστώσεως τὸν προσδιορισμὸν διατελοῦμεν ἐν καλῇ πίστει πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἐκ λόγων πατριωτισμοῦ ἤθελον καταβάλει τὰ κεφάλαια, ἀφοῦ οἱ μὲν νόμοι θεωροῦνται διαρκεῖς αἱ δὲ πιστώσεις εἶναι ἐνιαύσιοι. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔφερε τροπολογίαν τινὰ ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου παρατηρήσας ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη ἐν μέρει ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ περιττή, διότι ἠδύνατο τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον νὰ κανονισθῇ καὶ διὰ Β. Διατάγματος. Ἀλλ’ οὐδὲν βλέπω τὸ ζημιοῦν ἡμᾶς, ἐὰν διὰ νόμου κανονίσωμεν τοῦτο, καὶ τὴν τροπολογίαν του ἑπομένως παραδέχομαι πληρέστατα ὡς πρὸς τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸν κανονισμὸν τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ γίνεται διὰ τοῦ ταμείου ἡ πληρωμὴ παρὰ τῆς Τραπέζης· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐνταῦθα παρέλειψέ τινα ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ δεχθῇ κατὰ τοῦτο τὴν συμπλήρωσιν. Λέγει «ὁ ἐκδίδων τὸ ἔνταλμα ὑπουργὸς συνοδεύει αὐτὸ μὲ τὴν ἀνήκουσαν ἐπιταγήν, δυνάμει τῆς ὁποίας ὁ κεντρικὸς ταμίας λαμβάνει ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τὸ περιεχόμενον ἐν τῷ ἐντάλματι χρηματικὸν ποσόν.» Περὶ τῆς ἐπιταγῆς ταύτης οὐδεμίαν λαμβάνει πρόνοιαν, ὅπως ὦμεν ἐξησφαλισμένοι, ὅτι καὶ αὕτη θέλει ἐκδίδεσθαι ὑπὸ τὰς αὐτὰς ἐγγυήσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας καὶ τὸ ἔνταλμα. Ἡ Τράπεζα, λαμβάνουσα ἐπιταγήν, κατὰ τὸν νόμον, ὀφείλει νὰ πληρώσῃ αὐτὴν ἄνευ περαιτέρω ἐξετάσεως· νομίζω δέ, ὅτι τοιουτοτρόπως ὅλαι αἱ ἄλλαι ἐξασφαλίσεις ματαιοῦνται. Ἐὰν ὅμως συμπληρωθῇ ἡ διάταξις αὕτη δι’ ἑτέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιταγὴ ὀφείλει νὰ φέρῃ τὰς αὐτὰς ὑπογραφάς, ὡς καὶ τὸ ἔνταλμα, τότε νομίζω, ὅτι ἐξασφαλιζόμεθα πληρέστατα. Ἐν τῇ τροπολογίᾳ αὐτοῦ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περιέλαβε καὶ ἄλλην διάταξιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει οὕτως καὶ ἐν τῇ τροπολογίᾳ, ἣν ἐγὼ ὑπέβαλον. Λέγει τὰ ἑξῆς· «καὶ στηριζομένου εἰς πιστώσεις ψηφιζομένας κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ λογιστικοῦ νόμου.» Αὐτὴ ἡ τελευταία φράσις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν παρερμήνευσιν, καὶ ἥτις δίδει καὶ τὸ μέσον καὶ θὰ τὸ δίδει καὶ κατόπιν εἰς τὰς παρερμηνεύσεις. Λέγοντες «πιστώσεις ψηφιζομένας κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ» ἐννοοῦμεν, ὅτι ὁ τύπος ὑπὸ τὸν ὁποῖον ἡ πίστωσις αὕτη θέλει ἐκδίδεσθαι ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, θὰ ᾖναι ὁ τύπος, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ διαλαμβάνει, ὅτι δηλαδὴ θὰ ἐκδίδεται κατ’ ἄρθρα καὶ κατὰ κεφάλαια, καὶ ὅτι θὰ ἔχῃ ὡρισμένα ἐξωτερικὰ γνωρίσματα. Δὲν διενοούμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ψηφίζουσα ἡ Βουλὴ τὰς πιστώσεις ταύτας ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατόπιν στηριζομένην ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, νὰ δύναται καὶ ἄνευ τῆς ψηφίσεως πιστώσεως νὰ ποιήσῃ χρῆσιν τῶν χρημάτων. Διὰ νὰ γείνῃ κατάδηλον τοῦτο, δέον νομίζω, νὰ ἀφαιρέσωμεν τὴν φράσιν ψηφιζομένας κατὰ τὰς διατάξεις κλπ. μετὰ τὴν λέξιν πιστώσεις, καὶ νὰ τὴν μεταφέρωμεν πρὸ αὐτῆς, καὶ τότε θὰ ᾖναι πρόδηλον, ὅτι πρόκειται περὶ πιστώσεων ἐκδιδομένων ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ τοιουτοτρόπως αἱ δαπάναι θὰ γίνωνται μόνον ἐπὶ τῇ βάσει πιστώσεων χορηγουμένων ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Τότε δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Βουλὴ ἠθέλησεν ὡς πρὸς τὸ εἰδικὸν τοῦτο ταμεῖον νὰ μὴ ἐφαρμόσῃ τὴν γενικὴν ἀρχήν, ἡ ὁποία ὑπάρχει καθιερωμένη ὡς πρὸς συνήθεις δαπάνας ἐκ τοῦ γενικοῦ ταμείου γινομένας, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ ὑπάρχῃ πάντοτε ἡ σύμπραξις τοῦ νομοθετικοῦ σώματος. Συμφώνως λοιπὸν πρὸς ταῦτα διατυπῶ οὕτω πως τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ συγχωνευομένην μὲ τὰς προγενεστέρας ἐμοῦ τροπολογίας καὶ μὲ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἤδη ἔφερον· (ἀναγινώσκει τὸ κείμενον). Δυνάμεθα ἴσως νὰ προσθέσωμεν ἐνταῦθα τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν περιέχει ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος, τουτέστιν εἴτε δι’ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴτε δι’ εἰδικῶν νόμων ........
§62Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συμφωνοῦμεν.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα, διότι κατ’ οὐσίαν εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι, ὥστε δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἴτε δι’ εἰδικοῦ νόμου, εἴτε δι’ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ, ἢ νὰ εἴπωμεν ἁπλῶς δι’ εἰδικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον μοὶ φαίνεται ἀρκετόν. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἄλλην παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε περὶ τῆς ἐπιταγῆς, ὡς πρὸς ταύτην ἐπίσης νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ θέσωμεν πρῶτον τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4 τῆς τροπολογίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ παρὰ τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν δικαστικὸς σύμβουλος θέλει ἐπιθεωρεῖ τὰ ἐντάλματα, καὶ νὰ εἴπωμεν ἔπειτα, ὅτι καὶ ἐπὶ τῆς ἐπιταγῆς θὰ γίνεται τὸ αὐτό, ὅπερ γίνεται καὶ ἐπὶ τῶν ἐνταλμάτων, ὥστε μετὰ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο συγχωνευόμενον μετὰ τοῦ ἄρθρου 3, προτείνω νὰ προστεθῇ καὶ τὸ ἑξῆς· (ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν). Ταῦτα, νομίζω, δὲν ἀπεμακρύνονται πολὺ ἀπὸ τῆς προτάσεως τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ, ἀλλὰ μόνον καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πίστωσιν, ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἔδωκεν ἄλλην ἑρμηνείαν φρονῶν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν γνώμην, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς νὰ ἐκδίδῃ αὕτη πιστώσεις ἀντὶ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἡμεῖς θεωροῦμεν, ὅτι θὰ ἐκδίδῃ μόνον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Τὸ δεύτερον ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει διαφωνία, εἶναι τὸ ἀφορῶν εἰς τὸ νέον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον διὰ τῶν τροπολογιῶν προτείνεται, ὅπως ἔχῃ τὸ καθῆκον νὰ ἐπιθεωρῇ τὰ ἐντάλματα. Καὶ ἡ μὲν ἐκλογὴ τοῦ προσώπου τούτου δὲν εἶναι ζήτημα ἀρχῆς· τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς εἶναι, ἐὰν θὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτον πρόσωπον ὑποβαλλόμενον εἰς εὐθύνην διὰ τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ ταύτην, καὶ ἐὰν ἡ ὑπογραφὴ αὐτοῦ θὰ ᾖναι ὑποχρεωτική. Ὡς πρὸς τοῦτο ἐγένοντο ἀναπτύξεις εὐρεῖαι. Ἀγνοῶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀποδέχεται τὴν ὕπαρξιν τοῦ προσώπου τούτου. Τὴν ἀποδέχεται, νομίζω, ὡς πρόσθετον ἐγγύησιν, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἀποδέχεται καὶ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἄνευ τῆς ἐπιθεωρήσεως ταύτης ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἐπιτρέπεται ἡ πληρωμή· διότι ἐὰν καλῶς ἐνόησα τὸν κ. πρωθυπουργόν, εἰς τοῦτο ἔφερεν ἔνστασιν. Τὴν ἔνστασιν ταύτην δὲν θεωρῶ ἔχουσαν ὑπόστασιν, ὅταν μάλιστα διεμαρτυρήθη κατ’ αὐτῆς ὡς συνεπαγούσης προσβολὴν κατὰ τῶν κυβερνώντων προσωπικήν. Νομίζω, ὅτι ἐὰν ἀνελογίζετο, ὅτι εἰς ἄλλα κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ ὑπουργοὶ ἔχουν ἴσην φιλοτιμίαν πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους, ἀνέχονται τὸν τοιοῦτον ἔλεγχον, ἐὰν παρετήρει προσέτι, ὅτι εἰς τὰ κράτη ἐκεῖνα δύνανται κάλλιστα νὰ λειτουργῶσι τὰ τῆς πολιτείας μετὰ τοιούτου ἐλέγχου, προκειμένου μάλιστα καὶ περὶ τῶν γενικῶν δαπανῶν τοῦ κράτους, νομίζω θὰ ἐνόει, ὅτι αἱ ἐνστάσεις αὗται δὲν εἶναι σπουδαῖαι, διότι ἐν Ἀγγλίᾳ γινώσκετε, ὅτι τὸ πρόσωπον, εἰς τὸ ὁποῖον δίδεται τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιθεωρήσεως, καὶ ἄνευ τῆς ἐπιθεωρήσεως τοῦ ὁποίου οὐδὲν ἔνταλμα πληρώνεται, τὸ πρόσωπον αὐτὸ ἔχει ἀπόλυτον δικαιοδοσίαν ὑποκειμένην μόνον εἰς ἔφεσιν ἐνώπιον τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Ἐὰν τὴν ἔφεσιν ταύτην ζητῆτε, τὴν ἀποδέχομαι, καὶ ἐὰν θέλετε νὰ ὑπάγηται εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, οὐδεὶς θὰ ἔχῃ ἀντίῤῥησιν. Ἐὰν ὅμως νομίζετε καταλληλότερον, ἡ ἔφεσις νὰ ὑπάρχῃ ἐνώπιον τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου, καὶ εἰς τοῦτο εἴμεθα σύμφωνοι. Ποία δὲ θὰ ᾖναι ἡ δυσχέρεια, τὴν ὁποίαν φοβεῖται ἡ Κυβέρνησις; Ἐὰν εἰς τὸν ἐλεγκτὴν τοῦτον ἐπρόκειτο νὰ δοθῶσι τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα μνημονεύει ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος, ἐννοῶ τότε ὅτι θὰ ἦτο λίαν σπουδαία ἡ ἀντίῤῥησις τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, διότι βεβαίως τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἀνάγκης δαπάνης τινὸς, ἐὰν ἡ δαπάνη ᾖναι τῳόντι τοιαύτη, ὁποίαν ὁ νόμος ἠθέλησε νὰ ἐπιτρέψῃ, ἐὰν τοιαύτην τινὰ ἐκτίμησιν ἐπιτρέψωμεν εἰς ἄλλο πρόσωπον παρὰ τὴν Κυβέρνησιν, νομίζω, ὅτι ἠθέλομεν διὰ τούτου δείξει ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος. Τὸ κατ’ ἐμὲ τὸ δικαίωμα τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου τοῦ ἔχοντος τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιθεωρῇ τὰ ἐντάλματα περιορίζεται μόνον εἰς τὰ τυπικὰ, τουτέστιν εἰς τὴν ἐξέτασιν, ἐὰν ὑπάρχῃ ὑπέρβασις, ἐὰν ἐτηρήθησαν αἱ ἄλλαι τυπικαὶ διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου, οὐχὶ ποτε διατυπώσεις οὐσιαστικαὶ· καὶ τοιαύτην ἐξήγησιν ἔδωκα χθὲς ἐρωτηθεὶς παρὰ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Προκειμένου δὲ περὶ τοιαύτης ἁπλῆς βεβαιώσεως, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς ὑπάρχουσι φόβοι, ὅτι θὰ δυνηθῇ πρόσωπον κατέχον ὑψηλὴν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ θέσιν ποτὲ νὰ εἴπῃ, ὅτι διατύπωσίς τις ἐλλείπει, ὅταν πράγματι δὲν ἐλλείπῃ, καὶ ἐὰν τῳόντι λείπῃ, τὴν διατύπωσιν ταύτην δύναται κάλλιστα ὁ ὑπουργὸς νὰ συμπληρώσῃ, ἀλλὰ νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι οὐ μόνον τὸ πρόσωπον τοῦτο, ἀλλ’ οἱαδήποτε ἄλλη ἀνωτάτη ἀρχὴ, οἷα τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον, ἤθελε καὶ αὕτη δυστροπήσει, τοῦτο, νομίζω, δὲν εἶναι ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ δυνατοῦ. Σημειώσατε δὲ, ὅτι πρόκειται ἐνταῦθα περὶ εἰδικῶν ταμείων, δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐν γένει κυβερνητικῆς μηχανῆς, ἥτις ἤθελε σταματήσει ἐκ τῆς δυστροπίας ταύτης, τὴν ὁποίαν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θεωρῶ ἐντελῶς ἀδύνατον. Ἀλλὰ ἐὰν ἐπρόκειτο τέλος περὶ τῆς γενικῆς μηχανῆς τοῦ Κράτους, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τις, ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ ὅλως ἀπίθανα, ὅταν δὲν εἶναι φυσικῶς ἀδύνατα, πρέπει νὰ προληφθῶσι· πρόκειται ὅλως περὶ χρημάτων, τῶν ὁποίων ἡ χρῆσις εἶναι εἰδικῶς ὡρισμένη. Ἡ ἐν γένει κυβέρνησις τοῦ τόπου δὲν θὰ σταματήσῃ ἕνεκα τούτου, καὶ βεβαίως ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ ἀρκετὴν πίστιν, ὅπως δυνηθῇ ἐπὶ ἰδίᾳ αὑτῆς εὐθύνῃ νὰ λάβῃ τὰ χρήματα ἀλλαχόθεν, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ Βουλὴ, νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν. Δὲν πρέπει εὐκόλως νὰ ἀποδεχώμεθα τῶν Κυβερνήσεων τὰς ἐνστάσεις ταύτας, εἴτε στηριζομένας εἰς κακῶς ἐννοουμένην φιλοτιμίαν τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε στηριζομένας εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λειτουργῇ ἀκωλύτως. Βεβαίως ἡ ἐλευθέρα ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀναγκαία, ἀλλ’ ἅπασαι αἱ νομοθετικαὶ διατάξεις περὶ προσόντων, αἱ διατάξεις αἱ ἄλλαι, τὰς ὁποίας θεωροῦμεν ὡς ἐγγυήσεις τῆς καλῆς διοικήσεως τοῦ τόπου, ἀποτελοῦσι περιορισμοὺς, καὶ ἅπασαι αὗται καθ’ ὡρισμένας περιπτώσεις δύνανται νὰ φέρωσι καὶ ζημίαν, ἀλλὰ χάριν τῆς ἐγγυήσεως ὑφιστάμεθα τὰς ζημίας ταύτας. Ἐνταῦθα δὲ οὐδὲ ζημίαν τινὰ πρόκειται νὰ ὑποστῶμεν, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ νοήσωμεν τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας οἱ ὑπουργοὶ φαίνονται φοβούμενοι. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἐκλογὴν τοῦ προσώπου, ἐν ταῖς συζητήσεσι δὲν εἶδον νὰ προταθῇ ἄλλο πρόσωπον καταλληλότερον. Ἐὰν προταθῇ πρόσωπον καταλληλότερον, θεωρῶ, ὅτι οὐδεμία δυσκολία θὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸ νὰ δεχθῶμεν ἐκεῖνο μᾶλλον ἢ τοῦτο. Δὲν ἤκουσα δὲ ἀκόμη, ἐὰν ὑπάρχῃ δυσκολία τις ὡς πρὸς τὴν ἀποδοχὴν παρὰ τοῦ προταθέντος ἤδη προσώπου τῆς ὑπηρεσίας ταύτης· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ἐπὶ τούτου καίτοι προκληθεὶς δὲν ἔφερεν ἀντίῤῥησίν τινα.....
§64ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸν ἠρώτησα.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι τοῦτο δὲν φέρει δυσκολίαν. Ἕτερον θέμα συζητήσεως ὑπῆρξε τὸ περὶ προσαγωγῆς ἀπολογισμοῦ, διότι τὴν προσωρινὴν κατάστασιν, νομίζω, οὐδεὶς ἀπέκρουσεν· ἅπαντες ἀπεδέχθησαν, ὅτι εἶναι συμφέρον νὰ περιληφθῇ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ ὑποχρεοῦσα τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ὑποβάλλῃ τακτικῶς προσωρινὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ταμείου τούτου, ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς προσωρινῆς καταστάσεως νομίζω ἀναγκαίαν καὶ τὴν προσαγωγὴν τοῦ ἀπολογισμοῦ· τὴν νομίζω ἀναγκαίαν δι’ αὐτὸ τοῦτο, ἵν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἀποτελεῖ τὸ δάνειον κεφάλαιον εἰδικοῦ ταμείου, καὶ ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἀπαιτήσωμεν ὡς πρὸς τὸ εἰδικὸν τοῦτο ταμεῖον τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποκτήσωμεν ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τοῦ γενικοῦ ταμείου. Οὐδένα βλέπω λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἤθελεν ἀποκρουσθῇ τοῦτο, οὐδένα βλέπω λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ χρῆσις τῶν χρημάτων τῶν κεφαλαίων τούτων δὲν θὰ ὑποταχθῇ εἰς τοὺς αὐτοὺς κανόνας, εἰς τοὺς ὁποίους ὑποτάσσεται ἡ χρῆσις τῶν ἐν γένει δημοσίων ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ὅταν δὲ ὑποβάλλεται εἰς τούτους, δὲν ἐννοῶ, διατὶ δὲν θέλομεν νὰ χωρήσωμεν τοὺς ἀπολογισμούς, ἀφοῦ ἀπεδείχθη, ὅτι τοὺς γενικοὺς ἀπολογισμοὺς δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, τοῦτον δὲ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν. Τὴν ὑποχρέωσιν δὲ ταύτην τῆς προσαγωγῆς ἀπολογισμοῦ ἔχει ἡ Κυβέρνησις καὶ ὡς πρὸς τὸ ὁδικὸν ταμεῖον· ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ἡ ὑποχρέωσις δὲν ἐξεπληρώθη, ἐλπίζω ὅμως, ὅτι ἐνταῦθα θὰ κατορθωθῇ ἡ ἐκπλήρωσις αὐτῆς.
§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐξεπληρώθη.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα, συντάττεται ἀπολογισμός, ἀλλὰ δὲν ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἐξασκεῖ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, διότι κυρίως πρὸς τοῦτο γίνονται οἱ ἀπολογισμοί. Δὲν βλέπω λοιπὸν λόγον τινὰ, διὰ τὸν ὁποῖον, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἀποδέχεται τὴν ἰδέαν τῆς προσαγωγῆς προσωρινῶν καταστάσεων, δὲν ἀποδέχεται τὴν ἰδέαν τῆς προσαγωγῆς ἀπολογισμοῦ. Ὁ ἀποχωρισμὸς τῶν κεφαλαίων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κράτους, τὸν ὁποῖον ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔφερεν ὡς μόνην ἔνστασιν, δὲν μοὶ φαίνεται ἀποχρῶν λόγος· ἀπ’ ἐναντίας νομίζω ὅτι, ὅπως διετέθησαν τὰ τοῦ δανείου τούτου, πρέπει νὰ ᾖναι χωρισμένον ἀπὸ τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κράτους, ἵνα ὑπάρξῃ καὶ λογιστικὴ ἀκρίβεια. Ὥστε καὶ λογιστικὸς λόγος συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν προτείνω.
§68Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ εἰδικὸς ἀπολογισμός....
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅ,τι ὑπάρχει διὰ τὸ ὁδικὸν ταμεῖον. Αὗται εἶναι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας φέρω ἐπὶ τῶν ὑποτροπολογιῶν, ἢ μᾶλλον ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν τῶν ὑποτροπολογιῶν, καὶ τῶν νέων προτάσεων, αἵτινες παρουσιάσθησαν εἰς τὴν Βουλήν.
§70ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ἔχωμεν εἰδικὸν ταμεῖον;
§71ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ εἰδικὸν ταμεῖον κανονίζουσιν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου. Ὅταν ἔχωμεν εἰδικὰς ἐγγυήσεις, εἰδικὴν διαχείρισιν, ἔχομεν καὶ εἰδικὸν ταμεῖον, διότι ταμεῖον σημαίνει διαχείρισιν. Εὐθὺς ὡς ὑπάρχει ἰδιαιτέρα διαχείρισις, βεβαίως ἔχομεν εἰδικὸν ταμεῖον. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἔχω τῆς λέξεως ταμεῖον. Ἐν τῷ νόμῳ δὲν ἀναγράφεται ταμεῖον, ἀλλ’ ἀναγράφονται τὰ συστατικὰ τοῦ ταμείου. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔχομεν ταμεῖον, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὶ νὰ μὴ ἔχωμεν ἀπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος συμπληροῖ τὸν σκοπὸν τοῦ ταμείου. Τῶν παρατηρήσεων τούτων συμπέρασμα εἶναι αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσα πρότερον καὶ αἱ ὁποῖαι συγχωνεύουσι τὰς τροπολογίας τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ μετὰ τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ἐγὼ ὑπέβαλον. Αἱ τροπολογίαι αὗται ἀφορῶσιν εἰς τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4. Ἐν αὐταῖς δὲ ὑπάρχει καὶ ἑτέρα, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν ἐν τέλει τοῦ 6 ἄρθρου, ὅτι ἐπιτρέπεται ἔφεσις ἐνώπιον τοῦ ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ δικαστικὸς σύμβουλος ἤθελεν ἀρνηθῆ τὴν θεώρησιν ἐντάλματος.
§73Α. ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, διότι νομίζω, ὅτι ἡ ἰδέα, ἡ ὁποία ὑπηγόρευσεν ὅλας τὰς ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας ζητοῦμεν, μᾶς φέρει εἰς ὑπερβολήν. Ὁ προκείμενος νόμος πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ δι’ ἕνα ἔκτακτον σκοπόν, σκοπὸν ἀνώτερον τῆς δαπάνης, σκοπὸν, τὴν τύχην τοῦ ὁποίου καὶ τὴν ἀπόφασιν ἀναθέτομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν διαχειρισθησομένην αὐτὰ τὰ χρήματα. Ἐξηγοῦμαι. Διατί ζητεῖται τὸ δάνειον; διὰ τὰς ἐκτάκτους παρασκευάς. Ἀλλὰ ταύτας τίς θὰ διατάξῃ καὶ ἀποφασίσῃ; ἡ Κυβέρνησις. Λοιπὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀφίνομεν ὑψηλότερα ἔργα ν’ ἀποφασίσῃ, ἂν πρέπῃ ἢ μὴ νὰ κηρύξῃ πόλεμον, ἑπομένως οἱαδήποτε θὰ ᾖναι ἡ Κυβέρνισις; αὕτη δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα αὐστηροὶ καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐμπιστοσύνην ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων. Διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω πρός τινας τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν· δὲν θεωρῶ αὐτὰς δυνατάς. Δὲν θεωρῶ πραγματοποιήσιμον τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἑκάστοτε πᾶσα δαπάνη πρέπει νὰ ψηφίζηται διὰ νόμου, διότι πιθανὸν νὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι παροῦσα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου εἶναι ἡ μόνη κατάλληλος καὶ ἀναγκαία· δι’ αὐτῆς καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου ἐκπληροῦται καὶ αἱ χεῖρες τῆς Κυβερνήσεως μένουσιν ἐλεύθεραι. Ἂν εἰς τὸ ἄρθρ. 3 θέσωμεν τὸν σκοπὸν δι’ ὃν δύναται νὰ γείνῃ ἡ χρῆσις τοῦ δανείου τούτου, ἤτοι νὰ ὁρίσωμεν τὰς περιστάσεις καὶ τὰ κεφάλαια εἰς ἃ δύναται νὰ δαπανηθῇ τὸ ποσὸν αὐτὸ, νομίζω, ὅτι ἐξασφαλίζομεν τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιζητοῦμεν, νὰ μὴ δύναται δηλαδὴ νὰ γείνῃ χρῆσις ἄλλη τοῦ δανείου, παρ’ ἐκείνην, δι’ ἣν ὡρίσθη, νὰ ἐκδίδεται ἡ πίστωσις ἡ ἀναφερομένη εἰς εἰδικὸν σκοπὸν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Τὴν ἄλλην τροπολογίαν περὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως τοῦ ἐντάλματος, ἐπειδὴ ἀπεδέχθη αὐτὴν καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν τὴν ἀμφισβητῶ, μολονότι νομίζω, ὅτι ἂν γείνῃ χρῆσις καὶ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ λογιστικοῦ νόμου καὶ ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο ὑπάρχουσιν ἐγγυήσεις ἀρκεταί. Τὸ δυστύχημα εἶναι, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐστηρῶς τὸν νόμον· ὁ νόμος ὁ λογιστικὸς μᾶς ἀνέθεσε δικαιώματα καὶ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ὅμως παραλείπομεν. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συνόδου σᾶς ἔφερα πρότασιν διορθώσεως αὐτοῦ τοῦ μέρους τοῦ λογιστικοῦ νόμου· ἀλλ’ εἰσέτι δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν· ὁ νόμος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐκλέγῃ μέλη τινὰ αὑτῆς καὶ νὰ τοῖς ἀναθέτῃ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν· ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐκπληροῦμεν τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος μᾶς ἐπιβάλλει. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. ὑπουργὸς ἐδέχθη τὴν τροπολογίαν, νομίζω, ὅτι κατάλληλον πρόσωπον πρὸς ἐπιθεώρησιν εἶναι ὁ βασιλικὸς ἐπίτροπος παρὰ τῷ ἐλεγκτικῷ συνεδρίῳ, διότι εἶναι ἀνώτερος ὑπάλληλος καὶ παρέχει ἐγγυήσεις. Εἶναι δὲ εἰς θέσιν νὰ παραβάλῃ τοὺς λογιστικοὺς νόμους καὶ τὰς πιστώσεις.
§74ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡμεῖς δὲν θεωροῦμεν τὸ πρόσωπον ἀναγκαῖον, ἀλλ’ ἂν τὸ θεωρήσῃ ἡ Βουλὴ ἐπιφυλασσόμεθα νὰ προτείνωμεν, ὁποῖον πρόσωπον θεωροῦμεν κατάλληλον.
§75ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 6 τὸ θεωρῶ ἀναγκαῖον, διότι δύναται ν’ ἀναπληρώσῃ πολλὰς ἐλλείψεις. Ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλλεται ἀπολογισμὸς εἰς πᾶσαν σύνοδον· ὥστε καὶ ὁ φόβος, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀπολογισμὸν εἰμὴ μετὰ εἰκοσαετίαν, ἐκλείπει ἐφαρμοζομένου τοῦ ἄρθρου 6 τῆς τροπολογίας.
§76ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ψηφοφορία, κύριε πρόεδρε.
§77ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε.
§78ΖΩΧΙΟΣ. Θέλετε νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε· ἔστω, ἀλλὰ πρέπει νὰ συζητήσωμεν (θόρυβος). Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς συζητοῦμεν σήμερον, συνεζητήθη ἐφέτος εἰς τὴν Γαλλίαν. Ἐζήτησαν ἐκτάκτους πιστώσεις πρὸς παρασκευὴν ἢ παρασκευάς· λέγω παρασκευὰς, διότι θέλετε πολλάς. Ἐννοεῖται δὲ ὅτι εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῶν παρασκευῶν, ἀλλὰ θέλω νὰ ᾖναι ἀληθεῖς καὶ οὐχὶ ψευδεῖς. Ἐζήτησε δὲ ἡ γαλλικὴ κυβέρνησις 167 ἑκατομμύρια διὰ παρασκευὰς, καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ αὐτῶν πρότασιν, περιέλαβε δὲ αὐτὰς εἰς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμόν· ἤτοι ἐζήτησε 51 ἑκατ. δι’ ἀγορὰν ἱματισμοῦ, ὑποστηρίξασα τὴν αἴτησιν δι’ ἐκθέσεως ἰδίας· ἐζήτησεν 90 ἑκατομμύρια πρὸς κατασκευὴν φρουρίων, ὑπέβαλε δὲ εἰς τῆς Βουλῆς τὴν κρίσιν τὰ σχέδια αὐτῆς καὶ δι’ ἓν ἕκαστον αὐτῶν, τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην· ἐζήτησε δὲ ἑκατομμύρια διὰ κατασκευὴν στρατώνων, ἀλλ’ ὥρισε τὸ ποσὸν αὐτῶν καὶ τὸ μέγεθος. Σεῖς δὲ δὲν ἔχετε μὲν ποῦ τὴν κεφαλὴν νὰ κλίνετε, θέλετε δὲ παρασκευὰς, ἀλλὰ παρασκευὰς ἀκανονίστους, ἀορίστους.
§79ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἶναι λυπηρόν .... (θόρυβος).
§80ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σεῖς δὲν εἶσθε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει καὶ διὰ τοῦτο τώρα ζητοῦμεν νὰ κατασκευάσωμεν.
§81ΖΩΧΙΟΣ. Διὰ τί σκανδαλίζεσθε; Ἡ συζήτησις δὲν εἶναι περὶ παρασκευῶν, ἀλλὰ πῶς νὰ σᾶς δώσωμεν χρήματα, τὸ ἐννοεῖτε ἢ ὄχι; Ἂν ἐπρόκειτο περὶ παρασκευῶν, πᾶν ἄλλο ἦτο τὸ ζήτημα· τότε θὰ σᾶς ἐλέγομεν, λάβετε τὰ 10 ἑκατομμύρια καὶ ἑτοιμασθῆτε. Δὲν θέλομεν ὅμως νὰ σᾶς δώσωμεν τὰ χρήματα ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε διότι ὑποπτευόμεθα ὅτι θὰ μᾶς τὰ φάγετε· (θόρυβος). Πρόκειται δὲ περὶ ἄλλου ζητήματος ἡ συζήτησις ἢ περὶ τούτου. Ἐγὼ, κύριοι, κηρύττομαι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως καὶ γνωμοδοτῶ χωρὶς ἐπιθεωρήσεων καὶ ὑπογραφῶν νὰ δώσητε τὸ δάνειον. Ζητοῦν τὰς τοιαύτας ἐγγυήσεις ὅσοι δὲν γνωρίζουν τί εἶναι ἔνταλμα, καὶ διὰ τοῦτο γνωμοδοτῶ νὰ δώσωμεν τὰ χρήματα χωρὶς νὰ δέσωμεν τὰς χεῖρας τῶν ὑπουργῶν. Ἀλλὰ πρόκειται ἀληθῶς περὶ παρασκευῶν; Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδένα βλέπω παρασκευαζόμενον, χρήματα δὲ μόνον μᾶς ζητοῦσι. Τί δὲ συζητοῦμεν περὶ ἐνταλμάτων καὶ ὑπογραφῶν; Τὰ χρήματα θὰ δαπανηθοῦν ἐφ’ ἅπαξ, ἀφ’ οὗ δὲ κατὰ τὴν νέαν σύνοδον ἐπιστρέψωμεν ἂς μᾶς δώσωσι λογαριασμόν. Ὅλη δὲ ἡ ῥητορική μας δὲν χρησιμεύει εἰς ἄλλο τι, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ χάνωμεν τὸν καιρόν μας, καὶ εἰς τὸ νὰ προσβάλλωμεν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὴν παροῦσαν καὶ τὰς μελλούσας· Βλέπετε δὲ ὅτι παραδόξως ἐγενόμην ὑπουργικός. Σᾶς λέγω ὅμως, ὅτι τίποτε δὲν πιστεύω, ἐξ ὅλων ὅσα περὶ παρασκευῶν λέγονται.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἕτερος ἐγγεγραμμένος. Ἑπομένως κηρύσσω τὴν συζήτησιν περατωμένην καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ ἐπὶ τοῦ συνόλου. Πρὶν προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν σᾶς ἀναγγέλω, ὅτι τὴν δευτέραν, ἑορτὴν τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ἔχομεν συνεδρίασιν. Σᾶς τὸ ἀναγγέλλω ἤδη, ἵνα μὴ τὸ εἴπω εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως καὶ μοὶ εἴπετε ὕστερον ὅτι δὲν τὸ ἠκούσατε. Προβαίνομεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν τῶν διαφόρων τροπολογιῶν καὶ ὑποτροπολογιῶν. Καὶ πρῶτον κατὰ τὴν γνώμην μου πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τροπολογία σύμφωνος μὲ τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ κ. Δεληγεώργη πρότασιν. Κατὰ τὴν τροπολογίαν ταύτην ὁρίζονται αἱ ἔκτακτοι ἀνάγκαι, περὶ τῶν ὁποίων διαλαμβάνει τὸ ἄρθρον βʹ. τοῦ νομοσχεδίου. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον αὐτὸ γʹ. «Ὡς ἔκτακτοι ἀνάγκαι κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον θεωροῦνται αʹ.) ὁ ὁπλισμὸς, ἡ στρατοπαίδευσις καὶ αἱ λοιπαὶ δαπάναι στρατιωτικῶν δυνάμεων ἀνωτέρου ἀριθμοῦ τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὁριζομένων, καὶ βʹ.) ἡ αὔξησις τῶν πληρωμάτων τῶν ἐθνικῶν πλοίων καὶ ἡ προμήθεια ἐκρηκτικῶν μηχανῶν καὶ ῥηκτικῶν πλοίων.» Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον, ὅπερ θ’ ἀποτελέσῃ τὸ γʹ. τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν, ἥτις θὰ γείνῃ τὸ γʹ. ἄρθρον, καθὼς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 4 ἄρθρον, ὅπερ εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Τρικούπη. Ἰδοὺ ποία εἶναι ὡς διετυπώθη τελευταῖον. Θ’ ἀναγνώσω μόνον τὸ ά. μέρος, διότι τὸ βʹ. ἀνήκει εἰς τὸ 5ον ἄρθρον. «Τὰ εἰσπραττόμενα ἐκ τοῦ δανείου χρήματα διατίθενται, τηρουμένων τῶν διατάξεων τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, δι’ ἐνταλμάτων ἐκδιδομένων ἐπὶ τοῦ κεντρικοῦ ταμείου καὶ στηριζομένων εἰς πιστώσεις χορηγηθησομένας δι’ εἰδικῶν νόμων». Τὴν τροπολογίαν ταύτην μεταβάλλει ἡ ὑποτροπολογία τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Τρικούπη συγχωνεύει τὴν ἰδικήν του ὁ κ. Δηλιγιάννης.
§83Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παραδέχομαι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τρικούπη, ἡ ὁποία περιέχει τὰς ἐννοίας, τὰς ὁποίας ἀγορεύων ἐξήγησα, ὅτε ἠγόρευεν ὁ κ. Τρικούπης τὸ ἐδήλωσα ῥητῶς. Δὲν ἐπιμένω ἑπομένως νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὴν ἰδικήν μου.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ ἡ τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς. «Τὰ εἰσπραττόμενα ἐκ τοῦ δανείου χρήματα διατίθενται δι’ ἐνταλμάτων ἐκδιδομένων ἐπὶ τοῦ κεντρικοῦ ταμείου καὶ στηριζομένων εἰς πιστώσεις ψηφιζομένας κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου».
§85ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἐπιταγαὶ θὰ φέρουν τὰς αὐτὰς ὑπογραφὰς μὲ τὰ ἐντάλματα. Ἐπειδή, κύριοι, ἡ λέξις «ψηφιζομένας» ἤγειρεν ἀμφισβητήσεις, νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως «λαμβανομένας,» ἵνα ἐννοεῖται ὅτι, ὅταν δὲν εἶναι παροῦσα ἡ Βουλὴ, δύνανται νὰ ληφθῶσιν αἱ πιστώσεις καὶ διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων. Ὁ κύριος Τρικούπης ἔχει ἀντίθετον γνώμην, ἡμεῖς ὅμως ἐξηγοῦμεν τί ἐννοοῦμεν ἡμεῖς. Δεύτερον παρατηρῶ ἵνα ψηφοφορηθῇ ἀμέσως ἡ τροπολογία καὶ ὡς ἔχει ἠμποροῦμεν μετὰ τὰς λέξεις ἐπιταγῶν νὰ σημειωθῶσιν αἱ λέξεις, «φερουσῶν» τὰς αὐτὰς ὑπογραφὰς μὲ τὰ ἐντάλματα. Ἑπομένως ἂν περάσῃ ἡ ἰδική μας ἰδέα, κατόπιν ἐπειδὴ τὰ ἐντάλματα θὰ φέρωσι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ καὶ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ λογιστηρίου, ἕπεται ὅτι καὶ αἱ ἐπιταγαὶ θὰ τὰς φέρωσι, ἂν ἡ Βουλὴ θεωρήσῃ ὅτι ἀνάγκη τὰ ἐντάλματα νὰ φέρωσι καὶ ἑτέρας ὑπογραφὰς τότε ...... (θόρυβος).
§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν πρόκηται νὰ μὴ φέρωσι προσθέτους ὑπογραφάς, ἡ ἄλλη παράγραφος τῆς τροπολογίας εἶναι περιττὴ, διότι αὕτη ἐτέθη ἕνεκα τῶν προσθέτων ὑπογραφῶν. Ἡ περὶ ἐπιταγῶν παράγραφος ἐτέθη ἵνα κανονίσῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ λαμβάνωνται τὰ χρήματα ἀπὸ τὴν Τράπεζαν καὶ εἶναι ἀντίθετος εἰς τὴν τροπολογίαν τὴν ἰδικήν σας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ πληρωμὴ ἔπρεπε νὰ γίνεται ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ἄνευ τῆς συμπράξεως τοῦ κεντρικοῦ ταμείου. Κατὰ τὴν ἰδικήν σας τροπολογίαν ὁ κεντρικὸς ταμίας δὲν φαίνεται καθόλου· δὲν ἔχομεν παρὰ τὸν ἐκδίδοντα ὑπουργὸν καὶ τὴν Τράπεζαν ὑπόλογον.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο περιέχει δύω διακεκριμένας διατάξεις, δύω παραγράφους· ὑπάρχει δὲ μεγίστη διαφωνία μεταξὺ τοῦ Κυρίου Τρικούπη καὶ τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἑπομένως ἑκάστη παράγραφος θὰ ψηφοφορηθῇ ἰδιαιτέρως. Λοιπὸν ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ «Τὰ εἰσπραττόμενα ἐκ τοῦ δανείου χρήματα διατίθενται δι’ ἐνταλμάτων ἐκδιδομένων ὑπὸ τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου καὶ στηριζομένων εἰς πιστώσεις λαμβανομένας κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου·» τοῦ Κυρίου Τρικούπη. «Τὰ εἰσπραττόμενα ἐκ τοῦ δανείου χρήματα διατίθενται, τηρουμένων τῶν διατάξεων τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου.»
§88ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ συγχώνευσις, ὥστε νὰ ὁρισθῇ ὁ ἀνώτατος ὅρος τῆς διὰ διαταγμάτων πιστώσεως; Νὰ εἴπετε μέχρι τοῦ ¼. Πιστεύω ὅτι ὁ κ. Τρικούπης δὲν διαφωνεῖ· διότι τῳόντι εἶναι δύσκολον ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν, ὕστερον ἀπὸ τοιοῦτον ἀγῶνα, ὃν ἔχομεν ἐνταῦθα, νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ διατεθῶσι διὰ διαταγμάτων 10 ἑκατομμύρια.
§89ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, θὰ τὰ δαπανήσωμεν ὅλα.
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τὴν τροπολογίαν, ἣν παρεδέχθητε καὶ ἡ ὁποία κανονίζει ῥητῶς ποῦ θὰ ἐξοδευθῶσι, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῆτε ἑτέραν. Πῶς δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ προσδιορίσωμεν ἔξαφνα ὅλαι αἱ πιστώσεις ζητοῦνται διὰ νόμου· δύναται καὶ νὰ μὴ παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη. Ἡμεῖς ἐπιμένομεν εἰς τὴν τροπολογίαν μας.
§91ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοὺς λόγους σας ἐξηγῶ ὡς ἐπιμονήν· διότι εἶναι τόσον ἀργὰ ὁπότε συζητοῦμεν, ὥστε δὲν ἔπρεπε νὰ ἰσχυρισθῆτε τὶ ἠθέλετε διὰ τὸ ἑκατομμύριον! Ἔπρεπε νὰ γνωρίζετε πληρέστατα καὶ ἐντελῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γίνεται σήμερον εἰς τὴν Γαλλίαν, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Ζωγιός, καὶ ἔπρεπε νὰ παρουσιάσητε τὰς καταστάσεις.
§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ κάμωμεν μόνιμα πράγματα.
§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐνταῦθα ὑπάρχει παρεννόησις. Καὶ πρότερον εἶπον, ὅτι δὲν θέλω ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ στενοὺς περιορισμοὺς εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπιθυμῶ διὰ παντὸς τρόπου νὰ εὐκολύνω αὐτὴν περὶ τὴν χρῆσιν τῶν χρημάτων. Ἐννοοῦμεν ἐνταῦθα ν’ ἀναγραφῇ ἡ ἀρχὴ, διότι ἔχομεν κατόπιν τὸ ἕτερον νομοσχέδιον τῶν 50,000,000, ὅπου οἱ περιορισμοὶ θὰ ἦναι μεγαλείτεροι. Εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νὰ μὴ ἐπιτρέπωμεν δαπάνην διὰ διαταγμάτων πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν. Αὕτη ὅμως δὲν ἐμποδίζει τὴν ἐλευθέραν λειτουργίαν τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἰς αὐτὴν ἀπόκειται ἐντὸς πιστώσεων νὰ φέρῃ καὶ μέγα ποσὸν δι’ ἀπρόβλεπτα ἔξοδα. Ἂν ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν θέλει οὕτω νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ἐγὼ χαρακτηρίζω τὸ πρᾶγμα ὡς ἐπιμονήν.
§94ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁρίσατε τὰ ¾.
§95ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δηλαδὴ νὰ μείνουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ 2½ ἑκατομμύρια, ἅτινα νὰ διαθέτῃ εἴτε διὰ νόμου εἴτε διὰ διαταγμάτων.
§96ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δηλαδὴ νὰ μείνουν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως 2½ ἑκατομμύρια δι’ ἀπρόβλεπτα, ὅπως θέλετε ὀνομάσετέ τα.
§97ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ διοργανισθῶμεν, ὅπως θέλομεν. Ἠμπορεῖτε, σᾶς ἐρωτῶ, νὰ προσδιορίσετε ἀπὸ τοῦδε πόσους περιπλέον ναύτας θὰ φέρωμεν, πόσους περιπλέον στρατιώτας, πόσας στρατοπεδεύσεις θὰ κάμωμεν καὶ τὰ τοιαῦτα;
§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς σᾶς λέγομεν εἰς τί εἴμεθα πρόθυμοι, σεῖς διατυπώσατε τὰ ἄρθρα ὅπως θέλετε.
§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ νὰ συμβιβασθῶσι τὰ πράγματα νομίζω, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀναβάλῃ ἀπόψε τὴν ψήφισιν διὰ νὰ φέρωμεν τὰς πιστώσεις.
§100ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν Δευτέραν ἔχομεν συνεδρίασιν. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις Ὥρᾳ 6 παρὰ 10|60 Μ. Μ.