1876.11.15
1,437 rows · 12,463 words · 67 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32
τῆς 15 Νοεμβρίου 1876.
(Δευτέρα.)
Ὥρα 1½ μ. μ.
Κατέχει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Τσαμαδός. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λάβετε τὰς ἕδρας σας, κύριοι.
§2ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ τυπωθῶσιν αἱ καταστάσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, τῇ αἰτήσει τοῦ κ. Λομβάρδου.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἥτις εἶναι ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις καὶ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατιωτικοῦ ταμείου.
§4ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἄλλοτε, νομίζω, κύριοι, ὁ κ. Μαυροκορδᾶτος ἔκαμε λόγον ἐκτενῆ περὶ τῶν συνταξιούχων καὶ περὶ τῆς ἐλεεινῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἔφθασαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν αὐτὸν τὸν τόπον. Πιστεύω, ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν γνωρίζετε τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔφθασαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί. Εἶναι δίκαιον, κύριοι, νὰ ληφθῇ πρόνοια πρὸς βελτίωσιν τῆς τύχης τῶν συνταξιούχων. Ὅταν τὸ ἔθνος προβαίνῃ εἰς ἔργα ὁποῖα ἀπαιτοῦν αἱ περιστάσεις, δὲν πρέπει ν’ ἀποβλέπῃ μόνον εἰς θυσίας διὰ τὸ μέλλον, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐκτιμᾷ τὰς ὑπηρεσίας, αἵτινες ἐγένοντο ἐν τῷ παρελθόντι, νὰ φροντίζῃ δὲ πατρικῶς ὑπὲρ τῶν προσενεγκόντων αὐτὰς, καὶ οὐχὶ ν’ ἀφίνῃ τούτους νὰ ταλαιπωρῶνται καὶ νὰ λιμοκτονῶσιν. Ἕνεκα τῆς ἀνάγκης, ἐν ᾗ εὑρέθησαν, προεξώφλουν μέχρι τοῦδε τὰς συντάξεις των μὲ ἔκπτωσιν 10%.
§5ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. 50%.
§6ΚΑΝΑΡΗΣ. Σήμερον οὔτε μὲ 50% δὲν δύνανται νὰ τὸ κατορθώσωσιν· εἰς αὐτὸ περιορίζομαι. Ἐλπίζω δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ, ἐπειδὴ τοῦτο εἶναι δίκαιον, θέλει παραδεχθῆ τὴν πρότασίν μου, ἐπιτρέπουσα ν’ ἀναγνωσθῇ σήμερον εἰς ά ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων.
§7ΤΙΝΕΣ. Νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν δι’ αὔριον.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ;
§9ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλει τεθῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον.
§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταὶ, θὰ προσθέσω τινὰ ἐξακολουθούσης τῆς συζητήσεως, διότι νομίζω, ὅτι πρὸ τῆς ψηφοφορίας πρέπει νὰ δώσω τὰς ἐξηγήσεις ταύτας. Οἱ φόροι, κύριοι, ἐν γένει στηρίζονται εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ συνεισφέρῃ ἐκ τῆς περιουσίας του ἕκαστος πολίτης πρὸς συντήρησιν τῆς κοινωνίας, ἥτις προστατεύει αὐτόν. Αὐτὸς εἶναι, κύριοι, ὁ πρῶτος λόγος καὶ ἡ πρώτη ἀνάγκη ἡ δικαιολογοῦσα τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ ἐπιβολὴ τῶν φόρων καὶ ὁ προσδιορισμὸς αὐτῶν δὲν εἶναι ἀπόλυτος· ὑπάγεται εἰς κανόνας τινὰς, τοὺς ὁποίους ὀφείλουν καὶ πρέπει νὰ τοὺς λάβουν ὑπ’ ὄψιν οἱ ἐπιβάλλοντες τοιούτους. Κύριοι, ἡ φορολογία πρέπει νὰ συμβαδίζῃ μὲ τὴν τήρησιν καὶ τὰς καθόλου ἀνάγκας τῆς κοινωνίας· μεταξὺ τῶν κανόνων τούτων εἷς εἶναι ὁ κανὼν τῆς ἰσότητος τῶν φόρων, εἶναι ὁ τέταρτος τῶν ἀφορισμῶν τοῦ Σμίθ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς ἰσότητος τῶν φόρων, μολονότι πολλάκις ἐξυμνήθη καὶ ἐπεζητήθη, δὲν ὑπῆρξεν ὅμως τοῦ φορολογικοῦ συστήματος ἐν γένει τὸ κύριον ἀντικείμενον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπολύτως προσεπάθησαν νὰ τὸ ὑπαγάγωσι, καὶ κατὰ τοῦτο νὰ κανονίσωσιν ἀπολύτως τὴν φορολογίαν των. Πολλάκις, κύριοι, τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ ἐγκατέλειψαν χάριν ἄλλων λόγων, τῆς σμικρότητος τῆς εὐκολίας εἰς τὴν εἴσπραξιν, τοῦ πολλαπλοῦ τῶν φόρων καὶ τοῦ ὀλιγώτερον ἐπαισθητοῦ, τῆς εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσαγωγῆς πλείονος ποσοστοῦ, καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς κοινωνίας κλπ. Διὰ τοῦτο τὸ φορολογικὸν σύστημα τὸ καθιεροῦν τὴν μεγαλειτέραν ποσότητα, τὸ ἀκολουθοῦν πολλοὶ, καθὼς καὶ ὁ κ. Τρικούπης· κάμνω δὲ λόγον περὶ τοῦ κ. Τρικούπη μόνον, διότι ἡ ἄλλη μερὶς ἀντετάχθη καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ συστήματος ἡμῶν. Ὁ κ. Τρικούπης προτιμᾷ τοὺς ἐμμέσους φόρους, ἀλλ’ οἱ φόροι οὗτοι καταντοῦν προσωπικοὶ καὶ δὲν ἐπιβάλλονται ἐπὶ τῆς περιουσίας, διότι ὁ φόρος ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς πληρόνεται ἀναλόγως τῆς ἀνάγκης τῆς οἰκογενείας, ἐξαρτωμένης ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀτόμων· π. χ. μία οἰκογένεια πλουσιωτάτη καὶ ἔχουσα ὀλίγα μέλη καταναλίσκει ὀλιγώτερα προϊόντα, ἢ ὅσα καταναλίσκει οἰκογένεια πτωχοτάτη μὲν, ἔχουσα δὲ περισσότερα μέλη· τοιουτοτρόπως ὁ ἔμμεσος φόρος καταντᾷ προσωπικὸς μᾶλλον ἢ φόρος ἐπὶ τῆς περιουσίας. Καὶ ἐν γνώσει, κύριοι, ἐπιβάλλεται ὁ φόρος τοιοῦτος, διότι ἡ πρώτη ἀρχὴ, ἥτις καθιεροῦται εἰς τὰ δασμολόγια ἐν γένει, εἶναι ἡ ἐλάττωσις ἢ ἀπαλλαγὴ φόρου ὡς πρὸς τὰ ἀντικείμενα τῆς πολυτελείας. Τὰ ἀντικείμενα τῆς πολυτελείας εἶναι μία μικρὰ περιουσία, ἑπομένως ὁ λαμβάνων τοιαῦτα καὶ πληρόνων ὀλιγώτερον φόρον, δὲν πληρόνει ἀναλόγως τῆς περιουσίας του· ἀποκτᾷ ἀντικείμενα μεγάλης ἀξίας, καὶ πληρόνει ὀλίγιστα λόγῳ τῆς ἀξίας· ἑπομένως τὸ σύστημα τοῦτο ὡς πρὸς τὴν ἄμεσον φορολογίαν εἶναι ἡ βάσις, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα τὸ σύστημα αὐτὸ ἐπροτιμήθη. Ἑπομένως ἐὰν θέλετε νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὡς ἀναπόφευκτον ἀνάγκην τὴν βάσιν τῆς ἰσότητος τῶν φόρων, θέλομεν παραδεχθῇ σύστημα ὅλως ἐναντίον τῶν παραδεδεγμένων, χωρὶς νὰ δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτό· ἄλλως θέλομεν ἀντιθέτως ἐνεργήσει πρὸς τὰς προτάσεις τοῦ κ. Τρικούπη. Ὁ κ. Τρικούπης λοιπὸν, θέτων αὐτὴν τὴν βάσιν ὡς βάσιν τοῦ ἐγγείου φορολογικοῦ συστήματος, ἀντιφάσκει πρὸς τὰς λεπτομερείας, οὔτε θέλει δυνηθῆ νὰ φθάσῃ εἰς ἀποτέλεσμα· εἶνε προσωπικὸν τὸ σύστημα τῆς ἐμμέσου φορολογίας, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον φέρει πρὸς τὴν ἰσότητα τὸ σύστημα τῆς ἐγγείου φορολογίας ὅπως τὸ προτείνει. Ὅσον θέλετε ἀποκρούσατε τοὺς φόρους αὐτοὺς, θὰ ᾖναι ἄνισοι κατὰ διπλοῦν λόγον. Σᾶς ἀπέδειξα προχθὲς, ὅτι ἡ παραγωγὴ εἰς διαφόρους ἐπαρχίας δὲν εἶναι ἡ αὐτή· ἑπομένως διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ φορολογικοῦ ζητήματος καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ ἐγγείου φόρου διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν κυρίαν βάσιν τοῦ συστήματος τοῦ κ. Τρικούπη, θὰ καθιερώσητε σύστημα ἄνισον· σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ νῆσος Τῆνος θὰ πληρώσῃ διπλάσιον ποσὸν ἐκείνου τὸ ὁποῖον πληρόνει σήμερον, ἡ δὲ ἐπαρχία τῆς Πυλίας θὰ πληρώσῃ τὸ ἥμισυ ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἐπλήρονεν· ἑπομένως τὸ σύστημα αὐτὸ καταστρέφει καὶ τὴν βάσιν τῆς ἐπὶ τῆς παραγωγῆς πληρωμῆς, ἥτις μέχρι τοῦδε ἐτηρεῖτο. Ἢ καλὸν ἢ κακὸν εἶναι τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς ἐγγείου φορολογίας, ἐλαμβάνετο τοὐλάχιστον ὁ φόρος ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραγωγῆς, καὶ ἕκαστος ὀφείλει νὰ δώσῃ ἓν ποσοστὸν τῆς προσόδου του, καὶ ὅλη ἡ ἐπαρχία τὸ ποσοστὸν τῆς παραγωγῆς· διὰ τοῦ συστήματος τοῦ κ. Τρικούπη ἀνατρέπεται ἡ βάσις αὕτη, καὶ ἐνῷ μία ἐπαρχία ἐπλήρονε 10,000 δραχμὰς, κατὰ τὸ σύστημα αὐτὸ θέλει πληρόνει ἢ 20,000 ἢ 500. Ὥστε βλέπετε, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ εἶναι ἐναντίον πρὸς τὴν ἰσότητα ὄχι μόνον τῶν ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν διαφόρων φορολογουμένων ἐντὸς τοῦ ἰδίου δήμου· εἰσὶ δὲ χωρία, ὧν τὰ κτήνη τὰ ἀροτριῶντα δὲν εἶναι ἡ φορολογουμένη περιουσία, ἀλλὰ ὄργανα. Ὅταν φορολογήσωμεν λοιπὸν τὴν περιουσίαν, τὰ κτήνη, φορολογοῦμεν τὰ ὄργανα τῆς παραγωγῆς· ἀλλὰ καὶ ὡς περιουσία ἐὰν ἐφορολογοῦντο τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, ἡ ἀνισότης εἶναι μεγίστη, διότι μεγίστη εἶναι ἡ διαφορὰ τῆς ἀξίας τῶν ζώων· τὸ ἓν ἀξίζει 100 καὶ τὸ ἄλλο 300 δραχμάς, καὶ ἐν τούτοις ὁ αὐτὸς ἐπιβάλλεται φόρος· ἑπομένως τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ὁ κ. Τρικούπης προτείνει δὲν συντελεῖ πρὸς τὴν ἰσότητα. Ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη δυσκολία· τὸ σύστημα αὐτὸ ἀνατρέπει τὰς βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται μέχρι τοῦδε ἡ φορολογία, διότι ἡ βάσις ἡ ὑπάρχουσα εἶναι ἡ βάσις ποσοστοῦ τῆς παραγωγῆς, ἐνῷ ἡ τοῦ κ. Τρικούπη εἶναι ἡ φορολογία τῶν ὀργάνων καὶ οὐχὶ τῆς περιουσίας· ἑπομένως ἡ βάσις μεταβάλλεται ὅλως διόλου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλῃ τις ἓν σύστημα ῥιζικῶς, χωρὶς νὰ μελετήσῃ προηγουμένως ἐν ἐκτάσει· ἐγὼ προτιμῶ νὰ ἐπιβληθῇ διπλάσιος μᾶλλον φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, διότι αὐτὸς ἐπιβαρύνει τὰ μεγάλα κέντρα, τὸν κινητὸν πληθυσμόν, τὴν πλεονάζουσαν μᾶλλον περιουσίαν, ἥτις δὲν προσκόπτει εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου. Ἰδοὺ διατὶ διαφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Τρικούπη· καὶ ἐὰν τὸ σύστημά του ἦτο εὐτυχέστερον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ λάβω ὑπ’ ὄψιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ ῥιζικῶς τὸ σύστημα τὸ φορολογικὸν ἐπὶ ποδὸς καὶ ἀμέσως. Τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. Σιμόπουλος; φόρον ἐπὶ τῶν ἀποδεικτικῶν ἐξοφλήσεως. Ἀλλὰ ἡ ἐξόφλησις τῆς ἀπαιτήσεως δὲν εἶναι ἀπόδειξις περιουσίας, μᾶλλον ἐλαττώσεως, διότι ὁ πληρόνων χρέη δὲν προσθέτει βεβαίως εἰς τὴν περιουσίαν του. Ἀλλὰ ὁ κ. Τρικούπης ἔχει δύο ἰσχυρισμούς, οἱ ὁποῖοι μοὶ φαίνονται λογικοί, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἠμπορεῖ τις νὰ συζητήσῃ καὶ συμβιβασθῇ, ἐὰν ᾖναι δυνατόν. Ὁ κ. Τρικούπης λέγει: χωρίσατε τὰ νομοσχέδια, συντάξατε ἓν νομοσχέδιον φορολογικὸν καὶ ἕτερον περὶ τῶν ἄλλων μέτρων, τοιουτοτρόπως δὲ θὰ ἔχητε ἐλευθερίαν περισσοτέραν περὶ τὴν ἐνέργειάν σας, καὶ ἐκ τῶν πόρων αὐτοῦ θέλετε λάβει τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δανίων, τὰ ὁποῖα θὰ κάμητε, θὰ κανονίσητε δὲ καλλίτερον τοὺς φόρους τοὺς ὁποίους αἱ περιστάσεις κατόπιν θὰ σᾶς ἀποδείξωσιν ὡς, ἀναγκαίας καὶ ἐπωφελεῖς· διὰ τοῦτο, λέγει ὁ κ. Τρικούπης, προσθέσατε μίαν διάταξιν, ἥτις νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν βελτίωσιν αὐτήν. Βέβαια, κύριοι, ὡς πρὸς ταῦτα ἠμπορεῖ τις νὰ συμφωνήσῃ. Οὐδὲν εἶναι τέλειον ἐν τῷ κόσμῳ· τὰ μέτρα ἡμῶν ὡς καὶ τῶν ἄλλων ἔχουν τὰς ἐλλείψεις των, εἶναι ἀνθρώπινα, καὶ πᾶν μέτρον πρὸς διόρθωσιν εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ τὸ δεχθῶμεν, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ παραιτήσωμεν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλομεν, ἀφοῦ μάλιστα δὲν μᾶς παρουσιάζουν ἄλλα, ἵνα συζητήσωμεν· δὲν ἔχομεν καιρὸν δὲ νὰ ἐνεργήσωμεν τὴν ἀναθεώρησιν τὴν τόσον ῥιζικὴν καὶ τόσον σπουδαίαν τῆς φορολογίας, καὶ διότι τέλος πάντων δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐξέλθωμεν μὲ μόνην τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι θὰ προνοήσωμεν περὶ τῶν μέσων. Ἐάν, κύριοι, τῷ ὄντι δεχθῆτε τὰ μέτρα, συμφωνοῦμεν νὰ θέσωμεν διάταξιν, ἵνα ἐπιφυλάξωμεν τὸ δικαίωμα καὶ τὴν εὐκολίαν τῆς ἑκάστοτε ἐπιδιορθώσεως· νομίζω, οὕτω αἱ δυσκολίαι λύονται. Πρόκειται, κύριοι, σήμερον περὶ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦτο δὲ δὲν κάμνω λόγον, πρὶν μελετήσω τὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν φόρων τῆς Ἑπτανήσου· δὲν κάμνω λόγον ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων αὐτῶν, διότι θὰ τὰς σπουδάσω, θὰ τὰς μελετήσω, καὶ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θέλω λάβει τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῶν. Πιστεύσατε, κύριοι, ὅτι εἰς ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ διόρθωσίς τις, θὰ μᾶς εὕρητε συμφώνους· ἡ ἐπιθυμία μας εἶναι νὰ παραδεχθῶμεν μέτρα ἀποτελεσματικὰ καὶ ὠφέλιμα, εἴμεθα δὲ ἕτοιμοι νὰ παραδεχθῶμεν τροποποιήσεις τινάς, τὰς ὁποίας ἴσως ἄλλοι δὲν ἤθελον δεχθῆ· ἄλλως ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἂς προβῇ εἰς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐγκρίνει καταλληλότερον.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ὡμίλησε σήμερον ἐν πνεύματι ὅλως διαφόρῳ τῆς ἀγορεύσεως τῆς προχθεσινῆς τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς φαίνεται διατεθειμένος νὰ παραδεχθῇ τινὰς τῶν ἰδεῶν ἡμῶν, καὶ οὕτω νὰ ῥυθμισθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν καὶ ἡμεῖς νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, μὴ ἀποκλειόμενοι ὑπὸ τῶν περιορισμῶν, τοὺς ὁποίους αἱ προγενέστεραι ἀποφάσεις τῆς κυβερνήσεως ἔθεσαν πρὸς ἡμᾶς· ἀλλὰ καλῶς δὲν ἐνόησα εἰς τί ἀπέληξεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ. Τὸ τί ἡμεῖς ζητοῦμεν, νομίζω, εἶναι λίαν καθαρὸν, ἐξ ὅσων πολλοὶ ἐξ ἡμῶν εἶπον. Παρετηρήσαμεν προχθὲς, ὅτι τὰ κυβερνητικὰ νομοσχέδια παραδεχόμεθα κατὰ τοῦτο, ὅτι ἀναγνωρίζομεν τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας τὰ νομοσχέδια ταῦτα προτίθενται νὰ θεραπεύσωσιν· ἀλλὰ εἴπομεν συγχρόνως, ὅτι θεωροῦμεν τὰ νομοσχέδια ἀτελῆ· τὰ θεωροῦμεν δὲ ἀτελῆ ὡς πρὸς τὴν πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν, καὶ ὡς πρὸς τοὺς πόρους, δι’ ὧν αἱ ἀνάγκαι θέλουσι πληρωθῆ. Καὶ ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, ὡς πρὸς τὴν πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων, νομίζομεν, ὅτι δυνάμεθα διὰ τῆς συζητήσεως νὰ τροποποιήσωμεν καὶ διαμορφώσωμεν τὰ νομοσχέδια ταῦτα· ὡς πρὸς τὰ φορολογικὰ ὅμως, εἶπον ἔκτοτε καὶ ἐπανέλαβον πολλάκις, ὅτι τὸ σύστημα τὸ ἡμέτερον δὲν ἐπιτρέπει κατακερματισμένην συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν περὶ φόρων, διότι ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἡμεῖς περὶ φόρων, φρονοῦντες, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἡ διαῤῥύθμισις τῶν φορολογικῶν ἐν συνόλῳ, δὲν ἐπιτρέπει τὴν περὶ αὐτῶν κατακερματισμένην συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς δὲν ἐννοεῖ, ὡς φαίνεται, ν’ ἀπολήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα ὅπως ἀπὸ τῶν νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως ἀφαιρέσωμεν ἁπάσας τὰς φορολογικὰς διατάξεις, ὅπως ἐπιβάλωμεν δὲ τοὺς νέους φόρους κατόπιν, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν ἓν μέτρον στηριζόμενον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ περιλαμβάνον ἅπασαν τὴν φορολογίαν τοῦ κράτους. Ἀλλὰ τοῦτο θεωροῦμεν ἡμεῖς ἀπαραίτητον· ἀντίκειται δὲ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου πρὸς τὰς ἰδέας ἡμῶν περὶ ἐπιβολῆς φόρων. Δὲν δυνάμεθα νὰ νοήσωμεν πῶς θὰ προβῶμεν εἰς ἐπιβολὴν φόρων, ὅταν δὲν γνωρίζωμεν τὰς ἀναλογίας τῶν φόρων τούτων πρὸς τοὺς ἄλλους φόρους, τοὺς ὁποίους θέλομεν ἐπιβάλει πρὸς τὴν ἄλλην τοῦ κράτους φορολογίαν, ὅταν δὲν γνωρίζωμεν πόση εἶναι ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν διὰ τῆς φορολογίας θ’ ἀναπληρώσωμεν, τουτέστιν ὁποῖος ἔσεται ὁ προϋπολογισμὸς, ποῖαι οἰκονομίαι ἠμποροῦν νὰ ἐπέλθουν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ κράτους καὶ ποῖον μετ’ αὐτὰς τὸ ἔλλειμμα. Κατ’ ἐμὲ, κύριοι, οὗτος εἶναι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν πρέπει νὰ προβῶμεν. Ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ νομοσχέδιον ἐν ἁπάσαις ταῖς διατάξεσιν, αἵτινες δὲν ἀφορῶσιν εἰς φορολογίαν· λέγων τοῦτο, ἐννοῶ, ὅτι αὐτὴ ἡ κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρῶτον τὰ νομοσχέδια, δι’ ὧν θὰ παραδεχθῶμεν καὶ θὰ κανονίσωμεν τὰ βάρη τοῦ δημοσίου χάριν τῆς ἐθνικῆς παρασκευῆς· αὕτη ὅμως περιέλαβεν ἐν τοῖς νομοσχεδίοις καὶ ἄλλο ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ χωρίσωμεν τὰς φορολογικὰς διατάξεις, καὶ οὕτως, ἀφοῦ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τ’ ἄλλα, ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἐν γνώσει τῶν ὅλων δαπανῶν τοῦ κράτους, καὶ τότε, παραθέτουσα τὰ ἔσοδα πρὸς τὰ ἔξοδα, ν’ ἀνεύρῃ τοὺς πόρους, δι’ ὧν θέλει καλύψει τὰ ἐλλείμματα. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὅπως καὶ τ’ ἄλλα περιλαμβάνοντα φορολογικὰς διατάξεις δεικνύουσιν, ὅτι τὴν γνώμην ἡμῶν δὲν ἀπεδέχθη ἡ κυβέρνησις· ἐὰν ὅμως ταύτην σήμερον παραδεχθῇ, δυνάμεθα ἄριστα νὰ συμβιβασθῶμεν, τοὐτέστι νὰ προσπαθήσωμεν διὰ τῶν συζητήσεων νὰ διαμορφώσωμεν τὰ νομοσχέδια, ἀφορῶντες μόνον πρὸς τ’ ἀναγόμενα εἰς τὴν παροχὴν τῶν μέσων πρὸς παρασκευήν· ὡς πρὸς δὲ τὴν ἐξεύρεσιν τῶν πόρων, ἤτοι ὡς πρὸς τὰς ἄλλας διατάξεις τὰς φορολογικάς, λαμβάνεται κατόπιν πρόνοια, ὅταν ἔργον τῆς Βουλῆς ἔσεται ἡ ῥύθμισις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ κράτους, διὰ τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς σήμερον καὶ ἰδίως ἄλλοτε, ὡς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς ἰσότητος, ἣν ἐν τῇ φορολογίᾳ ἐπιδιώκομεν, εἶναι ἰδέα ἀνέφικτος· ὁ δὲ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι καθῆκον ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ φόρους ἀνίσους, καὶ ὅτι ἡ ἀνισότης τῶν φόρων εἶναι ἀρχὴ, ἣν αὐτὸς ὑποστηρίζει κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν παρ’ ἡμῶν ὑποστηριζομένην ἰσότητα. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπέθεσέ τις, ὅτι ἡμεῖς, συνιστῶντες τὴν ἰσότητα τῆς φορολογίας, ἐννοοῦμεν ὅτι αὕτη εἶναι δυνατὸν ἀπολύτως νὰ ἐπιτευχθῇ· ὅ,τι ζητοῦμεν εἶναι, ὅταν ψηφίζωμεν νόμους φορολογικοὺς, νὰ πλησιάζωμεν ὅσον ἔνεστιν εἰς τὴν ἰσότητα, καὶ τοῦτο ἐφ’ ὅσον δὲν θυσιάζομεν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς ταύτης ἄλλας ἰδέας, αἵτινες ἐνίοτε δύνανται νὰ ὦσι σπουδαιότεραι εἰς τὸν τόπον καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνίσως φορολογουμένους παρὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος. Γνωστὸν εἶναι, καὶ δὲν εἶναι ἐνταῦθα ἕδρα πανεπιστημιακὴ, ἵνα ἀναπτύξωμεν τὰ περὶ τούτου, ὅτι πολλαὶ εἶναι αἱ ἰδιότητες τῶν φόρων, καὶ ὅτι δύναται νὰ συμβῇ, χάριν ἄλλων προσόντων τῆς φορολογίας, νὰ θυσιασθῇ ἡ ἰδέα τῆς ἰσότητος· ἀλλὰ καὶ χωρὶς τούτου, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀδύνατος εἶναι ἡ ἐπίτευξις τοῦ ἀπολύτου τῆς ἰσότητος. Δὲν ἐπεδίωκον λοιπὸν τοιαύτην ἰσότητα, ὅτε εἶπον, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς ψήφισιν φόρου, ἐὰν δὲν ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἰσότητος. Ἡ Βουλὴ ὀφείλει, κατ’ ἐμὲ, νὰ προσπαθήσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ πλησιάσῃ εἰς τὴν ἰσότητα, ἂν δέ ποτε θυσιάσῃ ἀρχὴν τῆς ἰσότητος, ὀφείλει τότε μόνον νὰ τὴν θυσιάσῃ, ὅτε ὑπάρχουσιν ἕτεροι λόγοι, δι’ οὓς ἐν ὡρισμένῃ περιπτώσει προσδοκᾷ διὰ τῆς θυσίας τῆς ἰσότητος τὴν ἀπόκτησιν ἑτέρων ὠφελημάτων. Ἵνα δυνηθῇ νὰ πράξῃ τοῦτο, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἐξ ἀνάγκης ποῖον θὰ ᾖναι τὸ ὁλικὸν ποσὸν τῶν νέων φόρων, ποῖον τὸ εἶδος, τὸ ποσὸν, ἡ πρὸς ἀλλήλους ἀναλογία τῶν νέων φόρων, ποῖαι αἱ τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὴν προηγουμένην φορολογίαν. Ἄλλως δὲν δύναται ἐν γνώσει ν’ ἀποφασίσῃ ἂν ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος ὑπαγορεύῃ ἢ δὲν ὑπαγορεύῃ μέτρον τι, καὶ ἂν δύναται ἢ δὲν δύναται ἐν ὡρισμένῃ περιπτώσει ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος νὰ θυσιασθῇ. Ἡ δικαιολόγησις τῶν κ. κ. ὑπουργῶν περὶ τῶν νέων φόρων εἶναι ὅλως ἀπαράδεκτος. Εἶπον περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ὠνίων, εἶπον περὶ φόρων ἄλλων ἐκ τῶν παρουσιαζομένων ἐν τοῖς νομοσχεδίοις πρωτοφανῶς ἐν Ἑλλάδι, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων καὶ ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσητε τοὺς φόρους τούτους, ἕνεκα τῆς ἀνάγκης. Ἀλλ’ ἵνα μᾶς πείσωσι περὶ τῆς ἀνάγκης, πρέπει πρῶτον νὰ μᾶς ἀποδείξωσιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν δι’ ἑτέρων φόρων, ἐξ ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιστήμη ἀναγνωρίζει, νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς περιστάσεις. Λοιπὸν μετὰ τοιαύτην ἀπόδειξιν δυνάμεθα ν’ ἀποδεχθῶμεν καὶ φόρους τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιστήμη καταδικάζει. Ἐνόσῳ δὲν μᾶς ἀποδείξωσι τοῦτο, εἶναι ἀδικαιολόγητοι οἱ ὑπουργοὶ, προτείνοντες φόρους, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ οὗτοι ἀναγνωρίζουσιν ὡς ἀντιστρατευομένους πρὸς τὰς ὑγιεῖς τῆς φορολογίας ἀρχάς.
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον αὐτό.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, προέβη δὲ ὁ κ. πρωθυπουργὸς καὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐξέθηκα ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει, ἀλλ’ ἀγνοῶ διατὶ προέβη εἰς αὐτήν.
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ αὐτὸ ἤδη, ἂν ἐπιμένετε, καὶ ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνετε, τείνουν πρὸς τὴν ἐντελῆ ἀνισότητα· ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν μαζί.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς προτείνομεν νὰ συζητηθῇ ὡς σύνολον τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας, καὶ εἰσέτι δὲν γνωρίζομεν ἂν τὸ ἀποδέχεσθε τοῦτο ἢ οὔ· δηλαδὴ προτείνομεν, ὅπως ἀπὸ τῶν νομοσχεδίων ἀφαιρέσητε τὰς φορολογικὰς διατάξεις καὶ ἀφομοιωθῶσι ταῦτα κατὰ τοῦτο πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ σιδηροδρόμου τῆς Λαμίας, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται ἡ συνομολόγησις δανείου, ἀλλὰ δὲν κανονίζονται τὰ περὶ φορολογίας.
§17ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εὑρίσκετε, ὅτι εἶναι διαφορὰ μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζομεν, καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ σιδηροδρόμου; Ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ σιδηροδρόμου ἡ δαπάνη ἤθελε παρουσιασθῆ μετὰ 2 ἢ 3 ἔτη, καὶ ἑπομένως εἶχε καιρὸν καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ προτείνῃ φόρους, ἂν τὰ μέσα τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἤθελον ἐπαρκέσει· τώρα ὅμως πρόκειται περὶ δαπάνης ἀμέσου, καὶ ἑπομένως, φέροντες προτάσεις δαπανῶν, πρέπει νὰ δεικνύωμεν συγχρόνως καὶ τοὺς πόρους, ἐξ ὧν θὰ προμηθευθῶμεν τὰς δαπάνας ταύτας, διότι ἄλλως ἠθέλαμεν παραβιάσει τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ψηφίζηται δαπάνη, χωρὶς νὰ δεικνύηται καὶ ὁ πόρος. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ σιδηροδρόμου δὲν ἐτέθησαν καὶ οἱ πόροι.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ πρῶτος λόγος, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι, ὅτι ὁ νόμος περὶ σιδηροδρόμου Λαμίας ἤθελεν ἔχει ἐφαρμογὴν μετὰ πολλὰ ἔτη. Ὁ νόμος δὲν λέγει τοῦτο· ἡ δ’ ἔκθεσις λέγει τὸ ἐναντίον, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην ἄμεσον χρημάτων, ἵνα προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ σιδηροδρόμου, διότι ἀπέτυχεν ἡ διὰ συμβάσεως ἐκτέλεσις αὐτοῦ· οὐδὲν περιέχει τὸ νομοσχέδιον δεικνύον, ἔστω καὶ πόῤῥωθεν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ δαπάνης, ἥτις ἤθελε πραγματοποιηθῆ μετὰ πολλὰ ἔτη. Ἐπικαλεῖται ἔπειτα ὁ κ. ὑπουργὸς τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμον, καθ’ ὃν ἀπαιτεῖται νὰ παρουσιάζωνται καὶ οἱ πόροι, ὁσάκις ψηφίζεται δαπάνη. Πότε ὅμως ὁ λογιστικὸς νόμος ἐπιβάλλει τοιοῦτόν τι; ὅταν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους ἐψηφίσθη ὡς καὶ οἱ φορολογικοὶ νόμοι, καὶ πρόκειται περὶ ἐκτάκτου δαπάνης· ἐνταῦθα εἰσέτι δὲν ἐψηφίσθη ὁ προϋπολογισμός, οὐδ’ ἐψηφίσθησαν οἱ φορολογικοὶ νόμοι, οἵτινες εἶναι τὸ κατάλληλον στάδιον, ἐν ᾧ θέλομεν ἐξεύρει τοὺς πόρους, διὰ τῶν ὁποίων τὰς ἐκ τῶν νομοσχεδίων ἀνάγκας θέλομεν ἀναπληρώσει. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἵνα μὴ ἀποδεχθῆτε τὸ σύστημα τοῦτο· πρόκειται ἁπλῶς περὶ μεθόδου, τουτέστιν ἂν εἰς τὰ πολλὰ αὐτὰ νομοσχέδια θὰ περιληφθῶσι καταμεμερισμένως αἱ φορολογικαὶ διατάξεις, ἢ ἂν θὰ ἀφαιρεθῶσιν ἀπ’ αὐτῶν καὶ θὰ περιληφθῶσιν ἐν ἰδίῳ νομοσχεδίῳ. Δὲν δύναμαι νὰ ἴδω λόγον σπουδαῖον, δι’ ὃν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἀποκρούουσι τὴν ἡμετέραν μέθοδον. Ἐνῷ αὕτη εἶναι κατ’ οὐσίαν ὀρθοτέρα, εἶναι καὶ συντελεστικωτέρα εἰς τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Εὐλόγως δὲ ἠπόρησα διατί ὁ κύριος πρωθυπουργὸς προέβη εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ ἡμετέρου συστήματος, ἀφοῦ δὲν ἀποδέχεται τὴν ἰδέαν ἡμῶν περὶ τοῦ μόνου τρόπου, καθ’ ὃν τοιοῦτον σύστημα φορολογίας δύναται νὰ ἐξετασθῇ· διατί ἐπελήφθη τοιαύτης συζητήσεως καὶ ἐπολέμησέ τινας τῶν ἰδεῶν ἡμῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἠδύναντο ἄλλως ἢ ἐν συνόλῳ νὰ ἐξετασθῶσιν. Ὁ κύριος πρωθυπουργός, ἀφοῦ σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ σύστημα τῆς ἰσότητος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐπιδιώκομεν, εἶναι ἀνέφικτον, δὲν εἶπεν, ὅπως ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πρέπει καὶ ἐντελῶς νὰ τὸ ἐγκαταλείψωμεν· εἶπεν, ὅτι εἶναι, ἔστω καὶ ἡ τετάρτη, περὶ προσόντων τῆς φορολογίας ἀρχὴ τοῦ Σμίθ, ἀλλὰ διατί τὴν τετάρτην ἀρχὴν νὰ καταδικάσωμεν; ἠδύνατο ὁ Σμὶθ νὰ τὴν ἀναφέρῃ ὡς τετάρτην, ἐνῷ τὴν ἀνέφερε πρώτην, ἀλλ’ εἶναι βεβαίως καὶ ἡ θεμελιώδης. Κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Σμίθ, δύναμαι νὰ ἀποδείξω, ὅτι αἱ ἐπικρίσεις τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τῆς προτάσεως, ἣν ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει ὑπέβαλε, δὲν εἶναι βάσιμοι. Παρετήρησεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως τοῦ ὑπάρχοντος ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὅτι ἡ φορολογία αὕτη εἶναι ἄνισος καὶ βαρεῖα. Ἀληθῶς εἶναι ἄνισος, εἶναι ἡ ἀνισοτέρα ὅλων τῶν φορολογιῶν, καὶ τὴν προτείνομεν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ζητοῦμεν ὡς βάσιν τῶν συζητήσεών μας τὴν ἰσότητα. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο; ὅτι ἡ ἐξέτασις ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰσότητος δὲν προϋποθέτει, ὅτι ἡ ἰσότης εἶναι ἀπαράβατος κανὼν, ἀλλὰ στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἰδέας, ὅτι, ὁσάκις ἀπομακρυνόμεθα ἀπὸ τῆς ἰσότητος, πρέπει νὰ ἠξεύρωμεν διατί ἀπομακρυνόμεθα καὶ κατὰ πόσον μᾶς ἐπιτρέπεται ν’ ἀπομακρυνώμεθα. Τοῦτο δὲ δυνάμεθα νὰ πράξωμεν μόνον διὰ τῆς περὶ τοῦ συνόλου τῶν προτεινομένων φόρων συζητήσεως. Εἶπον ἐγὼ ὁ προτείνας ταύτην τὴν φορολογίαν, ὅτι εἶναι ἀνισοτάτη, συνέπεια δὲ τῆς ἰδέας ταύτης τῆς ἀναγνωρίσεως τοιούτου ἐλαττώματος ἐν αὐτῇ εἶναι, ὅτι ἡ φορολογία, ἵνα ᾖ ἀνεκτὴ, δέον νὰ ἔχῃ τὰ τρία ἄλλα προσόντα τῶν φόρων, νὰ ᾖναι δὲ καὶ ἐλαφροτάτη· διότι ὅταν πρόκηται περὶ λίαν ἐλαφρᾶς φορολογίας, τὸ ζήτημα τῆς ἰσότητος ἔχει σπουδαιότητα ἀναλόγως πολὺ μικροτέραν, ἢ ὅταν πρόκηται περὶ φορολογίας, ἧς ἡ ἀπότισις φέρει τὸν φορολογούμενον εἰς δυσχερείας. Ὅταν τὸ ποσὸν τοῦ φόρου ᾖναι τόσον περιωρισμένον, ὥστε μικρὰν ν’ ἀποδίδῃ τις εἰς αὐτὸ σημασίαν, ὅτε διαδέχεται ἄλλον ἐπαχθέστατον, δύναται νὰ παραβλέψῃ ὁ ἐφ’ ὃν ἐπιβάλλεται τὴν ἀνισότητα περὶ τὴν διανομήν. Διαφορὰ 100% καὶ 200% εἶναι σχετικῶς ὀλιγώτερον σπουδαία προκειμένου περὶ ἀσημάντου ποσοῦ, παρὰ τὴν διαφορὰν 5 ἢ 6% ἐπὶ σπουδαίου ποσοῦ. Ἐν ταῖς συναλλαγαῖς εἰς χαλκὸν, εἰς ὀβολοὺς ἢ ἡμιώβολα ἢ διώβολα, ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν κερμάτων τούτων εἶναι μᾶλλον ἀνεπαίσθητος παρὰ τὴν διαφορὰν μεταξὺ 100 καὶ 105 δραχμῶν, καίτοι ὡς πρὸς τοὺς ὀβολοὺς συνίσταται εἰς τὸ διπλάσιον ἢ τὸ πολλαπλάσιον. Ἐὰν προτείνων φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, προετιθέμην ν’ ἀντικαταστήσω τὸ ποσὸν τοῦ ὑπάρχοντος φόρου, νὰ διατηρήσω τὸ αὐτὸ μέτρον· ἐὰν ἐπρότεινα φόρον νέον, ἔστω καὶ ἐν ἀναλογίᾳ τινὶ προσεχεῖ πρὸς τὸν ὑπάρχοντα φόρον, ἤθελον ἀναγνωρίσει, ὅτι αἱ περὶ ἰσότητος παρατηρήσεις τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ εἶναι βάσιμοι. Ἡ ἰδέα μου ὅμως εἶναι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ μόνον μεταβολὴ συστήματος, ἀλλὰ καὶ μεγάλη ἐλάττωσις τῆς ἐγγείου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν φορολογίας· ἐλάττωσις τοιαύτη, ὥστε καὶ μετὰ τὴν ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ συστήματος πλήρη τοῦ ὅλου ποσοῦ τῆς φορολογίας εἴσπραξιν, ὅπερ μέχρι τοῦδε δὲν ἠδύνατο νὰ συμβῇ, τὸ ἔσοδον τοῦ δημοσίου θὰ ᾖναι πολὺ κατώτερον τοῦ σημερινοῦ. Ἐφαρμόζοντες δ’ ἐπὶ τῶν πραγμάτων τὰς ἰδέας ἡμῶν καὶ ἀναφέροντες αὐτοὺς τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς φορολογικοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς προτείνομεν, νομίζω, ὅτι καθιστῶμεν καταληπτὸν εἰς πάντα τὸ βάσιμον τῆς γνώμης ἡμῶν. Ἄρα ποίαν γνώμην εἴχομεν περὶ τῆς φορολογίας τῆς ἐπιβλητέας ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν; Μὴ διακρίνοντες αὐτὰ εἰς τάξεις, προτείνομεν ὡς γενικὸν κανόνα τὴν φορολογίαν 7 δραχμῶν ἐπὶ ἕκαστον κτῆνος ἀροτριῶν, προσέτι δὲ φόρον ἔκτακτον ὁδοποιΐας δραχ. 5. Ὅταν τὸ ζευγάριον φορολογῆται πρὸς 24 δραχμὰς, τὸ ζήτημα τῆς ἀναλογικῆς ἰσότητος ἐπισκιάζεται ὑπὸ τῶν ἄλλων ἀγαθῶν τῆς ἀντικαταστάσεως ταύτης πρὸς τὸν ἀπαλλαττόμενον ἀπὸ ἐπαχθεστάτης φορολογίας, ἥτις εἶναι ἡ αἰτία τῆς καχεκτικῆς καταστάσεως καὶ τῆς καταστροφῆς τῆς γεωργίας. Ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἰσότητος τῆς φορολογίας· δὲν εἶναι σήμερον ὁ καιρὸς ἵνα προβῶμεν εἰς λεπτομερείας περὶ τούτου, διότι ὁ κ. πρωθυπουργὸς δυστυχῶς δὲν ἀποδέχεται τὴν ἰδέαν ἡμῶν, ὅπως ἐπιληφθῶμεν τοιαύτης ἐν συνόλῳ συζητήσεως. Ἂν τὴν ἀπεδέχετο, πιστεύω, ὅτι ἠθέλομεν δυνηθῆ ν’ ἀποδείξωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης μεταβολῆς ἤθελεν ἐπέλθει μεγίστη ἀνακούφισις εἰς τὴν γεωργίαν. Τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι τὸ μόνον ἴσως, ὅπερ δύναται ἐκ τοῦ προχείρου ν’ ἀνακουφίσῃ τὴν γεωργικὴν τάξιν ἐν Ἑλλάδι. Ἡ δὲ ζημία τοῦ δημοσίου δὲν θὰ ᾖναι μεγάλη, διότι τὸ προϊὸν τῆς τοιαύτης φορολογίας θὰ εἰσέρχηται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὁλόκληρον, ἐνῷ τοῦ προϊόντος τῆς σημερινῆς φορολογίας ἴσως μεγαλείτερον εἶναι τὸ μέρος τὸ μὴ εἰσερχόμενον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Πιστεύω, ὅτι ἔχω σύμφωνον τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι οὐδεὶς φόρος δύναται νὰ βεβαιωθῇ εὐκολώτερον τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Δὲν ὑπάρχει χωρίον, ἐν ᾧ οἱοσδήποτε κάτοικος, ἐρωτώμενος περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ζευγαρίων τοῦ χωρίου, νὰ μὴ γνωρίζῃ αὐτὸν ἀκριβῶς καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ κατονομάσῃ ἕκαστον κάτοχον ζευγαρίων· εἶναι φόρος, ὅστις θὰ εἰσπράττηται ἀσφαλῶς καὶ δὲν θὰ καταλείπῃ ἔλλειμμα. Ἐὰν δὲ ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν, οὓς συνεκέντρωσε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐφαρμόσωμεν τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν, λαμβάνοντες ὡς φορολογικὸν ὅρον 12 δραχμὰς, θὰ ἔχωμεν ἐπὶ 200,000 κτηνῶν 2,400,000 δραχμὰς. Θὰ μείνῃ ἔλλειμμα ἴσως 1,500,000, τοῦτο δὲ δυνάμεθα ν’ ἀναπληρώσωμεν ἐξ ἑτέρων φόρων· θὰ ᾖναι δὲ ἡ μετάστασις αὕτη τῆς φορολογίας δικαιωτάτη, θὰ τείνῃ πρὸς τὴν ἰσότητα, ἀφοῦ τὴν νέαν φορολογίαν θὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τάξιν πολιτῶν φορολογουμένων ὀλιγώτερον τῆς γεωργικῆς. Πάντες ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ἡ γεωργικὴ τάξις ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ μᾶλλον φορολογουμένη, διότι τόσον μικρὰ εἶναι ἡ φορολογία τῶν λοιπῶν τάξεων, ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι σχετικῶς πρὸς τὴν γεωργικὴν μένουσιν ἀφορολόγητοι. Ἡ φορολογία τῆς γεωργικῆς τάξεως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ 7%, ὡς ἔχει σήμερον, ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου προϊόντος ἀντιστοιχεῖ περίπου πρὸς 40% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ μέτρον τῆς ἄλλης τοῦ κράτους ἀμέσου φορολογίας; Ἡ μὴ γεωργικὴ ἀκίνητος ἰδιοκτησία, ἡ τῶν οἰκοδομῶν, πῶς φορολογεῖται; Κατὰ τὸν νόμον, ὁ φόρος εἶναι 5%, ἀλλ’ ἀπαλλάσσονται τοῦ φόρου αἱ οἰκοδομαὶ αἱ κάτω τῶν 210 δραχ. ἐτησίας μισθωτικῆς ἀξίας, ἐν δὲ τῇ ἐφαρμογῇ τοσαύτη γίνεται συγκατάβασις, ὥστε κατὰ μέσον ὅρον δὲν ἀπολαμβάνει τὸ δημόσιον οὐδὲ 3%. Ἕτερος φόρος ἄμεσος, μὴ σχετιζόμενος πρὸς τὴν ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν, εἶναι ὁ τῶν ἐπιτηδευμάτων· οὗτος ὅμως, καίτοι ἐν θεωρίᾳ 5%, ἐν τῇ πρακτικῇ φθάνει μόλις εἰς 2 ἢ 3%. Ἀδίκως ἄρα ὁ κ. πρωθυπουργὸς κατεδίκασε τὸ σύστημα ἡμῶν ὡς σύστημα ἀνισότητος. Εἶναι δὲ περιττὸν νὰ προβῶ ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἄλλων ὅσα κατὰ τοῦ συστήματος ἐλέχθησαν παρ’ αὐτοῦ, διότι τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἤδη, εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικοῦ ταμείου, ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καίτοι τρίτον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ.
§19ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι συνέχεια τῆς χθεσινῆς συζητήσεως.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ λοιπὸν πραγματευόμεθα περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ ἐπὶ τούτου θὰ κληθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν, πρέπει νὰ διακρίνωμεν ποῖον θὰ ᾖναι τὸ θέμα τῆς ψηφοφορίας. Καθ’ ἡμᾶς, ἐπιμένοντας εἰς ὅσα ἀρχῆθεν εἴπομεν, ἀποδεχόμεθα κατ’ ἀρχὴν τὴν σύστασιν στρατιωτικοῦ ταμείου· ἀποδεχόμεθα κατ’ ἀρχὴν τὴν συνομολόγησιν δανείου 50 ἑκατομμυρίων· ἀποδεχόμεθα τὸν προσδιορισμὸν ποσοῦ τινος φόρου, ἀνταποκρινομένου εἰς τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τοῦ δανείου, εἰς ἐγγύησιν τοῦ δανείου τούτου· ἀποδεχόμεθα τὴν ἀρχὴν τοῦ περιορισμοῦ, διὰ συστήματος ἐλέγχου, τῆς χρήσεως τῶν κεφαλαίων τοῦ ταμείου εἰς εἰδικὸν σκοπόν. Ζητοῦμεν δὲ ὡς πρὸς τοῦτο ὡς καὶ ὡς πρὸς τὰς λοιπὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τροποποιήσεις συμφώνους πρὸς τὰς ἰδέας, ἃς ἐξεθέσαμεν, καὶ σκοπούσας τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἀρχῶν, ἃς ἀποδεχόμεθα. Ἀλλὰ ψηφίζοντες πάντα ταῦτα, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ περιορισθῶμεν εἰς αὐτὰ, καὶ νὰ συστήσωμεν, ἵν’ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τῶν νομοσχεδίων αἱ φορολογικαὶ διατάξεις.
§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς θὰ ὑπάρξῃ τὸ ταμεῖον; πρέπει νὰ προσδιορισθῶσιν οἱ πόροι.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ προσδιορισθῇ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐτησίως θὰ εἰσέρχηται εἰς τὸ ταμεῖον, νὰ προσδιορισθῶσιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων φόρων ἐκεῖνοι, οἵτινες θ’ ἀποφέρωσι τὰ ποσὰ ταῦτα καὶ θ’ ἀποτελῶσι τὰς ἐγγυήσεις τὰς δοθησομένας πρὸς τοὺς ὁμολογιούχους τῶν δανείων· ἠξεύρετε δὲ ὑμεῖς, οἵτινες ἐπροτείνατε τὸ ἕτερον νομοσχέδιον τοῦ δανείου τῶν 10 ἑκατομμυρίων, ὅτι τὰ δύω ταῦτα εἶναι ἐντελῶς ἄσχετα.
§23ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο δὲν ἔχει ταμεῖον.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς πρὸς τὰς ἐγγυήσεις, θὰ πράξητε καὶ ἐνταῦθα ὅ,τι ἐπράξατε ἐν τῷ ἑτέρῳ νομοσχεδίῳ, προσδιορίζοντες τὰς καταλληλοτέρας ἐγγυήσεις, ἤτοι φόρον ἤδη τελούμενον, οὗτινος τὸ προϊὸν ἐτησίως καταβληθήσεται ὑπὲρ τοῦ ταμείου. Πόθεν δὲ θέλετε ἀρυσθῆ τοὺς πόρους, ὅπως καλύψητε τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἡ ἐκχώρησις ὑφισταμένων φόρων ὑπὲρ τοῦ εἰδικοῦ ταμείου θέλει φέρει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, δὲν εἶναι ἀντικείμενον συζητήσεως ἐν τῷ καταρτισμῷ τοῦ νομοσχεδίου τούτου· περὶ τοῦ ἐλλείμματος θέλει προνοήσει ἡ Βουλὴ, ὅταν συζητήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους τοῦ κράτους.
§25ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δὲν θέλετε ταμεῖον· παρακαλῶ νὰ ἐννοηθῶμεν. Ἐννοῶ, ὅτι θέλετε νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ τὸ δάνειον, νὰ δώσῃ δ’ ἐγγυήσεις διὰ τὸ δάνειον αὐτὸ καὶ ἀσφαλείας. Ἀλλὰ πρέπει νὰ προσδιορίσητε καὶ ποῖοι πόροι τοῦ κράτους θὰ πληρόνουν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τούτου. Ὅλα τὰ συστηθέντα μέχρι τοῦδε ταμεῖα ἔχουν καὶ τοὺς πόρους, ἐξ ὧν ἀρύονται τὰ χρηματικὰ ποσά, ὡς π. χ. τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Ἐὰν λοιπὸν θέλητε ταμεῖον, πρέπει νὰ ὁρίσητε καὶ τὰ μέσα· ἄλλως δὲν σᾶς ἐννοῶ.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ προσδιορισθῶσιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων φόρων ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἐγγύησις τοῦ δανείου, καὶ οἵτινες θὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸ εἰδικὸν ταμεῖον, ὅπως ὑπάρχῃ πραγματικὴ ἐγγύησις· θὰ εἴπωμεν π. χ. ὅτι ἡ πρόσοδος τῶν δεῖνα καὶ δεῖνα τελωνείων ἐκχωρεῖται ὑπὲρ τοῦ ταμείου.
§27ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τότε ἀνάγκη ταμείου.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ποῖος καθ’ ὑμᾶς εἶναι ὁ σκοπός, δι’ ὃν συνιστᾶται τὸ ταμεῖον. Ἐγὼ θέλω τὴν σύστασιν αὐτοῦ, χάριν τῶν ἐγγυήσεων περὶ τῆς χρήσεως τῶν κεφαλαίων του, πρὸς μόνους τοὺς σκοποὺς εἰς οὓς προώρισται.
§29ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ταμεῖον θεωροῦμεν ἀναγκαῖον, ὅπως ἐν αὐτῷ ἐξασφαλισθῶσι τὰ χρήματα σύμφωνα πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς τὰς γενικὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ χρῆσις τῶν χρημάτων τούτων εἰμὴ δι’ ὑλικὸν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ. Οὗτος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ ταμείου καὶ οὐδένα ἄλλον ἐννοοῦμεν.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν νὰ μεταδώσωμεν εἰς τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος τὴν πεποίθησιν, ἥτις ἐλλείπει ἀπ’ αὐτοῦ, ὅτι τῶν χρημάτων τούτων δὲν θὰ γείνῃ χρῆσις ἄλλη ἢ μόνον πρὸς τὴν ἀπόκτησιν ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ. Ἐννοεῖται δὲ ὅτι, ὅταν ἀφαιρέσωμεν τὰς φορολογικὰς διατάξεις τὰς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, πρέπει νὰ ἐξεύρωμεν πόρους, ἵνα πληρώσωμεν τὸ κενὸν, ἵνα φέρωμεν μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ κράτους τὸ ἰσοζύγιον· τὸ δὲ στάδιον, ἐν ᾧ ἡ Βουλὴ κανονίζει τὰ τοῦ ἰσοζυγίου, εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν φορολογικῶν νόμων. Αὕτη εἶναι ἡ μεθοδικὴ πορεία, ἣν ὀφείλομεν ν’ ἀκολουθήσωμεν, ὅπως φθάσωμεν εἰς ἀποτελέσματα πραγματικά. Δι’ ἑτέρας πορείας δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτελέσματα, ἀλλὰ ταῦτα θὰ ᾖναι εἰκονικά.
§31ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅταν ἡ Βουλὴ καλῆται νὰ ψηφίσῃ νομοσχέδιον, ψηφοφορεῖ πρῶτον τὴν ἀρχὴν καὶ ἔπειτα τὰ ἄρθρα, ὅλαι δὲ αἱ ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι ὑπαγορεύουν τὰς γνώμας τῶν βουλευτῶν, ἐκτίθενται εἴτε ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, εἴτε κατὰ, καὶ γινομένων τῶν τριῶν συζητήσεων· μετὰ δὲ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, οὐδὲν ἄλλο γίνεται εἰμὴ ψηφοφορία, καὶ οὕτως ἐκδίδεται ἡ ὁριστικὴ ἀπόφασις. Οὐ μόνον λοιπὸν νομίζω ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν θέματα ἀνεξάρτητα τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ συγχρόνως δὲν εἶναι καὶ ὁ καιρὸς πρὸς συζήτησιν τοιούτων θεμάτων, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ψηφοφορίας, καὶ εἶναι καλὸν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ αὐτῶν, πρὶν φθάσωμεν εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα τὴν ὁποίαν ἔχω, καὶ διὰ τοῦτο ἡ προτεινομένη περὶ ἀνεξαρτήτων θεμάτων ψηφοφορία εἶναι πάντη περιττή· προσθέτω καὶ τοῦτο, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἄνευ ἐξαιρέσεως ἀπ’ ἀρχῆς ἐποιήσατο αὐτὴν τὴν δήλωσιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος νὰ ἀπομακρυνθῇ· εἶπε δηλαδὴ, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὰς πολεμικὰς παρασκευὰς γνωμοδοτεῖ νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιβολὴν φόρων, πρὶν ἐξαντλήσωμεν τὴν ἐπιθεώρησιν καὶ τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ οἰκονομηθῇ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ οἰκονομήσωσιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων μέχρι σήμερον πόρων· ἂν δὲ εὕρωμεν ὅτι αἱ ἀνάγκαι ἡμῶν αἱ ἔκτακτοι εἶναι ἀνώτεραι τῶν μέσων τὰ ὁποῖα ὁ προϋπολογισμὸς θέλει μᾶς δώσει, τότε θέλομεν σκεφθῇ καὶ περὶ φόρων. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα (τὸ ὁποῖον θέλομεν ἐξετάσει εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν) πῶς ἠμπορεῖ νὰ οἰκονομήσωμεν τὰ πράγματα, ἂν τυχὸν αἱ παροῦσαι ἀνάγκαι ᾖναι τόσον κατεπείγουσαι, ὥστε ἀπαιτοῦν νὰ ληφθῶσι μέτρα ἀπὸ ταύτης τῆς στιγμῆς· τότε θὰ ἰδοῦμεν τί μέτρα θέλομεν λάβει, χωρὶς ἐν τούτοις ν’ ἀπομακρυνώμεθα ἀπὸ τὸ θεμελιῶδες αὐτὸ σύστημα.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ὑπάρχοντος ἐγγεγραμμένου, θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως στρατιωτικοῦ ταμείου εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἄρχεται ἡ κατ’ ἄρθρον ἀνάγνωσις καὶ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς τὸ ἄρθρον 15 ὁ βουλευτὴς Δανόπουλος εἶπεν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς πρέπει νὰ σκεφθῇ καὶ διορθώσῃ ἔλλειψίν τινα, ὅτι δηλαδὴ τὸ ἄρθρ. 15 δὲν ὁρίζει τὸν τύπον, τὸν ὁποῖον θὰ φέρῃ ὁ ὅρκος, καὶ τοῦτο, διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα οὐδεὶς νόμος ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου ὁρίζοντος τὸν ὅρκον. Μετὰ τοῦτο ἐψηφίσθη τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.)
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕπεται ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατολογίας. Ὁ κ. Α. Μαυρομιχάλης κατέθηκε τροπολογίαν ἐπὶ τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§34Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως νομοσχέδιον παρουσιάζει, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἔλλειψιν λίαν σπουδαίαν, διότι κατὰ τὸ σχέδιον αὐτὸ ἀπηλείφθη τὸ σύστημα τῆς κληρώσεως. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, πρὸ τῆς τρίτης ἀναγνώσεως νὰ μορφώσῃ ἡ Βουλὴ γνώμην. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνετάχθη ὑπὸ τοῦ προκατόχου ὑπουργείου καὶ τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὡς πρότασις τῶν βουλευτῶν Πετιμεζᾶ καὶ Τρικούπη, εἶναι ἀληθὴς ἀντιγραφὴ τοῦ νόμου τοῦ διέποντος τὸν γαλλικὸν στρατόν. Ὁ νόμος αὐτὸς, κύριοι, ἀπησχόλησε πολὺ τὴν Συνέλευσιν τῆς Γαλλίας, διότι ἐνῷ φαίνεται ὅτι ἡ μὴ κλήρωσις ἀποδίδει ἴσην δικαιοσύνην, καθιστᾷ τὸν στρατὸν οὐχὶ ἐντελῶς μάχιμον. Κύριοι, ἡ ὑποχρεωτικὴ ὑπηρεσία ἡ προσωπικὴ ἔχει τὸ πλεονέκτημα νὰ ἐκγυμνάζῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρους ἄνδρας, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ, διότι ἄνευ τοῦ συστήματος τῆς κληρώσεως οἱ ἄνδρες οἱ συγκροτοῦντες τὸν στρατὸν ἀπολύονται ἐνωρὶς, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἑτοιμοπόλεμοι· ἐννοεῖτε ὅτι αἱ δύο ἰδέαι ἀποκλείονται ἀμοιβαίως, διότι ἐφ’ ὅσον θέλετε νὰ ἔχητε μεγαλείτερον ἀριθμὸν ἐκγυμναζομένων, ἐπὶ τοσοῦτον πρέπει νὰ τοὺς ἔχητε ὀλιγώτερον καιρὸν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Ἐθεωρήθη δὲ ὑποχρεωτικὸν, ὅτι αἱ δύο ἰδέαι αἱ μεταξὺ των ἀποκλειόμεναι εἶναι ἀνάγκη νὰ συμβιβασθῶσι, καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐξευρεθῇ σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκγυμνάζωνται περισσότεροι ἄνδρες, καὶ ὅσον εἶναι δυνατὸν οἱ ἐκγυμναζόμενοι ἄνδρες, καὶ μένοντες εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, νὰ ἀπολαμβάνωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐντελεστέρας ἐκπαιδεύσεως. Καὶ τὸ σύστημα αὐτὸ, κύριοι, ἀφοῦ ἐπὶ πολὺ ἐσυζητήθη καὶ ἐμελετήθη, κατέληξεν εἰς ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος εἶναι τοῦ 1872, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀντεγράφη ἀπὸ τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς κ. Τρικούπην καὶ Πετιμεζᾶν. Σήμερον, κύριοι, ἐπιδιώκονται δύο ἰδέαι ἀπὸ τὰ κράτη, νὰ ἔχουν ἐν καιρῷ πολέμου πολὺν στρατὸν, ἀλλὰ συγχρόνως, ἕνεκα τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τοῦ στρατοῦ, νὰ μὴ παραβλάπτηται ἡ εὐστάθεια αὐτοῦ, οὕτω μετέφρασα τὴν λέξιν solidité, ὥστε ἡ δύναμίς του, ἡ ἰσχύς του ἡ πραγματικὴ νὰ μὴν ὑποστῇ χαλάρωσιν διὰ τῶν μεγάλων ἀριθμῶν. Αὗται αἱ δύο ἰδέαι ἔπρεπε νὰ συναντηθοῦν εἰς ἓν ὅριον, διότι ἂν παραδεχθῶμεν ὁλόκληρον τὴν ἡλικίαν, θὰ ἔχωμεν μὲν πολλοὺς στρατιώτας κατ’ ἔτος ἐκγυμναζομένους, ἀλλ’ ἀφοῦ θὰ τοὺς ἐκγυμνάσωμεν, θὰ τοὺς ἀπολύσωμεν, καὶ ἴσως ὅταν θὰ τοὺς χρειασθῶμεν δὲν θὰ τοὺς ἔχωμεν εἰς τὰς τάξεις μας. Αὗται αἱ ἰδέαι ἐπεκράτησαν, κύριοι, εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου τούτου, καὶ ὁ πρόεδρος τῆς τότε δημοκρατίας εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι, ἂν δὲν κάμετε τὴν θητείαν τοῦ μονίμου στρατοῦ 5 ἔτη, ἐγὼ δὲν ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην νὰ ἐκτελέσω τοιοῦτον νόμον, διότι ἐπίστευε, καὶ δικαίως, ὅτι ὁ γαλλικὸς στρατὸς, μὴ ἐκπαιδευόμενος ἐπὶ πέντε συνεχῆ ἔτη διαρκῶς, δὲν εἶναι στρατὸς ἑτοιμοπόλεμος καὶ ἀξιόμαχος. Ἀλλ’ οἱ ἀντιφρονοῦντες ἐπρότειναν τὴν ἀδικίαν τὴν ἐκ τῆς κληρώσεως γενομένην, ἕνεκα τῆς ὁποίας τινὲς μὲν τῶν πολιτῶν νὰ διαμένουν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐπὶ 5 ἔτη, τινὲς δὲ νὰ διαμένουν μόνον 5 μῆνας· ἐφ’ ὅσον, εἶπεν ὁ πρόεδρος τῆς δημοκρατίας, θέλετε στρατὸν ἀνάλογον πρὸς τὴν ὕπαρξιν καὶ τὸ μεγαλεῖον τοῦ τόπου, τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι ἀδίκημα, διότι εἶναι ἀνάγκη τοῦ Κράτους· ἐπὶ δὲ τοσοῦτον σπουδαίου ζητήματος καὶ διὰ νὰ μὴν ἀδικηθῇ κανεὶς, ὁ κλῆρος ἂς ἀποφασίσῃ. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ὁ λαὸς εἶναι ἤδη παρεσκευασμένος εἰς αὐτὸ τὸ σύστημα, διότι διὰ τοῦ συστήματος τῆς κληρώσεως ἀνέκαθεν συγκροτεῖται ὁ στρατὸς, καὶ ἰδοὺ τὶ θέλει συμβῆ, κύριοι. Ἡμεῖς, κατὰ τὸ νομοσχέδιόν μας, ἔχομεν τὴν θητείαν τριετῆ· ἂν φέρετε ὅλας τὰς κλάσεις πλήρεις ἄνευ κληρώσεως, ἠξεύρετε τί θέλει συμβῆ; μετὰ τὸ τρίτον ἔτος θὰ ἔχητε στρατὸν συγκροτούμενον κατὰ τὸ ἥμισυ μὲν ἀπὸ ἄνδρας διανύοντας τὸν 12ον μῆνα, κατὰ δὲ τὸ ἥμισυ ἀπὸ ἄνδρας διανύοντας τὸν πρῶτον μῆνα, καὶ ἐπὶ παραδείγματι. Ὑποθέσατε, κύριοι, καθ’ ὅλους τοὺς ὑπολογισμοὺς, ὅτι αἱ διάφοροι ἡλικίαι ἐν Ἑλλάδι, ἀρχίζουσαι ἀπὸ τοῦ εἰκοστοῦ ἔτους συμπεπληρωμένου, δὲν παρουσιάζουν ἀριθμὸν ἱκανὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ πλέον τῶν 6 ἢ 7,000 κατ’ ἔτος· ὑποθέσατε λοιπὸν, ὅτι δὲν ἔχομεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν στρατὸν καὶ ὅτι προσκαλοῦμεν ἐφέτος ὅλην τὴν ἡλικίαν τῶν 20 ἐτῶν, θὰ ἔχωμεν ἄνδρας 6–7,000 κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος· κατὰ δὲ τὸ δεύτερον ἄλλας 6–7, κατὰ τὸ τρίτον ἄλλας 6, θὰ ἔχωμεν 18 χιλιάδας τὸ 3ον ἔτος. Ἀλλὰ τὸ ἔθνος διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ του μᾶς λέγει, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ διατηρῶμεν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ πλέον τῶν 12 χιλ. ἀνδρῶν· ἐννοεῖτε δὲ ὅτι πρέπει ν’ ἀπολύσωμεν κατὰ τὸ τρίτον ἔτος 6,000, διότι τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον ἔτος ἔχομεν 12,000 δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἀποφασίζει τὸ ἔθνος διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνιαυσίου. Ἀλλὰ τὸ τρίτον ἔτος ἔχομεν 18 χιλ. καὶ ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην 12, ὥστε θὰ ἀπολύσωμεν τοὺς ὑπηρετοῦντας δύω ἔτη καὶ θὰ ἔχωμεν ἓξ μὲν χιλ. εἰσερχομένους εἰς τὸ 2ον ἔτος καὶ 6 τὸ πρῶτον καταταχθέντας. Καὶ μέχρις ἐδῶ φθάνομεν καλὰ, αἱ ἀναλογίαι τῶν παλαιῶν πρὸς τοὺς νέους δύνανται νὰ ᾖναι κατάλληλοι· ἔρχεται ὅμως τὸ 4ον ἔτος καὶ τότε ὁ στρατὸς θὰ συγκροτῆται κατὰ τὸ ἥμισυ ἐξ ἀνδρῶν ὑπηρετησάντων ἓν ἔτος, καὶ κατὰ τὸ ἥμισυ ἐξ ἀνδρῶν ἐντελῶς νεοσυλλέκτων, ἤτοι κατὰ τὸ ἥμισυ ἐντελῶς ἀπαίδευτον, κατὰ δὲ τὸ ἥμισυ λίαν ἀτελῶς ἐκπαιδευμένον.
§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὕτω δὲν εἶναι καὶ τώρα;
§36ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 48 λέγει τὸ ἑξῆς § 1 (ἀναγινώσκει.) Δὲν νομίζετε ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου προσδιορίζεται ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν; ὥστε δὲν εἶναι δύο ἀπογραφῶν.
§37ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν γνωρίζετε, ὅτι θὰ ὑπάρχῃ πλεόνασμα.
§38ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἐννέα ἥμισυ ἑκατομμύρια· ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑποθέσητε, ὅτι θὰ δώσητε ἑπτὰ ἥμισυ ἑκατομμύρια.
§39Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δύναται ν’ ἀπονεμηθῇ πλήρης δικαιοσύνη, ἐὰν ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι ἡ δύναμις τοῦ μονίμου στρατοῦ ἐν Ἑλλάδι πρέπει νὰ ᾖναι ἴση μὲ τὰ ἔτη πολλαπλασιαζόμενα. Καὶ ἐὰν ἀποδεχθῶμεν ὅτι ἐτησίως θὰ δώσητε ἓξ χιλιάδας, πρέπει νὰ διατηρήσωμεν εἰς τὸ μέλλον 18,000 στρατόν. Μὴ φρονεῖτε δὲ, κύριοι, ὅτι θὰ γείνουν δαπάναι· θὰ ἔχητε ὅλα τὰ πλεονεκτήματα χωρὶς νὰ ἔχητε τὰς δαπάνας, δὲν ἔχετε δὲ ἀνάγκην καὶ βαθμοφόρων, διότι εὐτυχῶς δι’ αὐτὴν τὴν περίστασιν ὁ στρατὸς εἶναι λίαν πλούσιος, καὶ διὰ τοῦτο θὰ δυνηθῶμεν εἰς τὸ μέλλον νὰ κάμωμεν στρατολογίαν διὰ 18,000 ἄνδρας, τοὺς ὁποίους δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ διατηρῶμεν διαρκῶς ὑπὸ τὰ ὅπλα· θὰ ἔχωμεν δὲ ἐν ἀνάγκῃ καὶ τὸ πλεονέκτημα νὰ τοὺς προσκαλῶμεν, καὶ δι’ αὐτῶν νὰ μορφόνωμεν τοὺς ἀξιωματικούς μας καὶ νὰ μὴ τοὺς ἐπιβαρύνωμεν ἢ ἐπὶ τρεῖς μῆνας τὸ ἔτος. Δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου, κύριοι, τὸ σύστημα τῆς μὴ κληρώσεως θὰ ᾖναι πλῆρες· ὅλοι οἱ Ἕλληνες θὰ ὑπηρετοῦν τὰ τρία ἔτη ἀδιακρίτως, κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον ἡ μόρφωσις καὶ ἡ ἐκπαίδευσις εἶναι καλλιτέρα, καὶ καθ’ ὅσον ἐκπαιδεύονται καὶ ἑτοιμάζονται, θὰ μεταβαίνουν εἰς τὰς ἑστίας των.
§40Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὴν χρῆσιν αὐτὴν τοῦ ἀριθμοῦ ποῖος θὰ τὴν κάμῃ;
§41Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, ἐγείρεται μία δυσπιστία ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἡ ἐκτίμησις εἰς ποῖον θὰ ᾖναι· θὰ ᾖναι εἰς τὸν σωματάρχην, εἰς τὸν ὑπουργὸν, εἰς τίνα θὰ ᾖναι; Καὶ ἔχουν δίκαιον νὰ δυσπιστοῦν, διότι δυστυχῶς καθιερώθη προηγούμενον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάξιον ὄχι διὰ στρατὸν, ἀλλὰ διὰ πᾶσαν πολιτείαν· διότι καθιερώθη οἱ ὑπουργοὶ νὰ μεταθέτουν, οἱ ὑπουργοὶ νὰ δίδουν ἀδείας προσωρινὰς, νὰ διαιτῶνται ἐκτὸς τῶν οἰκημάτων τὰ ὁποῖα ἡ θέσις των δίδει, ἀφαιροῦσι τὴν ὑπηρεσίαν ἀπὸ τοὺς σωματάρχας, παρεμβαίνουσιν ἐκεῖ ὅπου δὲν τοῖς ἐπιτρέπεται, καὶ διὰ τοῦτο ἔχουν δίκαιον οἱ ἀντιπρόσωποι νὰ ἐρωτοῦν, ἡ ἐκτίμησις ποῦ θ’ ἀποδοθῇ. Ἀλλὰ, κύριοι, τὰ κακὰ προηγούμενα δὲν ἠμποροῦν νὰ καθιερώσουν δόγμα.
§42Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς ποῖον λοιπὸν θ’ ἀνατεθῇ;
§43Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ δικαίωμα τὸ ἀπόλυτον θὰ τὸ ἔχῃ τὸ ἔθνος· θὰ εἰπῇ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι θέλω διὰ τὸ τρέχον ἔτος νὰ ἔχω δύναμιν στρατοῦ τόσην. Ἀλλὰ αἱ 3000, οἱ ὁποῖοι θὰ μεταβοῦν εἰς τὰς ἑστίας των; αὐτοὺς θὰ τοὺς ἀπολύσῃ ἡ στρατιωτικὴ διοίκησις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κανόνων, τοὺς ὁποίους θὰ διαγράψῃ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὅπως εἰς τὰ σώματα πᾶσα μεγάλη ποινὴ δὲν ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὴν ἁπλῆν θέλησιν τοῦ σωματάρχου, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖ γνωμοδοτήσεις προϊσταμένων καὶ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ὁρίζουν οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι, οὕτω καὶ ἐνταῦθα αὐτὴ θὰ ᾖναι μεγαλειτέρα ἐγγύησις.
§44Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιον.
§45Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Κύριοι, αὐτὸ τὸ σύστημα τέλος πάντων εἶναι ἐν χρήσει παρ’ ὅλοις τοῖς στρατοῖς, ἐν οἷς τὴν ἐκτίμησιν τῆς διαγωγῆς δὲν δύνανται ἢ νὰ τὴν ἔχωσιν οἱ διοικηταὶ τῶν σωμάτων· ἂν δὲν ᾖναι κατάλληλοι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην, ἂς τοὺς παύσῃ· ἐνόσῳ ὅμως τοὺς ἔχει, ὀφείλει νὰ τοῖς παρέχῃ τὴν δικαιοδοσίαν τὴν ἀναγραφομένην εἰς τοὺς κανονισμούς, οἵτινες διέπουν τὸν στρατόν· ἄλλως, κύριοι, θὰ ἐπέλθῃ πλήρης ἀναρχία. Αὐτὸ εἶναι, κύριοι, τὸ σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ ἀπονείμωμεν πλήρη δικαιοσύνην.
§46Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὰ σώματα τῶν μεγάλων κρατῶν δὲν διοικοῦνται ὅπως ἐδῶ· ἔχουν συνταγματάρχας, ταξιάρχας, στρατηγούς, τοὐτέστιν ὑπάρχουν τοσαῦται ἐγγυήσεις, ὥστε οὔτε κἂν σκέπτεται, ἀλλὰ οὔτε ἠμπορεῖ ὁ ὑπουργὸς νὰ σκεφθῇ ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἀντικειμένων. Ἀλλὰ ἐδῶ μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ καὶ τοῦ τάγματος ποῖοι εἶναι; σᾶς ἐρωτῶ. Ὅταν λέγωμεν ἐν Ἑλλάδι Κυβέρνησιν, πρέπει νὰ ἐννοῶμεν αὐτό.
§47Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πράγματι ἐν Ἑλλάδι ἡ στρατιωτικὴ ἱεραρχία δὲν εἶναι ἀνεπτυγμένη· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ ὀλίγου στρατοῦ μας, συνεπείᾳ τῶν ὀλίγων δαπανῶν, τὰς ὁποίας ψηφίζομεν κατ’ ἔτος, καὶ τοῦ περιορισμοῦ τῆς χώρας. Πιστεύω ὅμως, κύριοι, καὶ δι’ αὐτὸ παρεκάλεσα καὶ προηγουμένως νὰ ὑποβληθῇ τὸ ταχύτερον ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, ὅτι ἡ ἱεραρχία τοῦ στρατοῦ θὰ ἀναπτυχθῇ, διότι, ἀφοῦ ἅπαξ ἡ Κυβέρνησις παρεδέχθη τὴν προσωρινὴν καὶ ὑποχρεωτικὴν ὑπηρεσίαν διὰ πάντα ἕλληνα, ἐμερίμνα συνάμα καὶ περὶ τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τοῦ τόπου, διαιρέσασα αὐτὴν εἰς στρατιωτικὰς περιφερείας, καὶ ὡς ἐκ τούτου θὰ θέσῃ περισσοτέρους βαθμολόγους τῶν ὑπαρχόντων, καὶ πιθανῶς ἡ στρατιωτικὴ ἱεραρχία θέλει ἀναπτυχθῇ· καὶ πράγματι μεταξὺ τῶν σωματαρχῶν καὶ τοῦ ὑπουργοῦ θὰ ὑπάρξουν καὶ ἄλλα διάμεσα, ὥστε διὰ τοῦ νέου ὀργανισμοῦ καὶ ἡ δυσπιστία, ἥτις διετυπώθη ὑπὸ τοῦ ἐντίμου Α. Πετιμεζᾶ ὡς πρὸς τοὺς σωματάρχας, θέλει ἐκλείψει. Φρονῶ δὲ, ὅτι καὶ ἐν τούτῳ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ τόπου εἶναι ἡ μεγαλειτέρα ἐγγύησις περὶ τῆς ἀπονομῆς δικαιοσύνης τῶν ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρετούντων, ἀρκεῖ ἡ Κυβέρνησις, καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ θεωρήσῃ ἱερὰ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δίδονται διὰ τοῦ κανονισμοῦ εἰς τοὺς διοικητὰς τῶν σωμάτων. Καὶ τὸ σύστημα αὐτὸ ἀλλαχοῦ ἐφηρμόσθη καὶ δὲν παρουσίασεν οὐδεμίαν ἀτέλειαν· τοὐναντίον, ἐνόσῳ οἱ ὑπουργοί, ἠθέλησαν νὰ παρέμβωσιν εἰς τὰ δικαιώματα τῶν σωματαρχῶν, οὐδεμία ἐγγύησις ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸν στρατόν. Κατὰ συνέπειαν τούτων ὅλων, εὔχομαι, ὅπως ἡ δικαιοσύνη ᾖναι πλήρης πρὸς ἅπαντας, ἡ δὲ ἀναγραφομένη ἐν τῷ Συντάγματι ἰσότης ᾖναι πραγματική, νὰ παραδεχθῶμεν τὴν τριετῆ θητείαν καὶ νὰ ὑποβληθῇ προϋπολογισμός, ἐμπεριέχων στρατολογίαν 18,000 ἀνδρῶν. Ἐὰν ὅμως δὲν θελήσωμεν νὰ κάμωμεν τοῦτο, δὲν μᾶς ὑπολείπεται ἢ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συνετάχθη ὑπὸ τοῦ προκατόχου ὑπουργείου, καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ ἀναγράψωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον τὴν ὑποχρέωσιν τῆς κληρώσεως, διότι δι’ αὐτῆς δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἄνδρας ὑπηρετοῦντας ἐπὶ διετίαν· λάβετε δὲ ὑπ’ ὄψιν, κύριοι, ὅτι ἐντὸς τοῦ στρατοῦ ὑπάρχουν σώματα εἰδικά, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην νὰ ἐκγυμνάζωνται πολὺν χρόνον, τοιαῦτα δὲ εἶναι τὸ πυροβολικόν, τὸ ἱππικόν, οἱ σκαπανεῖς, διότι τὸ πεζικὸν ἐκγυμνάζεται εὐκολώτερον. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι, διὰ νὰ ὑπάρχῃ στρατός, δὲν ἀρκοῦν οἱ ἄνδρες, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ πρέπει νὰ μορφώνωνται ἐν τῷ στρατῷ, διότι ἄνευ αὐτῶν οὐδὲν δύναται νὰ γείνῃ.
§48Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον, κύριοι, τῆς Κυβερνήσεως περιέχει τριετῆ θητείαν, ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ θητεία εἶναι διετής. Ἅμα ἀπερχομένων ἀνδρῶν κατ’ ἔτος 6,000 τῆς αὐτῆς ἀπογραφῆς καὶ ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ εἶναι 12,000, τριετὴς θητεία δὲν ὑφίσταται· διότι τὸ μὲν πρῶτον ἔτος θὰ εἰσέλθουν 6,000 καὶ θὰ ἐξέλθουν ἄλλοι τόσος, τὸ δεύτερον ἔτος θὰ εἰσέλθωσιν ἕτεροι 6,000, καὶ οὕτω ἀνανεουμένων κατ’ ἔτος 6,000, ἡ θητεία εἶναι διετὴς, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον. Ὅθεν περιττὸν ν’ ἀπατῶμεν ἑαυτούς, καὶ ἂς εἴπωμεν, ὅτι ἡ θητεία ἔσεται διετής. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὰ δύω ἔτη θὰ ἦναι ἀνεπαρκῆ, διότι δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἐκγυμνασμένον καὶ ἐκτελοῦντα τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐκτὸς δὲ τούτου, κύριοι, σήμερον ἡ ἐκπαίδευσις καὶ αὐτοῦ τοῦ πεζικοῦ δὲν εἶναι ὡς ἄλλοτε· περισσότερον ἐκγυμνάζεται ὁ πεζός, ἐκγυμνάζεται καὶ εἰς τὸ πυροβολικὸν καὶ εἰς τὸ ἔργον τοῦ μηχανικοῦ, διότι ἂν ἐπέλθῃ θραῦσίς τις εἰς τὸ πυροβολικόν, οἱ ἐγυμνασθέντες ἐκ τοῦ πεζικοῦ πρέπει νὰ ἦναι ἕτοιμοι νὰ τοὺς ἀντικαταστήσωσι. Ὅθεν, κατ’ ἐμέ, ἡ διετὴς θητεία εἶναι ἀσυμβίβαστος μὲ τὴν τελείαν τοῦ στρατιώτου ἐκγύμνασιν, καὶ διὰ τοῦτο θέλω δώσει τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τῆς τριετοῦς θητείας, διότι αὐτὴ εἶναι τὸ ἐλάχιστον χρονικὸν διάστημα τῆς θητείας τῶν στρατῶν τῆς Εὐρώπης. Ἤδη, καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὰς 18,000, περὶ ὧν εἶπεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης, ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τοιούτων ἀνδρῶν, ἀρκεῖ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, τοῦ καταρτισθέντος ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κ. Τρικούπη. Δι’ αὐτοῦ, ὁ στρατὸς δὲν θὰ σύγκηται οὔτε ἀπὸ 18,000, οὔτε ἀπὸ 12,000, ἀλλὰ ἀπὸ 14,000. Ἔχομεν κατ’ ἔτος 6,000 νεοσυλλέκτους, ὁ δὲ στρατὸς εἶναι 12,000· ἐξ αὐτῶν θὰ ἀποπέμψωμεν τὸ πρῶτον ἔτος 4,000, ὥστε μᾶς μένουν 8,000, οἵτινες μετὰ τῶν 6 χιλιάδων ἀποτελοῦσι τὸ ὅλον 14,000· τὸ δεύτερον ἔτος θέλομεν ἀποπέμψει 4,000 ἐκ τῆς τριετοῦς ὑπηρεσίας καὶ 2,000 ἐκ τῆς μονοετοῦς, κατόπιν δὲ κατ’ ἔτος θέλουσιν ἐξακολουθῆ τακτικῶς νὰ μεταβαίνουν 4,000 ἐκ τῆς τριετοῦς καὶ δισχίλιοι ἐκ τῆς μονοετοῦς ὑπηρεσίας εἰς τὴν ἐφεδρείαν τοῦ στρατοῦ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλω ὑποστηρίξει κατὰ προτίμησιν· ἀλλ’ ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γείνῃ ἀποδεκτόν, δὲν ἐννοῶ οἱ δισχίλιοι τῆς μονοετοῦς ὑπηρεσίας ν’ ἀπολύωνται ἀπὸ τοὺς σωματάρχας, ἀλλ’ ὡς βάσις νὰ λαμβάνηται ἡ γενικὴ κλήρωσις καὶ ν’ ἀπολύωνται οἱ τοὺς τελευταίους σχετικῶς ἀριθμοὺς λαβόντες· ἐκ τῶν 6,000, αἱ 4,000 τῶν τοὺς πρώτους ἀριθμοὺς λαβόντων θὰ ὑπηρετήσουν 3 ἔτη, οἱ δὲ ἐπίλοιποι ἓν καὶ μόνον, μεταβαίνοντες εἰς τὴν ἐφεδρείαν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ νὰ συμβιβάσῃ αὐτὰς τὰς ἰδέας, θέλει κάμει ἔργον τέλειον, διότι τὸ νομοσχέδιον, ὡς προσάγεται, εἶναι πλημμελές. Ὅθεν προτείνω, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐκλέξῃ 3–4 μέλη, ἵνα ἐνασχοληθῶσι σπουδαίως ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ὑποβάλωσιν ἔργον σπουδαῖον. Πιστεύσατε, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ τοῦτο, διότι τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον θέλει ἀποτελέσει νόμον πάγιον καὶ οὐχὶ προσωρινόν, μέλλοντα μεγάλως νὰ ἐπηρεάσῃ καὶ τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος.
§49ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐρωτῶ τί σημαίνει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 52: «Ἐκ τῶν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου κατατασσομένων ἐν τῷ στρατῷ νεοσυλλέκτων, διατηροῦνται πάντοτε ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ μόνον ἄνδρες ἰσάριθμοι πρὸς τοὺς καθ’ ἕκαστον ἔτος ὑπὸ τοῦ περὶ στρατιωτικῆς δυνάμεως ἐνιαυσίου νόμου ὁριζομένους.» Διότι, ἐνῷ πρόκειται περὶ ἐτησίας στρατολογίας, τὸ ἄρθρον μνημονεύει τὸν νόμον περὶ δυνάμεως. Καὶ διὰ νὰ τὸ ἐννοήσωμεν καλλίτερα, σᾶς ἀναγινώσκω τὸ προηγούμενον: «Πάντες οἱ νέοι τῆς καλουμένης εἰς τὸν στρατὸν ἀπογραφῆς, οἱ μὴ ἐξαιρεθέντες ἕνεκα σωματικῆς βλάβης, μὴ ἀπαλλαγέντες συνετείᾳ τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος νόμου, μὴ τυχόντες ἀναβολῆς κατατάξεως, ἢ μὴ προορισθέντες διὰ τὸν κατὰ θάλασσαν στρατόν, ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ τίθενται εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Οἱ νεοσύλλεκτοι οὗτοι ἐγγράφονται ἐν τοῖς μητρῴοις τῶν διαφόρων σωμάτων τοῦ στρατοῦ καὶ πέμπονται εἴτε εἰς τὰ εἰρημένα σώματα, εἴτε εἰς τὰ σχολεῖα καὶ τάγματα ἐκπαιδεύσεως.» Ἰδοὺ καὶ τὸ ἄρθρον 52: «Ἐκ τῶν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου κατασσομένων ἐν τῷ στρατῷ νεοσυλλέκτων διατηροῦνται πάντοτε ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ μόνον ἄνδρες ἰσάριθμοι πρὸς τοὺς καθ’ ἕκαστον ἔτος ὑπὸ τοῦ περὶ στρατιωτικῆς δυνάμεως ἐνιαυσίου νόμου ὁριζομένους.» Λοιπὸν αὐτό, σᾶς ἐρωτῶ, τί ἐννοεῖ; τὸν ἀριθμὸν τὸν ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὁριζόμενον κατ’ ἔτος τῶν νεοσυλλέκτων, ἢ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ;
§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λέγει, ὅτι εἶναι ὑπόχρεως ὅλη ἡ ἡλικία, ἀλλὰ καλεῖται εἰς τὸν στρατὸν ἐκεῖνος ὁ ἀριθμός, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος περὶ τῆς δυνάμεως ὁρίζει.
§51ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ σύνταγμα, κύριοι, λέγει τὰ ἑξῆς: Ἄρθρ. 60. «Κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὸν προσδιορισμὸν τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως, τὴν στρατολογίαν καὶ τὴν ναυτολογίαν, καὶ τὸν προϋπολογισμόν, καὶ ἀποφασίζει ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ. Ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ κράτους πρέπει νὰ σημειῶνται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀπολογισμόν. Ὁ προϋπολογισμὸς εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τῶν δύω πρώτων μηνῶν ἑκάστης συνόδου, ἡ δὲ ἐξέτασις αὐτοῦ γίνεται παρ’ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς καὶ ψηφίζεται ἅπαξ.» Πρόκειται λοιπὸν περὶ δύω διακεκριμένων ἀριθμῶν· ὁ πρῶτος ἀριθμὸς εἶναι ὁ περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον κατ’ ἔτος ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ψηφίζει, ὁ δεύτερος νόμος εἶναι ὁ τοῦ ἐτησίου ἀριθμοῦ τῶν νεοσυλλέκτων. Ἐρωτῶ τί ἐννοεῖτε;
§52ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀμφότερα.
§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ νόμος λέγει νὰ ᾖναι 14,000, καὶ οἱ καλούμενοι θὰ ᾖναι τόσοι.
§54ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο, εἰσάγεται εἰς τὸν στρατὸν ἡ ἑξῆς καινοτομία, ἡ ὁποία ἐλήφθη ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ Γαλλικοῦ νόμου τοῦ 1872· ἡ καινοτομία, ὅτι ἡ κυβέρνησις παραλαμβάνει καὶ στρατολογεῖ ὁλόκληρον τὴν κλάσιν τῶν ἀγόντων τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτῶν πολιτῶν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 51, τοὺς κατατάσσει εἰς τὰ διάφορα τάγματα καὶ ἐν γένει εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἔπειτα, κατὰ τὸ ἄρθρον 52, δὲν τοὺς εἰσάγει ὅλους εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν τοὺς ἔχοντας ἡλικίαν 21 ἔτους. Αὐτὸ εἶναι τὸ νέον σύστημα, περὶ τοῦ ὁποίου πραγματεύονται τὰ ἄρθρα 51 καὶ 52. Γεννᾶται εἰς ἐμὲ ἡ ἀπορία, δὲν ἠξεύρω ἂν γεννᾶται καὶ εἰς ἄλλον τινα, ἐὰν ἐκ τῶν οὕτω πως στρατολογηθέντων, δηλ. ἐξ ὅλων τῶν ἀνδρῶν τῆς τάξεως, ἣν σᾶς ἀνέφερα, θὰ κρατήσῃ μόνον τὸν ἀριθμόν, τὸν ὁποῖον κατ’ ἔτος ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία θὰ προσδιορίσῃ ὡς ἀριθμὸν νεοσυλλέκτων· αὐτὸ ἐρωτῶ.
§55ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι μία ἄλλη ἔκφρασις τοῦ νόμου.
§56ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὰ δὲν ζητῶ ἀπὸ σᾶς πληροφορίας, διότι δὲν πρόκειται νὰ σκεφθῶμεν πῶς θὰ σκεφθῶσιν οἱ ἑρμηνευταὶ τοῦ νόμου, διότι καὶ ἐγὼ ἑρμηνευτὴς εἶμαι καὶ σεῖς· πρόκειται νὰ ἐρωτήσωμεν τὸν νομοθέτην, καὶ μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς νομοθέτης εἶναι τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε τὸν νόμον, καὶ θέλω νὰ μάθω τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου.
§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπαντῶ πρὸς τὸν κ. Μαυρομιχάλην πρῶτον. Πολλοὶ τῶν ἀξιωματικῶν — ἐννοεῖται ὅτι ἐγὼ δὲν ἀντιποιοῦμαι τὴν εἰδικότητα νὰ γνωμοδοτήσω — ἐθεώρησαν ὡς ἀρκοῦσαν τὴν ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος ἐξάσκησιν τῶν στρατιωτῶν· εἶπον, ὅτι ἡ ἐξάσκησις ἡ ἐνδελεχὴς καὶ ἀδιάκοπος ἐπὶ 1½ ἔτος τοῦ στρατιώτου, συνοδευομένη μὲ τὴν ἐξάσκησιν αὐτοῦ καὶ ὡς ἐφέδρου κατὰ τὸ ἐπίλοιπον 1½ ἔτος, ἀρκεῖ ν’ ἀποκαταστήσῃ τὸν στρατιώτην τέλειον, ἑπομένως, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ περαιτέρω ἐξάσκησις. Ἐκτὸς τούτου, τὸ πνεῦμα τὸ ἐπικρατοῦν ἐν τῷ τόπῳ εἶναι κατὰ τῆς πολυχρονίου θητείας, καὶ ἐντεῦθεν προέρχονται καὶ αἱ πολλαὶ καθυστερήσεις καὶ αἱ πολλαὶ λειποταξίαι. Τὸ ἔθνος, νέον, προσπαθεῖ ν’ ἀποκατασταθῇ ἤδη καὶ ν’ ἀσφαλισθῇ ὑλικῶς, αἰσθάνεται δὲ τὴν ἔλλειψιν οὐσιωδῶς τῶν χειρῶν καὶ τὴν ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἀπουσίαν τῶν ἀνδρῶν τῶν πλέον σφριγώντων πρὸς τὴν κοινωνικὴν ἀνάπτυξιν. Ἡ οἰκογένεια αἰσθάνεται ἐπίσης βαρέως τὴν ἔλλειψιν σφριγῶντος μέλους ἑνὸς ἢ δύο ἐπὶ τρία ἔτη· διὰ τοῦτο ἡ νεοσυλλεξία ἐν Ἑλλάδι ἀποκατέστη ἀπεχθὴς καὶ ἐγέννησε δυσκολίας ἀπείρους περὶ τὴν συλλογὴν τῶν νεοσυλλέκτων. Ὁρίζομεν κατ’ ἔτος τοὺς νεοσυλλέκτους εἰς 2 ἢ 3 χιλιάδας, καὶ δὲν δυνάμεθα οὔτε τὸ ἥμισυ νὰ συλλέξωμεν. Τὸ σύστημά μας λοιπὸν ἐθεωρήθη ὡς ἐντελῶς συμβιβαζόμενον μὲ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκπαιδεύσεως καλῶν στρατιωτῶν καὶ μὲ τὸ ἐπικρατοῦν πνεῦμα ἐν τῷ τόπῳ, διότι καλὸν εἶναι ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία νὰ γίνεται μὲν ἐντελῶς, ἀλλὰ νὰ διαμοιράζηται, νὰ ὑπηρετοῦν περισσότεροι ἄνδρες, ἀλλὰ ὀλιγώτερον χρόνον. Ἰδοὺ διατί ἐδέχθημεν τὸ σύστημα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἀκόμη, ὥστε ὅλη ἡ ἡλικία κατ’ ἔτος νὰ γυμνάζηται, καὶ ἑπομένως οὕτω ὅλος ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ὁ δυνάμενος νὰ ὑπηρετήσῃ στρατιωτικῶς ἐντὸς μικροῦ θὰ ἐξασκῆται. Μένει, κύριοι, νὰ ἐκτιμήσητε σεῖς τόρα ἐὰν τὸ σύστημα αὐτὸ ἦναι καλλίτερον ἀπὸ τὸ σύστημα τῆς κληρώσεως, διότι κατὰ τὸ σύστημα τῆς κληρώσεως τὸ ⅓ θὰ προσκαλῆται νὰ μένῃ ἐπὶ τριετίαν, τὰ δὲ ⅔ θὰ ὑπηρετοῦν μόνον ὡς ἔφεδροι, ἐξασκούμενοι κατὰ διαλείμματα καὶ μὴ ἀνταποκρινόμενοι εἰς τὸν σκοπόν. Εἰς ἄλλα μέρη αὐτὸ ἴσως δὲν θὰ ἦτο ἐπιβλαβές, διότι ὅπου τὰ κράτη εἰσὶ πολυπληθῆ, ἐκεῖ ὁ ἐξασκούμενος στρατὸς ἀναβαίνει εἰς ἑκατοστύας χιλιάδας· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ ἡ ὀλιγώτερον ἐκμάθησις καὶ ἐκγύμνασις ἀναπληροῦται ἀπὸ τὸν ἀριθμόν, καὶ δὲν εἶναι λίαν ἐπαισθητή. Ὅταν ὅμως τὸ ἔθνος ἦναι τόσον μικρόν, ὅσον τὸ ἑλληνικόν, τὸ προτεινόμενον σύστημα θὰ φέρῃ εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα, διότι σήμερον τί γίνεται; σήμερον καλοῦμεν εἰς τὸν στρατὸν κατὰ κλῆρον τὸ ⅓ εἰς τριετῆ ὑπηρεσίαν, ἀφοῦ δὲ παρέλθωσι τὰ τρία ἔτη, παραπέμπομεν τὸν στρατιώτην εἰς ἐφεδρείαν. Ἀλλ’ ἠμποροῦμεν κατ’ αὐτὸ τὸ σύστημα νὰ παρατάξωμεν στρατὸν ἐκγυμνασμένον 20,000;
§58Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν.
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ προτεινόμενον σύστημα αὐτὸ δὲν θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, καὶ ἐν περιπτώσει ἀνάγκης, δὲν θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἰδίαν γυμνότητα καὶ ἔλλειψιν; Ἰδοὺ διατὶ τὸ σύστημα ἡμῶν εἶναι τὸ καταλληλότερον, ὅπως δώσῃ στρατὸν ὅσον τὸ δυνατὸν γεγυμνασμένον καὶ περισσότερον, διότι ἡ διαρκὴς γύμνασις τοῦ ὅλου ἐπὶ 1½ ἔτος καὶ ἡ ἐξακολούθησις τακτικῶν γυμνασίων ἐν τῇ ἐφεδρείᾳ δύναται νὰ κατασκευάσῃ καλὸν καὶ πολὺν ἑλληνικὸν στρατόν. Ἡ ἐνεργὸς ὑπηρεσία ἐν τῷ στρατῷ δὲν δύναται νὰ ᾖναι ὀλιγωτέρα τοῦ 1½ ἔτους, ἐκτὸς ἐὰν τὰ οἰκονομικά μας ἐπιτρέψωσι νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ὅλην ἡλικίαν. Ἡ ἔλλειψις, τὴν ὁποίαν παρετήρησεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης, ὅτι δηλαδὴ τὸ τρίτον ἔτος δὲν θέλουσιν ὑπάρξει εἰς τὸν στρατὸν στρατιῶται γυμνασθέντες εἰμὴ ἐπὶ 1 ἔτος ἢ διόλου, ὑπάρχει εἰς ὅλα τὰ συστήματα, διότι πάντοτε θὰ ἔχητε στρατιώτας ἢ νεοσυλλέκτους, ἢ ἐλθόντας πρὸ ἑνὸς ἔτους· ἡ ἔλλειψις αὕτη ἑπομένως δὲν θεραπεύεται ἀπὸ οὐδὲν σύστημα. Ἡμεῖς ἐδέχθημεν μέθοδον ἀσφαλοῦς γυμνάσεως καὶ μέθοδον δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος, ἀπομακρύνουσαν τὰς ἀδικίας καὶ τὰ μονομερῆ βάρη. Τί εἴπομεν ἡμεῖς; Παραδείγματος χάριν· ἔχομεν μιᾶς ἡλικίας 6,000 νέων ἱκανῶν δι’ ὑπηρεσίαν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, τοῦ χρόνου θὰ ἔχωμεν ἐπίσης 6,000· ἐν τούτοις ὁ ἀριθμὸς, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος μᾶς ἐπιτρέπει νὰ λάβωμεν, εἶναι 2,000. Ποίους θὰ διώξωμεν; Νομίζομεν, ὅτι ἡμεῖς εὕρομεν τὸ καταλληλότερον σύστημα· ὑποθέτω ὅτι ὁ στρατός μας εἶναι 9,000, ὅτι θὰ στέλλωμεν 3,000 εἰς ἀδείας· καθ’ ἡμᾶς, διαιροῦμεν τὰς 6,000 εἰς δύω μερίδας, στέλλομεν μίαν μερίδα ἐν ἀδείᾳ, καὶ κρατοῦμεν τὴν ἄλλην μερίδα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν δι’ ἓξ μῆνας, μετὰ δὲ τοὺς ἓξ μῆνας στέλλομεν εἰς ἄδειαν αὐτοὺς, καὶ καλοῦμεν τὰς ὑπηρετησάσας τρεῖς χιλιάδας· τοιουτοτρόπως οἱ νεοσύλλεκτοι μένουν διαρκῶς 1½ ἔτος εἰς διηνεκῆ ἐξάσκησιν, ἀναχωροῦν δὲ πλέον ὄχι ἐκλεγόμενοι ἀπὸ τὸ αὐθαίρετον τῶν ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν, ἀλλὰ κατὰ σειρὰν ὑπηρεσίας. Τοιουτοτρόπως ἐνομίσαμεν, ὅτι ἐξασφαλίζομεν τὴν ἐκγύμνασιν, καὶ ἀπομακρύνομεν καὶ τοὺς κινδύνους καὶ τὰς ἀδικίας. Κλήρωσιν δὲν ἐδέχθημεν, διότι ἡ κλήρωσις γυμνάζει ἓν μέρος, τῶν δὲ λοιπῶν γίνεται ἀτελὴς ἡ γύμνασις· εἶναι δὲ καὶ ἄδικον τὸ ἐναντίον σύστημα, διότι ἡ κλήρωσις ἀπαλλάττει ἓν μέρος νέων τοῦ βαρυτάτου φόρου τοῦ αἵματος καὶ βαρύνει μόνον τινάς· διατί; Ἀποφεύγομεν λοιπὸν τὴν ἀδικίαν αὐτὴν καὶ τὸ βάρος ἀναλαμβάνουν ὅλοι, ὡς ὀφείλουν νὰ τὸ ἀναλάβουν, διότι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον οἱ μὲν εἶναι ὑπόχρεοι νὰ ὑπηρετήσουν, οἱ δὲ οὐχί. Ἀπαντῶ ἤδη εἰς τὸν κύριον Δεληγεώργην. Κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, κηρύττονται ὅλοι ὑπόχρεοι εἰς ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ὁ νόμος περὶ δυνάμεως ἠμπορεῖ νὰ προσδιορίζῃ ὀλιγωτέρους· ὁ νόμος τῆς δυνάμεως δὲν εἶναι ὁ νόμος ὁ προσδιορίζων τὸν ἀριθμὸν τῶν νεοσυλλέκτων. Νομίζω ὅτι ἐξήγησα ἱκανῶς τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι δικαιολογοῦσι καὶ ὑπαγορεύουσι τὴν παραδοχὴν τοῦ συστήματός μας· μένει εἰς τὴν Βουλὴν τώρα νὰ κρίνῃ τὸ καλλίτερον καὶ τὸ ὀρθότερον. Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ συμβιβάζωμεν, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών μας μὲ τὴν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγωτέραν περιστολὴν τῶν μέσων καὶ εὐκολιῶν πρὸς ὑλικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου, διότι βεβαίως ἡ Ἑλλὰς δὲν πρόκειται ν’ ἀποκατασταθῇ στρατὼν μόνον, ἀλλὰ νὰ μένῃ καὶ ἓν ἔθνος ἐπαρκοῦν εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς προόδου. Δὲν πρέπει δὲ ν’ ἀκολουθῶμεν τυφλῶς τὰ συστήματα, τὰ εἰς ἄλλα μέρη ἐπικρατοῦντα· ἡ κλήρωσις ἴσως εἶναι ἀναπόφευκτος εἰς μεγάλα κράτη· πᾶσα ἡλικία ἐν αὐτῇ περιλαμβάνεται, ἤτοι μέγας ἀριθμὸς πολιτῶν, δὲν ἠμποροῦν νὰ καλέσουν ὅλους. Ἐὰν π. χ. ἡ Γαλλία εἶχε δυναμένους νὰ ὑπηρετήσουν 200,000, καὶ ἔχῃ ἀνάγκην 100,000, ὀφείλει νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν κλήρωσιν. Ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ὁδηγηθῶμεν ἀπὸ ὅ,τι συμβαίνει εἰς ἄλλα κράτη, διότι ἐκεῖ ἡ κατάστασις τοῦ πληθυσμοῦ καὶ αἱ ἀνάγκαι τοῦ τόπου ὑπαγορεύουν ἄλλα μέτρα. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι, νομοθετοῦντες καὶ ἐπιβάλλοντες βάρη εἰς τὸν λαὸν, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ συμβιβάσωμεν αὐτὰ μὲ πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὴν πρόοδον καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου.
§60ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ δώσῃ εἰς τὴν ἐρώτησίν μου, νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἁπλοποιήθη, καὶ ὅτι τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι οὔτε νέον σύστημα εἰσάγεται διὰ τοῦ νέου περὶ στρατολογίας νόμου, οὔτε ζήτημα καὶ δυσκολία γεννᾶται περὶ κληρώσεως ἢ μὴ κληρώσεως, οὔτε ζήτημα περὶ εὑρέσεως τρόπου πρὸς κατασκευὴν μείζονος στρατοῦ ἢ περὶ κατασκευῆς ἐφεδρείας. Ὡς ἠκούσατε, ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἔδωκε τὴν ἑξῆς διασάφησιν. Ναὶ μὲν κατὰ τὸν περὶ στρατολογίας νέον νόμον ἐγγράφονται εἰς τὰ μητρῷα τοῦ στρατοῦ ὅλοι οἱ συναποτελοῦντες τὴν κλάσιν τῶν ἀγόντων τὸ 21 ἔτος· ἀλλ’ ὅμως δὲν πέμπονται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ ὑπὸ τὰς σημαίας, εἰμὴ μόνον ὁ ἀριθμὸς τῶν νεοσυλλέκτων, τὸν ὁποῖον κατ’ ἔτος ψηφίζει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία.
§61ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἐδῶ δὲν ἐννοούμεθα καλῶς. Δὲν θὰ ψηφίζῃ πλέον ἡ Βουλὴ, ἐὰν θὰ δίδῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν νεοσυλλέκτων, θὰ ψηφίζῃ τὴν δύναμιν· ἑπομένως, ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι σήμερον ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει δύναμιν 14,000, θὰ φέρωμεν ὅλην τὴν τάξιν τοῦ 21 ἔτους, θ’ ἀπολύσωμεν δὲ τὰς προηγουμένας κληρώσεις, διὰ νὰ συμπληρωθῇ ὁ ἀριθμὸς 14· αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα. Δὲν θὰ λαμβάνωμεν πλέον χιλίους ἢ δύω χιλιάδας κληρούχους, ἀλλ’ ὅλην τὴν τάξιν, καὶ τοῦτο, διὰ νὰ ἠμποροῦμεν νὰ ἐκγυμνάζωμεν ά ὅλον τὸν λαὸν, καὶ βʹ ὅταν ἔχωμεν ἀνάγκην τῶν παλαιῶν καὶ γεγυμνασμένων στρατιωτῶν, θὰ προσκαλῶμεν τὴν ἐφεδρείαν. Θὰ ἔχωμεν 7 ἐτῶν ἐφέδρους· ἑπομένως ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι ἔχομεν στρατὸν 14,000 ἀνδρῶν, θὰ καταντᾷ νὰ ἔχωμεν μόνιμον στρατὸν ὑπὲρ τὰς 45,000.
§62ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μετὰ τὴν διασάφησιν, τὴν ὁποίαν πρὸ μικροῦ ἔδωσεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εὑρίσκεται ἡ Βουλὴ ἐνώπιον δύω γνωμῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία συνέταξε τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, αἵτινες γνῶμαι ἀπέχουσιν ἀπ’ ἀλλήλων ὅσον οὐρανὸς ἀπὸ γῆς, καὶ τὰς ὁποίας θὰ παρακαλέσω ἕκαστον ἐξ ὑμῶν, ἐὰν δυνηθῇ νὰ τὰς συμβιβάσῃ. Πρὶν ἐξετάσω τὸ σύστημα τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ, θὰ ἐξετάσω τὸ σύστημα τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τὸ σύστημα αὐτοῦ, ὅπερ πρὸ μικροῦ διεσάφησε, θέλουν προσκληθῆ εἰς τὰ ὅπλα ἅπαντες οἱ ἄνδρες οἱ συναποτελοῦντες τὴν κλάσιν τῶν ἀγόντων τὸ 21, ἅπαντες δὲ οὗτοι θέλουν εἰσάγεσθαι εἰς τὸν στρατὸν, καὶ συγχρόνως θέλει ἀπολύεσθαι ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος μονίμου στρατοῦ τῶν παρελθουσῶν νεοσυλλεξιῶν κατ’ ἀπογραφῶν ὁ ἀριθμὸς ὁ πλεονάζων. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ πατρὶς θέλει κατορθόνει κατ’ ἔτος νὰ ἀσκῇ εἰς τὰ ὅπλα πολὺ μείζονα ἀριθμὸν πολιτῶν ἀφ’ ὅσον ἤσκει μέχρι τοῦδε, καὶ μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων ἐτῶν, θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν τὸ κράτος νὰ ἔχῃ πολυάριθμον στρατόν, καλῶς γεγυμνασμένον. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καλῶς ποιῶν, προσέθηκεν, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν θ’ ἀποφασίζῃ ὁπόσους νεοσυλλέκτους θέλομεν λαμβάνει κατ’ ἔτος, ἀλλὰ θὰ περιορίζεται μόνον ν’ ἀποφασίζῃ ὁπόση θέλει εἶσθαι ἡ δύναμις τοῦ μονίμου στρατοῦ. Ἡ προσθήκη αὕτη ἦτο ἀναγκαιοτάτη, διότι ἄνευ αὐτῆς δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἡ καλουμένη νὰ ψηφίσῃ σήμερον τὸν πρὸ ὀφθαλμῶν ἡμῶν νόμον, νὰ ἐννοήσῃ πῶς ἠμπορεῖ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁλόκληρον μίαν κλάσιν, περιλαμβάνουσαν πολλὰς χιλιάδας νεοσυλλέκτων, νὰ τὴν εἰσαγάγῃ εἰς τὸν στρατὸν, ἐνῷ, τῆς θητείας οὔσης τριετοῦς, ἡ κατ’ ἔτος στρατολογία, κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε εἰθισμένα, ἔπρεπε νὰ ᾖναι τὸ τρίτον πλέον ἢ ἔλαττον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐὰν αὐτὸ ἐπιτρέπεται ἀπὸ τοὺς νόμους, ἐὰν δηλαδὴ τὸ Σύνταγμα ἐπιτρέπῃ τὴν ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὰ ἑξῆς κατάργησιν τοῦ δικαιώματος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ ψηφίζῃ κατ’ ἔτος οὐ μόνον τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν νεοσυλλέκτων; Αὐτὸ κατὰ δυστυχίαν εἶναι ἀπηγορευμένον. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον σᾶς προανέφερον, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον συνάμα, οὐ μόνον νὰ ὁρίζῃ πόση θὰ ᾖναι ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ, ἐκ πόσων δηλαδὴ ἀνδρῶν θὰ συγκροτῆται, στρατιωτῶν, ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ ὁρίζῃ πόσους νεοσυλλέκτους δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ἐκ τῶν τάξεων τῶν πολιτῶν. Τοιαύτης δὲ οὔσης τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, οὐδεμία τροπολογία, οὔτε διὰ νομοσχεδίου, οὔτε δι’ οἱασδήποτε πράξεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ. Κατὰ τὸ Σύνταγμα λοιπὸν, κύριοι, δύω εἶναι οἱ περιορισμοὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὅσον ἀφορᾷ τὴν συγκρότησιν τοῦ μονίμου στρατοῦ· πρῶτον, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει κατ’ ἔτος· καὶ δεύτερον, ὅτι δὲν δύναται νὰ λάβῃ οὔτε ἕνα νεοσύλλεκτον πλέον τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν ὁποῖον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία κατ’ ἔτος ὁρίζει. Πᾶν στρατιωτικὸν σύστημα ἑπομένως, πᾶς νόμος περὶ ἀπογραφῆς καὶ στρατολογίας ὀφείλει νὰ καινοτομήσῃ ἐντὸς τῶν δύω αὐτῶν ὁρίων, διότι αὐτὰ τὰ δύω ὅρια δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὰ ὑπερβῇ. Ἐὰν δὲ τὴν σήμερον, ὡς λέγουν, ἡ νεοσυλλεξία θὰ φθάνῃ μέχρις 6,000 ἀνδρῶν κατ’ ἔτος, ἢ 8, ἢ 10, στηρίζονται εἰς ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία κατ’ ἔτος θὰ ὑπαχθῇ εἰς μίαν δοκιμασίαν, τὴν ἀπόφασιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Τὸ σύστημα λοιπὸν τοῦτο, ὑποκείμενον εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως, τὴν ὁποίαν ὀφείλουν κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ ἐξασκοῦν κατ’ ἔτος καὶ κατ’ ἔτος νὰ ἐπαναλαμβάνουν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ὡς δυνάμενον ν’ ἀποφέρῃ καρποὺς, ὁποίους ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρὸ μικροῦ μᾶς εἶπεν. Δὲν ἠξεύρω, κύριοι, τί δύναται κατ’ ἔτος ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ν’ ἀποφασίζῃ, διότι ὅπως δὲν τὸ γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, οὕτω δὲν τὸ γνωρίζω οὔτε ἐγώ. Δυνάμεθα ὅμως νὰ συμβιβασθῶμεν, δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν καὶ αὐτὸς καὶ ἐγὼ, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία θ’ ἀποφασίζῃ λογικῶς. Ἐὰν δὲ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις ᾖναι ὀρθὴ, εἶναι ἀξία νὰ τεθῇ ὡς βάσις τοῦ συλλογισμοῦ καὶ αὐτοῦ καὶ ἐμοῦ· ἕπεται, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία κατ’ ἔτος θὰ χορηγῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀφαιρῇ ἐκ τῆς κοινωνίας τοσούτους πολίτας ὡς νεοσυλλέκτους, ὅσοι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ στρατοῦ, ὅστις ὑπηρετεῖ ὑπὸ θητείαν 3 ἐτῶν. Ὁ στρατὸς ὁ μόνιμος καὶ ἐνεργὸς, τὸν ὁποῖον θέλομεν ἔχει καὶ εἰς τὸ μέλλον, θὰ ᾖναι ἴσος μὲ τὸν στρατὸν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν σήμερον, διότι, καὶ ἂν ὑπάρξῃ διαφορά τις, ἡ διαφορὰ θὰ ᾖναι μικρά. Αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις τοῦ κράτους, ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἔχομεν σήμερον, καὶ περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὁποίου δὲν πρόκειται σήμερον, δὲν ἐπιτρέπουν ν’ ἀναπτύξωμεν τὰς δυνάμεις τοῦ μονίμου στρατοῦ περισσότερον τῶν ὑπαρχουσῶν, ἢ πολὺ περισσότερον τῶν ὑπαρχουσῶν. Τὴν σήμερον ἀρκοῦσι πρὸς συμπλήρωσιν τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ νεοσύλλεκτοι 2500–2800, καὶ σημειώσατε, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ποτὲ δὲν εἶχε τοὺς 2500 ἢ 2800· ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι θέλομεν ἔχει κατ’ ἔτος ἀκριβῶς τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ψηφίζει τῶν 2500 ἢ τῶν τριῶν χιλιάδων· θέλομεν ἔχει εἰς διάστημα μιᾶς δεκαετίας 25–30 χιλιάδας ἄνδρας ἐφέδρους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἡ δύναμις, διὰ τῆς ὁποίας ἐνισχύεται ὁ τακτικὸς ἐνεργὸς καὶ μόνιμος στρατός. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἐν στρατολογικῷ συστήματι, ὅπερ προβάλλεται ὅπως λύσωμεν τὸ ζήτημα, πῶς ἡ Ἑλλὰς θὰ δυνηθῇ νὰ κατορθώσῃ ὥστε ἐξ ὀλίγης δαπάνης (διότι ὀλίγα εἶναι τὰ μέσα τοῦ κράτους) νὰ κατασκευάσῃ μεγάλην στρατιάν· ὅτι σύστημα τοιοῦτον δὲν ἔπρεπε νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῶν βάσεων, τὰς ὁποίας περιέχει ὁ ὑπὸ συζήτησιν νόμος, διότι τὸ ἀπόκτημα τοῦ νὰ ἐξέρχηται κατ’ ἔτος ἐκ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ μεταβαίνῃ εἰς τὴν ἐφεδρείαν τὸ τρίτον τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, δὲν εἶναι μέγα καὶ δὲν πληροῖ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν ὅτι, ὅπως συνέταξε τὸν περὶ ἀπογραφῆς νόμον, θέλει φθάσει εἰς ἃ προανέφερεν ἀποτελέσματα μεγάλης στρατιᾶς. Ἡ δὲ γνώμη τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ὡς ἠκούσατε, εἶναι ἄλλη. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς, γνωρίζων τὸ πρόσκομμα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἐννοεῖ, ὅτι δὲν ὑπάρχει μέσον κανὲν ὅπως διαφύγῃ τὸ ἐμπόδιον, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο, ὡς παρετηρήσατε, εἰς τὸ πρῶτον μέρος τῆς ὁμιλίας του ἐφάνη ἐμφορούμενος ὑπὸ τῆς ἐναντίας ἰδέας, διότι ὡμίλησε περὶ στρατοῦ, ἐκγυμναζομένου ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος. Κατὰ τὴν ἐξήγησιν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς ὁ στρατεύσιμος θὰ διαμείνῃ εἰς τὰς τάξεις ἐπὶ ἓν ἥμισυ ἔτος, ἀφοῦ ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἔχει ὑπ’ ὄψιν του τὸ συνταγματικὸν πρόσκομμα. Δὲν ἐννοῶ πῶς ἡ διάταξις τοῦ περὶ ἀπογραφῆς νόμου, τοῦ νὰ στρατολογήσῃ ὁλόκληρον τὴν κλάσιν τῶν ἀγόντων τὸ 21 ἔτος, δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις τῶν συλλογισμῶν του, διότι αὐτὴ ὑπάγεται εἰς τὴν κατ’ ἔτος ἀπόφασιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν ἡ Βουλὴ κατ’ ἔτος καὶ ὁ Βασιλεὺς ν’ ἀποφασίζωσιν ὅτι ὁλόκληρος ἡ κλάσις τῶν ἀγόντων τὴν ἡλικίαν ταύτην θέλουν στρατολογηθῆ, τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἦναι, νομίζω, ὅλως διαφορετικὰ παρ’ ὅ,τι παρετηρήθησαν. Ἐκ πόσων ἀνδρῶν σύγκειται ἡ κλάσις τῆς προαναφερθείσης ἡλικίας; Εἶπον καὶ εἰς ἑτέρας συνεδριάσεις, ὅτι οἱ ἄγοντες τὸ 20–30 ἔτος, κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς στατιστικῆς καὶ τῶν ἄλλων ἐθνῶν καὶ παρ’ ἡμῖν, ἀποτελοῦσι τὸ ἕκτον τοῦ πληθυσμοῦ τῶν ἀῤῥένων· ἑπομένως ἐν Ἑλλάδι ἡ κλάσις αὕτη ἀποτελεῖ ἑκατὸν εἰκοσιπέντε χιλιάδας ἄνδρας, καὶ τοσούτους σημειοῖ καὶ ἡ κυβέρνησις εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκτάκτου στρατολογίας, εἶναι δὲ τὸ δέκατον τῶν δέκα αὐτῶν κλάσεων ἴσον μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν 12 χιλιάδων. Ὁμιλῶν περὶ ἀπογραφῆς πιστῆς, περὶ στρατολογικῶν καταλόγων ἀνοθεύτων, χρεωστῶ ν’ ἀφαιρέσω μόνον τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνικάνων, τοὺς ὁποίους εἴτε εἰς τὴν προεξέτασιν τῶν νεοσυλλέκτων εἴτε κατὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς ἀπογραφῆς ἡ ὑπηρεσία ἤθελεν ἀποπέμψει. Ὁ ἀριθμὸς λοιπὸν τῶν περιεχομένων εἰς τὴν προειρημένην κλάσιν ὑπερβαίνει πολὺ τὰς 6,000, θὰ ἦναι ὑπὲρ τὰς ὀκτὼ, δύναται νὰ ἦναι καὶ δέκα. Καὶ ἂν τούτους πάντας εἰσαγάγητε διὰ μιᾶς, ὅπως φαίνεται ὅτι εἶναι ἡ ἐπιθυμία τῆς κυβερνήσεως· ἂν, λέγω, εἰσαγάγητε ὅλους αὐτοὺς εἰς τὸν στρατὸν, τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἦναι τὰ ἑξῆς. Τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ μονίμου στρατοῦ θὰ συγκροτῆται ἐκ νεοσυλλέκτων, διότι τὴν σήμερον, νομίζω, ἑπτὰ καὶ ἡμίσεια ἕως 8,000 ἄνδρες τοῦ στρατοῦ προέρχονται ἐκ νεοσυλλεξίας, ἤτοι ὅσους θέλει μᾶς δίδει ἡ κλάσις τῶν ἀγόντων τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας κατὰ χρόνον. Ἀλλὰ μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ καταστρέψωμεν τόσον μεγάλα συμφέροντα, τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία πρὸς ἀπόκτησιν τῆς ἐσωτερικῆς ἐκείνης δυνάμεως, ἥτις ἀπαιτεῖται ἀναποφεύκτως πρὸς καταρτισμὸν τακτικῆς στρατιᾶς ἰσχυρᾶς; Καὶ αὐτὸ τὸ πεζικὸν ἔχει ἀνάγκην θητείας πλειοτέρας τοῦ ἔτους, ἀλλὰ πρὸ πάντων τὰ δύο ὅπλα τοῦ ἱππικοῦ καὶ τοῦ πυροβολικοῦ, δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι ὑπάρχει στρατιωτικὸς πρεσβεύων, ὅτι δύνανται νὰ μορφωθῶσιν εἰς μικρὸν χρόνον· τὰ δύο αὐτὰ ὅπλα ἔχουσιν ἀνάγκην πρὸ πάντων στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ διανύσωσι ὁλόκληρον τὴν θητείαν ἐν τῷ στρατῷ. Ἀλλὰ καὶ ἂν οἱ νεοσύλλεκτοι θὰ ᾖναι κατά τι ὀλιγώτεροι, θέτω τὸ ζήτημα εἰς τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, εἴτε τὸ τῆς κληρώσεως σύστημα παραδεχθῇ, ὅπως ὁρίσῃ τοὺς ἀπολυτέους ἐκ τῶν ὑπηρετούντων, εἴτε τὸ σύστημα τοῦ ὑπὸ τῶν διοικητῶν τῶν σωμάτων προσδιορισμοῦ τῶν ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους θέλομεν κατ’ ἔτος ἀπολύει· παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ, πῶς θὰ ὑποστηριχθῇ αὐτὴ ἡ ἀνάγκη τοῦ στρατοῦ, τοῦ νὰ ᾖναι τριετεῖς οἱ πυροβολισταὶ, τριετεῖς οἱ ἱππεῖς, καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ δυνηθῇ ὥστε αὐτοὺς νὰ ἐξαιρέσῃ; καὶ ἂν εὕρῃ τρόπον, τὸν ἐρωτῶ, ἂν ἡ ἰσότης τὸ ἐπιτρέπῃ, ἡ ἰσότης τῶν βαρῶν. Ἂν μία νεοσυλλεξία τῆς τάξεως τῶν ἀγόντων τὸ 21 ἔτος ἀφήσῃ ἐν τῷ στρατῷ ἐκ τῶν παλαιοτέρων στρατιωτῶν 3,000 ἄνδρας, ἂν τὸ πυροβολικὸν καὶ τὸ ἱππικὸν ἔχῃ ἀνάγκην νὰ κρατήσῃ εἰς τὰς τάξεις των πρὸς συμπλήρωσιν τριετοῦς θειτείας 1500 ἢ 2000 ἄνδρας, π. χ., ἐρωτῶ τίνι τρόπῳ θὰ κατορθωθῇ, ὥστε οἱ μὲν νὰ ἐξέλθουν, οἱ δὲ νὰ μείνουν; Θὰ κληρώσητε ὅλους; Ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ εἰσάξητε εἰς τὴν κληρωτίδα τὰ ὀνόματα τῶν στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὸ ἱππικὸν καὶ τὸ πυροβολικόν· καὶ τί δικαίωμα ἔχετε νὰ εἴπητε αὐτοῖς, δὲν εἰσάγομεν τὰ ὀνόματά σας εἰς τὴν κληρωτίδα; Ἔρχομαι εἰς τὸ ἕτερον σύστημα, τοῦ νὰ ἀποφασίζουν περὶ τῶν ἀπολυθησομένων οἱ διοικηταὶ τῶν ταγμάτων. Ἀλλὰ τοὺς ἱππεῖς καὶ πυροβολιστὰς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τοὺς ἀπολύσητε, δὲν τὸ ἐπιτρέπουν οἱ κανόνες τῆς τακτικῆς· ἐν τίνι λοιπὸν δικαιώματι θὰ εἴπητε: ἀπολύω πεζοὺς καὶ δὲν ἀπολύω πυροβολιστάς; δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ αὐθαιρεσία μεγαλειτέρα καὶ ἀνισότης ἐπαχθεστέρα. Δὲν ἠμποροῦμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ εὕρωμεν μέσον, ἵνα ὑπερνικήσωμεν τὴν δυσκολίαν. Ἐὰν τώρα θελήσητε νὰ συγκρίνητε τὰ δύο συστήματα, τὸ σύστημα τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ πρὸς τὸ τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, θέλετε εὕρει τὴν ἑξῆς μεγάλην διαφοράν· ὁ μὲν πρῶτος δὲν κατασκευάζει ἐφεδρείαν μὲ τὸ σύστημά του, ὁ δὲ δεύτερος κατασκευάζει, διότι ὅλους τοὺς ἄνδρας τῆς κλάσεως τῶν ἀγόντων τὸ 21 ἔτος εἰσάγει εἰς τὸν στρατὸν καὶ κρατεῖ πολὺν ἢ ὀλίγον χρόνον ἀδιάφορον, καὶ ἔπειτα μεταθέτει εἰς τὴν ἐφεδρείαν. Οὗτοι εἶναι ἀληθῶς ἔφεδροι. Ἀλλ’ ὡς προεῖπον, τὸ σύστημα εἶναι ἀδύνατον, διότι στηρίζεται ἐπὶ προϋποθέσεως, τὴν ὁποίαν ὁ θεμελιώδης νόμος ἀποκρούει ὡς ἀπαράδεκτον. Ἡμεῖς δ’ ἕνεκα τούτου εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ διαγράψωμεν αὐτὴν τὴν ῥήτραν ἐκ τοῦ νόμου περὶ ἀπογραφῆς· δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι στρατολογεῖται ὁλόκληρος ἡ κλάσις τῶν ἀγόντων τὸ 21. Ὁ ἀξιότιμος ὅμως πρωθυπουργὸς δὲν σχηματίζει διόλου ἐφεδρείαν, ἀκριβέστερον ἐξεταζομένου τοῦ πράγματος, διότι, ἀφοῦ ἐπεστήσαμεν τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ ζητήματος, τί εἶπεν; Ἀναγνωρίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ εἰσαχθῇ ὁλόκληρος ἡ κλάσις εἰς τὸν στρατὸν, ἀπόκειται δὲ εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν νεοσυλλέκτων κατ’ ἔτος· τοὺς λοιποὺς ὅμως, ἐρωτῶ, τί θὰ τοὺς κάμῃ; Θὰ τοὺς ἀπολύσῃ εἰς τὰς οἰκίας των, καὶ θὰ ᾖναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς διαθέσιμος δύναμις τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ. Πόσον καιρὸν θὰ μείνουν εἰς τὰς οἰκίας των; Τῆς θητείας οὔσης τριετοῦς, θὰ μείνωσι τρία ἔτη. Τὸ νομοσχέδιον οὐδὲν διαλαμβάνει περὶ ἀσκήσεως τῶν ἀνδρῶν αὐτῶν ἐν τῷ μεταξὺ χρόνῳ, διατάττει δὲ μόνον, ὅτι μετὰ τὴν παρέλευσιν τοῦ χρόνου τῆς θητείας μεταβαίνουσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν ἐφεδρείαν ὅπως μεταβαίνουν καὶ οἱ εἰσελθόντες εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἐκεῖ δὲ θὰ κάμνουν τὰς ἀσκήσεις, εἰς τὰς ὁποίας οἱ ἔφεδροι ὑπόκεινται· εἶναι δὲ αὗται, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τρεῖς εἰς διάστημα ἑπτὰ ἐτῶν. Λοιπὸν ἂν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία κατ’ ἔτος θὰ ψηφίζῃ τὸ τρίτον τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ὅστις καταρτίζεται διὰ τῆς νεοσυλλεξίας, καὶ ἐὰν θὰ ἔχωμεν νεοσυλλέκτους κατ’ ἔτος 2,500 –3,000, ἡ δύναμις, τὴν ὁποίαν θὰ κατασκευάσωμεν, τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ εἰς διάστημα μιᾶς ἑπταετίας θέλει εἶσθαι μικρὰ, διότι δὲν θὰ μορφώσωμεν περισσοτέρους ἐφέδρους ἀπὸ 20 ἕως 25 χιλιάδας, οἱ δὲ ἄλλοι πολῖται, οἱ ὁποῖοι περιλαμβάνονται εἰς τὴν τάξιν τὴν στρατολογηθεῖσαν, ὡς μὴ εἰσαχθέντες εἰς τὸν στρατὸν καὶ μὴ ἐκπαιδευθέντες εἰς τὴν πειθαρχίαν, εἰς τὰ γυμνάσια καὶ εἰς τὰς ἕξεις τοῦ στρατιωτικοῦ βίου μήτε μίαν ἡμέραν, ἀλλ’ ἐπὶ τριετίαν ἀσχολούμενοι εἰς τὰ ἔργα τὰ κοινωνικὰ, θὰ μεταβαίνουν εἰς τὴν ἐφεδρείαν, εἰς ἣν ἐπὶ ἑπταετίαν μένοντες, θέλουσι δοκιμάσει τρὶς τὰ γυμνάσια. Τοιοῦτος καταρτισμὸς στρατοῦ μοὶ φαίνεται, κύριοι, ὅτι δὲν ἔχει πολλὴν ἀξίαν τόσῳ περισσότερον, ὅσῳ ὁ στρατὸς ὁ μόνιμος, τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ διατηρήσῃ, εἶναι πολὺ μικρὸς, καὶ ἑπομένως σπουδαία δυσαναλογία πρὸς τὴν ἐφεδρείαν, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ νέου νόμου θέλομεν νὰ κατασκευάσωμεν. Τοῦτο δὲ δὲν εἶναι ἐπουσιῶδες, διότι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ πιστεύσητε, ὅτι δύνασθε ἄνευ τῶν προσηκόντων συνδυασμῶν νὰ ἐπιτύχητε τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα θέλετε· δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε, ὅτι, ἂν καὶ ἔχω 10 ἢ 12 ἢ 14 χιλιάδας μόνιμον στρατὸν, δύναμαι μολοντοῦτο νὰ χρησιμοποιήσω δι’ αὐτοῦ ἐφεδρείαν, ὁποίαν κατασκευάζετε, κατὰ τὸ πλεῖστον ἀγύμναστον, ἐκ 50 ἢ 60 χιλιάδων. Ὑπάρχουσί τινες κανόνες εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, τοὺς ὁποίους δὲν δύνασθε νὰ ὑπερβῆτε. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα παρετήρησα καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ κάμω λόγον, ἀφοῦ ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἠθέλησεν εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν νὰ ὁμιλήσῃ περὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, καὶ ἀφοῦ προεκάλεσα περὶ αὐτοῦ τὴν ἐξήγησιν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ, διότι μοὶ ἐφάνη σκοτεινόν. Εἴδατε δὲ ὅτι μεταξὺ τῶν ὑπουργῶν ὑπάρχει διαφωνία· ὁ εἷς στηρίζεται ἐπὶ ὑποθέσεως ἀδυνάτου, διότι τὸ Σύνταγμα ἀπαγορεύει τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον θέτει ὡς βάσιν τοῦ συστήματός του, ὁ δὲ ἐπὶ ἑνὸς κυκεῶνος. Ἂν δὲν πλανῶμαι, γνωρίζω τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν κατηντήσαμεν εἰς αὐτὰ τὰ ἀτοπήματα. Ὡς παρετηρήσατε, ὁ ὑπὸ τὰς ὄψεις μας νόμος εἶναι καθαρὰ ἀντιγραφὴ καὶ μετάφρασις τοῦ τελευταίου Γαλλικοῦ νόμου, ἀλλὰ παρέλειψε τὸ οὐσιῶδες, ἔφερε καινοτομίαν ἐκεῖ ὅπου δὲν ἐπετρέπετο. Βεβαίως παρουσιάσθη εἰς τοὺς ὀφθαλμούς των μία ἀνάγκη· ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ συλλογισθῶσιν, ὅτι ἡ ἀνάγκη βιάζει πολλάκις τὸν νομοθετοῦντα νὰ μὴ μιμηθῇ τὸ παρ’ ἄλλοις γινόμενον, ἀλλὰ ὁσάκις τὸ παραλειπόμενον εἶναι ἀναγκαῖον, πρέπει νὰ ἐπινοήσωσι τὴν ἀναπλήρωσίν του· ἄλλως τὸ ἔργον μένει ἀτελές. Τῷ ὄντι καὶ ἐν τῷ Γαλλικῷ περὶ ἀπογραφῆς νόμῳ ὁλόκληρος ἡ κλάσις στρατολογεῖται, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρος εἰσάγεται εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ὁλόκληρος δοκιμάζει τὸν στρατιωτικὸν βίον, γίνεται δὲ ἡ ἑξῆς μετέπειτα οἰκονομία. Ἀφ’ οὗ ὁλόκληρος ἡ κλάσις ἐπὶ ἓν ἔτος ὁλόκληρον ἐκγυμνασθῇ καὶ ἐκτελέσῃ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ἀπαράλλακτα ὡς ὅλος ὁ στρατὸς, ἔπειτα περιορίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑπηρετήσουν κατὰ τὰ ἑπόμενα τέσσαρα ἔτη, διότι ἡ θητεία ἐκεῖ, ὡς γνωρίζετε, κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον εἶναι πενταετής. Περιορίζεται λοιπὸν ὁ ἀριθμὸς τῶν μενόντων εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ κατὰ τὴν περὶ τῆς ἐτησίας νεοσυλλεξίας ἀπόφασιν. Οἱ ἄνδρες οἱ ἀποπεμπόμενοι εἰς τὰς οἰκίας των εἶναι ἀληθεῖς στρατιῶται, δύνασθε νὰ τοὺς ὀνομάσετε ἐν ἀπεριορίστῳ ἀδείᾳ, ἐν ἐφεδρείᾳ; ὅπως θέλετε, εἶναι στρατιῶται ὑπηρετήσαντες ἐπὶ ἓν ἔτος εἰς τὸν στρατὸν, τὸ δὲ ὑπόλοιπον μέρος τῆς κλάσεως αὐτῆς δὲν ἀπολύεται, ἀλλὰ μένει εἰς τὰς τάξεις καὶ ἀσκεῖται μέχρι τοῦ πέρατος τῆς πενταετοῦς θητείας. Μὲ τοιούτους ἄνδρας ἠμπορεῖτε νὰ μορφώσητε ἐφεδρείαν καὶ νὰ πληρώσητε τὰ κενὰ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, εἴτε ἐν εἰρήνῃ, εἴτε ἐν πολέμῳ. Δύνασθε νὰ αὐξήσετε τὴν δύναμιν τῶν λόχων ἀπὸ τῆς καταστάσεως τῆς εἰρήνης εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ πολέμου, ἀλλὰ μόνον μὲ τοιούτους ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι εἶναι στρατιῶται ἀφυπηρετήσαντες μετὰ ἐτησίαν θητείαν. Ἂν ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ἔχετε τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα μὲ ἄνδρας τοὺς ὁποίους παρελάβετε ἐκ τῆς κοινωνίας καὶ εἰς τοὺς ὁποίους οὐδεμίαν ἄλλην ἐφέρατε ἐπὶ τὸ στρατιωτικώτερον μεταβολὴν ἢ ὅτι ἐνεγράψατε τὰ ὀνόματά των εἰς τὰ μητρῷα καὶ ἔπειτα ἀπεστείλατε εἰς τὰς οἰκίας των, ὅπου τοὺς ἀφίνετε καθ’ ὅλον τὸν χρόνον τῆς θητείας ἄνευ βίου στρατιωτικοῦ, ἔπειτα τοὺς παραπέμπετε εἰς ἑπταετῆ ἐφεδρείαν ἔνθα τρὶς μόνον θ’ ἀσκηθῶσι, δὲν δύνασθε νὰ ἐπιτύχητε τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ὁ Γαλλικὸς ἐπεδίωξε καὶ πραγματικῶς ἐπέτυχε. Λοιπὸν βλέπετε τί ἔπραξεν ἡ σημερινὴ κυβέρνησις· κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προκειμένου νόμου εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὸν Γαλλικὸν, εἶναι κατὰ λέξιν τὸ νομοσχέδιον μετάφρασις τούτου· ἀλλὰ παρέλειψεν ἐκεῖνο τὸ μέτρον τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον κατασκευάζει στρατὸν, κατασκευάζει ἐφεδρείαν καὶ δύναμιν, πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ. Ὑποθέτω ὅτι ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἔπραξαν οἱ ἀξιότιμοι ὑπουργοὶ αὐτὴν τὴν παρεκτροπὴν, εἶναι τὸ μέγεθος τῆς δαπάνης, καὶ ἐσυλλογίσθησαν, ὅτι, ἐὰν ἤθελον μιμηθῆ καθ’ ὅλα τὸν στρατιωτικὸν νόμον τῆς Γαλλίας καὶ ἤθελον κρατήσει ὁλόκληρον τὴν τάξιν εἰς τὰ ὅπλα, ἤθελον δαπανήσει πολλά. Τέλος ἂν αὐτὸς ὁ λόγος ἢ ἄλλος τις τοὺς ἠνάγκασε, δὲν τὸ ἐξετάζω, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τὸ ἐξετάσω· λέγω μόνον ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησαν διὰ τοῦ παρόντος νόμου, εἶναι πάντη ἀτυχὲς καὶ πάντη ἄχρηστον. Τὸ δὲ σύστημα τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ δὲν κατασκευάζει στρατὸν, εἰμὴ καθόσον κατασκευάζει καὶ ὁ σημερινὸς περὶ ἀπογραφῆς νόμος· διότι ἂν ὁ σημερινὸς περὶ ἀπογραφῆς νόμος δὲν περιέχῃ διάταξιν, λέγουσαν, ὅτι ἐγγράφεται εἰς τὰ μητρῷα τοῦ στρατοῦ ἀριθμὸς μείζων τῆς ἐτησίας νεοσυλλεξίας, ἔχομεν ὅμως νόμον περὶ ἐθνοφυλακῆς, ὁ ὁποῖος περιλαμβάνει ὅλους σχεδὸν τοὺς πολίτας. Ἂν δὲ νομίζητε, ὅτι ὁ νόμος περὶ ἐθνοφυλακῆς δὲν περιέχει ἀπαραλλάκτως τὰς διατάξεις τοῦ σχεδίου τοῦ πρωθυπουργοῦ, δύνασθε δι’ ἑνὸς ἁπλοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἄνευ οὐδεμίας δυσκολίας θέλει ψηφισθῆ, διότι οὔτε δαπάνας θέλει γεννᾷ, οὔτε τοὺς πολίτας θέλει ἀφαιρέσει ἀπὸ τὰς ἐργασίας των, οὔτε τὴν γεωργίαν θέλει βλάψει, οὔτε τὴν βιομηχανίαν, οὔτε τὸ ἐμπόριον, οὔτε εἰς ὁδοιπορίας θέλει τοὺς ὑποβάλει, οὔτε εἰς ποινὰς, διὰ νὰ εὐχαριστήσωμεν αὐτὴν τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ πρωθυπουργοῦ, τοῦ νὰ κατασκευάσῃ μεγάλην δύναμιν ὅπως εἶναι οἱ πομφόλυγες τοῦ σάπωνος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ κυβέρνησις καλὸν εἶναι νὰ σκεφθῇ, καὶ κατὰ τὴν γʹ συζήτησιν τοῦ προκειμένου νόμου νὰ ἔλθῃ νὰ μᾶς παρουσιάσῃ τι χρησιμώτερον καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν καταλληλότερον.
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ συζητήσω, θὰ σᾶς δώσω πληροφορίας τινας, διότι δὲν πρόκειται νὰ σκεφθῶμεν μόνον ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ σεῖς. Πρῶτον, κύριοι, δὲν ἀντεγράψαμεν τὸν Γαλλικὸν νόμον κατὰ γράμμα, διότι ὁ Γαλλικὸς νόμος καθιεροῖ τὴν κλήρωσιν, καὶ ἑπομένως δὲν ζητεῖ οὔτε λαμβάνει τὴν ὅλην ἡλικίαν διὰ διαρκῆ ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ ἓν μέρος· τὴν διαιρεῖ εἰς τμήματα ἢ κατ’ ἐποχὰς ἐκγυμνάσεως. Ὁ κύριος Δεληγεώργης, διὰ νὰ μεμφθῇ τὸ σύστημα, ἀνεχώρησεν ἀπὸ δύω ὑποθέσεις αὐθαιρέτους καὶ ἀντιφατικὰς συγχρόνως. Τί σᾶς εἶπε; Κατὰ τὸ σύστημα ὀφείλετε νὰ ἔχητε στρατιώτας, θὰ ἔχητε δὲ εἰς τὸν στρατὸν νεοσυλλέκτους, διατί; Διότι, κατὰ τὴν ὑπόθεσίν του, οἱ ἱκανοὶ νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν στρατὸν, ἑκάστης ἡλικίας, θὰ ἀναβαίνουν εἰς 10 χιλιάδας. Πρῶτον αὐτὸ ἀμφισβητεῖται, διότι ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι οἱ ἱκανοὶ δὲν θὰ ὑπερβαίνουν τὰς 8,000.
§64Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ τελευταῖον ὅριον· ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν μίαν ἰδέαν, 8 χιλιάδας ἢ 6 χιλιάδας, τὸ θετικὸν θέλομεν.
§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης, τοιουτοτρόπως θὰ φέρετε εἰς τὸν στρατὸν 10,000· ἂν ἔχετε 10,000, θὰ ἀπολύσετε ὅλους τοὺς παλαιοὺς καὶ θὰ ἔχετε νέους 10,000· οὕτως, ἀντὶ νὰ ἔχετε στρατὸν, θὰ ἔχετε νεοσυλλέκτους. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον εἶπεν, ὅτι θὰ καλέσετε 2½ χιλιάδας, καὶ μὲ τούτους δὲν θὰ ἔχετε στρατιώτας, θὰ ἔχετε στρατὸν 2½ χιλιάδας, οἱ δὲ ἄλλοι πολῖται δὲν χρησιμεύουν εἰς τίποτε· διότι, λέγει, ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ὁποίαν δίδει τὸ Σύνταγμα τὸ δικαίωμα, προσδιορίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν νεοσυλλέκτων..... θέλει καλέσει τὸ ⅓ εἰς τὰ ὅπλα, ἐνῷ ἡ ἀνάγκη τοῦ τόπου ἀπαιτεῖ τὴν ἐκγύμνασιν τῆς ὅλης ἡλικίας, καὶ τὸ συμφέρον τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἔθνους εἶναι νὰ ἐκγυμνασθῇ ὅλη τῷ ὄντι ἡ ἡλικία, καὶ ὁ νόμος αὐτὴν τὴν ἀρχὴν καθιεροῖ, χωρὶς μὲ τοῦτο νὰ ἀντιφάσκῃ πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ περιορίζῃ τὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Δεληγεώργης νομίζει ὅτι ἡ Βουλὴ, ἀντὶ νὰ πράξῃ τοῦτο τὸ συμφέρον, τὸ καλὸν, θὰ περιορίσῃ τὸν ἑκάστοτε ἀριθμὸν τῶν καλουμένων εἰς ὑπηρεσίαν εἰς 2000. Τὴν μίαν πρέπει νὰ παραδεχθῆτε ἐκ τῶν δύο τοῦ κ. Δεληγεώργη ἰδεῶν· ἢ θὰ καλέσετε τὰς 10, καὶ τότε θὰ ἔχῃ δίκαιον νὰ λέγῃ ὅτι δὲν ἔχομεν στρατὸν, ἢ τὴν βʹ καὶ τότε θὰ ἔχωμεν στρατὸν, ὀλίγον ἢ πολὺν, θὰ ἔχωμεν ὅμως στρατόν. Ἐπιφυλάττομαι εἰς τὴν γʹ συζήτησιν ν’ ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ οὔτε ἡ μία ἰδέα, οὔτε ἡ ἄλλη, καὶ ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν, πληροῖ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου· περιμένω δὲ νὰ ἀκούσω καὶ γνώμας εἰδικῶν ἀνδρῶν, αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν ἴσως νὰ μὲ φωτίσουν καὶ νὰ κλονίσουν τὰς πεποιθήσεις μου.
§66ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, αὔριον.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 5 καὶ λεπτὰ 20 μ. μ.)