1876.11.01
1,152 rows · 9,712 words · 78 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 22
τῆς 1 Νοεμβρίου 1876.
(Δευτέρα.)
Ὥρᾳ 1 καὶ ½ μ. μ.
Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ παντὸς ἄλλου παρακαλῶ τὸ ἀκροατήριον νὰ τηρήσῃ ἄκραν ἡσυχίαν καὶ τάξιν, διότι αὐτὸ ἐμπρέπει εἰς πολίτας ἐλευθέρους· οἱ ἐν τοῖς θεωρείοις οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα ἔχουσιν ἢ ν’ ἀκροάζωνται τῶν συζητήσεων. Εἰς ἄλλα συνταγματικὰ κράτη τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιδοκιμασίας ἢ ἀποδοκιμασίας ἔχουσιν οἱ βουλευταί, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν οἱ βουλευταὶ ὅλοι τὸ ἀπέκρουσαν καὶ οὐδέποτε ἠθέλησαν νὰ κάμωσι χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου· ἐνταῦθα κατὰ κακὴν συνήθειαν οἱ ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις ἐπιδοκιμάζουσιν ἢ ἀποδοκιμάζουσιν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζωσιν ὅτι οὔτε ἡ Βουλὴ οὔτε ἐγὼ, ἔχων τὴν ἀστυνομίαν τῆς Βουλῆς, θέλω ἀνεχθῆ τοῦτο· θέλω κάμει χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ὁ κανονισμὸς μοὶ δίδει διὰ τοῦ ἄρθρου 91, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀναγινώσκω (ἀναγινώσκει). Σᾶς βεβαιῶ λοιπὸν ὅτι θέλει γίνει χρῆσις τοῦ δικαιώματος τούτου, καὶ οἱ σκοποὶ ἔλαβον τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας. Προσέξατε νὰ μὴ μὲ φέρητε εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ κάμω χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ κανονισμὸς μοὶ δίδει. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Γαλλίας καὶ Ἑλλάδος συμβάσεως. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τῆς κυβερνήσεως. Πρῶτος εἶναι ὁ κ. λομβάρδος, ὁ δὲ κ. Σ. Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον δι’ ἐπερώτησιν.
§2Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ καὶ πάλιν τὴν κυβέρνησιν νὰ προσενέγκῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀγορὰν τοῦ ὑλικοῦ.
§3ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἑτοιμάζονται, καὶ ἴσως ὑποβληθῶσιν αὔριον.
§4ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τοὺς ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν νὰ φέρωσι τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα περὶ τῆς διαχειρίσεως.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§6ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ χορηγήσῃ πλήρη ἐλευθερίαν λόγου, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐχορήγησε πάντοτε, ἀλλὰ ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω ἀνάγκην νὰ ζητήσω αὐτὴν σήμερον πληρεστέραν ἢ ἄλλοτε. Καὶ τῆς ἐλευθερίας ταύτης κάμνων χρῆσιν εὐθὺς ἐξ ὑπαρχῆς, λέγω, ὅτι ἐκ τῶν ἄχρι τοῦδε συζητήσεων φαίνεται ὅτι βαδίζομεν, ἤτοι συζητοῦμεν ἡμεῖς μὲν χωρὶς δῆθεν νὰ ἐννοῶμεν τί μᾶς προτείνει ἡ κυβέρνησις, ἡ δὲ κυβέρνησις χωρὶς νὰ ἐννοῇ τί ζητεῖ ἡ ἀντιπολίτευσις· καὶ ὅμως πιστεύω ὅτι καὶ οἱ δύο καλῶς ἐννοούμεθα. Καὶ ἡμεῖς ἠξεύρομεν τί μᾶς ζητεῖ ἡ κυβέρνησις, καὶ ἡ κυβέρνησις πολὺ καλὰ ἐννοεῖ τὰς ἐνστάσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διότι ἀμφότεροι πολὺ καλὰ ἐννοοῦμεν τὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ ἀπὸ τὸν ἕνα καὶ ἀπὸ τὸν ἄλλον καὶ ἐξ ἀμφοτέρων ὁμοῦ ζητεῖ ὁ ἑλληνισμὸς, ὅστις ζητεῖ μὲ μίαν φωνὴν ἀπὸ τοῦ Ταινάρου μέχρι Λαμίας οὐ μόνον, ἀλλὰ μέχρι τῶν ἐσχάτων ὁρίων τῆς γῆς, ὅπου ὑπάρχουσιν Ἕλληνες, ὁ ἑλληνισμὸς ζητεῖ μὲ μίαν φωνὴν νὰ ὁπλισθῇ, διότι αἰσθάνεται ἐν ἑαυτῷ ὅτι ἦλθεν ἡ στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ πατρὶς, παρουσιασθησομένης ἀνάγκης, θὰ ζητήσῃ τὴν βοήθειαν τοῦ βραχίονός του, καὶ τὸν βραχίονα τοῦτον βλέπει ἄοπλον, καὶ ἕνεκα τούτου ζητεῖ νὰ ὁπλισθῇ μὲ τὴν ἐπιτακτικὴν ἐκείνην φωνὴν, τὴν ὁποίαν πάντοτε ἀνυψόνουσι τὰ ἔθνη ὁσάκις ἐγείρονται ἵνα ἐπιβάλωσι τὴν γνώμην των εἰς τὴν καθεύδουσαν κυβέρνησίν των. Μᾶς ζητεῖ ὡς ἐκ τούτου ἡ κυβέρνησις νὰ τῆς χορηγήσωμεν τώρα τὰ μέσα πρὸς ἔκτακτον ὁπλισμὸν τοῦ ἔθνους. Ἡμεῖς τῆς ἀπαντῶμεν· «Τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μᾶς ζητεῖς, εἶναι τὰ πρὸς τοῦτο κατάλληλα; καὶ ἐὰν ᾖναι τὰ κατάλληλα, εἶσαι σὺ ὁ ἁρμόδιος καὶ ἱκανὸς νὰ τὰ ἐκτελέσῃς; ἡ τρίτη προσθήκη εἰς ταῦτα ἐγένετο· «διὰ τί ἄχρι τοῦδε, ἐνῷ ἡ ἀνάγκη πρὸ πολλοῦ ἐπαρουσιάσθη, δὲν ἠθέλησες, ὦ κυβέρνησις, νὰ κάμῃς τι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἀλλ’ ἐπρόσμενες τὴν ἐσχάτην ταύτην στιγμὴν, ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι ἀργὰ, ἄλλα δύνανται νὰ ᾖναι καὶ πάρα πολὺ ἀργά;» Εἰς τὴν τελευταίαν ταύτην αἰτίασιν ἡ κυβέρνησις διὰ τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ ἀπήντησε κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, καὶ ἀπήντησε τὰ ἑξῆς. «Δὲν ἔπραξά τι, διότι ὅτε ἀνέλαβον τὴν ἐξουσίαν, εὑρῆκα περὶ ἐμὲ κοινὴν γνώμην ἐσχηματισμένην, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ μείνῃ ὅλως διόλου ἀπαθὴς, ὅτι ἡ μεγάλη ἰδέα εἶνε μεγάλη τρέλλα, ὅτι ὀφείλομεν νὰ μὴ κάμωμεν τὸ παραμικρὸν, τὸ ὁποῖον νὰ διεγείρῃ ὑπονοίας εἴτε εἰς τὴν γείτονα ἐπικράτειαν εἴτε εἰς τὴν Εὐρώπην, διὰ τὸν σχηματισμὸν δὲ τῆς κοινῆς ταύτης γνώμης δὲν εἶμαι ὑπεύθυνος ἐγὼ, ἀλλὰ ὁ πρὸ μικροῦ καταβὰς τοῦ βήματος κύριος Δεληγεώργης εἶναι ὁ αἴτιος τῆς καταστάσεως ταύτης. Ἀλλὰ παρὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς κοινῆς ταύτης γνώμης πταίει ἀκόμη, ἂν δὲν ἔκαμά τι ἐγώ, (ἐπρόσθεσεν ἡ κυβέρνησις) πταίει ἀκόμη ἡ προκάτοχος κυβέρνησις (καὶ ὠνόμασε ῥητῶς τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη), ἥτις ἐνόσῳ ἐκράτει τὴν ἐξουσίαν οὐ μόνον δὲν ἐφρόντισε νὰ ἀγοράσῃ ἓν πλοῖον, ἓν ὅπλον, ἀλλ’ οὔτε τὰ δύο πλοῖα τὰ ὁποῖα ἔχομεν, τὸν «Γεώργιον» καὶ τὴν «Ὄλγαν», δὲν ἐφρόντισε νὰ τὰ καθαρίσῃ, ἀλλὰ τὰ ἄφησε νὰ σήπωνται εἰς τὸν λιμένα.» Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ προωρισμένος διὰ ν’ ἀποκρούσω τὴν κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργη ἀπευθυνθεῖσαν κατηγορίαν· αὐτὸς καὶ οἱ φίλοι του ἔχουν καὶ δύναμιν λόγου μεγαλειτέραν τῆς ἰδικῆς μου καὶ θέλησιν νὰ τὴν ἀποκρούσωσιν, ἐὰν τὸ νομίσωσιν ἀναγκαῖον. Περιορίζομαι λοιπὸν εἰς τὸ μέρος τῆς δικαιολογήσεως τῆς κυβερνήσεως ἐν γένει, καὶ εἰς τὸ μέρος τοῦτο τὸ ἀφορῶν τὴν κατηγορίαν κατὰ τοῦ ὑπουργείου Τρικούπη, οὐχὶ διὰ νὰ κάμω ἀντεγκλήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ ἦνε μακρὰν, ἀλλὰ ὅπως ἀπὸ τὴν ἐξέτασιν τοῦ σκοτεινοῦ παρελθόντος φωτισθῶμεν διὰ τὸ μέλλον. Ὑπῆρξε κοινὴ γνώμη τοιαύτη ἐσχηματισμένη περὶ τὴν κυβέρνησιν, ὅταν αὕτη ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν, οἵαν ἡ κυβέρνησις τὴν ἀπεικόνισεν; Ἔστω· ἀλλὰ πρὸ τούτου, ἐρωτῶ τὴν κυβέρνησιν καὶ ἰδίως τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργὸν, δὲν ὑπῆρξεν ἓν κόμμα, τὸ ὁποῖον, καὶ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει εὑρισκόμενον καὶ ἐν τῇ κυβερνήσει ἀνελθὸν, εἶχε τὴν μεγάλην ἰδέαν ὡς σημαίαν, καὶ τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξε καὶ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει καὶ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὰ ζητήματα τὰ ἐθνικὰ δὲν λύονται εἰμὴ διὰ τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ σιδήρου; Ὑπῆρξε κατόπιν ἕτερον κόμμα, τὸ ὁποῖον μετὰ δύο ἔτη, ὅταν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἦλθεν, ἐκήρυξε διὰ τοῦ προγράμματός του, ὅτι ἡ τριακονταετὴς ἀμέλεια τῶν παρελθουσῶν κυβερνήσεων ὅπως μὴ προπαρασκευάσωσι τὸν τόπον στρατιωτικῶς ἦτο ἔλλειψις μεγάλως βλάψασα τὸν τόπον, καὶ ὅτι ἀπὸ τότε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς μόνη μέριμνα τῆς κυβερνήσεως πρέπει νὰ ἦναι αἱ στρατιωτικαὶ παρασκευαὶ τοῦ τόπου; Ὅτε κατὰ τὸ 1869 ὑπέστημεν τὸ ῥάπισμα τοῦ Χόβαρτ, ὁ νῦν ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς βουλῆς, προσκληθεὶς τότε ν’ ἀναλάβῃ τὴν πρωθυπουργίαν, ἐξέθετο διὰ τοῦ προγράμματός του ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ τῆς Ἑλλάδος τὰ τότε διατρέξαντα. Ἐλεεινολογῶν μετὰ πατριωτικοῦ ἄλγους τὸ τότε πάθημα τῆς πατρίδος καὶ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ ἀγῶνος τῆς Κρήτης, προσέθετε τὰ ἑπόμενα: «Οὕτως ὁ ἀποκλεισμὸς τοῦ λιμένος τῆς Σύρου ἐτελέσθη· τὰ σιτίζοντα τὴν Κρήτην ἐπὶ ἰδίῳ κινδύνῳ ἰδιωτικὰ ἀτμόπλοια δὲν ἀπέπλευσαν ἐκεῖσε, ἡ Κρήτη ἔμεινεν ἄσιτος, καὶ ἡ πρὸ τριετίας συγκινοῦσα τὴν καρδίαν παντὸς ἕλληνος φωνὴ λαοῦ ἀδελφοῦ ἔπαυσε νὰ ἀκούηται πλέον... Οὕτως ἡ Ἑλληνικὴ χώρα παρεβιάσθη, καὶ τὴν πρᾶξιν ταύτην ᾐσθάνθη ὅλον τὸ ἔθνος, διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποκρούσῃ ταύτην καὶ νὰ ἐκδικήσῃ τὴν τιμήν της... Εἰλικρινεῖς προσερχόμεθα, ὦ συμπολῖται, ἀφηγηταὶ τῶν γενομένων ὑπὸ τὸ βάρος τοῦ ἄχθους, προσδοκῶντες καὶ εὐχόμενοι, ἵνα ἡ περὶ τὴν ἀφήγησιν ταύτην εἰλικρίνεια ἡμῶν ἀναπτύξῃ ἐπὶ τὸ μέλλον τὴν πρόνοιαν καὶ τῶν κυβερνώντων καὶ τῶν κυβερνωμένων. Καὶ ἀληθῶς τριάκοντα καὶ ἓξ πλήρη ἔτη μετροῦμεν ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς πρώτης δυναστείας, καὶ ὅμως ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ὀδυνηρὰν θέσιν νὰ ὑποστῆ, ἕνεκα ἐλλείψεως μέσων, τὴν παραβίασιν τῆς ἑλληνικῆς χώρας.» Ὁ ἀξιότιμος πρόεδρός μας διὰ τοῦ προγράμματος τούτου μετὰ συντριβῆς τῆς καρδίας κηρύσσει, ὡς βλέπετε, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις εὑρέθη ἕνεκα ἐλλείψεως μέσων εἰς θέσιν νὰ ὑποστῇ τὴν ταπείνωσιν ἐκείνην. Ἀλλὰ μετὰ τὰ 1869 ἕως σήμερον παρῆλθον ὀκτὼ ἔτη· τί ἔκτοτε ἐγένετο; Μετὰ τὴν προκήρυξιν ταύτην ἄλλη μετὰ ἕνα μῆνα ἐξεδόθη, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ὑπογεγραμμένοι ὅλοι οἱ τότε δημοσιογράφοι τῶν Ἀθηνῶν, «Αἰὼν,» «Ἀλήθεια» καὶ λοιποί, τὸ ὅλον 18, οἱ ὁποῖοι κηρύττουσιν ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ τῆς Ἑλλάδος, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς μόνον μέλημά των θὰ ἦναι νὰ ἀπαιτῶσιν ἀπὸ ὅλας τὰς κυβερνήσεις τοῦ ἔθνους νὰ προπαρασκευάσωσι τὸ ἔθνος στρατιωτικῶς. Αὐτὰ τὰ προηγούμενα βλέπω ἐνώπιόν μου κατέναντι τῆς δηλώσεως τοῦ νῦν προέδρου τῆς κυβερνήσεως, ὅτι ἔβλεπε τὴν κοινὴν γνώμην ἐπιτακτικῶς ἐπιβάλλουσαν εἰς αὐτὸν νὰ μὴ κινηθῇ, νὰ μὴ κάμωμεν τίποτε περὶ ὁπλισμοῦ τοῦ τόπου, διὰ νὰ μὴ δώσωμεν ὑπονοίας κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Εἶνε ἀληθὲς τοῦτο, ὡς τὸ ἀνέφερεν ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως; δὲν διστάζω νὰ τοῦ εἴπω ναί. Ἀλλὰ τοῦτο ἦτο ἔκφρασις ἀληθοῦς κοινῆς γνώμης, ἢ ἦτο ἔκφρασις πεπλανημένης ἐκφράσεως τῶν ἐπιτετραμμένων, ἵνα εἴπω οὕτω, τὴν διατύπωσιν τῆς κοινῆς ταύτης γνώμης; Τὸ ἔθνος ἐλησμόνησε τὴν πατροπαράδοτον μαρτυρικήν του ἰδέαν ἀπολύτως, καὶ ἀπεφάσισε νὰ μείνῃ ὅπως μέχρι προχθές; Τὰ σήμερον διατρέχοντα ἀποδεικνύουσι ψευδῆ τὴν ἰδέαν ταύτην· ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἀληθῶς τοιαύτη ἦτο ἡ ἀληθὴς κοινὴ γνώμη, ἐλησμόνησαν οἱ δύο ἀρχηγοὶ τῶν νῦν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ κομμάτων ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχον προκηρύξει; διατὶ ἠθέλησαν νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς ἀρχάς των καὶ τὰς ἐπισήμους ὑποσχέσεις των; Δὲν δικαιοῦμαι καὶ ἐγὼ καὶ πᾶς τις νὰ εἴπῃ: ἂν ἀληθῶς ἐπιστεύατε αὐτὰς τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας τότε ἐκηρύσσατε, ἐὰν ἀληθῶς ἐπιστεύατε εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τότε εἰς τὸν τόπον ὑπεσχέθητε, ἔστω καὶ ἂν ἦτο ἐσχηματισμένη κοινὴ γνώμη ἀντίθετος, ὠφείλετε σεῖς νὰ ὑποκύψετε; Οἱ παρουσιαζόμενοι ἐνώπιον τοῦ ἔθνους ὡς αἰσθανόμενοι ὅτι ἔχουσι τὴν ἀποστολὴν νὰ ἐκπληρώσωσι τὰς μεγάλας ἰδέας τοῦ ἔθνους τούτου, ὑποσχόμενοι ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔρχονται νὰ φέρωσιν εἰς πέρας αὐτὰς, δὲν ὁδηγοῦνται ἀπὸ τὸν πνέοντα ἄνεμον, δὲν σταματῶσι, δὲν ἀποθαῤῥύνονται οὔτε ἀπέναντι ἀντιδράσεως τῆς κυβερνήσεως, οὔτε ἀπέναντι ἐνδεχομένης ἐξεγέρσεως τῆς κοινῆς γνώμης· βαδίζουσι τὴν ὁδόν των μέχρις αὐτοῦ τοῦ μαρτυρίου, διότι καὶ τοῦτο πρέπει νὰ τὸ ἔχωσι πρὸ ὀφθαλμῶν. Οὕτως ἔπραξαν ὅσοι ἐπραγματοποίησαν μεγάλας ἰδέας. Οὔτε ὁ Βίσμαρκ, οὔτε ὁ Καβοὺρ δὲν ὑπέκυψαν οὔτε εἰς τοὺς ἀντιπάλους, οὔτε εἰς ἐξεγέρσεις κοινῆς γνώμης, οὔτε εἰς ἀντιδράσεις τοῦ κοινοβουλίου, ἀλλ’ ἐβάδισαν τὸν δρόμον των καὶ ἐξεπλήρωσαν τὴν ἀποστολήν των. Ταῦτα θίγων, δὲν θέλω, τὸ ἐπαναλαμβάνω, νὰ ψέξω, ἀλλὰ νὰ φωτισθῶ, ἐὰν οἱ σήμερον παρουσιαζόμενοι καὶ ζητοῦντες ἀπὸ ἐμὲ καὶ ὑμᾶς νὰ τοὺς παραχωρήσητε τὰ μέσα τὰ ὁποῖα ζητοῦν, εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἵτινες θὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν πραγματοποίησιν, ἢ μήπως αὔριον, ἀφοῦ ψηφίσητε τόσα ἑκατομμύρια εἰς βάρος τοῦ λαοῦ, μᾶς εἴπωσι, «Παρῆλθον αἱ περιστάσεις καὶ ἐστρέψαμεν ἄλλον δρόμον»· διότι δὲν λησμονῶ ὅτι τρεῖς μῆνας μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ προγράμματος τοῦ 1869 τοῦ κ. Ζαΐμη, ὅτε ἦλθεν ἡ νέα βουλὴ καὶ ἤρχισεν ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἷς βουλευτὴς ἠρώτησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τὸν νῦν πρόεδρόν μας καὶ τότε πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως καὶ τοῦ εἶπε: Ποῦ εἶναι τὰ κονδύλια δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐκηρύξατε περὶ στρατιωτικῶν προπαρασκευῶν; καὶ ἀπήντησεν, «ἄλλαι αἱ περιστάσεις τότε καὶ ἄλλαι τώρα.» Παρουσιάσθησαν ἴσως τοιαῦτα ἐμπόδια ἐνώπιον τῆς νῦν κυβερνήσεως ὅτε ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν, διὰ νὰ δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε ἀδύνατον τῇ ἦτο νὰ πραγματοποιήσῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁ πρωθυπουργὸς καὶ ὁ πρόεδρός μας ἄλλοτε προεκήρυξαν; Ἐπαναλέγω, ἐπανέρχομαι εἰς τὸ παρελθὸν ἁπλῶς καὶ μόνον ὡς ἱστορίαν, οὐχὶ ὅπως ψέξω, ἀλλ’ ὅπως ἐξάξω διδάγματα διὰ τὸ ἐνεστώς. Ὅτε ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν ἡ νῦν κυβέρνησις, ἦτο παντοδύναμος ἐν τῇ βουλῇ· οἱ τότε δυνάμενοι νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἀντιπολιτευόμενοι εἰς τὴν βουλὴν ἦσαν μειονοψηφία τῆς μειονοψηφίας, καὶ λέγω μειονοψηφία τῆς μειονοψηφίας, διότι πρὸς τὴν μειονοψηφίαν αὐτὴν ὡς ἀντιπολίτευσιν ἠρνήθησαν καὶ τὰ πολιτικὰ δικαιώματα, συνεννοηθείσης τῆς πλειονοψηφίας καὶ σχηματισάσης ἐκ τῶν κόλπων της μειονοψηφίαν. Δὲν ψέγω, λέγων τοῦτο, κανένα· ἀναφέρω, καὶ πάλιν τὸ ἐπαναλέγω, τὴν ἱστορίαν, διότι ἐὰν σήμερον θέλωμεν νὰ προφυλαχθῶμεν ἀπὸ ὅμοια λάθη, πρέπει νὰ ἀναβλέψωμεν εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ σκοτεινοῦ παρελθόντος. Ἦτο παντοδύναμος λοιπὸν τότε ἡ κυβέρνησις ἐντὸς τῆς βουλῆς· ὁποιανδήποτε πρότασιν ἠδύνατο νὰ παρουσιάσῃ ἐν τῇ βουλῇ χωρὶς νὰ ἔχῃ φόβον ἀντιστάσεως. Πόθεν ἠδύνατο νὰ προέλθῃ αὕτη; ἀπὸ τῆς γενικῆς ὁμοφωνίας τῆς συνδεδεμένης πλειοψηφίας; ὄχι· ἀπὸ τῆς τότε χαρακτηριζομένης ἀντιπολιτεύσεως; Καὶ ἂν ἤθελέ τις νὰ τὴν ἀδικήσῃ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι θὰ ἀνθίστατο εἰς πρότασιν περὶ ἐξοπλισμοῦ τοῦ ἔθνους, καὶ τότε ἀκόμη κατὰ τί ἡ ἀντίστασις αὕτη ἠδύνατο νὰ σᾶς ἐμποδίσῃ; πῶς παρῆλθεν ἡ σύνοδος αὕτη; Παρῆλθεν ὅλως ἄγονος, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἓν νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας συνταχθὲν ὑπὸ τοῦ προκατόχου ὑπουργείου τὸ ἔῤῥιψαν τὰς τελευταίας ὥρας ἐντὸς τῆς βουλῆς, λέγοντες, ὅτι τὸ καταθέτουσιν οὐχὶ πρὸς συζήτησιν βουλευτικὴν, ἀλλ’ ὅπως συζητηθῇ ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας κάποιος τὸ ἐζήτησεν ἀπὸ τὸ γραφεῖον καὶ ἔμαθεν ὅτι ἀπεσύρθη, καὶ μόνον τώρα τὸ ἔφεραν τροποποιημένον κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς νῦν συνόδου. Ἐνθυμεῖσθε πῶς ἐπροσπάθησαν μὲ κάθε τρόπον νὰ συντομεύσωσι τὴν διάρκειαν τῆς συνόδου. Ὅταν ἔφθασαν αἱ ἑορταὶ τῶν Χριστουγέννων, ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ἀνέβη ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἐσύστησεν εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ μὴ ἀποχωρήσωσι διαρκουσῶν τῶν ἑορτῶν, διότι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐργασθῇ μετ’ αὐτῶν ἡ κυβέρνησις. Εἰς μάτην ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐργασθῇ ἡ βουλὴ διαρκουσῶν τῶν ἑορτῶν, καὶ ὅτι, ἐὰν ἡ κυβέρνησις θέλῃ νὰ ἐργασθῇ μετὰ τῆς βουλῆς, ὀφείλει νὰ κάμῃ τὴν διακοπὴν τῶν 40 ἡμερῶν, ὅπως ἐπανέλθωσιν οἱ βουλευταὶ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν των, ἵνα ἐργασθῶσιν.
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθ). Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ἐρωτήσω;
§8ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅ,τι ἀγαπᾶτε.
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πότε ἄλλοτε ἐγένετο αὐτὴ ἡ διακοπὴ κατὰ τὰ Χριστούγεννα;
§10ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ ζητῆτε πάντοτε προηγούμενα εἰς τὸ παρελθὸν καὶ αὐτὸ εἰς τὰ καλὰ καὶ εἰς τὰ κακὰ νὰ ἔχητε μόνον ὁδηγὸν, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι κακὸν μάθημα διδάσκετε. Ἐὰν δὲν ἔγεινεν εἰς τὸ παρελθὸν τοιαύτη διακοπὴ, ἀφοῦ ἦτο καλὸν καὶ ὠφέλιμον νὰ γείνῃ, ἔπρεπε νὰ τὸ πράξητε. Ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ἐξηκολούθει νὰ ἐκφράσῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ μείνωσιν οἱ βουλευταὶ, καὶ ἐξηκολούθει νὰ τοὺς παρακαλῇ νὰ μείνωσιν· ἀλλὰ τότε ἠκούσθη ἡ φωνὴ τοῦ κ. Θεοχάρη εἰπόντος: «Τί εἶναι αὐτά; πρέπει νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν. Τρία ἀτμόπλοια εἶναι ἕτοιμα κατὰ διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἀπόψε μεταφέρωσι τοὺς βουλευτὰς εἰς τὰς ἐπαρχίας των.» Καὶ ἐνῷ τὰ τρία ἀτμόπλοια ἦσαν ἕτοιμα κατὰ διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Κυβέρνησις παρεκάλει δῆθεν τοὺς βουλευτὰς νὰ μὴ τὴν ἀφήσουν καὶ νὰ καθήσουν νὰ συνεργασθῶσιν. Οἱ Βουλευταὶ ἀνεχώρησαν ἐπὶ τῶν ἑτοιμασθέντων πολεμικῶν ἀτμοπλοίων, καὶ οὕτω, κύριοι, ἔληξεν ἡ σύνοδος, ὡς καλῶς ἐνθυμεῖσθε. Ποῖον τὸ ἐμπόδιον, τὸ ὁποῖον ἐπαρουσιάσθη εἰς τὴν σύνοδον, ἵνα πραγματοποιήσωσιν οἱ δύο πρόεδροι τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας εἶχον προκηρύξει, ἂν εἰς αὐτὰς ἐπίστευον; ποῖον φόβον ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν ἀπὸ τὴν τότε μικρὰν ἀντιπολίτευσιν; Ἀλλ’ αὕτη καὶ εἰς στιγμὰς, καθ’ ἃς ὁ τότε σύμμαχος καὶ νῦν ἀντιπολιτευόμενος ἐπολέμει τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἔλλειψε νὰ ἀνυψώσῃ τὴν φωνήν της καὶ νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν της ὑπὲρ τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως, ὁσάκις τὰ ἐθεωροῦσε καλὰ καὶ συμφέροντα. Ἔληξεν ἡ σύνοδος καὶ ἔμεινεν ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ πλήρει τῆς ἐξουσίας ἐνασκήσει, διαχειριζομένη ὅλην τὴν συνταγματικὴν ἐξουσίαν ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τοῦ Βασιλέως. Ποῖον ἐμπόδιον ἐπαρουσιάσθη τότε κἂν ἐνώπιον τῆς Κυβερνήσεως πρὸς πραγματοποίησιν τῶν ἰδεῶν της, ἐὰν εἰς αὐτὰς ἐπίστευεν; Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργης, χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος ὁμιλῶν, παρεκάλεσε τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἴπῃ ἐὰν οἱ φίλοι του τὴν ἠνώχλησαν εἴς τι. Καὶ βεβαίως ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀπευθύνῃ τὴν πρόκλησιν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, διότι ἦτο σύμμαχος τότε, καὶ οἱ φίλοι του ἠμποροῦσαν νὰ ἐνοχλήσουν τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ τοιαύτην ἐνόχλησιν δὲν εἰμπορεῖ τις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι καὶ ἀπὸ ἡμᾶς ἦτο δυνατὸν ποτὲ νὰ ἔχῃ· ἀπὸ ἡμᾶς δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἔχῃ ἄλλην ἐνόχλησιν παρὰ τὴν τῆς συζητήσεως διὰ τῆς δημοσιογραφίας. Δὲν σᾶς ἠνοχλήσαμεν διόλου διὰ τῶν δημοσιογραφικῶν ὀργάνων μας καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν τοῦ τόπου· οὔτε σήμερον ὑποκινοῦμεν τοιαῦτα ζητήματα, μ’ ὅλον ὅτι, ὡς ἐπιέσθημεν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἐπιέσθημεν ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ εἰς τὰς ἐπαρχίας μας, ἐπιέσθημεν εἰς βαθμὸν, δὲν θέλω νὰ εἴπω ἀνώτερον, ἀλλ’ οὐχὶ βεβαίως κατώτερον πάσης ἄλλης προηγηθείσης πιέσεως μέχρι τοῦ βαθμοῦ, ὥστε νὰ ἴδωμεν γενομένας ἀποπείρας (διστάζω νὰ τὸ εἴπω, ἀλλὰ θὰ τὸ εἴπω), ἀποπείρας, ἵνα γείνῃ ὄργανον τῆς πιέσεως καὶ αὐτὴ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ὄργανον τῆς πιέσεως ὑπὲρ ἑνὸς κόμματος ἐναντίον τοῦ ἄλλου· ἓν μόνον παράδειγμα ἀναφέρω. Εἰς μίαν ἐπαρχίαν εἰς τὸ διάστημα δέκα μηνῶν ἐπαύθησαν δύω εἰσαγγελεῖς καὶ τρεῖς ἄλλοι κατόπιν μετετέθησαν, ἕως ὅτου νὰ εὑρεθῇ ἐκεῖνος ὅστις ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὄργανον τῶν ἀπαιτήσεων τῶν ἐναντίων. Δὲν σᾶς ἠνοχλήσαμεν διὰ τὰ τοιαῦτα εἰς τὸ παραμικρὸν, δὲν ἐκάμαμεν οὐδὲν περὶ τῶν τοιούτων παράπονον· τὸ μόνον τὸ ὁποῖον σᾶς ἐλέγομεν ἦτο: Ὁπλίσατε τὸ ἔθνος, μὴ βραδύνετε, μὴ σταματᾶτε· ἐὰν δὲν ἔχητε τὰ μέσα, προσκαλέσατε τὴν Βουλὴν ἐκτάκτως, ἵνα σᾶς τὰ χορηγήσῃ, μὴ φοβεῖσθε ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ σᾶς ἐγείρῃ πολιτικὰ ζητήματα. Καὶ ὅταν ἴδομεν ὅτι, καίτοι ἐξακολουθοῦντες τὴν ὑποστήριξιν τῆς ἰδέας ταύτης ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, οὐδὲν ἐκάμνομεν, καὶ ὅτι ἀνωφελὴς ἦτο ἡ παρότρυνσις ἡμῶν, ἐσιωπήσαμεν ὁριστικῶς καὶ ἐπαύσαμεν καὶ πᾶσαν πολιτικὴν συζήτησιν, καὶ αἱ ἐφημερίδες ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐθεωροῦντο ὡς ἀνήκουσαι εἰς ἡμᾶς, περιωρίσθησαν εἰς τὴν καταχώρισιν ἁπλουστάτων εἰδήσεων εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε πολλοὶ ἐνόμισαν ὅτι ἐπανήλθομεν εἰς τοὺς ἀρχαίους ἔρωτας, μ’ ὅλην τὴν ἐπανειλημένως δοκιμασθεῖσαν διαγωγὴν τῆς ἐρωμένης, καὶ ὅτι εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ γείνωμεν ὑπουργικοὶ, ἢ καὶ ὅτι ἐγείναμεν. Οὐδὲν λοιπὸν ἐμπόδιον εἶχεν ἐνώπιόν της ἡ κυβέρνησις. Ἡ ἐπίπλαστος ἔκφρασις τῆς κοινῆς γνώμης, ἣν ἀνέφερε καὶ ὡς ἠθέλησε νὰ τὴν χαρακτηρίσῃ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, δὲν ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ τὴν ἐμποδίσῃ εἰς τὰ διαβήματά της. Καὶ ἐξετάζω, ἐπαναλέγω, τὰ τοιαῦτα, οὐχὶ ὅπως ἐπικρίνω, ἀλλ’ ὅπως ὁδηγηθῶ εἰς τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ δώσω ἐπὶ τοῦ παρόντος ζητήματος. Καὶ ἐξετάζων τὰ παρελθόντα ταῦτα, δὲν δύναμαι νὰ μὴ συνδυάσω εἰς αὐτὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν ἀγόρευσιν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. «Ἐὰν ἐλάβομεν μέρος κατὰ τὰ 1867 εἰς τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης, εἶπεν, ἐὰν ἐκηρύξαμεν τότε ὅσα ἐκηρύξαμεν, εἶναι διότι εὕρομεν τὴν ἐπανάστασιν ἐν ἐνεργείᾳ.»
§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Περὶ περαιτέρω ἐνεργείας ἐπρόκειτο, περὶ συμμαχιῶν.
§12ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν δὲν ἔχῃ οὕτω, τὸ ἀποσιωπῶ· εἰς ὅ,τι δὲν εἶναι ἀκριβὲς παρακαλῶ νὰ μὲ διορθόνετε, καὶ θέλω τὸ ἀποσύρει ἀμέσως. Οὐδεμία λοιπὸν δικαιολόγησις δύναται νὰ προταθῇ περὶ τῆς διαγωγῆς τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου μέχρις ἐσχάτων. Ἀλλὰ ἐὰν ἄλλοι ἠμποροῦσαν τοιαύτας δικαιολογήσεις νὰ φέρωσι, δικαιολογήσεις τοιαύτας δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ φέρῃ ποτὲ ὁ νῦν ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς καὶ ὁ μετ’ αὐτοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου συμπρωθυπουργεύων, ὁ ἀξιότιμος πρόεδρός μας κύριος Ζαΐμης. Ἀλλὰ παρὰ τὴν δικαιολόγησιν ταύτην, τὴν ἐκ τῆς κοινῆς δῆθεν γνώμης, ἐπροτάθη παρὰ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ καὶ ἡ ἄλλη, «Δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν τίποτε, διότι τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη, δὲν ἐφρόντισεν οὔτε ἓν πλοῖον νὰ φέρῃ, οὔτε ἓν τουφέκι ν’ ἀγοράσῃ, οὔτε νὰ καθαρίσῃ κἂν τὸν »Γεώργιον» καὶ τὴν «Ὄλγαν.» Πιστεύω ὅτι σήμερον, παρελθόντος τοῦ ἐρεθισμοῦ τοῦ κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν, ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς, ἐνθυμούμενος τὴν αἰτίασιν ταύτην, θὰ ὁμολογήσῃ ἐν τῇ συνειδήσει του, ἐγὼ τοὐλάχιστον τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἦτο ἄδικος (ψιθυρισμὸς ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις).
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὰ ἀκροατήρια, διότι ψιθυρίζοντες ταράσσητε τὴν ἡσυχίαν τῶν βουλευτῶν.
§14ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη ἦλθεν ἐν τῇ συνειδήσει ἑαυτοῦ καὶ τοῦ τόπου ὡς διαβατικὸν, ἦλθεν ὅπως συντελέσῃ νὰ καταπαύσῃ ἡ ἔκρυθμος ἐκείνη κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν τότε πρὸ τῆς συγκροτήσεως τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου εὑρισκόμεθα. Ἦλθεν οὐχὶ διὰ νὰ κατορθώσῃ διὰ τῶν ἐκλογῶν σύστημα, εἴτε νὰ ἐπεκτείνῃ τὸ ὑπάρχον κόμμα του, ἀλλὰ νὰ ἐπιτηρήσῃ τὰς ἐκλογὰς, ὅπως γείνωσιν ἐλεύθεραι, ὅπως ἐξ ἐλευθέρων ἐκλογῶν συγκροτηθῇ Βουλὴ, ἥτις νὰ δώσῃ τὴν κυβέρνησιν εἰς τὸν τόπον. Ἂν τοῦτο καὶ μόνον ἐσυλλογίζετο ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἤθελεν ἴδει ὅτι ἄδικος ἦτο ἡ αἰτίασίς του ἐναντίον τοῦ ὑπουργείου Τρικούπη.
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἐξεδώκατε πρόγραμμα πλῆρες, διὰ τοῦ βασιλικοῦ λόγου.
§16ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Βιάζεται ὁ κ. πρωθυπουργὸς, τὸν εὐχαριστῶ ὅμως διὰ τὴν διακοπήν του· θέλω ἐκταθῆ ὡς ἐκ τούτου περισσότερον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου παρ’ ὅσον εἶχον σκοπὸν νὰ ἐκταθῶ. Ἔλεγον λοιπὸν, ὅτι πολὺ ἄδικος ἐστάθη ὁ πρωθυπουργὸς, ἀπαιτήσας ἐνέργειαν διαρκοῦς πολιτικῆς ἀπὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον καὶ ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ καὶ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ τόπου ἐθεωρεῖτο διαβατικὴ κυβέρνησις. Τοῦτο καὶ μόνον, ἐπαναλέγω, ἂν ἐσυλλογίζετο ὁ κ. πρωθυπουργὸς, δὲν ἤθελε φέρει τὴν αἰτίασιν ἣν ἔφερε. Τοῦ λέγω ὅμως, ὅτι οὐδὲν ἧττον τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἐσκέφθη ὅτι, καὶ ἂν τοιοῦτον χαρακτῆρα ἔφερεν, ἀφοῦ ἅπαξ ἐπαρουσιάζετο ὡς κυβέρνησις τοῦ τόπου, δὲν τοῦ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ σταματήσῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς κυβερνήσεως τοῦ τόπου, ὤφειλε νὰ ἐργασθῇ ὡς ἂν ἦτο κυβέρνησις μόνιμος, ὅπως προετοιμάσῃ ὅσην ὕλην περισσοτέραν ἠδύνατο εἰς τοὺς διαδόχους αὑτῆς καὶ διευκολυνθῇ ἡ ἐργασία των, ἂν ἐνέκρινον νὰ τὴν ἐφαρμόσωσιν· ἐπ’ αὐτοῦ δὲ τούτου τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, τὸ ὑπουργεῖον ἰδίως ἐμερίμνησε. Τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο διὰ τοῦ βασιλικοῦ λόγου, καὶ εὐχαριστῶ ὅτι μοῦ τὸ ἐνθυμίσατε κ. πρωθυπουργὲ, σᾶς εἶπεν ὅτι «Καίτοι ἡ ἀπασχόλησις τῶν πολιτῶν εἰς τὰ ἔργα τῆς εἰρήνης καὶ ἡ εὐπραγία ἐπιφέρουσι τὸν πλοῦτον τῆς πολιτείας, ὀφείλει προσέτι ὁ λαὸς καὶ προσωπικῶς νὰ προασπίζῃ τὴν ἀκεραιότητα τῆς χώρας καὶ τὴν ἀξιοπρεπῆ παράστασιν τοῦ ἔθνους ἐν τῷ κόσμῳ. Ἡ στρατιωτικὴ ἁπάντων τῶν πολιτῶν ἐκγύμνασις καὶ ὑπηρεσία κατὰ τὰς ἐπ’ ἐσχάτων θετικῶς παραδεδεγμένας ἀρχὰς, δέον νὰ κανονισθῇ καθισταμένη ὑποχρεωτική. Διὰ νόμου δὲ πρέπει νὰ κανονισθῶσι τὰ τοῦ στρατοῦ, ἀντὶ τῶν εἰσέτι διεπόντων αὐτὰ Διαταγμάτων.» Καὶ ὅσον ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ ἀνθρωπίνως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου εἰργάσθη, διότι πέντε μῆνας ἔμεινεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐξ ὧν 3 ἢ 4 καταναλώθησαν εἰς μελέτην καὶ ἐργασίαν πρὸς προπαρασκευὴν καὶ ἐκτέλεσιν τῶν ἐκλογῶν, τῶν ἐκλογῶν, διὰ τῶν ὁποίων σκοπὸν δὲν εἴχομεν νὰ ἀποκτήσωμεν φίλους ἢ κόμμα. Καθυπεβάλομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας, τὸ ὁποῖον, σᾶς εἶπον, προέτεινε μία ἐπιτροπὴ ἐξ εἰδημόνων ἀνδρῶν, τῆς ὁποίας τὸ ἔργον προχθὲς ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἔψεξεν· ἀλλ’ οἱ εἰδήμονες ἂν κακῶς εἰργάσθησαν, τὸ ὑπουργεῖον δὲν πταίει, τὸ ὑπουργεῖον ἔπραξεν ὅ,τι ἀπ’ αὐτοῦ ἐξήρτητο. Καὶ περὶ τῶν ναυτικῶν δυνάμεων δὲν ἠμέλησε τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο. Ἰδιαιτέρα παράγραφος τοῦ βασιλικοῦ λόγου λέγει, «Καὶ περὶ ἀναπτύξεως τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τοῦ ἔθνους δέον νὰ ληφθῇ πρόνοια. Συντελεστικὴ δὲ ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ ναυτικοῦ θέλει ἀποβῆ ἡ συνδρομὴ τοῦ δημοσίου σύστασις σπουδαίας ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας ὑπὸ ἑλληνικὴν σημαίαν.» Δὲν ἐλάβομεν τὴν τιμὴν νὰ μᾶς ἐρωτήσῃ τὶ διενοούμεθα διὰ τούτου, τὶ διενοούμεθα διὰ τῆς ἑταιρίας, διὰ τῆς ὁποίας ὄχι μόνον ἠθέλομεν ἔχει ἀτμοκίνητον στόλον εἰς τὰς διαταγάς μας, ἀλλὰ δι’ αὐτῆς ἠθέλαμεν ἀποκτήσει δεξαμενὴν ἄνευ δαπάνης τοῦ δημοσίου, ἄνευ δὲ δεξαμενῆς, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Σύρου κ. Μπούμπουλης θέλει συμφωνήσει μετ’ ἐμοῦ, περιττὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ καταρτίσεως στόλου. Περὶ μὴ καθαρίσεως τῶν θωρηκτῶν Γεωργίου καὶ Ὄλγας, αὐτὸ εἶναι τακτικὴ ὑπηρεσία. Τὰ πλοῖα πρέπει νὰ καθαρίζωνται κατ’ ἔτος· ἂν σεῖς ἐκαθαρίσατε τὸν Γεώργιον τώρα, σᾶς συγχαίρω. Περὶ δὲ τῆς Ὄλγας, δύω ἢ τρεῖς ἐπιτροπαὶ παρ’ ἡμῶν συστηθεῖσαι ἀπεφάνθησαν, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ διορθωθῇ, διότι εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε εἰς ἀπώλειαν θὰ ᾖναι τὰ διὰ τὴν ἐπισκευήν της δαπανηθησόμενα χρήματα. Ἦσαν ἐσφαλμέναι αἱ ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν ἐκείνων; ἀλλ’ ἡ ἀπόφανσις ἐκείνη ἐπέδρασεν εἰς τὴν διάδοχον κυβέρνησιν τοσοῦτον, ὥστε μόλις μετὰ ἑπτὰ μῆνας ἀπέστειλε τὸ πλοῖον νὰ διορθωθῇ· δι’ ἐκεῖνο λοιπὸν τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἡ διάδοχος κυβέρνησις μόλις μετὰ ἑπτὰ μῆνας ἀπεφάσισε νὰ τὸ ἐπιχειρήσῃ, ἐλέγχει ἡμᾶς ὁ κ. Κουμανδοῦρος ὅτι δὲν τὸ ἐκάμαμεν πρὸ τῶν ἑπτὰ τούτων μηνῶν· εἶναι δίκαιος ὁ κ. πρωθυπουργός; θὰ ὁμολογήσῃ ὅτι εἶναι ἄδικος. Πρὸς τούτοις, ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ ἀνορθώσωμεν τὴν πίστιν μας, ἵνα δυνάμεθα νὰ εὑρίσκωμεν ἐν ἀνάγκῃ χρήματα, εἴχομεν ἀρχίσει διαπραγματεύσεις περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν δανείων τῶν 1824 καὶ 1825. Ἐνομίσαμεν καὶ νομίζομεν, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις αὗται πρέπει νὰ γείνωσιν ἀπ’ εὐθείας μετὰ τῶν δικαιούχων, καὶ οὐχὶ νὰ προβῶμεν διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον μᾶς παρουσιάζει σήμερον ἡ Κυβέρνησις. Ἐξ ὅλων τούτων φαίνεται, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη, καί τοι ὀλίγον ἐπρόκειτο νὰ μείνῃ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, καί τοι ἄλλη ἦτο ἡ εἰδικὴ ἀποστολή του καὶ ἐνώπιόν του δὲν ἔκειντο τὰ ἐν τῇ Ἀνατολῇ κατόπιν ἐκραγέντα, οὐδὲν ἧττον ἐσκέφθη, καὶ ἐσκέφθη σπουδαίως, περὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Ἀφίνω τὰς ἀντεγκλήσεις καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ οὐσιαστικὸν ζήτημα. Ἡ Κυβέρνησις, καίτοι ἀργὰ, παρουσιάζεται καὶ ζητεῖ μέσα πρὸς ὁπλισμὸν τοῦ ἔθνους· μέσα πρὸς τακτικὸν, μέσα πρὸς ἔκτακτον ὁπλισμόν. Ὡς πρὸς τὴν ἔκτακτον προπαρασκευὴν συμφωνοῦμεν κατ’ ἀρχὴν πληρέστατα μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ προπαρασκευὴ καθ’ ἡμᾶς πρέπει νὰ ᾖναι ἔκτακτος, πρέπει νὰ ᾖναι ταχεῖα. Ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς δὲν ἔπρεπε ποτὲ νὰ λησμονήσῃ ὅτι, ἀφοῦ καὶ μόλις ἀπέκτησεν ἐλευθερίαν, ἀφοῦ καὶ μόλις ἔγεινε Κράτος ἀνεξάρτητον, ὤφειλεν, ἂν ὄχι ἄλλο, τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους νὰ ἐκτελέσῃ, ὤφειλε νὰ ᾖναι ἐξωπλισμένη καθόσον ἐπέτρεπον αἱ δυνάμεις της, καὶ τοῦτο, ἂν ὄχι διὰ τὸ ἐθνικόν της καθῆκον, τοὐλάχιστον διὰ τὸ καθῆκόν της ὡς Κράτους. Ἡ τακτικὴ λοιπὸν στρατιωτικὴ προπαρασκευὴ τοῦ Κράτους δὲν ἔπρεπε καὶ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ παύσῃ οὔτε στιγμήν. Ἕως ὅτου τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα, κατὰ τοὺς ἀνθρωπίνους ὑπολογισμούς, ἦτο θεμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μελλουσῶν γενεῶν, ἢ τῆς μελλούσης τοὐλάχιστον γενεᾶς, ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ διαίρεσις μεταξὺ ἡμῶν περὶ τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων προπαρασκευῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα ἐτέθη καὶ εἶναι θεμένον ὡς ζήτημα εἰς τὴν ἡμεροταξίαν τῆς παρούσης γενεᾶς, λέγω, ὅτι περὶ μόνον τακτικῶν παρασκευῶν δὲν πρέπει νὰ γίνηται λόγος. Ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ παρασκευασθῇ ἐκτάκτως καὶ ταχέως. Αἱ τακτικαὶ προπαρασκευαὶ, εἰς ἔθνος μάλιστα, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν ἕως τώρα εἶχεν ἀληθῆ στρατιωτικὴν διοργάνωσιν, ἀπαιτοῦσιν ἔτη· καὶ αὐτὸ τὸ στρατιωτικώτερον τοῦ κόσμου ἔθνος, τὸ τῆς Γαλλίας, μετὰ 5 ἐτῶν προσπαθείας δὲν κατώρθωσε νὰ ὀργανισθῇ εἰς τὴν ἐντέλειαν. Ἀλλ’ εἴτε ὁ πόλεμος ἐν Ἀνατολῇ ὡς σήμερον ἐξακολουθήσῃ, εἴτε ἐπέλθῃ εἰρήνη, τὸ ὁποῖον καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὁλονὲν συνδιασκέπονται ἐν Κωνσταντινουπόλει δὲν τὸ γινώσκουσι, τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα εἶναι θεμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς παρούσης γενεᾶς ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἡ Τουρκία ἠρνήθη νὰ πληρώσῃ τὰ χρέη της. Προπαρασκευὴ λοιπὸν χρειάζεται ἔκτακτος, κατεπείγουσα, καὶ ὡς νὰ εἴχομεν νὰ πολεμήσωμεν τὴν ἐρχομένην ἄνοιξιν. Τὴν αἰτίαν τοῦ πολέμου καὶ ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι ὀφείλομεν νὰ τὴν ἀποφύγωμεν, τὴν αἰτίαν τοῦ πολέμου ἡ ἡμετέρα κυβέρνησις διὰ παντὸς μέσου ἐπὶ βαρυτάτῃ εὐθύνῃ ὀφείλει νὰ ἀποφύγῃ. Ὀφείλομεν ὅμως νὰ παρασκευασθῶμεν ἐν τάχει· ἐπὶ δὲ τοῦ ζητήματος τούτου ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν δύο τινά. ά) τὰ προτεινόμενα παρὰ τῆς κυβερνήσεως νομοσχέδια εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ μᾶς δώσουν τὴν πιθανότητα ὅτι δυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν δι’ αὐτῶν τὰ ἀναγκαῖα εἰς προπαρασκευήν; καὶ βʹ) ἂν τῳόντι ᾖναι τοιαῦτα, ἂν τὸ σχέδιον τῆς κυβερνήσεως ᾖναι τὸ τεχνικώτερον, εἶναι αὐτὴ ὁ ἐργάτης ὁ ὁποῖος δύναται νὰ τὸ ἐκτελέσῃ; Ἄλλοι εἰδικοὶ ἐξήτασαν, καὶ ἀκολούθως ἄλλοι εἴτε καὶ οἱ αὐτοὶ θέλουσιν ἐξετάσει ἐκ νέου τὰ προτεινόμενα νομοσχέδια, καὶ ἀπέδειξαν, καὶ ἔτι μᾶλλον ἀκολούθως θέλουσιν ἀποδείξει, ὅτι πολὺ μακρὰν ἀπὸ τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν μᾶς ὁδηγοῦσιν, ὅτι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα προτείνουσιν, ἠμποροῦσαν νὰ ᾖναι καλὰ διὰ τὴν τακτικὴν προπαρασκευὴν, ἀλλὰ διὰ τὴν ταχεῖαν καὶ διὰ τὴν ἔκτακτον δὲν χρησιμεύουσιν. Ἀλλὰ καὶ καλὰ ἐὰν ἦσαν, καὶ ἂν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ὡς ὑπάρχουσι, ψηφιζόμενα παρ’ ἡμῶν, εἶναι τὰ μόνα κατάλληλα πρὸς τὸν σκοπόν μας, ἡ παρουσιαζομένη ἐνώπιόν μας Κυβέρνησις εἶναι τοιαύτη, ὅπως τὴν ἐμπιστευθῶμεν νὰ τὰ ἐκτελέσῃ; Βλέπετε, ὁμιλῶ ἄνευ ἐπιφυλάξεων, καὶ ἐπαναλέγω, χορηγήσατέ μου πλήρη ἐλευθερίαν λόγου. Ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία προσκεκλημένη εἶναι διὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπαγγέλλεται, ἐκτὸς τῶν ὅσων ἄλλων προτήτερα σᾶς εἶπον, τὸ ὡμολόγησεν ὁ πρωθυπουργὸς ἐν τῇ πρώτη συνεδριάσει τῆς Βουλῆς ταύτης, ὅτε ἐνώπιόν σας παρουσιαζόμενος σᾶς εἶπε: «Μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ βασιλέως θέλω συστήσει εἰς Αὐτὸν, ἂν ἡ ἀντιπολίτευσις τὸ παραδέχηται, νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸ ὑπουργεῖον οἱ ἀρχηγοὶ ὅλων τῶν κομμάτων.» Διὰ τούτου ὁ πρωθυπουργὸς ἐξομολογεῖται, ὅτι τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀναδεχθῇ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ βαστάξῃ, ἀλλὰ ζητεῖ τὴν βοήθειαν καὶ τῶν ἄλλων ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων.
§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Χάνομεν τὸν καιρόν μας....
§18ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, ὁ ἀξιότιμος κ. Κουμουνδοῦρος, ὅστις, ἀφοῦ ἔκαμεν ἐν τῇ Βουλῇ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἀναπτύσσω, ἀπαντᾷ μὲ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ἀπήντησε τώρα, δὲν μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ τοῦ εἴπω: τὴν πρότασιν δὲν τὴν ἔκαμες διὰ νὰ τὴν κάμῃς, τὴν ἔῤῥιψες διὰ νὰ τὴν ῥίψῃς; δὲν ἦτο πρότασις διαλλαγῆς. Ἂν δὲν ἠθέλατε, κύριε Κουμουνδοῦρε, νὰ χάσητε τὸν καιρόν σας μὲ τοιαύτας προτάσεις, δὲν ἔπρεπε νὰ τὰς ῥίψητε ἐντὸς τῆς Βουλῆς· πρότασις τοιαύτη ἐν τῇ Βουλῇ ῥιφθεῖσα ὑποχρεοῖ καὶ ἀπαιτεῖ τὴν ἐξέτασίν της ἐν αὐτῇ τῇ Βουλῇ, καὶ ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἐῤῥίφθη σπουδαίως, παρεκτὸς τῆς πρὸ ὀλίγου διακοπῆς τοῦ πρωθυπουργοῦ, τὸ ἐγγυᾶται ἡ πολυπειρία του, καθότι ὁ πρωθυπουργὸς ἐγνώριζε καὶ γνωρίζει, ὅτι τὰ ἔθνη, ὅταν εὑρέθησαν εἰς κρισίμους περιστάσεις τοῦ ἐθνικοῦ των βίου, δὲν ἐζήτησαν καταφύγιον ὑπὸ τὴν πολυχρώματον στέγην τῶν πολλῶν, ἐζήτησαν νὰ εὕρουν τὸν ἕνα ὁδηγόν των, πολλάκις δὲ τὸν δικτάτορά των· τὰς πολυχρωμάτους Κυβερνήσεις τὰς ἀπέφυγον· αἱ πολυχρώματοι Κυβερνήσεις δὲν φέρουν παρὰ εἰς τὸν ὄλεθρον. Βεβαίως δὲν ἐλησμονήσατε ὅτι ὁ Βίσμαρκ καὶ ὁ Καβοὺρ, ὅταν εἰργάζοντο νὰ πραγματοποιήσωσιν ὁ μὲν τὴν μεγάλην ἰδέαν τῆς Γερμανίας, ὁ δὲ τὴν τῆς Ἰταλίας, δὲν ἐσκέφθησαν νὰ σχηματίσωσι πολυχρωμάτους κυβερνήσεις. Ὁ Καβοὺρ, ἐνῷ εἶχεν ἐνώπιόν του τόσα ἰσχυρὰ στοιχεῖα, καθ’ ὧν ἀνάγκην εἶχε ν’ ἀντιπολιτευθῇ, δὲν ἐζήτησε νὰ ἐνισχυθῇ διὰ συμμαχιῶν, καὶ ἦλθε ἡ στιγμὴ, καθ’ ἣν οὔτε εἰς αὐτὸ τὸ κόμμα του βοήθειαν δὲν ἐζήτησεν, ἴσως διότι δὲν τὴν ἐπετύγχανεν οἵαν τὴν ἐπεθύμει. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην τέσσαρα ὑπουργεῖα αὐτὸς μόνος ἀνέλαβε νὰ διευθύνῃ, ἕως οὗ εἶδεν ὅτι τὰ πράγματα διευθετήθησαν ὡς ἐπόθει, τότε δὲ προσεκάλεσεν εἰς βοήθειαν τὸ κόμμα του. Ἡ πρότασις ἑπομένως, κύριε πρωθυπουργὲ, τὴν ὁποίαν ἐῤῥίψατε ἐνώπιον τῶν διαφόρων κομμάτων κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν, ὅτι σεῖς εἶσθε ἕτοιμος νὰ συστήσητε εἰς τὸν βασιλέα νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν ἐξ ὅλων τῶν κομμάτων, δὲν εἶναι σπουδαία, δὲν εἶναι σοβαρά. Ἀφοῦ μὲ προκαλεῖτε, σᾶς λέγω, ὅτι εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἠθελήσατε νὰ παίξητε μὲ τὴν κοινὴν γνώμην (καὶ λέγω μὲ τὴν κοινὴν γνώμην, διότι πολὺ καλῶς γνωρίζει ὁ πρωθυπουργὸς, ὅτι ἓν μέρος ἀπατημένον τῆς κοινῆς γνώμης ἀπαιτεῖ καὶ φωνάζει «συνενωθῆτε ἅπαντες νὰ κάμητε κυβέρνησιν ἰσχυράν), ἠθελήσατε νὰ παίξητε μὲ τὴν κοινὴν γνώμην τὸ παιγνίδιον, τὸ ὁποῖον ἐπαίξατε εἰς τὰ 1865 μὲ ἕνα διδάσκαλον, καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου.
§19ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἡ ἰδέα αὐτὴ δὲν εἶναι παιγνίδι, εἶναι πεποίθησις ἑδραιωμένη εἰς τὰ πράγματα δυστυχῶς τοῦ παρελθόντος· ἡ ἐγγύησις πρὸς τὸ ἄτομον δὲν ὑπάρχει, ὑπάρχει μόνον εἰς τὸ ὅλον. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ὡμίλησα· σᾶς παρακαλῶ νὰ κάμητε αὐτὴν τὴν διάκρισιν.
§20ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἀνασκευάζω ἐγὼ σᾶς, ἀλλὰ τὸν κ. πρωθυπουργόν.
§21ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἡ ἰδέα εἶναι τεχνικωτέρα ἀφ’ ὅ,τι τὴν φαντάζεσθε.
§22ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπρόκειτο νὰ σχηματισθῇ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Κουμουνδούρου τῷ 1865. Τὸ ὑπουργεῖον ἦτο ἐσχηματισμένον, δὲν εἶχον ὁρκισθῆ εἰσέτι οἱ ὑπουργοί, ἀλλ’ ἦτο ἕτοιμον· ἓν ἀτμόπλοιον ἔλιπεν εἰς τὸν Πύργον τῆς Ἠλείας, διὰ νὰ φέρῃ τὸν μακαρίτην Κρεστενίτην· μὲ ἄλλο ἐπεριμένετο ὁ Βράϊλας. Παρουσιάζεται τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἷς διδάσκαλος ἐνώπιον τοῦ νῦν πρωθυπουργοῦ, τοῦ καὶ τότε, καὶ τοῦ λέγει, «Σκέφθητι τί κάμνεις· τὸ νέον ὑπουργεῖον πρέπει νὰ κάμῃς τέλος πάντων ὑπουργεῖον ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὀνόματα» καὶ τοῦ δίδει μίαν σημείωσιν. Ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς μὲ ὅλην τὴν ἀταραξίαν κυττάζει τὰ ὀνόματα καὶ τοῦ λέγει, «Συμφωνῶ, τρέξε νὰ τοὺς ὁμιλήσῃς·» καὶ ὁ διδάσκαλος δρομαῖος ἔφυγε. «Τί κάμνεις, κ. πρωθυπουργέ, τοῦ λέγω, σήμερον περιμένομεν τὸν Κρεστενίτην· θὰ ἔλθῃ ὁ Βράϊλας.» Ἡσύχασε, μοῦ λέγει, ποιὸς ἀπὸ αὐτούς, τοὺς ὁποίους ἐσημείωσεν ὁ διδάσκαλος, θὰ δεχθῇ; Τώρα ὁ διδάσκαλος θὰ φωνάζῃ ὑπὲρ ἡμῶν καὶ κατ’ ἐκείνων, ἐνῷ ἂν τὸν ἀπέκρουα, θὰ ἐφώναζε καθ’ ἡμῶν (ἱλαρότης).
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πειράζει ἂν πλάττετε;
§24ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅ,τι ἔγεινε μὲ τὸν διδάσκαλον τοῦ 1865, γίνεται σήμερον μὲ τὸ μέρος τῆς κοινῆς γνώμης, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει τὴν ἰδέαν τοῦ πολυχρωμάτου ὑπουργείου.
§25ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν πρέπει κανεὶς εἰς τὸ μέλλον νὰ κάμῃ μυστικὴν ὁμιλίαν.
§26ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἀνέφερόν τι μυστικόν, ἀναφέρω πρᾶγμα πασίγνωστον.
§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλὰ μὴ ἀκριβές.
§28ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂν δὲν ᾖναι ἀκριβές, νὰ τὸ διορθώσωμεν. Ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι αὐτὸ συνέβη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς δικαιοσύνης.
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε πολλὰ πράγματα, ἀλλὰ δὲν τὰ ἐνθυμεῖσθε ὅλα· εἶναι καὶ κάτι ὅπου λησμονεῖς.
§30ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἠμπορεῖ, ἠμπορεῖ, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ ὁ διδάσκαλος ζῇ. Λέγω λοιπὸν καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ πρωθυπουργὸς δὲν ἐπίστευσεν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἰδέας του, τοῦ πολυχρωμάτου ὑπουργείου· τὴν ἔῤῥιψε μόνον καὶ μόνον, ὅπως τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς κοινῆς γνώμης, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ σήμερον τὴν γνώμην τοῦ διδασκάλου τοῦ 1865, ἐξεγερθῇ κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ἀφιλοπατρίᾳ των δὲν θέλουσι νὰ συνεργασθῶσιν ἐν τῇ παρούσῃ μεγάλῃ στιγμῇ τῆς πατρίδος (ἱλαρότης). Ἀπόδειξις, κύριοι, τούτου εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἀπήντησεν ἡ κυβέρνησις εἰς τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης ὁ κ. Τρικούπης. Ὁ λόγος τοῦ κ. Τρικούπη εἶναι ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ κοινοῦ, τὸ ὕφος τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθη εἶναι ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ κοινοῦ. Ἡ κυβέρνησις, ἐλθοῦσα κατόπιν, ἀπήντησε διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν εἰς τὸν λόγον τοῦ κ. Τρικούπη· ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ εἶναι ἐπίσης ὁ τρόπος, τὸ ὕφος, τὸ δηλητήριον, μὲ τὸ ὁποῖον ἡ κυβέρνησις ἀπήντησεν εἰς τὸν λόγον τοῦ κ. Τρικούπη, δηλητήριον ἐξερχόμενον ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν πνοὴν τοῦ στόματος, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν μορφὴν καὶ τὸ χρῶμα τῆς φυσιογνωμίας τοῦ κ. ὑπουργοῦ· δηλητήριον, τὸ ὁποῖον μακρὰν ἀπὸ τοῦ νὰ συνουλώσῃ ῥῆγμα τυχὸν ὑπάρχον, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἀνοίξῃ χάσμα, καὶ χάσμα μέγα, καὶ ἐκεῖ ὅπου τοιοῦτο τυχὸν δὲν ἤθελεν ὑπάρξει. Ἦτο λοιπὸν εἰλικρινὴς ἡ πρότασις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐῤῥίφθη ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ τῆς Ἑλλάδος; Ἂν δυσκόλως καὶ μὲ τὰς γνωστὰς εἰς ὅλους θυσίας διατηρῆται ἡ ἐξουσία ἐν τῇ παρούσῃ κυβερνήσει, συρομένη ὑπὸ δύω κομμάτων, ποῦ θὰ καταντήσῃ ἡ ταλαίπωρος, ἂν θὰ συρθῇ ἀπὸ 3 ἢ 4; Μετὰ βίας ἀντέχει εἰς τὴν πίεσιν τῶν δύω, ἀλλ’ εἰς τὴν πίεσιν τῶν 3 ἢ 4 δὲν θὰ ᾖναι δυνατὸν ν’ ἀνθέξῃ. Παρεκτὸς τούτων, ὅτι ἡ τωρινὴ κυβέρνησις μακρὰν εἶναι τοῦ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ πραγματοποιήσῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐνώπιόν μας ἔρχεται καὶ ὑπόσχεται ὅτι θὰ τὰ πραγματοποιήσῃ, ἀφοῦ τῆς παραχωρήσωμεν τὰ ὅσα ζητεῖ, τὸ ἀποδεικνύει, κύριοι, ὅλη ἡ ἱστορία της ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς συστάσεώς της ἕως τώρα. Ποσάκις εἰς τὰς πλέον μικρὰς περιστάσεις δὲν εὑρέθη εἰς θέσιν νὰ διαῤῥαγῇ; σᾶς ἀναφέρω μόνον ἓν πασίγνωστον παράδειγμα. Διὰ τὸν διορισμὸν ἑνὸς πρωτοδίκου, τοῦ Γαρδελίνου, δὲν ἐκινδυνεύσατε νὰ διαῤῥαγῆτε; καὶ διὰ νὰ φύγητε τὸν κίνδυνον, δὲν ἔγειναν ὅλα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων ἡ κυβέρνησις κατεβιβάσθη ἐπὶ τοσοῦτον; καὶ εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις, ἐνώπιον τῶν ὁποίων ὤφειλε καὶ ὀφείλει νὰ σβεσθῇ πᾶσα ἰδιαιτέρα σκέψις μικροφιλοτιμίας, δὲν εἴδομεν, ὅτι ὀλίγον ἔλλειψε νὰ πέσῃ ἡ κυβέρνησις προχθὲς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τίς θὰ διατάξῃ τὴν φωταψίαν τοῦ βουλευτηρίου, ὁ ἔφορος ἢ ὁ πρόεδρος; Εἰς τοιαῦτα λοιπὸν ζητήματα παρ’ ὀλίγον νὰ πέσῃ, καὶ ἔρχεται νὰ μᾶς ζητήσῃ νὰ τῆς ἀναθέσωμεν τὸ βάρος τοιούτου ἔργου; κυβέρνησις ἄνευ ἑνότητος, εἶναι κυβέρνησις ἄνευ θελήσεως. Καὶ ἐνταῦθα φθάσας, δικαιοῦμαι ν’ ἀπευθύνω μίαν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ἕτερον πρωθυπουργὸν τὸν ἄνευ χαρτοφυλακίου, τὸν κ. Ζαΐμην, καὶ ἡ ἐπερώτησις αὕτη εἶναι ἡ ἑπομένη. Παρετηρήσαμεν, ὅτι ἡ δικέφαλος ἐξουσία εἰς πλεῖστα παρελθόντα σπουδαῖα ζητήματα διεφώνησεν, ἔχομεν δὲ ἀρκετὰ γεγονότα ἐνώπιόν μας, τὰ ὁποῖα, ἂν δὲν μᾶς πείθουν, μᾶς δίδουν μεγάλην ὑπόνοιαν, ὅτι καὶ δι’ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα νῦν μᾶς προτείνουσι, δὲν εἶναι σύμφωνοι καὶ αἱ δύο κεφαλαὶ τῆς κυβερνήσεως. Ἔχομεν δὲ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν, ἔχει δικαίωμα ἡ βουλὴ νὰ μάθῃ, ἂν αἱ δύο κεφαλαὶ τοῦ ἀετοῦ τῆς κυβερνήσεως συμφωνῶσι καθ’ ὅλα εἰς τὰ προτεινόμενα περὶ προπαρασκευῶν μέτρα. Τὰ προτεινόμενα μέτρα μᾶς ἐπαρουσιάσθησαν ὡς ἓν ὅλον ὑπὸ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ὡς ἓν ὅλον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ψηφίσωμεν καθὼς ὑπάρχει, ἢ ἐν συνόλῳ νὰ τὸ ἀποῤῥίψωμεν· ἐν τῷ ὅλῳ τοῦτο συμφωνεῖ ὁ ἀξιότιμος κ. Ζαΐμης; Δικαιούμεθα ν’ ἀπευθύνωμεν τὴν ἐρώτησιν ταύτην τόσῳ μᾶλλον, καθόσον προχθὲς ἐν τῇ συζητήσει τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ἐπὶ τοῦ περιφήμου μονοκουκίου, ἀμφότεροι οἱ πρωθυπουργοί, καὶ ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ κύριος Ζαΐμης, τὸ ἐσύστησαν ἐν ἀρχῇ ὡς τὴν ἄγκυραν τῆς σωτηρίας τοῦ τόπου, ἀμφότεροι μᾶς εἶπον ὅτι, ἂν θέλωμεν νὰ κάμωμεν ἀνεξάρτητον τὴν Βουλὴν καὶ νὰ λάβωμεν τόσα ἄλλα καλά, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔλεγον, ὠφείλαμεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ μονοκοῦκι· ἀλλ’ ἐν τῇ στιγμῇ τῆς ψηφοφορίας ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἐγκατέλειψε τὸ μονοκοῦκι καὶ τὸ ἐπολέμησεν ὡς βλαβερόν, διότι δὲν ἐψηφίσθη ἡ νομαρχιακὴ περιφέρεια, ὁ δὲ κύριος Ζαΐμης ἐπέμενεν ὑποστηρίζων αὐτό. Βλέπετε, διεφώνησαν ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπὸ κοινοῦ ἐκθύμως πρὸ καιροῦ ὑπεστήριζον· ἔχομεν λοιπὸν τὸ δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐρωτήσωμεν, εἶσθε σύμφωνοι εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα νῦν προτείνετε; καὶ θὰ ἐξακολουθήσητε νὰ ἦσθε; καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ δοθῇ καθαρὰ ἀπάντησις πρὸς καθησύχασιν πάσης ἀμφιβολίας. Ἔρχομαι εἰς τὸ πρακτικώτερον ζήτημα. Ἐὰν ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις θεωρηθῇ ὡς μὴ ἱκανὴ ἢ κατάλληλος ὅπως διεξαγάγῃ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ὑπόσχεται νὰ διεξαγάγῃ· ἐὰν ἡμεῖς νομίσωμεν, ὅτι δὲν δικαιούμεθα νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι θὰ ἐπιβαρύνωμεν τοὺς ἐντολεῖς μας μὲ τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ζητοῦνται, καὶ πρέπει νὰ τοὺς ἐπιβαρύνωμεν καὶ τὸ δέχονται, ἀλλ’ ἀπαιτοῦσιν ἐγγυήσεις περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐκτελέσεως τῶν ὅσων θὰ ψηφίσωμεν· ἂν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἀρνηθῇ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν νῦν κυβέρνησιν, τί μέλλει γενέσθαι; Ἐκ προοιμίων, ἵν’ ἀποκρούσω καὶ ἀπομακρύνω πᾶσαν ὑπόνοιαν, λέγω, ὅτι περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι θεμιτὸν οὔτε νὰ τὸ διανοῆταί τις. Διάλυσις τῆς Βουλῆς, εἰς τὰς παρούσας μάλιστα περιστάσεις, εἶναι κἄτι τι τοσοῦτον τολμηρὸν, ἵνα μὴ εἴπω τίποτε ἄλλο, ὥστε δὲν ἠξεύρω ποῖος θὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ τὸ ἐκτελέσῃ· ἀλλὰ ταὐτοχρόνως, καὶ ὡς ὑπάρχουν τὰ κόμματα ἐντὸς τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν ἐξακολουθοῦν νὰ σκέπτωνται ὡς καὶ μέχρι τοῦδε ἐσκέπτοντο· ἐὰν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων εἴτε ἀπὸ σέβας πρὸς τὸ παρελθὸν, εἴτε ἀπὸ ἄλλας ἰδέας ὁδηγούμενοι, ἐξακολουθήσωσι νὰ μετρῶσι τοὺς φίλους των μὲ τοὺς πυρῆνας τοῦ κομβολογίου των πρωΐαν καὶ ἑσπέρας, ἵνα βλέπωσιν ἂν ἐπληθύνθησαν ἢ ὠλιγόστευσαν· ἐὰν ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ θέλωμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν κατέχοντες τὴν θέσιν τὴν ἐν τῷ κομβολογίῳ, εἶναι δύσκολον νὰ σχηματίσωμεν Κυβέρνησιν ἑνιαίαν, ὅπως τὴν ἐννοοῦμεν. Ἐὰν φθάσωμεν δὲ, τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύω, εἰς τὴν θέσιν ταύτην, μὴ λησμονήσωμεν, ὅτι τὸν ἄνθρωπόν του εἰς τὴν κρίσιμον ταύτην περίστασιν ὁ λαὸς θέλει τὸν ζητήσει καὶ τὸν εὕρει ἄνευ ἡμῶν. Περιμένει νὰ τὸν εὕρωμεν καὶ νὰ τοῦ τὸν δείξωμεν, ἐὰν δὲ δὲν τὸν εὕρωμεν, ἐὰν φανῶμεν ἀνίκανοι, θὰ τὸν εὕρῃ μόνος του. Ἂν ὅμως ἀποφασίσωμεν νὰ δώσωμεν εἰς ἑαυτοὺς διὰ τῆς πρωτοβουλίας μας τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἰς μάτην καὶ λανθασμένως ἐζήτησεν ὁ κ. Ῥοντήρης εἰς τὴν μίαν ψῆφον, ἂν συλλογισθῶμεν ὅτι ἐν τῇ παρούσῃ κρισίμῳ στιγμῇ ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν οὐχὶ ὡς ἀνήκοντες εἰς τὰ κόμματα Α. Β. Γ, ἀλλ’ ὡς ἀνήκοντες εἰς τὸ ἓν καὶ μόνον κόμμα, τὸ κόμμα τοῦ ἔθνους, τὸ κόμμα τῆς πατρίδος, ἡ ἀνάγκη τῆς πατρίδος θέλει ἐκπληρωθῆ. Δὲν ἐκτείνομαι περισσότερον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἐπιφυλασσόμενος νὰ λάβω τὸν λόγον, ἂν ἀκούσω ἀντιῤῥήσεις. Ἐκφράζω ὅμως τὴν πεποίθησιν ὅτι εἰς ἡμᾶς τοὺς βουλευτὰς θὰ ὑπερισχύσῃ ἡ ἰδέα, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν εἴμεθα ἐδῶ, ἵνα σκεφθῶμεν τὶ συμφέρει εἰς τὸ κόμμα τοῦ Τρικούπη, τοῦ Δεληγεώργη, τοῦ Κουμουνδούρου, ἀλλὰ τὶ συμφέρει εἰς τὴν πατρίδα· τοιοῦτόν τι δὲ σκεπτόμενοι, τὸν ἄνθρωπόν μας θὰ τὸν εὕρωμεν. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.)
§31ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Σπανίως τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος ἀπησχόλησε ζήτημα τόσῳ σπουδαῖον· σπανίως ἡ ψῆφός σας ἐκλήθη ὑπὸ περιστάσεις τῆς πατρίδος τοσοῦτον κρισίμους, καὶ σπανίως ἡ ψῆφός σας εἶχε τόσον μεγίστην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς τύχης τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος καὶ τοῦ ἑλληνισμοῦ ἐν γένει. Ἀπέναντι δὲ τῆς σπουδαιότητος τῶν περιστάσεων καὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ζήτημα τὸ προσωπικὸν ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἐντελῶς δευτερεῦον. Ἐλέχθη χθὲς, ὅτι τὸ ζήτημα ἐξετάζει ἡ πτέρυξ αὕτη ἀνεξαρτήτως τῆς πολιτικῆς ἰδέας, καὶ ἐπεκαλέσθησαν τὸν πατριωτισμὸν αὐτῶν, ὃν οὐδέποτε ἡμεῖς ἠρνήθημεν, ἐβεβαίωσαν, ὅτι οὔτε περὶ χαρτοφυλακείου πρόκειται, οὔτε περὶ ἐξουσίας· θὰ ἐπιτραπῇ δὲ καὶ εἰς ἡμᾶς ἀντιθέτως νὰ δώσωμεν τὴν αὐτὴν διαβεβαίωσιν. Καὶ ἐγὼ καὶ πάντες βεβαίως οἱ παρακαθήμενοι εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην ἐμφορούμεθα, ἂν οὐχὶ ὑπὸ ἀνωτέρων, ὑπὸ τῶν αὐτῶν ὅμως ἰδεῶν, καὶ δὲν θὰ ἐδιστάζομεν τὸ παράπαν, ἂν εὑρίσκαμεν εἰς ὑμᾶς σχέδιον ἐπιτυχὲς, ἡμεῖς πρῶτοι νὰ ὑποχωρήσωμεν καὶ νὰ παρακαλέσωμεν καὶ ἐκείνους, οἵτινες ἔχουν τὴν τιμὴν νὰ ἦναι σύμβουλοι τοῦ στέμματος, νὰ ὑποχωρήσωσι πρὸς τὸν ἱκανώτερον. Τὸ ζήτημα τὸ προσωπικὸν εἶναι, εἶπον, δευτερεῦον, ἡ δὲ Βουλὴ ὀφείλει πρὸ πάντων νὰ σκεφθῇ ἂν πρέπῃ νὰ προπαρασκευασθῶμεν, ἂν τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως πληροῦσι τὸν σκοπὸν τῶν παρασκευῶν· καὶ δευτερεῦον ἦτο τὸ ζήτημα ἂν μέχρι τοῦδε ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξεν ἀσύνετος. Ἐν τούτοις τὸ τελευταῖον ζήτημα ἔλαβε διαστάσεις· ἀλλ’ ἵνα σκεφθῶμεν οὐσιωδῶς ἐπ’ αὐτοῦ, ἐν πρώτοις πρέπει νὰ λάβωμε ὑπ’ ὄψιν μας ὁποία ἦτο ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος ὅταν τὴν 15 Ὀκτωβρίου παρελθόντος ἔτους ἐκλήθη νὰ διοικήσῃ τὸ κράτος ἡ Κυβέρνησις, ποία ἦτο ἡ ἐξωτερικὴ καὶ ποία ἡ ἐσωτερικὴ ἰδίως ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ ἔθνους. Ἡ Ἑλλάς, κύριοι, μετὰ αἱματηρὸν ἀγῶνα περιορισθεῖσα ὑπὸ τῆς διπλωματίας εἰς τόσον μικρὰ ὅρια, ἔσχεν ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἕνα μέγαν προορισμόν, τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν ὁμοφύλων της. Ἀλλ’ ἀτυχῶς ἐκεῖνοι, οἵτινες καὶ συνετέλεσαν εἰς τὴν αὐτονομίαν αὑτῆς, εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς τὴν ἐλησμόνησαν. Ἀντὶ τὸ μικρὸν αὐτὸ δένδρον, ὅπερ ἐπρόκειτο νὰ ἐπισκιάσῃ τὴν Ἀνατολὴν ὁλόκληρο, νὰ καλλιεργήσωσιν, ἐγκατέλιπον εἰς τὴν τύχην του. Σειρὰ δὲ παρεξηγήσεων, σειρὰ παρεννοήσεων πικρὰ ἐπότισαν τὴν Ἑλλάδα ποτήρια. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐλησμόνησέ ποτε τοὺς δούλους αὑτῆς ἀδελφούς, ἀλλ’ εὗρε πάντοτε ἀπέναντι τῶν θυσιῶν αὑτῆς ἀμείλικτον τὴν πολιτικὴν τῆς Δύσεως. Παρεξηγήσεις οἰκτραὶ καὶ τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν πόθων της ἐματαίωσαν πάντοτε πᾶσαν θυσίαν καὶ πάντα ἀγῶνα. Καὶ ὕστερον ἀπὸ τεσσαρακονταετεῖς ἀγῶνας καθιερώθη νέα τις πολιτική, ἡ πολιτικὴ τῆς εἰρήνης πρὸς τὴν γείτονα δύναμιν, καὶ ἐπιστεύθη καὶ ἀνεβιβάσθη ὡς δόγμα φρονίμου πολιτικῆς ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ πρὸς τὴν Τουρκίαν φιλία ἤθελε φέρει τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἀνατολῆς. Τοιαύτη ἦτο ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος ὅτε ἡ παροῦσα κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν τὸν Ὀκτώβριον παρελθόντος ἔτους. Ἡ ἐπανάστασις τῆς Βοσνίας καὶ Ἑρζεγοβίνης ἀπὸ τὸν Μάρτιον τοῦ παρελθόντος ἔτους εἶχεν ἀρχίσει, καὶ ὅμως δὲν ἐνομίσθη ὀρθὸν νὰ μεταβληθῇ ἡ πολιτικὴ αὕτη τῆς Ἑλλάδος. Πιστεύετε σεῖς, καὶ τὸ πιστεύετε ἐν συνειδήσει, ὅτι, ἂν αἴφνης καὶ ἐξαπίνης ἡ Κυβέρνησις μετέβαλε πολιτικήν, ἐγκαταλίμπανε τὴν πολιτικὴν τῆς εἰρήνης τὴν καθιερωθεῖσαν, τὴν χειροκροτηθεῖσαν, ὡς ὑποσχομένην τὸ μέλλον τῆς Ἀνατολῆς, ὅτι τὰ πράγματα ἤθελον μεταβληθῆ; Οὐχὶ μόνον τοῦτο δὲν θὰ ἐγίνετο, ἀλλ’ ὑμεῖς οἱ κατακρίνοντες σήμερον τὴν ἐξακολούθησιν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης ἠθέλατε ἔλθει ἀμείλικτοι κατὰ τῆς μεταβολῆς, ἂν ἡ κυβέρνησις ἐγκατέλιπεν εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς, ἐρχομένη εἰς τὰ πράγματα, τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν σεῖς καθιερώσατε, καὶ θὰ εἴχετε ἴσως σήμερον δικαίας ἀφορμὰς καὶ δικαίας αἰτίας νὰ κακίσητε τὴν κυβέρνησιν διὰ τὴν μεταβολὴν, ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ἡ ἀπότομος μεταβολὴ τῆς πολιτικῆς ἐπέφερε τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα σήμερον. Ἡ Κυβέρνησις λοιπόν, ἀκολουθήσασα πολιτικὴν καθιερωθεῖσαν εἰς τὸ παρελθὸν παρ’ ὑμῶν τῶν ἰδίων, ἠκολούθησε πολιτικήν, τὴν ὁποίαν αὐτὸ τὸ ἔθνος ἐφάνη παραδεχόμενον, καὶ αὐτὴ ἡ Εὐρώπη ἐπέτασσεν. Ἄλλως τε, κύριοι, ἡ κυβέρνησις ποῖον ἐξεδήλωσε φρόνημα; Ἐν πρώτοις ὁ κ. Τρικούπης ἀγορεύων δὲν ἠξίωσε πολλῆς προσοχῆς τὴν ἐγκύκλιον τοῦ ὑπουργείου· εἶπεν, ὡς καὶ ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, ὅτι εἰς τὰ χαρτιὰ καὶ εἰς τοὺς λόγους μικρὰ δίδεται προσοχὴ, ἀξία καὶ σημασία δίδεται μόνον εἰς τὰ πράγματα. Διὰ τί δὲ κατεκρίθη καὶ αὐτὴ ἡ ἐγκύκλιος ὑπὸ τοῦ κ. Δεληγεώργη; κατεκρίθη ὡς καθιεροῦσα ἄλλην πολιτικήν; ὄχι. Κατεκρίθη μόνον, διότι δὲν καθιέρου πολιτικὴν ἐπιφυλακτικήν, ἀλλὰ πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος. Καὶ μήπως αἱ ἐγκύκλιοι τῶν κυβερνήσεων ἢ τὰ ἔγγραφα πρὸς τοὺς ἐσωτερικοὺς καὶ ἐξωτερικοὺς ὑπαλλήλους πρέπει νὰ χαρακτηρίζωνται διὰ τίτλου τινός; ἢ μήπως ἡ ἐγκύκλιος ἐκείνη ἀπέκλειεν ἐντελῶς πᾶσαν σκέψιν περὶ τοῦ μέλλοντος, κηρύττουσα, ὅτι οἱαιδήποτε περιστάσεις φανῶσιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι παντὸς ἐνδεχομένου θὰ μείνῃ πάντοτε ἐν τῇ ὁδῷ τῆς οὐδετερότητος, χωρὶς νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὰς περιπλοκὰς τῆς Ἀνατολῆς. Διὰ τί ἡ ἐγκύκλιος νὰ ἐξηγηθῇ τόσον ἀδίκως, ἀφοῦ καμμία ἰδέα αὐτῆς δὲν μαρτυρεῖ τοιοῦτόν τι; Ὅπως ὀρθῶς εἶπεν, ἐπαναλαμβάνω, ὁ κύριος Τρικούπης, τὰ λόγια, τὰ χαρτιὰ μικρὰν ἔχουσιν ἀξίαν· τὰ πράγματα λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλὰ δὲν ἔκαμεν ἆρά γε ἔργα ἡ κυβέρνησις καθ’ ὅλον τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα; δὲν ἐμερίμνησε, δὲν ἐφρόντισε παντελῶς περὶ ἀναπτύξεως τῶν δυνάμεων τοῦ ἔθνους; Πῶς εὗρε, κύριοι, τὰ ὁπλοστάσια καὶ τοὺς ναυστάθμους; Ὁπλοστάσιον κενόν, ναύσταθμον κενόν, τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐντελῶς ἀραιωμένας.
§32Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τὰς συνεπλήρωσε;
§33ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καθ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν ὁ στρατὸς συνεπληρώθη, καὶ δυνάμεθα νὰ ἐρωτήσωμεν καὶ μάθωμεν ἐκ τῶν πραγμάτων πόσοι ἄνδρες ὑπηρέτουν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ τὴν 15 Ὀκτωβρίου 1876 καὶ πόσοι σήμερον, καὶ ἐκ τοῦ παραλληλισμοῦ θὰ μάθετε ἂν ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ σήμερον δὲν ἐπολλαπλασιάσθη. Αἱ ἀποθῆκαι ἦσαν κεναὶ ὅπλων, καὶ σήμερον ἔχετε εἰς τὰς ἀποθήκας σας 25,000 ὅπλα, καὶ ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι συμφωνίαι εἰσὶν ἕτοιμαι περὶ παραδόσεως 100,000 ὅπλων. Ζητήσατε τὰ ἔγγραφα καὶ θέλετε ἴδει τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου. Ὅσοι ἐπεσκέφθητε τὸ μόνον ὁπλοστάσιον τῆς Ἑλλάδος θὰ ἐσχηματίσατε ἀμέσως ἰδέαν τοῦ μεγέθους καὶ τοῦ ποιοῦ τῆς καταβληθείσης ἐκεῖ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἐργασίας· μάρτυς δὲ ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι τὸ ὁπλοστάσιον πρὶν ἦτο ἐν πλήρει διαλύσει.
§34ΓΕΝΝΑΤΑΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§35ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἑβδομήκοντα ἄνδρες ὑπηρέτουν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην· ὁ προκάτοχος ὑμῶν εἶχε διαλύσει καὶ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὁπλοστασίου, καὶ εἶχε σχηματίσει ἐφορείαν μόνον. Τὸ ὑπουργεῖον δὲ ὑμῶν ἐπανέφερε τὴν διεύθυνσιν· ἦτο ὅμως εἰς τὴν ἀποθήκην ἀργὴ καὶ εὐρωτιῶσα ἡ μηχανὴ πρὸς κίνησιν τῶν ἐργοστασίων, καὶ οὐδεμία διαταγὴ εἶχε δοθῆ περὶ κινήσεως αὐτῆς.
§36Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἐκινήθη;
§37ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ναί. Τὸ πυριτοποιεῖον, τὸ ὁποῖον εἶχε μηχανὰς χρησίμους ἴσως πρὸ τοῦ 1821, ἐπλουτίσθη σήμερον διὰ μηχανῶν τελείων, ὑποσχομένων τὴν παραγωγὴν μεγίστης ποσότητος πυρίτιδος καθ’ ἑκάστην. Δὲν ὑπῆρχον εἰς τὰς ἀποθήκας φυσέκια τοῦ νέου συστήματος, δυνάμενα νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς τακτικὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ, καὶ σήμερον ἔφθασε σημαντικὴ αὐτῶν ποσότης, πρόκειται δὲ νὰ ἱδρυθῇ καὶ μηχανὴ ἐν τῷ ὁπλοστασίῳ, ὑποσχομένη τὴν ἐγχώριον κατασκευήν. Αὐταὶ εἶναι αἱ παρασκευαί, ἃς ἐνήργησεν ἡ κυβέρνησις, δὲν ἔμεινεν ἀργὴ δὲ καὶ ὑπὸ ἑτέραν ἔποψιν. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ παρατάξωμεν πρὸ πάντων ἄνδρας· ἔπρεπε λοιπὸν νὰ μάθωμεν πόσους καὶ ποίους ἠδυνάμεθα νὰ παρατάξωμεν. Ὑπάρχει λοιπὸν ἀνάγκη ἐργασίας πρὸς σύνταξιν τῶν μητρῴων καὶ βιβλίων, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ πιστοποιηθῇ ἡ ἡλικία τῶν δυναμένων νὰ φέρωσιν ὅπλα, καθ’ ὅλον δὲ τὸ κράτος ἐδηλώθη τοῦτο, καὶ ἐδηλώθη ἐπισήμως καὶ κατέστη δυνατὸν νὰ βεβαιωθῇ πόσοι εἶναι οἱ ἄνδρες οἱ ἔχοντες τὴν ἁρμόζουσαν ἡλικίαν καὶ δυνάμενοι ἐν πάσῃ ὥρᾳ νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Ἐλέχθη, ὅτι δὲν ὑπῆρχε χρονικὸν διάστημα ἐν τῇ προκατόχῳ κυβερνήσει, καὶ ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἠδύνατο νὰ προνοήσῃ οὔτε περὶ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ, οὔτε περὶ ἀναπτύξεως τῶν τοπικῶν ἡμῶν δυνάμεων· ἐπεκαλέσθη δὲ πρὸ μικροῦ ὁ ἀγορεύων, ἵνα ἐπιδείξῃ τὴν μέριμναν τὴν ὁποίαν κατέβαλον, τὰς λέξεις τοῦ βασιλικοῦ λόγου. Ἀλλ’ ἐγώ, κύριοι, ἐπὶ τῶν πραγμάτων λέγω, ἡ παρασκευὴ ἑνὸς ἔθνους εἶναι ἡ πλήρωσις τῶν ἀποθηκῶν του ἐξ ὑλικοῦ, ἡ κατασκευὴ τῶν ὁπλοστασίων, ἡ αὔξησις τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ. Τί ἐμπόδισε τὸ προσωρινὸν τῆς κυβερνήσεως τὴν πλήρωσιν τῶν ἀποθηκῶν, τὴν προμήθειαν τῶν ἐφοδίων, ὅταν ἤδη εἶχεν ἀρχίσει τὸ δρᾶμα ἐν Βοσνίᾳ καὶ Ἐρζεγοβίνῃ; Ἡτοιμάσθη ὅμως πανδήμως στρατολογία, ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς δὲν ἠδύναντο νὰ φανῶσι παρὰ μετὰ παρέλευσιν ἐτῶν· ἀλλοίμονον, ἂν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς ἐλπίζωμεν νὰ ἐνεργήσωμέν τι ἤδη σπουδαῖον. Ἐπεθύμουν μᾶλλον νὰ ἀκούσω ἂν εἶχεν ἑτοιμασθῆ σχέδιόν τι ἁρμόδιον εἰς τὰς περιστάσεις.
§38ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖαι περιστάσεις;
§39ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐκεῖναι αἱ περιστάσεις, διὰ τὰς ὁποίας ζητοῦμεν σήμερον τὴν παρασκευήν.
§40ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἕνας χρόνος δὲν σᾶς ἤρκεσε νὰ διακρίνητε τὰς περιστάσεις; τί ἐκάμετε πρὸ μηνῶν;
§41ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀλλὰ μήπως, κύριοι, τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα παρῆλθε, καὶ ἐπῆλθε βλάβη τις εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα; δὲν ἤκουσα κἂν νὰ λεχθῇ τοιοῦτόν τι, ἐκτὸς ἂν ἐσημειώθη ἡ φράσις, ἡ λεχθεῖσα παρά τινος τῶν προλαλησάντων, ὅτι, ἂν ὁπλιζώμεθα καλλίτερον, ὅπως αὐτὴν τὴν ὥραν, αἱ ὅμοροι ἐπαρχίαι θὰ ἦσαν εἰς ἄλλην κατάστασιν. Τὴν ἰδέαν ταύτην ἐν παρόδῳ λεχθεῖσαν δὲν πιστεύω κἀνεὶς σπουδαίως νὰ ἀποδέχηται. Λοιπὸν ἐπανέρχομαι. Ἡ κυβέρνησις εἶχε παρασκευασθῆ κατὰ τὸ δυνατὸν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, καὶ ἐξωτερικῶς δὲ δὲν ἀφῆκεν ἀνυπεράσπιστον τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὑπεσχέθη ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἠδύνατο νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ὧν ἐζητήθη ἡ προσαγωγή.
§42ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν). Δὲν ἐπρόκειτο νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Βουλήν· εἶπον, ὅτι εἶμαι πρόθυμος νὰ τὰ διακοινώσω εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην ἰδιαιτέρως.
§43ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἔστω· μολονότι ἡ Κυβέρνησις ἐπροθυμοποιήθη νὰ τὰ διακοινώσῃ ἰδιαιτέρως τῷ κ. Δεληγεώργῃ, οὗτος τὰ ἐθεώρησεν ὡς μὴ ἔχοντα σχέσιν. Ὁ κ. ὑπουργὸς, ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἶπεν ὅτι, ὅτε ἀπήντησεν εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην, δύναται, ἂν θέλῃ, νὰ τῷ ἀνακοινώσῃ τὰ ἔγγραφα τὰ διαμειφθέντα, καὶ αὐτὸς εἶπεν ὅτι εἶναι περιττὸν, καὶ δὲν δίδει καμμίαν σημασίαν εἰς ταῦτα. Ἐὰν δὲ, κύριοι, σήμερον, τὴν ὥραν καθ’ ἣν λαλοῦμεν, θελήσωμεν νὰ μάθωμεν ποῖον εἶναι τὸ φρόνημα τῆς Εὐρώπης ἐπὶ τῆς πορείας ἡμῶν καὶ τὰς σκέψεις αὐτῆς περὶ Ἑλλάδος, μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ εὕρωμεν, ὅτι αἱ σκέψεις, αἱ ἐπικρατοῦσαι σήμερον, εἶναι εὐμενέστεραι ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτουν κατὰ τὴν 15 8βρίου π. ἔ. Τοὐλάχιστον θὰ εὕρωμεν, ὅτι αἱ σκέψεις αὗται ἐπὶ πολὺ μετεβλήθησαν ὑπὲρ ἡμῶν ἐκ τῆς πολιτικῆς μας πορείας, καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν κατὰ τὸν 8βριον τοῦ 1876, δυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν σήμερον χωρὶς παρεξηγήσεις, διότι ἐπείσθη ἡ Εὐρώπη, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀκολουθεῖ ἰδίαν πολιτικὴν καὶ οὐχὶ ξένην, πολιτικὴν μὴ συνδεομένην πρὸς ξένα συμφέροντα. Καὶ ἔπρεπε τῷ ὄντι νὰ δείξωμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει πολιτικὴν ἰδίαν, ἑλληνικὴν, ὅτι ἡ πολιτική της δὲν συνδέεται μὲ τὴν πολιτικὴν ἄλλων ἐθνῶν· διότι ἐὰν τοῦτο κατορθώσωμεν, πιστεύσατε ὅτι κατωρθώσαμεν τὸ μέγα κεφάλαιον τοῦ μέλλοντος. Διότι ἐὰν εἰς τὸ παρελθὸν ἐναυάγησαν ὅλοι οἱ ἀγῶνες τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἐναυάγησαν ἀπέναντι τοῦ τοιούτου σκοπέλου. Σήμερον λοιπὸν πιστεύω ὅτι οὐδεὶς ἀμφιβάλλει, ὅτι ἡ πορεία μας ἔφερε μεταβολὴν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην τῆς Εὐρώπης. Ἐρωτῶ δὲ τοὺς ἀντιφρονοῦντας, ἆρα γε, ἐὰν ἡμεῖς ἠθέλομεν ἀπ’ ἀρχῆς, ἅμα τὸ Σερβικὸν κίνημα ἀνεφάνη, ἀρχίσει τὰς παρασκευὰς, δὲν ἦτο ἐνδεχόμενον τὸ κοινὸν φρόνημα ἐν Εὐρώπῃ νὰ πιστεύσῃ ὅτι ἀκολουθοῦμεν ξένην πολιτικὴν; ἰδέα, ἥτις κατὰ τὸ παρελθὸν τοσοῦτον μᾶς ἔβλαψεν. Καὶ μολοντοῦτο, ἀπέναντι αὐτῶν τῶν πασιδήλων πραγμάτων, ἔρχονται νὰ κατακρίνουν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως σήμερον χωρὶς νὰ καταδείξουν, ὅτι ἄλλη πολιτικὴ ἠδύνατο νά φέρῃ εἰς συμπεράσματα καὶ συνεπείας καλλιτέρας. Ἀλλὰ διατί μετεβάλατε, λέγουν, πολιτικήν; καὶ πῶς μέχρι τῆς χθὲς εἶσθε εἰρηνικοί, σήμερον δὲ πολεμικοί; καὶ τίς σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πολιτικὴ πολεμική; Διότι ἡ Κυβέρνησις, ἀκολουθοῦσα τὸ σύστημα τῶν παρασκευῶν, ζητεῖ πιστώσεις, ὅπως ὁπλισθῇ τὸ ἔθνος, κατὰ τὴν πάνδημον ἀπαίτησιν, νομίζετε, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτῆς μετεβλήθη; Θὰ ἦτο, κύριοι, ἀφροσύνη, καὶ ἀφροσύνη μεγίστη, ἐὰν ὅτε ὁλόκληρος ἡ Ἀνατολὴ σείεται, ἐὰν ὅτε μέγιστα συμβεβηκότα ἐντὸς ὀλίγου δύνανται νὰ προκύψουν εἰς αὐτὴν καὶ νὰ τὴν ἀναφλέξουν, ἡ Ἑλλὰς νὰ μείνῃ ἐντελῶς ἀπαράσκευος, ἐνῷ, κύριοι, ὁπλίζονται πάντα τὰ κράτη ἐν τῇ Ἀνατολῇ· προχθὲς ἀκόμη ὁ ἡγεμὼν τῆς Ῥουμουνίας ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλήν, κηρύξας πολιτικὴν εἰρηνικήν, ὅτι αἱ σχέσεις τῆς Ῥουμουνίας μετὰ τῶν ἄλλων δυνάμεων εἰσὶν ἄρισται, καὶ ὅμως τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἐζήτησε ἄδειαν δανείου 20,000,000 φράγκων διὰ τὰς τακτικὰς ἀνάγκας, καὶ 40,000,000 δι’ ἀνάγκας ἐνδεχομένας, καὶ δὲν εἶπε κανεὶς ἐκεῖ, διατί ἡ Κυβέρνησις ἀλλάζει πολιτικήν; δὲν τὸ εἶπε, διότι ἡ ἀπάντησις ἦτο εὐχερής· ἡ πολιτικὴ δὲν ἤλλαξε, διότι γίνονται παρασκευαί, ἡ πολιτικὴ εἶναι πάντοτε ἡ αὐτή. Εἶναι δὲ καὶ ἐν Ἑλλάδι ἔργον φρονήσεως, συνέσεως ὑπερτάτης, εἶναι ἀπαίτησις ἐθνική, ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι παντὸς ἐνδεχομένου νὰ ἑτοιμασθῇ, νὰ ὁπλισθῇ, νὰ παρασκευασθῇ· ἄλλως τε, κύριοι, ἡ ἀνάγκη τῶν προπαρασκευῶν ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων προκύπτει. Ὅταν ἀπειλῆται κρίσις τις ἐν τῇ Ἀνατολῇ κακὴ διὰ τὸν ἑλληνισμόν, κρίσις παραγνωρίζουσα τὰ συμφέροντα αὐτοῦ, αὐτὴν ἡ Ἑλλὰς πρέπει οὐχὶ μόνον διὰ τοῦ λόγου ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν ἔργων νὰ δείξῃ, ὅτι δὲν θ’ ἀνεχθῇ, διότι δὲν δύναται ἀθορύβως νὰ τὴν ὑποστῇ ὁ Ἑλληνισμός. Ἰδοὺ τίς ἡ ἀνάγκη τῶν παρασκευῶν. Οὐχὶ ἡ πολεμικὴ πολιτική, ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη τῶν περιστάσεων εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα. Ποῖαι δὲ ἐπὶ τέλους εἰσὶν αἱ παρασκευαί; ποῖα εἶναι τὰ προτεινόμενα μέτρα; Ὀλίγον κατέγεινεν ἡ πτέρυξ αὕτη (ἡ ἀριστερά) εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν νομοσχεδίων, καὶ ὀρθῶς ἐποίησε, διότι τοῦτο ἐστὶν ἀντικείμενον ἐκτεταμένων συζητήσεων καὶ ἰδιαιτέρας μελέτης. Καθόσον ἀφορᾷ τὸν ἔντιμον ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτήν, τὸν πρῶτον λαλήσαντα, δὲν μοὶ φαίνεται νὰ ἀπομακρύνηται πολὺ ἀπὸ τὰ προτεινόμενα μέτρα τῆς Κυβερνήσεως· ὁ κ. Τρικούπης διαῤῥήδην συνεφώνησε διὰ τὴν ἀνάγκην τῶν πολεμικῶν προπαρασκευῶν, καὶ μάλιστα εἶπεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνωσι προηγουμένως, ἀλλὰ καὶ ἤδη γενόμεναι πρέπει νὰ γείνωσι. Δὲν ἠρνήθη ὁ κ. Τρικούπης τὴν ἀνάγκην ἐπιψηφίσεως νέων φόρων· εἶπε μόνον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὁ ἑλληνικὸς λαὸς νὰ φορολογῆται ἀναλόγως, διότι ἤδη φορολογεῖται ἀνίσως, δύναται ὅμως καὶ νὰ φορολογηθῇ καὶ βαρύτερον· ὁ κ. Τρικούπης δὲν ἠρνήθη τὸ ὀρθὸν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλ’ εἶπεν, ὅτι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον προτείνεται ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι τόσον κακός, ὥστε εἶναι ὡς νὰ προετοιμάζηται ἡ ἀπόῤῥιψις αὐτοῦ· ἐπρότεινε δὲ μόνον νὰ ἐξαιρεθοῦν ἐκ τοῦ φόρου τούτου αἱ οἰκοδομαὶ καὶ τὰ ἐπιτηδεύματα, προτείνας ἐν τούτοις ἰδιαιτέρως τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου τούτου τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, νὰ προστεθῇ δὲ εἰς τὸν φόρον τοῦτον ὁ φόρος τῶν ἑταιριῶν ἐν γένει καὶ ἀκόμη νὰ προστεθῇ καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἐργατῶν. Καὶ ἠδύνατό τις νὰ μὴ ποιήσῃ λόγον περὶ τῶν νέων φόρων, τῶν προτεινομένων παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη, διότι εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν ἐτέθη εἰς συζήτησιν, ἀλλ’ ἂν πρόκηται νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπ’ αὐτοῦ, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀμφότεροι οἱ φόροι τοῦ κ. Τρικούπη εἶναι καὶ ἐπαχθεῖς. Καὶ ὁ μὲν πρῶτος ἀντίκειται εἰς τὸν σκοπὸν, ὃν πρέπει νὰ ἐπιδιώξῃ ἡ Κυβέρνησις ἐν Ἑλλάδι, τῆς ἐμψυχώσεως συνεταιρισμῶν· ὁ φόρος δὲ ὁ προσωπικὸς, ἐάν ποτε εἰσαχθῇ ἐν Ἑλλάδι, νομίζω θὰ ἦνε ὁ ἐπαχθέστερος τῶν φόρων. Ἐὰν ἀκούσητε μόνον, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ὁ φόρος στηρίζεται εἰς τὸν λόγον, ὅτι πᾶς ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ προσφέρῃ τριῶν ἡμερῶν ἐργασίαν ἢ τὸ ἀντίτιμον αὐτῆς εἰς τὸ κράτος, ὁ τοιοῦτος φόρος θὰ ἦναι ὁ ἐπαχθέστερος τῶν φόρων παρ’ ἡμῖν.
§44Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶπε τοῦτο ὁ κ. Τρικούπης;
§45ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθῇ τὸ ἰσχύον ἐν Γαλλίᾳ.
§46Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι στάμπα ὁ λόγος του.
§47ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὁ φόρος ἐν τῇ Γαλλίᾳ αὐτὴν τὴν βάσιν ἔχει.
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον ἐπὶ τῆς ἐργασίας, ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ μισθοῦ τῶν λαμβανόντων πλέον τῶν 100 δραχμῶν.
§49ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐν τῇ Γαλλίᾳ ἡ βάσις εἶνε, ὅτι πᾶς ἄνθρωπος ὀφείλει τριῶν ἡμερῶν ἐργασίαν εἰς τὸ κράτος· τώρα λέγετε ὑμεῖς, ὄχι τριῶν ἡμερῶν ἐργασίαν, ἀλλὰ θέλετε νὰ φορολογήσητε τὰς μισθοδοσίας τὰς πλέον τῶν 1200 δραχμῶν.
§50Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διότι εἰς τὴν Γαλλίαν εἶναι ὁ φόρος αὐτὸς περιωρισμένος καὶ ἀρχίζει ἀπὸ 50 λεπτά.
§51ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κατὰ δὲ τῆς ἰσότητος τῆς φορολογίας, ἣν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Τρικούπης, δὲν εἶναι κανείς, ἀλλὰ ποῖος φόρος ἐπροτάθη πρὸς ἀντικατάστασιν τῆς ἐγγείου φορολογίας; ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων ζώων. Καὶ ἐὰν ἐρωτήσητε τὸν κ. Τρικούπην νὰ σᾶς σημειώσῃ ἓν μέρος τῆς Εὐρώπης, εἰς ὃ νὰ ἰσχύῃ αὐτὸ τὸ σύστημα, θὰ εὑρεθῇ εἰς δύσκολον θέσιν νὰ ἀπαντήσῃ, διότι δὲν ὑπάρχει. Ὁ φόρος οὗτος, μοὶ φαίνεται καὶ καθὼς γνωρίζω, ἴσχυεν ἐν τῇ Ἀλγερίᾳ καὶ ἐν τῇ ἀρκτῴᾳ Ἀφρικῇ, ἦτο δὲ φόρος ἄνισος, φόρος ἐπαχθὴς, διότι ἐφορολόγει τὰ μέσα τῆς παραγωγῆς, καὶ ὡς τοιοῦτος ἀντικείμενος εἰς τὴν ἰσότητα.
§52ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν ἦτο τοιοῦτος, δὲν τὸν εἰσῆγεν ἡ Κυβέρνησις.
§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν εἰσήγαγεν, ἀλλ’ ὄχι ὡς κύριον φόρον.
§54ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὁ κ. Τρικούπης εἶναι ἀκόμη σύμφωνος εἰς τὴν ἀνάγκην τῶν εἰδικῶν ταμείων. Ὁ κ. Τρικούπης λέγει: ἀπ’ ἀρχῆς ἤμην ὑπὲρ τῆς συστάσεως εἰδικῶν ταμείων, καὶ δὲν πολεμῶ αὐτὴν, ἐζήτησεν ὅμως ἐγγυήσεις πλείονας, ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν ἐγγυήσεων ἀπήντησεν ἡ Κυβέρνησις. Ὁ κ. Τρικούπης δὲν εἶναι ἐναντίος οὔτε εἰς τὴν ἀνάγκην νέων δανείων· εἶπε μόνον, ὅτι ὁ τρόπος καθ’ ὃν προτείνεται εἶναι ὡς νὰ μὴ προτείνεται δάνειον, διότι ὁ τόκος εἶναι ὀλίγος καὶ δὲν θὰ εὕρητε, καὶ ἴσως ἔχει δίκαιον εἰς τοῦτο. Ὁ κ. Τρικούπης δὲν εἶναι ἐναντίος ἐπίσης περὶ τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν ξένων δανείων· ἀπ’ ἀρχῆς, εἶπεν, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀναγνωρίσεως, καὶ ὅμως ἡ πτέρυξ ἡ ἄλλη (ἡ ἀριστερὰ) διαῤῥήδην ἠρνήθη ἤδη τὴν ἀνάγκην ταύτην. Περὶ στρατολογίας καὶ πανδήμου στρατιᾶς ὁ κ. Τρικούπης εἶπεν, ὅτι εἶναι σύμφωνος, διότι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῇ ὁ νόμος· ὃν καὶ κατήρτισεν ἡ ἐπιτροπὴ, εἰς τὸν τῆς Κυβερνήσεως αὐτοῦ ἀρκεσθεῖσα· ὁ ἀρχηγὸς ὅμως τῆς ἄλλης πτέρυγος εἶπεν ὅτι, καθόσον ἀφορᾷ τὸν νόμον αὐτὸν, ἔχω προσωπικῶς γνώμην ἐναντίαν. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι εἰς τὰ κύρια δὲν ἀντέλεξεν ὁ κ. Τρικούπης, οὔτε εἰς τὴν ἀνάγκην περὶ δανείων, οὔτε εἰς τὸν νόμον περὶ γενικῆς στρατολογίας, οὔτε εἰς τὴν ἐπιψήφισιν νέων φόρων, οὔτε εἰς τὰς προπαρασκευάς. Τώρα ἐὰν ἀκολουθήσωμεν τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν εὐγλώττως ἀνέπτυξεν οὗτος ὅτι εἶναι ἐναντία, δὲν εἶναι πολὺ ἰσχυρὰ, διότι τὴν ἐναντιότητα τῶν ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν ἀνάγει εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ εἰς τὸ πέρας τῆς συζητήσεως δυνάμεθα νὰ ἐρωτήσωμεν καὶ τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον ποῦ εὑρίσκει τὸ σημεῖον τῆς ἐναντιότητος τῶν ἀρχῶν. Ἐγὼ θὰ ἐπαναλάβω νὰ ἐρωτήσω περὶ τούτου, διότι μόνον ὁ κ. Τρικούπης ἀνέπτυξε σύστημα, ποῦ εὑρίσκεται ἡ διαφορά; Αὐτὸ τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Τρικούπης ἀνέπτυξε, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν παρεδέχθη ὡς τοιοῦτον, διότι ἐγώ, ἐὰν ὑπάρχῃ συμφωνία, τὸ ὁποῖον δὲν παραδέχομαι, εἶναι ἡ συμφωνία, ἥτις ἐλέχθη παρά τινος, εἰς τὸ νὰ κηρύξωμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κυβέρνησις, ἀλλὰ τοιαύτη συμφωνία καὶ κατὰ τὸν κ. Τρικούπην δὲν εἶναι συμφωνία, διότι δὲν εἶναι ἀσφαλής. Ὁ κ. Τρικούπης εἶπε: δὲν πρόκειται νὰ κρημνίζωμεν μόνον, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι ὅπως δημιουργήσωμεν. Καὶ εἴμεθα ἕτοιμοι τώρα; Ὄχι. Ἐκ τῆς εὐρείας δὲ συζητήσεως θὰ ἀναπτυχθῇ ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Τρικούπη ὡς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο λοιπὸν νὰ δημιουργήσωμέν τι νέον, τί ὑπόσχεται τὸ νέον τοῦτο; ποίαν διάρκειαν καὶ ποῖον μέλλον, ὅταν αἱ περιστάσεις ἦναι ἔκτακτοι καὶ ὅτε δὲν πρόκειται νὰ ἀπόλλυται οὐδαμῶς ὁ χρόνος· καταῤῥίπτοντες τὸ ὑπάρχον, καταῤῥίπτομεν ἓν σύστημα, ἀλλ’ ὁποίαν ἑνότητα εὑρίσκομεν εἰς τὸ μέλλον νὰ διαδεχθῇ αὐτό; Ἰδοὺ λοιπὸν, κύριοι, ἀνεξαρτήτως τῶν δοξασιῶν τὰς ὁποίας ἔχομεν, ἂν εὑρίσκωμεν εἰς τὰ ἀναπτυχθέντα σχέδια ἑνότητα ἐνεργείας, ἂν εὑρίσκωμεν σχέδια προτιμότερα τῶν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θέλομεν διστάσει νὰ θυσιάσωμεν καὶ τὰς ἰδιαιτέρας πολιτικάς μας δοξασίας. Ἀλλ’ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἑνότης, θὰ ἦτο πλάνη ἀσύγγνωστος, ἂν ἐγκαταλείποντες τὸ παρὸν, ἀφιέμεθα εἰς τὰς ἐλπίδας τοῦ μέλλοντος.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζωχιός· οὐδεὶς ἄλλος εἶναι ἐγγεγραμμένος.
§56ΖΩΧΙΟΣ. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἄλλος.
§57Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μοῦ δώσῃ δύω πληροφορίας· ἂν ἐτοποθετήθησαν αἱ μηχαναὶ εἰς τὸ ὁπλοστάσιον καὶ ἂν τὸ ὁπλοστάσιον ἐργάζεται, καὶ ἂν ἐτελειοποιήθη τὸ πυριτοποιεῖον καὶ ἤρχισε νὰ ἐξάγῃ πυρίτιδα.
§58ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κατὰ τὴν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν σήμερον εἶχον, αἱ μηχαναὶ ἐστήθησαν, ἡ μηχανὴ ἡ ἀτμοκίνητος, ἡ ὁποία κινεῖ τὰς ἄλλας μηχανὰς (ἐννοεῖται δὲ ὅτι δὲν εἶναι μία μηχανὴ εἰς τὸ ὁπλοστάσιον), τὴν δὲ παρασκευὴν τίθεται εἰς ἐνέργειαν. Οἱ θερμασταὶ ἐλήφθησαν ἀπὸ τὸ κατάστημα τοῦ Τζὼν, διότι ὁ στρατὸς δὲν ἔχει. Ὡς πρὸς τὸ πυριτιδοποιεῖον, δυστυχῶς μᾶς συνέβη ἓν δυστύχημα, διότι ὁ μύλος, ὁ ὁποῖος μετεφέρετο, ἔπεσεν εἰς τὴν θάλασσαν, διότι ἔσπασε τὸ ξύλον ἐπὶ τοῦ ὁποίου μετεφέρετο. Ἐφροντίσαμεν τὸν ἐβγάλαμεν, τὸν ἐτοποθετήσαμεν, καὶ πρόκειται ν’ ἀρχίσῃ ἐργασία.
§59ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Καράπαυλος εἶπεν, ὅτι παράγει πυρίτιδα.
§60ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶχε θετικὰς πληροφορίας· καὶ ἂν θελήσητε νὰ κάμετε πυρίτιδα, εἶναι εἷς λόγος, νὰ θέσητε τὸ ὁπλοστάσιον εἰς ἐνέργειαν, εἶναι εἷς λόγος. Θέλετε χρήματα.
§61Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς παρεκάλεσα νὰ δώσητε αὐτὰς τὰς πληροφορίας ὡς ἀπάντησιν εἰς τὸν βουλευτὴν Πυλίας.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος εἶναι ἐγγεγραμμένος.
§63ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐζητήσαμεν παρὰ τῆς κυβερνήσεως δύω πράγματα, πρῶτον νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀγορὰν τῶν ὅπλων, πρᾶγμα περὶ οὗ γίνεται ἡ συζήτησις· δεύτερον παρεκαλέσαμεν τὴν κυβέρνησιν νὰ καταθέσῃ τὰ μητρῷα τῆς ἐθνοφυλακῆς, ἐπὶ τῶν ὁποίων βασίζεται ὁ τελευταῖος νόμος, δηλ. ὁ τελευταίως παρουσιασθεὶς νόμος περὶ ἐκτάκτου παρασκευῆς.
§64ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Αὔριον ἀφεύκτως.
§65ΡΙΚΑΚΗΣ. Συνεπείᾳ τῆς ἀπαιτήσεως αὐτῆς, ἡ συζήτησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ κλείσῃ.
§66ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἆ βέβαια.
§67ΡΙΚΑΚΗΣ. Κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, καθήσατε· γίνεται πρότασις περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως διὰ τὴν αὔριον.
§69ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ, ἤκουσα νὰ εἴπητε μίαν φράσιν, ὅτι πρέπει νὰ καθήσουν οἱ βουλευταὶ, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ ψηφίσουν.
§71ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀκόμη χειρότερα· δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἐπρότεινεν ὁ κ. Ῥικάκης.
§73ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ, δὲν πρόκειται περὶ οὐδενὸς ἰδιαιτέρου συμφέροντος μας, ὥστε νὰ θέλωμεν νὰ στενοχωρήσωμεν τὴν συζήτησιν ταύτην, νὰ θέλωμεν νὰ ὠφεληθῶμεν μάλιστα ἐκ τῶν ἰδίων ἡμῶν σφαλμάτων. Ἂν σήμερον ἐκάμνομεν πρότασιν εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ ἐζητοῦμεν παρ’ αὐτῆς νὰ καταθέσῃ ἔγγραφα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐμέλλομεν νὰ μὴ ὁμιλήσωμεν σχετικῶς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, ἠδύνατο ἴσως τότε ἡ κυβέρνησις νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι, κύριοι, ζητεῖτε νὰ πλάσητε λόγον ἀναβολῆς, καὶ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ τὸν δεχθῶ. Τὰ ἔγγραφα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ κάμωμεν τὴν συζήτησιν, τὰ κατέχει ἡ κυβέρνησις, καὶ τὰ ἐζητήσαμεν τρίτην σήμερον ἡμέραν, καὶ ἡ κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ τὰ παρουσιάσῃ. Βεβαίως δὲν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἕνεκα τούτου δὲν πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, διὰ τῆς ὁποίας πρόκειται νὰ ἐξελεγχθῇ καὶ ἡ παρελθοῦσα πορεία αὐτῆς καὶ ἡ μέλλουσα. Ἂν ἐζητοῦμεν νὰ μᾶς παρουσιάσῃ ἔγγραφα ἄσχετα πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα ἢ δευτέρου λόγου ἄξια, πάλιν ἠδύνατο ἴσως νὰ εἴπῃ, καὶ ἂν εἶχεν ἰδιαίτερον συμφέρον καὶ ἐνόμιζεν ὅτι εἶναι ἀξιοπρεπὲς καὶ φιλότιμον νὰ τὸ διεκδικήσῃ, ἠδύνατο νὰ μᾶς εἴπῃ πάλιν, δὲν δέχομαι τὴν ἀναβολήν. Ἀλλ’ ὅταν μᾶς χρειάζωνται ἔγγραφα, λέγοντα.....
§74ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Δὲν ἀντιλέγομεν.
§75ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι τὴν ἀναβολὴν πρέπει νὰ καταστήσωμεν ζήτημα ὑπουργικὸν, εἶμαι ἐναντίος.
§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι.
§77ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂν τοιαύτη ἑρμηνεία ὑπάρχῃ μεταξὺ ἡμῶν, τότε τὸ ἐννοῶ.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις δι’ αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις περὶ ὥραν 4 καὶ ἡμίσειαν μ. μ.