1876.10.30
1,789 rows · 15,535 words · 47 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21
τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1876.
(Σάββατον.)
Ὥρα 1½ μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§2ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§4ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἤθελα ν’ ἀπευθύνω μίαν παράκλησιν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶναι παρὼν, παρακαλῶ τὸν κ. πρόεδρον νὰ τὴν διαβιβάσῃ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν μίαν σημείωσιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς Ἑπτανήσου διὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν τῆς προστασίας τῆς Ἀγγλικῆς, καὶ μίαν ἄλλην σημείωσιν ὁμοίαν διὰ τὴν πρώτην δεκαετίαν μετὰ τὴν ἕνωσιν. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον τοῦτο κεφάλαιον νὰ μᾶς σημειώσῃ ἰδιαιτέρως ὅσα ἔξοδα ἀπαντᾷ ἡ Κυβέρνησις εἰς ἑκάστην νῆσον καὶ πόσα εἰσπράττει.
§5ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ μίαν σημείωσιν, ἐξηγμένην ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς περιλαμβανούσης τὴν δύναμιν τὴν ἐθνικὴν κατ’ ἐπαρχίαν καὶ δῆμον, τῶν ἀνδρῶν ἀπὸ τοῦ 20 ἔτους ἕως τοῦ 30.
§6ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος. Ὁ κ. Μπούμπουλης ἔχει τὸν λόγον· ἄλλος δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος.
§8ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἐγὼ, κ. πρόεδρε.
§9ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θὰ προσπαθήσω, κύριοι, νὰ ἦμαι σύντομος καὶ νὰ μὴ σᾶς κουράσω. Σᾶς παρακαλῶ δὲ νὰ μὴ μὲ διακόπτητε, καὶ ὅστις ἔχει ἀντίῤῥησιν δύναται ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ μὲ ἀντικρούσῃ. Χθὲς, κύριοι, κατὰ τὴν μακρὰν ἀγόρευσιν τοῦ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτοῦ κ. Σ. Πετιμεζᾶ, προσεπάθησα ὅλαις δυνάμεσι νὰ ἐννοήσω τὶ αὐτὸς ἐβούλετο καὶ τὶ αὐτὸς δὲν ἐβούλετο. Πολλάκις κατέλαβον ἔδαφος, ἵνα δυνηθῶ νὰ ἐννοήσω τὸν ἀγορεύοντα, ἀλλ’ ἀτυχῶς τὸ ἔδαφος ἐν πάσῃ στιγμῇ μοὶ τὸ ἐκλόνιζεν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δὲν ἠδυνάμην νὰ σταθῶ, καί τοι προσεπάθουν νὰ κρατοῦμαι χερσί τε καὶ ποσί. Ἕνεκα τῶν συχνῶν ἀντιφάσεων αὐτοῦ, ἕνεκα τῶν συχνῶν ἀναιρέσεων αὐτοῦ εἰς πᾶσαν στιγμήν, δὲν ἠδυνήθην ὁμολογουμένως νὰ τὸν συνοδεύσω, νὰ ἐννοήσω τί ζητεῖ ὁ ἄνθρωπος οὗτος. Τοιαῦτα ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα ἐν ἐμοὶ κατὰ τὴν μακρὰν ἀγόρευσιν αὐτοῦ, καὶ οὐδένα σκοπὸν ἔχω ν’ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ἠγόρευσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι αὐτὸ, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἔργον ἄλλου. Ἀλλὰ περιέπεσε, κατ’ ἐμὲ, εἰς ἀνακριβεῖς πληροφορίας σπουδαίας, εἰς ὑπερβολὰς σπουδαίας καὶ εἰς ἄγνοιαν ἰδίως ἐπὶ τῶν ναυτικῶν πραγμάτων, καὶ ἕνεκα τούτου ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ζητήσω τὸν λόγον, ἵνα ἀντικρούσω τὰς ἐλλείψεις αὐτὰς, ἃς ἐξέφρασεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Περιεπλανήθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε, κατ’ ἐμὲ κριτὴν, νομίζω, ὅτι καὶ εἰς βλασφημίας περιέπεσε, δι’ ἃς ὤφειλε νὰ ἔχῃ εἰς τὰς κρισίμους αὐτὰς περιστάσεις τὸ δὴ λεγόμενον «τὰ ἐν οἴκῳ μὴ ἐν δήμῳ.» Καὶ δὲν θὰ τὸν ἀκολουθήσω καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ λεγόμενον πολιτικὸν ζήτημα, θὰ εἰσέλθω μόνον εἰς τὸ ἐπιστημονικὸν μέρος, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄγνοιαν ἐπὶ τοῦ ὁπλισμοῦ, τὴν σύγχυσιν αὐτοῦ, καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς παρασκευῆς τοῦ τόπου. Ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ ὅτι, ὅταν συνέκρινε τὰς δυνάμεις τὰς παρουσιαζομένας διὰ τῶν νομοσχεδίων, αἵτινες δύνανται νὰ κληθῶσιν ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης τῆς πατρίδος, πρὸς τὰς τῆς γείτονος ἐπικρατείας, περιέπεσεν εἰς πλάνην μεγίστην, διότι ἀνελόγισεν αὐτὴν ἀπέναντι 30 ἑκατομμυρίων· ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἡ Ὀθωμανικὴ κυβέρνησις δὲν συγκροτεῖ τοὺς στρατούς της, ἀλλὰ μόνον ἐξ Ὀθωμανῶν, ἑπομένως ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ ὅτι εἰς τὴν σύγκρισιν αὐτὴν δὲν ἔπρεπε νὰ καταλογίσῃ εἰς τὸν πληθυσμὸν τῶν 30 ἑκατομμυρίων τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας εἰμὴ μόνον τοὺς Ὀθωμανούς· ὤφειλε δὲ νὰ ἐξαιρέσῃ 4 περίπου ἑκατομμύρια λαλούντων τὴν ἑλληνικὴν, 5 ἑκατομμύρια περίπου Βουλγάρων, 3 ἑκατομ. περίπου Σλαύων καὶ λοιπῶν, 2 ἑκατομ. περίπου Ἑβραίων καὶ πλέον τῶν 3 ἑκατομμυρίων Ἀρμενίων. Ὅταν λοιπὸν εἶχεν αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν του, ἤθελε κάμει τοὺς συλλογισμούς του ὄχι τοσοῦτον εὐχερῶς, ὅπως τοὺς ἔκαμεν, ἀπέναντι 30 ἑκατομμυρίων. Καὶ λοιπὸν οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, δὲν δύναται ἡ Ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία νὰ ἔχῃ τὸν μέγαν ἐκεῖνον ἀριθμὸν τῶν στρατιωτῶν, ὃν σᾶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι, ὡς γνωρίζετε, ὁ Ὀθωμανικὸς στρατὸς δὲν σύγκειται εἰμὴ μόνον ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανούς· ἑπομένως ἀνακρίβεια μεγίστη εἰς τὰς πληροφορίας, ἃς ἔδωκεν ἡμῖν. Κατόπιν, κύριοι, ἤθελε νὰ ἐγγίσῃ τὴν Κυβέρνησιν ὡς προμηθεύσασαν εἰς τὸ Κράτος ὅπλα ἄχρηστα, καὶ μετὰ τοσαύτης εὐκολίας εἶπε περὶ τῶν ὅπλων Chassepot, ὡς νὰ ἐλάλει περὶ τῶν καρυοφυλλίων τοῦ 21. Ὅταν λαλῇ τις περὶ τοιούτων πραγμάτων, ἅτινα ἀπησχόλησαν τοὺς μεγαλειτέρους ἐπιστήμονας ἐν Εὐρώπῃ, ὤφειλε μετὰ μείζονος προσοχῆς νὰ ἐξετάσῃ αὐτὰ, καὶ δὲν ὤφειλε μάλιστα, ἐὰν εἶχε διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του τὸ προσὸν τῆς γνώσεως ὅλων, ὡς ἠθέλησε νὰ σᾶς ἀποδείξῃ, νὰ εἴπῃ ὅτι, ὅταν ὁμιλῆτε περὶ ὅπλων σεῖς, δὲν ὀφείλετε νὰ ἐξενέγκητε γνώμην, διότι οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν δὲν γνωρίζετε τὶ ἐστὶ μαθηματικὴ γραμμή. Καὶ λοιπὸν, φίλε κ. Σ. Πετιμεζᾶ, ἢ ἐν ἀγνοίᾳ ἐλάλεις περὶ τῶν τοιούτων, ὅπερ δὲν πιστεύω βασιζόμενος εἰς τὴν ἐπιστήμην σου, καὶ τὰ φῶτά σου, ἢ ἐνόμισες ὅτι ἐλάλεις ἀπέναντι Βεδουΐνων, μὴ δυναμένων νὰ σὲ ἐξελέγξωσιν· ἓν ἐκ τῶν δύω λοιπὸν εἶχες κατὰ νοῦν κατὰ τὴν ἀγόρευσίν σου. Τὸ ὅπλον Chassepot ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἄξιον περιφρονήσεως, ἀλλὰ εἶναι ἄξιον θαυμασμοῦ, καὶ συγχαίρω ἀπὸ καρδίας τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν προμήθειαν τῶν ὅπλων Chassepot, καθόσον ἐπίσημοι καὶ διακεκριμμένοι ἀξιωματικοὶ μεγάλων ἐθνῶν ἐπέφερον καὶ ἐπιφέρουσι καθ’ ἑκάστην τὰ πλέον εὐάρεστα συμπεράσματα περὶ τοῦ ὅπλου Chassepot· ἡ δὲ κάνη αὐτοῦ κατέστη γενική, παγκόσμιος καθ’ ὅλα τὰ ἔθνη. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὸ πλεονέκτημα τῆς κάνης τοῦ Chassepot· αὐτοὶ οἱ ἀντίπαλοι τῶν Γάλλων Γερμανοὶ παρεδέχθησαν, παραδέχονται καὶ θὰ παραδεχθῶσι τὴν κάνην τοῦ Chassepot. Τὰ δὲ ὅπλα τοῦ Chassepot καὶ σήμερον ἐν χρήσει ἡ Γαλλία ἔχει, μὲ μόνην μεταβολήν τινα, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη ἐπὶ τοῦ φυσεκίου, καὶ ἕνεκα τῆς παραδοχῆς ταύτης ἐπῆλθε μεταβολή τις μικρὰ εἰς τὸ σύστημα, ἥτις δύναται διὰ δαπάνης 6 φράγκων μόνον νὰ γείνῃ. Πῶς λοιπὸν ἐτόλμησας νὰ κατακρίνῃς ὅπλον, τὸ ὁποῖον φέρει ἰσχυρὰ καὶ κρείττων δύναμις, καὶ τὸ ὁποῖον ὅπλον θαυμάζουσι καὶ οἱ ἐχθροὶ αὐτῆς; Καὶ ἔχεις τὴν ἀξίωσιν ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν καλλίτερον ὅπλον ἀπὸ τὸ κραταιὸν ἐκεῖνο ἔθνος τῆς Γαλλίας; Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, ποῖον εἶνε σήμερον τὸ καλλίτερον ὅπλον; Ὅλοι οἱ ἐπιστήμονες καταγίνονται νὰ εὕρωσι τὸ καλλίτερον ὅπλον, καὶ οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ τὸ εἴπῃ αὐτὸ, διότι τὸ κῦρος τῶν τοιούτων πραγμάτων κατόπιν μεγάλων γεγονότων ἐπέρχεται· τὸ δὲ κῦρος τοῦ ὅπλου Chassepot ἐπέφερεν ὁ τελευταῖος πόλεμος μεταξὺ Γερμανίας καὶ Γαλλίας. Ἰδού, κύριοι, πῶς ἐκθειάζει εἷς διακεκριμμένος ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τοῦ Πρωσσικοῦ στρατοῦ συνταγματάρχης τοῦ μηχανικοῦ, ὅστις ἐκδίδει ἐν Βερολίνῳ στρατιωτικὴν ἐφημερίδα, αὐτὸς, ὅστις συνέγραψε περὶ τοῦ Γαλλο–Γερμανικοῦ πολέμου, αὐτὸς ὁ αὐστηρὸς ἐπικριτὴς ὅλων τῶν σφαλμάτων τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ· ἰδοὺ πῶς ἀποφαίνεται περὶ τοῦ ὅπλου Chassepot, διὰ νὰ κατανοήσητε ὁποίαν ἀνακρίβειαν πληροφοριῶν σᾶς ἔδωκεν ὁ χθὲς ἀγορεύσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἰδοὺ πῶς ἀποφαίνεται ὁ διακεκριμμένος οὗτος ἀξιωματικός. «Τὸ ἀκιφλεγὲς πρωσσικὸν ὅπλον, διὰ σειρᾶς πολλῶν ἐτῶν καὶ πολυειδοῦς ἐν πολέμῳ πείρας, ἐδοκιμάσθη ὡς τὸ ἄριστον καὶ ἰσχυρότερον πυροβόλον ὅπλον, καὶ ἀπέδειξεν εἰς τὸν παρόντα πόλεμον τὴν μεγάλην αὑτοῦ εὐθυβολίαν καὶ τὴν στερεὰν αὐτοῦ κατασκευήν· δέον ὅμως νὰ μὴ ἀρνηθῶμεν, ὅτι τὸ ὅπλον Σασσεπὼ κατὰ πολλὰς περιπτώσεις ὑπερέβη τὸ ἀκιφλεγὲς εἰς τὰς ἐπιτελέσεις αὑτοῦ καὶ τὸ ἀπέδειξεν ἐλαττωματικόν. Κυρίως ὑπερεῖχε διὰ τὴν εἰς μεγάλην ἀπόστασιν βολὴν αὑτοῦ (βάλλει μέχρι 1500 βημάτων), ἐξ ἧς ἀποστάσεως οἱ Γάλλοι ἐποίουν συνήθως ἀρχὴν τοῦ πυροβολεῖν, ὅπερ ἐπέφερε πάντοτε εἰς τὸν γερμανικὸν στρατὸν πολυειδεῖς καὶ μεγάλας φθορὰς, διότι πρὶν ἢ οὗτος ἄρξηται τοῦ πυρὸς διὰ τῶν ἀκιφλεγῶν, ὧν αἱ βολαὶ ἐνεργοῦσιν εἰς ἀπόστασιν 400–500 μόνον βημάτων, καὶ εἰς τοιαύτην ἀπόστασιν περίπου ἠδύνατο νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸ πῦρ τοῦ ἐχθροῦ, ὤφειλε νὰ ὑποστῇ ἐπὶ χίλια βήματα αὐτό.» «Συνέβη δὲ τοῦτο κυρίως εἰς Βὲρθ καὶ πρὸ τοῦ Μὲτς τὴν 16 Αὐγούστου, ἔνθα ὤφειλεν ὁ γερμανικὸς στρατὸς νὰ διαβῇ ἐκτεταμένον καὶ ὅλως ἀνοικτὸν διάστημα, ὑπὸ τὸ σφοδρότατον πῦρ τοῦ ἐχθροῦ, πρὶν ἢ δυνηθῇ νὰ καταφθάσῃ τὸ πῦρ τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ τὸν ἐχθρὸν, ὅστις ἐκτὸς τούτου ἦν συνήθως καλῶς κεκαλυμμένος· ἡ μάχη ἄρα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐλάμβανεν ἀρχὴν ὑπὸ τὰς μᾶλλον μὴ εὐνοϊκὰς περιστάσεις.» «Ποῖον ἐκ τῶν δύω ἀξιωμάτων εἶναι ὀρθότερον δι’ ὅλας τὰς περιπτώσεις τοῦ πολέμου, τὸ τῆς μετὰ μερίμνης οἰκονομίας τῶν πολεμοφοδίων, ἢ τὸ τῆς διὰ μεγάλης σπατάλης χρήσεως αὐτῶν, δὲν δύναται ἐνταῦθα νὰ γείνῃ τὸ ἀντικείμενον τῆς ὀρθῆς ἐρεύνης. Τοῦτο μόνον ἐξάγεται, ὅτι τὸ γερμανικὸν πεζικὸν καθ’ ὅλας αὑτοῦ τὰς ἐπιθέσεις, ἀπέναντι τοῦ μακρόθεν βάλλοντος Σασσεπὼ εὑρισκόμενον, ὤφειλε νὰ ὑπερπηδήσῃ ἰσχυρὰν ἀντίστασιν καὶ νὰ ὑποστῇ μεγάλας ἀπωλείας, ὅπερ ἀποδίδει διπλῆν ἀξίαν εἰς τὴν εὐστάθειαν καὶ ἐπίμονον αὐτοῦ τόλμην, μεθ’ ἧς ἠδυνήθη ἀπέναντι ὅλων τούτων τῶν δυσκολιῶν νὰ ὑπερπηδήσῃ πάσας τὰς δυσχερείας.» «Ἡ πρωσσικὴ νίκη τοῦ 1866 ἀπεδόθη κυρίως εἰς πολλὰς περιπτώσεις, ἀλλ’ ἰδίως καὶ μονομερῶς ὀφείλεται αὕτη εἰς τὸ ἀκιφλεγὲς ὅπλον. Ὁ πόλεμος ὅμως τοῦ 1870 ἀπέδειξεν, ὅτι δύναται στρατὸς ὡπλισμένος μὲ ἐπίσης καλὰ, ἂν ὄχι ὑπερέχοντα, πυροβόλα ὅπλα, νὰ νικηθῇ καὶ καταστραφῇ ὑπὸ ἐχθροῦ, ὃν οὐδὲν τρομάζει. Ἄρα οὐχὶ τὸ μᾶλλον ἢ ἔλαττον προτέρημα τοῦ ὅπλου, ἀλλ’ ἡ ποιότης τοῦ κατέχοντος αὐτὸ στρατιώτου εἶναι καὶ ἔσεται τὸ ἀποφασίζον τὰς μάχας, ὅπερ εἶναι ὑπερήφανος διδαχὴ, δοθεῖσα ὑπὸ τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ τῷ κόσμῳ.» Ἰδού, κύριοι, πῶς ἀποφαίνεται διακεκριμμένος ἀξιωματικὸς τοῦ Πρωσσικοῦ στρατοῦ περὶ τοῦ ὅπλου Chassepot, καὶ ἡμεῖς ἤλθαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ τὸ συγκρίνωμεν ὡς νὰ ἐπρόκειτο νὰ συγκρίνωμεν τὸ καρυοφύλλιον τοῦ 21. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ αἰτιῶνται τῆς Κυβερνήσεως περὶ πολεμικῶν πραγμάτων ὅπου οἱ ἀριθμοὶ ἰσχύουσιν. Εἴδατε λοιπὸν, ὡς σᾶς παρέστησα, ὁποίαν ἀνακρίβειαν πληροφοριῶν σᾶς ἔδωσε περὶ τοῦ ὅπλου Chassepot. Ἐν συνειδήσει λοιπὸν πρέπει νὰ εἴμεθα εὐχαριστημένοι διὰ τὴν ἀγορὰν, ἣν ἐποιήσατο ἡ Κυβέρνησις, τῶν ὅπλων Chassepot. Τὰ δὲ ὅπλα αὐτὰ τοῦ Chassepot δὲν ἠγοράσθησαν ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀλλὰ μετὰ μακρὰν ἐξέλεγξιν. Ἐπιτροπὴ συγκειμένη ἐξ ἐπιστημόνων ἀξιωματικῶν, πρὸς οὓς ὀφείλομεν μεγίστην ἐμπιστοσύνην διὰ τὸν χαρακτῆρα αὐτῶν καὶ τὴν ἱκανότητα, ἐπιτροπὴ, λέγω, τοιαύτη ἐξήλεγξε μετ’ ἐπιστασίας καὶ ἐπιμονῆς τὰ ἀγορασθέντα 15,000 ὅπλα Chassepot, ἐκλέξασα αὐτὰ μεταξὺ 100,000 ὅπλων. Ἔχετε λοιπὸν αὐστηροτάτην ὅσον ἦτο δυνατὸν ἐξέλεγξιν τῶν ὅπλων Chassepot πρὸς ἄμεσον χρῆσιν αὐτῶν· πρέπει δὲ νὰ εἴμεθα εἰσέτι εὐχαριστημένοι, διότι τὰ ὅπλα αὐτὰ ἐν καλῇ καταστάσει ὄντα εἶναι συνάμα καὶ λίαν εὐθηνά. Ταῦτα εἶχον, κύριοι, νὰ εἴπω καθ’ ὅσον ἀφορᾷ περὶ τῆς ἀνακριβείας τῶν πληροφοριῶν τοῦ ὅπλου Chassepot, ἃς ἠθέλησε νὰ φέρῃ ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς πρὸς δικαιολόγησιν ἑαυτοῦ. Τί δὲ νὰ εἴπω περὶ τῆς περιφρονήσεως, ἣν ἔδειξεν ἐπὶ τοῦ ὅπλου Μυλωνᾶ; Καὶ τέλος τὰ πάντα δι’ ἡμᾶς εἶναι κατακριτέα· τίποτε δὲν ἀφίνομεν ἀκατάκριτον, ὅσον καλὸν καὶ ἂν ἦναι. Κατέκρινεν ὡς ἀνεπιτυχὲς τὸ ὅπλον Μυλωνᾶ ὁ ἀγορεύσας χθὲς κ. Σ. Πετιμεζᾶς· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἐφρόντισε νὰ πληροφορηθῇ ὅτι τὸ ὅπλον Μυλωνᾶ ἐξετιμήθη παρὰ πολλῶν ἐπιτροπῶν ἐν Εὐρώπῃ, καὶ κατὰ μέγα μέρος ἔγειναν καὶ προτάσεις, καὶ πολλαὶ κυβερνήσεις σκέπτονται ὅπως παραδεχθῶσι τὸ ὅπλον αὐτὸ, ὅπως ὁπλίσουν ὅλον τὸν στρατόν των διὰ τοῦ ὅπλου Μυλωνᾶ. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ περιφρονηθῇ ἐπὶ τοσοῦτον καὶ νὰ χλευασθῇ ἐπὶ τοσοῦτον, ἐνῷ τόσον ἐπισήμως ἐν Εὐρώπῃ ἐξετιμήθη τὸ ὅπλον τοῦ Μυλωνᾶ; Αὐτὰ εἶναι γεγονότα ἀναμφισβήτητα, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ. Λοιπὸν δὲν εἶναι δικαία ἡ κατάκρισις τοῦ χθὲς ἀγορεύσαντος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὅπλον Μυλωνᾶ. Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ ἑτέρα ἀνακρίβεια πληροφοριῶν. Τί δύναμαι νὰ εἴπω περὶ τῆς ὑπερβολῆς τῆς ἀξίας μιᾶς κανονοστοιχίας; Ἀφίνω εἰς τοὺς συναδέλφους του ἀξιωματικοὺς τοῦ πυροβολικοῦ νὰ τὸν ἐπικρίνωσιν, ἐὰν τὰ λεχθέντα χθὲς εἰσὶν ἀληθῆ. Σᾶς εἶπεν, ὅτι μία κανονοστοιχία μὲ ὅλα τὰ παρακολουθήματα αὐτῆς ἀπαιτεῖ 1,000,000· ἐγὼ λέγω, ὅτι καλλίτερα ἤθελε μᾶς τρομάξει ἐὰν ἔλεγε 5,000,000. Ἀφίνω λοιπὸν αὐτὸ τὸ ζήτημα τῆς ὑπερβολῆς νὰ τὸ συζητήσῃ μετὰ τῶν συναδέλφων του, ἵνα τῷ καταδείξωσιν ὁποίας σφαλερὰς πληροφορίας καὶ ἀνακριβεῖς ἔφερεν ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο. Ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς χθὲς κατεμέμφθη καὶ τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ ἐθρήνει τὸ κράτος, λέγων, πῶς εἶναι δυνατὸν τόσα ἑκατομμύρια νὰ οἰκονομήσῃ διὰ τὰς παρασκευάς, ἃς ὑπέβαλεν ἡ κυβέρνησις διὰ τὸ κράτος· πόθεν θὰ ἐξοικονομήσῃ τὰ 150,000,000!! ἐθρήνει καὶ ὠδύρετο διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο· ἀλλὰ σκεπτόμενον, κύριοι, πῶς νὰ οἰκονομηθῇ αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸν εἶδον νὰ περιπέσῃ εἰς μίαν ἄγνοιαν φοβερωτέραν ὅταν ὡμίλησε περὶ τῶν ναυτικῶν πραγμάτων. Τί δὲ σᾶς εἶπε, κύριοι; ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ναυτικοῦ. Δῆλον ὅτι ἠθέλησε νὰ διαψεύσῃ ὁλόκληρον ἱστορίαν, ὁλόκληρα γεγονότα ἀπὸ τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἑλλάδος μέχρι τῆς νεωτέρας ἀναγεννήσεως αὐτῆς, καθ’ ἃς ἐποχὰς ἡ Ἑλλὰς καὶ ἐδοξάσθη καὶ ἐμεγαλύνθη, καὶ τὴν σωτηρίαν της πάντοτε εὗρεν ἐν τῷ ναυτικῷ. Καὶ ὑπομονὴ, ἐὰν διέψευδεν αὐτὰ μέχρι τῶν ὁρίων τῆς γνώσεως τῶν πραγμάτων αὐτῶν· ἀλλ’ ἀφοῦ ἔκλαιε καὶ ὠδύρετο περὶ τῶν 150 ἑκατομ, σᾶς ἐπρότεινεν, ὅτι ἀντὶ ναυτικοῦ δυνάμεθα νὰ ἀσφαλίσωμεν τὰ παράλια, τοὺς κυριωτέρους λιμένας τῆς Ἑλλάδος, καθ’ ὃν τρόπον ἡ Γερμανία κατὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον ἠσφάλισε τὰ παράλιά της· διὰ τὸ σύστημα δὲ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπέδειξε χθὲς ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς, τῆς ὀχυρώσεως διὰ τῶν λεγομένων «Torpilles», νεοκλάστρων καθ’ ἡμᾶς, τοὐλάχιστον ἀπαιτοῦνται 500 ἑκατομ. ὅπως θέλω σᾶς ἀποδείξει διὰ τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἀριθμῶν. Ἀλλὰ νομίζετε, ἐὰν ἔχητε τὴν Ἑλλάδα δικτυωμένην διὰ τοῦ σύρματος τῶν Torpilles, δύνασθε νὰ ἀσφαλίσητε αὐτὰ ἄνευ στόλου; βεβαίως ὄχι, διότι ὁ ἐχθρὸς θὰ τὰ ψαρεύσῃ καὶ θὰ τὰ καταστρέψῃ ὅλα. Ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς ἐξάξω ἀπὸ τὴν χίμαιραν αὐτὴν, λέγω, δὲν εἶναι δυνατὸν, ὅπως ἔχουν γεωγραφικῶς τὰ παράλια τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅπως ἔχει τὸ ἔδαφος τοῦ πυθμένος τῶν θαλασσῶν, νὰ ἀσφαλίσητε δι’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος τὴν ἐπικράτειάν σας, διότι τὰ μεγάλα βάθη δὲν ἐπιτρέπουν τοῦτο. Ὀλίγα τινὰ διακεκριμμένα μέρη δύνανται νὰ ἔχουν τὸ πλεονέκτημα τοῦτο, ὡς εἶναι τὰ ὕδατα τοῦ Μεσολογγίου, τὸ στενὸν τοῦ Ῥίου καὶ Ἀντιῤῥίου, μέρη τινὰ τῆς Χαλκίδος καὶ τὸ μέρος τῆς Στυλίδος, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν, οὐδὲ ἐβασίσθη εἰς αὐτὸ τὸ σύστημα ἡ Γερμανία. Νομίζετε, ὅτι τὰ νεόκλαστρα ἐμπόδισαν τὰς ἀποβάσεις τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ; Ὄχι, κύριοι· ἡ φύσις τῶν ὑδάτων κατέστησε καὶ καθιστᾷ τὰς παραλίας τῆς Βορείου Γερμανίας ἀπροσίτους πρὸς πᾶσαν ἐχθρικὴν δύναμιν, διότι τὰ πολεμικὰ πλοῖα δὲν δύνανται νὰ πλησιάσουν ἕνεκα τῶν ἀβαθῶν ὑδάτων, καὶ ἑπομένως ὁ στόλος, ὁ θέλων νὰ παραβιάσῃ αὐτὰ, ὀφείλει ὡρισμένα τινὰ σημεῖα νὰ παραβιάσῃ· ταῦτα δὲ ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἐφρόντισε βεβαίως νὰ ἐξασφαλίσῃ διὰ φοβερῶν ὀχυρωμάτων, μεταχειρισθεῖσα ὅπου ἦτον ἀνάγκη καὶ αὐτὰ τὰ νεόκλαστρα. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ διὰ τὰ παράλια ἡμῶν, ἑπομένως ἔχομεν ἀνάγκην στόλου, καὶ ὅστις ἐξ ὑμῶν πιστεύει, οἱαδήποτε μέτρα καὶ ἂν λάβωμεν κατὰ ξηρὰν, ὅτι ἄνευ στόλου δυνάμεθα νὰ διακινδυνεύσωμεν, νὰ διεκδικήσωμεν τὰ συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας μας ἄνευ κινδύνου καταφανοῦς, ἀπατᾶται, καὶ ἀπατᾶται πλάνην φοβεράν. Ἵνα δὲ κατὰ θάλασσαν εὑρεθῶμεν εἰς ἀξιοπρεπῆ θέσιν ἀπέναντι ἐκτάκτων γεγονότων κατὰ τὴν Ἀνατολὴν, πρὸ παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ ἀποκτήσωμεν ναύσταθμον, καλῶς ὠχυρωμένον, καλῶς ἐφωδιασμένον καὶ παρεσκευασμένον. Ἄνευ τούτου, κύριοι, τὰ πλοῖά σας εἶναι ἄχρηστα, ἄνευ τούτου οὐδὲν σπουδαῖον δύνασθε νὰ διαπράξητε. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ Ναυστάθμου εἶναι ζήτημα περισπούδαστον, ζήτημα ἀπαιτοῦν μελέτην βαθεῖαν καὶ ἐσκεμμένην. Ἐπὶ ἐννέα ἔτη κατὰ συνέχειαν, κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Χόβαρτ, ἐποχὴν ἀφήσασαν ἀναμνήσεις ὀδυνηρὰς δι’ ἡμᾶς, ἐπιτελῶν καὶ ἐγὼ τὸ καθῆκόν μου, ἐσκέφθην καὶ σκέπτομαι ποῦ ὀφείλει νὰ ἐγερθῇ ὁ Ναύσταθμος οὗτος καὶ τίνι τρόπῳ πρέπει νὰ ᾖναι ἐξησφαλισμένος. Μετὰ ἐρεύνας πολλάς, ἐνόμισα, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δύω εἰσὶ θέσεις καλαὶ τοῦ πολεμικοῦ Ναυστάθμου, ἡ Σαλαμὶς καί ἡ Χαλκίς. Ἄλλοτε εἶχον γνώμην περὶ τῆς Χαλκίδος, σήμερον ὅμως, διὰ λόγους σπουδαίους, ἐνόμισα ὅτι πρέπει νὰ προτιμηθῇ ἡ Σαλαμίς, διὰ πολλὰ ἄλλα προτερήματα, τὰ ὁποῖα παρέχει ἡ γεωγραφικὴ αὐτῆς θέσις, καὶ ἰδίως διὰ τρεῖς σπουδαίους λόγους· αʹ διότι ἐν Σαλαμῖνι ὁ Ναύσταθμος εἶναι ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐποπτείαν τῆς κυβερνήσεως, προσὸν λίαν σπουδαῖον· βʹ διότι ἐκ τῆς ἀναγκαίας ὀχυρώσεως αὐτοῦ δι’ ἐξωτερικῶν καὶ ἐσωτερικῶν ὀχυρωμάτων ἀσφαλίζεται καὶ ἡ πρωτεύουσα, ἥτις ἔχει ἀνάγκην νὰ ᾖναι ἠσφαλισμένη ἀπὸ τῆς θαλάσσης· καὶ γʹ καὶ πρὸ πάντων, διότι ἡ θέσις τῆς Σαλαμῖνος παρέχει πλήρη ἐλευθερίαν ἐνεργείας εἰς τὰς ναυτικὰς ἡμῶν δυνάμεις· διότι δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ ἐξασφάλισις αὐτῶν δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν μέσων, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχουν καὶ τὰ προσόντα τῆς ἐλευθέρας ἐνεργείας.
§10ΠΙΠΙΝΟΣ. Πρόσθες ἓν ἄλλο ἀκόμη, ὅτι εἶναι κοντὰ τὰ παγωτὰ καὶ διασκεδάζουν.
§11ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τούτου ἕνεκα, κύριοι, κατέγεινα, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τοὺς πόρους τοῦ κράτους, νὰ ἐξάξω ὁποία ἔσεται ἡ δαπάνη τῆς ὀχυρώσεως τοῦ Ναυστάθμου. Ἀναγκάζομαι νὰ κάμω τὴν παρέκβασιν ταύτην, μὴ ἁρμόζουσαν εἰς τὴν ἐποχὴν, ἕνεκα τῆς προτάσεως, ἣν ἔῤῥιψεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, περὶ τῆς ὀχυρώσεως τῶν λιμένων τοῦ κράτους καὶ τῶν διαφόρων παραλίων. Καὶ μόνον διὰ νὰ ὀχυρώσῃ τις τὴν μικρὰν αὐτὴν γωνίαν διὰ μόνον ἑξήκοντα πυροβόλων Ἄρμστρωγγ τῶν 300 λιτρῶν, ἀπαιτοῦνται ἑπτὰ ἑκατομμύρια φράγκων, διότι, κύριοι, ἕκαστον πυροβόλον τοιοῦτον ἔχει ἀξίαν 4,000 λιρῶν, δηλονότι ἡ ἀξία τοῦ κορμοῦ τοῦ πυροβόλου συνίσταται εἰς 1650 λίρας, ἡ ἀξία τοῦ ἅρματος αὐτοῦ εἰς 475 λίρας, ἡ ἀξία τῆς συσκευασίας αὐτοῦ μέχρι τῆς τοποθετήσεως εἰς τὸ πυροβολεῖον ἐν ὑπαίθρῳ διὰ τὴν ὀχύρωσιν 600 λίρας, καὶ 1000 περίπου λίρας διὰ τὰ ἐφόδια τοῦ πυροβόλου αὐτοῦ μὲ μόνον 125 βολὰς, διότι ἑκάστη βολὴ ἐκ σιδήρου χυτοῦ καὶ κυλινδροκωνικῶν σφαιρῶν βλημάτων ἀξίζει 190 δραχμάς· ἐὰν δὲ αὐτὰς θέλωμεν νὰ ἀντικαταστήσωμεν διὰ χαλυβδίνων, ἡ ἀξία ἀναβαίνει εἰς 380 δραχ., διότι ὁ τόνος τῶν τοιούτων ἐν Ἀγγλίᾳ πωλεῖται πρὸς ὀγδοήκοντα λίρας, τοῦ τόνου περιέχοντος 8 τοιαῦτα βλήματα. Δὲν ἠδυνάμην νὰ μεταχειρισθῶ οἰκονομικώτερα διὰ τὴν ὀχύρωσιν τοῦ Ναυστάθμου πυροβόλα, διότι τὰ μέσα τῆς ἀμύνης καὶ τῆς ἐπιθέσεως κατὰ θάλασσαν κατέστησαν τεράστια, καὶ ἀπέναντι αὐτῶν ὀφείλει νὰ λάβῃ τοὐλάχιστον τὸν μέσον ὅρον. Λοιπὸν ἐὰν διὰ τὴν μικρὰν αὐτὴν γωνίαν, ἣν θέλομεν ν’ ἀσφαλίσωμεν, ἔχομεν ἀνάγκην 7,000,000 ἀποδεδειγμένων δι’ ἀριθμῶν ἀλανθάστων, συλλογισθῆτε τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον σᾶς προτείνει, ἐν ἀγνοίᾳ του ἴσως ὁ κ. Πετιμεζᾶς, περὶ τῆς ὀχυρώσεως ὅλων τῶν λιμένων τοῦ κράτους καὶ περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν παραλίων. Σᾶς ἔφερον τὸ παράδειγμα τοῦτο, διὰ νὰ σᾶς δώσω νὰ ἐννοήσητε ὁποῖον εἶναι τὸ μέγεθος τοῦ ἐξοπλισμοῦ, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπέβαλεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς. Λοιπὸν ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς, ὁ ὁποῖος ἐθρήνει καὶ ὠδύρετο πῶς τὸ κράτος ἤθελεν οἰκονομήσει 150,000,000, αἴφνης σᾶς ἔδωκεν ἓν σχέδιον ἁπλοῦν διὰ 500,000,000. Λοιπὸν πάντα τὰ λεχθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου χθὲς παρὰ τοῦ προαγορεύσαντος καὶ ἀνακριβῆ ἦσαν, καὶ ὑπερβολικὰ, καὶ τὰ πλεῖστα ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἀληθείας. Τοῦτο εἶχον καθῆκον νὰ ἐξελέγξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κανάρης.
§13ΚΑΝΑΡΗΣ. Δὲν ἐσκόπουν, κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλ’ ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι ἀπεμακρύνθημεν τοῦ κυρίου θέματος, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Νομίζω, ὅτι τὰ φορολογικὰ καὶ τὰ περὶ παρασκευῆς καὶ προμηθείας ὅπλων οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Ἀπεφασίσαμεν, κύριοι, νὰ συζητήσωμεν τὸ πολιτικὸν ζήτημα, τοῦτο δὲ, κατὰ τὴν κρίσιν μου, εἶναι: εὑρίσκει ὁ τόπος κυβέρνησιν, εἰς ἣν δύναται ἀδιστάκτως νὰ ἐμπιστευθῇ τὴν τύχην του εἰς τὰς παρούσας ἐκτάκτους περιστάσεις; (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων)
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὰ ἀκροατήρια.
§15ΚΑΝΑΡΗΣ. Ὅταν λύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, εὔκολον εἶναι, νομίζω, νὰ λύσωμεν καὶ τὰ λοιπὰ, διότι ὁ τόπος ἔχει ὁμολογουμένως πολλοὺς ἐπιστήμονας, καὶ ἡ κυβέρνησις δύναται νὰ εὕρῃ τοὺς ἁρμοδίους νὰ συμβουλεύσωσι ποῖον ὅπλον πρέπει νὰ προτιμήσωμεν, τὸ τοῦ Σασσεπὼ ἢ τὸ τοῦ Μυλωνᾶ. Λοιπὸν κύριον θέμα εἶναι ὁποία τις πρέπει νὰ ᾖναι ἡ κυβέρνησις τοῦ τόπου εἰς τὰς ἐκτάκτους ταύτας περιστάσεις. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν σφάλλω, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οἱ καιροὶ εἶναι κρίσιμοι, καὶ ἀπαιτοῦνται ἔκτακτοι θυσίαι· καὶ ἂν σφάλλω ὅμως, κολακεύομαι ὅτι σφάλλω μετὰ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ τόπου, ἥτις φρονεῖ ὅτι αἱ περιστάσεις εἶναι ἔκτακτοι καὶ δὲν ἀρκοῦσι μόναι αἱ δυνάμεις ἡμῶν. Τοῦτο, κύριοι, ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς σοβαρὰ καθήκοντα, διότι, ἂν ἤμεθα κύριοι τῆς τύχης μας καὶ ἂν ἐξηρτᾶτο ἐκ τῶν ἰδίων ἡμῶν δυνάμεων νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα, θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ ἐπανορθώσωμεν πᾶν τυχὸν σφάλμα ἡμῶν. Ἀλλ’ ἡ τύχη τοῦ τόπου, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν ἰδίων αὐτοῦ δυνάμεων· ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ ζήτημα τῆς Ἀνατολῆς καὶ συνδέεται μετὰ τῶν ἔξω. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἀποδείξωμεν μεγάλην φρόνησιν καὶ εἰς τοὺς φρονιμοτέρους νὰ ἐμπιστευθῶμεν.
§16ΖΩΧΙΟΣ. Θὰ τοὺς εὕρωμεν;
§17ΚΑΝΑΡΗΣ. Βεβαίως θὰ τοὺς εὕρωμεν, διότι ἀλλοίμονον εἰς τὸ ἔθνος, ἐὰν δὲν τοὺς εὕρῃ. Νομίζω δὲ ὅτι τοὺς ἔχομεν, ἀφοῦ τόσα κόμματα ἐπὶ τόσα ἔτη διέπουσιν ἀλληλοδιαδόχως τὰς τύχας τοῦ ἔθνους. Τοὺς ἀνθρώπους τῶν ὁμαλῶν περιστάσεων καὶ τῆς συνήθους ὑπηρεσίας βεβαίως τοὺς ἔχομεν· ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐκτάκτων περιστάσεων, καὶ μὴ ἀπατᾶται κανεὶς ἐξ ὑμῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνωσι μεγάλα πράγματα, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ὁ προωρισμένος νὰ τὰ κάμῃ· σφάλλουν δὲ ὅσοι ἐκ φιλοδοξίας φοβοῦνται, ὅτι δύνανται οἱ ἀντίπαλοι αὐτῶν περιερχόμενοι εἰς τὴν ἐξουσίαν νὰ τὰ κατορθώσωσιν. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὑπέδειξε τὴν ἀνάγκην, ὁ δὲ κ. Τρικούπης ἐπίσης ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἀκροθιγῶς· εἶχον ἀμφότεροι δίκαιον νὰ ὑποδείξουν τὴν ἀνάγκην καὶ νὰ ἀφήσωσιν εἰς ἡμᾶς νὰ κρίνωμεν περὶ αὐτῆς καὶ νὰ τὴν ἐκτιμήσωμεν δεόντως. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς, ὅτι ἀναγνωρίζει τὸ κρίσιμον τῶν περιστάσεων καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς κοινῆς συμπράξεως· εἶπε δὲ προσέτι, ὅτι ἐπεδίωξε τὴν τοιαύτην σύμπραξιν, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἰσηκούσθη. Ὁ δὲ κ. Τρικούπης ἐδήλωσεν, ὅτι πρὸς αὐτὸν οὐδεὶς ἐγένετο λόγος περὶ τούτου, ἀγνοεῖ δὲ τὶ ἔπραξεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἐξετάσω πῶς σκέπτονται οἱ κκ. ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων περὶ τῆς ἀνάγκης ταύτης· φρονῶ ὅμως, ὅτι κανεὶς ἐξ αὐτῶν δὲν πιστεύει ὅτι ἔχει μόνος τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ ἔθνους, δὲν λέγω τοῦ ὅλου, ἀλλ’ ἴσως οὔτε τῶν δύω τρίτων. Ἐὰν ὅμως ἡ περίστασις ᾖναι ἔκτακτος, χρειάζεται ἄλλο· ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι πάντοτε παροῦσα, καὶ ἴσως παραστῇ ἡ ἀνάγκη νὰ δώσωμεν εὐρυτέραν ἐξουσίαν εἰς τὴν κυβέρνησιν.
§18ΖΩΧΙΟΣ. Ποίαν;
§19ΚΑΝΑΡΗΣ. Θὰ εἴπω. Ἀπὸ τοῦ 1829, κύριοι, καμμία ἐθνικὴ ἐνέργεια σπουδαία, ὅπως ἦτο τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως, δὲν ἔγεινεν εἰς τὸν τόπον, διὰ νὰ ἔχῃ τις προηγούμενα. Ὅταν ἀφαιρέσῃ κανεὶς τοὺς γέροντας, νέους δὲν ἔχομεν· ἔχομεν ἀνθρώπους τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἡ τρέχουσα ὑπηρεσία δὲν φέρει ποτὲ ἐμπιστοσύνην, διότι οἱ διαπληκτισμοί, ἡ πάλη τῶν κομμάτων, καταστρέφουν δυστυχῶς ὅλους. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ κατάστασις τοῦ τόπου δὲν δύναται νὰ μᾶς φέρῃ πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα τὸ ἔθνος νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην· ἐγὼ φρονῶ, κύριοι, ἐκ τῶν ἐνόντων, διότι, πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι προωρισμένος διὰ πράγματα, δὲν θὰ τὰ κάμῃ. Ἡμεῖς ἔχομεν πρόσωπα διακεκριμμένα, ἀλλὰ πρέπει ὅλοι νὰ συμπράξουν, διὰ νὰ ἀναπληρωθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ ἔθνους διὰ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις.
§20ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡμεῖς συμπράττομεν, εἴπομεν τὰς ἰδέας μας.
§21ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν συνειθίζω δικηγορικά· αὐτὰ ἀφήσατέ τα, ἐγὼ ὁμιλῶ διὰ πράγματα. Λοιπὸν ἐπειδὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ σήμερον ἡ ἐθνικὴ ἐμπιστοσύνη διὰ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, καὶ μὲ τοῦτο κανεὶς δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι πειράζεται, διότι καὶ μόνος του θὰ τὸ ὁμολογήσῃ, νομίζω ἀπαραίτητον τὴν κοινὴν σύμπραξιν· δι’ αὐτῆς καὶ τὰ νομοσχέδια τὰ ἤδη ὑποβεβλημένα θὰ ἐπιψηφισθῶσι καὶ πᾶν ὅ,τι κρίνεται χρήσιμον εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις θ’ ἀποφασισθῇ. Ἂς μὴ πλανώμεθα, κύριοι, δὲν πρέπει σήμερον νὰ κατατρίβωμεν τὸν χρόνον συζητοῦντες περὶ λεπτομερειῶν, εἰς ἃς δύσκολον εἶναι νὰ ἐπαρκέσωμεν μόνοι. Περὶ ἑνὸς δὲ καὶ μόνου πρέπει σήμερον νὰ φροντίσωμεν, πῶς δυνάμεθα δηλονότι νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν τύχην τοῦ ἔθνους, ἐμπιστευόμενοι αὐτὴν εἰς ἄνδρας ἱκανοὺς νὰ τὴν διαχειρισθῶσιν ἐν τοῖς κρισίμοις τούτοις καιροῖς. Ὁ κ. Τρικούπης λέγει, καὶ τὸ πρεσβεύω καὶ ἐγὼ ὡς ὀρθὸν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ σύμπραξις ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει ὁμοφροσύνη. Τοῦτο, κύριοι, ὡς ἀξίωμα, ὡς ἀρχὴ, εἶναι ὀρθὸν, ἀλλ’ ἴσα ἴσα, κ. Τρικούπη, φρονῶ, ἐπειδὴ τῳόντι εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον δὲν εἴμεθα, τὸ ἄτομον πρέπει νὰ ἐκτιμήσῃ περισσότερον τὸ ὅλον, τὴν πατρίδα του, παρὰ τὴν ἀτομικήν του θέσιν. Κατ’ ἐμὲ, σήμερον οἱ μεγαλείτεροι πολιτικοὶ εἶναι ὁ Βίσμαρκ καὶ ὁ Θιέρς. Ὁ Βίσμαρκ, κύριοι, τὸ μεγαλεῖόν του ἀπέκτησε μὲ κόπον, μὲ μόχθον· καὶ ἂν αὐτὸς ὁ Βίσμαρκ ὁ ἴδιος δὲν ὑπέβαλεν ἑαυτὸν εἰς θυσίας, εἰς μαρτύρια, Βίσμαρκ δὲν ἦτο· αὐτὸ εἶναι ἀπαράλλακτα ὅπως λέγει ὁ εὐαγγελικὸς λόγος «Ὅποιος θέλει νὰ σώσῃ τὴν ψυχήν του, πρέπει νὰ μισήσῃ τὴν ψυχήν του·» ὅποιος θέλει νὰ γείνῃ μέγας, πρέπει νὰ μισήσῃ τὸν ἑαυτόν του. Ἀλλὰ σεῖς δὲν βλέπεσθε· πῶς νὰ γείνῃ σύμπραξις; Οἱ ἀρχαῖοι Πέρσαι, ὅταν ἤθελον νὰ σκεφθοῦν, ἐκάθηντο καὶ ἐσυμποσίαζον. Εἰς τὸ βῆμα, λέγουσιν. Ἀλλὰ τὸ βῆμα, κύριοι, χρησιμεύει πρὸς συζήτησιν τῶν ζητημάτων, ἀλλὰ δὲν χρησιμεύει ὁσάκις θέλομεν νὰ συνεννοηθῶμεν εἰλικρινῶς, χάριν τῶν μεγάλων συμφερόντων τοῦ ἔθνους. Ἔλθετε εἰλικρινῶς εἰς τοιαύτην συνεννόησιν, ἡμεῖς δὲ τότε σᾶς ἐμπιστευόμεθα· ὅστις ἀπὸ σᾶς ἤθελε παραγνωρίσει τὴν θέσιν τοῦ τόπου καὶ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ προσώπου του, ἐκεῖνος θὰ δώσῃ λόγον, ἠθικῶς πάντοτε. Τὸ ἐγώ, κύριοι, τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς δεικνύει, νομίζω, τὴν μικρότητά του. Ὁ Γαμβέτας, ὅστις εἶναι ὡς σεῖς νέος, ἄφησεν εἰς τὸ μέλλον τὸ στάδιόν του, ὑπετάχθη εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἡμέρας, καὶ τὸν βλέπετε πῶς πολιτεύεται μὲ θυσίαν ἑαυτοῦ. Λοιπὸν ὅστις ἐξ ὑμῶν δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ θυσιάσῃ τὸν ἐγωϊσμόν του, δὲν εἶναι προωρισμένος νὰ κάμῃ κάτι τι ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ τόπου. Καὶ ἐννοῶ διὰ τούτου ὅτι, ὅποιος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἴδῃ τὴν Ἑλλάδα, αὐτὸς δὲν εἶναι ἄνθρωπος πεπαιδευμένος, οὔτε νοῦν ἔχει οὔτε καρδίαν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Σπουδαῖος καὶ χρήσιμος πολιτικὸς ἀνὴρ εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἀνατρέχων εἰς τὰς 4,000 ἔτη τῆς ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος καὶ μελετῶν ἐν αὐτῇ τὰ αἴτια τῆς δόξης καὶ τοῦ μεγαλείου της, τῆς διαφθορᾶς καὶ τῆς καταπτώσεώς της, δύναται νὰ προΐδῃ ἢ μὲ τὴν καρδίαν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὁ τόπος αὐτὸς ἔχει μέλλον προόδου καὶ μεγαλείου καὶ δὲν περιορίζεται εἰς τὸ παρόν· αὐτὸς εἶναι ὁ ἄξιος πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος. Μήτε εἰς τὸν βασιλέα τὸν ἴδιον, ἂν βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος ἔλθῃ καὶ δὲν ἐκτιμήσῃ τὴν ἱστορίαν της, τὸ παρελθὸν μεγαλεῖόν της, καὶ δὲν πεισθῇ ἀδιστάκτως περὶ τοῦ μέλλοντός της, ἀλλὰ κρίνῃ αὐτὴν ἐκ τοῦ παρόντος, μήτε εἰς αὐτὸν ἐπιτρέπεται νὰ ᾖναι βασιλεύς. Ὁ τόπος δὲν πρέπει νὰ κριθῇ ὅπως τὸν βλέπομεν σήμερον, ἀλλ’ ὅπως ἦτο εἰς τὸ παρελθόν, ὅπως θὰ ᾖναι εἰς τὸ μέλλον. Ὅστις λοιπὸν πολιτικὸς ἀνὴρ σκεφθῇ οὕτω περὶ τῆς Ἑλλάδος, αὐτὸς καὶ θὰ σέβηται καὶ θὰ πονῇ τὴν Ἑλλάδα καὶ θὰ ᾖναι καὶ πρόθυμος νὰ ὑποστῇ θυσίας πραγματικάς. Πόσοι δὲν διῆλθον ἀπὸ ἐδῶ βάρβαροι.... Ἀλλ’ οἱ βάρβαροι αὐτοὶ ἐξεπολιτίσθησαν, πῶς κύριοι; Διὰ τῆς ἑλληνικῆς παιδείας· τί δὲ εἶναι ἑλληνικὴ παιδεία; «Οὐδὲν ἱερώτερον....» σεῖς τὸ ἠξεύρετε καλλίτερα.
§22ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Πλάτων.
§23ΚΑΝΑΡΗΣ. Καὶ ὅσα ἔθνη δὲν ἠσπάσθησαν τὴν ἑλληνικὴν παιδείαν... οἱ Γάλλοι, καὶ σωστὰ εἶπον οἱ Ἄγγλοι, ὅτι ἡ λατινικὴ παιδεία εἶναι σκιὰ τῆς ἑλληνικῆς. Λοιπὸν ὅταν ἡμεῖς δὲν ἔχωμεν αὐτὸ τὸ αἴσθημα τοῦ τόπου μας, ἀλλὰ κρίνομεν αὐτὸν ὅπως εἶναι σήμερον, δὲν εἴμεθα διὰ μεγάλα πράγματα. Λοιπὸν διὰ τοῦτο ἀποτείνομαι πρὸς τὸν κ. Τρικούπην... ...δὲν εἶδα κανένα νὰ εὕρῃ μέσον πῶς θὰ ἔβγωμεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν κατάστασιν· διὰ τοῦτο εἶπον ἐμπιστοσύνην εἰς ἓν πρόσωπον δὲν ἔχει τὸ ἔθνος ἀπὸ ὅσα εἶναι σήμερον, τὴν ἔχει δὲ πρὸς ὅλους συμπράττοντας. Ὅταν δὲν εἶσθε ἱκανοὶ νὰ νικήσητε τὸν ἑαυτόν σας, πῶς θὰ δυνηθῆτε νὰ νικήσητε ἄλλα πράγματα; τότε θὰ μᾶς ἀναγκάσητε νὰ καταφύγωμεν εἰς τοὺς γέρους. Σᾶς ἀρέσει, κύριοι, αὐτό; θὰ τὸ πολεμήσητε πολιτικῶς, ἔχετε τὴν δύναμιν· ἀλλ’ εἰς τὸ πρᾶγμα; Αὐτὸς ὁ τόπος ἔσφαλε διότι ἀπεμάκρυνε τοὺς γέρους, ὄχι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς σωματικῆς ἀδυναμίας, δὲν ἦτο αὐτὸς ὁ λόγος· τὰ πράγματα ἀποδεικνύουσι δυστυχῶς, ὅτι οἱ νεώτεροι ἡμεῖς οὐδὲν ἐπράξαμεν ὑπὲρ τοῦ τόπου. Θὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὰ 1842. Τότε ἐπέστρεψα ἀπὸ τὴν Γερμανίαν καὶ ἀκόμη ἦσαν πολλοὶ γέροι, καὶ ἐν τούτοις ὁ μακαρίτης ὁ θεῖός μου, «Ὤχ παιδί μου, μοῦ λέγει, ἡμεῖς ἐδουλεύσαμεν καὶ ἐκάμαμεν ὅ,τι ἠμπορέσαμεν, νὰ σᾶς ἰδοῦμεν σᾶς· ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ κυβερνῶμεν τὸν τόπον, μὰ ἔτσι ποῦ πᾶν τὰ πράγματα βλέπω ὅτι πολὺν καιρὸν θὰ διοικήσωμεν τὸν τόπον.» Τὸ ἐννοῶ ὅταν ἓν ἄνθος κάμῃ τὴν περίοδόν του, μὰ ἡμεῖς οἱ νεώτεροι δὲν ἐκάμαμεν τίποτε, καὶ ἐπίσης εἶναι ἀληθὲς ὅτι, παρὰ τὴν ἀσυμφωνίαν τὴν ἐδικήν σας, καλλίτερα πράγματα θὰ ἔκαμναν εἰς τὸν τόπον. Ἐγὼ ἀκολουθῶ τὰ πράγματα ἀφ’ ὅτου ἤρχισα νὰ πολιτεύωμαι· ἐξετάζεται τί συνέβη εἰς τὴν Γαλλίαν, τί συνέβη εἰς τὴν Ἀγγλίαν, δὲν ἐξετάσθη δὲ ὁ τόπος, διὰ τοῦτο ἐφθάσαμεν ἐδῶ ὅπου ἐφθάσαμεν, ἐνῷ ὅταν ἐσκέπτοντο ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι, δὲν ἐσυλλογίζοντο τί ἐγίνετο εἰς τὰ Παρίσια. Λοιπὸν δὲν ἠμποροῦν νὰ κολακευθοῦν σήμερον οἱ νεώτεροι πολιτικοί, ἠμποροῦν μόνον νὰ εἴπουν ὅτι δὲν πταίουν, ὄχι ὅμως ὅτι ἐφ’ ἡμῶν εὐημέρησεν ἡ πατρίς· ἠξεύρετε νὰ λέγετε ἡμεῖς ἐπιάσαμεν τόσους φυγοδίκους, σεῖς δὲν ἐπιάσατε τόσους, καὶ τὸ καθῆκον τὸ ἐκάματε μεγαλεῖον! διότι δὲν ἠξεύρω ποία κυβέρνησις δὲν θὰ πιάσῃ τοὺς κακούργους. Διὰ τοῦτο ἐλᾶτε μαζῆ, τὸ ὁποῖον θὰ ᾖναι εἰς τὸν τόπον καλόν, δι’ ἐσᾶς ὅμως ὄχι, εἰ δὲ μὴ, τοὺς γέρους· ὁ τόπος εἶναι ἱερώτερος ἀπὸ τὸ ἄτομον, λοιπὸν περὶ τοῦ τόπου πρέπει νὰ γείνῃ φροντίς. Φρονῶ λοιπὸν δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, ὅτι ἡ βάσις εἶναι ἰσχυρὰ κυβέρνησις, καὶ καθῆκον τῶν κυρίων κομματαρχῶν νὰ τὴν κάμουν. Ἂς διαρκέσῃ ἓξ μῆνας καὶ ἔπειτα καθεὶς ἂς τραβίξῃ τὸν δρόμον του· δηλ. κυβέρνησις, ἡ ὁποία νὰ χαίρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ τόπου, καὶ ὅταν εὕρωμεν αὐτὴν, τὰ ἄλλα εἶναι τίποτε.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος, ἑπομένως ἡ συζήτησις δύναται νὰ θεωρηθῇ περαιωμένη· κηρύττω τὴν συζήτησιν περαιωμένην.
§25ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πῶς θὰ κηρύξητε τὴν συζήτησιν περαιωμένην;
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν κανονισμόν, διότι δὲν ὑπάρχει ἄλλος νὰ ὁμιλήσῃ.
§27ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι, δὲν ἐννοῶ νὰ σᾶς ἐγκαλέσω διὰ τοῦτο· νομίζω ὅμως, ὅτι καθῆκον εἶναι τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὁμιλήσῃ, καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ καθῆκον ἔπρεπε νὰ τὸ ἐκπληρώσῃ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας. Στηρίζω δὲ τὴν ἀξίωσίν μου αὐτὴν εἰς αὐτοὺς τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ. Ὅτε ἐπαρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀνεκοίνωσε πρὸς αὐτὴν τὴν μεταβολὴν τῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος, προσέθηκε συγχρόνως τὰ ἑξῆς. «Κύριοι, πρέπει νὰ παρασκευασθῶμεν, νὰ καταρτίσωμεν τὰς κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεις τοῦ ἔθνους καὶ νὰ διοργανώσωμεν αὐτάς. Βεβαίως λαὸς, ὅστις δὲν στηρίζει τὴν ἀνεξαρτησίαν του, τὴν ἀκεραιότητα τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς τιμῆς του εἰς τὰς ἰδίας αὑτοῦ δυνάμεις, δύναται νὰ μὴ ἀπολεσθῇ κατ’ ἀνοχὴν, θέλει ὅμως διαμείνει πάντοτε καταφρονημένος.» Ἡ ὑπόσχεσις, βλέπετε, εἶναι ῥητὴ, ἐπίσημος, καὶ δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ γείνῃ εἰμὴ οὕτω. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἦλθεν ἡ ἡμέρα τῆς ἐνάρξεως τῶν συζητήσεων, ἡ Κυβέρνησις ἐσίγησεν. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία προσεκάλεσε τὴν Βουλὴν νὰ συντρέξῃ αὐτὴν εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἥτις ἐξωτερικὴ πολιτικὴ συνδέεται συνάμα μὲ τὰ μεγαλείτερα ἐσωτερικὰ ζητήματα, αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐσίγησεν, οὐδένα λόγον ἔδωκεν ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, δηλαδὴ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ, περὶ τῶν αἰτίων, διὰ τὰ ὁποῖα παρῄτησε τὴν μίαν πολιτικὴν καὶ μετέβη εἰς ἄλλην πολιτικήν· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν τὸ στοιχειῶδες καθῆκον ἐξεπλήρωσε, τὸ ὁποῖον τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν εἰσῆγε τὸ νέον πρόγραμμά της ὑπεσχέθη, νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεων, ἃς ἔπραξε καθ’ ὃν χρόνον τὸ ἔθνος δὲν εὑρίσκετο ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου. Ἀλλὰ περιπλέον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἡ ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως ἔτι μᾶλλον ηὔξησεν. Ὁ κ. Τρικούπης ἔλαβε πρῶτος τὸν λόγον καὶ κατέκρινε τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε μέχρι σήμερον. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ ἑπομένως ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν πρώτη νὰ ἔλθῃ νὰ δώσῃ λόγον πρὸς τὸ Σῶμα τοῦτο, ὡς ἀντιπροσωπεῦον τὸ ἔθνος, περὶ ὧν ἔπραξε καὶ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν πράξεών του, καὶ περὶ τῶν αἰτίων, διὰ τὰ ὁποῖα παραιτεῖ τὸν δρόμον ἐκεῖνον τῆς πολιτικῆς καὶ λαμβάνει ἄλλον, ἀφ’ ἧς ὅμως ὁ κ. Τρικούπης ἦλθε καὶ κατέκρινε τὴν παρελθοῦσαν τῆς Κυβερνήσεως πολιτικὴν, τοὐλάχιστον ἔπρεπε νὰ θεωρήσῃ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Τρικούπη ὡς μίαν πρόκλησιν. Ἐχρεώστει λοιπὸν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ χρέος τὸ ὁποῖον εἶχε παραλείψει· ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξεν. Ἐξηκολούθησε νὰ γίνεται συζήτησις περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς της, συζήτησις βεβαίως περιωρισμένη, διότι στάδιον δὲν ὑπῆρχε, τὸ στάδιον ἦτο κεκλεισμένον, ἀλλ’ ὅπερ ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε ν’ ἀνοίξῃ, καὶ δὲν τὸ ἤνοιξεν. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον αἱ κατακρίσεις τῆς πολιτικῆς αὐτῆς ἐξακολουθοῦν, ἡ δὲ Κυβέρνησις σιωπᾷ· αὐτὸς ὁ ἴδιος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ μόνος ἐκ τῆς Κυβερνήσεως λαλήσας, ὡμίλησε περὶ τῶν οἰκονομικῶν, περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν ἴδιον αὑτοῦ κλάδον, περὶ δὲ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς δὲν εἶπε τίποτε· εἶπεν ἀπεναντίας, ὅτι ἄλλα μέλη τῆς Κυβερνήσεως θέλουσιν ἐκτελέσει αὐτὸ τὸ καθῆκον, καὶ τὸ περιμένομεν ἀκόμη τετάρτην ἡμέραν σήμερον, καὶ δὲν τὸ βλέπομεν. Ἂν ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος παρῆλθε, ἦτο ἀδιάφορος, ἂν δὲν ἐπενήργησε παντάπασιν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, ἤθελον ἐννοήσει τὴν σιωπὴν, ἀλλ’ ἤθελον ἀπορήσει συγχρόνως διατὶ ἐδόθη ἡ ὑπόσχεσις. Ἀφοῦ ὅμως ὁμολογουμένως ὁ χρόνος αὐτὸς δὲν παρῆλθεν ἄνευ ἐπιῤῥοῆς ἐπὶ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, δὲν νομίζετε, ἂν τῷ ὄντι κυβερνώμεθα σπουδαίως κατὰ σύστημα κοινοβουλευτικὸν, ἤτοι σύστημα λογοδοσίας καὶ εὐθύνης, δὲν νομίζετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐξηγήσῃ ὁποία ὑπῆρξεν ἡ πολιτική της καὶ ὁποῖα ἀποτελέσματα ἔφερεν, ὁποῖοι δὲ οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπὸ τοῦ ἑνὸς συστήματος παραιτουμένη τρέπεται πρὸς ἄλλο; καὶ μάλιστα ἀφοῦ ἐπισήμως ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἐποιήσατο τοιαύτην κατάκρισιν τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος ἠκολούθησεν, ὥστε, εἶπεν, ὡς ἐνθυμεῖσθε πάντες, ὅτι ἂν ἔθνος τι δὲν ἀσπασθῇ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἤδη συνιστᾷ (καὶ ἐξ οὗ ἐξυπακούεται, ὅτι ἐγκαταλείπει τὴν πολιτικὴν, ἣν μέχρι τοῦδε ἠκολούθησε, διότι αὐτὴ εἶναι πάντῃ ἐναντία πρὸς τὴν νέαν), τὸ ἔθνος ἐκεῖνο εἶναι ἀξιοκαταφρόνητον. Ὑπάρχουν λοιπὸν, ἀξιότιμε κύριε πρόεδρε, τοσοῦτοι λόγοι ὑπαγορεύοντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ καθῆκον νὰ ἐξηγήσῃ τὴν μέχρι τοῦδε ἐξωτερικὴν πολιτικήν της, ὥστε νομίζω, ὅτι δὲν σφάλλω, ἂν ἐξενίσθην ἰδὼν ὅτι πρόκειται νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις καὶ ἂν διὰ τοῦτο ὁ πρόεδρος δὲν φέρῃ τὴν εὐθύνην· νομίζω ὅμως ὅτι πολλὴν εὐθύνην φέρει διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν πρέπει νὰ κλείσῃ πρὶν ἡ Κυβέρνησις ἐξηγηθῇ, καὶ κατόπιν βεβαίως θὰ ὁμιλήσωμεν καὶ ἡμεῖς.
§28ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (ὑπουργ. τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ κυβέρνησις δὲν μοὶ φαίνεται νὰ ᾖναι ἀξιοκατάκριτος, διότι ἐτήρησε μέχρι τοῦδε σιγήν. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει τὸ εὐγενὲς καθῆκον νὰ ἐξελέγχῃ τὰς πράξεις τῆς κυβερνήσεως· ἐπερίμενε λοιπὸν ἡ κυβέρνησις νὰ ἐξελεγχθῇ ἡ διαγωγή της, νὰ καταδειχθῶσι τὰ ἄτοπα, εἰς τὰ ὁποῖα τυχὸν περιέπεσε, καὶ τότε, καθ’ ἃ ὤφειλε, νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ὅπως ὑπερασπίσῃ τὴν πορείαν της· τοῦτο ὅμως μέχρι τοῦδε δὲν ἔγεινε.
§29ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ μὲ γράψητε.
§30ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ὁ κ. Τρικούπης, ὁ ὁποῖος ἐν ἐκτάσει ἐλάλησεν εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν, περιωρίσθη εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν νομοσχεδίων· καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, ὁ ἀξιότιμος κ. Τρικούπης ἐνέκρινε τὴν βάσιν αὐτῆς, καὶ ἑπομένως ἡ κυβέρνησις δὲν εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅπως ἀπαντήσῃ εἰς τὸν κ. Τρικούπην ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, διότι ἡ βάσις τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ κυβέρνησις, εἶναι ἡ εἰρήνη, καὶ ζήτημα ἠμποροῦσε νὰ τεθῇ καὶ εἶναι βεβαίως, ἂν καλῶς ἐπράξαμεν ἀκολουθήσαντες αὐτὴν ἢ ἂν ὠφείλομεν νὰ τραπῶμεν τὴν τοῦ πολέμου· ἑπομένως πρὸς τὸν κ. Τρικούπην ἡ κυβέρνησις δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπαντήσῃ. Ἦλθε κατόπιν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὁ ὁποῖος ἔθιξε καὶ τὸ πολιτικὸν ζήτημα, ὡμίλησε περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς· ἀλλ’ ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι καίτοι ἐπιθυμῶν ν’ ἀπαντήσω εἰς αὐτὸν, δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ πράξω, διότι διὰ τοῦ λόγου του ὁ κ. Πετιμεζᾶς κατώρθωσε μᾶλλον νὰ συγκαλύψῃ τὴν ἰδέαν του παρὰ νὰ τὴν ἀποκαλύψῃ, διότι ἐπὶ ἑκάστου θέματος ἔφερεν ὑπὲρ καὶ κατὰ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι, ὡς μοὶ ἐφάνη, ἀναιροῦνται ἀμοιβαίως· ἑπομένως καὶ εἰς τὸν κ. Πετιμεζᾶν δὲν εὗρον λόγον νὰ ἀπαντήσω. Μόνον μίαν ἀπάντησιν ὀφείλω νὰ δώσω ὡς πρὸς τὴν πρόκλησιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἀπηύθυνε πρὸς τὴν κυβέρνησιν, ἵνα ἐξηγήσῃ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν αὐτῆς εἰς τὸ μέλλον, ἂν, ἐννοεῖται, ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἐμπιστευθῇ εἰς αὐτὴν τὴν περαιτέρω διοίκησιν τῶν πραγμάτων· καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἀπαντῶ προθύμως. Ἐκ τῆς πορείας, τὴν ὁποίαν ἐτηρήσαμεν κατὰ τὸ παρελθὸν, προκύπτει ἐν ταὐτῷ τίς ἔσεται αὕτη καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἂν, ἐννοεῖται, ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἐμπιστευθῇ εἰς ἡμᾶς. Εἴμεθα, κύριοι, ὀπαδοὶ τῆς εἰρηνοφίλου πολιτικῆς καὶ θὰ εἴμεθα ὀπαδοὶ αὐτῆς καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἐκτὸς ἂν ἡ φορὰ τῶν πραγμάτων ἀποδείξῃ ἐπιβαλλομένην πορείαν ἄλλην· διὰ τοῦτο ἐθεωρήσαμεν καὶ θεωροῦμεν τὴν πολεμικὴν παρασκευὴν ἀναγκαίαν. Ἡ πολεμικὴ αὕτη προπαρασκευὴ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐνδεικνύουσα πρόθεσιν καὶ βουλὴν, ἀλλ’ ἁπλῶς ὡς ἀποβλέπουσα εἰς ἐνδεχομένην ἀνάγκην. Ἐν τῷ μεταξὺ δὲ πιστεύομεν, ὅτι ἡ Εὐρώπη, ἀφετηρίαν ἔχουσα εἰς τὰς ἐνεργείας αὑτῆς τὴν δικαιοσύνην καὶ σκοπὸν τὴν διαρκῆ ἀποκατάστασιν τῆς εἰρήνης ἐν τῇ Ἀνατολῇ, θέλει λάβει μέτρα πρόσφορα καὶ κατάλληλα πρὸς ἀμφότερα, καὶ θέλει καταστήσει οὕτω καὶ εἰς ἡμᾶς δυνατὴν τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐπιθυμίας καὶ προθέσεως ἡμῶν νὰ τηρήσωμεν τὴν εἰρήνην. Διότι, κύριοι, δὲν θὰ ἤμην εἰλικρινὴς, ἐὰν ἤθελον νὰ ἀποκρύψω, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον, ἵνα μὴ ἄλλο τι εἴπω, νὰ μείνῃ ἡ Ἑλλὰς ἥσυχος καὶ ἀτάραχος, ὅταν πρόκηται περὶ τῆς τύχης τῆς δούλης Ἑλλάδος· τὴν ἐλευθέραν μετὰ τῆς δούλης Ἑλλάδος δὲν συνδέει μόνον τὸ αἷμα καὶ ἡ γλῶσσα καὶ τὰ ἤθη καὶ ἡ προαιώνιος ἱστορία, ἀλλὰ καὶ ἑτέρα τις ἱερὰ ὀφειλὴ τῆς πρώτης πρὸς τὴν τελευταίαν, διότι ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς οὔτε ἀπέβαλεν, οὔτε δύναταί ποτε ν’ ἀποβάλῃ τὴν μνήμην καὶ τὴν συνείδησιν, ὅτι ἡ ἐλευθερία αὐτῆς εἶναι προϊὸν τῶν κοινῶν ἀγώνων καὶ κοινῶν θυσιῶν ὅλων τῶν Ἑλλήνων, σύμπαντος τοῦ ἑλληνισμοῦ. (Εὖγε, εὖγε, δεξιόθεν.) Οὐδεμία ἑπομένως ἐξουσία καὶ οὐδεμία δύναμις καὶ οὐδεμία κυβέρνησις θέλει εὑρεθῆ ἀρκετὰ ἰσχυρὰ ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα τὴν ὑπομονὴν καὶ τὴν ἡσυχίαν, ἐὰν καὶ ὅταν ἴδῃ ὅτι ἡ δούλη Ἑλλὰς ἀδικεῖται. Τὴν ἐξήγησιν ταύτην εἶχον νὰ ὑποβάλω ὑμῖν, κύριοι βουλευταὶ, ὡς πρὸς τὴν μέλλουσαν πολιτικὴν πορείαν ἡμῶν· καθόσον ἀφορᾷ τὸ παρελθὸν, περιμένω ν’ ἀκούσω τὴν κατάκρισιν, ἵνα προβῶ εἰς τὴν ἀπολογίαν.
§31ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀνέκαθεν, κύριοι, ἐθεώρησα τὴν προκειμένην συζήτησιν οὐχὶ ἁπλῶς πολιτικὴν, τὴν ἐθεώρησα συζήτησιν ἐθνικήν. Δὲν πρόκειται τὰ κόμματα νὰ συναγωνισθῶσιν ἐπὶ ὡρισμένου πολιτικοῦ ζητήματος, ὅπως ἀποδειχθῇ τίς ὁ ἱκανώτερος νὰ καταλάβῃ τὴν ἐξουσίαν· πρόκειται ἡ συζήτησις νὰ διαφωτίσῃ ἓν ἐθνικὸν ζήτημα, ἀπὸ τὴν λύσιν τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται τὸ μέλλον τῆς πατρίδος. Πρόκειται ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἀκολουθεῖ ἡ κυβέρνησις, ἢ πρέπει νὰ ἀσπασθῶμεν ἄλλην; ἐκ προκαταβολῆς οὔτε τὴν μίαν καταδικάζω οὔτε τὴν ἄλλην, θέλω νὰ ἀκούσωμεν καὶ νὰ φωτισθῶμεν, νὰ ἀποδεχθῶμεν δὲ ὅ,τι εἶνε τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος. Νομίζω ὅτι ἡ κυβέρνησις πρώτη ὀφείλει νὰ μᾶς θέση εἰς θέσιν ν’ ἀποφασίσωμεν. Πρῶτον, ὅταν εἰς τὰ ἔθνη τὰ συνταγματικὰ γενᾶται ζήτημα σπουδαῖον, ζήτημα ἐθνικὸν, ἀνυπομόνως ἀναμένεται ἡ ἔναρξις τοῦ Κοινοβουλίου, ἵνα φωτισθῇ τὸ κοινὸν καὶ μάθῃ τὸ Ἔθνος τὰ ἀπόκρυφα μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς, τὰ ὁποῖα μόνη ἡ κυβέρνησις γνωρίζει. Αὐτὴν τὴν ἐπιθυμίαν εἶχε τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον ὅταν ἤκουσεν, ὅτι ἡ ἔναρξις τοῦ Κοινοβουλίου διετάχθη. Ἤνοιξε τὸ Κοινοβούλιον, ἀλλ’ ἠκούσατε ἀπὸ τῆς κυβερνήσεως ἔκθεσιν τῶν γεγονότων, πληροφορίας περὶ τοῦ παρελθόντος, περὶ τῶν διαδραματισθέντων κατὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ Κοινοβουλίου γεγονότων, ὧν ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶνε ξένη; ἠκούσατε τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀκολουθήσῃ μίαν πολιτικὴν ὡρισμένην; ἠκούσατε τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει πολιτικῶς ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης, τὰς σχέσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται μετὰ τῆς γείτονος δυνάμεως; τίποτε. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν δίκαιον ὅσοι ἀξιοῦμεν νὰ ἀκούσωμεν τὰς τοιαύτας πληροφορίας, ὅπως ὁδηγήσωμεν τὰς σκέψεις ἡμῶν; Μετεβλήθη ἡ πολιτικὴ, μᾶς παρουσιάζεται σωρεία νομοθετημάτων· δὲν πρέπει νὰ μᾶς εἴπουν, ὅτι ἡ θέσις τῶν πραγμάτων μετεβλήθη δι’ αὐτὸν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ κρίνωμεν ἐν γνώσει περὶ τῆς πολιτικῆς; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ περιορισθῇ νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ ποία εἶνε ἡ ἰδέα του ὡς πρὸς τὸ μέλλον, ἀλλὰ πρέπει νὰ μᾶς θέσῃ εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσωμεν τὴν παρελθοῦσαν πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως, καὶ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα θὰ συντρέξουν, καὶ τοὺς λόγους καὶ τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι εἰς τὸ μέλλον θὰ φέρουν τοιαύτην πολιτικήν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἄλλος ἐγγεγραμμένος.
§33ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγγράφομαι ἐγώ. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἀπεκλίναμεν πρὸς τὴν εἰρήνην, λέγουσιν οἱ ὑπουργοὶ, διότι οὕτως ἔπρεπεν· εἴμεθα δὲ καὶ σήμερον εἰρηνόφιλοι, ἂν δὲ σᾶς ζητοῦμεν ἑκατομμύρια καὶ στρατὸν ἀναρίθμητον, ἀποβλέπομεν εἰς τὰ ἐνδεχόμενα. Λοιπὸν, κύριοι ὑπουργοὶ, ἐγκρίνετε ὅσα ἐγένοντο εἰς τὴν Ἀνατολὴν, καὶ αὐτὰς τὰς σφαγὰς τῶν χριστιανῶν τῶν ὀρθοδόξων, ἐν ᾧ ἡ Εὐρώπη ἀνεστατώθη διὰ τοῦτο· ἐν ἄλλοις λόγοις, ἐσταυρώσατε τὰς χεῖράς σας ἐν ᾧ ἡ Ἀνατολὴ ἦτο ἄνω κάτω. Βεβαίως ἐγὼ δὲν λέγω ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβητε μέρος ὑπὲρ τούτου ἢ ἐκείνου, ἀλλὰ ποῦ ἐστείλατε τὸν Βασιλέα καὶ ποῦ ἀφήκατε αὐτὸν νὰ ὑπάγῃ εἰς τοιαύτας περιστάσεις; Σεῖς, διὰ τοῦ λόγου τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, παραδέχεσθε, ὅτι ὅσα μέχρι τοῦδε ἐγένοντο ἐν τῇ Ἀνατολῇ καλῶς ἐγένοντο. Ἡ Εὐρώπη, ἡ ὁποία εἶναι ἀπωτέρα ἡμῶν καὶ ἥτις ἔχει ὀλιγώτερα ἢ ἡμεῖς συμφέροντα ἐν τῇ Ἀνατολῇ, κατεξανέστη, σεῖς δὲ λέγετε καλῶς ἐγένοντο ὅσα ἐγένοντο, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐταράχθημεν. Ἀδημονεῖτε δὲ διότι ὅσοι ἐξ ἡμῶν ἀνέβησαν εἰς τὸ βῆμα σᾶς κατηγόρησαν, ἀλλὰ μήπως σεῖς οἱ ἴδιοι δὲν κατηγορεῖτε τὸν ἑαυτόν σας; Πρὸς τίνα σκοπὸν ἠγοράσατε ἐκεῖνα τὰ ἄθλια ὅπλα; Διατί δὲν ἐκαλέσατε ἐγκαίρως τὴν βουλήν; Διατί δὲν ἐγράψατε πρὸς τὸν Βασιλέα διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ ὅσον ἔνεστι τάχιον εἰς τὴν πατρίδα του, ἀφ’ οὗ ἡ πυρκαϊὰ ἤναψεν ἐν τῇ Ἀνατολῇ; Σεῖς ὅμως ὄχι μόνον δὲν τοῦ ἐγράψατε, ἀλλ’ οὔτε ἐλαμβάνετε τακτικὰς περὶ αὐτοῦ εἰδήσεις. Σήμερον δὲ τί μᾶς λέγετε; ὅσα σᾶς ζητοῦμεν δὲν εἶναι ἀναγκαῖα, εἰμὴ ἐάν. Τί ἐάν; Ἐὰν δηλαδὴ ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Ῥωσσία ἐπάρουν κατ’ ἀλλήλων πόλεμον; Μήπως ἡμεῖς ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ κηρυχθῶμεν ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης; Ἐὰν αἱ μεγάλαι δυνάμεις τῆς Εὐρώπης ἐπιχειρήσουν πόλεμον, ἡ Ἑλλὰς φρονίμως ποιοῦσα πρέπει νὰ ἡσυχάσῃ, ὅλαι δὲ αἱ πολεμικαὶ ἡμῶν παρασκευαὶ εἰς οὐδὲν θὰ χρησιμεύσωσιν. Ἠξεύρετε δὲ τί νομίζω ὅτι τρέχει; Οἱ Σέρβοι παρέστησαν τὴν πρώτην τοῦ φοβεροῦ δράματος σκηνήν, ἡμεῖς δὲ θὰ χρησιμεύσωμεν πρὸς παράστασιν τῆς δευτέρας, ὅλα δὲ τὰ ὑπουργικὰ νομοσχέδια οὐδένα ἄλλον ἔχουσι σκοπὸν, εἰμὴ τὴν ὑπηρέτησιν συμφερόντων ξένων. Σᾶς ἠρώτησα δὲ χθὲς, σᾶς ἐρωτῶ καὶ σήμερον, ποίους ἔχετε συμμάχους καὶ ποίους πολεμίους; σᾶς ἐρωτῶ, ἀποκριθῆτε. Ἡμεῖς πολεμίους ἔχομεν εἰς τὴν Ἀνατολὴν καὶ τοὺς Τούρκους καὶ τοὺς Σλαύους. Μετὰ ποίων συντάσσεσθε; Σεῖς οὐδὲν ἄλλο ζητεῖτε, εἰμὴ χρήματα, στρατεύματα. Ἐρωτᾶτε δὲ, λέγοντες, Ποῖος μᾶς κατηγορεῖ; Ὁ κύριος Τρικούπης ὡμίλησε περὶ οἰκονομικῶν πραγμάτων, μήπως ὡμίλησε περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς; Καὶ τί περισσότερον ἠθέλατε νὰ σᾶς εἴπῃ; Μᾶς ζητεῖτε νὰ σᾶς δώσωμεν χρήματα, διὰ νὰ ἐπιχειρήσητε ἀγορὰς, προμηθείας, διότι, κατ’ ἐμὲ, δὲν πρόκειται περὶ παρασκευῶν, ἀλλὰ περὶ προμηθειῶν. Ἰδοὺ δὲ ποῦ ἀληθῶς κεῖται τὸ ζήτημά σας. Ὅταν ἀνοίγουν τὰ κοινοβούλια, παρουσιάζουν οἱ ὑπουργοὶ ἐρυθρὰς ἢ κυανὰς βίβλους, ἐν αἷς περιέχονται ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Σεῖς δὲ δὲν μᾶς εἴπατε τίποτε περὶ αὐτῆς. Μᾶς λέγετε δὲ μόνον διὰ τί δὲν σπεύδομεν νὰ ψηφοφορήσωμεν. Ἀλλὰ καθ’ ἡμᾶς δὲν πρόκειται περὶ ὑπουργικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ περὶ πράγματος σπουδαιοτέρου. Ὀφείλουσι δὲ νὰ μᾶς εἴπωσιν οἱ ὑπουργοὶ τὶ τρέχει. Ἐξαιρέτως δὲ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν χρεωστεῖ νὰ μᾶς εἴπῃ πρὸς ποίους προτίθεσθε νὰ πολεμήσητε, καὶ ποίους ἔχετε συμμάχους. Τί δὲ μᾶς εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργός; Μᾶς εἶπε, πρέπει νὰ εἴμεθα παρεσκευασμένοι· δώσατέ μας ὅπλα, διότι ἐνδέχεται νὰ ἔλθῃ μία περίστασις ἀπροσδόκητος, καὶ τότε βεβαίως θὰ πολεμήσωμεν. Κύριοι ὑπουργοὶ, τὰς προτάσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἢ δὲν τὰς ἐννοεῖτε, ἢ δὲν θέλετε νὰ τὰς ἐννοήσητε· ἐπειδὴ δὲ θέλετε νὰ ἀριθμηθῶμεν, ἂς ἀριθμηθῶμεν. Πιθανὸν δὲ σεῖς νὰ ἦσθε πλειότεροι, ἀλλὰ δὲν θὰ ἦσθε καὶ δικαιότεροι. Ἐπὶ τέλους δὲ σᾶς λέγω ὅτι θὰ δαπανήσητε χρήματα, θὰ ἐμβάλητε τὸν τόπον εἰς δυσχερείας, καὶ ἡ διάδοχος κυβέρνησις δὲν θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀνορθώσῃ τὸν τόπον. Προσέξατε δὲ καὶ εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ Σύνοδος ἡ παροῦσα θὰ παρέλθῃ ἄκαρπος, καὶ εἶσθε σεῖς ὑπεύθυνοι. Ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς τί θὰ προφθάσωμεν νὰ φέρωμεν εἰς πέρας; Πότε θὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια, ὁ προϋπολογισμός; Ἂν νομίζετε ὅτι δυσκολεύεσθε ν’ ἀποκριθῆτε εἰς ὅ,τι σᾶς ἐρωτῶ, νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀποσυρθῆτε. Ἂν δὲ δύνασθε, δεῦτε, καὶ ἡμεῖς δὲν σᾶς ἀρνούμεθα τὴν ψῆφόν μας, ἂν δύνασθε νὰ μᾶς πείσητε ὅτι αἱ σκέψεις σας συμφέρουσι τῇ πατρίδι.
§34ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μοὶ φαίνεται, κύριοι, λίαν ἀξιοθαύμαστος ἡ συμπεριφορὰ τῆς κυβερνήσεως. Καὶ ἀφοῦ ᾐτιάθημεν αὐτῆς πρὸ μικροῦ, ὡς παραβαινούσης τὰς ὑποσχέσεις καὶ ἀμελούσης τὰς γενομένας πρὸς αὐτὴν προκλήσεις καὶ τὰ καθήκοντά της, σιωπᾷ, ἐνῷ εἰς μεγάλας περιστάσεις ἐδιοίκησε τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, χωρὶς ὁ τόπος ν’ ἀξιωθῇ νὰ μάθῃ παρ’ αὐτῆς οὔτε τὸν δρόμον τὸν ὁποῖον ἠκολούθησεν, οὔτε τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους ἐπεδίωξεν, οὔτε τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἰδίας αὐτῆς πολιτικῆς, ἢ κἂν τ’ ἀποτελέσματα τῆς φορᾶς τῶν ἀνατολικῶν πραγμάτων. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ἐξαναγκασθεὶς νὰ λαλήσῃ, παρέλιπε πάντα ταῦτα καὶ ἦλθε νὰ μᾶς ὁμιλήσῃ περὶ πράγματος περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἠποροῦμεν· μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ κυβέρνησις ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ παρασκευασθῇ διὰ τὰ μέλλοντα καὶ ἐνδεχόμενα, καὶ ὅτι εἶναι ἔγκλημα ἡ Ἑλλάς, ἐνώπιον τοιούτων περιστάσεων καὶ τοιούτων κινδύνων, νὰ μείνῃ ἄοπλος καὶ ἀνέτοιμος. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὅτι ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν εἰς τοῦτο συνίσταται, ἐλησμόνησεν ὅτι τοὺς λόγους αὐτοὺς ἔπρεπε νὰ ἀποφύγῃ μᾶλλον, παρὰ νὰ εἴπῃ, ἐλησμόνησεν ὅτι κυβερνᾷ πρὸ 12 μηνῶν, καὶ ὅτι οἱ λόγοι αὐτοὶ, σήμερον λεγόμενοι παρὰ τῆς κυβερνήσεως, ἀφ’ ἑνὸς ἀποδεικνύουσι τὴν εὐθύνην αὐτῆς, διότι δὲν τοὺς ἐσυλλογίσθη εἰς τὸ παρελθόν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ χρησιμεύουσι καὶ πρὸς ἐμπαιγμὸν τῆς εὐπιστίας ἡμῶν καὶ τοῦ ἔθνους. Νομίζω, ὅτι τὴν παραμονὴν τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν πρόκειται μετὰ μακροχρόνιον ἀγῶνα νὰ ἐξέλθῃ ἀπόφασις περὶ τοῦ ἀνατολικοῦ ζητήματος, ἡ Ἑλλὰς δεικνύει παιδαριώδη διαγωγήν, ὁμιλοῦσα ὡς ὡμίλησαν οἱ ὑπουργοὶ ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἡμεῖς, κύριοι, δὲν ἐπεθυμοῦμεν αὐτὴν τὴν δόξαν οὔτε δι’ ἡμᾶς οὔτε διὰ τὴν πατρίδα, δὲν ἐπεθυμοῦμεν νὰ δώσωμεν δικαίαν ἀφορμὴν, ἵνα μᾶς ὀνομάσωσι παιδάρια, σκεπτόμενα ἐν τέλει ὅ,τι ἠδυνάμεθα καὶ ὠφείλαμεν νὰ σκεφθῶμεν πρὸ 12 μηνῶν, καὶ, ὅτε τὰ πράγματα ἔφθασαν ἤδη κατὰ πᾶσαν πιθανότητα εἰς ὁριστικὸν τέλος, τώρα μόνον ἐνθυμούμεθα τὸν προορισμὸν τῆς πατρίδος μας καὶ ἰσχυριζόμεθα καὶ πιστεύομεν, ὅτι ἐπαρκῶς φροντίζομεν προτείνοντες ἤδη κατὰ πρῶτον πράγματα, τὰ ὁποῖα διὰ πολλοῦ χρόνου μόνον δύνανται νὰ παρασκευασθῶσιν. Ἐπιθυμῶ, κύριοι, πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ σᾶς ἐνθυμίσω τί συμβαίνει σήμερον ὁπότε συζητοῦμεν, ποῦ ἔφθασαν καὶ ποῦ εὑρίσκονται τὰ ἀνατολικὰ πράγματα, ἵνα ἐννοήσητε τὸν βαθμὸν τῆς αὐστηρότητος, μεθ’ ἧς πρέπει νὰ κρίνωμεν, καὶ τοὺς λόγους καὶ τὰς πράξεις τῶν κυβερνώντων. Ἡ σλαυϊκὴ φυλὴ ἔλαβε πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους τὰ ὅπλα, ζητοῦσα τὴν ἀνεξαρτησίαν της· ἐπιδιώκει δὲ τὸν σκοπὸν νὰ ὑπερβῇ τὸν Αἷμον καὶ νὰ φθάσῃ ἐν μὲν τῇ Θρᾴκῃ μέχρις Ἀδριανουπόλεως, ἐν δὲ τῇ Μακεδονίᾳ μέχρι Σεῤῥῶν. Ὁ ἀγών της εὐλογητός! δὲν περιέχει τίποτε ἀξιοκατάκριτον, εἶναι ἀξιέπαινον τὸ ἔθνος ἐκεῖνο διότι ὀργᾷ πρὸς τὴν δόξαν καὶ τὴν πρόοδον, καὶ διότι φαντάζεται, συλλογίζεται καὶ ἐπιχειρεῖ μεγάλα. Ἀλλ’ ὁ ἑλληνισμὸς ἀποτελεῖ ἔθνος ἴδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει συμφέροντα ἴδια. Ἐντὸς τῶν αὐτῶν τόπων, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἡ σλαυϊκὴ φυλὴ ἐπιχειρεῖ νὰ στήσῃ συμφέροντα σλαυϊκὰ, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ὑπερασπίσωμεν ἴδια ἡμῶν συμφέροντα, καὶ ὠφείλαμεν νὰ σκεφθῶμεν ὁποίαν σημασίαν ἔχει ὁ ἀγὼν αὐτὸς πρὸς ἡμᾶς. Ἀλλ’ ἔστω· ἂς μὴ προχωρήσω. Οἱονδήποτε καὶ ἂν ᾖναι τὸ πρόγραμμα τῶν ἐπαναστατῶν, πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ποῦ ἔφθασαν τὰ πράγματα σήμερον ὁπότε ἡ κυβέρνησις μᾶς ἐνθυμίζει τὸν προορισμὸν τῆς Ἑλλάδος. Ἀκούσατε. Ἡ Εὐρώπη προέτεινεν εἰς τὴν Τουρκίαν ὅπως ἡ μὲν Σερβία καὶ τὸ Μαυροβούνιον μείνωσιν εἰς τὴν προτέραν αὑτῶν κατάστασιν, εἰς ἣν ἦσαν πρὸ τοῦ πολέμου, αἱ δὲ τρεῖς ἐπαρχίαι τῆς Βοσνίας, Ἑρζεγοβίνης καὶ Βουλγαρίας ἀποκτήσωσιν αὐτονομίαν. Ἡ Εὐρώπη εἶπε προσέτι εἰς τὴν Τουρκίαν, ὅτι ὡς πρὸς τοὺς λοιποὺς λαοὺς δὲν ἔχει προτάσεις νὰ προτείνῃ, ἀπόκειται δὲ εἰς τὴν Πύλην νὰ δώσῃ οἱασδήποτε θελήσει παραχωρήσεις ἢ οὐδεμίαν· ὡς πρὸς τὰς τρεῖς ὅμως ἐπαρχίας ἡ Τουρκία θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συντάξῃ διεθνῆ πρωτόκολλα ὑπὲρ τῆς αὐτονομίας των καὶ ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῆς Εὐρώπης. Ἐρωτῶ τὸν ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ ἂν αὐτὴ δὲν ἦτο μέχρι τῆς χθὲς ἡ κατάστασις ἡ διπλωματικὴ τῆς ὑποθέσεως, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσῃ τὴν κυβέρνησιν: ὁποία τις ὑπῆρξεν ἡ πολιτική σου καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦτο; Ἐννοῶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε πράξει ἔργον περιττὸν, ἐννοῶ ὅτι ἡ κυβέρνησις ἤθελεν εἶσθαι δεδικαιολογημένη σιωπῶσα, ὅπως σιωπᾷ, ἂν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὅτι αὐτὴ ἡ λύσις, ἣν ἡ Εὐρώπη ἐπενόησεν, ἐδέχθη καὶ ἐπρότεινεν, δὲν ἔχει καμμίαν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος· ἂν ὅμως ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν, ἂν χῶραι ἑλληνικαὶ πρόκηται ἢ ν’ ἀλλάξωσι κύριον ἢ ν’ ἀποκτήσωσι δύο, ἂν πρόκηται νὰ διασπασθῇ ἡ Ἑλληνικὴ ἐκκλησία, ἂν Ἕλληνες ἀδελφοὶ ἡμῶν πρόκηται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀκούωσι τὴν λειτουργίαν σλαυϊστὶ καὶ νὰ ἐκπαιδεύωσι τὰ τέκνα αὑτῶν εἰς τὴν σλαυϊκὴν γλῶσσαν καὶ παιδείαν καὶ φιλολογίαν, ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἂν ταῦτα τ’ ἀποτελέσματα δὲν ἐνδιαφέρωσι τὴν Ἑλλάδα καὶ ἂν περὶ αὐτῶν δὲν ὤφειλεν, οὔτε εἶχε καθῆκον ἡ κυβέρνησις νὰ δώσῃ τὴν ἐλαχίστην πληροφορίαν (χειροκροτήματα). Ἂν αὐτὰ δι’ ἡμᾶς δὲν ᾖναι τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, ποῖον εἶναι λοιπόν; Δὲν μένει τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ κατάκτησις· ἀλλ’ ἐνθυμηθῆτε ὅτι δὲν πρόκειται περὶ κατακτήσεως. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι τὸ πρῶτον καθῆκον τῆς Ἑλλάδος εἶναι νὰ συντρέξῃ ὅσον δύναται εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν χριστιανῶν τῆς Ἀνατολῆς, τῶν Ἑλλήνων πρὸ πάντων, οὐχὶ δι’ ἄλλο παρὰ διότι αἱ ἄλλαι φυλαὶ ἔχουσι πολλοὺς καὶ ἰσχυροὺς προστάτας. Αὐτὸ εἶναι σήμερον τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα διὰ τὴν Ἑλλάδα, περὶ αὐτοῦ πρόκειται καὶ αὐτὴν τὴν λύσιν βλέπομεν ἐπικειμένην οὐχὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἀδελφῶν, ἀλλ’ εἰς βλάβην αὐτῶν.
§35ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ τὸ θεωρήσω ὡς χάριν ἂν συγκατατεθῆτε νὰ λάβητε γνῶσιν ὅλων τῶν ἐγγράφων καὶ ὅλων τῶν λεπτομερειῶν ἐν τῷ ὑπουργείῳ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως.
§36ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ζητήσω τὰ ἔγγραφα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐξωτερικῶν, διότι τὰ πράγματα μὲ διδάσκουσιν ὁποίαν πολιτικὴν ἠκολουθήσατε, διατὶ τὴν ἠκολουθήσατε, καὶ δύναμαι νὰ σκεφθῶ ἂν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολουθήσατε, ἦτο δυνατὸν νὰ φέρῃ ἄλλο ἀποτέλεσμα, εἰμὴ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔχετε ἐνώπιόν σας καὶ ἐντὸς τῶν ἐγγράφων σας· ἑπομένως ἡ ἀλληλογραφία σας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιέχῃ ἄλλο τι παρ’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον περιέχει. Ματαίως ὅμως προσπαθεῖτε, ἀξιότιμε ὑπουργὲ τῶν ἐξωτερικῶν, νὰ δικαιολογήσητε τὴν πράγματι ἀδικαιολόγητον σιωπήν σας, τὴν σιωπὴν τὴν καταφρονητικὴν πρὸς τὸν τόπον, τὴν σιωπήν σας κατὰ παράβασιν τοῦ πλέον στοιχειώδους καθήκοντός σας, ἐνῷ οὐχὶ μόνον εἰς ἔθνη πλέον προηγμένα ἡμῶν εἰς τὸν πολιτισμὸν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἔθνη κατώτερα ἡμῶν δὲν ἐνόμισαν αἱ κυβερνήσεις ὅτι ἔπρεπε νὰ τηρήσωσι σιωπήν· καὶ εἰς αὐτὰς τὰς ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τῆς ὀθωμανικῆς Πύλης ἡγεμονίας τὰ κοινοβούλια εἶναι ἀνοικτὰ, ἀδιακόπως συσκέπτονται μετὰ τοῦ ἔθνους αἱ κυβερνήσεις, δίδουσι λόγον, καὶ πορίζονται ἐκ τῶν κοινοβουλίων καὶ φῶτα καὶ δύναμιν. Δὲν νομίζουν, ὅτι εἰς περιστάσεις τὰς μᾶλλον σπουδαίας ἡ γνώμη καὶ ἡ δύναμις ἡ ἐκ τοῦ ἔθνους προερχομένη εἶναι περιττὴ, καὶ ὅτι ἀρκεῖ ἡ παρουσία τῶν κοινοβουλίων κατὰ τὰς ὁμαλὰς μόνον καὶ ἀκινδύνους, ἀλλ’ ἀπεναντίας φρονοῦσι καὶ πράττουσι τὸ ἐναντίον· σεῖς δὲ μάλιστα οὐχὶ τοῦτο μόνον δὲν ἐπράξατε, ἀλλ’ ἐπροσπαθήσατε νὰ σφραγίσητε τὰς θύρας τοῦ κοινοβουλίου τόσον ἰσχυρὰ, ὥστε νὰ μὴν ᾖναι δυνατὸν ἄνευ ἐξεγέρσεως νὰ τὰς ἀνοίξουν. Δὲν θὰ δυνηθῆτε, κύριε ὑπουργὲ τῶν ἐξωτερικῶν, νὰ δικαιολογήσητε, διὰ τῆς παρουσιάσεως τῆς ἀλληλογραφίας τῆς διοικήσεως τοῦ ὑπουργείου σας, τὰ σφάλματα εἰς τὰ ὁποῖα περιεπέσατε, διότι αὐτὰ κατάγονται ἐκ τοῦ συστήματος τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσατε. Δὲν σᾶς εἶναι μάλιστα ἐπιτετραμμένον, κύριε ὑπουργὲ τῶν ἐξωτερικῶν, νὰ ὁμιλῆτε μεθ’ ὑπερηφανείας περὶ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἕως τώρα ἠκολουθήσατε, σεῖς, οἱ ὁποῖοι τὸ κατεδικάσατε ἤδη, καὶ διὰ τῶν πραγμάτων, ἤτοι τῶν νόμων τοὺς ὁποίους ἐφέρατε, καὶ διὰ τῶν λόγων τοὺς ὁποίους ἐξεφράσατε. Ὁποία ὑπῆρξεν ἡ ἐξωτερικὴ πολιτική σας, ἡ ἰδέα τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον ἠκολουθήσατε; ἀρνεῖσθε νὰ μᾶς τὸ εἴπητε. Χρεωστοῦμεν λοιπὸν νὰ σταχυολογήσωμεν τὴν ἀλήθειαν, καὶ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ μορφώσωμεν μίαν ἰδέαν περὶ αὐτῆς. Ἔχομεν ἓν ἔγγραφον. Τὸ ἔγγραφον τῆς 8ης ἀπριλίου ἰδοὺ πῶς διατυπώνει τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν σας... «Ἡ Ἑλλὰς, διὰ τῆς συνετῆς καὶ περιεσκεμμένης διαγωγῆς αὐτῆς, ὑπηρέτησεν οὐσιωδῶς κατὰ τοὺς νῦν καιροὺς τὴν εἰρήνην πρὸς τὰ ἔξω καὶ τὴν τάξιν εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Τὴν διαγωγὴν ταύτην ὑπηγόρευον τῇ Ἑλλάδι τὰ ἀληθῆ αὐτῆς συμφέροντα, βέβαιον δ’ εἶναι, ὅτι οὕτω δύναται νὰ προαγάγῃ αὐτὰ καὶ νὰ βαδίσῃ ἀπροσκόπτως τὴν ὁδὸν τοῦ προορισμοῦ της. Πιστεύω ἀδιστάκτως ὅτι ἡ συμπεριφορὰ, ἣν ἐτήρησεν ἡ Ἑλλὰς, καὶ ἡ σημασία αὐτῆς ἐν τῇ Ἀνατολῇ καλῶς ἐγνώσθησαν καὶ σπουδαίως ἐξετιμήθησαν. Ἑπομένως ἡ ἀξία αὐτῆς καὶ τὰ δικαιώματα θέλουσιν ἐπὶ τέλους ἀναγνωρισθῆ καὶ ἐνταυτῷ ὑποστηριχθῆ διὰ τῶν πραγμάτων, διότι ἡ ἀμοιβαία λόγῳ καὶ ἔργῳ ἐκτίμησις προάγει καὶ ἰσχυροποιεῖ τὰς φιλικὰς καὶ ἁρμονικὰς σχέσεις, πληροῦσα τοὺς ὅρους τῆς δικαιοσύνης, ἧς ἄνευ οὐδὲν κατορθοῦται, ἢ κατορθωθὲν ἐμπεδοῦται. Ἡ Ἑλλὰς λοιπὸν περιμένει καὶ ὑπομένει τὴν περὶ τῆς πορείας της κρίσιν, οἵαν δικαιοῦσιν αἱ εὔλογοι αὐτῆς καὶ ἐπὶ τοῦ καθόλου συμφέροντος ἐρειδόμεναι πεποιθήσεις.» Ἀκούσατε τώρα, κύριοι, τὴν καταδίκην τοῦ συστήματος τούτου. Ἰδοὺ τί ἀπήγγειλεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς τὴν 7ην ὀκτωβρίου.... «Ἰδού, κύριοι, τὸ σύστημά μας. Τὸ ὑποβάλλομεν πλῆρες εἰς τὴν κρίσιν σας· ἀπαιτοῦμεν μεγάλας θυσίας, ἀλλ’ ἄνευ τοιούτων ἀδύνατον νὰ κατορθώσωμεν σπουδαῖόν τι. Πρέπει νὰ ἀποφασίσητε ἢ νὰ δεχθῆτε ἐντελῶς τὰς προτάσεις μας, ἢ νὰ τὰς ἀπορρίψητε· εἰς τὸ μέσον δὲν πρέπει νὰ σταθῶμεν. Εἴπατε, ἂν τὸ νομίζητε συμφέρον, καθαρῶς, ὅτι θὰ ἀφιερωθῆτε εἰς τὸ ἄροτρον, εἰς τὴν βιομηχανίαν καὶ τὰ ἔργα τῆς εἰρήνης, καὶ ἀποῤῥίψατε ὅλας αὐτὰς τὰς προτάσεις ὡς χαρτία ἄχρηστα, ἢ ἄλλως τὰ μέτρα μας ὁλοκλήρως παραδεχθῆτε». Σᾶς ἐρωτῶ, ἀξιότιμε ὑπουργὲ τῶν ἐξωτερικῶν, ἂν σημαίνῃ ἄλλο τίποτε ἡ ἐξομολόγησις αὕτη τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, εἰμὴ καταδίκην τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὁ ἴδιος προεκήρυξε διὰ τῆς ὑπογραφῆς του τὴν 8ην ἀπριλίου; Τὴν 8ην ἀπριλίου ἤλπιζεν ἐπὶ τὴν δικαιοσύνην τοῦ κόσμου, εἰς τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ ἀνέθετε τὰς ἐλπίδας τῆς Ἑλλάδος· τὴν ἀπραξίαν, τὴν ἀκινησίαν ἐκήρυξεν ὡς τὸ μόνον μέσον, τὴν μόνην ὁδὸν, τὸν μόνον φανὸν, ὅστις ἠδύνατο νὰ ὁδηγήσῃ αὐτὴν εἰς τὸν προορισμόν της. Τὴν 7ην ὀκτωβρίου ἰσχυρίζεται ὅτι ἔθνος, ἐλπίζον ἐπὶ τὴν δικαιοσύνην τῶν ἄλλων καὶ τοιαῦτα φρονοῦν περὶ τοῦ μέλλοντός του, δύναται μὲν νὰ ὑπάρξῃ καὶ μὴ χαθῇ, ἀλλὰ κατ’ ἀνοχὴν μόνον, ζῇ δὲ περιφρονημένον καὶ ἄχρηστον. Αὐτὸς ὁ ἴδιος πρωθυπουργὸς ἐκφέρει τὴν καταδίκην τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν. Ἐχαρακτήρισαν αὐτὴν, κύριοι, ὡς πολιτικὴν οὐδετερότητος ἀλλὰ δὲν εἶναι πολιτικὴ οὐδετερότητος, διότι συνοδεύεται ὑπὸ δύω ὅρων, οἵτινες ἀπομακρύνουσιν αὐτὴν ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἰδιότητος, φέρει τὸν χαρακτῆρα τῆς ἀπραξίας, καὶ συγχρόνως τὸν χαρακτῆρα τῆς ἰδιοτελείας. Ἡ ἀπραξία δὲν εἶναι προσὸν τῆς οὐδετερότητος. Πολλάκις ἡ οὐδετερότης συνοδεύεται ὑπὸ τοσαύτης ἐργασίας καὶ ἐνεργείας, ὥστε τὸ ἐν οὐδετερότητι διατελοῦν ἔθνος ἐνεργεῖ ἔργα πολεμικὰ, παρασκευὰς καὶ ἐργασίας πρὸς πόλεμον, ὁποίας καὶ τὰ ἐμπόλεμα κράτη· ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἰδιοτέλεια ποτὲ δὲν εἶνε προσὸν τῆς οὐδετερότητος. Τὸ κράτος, τὸ ὁποῖον ἔχει συμφέροντα ἔν τινι ἀγῶνι, σᾶς ἐρωτῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν καὶ διά τινος εἱρμοῦ σκέψεων νὰ καταντήσῃ εἰς τὴν οὐδετερότητα; Ναὶ, μάλιστα, καὶ κράτη τὰ ὁποῖα ἔχουσι συμφέροντα ἔν τινι ἀγῶνι, καὶ αὐτὰ δύνανται νὰ ἀσπασθῶσι τὴν οὐδετερότητα, ἀλλ’ ἓν ἐκ τῶν δύο, ἢ θὰ καταφρονήσωσι τὰ συμφέροντα αὑτῶν καὶ θὰ τὰ παραιτήσωσι, διότι αἰσθάνονται ὅτι δὲν δύνανται νὰ τὰ προασπίσωσιν, ἢ θὰ προσυμφωνήσωσι περὶ αὐτῶν καὶ τὰ ἐξασφαλίσωσιν. Ἡ πολιτικὴ λοιπὸν τῆς κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἡ ἰδία πρὸ μικροῦ κατεδίκασε, καὶ τὴν ὁποίαν μετὰ τὰ ἐπελθόντα ἔκτοτε γεγονότα δὲν δύναται πλέον νὰ ὑπερασπισθῇ, δὲν εἶναι πολιτικὴ οὐδετερότητος, ἀλλ’ εἶναί τι πρωτότυπον, τὸ ὁποῖον αὐτὴ κατεσκεύασεν. Τὸ πρῶτον ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ θέσῃ εἰς ἑαυτὴν ἡ κυβέρνησίς μας, ὅτε ἀπεφάσισε νὰ ἀκολουθήσῃ πολιτικὴν οὐδετερότητος, εἶναι τοῦτο: Ἐν αὐτῷ τῷ ἀγῶνι μεταξὺ σλαυϊκῆς φυλῆς καὶ Τούρκων ἔχει ἡ Ἑλλὰς συμφέροντα, ναὶ ἢ ὄχι; Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς εἶχε συμφέροντα, ἤθελεν ἰδεῖ ἀμέσως ἡ κυβέρνησις ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ παραδεχθῇ τὴν οὐδετερότητα τῆς παντελοῦς ἀπραξίας. Ἡ οὐδετερότης εὐκολύνει τὰς ἐργασίας τῶν πολεμούντων, δὲν προσδίδει ὅμως κανὲν δικαίωμα εἰς τὸν οὐδέτερον. Ὁ οὐδέτερος, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ εὕρῃ ἐν τῷ πολέμῳ τῶν ἄλλων μέσον πρὸς ἐπιτυχίαν τῶν ἰδίων συμφερόντων, χρεωστεῖ νὰ δημιουργήσῃ μίαν ἀνάγκην, χρεωστεῖ νὰ κατορθώσῃ ὥστε αὐτὸς νὰ ᾖναι ἀναγκαῖος εἰς ἐκείνους καὶ τοὺς συμμάχους αὐτῶν· ἐὰν δὲ τοῦτο δὲν δύναται νὰ κατορθώσῃ, δὲν εἰμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἰδιοτέλειαν, παραδέχεται τότε οὐδετερότητα δι’ ἄλλον λόγον, διὰ τὸν λόγον ὅτι παραιτεῖ τὰ συμφέροντά του. Ἡ τοιαύτη σκέψις, κύριοι, ἤθελεν ὁδηγήσει τὴν κυβέρνησιν ἀμέσως εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ τόσον εὔκολον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπαιτεῖ διπλωματικὸν νοῦν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς μένουσα ἐν οὐδετερότητι δὲν ἔπρεπε νὰ μένῃ ἐν ἀπραξίᾳ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς μένουσα ἐν οὐδετερότητι ἔπρεπε νὰ μεταχειρίζηται ὅλας τὰς ὥρας τοῦ χρόνου ὅπως αὐξήσῃ τὰς δυνάμεις της οὕτως, ὥστε αὔριον νὰ ᾖναι ἰσχυροτέρα, μετὰ ἕνα μῆνα ἔτι ἰσχυροτέρα, καὶ μετὰ ἓν ἔτος πολὺ πλέον. Ὄχι μόνον λοιπὸν σεῖς οἱ ἴδιοι κατεδικάσατε ἤδη τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσατε, ἀλλὰ καὶ ὅστις θελήσῃ νὰ ἐξετάσῃ αὐτὴν ὅπως τὴν διετυπώσατε ἐπισήμως, εὑρίσκει ὅτι τῷ ὄντι ἦτο ἀξία καταδίκης, καὶ οὐχὶ ἀξία τοῦ τόπου. Ἐρωτῶ δὲ τοὺς βουλευτὰς, καὶ ἕνα ἕκαστον ἀπὸ αὐτοὺς, ἐὰν πρὶν ἢ ἡ παρελθοῦσα σύνοδος λήξῃ, ἡ κυβέρνησις παρουσιάζετο ἐνώπιόν σας καὶ σᾶς ὡμολόγει ὅσα ἐν ἀπουσίᾳ ὑμῶν ἔγραψε κατόπιν τὴν 8ην Ἀπριλίου, ὅτι τὸ πρόγραμμά μας εἶναι αὐτὸ, ὅτι ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν νομίζομεν ὅτι πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν εἶναι τῆς οὐδετερότητος μετ’ ἀπραξίας καὶ εὐχῶν, καὶ ὅτι ἡ δικαιοσύνη δὲν θέλει ἐγκαταλείψει τὴν Ἑλλάδα, σᾶς ἐρωτῶ ὁποίαν γνώμην ἠθέλατε ἐξενέγκει, σᾶς ἐρωτῶ ἂν δὲν ἠθέλατε ἐγερθῆ ἀπὸ τὰ ἑδώλιά σας καὶ εἴπητε ὄχι· οὐδετερότητα ναί, ἀλλ’ ἐργασίαν ἀκατάπαυστον, διότι τὸ σύστημα τοῦτο δὲν ἀποκλείει τὴν δικαιοσύνην ἀλλὰ προφυλάττει τὸ ἔθνος, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἡ δικαιοσύνη τυχὸν ἤθελεν ἀμβλυωπήσει, καὶ ἡ δικαιοσύνη εἰς τὴν διπλωματίαν ἀμβλυωπεῖ πάντοτε. Ἰδοὺ διατί νομίζω ὅτι εἶναι ἀσύγγνωστος ἡ κυβέρνησις διότι δὲν σᾶς ἐκάλεσε, καὶ ἕνεκα τούτου ἠκολούθησε τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἀδιστάκτως πιστεύω ὅτι σεῖς δὲν ἠθέλετε ἐγκρίνει ἀπὸ τότε· σεῖς, οἱ ὁποῖοι φαίνεσθε τόσον πρόθυμοι ἀκόμη τώρα καὶ τόσον ἀργὰ νὰ προσφέρητε θυσίας, ἐξ ὧν τὰ ⅔ δὲν ἔχουσι καμμίαν σχέσιν οὔτε πρὸς τὰς παρασκευὰς, οὔτε πρὸς τὴν ἐξωτερικὴν ἡμῶν πολιτικὴν, ἀλλὰ μόνον ἐκνευρίζουσι τὸν τόπον καὶ μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιθυμεῖτε· σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐνώπιον τοιαύτης προτάσεως τῆς κυβερνήσεως πρόθυμοι φαίνεσθε χάριν πατριωτισμοῦ νὰ παρακολουθήσητε αὐτὴν εἰς τὴν νέαν πολιτικήν της, πῶς δὲν ἠθέλετε παραδεχθῆ αὐτὴν πρὸ ἑνὸς ἔτους, ἐνῷ σήμερον παρακολουθοῦντες αὐτὴν δὲν ἔχετε τὸ ἔτος ἐνώπιόν σας; Δὲν ὑπάρχει δὲ βέβαια κανεὶς, οὔτε ἀπὸ σᾶς, οὔτε ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς, οὔτε ἀπὸ τοὺς ἔξω τοῦ βουλευτηρίου, ὅστις νὰ φρονῇ, ὅτι αἱ παρασκευαὶ, καὶ αἱ πλέον κατεπείγουσαι καὶ κατεσπευσμέναι, δὲν ἀπαιτοῦσι χρόνον τινά· ἀλλ’ ἐὰν διὰ τῆς ἀπραξίας ἐχάσαμεν ἕνα χρόνον, ὁ ὀλίγος οὗτος χρόνος ὁ ὁποῖος μᾶς ὑπολείπεται δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ μᾶς χρειασθῇ. Ἰδοὺ διατὶ εἶπον ἐξ ἀρχῆς, ὅτι εἶναι παιδαριώδης ἡ πολιτική μας. Δὲν ἐννοῶ ὅτι εἶναι παιδαριώδης κατ’ ἀρχὴν, αἱ προπαρασκευαὶ πρέπει νὰ γείνωσι, τὸ ἔθνος διὰ τῶν καταλληλοτέρων μέσων πρέπει νὰ αὐξήσῃ τὰς δυνάμεις του, ἀλλ’ ἐννοῶ ὅτι εἶναι παιδαριώδης, διότι ἐνῷ εἶχον ὑπ’ ὄψιν των ὅτι ἀπὸ μιᾶς στιγμῆς εἰς ἄλλην τὸ κράτος ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ εἰς ἔκτακτον κίνδυνον, ἠκολούθησαν πολιτικὴν ἀστείαν, καὶ μόλις ἤδη ἠσπάσθησαν τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πρὸ ἑνὸς ἔτους ἐὰν ἠκολούθουν, ἠδύναντο νὰ μὴ μᾶς ἔχωσιν ἤδη εἰς τοσαύτην ἀπορίαν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων παρατεταμένα). Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, παράδοξον τῷ ὄντι μοὶ ἐφάνη, πῶς κυβέρνησις σοβαρὰ ἑνὸς τόπου, ὁ ὁποῖος καυχᾶται διὰ τὴν νοημοσύνην του, τὰς πολλὰς καὶ μεγάλας περιπετείας του, πῶς, λέγω, κυβέρνησις τοιαύτη ἐσυλλογίσθη καὶ ἐπίστευσεν ὅτι μένουσα ἐν ἀπραξίᾳ ῥίπτει τὸν σπόρον τοῦ μεγαλείου, καὶ ὅτι ἡ δικαιοσύνη τῶν ἄλλων οὐ μόνον θέλει προφυλάξει τὸν ἑλληνισμὸν ἀπὸ παντὸς κινδύνου καὶ ἀπὸ πάσης βλάβης τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα θέλει δώσει ἄμεσα ὠφελήματα. Ποίας ἀποδείξεις εἶχεν ἐκ τῆς νεωτέρας ἱστορίας περὶ τούτου; Δὲν θέλω νὰ εἴπω, κύριοι, ὅτι ἡ Εὐρώπη δὲν ἔχει συμπαθείας πρὸς τοὺς χριστιανούς, ἀλλὰ καὶ κανεὶς ἀπὸ σᾶς, καὶ μάλιστα ὅσοι γνωρίζετε καλῶς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν, δὲν θέλει ἰσχυρισθῆ, ὅτι τὸ δόγμα ὅπερ ὁδηγεῖ τὴν διπλωματίαν εἶναι τὸ αἴσθημα, καὶ δὲν εἶναι ἡ ἀνάγκη. Εἴχομεν ἕνα πόλεμον κατὰ τὸ 1854 μέχρι τοῦ 1856· ὅλη ἡ Εὐρώπη συνησπίσθη κατὰ μιᾶς δυνάμεως· διατί; εἶχε πρόγραμμα ἡ δύναμις ἐκείνη, τὸ ὁποῖον ἀντέβαινεν εἰς τὰ αἰσθήματα; ἐξ ἐναντίας τὸ πρόγραμμά της ἦτο προσφιλὲς ὑπὲρ τῶν χριστιανῶν. Ἀλλ’ ἡνώθησαν πάντες διατί; διὰ μίαν ἀνάγκην. Ἀφοῦ ἔχυσαν καὶ αἷμα καὶ χρήματα, μετὰ δύω ἔτη συνῆλθον διὰ νὰ ἀποφασίσουν. Εἶχον ἐνώπιόν των μίαν δύναμιν, τὴν Ῥωσσίαν. Μετεχειρίσθησαν αὐτὴν ὡς ἡττημένην, εἰ καὶ εἶχε πρόγραμμα τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν χριστιανῶν. Τὸν δὲ ἀντίπαλόν της μετεχειρίσθησαν ὡς ἡμίθεον. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ ἀπόφασίς των ὡς πρὸς τοὺς δύω ἐχθροὺς τοῦ ἀνατολικοῦ ζητήματος· τῆς μιᾶς ἀπέκοψαν χώρας, ἀφῄρεσαν δικαιώματα, περιέστειλαν τὴν κυριαρχίαν καὶ ἠλάττωσαν τὴν ἀνεξαρτησίαν της, τὴν ἐταπείνωσαν ὅσον ἠδυνήθησαν, τὴν δὲ ἄλλην εἰσήγαγον ἐντὸς τοῦ Concert européen, εἰς τὴν ἀδελφότητα τὴν εὐρωπαϊκήν, καὶ τὴν ὕψωσαν εἰς τὴν περιωπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ λοιπὴ Εὐρώπη. Τὸν δὲ μόνον φίλον τοῦ ἀνατολικοῦ ζητήματος, τοὺς χριστιανοὺς τῆς Ἀνατολῆς, πῶς τὸν μεταχειρίσθησαν; Δὲν ἀπεφάσισαν τίποτε περὶ αὐτῶν, ἠρκέσθησαν νὰ εἴπωσι δύω λέξεις, ὅτι ἀφίνεται εἰς τὴν Τουρκίαν νὰ φροντίσῃ περὶ αὐτῶν. Συνεφώνησαν δὲ συγχρόνως, ὅτι καὶ ἂν παραβῇ ἡ Τουρκία τὰς ὑποσχέσεις της, εἰς οὐδεμίαν τῶν δυνάμεων ἐπιτρέπεται νὰ ἐπέμβῃ. Ἡ μία ἀνάγκη ἐγέννησεν ἄλλην, ἐγέννησε τὴν ἀνάγκην τῆς ἀκεραιότητος τῆς Τουρκίας, ἐδέησε νὰ ὑψωθῇ αὕτη εἰς περιωπὴν, ἡ δ’ ἑτέρα ἀνάγκη, ἡ τῆς προστασίας τῶν χριστιανῶν, ἐθεωρήθη ὑποδεεστέρα, διὸ καὶ ὑποδεέστερα ἔργα δι’ αὐτὴν ἐγένοντο. Πῶς λοιπὸν καὶ ἐπὶ τίνων παραδειγμάτων ἐρειδομένη ἡ κυβέρνησίς μας ἤλπιζε καὶ ἐπίστευεν ὅτι μένουσα ἐν πλήρει ἀπραξίᾳ, μὴ φροντίζουσα παντάπασι περὶ τῶν ὑπαρχουσῶν δυνάμεων τοῦ ἔθνους, ὑπνώττουσα καὶ ἀδιαφοροῦσα ἐντελῶς, ἤθελε κατορθώσει διὰ μόνης τῆς ἐπικλήσεως τῆς δικαιοσύνης, ὥστε ἡ Ἑλλὰς νὰ δοξασθῇ καὶ μεγαλυνθῇ, ὁ δὲ ἑλληνισμὸς νὰ προστατευθῇ ἀπὸ παντὸς κινδύνου; σᾶς ἀνέφερα ἓν μόνον παράδειγμα, κύριοι, εἰ καὶ ὑπάρχουσι πολλὰ παραδείγματα, οὐδὲ θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔδωσεν ὁ ἀγὼν ὁ πολυαίματος τῆς Κρήτης. Ἠδυνάμην εἰσερχόμενος εἰς αὐτὰ, ἐὰν εἶχον διάθεσιν πρὸς τοῦτο, νὰ σᾶς ἐνθυμίσω, ἂν ὑπῆρξε κανὲν αἴσθημα τῇ Εὐρώπῃ ὑπὲρ τῶν χριστιανῶν, ἐὰν τὸ αἴσθημα ἦτο ὁ νόμος αὐτῶν, ἢ ἂν δὲν ὑπερίσχυσεν ἡ ἀνάγκη, ἡ ὁποία ἔφερε καὶ πάλιν τὴν Εὐρώπην πρὸς τὴν ἀκεραιότητα τῆς Τουρκίας. Ἀφοῦ λοιπὸν τὰ παραδείγματα καὶ ἡ ἱστορία ἡ σύγχρονος δὲν ἐνεθάῤῥυναν τὴν κυβέρνησιν καὶ ἡμᾶς, ὅτι ἡ δικαιοσύνη δύναται, καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ζήτημα ἑλληνικὸν, νὰ δημιουργήσῃ διὰ τῆς Εὐρώπης, παρὰ τῆς δικαιοσύνης τίνος λοιπὸν ἐπεριμέναμεν τοῦτο; Ἀλλὰ διατί νὰ παραλείψω ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ δανεισθῶ ἐξ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως τῆς Ἀνατολῆς, περὶ ἧς πρόκειται σήμερον; Παρατηρήσατε τὰς διαφόρους φάσεις τὰς ὁποίας ἔλαβε τὸ ζήτημα αὐτὸ, καὶ θέλετε ἰδεῖ ὅτι ὁ διέπων νόμος εἶναι ὁ τῆς ἀνάγκης. Κατ’ ἀρχὰς ἡ Εὐρώπη ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ συμβουλεύσῃ τὴν Τουρκίαν νὰ δώσῃ μικράς τινας καὶ περιωρισμένας διοικητικὰς μεταῤῥυθμίσεις καὶ βελτιώσεις· ἀλλὰ μετ’ οὐ πολὺ ἐλάλησεν ἄλλην γλῶσσαν· ὅσον οἱ κίνδυνοι ηὔξανον καὶ ἐκ τῶν κινδύνων ἡ ἀνάγκη ἰσχυροτέρα ἐγίνετο, τόσον καὶ αἱ ἀποφάσεις προέβαινον ἔτι μᾶλλον πρὸς ὄφελος τῶν ἀγωνιζομένων, ἕως ὅτου κατήντησαν εἰς τὴν γνώμην καὶ πρότασιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐξέθεσα καὶ ἥτις χαρακτηρίζει τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται τὰ πράγματα σήμερον, καὶ περὶ ὧν πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ ἡ νέα σύνοδος ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ὅτε ἡ Εὐρώπη διὰ τοῦ στόματος τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας ὑπέβαλεν ἐσχάτως ὅσα ὑπέβαλε, ποῦ ἦτο τὸ αἴσθημά της καὶ διατί παρέλειψε νὰ κάμῃ λόγον περὶ τοῦ ἑλληνισμοῦ; ποῦ εἶναι ἡ δικαιοσύνη, εἰς ἣν ἀπεβλέψαμεν ἡμεῖς, δηλονότι ἡ κυβέρνησις; Χριστιανοὶ καὶ οἱ μὲν, χριστιανοὶ καὶ οἱ δέ. Ὑπὲρ τῶν μὲν ὑπῆρχε μία ἀνάγκη, ἥτις ἠνάγκαζε τὴν διπλωματίαν νὰ σκεφθῇ ὑπὲρ αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη καὶ διὰ τοὺς ἄλλους, ὅθεν τὸ αἴσθημα ἐξηντλήθη. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία ἀπόδειξις, ἡ ὁποία ἔδειξεν εἰς τὴν κυβέρνησιν τὸ ἐσφαλμένον τοῦ συστήματός της ὅτε ἀπεφάσισε νὰ τὸ μεταβάλῃ καὶ νὰ τὸ καταδικάσῃ μετὰ τῆς μεγάλης ἐκείνης πικρίας, ἣν περιέχουσιν οἱ λόγοι τοῦ πρωθυπουργοῦ τῆς 7ης Ὀκτωβρίου, τοὺς ὁποίους ἀπήγγειλεν ἐνταῦθα καὶ τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέγνωσα πρὸ ὀλίγου. Ἐξ ὅσων, κύριοι, σᾶς εἶπον, ἐνοήσατε, ὅτι δὲν κατακρίνω τὴν κυβέρνησιν ὅτι δὲν ἠκολούθησε πολιτικὴν πολεμικὴν, διότι δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ τὴν κατακρίνω εἰς τοῦτο, ἀφοῦ δὲν ἠκολούθησε κανὲν σύστημα πολιτικῆς. Τὸ σύστημα ὅπερ ἠκολούθησεν εἶναι ἀνάξιον τοῦ ὀνόματος πολιτικὴ τοῦ ἔθνους. Οὐδετερότης συνοδευομένη ὑπὸ ἀπραξίας ὑπὸ ἔθνους τὸ ὁποῖον ἔχει μεγάλα συμφέροντα ἐν τῷ ἀγῶνι, οὐδετερότης μετ’ ἀπραξίας καὶ συνοδευομένη συνάμα ὑπὸ τῆς ἀδιασείστου πεποιθήσεως, ὅτι ἐκ τῆς δικαιοσύνης εἴτε τῶν πολεμούντων, εἴτε τῶν συμμάχων αὐτῶν περιμένει τὴν πραγματοποίησιν τῶν συμφερόντων του, αὐτὴ ἡ πολιτικὴ, κύριοι, δὲν ἔχει ἀξίαν καμμίαν, εἶναι ἐπινόημα ἰδιόῤῥυθμον καὶ πρωτάκουστον. Τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἔχει συμφέρον ἔν τινι ἀγῶνι, δύναται νὰ παραδεχθῇ τὴν οὐδετερότητα, ἀλλὰ θέλει προσπαθήσει συγχρόνως ὥστε καθ’ ἡμέραν νά αὐξάνῃ τὰς δυνάμεις του, ἔθνος μάλιστα, καθὼς τὸ ἑλληνικὸν, ἀσθενὲς καὶ ἀκατάρτιστον. Καὶ δὲν θέλει, κύριοι, χρησιμεύσει εἰς τὴν κυβέρνησιν ἡ ἀδυναμία τῆς Ἑλλάδος πρὸς δικαιολόγησιν τῆς πολιτικῆς της. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ δώσητε καμμίαν προσοχὴν εἰς τὴν δικαιολόγησιν αὐτὴν, διότι ἴσα ἴσα τὸ ἐπιχείρημα στρέφεται κατ’ αὐτῆς. Ὅσον μᾶλλον εἶναι ἀδύνατον ἕν κράτος, τόσον μᾶλλον πρέπει νὰ φροντίζῃ διὰ τὴν ἰσχύν του. Ἀφ’ ἧς ἦλθεν ἡ κυβέρνησις καὶ εἶδε τὰ πράγματα δεινούμενα, ὤφειλε τὰς στρατιωτικὰς αὐτῆς δυνάμεις, τὰς ὁποίας εὗρε, νὰ τὰς πολλαπλασιάζῃ ἀκαταπαύστως, ζητοῦσα καὶ τὴν γνώμην καὶ τὴν συνδρομήν μας, ἤτοι τὴν γνώμην καὶ συνδρομὴν τοῦ τόπου, διὰ νὰ εἴπῃ μίαν ἡμέραν «ἔπραξα τὸ καθῆκόν μου, εὗρον τὸν τόπον ἀδύνατον, δὲν ἤγειρα ἐγὼ τὸν πόλεμον ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἀλλὰ τὸν εὗρον· ἐνόμισα καθῆκόν μου ν’ αὐξήσω τὴν δύναμιν τῆς Ἑλλάδος, σᾶς ἐκθέτω ἤδη τὰ γενόμενα, σᾶς περιγράφω τὴν πολιτικὴν κατάστασιν, καὶ φρονῶ, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ὅτι εἶναι ἢ δὲν εἶναι συμφέρον νὰ μεταβάλωμεν πολιτικήν.» Τοιαύτη διαγωγὴ κυβερνήσεως δὲν ἠμποροῦσε ποτὲ νὰ ἦναι ἀξία κατακρίσεως· ἠδύναντο ἴσως νὰ εἴπουν οἱ μὲν ὅτι δὲν ἔδειξε τὴν προσήκουσαν δραστηριότητα, οἱ δὲ ἄλλοι τὸ ἐναντίον, ἀλλ’ αὐτὸ ἦτο ἀντικείμενον μέτρου καὶ σταθμοῦ. Ἀλλ’ ἡ κυβέρνησις παρεδέχθη ὡς ἀρχὴν τὴν ἀπραξίαν· δὲν ἔπραξεν ὀλίγα καὶ τὴν κατηγοροῦμεν, οὐδὲ πολλὰ καὶ τὴν κατηγοροῦμεν, ἀλλ’ ἐδέχθη τὴν ἀρχὴν, ὡς σᾶς εἶπον πρὶν, ὅτι ἡ ἀπραξία εἶναι ἄγκυρα. Καὶ ἂν ἔλλειπεν ἡ ἐγκύκλιος, ἔχομεν τὰ πράγματα. Τί φρονεῖ σήμερον ἡ κυβέρνησις διὰ τοῦ ἐκτάκτου νόμου τῆς στρατολογίας; Φρονεῖ ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ κατασκευάσῃ μείζονα στρατόν; Ἰδοὺ λοιπὸν τὸ μέσον, δι’ οὗ ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τῆς ἀδυναμίας τῆς Ἑλλάδος πρὸ 2 ἢ πρὸ 6, ἔστω, μηνῶν. Ἐὰν δὲν ἠδύνατο τότε, δὲν δύναται οὔτε σήμερον, καὶ ἐὰν σπουδαίως ὁμιλῇ, ἐὰν σπουδαίως συνιστᾷ τὸν νόμον αὐτὸν εἰς τὸ ἔθνος, ὀφείλει λόγον διατὶ παρέλειψε τὸ καθῆκον τοῦτο κατὰ τὸ παρελθόν. Ἠμπορεῖ μεταξὺ ἡμῶν νὰ ὑπάρχουν πολλοὶ, ἐν οἷς καὶ ἐγὼ, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν δύναται νὰ φέρῃ εἰς τὸν σκοπόν. Ἀλλὰ τί ἔβλαπτε, κύριοι, ἐὰν ὁ νόμος ἐφέρετο ἐγκαίρως; αἱ συζητήσεις ἤθελον παρουσιάσει τὸ σκόπιμον, ἤθελον μᾶς πείσει ὁποῖον εἶναι τὸ προσφορώτερον, καὶ ἠθέλομεν βελτιώσει τὴν ἀδυναμίαν μας. Ναὶ, τῳόντι ἡ κυβέρνησις εὑρέθη ἐπὶ κεφαλῆς ἔθνους ἀδυνάτου, ἀλλὰ καὶ ὁ ἰατρὸς ὁ ὁποῖος καλεῖται πρὸς θεραπείαν ἀσθενοῦς, πάσχοντος συγχρόνως ἐξ ἀδυναμίας, πρῶτον καθῆκον ἔχει νὰ φροντίσῃ μήπως ἡ ἀδυναμία καταστρέψῃ τὴν θεραπείαν του, καὶ τὴν ἀδυναμίαν κατὰ πρῶτον λόγον προσπαθεῖ νὰ ἐπανορθώσῃ, διότι ἡ παράβλεψις δύναται καὶ τὸν μέλλοντα νὰ σωθῇ νὰ τὸν χάσῃ. Δὲν ζητῶ λοιπὸν νὰ κατακρίνω τὴν κυβέρνησιν, διότι δὲν ἠκολούθησε πολεμικὴν πολιτικὴν, ὡς ἠκολούθησεν αὐτὴν κατὰ τὸ 1867. Τὴν κατηγορῶ, διότι δὲν ἠκολούθησε πολιτικὴν καμμίαν, τὴν κατηγορῶ, διότι ἠδύνατο, χωρὶς νὰ ἐξέλθῃ τοῦ συστήματος τῆς οὐδετερότητος, νὰ παραλείψῃ δύο πράγματα, καὶ παραλείπουσα αὐτὰ, νὰ ἐγκαθιδρύσῃ εἰς τὸν τόπον τὴν ἀληθῆ πολιτικὴν, ἥτις ἥρμοζεν εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὰς περιστάσεις· νὰ παραλείψῃ τὴν ἀπραξίαν καὶ νὰ παραλείψῃ τὴν προκήρυξιν τῆς πολιτικῆς της, δηλαδὴ νὰ μεταβάλῃ τὴν πολιτικήν της εἰς πολιτικὴν ἐπιφυλάξεως μετὰ παρασκευῶν. Οἱ ἰσχυροὶ δύνανται νὰ παραλείψωσι καὶ τὴν ἔκτακτον ἐπιμέλειαν τῶν δυνάμεών των, διότι εἶναι ἰσχυροί· οἱ ἀσθενεῖς οὐχί. Οἱ ἰσχυροὶ δύνανται νὰ δημοσιεύωσι τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν αὐτῶν καὶ τοὺς ἐξωτερικοὺς σκοπούς των, διότι δὲν ἔχουν ἀνάγκην ἐκ τῆς ἐχεμυθίας νὰ ἀντλήσωσι δύναμιν. Ἀλλ’ οἱ ἀσθενεῖς ἔχουν ἀνάγκην, καὶ καθὼς ἡ Ἑλλὰς ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ της δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ: κηρύττω τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας ἢ καθ’ οἱουδήποτε ἄλλου κράτους, χωρὶς, ἀνέτοιμος οὖσα καὶ ἀπαράσκευος καὶ ἀσύντακτος, νὰ κατηγορηθῇ ὡς παράφρων, οὕτω δὲν ἠδύνατο νὰ προκηρύξῃ ὅτι θέλει ἀποθάνει καὶ θέλει ταφῆ. Ἡ ἐχεμύθεια εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ἢ διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὸν ὅρον τῆς πολιτικῆς γλώσσης, ἡ ἐπιφύλαξις ἦτο ἡ μόνη συνετὴ, ἐπιφύλαξις συνδεομένη μετὰ δραστηρίας παρασκευῆς καὶ ἐργασίας· καὶ ὅταν ὁμιλῶ περὶ παρασκευῆς καὶ ἐργασίας, δίδω τὴν πλέον ἔκτακτον σημασίαν εἰς τὴν ἔκφρασίν μου, δὲν νομίζω ὅμως ἀναγκαῖον νὰ ἐκταθῶ περισσότερον. Κυβέρνησις λοιπὸν, ἀκολουθοῦσα τὸ σύστημα τῆς οἰκονομίας τοῦ χρόνου πρὸς προμήθειαν τῶν μέσων, μεταμόρφωσιν τῶν πολιτῶν εἰς στρατιώτας, πρὸς σύνταξιν τοῦ στρατοῦ, καὶ πείθουσα τὸ ἔθνος νὰ προσφέρῃ ἐλλόγως καὶ ἐν γνώσει τὰς θυσίας, τὰς ὁποίας τοιαῦται ἐργασίαι ἀπῄτουν, αὐτὴ ἡ κυβέρνησις ἤθελεν ἐκπληρώσει τὸ καθῆκον, ὅπερ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Ἑλλάδος εὑρισκομένη εἶχεν εἰς τοιαύτας περιστάσεις. Ἐὰν περιπλέον ἀπεῖχε νὰ κηρύξῃ ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς κατὰ τὸν προκείμενον ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἀγῶνα, καὶ παρηκολούθει προσεκτικῶς τὰς περιπετείας αὐτοῦ, ἡ τοιαύτη πολιτικὴ τῆς ἐπιφυλάξεως ἤθελεν εἶσθαι πολιτικὴ ἰσχύος καὶ δυνάμεως. Ἤθελε δημιουργήσει ἀληθῶς ἀνάγκην καὶ ἤθελε προσελκύσει τὰ βλέμματα ἀμφοτέρων τῶν μερῶν πρὸς ἑαυτήν. Ἡ Ἑλλὰς, κύριοι, δὲν δύναται εὐκόλως νὰ ἐκτιμηθῇ ὡς πρὸς τὰς δυνάμεις αὑτῆς. Δὲν εἶναι τὸ κράτος, τοῦ ὁποίου δύνασαι διὰ τῶν ἀριθμῶν νὰ παραστήσῃς τὴν δύναμιν, ἐὰν ἀθροίσῃς τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς αὐτῆς παρασκευάς. Ἡ Ἑλλὰς κατοικεῖ ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ δεσπόζει αὐτῆς διὰ τῶν ἠθικῶν δυνάμεων τὰς ὁποίας ἔχει. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μακρηγορήσω περὶ τούτου. Θέλω ἐπικαλεσθῆ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου πρωθυπουργοῦ τὴν ὁμολογίαν τὴν ἐπίσημον. Ἀκούσατε τὶ περιέχει ἡ προκήρυξίς του ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὰς δυνάμεις καὶ τὴν σημασίαν αὐτῆς ἐν τῇ Ἀνατολῇ. «Ἡ Ἑλλάς, διὰ τῆς συνετῆς καὶ περιεσκεμμένης διαγωγῆς αὐτῆς, ὑπηρέτησεν οὐσιωδῶς κατὰ τοὺς νῦν καιροὺς τὴν εἰρήνην πρὸς τὰ ἔξω.» Τί σημαίνουσι, κύριοι, αὐτοὶ οἱ λόγοι; πῶς δύναται νὰ καυχηθῇ ἓν ἔθνος ὅτι ὑπηρέτησε σπουδαίως τὴν εἰρήνην τοῦ κόσμου, εἰμὴ ἐὰν πιστεύῃ ἀδιστάκτως, ὅτι τῷ ὄντι ἡ κοινὴ περὶ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ τοῦ κράτους γνώμη εἶναι ὅτι κέκτηται πολλῆς; πῶς εἶναι δυνατὸν σοβαρὰ κυβέρνησις νὰ τολμήσῃ νὰ γράψῃ ἐνώπιον τοῦ ἔξω κόσμου, ὅτι τὸ μικρὸν αὐτὸ βασίλειον τὸ ἑλληνικὸν προσφέρει εἰς τὴν εἰρήνην τῆς Εὐρώπης καὶ εἰς τὴν εἰρήνην τῆς Ἀνατολῆς οὐσιώδη ὑπηρεσίαν, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὴν πεποίθησιν καὶ δὲν ἠξεύρῃ ὅτι ἡ πεποίθησίς της ἀναγνωρίζεται καὶ παρὰ τῶν ἄλλων, ὅτι τὸ μικρὸν αὐτὸ ἑλληνικὸν βασίλειον ἔχει μεγάλας δυνάμεις; «Πιστεύω ἀδιστάκτως (προσθέτει ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ του), ὅτι ἡ συμπεριφορὰ ἣν ἐτήρησεν ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ σημασία αὐτῆς ἐν τῇ Ἀνατολῇ καλῶς ἐγνώσθησαν καὶ σπουδαίως ἐξετιμήθησαν.» Πῶς δύναται κυβέρνησις, μηδαμινὴν ἰδέαν ἔχουσα περὶ τῶν δυνάμεων τοῦ κράτους, τὸ ὁποῖον κυβερνᾷ, νὰ ἐκφωνήσῃ τοιούτους λόγους; ἤθελε βεβαίως ἐντραπῆ νὰ τὸ πράξῃ. Ἀλλ’ οὐ μόνον τοιοῦτον αἴσθημα δὲν ᾐσθάνθη ἡ κυβέρνησις, καὶ πολὺ δικαίως, ἀλλ’ ἐπρόσθεσε δι’ ἐπιῤῥημάτων καὶ ἐπιθέτων ὅσον ἦτο δυνατὸν μείζονα δύναμιν εἰς τὴν περὶ τοῦ μεγέθους τῶν δυνάμεων τῆς Ἑλλάδος γνώμην της. Ἀλλ’ οὐ μόνον τοῦτο, κύριοι, ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἡ Ἑλλὰς, οὐ μόνον αὐτὴν τὴν πολιτικὴν ὤφειλε ν’ ἀκολουθήσῃ, τὴν πολιτικὴν τῆς ἐπιφυλάξεως μετὰ δραστηρίας ἐνεργείας καὶ προπαρασκευῆς κατὰ τὸ παρελθὸν δωδεκάμηνον, ἀλλ’ ἠδύνατο προσέτι νὰ γυμνωθῇ μιᾶς δυσκολίας, ν’ ἀποῤῥίψῃ μίαν δυσχέρειαν, ἥτις ἠδύνατο ἴσως νὰ φέρῃ εἰς αὐτὴν πρόσκομμά τι. Ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχεν ἀνάγκην ἐν τῷ ἀγῶνι τῆς Ἀνατολῆς νὰ παρουσιασθῇ ὡς ἰδιοτελὴς καὶ κατακτητική. Δὲν εἶχεν ἀνάγκην διὰ τῶν ἰδίων αὐτῆς ἀξιώσεων, διὰ τῶν ἀξιώσεων, δὲν λέγω πλέον τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἀλλὰ τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου, νὰ διαταράξῃ τὰς συμφωνίας Ἐδύνατο νὰ πράξῃ ὅ,τι πράττουσι καὶ αὐταί, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι δὲν ἔχουσιν εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν τὸ αἴσθημα, εἰς ὃν ἔχει καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ αὐτὸ ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις· στεροῦνται δὲ καὶ τῶν μέσων τῆς ἐνεργείας καὶ τοῦ προσήκοντος τίτλου. Δὲν εἶχεν ἀνάγκην ἡ Ἑλλὰς νὰ παρουσιασθῇ μὲ ἀξιώσεις κατακτητικάς, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῇ μὲ αὐτὸ τὸ φαινόμενον, τοὐλάχιστον κατ’ ἐπιφάνειαν, πρόγραμμα τῆς Εὐρώπης. Ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ πᾶσαν αὐτῆς πρᾶξιν μὲ τὸ πρόγραμμα τοῦτο, καὶ οὔτε νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐπιβουλεύεται τὸ concert τῆς Εὐρώπης, οὔτε ὅτι θέλει νὰ διαταράξῃ τὴν εἰρήνην. Περιστάσεις μάλιστα, κύριοι, κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἔτυχον πολλαί, ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ τουρκικὴ κυβέρνησις ἔλαβε τὴν πρωτοβουλίαν εἰς προτάσεις περὶ βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τῶν δούλων ἐν τῇ Ἀνατολῇ, προτάσεις αὐτονομίας καὶ ἰσοπολιτείας. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε καὶ οἱονδήποτε πρόγραμμα καὶ ἂν εἶχεν ἡ Ἑλλάς, τὰ δύο ἀναπόφευκτα στοιχεῖα τῆς πολιτικῆς αὐτῆς ἔπρεπε νὰ ᾖναι αὐτὰ τὰ ὁποῖα προεῖπον, ἡ ἐπιφυλακτικὴ πολιτικὴ καὶ ἡ ἀκατάπαυστος καὶ δραστηρία προπαρασκευή. Κανεὶς δὲν εἶναι κύριος τῶν περιστάσεων καὶ τοῦ μέλλοντος. Κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ γνωρίζῃ, ὅτι, ἀρχόμενος ἀπὸ τούτου τοῦ σημείου, δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταντήσῃ εἰς ἄλλο, διότι αἱ περιστάσεις ἠμποροῦν νὰ τὸν φέρουν, ἀρκεῖ ἡ σύνεσις καὶ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου νὰ τὸν ὁδηγῇ, καὶ διὰ τοῦτο, ὅστις ἐπιχειρεῖ νὰ διαγράψῃ πάσης ἐνδεχομένης περιστάσεως τὴν πολιτικὴν τοῦ βασιλείου κατ’ αὐτὸν τὸν ἀγῶνα, ἐπιχειρεῖ τὰ ἀδύνατα. Αἱ βάσεις ἀπαιτεῖται νὰ ᾖναι ἑδραῖαι, καὶ ἑδραιότεραι βάσεις δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ὑπάρξουν, εἰμὴ αἱ δύο αὗται· ἡ προπαρασκευὴ, ἡ ὁποία αὐξάνει τὰς δυνάμεις, ἡ ἐπιφύλαξις, ἡ ὁποία δὲν τὰς δεσμεύει, ἀλλ’ ἀφίνει κύριον καὶ ἐξουσιαστὴν τῶν περιστάσεων τὸν ἀκολουθοῦντα τὸ σύστημα τοῦτο. Ἀλλ’ ἡ κυβέρνησις, ἀναπαύσασα πάντας τοὺς ἐνδιαφερομένους περὶ τῆς μελλούσης πολιτικῆς αὑτῆς, καὶ διατυπώσασα ἐν τῇ πλέον ἐπισήμῳ προκηρύξει, ὅτι θέλει διαμείνει ἐν πλήρει ἀπραξίᾳ καὶ ὅτι ὅλα της τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα ἀναθέτει εἰς τὴν πρόνοιαν καὶ εἰς τὴν καλὴν διάθεσιν τῶν ἄλλων, καὶ ἐλθοῦσα μετέπειτα διὰ τῶν πραγμάτων νὰ ἐπικυρώσῃ αὐτὴν τῆς τὴν πολιτικὴν καὶ νὰ ἐνισχύσῃ αὐτὴν, ἐπινοήσασα δὲ καὶ τὸν νόμον περὶ ἀποδημίας τοῦ βασιλέως, διὰ τοῦ ὁποίου νόμου ἀφῆκε τὸν τόπον ἔρημον βασιλικῆς ἐξουσίας, ἔδωκε, κύριοι, ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ δώσῃ εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους, ὅπως τοὺς πείσῃ καὶ ἀσφαλίσῃ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀπέθανε. Ποίαν δὲ ἐγγύησιν ἔδωκεν εἰς τὸν ἑλληνισμόν; Περιέμενον τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἔλθῃ νὰ ἐξηγήσῃ ποῖαι εἶναι αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας αὐτὴ ἡ πολιτικὴ ἣν περιέγραψεν ἔδιδεν εἰς αὐτόν. Κυβέρνησις ὅμως, ὁμολογοῦσα ὅτι τὸ ἔθνος εὑρίσκεται ἐν ἀδυναμίᾳ, καὶ λέγουσα τὴν ἀλήθειαν, προσθέτουσα δὲ συγχρόνως, ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἐν ἀπραξίᾳ ἐπὶ 12 μῆνας, καὶ ἡ ὁποία ἤδη ἔρχεται καὶ λέγει ὅτι ἔθνος τοιαύτην ἀκολουθοῦν πολιτικὴν εἶναι ἀξιοκαταφρόνητον, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλεῖ νὰ τὴν ἀποσύρητε τῆς καταφρονήσεως διὰ τοῦ ἀντιθέτου συστήματος, αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ δικαιολόγησιν καμμίαν. Βλέπουσι λοιπὸν οἱ κύριοι, ὅσοι ὑπὸ αἰσθήματος λίαν ἀξιεπαίνου θέτουσι τὸ περὶ Κυβερνήσεως ζήτημα, ὅτι δὲν ἐφθάσαμεν ἀκόμη εἰς αὐτό· βλέπουσιν ὅτι αὐτὸ τὸ ζήτημα εἶναι τὸ τελευταῖον πάντων, διότι δὲν ὑπάρχει κανεὶς σκοπὸς εἰς τὰς σημερινὰς συζητήσεις περὶ Κυβερνήσεως. Ἰσχυρίζομαι δὲ διὰ τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω, ὅτι δὲν ἔπραξε καμμίαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ τῷ ἀποδώσῃ αὐτὸν τὸν σκοπὸν τῆς καταλήψεως τῆς ἐξουσίας. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποφανθῇ ἐὰν τὸ κόμμα αὐτὸ ἀπήντησε πουθενὰ ἐργαζόμενον πρὸς τοῦτο· παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὁμολογήσῃ ἂν καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἡ ἀντιπολίτευσις, τὴν ὁποίαν ἀντιτάσσομεν κατ’ αὐτῆς, ὑπῆρξε κατὰ τὸ ἐλάχιστον ἐνοχλητικὴ, καὶ ἐὰν δὲν συνετελέσαμεν ἡμεῖς ὡς ἀντιπολίτευσις εἰς τὴν πρώτην ἑδραίωσίν της καὶ τὴν ἐξακολούθησιν μέχρι τῆς σήμερον ἀκόμη τῆς ὑπηρεσίας της καὶ τῆς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ διαμονῆς της. Ἀλλ’ ὅστις φρονεῖ, ὅτι τὸ κυβερνᾷν εἶναι τὸ ἁπλούστατον τῶν πραγμάτων, ὅτι πρὸς τοῦτο οὐδὲν ἄλλο ἀπαιτεῖται εἰμὴ ἡ καλὴ θέλησις, αὐτὸς εὑρίσκεται εἰς μεγίστην πλάνην, εἰ καὶ κατέχεται ὑπὸ μεγάλου ἐνθουσιασμοῦ καὶ μεγάλης φιλοπατρίας. Ἐὰν οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους παρ’ ἡμῶν ἀκούετε, ἔχωσιν ὑπόστασιν, δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῆτε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ δὲν ἔχει πατριωτισμὸν, δὲν ἔχει καλὴν θέλησιν, δὲν ἐπιθυμεῖ τὸ καλόν. Βλέπετε ὅτι ἡ φιλοπατρία καὶ ἡ καλὴ θέλησις δὲν ἔχει μεγάλην σημασίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν ἐθνῶν. Ἀλλά, κύριοι, ποῖος στερεῖται καὶ αὐτοῦ τοῦ στοιχειώδους πατριωτισμοῦ, ὅπως ὑποτεθῇ ὅτι φροντίζει περὶ Κυβερνήσεως; Οἱ τοιοῦτοι ἄνθρωποι εἶναι τόσον ταπεινοὶ καὶ βδελυροί, ὥστε περὶ αὐτῶν δὲν πρέπει νὰ γίνηται λόγος· ὄχι νὰ μορφώσουν ἔθνη δὲν δύνανται οἱ τοιοῦτοι, ἀλλὰ μάλιστα διὰ τῆς μεγάλης αὑτῶν φιλαυτίας καὶ τυφλώσεως καὶ διαστροφῆς τῆς καρδίας εἶναι ἄξιοι νὰ προδώσουν τὸν τόπον. (Εὖγε! εὖγε! Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.) Ἤθελον πολὺ σᾶς καταφρονήσει, κύριοι, καὶ ἐμαυτὸν συγχρόνως, ἐὰν ἤθελον πιστεύσει, ὅτι τῳόντι ὀφείλετε νὰ πράξετε ὅπως σᾶς ἐπρότειναν, νὰ παραδεχθῆτε καὶ νὰ πιστεύσητε, ὅτι ἐντολὴν ἄλλην δὲν ἔχετε παρὰ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῶν συζητήσεων νὰ καθήσητε ἐπὶ τῆς ἐξουσίας ὡρισμένα πρόσωπα. Ἔχων μεγίστην ἀφοσίωσιν εἰς τοὺς θεσμοὺς τῆς πατρίδος μου, χρεωστῶ νὰ φρονῶ καὶ περὶ τοῦ κοινοβουλίου τὰ μέγιστα καὶ ὑπέρτατα. Φρονῶ ὅτι τὸ καθῆκον τοῦ κοινοβουλίου εἶναι ἄλλο, νὰ συζητήσῃ πρῶτον τὰ πράγματα καὶ νὰ μορφώσῃ αὐτὸ τὸ ἴδιον ἑδραίαν περὶ αὐτῶν ποποίθησιν· τὸ δὲ ἔκτακτον τῶν περιστάσεων εἰς τίποτε ἄλλο δὲν πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ἐντείνῃ αὐτὴν τὴν καλὴν θέλησιν τοῦ κοινοβουλίου. Πρὶν δὲ μορφωθῇ παρὰ τοῦ κοινοβουλίου γνώμη ἀκριβὴς περὶ τοῦ τί τὸ πρακτέον καὶ τί τὸ μὴ πρακτέον, καὶ ἂν τὸ σύστημα ὅπερ μέχρι τοῦδε ἠκολουθήσαμεν ἦτο ὀρθὸν, καὶ τὸ σύστημα, ὅπερ μᾶς προτείνουν, δὲν εἶναι ὀρθὸν, ἢ τὸ ἀνάπαλιν· πρὶν ἐξετάσητε ἐὰν τὰ μέτρα τοῦ παρελθόντος ἦσαν ἢ δὲν ἦσαν ὀρθὰ, τὰ δὲ προτεινόμενα σήμερον εἶναι ἢ δὲν εἶναι συντελεστικὰ πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν προτείνονται, δὲν ἔχει ἄλλην ἐντολὴν, πρέπει τὸ κοινοβούλιον ν’ ἀνεύρῃ καὶ ἀπαριθμήσῃ πάσας τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας μᾶς ἐπιβάλλουν ὡς καθῆκον αἱ περιστάσεις, ὡς ἐπίσης τὰς θυσίας, καὶ νὰ ὁρίσῃ τὸν τρόπον τῆς χρήσεως αὐτῶν. Ἰδοὺ τὸ ζήτημα τὸ σημερινόν· τὸ δὲ ζήτημα τῆς κυβερνήσεως εἶναι τελευταῖον. Ἡ σιωπὴ ὅμως, τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις ἐτήρησε, καὶ ἡ ἐπιμονὴ αὐτῆς ἐν τῇ σιωπῇ ταύτῃ μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργὸν, πῶς δὲν νομίζει ἀναγκαῖον νὰ δώσῃ λόγον περὶ τῆς πολιτικῆς ἣν ἠκολούθησαν, ὄχι μόνον διότι τὸ ὑπεσχέθη εἰς τὸ κοινοβούλιον, ὄχι μόνον διότι ὤφειλεν ἐκ καθήκοντος νὰ τὸ πράξῃ ὡς διοικήσας τὸν τόπον εἰς σοβαρὰς περιστάσεις, ὄχι μόνον διότι προεκλήθη, ὄχι μόνον διότι κατεδίκασεν ὁ ἴδιος τὸ σύστημά του διὰ τοῦ νέου αὐτοῦ προγράμματος καὶ τῶν λόγων δι’ ὧν τὸ συνώδευσεν, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὅστις ἠκολούθησεν ὅλως ἀντίθετον πολιτικὴν ἄλλοτε. Σᾶς εἶπον, κύριοι, τὰς ἀξιώσεις μου· σᾶς εἶπον τὶ ἐφρόνουν περὶ τῆς πολιτικῆς, ἣν ὤφειλεν ἡ κυβέρνησις ν’ ἀκολουθήσῃ. Ἀλλ’ ὅμως ἐρωτῶ αὐτὸν, ἕτερος πρωθυπουργὸς ἐὰν ἄλλοτέ τις ἄλλα φρονήματα ἔχων, καὶ οὐχὶ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἔχω ἐγὼ, δὲν ἠδύνατο νὰ τῷ εἴπῃ· διατί, κύριε πρωθυπουργὲ, νῦν δὲν ἀκολουθεῖς τὴν πολεμικὴν πολιτικὴν τοῦ 1867; Ἠδύνατο νὰ τῷ ἀποτείνῃ αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν μὲ μέγα δίκαιον, διότι αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι τοῦ 1867 ἦσαν πολὺ ὀλιγώτερον εὐνοϊκαί. Κατὰ τί, κύριοι, ἠδύνατο νὰ κατακριθῇ τὸ σύστημα τοῦ 1867; Καθ’ ὅτι ἐπίστευσεν εἰς πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπραγματοποιήθησαν. Δὲν ἐμβαίνω εἰς τὴν συζήτησιν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, ἣν ἄλλοτε ἐσυζήτησα ἐν λεπτομερείᾳ, διότι δὲν πρόκειται περὶ αὐτῆς ἤδη· ἀλλὰ λέγω, ὅτι κυριώτατον δυστύχημα τῆς πολιτικῆς ἐκείνης ὑπῆρξεν ὅτι δὲν ἐπραγματοποιήθησαν ἃ ἤλπιζε νὰ πραγματοποιηθῶσι. Κατὰ τὸ 1867 οὐδὲν ἄλλο εἶχεν ἐνώπιόν της ἡ κυβέρνησις, τῆς ὁποίας προήδρευεν ὁ καὶ νῦν πρωθυπουργὸς, εἰμὴ μόνον μίαν Κρήτην. Τὸ σύστημά του ἐθεμελιοῦτο ἐπὶ τῆς ἐξεγέρσεως τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς. Εἰς ὁποίας περιστάσεις εὑρέθη τὴν σήμερον; Δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ παρακαλέσῃ, δὲν εἶχε ἀνάγκην νὰ δελεάσῃ, ὁλόκληρος ἡ σλαυϊκὴ φυλὴ ἔλαβε τὰ ὅπλα, χωρὶς νὰ τὸν ἐρωτήσῃ· ἀντὶ τῆς Κρήτης, εἶχεν ἐνώπιόν του 5 ἢ 6 ἢ 7 ἑκατομμύρια λαοῦ διεκδικοῦντος τὴν ἀνεξαρτησίαν του. Ἐὰν τὸ σύστημα τοῦ 1867 ἦτο ὀρθὸν, διατί δὲν ἦτο ὀρθὸν τὴν σήμερον, ἂν καὶ τὰ πράγματα τῆς Εὐρώπης εἶναι μεταβεβλημένα; Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν βεβαίως οὔτε νὰ ἐνοχοποιήσωμεν δύναμίν τινα, οὔτε νὰ μὴ τὴν ἐνοχοποιήσωμεν· δυνάμεθα ὅμως ἀδιστάκτως νὰ εἴπωμεν περὶ τῆς Ῥωσσίας, ὅτι εἶναι μετὰ τῆς ἐπαναστάσεως. Τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα ἠγέρθη πλῆρες καὶ ὑπῆρχε πλῆρες πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ μὲ δυνάμεις, τὰς ὁποίας ἠδύνατό τις μόνον νὰ ὀνειρευθῇ κατὰ τὸ 1867, ἢ νὰ ἐλπίσῃ καὶ νὰ εὐχηθῇ, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπῆρξαν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τούτου, διὰ νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ὤφειλεν ἡ κυβέρνησις νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἀλλ’ ὁμιλῶ διὰ νὰ ἐλέγξω τὸν κύριον πρωθυπουργὸν, καὶ νὰ τὸν ἐλέγξω πρὸ πάντων διὰ τὴν σιωπήν του. Διὰ νὰ δείξω εἰς αὐτὸν ἴσα ἴσα, διότι τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως προΐσταται ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος συνέλαβεν ἐν τῷ νῷ τὴν πολιτικὴν τοῦ 1867, ὑπῆρχεν εἷς λόγος περιπλέον νὰ εἴπῃ εἰς τὸ ἔθνος, διατὶ ἠκολούθησε τὴν ὅλως ἐναντίαν, καὶ τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ ὀνομάσωμεν οὔτε καλὴν οὔτε κακὴν, οὔτε τίποτε, διότι, καθὼς προεῖπον, δὲν εἶναι πολιτικὴ καὶ τοῦ ὀνόματος τούτου ἀξία. Δι’ αὐτὸ, κύριοι, ἐπιμένω ἀκόμη καὶ τώρα, πεποιθὼς ὅτι ἐν τῷ κοινοβουλίῳ ὑπάρχει ἀρκετὸν πνεῦμα αὐστηρᾶς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων, ἐπιμένω, παρακαλῶν τὴν κυβέρνησιν νὰ ἐξηγηθῇ περὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπ’ ἀρχῆς ἔθεσε· νὰ εἴπῃ ὁποία ὑπῆρξεν ἡ πολιτική της, καὶ εἰς ὁποῖα ἤχθημεν ἀποτελέσματα· νὰ δικαιολογήσῃ αὐτὴν κατακρινομένην παρ’ αὐτῆς τῆς ἰδίας καὶ παρ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων· νὰ μᾶς δώσῃ ὅσας δύναται τοὐλάχιστον πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον τὰ πράγματα εὑρίσκονται. Ἐπιφυλάττομαι δὲ εἰς τὴν ἄλλην συνεδρίασιν νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ νέου προγράμματος. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα.)
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Σᾶς ἐφώτισε, κύριοι, εἴς τι ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Δεληγεώργη; Ἐμάθετέ τι περισσότερον ἢ ὅσα ἠξεύρετε, ὕστερον ἀπὸ τοιαύτην ἐκτεταμένην ἀγόρευσιν; Ἠκούσατε πολλὰ περὶ ἀναγκῶν, περὶ ἐνεργοῦ πολιτικῆς· ἀλλὰ τί σημαίνουν ταῦτα; Τί ἐνόησε διὰ τούτων ὁ κ. Δεληγεώργης, καὶ τί ῥητῶς καὶ ὡρισμένως μᾶς μέμφεται ὡς μὴ πράξαντας; Παρελάβομεν, κύριοι, τὴν ἐξουσίαν, καθ’ ἣν ἐποχὴν πεποίθησις τοῦ ἔθνους δὲν ὑπῆρχε, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐπὶ τῶν ἱστορικῶν καὶ προαιωνίων ἰδεῶν καὶ πόθων τοῦ ἔθνους εἶχεν ἐνσπείρει τὴν νάρκην καὶ ἀμφιβολίαν αὐτός· αὐτὸς εἶχε διδάξει τὸ ἔθνος, ὅτι ἡ μεγάλη ἰδέα εἶναι πλάνη εἶναι μωρία. Καὶ ἡ πεποίθησις τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους ἐκλονίσθη σπουδαίως, καὶ διὰ τοῦτο, ἐνθυμεῖσθε, μὲ ὁποίαν ἀδιαφορίαν ἤκουε μέχρις ἐσχάτων τὰ πλησίον ἡμῶν λαμβάνοντα χώραν. Καὶ τὰς πεποιθήσεις τῶν ἐθνῶν διὰ μιᾶς δὲν δύναταί τις νὰ μεταβάλῃ, οὔτε ἐν μιᾷ ὥρᾳ οὔτε ἐν μιᾷ στιγμῇ, καθὼς μεταβάλλουν τινὰ ἄτομα τὰς ὁμιλίας καὶ πεποιθήσεις των. Καὶ ἔρχεσθε νὰ ζητήσητε λόγον παρ’ ἡμῶν σήμερον διὰ τὴν γυμνότητα τῆς Ἑλλάδος σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τοσοῦτον καιρὸν κυβερνήσαντες τὸν τόπον δὲν προσεθέσατε οὔτε ἓν ὅπλον, οὔτε μίαν ὀκᾶν πυρίτιδος, οὔτε ἓν πλοῖον, οὐδὲ ηὐξήσατε κατὰ κόκκον τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις; Καὶ ἔρχεσθε σήμερον κραυγάζοντες διὰ τί ἡμεῖς ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν δὲν ἀνεπληρώσαμεν ὅλα, δὲν ἐσχηματίσαμεν τοιαύτας δυνάμεις, ὥστε νὰ ἐπιβληθῶμεν εἰς τὴν Εὐρώπην, νὰ μεταβάλωμεν τὰ πράγματα τοῦ κόσμου; Ὁμολογῶ, ὅτι τὴν μομφὴν ταύτην δὲν τὴν ἤλπιζον ἀπὸ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου, ὅστις ὅλως ἐναντίαν ἠκολούθησε πολιτικὴν, καὶ δι’ ὅλων τῶν μέσων ἐφρόντισε νὰ σβέσῃ τὰς συμπαθείας τῶν Ἀνατολικῶν λαῶν πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ ψυχράνῃ τὰς ἰσχυρὰς δυνάμεις· δὲν τὴν ἤλπιζον, λέγω, διότι ἡ μομφὴ αὕτη, ἂν ᾖναι μομφὴ, αὐτῷ ἀνήκει· αὐτὸς εἶναι ὁ αἴτιος τῆς τοιαύτης καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ βουλευτηρίου, χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις.)
§38Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Φέρω πρότασιν νὰ κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια· δὲν ἀνεχόμεθα τοιαύτας παρεκτροπάς.
§39ΤΙΝΕΣ. Νὰ κενωθοῦν τὰ ἀκροατήρια. (Συγκίνησις.)
§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τοὺς ἀκροατὰς νὰ ἐκτιμήσουν τὴν σοβαρότητα τῶν περιστάσεων. Κρίνεται, κύριοι, ἡ μεγάλη ὑπόθεσις τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, καὶ ἀπαιτεῖται ἐκ μέρους ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων ψυχρότης, σοβαρὰ συζήτησις καὶ σκέψις· δὲν εἶναι καιρὸς χειροκροτημάτων, διότι δὲν πρόκειται περὶ κενῶν λέξεων καὶ τετορνευμένων φράσεων, ἀλλὰ περὶ πραγμάτων σπουδαίων, καὶ περὶ αὐτῶν πρέπει νὰ σκεπτώμεθα σπουδαίως καὶ σοβαρῶς. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν, ἡσυχάσατε. Ὅτε, κύριοι, ἤλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐδέσποζεν αὐτὸ τὸ πνεῦμα, ἡ Βουλὴ, τὸ ἔθνος ἀπῄτουν πολιτικὴν οὐδετερότητος, καὶ αὐτὸ ἀπῄτει ἐπιμόνως ἡ Εὐρώπη. Ὁ κύριος βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐν τῷ βουλευτηρίῳ τούτῳ δὲν ἤνοιξέ ποτε τὸ στόμα νὰ ἐκφέρῃ ἐναντίαν ἰδέαν, καὶ ὅταν μάλιστα ἦτο καιρὸς ἔτι νὰ σκεφθῶμεν ἴσως ἐν τῇ Βουλῇ, ὁ κύριος βουλευτὴς μετέβη δι’ ἰδιαιτέρας ὑποθέσεις του εἰς τὴν πατρίδα του καὶ παρέλυσε καὶ αὐτὸς ὅσον ἠδύνατο τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Καὶ μέμφεται ὁ κ. Δεληγεώργης ἐμὲ, διότι ἐντὸς 5 μηνῶν δὲν ἐπρομηθεύθην ὅπλα, δὲν ἐσχημάτισα στρατοὺς, δὲν ἔφερα πλοῖα, δὲν ἡτοίμασα ὅλα τὰ ἀναγκαῖα, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ μορφώσω μίαν ἀνάγκην ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης, ἐνώπιον τοῦ κόσμου, ἡ ὁποία νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ἂς ἐνθυμηθῇ ὁ κ. Δεληγεώργης τὴν ἐποχὴν τοῦ 1866· τὰ ἔγγραφα καὶ οἱ λόγοι δὲν ἔχουσι μόνα τελεσιουργὸν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν πολιτικὴν, δὲν κανονίζουσι τὴν τύχην τῶν ἐθνῶν. Καὶ τὸ περίεργον, ὅτι σήμερον ὁ κ. Δεληγεώργης μέμφεται ἡμᾶς, διότι ἡμεῖς δὲν ἐσχηματίσαμεν ἓν πρόγραμμα, κατ’ ἐπιφάνειαν τοὐλάχιστον ὅμοιον μὲ ἐκεῖνο τῆς Εὐρώπης· ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τῷ 1866, ὅτε τὸ αἷμα ἔῤῥεεν εἰς τὴν Κρήτην καὶ τὸ ἔθνος συνεκινεῖτο, ἀπηύθυνεν ἓν ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον εἶχε τὸ λάθος τοῦ νὰ μὴ διατυποῖ αἴτησιν, νὰ μὴ ζητῇ τίποτε διὰ τὴν Κρήτην, νὰ μὴ ἔχῃ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ὑπόμνημα, πρὸς τοῖς ἄλλοις, διότι αὐτὸ συμβαίνει ὅταν ὁμιλῇ τις ἄνευ δυνάμεως πρὸς ἄλλους, οὔτε ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν· διότι ἐνθυμεῖσθε, τότε τὰς ἀνταποκρίσεις μεταξὺ τῶν κυβερνήσεων. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας ἠρώτησε τὸν ὑπουργὸν τῆς Γαλλίας, ἂν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα· αὐτὸς δὲ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν τὸ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, διότι δὲν τὸ ἐνόμιζεν ἄξιον προσοχῆς, οὔτε προτίθεται ν’ ἀπαντήσῃ. Τὰ ἔγγραφα καὶ οἱ λόγοι δὲν σχηματίζουσι τὰς ἀνάγκας, οὔτε καθιεροῦσι τὴν χρησιμότητα. Καὶ τῷ ὄντι, κύριοι, ἠπρακτοῦμεν ἡμεῖς ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ; δὲν ἐπράττομεν ὅ,τι ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν, καὶ ὅτι ἔπρεπε; καὶ ἀπαντῶν εἰς τοῦτο, ἀπαντῶ συγχρόνως καὶ πρὸς τὸν κ. Τρικούπην. Ὑπῆρχεν ὁ κ. Τρικούπης πρωθυπουργὸς καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ Ἑρζεγοβίνη ἐξανέστη, ἡ κατάστασις τῆς Τουρκίας ἦτον ἐπίσης γνωστή· ὁ κ. Τρικούπης παρῃτήθη τὴν 14 Ὀκτωβρίου.
§41ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν 2...... Τότε ὅπου ἦσαν 10 ἄνθρωποι εἰς τὰ ὅπλα.
§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἦτο ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιον ἡ ἐπανάστασις. Ἐρωτῶ τὸν κ. Τρικούπην, ἡ εὐθύνη διατί ἄρχεται ἀπὸ τῆς 15 Ὀκτωβρίου καὶ δὲν ἀνέρχεται καὶ μέχρι τῆς 13, ἤτοι τῆς ἐποχῆς τοῦ κ. Τρικούπη, ἀφοῦ αἱ ἴδιαι περιστάσεις ὑπῆρχον; Καὶ ὁ κ. Τρικούπης, ὁ ὁποῖος μέμφεται ἡμᾶς, τί ἐνήργησεν; ἐπεφόρτισε μίαν ἐπιτροπὴν νὰ συντάξῃ νόμον περὶ νεοσυλλεξίας, τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ὁποίου δὲν ἠθέλομεν ἔχει εἰμὴ μετὰ ἔτη πολλά· καὶ ἐν τούτοις εἰς τὸν Πειραιᾶ δύω πλοῖα ὑπῆρχον καὶ ἐσήποντο.... Ὁ κ. Τρικούπης δὲν ἔλαβε πρόνοιαν οὐδεμίαν περὶ τούτων, καὶ ἐν τούτοις αἱ ἀποθῆκαι δὲν εἶχον ὅπλα, ὁ δὲ κ. Τρικούπης οὔτε ἴχνος μερίμνης ἀφῆκε· καὶ ἐν τούτοις οὔτε πυριτοβολὰς εἴχομεν, οὔτε ἓν καψίλιον ἠδυνάμεθα νὰ κατασκευάσωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ μέμφεται ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθημεν ὅσον ἠδυνάμεθα. Καὶ ποίαν προετοιμασίαν ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν; ἀνθρώπων ἢ ὑλικοῦ; Ὅπλα εἰς τὰς ἀποθήκας ἔχομεν ἤδη 25,000 ὀπισθογεμῆ, καὶ ἕτοιμα 100,000 πρὸς ἀγοράν· τὴν διαταγήν σας περιμένομεν. Καὶ πυροβόλα ἐπίσης ἔχομεν ἕτοιμα· τὸ πυριτιδοποιεῖον εἶναι εἰς ἐνέργειαν ἤδη, καὶ τὸ ὁπλοστάσιον, τελειοποιηθὲν, δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας μας. Ὡς πρὸς τὸ ὑλικὸν λοιπὸν δὲν ἠμελήσαμεν· ὡς πρὸς τοὺς στρατοὺς δὲ νὰ διοργανίσωμεν τοιούτους βεβαίως δὲν ἠδυνάμεθα, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ διοργανισθῶσιν ἐντὸς μηνῶν, ἐντὸς ἑβδομάδων· διὰ ταῦτα ἀπαιτοῦνται ἐργασίαι καὶ χρόνος, καὶ τὰς ἐργασίας δὲν παρημελήσαμεν, ἀλλ’ εἰς ἀποτελέσματα ὑπεράνθρωπα δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ φθάσωμεν. Τί ἠδυνάμεθα λοιπὸν, κύριοι, νὰ κάμωμεν; πῶς νὰ καταστήσωμεν ἐπαισθητὴν τὴν ἀνάγκην τῆς Ἑλλάδος, τὴν χρησιμότητά της ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εὕρομεν τὴν Ἑλλάδα γυμνὴν καὶ μηδὲν ἔχουσαν, οἱ ὁποῖοι εὕρομεν ἐνώπιόν μας τὴν Εὐρώπην ἡνωμένην καὶ οὐχὶ διῃρημένην εἰς δύω, καὶ ὁμοφώνως συμβουλεύουσαν ἡμᾶς καὶ ἀποφασισμένην νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν εἰρήνην ἐν τῇ Ἀνατολῇ, νὰ μερικεύσῃ τὴν ἐπανάστασιν, καὶ νὰ τηρήσῃ τὸ καθεστώς; Ἡ Εὐρώπη δὲν ἐνόμιζεν, οὔτε δέχεται νὰ λάβῃ ἄλλην λύσιν τὸ ζήτημα αὐτό. Ὠφείλομεν νὰ ἀκολουθήσωμεν ὅ,τι ἡ ἀνάγκη καὶ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου μᾶς ὑπηγόρευον. Ἀληθῶς ἐθλιβόμεθα διὰ τὰ παθήματα τῶν ὁμοθρήσκων, ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν ἦτο ἑλληνικὸν, οὔτε ἐσωτερικῶς οὔτε ἐξωτερικῶς. Τὸ ζήτημα διὰ νὰ τὸ κάμωμεν ἑλληνικὸν, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν δυνάμεις καὶ συμμάχους, καὶ τὰς δυνάμεις καὶ τὰς συμμαχίας, ὅσον ἠδυνήθητε, ἀπεξενώσατε. Εἶχε σκοπὸν ἡ ἐγκύκλιος, τὴν ὁποίαν ἐξεδώκαμεν, νὰ διακρίνῃ τὴν πολιτικὴν ἡμῶν ἀπὸ τῆς ὑμετέρας. Σεῖς ἠκολουθήσατε πολιτικὴν ἄνευ ἀτομικότητος ἐθνικῆς, ἡμεῖς ἠθέλομεν νὰ ὁρίσωμεν τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν ἐθνικὴν ἀτομικότητά μας, καὶ ἀκολουθοῦμεν ταύτην, διότι συμφέρει εἰς τὸ ἔθνος· ἠθέλομεν αὐτὸ νὰ γνωρίζῃ ὁ κόσμος. Εἴχομεν δὲ ἀνάγκην νὰ πολεμήσωμεν καὶ ἄλλην πρόληψιν τῆς Εὐρώπης, νὰ δείξωμεν πρὸς αὐτὴν, ὅτι εἴμεθα ἔθνος δυνάμενον νὰ κυβερνᾶται, ὅτι ἔχομεν πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἀσφαλίζει τὴν τάξιν καὶ τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν πρόοδον, καὶ κυβέρνησιν, ἥτις κατορθοῖ νὰ λειτουργῇ τὸ πολίτευμα τοῦτο. Τοιουτοτρόπως ἠδυνήθημεν νὰ πείσωμεν ἐπὶ τέλους τὴν Εὐρώπην, ὅτι εἴμεθα ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἰδίαν ὕπαρξιν καὶ πολιτικὴν, ὅτι εἴμεθα ἔθνος ἔχον παρὸν καὶ μέλλον, δυνάμενον νὰ αὐτοδιοικηθῇ καὶ νὰ ὑπάρξῃ, καὶ ὅτι ἑπομένως πρέπει καὶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἡ Εὐρώπη. Καὶ διὰ τοῦτο ἐσχάτως συνεκινήθη τὸ δημόσιον πνεῦμα ἐν αὐτῇ, διότι εἶχεν ἐνώπιόν της ἔθνος, τὸ ὁποῖον αἰσθάνεται τὰ δικαιώματά του, γνωρίζει τὴν θέσιν του, καὶ δὲν ὑπηρετεῖ ξένους σκοπούς. Τῳόντι τὴν διαγωγὴν καὶ τὴν πολιτικὴν αὐτὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ αἱ κυβερνήσεις καὶ ἡ δημοσία γνώμη τὴν ἐξετίμησαν καὶ τὴν ηὐνόησαν. Εἶναι ὅμως, κύριοι, περίεργον, πῶς ὁ κ. Δεληγεώργης τόσον αἰφνηδίως μεταβάλλεται. Ἐπίστευον ὅταν μετὰ τὴν ἐγκύκλιον ἀνέγνων τὴν «Ἐφημερίδα τῶν συζητήσεων» λέγουσαν· «οἱ ἐθελοτυφλοῦντες μόνον δύνανται νὰ ὀνειρεύωνται μεταβολὴν τῆς καθιερωθείσης ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τοῦ 1872 πολιτικῆς, μάτην δὲ κόπτονται καὶ ὀδύρονται ἐπὶ τούτῳ τὰ τελευταῖα ἐν Κωνσταντινουπόλει συμβάντα θέλουσι πείσει, νομίζομεν, καὶ αὐτοὺς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς τὴν εὐθυτέραν ὁδὸν ἐβάδισεν». Ἐπίστευον, ὅτι τοὐλάχιστον εἶχον τὴν ἔγκρισιν ὡς πρὸς τοῦτο τοῦ κ. Δεληγεώργη, ὅτε αἴφνης ἐπῆλθεν ἡ προσβολὴ, καὶ ἀντὶ πεδίου ὁμαλοῦ, εὑρέθην ἐντὸς ἀκανθῶν, αἱ ὁποῖαι ἐστήθησαν ὡς ἐξ ἐνέδρας. Λυποῦμαι διὰ τί εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν ὁμιλεῖ· σιωπᾷ ἀπεναντίας, ἐγκρίνει, βαδίζει μαζύ σου, ὡς πιστεύεις, ἐπὶ πεδίου ὁμαλοῦ, ἀσφαλοῦς συνοδείας, καὶ αἴφνης πέριξ σου βλέπεις, ὅτι εἰσὶν αἱ παγίδες ἐστημέναι. Ἐννοῶ, κύριοι, τὴν πολιτικὴν αὐτὴν, εἶναι παλαιὰ πολιτικὴ καταστροφῆς, ἐλπίζουσα ἵνα ἐγερθῇ ἐπὶ συντριμμάτων καὶ ἐρειπίων· ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ αὕτη, τὸν βεβαιῶ, ποτὲ δὲν θέλει ἐπιτύχει πλέον. Βεβαίως ἐπέτυχεν ἄλλοτε, ἔσχεν ἀποτελέσματά τινα αἴσια ὑπὲρ τῶν ἀκολουθησάντων αὐτήν. Ἡ Ἑλλὰς ὅμως ἀπαιτεῖ εἰς τὸ ἑξῆς πολιτικὴν καθαρὰν καὶ εἰλικρινῆ. Παραπονοῦμαι λοιπὸν, διότι, ἐνῷ τῷ ὄντι συνεφώνει μεθ’ ἡμῶν ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν, ἐνῷ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ Βασιλέως παρεπονεῖτο μόνον ἂν δυνάμει τοῦ νόμου ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἡ ἐξουσία εἰς ἡμᾶς ἢ νὰ συστηθῇ ἀντιβασιλεία, καὶ χωρὶς τότε αὐτὸς νὰ ἀντισταθῇ ἰδίως κατὰ τοῦ ταξειδίου τοῦ Βασιλέως, αἴφνης σήμερον παρουσιάζεται κατήγορος καὶ ἐπιτιμητής. Ἂν ἐσιώπησε μέχρι τοῦδε λοιπὸν ὁ κ. Δεληγεώργης, δὲν πρέπει νὰ μᾶς αἰτῇ χάριν διὰ τοῦτο, διότι φαίνεται ὅτι ἐσιώπησε, διὰ νὰ ἑτοιμάσῃ καλλίτερον τὴν προσβολήν. Κύριοι, δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι σκοπὸν ἔχομεν νὰ μεταβάλωμεν πολιτικὴν ἄνευ λόγου, καὶ νὰ γείνωμεν πολεμικοὶ, ὅταν τὰ πράγματα ἀκολουθῶσι τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦσιν. Ἔθνος ἡμεῖς ἀνεξάρτητον, τὴν ἁρμόζουσαν θὰ ἀκολουθήσωμεν πολιτικήν. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸν παρόντα αἰῶνα κατέχει μία μεγάλη ἰδέα, ἡ ἰδέα τῶν ἐθνικοτήτων, ἥτις ὁσημέραι καὶ ἀπροσδοκήτως γεννᾷ συμβεβηκότα καὶ περιστάσεις ἀπροόπτους καὶ λίαν ἐπικινδύνους· ἐδῶ πλησίον ἡμῶν ἁρπακτικαὶ τάσεις μᾶλλον καὶ ὄχι αἴσθημα πλῆρες δικαιοσύνης καὶ φιλανθρωπίας ὑπαγορεύει πολλὰς πράξεις. Ἔχομεν, κύριοι, δεσμοὺς τοῦ αἵματος, ὡς σᾶς εἶπον, οἵτινες μᾶς συνδέουσι μὲ τοὺς ἔξω ἀδελφούς· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐσωτερικὸν σχεδὸν εἶναι τὸ ζήτημα τῶν γειτόνων ἡμῶν, διότι ἡ κατάστασις τῶν πέριξ ἐπαρχιῶν ἔχει ἐπιῤῥοὴν σπουδαίαν εἰς τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε οἰκονομία, οὔτε ἀσφάλεια νὰ ᾖναι ἐν Ἑλλάδι, ὅταν ἡ ἀσφάλεια δὲν ὑπάρχῃ πλήρης εἰς τὰ πέριξ μέρη. Ἰδοὺ διατὶ ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ εὑρίσκηται ἕτοιμος, διότι αἱ περιστάσεις εἶναι ἀπρόοπτοι, διότι δύνανται νὰ ἐπέλθωσι κίνδυνοι· ἂν τῷ ὄντι ἐξακολουθήσωσι τὸ ἔργον τῆς λύσεως τῶν ἀνωμαλιῶν, ὅπως ἐπελήφθησαν αὐτοῦ, ἂν τῷ ὄντι ἀποκλεισθῇ ὁ ἑλληνισμὸς ἀπὸ τὸ δίκαιον μέτρον, τὸ ὁποῖον πολὺ εὐλόγως καὶ δικαίως λαμβάνουσιν ὑπὲρ τῶν ὁμοθρήσκων εἰς τὴν Τουρκίαν Σλαύων, τίς ἐγγυᾶται ὅτι ὁ ἑλληνισμὸς θέλει ἡσυχάσει καὶ παρὰ τὴν θέλησιν ἡμῶν; Καὶ ὅταν τοιαύτη γεννηθῇ περίστασις, ποῦ θέλει εὑρεθῆ ἡ Ἑλλὰς, ἂν καὶ πάλιν εὑρεθῇ ἐντελῶς ἀνέτοιμος; Καὶ ὁ νόμος τὸν ὁποῖον σᾶς ὑπεβάλομεν, κυρίως ὁ περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων, σκοπὸν ἔχει ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ προετοιμαζομένη λύσις τὴν Ἑλλάδα δὲν εὐχαριστεῖ· ὑπεβάλομεν δὲ τὸν νόμον αὐτὸν, ὅταν ὅλη ἡ Ἑλλὰς συνεκινήθη ἐκ τῆς ἀδικίας αὐτῆς, καὶ ἠλπίζομεν ὅτι ἡ ἐπίσημος Ἑλλὰς, ἡ Βουλὴ, θέλει ὁμοψήφως καὶ ὁμοφώνως ἐπαναλάβει καὶ αὐτὴ τὴν ἰδίαν διαμαρτυρίαν, διὰ νὰ δείξῃ, ὅτι ἡ ἀδικία αὐτὴ μᾶς συγκινεῖ καὶ μᾶς ταράττει. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι δὲν ἠδυνήθην μέχρι τοῦδε νὰ ἐννοήσω καθαρῶς τί ζητεῖ ἡ ἀντιπολίτευσις, τί θέλει, ἂν καὶ πιστεύω ὅτι θέλει ἀποδειχθῆ πλήρης συμφωνοῦσα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ κυβερνητικὸν, διότι περὶ αὐτοῦ νομίζω ὅτι πρόκειται πρὸ πάντων, ἐνῷ πρὸς τὰ λοιπὰ διαφωνεῖ. Ὁ κύριος Τρικούπης καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ, νομίζω, θέλουν προπαρασκευὰς πλήρεις καὶ τελείας, ὁ δὲ κ. Ζωχιὸς, προεξάρχων τοῦ ἑτέρου μέρους, δὲν θέλει οὐδεμίαν παρασκευήν.
§43ΖΩΧΙΟΣ. Μὲ παρεξηγήσατε.
§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Δεληγεώργης τὶ θέλει οὐδεὶς ἐννοεῖ, δὲν θέλει τίποτε· κατηγορεῖ τὴν πολιτικήν μας, τὴν κηρύττει μᾶλλον ἀναξίαν, διότι εἶναι πολιτικὴ οὐδετερότητος μετ’ ἀπραξίας. Ἔπρεπε νὰ πράττητε καὶ νὰ προσθέσητε δυνάμεις· ποίας δυνάμεις; ἐκείνας τὰς ὁποίας ὁ κ. Ζωχιὸς ἐζήτησεν; Ὑποχρεώσατε τοὺς πολίτας, εἶπε, νὰ ἀγοράσωσιν ἕνα τουφέκι, γυμνάσατέ τους νὰ τὸ ῥίπτουν· ἰδοὺ προπαρασκευή!
§45ΖΩΧΙΟΣ. Ἀντλήσατε δυνάμεις ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, σᾶς εἶπον.
§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ παρασκευὴ, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ζωχιὸς ἐζήτησε· ποία δὲ εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς; Ἐνθυμηθῆτε δὲ ὅτι ἀμφότεροι εἶναι ἐπιστήμονες, καὶ ἕνεκα τούτου ἀνώτεροι ἀξιωματικοί. Τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς; εἶναι παραφροσύνη νὰ ζητῆτε 180 ἑκατομμύρια ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα· τοιαύτη πρότασις, ὅπου ἤθελε παρουσιασθῆ, ἤθελε διεγείρει τὴν φρίκην καὶ ἤθελε διώξει τὸν ὑπουργὸν, ὅστις παρουσίαζε τοιοῦτον νομοσχέδιον. Ἀλλὰ δὲν παρῆλθον ὀλίγαι στιγμαὶ, καὶ ὁ κ. Πετιμεζᾶς σᾶς εἶπε, τί θὰ κάμετε μὲ τὰ 50 ἑκατομμύρια; αὐτὰ δὲν χρησιμεύουσιν εἰς τίποτε, εἰσὶ μηδέν. Αἱ προτάσεις σας εἶναι μεγάλαι, ἀλλὰ δὲν εἶναι σπουδαῖαι. Θέλετε σπουδαίας προτάσεις; σημειώσατε κατ’ ἔτος τινὰ ἑκατομμύρια εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Εἶναι, κύριοι, σπουδαῖα τῳόντι αὐτὰ, εἶναι τῳόντι ἄξια νὰ λέγωνται εἰς Ἑλληνικὴν βουλὴν καὶ εἰς τοιαύτας περιστάσεις; Καὶ ἂν μὲ πεντήκοντα ἑκατομ. οὐδὲν σπουδαῖον πράττομεν, διὰ δύο ἢ τριῶν, κατ’ ἔτος σημειουμένων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, τί θὰ κατορθώσωμεν; θέλει καὶ πάλιν ἐξέλθη γυμνὴ ἡ Ἑλλὰς, ὅταν ἐπιστῇ ἡ ἀνάγκη νὰ παρουσιασθῇ μὲ τὴν πανοπλίαν της. Ἀλλὰ πῶς ἡ ἐπιστήμη τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ ἠρκέσθη εἰς τοῦτο; Ἐπράξατε κακῶς, λέγει ὁ κ. Πετιμεζᾶς, δεχθέντες τὴν οὐδετέραν πολιτικὴν καὶ συμβουλεύσαντες τὴν Ἤπειρον καὶ Θεσσαλίαν νὰ ἡσυχάσῃ· ἂν δὲν ἐδίδετε τὴν συμβουλὴν αὐτὴν, ἤθελον ἴσως ἀναστατωθῆ, καὶ ἴσως θὰ ἦσαν ἠλευθερωμέναι. Ἀλλὰ μὴ νομίζετε, προσθέτει, ὅτι θὰ σᾶς ἤκουον ἂν δὲν εἴχετε παρατεταγμένον 40,000 στρατόν· οὕτω δὲ θὰ ἐξαλειφθῶσιν αἱ καλαὶ ἀναμνήσεις τοῦ παρελθόντος. Καὶ ὁ ἄνθρωπος τῆς ἐπιστήμης σᾶς προσθέτει, 20,000 στρατὸς γεγυμνασμένος μὲ παραστάτας ἑτέρας 20,000 ἐκ πολιτῶν σχηματίζει στρατὸν ἀρκετὸν, ἵνα ἡ Ἑλλὰς παίξῃ σπουδαῖον πρόσωπον. Καὶ μολαταῦτα, κύριοι, ἔμπειροι ἀξιωματικοὶ, τὴν ζωήν των δαπανήσαντες εἰς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος τούτου, δὲν ἐθεώρησαν οὔτε τὴν πενταετῆ ἐκγύμνασιν ἀρκετὴν, ἵνα σχηματισθῇ στρατὸς ἀληθής. Λοιπὸν τί ζητεῖ ἡ ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία μολαταῦτα θέλει συμφωνήσει εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης; Τὸ κόμμα τοῦ κ. Τρικούπη εὑρίσκεται εἰς πλήρη διαφωνίαν μὲ τὴν ἑτέραν πλευρὰν, συμφωνεῖ ὅμως καθ’ ἡμῶν. Διὰ τὶ ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, ἐρωτᾷ ὁ κ. Δεληγεώργης, δὲν ἠκολούθησε τὴν πολιτικὴν τοῦ 1867; Διότι τῷ 67 εὑρέθημεν ἐν τῷ μέσῳ Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως καὶ ὠφείλαμεν νὰ τὴν προστατεύσωμεν· εἴχομεν ἀνάγκην νὰ συλλέξωμεν δυνάμεις. Τότε τὸ ἔθνος εὑρίσκετο εἰς πάλην. Ἤδη ἐκτὸς ἡμῶν καὶ χωρὶς νὰ μᾶς ἐρωτήσωσιν ἄλλοι ἤγειραν τὴν ἐπανάστασιν ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἐξηκολούθει νὰ θεωρῆται ὕποπτος ἀπὸ τὴν Εὐρώπην καὶ ἦτο ἐντελῶς ἀνέτοιμος, καὶ τὸ τεθὲν ζήτημα δὲν ἦτο Ἑλληνικόν. Ἄλλοτε εἰς τὴν κοινὴν συνεννόησιν τῶν λαῶν ἔβλεπεν ὁ κύριος Δεληγεώργης τὴν καταστροφὴν τῆς Κρήτης· ἤδη ἰσχυρίζεται τὸ ἐναντίον. Κύριοι, ἡ πολιτικὴ, ἣν ἠκολουθήσαμεν μέχρι τοῦδε, ἦτο ἡ πολιτικὴ τῆς οὐδετερότητος μετὰ παρασκευῶν, ὅσας ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν· τῆς οὐδετερότητος, διότι εἴχομεν ἀνάγκην νὰ πείσωμεν τὴν Εὐρώπην, ὅτι ἡ Ἑλλὰς σκέπτεται καὶ ἐνεργεῖ πάντοτε ὡς ἀνεξάρτητον ἔθνος καὶ δι’ ἴδιον λογαριασμόν· τῆς οὐδετερότητος, διότι ζήτημα ἑλληνικὸν δὲν ὑφίστατο, καὶ ἂς μὴ πλανώμεθα, τὰ ζητήματα δὲν τίθενται δι’ ἐγγράφων μόνον. Ἵνα θέσωμεν ζήτημα ἑλληνικὸν, ἔπρεπε νὰ συμφωνήσωμεν εἰς ἀναστάτωσιν ἐπαρχιῶν, καὶ, κύριοι, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς οὐδένα, ἂν δὲν ἔχῃ βέβαιον τὸ ἀποτέλεσμα καὶ βεβαίαν νὰ χορηγήσῃ τὴν συνδρομὴν, νὰ συμβουλεύῃ ἀναστατώσεις καὶ ταραχὰς εἰς τοὺς ἀδελφοὺς, ἀφοῦ ἡμεῖς ἀπόφασιν δὲν εἴχομεν νὰ λάβωμεν μέρος. Ἠκολουθήσαμεν τὴν πολιτικὴν αὐτὴν, διότι καὶ ὑμεῖς ἀναχωρήσαντες αὐτὴν μᾶς ἐπεβάλετε, καὶ τὸ ἔθνος εἰς αὐτὴν ἐπίστευεν· ἠκολουθήσαμεν τὴν πολιτικὴν αὐτὴν τέλος πάντων, διότι ἐβλέπομεν τὴν ἀκράδαντον ἀπόφασιν τῆς Εὐρώπης, καὶ ἡμεῖς, ἔθνος εὐρωπαϊκὸν, τῆς Εὐρώπης δὲν ἠδυνάμεθα νὰ χωρισθῶμεν. Ἀλλὰ νομίζομεν, κύριοι, ἀναπόφευκτον ἀνάγκην τὴν προπαρασκευὴν τῆς Ἑλλάδος, καὶ προπαρασκευὴν σπουδαίαν καὶ ἀνάλογον· δὲν γνωρίζομεν τὰς περιστάσεις, ἡ Ἀνατολὴ εἶναι τόπος τῶν ἀπροόπτων. Ἡ Ἀνατολὴ κινουμένη μεταβάλλει τὴν θέσιν ἡμῶν, δὲν ἠμποροῦμεν δὲ, καὶ ἂν θέλωμεν, νὰ μείνωμεν ἀδιάφοροι, ὅταν αὐτὴ ταράσσηται. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν θὰ συμβουλεύσω, ἂν ἡ ὕπαρξις, τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ τόπου καὶ ἡ τιμὴ αὐτοῦ δὲν κινδυνεύουσι, πολιτικὴν ἀντίθετον· ὁ πόλεμος εἶναι ὁ ἔσχατος λόγος, ἡ ἐσχάτη ἀνάγκη, εἰς τὴν ὁποίαν καταλήγουν τὰ ἔθνη. Ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει ν’ ἀκολουθῇ πολιτικὴν φιλικὴν πρὸς τὴν γείτονα δύναμιν· τοῦτο ὅμως δὲν ἐμποδίζει νὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα καὶ νὰ ᾖναι ἑτοίμη πρὸς πᾶν ἀπρόοπτον, ὅπερ δύναται νὰ συμβῇ, διότι ἴσως εἰς τὴν Ἀνατολὴν προκληθῇ νὰ διεκδικήσῃ τὰ συμφέροντά της ἀπέναντι διαφόρων ἄλλων ποικίλων συμφερόντων. Τοιοῦτος π.χ. ἦτο τελευταῖον ὁ πειρασμὸς τῶν Κιρκασίων· ἂν δὲν ἀνεστέλλετο οὗτος, ἡ Ἑλλὰς ἤθελε σκεφθῆ καὶ ἤθελεν ὑποχρεωθῆ νὰ λάβῃ μέτρα σύντονα. Ἰδοὺ διατί ἠκολουθήσαμεν τὴν πολιτικὴν, ἣν σᾶς περιεγράψαμεν, καὶ ἥτις νομίζομεν, ὅτι συμφέρει εἰς τὸν τόπον· ἀπαιτοῦνται προπαρασκευαὶ σπουδαῖαι καὶ σοβαραὶ ἀναλόγως τῆς θέσεως ἡμῶν καὶ τῶν περιστάσεων.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερος δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος· ἡ ἐξακολούθησις τὴν Δευτέραν. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 5 μ. μ.)