1876.10.29
537 rows · 4,674 words · 15 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20
τῆς 29 Ὀκτωβρίου 1876.
(Παρασκευή.)
Προεδρεύει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ἀντ. Τσαμαδός.
Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον ἔλαβε ψήφισμα τῆς ἐκκλησίας τοῦ λαοῦ Ἀθηνῶν περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ παρ’ ἡμῖν ἰσχύοντος φορολογικοῦ συστήματος. Γενομένης ἀντιῤῥήσεως, δὲν ἐπετράπη ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ψηφίσματος. Ἡ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων ά περὶ κατατάξεως τοῦ ἐν Βουκουρεστίῳ γενικοῦ προξενείου εἰς τὴν ἐν τῇ § 3 τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ περὶ προξενικῶν ἀρχῶν νόμου τοῦ 1853 ὁριζομένην βʹ. κατηγορίαν· βʹ περὶ προσθήκης μιᾶς ἔτι θέσεως τμηματάρχου ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν· καὶ γʹ περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τοῦ πρώτου γραμματέως τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβείας. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀντικείμενον εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος. Ὁ κ. Ζωχιὸς ἔχει τὸν λόγον.
§2Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρὸ τοῦ κ. Ζωχιοῦ νὰ εἴπω δύο λέξεις. Εἰς τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐχορηγήθησαν εἰς τὴν κυβέρνησιν, φαίνεται ἓν κονδύλιον ἐξ 850,000 δραχ. εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δι’ ἀγορὰν ὅπλων καὶ ὑλικοῦ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ, ἂν θέλῃ, νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν μίαν ἔκθεσιν περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, καθόσον τὸ ὑπὸ συζήτησιν πολιτικὸν θέμα εἶναι ἡ γενικὴ ὀργάνωσις ἡ στρατιωτικὴ τοῦ κράτους.
§3ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Νάσσων τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας μοὶ ἀπέστειλαν μίαν ἀναφορὰν ὁμοίαν μὲ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, παραπονούμενοι ὅτι, μὴ λαβόντες ἐγκαίρως γνῶσιν περὶ τῶν προθεσμιῶν, ἃς χορηγεῖ ὁ περὶ διαθέσεως καὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς νόμος, κινδυνεύουσι νὰ ἀπολέσωσι τὰς ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν κατεχομένας ὑπ’ αὐτῶν γαίας, δηλωθείσας ὑπὸ μὴ κατόχων. Ὑποβάλλων αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσῃ πολὺ τὴν προσοχήν της ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου πρὸς ἄρσιν οὐχὶ εὐαρέστων συνεπειῶν. Κατατίθεται ἡ ἀναφορὰ καὶ παραπέμπεται εἰς τύπωσιν.
§4ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ ζήτημα τὸ περὶ ζωῆς ἢ θανάτου, τὸ περὶ εἰρήνης ἢ πολέμου, τὸ περὶ παρασκευῶν μετετράπη εἰς ζήτημα ἀποδεκατώσεως ἀνήθου καὶ κυμίνου, καὶ πολὺ εὐφυῶς χθὲς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε πρὸς τὸν κύριον Τρικούπην, διαφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὴν ἀποδεκάτωσιν τοῦ κυμίνου ἢ τοῦ ἀνήθου; Σὺ προτιμᾷς τὸ κύμινον, ἐγὼ δὲ τὸ ἄνηθον, συμφωνοῦμεν ἐπὶ τέλους, καὶ τετέλεσται. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, νομίζω, περὶ ἀνήθου καὶ κυμίνου, ἂν ᾖναι ἀληθῆ ὅσα οἱ ὑπουργοὶ μᾶς εἶπον, πρόκειται δὲ περὶ εἰρήνης καὶ πολέμου, αὐτὰ δὲ σημαίνουσιν αἱ παρασκευαί. Ἐν πρώτοις δὲ, ὅταν τις ἑτοιμάζεται διὰ πόλεμον, ἐρωτᾷ ποῖοι εἶναι οἱ ἐχθροί του καὶ ποῖοι εἶναι οἱ φίλοι του. Γνωρίζει δὲ ἡ κυβέρνησις ἂν ἔχωμεν συμμάχους, ἢ παρασκευαζόμεθα χωρὶς συμμάχων; Γελᾷ ὁ κ. πρωθυπουργός. Ἡ Ῥωσσία ἐρωτᾷ ἂν ἔχῃ συμμάχους, ἡ Ἀγγλία ἐπίσης· ἂν σεῖς δὲν ἐρωτᾶτε, εἶσθε κύριοι· γελᾶτε ὅσῳ θέλετε.
§5ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Δὲν γελῶ μὲ σᾶς· ἐγὼ βλέπω ἀλλοῦ.
§6ΖΩΧΙΟΣ. Ἡ λέξις παρασκευὴ ἔχει πολλὰς σημασίας. Παρασκευάζεταί τις νὰ χορεύσῃ, παρασκευάζεται νὰ φάγῃ, ἀλλ’ ἡ παρασκευὴ περὶ ἧς πρόκειται ἔχει ἄλλην ἔνοιαν. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν, πρόκειται περὶ εἰρήνης καὶ πολέμου; Σᾶς ἐρωτῶ ἂν ἔχετε συμμάχους, καὶ σεῖς γελᾶτε· ἐγὼ σᾶς ἐρωτῶ, ποῖοι εἶναι οἱ ἐχθροί σας; Σεῖς δὲ τὸ ἀγνοεῖτε· σεῖς νομίζετε ὅτι ἔχομεν ἐχθροὺς τοὺς γείτονας, ἐγὼ δὲ ἄλλους νομίζω ἐχθροὺς, διότι ἀνθρωπίνως συλλογιζόμενός τις παρατηρεῖ ὅτι ἡ Τουρκία καταῤῥέει καὶ ὅτι θὰ τὴν διαδεχθῶσιν ἄλλοι, νομίζω δὲ ὅτι ὁ πρωθυπουργὸς θὰ ἀνέγνωσε τὸ γαλλικὸν περιοδικὸν σύγγραμμα τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν δύω κόσμων, τὸ κατ’ αὐτὰς ἐκδοθὲν, καθ’ ὃ ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Ῥωσσίας πρὸ ἐνιαυτῶν εἶπε, «ναὶ μὲν θέλω τὸν θάνατον τῆς Τουρκίας, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ ἀνακύψωσι πλησίον μου λαοὶ ἄλλοι, ἔχοντες τὰ στοιχεῖα τῆς προόδου.» Οὐδόλως δὲ εἶναι ὀρθὸν νὰ παρασκευασθῶμεν ὡς εἰς πόλεμον χωρὶς νὰ ἔχωμεν συμμάχους, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ἐναντίον ποίων ἑτοιμαζόμεθα. Πρέπει δὲ νὰ παρασκευασθῶμεν κατὰ μικρὸν ἢ κατεπειγόντως; Κοινὴ ἰδέα ὑπάρχει ὅτι πρέπει νὰ παρασκευασθῶμεν κατεπειγόντως· χθὲς ὅμως ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπεν ὅτι τὰ 50,000,000 δὲν πρέπει νὰ σᾶς σκανδαλίζουν, διότι δὲν θὰ δανεισθῶμεν, διότι οἱ φόροι ἀρκοῦσι. Τουτέστι πρόκειται περὶ παρασκευῆς σχολαίας. Τὸ πρῶτον ὅμως νομοσχέδιον δὲν πραγματεύεται περὶ παρασκευῆς σχολαίας, ἀλλὰ περὶ παρασκευῆς ταχείας. Ἀλλ’ ἂν ἐπρόκειτο περὶ παρασκευῆς ταχείας, διατί, κύριε πρωθυπουργὲ, μέχρι τῆς χθὲς ἔλεγες εἰρήνη ὑμῖν; Διατί ἐκήρυττες λέγων, ἡσυχάσατε, ἡ δὲ Εὐρώπη θὰ μᾶς δώσῃ τὴν μερίδα τὴν ἀγαθήν; Εἰς τὴν προκήρυξιν αὐτῆς ἡ κυβέρνησις ἔλεγεν ὅτι ἡ Εὐρώπη ἐκτιμᾷ τὴν διαγωγὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐν δέοντι θὰ μᾶς ἀνταμείψῃ, ἀλλὰ ποίαν μᾶς ἔδωκεν ἀνταμοιβήν; Τί δὲ ποιητέον; Νὰ ἑτοιμασθῶμεν; Ἀλλὰ πότε; Ὅτε ὅλοι οἱ ἄλλοι ἑτοιμάζονται νὰ καταθέσουν τὰ ὅπλα. Εἶναι λυπηρὸν, κύριοι, νὰ κακίζῃ τις ἄνδρας μετὰ τῶν ὁποίων ἄλλοτε συνέπραξε καὶ τοὺς ὁποίους ἐτίμα καὶ τιμᾷ, δυστυχῶς ὅμως σὲ ἀναγκάζουν νὰ τοὺς κατηγορῇς· διατί; Διότι θέλουν νὰ σὲ κάμουν νὰ πιστεύσῃς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα αὐτοὶ δὲν πιστεύουν, ἂς λάβωμεν δὲ ὡς παράδειγμα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρόντος ἔτους, τὸν ὁποῖον χθὲς ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸν ἀπέδειξεν ἐντελέστατον· ἰδοὺ ὅμως ποῖα εἶναι τὰ προηγούμενα τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ. Χωρὶς νὰ ἔμβωμεν εἰς πολλὰς λεπτομερείας, ἀνακαλῶ εἰς τὴν μνήμην σας ὅτι ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη κατεκρίθη παρ’ ἡμῶν καὶ παρὰ τῶν νῦν ὑπουργῶν ὁ προϋπολογισμὸς ὡς μὴ ἀρτίπους, ἤτοι ὡς ἐλλειπής. Ἐν τούτοις πίπτει τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη καὶ ἔρχεται τὸ τοῦ Βούλγαρη καὶ προσθέτει νέας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δαπάνας. Διὰ τῆς προσθήκης ὅμως ἐγένετο ἀρτίπους ὁ προϋπολογισμός; Μετὰ δὲ ταῦτα, ὁ Βούλγαρης περιποιούμενος τὸν λαόν, ἀπέκοψε μέρος τῶν εἰσοδημάτων, ἡ δὲ ἀποκοπὴ αὕτη κατέστησε τὸν προϋπολογισμὸν ἀρτίποδα; Βεβαίως ὄχι. Μετέπειτα δὲ προσετέθησαν νέαι δαπάναι, σήμερον δὲ σᾶς λέγει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἀπέδειξε τὸν προϋπολογισμὸν ἀρτίποδα. Ἀλλὰ πῶς εἶναι τοῦτο δυνατόν; Ἀπαραλλάκτως δὲ σᾶς λέγει ὅτι τὰ νομοσχέδια τὰ περὶ πολέμου εἶναι ἀληθῆ, ἐνῷ αὐτὸς ὁ ἴδιος δὲν τὰ πιστεύει. Ὑπάρχουν εἰκόνες τινές, τὰς ὁποίας ἄν τις ἴδῃ ἀπὸ τὸ ἓν μέρος παριστάνουν τὸν Λάμαχον, τὸ εἴδωλον τοῦ πολέμου, ἂν δὲ παρατηρήσῃ αὐτὰς ἀπὸ τὸ μέρος τὸ ἀντίθετον, βλέπει τὸν Νικίαν, τὸν ἄγγελον τῆς εἰρήνης. Τοιαύτην εἰκόνα παρουσιάζουσι καὶ τὰ ὑπουργικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τὸ ἓν μέρος ἐπιδεικνύουσι 200,000 στρατοῦ, ἀπὸ δὲ τὸ ἄλλο 10,000,000 δρ. Ἀντιστοιχοῦσιν ὅμως 200,000 στρατοῦ πρὸς 10,000,000 δαπάνην; Βεβαίως ὄχι, διότι οὔτε διὰ μίαν ἡμέραν ἀρκοῦν τὰ 10,000,000. Ἐγὼ δὲ παραδέχομαι νὰ θέσητε εἰς κίνησιν οὐχὶ 200,000 στρατοῦ, ἀλλὰ 20,000, τὰ 10,000,000 καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ ὑποθέσει δὲν ἀρκοῦν. Λοιπὸν τὸ πρῶτον νομοσχέδιον εἶναι ψεῦδος, δὲν πρόκειται δηλαδὴ περὶ παρασκευῆς, πῶς δὲ νὰ τὸ πιστεύσω καὶ νὰ τὸ παραδεχθῶ ὡς παρασκευήν; Ἀλλ’ ἔστω ὅτι παρεσκευάσθημεν κατὰ ξηράν, κατὰ θάλασσαν πῶς θὰ παρασκευασθῶμεν; Γινώσκετε ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Πελοποννήσιοι ἤθελον ν’ ἀσφαλισθῶσι κατὰ τῆς ἐπιδρομῆς τοῦ Ξέρξου, ἐπὶ τούτῳ δὲ ἐτείχιζον τὸν ἰσθμόν. Σοφός τις ὅμως γέρων εἶπε πρὸς αὐτούς, τί τειχίζετε τὸν ἰσθμόν; Οἱ πολέμιοι δὲν δύνανται νὰ ἔλθωσιν ἀπὸ θαλάσσης; Λοιπὸν καὶ ἡμᾶς, καὶ ἂν ἀσφαλισθῶμεν κατὰ ξηράν, ἀπὸ τῆς θαλάσσης τίς μᾶς ἀσφαλίζει; Ἐν ἄλλοις δηλαδὴ λόγοις, τὸ νομοσχέδιόν σας ὑπόστασιν δὲν ἔχει. Διὰ νὰ διατηρήσῃς δὲ 20 ἢ 30,000 στρατοῦ εἰς τὰ ὅπλα, ἀπαιτοῦνται δαπάναι, αἵτινες πρέπει νὰ σημειωθοῦν εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ὁ ὑπουργὸς ὅμως τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπεν ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἐπιβαρύνεται, ἤτοι οὐδεμίαν δέχεται δαπάνης αὔξησιν· ἀλλὰ, κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ προσθέσῃς δαπάνην διὰ τὰς 20 ἢ τὰς 30,000 στρατοῦ, αἵτινες θὰ ἑτοιμασθοῦν νὰ ἐκστρατεύσουν. Δυστυχῶς δὲ συζητοῦμεν ἐν ᾧ δὲν μᾶς ὑπεβλήθη ὁ προϋπολογισμός, δηλαδὴ δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὸ κυριώτατον στοιχεῖον τῶν σκέψεών μας, διότι ἂν εἴχομεν τὸν προϋπολογισμὸν ὑπ’ ὄψιν μας, θὰ εἴχομεν καὶ τὴν σημείωσιν τῆς δαπάνης, τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὴν ἑτοιμασίαν τοσούτου στρατοῦ. Τὸ δάνειον δὲ τῶν 50,000,000, καθ’ ἃ ἡ κυβέρνησις λέγει, ἀσφαλίζεται διὰ τούτου καὶ ἐκείνου τοῦ φόρου. Σημειωτέον ὅμως ὅτι, ἂν δὲν ἀρκέσουν οἱ φόροι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, πρέπει νὰ συμπληρωθῇ τὸ ἐλλεῖπον διὰ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ. Βεβαίως λοιπὸν, διὰ νὰ πιστώσῃ ἡ κυβέρνησις τὰ σχέδιά της, πρέπει νὰ προσθέσῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 1,000,000 τοὐλάχιστον, διὰ τὰ ἐνδεχόμενα. Τί γίνεται ὅμως τότε ὁ προϋπολογισμός; Ἂν δὲ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν χορηγήσῃ τὰ ἀναγκαῖα χρήματα, ποῦ αἱ παρασκευαί; Πρόδηλον δὲ εἶναι ὅτι, ἂν τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως ἐξετασθῶσι κατὰ ἕνα τρόπον, εἶναι πῦρ καὶ σίδηρος, ἂν δὲ ἐξετασθῶσι κατὰ τρόπον ἄλλον, εἶναι ἡ περιστερὰ τοῦ Νῶε μὲ τὴν ἐλαίαν εἰς τὸ στόμα. Ἂν πρόκηται ὅμως περὶ τῆς περιστερᾶς τοῦ Νῶε, εἶναι περιττοὶ οἱ φόροι περιττὰ καὶ τὰ δάνεια, ἂν δὲ πρόκηται περὶ πολέμου, πρέπει νὰ προσφέρητε χρήματα, ὄχι ὅμως ὅσα σᾶς λέγουσιν ἀλλὰ πολλὰ, καὶ αὐτὰ τὰ 10,000,000, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Τρικούπης σᾶς εἶπεν, εἶναι ὀλίγα. Κατ’ ἐμὲ λοιπὸν ὑπόστασιν τὰ ὑπουργικὰ νομοσχέδια δὲν ἔχουν, οὔτε περὶ παρασκευῶν πρόκειται. Τί δὲ σᾶς προτείνουσιν; Ὁ πρωθυπουργὸς, χωρὶς νὰ τὸν κολακεύσω, διακρίνεται διὰ τὴν εὐφυΐαν του, καὶ ἡ εὐφυΐα του καταφαίνεται καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς νομοσχεδίοις, μάρτυς τὸ νομοσχέδιον τὸ περὶ ὁδοποιΐας, καθ’ ὃ ἐπιβάλλεται φόρος χάριν τῶν ὁδῶν ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα. Ἤρκουν δὲ αἱ περὶ φόρων διατάξεις, ἀλλ’ ὁ πρωθυπουργὸς ὑπόσχεται κατ’ ἐξαίρεσιν νὰ κατασκευάσῃ τὴν δεῖνα καὶ τὴν δεῖνα ὁδὸν, προσετέθη δὲ ὁδῶν ὁρμαθός· ἐὰν δὲ τὸ νομοσχέδιον ὑπέσχετο ὅτι θὰ κατασκευασθοῦν δρόμοι καὶ εἰς τὸ χωριό μου, κατ’ ἀνάγκην θὰ τοῦ ἔδιδα ἑκὼν ἄκων καὶ ἐγὼ τὴν ψῆφόν μου. Διατί; Διότι θὰ μὲ ἐλιθοβόλουν οἱ συνεπαρχιῶταί μου ἂν δὲν τὴν ἔδιδον. Δι’ αὐτὸ δὲ σᾶς εἶπον ὅτι πρόκειται περὶ ψήφων καὶ οὐχὶ περὶ παρασκευῶν. Βεβαίως δὲ τὸ νομοσχέδιον τὸ περὶ ὁδοποιΐας, ὅπως εἶναι συντεταγμένον, διὰ σαγηνείαν ψήφων παρεσκευάσθη, ἄλλως δὲν ἐξηγεῖται ὁ λόγος, καθ’ ὃν τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει ὅτι πρέπει νὰ κατασκευασθῇ πρώτη αὕτη ἡ ὁδὸς, δευτέρα δὲ ἐκείνη καὶ τρίτη ἡ κατόπιν σημειουμένη. Σᾶς εἶπε δὲ προσέτι ὁ πρωθυπουργὸς, ὅτε ὑπέβαλε τὰ νομοσχέδια, ὅτι ἂν δὲν τὰ ψηφίσωμεν ὅλα, εἰς μάτην θὰ παραδεχθῶμεν τινὰ ἐξ αὐτῶν. Ἀπαραίτητον δὲ νομίζει καὶ τὸ περὶ παλαιῶν δανείων· ἐγὼ δὲ λέγω ὅτι, ἐὰν εἴχομεν χρήματα, ἔπρεπε νὰ πληρώσωμεν τοὺς δανειστάς μας αὐτούς· ἀλλ’ ὅταν δὲν ἔχωμεν ποῦ νὰ κλίνωμεν τὴν κεφαλὴν, νὰ λέγωμεν ὅτι ἀπεφασίσαμεν νὰ πληρώσωμεν ὅλους τοὺς δανειστάς μας, δὲν ψευδόμεθα ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου; Θὰ βάλωμεν δὲ, λέγουσι, φόρους εἰς τὸν καπνὸν, πρὸς ἀπότισιν τῶν παλαιῶν δανείων· χθὲς μάλιστα ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐφιλονείκει μὲ τὸν κ. Τρικούπην κατὰ τίνα τρόπον θὰ πληρώσωμεν τὰ παλαιά μας χρέη. Σημειωτέον δὲ τὰ ἐκ τοῦ καπνοῦ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα προσδιορίζονται διὰ τὴν ἀπόσβεσιν τῶν παλαιῶν χρεῶν, εἶναι μηδέν. Καὶ ποῖος τὸ λέγει ὅτι εἶναι μηδέν; Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ φυλλάδιον αὑτοῦ τοῦτο, τὸ κατὰ τὸ ἔτος 1867 ἐκδοθέν. Αὐτὸν δὲ τὸν φόρον πέρυσιν εἶχε δι’ ἄλλον σκοπὸν προσδιορίσει, ἐφέτος δὲ ἀφιέρωσεν αὐτὸν διὰ τὴν ἀπόσβεσιν τῶν παλαιῶν δανείων· ἐν ᾧ δὲ σᾶς λέγει ὅτι ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ εἶναι μηδὲν, φιλονεικεῖ μετὰ τοῦ κυρίου Τρικούπη, ὡς ἀνωτέρω εἶπον, ἂν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ πληρώσωμεν τοὺς δανειστάς μας ἢ κατ’ ἄλλον. Πρέπει δὲ κατὰ τὸ λέγειν αὐτοῦ νὰ πληρώσωμεν τοὺς παλαιοὺς δανειστάς μας, διότι ἂν δὲν πληρώσωμεν τὰ παλαιὰ χρέη, τὰ χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης θὰ μείνωσι κλειστὰ δι’ ἡμᾶς, θὰ γείνωσι δὲ πρόθυμα νὰ μᾶς βοηθήσωσι νὰ κάμωμεν πόλεμον, ἐὰν ἐξοφλήσωμεν τὰ παλαιὰ δάνεια. Ἡ Ῥωσσία ὅμως ἐζήτει καὶ ζητεῖ δάνειον, καὶ δὲν εὑρίσκει, καὶ θέλετε ἡμεῖς νὰ εὕρωμεν δάνειον; Καὶ πότε; Ὅταν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς λέγει ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ὄχι μόνον εἶναι χωλὸς, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐπιδέχεται θεραπείαν. Μεταφράσατε ταῦτα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὰ λόγια εἰς τὴν γαλλικὴν γλῶσσαν, καὶ δημοσιεύσατε αὐτὰ δι’ ἐφημερίδος τινὸς ξένης, καὶ βλέπετε πόσα τῆς Εὐρώπης χρηματιστήρια θὰ ἀνοίξουν. Δυστυχῶς ἐκ τῆς μελέτης τοῦ προϋπολογισμοῦ (λέγει τὸ ὑπουργεῖον) οὐδὲν εὐάρεστον προέκυψεν. Εἴπατε δὲ εἰς ὁποιονδήποτε, φίλε μου, ἠρεύνησα τὴν κατάστασίν μου τὴν οἰκονομικὴν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ οἰκονομήσω ἀπὸ τὰ ἔσοδά μου οὔτε ὀβολὸν, εἶναι δὲ τὰ ἔσοδά μου ὀλιγώτερα ἀπὸ τὰ ἔξοδά μου. Σὲ παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μὲ δανείσῃς ὅσα μοῦ χρειάζονται.» Ἂν δὲν ᾖναι τρελλὸς, βεβαίως δὲν θὰ σᾶς δανείσῃ· θὰ σᾶς εἴπῃ δὲ, εἶσθε φίλοι μου, εἶσθε ἀγαπητοί μου, ἀλλ’ ἔχετέ με παρητημένον, διότι πρῶτόν σας ἔργον εἶναι τὸ ψαλίδισμα τῶν ἐξόδων σας. Πρῶτον λοιπὸν ἔργον τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑλληνικῆς βουλῆς εἶναι τὸ ψαλίδισμα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον λέγει, δὲν δύναμαι. Ἂν δὲν ᾖναι δυνατὸν νὰ ψαλιδισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, ὑπομονή· ἐὰν ὅμως ἐπιδέχεται ψαλίδισμα, πῶς λέγετε ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἀνεπίδεκτος διορθώσεως; Ποῖον δ’ ἆρά γε σκοπὸν ἔχουσι τὰ νομοσχέδιά σας τὰ πολεμικά; Μήπως δι’ αὐτῶν θὰ ὀρθοποδήσῃ ὁ προϋπολογισμός; Ἐγένετο δὲ λόγος ὅτι πρέπει νὰ σχηματισθῇ κυβέρνησις μόνιμος καὶ ἰσχυρά. Καὶ μόνιμος μὲν κυβέρνησις εἶναί τι ἀκατόρθωτον, ὅλοι δὲ γνωρίζομεν τοὺς λόγους. Κυβέρνησις δὲ ἰσχυρὰ πῶς θὰ σχηματισθῇ, ἀφοῦ δὲν πληρώνεται ὁ ὑπάλληλος τακτικῶς, ἀλλὰ πωλεῖ τὸν μισθόν του εἰς τοκογλύφους καὶ ἀντὶ 100 δραχμῶν λαμβάνει 90; Πῶς δὲ τοιαύτη κυβέρνησις δύναται νὰ διατάξῃ τὸν ὑπάλληλον αὐτῆς νὰ ὑπάγῃ νὰ πολεμήσῃ; Οἱ ὑπουργοὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς ἀρχαίας Σπάρτης εἶχον τὴν ἐπιστασίαν τῶν συσσιτίων· τί δὲ εἰς τοὺς ὑπουργοὺς αὐτοὺς ἔδιδεν ὁ λαός; ὀλίγον ἅλας καὶ ὀλίγον ὄξος, ὅλα δὲ τὰ ἀρτύματα ἔπρεπε νὰ τὰ εὕρωσιν αὐτοὶ ἐντὸς τοῦ ἱερείου. Ἐντὸς λοιπὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ εὕρῃς καὶ σὺ, κ. ὑπουργὲ, ὅλα τὰ χρειώδη. Ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς ἀποκρίνεται ὅτι ἀμηχανεῖ. Ἂς ἴδωμεν ὅμως ἐὰν ἀληθῶς τὰ πράγματα οὕτως ἔχουσι. Πρὸ ἡμερῶν ἀπήντησα καθ’ ὁδὸν ἕνα ἐκ τῶν ἀνωτέρων καὶ καλλιτέρων δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τὸν ἠρώτησα ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ ἐργασθῇ εἰς τὰ γραφεῖόν του μὲ ὀλιγωτέρους ὑπαλλήλους ἀπὸ ὅσους ἔχει, αὐτὸς δὲ μοῦ ἀπεκρίθη, λέγων. Ἠρώτησα κατ’ αὐτὰς τὸν πρωτοκολλιστὴν πόσων βοηθῶν χρείαν ἔχει, αὐτὸς δὲ μοῦ εἶπεν ὅτι ἔχει μὲν δέκα ὑπαλλήλους, ἀλλ’ ὅτι ἀρκοῦν εἰς αὐτὸν τέσσαρες, τέσσαρες ὅμως τῆς ἐκλογῆς του. Καὶ διατί τοὺς θέλει τῆς ἐκλογῆς του; Διότι τοῦ ἐπιβάλλουν ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ ὑπάλληλοι. Ἐν ἄλλοις δὲ δηλαδὴ λόγοις, δυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν πληθὺν τῶν ὑπαλλήλων, ἐγὼ μάλιστα προτείνω νὰ αὐξήσωμεν τὴν μισθοδοσίαν τῶν ὑπολειπομένων. Τὶ ὅμως σοῦ λέγει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1876 ἐναυάγησε. Ἀλλὰ μήπως πταίω ἐγώ; Ἄν δὲν ἐσχηματίζετο τὸ εἰδικὸν δικαστήριον, ἂν ἐγκαίρως ἔβρεχεν, ἂν ἐψηφίζατε τὸν νόμον τὸν περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, δὲν κατεποντίζετο ὁ προϋπολογισμός. Ἀλλὰ, κύριοι ὑπουργοὶ, τίς σᾶς ἐμπόδισε νὰ διορίσετε καλοὺς ὑπαλλήλους; Τίς ἐμπόδισε τὴν πραγματοποίησιν τῶν νομοσχεδίων σας; Λέγετε ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσδοκῶμεν μεγάλην βελτίωσιν εἰς τὸν κλάδον τῶν τελωνείων, ἂν δὲν ψηφισθῇ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, διὰ τοῦ ὁποίου κλείεται ἡ θύρα πρὸς τοὺς ἀνικάνους. Ἀλλ’ ἐὰν ἡμεῖς δὲν θέλωμεν νὰ τὸ ψηφίσωμεν, οἱ ὑπουργοὶ πρέπει νὰ ἔλθωσι νὰ μᾶς εἴπωσιν, ἔχετέ μας παρῃτημένους· δὲν θέλομεν νὰ εἴμεθα ὑπουργοὶ τοῦ Βασιλέως, διότι δὲν θέλομεν νὰ μᾶς ἐκλαμβάνετε ὡς δούλους σας. Τί δὲ πρὸς τοῖς ἄλλοις ὁμολογεῖ ὁ πρωθυπουργός; Ὁμολογεῖ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ οἰκονομία, ἐὰν ἀλλάξωμεν τοὺς ὀργανικοὺς νόμους· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ διατηροῦνται ἐν ἰσχύϊ οἱ παρόντες ὀργανικοὶ νόμοι, ἀδύνατον εἶναι νὰ προέλθῃ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ οἰκονομία τις. Ἀλλὰ ποῖος σᾶς ἐμπόδισε νὰ μᾶς φέρετε νέων ὀργανικῶν νόμων νομοσχέδια, ἂν οἱ παρόντες νόμοι δὲν ᾖναι καλοὶ, προκειμένου μάλιστα λόγου νὰ ἐπιβάλωμεν τόσα βάρη εἰς τὸν λαόν; Πέρυσιν ἡ ἀριστερὰ πτέρυξ σᾶς ἔλεγε, τί τὰς θέλετε τὰς πρεσβείας; χωρὶς τῶν πρεσβειῶν, μᾶς εἴπατε, τὸ βασίλειον ἀπώλετο. Σήμερον δὲ δυνάμεθα νὰ σᾶς εἴπωμεν, τί κατωρθώσατε διὰ τῶν πρεσβειῶν; εἰς τί σᾶς ἐχρησίμευσεν ἡ τοσαύτη δαπάνη; Ἐγὼ νομίζω ὅτι, ἂν οἱ ὑπουργοὶ ἠδύναντο νὰ ἀλλάξουν τοὺς ὀργανικοὺς νόμους, ἠδύνατο βεβαίως νὰ προκύψῃ ὠφέλεια οὐκ ὀλίγη ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἤτοι ἠδύνατο νὰ προκύψῃ δύναμις πολεμική. Πρὸς βεβαίωσιν δὲ τούτου σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα, καὶ νομίζω ὅτι οἱ πλείονες ἐξ ὑμῶν θὰ συμφωνήσητε μετ’ ἐμοῦ. Εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δαπανῶμεν κατ’ ἔτος 2,000,000 δραχμῶν, εἰς δὲ τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν χορηγοῦμεν κατ’ ἔτος 650,000 δραχμῶν, ἤκουσα δὲ ὅτι πρόκειται νὰ χορηγηθῶσιν εἰς τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν καὶ ἄλλαι 150,000 κατ’ ἔτος, ἤτοι ἐν ὅλῳ ὀκτακόσιαι χιλιάδες· ἔχομεν λοιπὸν 2,800,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος ἀνὰ χεῖρας, ἡ δὲ ἑταιρία εἰσπράττει καὶ ναύλους. Δι’ ὅλου αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου δὲν δύνασθε νὰ κατορθώσητέ τι καλλίτερον τοῦ ὑπάρχοντος; Καὶ τί νὰ κατορθώσετε; Σᾶς ἀναφέρω δύο παραδείγματα, ἓν ἀγγλικὸν καὶ ἕτερον ῥωσσικόν. Μετὰ τὸ τέλος τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου ἠναγκάσθη ἡ Ῥωσσία νὰ καταργήσῃ τὸν πολεμικὸν στόλον της τὸν ἐν Εὐξείνῳ πόντῳ, τί ἀντικατέστησεν ὅμως; Ἀτμοκίνητα, οἷα εἶναι τὰ ἀτμοκίνητα τῶν ἑταιριῶν τῶν ἀτμοπλοϊκῶν, εἶχε δὲ αὐτὰ εἰς κίνησιν διὰ νὰ γυμνάζῃ τοὺς ναύτας της ὅπως χρησιμεύσωσιν εἰς αὐτὴν ἐν δέοντι. Τὸ αὐτὸ δὲ πράττει σήμερον ὁ ἡγεμὼν τῆς Αἰγύπτου· ὅταν δὲ τοιουτοτρόπως γυμνάζωνται οἱ Αἰγύπτιοι, δὲν πρέπει νὰ γυμνασθῶσιν οἱ Ἕλληνες; Μετὰ δὲ τὸ τέλος τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου ἡ Ἀγγλία ἠθέλησε νὰ δείξῃ τὴν δύναμίν της τὴν θαλασσίαν, ἀφοῦ ἡ Γαλλία δὲν ἤθελε νὰ παρατείνῃ τὸν πόλεμον· ἐπέμενε δὲ ἡ Ἀγγλία, διότι δὲν ἐφάνη πρωταγωνιστὴς εἰς τὸν πόλεμον τῆς Κριμαίας. Εἶχε δὲ παρασκευασθῇ νὰ καύσῃ τὸ Κρονστὰτ εἰς τὴν Βαλτικὴν θάλασσαν· ὅταν λοιπὸν ὁ πόλεμος κατελύθη, προσεκάλεσε τὰ ἔθνη νὰ ὑπάγουν νὰ ἰδοῦν τὴν κατὰ θάλασσαν δύναμίν της. Καὶ τί νομίζετε ἐξαιρέτως τοὺς ἔδειξε; τὰ θωρακωτά; ὄχι· ἀλλὰ ἀτμόπλοια διακόσια φορτηγὰ φέροντα γαιάνθρακας. Ἤτοι ἔδειξεν εἰς αὐτοὺς ὅ,τι κυρίως ἠδύνατο νὰ συντηρήσῃ μέγαν ἀτμοκίνητον στόλον, ἡ δὲ Εὐρώπη ἐθαύμασε, διότι οὐδὲν ἔθνος εἶχε τοιαύτην ναυτικὴν ἑτοιμασίαν. Πρὶν ἐπιχειρήσετε λοιπὸν νὰ κατασκευάσετε θωρηκτά, μεταχειρισθῆτε τὰ χρήματά σας εἰς κατασκευὴν φορτηγῶν ταχυτάτων ἀτμοκινήτων· ἐὰν δὲ κατασκευάσητε ἀτμόπλοια τοιαῦτα, δύνασθε ἐντὸς αὐτῶν νὰ γυμνάζετε δύο χιλιάδας ναυτῶν, καταρτίζοντες αὐτοὺς κατὰ μίμησιν τῶν Γάλλων· δύνασθε προσέτι νὰ ἀποτελέσητε δι’ αὐτῶν δύο τάγματα στρατιωτικὰ φοβερά. Ὁ κ. Τρικούπης εἶπεν ὀρθῶς ὅτι εὔκολον εἶναι νὰ κατηγορῇ τις, ἀλλὰ δυσκόλως δύναται νὰ δείξῃ τὸ καλλίτερον. Ὀρθὸν λοιπὸν εἶναι τὸ νὰ ἐξοπλισθῶμεν, διὰ νὰ μᾶς σέβωνται καὶ νὰ μᾶς τιμοῦν καὶ ἐν δέοντι νὰ μᾶς ἔχουν ὑπ’ ὄψιν οἱ δυνατοὶ· ἀλλά, σᾶς ἐρωτῶμεν, διατί δὲν καταρτίζετε τὸν ὑπάρχοντα στρατὸν κατὰ τρόπον τελειότερον; διατί δὲν τὸν πλουτίζετε καὶ δὲν τὸν τρέφετε καλλίτερον; Ἐὰν δὲ ἀποκτήσωμεν 10,000 στρατοῦ καλοῦ, δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν εἰς αὐτὸν καὶ ἐφέδρους. Ἀντὶ δὲ νὰ ἐπιβάλητε φόρους εἰς τὸ ἔθνος, ἀντὶ νὰ λάβητε δάνεια, ἀντὶ νὰ κρούητε τῶν ξένων τὰς θύρας, διατάξετε, ψηφίσατε ὥστε πᾶς Ἕλλην νὰ ἀγοράσῃ ὅπλον καὶ ὅλην τὴν συσκευὴν αὐτοῦ, ὅστις δὲ δὲν ἀγοράσῃ τὸ ὅπλον του, ἂς σιωπᾷ καὶ ἂς μὴν ὁμιλῇ ἐπ’ ἐκκλησίας, οὐδὲ λαοῦ Πρύτανις ἂς γίνεται, οὐδὲ τὴν νύκτα ἂς περιφέρεται ζητοκραυγάζων. Πρέπει δὲ καὶ εἰς τὴν κάλπην νὰ μὴ προσέρχηται. Ἂν δὲν προφθάσῃ δὲ σήμερον ὁ πολίτης ν’ ἀγοράσῃ τὸ ὅπλον του, θὰ προφθάσῃ αὔριον. Τί δὲ προσαπαιτεῖται; Τί τὸ θέλεις τὸ ὅπλον, ἂν δὲν ἠξεύρῃς νὰ σκοπεύῃς καλῶς; Διδάξατε τὸν λαὸν νὰ μάθῃ νὰ σκοπεύῃ καλῶς. Μιμηθῆτε τοὺς Ἑλβετοὺς, τοὺς Ἀμερικανοὺς, τοὺς Ἄγγλους. Ἡ Ἑλβετία δὲν ἔχει μόνιμον στρατόν. Διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δαπανᾷ 100,000 δραχ. Γυμνάζονται ὅμως οἱ Ἑλβετοὶ νὰ σκοπεύουν καλῶς καὶ κατ’ ἔτος δίδονται βραβεῖα εἰς τοὺς ἀριστεύσαντας εἰς τὴν σκοποβολήν· εἴπατε δὲ καὶ σεῖς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι κατ’ ἔτος θὰ γίνεται ἔκθεσις, οὐχὶ ὁποία εἶναι ἡ τῶν Ὀλυμπίων μὲ τυριὰ, καὶ λάδια, καὶ ξύδια, ἀλλ’ ὅτι θὰ δίδετε βραβεῖα εἰς τοὺς καλῶς σκοποβολοῦντας, καὶ θὰ ἰδῆτε ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες θὰ μάθουν νὰ περνοῦν τὸ βόλι ἀπὸ τὸ δακτυλίδι, ὅταν δὲ ἐπέλθῃ ἡ στρατολογία, θὰ εὕρῃ παρεσκευασμένους τοὺς Ἕλληνας. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐξοπλιζόμεθα καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῶν στρατιωτικῶν ταμείων τῆς κυβερνήσεως. Παρατηρήσατε δὲ ὅτι πολλὰ προτείνει εἰδικὰ ταμεῖα. Τὰ πολλὰ δὲ ταῦτα ταμεῖα εἶναι ἀπόδειξις ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν ἐμπιστεύεται ἑαυτὴν, ἐγὼ δὲ ἐμπιστεύομαι οὐ μόνον εἰς τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην Ἑλληνικὴν, καὶ τὴν προτιμῶ παντὸς ἐκτὸς τῶν πραγμάτων ὑπάρχοντος· νομίζω δὲ ὅτι δὲν βλασφημῶ μὴ παραδεχόμενος τὸν Ἕλληνα τίμιον μόνον ἐκτὸς τῶν πραγμάτων. Παραδόξως ὅμως ἤδη μᾶς λέγει ἡ κυβέρνησίς μας, «Μὴ μὲ ἐμπιστεύεσθε. Τὰ χρήματα πρέπει νὰ παρακατατεθοῦν εἰς τὴν Ἐθνικὴν τράπεζαν.» Ἄπορον δὲ εἶναι διατί εἰς ἓν ἐκ τῶν νομοσχεδίων λέγεται ὅτι τὰ χρήματα θὰ παρακατατεθοῦν ὄχι εἰς τὴν Ἐθνικὴν τράπεζαν, ἀλλ’ εἰς Τράπεζαν. Εἶμαι δὲ ἐναντίος τῶν εἰδικῶν ταμείων, διότι δὲν ὑπάρχει αὐτῶν ἀνάγκη· εἶμαι προσέτι ἐναντίος τοῦ νὰ κατατεθῶσι τὰ χρήματα εἰς τὴν Ἐθνικὴν τράπεζαν, διότι προτιμῶ τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον, χωρὶς δὲ νὰ κολακεύσω τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐμπιστεύομαι εἰς αὐτὸν περισσότερον παρὰ εἰς πάντα ἄλλον. Παραδόξως ὅμως αἱ κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος ἐδειλίασαν καὶ ἐτράπησαν εἰς φυγήν. Ὅτι δὲ ἐδειλίασαν, σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα τὸ ἑξῆς. Ὅλων τῶν ὑπαλλήλων οἱ μισθοὶ ηὔξησαν, ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπουργῶν, οἵτινες δὲν τολμοῦν νὰ φέρουν νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ εἴπωσιν ὅτι δὲν φθάνουν εἰς αὐτοὺς αἱ 800 κατὰ μῆνα δραχμαί. Καὶ τῷ ὄντι δὲν φθάνουν, τοῦ πρωθυπουργοῦ μάλιστα ὁ μισθὸς δὲν ἀρκεῖ διὰ τὸν καπνὸν, τὸν ὁποῖον τοῦ πίνουν. Στέργουσι δὲ τὸν μισθόν των οἱ ὑπουργοὶ, διότι φοβοῦνται μὴ καταντήσῃ ὑπουργικὸν ζήτημα ἡ περὶ αὐξήσεως αὐτοῦ αἴτησις. Ὅλοι δὲ οἱ ὑπουργοὶ αἰσθάνονται τὴν ἀδυναμίαν των, ἐν ᾧ δὲ ἔχουν τὴν πλειοψηφίαν, δὲν τολμοῦν νὰ τὴν μεταχειρισθῶσιν εἰς τίποτε γενναῖον. Τρέμουν μὴ τοὺς ἐγκαταλείψῃ, καὶ διὰ τοῦτο τὴν καμαρόνουν καὶ τὴν βλέπουν εἰς τὰ μάτια, τὴν παρατηροῦν δὲ ἂν τοὺς ὑποβλέπῃ ἢ ὄχι. Ὅταν δὲ ἀναβαίνουν εἰς τὰ ἀνάκτορα, ἐπειδὴ εἶναι ὀλίγον ὁ τόπος ἀνωφερὴς, τρέμουν τὰ γόνατά των (ἱλαρότης). Τοὺς ἐδόθη δὲ καὶ ἁμάξι, ἀλλὰ δὲν εἶναι λυπηρὸν θέαμα νὰ βλέπῃ τις ἄνθρωπον μὴ ἔχοντα ἄλλο τι, εἰμὴ ὅσα πτωχὸς, νὰ ἐποχῆται ἐφ’ ἁμάξης; Ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀνορθωθῇ ἡ κυβέρνησις, καὶ ἐναντίον τῆς θελήσεώς της, βλέπετε δὲ ὅτι ἔγεινα ὑπουργικώτερος καὶ αὐτῶν τῶν ὑπουργῶν. Ὁ κ. Τρικούπης κατέκρινε τὰ εἰδικὰ ταμεῖα, ἔχει ὅμως ἄδικον, διότι συνέπραξε καὶ αὐτὸς εἰς καταρτισμὸν ἑνὸς ταμείου εἰδικοῦ, ὥστε εἶναι συνένοχος· ἐν συνόψει δὲ, κυβέρνησις ἡ ὁποία δὲν τολμᾷ νὰ εἴπῃ καὶ πρὸς τὸ ἔθνος καὶ πρὸς τὴν βουλὴν. Ἐγὼ εἰμὶ καὶ δὲν δέχομαι ἕτερον ἀνώτερόν μου, ἀλλὰ δειλιᾷ δεξιόθεν, δειλιᾷ ἀριστερόθεν, σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι ἱκανὴ νὰ ἐπιχειρήσῃ τὸ μέγα ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον διανοούμεθα ὅλοι; καὶ ἠξεύρετε τί διανοούμεθα. Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἠθέλησε νὰ περιπατήσῃ καὶ αὐτὸς ἐπὶ τῆς θαλάσσης, ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἐπίστευε, κατεποντίσθη. Ἡ δὲ κυβέρνησίς μας δὲν ἐμπιστεύεται εἰς ἑαυτὴν, καὶ θὰ τῆς δώσητε χρήματα νὰ παρασκευασθῇ ὡς εἰς πόλεμον; Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἐμπιστευθῆτε, ἀφ’ οὗ δὲν ἐπολλαπλασίασε τὸ τάλαντον; Πέρυσιν ἡ κυβέρνησις ἦτο παντοκράτωρ, ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐφέρετο ἐν νεφέλαις ἀέρων. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἠθέλησε νὰ γείνῃ, ἐγένετο. Πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ γείνῃ, ἐγένετο. Ἦλθε τὸ ζήτημα τῶν κατηραμένων πρεσβειῶν, καὶ ἡ ἡμέρα καθ’ ἣν συνεζητήθη ἦτο ἡμέρα ἀποφράς. Ἐγὼ δὲ εἶπον πρὸς τὸν πρωθυπουργὸν τότε, Ποῦ μᾶς ἄγεις, Μαρδόνιε; Καὶ ἐπὶ τέλους ἀπεδείχθη ὅτι εἰς οὐδὲν αἱ πρεσβεῖαι μᾶς ἐχρησίμευσαν. Ἡ δεξιὰ τῆς Βουλῆς πτέρυξ ἀνῆκεν ὁλόκληρος εἰς σᾶς, ἀλλὰ τὸ τάλαντον τὸ ἐπολλαπλασιάσατε; ὄχι. Πῶς δ’ ἐκυβερνήσατε κατὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ Βασιλέως; Διὰ διαταγμάτων ὡς ὁ Βούλγαρης· ἐκεῖνος ὅμως τοὐλάχιστον εἶχεν 82, εἶχεν 80 βουλευτὰς συμπράττοντας, ἀλλ’ ἡ παροῦσα κυβέρνησις οὔτε κἂν ἕνα εἶχε παραστάτην. Παρέβητε δὲ τοὺς κειμένους νόμους, διοικήσαντες διὰ διαταγμάτων· ἀφοῦ δὲ παρέβητε τοὺς νόμους, πῶς θέλετε νὰ σᾶς ὑποστηρίξωμεν; Τί ὅμως μᾶς λέγει ὁ κ. Τρικούπης; Αἴ, κύριε Ζωχιὲ, δὲν ἀρκεῖ νὰ κατηγορῇς τὴν κυβέρνησιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ δημιουργήσῃς καὶ ἂν ῥίψῃς τὴν παλαιάν. Πρὸς ταύτην τοῦ κυρίου Τρικούπη τὴν πρότασιν ἰδοὺ τὶ ἀποκρίνομαι. Ἡ δημιουργία κυβερνήσεως θὰ κατορθωθῇ διὰ προσθήκης κόμματος ἐπὶ κόμμα· ἄλλην τοῦ ζητήματος αὐτοῦ λύσιν δὲν γνωρίζω. Προστεθῆτε λοιπὸν σεῖς εἰς ἐμὲ, σεῖς ὅμως θέλετε νὰ συγχωνευθῶ ἐγὼ εἰς τὸ κόμμα σας. Πρὸ ὀλίγου δὲ ἔπεσε τὸ Ἰταλικὸν ὑπουργεῖον, διότι τὸ ἔῤῥιψεν ἡ πλειοψηφία, ἣν ἀπετέλεσαν οἱ ἐκ Τοσκάνης βουλευταὶ, ἀποχωρήσαντες τῆς πλειοψηφίας. Ἀπεχώρησαν δὲ, διότι ἡ κυβέρνησις δὲν ἔδιδεν ἀκρόασιν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Τοσκάνης. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἔπεσεν, ἦλθε δὲ ἡ ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ δὲν εἶχεν ὑπόστασιν. Οἱ πεσόντες δὲ πρὸς ὥραν ἡσύχασαν· προέβη δὲ ἡ κυβέρνησις εἰς ἔργα, ἀλλὰ δὲν ἦτο βεβαία περὶ τῆς πλειοψηφίας, καὶ ἐπειδὴ ἡ βουλὴ κάπως ἐταράσσετο, ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη τῆς διαλύσεως τῆς βουλῆς. Ἀλλ’ ἴσως εἴπῃ τις· καὶ σὺ εἶσαι ὑπὲρ τῆς διαλύσεως τῶν Βουλῶν; Ἀληθῶς ἐφώναζον μετὰ τοῦ κ. Λομβάρδου ὅτε εἴμεθα φίλοι, νὰ μὴ διαλύωνται αἱ Βουλαὶ, ἀλλὰ τοιαύτην εἶχον γνώμην, προκειμένου λόγου περὶ προσώπων· ὅταν ὅμως πρόκειται περὶ πραγμάτων, νομίζω ὅτι ἡ διάλυσις εἶναι ἀναγκαία. Ἡ Βουλὴ δὲ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναγορεύῃ κυβερνήσεις, ἔχει δὲ μόνον τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ οὔ· ὁ διορίζων τοὺς ὑπουργοὺς εἶναι ἄλλος. Σᾶς ἀρέσκει δὲ ἡ παροῦσα κυβέρνησις; Ὄχι, διότι δὲν ἐπολλαπλασίασε τὸ τάλαντον. Πρέπει λοιπὸν νὰ πέσῃ· ἔστω δὲ ὅτι ἦλθεν ἡ νέα κυβέρνησις, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν τὴν ὑποστηρίζει, ἦλθε καὶ τρίτη κυβέρνησις, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν τὴν ὑποστηρίζει. Ἀλλὰ κάπως αὕτη τῆς Βουλῆς ἡ πολιτεία δὲν φέρει εἰς αὐτὴν ἐντροπήν; διότι τέλος πάντων ἢ οὕτως ἢ ἄλλως ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ δώσῃ κυβέρνησιν, ἐπὶ τούτῳ δὲ πρέπει νὰ γείνῃ συγχώνευσις τῶν κομμάτων. Ἀλλὰ, λέγει ὁ κ. Τρικούπης, ἂς εὕρωμεν ἔδαφος οὐχὶ προσωπικὸν, ἀλλ’ ἕτερον, μεταφυσικόν, καὶ ἂν συμφωνήσωμεν, τότε συμπράττομεν. Ἀλλὰ καὶ ἡ Ῥωσσία λέγει τῆς Τουρκίας, ἂς εὕρωμεν ἔδαφος· εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἔδαφος κοινῆς Ῥώσσων καὶ Τούρκων συμφωνίας; Ὅταν δὲ σᾶς ὁμιλοῦν περὶ μεταφυσικῶν πραγμάτων, πρέπει νὰ διστάζητε, διότι ἐπὶ τέλους τὰ μεταφυσικὰ πολιτικὰ πράγματα ἀναφέρονται εἰς πρόσωπα. Κατ’ ἐξαίρεσιν δὲ περιεπλέχθη τὸ πολιτικὸν ζήτημα μετὰ τῶν παρασκευῶν. Ἐν ὅσῳ δὲ ὁ κ. πρωθυπουργὸς μᾶς ἐτίνασσε τὴν ῥάχιν, ἠδυνάμεθα νὰ ὑποφέρωμεν· ἀλλὰ ἤδη θέλει νὰ μᾶς συντρίψῃ τὴν κεφαλὴν δι’ ἐπιβολῆς φόρων ἀφορήτων, νομίζω δὲ ὅτι ἡ ὑπομονὴ ὑπερέβη πάντα ὅρον. Πυρπολιστὴς περιβόητος ὑπῆρχεν εἰς τὴν Ἑλλάδα μέχρι τοῦδε μόνος ὁ Κανάρης. Ὁ πρωθυπουργὸς ὅμως τὸν ὑπερέβη, διότι τί σᾶς λέγει; Θὰ πνίξω τὴν Ἑλλάδα εἰς τὰ δάνεια, θὰ τὴν θάψω ὑποκάτω φόρων ἀφορήτων, θὰ στρατολογήσω τὰ παιδία, τοὺς νέους, τοὺς ἄνδρας, τοὺς γέροντας, θὰ ἀποδεκατίσω τὸν ἄρτον τοῦ ὀρφανοῦ καὶ τῆς χήρας, θὰ ἀποτεκνώσω τοὺς ἀγροὺς; θὰ ἐρημώσω τὰς πόλεις. Ἀλλά, κ. πρωθυπουργὲ, φθάνει, φθάνει· δὲν θὰ ἀφήσῃς ὀρθὸν τίποτε. Ποῖος θὰ μείνῃ διὰ τὴν γεωργίαν, διὰ τὸ ἐμπόριον; Ἀλλά, μᾶς λέγει, δὲν βλέπετε τοὺς Σέρβους; ναὶ δὲν τοὺς βλέπομεν; σοῦ ἀρέσουν; (ἱλαρότης). Σημειωτέον δὲ ὅτι οἱ Σέρβοι εἶναι κλεισμένοι ἐντὸς μιᾶς στενῆς περιοχῆς· οἱ Ἕλληνες ὅμως εἶναι διεσπαρμένοι εἰς τὴν Εὐρώπην, εἰς τὴν Ἀσίαν, εἰς τὴν Ἀφρικὴν, πανταχοῦ. Ἡ κυβέρνησις δὲ παρῃτήθη τῶν κατεπειγουσῶν παρασκευῶν διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§7ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν παρῃτήθη· ἐνδέχεται, εἶπον, νὰ μὴ παρουσιασθῇ ἀνάγκη.
§8ΖΩΧΙΟΣ. Τί θὰ εἰπῇ ἐνδέχεται; Τὴν παίρνεις τὴν νύμφην, ἢ δὲν τὴν παίρνεις; Τί σημαίνει ἐνδέχεται νὰ τὴν πάρω, καὶ ἐνδέχεται νὰ μὴ τὴν πάρω; Παρ’ ὀλίγον ἐλησμόνουν τὴν Ἑπτάνησον, ἢ μᾶλλον παρ’ ὀλίγον ἐλησμόνουν οὐχὶ τὴν Ἑπτάνησον, ἀλλὰ τὴν Ἑλλάδα. Εἰς τὴν ἔκθεσίν του ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει· Θέλετε νὰ μάθητε διατί οἰκονομικῶς εἴμεθα κακά; Μᾶς ἔδωκαν τὴν Ἑπτάνησον, ἥτις μᾶς ἔφαγεν· ἀπὸ τὴν ἡμέραν ποῦ τὴν ἐπήραμεν εἴμεθα χαμένοι. Σημειωτέον δὲ ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶναι ἐκ τῶν ὑπουργῶν ἐκείνων, οἵτινες ἐκυβέρνησαν πλειότερον τὴν Ἑλλάδα ἀφ’ ἧς ἔπεσεν ὁ Ὄθων. Ἡ Ἑπτάνησος δὲ, μᾶς λέγουν, ἔφερε βλάβην.
§9ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι γραμμένον τοιοῦτον πρᾶγμα.
§10ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, εἶσθε ἐξ ἐκείνων, οἵτινες σκοτόνουν μὲ τὸ βαμβάκι. Σεῖς δὲ τὸ γνωρίζετε καὶ ἐγὼ τὸ γνωρίζω. Ἂν δὲ ἐκ τῆς προσθήκης τῆς Ἑπτανήσου προέκυψε ζημία, τί ζητεῖτε τὴν Ἤπειρον, τὴν Θεσσαλίαν, τὴν Μακεδονίαν; (θόρυβος). Σεῖς οἱ θορυβοῦντες, φαίνεται, δὲν ἀνεγνώσατε τὴν ἔκθεσιν, ἐγὼ ὅμως τὴν ἀνέγνωσα. Δὲν ἐχάθημεν ἕνεκα τῆς Ἑπτανήσου, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ βάρους, τὸ ὁποῖον ἐπεφορτίσατε εἰς τοῦ δημοσίου τὴν ῥάχιν διὰ τῆς συστάσεως στρατιωτικῶν ἀρχηγείων. Ἡ Ἑπτάνησος εἶχεν εἰσοδήματα 200,000 λίρας.
§11ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. 250,000.
§12ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγὼ λέγω 200,000· ἔπρεπε δὲ νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας εἰς τὸ νὰ μὴ δαπανᾶτε οὔτε ὀβολὸν περιττόν. Πρὶν δὲ καταβῶ τοῦ βήματος, ἀναγκάζομαι νὰ διατυπώσω τί φρονῶ περὶ τῆς παρούσης κυβερνήσεως. Διὰ τὸ παρελθὸν τὴν κατακρίνω, καὶ σᾶς εἶπα τοὺς λόγους, ἤτοι διότι ἐν ὥρᾳ κινδύνου, καθὼς αὐτοὶ εἶπον, ἐπέτρεψαν ν’ ἀναχωρήσῃ ὁ Βασιλεὺς καὶ ν’ ἀποδημήσῃ ἐπὶ μῆνας ἕξ, καὶ δι’ ἄλλα πολλὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα, δὲν ἐμπιστεύομαι δὲ νὰ παραδώσω εἰς αὐτὴν ὅλους αὐτοὺς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους μᾶς ζητεῖ. Ἀλλὰ τί θὰ γείνῃ; Εἶναι πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται τὸ χάος· ὅταν ὅμως εἶσθε εἰς τὸ χάος, τί τὸ φοβεῖσθε; ἐκεῖνος ὅστις εἶναι εἰς τὴν ξηρὰν πρέπει νὰ φοβῆται τὴν θάλασσαν, διὰ νὰ μὴ πνιγῇ, ἀλλ’ ὁ ὑπάρχων ἐντὸς τοῦ ὠκεανοῦ καὶ κινδυνεύων τίνα πρέπει νὰ φοβῆται; Ἡ δὲ παροῦσα βουλὴ δὲν θὰ κατορθώσῃ νὰ οἰκοδομήσῃ, ἀλλὰ μόνον νὰ ἀνατρέψῃ. Ἐὰν δὲ δὲν κατορθώσῃ νὰ οἰκοδομήσῃ, ἀλλὰ μόνον ν’ ἀνατρέψῃ, ὑπάρχει μία ἄλλη δύναμις δημιουργὸς μονιμοτέρα καὶ ἀσφαλεστέρα. Κατ’ ἐμὲ δὲ πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ὁ λαὸς ὄχι εἰς τὰς ὁδοὺς, ἀλλὰ κατὰ νόμον. Περὶ τίνος δὲ πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ; Πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ὁ λαὸς ἂν θέλῃ τοὺς φόρους, τὰ δάνεια, τὰς παρασκευάς. Ἀλλὰ συμφέρει νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλή; Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ προλάβῃ αὐτὸν τὸν κίνδυνον, καὶ εἰς τοῦτο πρέπει νὰ προσέξῃ, ἤτοι πρέπει νὰ σκεφθῇ ἐὰν πρέπῃ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν κυβέρνησιν ἢ ὄχι.
§13Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα Βʹ. παράρτημα).
§14ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ σπουδαίου ἀντικειμένου ἐπιστημονικοῦ καὶ ἡ ἀγόρευσίς μου θὰ μακρυνθῇ, διότι θὰ πολεμήσω τὰ ἐπιστημονικὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Πετιμεζᾶ καὶ ἰδίως τὰ ναυτικὰ, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ δι’ αὔριον.
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 5 παρὰ τέταρτον).