1875.12.16
2,248 rows · 18,413 words · 200 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 64
Τῆς 16 Δεκεμβρίου 1875.
(Τρίτη).
Ὥρα 2 μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη τροπολογία ὑπὸ τῶν κκ. Ν. Πετιμεζᾶ, Κρεστενίτου καὶ ἄλλων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ πόρων ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, ἥτις θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
§2ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἠκούσθη ὅτι ὁ κύριος Πεῤῥωτὴς προεβιβάσθη. Θέλομεν λοιπὸν νὰ πληροφορηθῶμεν ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθές, ἐὰν κατ’ ἀρχαιότητα ἢ κατ’ ἐκλογὴν προεβιβάσθη, καὶ ἂν ἐδέχθη τὸν προβιβασμόν. Ἐὰν λοιπὸν ἐπροβιβάσθη κατ’ ἐκλογὴν, δὲν δύναται νὰ διατηρήσῃ τὰς δύο θέσεις, τὴν τοῦ βουλευτοῦ καὶ τὴν τοῦ κατ’ ἐκλογὴν ταγματάρχου, καὶ δέον ὁ κύριος Πεῤῥωτὴς νὰ δηλώσῃ τοῦτο σήμερον.
§3ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸ περὶ προβιβασμοῦ τοῦ κ. Πεῤῥωτῆ διεδόθη πρὸ καιροῦ. Ἐγὼ ὡμίλησα μὲ αὐτὸν καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν ἔχει γνῶσιν, καὶ ὅτι, καὶ ἂν προβιβασθῇ, δὲν δέχεται αὐτὸν τὸν προβιβασμόν. Δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα, ἂν ἔχῃ δικαίωμα νὰ προβιβασθῇ καὶ ἂν ἠγωνίσθη καὶ ἂν δικαιοῦται νὰ προβιβασθῇ κατ’ ἐκλογὴν ἢ κατ’ ἀρχαιότητα, ἀλλὰ λέγω ὅτι εἶναι ἄγνωστον εἰς αὐτὸν ἐὰν ἐπροβιβάσθη, καὶ οὔτε δέχεται τὸν προβιβασμόν. Αὐτὴν τὴν ἐντολὴν μοὶ ἔδωσεν ὁ κ. Πεῤῥωτὴς, νὰ κάμω γνωστὴν πρὸς ὑμᾶς.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Μανέτας ἔχει τὸν λόγον.
§5ΜΑΝΕΤΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, μετὰ τὰ λυπηρὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα χθὲς διέκοψαν τὴν συζήτησιν τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ μᾶς ἀπεπλάνησαν εἰς συζητήσεις ἄλλας, ὅλως ἀσχέτους πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον, ἐθεώρησα καθῆκόν μου, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ κατηγορητηρίου κατὰ τῶν μελῶν τοῦ πρώην ὑπουργείου Βούλγαρη, νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ἐπαναφέρω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, καὶ νὰ συγκεφαλαιώσω πάσας τὰς περὶ αὐτοῦ ἐκτεθείσας γνώμας, ἵνα οὕτω δυνηθῶμεν νὰ προέλθωμεν εἰς ἀπόφασίν τινα τὸ ταχύτερον, ὡς πάντες ἐπιθυμοῦμεν καὶ ὀφείλομεν. Ἐκπληρῶν, κύριοι, τὸ καθῆκον τοῦτο, θέλω προσπαθήσει νὰ ᾖμαι ὅσον τὸ δυνατὸν σύντομος, διότι καὶ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἐξηντλήθη ἀρκούντως, καὶ ὁ καιρὸς κατέστη ἡμῖν λίαν πολύτιμος. Ἐκ τῆς ποικιλίας τῶν γνωμῶν, αἱ ὁποῖαι ἐξετέθησαν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, πείθεσθε πάντες, ὅτι τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα δὲν εἶναι ἄμοιρον δυσκολιῶν· τοὐναντίον, κύριοι, παρουσιάζει δυσκολίας πολλὰς, αἵτινες κυρίως προέρχονται ἐκ τοῦ ὅτι οἱ ποιν. ἡμῶν νόμοι, συνταχθέντες εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ πολιτεία ἡμῶν ἦτο κατ’ ἄλλον τύπον συντεταγμένη, δὲν εἶναι εἰς ἁρμονίαν πρὸς τὸ πολίτευμα τὸ καθεστὼς σήμερον, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν προβλέπουσιν ἀκριβῶς πάσας τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας τὸ πολίτευμα ἐκήρυξεν ἀξιοποίνους καὶ τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας χαρακτηρίζει ὡς τοιαύτας Πρὶν προβῶ, κύριοι, εἰς τὰς γνώμας τῆς ἐπιτροπῆς τὰς ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς περιεχομένας, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ ἄλλων τινῶν γνωμῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξετέθησαν ἐνώπιόν Σας. Καὶ πρῶτον, κύριοι, ὁ ἀξιότιμος ἡμῶν συνάδελφος κ. Ῥοντήρης ὑπεστήριξε χθὲς, ἀποκρούων ὅλους τοὺς χαρακτηρισμοὺς τοὺς ἀποδιδομένους εἰς τὰς πράξεις τῶν πρώην ὑπουργῶν, διὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, ὑπεστήριξεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ παραπέμψωμεν τοὺς κατηγορουμένους τούτους διὰ παραβάσεις, αἱ ὁποῖαι, ἀδιάφορον εἶναι, κατὰ τὴν ἰδέαν του, ἐὰν προβλέπωνται ἀπὸ ποινικήν τινα διάταξιν, διότι, κατὰ τὴν θεωρίαν τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε, τὸ δικαστήριον δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ ἀνάλογον ποινὴν ἐξ ὅσων ὁ ποινικὸς ἡμῶν νόμος περιέχει. Δὲν νομίζω, κύριοι, ἀναγκαῖον ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τῆς θεωρίας ταύτης, ἥτις ἴσως μὲν εἶναι ἀξία νὰ ἀπασχολήσῃ συζητήσεις περὶ συντάξεως ποιν. Κώδικος, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς συζήτησιν περὶ ἐφαρμογῆς καθεστῶτος ποιν. Νόμου, ὅστις ὡς θεμελιώδη βάσιν αὑτοῦ ἀναγράφει τὴν ἀρχὴν, ὅτι οὐδεμία ποινὴ ἐπιβάλλεται ἐὰν προηγουμένως δὲν ὡρίσθη διὰ νόμου, ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ Συνταγματικὸς ἡμῶν χάρτης καθιέρωσε. Τούτου ἕνεκα νομίζω, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Ῥοντήρη δὲν δύναται νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐκτὸς, κύριοι, τῆς γνώμης ταύτης, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς κύριος Λομβάρδος, θέλων νὰ συμπληρώσῃ τὸ κατηγορητήριον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἠθέλησε νὰ παρεισαγάγῃ εἰς αὐτὸ καὶ κεφάλαιον κατηγορίας, περιλαμβάνον τὰς πράξεις τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1874. Μολονότι, κύριοι, νομίζω ὅτι πρακτικωτέρα ἤθελεν εἶσθαι τοιαύτη τις κατηγορία, οὐχ’ ἧττον φρονῶ ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν δύναται νὰ ληφθῇ παντάπασιν ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἄλλην συζήτησιν, καθ’ ὅσον ἤθελε φέρει σπουδαίαν βλάβην ἐπὶ τοῦ κατηγορητηρίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Ἐάν, κύριοι, ἄλλος τις παρὰ τὸν κύριον Λομβάρδον ἤθελε ζητήσει νὰ παρεισαγάγῃ εἰς τὸ κατηγορητήριον τὰς κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐπεμβάσεις, ἤθελον νομίσει, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη γίνεται ὅπως παρεμβάλῃ προσκόμματα εἰς τὴν κατηγορίαν, περὶ ἧς ἀπὸ καιροῦ συζητοῦμεν· τοῦ κυρίου Λομβάρδου ὅμως τὸ φρόνημα εἶναι γνωστὸν πρὸ πολλοῦ, καὶ τοῦτο μὲ πείθει, ὅτι πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν δὲν ἔγεινεν ἡ πρότασις, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλῶ. Μεταβαίνω, κύριοι, εἰς τοὺς χαρακτηρισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιτροπὴ, διὰ τῆς ἐκθέσεως τὴν ὁποίαν ἀνὰ χεῖρας ἔχετε, δίδει εἰς τὰς πράξεις περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, κύριοι, διῃρέθημεν εἰς μειονοψηφίαν καὶ πλειονοψηφίαν· καὶ ἡ μὲν πλειονοψηφία ἀπεδέχθη, ὅτι αἱ ἀποδιδόμεναι εἰς τοὺς κατηγορουμένους πρώην ὑπουργοὺς πράξεις συνιστῶσιν ἀντιποίησιν νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἡ δὲ μειονοψηφία ἀπεδέχθη, ὅτι συνιστῶσιν ἀντιποίησιν καὶ πλαστογραφίαν συγχρόνως. Ἡ διαφωνία αὕτη, κύριοι, προῆλθεν οὐχὶ διότι αἰσθήματα ἐπιεικείας ἢ συμπαθείας ὤθησαν πρὸς τοῦτο, διότι καὶ ἡ πολιτεία ἐν γένει καὶ ἡ διαγωγὴ ἰδιαιτέρως τῶν κατηγορουμένων ὑπουργῶν πρὸς πολλοὺς ἐξ ἡμῶν δὲν ἦτο ἀξία νὰ διεγείρῃ τοιαῦτα αἰσθήματα. Διεφωνήσαμεν, ἐπιδιώκοντες τὸν ἀκριβέστερον χαρακτηρισμὸν τῶν περὶ ὧν πρόκειται πράξεων· τινὲς τῶν συναδέλφων ἡμῶν νομίζουσιν, ὅτι ἡ δημοσίευσις τῶν ψευδῶν νόμων ἀποτελεῖ διπλοῦν ἔγκλημα πλαστογραφίας, διότι τοιουτοτρόπως οἱ κατηγορούμενοι πρῴην ὑπουργοὶ κατέστησαν ἔνοχοι πλαστογραφίας ά) ὡς ἐκδόντες ἔγγραφα ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς καὶ ὡς νὰ ἦσαν παρ’ αὐτῆς ἐκδεδομένα καὶ βʹ) ὅτι ἐβεβαίωσαν ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς των μὴ ἀληθῆ πράγματα, ὡς ἀληθῆ Ἐάν, κύριοι, μελετήσῃ τις ἀκριβέστερα τὰ πράγματα, θέλει πεισθῆ, δὲν ἀμφιβάλλομεν, ὅτι ἀμφότεραι αἱ κατηγορίαι αὗται δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῶσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἀληθῶς, κύριοι, τὰ νομοθετικὰ ἔργα τὰ συζητηθέντα καὶ ψηφισθέντα κατὰ τὰς γνωστὰς ἐκείνας συνεδριάσεις τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐδημοσιεύθησαν ὡς νόμοι τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τοῦτο, νομίζω, δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὡς συνιστῶν τὸ ἔγκλημα τῆς πλαστογραφίας τὸ προβλεπόμενον ἀπὸ τὰ ἄρθρα 247 καὶ 248 τοῦ ποινικοῦ νόμου, διότι, κατὰ τὸ Σύνταγμα, οἱ νόμοι δὲν ἐκδίδονται ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὸ ἄρθρον 36 τοῦ Συντάγματος, ὁ Βασιλεὺς κυρόνει καὶ δημοσιεύει τοὺς νόμους. Οἱ νόμοι λοιπὸν τοιουτοτρόπως ἐκδίδονται ἢ δημοσιεύονται ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως, ἤτοι τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, οὐχὶ δὲ ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς, τοιουτοτρόπως δὲ δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι οἱ κατηγορούμενοι ὑπουργοὶ ἐξέδωκαν νόμους ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι ἑπομένως περιέπεσαν εἰς τὸ ἔγκλημα τὸ προβλεπόμενον παρὰ τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἐπίσης, κύριοι, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀποδεχθῶμεν καὶ τὸ ἕτερον εἶδος τῆς πλαστογραφίας, τὸ προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 255 τοῦ ποινικοῦ νόμου, καθ’ ὃ ἐβεβαίωσαν δῆθεν ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς αὐτῶν, ὅτι οἱ δημοσιευθέντες ψευδεῖς νόμοι ἦσαν ἔργα τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἐν ᾧ δὲν ἐψηφίσθησαν ὑπὸ ταύτης. Ἀληθῶς, κύριοι, αἱ βεβαιώσεις τὰς ὁποίας δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς αὐτῶν δίδουσιν, ἐὰν δὲν ὦσιν ἀληθεῖς, συνιστῶσιν ἔγκλημα πλαστογραφίας, προβλεπόμενον καὶ τιμωρούμενον ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 255 τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἀλλὰ οὐσιῶδες στοιχεῖον τοῦ ἐγκλήματος τούτου εἶναι καὶ τοῦτο, ὅτι ὁ ὑπάλληλος ὁ δίδων τὴν βεβαίωσιν πρέπει νὰ ᾖναι ἁρμόδιος πρὸς τοῦτο. Ἐὰν ὅμως ὑπάλληλός τις ἐκδώσῃ οἱανδήποτε βεβαίωσιν, μὴ ὑπαγομένην εἰς τὰ καθήκοντα αὐτοῦ καὶ περὶ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἐκφρασθῇ, ἡ βεβαίωσις αὕτη, καὶ ψευδὴς ἐὰν ᾖναι δὲν συνιστᾷ τὸ ἔγκλημα τὸ προβλεπόμενον ἀπὸ τὸ ἄρθρον 255, τοῦ ποιν. νόμου. Ἐξεταστέον δὲ ἐὰν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ γενομένη παρ’ αὐτῶν βεβαίωσις, καί τοι μὴ ἀληθὴς οὖσα, συνιστᾷ τὸ ἔγκλημα περὶ οὗ πρόκειται. Οὐδαμοῦ, κύριοι, τοῦ νόμου δὲν ἀναφέρεται ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ἔχουν τὸ καθῆκον νὰ βεβαιώσουν ἐὰν νόμος τις ἐψηφίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς ἢ ὄχι· τοὐναντίον ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς περιέχει διάταξιν, καθ’ ἣν τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς εἶναι ἁρμόδιον πρὸς τοῦτο.
§6ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ πρὸς τὸν λαὸν ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς;
§7ΜΑΝΕΤΑΣ. Ὄχι. Κατὰ τὸ ἄρθρον, κύριοι, 46 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, αἱ ἐπιψηφισθεῖσαι παρὰ τῆς Βουλῆς προτάσεις νόμων διαβιβάζονται παρὰ τοῦ προέδρου εἰς τὰ ἁρμόδια ὑπουργεῖα. Ὁ πρόεδρος λοιπὸν τῆς Βουλῆς ἐκπληροῖ τὸ καθῆκον τοῦτο, αὐτὸς εἶναι ἁρμόδιος νὰ βεβαιώσῃ, ἐὰν νόμος τις ἐψηφίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς ἢ οὔ, ἡ δὲ σημείωσις ἡ προτασσομένη καὶ ἐπιτασσομένη τοῦ κειμένου τοῦ νόμου, ὅτι οὗτος ἐψηφίσθη παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως, δὲν εἶναι βεβαίωσις ἐξ ἐκείνων τὰς ὁποίας προβλέπει ὁ νόμος, ἀλλὰ εἶναι ἁπλῶς ἡ αἰτιολογία τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου. Ὁ νόμος δὲν εἶναι ἰσχυρός, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἂν δὲν κυρωθῇ παρὰ τοῦ Βασιλέως, ἡ βεβαίωσις δὲ ὅτι ἐψηφίσθη καὶ παρὰ τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι πιστοποίησις γεγονότος, τὸ ὁποῖον ὁ ὑπουργὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ κάμῃ, ἀλλ’ ἐπαναλέγω, εἶναι ἁπλῆ αἰτιολογία τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου. Ἐπὶ τῇ βάσει, κύριοι, τῶν σκέψεων τούτων, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πεισθῶμεν, ὅτι αἱ πράξεις αὗται ἠδύναντο νὰ ὑποστηρίξωσι καὶ κατηγορίαν ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, εἴτε κατὰ τὸν ἕνα εἴτε κατὰ τὸν ἄλλον τρόπον διαπραχθείσῃ. Κατὰ συνέπειαν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐνόμισεν, ὅτι τὰ ἐγκλήματα ταῦτα ἠδύναντο νὰ ὑπαχθῶσι μᾶλλον εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ποινικοῦ νόμου περὶ ἀντιποιήσεως ἀρχῆς μὴ ἐπιτρεπομένης, καὶ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον ἐνέκρινε νὰ δώσῃ. Καὶ τὰ μέλη δὲ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς εὑρέθησαν εἴς τινας διαφωνίας περὶ τοῦ ἀκριβεστέρου χαρακτηρισμοῦ τῶν πράξεων τούτων, καὶ ἄλλοι μὲν, ὅπως ἠκούσατε, καὶ χθὲς ἔλεγον ὅτι ἀκριβέστερον δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν διάταξιν περὶ ὑπερβάσεως τῶν καθηκόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἄλλοι δὲ εἰς τὴν γενικὴν διάταξιν περὶ ἀντιποιήσεως ἀρχῆς. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ περὶ τὰ τοιαῦτα συζήτησις δύναται νὰ ᾖναι μᾶλλον ἐπιστημονικὴ, καὶ ὅτι προκειμένου περὶ διατυπώσεως κατηγορίας, δὲν νομίζω ἄτοπον ἐὰν ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ πᾶσαι αἱ γνῶμαι περιληφθῶσι, καὶ τὸ δικαστήριον τὸ δικάσον ἂς δεχθῇ ὁποίαν ἤθελε κρίνει νομιμωτέρα. Τοιουτοτρόπως, κύριοι, ἀποκρούοντες τὴν ἐπὶ πλαστογραφίᾳ κατηγορίαν κατὰ τῶν κατηγορουμένων ὑπουργῶν, ὑποστηρίζομεν ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς τὸν κατὰ τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας διατυπούμενον χαρακτηρισμόν.
§8ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζετε, ὅτι ἡ αὐτὴ πρᾶξις δύναται νὰ λάβῃ τὸν χαρακτῆρα καὶ τῶν δύο περιπτώσεων, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀντίφασις;
§9ΜΑΝΕΤΑΣ. Κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, νομίζω, ὅτι μόνον ἡ μία διάταξις δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ ταύτην ὑποστηρίζω. Ἀλλ’ ἐὰν φρονῇ τις ὅτι δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἡ διάταξις περὶ ὑπερβάσεως τῶν καθηκόντων, ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν ἢ νὰ ἐξαιρέσῃ τὴν μίαν ἢ νὰ διατυπώσῃ καὶ τὰς δύω, καὶ τὸ δικαστήριον νὰ ἐκλέξῃ ὁποίαν θεωρεῖ μᾶλλον νόμιμον.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥάλλης ἔχει τὸν λόγον.
§11Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἤθελον λάβει, κύριοι, τὸν λόγον, διότι ἀπαξιῶ ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰς προσωπικὰς καὶ ἀτόπους, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο, ἀντεγκλήσεις τοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτοῦ. Ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ὑπῆρξεν ἡ λέπρα ὑφ’ ἧς κατείχοντο τὰ μέλη τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη, ἡ λέπρα αὕτη δὲν ἠδύνατο νὰ μοὶ μεταδοθῇ, τοσοῦτον ἤμην βεβαμμένος ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει. Οἱ τρεῖς δασοφύλακες, τοὺς ὁποίους ἀμέσως μετὰ τὴν ἄνοδόν των εἰς τὴν ἀρχὴν εὐηρεστήθησαν νὰ διορίσωσι, καὶ ἀμέσως μετὰ τὸν κατακλυσμὸν, μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἔπαυσαν ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ ἐναντίον ἐμοῦ, οἱ τρεῖς ἐκεῖνοι, λέγω, δασοφύλακες δὲν ἠδύναντο νὰ μοὶ παράσχωσι τὰς 6,700 ψήφους, δι’ ὧν ἐτιμήθην παρὰ τῶν συμπολιτῶν μου. Δὲν ἤθελον δὲ λάβει τὸν λόγον οὔτε ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ κατηγορητηρίου, διότι τὴν συζήτησιν θεωρῶ πλέον ἐξηντλημένην, ὑπάρχουν δὲ ἄλλα ἔργα, ἅτινα μᾶς ὑποχρεόνουν εἰς τὸ νὰ ἐπισπεύσωμεν πᾶν ὅ,τι θεωρεῖται ὡς ἐξηντλημένον ἤδη. Ὑπάρχει ἐνώπιον ἡμῶν ὁ προϋπολογισμὸς, ὅστις, ἐὰν ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος ταύτης δὲν ἤθελε συζητηθῆ καὶ ψηφισθῆ παρὰ τῆς Βουλῆς, βεβαίως ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ ἤθελεν ἀποβῆ ἀδύνατος ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ, διότι πάντες ἔχετε πεῖραν τῆς παρ’ ἡμῖν κοινοβουλευτικῆς τάξεως καὶ ἀναγνωρίζετε ὅτι χρόνος ἴσως ἑβδομάδος διὰ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς εἰσέτι ὑπολείπεται. Ἔλαβον μόνον τὸν λόγον, ὅπως ἀποκρούσω μομφὴν ἄδικον, ἣν ὁ βουλευτὴς κύριος Μανέτας ἠθέλησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ κατὰ τοῦ κυρίου Λομβάρδου, ἐπικρίνας τὴν περὶ τῶν ἐκλογικῶν προσθήκην εἰς τὸ κατηγορητήριον, ὡς σκοποῦσαν τὴν ἐξουδετέρωσιν αὐτοῦ.
§12ΜΑΝΕΤΑΣ. Τὸ ἐναντίον εἶπον.
§13Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐνόησα καλῶς τί ἐσήμανεν ἡ φράσις ἐκείνη· δὲν ἠθελήσατε, οὔτε εἴχετε τὴν τόλμην νὰ εἴπητε ὅτι διὰ τῆς προτάσεώς του ἐσκόπει νὰ ἐξουδετερώσῃ τὸ κατηγορητήριον, ἀλλὰ εἴπετε ὅτι ἂν ἄλλος παρὰ τὸν κύριον Λομβάρδον εἰσῆγε τὴν πρότασιν ταύτην, ἠθέλατε ὑποπτεύσει ὅτι τὴν ἐξουδετέρωσιν τοῦ κατηγορητηρίου προετίθετο.
§14ΜΑΝΕΤΑΣ. Ἐν εἰλικρινείᾳ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἐσκόπουν αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε.
§15Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ πολιτεία ἡμῶν ὑπῆρξε πάντοτε εἰλικρινής, ἀνδρική· ἐὰν δὲ εἴχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ κατηγορίαν, βεβαίως τὴν κατηγορίαν αὐτὴν δὲν ἠθέλομεν διὰ μέσων πλαγίων πολεμήσει, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας καὶ κατὰ μέτωπον. Ἀνέγνωμεν ὅμως τὴν ἔκθεσιν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἐβασανίσαμεν μετὰ προσοχῆς πάντα τὰ ἐν αὐτῇ ἐκτιθέμενα, καὶ μὲ τὴν χεῖρα ἐπὶ τῆς καρδίας δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ κατηγορητήριον ἤθελε ψηφισθῆ ὡς ἔχει καὶ οἱ ἀποτελέσαντες τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη παραπεμφθῇ διὰ μόνας τὰς πράξεις τὰς περιλαμβανομένας ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, οὐδὲν ἕτερον ἠθέλομεν πράξει ἢ τὴν ἀθώωσίν των μὲ τὰς δύω ἡμῶν χεῖρας νὰ ὑπογράψωμεν. Δὲν θέλομεν νὰ ἐπιῤῥίψωμεν τὴν μομφὴν κατ’ ἐκείνων, οἵτινες οὕτω διετύπωσαν τὴν κατηγορίαν, τὴν μομφὴν, ἣν σεῖς, κύριε Μανέτα, κατὰ τοῦ Λομβάρδου καὶ ἡμῶν ἐπεῤῥίψατε....
§16ΜΑΝΕΤΑΣ. Τὸ ἀποκρούω αὐτό.
§17ΦΙΛΗΜΩΝ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ἐπαναληφθῶσι τὰ χθεσινά;
§18ΡΑΛΛΗΣ. Λέγω ὅμως καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἠθέλομεν περιορισθῆ εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ἀθώωσις τῶν ὑπουργῶν ἐκείνων εἶναι βεβαία. Καὶ πρὸ τῆς πεποιθήσεως ταύτης, πρὸ τῆς βεβαιότητος ταύτης, δὲν ὠφείλαμεν ἡμεῖς, συνειδότες ὅτι ἑκάστη πρᾶξις, ἕκαστον βῆμα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἀπολακτίσεως τῆς συμμαχίας, ἥτις ὡδήγει καὶ ἤλεγχεν αὐτὴν, ἦν ἓν ἔγκλημα, δὲν εἴχομεν καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ προσπαθήσωμεν νὰ διατυπώσωμεν τὴν κατηγορίαν καὶ νὰ χαρακτηρίσωμεν αὐτὴν οὕτως, ὥστε νὰ χορηγήσωμεν εἰς τὸ δικαστήριον βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ στηριχθῇ, ὅπως τιμωρήσῃ τοὺς ἐνόχους καὶ ἀνοσίους ἐκείνους ὑπουργούς; Δὲν ἔχω ἀνάγκην μακρῶν θεωριῶν, ὅπως ἀποδείξω τὸ ψευδὲς καὶ ἀνυπόστατον τοῦ κατηγορητηρίου ὅπως διετυπώθη. Δὲν ἀποτελοῦν πλαστογραφίαν αἱ πράξεις ἐκεῖναι τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη, διότι ἄλλως ὁρίζει ὁ ποινικὸς νόμος τὴν πλαστογραφίαν, οὐδ’ ἡ δημοσίευσις τῶν νόμων, πρᾶξις ὅλως ἰδιάζοντα φέρουσα χαρακτῆρα, δύναται νὰ ἐξομοιωθῇ καὶ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἡ εὐτελὴς βεβαίωσις ἡ γενομένη παρὰ δημοσίου ὑπαλλήλου. Δὲν εἶναι ἀντιποίησις ἀρχῆς, διότι ἀρχὴ δὲν εἶναι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία· ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον μὲ πείθει ὅτι τὸ λαλοῦν περὶ ἀντιποιήσεως ἀρχῆς ἄρθρον δὲν περιλαμβάνει καὶ τὴν ἀντιποίησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἶναι ἡ ὕπαρξις τῶν ἄρθρων 476 καὶ 479, ἅτινα εἰδικῶς προβλέπουν περὶ αὐτῆς.
§19ΜΑΝΕΤΑΣ. Εἰδικάς τινας μόνον περιπτώσεις προβλέπουν αὐτά.
§20ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν προβλέπουν εἰδικὰς περιπτώσεις, προβλέπουν περὶ πάσης ἀντιποιήσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ εἰς τὰ ἄρθρα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν αἱ πράξεις τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη, διότι τὰ ἄρθρα 476 καὶ 479 ὁρίζουν σαφῶς καὶ εἰδικῶς τοὺς δικαστὰς καὶ τοὺς δημοσίους ἐκείνους ἢ διοικητικοὺς ὑπαλλήλους περὶ τῶν ὁποίων προβλέπουν, καὶ οἵτινες τιμωροῦνται δυνάμει τῶν ἄρθρων τούτων διὰ τὴν ἀντιποίησιν νομοθετικῆς ἐξουσίας. Δὲν εἶναι δὲ οὐδὲ παράβασις καθήκοντος, διότι τὸ ἄρθρον, τὸ λαλοῦν περὶ τῆς παραβάσεως καθηκόντων, περιλαμβάνει δύω προτάσεις, ὧν ἡ δευτέρα διαγράφει τὴν ποινικὴν καταδίωξιν μόνον μετὰ προηγηθεῖσαν πειθαρχικὴν τιμωρίαν· ἐὰν δὲ ἡ δευτέρα αὕτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 487, νομίζω, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καθ’ ὑπουργῶν, ὡς μὴ ὑπαγομένων εἰς πειθαρχικὴν τιμωρίαν, ἀναγκαίως καὶ ἡ πρώτη παράγραφος, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ πρῶτον σκέλος μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τῶν ὑπουργῶν. Τοιαῦται εἶναι αἱ βάσεις, τὰς ὁποίας ἠθέλησε νὰ δώσῃ καὶ τὸ κατηγορητήριον καὶ ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν κατηγορίαν, ὅλως ψευδεῖς, ὅλως ἀνυπόστατοι, καὶ αἵτινες ἤθελον μᾶς φέρει ἀναγκαίως εἰς τὴν ἀθώωσιν τῶν κατηγορουμένων ὑπουργῶν. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ στενοχωρήσωμεν τὰ πράγματα, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀρχὴν τοῦ ποινικοῦ δικαίου, καθ’ ἣν αἱ διατάξεις αὐτοῦ εἶναι τοῦ στενοῦ δικαίου, οὐδ’ ἐξ ἀναλογίας δὲ δυνάμεθα νὰ τὰς ἐπεκτείνωμεν καὶ ἐφαρμόσωμεν, ἀναγκαίως θέλομεν φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἅπασαι αἱ διατάξεις ἐκεῖναι, αἵτινες περιελήφθησαν ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ καὶ τὰς ὁποίας ἐπανέλαβεν ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ἐκθέσει της, δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, αἱ ἐγκληματικαὶ δ’ ἐκεῖναι πράξεις μένουσιν ἀτιμώρητοι, δι’ ἔλλειψιν εἰδικοῦ νόμου. Ἀλλὰ τάχα δὲν ὑπῆρξαν ἄλλα ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἐστιγμάτισαν τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην; καὶ τὰ ἐγκλήματα ταῦτα δὲν προβλέπονται καὶ δὲν τιμωροῦνται ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ ὑπὸ ἄλλων εἰδικῶν; Ἠδυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν πλεῖστα ὅσα, ἀλλ’ ἀκριβῶς, ἵνα μὴ ἀποδοθῇ ἡμῖν ἡ πρόθεσις τῆς διογκώσεως τῆς κατηγορίας, οὐχὶ ὑπὲρ τῶν κατηγορουμένων ἀλλὰ κατ’ αὐτῶν, ἵνα μή, λέγω, ἐπιῤῥιφθῇ ἡμῖν ἡ μομφὴ αὕτη, πάσας τὰς ἄλλας πράξεις, αἵτινες ἠδύναντο νὰ δώσουν χώραν εἰς ποινικὴν καταδίωξιν κατὰ τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου, ὡς μὴ προδήλους παρελείψαμεν, κατάδηλον δὲ καὶ αὐταπόδεικτον θεωροῦντες τὴν κατηγορίαν δι’ ἁπάσας τὰς ἐγκληματικὰς πράξεις, αἵτινες κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐκλογῶν ἔλαβον χώραν, διετυπώσαμεν καὶ προσηγάγομεν αὐτὴν διὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Λομβάρδου. Τάχα αἱ πράξεις ἐκεῖναι δὲν εἶναι καταδηλότεραι ἀπὸ τὴν δημοσίευσιν τῶν ψευδῶν νόμων; τάχα αἱ πράξεις ἐκεῖναι δὲν εἶναι καταδηλότεραι ἀπὸ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἐχαλκεύθησαν οἱ ψευδεῖς νόμοι ἐν τῷ βουλευτηρίῳ; τάχα ἔχετε ἀνάγκην ἄλλων ἀποδείξεων παρὰ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἔχετε ἐντὸς τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς; Τίνας λοιπὸν περιπλοκὰς φοβεῖσθε; φοβεῖσθε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ ἀπολογία τοῦ κ. Παππαμιχαλοπούλου; Τὴν διετύπωσε χθές· σᾶς εἶπεν ὅτι διώρισε τρεῖς δασοφύλακας ὑπὲρ ἐμοῦ, σᾶς εἶπεν ὅτι διώρισεν ἕνα ἐπιστάτην ἁλυκῆς ὑπὲρ τοῦ κ. Φιλήμονος, σᾶς εἶπεν ὅτι διώρισεν ὑπὲρ τοῦ κ. Τρικούπη, ἰδοὺ ἡ ἀπολογία του. Ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι τὰ γεγονότα ταῦτα θὰ δυνηθοῦν νὰ τὸν ἀπαλλάξουν τῆς κατηγορίας ὄχι προσωπικῶν ἐπεμβάσεων, ἀλλὰ τῆς ἐκ τῆς ἀλληλεγγύης, ἥτις βαρύνει πάντα ὑπουργὸν ὅστις δὲν θέλει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀκαταλόγιστος, μετέχων ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον κακουργεῖ κατὰ πᾶν στάδιον τοῦ βίου του καὶ εἰς ἑκάστην πρᾶξίν του. Ναί, ἂς ἐλπίσωμεν καὶ ἂς εὐχηθῶμεν ὅτι ὁ διορισμὸς 3 δασοφυλάκων, οἱ ὑπὲρ τοῦ κ. Τρικούπη διορισμοί, ὁ διορισμὸς τοῦ ἐπιστάτου τῆς ἁλυκῆς, ἡ συστατικὴ ἐπιστολὴ τοῦ κ. Λομβάρδου θὰ τὸν ἀπαλλάξουν τῆς ἀλληλεγγύης ἐκείνης, καὶ ὅτι θέλει δυνηθῆ ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἂν παρῃτήθη, δὲν παρῃτήθη ὑποσκελισθεὶς ὑπὸ ἄλλων συναδέλφων του, ἀλλὰ διότι ἀπέστρεψε τὸ πρόσωπόν του ἀπὸ τῶν ἀνομιῶν καὶ τῶν κακοήθων πράξεων τῶν συναδέλφων του.
§21ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἀπορῶ· νομίζετε ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ κατηγορία τῶν ὑπουργῶν, χωρὶς νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἐξετέλεσαν τὰς ἐπεμβάσεις;
§22ΡΑΛΛΗΣ. Ἠμπορεῖ ἀξιόλογα, καθὼς ἔγεινεν εἰς τὴν ἀντιποίησιν, εἰς τὴν πλαστογραφίαν. Τοὺς μὲν ὑπουργοὺς τοὺς ὑποβάλλομεν εἰς κατηγορίαν, τοὺς δὲ βουλευτὰς τοὺς ἀπαλλάττομεν. Ἐκτὸς τούτου ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς κατηγορίαι κατὰ διαφόρων ὑπαλλήλων, καὶ τὸ εἰδικὸν δικαστήριον δύναται νὰ κρίνῃ καὶ περὶ αὐτῶν.
§23ΚΑΝΑΡΗΣ. Δὲν θὰ ἐκφράσω, κύριοι, γνώμην ὡς πρὸς τὸ νομικὸν μέρος τοῦ ζητήματος, διότι, ὡς πάντες γνωρίζετε, δὲν εἶμαι πρὸς τοῦτο ἁρμόδιος. Ἐνόμισα ὅμως καθῆκόν μου νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις, προκειμένου ν’ ἀποφασίσῃ σήμερον ἡ Βουλὴ περὶ τῆς καταδιώξεως ἐγκλημάτων, κατὰ τῶν ὁποίων ἐξηγέρθη ἡ ἐθνικὴ συνείδησις. Θαυμάζω, κύριοι, πῶς ὁ κύριος Ῥάλλης καὶ οἱ ἄλλοι ἔντιμοι νομομαθεῖς, οἵτινες ἀντιλέγουσι σήμερον εἰς τὴν παραπομπὴν τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη διὰ τὰς πράξεις περὶ ὧν ἤδη ἐνηργήθη ἀνάκρισις, προβάλλουσι δὲ ἄλλας, θαυμάζω, λέγω, πῶς οἱ κύριοι αὐτοὶ νομομαθεῖς ἐσκέπτοντο κατ’ ἄλλον τρόπον ὅταν εἰσήχθη τὸ κατηγορητήριον ἀπὸ τὸν κύριον Φιλήμονα καὶ τοὺς ἄλλους συναδέλφους, καὶ ἐπὶ δύω ὅλας ἡμέρας ἐσυζητεῖτο ἐν τῇ Βουλῇ. Ποῦ ἦτο τότε ἡ νομομάθειά Σας, κύριοι νομομαθεῖς; Δὲν ἐμπεριείχετο τότε εἰς τὸ κατηγορητήριον ἡ ἀντιποίησις, προτείνεται δὲ πρώτην φορὰν ἡ κατηγορία αὕτη; Ὅ,τι τότε ἦτο ἔγκλημα, δὲν εἶναι τάχα καὶ τώρα τοιοῦτον; Ἐάν, κύριε Ῥάλλη, ἐσυζητεῖτο τότε τὸ ζήτημα, νομίζω, εὔχομαι δὲ νὰ ἦμαι ἠπατημένος, ἄλλην νομομάθειαν ἠθέλατε δείξει. Ἀπορῶ δὲ πῶς, ἀφοῦ σύσσωμον τὸ ἔθνος ἐξηγέρθη κατὰ τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου, ἠξεύρετε δὲ ὁποῖον κίνδυνον διέτρεξεν ὁ τόπος, ἀφοῦ γνωρίζετε καλῶς ὅτι ἡ κατηγορία δὲν εἰσήχθη ἀπὸ πάθος κατὰ τοῦ κ. Βούλγαρη, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ νόμου καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, ἀπορῶ πῶς προτείνετε τοιούτους λόγους. Ποῦ τὰ αἰσθήματά σας; Ποῦ ἡ ζωηρότης σας; Τῇ ἀληθείᾳ δὲν γνωρίζω πῶς νὰ χαρακτηρίσω τὴν διαγωγήν σας. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐξετίμησε, κύριοι, τὴν σοβαρότητα τῶν καθηκόντων τὰ ὁποῖα εὐηρεστήθητε ν’ ἀναθέσητε εἰς αὐτήν. Κἀνεὶς ἀπὸ ἡμᾶς δὲν ἐπεθύμει ν’ ἀναλάβῃ τοιοῦτον βάρος, ἀλλ’ ὑπεκύψαμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκόν μας μετὰ πάσης τῆς δυνατῆς ἀκριβείας. Μᾶς ὡρίσατε προθεσμίαν ὀκτὼ ἡμερῶν, διὰ νὰ περαιώσωμεν τὴν ἀνάκρισιν, ἀλλὰ δὲν ἦτο τοῦτο κατορθωτὸν ἐντὸς τόσον συντόμου χρόνου, καὶ διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν παράτασιν ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρας. Ἐνθυμεῖσθε δὲ πάντες ὁποῖον τότε ἐπεκράτει πνεῦμα ἐν τῇ Βουλῇ καὶ μετὰ πόσης σπουδῆς ἐσυζητεῖτο τὸ πέρας τῆς ἀνακρίσεως. Ὕστερον ἀπὸ αὐτά, κύριοι νομομαθεῖς, ἐνῷ δὲν πρόκειται περὶ ἰδιαιτέρων συμφερόντων ἀλλὰ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, ἐνῷ δὲν πρόκειται περὶ προσώπων ἀλλὰ περὶ πραγμάτων, ἐνῷ πρόκειται περὶ ἐγκλημάτων κατὰ τῆς Πολιτείας, ἔρχεσθε Σεῖς νὰ ἐπιδείξητε νομομάθειαν. Καὶ δὲν εἶσθε προτήτερα νομομαθεῖς, τώρα ἐγείνατε; Νομίζετε τάχα ὅτι μόνοι Σεῖς οἱ νομομαθεῖς γνωρίζετε, ὅτι οἱ ποινικοὶ νόμοι ἐξεδόθησαν εἰς τὰ 1834; Ἐὰν θέλητε, κύριοι, ἀτιμωρησίαν, πρέπει νὰ ἔχητε τὸ θάῤῥος νὰ τὸ κηρύξητε ἀπὸ τοῦ βήματος, δὲν πρέπει νὰ ἐμπαίζητε οὔτε τὸ Σῶμα, οὔτε τὰ ἄτομα, διορίζοντες ἐπιτροπὰς. Σοβαρὸν ἔγκλημα διεπράχθη κατὰ τῆς πολιτείας, τὸ ἔγκλημα δὲ τοῦτο πρέπει νὰ τιμωρηθῇ, ἄνευ περιστροφῶν, ἄνευ πλαγίων σκέψεων. Τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας πρέπει νὰ τεθῇ ὑπεράνω τῶν ἀτόμων. Ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων μας ἄνευ διχογνωμιῶν. Οἱ ἀντιλέγοντες ἂς προτείνωσιν ὡρισμένην γνώμην, ἵνα ἐκ τῆς συζητήσεως φωτισθῶμεν πάντες, ἀλλ’ ἂς μὴ περιπλέκηται ἡ συζήτησις δι’ ἀορίστων ἀντιλογιῶν. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιδεικνύωμεν σοφίαν ὅταν ἔχωμεν καθῆκον νὰ φροντίσωμεν περὶ τῶν ὑψίστων συμφερόντων τοῦ τόπου.
§24ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ ἦμαι συντομώτατος. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐξηντλημένον, ἀλλ’ ὁ κύριος Κανάρης ἔχει πολὺ ἄδικον εἰς ὅσα εἶπε κατὰ τοῦ κ. Ῥάλλη, διότι, ἂν ἐπίστευσεν εἰς ὅσα εἶπε κατὰ τοῦ κ. Ῥάλλη, πρέπει πρὸ πάντων νὰ αἰτιᾶται ἑαυτόν. Ἡ προσθήκη τῆς κατηγορίας, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. Λομβάρδος, δὲν εἶναι παρὰ τὸ προϊὸν τῆς μελέτης τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς τῆς ἰδίας ἐπιτροπῆς· ἂν μελετήσητε, κύριοι, τὴν ἔκθεσιν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἡ ἐπιτροπὴ, θέλετε ἰδεῖ ὅτι μετ’ ἐπιμονῆς ἀπὸ τῆς ά. σελίδος μέχρι τῆς τελευταίας γίνεται λόγος «περὶ τοῦ μετασχηματισμοῦ τῆς Βουλῆς» καὶ «περὶ τῆς ἐξευρέσεως τρόπου πρὸς κυβέρνησιν τοῦ τόπου». Εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα κατέγεινε, καὶ πολὺ δικαίως, ἡ ἐπιτροπή. Τώρα θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀντιφρονοῦντας νὰ μοῦ εἴπουν, ὁ μετασχηματισμὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἐξεύρεσις ἑνὸς τρόπου πρὸς κυβέρνησιν τοῦ τόπου δὲν συνδέεται μὲ τὰ ἐκλογικὰ ὄργια, ἅτινα ἔλαβον χώραν κατὰ τὸ 1874; νὰ μοῦ εἴπουν, αὐτὰ τὰ ἐκλογικὰ ὄργια, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν, δὲν μεταφράζονται διὰ τῆς φράσεως τοῦ πρωθυπουργοῦ «νὰ μετασχηματισθῇ ἡ Βουλή, ὅπως εὑρεθῇ εἷς τρόπος πρὸς κυβέρνησιν τοῦ τόπου»; Ποῦ λοιπὸν εὗρεν ὁ κ. Κανάρης ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Λομβάρδου εἶναι νεωτέρα ἐφεύρεσις; Αἱ δυσκολίαι, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα σήμερον, προέρχονται ἐκ τῆς ἐλλείψεως νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν. Ἐὰν ἐσπεύδομεν ἀφ’ ἧς συνετάχθη ἡ πολιτεία νὰ συντάξωμεν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, αὐτοὶ οἱ αὐθάδεις, οἱ ὁποῖοι παρεβίασαν ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ συντάγματος ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς πτώσεώς των, ἤθελον εἶσθαι σήμερον εἰς τὴν εἱρκτὴν, ἀλλὰ δι’ ἔλλειψιν νόμου εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὴν τὴν δυσκολίαν εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον εὑρισκόμεθα. Ὁ ποινικὸς νόμος, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἔχομεν, δὲν ἔχει διατάξεις διὰ τῶν ὁποίων νὰ δύνανται νὰ τιμωρῶνται αἱ ὑπερβάσεις ἢ αἱ παρανομίαι αὗται τῶν ὑπουργῶν, καὶ τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι ὁ νόμος μας ὁ ποινικὸς, ὁ ὁποῖος μετεφράσθη ἀπὸ τὸν βαυαρικὸν νόμον, δὲν ἔχει ὁρισμὸν περὶ καταδιώξεως τῶν ὑπουργῶν, διότι εἰς τὴν ἐπικράτειαν ἐκείνην ὑπάρχει νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, καὶ ὁ ποινικὸς νόμος δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ περιέχῃ ὡρισμένας διατάξεις κατὰ τῶν ὑπουργῶν. Τώρα κατηγορεῖται (κατὰ τὸ κατηγορητήριον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον οἱ ἔντιμοι συνάδελφοί μας, καὶ κατὰ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἡ ἐπιτροπὴ,) τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη ἐπὶ ἀντιποιήσει ἀρχῆς καὶ ἐπὶ πλαστογραφίᾳ· διάφοροι νομομαθεῖς καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς ἔχουν γνώμην διάφορον, τόσον δὲ διάφορον γνώμην ἔχουν, ὥστε δὲν λέγω ὅτι εἶναι βέβαιον, ἀλλ’ ὅτι εἶναι λίαν ἀμφίβολον ἂν τοιαύτη κατηγορία δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἐνώπιον δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον εἶναι συνειθισμένον νὰ ἀκολουθῇ στενῶς τὰς αὐστηρὰς ὑπαγορεύσεις καὶ διατάξεις τῶν νόμων. Προτιμότερον λοιπὸν ἤθελον νομίσει νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν πρόκηται νὰ δώσωμεν τοιοῦτον χαρακτηρισμὸν εἰς τὴν κατηγορίαν κατὰ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ποινικὴ καταδίωξις ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, προτιμότερον, λέγω, ἦτο νὰ εἴπῃ ἡ Βουλή. «Αἱ πράξεις τὰς ὁποίας ἐκάματε εἶναι τῷ ὄντι ἐγκληματικαὶ, εἶναι τῷ ὄντι μεγάλαι, εἶναι τῷ ὄντι κακουργήματα φοβερὰ, ἀλλὰ διότι δὲν ἔχω νόμον προβλέποντα τὰς πράξεις αὐτὰς, σᾶς παραδίδω εἰς τὰς ἀρὰς καὶ τὴν ἀποστροφὴν τῆς παρούσης γενεᾶς, ἥτις διὰ τῆς ἱστορίας θέλει παραδώσει μὲ μαῦρα χρώματα τὴν ἐλεεινὴν διαγωγήν σας.» Διατὶ λοιπὸν σᾶς ἐτάραξεν ἡ προσθήκη τῆς κατηγορίας τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Λομβάρδος; Ὅλα τὰ στοιχεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ἡ ἐπέμβασις τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἀναφέρονται ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ φυλλαδίου τὸ ὁποῖον μᾶς διενεμήθη, καὶ ὅλα τὰ στοιχεῖα τὰ ἐξήλεγξεν αὐστηρῶς ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἐπαινετή· οὐδὲν ὑπολείπεται. Καὶ ποία βραδύτης δύναται νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν; οὐδεμία, διότι δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο νὰ κάμῃ ἡ ἐπιτροπὴ, παρὰ νὰ ζητήσῃ ἀπολογίαν μόνον καὶ μόνον τῶν κατηγορουμένων ἐπὶ τῆς προσθήκης τῆς κατηγορίας αὐτῆς.
§25ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἂν ἦναι μάρτυρες ὑπερασπίσεως;
§26Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Προτιμοτέρα εἶναι μία βραδύτης 15 ἡμερῶν, παρὰ νὰ δώσωμεν ἕνα χαρακτηρισμὸν κακὸν εἰς τὴν ὑπόθεσιν, διὰ νὰ κηρυχθῶσιν αὐτοὶ ἀπὸ τὸ δικαστήριον ἀθῷοι. Ἐνθυμηθῆτε, κύριοι, ὅτι ἡ δίκη αὐτὴ εἶναι πολιτικὴ, ἐνθυμηθῆτε ὅτι ὅλος ὁ κόσμος, τοὐλάχιστον ὁ πολιτικὸς, ἔχει ἐστραμμένα τὰ βλέμματά του πρὸς ἡμᾶς διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Καὶ ἂν μὲν, κύριοι, οἱ ὑπουργοὶ αὐτοὶ ἀθωωθοῦν, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ μᾶς εἴπουν ὅτι ἐδῶ, εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀκόμη ὁ τόπος εἶναι τόπος, ὡς τὸν ἐννοοῦν, ἀνατολικὸς, καὶ ὅτι κατασταθεῖσα μία μερὶς ἀνωτέρα τοῦ Βούλγαρη κατεδίωξεν αὐτὸν καὶ τὸ ὑπουργεῖόν του, ἀλλ’ ὅταν ἡ κατηγορία ἔφθασεν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ ἐκηρύχθη ἀθῷον! Καὶ διὰ τοῦτο λέγω ὅτι σπουδαίως πρέπει νὰ προσέξωμεν· προτιμότερον εἶναι, κύριοι, νὰ μὴ γείνῃ κατηγορία, παρὰ νὰ γείνῃ κατηγορία καὶ νὰ δοθῇ τοιοῦτος χαρακτηρισμὸς ὁ ὁποῖος νὰ μὴ φέρῃ τὴν καταδίκην τῶν ὑπουργῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ἐπειδὴ ἔχομεν τὸν ἐκλογικὸν νόμον, ὁ δὲ ἐκλογικὸς νόμος παραπέμπει εἰς τὸν ποινικὸν, καὶ ἔχομεν ὡρισμένας διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων οἱ παραβάται κατὰ τὰς ἐκλογὰς τιμωροῦνται, νὰ προσθέσωμεν καὶ τὴν κατηγορίαν αὐτὴν, ὅπως ἐξασφαλίσωμεν ἓν μέρος τοὐλάχιστον τῆς κατηγορίας, ἀφοῦ διὰ τὴν ἔλλειψιν νόμου δὲν δυνάμεθα νὰ τιμωρήσωμεν τοὺς ὑπουργοὺς, τῶν ὁποίων ὁ βίος ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς πτώσεώς των δὲν ὑπῆρξεν εἰμὴ ἓν ἐνδελεχὲς ἔγκλημα.
§27ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος, κύριοι, μὲ τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε χθὲς ὁ κ. Λομβάρδος. Ἀλλὰ τὸν ἐρωτῶ, ὅταν συνεζητεῖτο ἡ ὑπόθεσις τοῦ κατηγορητηρίου καὶ ἀνεπτύχθη τὸ ζήτημα περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς κατηγορίας, ποῦ ἦσαν τότε, ποῦ εὑρίσκοντο, πῶς δὲν ἐλάλουν, πῶς δὲν ἐξέφερον γνώμην; Ἐγνώριζον ἢ δὲν ἐγνώριζον ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς κατηγορίας δὲν εἶναι βάσιμος καὶ θέλει ἀπαλλαγῆ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Βούλγαρη; Καὶ ἀφοῦ ἐγνώριζον ταῦτα, πῶς δὲν ἐπρόσθετον εἰς τὴν κατηγορίαν τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν χθὲς ἔκαμον, ἀλλ’ ἀφῆκαν καὶ διῆλθε τοσοῦτος καιρὸς, σήμερον δὲ παρίστανται μὲ ἕτερον κώλυμα; Τὰ πράγματα ἀνεπτύχθησαν καὶ ἐσυζητήθησαν ἐπὶ μακρὸν, ἔπρεπε δὲ νὰ καταθέσωσι τὴν πρότασιν αὐτὴν, ἵνα ἡ Βουλὴ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν δώσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις εἰργάσθη μέχρι τῆς χθές. Ἀλλ’ ἀφήκατε, καὶ ἤδη ὅτε τὰ πράγματα ἔφθασαν εἰς τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ φέρωμεν τὴν ἀπόφασίν μας, φέρετε τὴν πρότασιν, πρόσκομμα ὅλων τῶν ἐργασιῶν μας. Διατυπώσατε λοιπὸν τὴν πρότασίν σας, ἵνα λάβῃ τὴν πρέπουσαν ὁδὸν, ἵνα ἔλθῃ ὅπως πρέπει κατόπιν τῆς διαδικασίας ἥτις ὀφείλεται εἰς τοιαύτας προτάσεις, καὶ ἔλθετε ἐπὶ τοῦ κυρίου θέματος νὰ συζητήσητε ἢ νὰ δώσητε τὸν ἀληθῆ χαρακτηρισμόν· αὐτὴ εἶναι ἡ συζήτησις, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ περιστραφῶμεν. Ἄλλη ἦτον ἡ πρόθεσις τοῦ κ. Λομβάρδου, κατ’ ἐμὲ· ἴσως πλανῶμαι, νομίζω ὅμως ὅτι ἦτο προσωπικὸν κατὰ τοῦ Παπαμιχαλοπούλου, πρὸς ὃν ὤφειλον περισσοτέραν εὐγνωμοσύνην διὰ τὴν παραίτησίν του. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος διὰ τῆς παραιτήσεώς του συνέτεινεν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων, ἕνεκεν αὐτῆς εὑρίσκεται καὶ αὐτὸς εἰς τὸ ἑδώλιον εἰς τὸ ὁποῖον παρακάθηται καὶ ἐκεῖνος καὶ ἐγώ· ἡ ἀποχώρησις τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου μετά τινων ὀπαδῶν του συνέτεινεν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων· δὲν ὑπάρχει ἀλληλεγγύη διὰ τὸν Παπαμιχαλόπουλον, διότι ἂν ἦτο, δὲν ἤθελε παραιτηθῆ, ἦτον ἐν ἀγνοίᾳ τῶν πράξεων αὐτῶν, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ἡ παραίτησίς του· διότι οὗτος, ὅταν κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν εἶδε τὰ τερατουργήματα τῶν συναδέλφων του, εὐθὺς ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ παραιτηθῇ, διεμαρτυρήθη δ’ οὕτω κατὰ τῶν γενομένων. Καὶ διότι προέβη εἰς τὸ διάβημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον συνετέλεσεν εἰς τὴν ὕπαρξιν τοῦ κοινοβουλίου αὐτοῦ, διὰ τοῦτο εἶναι καταδικαστέος ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος; Πρέπει νὰ ἤμεθα δίκαιοι, ἂν θέλωμεν νὰ ἤμεθα πιστευτοὶ εἰς τὴν κοινωνίαν, ἄλλως οὐδόλως εἴμεθα πιστευτοί· τοσοῦτον δὲ εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ Παπαμιχαλόπουλος δὲν εἶχε γνῶσιν τῶν πράξεων τῶν συναδέλφων του, διότι εὐθὺς ὡς εἶδε κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν βεβαιούμενα τὰ τερατουργήματα τὰ ὁποῖα διεσαλπίζοντο καθ’ ὅλην τὴν κοινωνίαν, εὐθὺς παρῃτήθη καὶ συνετάχθη μὲ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἥτις ἔφερε τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται σήμερον. Διὰ τὴν πρᾶξίν του λοιπὸν αὐτὴν εἶναι καταδικαστέος καὶ παραπεμπτέος ὁ Παπαμιχαλόπουλος; Βεβαίως πρέπει νὰ ᾖναί τις εἰς ἄκρον ἄδικος, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τοιαύτην πρότασιν. Ναὶ, εἶμαι ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Λομβάρδου, ἀλλ’ ὄχι ποτὲ διὰ τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον, ὅστις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις ὅτι ἐγένετο συναίτιος τῶν ἐγκλημάτων αὐτῶν. Ἂν ὁ Παπαμιχαλόπουλος δὲν παρῃτεῖτο, τίς οἶδε ποῦ ἤθελον καταντήσει τὰ πράγματα· διὰ τῆς παραιτήσεώς του ὅμως, ἐσαλεύθη ὁ θεμέλιος λίθος τοῦ οἰκοδομήματος τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη. Συμπεραίνων λέγω, ἡ πρότασις τοῦ κ. Λομβάρδου ἦλθε λίαν ἀργὰ καὶ δὲν δύναται νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ προβῶμεν εἰς μίαν ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Δυνάμεθα βεβαίως νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Λομβάρδου, ἡ ὁποία εἶναι σοβαροτάτη, κατ’ ἐμὲ, καὶ ἐξασφαλίζει τὴν καταδίκην τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου· ἀλλὰ ἡ πρότασις πρέπει νὰ ὑποστῇ τὴν πρέπουσαν προεξέτασιν, καὶ πρὸς τοῦτο δὲν εἶναι πλέον καιρός. Ὅπως σᾶς εἶπεν, ἀπαιτοῦνται τοὐλάχιστον 15 καὶ 20 ἡμέραι, καὶ σεῖς ἐννοεῖτε καλῶς ἂν μετὰ 15 ἕως 20 ἡμέρας θὰ εὑρισκώμεθα ἐνταῦθα. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι τρόπος ὑπεκφυγῆς τῆς εἰσαγωγῆς εἰς δίκην τοῦ ὑπουργείου τοῦ Βούλγαρη; Διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς, κατ’ ἐμὲ, δὲν ζητεῖτε τίποτε ἄλλο, παρὰ τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου.
§28ΖΩΧΙΟΣ (συγκίνησις). Καταβαίνων ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, σᾶς εἶπον, ὤδινεν ὄρος καὶ ἔτεκε μῦν· ἐπάνω κάτω δ’ ἐφθάσαμεν εἰς αὐτὴν τὴν λύσιν. Ἐνθυμεῖσθε τὸν κ. Λομβάρδον, λέγοντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὶν ἢ πέσῃ ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον. «Ἐγὼ, ἔλεγε, θὰ φέρω τὸ κατηγορητήριον τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη, ἀμφιβάλλω δὲ ἂν θὰ εὑρεθῇ εἷς ἀπὸ ἐσᾶς νὰ μὲ ἀκολουθήσῃ». Ἐγὼ ἑτοιμάζομαι ἔκτοτε καὶ τὸν περιμένω, ἀλλὰ κατηγορητήριον δὲν ἐπαρουσίασεν· ἓν ἄλλο δ’ ἑσπέρας σᾶς εἶπεν· «ἅμα τελειώσῃ τὸ πρῶτον κατηγορητήριον, ἔχω βʹ., ἅμα δὲ τελειώσῃ τὸ δεύτερον, ἔχω γʹ., καὶ ἅμα τελειώσῃ τὸ τρίτον, ἔχω δʹ., ἐφ’ ὅρου ζωῆς μου θὰ καταδιώκω τὸν Βούλγαρην». Ἤτοι παρεσκεύαζεν ἓν, δύω, τρία, τέσσαρα κατηγορητήρια· σήμερον δὲ δὲν εὑρίσκει κατηγορητήριον ὑπόστασιν. «Ὅσα, λέγει, καὶ ἂν διανοηθῆτε πρὸς κατηγορίαν τοῦ Βούλγαρη, μάταια εἶναι, διότι δὲν ὑπάρχει νόμος τιμωρῶν τὰς παρανομίας, ὅσαι συνετελέσθησαν ἀπὸ τῆς 30 Νοεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν. Πρέπει νὰ ἀνατρέξητε εἰς τὰ παλαιά. Πηγὴ δὲ τῆς κατηγορίας ἠξεύρετε ποία εἶναι; Πρέπει νὰ ὑπάγητε εἰς τὴν Ζάκυνθον νὰ συναθροίσητε τὴν ὕλην. Παρενείρονται αἱ Ἀθῆναι, ἀλλὰ κατὰ βʹ. λόγον, τὸ Μεσολόγγιον ὡσαύτως. Κύριον ζήτημα εἶναι ἡ Ζάκυνθος, ὅλα δὲ τὰ λοιπὰ εἶναι μηδέν». Σᾶς λέγει δὲ προσέτι. «Διατί νὰ σπεύδωμεν; Ἐντὸς 10–15 ἡμερῶν τὸ ζήτημα τελειόνει». Ἐγὼ ὅμως δὲν πιστεύω νὰ πιστεύῃ ὁ κ. Λομβάρδος, ὅτι ἐντὸς 15 ἡμερῶν τὸ ζήτημα τελειόνει. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ μακρηγορῶ, καὶ διὰ νὰ περιλάβωμεν καὶ τὸν Παπαμιχαλόπουλον ἐν τῇ κατηγορίᾳ, ἐπειδὴ τὸν θέλει, φέρω μίαν τροπολογίαν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Λομβάρδου. (Ἀναγινώσκει).
§29ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ λέγομεν καὶ τώρα.
§30ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν τὸ ἐλέγατε ὅμως χθές.
§31ΡΑΛΛΗΣ. ... (Δὲν ἀκούεται).
§32ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὁμολογεῖτε λοιπὸν ὅτι ἔχομεν ἡμεῖς τὸ μονοπώλιον τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος; (θόρυβος).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἡσυχίαν.
§34ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§35ΖΩΧΙΟΣ. Ἡ Ἑλλὰς διὰ τὰς ἐκλογὰς ἐταράχθη, ἀλλὰ δὲν ἐξηγέρθη· ἡ Ἑλλὰς ἐξηγέρθη ἀπὸ τῆς 30 Νοεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν. Ἡ Ἑλλὰς παρεσκευάσθη διὰ μίαν ἐπανάστασιν, μὴ μὲ βιάζετε δὲ νὰ σᾶς εἴπω τὰ ἀπόκρυφα. Ὁπωσδήποτε δὲ, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν μῶμόν τινα ὅτι ἐσώσαμεν ἡμεῖς τὸν κ. Βούλγαρην καὶ τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον, ἐπειδὴ ἀποῤῥιπτομένης τῆς προτάσεως τοῦ κ. Λομβάρδου τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη ἀπολύεται πάσης εὐθύνης ὡς πρὸς τὰ ἐκλογικά, ὅπερ ἄτοπον, δεκτῆς δὲ γενομένης, παραπέμπεται εἰς δίκην καὶ ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Παπαμιχαλόπουλος, προτείνω τὴν ἑξῆς πρότασιν. «Περὶ τῶν παρανομιῶν καὶ τῶν ἐπεμβάσεων τῶν κατὰ τὸ ἔτος 1874 κατὰ τὰς ἐκλογὰς γενομένων ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διατάσσεται ἀνάκρισις».
§36ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἀναπτύξω καὶ πάλιν τοὺς λόγους οὓς ἄλλοτε καὶ ἐγὼ ὡς καὶ ἄλλοι τῶν συναδέλφων προέβαλον πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ κατηγορητηρίου, ὅπερ ἡ μειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ὀρθότατα πράττουσα παρεδέξατο, καὶ ὑπὲρ οὗ τὴν ψῆφον ὑμῶν ζητοῦμεν. Δὲν μὲ φέρουν δὲ εἰς τὸ βῆμα αἱ ἀντιῤῥήσεις τῶν ἀντιφρονούντων, διότι ὠχρόταται καὶ ἀσθενέσταται ἦσαν, μὲ φέρει μόνον ἡ ὀργή τινων ἐξ αὐτῶν, οἵτινες, ἐνθουσιῶντες καὶ ὑπὸ μαντικῆς ἐμπνεύσεως τῆς δελφικῆς Πυθίας κατεχόμενοι, προβλέπουν, ὅπως εἶπον, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ κατηγορητηρίου, οἷον ὑφ’ ἡμῶν προετάθη, δὲν εἶναι ἄλλο εἰμὴ ἀθώωσις τῶν ἐγκαλουμένων ὑπουργῶν· καὶ δὲν ἐννοοῦσιν ὅτι ἡ ἐλαχίστη ἐξασθένησις τοῦ κατηγορητηρίου τείνει εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον, καὶ δὲν ἐννοοῦσιν ὅτι αὐτοὶ πρῶτοι δίδουσι θάῤῥος καὶ ὅπλα εἰς ἐκείνους οἵτινες καιροφυλακτοῦσι νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῶν δισταγμῶν καὶ ἀντιφωνιῶν ἡμῶν, ἵνα ῥίψωσιν ἐν ἀμφιβολίᾳ λευκὴν ψῆφον. Ὤφειλον ἐπιστημονικῶς νὰ συζητήσωσι τὸ κατηγορητήριον, ὤφειλον ν’ ἀναλύσωσιν ἕκαστον τῶν στοιχείων τῶν πράξεων ἃς ἡμεῖς ὑπηγάγομεν εἰς τὴν πλαστογραφίαν καὶ τὴν ἀντιποίησιν, καὶ ὅταν τοῦτο πράττοντες κατώρθουν ν’ ἀποδείξωσιν ὅτι σφάλλομεν, τότε νὰ ζητήσωσιν ἀλλαγὴν κατηγορητηρίου, τότε νὰ εἴπωσιν ὅτι, τοῦ κατηγορητηρίου τούτου ψηφιζομένου, θὰ ἀθωωθῶσιν ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου, τί μᾶς εἶπον; ὅτι τὸ ἄρθρον 229 περὶ ἀντιποιήσεως ὁμιλεῖ περὶ «ἀρχῆς», ἡ δὲ Βουλὴ δὲν εἶναι «ἀρχή», ὅτι ἡ βεβαίωσις ἡ διὰ τῆς δημοσιεύσεως γενομένη τῶν πλαστῶν νόμων δὲν δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ 255 ἄρθρου, διότι αἱ ἐν τῷ ἄρθρῳ ἐκείνῳ κατονομαζόμεναι πράξεις εἶναι εὐτελεῖς. Ἐὰν τοῦτο ὀνομάζηται ἐπιστημονικὴ συζήτησις, ἐὰν τοῦτο δύναται ν’ ἀποδείξῃ τὸ σαθρὸν καὶ ψευδές, ὡς εἶπον, τοῦ κατηγορητηρίου, τότε, μὰ τὴν ἀλήθειαν, δὲν ἠξεύρω τί ἐστὶν ἐπιστήμη καὶ ὀρθὸς λόγος, καὶ πῶς πρέπει νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ χθὲς ὑποβληθέντος κατηγορητηρίου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου καὶ μόνου θέλουν νὰ μᾶς ἐξαρτήσωσι τὴν ἐπιτυχίαν τῆς τιμωρίας, καὶ τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει πράξεις τῶν ὁποίων ἡ προανάκρισις δύναται νὰ διαιωνισθῇ. Συντομώτατα θέλω διέλθει ὀλίγα ἐξ ὅσων καὶ ἐγὼ καὶ ὁ φίλτατος ἐξ Εὐρυτανίας συνάδελφος εἴπομεν πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ κατηγορητηρίου, διότι ὁμολογῶ ὅτι ἐκ μέρους μὲν ἡμῶν ἡ ὑποστήριξις καὶ συζήτησις εἶναι πληρεστάτη, ἐκ μέρους δὲ τῶν ἀντιφρονούντων ἀσθενεστάτη καὶ πλημμελής· θέλω δὲ μόνον περὶ τῆς πλαστογραφίας πραγματευθῇ, διότι κυρίως αὐτῆς ὁ χαρακτηρισμὸς ἠμφισβητήθη. Κατὰ δύο διακεκριμένας ἐποχὰς καὶ ὑπὸ διαφόρους ὅρους αὕτη ἔλαβε χώραν, κατὰ τὴν 30ην Νοεμβρίου καὶ κατὰ τὴν 19ην Μαρτίου καὶ ἐφεξῆς μέχρι τῆς λήξεως τῆς λεγομένης ἐκτάκτου ἐκείνης συνόδου. Κατὰ τὴν 30ην Νοεμβρίου, ἀναντίῤῥητον καὶ πανθομολογούμενον εἶναι ὅτι οὐχὶ πλέον τῶν 92 παρευρέθησαν ἐν τῇ συνεδριάσει ἐκείνῃ. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, οἱ πιστοποιήσαντες ὅτι ἦσαν πλέον τῶν 96, εἶναι πλαστογράφοι; Ναί! Οἱ παραδεχθέντες τὰ ψηφισθέντα ὑπ’ αὐτῶν ὡς ὑπὸ 96 ψηφισθέντα καὶ κυρώσαντες καὶ δημοσιεύσαντες αὐτά ὡς ὑπὸ 96 ψηφισθέντα, ἐν γνώσει ὅτι ὑπὸ τοσούτων δὲν ἐψηφίσθησαν, αὐτοὶ δὲν ὑπάγονται εἰς τὸ ἄρθρον 255 τοῦ ποινικοῦ νόμου;
§37ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτοὶ ἰσχυρίζονται ὅτι ἦσαν 85, καὶ ὅτι 85 ἀπετέλουν νόμιμον ἀπαρτίαν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§39ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Κατὰ τὴν 30ην νοεμβρίου δὲν ἰσχυρίσθησαν ὅτι ἡ ἀπαρτία σύγκειται ἐξ 85, ἰσχυρίζοντο ὅτι ἡ ἀπαρτία σύγκειται ἐξ 96· ἀναντίῤῥητον δὲ εἶναι ὅτι κάτω τῶν 92 ἦσαν καὶ ὅτι αὐτοὶ ἐπιστοποίησαν ὅτι ἦσαν πλέον τῶν 96. Ἐρωτῶ λοιπὸν, τοῦτο εἶναι πλαστογραφία ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ναὶ ἢ ὄχι; Ἐὰν ἦναι πλαστογραφία, καὶ εἶναι, ἡ βεβαίωσις τοῦ ψευδοῦς τούτου γεγονότος ὡς ἀληθοῦς, γενομένη διὰ τῆς δημοσιεύσεως, εἶναι πλαστογραφία κατὰ τὸ 255 ἄρθρον, ναὶ ἢ ὄχι; Ναί. Ἔρχομαι εἰς τὴν 19ην μαρτίου. Καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τὸ ἀπὸ τῆς 30ης Νοεμβρίου μέχρι τῆς 19ης Μαρτίου, γνωστὸν εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη οὐδενὸς μέσου ἐφείσθη ἠθικοῦ ἢ ἀνηθίκου ὅπως κατορθώσῃ ἀπαρτίαν ἐξ 96, διότι ἡ πεποίθησίς της ἡ ἀληθὴς ἦτο ὅτι ἡ ἀπαρτία ἡ ἐξ 96 ἦτο νόμιμος· ὅτι δὲ ἡ πεποίθησίς της τοιαύτη ἦτο, ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἀγώνων οὓς κατέβαλε τὴν 30ην νοεμβρίου ὅπως κατορθώσῃ ἀπαρτίαν ἐξ 96, ἐκ τῶν ἀγώνων καὶ τῶν μέσων τὰ ὁποῖα ἔθετο εἰς ἐνέργειαν ὅπως κατορθώσῃ νὰ συνάξῃ 96 βουλευτὰς τὴν 19ην μαρτίου, ἐκ τοῦ ὅτι προσεκάλεσε νομομαθεῖς, εἰς οὓς ὑπέβαλε τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἐπιμόνως ἠγωνίσθη, ὅπως λάβῃ γνωμοδότησιν αὐτῶν ὅτι ἐξ 85 βουλευτῶν ἀποτελεῖται νόμιμος ἀπαρτία καὶ οὐχὶ ἐξ 96. Ὅταν δὲ ἀνήρτησε τὴν γνώμην αὐτῆς καὶ τὴν πεποίθησιν ἐκ τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν νομομαθῶν, εἵπετο ὅτι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ὑπῆρξεν ἡ γνωμοδότησις ἐκείνων, τοῦ λοιποῦ ἐγένετο πεποίθησις αὐτῆς· ἑπομένως κατὰ τὴν 19ην Μαρτίου ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη καὶ οἱ ὁμόφρονες αὐτῆς ὀπαδοί της συνῆλθον ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ὅπως κατορθώσωσιν ἀπαρτίαν ἐξ 96. Δὲν τὸ κατώρθωσαν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἀπεδειλίασαν, οὐχὶ διότι εἶχον τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ ἐξ 85 ἀπαρτία εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ νόμιμος, ἀλλὰ δὲν ἐδειλίασαν, ὅπως δὲν ἐδειλίασαν ἀπέναντι ὅλων τῶν ἐγκλημάτων τὰ ὁποῖα διέπραξαν, καὶ αὐτῶν τῶν ῥυπαροτέρων· ἐστηρίζοντο εἰς τὴν βίαν καὶ ἐστηρίζοντο εἰς τὸ μέλλον. Συνῆλθον καὶ δὲν εὑρέθησαν 96, ἐκήρυξαν ὅτι ἀπαρτία εἶναι τῶν 85, καὶ τί ἔπραξαν; ἐπειδὴ πρὸ τῆς ὁρκίσεως τῶν ἀνωμότων βουλευτῶν ἀπῆλθον διαμαρτυρηθέντες ἐννέα, ἐπλαστογράφησαν τὰ πρακτικά. Ἔχετε πλαστογραφίαν μὲ ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς ταπεινῆς, τῆς εὐτελοῦς, τῆς βδελυρᾶς πλαστογραφίας, διότι παρεποίησαν τὸν κατάλογον, παρεποίησαν τὰ πρακτικὰ τὰ ἐπίσημα, παρεποίησαν τὰ στενογραφημένα, καὶ τί εἶπον; ὅτι ἦσαν 92, ἐνῷ πρὸ τῆς ὁρκίσεως εἶχον ἀπέλθει οἱ 9 βουλευταί. Τοῦτο εἶναι πλαστογραφία; Ναί. Ἀλλὰ θὰ μᾶς εἴπουν, ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι ὑπεύθυνος. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω πάλιν ὅ,τι ἠρώτησα καὶ εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν ἐπὶ τοῦ κατηγορητηρίου. Τίς ἐξ ἡμῶν ἔχει τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ Ῥεβελιώτης καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ ὅ,τι ἔπραττον τὸ ἔπραττον ἐκ πρωτοβουλίας καὶ ἐξ ἰδίας θελήσεως, καὶ δὲν τὸ ἔπραττον κατὰ διαταγὴν καὶ τυφλῶς ὑπείκοντες εἰς μίαν θέλησιν, τὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις Κυβέρνησις παρίστατο, συνεψήφιζε, συνεῖχε τὸν συρφετὸν ἐκεῖνον, καὶ τῇ πρωτοβουλίᾳ καὶ τῇ ἐνεργείᾳ ἐκείνης ἐτελέσθησαν ὅσα ἐτελέσθησαν; Ἐψηφίσθησαν λοιπὸν νόμοι μὲ τοιαύτην ἀπαρτίαν κάτω τῶν 85, ἐνῷ ἐβεβαίουν ὅτι ἐψηφίσθησαν μὲ ἀπαρτίαν ἄνω τῶν 85· εἶναι πλαστογραφία ὅταν οἱ οὕτω ψηφισθέντες νόμοι ἐκυρώθησαν καὶ ἐδημοσιεύθησαν ὡς νόμοι τοῦ κράτους καὶ ψηφισθέντες ὑπὸ τῆς Βουλῆς; Ναί. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, ἡ δημοσίευσις καὶ ἐκτέλεσις τῶν πλαστῶν τούτων νόμων, ἤτοι τῶν κυρωθέντων ἐπὶ τῇ βάσει πλαστογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, ἀποτελούντων, ὡς γνωστόν, ἀναπόσπαστον τῶν νόμων μέρος, ὡς ἀποδεικνυόντων τὴν νόμιμον σύστασιν αὐτῶν, εἶναι χρῆσις πλαστοῦ ἐγγράφου, ναὶ ἢ ὄχι; Ναί. Ἀλλ’ εἰς τί προβαίνουσιν ἀκόμη οἱ ἀντιφρονοῦντες; Τὸ δικαστήριον, ὅπερ θὰ δικάσῃ τοὺς ὑπουργοὺς, πρέπει νὰ ἔχῃ ἀποδείξεις ψηλαφητὰς καὶ ἀποδείξεις θετικάς, ἄρα δὲν πρέπει σήμερον ἡμεῖς, κατ’ αὐτοὺς, νὰ κρίνωμεν ποία κατὰ τὴν πεποίθησιν ἡμῶν εἶναι ἡ κολάσιμος πρᾶξις καὶ πῶς πρέπει νὰ χαρακτηρισθῇ, ἀλλὰ ποία, κατὰ τὸ δικαστήριον, θὰ ᾖναι ἡ κολάσιμος. Πρέπει λοιπὸν νὰ μαντεύσωμεν ποίαν πρᾶξιν δύναται τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο νὰ θεωρήσῃ κολάσιμον, καὶ ἐκείνην μόνον νὰ ψηφίσωμεν. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἐὰν ἔχητε τὴν πεποίθησιν, ὕστερον ἀπὸ τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα γινώσκετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐν τῇ Βουλῇ αὐτῇ, πρωτοστάτις οὖσα, συνέπραξε καὶ πλαστογραφίαν, καὶ ὅτι κυρώσασα καὶ δημοσιεύσασα τοὺς νόμους ἔπραξε πλαστογραφίαν. Ἐὰν δὲ σεῖς ἔχητε τὴν πεποίθησιν αὐτὴν, πρέπει νὰ ἀδιαφορήσητε τί θὰ εἴπῃ τὸ δικαστήριον, διότι δὲν πρόκειται νὰ εὕρητε τοῦ δικαστηρίου τὴν πεποίθησιν, ἀλλ’ ὑμεῖς νὰ σχηματίσητε τοιαύτην, καὶ κατὰ ταύτην νὰ ψηφίσητε. Ἡ ψῆφος δὲ, ἣν μέλλετε νὰ δώσητε, δὲν εἶναι καθαρῶς ψῆφος δικαστικὴ, εἶναι καὶ ψῆφος πολιτική· πρόκειται νὰ εἴπητε εἰς τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς 30 Νοεμβρίου ἐξηγέρθη, καὶ ἐξηγέρθη πράγματι, διότι παρηνόμησαν οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι καὶ διότι ἐγκλημάτησαν, πῶς ἐννοεῖτε τὰς παρανομίας ἐκείνας, καὶ ἂν συμμερίζησθε τὴν γνώμην του. Τὸ ἔθνος ἐνόησε καὶ ᾐσθάνθη τὰ πραξικοπήματα ἐκεῖνα τῆς 30 Νοεμβρίου, τῆς 19 Μαρτίου καὶ τῶν μετ’ αὐτὴν, καὶ τούτων ἕνεκα ἐξηγέρθη, ἡ ψῆφός σας δὲ ἡ σήμερον θὰ κυρώσῃ τὴν δικαίαν ἐκείνην ἐξέγερσιν. Δὲν ἐννοῶ διὰ τούτων, ὅτι τὸ τόσον βραδέως ὑποβληθὲν κατηγορητήριον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ κυρίου Λομβάρδου δὲν πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ δὲν πρέπει καὶ τοῦτο νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἀνάκρισιν. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ πῶς τὸ κατηγορητήριον τοῦτο, ἐρχόμενον σήμερον μετὰ 50 ἡμέρας ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ πρώτου κατηγορητηρίου, σήμερον ὅτε προσεγγίζει ἡ λῆξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἡ φυσικὴ τρόπον τινὰ καὶ αὐτόματος, πῶς δύναται νὰ φέρῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς παραδοχῆς τοῦ ἤδη ὡρίμου κατηγορητηρίου. Ἐννοῶ καὶ παραδέχομαι ὅτι αἱ πράξεις, ἃς ἀναγράφει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου βουλευτής, εἶναι κολάσιμοι καὶ πρέπει νὰ τιμωρηθῶσι καὶ πρέπει καὶ διὰ ταύτας οἱ ἐγκαλούμενοι ὑπουργοὶ νὰ δώσωσι δίκην, ἀλλὰ δὲν φρονεῖ ἆρά γε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς, ὅστις εἰς ἑκάστην λέξιν του, εἰς ἑκάστην φράσιν του λέγει τὸ «σπεύδετε», ἵνα μὴ χάσωμεν καιρὸν καὶ κινδυνεύσῃ τὸ ζήτημα, δὲν φρονεῖ ὅτι διακινδυνεύει ἴσως καὶ αὐτοῦ τοῦ ἤδη ὡρίμου κατηγορητηρίου ἡ ἐπιτυχία; Καὶ ἐγὼ καὶ οἱ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοί μου, οἵτινες ὑπέγραψαν τὸ κατηγορητήριον, εἴπαμεν ἄλλοτε ὅτι περιελάβομεν τὰς πράξεις ἐκείνας τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κυρίου Βούλγαρη, αἵτινες ἰδίως καὶ κάλλιον πάσης ἄλλης χαρακτηρίζουσι τὸ αὐθαίρετον καὶ τὴν ἀσέβειαν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων πρὸς τοὺς νόμους, πρὸς τούτοις δὲ τὰς πράξεις ἐκείνας διὰ τὰς ὁποίας σύσσωμον τὸ ἔθνος ἐξηγέρθη καὶ ἐπανεστάτησε· περιλαβόντες δὲ τὰς πράξεις αὐτὰς, εἴπομεν ῥητῶς ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι πράξεις τῶν ὑπουργῶν ἐκείνων, αἵτινες ἐν ἑτέρῳ κατηγορητηρίῳ ἀναγραφόμεναι δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσι καὶ βαρύτερον ἢ αἱ ὑπὸ συζήτησιν, καὶ εἴπομεν ὅτι πᾶς τις τῶν συναδέλφων μας δύναται τοιοῦτον κατηγορητήριον νὰ φέρῃ καὶ θὰ εὕρῃ καὶ ἡμᾶς ἐνθέρμους προμάχους ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν διὰ τοῦ νέου κατηγορητηρίου, τὸ ὁποῖον σήμερον ὁ κ. Λομβάρδος ὑπέβαλε πρέπει νὰ σταματήσωμεν καὶ συναποστείλωμεν καὶ τὸ κατηγορητήριον τὸ νῦν ὑποβληθὲν καὶ τὸ ἤδη ὑπάρχον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως κατ’ ἀνάγκην διαταχθῶσι νέαι ἀνακρίσεις, τοῦτο θὰ ᾖναι σφάλμα μέγα καὶ θὰ ἐπιφέρῃ βλάβην, ἥτις δυνατὸν νὰ μὴ διορθωθῇ βραδύτερον. Ἐνθυμοῦμαι δὲ ὅτι ἀπὸ 50 ἡμερῶν, ἀφ’ ὅτου τὸ κατηγορητήριον ὑφ’ ἡμῶν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, ὁσάκις περὶ αὐτοῦ ἐγένετο λόγος, οἱ ὁμόφρονες τῶν σήμερον καθ’ ἡμῶν ἀγορευσάντων πέντε, ἐπῄνεσαν τοὺς ὑπογράψαντας τὸ κατηγορητήριον ἐκεῖνο, ἐπῄνεσαν αὐτοὺς, διότι περιέλαβον ἐν αὐτῷ πράξεις, αἵτινες καὶ ταχύτερον καὶ εὐκολώτερον δύνανται νὰ βεβαιωθῶσι διὰ μιᾶς ἀνακρίσεως. Σήμερον τοὐναντίον λέγουσιν, ὅτι αἱ πράξεις, ὡς ἡμεῖς τὰς ἐχαρακτηρήσαμεν ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ, δεκταὶ γενόμεναι, δὲν θὰ φέρουν εἰς ἄλλο τι, παρ’ εἰς τὴν ἀθώωσιν τῶν ἐγκαλουμένων ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ἐὰν πλείονα ἡμῶν ζῆλον εἶχον, ὤφειλον ἐγκαίρως νὰ συζητήσωσι καὶ πολεμήσωσι τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν πράξεων. Δὲν τὸ ἔπραξαν, πράττοντες δὲ τοῦτο σήμερον μετὰ θυσίαν τόσου χρόνου ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, νομίζω, ὅτι λίαν ἀκαίρως τὸ πράττουσιν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐγκαίρως τὸ πράττουν, δὲν εἶχον βεβαίως τὸ δικαίωμα νὰ ῥίψωσι καθ’ ἡμῶν τὴν μομφὴν, ὅτι εἰσηγάγομεν κατηγορητήριον, τὸ ὁποῖον, ἐὰν γείνῃ δεκτὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, θέλει φέρει τὴν ἀθώωσιν τῶν ἐγκαλουμένων ὑπουργῶν, διότι δὲν κάμνω εἰς αὐτοὺς τὴν χάριν νὰ φρονῶ, ὅτι ἐπιθυμοῦν πλειότερον ἡμῶν τῆς καταδίκης τὴν ἐπιτυχίαν. (Εὖγε!)
§40ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρέπει, κύριοι, νὰ λείψωσι μερικαὶ παρεννοήσεις καὶ, κατὰ τὴν ἰδέαν μου, παρεξηγήσεις. Δὲν ἀντιτείνομεν, δὲν μεμφόμεθα, τοὐναντίον μάλιστα ἐπῃνέσαμεν καὶ ἐπαινοῦμεν, ἐγὼ τοὐλάχιστον, καὶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ ἐπαινῶμεν τὸ συζητούμενον κατηγορητήριον. Ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὸ πολεμεῖ; ποῖος σᾶς εἶπεν ὅτι, ἐὰν γείνῃ ψηφοφορία, δὲν θὰ τὸ ψηφίσωμεν; Εἴπομεν ὅμως, ὅτι τὸ κατηγορητήριον, καθ’ ἡμᾶς, ἔχει ἀνάγκην ἐνισχύσεως, προσθέτομεν, δὲν ἀφαιροῦμεν τίποτε ἀπὸ αὐτό. Ἡ τροπολογία μας εἶναι προσθήκη, δὲν εἶναι ἀφαίρεσις. Ὡς ἐκ τούτου, ὡς ἐκ τῆς διασαφήσεως ταύτης, τὴν ὁποίαν οἱ προαγορεύσαντες, νομίζω, ὅτι καλῶς ἐνοοῦσαν καὶ ἐννοοῦσι, περιττὸν νομίζω, νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ προαγορεύσας. Ἐρωτοῦν ὅμως, διατί πρὸ 50 ἡμερῶν δὲν ἤλθομεν νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ ἀντικρούσωμεν τὸ κατηγορητήριον; Μήπως εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ κατηγορητηρίου τούτου δὲν ἔλαβε μέρος εἷς ἐκ τῶν πολιτικῶν μας φίλων, ὁ κ. Πολυλᾶς; μήπως δὲν τὸ ὑποστηρίζει διὰ τῆς προτάσεώς του; Ἀλλ’ ἐὰν ᾖναι ἀμφισβητουμένη ἡ ἔκβασις τοῦ κατηγορητηρίου τούτου, καὶ οὔτε ἐνισχύεται, οὔτε ἀδυνατεῖ, ἐὰν εἰς τὴν ἐκφρασθεῖσαν τοσάκις γνώμην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπὶ τῶν ἐννοιῶν, ἐπὶ τῶν ἐφαρμογῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γείνωσι τοῦ ποινικοῦ Νόμου, προσθέτωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἰδέαν μας, ποία θὰ ᾖναι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ἀναφερομένων ἄρθρων τοῦ ποινικοῦ Νόμου ἐπὶ τῆς κατηγορίας ταύτης, διατί νὰ μὴ ἐπιπροστεθῶσι, καθ’ ἡμᾶς, καὶ πράξεις τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἀφίνουσιν, ὅτι ἐγένοντο, διὰ τὰς ὁποίας οὐδεμία ἀμφισβήτησις δύναται νὰ παρουσιασθῇ περὶ τῆς ποινῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπ’ αὐτῶν; Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι νέον κατηγορητήριον· διατί δὲν τὸ ἐφέρατε πρότερον, εἶπεν ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τοῦ βήματος. Ἐκτὸς ἄλλου, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐπιβεβαιώσῃ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἐν ἰδιαιτέραις συνομιλίαις εἴπομεν, ὅτι, διὰ νὰ μὴ φέρωμεν πρόσκομμα εἰς τὸ ἤδη εἰσαχθὲν κατηγορητήριον καὶ τὸ ἤδη ἐξετασθὲν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν ἔπρεπε νὰ φέρωμεν ἄλλο....
§41ΧΟΪΔΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, ὅτι σᾶς διακόπτω. Πρὸ 50 ἡμερῶν ἀγορεύων ἐγώ, κατηγόρησα τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη καὶ ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου, ἀλλὰ μὲ ἀφήσατε ὅλοι σεῖς μόνον, δὲν ὑπεστηρίξατε τὴν ἰδέαν μου. Δὲν εἶναι νέα ἰδέα τὴν ὁποίαν φέρετε, εἶναι ἰδέα ἰδική μου.
§42ΡΑΛΛΗΣ. Μὰ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὴν πλειονοψηφίαν.
§43ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριε Χοϊδᾶ, δὲν ἀντιποιοῦμαι πρωτοβουλίας. Ὀφείλω ὅμως νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ὅτι πρῶτος ἐγὼ ἐν τῇ περὶ τῆς κατηγορίας ἐκθέσει μου καὶ κατόπιν ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπέδειξα ὅτι ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν τιμωρίαν τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη διὰ τὰς ἐκλογικὰς παραβιάσεις, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ τότε ἔμεινα μόνος. Παρατηρῶ ὅτι πάντες ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ αἰσθήματος ὁρμώμεθα.
§44ΧΟΪΔΑΣ. Καλὰ, πρόκειται περὶ τῆς ἰδέας.
§45ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ κατηγορία διὰ τὰς ἐκλογικὰς παραβάσεις δὲν ἀνήκει οὔτε εἰς σὲ, ἀξιότιμε κ. Χοϊδᾶ, οὔτε εἰς σὲ, ἀξιότιμε κ. Πολυλᾶ, οὔτε εἰς ἐμὲ, ἀλλ’ εἰς τὸν τόπον ὁλόκληρον· πάντες δὲ τὴν κατηγορίαν ταύτην διὰ τὰς ἐκλογὰς εἰς τὸ στόμα των εἶχον, τὸ τοιοῦτον δὲ ἐξάγεται καὶ ἀπὸ τὸ ἔγγραφον τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη πρέπει νὰ κατηγορηθῇ, πρέπει νὰ δώσῃ δίκην διὰ τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα διέπραξεν κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἀλλὰ μοῦ λέγουν, ἐφέρατε τὴν κατηγορίαν τῶν ἐκλογῶν διὰ νὰ παρεμποδίσητε τὴν πρόοδον τοῦ ἄλλου κατηγορητηρίου· ἡ πρότασις ὅμως ἡμῶν δὲν ἔχει τὸν σκοπὸν αὐτὸν, καὶ ὅτε συνωμίλουν μέ τινας συναδέλφους μου καὶ ἀνεκοίνουν τὰς ἰδέας μου περὶ τοῦ κατηγορητηρίου τούτου, καὶ οἱ συνάδελφοί μου οὗτοι εἶναι παρόντες, καὶ ἴσως εἶναί τινες μεταξὺ ἐκείνων εἰς τοὺς ὁποίους ἔρχεται ἡ σοφία ὅτι δύναται νὰ ἐμποδισθῇ τὸ κατηγορητήριον, ὅλοι ἐσυμφωνήσαμεν ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ κάμωμεν ἀνακρίσεις ὅπως διασαφήσωμεν τὸ γεγονὸς τῶν ἐκλογῶν, διότι τὰ πάντα ὑπάρχουν ἐν τῇ ἐκθέσει, εἶναι δὲ γνωστὰ εἰς ὅλους ἡμᾶς τὰ γεγονότα τῶν ἐκλογικῶν παραβάσεων, ἑπομένως δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ χρονοτριβήσωμεν καθόλου· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παρουσιασθῇ, εἶναι τοῦτο, μήπως δὲν διατηρηθῇ ὁ τύπος, καὶ ὅτι πρέπει νὰ προσκαλέσωμεν τοὺς ὑπουργοὺς, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ κατηγορήσωμεν, καὶ νὰ τοῖς ἀπαγγείλωμεν τὴν κατηγορίαν, οὐχὶ δὲ νὰ κάμωμεν προανακρίσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ παραταθῶσι, κατὰ τὸν ἔντιμον προαγορεύσαντα, διὰ 2½ ἔτη. Ἐν τῇ συνομιλίᾳ δὲ τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν μετὰ τῶν συναδέλφων, εἴπομεν ὅτι δὲν ἔχομεν κἂν ἀνάγκην νὰ ἀπαγγείλωμεν κατηγορίαν, καθότι δὲν πρόκειται νὰ τοὺς καταδικάσωμεν, ἀλλὰ νὰ τοὺς στείλωμεν ἐνώπιον δικαστηρίου νὰ δικασθῶσι διὰ πράγματα πασίγνωστα. Ἂν τὸ δικαστήριον νομίζῃ, ὅτι ἔχει νὰ ἐξετάσῃ περισσότερα, ἂς τὸ πράξῃ, ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἤδη νὰ σταματήσωμεν διὰ τοῦτο ποσῶς τὸ κατηγορητήριον· ἂν δὲ θέλετε νὰ ἐκπληρωθῇ καὶ ὁ τύπος, προσκαλέσατε ἐντὸς 24 ὡρῶν ν’ ἀπαντήσωσι, τὸν δὲ κ. Δ. Γρίβαν προσκαλέσατε νὰ ἀπαντήσῃ διὰ τοῦ τηλεγράφου.
§46Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂν προτείνουν μάρτυρας, τί νὰ κάμωμεν;
§47ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ τοῖς ἀπαντήσωμεν ὅ,τι ἀπήντησε τὸ συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν τῶν Πατρῶν εἰς τοὺς κατηγορουμένους ὑποδεεστέρους ὑπαλήλους διὰ παραβάσεις ἐκλογικὰς, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ διαιωνίσωσιν τὴν ἀνάκρισιν ἐνώπιον τοῦ ἐφετείου, προτείνοντες ἀδιακόπως μάρτυρας· τὸ ἐφετεῖον ἀπήντησεν ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἔχω ἐνώπιόν μου μοὶ ἀρκοῦσιν ὅπως μορφώσω τὴν πεποίθησίν μου. Ἀλλὰ, φίλοι συνάδελφοι, ἐνῷ βλέπετε ἐνώπιόν σας ὅτι κἀνὲν ἐμπόδιον εἰς τὸ ἄλλο κατηγορητήριον δὲν θὰ ἔλθῃ, ἂν θελήσητε νὰ συμπεριλάβητε καὶ τὴν κατηγορίαν αὐτὴν τὴν διὰ τὰς ἐκλογικὰς παραβάσεις, καὶ ἡ ὁποία ἐπαναλέγω εἶναι ἡ μόνη ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει μίαν καταδίκην, ἐνῷ βλέπετε ὅτι δὲν θὰ βραδύνωμεν παρὰ μίαν ἢ δύω ἡμέρας, δὲν βλέπω διατὶ θέλετε ἤδη νὰ ἀναβάλητε τὴν ψήφισιν καὶ τὴν συζήτησιν τοῦ δευτέρου τούτου κατηγορητηρίου διὰ τὰς ἐκλογάς· καὶ ἂν τὴν ἀναβάλητε ἀπὸ σήμερον, δὲν θὰ τὴν συζητήσητε πλέον, οὐχὶ διότι δὲν θέλετε, ἀλλὰ διότι δὲν θὰ ᾖναι καιρός. Καὶ ἂς μοὶ ἀπατώμεθα, κύριοι· ἐν τῇ συνειδήσει ὅλων ἡμῶν ὑπάρχει ὅτι πλέον τῆς ἐρχομένης Δευτέρας συνεδρίασις δὲν θὰ ὑπάρξῃ· εἴθε νὰ ἀποφασίσωσιν οἱ κ. κ. βουλευταὶ νὰ μείνωσιν, ἀλλ’ ἐν τῇ συνειδήσει πάντων ὑμῶν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἰδέα. Ἐὰν λοιπὸν ἤδη ψηφίσητε τὸ πρῶτον κατηγορητήριον, πότε θὰ ἔλθῃ τὸ ἕτερον εἰς συζήτησιν; εἶναι δὲ βέβαιον, ὅτι ἂν σήμερον δὲν συμπεριληφθῇ ἡ κατηγορία διὰ τὰς ἐκλογὰς, ποτὲ δὲν θὰ γείνῃ, καὶ σᾶς εἶπε πολὺ ὀρθῶς τὸ πατριωτικὸν στόμα τοῦ κ. Κανάρη, τὸ οὐχὶ ἐπιστημονικὸν ἢ νομικὸν, ὡς εἶπεν ὁ ἴδιος, ἀλλὰ στόμα, ἀπὸ τοῦ ὁποίου δὲν ἐξέρχονται παρὰ ἀλήθειαι, ὅτι τὸ κατηγορητήριον κατὰ τοῦ Βούλγαρη δὲν εἶναι κατηγορητήριον κατ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ διὰ τὸν τόπον· ἂν ἡ κατηγορία αὐτὴ δὲν ἐπιτύχῃ, δὲν ζημιοῦται ὁ Βούλγαρης, ζημιοῦται ὁ τόπος· πολὺ δὲ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, παρὰ νὰ ῥιψοκινδυνεύσωμεν τὸ κατηγορητήριον τοῦ κ. Βούλγαρη ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, προτιμότερον ἦτο νὰ μὴ ἤθελεν ὑποκινηθῇ, καὶ ἐνόσῳ ἐκφράζεται ἀμφιβολία ἀπὸ τοῦ βήματος ἂν τὰ ἄρθρα τοῦ ποιν. νόμου, τὰ ὁποῖα περιέχει τὸ κατηγορητήριον, δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν, διατί δὲν λαμβάνετε τὰ ἄρθρα τῶν ἐκλογικῶν, ἔνθα τὸ δικαστήριον δύναται νὰ στηριχθῇ; Εἶναι φρόνιμον, εἶναι σπουδαῖον, εἶναι πατριωτικὸν, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ Κανάρη, μίαν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν κινοῦμεν μόνον καὶ μόνον διὰ τὸν τόπον, νὰ μὴ τὴν ἀσφαλίσωμεν ὅσον τὸ δυνατόν; Συμπεραίνων, λέγω, ὅτι ὅσα ἐῤῥέθησαν ὅτι ἡ κατηγορία διὰ τὰ ἐκλογικὰ θὰ σταματήσῃ τὴν ἄλλην κατηγορίαν εἶναι ἀνυπόστατα· δώσατε 24 ὥρας καιρὸν εἰς τὴν πιτροπὴν, ἵνα ἐφαρμόσῃ τοὺς τύπους καὶ ἀπαγγείλῃ τὴν κατηγορίαν εἰς τοὺς κατηγορουμένους ὑπουργοὺς, καὶ προχωρήσατε· μετὰ ταῦτα δὲν πρόκειται παρὰ περὶ ἀναβολῆς 24 ὡρῶν, ἡ ἄλλη δὲ ἀναβολὴ, τὴν ὁποίαν προτείνει διὰ τὸ κατηγορητήριον τῶν ἐκλογῶν, εἶναι ἀναβολὴ, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἔλθῃ πλέον εἰς συζήτησιν.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Κυρία πρότασις πρὸς ψηφοφορίαν εἶναι ἡ γνωμοδότησις τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς· ὡς τροπολογία δὲ τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἡ γνώμη τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις, ὡς γνωρίζετε, προτείνει καὶ τὴν ἐπὶ πλαστογραφίᾳ παραπομπὴν, ἀλλὰ περὶ ταύτης ὑπάρχουν τροπολογίαι ἀπώτεραι, ὑποτροπολογίαι, καὶ ὑποτροπολογίαι τῶν ὑποτροπολογιῶν (ἱλαρότης). Ὁ κ. Λομβάρδος ἠκούσατε ὅτι προτείνει πρότασιν περὶ παραπομπῆς τῶν ὑπουργῶν καὶ διὰ τὰς ἐκλογικὰς παραβάσεις καὶ ἐπεμβάσεις τοῦ 1874· ἀπέναντι ταύτης ὑπάρχει ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ζωχιοῦ, ἔχουσα οὕτως· «περὶ τῶν παρανομιῶν καὶ τῶν ἐπεμβάσεων τῶν κατὰ τὸ ἔτος 1874 κατὰ τὰς ἐκλογὰς γενομένων ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διατάττεται ἀνάκρισις.» Εἰς τὴν τροπολογίαν ταύτην τοῦ κ. Ζωχιοῦ ὁ κ. Μπούμπουλης ὑπέβαλεν ὑποτροπολογίαν, καθ’ ἣν, τῆς διατασσομένης ἀνακρίσεως ἐξαιρεῖται ὁ πρώην ὑπουργὸς κ. Νικ. Παπαμιχαλόπουλος. Ἐκτὸς τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν ὑπάρχει καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥοντήρη, τοῦ νὰ παραπεμφθῶσιν οἱ ὑπουργοὶ καὶ νὰ τιμωρηθῶσι μὲ φυλάκισιν, ἣν νὰ προσδιορίσῃ ἡ Βουλὴ, καὶ στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἕνεκα παραβιάσεως ὅρου τοῦ Συντάγματος. Ἀπωτέρα εἶναι ἡ πρότασις αὕτη, καὶ θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§49ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴπατε ὅτι θέλετε θέσει εἰς ψηφοφορίαν ὡς τροπολογίαν τὴν γνωμοδότησιν τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως· ὡς πρὸς τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ ἡ Βουλὴ τί ἐννοεῖ μὲ τὴν ψῆφον αὑτῆς, ἂν ἐννοῇ δηλονότι ὅτι ἀπαγορεύει εἰς τὸ δικαστήριον νὰ βεβαιώσῃ τὴν πρᾶξιν ἄλλως, μὴ τυχὸν θεωρηθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, ἂν ὑπερισχύσῃ ἡ γνώμη ἡ ἐναντία, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ χαρακτηρισμὸς καὶ ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, καὶ ἂν ἡ ψῆφος ἰσοδυναμῇ μὴ ἀπαγόρευσιν· ἂν δὲ δὲν ἰσοδυναμῇ μὲ ἀπαγόρευσιν, εἶμαι γνώμης ὅτι εἶναι πάντη ἀβλαβὲς νὰ τεθῶσιν ἀμφότεροι οἱ χαρακτηρισμοί.
§50ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τότε μένει καὶ ὁ χαρακτηρισμὸς, τὸν ὁποῖον θέλει νὰ δώσῃ ὁ κ. Λομβάρδος.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ὤφειλον νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν πρῶτον τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, καὶ ἂν τυχὸν ἀποῤῥιφθῇ, τότε ἠμπορεῖ νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ τί ἐννοεῖ· ἄλλως, ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ τὰ συγχωνεύσω.
§52ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅπως εἶναι διατετυπωμένον τὸ συμπέρασμα τῆς ἐπιτροπῆς, ἰδοὺ τί θὰ συμβῇ, καὶ διὰ τοῦτο ἀπῄτησα ἐξήγησιν, θὰ συμβῇ τὸ ἑξῆς· ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν παραπέμπει τοὺς ὑπουργοὺς, ὅτι ἔπραξαν τὴν δεῖνα καὶ δεῖνα πρᾶξιν τὴν χαρακτηριζομένην ὡς πλαστογραφίαν. Τοῦτο λοιπὸν πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ πρὶν ψηφίσῃ, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἂν σκοπὸν ἔχῃ νὰ παραπέμψῃ εἰς τὸ δικαστήριον ὅλας τὰς πράξεις τὰς ἀναφερομένας εἰς τὸ κατηγορητήριον, καὶ ἂν μόνον ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτῶν τῶν πράξεων ὑπάρχῃ διαφωνία, διότι τὸ δικαστήριον τότε δὲν ἔχει κἀνένα περιορισμόν.
§53ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν μόνον διεφωνήσαμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὡς πρὸς δὲ τὰς πράξεις εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι.
§54ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς γνωρίζει, καὶ ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται τὴν ὀρθότητα τῆς σκέψεως αὐτῆς· ἡ Βουλὴ διατυπόνει τὰ γεγονότα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ στηριχθῇ κατηγορία. Ἐὰν δὲ ταῦτα ἀποτελῶσι τὸ ἔγκλημα τῆς ἀντιποιήσεως τῆς ἀρχῆς, τὸ ὁποῖον ἀποδέχεται ἡ πλειοψηφία, ἢ τὸ ἔγκλημα τῆς πλαστογραφίας, περὶ τούτου ἡ Βουλὴ δὲν προδικάζει· ἡ μειονοψηφία δὲν προσθέτει εἰς τὴν κατηγορίαν τῆς πλειονοψηφίας γεγονότα ἄλλα, ἀλλὰ τὰ αὐτὰ γεγονότα, τὰ ἀπαρτίζοντα, κατὰ τὴν πλειοψηφίαν, τὴν ἀντιποίησιν τῆς ἀρχῆς, ἀποτελοῦν κατὰ τὴν μειοψηφίαν καὶ τὸ ἔγκλημα τῆς πλαστογραφίας. Τώρα βεβαίως, ἂν ἡ Βουλὴ παραπέμψῃ τοὺς πρώην ὑπουργοὺς μόνον μὲ τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν ἀποκλείεται τὸ δικαστήριον, ἐὰν ἴδῃ ὅτι τὰ γεγονότα ταῦτα ἀποτελοῦν καὶ τὸ ἔγκλημα τῆς πλαστογραφίας, νὰ καταδικάσῃ τοὺς ὑπουργοὺς καὶ ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, ὅπως εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς καταδικάσῃ καὶ δι’ ἑτέραν πρᾶξιν, ἂν κατὰ τὴν κρίσιν του τὰ γεγονότα ταῦτα ἀποτελοῦν καὶ ἑτέραν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐχαρακτήρισεν ἡ Βουλή. Εἶναι λοιπὸν ἐντελῶς ἐλεύθερον τὸ δικαστήριον εἰς τὴν γνώμην του, νὰ σχηματίσῃ οἱανδήποτε κρίσιν θέλει ἐπὶ τῶν γεγονότων.
§55ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς κύριος Κανάρης μᾶς εἶπεν ὅτι ὑπῆρξε διαφωνία εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως· ἤδη δὲ μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, ἃς ἔδωκαν οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ Μεσολογγίου καὶ Πυλίας, τὸ δικαστήριον εἶναι ἐλεύθερον νὰ δώσῃ οἱονδήποτε θέλει χαρακτηρισμόν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ κατηγορήσῃ καὶ διὰ τὴν μίαν καὶ διὰ τὴν ἄλλην πρᾶξιν, διότι οὐδεμίαν ἡ ἀπόφασις ἔχει ἐπιῤῥοὴν ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, οὕτω δὲ ἀποφεύγομεν καὶ διπλᾶς ψηφοφορίας.
§56ΡΑΛΛΗΣ. Μεταβολὴ τοῦ κατηγορητηρίου δὲν ἐπιτρέπεται· αὐτὸ εἶναι παραγνώρισις τῶν ἀρχῶν τῆς ποιν. δικονομίας.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐρχόμεθα εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥοντήρη ὡς ἀπωτέραν· τὴν ἠκούσατε. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἀπεῤῥίφθη. Ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὰς ὑποτροπολογίας· ταύτην τὴν στιγμὴν ὑπέβαλεν ἑτέραν ὁ κ. Βαλέττας, τὴν ἑξῆς «τὴν ἀνάκρισιν, περὶ ἧς ὁμιλεῖ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ζωχιοῦ, θέλει διεξαγάγει ἡ αὐτὴ ἐπιτροπή, ἥτις ἐντὸς 6 ἡμερῶν θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν περὶ τούτου γνώμην της».
§58ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν δύναται ἡ ἐπιτροπὴ νὰ κάμῃ τίποτε πλέον· τὸ κατ’ ἐμὲ, παραιτοῦμαι.
§59ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς δὲν δεχόμεθα.
§60ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὴν αὐτὴν ἐπιτροπὴν πρέπει νὰ σταλῇ, διότι αὐτὴ γνωρίζει ὅλα τὰ γεγονότα· ἡ προθεσμία ὅμως τῶν 6 ἡμερῶν εἶναι μακρὰ, διότι ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς κατηγορίας εὑρίσκονται εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Βαλέττα δύναται νὰ συζητηθῇ καὶ ὡς αὐτοτελὴς πρότασις.
§62ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὄχι, διότι εἶναι συναφὴς μὲ τὴν πρότασιν τοῦ τοῦ κ. Λομβάρδου καὶ τοῦ κ. Ζωχιοῦ.
§63Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ ΚΑΙ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡμεῖς τὴν συγχωνεύομεν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βαλέττα (θόρυβος).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν ἤδη κατὰ σειρὰν, διὰ νὰ τελειώνωμεν. Πρώτη εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μπούμπουλη, τροποποιοῦσα τὴν τοῦ κ. Ζωχιοῦ, ἐκτὸς ἐὰν θέλωσι νὰ συγχωνεύσωσι τὰς προτάσεις των εἰς μίαν.
§65ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Ζωχιὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν ἐπιδιώκει μὲ τὸν κύριον Λομβάρδον καὶ τὸν κ. Βαλέτταν, καὶ αὗται αἱ προτάσεις δύνανται νὰ συγχωνευθῶσι.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλέττας προσδιώρισε τὴν ἐπιτροπὴν, τὸν χρόνον..... (θόρυβος).
§67ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Νὰ ἐξηγήσω τὴν τροπολογίαν μου....
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί νὰ ἐξηγήσητε· προσδιωρίσατε χρόνον καὶ τὴν ἐπιτροπὴν διὰ τὰς νέας ἀνακρίσεις, ἡ δὲ πρότασις τοῦ κ. Ζωχιοῦ ἔχει ἀόριστον χρόνον. Τί χρειάζονται αἱ περαιτέρω ἐξηγήσεις;
§69ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἂς ἐρωτηθῇ ὁ κ. Ζωχιὸς, ἂν συγχωνεύῃ τὴν πρότασίν του εἰς τὴν τοῦ κ. Βαλέττα.
§70ΖΩΧΙΟΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μένει λοιπὸν ἡ ὑποτροπολογία τοῦ κυρίου Μπούμπουλη.
§72ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι περιττὴ ἡ ψηφοφορία ἐπ’ αὐτῆς τῆς προτάσεως ἤδη. Ἡ τροπολογία αὕτη ἔχει ἔννοιαν νὰ ψηφοφορηθῇ, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν σήμερον ἐπρόκειτο ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν κατηγορίαν διὰ τὰς ἐκλογικὰς παραβάσεις (θόρυβος).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§74ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ψηφοφορηθῇ τοιαύτη πρότασις, κύριε πρόεδρε.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ συγχωνευθεῖσα τροπολογία τοῦ κ. Ζωγιοῦ καὶ Βαλέττα ἔχει οὕτως· «Περὶ τῶν παρανομιῶν καὶ τῶν ἐπεμβάσεων τῶν κατὰ τὸ ἔτος 1874 κατὰ τὰς ἐκλογὰς γενομένων ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διατάσσεται ἀνάκρισις. Τὰς ἀνακρίσεις θέλει διεξαγάγει ἡ αὐτὴ ἐπιτροπὴ, ἢ ἐπὶ τοῦ κατηγορητηρίου, ἥτις ἐντὸς 6 ἡμερῶν θέλει ὑποβάλει τὴν γνώμην της».
§76ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐγὼ δηλόνω, ὅτι παραιτοῦμαι· δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ πλέον τοιαύτην λειτουργίαν.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἤδη θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν ὑποτροπολογίαν τοῦ κ. Μπούμπουλη «Ἐξαιρεῖται τῶν ἀνακρίσεων ὁ πρώην ὑπουργὸς κύριος Παπαμιχαλόπουλος» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κύριοι βουλευταί, θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν, ἢ μᾶλλον τὴν γνώμην τῆς μειοψηφίας, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐκτὸς τῆς ἀντιποιήσεως, προτείνεται νὰ παραπέμψῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἐπὶ πλαστογραφίᾳ τοὺς ἓξ ὑπουργούς· αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη τῆς μειονοψηφίας. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας, ἵνα παραπεμφθῶσιν οἱ πρώην ὑπουργοὶ καὶ ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη νὰ παραπεμφθῶσι καὶ ἐπὶ πλαστογραφίᾳ. Τώρα θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τῆς ἐπιτροπῆς, δι’ ἧς προτείνεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ παραπεμφθῶσιν ἐπὶ ἀντιποιήσει οἱ πρώην ἓξ ὑπουργοί. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη νὰ παραπεμφθῶσι καὶ ἐπὶ ἀντιποιήσει. Τώρα, κύριοι, θὰ ἀναγνωσθῇ ὁλόκληρον τὸ κατηγορητήριον. (Ἀναγινώσκεται) «Ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων Κατηγορεῖ ἐπὶ ἀντιποιήσει ἀρχῆς μὴ ἐπιτετραμμένης καὶ ἐπὶ πλαστογραφίᾳ 1) Τὸν Δημ. Βούλγαρην, γεννηθέντα ἐν Ὕδρᾳ, κατοικοῦντα ἐν Ἀθήναις, ἐτῶν 73, Βουλευτὴν καὶ χριστιανὸν, καὶ πρώην ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ πρωθυπουργόν· 2) Τὸν Βασ. Νικολόπουλον, γεννηθέντα ἐν Καρυταίνῃ τῆς Γορτυνίας, κάτοικον Ἀθηνῶν, ἐτῶν 54, κτηματίαν καὶ χριστιανὸν, καὶ πρώην ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ προσωρινῶς τῶν Οἰκονομικῶν· 3) Τὸν Ἰωάννην Βαλασσόπουλον, γεννηθέντα καὶ κατοικοῦντα ἐν Σπάρτῃ, διαμένοντα δὲ ἐν Ἀθήναις, ἐτῶν 55, ἰατρὸν καὶ χριστιανὸν, καὶ πρώην ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως· 4) Τὸν Δημήτριον Γρίβαν, γεννηθέντα εἰς Ναύπλιον, κατοικοῦντα ἐν Περατιᾷ, ἐτῶν 46, ἀντισυνταγματάρχην καὶ χριστιανὸν, καὶ πρώην ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν· 5) Τὸν Δημήτριον Τριγγέταν, γεννηθέντα εἰς Ζήνιδα καὶ κατοικοῦντα ἐν Ἀθήναις, ἐτῶν 59, ἀνώτερον ἀξιωματικὸν τοῦ Μηχανικοῦ, χριστιανὸν καὶ πρώην ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν· 6) Τὸν Ἰωάννην Δεληγιάννην, γεννηθέντα ἐν Κωνσταντινουπόλει, κατοικοῦντα ἐν Ἀθήναις, διαμένοντα δὲ ἤδη ἐν Παρισίοις, ἐτῶν 58, κτηματίαν, χριστιανόν, καὶ πρώην ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν· Ὅτι ἅπαντες οὗτοι, ὑπὸ κοινοῦ συμφέροντος κινούμενοι, συναπεφάσισαν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἑπομένων ἀξιοποίνων πράξεων, καὶ ἕνεκα ταύτης, συνομολογήσαντες πρὸς ἀλλήλους ἀμοιβαίαν συνδρομὴν ἐν Ἀθήναις μετ’ ἄλλων συμπραττόντων βουλευτῶν, τὴν 30 Νοεμβρίου 1874, τὴν 19, 20, 21, 22, 23, 24, 27 καὶ 28 Μαρτίου 1875 ὡς ὑπουργοὶ τοῦ Κράτους καὶ ἐν τῇ ἐνεργείᾳ τῶν καθηκόντων αὐτῶν ὡς ὑπουργῶν, συνελθόντες ἐν τῷ ἐν Ἀθήναις Βουλευτηρίῳ μετὰ τῶν ἄνω ῥηθέντων Βουλευτῶν, τῶν ὁποίων τὸ ὅλον, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ὑπουργῶν τούτων, οὐδέποτε ὑπερέβη τοὺς 92, κατὰ τὰς πλείστας δὲ τῶν εἰρημένων ἡμερῶν οὐδὲ τοὺς 83, ἐν γνώσει καὶ ἐκ προθέσεως, κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἄρθρου 229 τοῦ ποιν. Νόμου, τοῦ ἄρθρου 479, ἐδαφ. 1, συνδυαζομένου μετὰ τοῦ ἄρθρου 476, ἐδαφ. 1 τοῦ ποιν. Νόμου, καὶ τούτων ἁπάντων συνδυαζομένων μὲ τὸ ἄρθρον 81 τοῦ Συντάγματος, ἀντεποιήθησαν νομοθετικὴν ἐξουσίαν μὴ ἐπιτετραμμένην εἰς αὐτούς, ἐπὶ σκοπῷ νὰ βλάψωσι μὲν καὶ ἀπατήσωσι τὸ Κράτος, ἀπατήσωσι δὲ τὸν Βασιλέα καὶ ἐπιτύχωσιν ἀθέμιτον ὄφελος, ἤτοι ἐψήφισαν (κατεσκεύασαν) μετὰ τῶν συμπραττόντων αὐτοῖς Βουλευτῶν, ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς, τὰς ἑπομένας νομοθετικὰς πράξεις, ἤτοι τὰ ὑπὸ τὰ στοιχεῖα φζ, φη, φθ, φι, φια, φιβ, φιγ, φιδ, φιε, φιζ, φιθ, φκ, φκα, φκβ, φκγ, φκδ, φκε, φκστ, φκζ, φκη, φκθ, φλ, φλα, φλβ, φλγ, φλδ, φλε, φλστ, φλζ, φλη, ὡς Νόμους δημοσιευθέντα Νομοσχέδια· προκαλέσαντες δὲ ὡς συνταγματικοὶ καὶ ὑπεύθυνοι ὑπουργοὶ τὴν κύρωσιν, κυρώσαντες καὶ δημοσιεύσαντες τοὺς πλαστοὺς τούτους Νόμους ὡς γνησίους Νόμους τοῦ Κράτους καὶ ὡς νὰ ἦσαν ἐκδεδομένοι παρ’ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἐξέδωκαν ἤτοι ἐδημοσίευσαν αὐτοὺς ὡς Νόμους τοῦ Κράτους καὶ ἐξετέλεσαν αὐτοὺς ὡς τοιούτους, εἰσπράξαντες φόρους, δαπανήσαντες τὰ δημόσια ἔσοδα, διαθέσαντες δημοσίαν περιουσίαν, ἀκυρώσαντες καὶ μεταῤῥυθμίσαντες προγενεστέρους Νόμους καὶ συμβόλαια τοῦ Κράτους, ἀπονείμαντες βαθμοὺς στρατιωτικοὺς καὶ ναυτικούς, καὶ δημιουργήσαντες πρὸς ὄφελος ἄλλων καὶ ζημίαν τῆς Ἐπικρατείας δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις. Ἐνήργησαν δὲ τὴν ἀνωτέρω ψήφισιν, ἤτοι τὴν κατασκευὴν τῶν ἀνωτέρω Νομοθετικῶν πράξεων, ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, κατὰ τὰς ὡς εἴρηται ἡμέρας μετ’ ἄλλων συμπραττόντων Βουλευτῶν, ὡς ἀρχηγοὶ καὶ ὁδηγοὶ αὐτῶν, πρῶτοι δόντες ἀφορμὴν εἰς τὴν ἐγκληματικὴν ταύτην ἕνωσιν καὶ αὐτοπροσώπως διευθύναντες τὰ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τελούμενα, καὶ παρασχόντες εἰς τοὺς λοιποὺς Βουλευτὰς τοιαύτην συνδρομὴν πρὸ τῆς ἐκτελέσεως καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν ἠδύναντο οἱ λοιποὶ οὗτοι Βουλευταὶ νὰ φέρωσιν εἰς πέρας τὰ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ κατὰ τὰς ἄνω ἡμέρας παρ’ αὐτῶν μετὰ τῶν ὑπουργῶν καὶ ὡς Βουλευτῶν τελεσθέντα, αὐτοὶ δὲ ὡς ὑπουργοὶ Συνταγματικοὶ καὶ ὑπεύθυνοι προκαλέσαντες μετὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἀνωτέρω πράξεων τὴν κύρωσιν καὶ κυρώσαντες αὐτάς, μετὰ δὲ τὴν κύρωσιν αὐτῶν ὡς ὑπουργοὶ Συνταγματικοὶ καὶ ὑπεύθυνοι δημοσιεύσαντες αὐτὰς ὡς Νόμους τοῦ Κράτους ἐν Ἀθήναις καὶ ἀπὸ τῆς 19 Φεβρουαρίου μέχρι τῆς 25 Ἀπριλίου 1875 διὰ τῶν φύλλων 10–26 τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ὀνόματι τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ ὡς νὰ ἦσαν παρ’ αὐτῆς ταύτης ἐκδεδομέναι· προσέτι δὲ καὶ ἐκτελέσαντες αὐτάς, κατὰ παράβασιν, ἐκτὸς τῶν ἄνω παρατεθεισῶν διατάξεων τοῦ Νόμου, καὶ τῶν ἄρθρων 56, 57, 59, 60, 61, 21, 22, 23, 30, 35 καὶ 36 τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν ἄρθρ. 1 καὶ 2 τοῦ Ἀστικοῦ Νόμου. ά.) Ὅτι οἱ αὐτοὶ ὡς ἄνω εἴρηται Ὑπουργοὶ ἐν τῇ ἐκτελέσει ὅλων τῶν ἀνωτέρω πράξεων· 1. Τῆς ψηφίσεως ἢ κατασκευῆς τῶν ἄνω παρατεθεισῶν νομοθετικῶν πράξεων ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, γενομένης κατὰ τὸν αὐτὸν ὡς εἴρηται τόπον καὶ χρόνον· 2) Τῆς κυρώσεως καὶ τῆς ἐκδόσεως, ἤτοι δημοσιεύσεως αὐτῶν ἐν ὀνόματι τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ ὡς νὰ ἦσαν παρ’ αὐτῆς ταύτης ἐκδεδομέναι, τῆς περατωθείσης διὰ τῆς καταχωρίσεως αὐτῶν ἐν τῇ ἐπισήμῳ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ φύλλου 10 αὐτῆς, τῆς 19 Φεβρουαρίου 1875, μέχρι τοῦ φύλλου 26 τῆς 25 Ἀπριλίου 1875 τῆς Ἐφημερίδος ταύτης, ἐνήργησαν πλαστογραφίαν προβλεπομένην καὶ τιμωρουμένην ὑπὸ τῶν ἄρθρων 247 καὶ 248 τοῦ ποιν. Νόμου, συνδυαζομένων μὲ τὰ ἄρθρα 56, 57, 59, 60, 61, 21, 22. 23, 30, 35 καὶ 36 καὶ τοῦ ἄρθρου 81 τοῦ Συντάγματος, ἄρθρ. 56, 57, 60,109 καὶ 110 τοῦ ποινικοῦ Νόμου. βʹ.) Ὅτι οἱ αὐτοὶ ὡς ἄνω εἴρηται Ὑπουργοὶ, βεβαιώσαντες ἐπὶ τῇ ἐπισημότητι τῆς Ἀρχῆς αὐτῶν ὡς Ὑπουργῶν ἐν γνώσει καὶ ἐκ προθέσεως μὴ ἀληθῆ πράγματα ὡς ἀληθῆ, ἤτοι ἐκδώσαντες (δημοσιεύσαντες) τὰς ἄνω ψευδεῖς Νομοθετικὰς πράξεις διὰ τῶν ἄνω φύλλων τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐνταῦθα, ἐν Ἀθήναις, καὶ κατὰ τὴν ἀπὸ 19 Φεβρουαρίου μέχρις 25 Ἀπριλίου 1875 ἐποχὴν, ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς καὶ ὡς νὰ ἦσαν ὑπ’ αὐτῆς ταύτης ἐκδεδομέναι, ἐνήργησαν πλαστογραφίαν προβλεπομένην καὶ τιμωρουμένην ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 255 τοῦ ποινικοῦ Νόμου, συνδυαζομένου μὲ ὅλα τὰ ἄνω παρατεθέντα 56, 57, 59, 60, 61, 21, 22. 23, 30, 35, 36 καὶ 81 ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, καὶ 109 καὶ 110 τοῦ ποινικοῦ Νόμου. Κατὰ συνέπειαν, ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων παραπέμπει πάντας τοὺς ὡς ἄνω εἴρηται κατηγορουμένους πρώην ὑπουργοὺς Δημήτριον Βούλγαρην, Βασίλειον Νικολόπουλον, Ἰω. Βαλασσόπουλον, Δημήτριον Γρίβαν, Ἰωάννην Δεληγιάννην καὶ Δημήτριον Τριγγέταν ἐνώπιον τοῦ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος ὁριζομένου εἰδικοῦ Δικαστηρίου, σχηματισθησομένου κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Συντάγματος, ἵνα δικασθῶσιν ἅπαντες ὡς ὑπαίτιοι δι’ ὅλας τὰς ὡς ἀνωτέρω εἴρηται ἀποδιδομένας εἰς αὐτοὺς ἀξιοποίνους πράξεις τῆς ἀντιποιήσεως καὶ τῆς πλαστογραφίας. Πέντε μέλη τῆς Βουλῆς διορισθήσονται ὑπ’ αὐτῆς διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας καὶ δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας, ὅπως ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς καὶ ὡς ἐντολοδόχοι αὐτῆς, εἴτε ἅπαντες ὁμοῦ, εἴτε εἷς ἕκαστος ἰδίᾳ, ἐξασκήσωσιν ὅλα τὰ Εἰσαγγελικὰ καθήκοντα καὶ δικαιώματα, ἐνεργήσωσιν ὅλας τὰς ἀναγκαίας προεισαγωγικὰς πράξεις καὶ κλήσεις μαρτύρων, καὶ ἐπιδιώξωσι καὶ ὑποστηρίξωσι μέχρι τέλους τὴν ὡς ἄνω εἴρηται διατυπωθεῖσαν κατηγορίαν καθ’ ἑνὸς ἑκάστου καὶ καθ’ ὅλων ὁμοῦ τῶν κατηγορουμένων ἐνώπιον τοῦ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος ὁριζομένου καὶ συστηθησομένου εἰδικοῦ Δικαστηρίου, πρὸς τὸ ὁποῖον, ἅμα τῇ διὰ κληρώσεως συστάσει αὐτοῦ, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θέλει διαβιβάσει ἀντίγραφον τῆς παρούσης ἀποφάσεως καθὼς καὶ ἅπαντα τὰ ἔγγραφα τῆς διεξαχθείσης ἀνακρίσεως.»
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τῆς πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§79ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἐκλέξωμεν καὶ τὰ μέλη.
§80ΧΟΪΔΑΣ. Νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις θὰ κατηγορήσῃ.
§81Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν ἡ Βουλὴ νὰ τελειώσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ νὰ γείνῃ ἀπόψε ἡ ἐπιτροπὴ, διότι ἀπόψε δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τελειώσωμεν ἄλλην ἐργασίαν.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ψηφοδέλτια δὲν εἶναι ἕτοιμα.
§83ΤΙΝΕΣ. Ἀκόμη δὲν ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικά.
§84ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἔχω πεποίθησιν ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ἥτις εἰργάσθη ἐπὶ τοῦ κατηγορητηρίου, ἐμπνέεται ὑπὸ τοσούτου ζήλου, ὥστε νὰ ἀναδεχθῇ καὶ αὐτὸ τὸ βάρος, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὅλα τὰ μέλη θὰ δεχθῶσι νὰ ἐξακολουθήσωσι τὴν ἐπίμοχθον ταύτην ἐργασίαν· ἐάν τις δὲν θὰ θελήσῃ, νὰ τὸ δηλώσῃ ἀπὸ ἀπόψε, ὥστε νὰ προβῶμεν εἰς ἀντικατάστασιν αὐτοῦ.
§85ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐδήλωσα ἐπισήμως ἀπ’ ἀρχῆς, καὶ δηλῶ καὶ τώρα ὅτι δὲν δέχομαι.
§86ΤΙΝΕΣ. Πολὺ καλά.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἐμβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§88ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε, ἔγεινε μία παρατήρησις ἐκ μέρους τοῦ κ. Βαλέττα, καὶ πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν δέχηται τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Μαυρομαρᾶ.
§89ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἀρκοῦν οἱ 8· προτείνω νὰ μείνουν οἱ ὀκτώ.
§90ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Παντὸς Σώματος τὰς ἐργασίας διευθύνει ἡ πλειονοψηφία, εἴτε θέλει νὰ παραιτηθῇ ὁ κ. Μαυρομαρᾶς εἴτε δὲν θέλει....
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.
§92ΧΟΪΔΑΣ. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θ’ ἀποδεχθῇ ἡ Βουλὴ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Μαυρομαρᾶ, διότι εἰργάσθη θρησκευτικῶς καὶ μετὰ ζήλου, καὶ ἐπίσης θέλει ἐργασθῆ.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§94ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ λυθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα;
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὅτι αὔριον θ’ ἀποφασίσῃ.
§96ΧΟΪΔΑΣ. Ἐπὶ τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Μαυρομαρᾶ παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ ζητήσητε τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χοϊδᾶς προτείνει νὰ μὴ γείνῃ δεκτὴ ἡ παραίτησις τοῦ κ. Μαυρομαρᾶ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Μαυρομαρᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται δύω μόνον.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη καὶ μένει ὁ κ. Μαυρομαρᾶς. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τὸ ὑπουργεῖον, πρὶν μεταβῶμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, παρακαλεῖ νὰ συζητηθῶσί τινα ἐκ τῶν εἰς τρίτην συζήτησιν νομοσχεδίων, ἤτοι τὸ περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς, τῶν ζώων καὶ μελισσίων διὰ τὸ ἔτος 1876, τὸ περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, καὶ τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν καὶ τὸ περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν. Λοιπὸν μεταβαίνομεν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς, τῶν ζώων καὶ μελισσίων διὰ τὸ ἔτος 1876. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη εἰς τρίτην καὶ τελευταίαν ἀνάγνωσιν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑπεβλήθησαν διάφοροι προτάσεις καὶ τροπολογίαι, ἄ. ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μαυροκορδάτου, ἄλλη τοῦ κ. Βαλέττα, ἄλλη τοῦ κ. Ζωγιοῦ, καὶ ἄλλαι ὑπὸ ἄλλων, ὀκτώ, δέκα τροπολογίαι. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§98ΡΑΛΛΗΣ. Κάμνω καὶ ἐγὼ τὴν πρότασιν νὰ ἐξαιρεθῇ ἡ Ἀττικὴ ἀπὸ πᾶν εἶδος φορολογίας, ἀφοῦ ἕκαστος φροντίζει διὰ τὴν ἐπαρχίαν του.
§99ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὰς διαφόρους τροπολογίας, νὰ τὰς ἀποσύρουν, διὰ νὰ μὴ χάνωμεν πολὺν καιρὸν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ σύστημα τῆς φορολογίας, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει, πρόκειται μετ’ οὐ πολὺ νὰ καταργηθῇ, καθόσον ἡ ἀνάγκη τῆς καταργήσεως εἶναι ἀνεγνωρισμένη παρὰ πάντων, καὶ ἂν διαφωνῶμεν ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἀντικαταστάσεως, πιστεύω αἱ διαφωνίαι αὗται νὰ ἐκλείψουν. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους βουλευτὰς ν’ ἀποσύρουν τὰς τροπολογίας ταύτας, καθόσον εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ τὰς ἀποκρούσω.
§100ΖΩΧΙΟΣ. Ἐπὶ τέλους, πότε οἱ ὑπουργοὶ θ’ ἀνοίξουν τὰ αὐτιά των ν’ ἀκούσουν τί λέγει ὁ λαός; Διότι ἔρχεται ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ὑπουργὸς, καὶ μᾶς λέγει, δὲν εὐκαιρῶ τώρα· ἔρχεται ὁ νέος ὑπουργὸς, καὶ μᾶς λέγει καὶ αὐτὸς, δὲν εὐκαιρῶ. Θὰ ἔλθῃ δὲ ἄλλος αὔριον, καὶ ἐκεῖνος θὰ εἴπῃ, δὲν εὐκαιρῶ. Ἔλεγε δὲ τῷ καιρῷ ἐκείνῳ γυνή τις εἰς τὸν Φίλιππον τὰ παράπονά της, ἀλλ’ ἐκεῖνος μὴ προσέχων, τὴν κατεδίκασεν. Ἀνέκραξε δὲ τότε ἐκείνη, λέγουσα, ἐκκαλῶ τὴν ἀπόφασιν. Εἰς ποῖον; ἠρώτησεν ὁ Φίλιππος; Εἰς τὸν Φίλιππον νήφοντα, ἀπεκρίθη ἡ γυνή. Καὶ ἐγὼ ἐκκαλῶ τὸ προκείμενον εἰς τὸν ὑπουργὸν νήφοντα.
§101ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριε πρόεδρε, συζητεῖται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ζωχιοῦ;
§102ΖΩΧΙΟΣ. Ὁμιλῶ ἐν γένει, καὶ πιστεύω, ὅτι ταύτην τὴν ἑσπέραν τὸ ζήτημα δὲν λύεται. Πρόκειται δὲ βαθμηδὸν νὰ λυθῇ, καὶ πρέπει νὰ φωνάζωμεν, διὰ νὰ γνωρίσουν οἱ ὑπουργοὶ ποῦ εὑρίσκεται ὁ τόπος. Ἐξετάσατε ὅλα τὰ νομοσχέδια, αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι ὅλα ἀναφέρονται εἰς ὑπαλλήλους, ἤτοι γίνεται ἐν αὐτοῖς λόγος ἂν θὰ ᾖναι περισσότεροι ἢ ὀλιγώτεροι οἱ ὑπάλληλοι, ἂν θὰ ἀλλάξουν, ἢ ἂν θὰ λάβουν περισσότερον μισθόν· περὶ δὲ τοῦ λαοῦ δὲν γίνεται λόγος οὐδαμῶς. Ἐλέγαμεν δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις πότε θὰ ἔλθῃ ὁ Κουμουνδοῦρος, διὰ νὰ γλυτώσωμεν ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Βούλγαρη; Ἔρχεται ὁ Κουμουνδοῦρος, καὶ πάλιν φωνάζομεν, πότε θὰ ἔλθῃ ὁ Ζαΐμης; Καὶ αὔριον θὰ φωνάξωμεν, πότε θὰ ἔλθῃ ὁ Δεληγεώργης; Ἀτελεύτητος δὲ εἶναι αὐτὸς ὁ κύκλος μας, ἡμεῖς δὲ αἰωνίως φωνάζομεν. Πέρυσι δὲ, ὅταν ἔβλεπον τὸν Βαλασσόπουλον καὶ τοὺς ἄλλους ὑπουργοὺς νὰ σᾶς παρουσιάζουν τοιαῦτα νομοσχέδια, οἷα εἶναι καὶ τὰ σημερινὰ, ἔλεγον πρὸς αὐτὸν, ὀλίγον φροντίζετε περὶ τοῦ λαοῦ, διότι δὲν εἶσθε ἀπόστολοι τοῦ λαοῦ (θόρυβος).
§103ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἔχομεν συζήτησιν ἐπὶ τῆς τροπολογίας;
§104ΖΩΧΙΟΣ. Κύριοί μου, δὲν θέλω σήμερον νὰ κατισχύσῃ ἡ τροπολογία μου, διότι βλέπω τὴν Βουλὴν προδιατεθειμένην ἄλλως. Σᾶς λέγω μόνον νὰ μοῦ χαρίσητε πέντε λεπτὰ, διὰ νὰ λάβητε γνῶσίν τινα τῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας θὰ ἐξηγήσω αὔριον ἢ μεθαύριον.
§105ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς παραπέμπω εἰς τὴν ἔκθεσίν μου τοῦ 1865, ἥτις λέγει πολὺ περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι θὰ εἴπητε.
§106ΡΩΜΑΙΟΣ. Ὅσοι ἔχουν σπήτια δὲν φορολογοῦνται, καὶ ἡμεῖς πληρώνομεν 22 καὶ 30%.
§107ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἄδικον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τὴν Ἑπτάνησον.
§108ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριε πρόεδρε, τακτοποιήσατε τὴν συζήτησιν· ὁ κ. Ζωχιὸς συζητεῖ ἐπὶ τῆς τροπολογίας του. Ἐρωτῶ, εἶναι ὑπὸ συζήτησιν αὕτη;
§109ΖΩΧΙΟΣ. Ὁμιλῶ ἐν γένει· θέλω νὰ φωτίσω τὴν Βουλὴν περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζει. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς τροπολογίας μου, πρόκειται δὲ νὰ μάθητε τοῦτο.
§110ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσοι τὸ ἀγνοοῦν.
§111ΖΩΧΙΟΣ. Ἐδῶ ἔχω ἓν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον μαρτυρεῖ πρᾶγμα ἀπίστευτον. Τρεῖς οἰκογένειαι καταδιώκονται καὶ φυλακίζονται ὁσάκις θέλει ἡ προϊσταμένη ἀρχή. Διατί; Διὰ μίαν καὶ ἡμίσειαν ὄρνιθα, τὴν ὁποίαν εἰς γενεὰς γενεῶν ὀφείλουν. Εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν εὑρίσκεται ὁ τόπος ἐκεῖνος, ὅ,τι δὲ εἶπον ἰδιαιτέρως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ λέγω καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐὰν θέλητε ὁ τόπος νὰ σᾶς ἀγαπᾷ, πρέπει νὰ φροντίσητε διὰ τὸν λαὸν, ὅστις τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλληνικῆς ἔλαβε γνῶσιν ἐκ τῶν πιέσεων. Ὅλα αὐτὰ τὰ νομοσχέδια, τὸ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, τὸ περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, τὸ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν, δὲν ἀναφέρονται εἰς τὸν λαὸν, ἀλλὰ πραγματεύονται περὶ τοῦ πῶς δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν ἀσφαλέστερα καὶ βεβαιότερα ἐνταῦθα, περὶ δὲ τοῦ πῶς νὰ μὴ πιέζηται ὁ λαὸς οὐδεὶς λόγος. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, σεῖς ἐλάβετε τὸν κόπον νὰ φέρητε τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, σήμερον δὲ κάθησθε αὐτοῦ ὅπου ἤδη κάθησθε, αὔριον ὅμως θὰ κάθηται ἄλλος καὶ θὰ μοὶ λέγῃ τὰ αὐτὰ, ἤτοι θὰ μοῦ λέγῃ, τὸ γνωρίζω ὅτι ἔχεις δίκαιον, ἀλλὰ, ἀλλὰ...... Λοιπὸν παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν δὲν ᾖναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ σήμερον περὶ τῆς Κερκύρας πρόνοια, νὰ ὑπάγῃ ἐκεῖ εἷς ὑπουργὸς νὰ ἐπισκεφθῇ τὸν λαόν. Τί δὲ σᾶς ζητοῦμεν; Σᾶς ζητοῦμεν νὰ γείνωμεν ἴσοι μὲ τοὺς Ἑβραίους, διότι εἴμεθα κατώτεροι τῶν Ἑβραίων. Ἡμεῖς φορολογούμεθα μὲ 30%, αὐτοὶ δὲν πληρώνουν τίποτε. Ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐν Κερκύρᾳ πρωτοδικῶν μοὶ εἶπε τὰ ἑξῆς: παράδοξόν τι συμβαίνει ἐν Κερκύρᾳ, ὅλοι οἱ Ἑβραῖοι σπεύδουσιν εἰς τοῦτον τὸν τόπον. Διατί; Διότι μένουν ἀφορολόγητοι. Καὶ δὲν συμβαίνει μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τὰς πραγματείας των τὰς πωλοῦν εὐθηνότερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους, διότι παντοῖα μηχανεύονται· ἕνεκα δὲ τούτου, οἱ ἄλλοι ἔμποροι εἶναι εἰς χείρονα αὐτῶν θέσιν. Ἐὰν δὲν δύνασθε, κύριοι ὑπουργοὶ, νὰ λάβητε σήμερον ἓν οἰκονομικὸν περὶ Κερκύρας μέτρον, φέρετε ἕνα γύρον τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον δὲν ἠξεύρω ἐὰν τὸν ἀγαπᾶτε. Αὐτὸς ὅμως δὲν σᾶς ἀγαπᾷ, διότι ἠξεύρει ὅτι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν προέρχονται ὅλα τὰ δυστυχήματά του καὶ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἑλληνικὴν θεωρεῖ ὅπως θεωρεῖ τὴν τουρκικὴν, αἰωνίως δὲ θὰ ὑπάρχῃ ὁ πόλεμος αὐτὸς ὁ ἀδιάλλακτος, ὁ μεταξὺ λαοῦ καὶ Κυβερνήσεως. Ἐπὶ τέλους λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ, κ. Ὑπουργὲ, νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας καὶ εἰς τὴν Κέρκυραν, διότι ἡ ἀγανάκτησις τοῦ λαοῦ εἶναι μεγάλη. Πάντοτε δὲ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια τὰ λαμβάνετε ἐξ ἐφόδου, καὶ διὰ τοῦτο οὐδεμία εἰς τὴν φορολογίαν ἐπέρχεται βελτίωσις, εἶναι δὲ ὅλως διόλου ἄδικον ὁ μὲν Ἕλλην νὰ φορολογῆται, ὁ δὲ Ἑβραῖος νὰ μένῃ ἀφορολόγητος.
§112ΠΟΛΥΛΑΣ. Ὁ κύριος βουλευτὴς Μέσης ὑπέβαλε.......
§113ΡΩΜΑΙΟΣ..............
§114ΠΟΛΥΛΑΣ. Προστατεύσατέ με κατὰ τῶν διακοπῶν, κ. πρόεδρε. Πρὸ ὀλίγου, ὅτε ἠγόρευεν ὁ κ. Ζωχιὸς, ἐζήτησα διασάφησιν ἂν συζητῆται ἡ τροπολογία, ὁ δὲ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μοῦ εἶπεν, ὅτι ὁ Βουλευτὴς Μέσης ὡμίλησεν ὅπως φωτίσῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ μέλλον. Ἔρχομαι καὶ ἐγὼ νὰ διαφωτίσω τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰ μέλλον· δὲν συζητῶ ἐπὶ τῆς τροπολογίας. Ὁ κ. Ζωχιὸς λοιπόν, χωρὶς νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ἔλθῃ τοὐλάχιστον εἰς συνεννόησιν μετὰ τῶν ἄλλων Βουλευτῶν τῆς νήσου Κερκύρας, μετὰ τῶν ὁποίων πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν συνειργάζετο περὶ ἄλλου σπουδαιοτάτου ἀντικειμένου, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν ἀνατρέπουσαν ἄρδην τὸ ἐν Ἑπτανήσῳ φορολογικὸν σύστημα. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε συνετὸν οὔτε ἀναγκαῖον νὰ προταθῇ ἡ τροπολογία, ἡ ὁποία τείνει νὰ τροποποιήσῃ τὸ ὑπάρχον ἐν Ἑπτανήσῳ φορολογικὸν σύστημα, ἄνευ ὡρίμου σκέψεως. Τὸ σύστημα ἐκεῖνο, κύριοι, πρέπει νὰ ληφθῇ ὡς ἓν ὅλον τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ἐλαφρῶς νὰ μεταῤῥυθμισθῇ· κάλλιον ἡμῶν γινώσκει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἡ Ἑπτάνησος φορολογεῖται ὑπὲρ τὸ δέον· ναὶ μὲν, κύριοι, δὲν φορολογοῦνται αἱ οἰκοδομαὶ καὶ δὲν ὑπάρχει ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἀλλὰ τὸ 18%, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς τὸ ἐξαγόμενον ἔλαιον καὶ εἰς τὴν σταφίδα, εἶναι φόρος ὑπέρογκος, διότι εἶναι ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου. Σήμερον ἡ Ἑπτάνησος πληρόνει σχεδὸν 40% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου· καὶ ἄν, κύριοι, ἔμελλον ἐγὼ νὰ φέρω τροπολογίαν, ἤθελον ζητήσει, βασιζόμενος ἐπὶ στατιστικῆς θετικῆς, νὰ γείνῃ ἐλάττωσις τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου, χωρὶς νὰ ἐπιβληθῇ ὁ ἄμεσος φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ἐν Ἑλλάδι, ὅπως ἔχουν τὴν σήμερον αἱ πολιτικαὶ φατρίαι, ὀφείλομεν διὰ πάσης θυσίας νὰ ἀποφεύγωμεν τοὺς ἀμέσους φόρους· ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ζωχιοῦ, δύναμαι νὰ τὸ πιστοποιήσω, θὰ ἦναι ἀποκρουστέα παρ’ ὅλων τῶν κατοίκων τῆς νήσου Κερκύρας, διότι καὶ αὐτοὺς τοὺς ὁποίους πιστεύει ὁ κ. Ζωχιὸς καὶ νομίζει ὅτι πρέπει ἀποκλειστικῶς νὰ προστατεύσῃ, κύριοι, θὰ φορολογῇ καὶ εἰς τὰς οἰκοδομὰς καὶ τὰ ἐπιτηδεύματα· ἡ δὲ ἐλάττωσις τοῦ φόρου, τὴν ὁποίαν προτείνει, κατ’ ἀναλογίαν θὰ ἦναι πολὺ μικρὰ, καθότι ὀλίγον θὰ ἀπολαύσῃ τὸ δημόσιον ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων. Εἶδον δὲ μετὰ λύπης νὰ ἐπαναλαμβάνῃ ὁ κ. Ζωχιὸς παράπονα καθ’ ὁλοκλήρου φυλῆς ὑπαρχούσης ἐν Κερκύρᾳ, καὶ ἡ ὁποία χαίρει τὰ αὐτὰ δικαιώματα πρὸς ἅπαντας τοὺς ἄλλους. Λέγει ὅτι εἶναι ἀφορολόγητοι οἱ Ἰσραηλῖται. Καὶ μήπως εἶναι ἀφορολόγητοι διότι εἶναι Ἰσραηλῖται; φορολογοῦνται ὀλιγώτερον, διότι δὲν κατέχουν τόσα κτήματα εἰς τὴν ἐξοχὴν ὅσα καὶ οἱ ἄλλοι· μήπως ὑπάρχῃ διάκρισις μεταξὺ ἡμῶν καὶ Ἰσραηλιτῶν, διότι αὐτοὶ πρεσβεύουν ἄλλο θρήσκευμα; Ἄλλως, κύριοι, ὅστις γνωρίζει τὴν κοινωνίαν τῆς Κερκύρας, γνωρίζει ὅτι οἱ κατέχοντες οἰκοδομὰς καὶ οἱ μετερχόμενοι ἐπιτηδεύματα φορολογοῦνται διὰ τοῦ βαρυτάτου φόρου τοῦ ἐλαίου, διότι ἅπαντες σχεδὸν οἱ Κερκυραῖοι ἔχουσι κτήματα εἰς τὴν ἐξοχὴν τῆς Κερκύρας. Βαρύτατα φορολογοῦνται οἱ μεγάλοι κτηματίαι τῆς πόλεως, οἱ ὁποῖοι κατέχουν τὰ σπουδαιότερα τῶν κτημάτων τῆς ἐξοχῆς. Ταῦτα ἔχω νὰ ἀντείπω ὡς πρὸς τὸ μέλλον, διότι περὶ τῆς τροπολογίας ἤδη δὲν πρόκειται.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία ἀπομακρύνεται.... (διάλογοι).
§116ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζουν τὸ καταστρεπτικὸν σύστημα τῆς ὑπαρχούσης φορολογίας. Δὲν ἔχω σκοπὸν ν’ ἀπασχολήσω πολὺ τὴν Βουλὴν, θὰ ὑποβάλω μόνον μίαν παρατήρησιν. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν Εὐρυτανίαν, ἥτις εἶναι ὀρεινὴ, ἐντὸς τῶν ἀραβοσίτων συνήθως οἱ γεωργοὶ σπείρουν καὶ ὀλίγα φασούλια, τὰ ὁποῖα τὰ μεταχειρίζονται νωπὰ εἰς τὰς χρήσεις των, πολλάκις δὲ συλλέγουν πότε 10 ὀκάδες, πότε δώδεκα· ἡ φορολογία εἶναι ὅλως διόλου ἀσήμαντος· ἀλλὰ εἶναι μία πίεσις μεγάλη, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὴν ἐξαίρεσιν· διότι, ὅταν φορολογῆται τὸ κύριον προϊὸν, ὁ ἀραβόσιτος, δὲν εἶναι ἄδικον νὰ φορολογῆται καὶ τὸ πρὸς χρῆσιν τῶν φορολογουμένων σπειρόμενον;
§117ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀληθῶς, κύριοι, ἡ ζημία τοῦ δημοσίου δὲν θὰ ᾖναι μεγάλη, ἐὰν ἐξαιρέσωμεν τῆς φορολογίας τὰ φασόλια, τὰ ὁποῖα σπείρονται ἐντὸς τῶν ἀραβοσίτων· ἀλλὰ αὐτὰ μεταφέρονται εἰς τὰ ἁλώνια, δὲν εἶναι κἀνεὶς τρόπος νὰ γνωρισθοῦν ἀπὸ τὰ φασόλια τὰ ὁποῖα σπείρονται εἰς τοὺς ἀγρούς. Αὐτὸς ὁ λόγος εἶναι, ὁ ὁποῖος μὲ κάμνει νὰ μὴ παραδεχθῶ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κασδίκη.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κασδίκη. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν αὐτὴν, νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Ἐρχόμεθα εἰς τὰ κρομμύδια. Ὁ κύριος Μαυροκορδάτος προτείνει νὰ ὁρισθῇ ὁ φόρος εἰς ἥμισυ λεπτόν.
§119ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Αἱ παρατηρήσεις, αἱ γινόμεναι συνήθως ἐπὶ φορολογικοῦ νόμου, ἔχουν τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ ἐφιστῶσιν ἀρκούντως τὴν προσοχὴν τῶν βουλευτῶν· ἀγνοῶ δὲ διατὶ δὲν θεωροῦνται ὡς οἰκονομικῶς λόγου ἄξιαι, ἐνῷ πολλάκις ἡ τύχη ὁλοκλήρων ἐπαρχιῶν καὶ τὰ συμφέροντα αὐτῶν ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς ἐλαττώσεως, ἔστω καὶ ὀλίγων λεπτῶν, τοῦ ἐπιβαλλομένου δασμοῦ. Ἡ σκέψις αὕτη μὲ κάμνει νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, καὶ ἡ Βουλὴ, ὑποθέτω ὅτι ἅμα τὴν ἀναπτύξω, θέλει πεισθῆ ὅτι εἶναι δικαία. Τὰ κρόμμυα ὑποβάλλονται μέχρι τοῦδε εἰς στρεμματικὴν φορολογίαν τέσσαρας δραχμὰς κατὰ στρέμμα, καὶ ἂν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ποσὸν τὸ παραγόμενον ἐξ ἑκάστου στρέμματος, θέλει ἐξευρεθῆ καλῶς ὅτι ἡ φορολογία ἀναβαίνει εἰς 4, 5%· σήμερον, μετὰ τὴν μεταβολὴν ἡ ὁποία ἐπῆλθε, τιθεμένου ἑνὸς λεπτοῦ τὴν ὀκᾶν, ἀναβαίνει ὁ δασμὸς εἰς 15 ἕως 20%. Φρονῶ, ὅτι εἶναι ὑπερβολικὸν τὸ ποσὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπρότεινα τὴν ἐλάττωσιν· καὶ τὸ θεωρῶ δίκαιον τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐπιβάλλεται καὶ φόρος τῆς σπορᾶς τῶν κρομμύων, ὁ ὁποῖος πωλεῖται εἰς δεκαπλασίαν τιμήν.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μαυροκορδάτου νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὁ κ. Βαλέττας ὑπέβαλεν ἄλλην πρότασιν ὁμοίαν τῆς πρὸ ὀλίγου ἀποῤῥιφθείσης.
§121ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας ἀποῤῥίψεις ὅλων τῶν τροπολογιῶν, λαμβάνω τὴν τόλμην νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἰδικήν μου τροπολογίαν, πεποιθὼς εἰς τὸ δίκαιον αὐτῆς. Ἐννοῶ πολὺ καλὰ, ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον αἱ τοιούτου εἴδους τροπολογίαι χαρακτηρίζονται ὡς δημοκοπίαι (ἱλαρότης)· ἀλλ’ ὅταν ἀναπτύξω δι’ ὀλίγων τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν προτείνω, ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ μὲ ἀδικήσῃ νὰ χαρακτηρίσῃ καὶ τὴν ἰδικήν μου ὡς τοιαύτην. Τὸ ἔδαφος τῆς Θήρας, κύριοι, ἔχει ἐξαιρετικὴν ὁλωσδιόλου σύστασιν, δὲν εἶναι ὅπως τὰ ἐδάφη τῶν ἄλλων μερῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν ἄλλων μερῶν τοῦ κόσμου, εἶναι λάβα ἡφαιστείου οὐδεμίαν ἔχουσα συνεκτικότητα τῶν μορίων αὐτῆς, εἶναι ὅπως ἡ ἄμμος· οὐδὲν ἄλλο φυτὸν, οὐδεμία φυτεία, οὐδὲν δένδρον τελεσφορεῖ, εἰμὴ μόνον ἡ ἄμπελος· ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἄμπελος, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη τοὐλάχιστον κατὰ διετίαν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲ καὶ κατ’ ἔτος, ἵνα μεταξὺ τῶν διαφόρων κλημάτων σπείρωνται οἱουδήποτε εἴδους σπαρτὰ ἢ κριθὴ ἢ ὄσπρια, ἢ ἄλλο τι παρόμοιον· αὐτὸ δὲ τὸ πράττουν οὐχὶ κυρίως πρὸς παραγωγὴν τῶν σπειρομένων, ἀλλὰ διὰ νὰ δυνηθοῦν διὰ τῶν ῥιζῶν νὰ διατηροῦν τὴν συνεκτικότητα καὶ τὴν ὑγρασίαν ἐν τῷ ἐδάφει· εἰς τὴν Θήραν, ἐὰν βρέξῃ μίαν δύω ἢ πλείονας ἡμέρας κατὰ σειράν, ὅπερ οὐδέποτε σχεδὸν συμβαίνει, μετὰ τὴν παῦσιν τῆς βροχῆς, δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ὑγρασία εἰς τὸ ἔδαφος. Τὰ ὄσπρια αὐτὰ ἢ οἱ δημητριακοὶ καρποὶ, οἱ ὁποῖοι σπείρονται, φορολογοῦνται πάντοτε, ἐνῷ πολλάκις σπείρομεν 10 κοιλὰ καὶ θερίζομεν 5. Δὲν εἶναι δὲ προϊὸν παραγωγῆς ὥστε νὰ φορολογῆται, ἀλλ’ εἶναι εἶδος λιπάσματος· δὲν σπείρεται τοῦτο διὰ νὰ παραγάγῃ, ἀλλ’ ὅπως συγκρατήσῃ τὸ ἔδαφος. Νομίζω, ὅτι δὲν ἀμφιβάλλετε περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου.... (φωναὶ ὄχι! ὄχι! ὄχι!). Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ὑπάρχει πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐπὶ πολλὰ ἔτη διῴκησε τὴν Θήραν, καὶ δύναται νὰ ὁμολογήσῃ περὶ τούτου, καὶ τὴν ὁμολογίαν του ταύτην τὴν προκαλῶ.
§122ΤΙΝΕΣ. Ποῖος;
§123ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὁ κ. Τσαμαδός, ὁ ὁποῖος γνωρίζει κάλλιστα τοῦτο....
§124ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Γνωρίζω ὅτι ἐκεῖ δὲν καλλιεργοῦν τὰ ἀμπέλια μὲ τσαπί, ἀλλὰ μὲ ἄροτρον.
§125ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἡ δὲ ζημία τοῦ δημοσίου εἶναι ἐλαχίστη. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν, καὶ νὰ ᾖναι βεβαία ὅτι δὲν εἶναι ἐξαιρετικὸν τοῦτο ὡς πρὸς τὴν Θήραν, ἀλλ’ εἶναι ἀναγνώρισις καὶ ἐπανόρθωσις ἀδικίας.
§126ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ παράπονον τῶν Θηραίων χρονολογεῖται ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν· ἀλλὰ ἄλλοτε ἠμποροῦσε νὰ ᾖναι κάπως δικαιολογημένον, διότι τότε αἱ ἄμπελοι ἐφορολογοῦντο κατὰ στρέμμα, καὶ ἔλεγον οἱ κάτοικοι ὅτι, ἀφοῦ πληρώνομεν φόρον ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως, εἶναι ἄδικον νὰ φορολογῶνται καὶ τὰ ὀλίγα προϊόντα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τῶν ἀμπέλων αὐτῶν σπείρονται· ἀλλ’ ἀφότου μετεβλήθη τὸ σύστημα αὐτὸ καὶ ὁ φόρος πληρώνεται ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου οἴνου, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δικαιολογημένη ἡ ἐπανάληψις τοῦ παραπόνου τούτου. Ὁμολογῶ καὶ ἐγώ, ὅτι ὁ γεωργὸς σπείρων πολλάκις δὲν θερίζει, καὶ ὅτι οἱ καρποί του δὲν καλύπτουν οὐδὲ μέρος τῶν ἐξόδων τῆς παραγωγῆς· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι γενικὸν ἐλάττωμα τοῦ συστήματος, καὶ δὲν πιστεύω ὅτι εἶναι δίκαιον ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς μίαν νῆσον καὶ νὰ ἐξαιρέσωμεν αὐτήν, διότι θὰ ἀκούσωμεν παράπονα ἀπὸ ἄλλα μέρη.
§127ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἡ φορολογία τὴν ὁποίαν εἴχομεν πρὶν, δὲν εἶναι ἐλαφροτέρα ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔχομεν σήμερον, εἶναι βαρυτέρα· δίδομεν φόρον σήμερον πλέον τοῦ διπλοῦ ἢ ὅσον ἄλλοτε. Ἐκτὸς δὲ τούτου, τὸ παράπονον τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ ἐζήτησα τὴν διόρθωσιν αὐτοῦ, ἀνεξαρτήτως τῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων, τὸ ἔφερα καὶ ἄλλοτε καὶ ἡ Βουλὴ δὲν τὸ ἐδέχθη, ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ διαφορὰ ἦτο πολὺ μικρὰ τῆς μειονοψηφίας ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν. Εἰς ἐκείνην ὅμως τὴν ἐποχὴν τὸ ἐπολέμησε τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη.
§128Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ζήτημα ἐδῶ εἶναι ὅλως διόλου ἐξαιρετικόν· ἐδῶ ἡ σπορὰ, ἥτις γίνεται ἐντὸς τῶν ἀμπέλων, δι’ οὐδένα ἄλλον λόγον γίνεται, παρὰ διὰ τὴν καλλιέργειαν. Ἐπομένως εἶναι τόσον ἀσήμαντος ἡ παραγωγὴ τοῦ προερχομένου ἐκ τῆς κριθῆς ἢ ἐξ ἄλλων εἰδῶν τὰ ὁποῖα σπείρονται ἐντὸς τῶν ἀμπέλων, ὥστε δὲν εἶναι ἀξία νὰ γίνεται λόγος περὶ αὐτῆς. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Βαλέττα εἶναι ἐντελῶς δικαιολογημένη καὶ πρέπει νὰ τὴν παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ σπορὰ αὐτὴ γίνεται διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἀμπέλων.
§129ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ μηνὸς, ὡς γνωρίζει ἡ Βουλὴ, εἶχον μεταβῆ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τήνου, δι’ ἐκπλήρωσιν καθήκοντος, τὸ ὁποῖον αὕτη μοῦ ἀνέθηκε· παρετήρησα ὅτι καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην ὑπάρχουν αἱ αὐταὶ ἰδιοτροπίαι τοῦ ἐδάφους, αἱ ὁποῖαι, ὡς ὁ κ. Βαλέττας εἶπεν, ὑπάρχουσιν εἰς τὴν Θήραν, δηλ. ἐν ταῖς ἀμπέλοις τῆς ἐπαρχίας Τήνου σπείρουν δημητριακοὺς καρποὺς, τὸ δὲ παραγόμενον ἐξ αὐτῆς τῆς σπορᾶς ποσὸν εἶναι ἀσήμαντον καθ’ ὁλοκληρίαν· ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε δεχθῆ ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βαλέττα διὰ τὴν ἐπαρχίαν Θήρας, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τοῦτο καὶ διὰ τὴν τῆς Τήνου, ὅπως μὴ γίνωνται ἐξαιρέσεις.
§130ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Οἱ λόγοι τοῦ προλαλήσαντος δὲν ἔχουν παντελῶς ὑπόστασιν. Ἐὰν ᾖναι δικαιολογημένη πρότασις, εἶναι διὰ τὴν Θήραν, διότι πράγματι ἐκεῖ σπείρουν μόνον καὶ μόνον διὰ τὸ ἔδαφος.
§131ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Θήραν παράγονται ὁμοειδῆ προϊόντα, ἐκτὸς τῶν προϊόντων τῶν ἀμπέλων;
§132ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Βέβαια.
§133ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε θὰ βλάψωμεν τοὺς κατοίκους ἐκείνους· ἐκεῖ γίνονται ἐνοικιάσεις, οἱ δὲ ἐνοικιασταὶ θὰ ἐρίζουν ἀείποτε μὲ τοὺς σπείροντας εἰς τὰς ἀμπέλους, διότι οἱ φορολογούμενοι θὰ λέγουν ὅτι τὸ προϊόν τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς σπορᾶς τῆς ἀμπέλου, ὁ ἐνοικιαστὴς θὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ἀπὸ τὸ χωράφι. Ἀφοῦ τὸ προϊόν εἶναι τόσον ὀλίγον, αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ θὰ βλάψῃ· ἂν ᾖναι δυνατὸν ἡ Θήρα νὰ μείνῃ ὁλωσδιόλου ἀφορολόγητος, θὰ ἦτο καλλίτερον.
§134ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Τοιοῦτον κίνδυνον δὲν θὰ διατρέξῃ τὸ δημόσιον ἐκ τούτου, διότι αἱ ἀκάλυπτοι γαῖαι τῆς Θήρας εἶναι ὀλίγισται καὶ ἔχουν τὴν αὐτὴν πάντοτε καλλιέργειαν, καὶ ἀνήκουσιν εἰς ὡρισμένα πρόσωπα· ἐκτὸς δὲ τούτου, δὲν ἠξεύρω τὶ συμβαίνει εἰς τὴν πατρίδα τοῦ κ. Δανοπούλου, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος ὅτι εἰς τὴν Θήραν δὲν θὰ συμβῇ αὐτὸ, καὶ δὲν θὰ συμβῇ, διότι ἂν ἐξετάσητε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ἰδῆτε ὅτι δὲν ὑπάρχει καθυστέρησις φόρου οὐδὲ ἑνὸς λεπτοῦ.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βαλέττα. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν, παρακαλῶ, νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§136ΔΟΥΛΙΔΗΣ. Κύριοι, εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπάγεται καὶ ἡ Σκόπελος. Ἔχομεν ὅλοι περιβόλια· εἰς αὐτὰ φυτεύουν ὅλοι κουκιὰ χλωρά. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς ἰδιοκτήτας ἀπὸ τὴν φορολογίαν. Τί λέγει ὁ κ. ὑπουργός;
§137ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ὑπουργὸς λέγει, ὅτι ἐὰν τὸ θέλῃ ἡ Βουλὴ, ἂς τὸ κάμῃ.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δουλίδη, παρακαλῶ, νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν τώρα εἰς τὰς ἄλλας. Οἱ κύριοι Στεργιαλόπουλος, Παπαλουκᾶς, Χριστοδούλου, Κριεζώτης, Σισμάνης, Μεγαπάνος, Ζουλούμης, προτείνουν νὰ προσδιορισθῇ ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ εἰς λεπτὰ 8 ἀντὶ τῶν 12. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἀπέκρουσε τὴν πρότασιν. Δὲν ὑποστηρίζεται.
§139ΣΤΕΡΓΙΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν παραιτοῦμαι.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ ἐλαττώσεως τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ ἀπὸ 12 λεπτὰ εἰς 8 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὁ Κ. Μυκόνιος καὶ ὁ κ. Δαμίας ὑπέβαλον τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. «Αἱ περὶ φορολογίας διατάξεις τοῦ ΥΝΒʹ. νόμου τοῦ 1872 περὶ τοῦ οἴνου, γλεύκους καὶ σταφυλῶν τῶν νήσων Θήρας, Θηρασίας, Αἰγίνης, Κέας, Κύθνου, Μυκόνου, Σερίφου, Σκοπέλου, Πάρου καὶ Ἀντιπάρου, ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῆς νήσου Νάξου.»
§141ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Κύριοι, κατὰ τὸ 1872 αἱ νῆσοι Αἰγίνης, Κέας, Κύθνου, Μυκόνου, Σερίφου, Σκοπέλου, Πάρου καὶ Ἀντιπάρου, ἀπηλλάγησαν τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων. Δυστυχῶς ἡ Νάξος δὲν συμπεριελήφθη εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτήν. Διατί; δὲν τὸ γνωρίζω τοῦτο, ἐνῷ ἡ Νάξος ἐξάγει περισσότερον οἶνον καὶ ἀπὸ τὴν Μύκονον καὶ ἀπὸ τὴν Σέριφον καὶ ἀπὸ τὴν Ἀντίπαρον, δὲν λέγω τὴν Πάρον· φορολογοῦνται δὲ οἱ τῆς πρωτευούσης τῆς Νάξου ἴσα μὲ τοὺς χωρικούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν 5 ἢ 6 ἢ 8 στρέμματα ἀμπέλου καὶ δὲν κάμνουν οὔτε κρασί, οὔτε σταφύλι τρώγουν. Τοῦτο τὸ εἶδε καὶ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, ὁ ὁποῖος ἐπῆγεν ἐπιτοπίως εἰς τὸν Νάξον καὶ εἶδε τὴν κατάστασιν τῶν δυστυχῶν χωρικῶν. Θεωρῶ λοιπὸν ἄδικον νὰ πωλοῦν τὰ κρασιά των οἱ τῆς πρωτευούσης, νὰ ἀπολαμβάνουν, καὶ οἱ χωρικοὶ νὰ φορολογῶνται ἀδίκως. Ἐγὼ ἔχω ἄμπελον, πληρόνω 14 δραχμὰς φόρον καὶ πέρνω 200 καὶ 300, ἐνῷ ἐὰν ὑποβληθῶ εἰς τὴν φορολογίαν κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ οἴνου, θὰ πληρόνω 120 δραχμάς· τὸ ἴδιον καὶ οἱ ἄλλοι, ὅσοι ἔχουν περισσότερα ἀμπέλια. Θὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κ. ὑπουργός, ὡς εἶπε προχθές, ὅτι ἡ εἰς τὰ 1871 εἴσπραξις ἦτο 11,000 δραχμαὶ ἀπὸ τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν, ἐνῷ ἀπὸ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ οἴνου εἰσέπραξε 3,000. Ἀλλ’ εἰς τὰ 1872, 73 καὶ 74 ἔγειναν εἰς τὴν Σύρον τρεῖς Ναξιώτικαις ταβέρναις, ὡς δύναται νὰ μαρτυρήσῃ ὁ κ. Σοῦτσος καὶ ὁ κ. Μπούμπουλης· εἰς Πειραιᾶ ἔγεινεν ἄλλη ταβέρνα, ἐδῶ ἄλλη. Λοιπὸν ηὔξησεν ἡ ἐξαγωγή, καὶ τὸ δημόσιον θὰ ὠφεληθῇ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν, πρὸς χάριν αὐτῶν τῶν δυστυχῶν χωρικῶν, τοὺς ὁποίους εἶδεν ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος.....
§142ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ τὴν παρακαλῶ.
§143ΜΥΚΩΝΙΟΣ. — νὰ ὑπαγάγῃ καὶ τὴν Νάξον. Ζητῶ χάριν μόνον δι’ αὐτοὺς τοὺς πτωχοὺς χωρικούς, ὅπου δὲν ἔχουν παπούτσια νὰ βάλουν. Ἐρωτήσατε τὸν κ. Μπούμπουλην, πῶς πηγαίνουν εἰς τὴν Σύρον αὐτοί. Ἔρχομαι νὰ ζητήσω ἔλεος, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν νὰ μὲ συνδράμῃ.
§144ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐγὼ, κύριοι, ἠπόρησα, διατί, ἀφοῦ ἀπό τινος καιροῦ κατηργήθη ὁ ἄμεσος φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων εἰς τὰς νήσους καὶ ἐτέθη φόρος ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ οἴνου, δὲν συμπεριελήφθη καὶ ἡ νῆσος τῆς Νάξου, καὶ ὅταν ὁ κ. Μυκόνιος ἔφερε τὴν ὑπὸ συζήτησιν τροπολογίαν, μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὴν ὑποστηρίξω· ἀλλὰ ζητήσας πληροφορίας ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, ἐπληροφορήθην, ὅτι ἐκ τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας τὸ δημόσιον εἰσπράττει κατ’ ἔτος 11,568 δραχμάς· ἀκολούθως ἐζήτησα νὰ μάθω πόσος οἶνος ἐξάγεται, μεταφερόμενος εἰς τὸ ἐσωτερικὸν ἢ τὸ ἐξωτερικὸν, ἀπὸ τὴν Νάξον, ἀλλὰ δὲν εὗρον εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ ὑποτελωνείου Νάξου εἰμὴ μόνον διὰ τὸ 1871. Οἱ μεταγενέστεροι λογαριασμοὶ εὑρίσκονται, φαίνεται, ἀκόμη εἰς τὸ τελωνεῖον Σύρου, τὸ ὁποῖον δὲν κατώρθωσε νὰ στείλῃ τοὺς λογαριασμούς του, διότι ἡ Νάξος εἶναι ὑποτελωνεῖον καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ τελωνεῖον Σύρου. Ἐκ τῶν λογαριασμῶν ἀπὸ τοῦ 1871 ἐπληροφορήθην, ὅτι μόνον 15,000 ὀκάδες οἴνου ἐξήχθησαν ἀπὸ τὴν Νάξον, καὶ εἰς τοῦτο ὤφειλον νὰ στηριχθῶ, δι’ ἔλλειψιν μεταγενεστέρων πληροφοριῶν· τὸ σφάλμα δὲ ἠμπορεῖ μᾶλλον νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὸν κ. Μυκόνιον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐφρόντισε νὰ ὑποβάλῃ ἐγκαίρως τὴν πρότασίν του, διὰ νὰ ἔχωμεν καιρὸν νὰ ζητήσωμεν πληροφορίας. Ἐκ τῶν 15,000 ὀκάδων οἴνου, ἀναλογουσῶν εἰς 300 βαρέλλας, ἐὰν ἐπιβάλωμεν φόρον 1,20 κατὰ βαρέλλαν, δὲν θέλομεν εἰσπράξει εἰμὴ 360 δραχμὰς ἀντὶ τῶν 11,000. Ἡ στατιστικὴ λοιπὸν αὕτη δὲν μοὶ ἐπιτρέπει νὰ ὑποστηρίξω τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μυκονίου, τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μυκονίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παραδέχθη. Ἔρχονται τώρα αἱ τροπολογίαι τοῦ κ. Δαρειώτου καὶ Μεγαπάνου.
§146ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ βασιλείου οἱ οἶνοι τῶν δήμων Πύλου καὶ Μεθώνης ἐφορολογοῦντο ὡς καὶ τῆς λοιπῆς ἐπικρατείας. Κατ’ ἐξαίρεσιν πέρυσιν ἐκανονίσθη, ὥστε νὰ φορολογῶνται εἰς τὰ τελωνεῖα. Ἐὰν τοῦτο προῆλθε διὰ συμφέρον τοῦ δημοσίου, πιστεύω νὰ ᾖναι ἄδικον νὰ ὑπάρχῃ ἀνισότης ἐντὸς αὐτῆς τῆς ἐπαρχίας. Ἀλλ’ οὔτε τοῦτο δὲν εἶναι, διότι ἡμεῖς δὲν πωλοῦμεν κρασί, πωλοῦμεν γλεῦκος ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, καὶ ἑπομένως αἱ τιμαὶ εἶναι μικρότεραι. Ζητοῦμεν λοιπὸν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν δικαιούμεθα νὰ ἀπαιτήσωμεν, διότι καὶ ὅλη ἡ ἐπίλοιπος ἐπαρχία τὴν ἔχει, καὶ ἐν γένει ὅλη ἡ Πελοπόννησος.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ τροπολογία. «Ὁ διὰ τοῦ ἄρθρου 1, Κεφαλ. Βʹ. ἐδαφ. 2 καὶ 3 ὁριζόμενος φόρος διὰ τοὺς δήμους Πύλου καὶ Μεθώνης τῆς ἐπαρχίας Πυλίας νὰ ἐξαιρεθῇ καὶ νὰ ὑπαχθῇ, ὡς ἄλλοτε, εἰς τὴν κατὰ στρέμμα φορολογίαν τῶν ἀμπέλων.»
§148ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πρέπει νὰ προστεθῇ, ὅτι ἡ φορολογία θὰ ἐνεργηθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στοιχείων τῶν προϋπαρχόντων.
§149ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μάλιστα· μόνον πέρυσι, τῇ προτάσει τῶν κυρίων βουλευτῶν οἱ ὁποῖοι ἀντεπροσώπευον τὴν ἐπαρχίαν, ἐτέθη ἡ ἐξαιρετικὴ αὕτη διάκρισις, καὶ ἐνόμισάν τινες τῶν ἀντιπροσώπων ἐκείνων, ὅτι θὰ κάμουν καλὸν εἰς τὸν τόπον. Ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ Πύλος καὶ Μεθώνη δὲν ἐξάγουν οἶνον, ἀλλὰ γλεῦκος. Φαντασθῆτε λοιπὸν τὴν πίεσιν, ἡ ὁποία ἐπέρχεται. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ζητοῦμεν νὰ ὑπαχθῶμεν εἰς τὸ γενικὸν μέτρον.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν ἀκόλουθον πρότασιν. «Ὁ ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων τῶν δήμων Πύλου καὶ Μεθώνης βεβαιοῦται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατὰ τὸ 1874 ἰσχυόντων φορολογικῶν στοιχείων.» Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λοιπόν, κύριοι, ἔχομεν τὸ πρῶτον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον μετὰ τῶν γενομένων τροπολογιῶν ἔχει οὕτω. «Αἱ διατάξεις τοῦ ἀπὸ 18 Νοεμβρίου ε. ε. ΦΜΘʹ. Νόμου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς, τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων καὶ μελισσίων διὰ τὸ 1875 ἔτος, ἰσχύουσι καὶ διὰ τὴν φορολογίαν τοῦ 1876 ἔτους. «Οἱ ἐν ταῖς ἀμπέλοις τῆς νήσου Θήρας σπειρόμενοι δημητριακοὶ καρποὶ καὶ τὰ ὄσπρια δὲν ὑπάγονται εἰς φορολογίαν.» «Ὁ ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων τῶν δήμων Πύλου καὶ Μεθώνης βεβαιοῦται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατὰ τὸ 1874 ἰσχυόντων φορολογικῶν στοιχείων.» Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Παρεδέχθη. Γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ τὸ 2 καὶ τὸ 3 ἄρθρον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. «Ἄρθρον 2. Ἡ δήλωσις καὶ ἡ ἀπαρίθμησις τῶν ζώων ἐνεργοῦνται συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 1 καὶ 7 τοῦ ἀπὸ 19 Φεβρουαρίου 1858 ΥΜ νόμου. Ἄρθρον 3. Αἱ εἰς τὸν παρόντα νόμον ἀντιβαίνουσαι διατάξεις ἀκυροῦνται.» Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ φυτειῶν. Γίνεται δεκτὴ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ἡ ἀρχὴ, τὸ πρῶτον καὶ τὸ δεύτερον ἄρθρον, ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 1. Αἱ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ΥΠΓʹ. συμπληρωτικοῦ νόμου περὶ διανομῆς καὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς ὁριζομένης προθεσμίας γενόμεναι δηλώσεις ἐπὶ ἐθνικῶν, ἐπισκοπικῶν ἢ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν, παρὰ τῶν κατόχων μὲν ἐν Πελοποννήσῳ, παρὰ τῶν κατοίκων δὲ τοῦ ἔνθα κεῖνται αἱ γαῖαι χωρίου ἐν τοῖς λοιποῖς τμήμασι τοῦ Κράτους, ἐξομοιοῦνται μὲ τὰς ἐμπροθέσμους, καθόσον δὲν παραβλάπτονται τὰ τυχὸν ἀποκτηθέντα δυνάμει τοῦ ἄρθρου 3 § γʹ. τοῦ ΥΛΑʹ. νόμου ὑπὸ τρίτων δικαιώματα· ὡσαύτως καὶ αἱ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ΥΠΑʹ. συμπληρωτικοῦ νόμου ταχθείσης προθεσμίας δοθεῖσαι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος δηλώσεις ὑπὸ τῶν κατόχων φυτειῶν ἐπὶ ἐθνικῶν ἢ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν, θεωροῦνται ὡς ἐμπρόθεσμοι, καθόσον δὲν ἐδηλώθησαν αἱ αὐταὶ φυτεῖαι παρὰ δανειστῶν, κατὰ τὰ ἄρθρα 10 καὶ 19 τοῦ ΤΣΤʹ. νόμου.» «Ἄρθρον 2. Εἰς τοὺς κατόχους ἐθνικῶν ἢ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν ὡς καὶ φυτειῶν, ὑπαγομένων εἰς τὰς διατάξεις τῶν νόμων ΤΠΣΤʹ. καὶ ΥΛΑʹ. ὅπως ἐτροποποιήθησαν διὰ τῶν συμπληρωτικῶν ΥΠΑʹ. καὶ ΥΠΓʹ., χορηγεῖται τελευταία προθεσμία μέχρι τέλους Ἀπριλίου 1876, ὅπως δηλώσωσι τὰς κατεχομένας καὶ μὴ δηλωθείσας παρ’ αὐτῶν γαίας ἢ φυτείας, καθὼς καὶ νὰ δώσωσιν ἐντὸς τῆς αὐτῆς προθεσμίας συμπληρωτικὰς δηλώσεις διὰ τὴν πλεονάζουσαν ἔκτασιν ἑκάστου δηλωθέντος τεμαχίου, καθόσον δὲν προσβάλλονται δικαιώματα τρίτων κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον.» Ὁ κ. Κασβίκης προτείνει τὸ ἀκόλουθον. «Οἱ πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων διαδοχικῶς κατοικοῦντες ἀπὸ 1 Σεπτεμβρίου μέχρι τέλους Ἀπριλίου ὀρεινοὶ ἑτεροδημόται εἰς πεδινὰ μέρη θεωροῦνται κάτοικοι αὐτῶν καὶ ἐξομοιοῦνται μὲ τοὺς αὐτόθι κατοίκους».
§151ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Κύριοι, εἰς τὴν ἐπαρχίαν Αἰτωλικοῦ καταβαίνουν ὀρεινοὶ ἑτεροδημόται τῆς Εὐρυτανίας, οἱ ὁποῖοι ἀείποτε κατοικοῦν ἐπὶ 8 μῆνας διαδοχικῶς. Ἔχουν λοιπὸν γαίας, ἔχουν σπητοκάλυβα, καλλιεργοῦν, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ θεωρηθοῦν καὶ αὐτοὶ ὡς κάτοικοι, νὰ ἐξομοιωθοῦν μὲ τοὺς κατοίκους.
§152ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θέλετε προνόμια.
§153ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Δικαιοσύνην θέλομεν, διότι καὶ οἱ πατέρες των ἐκεῖ ἐτάφησαν. Κερδοσκόποι τινὲς συνεκέντρωσαν πολλὰς δηλώσεις καὶ κατέλαβον τὸ πλεῖστον μέρος τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, ἀφῄρεσαν δὲ καὶ τὰ σπήτια αὐτά. Εἶναι δίκαιον λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἔλθῃ εἰς ἀρωγὴν ἀνθρώπων ἐχόντων κεκτημένα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐσεβάσθη καὶ ἡ Τουρκοκρατία. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐξομοιώσῃ αὐτοὺς μὲ τοὺς λοιποὺς κατοίκους, διότι δὲν εἶναι σκηνῖται, ἀλλὰ μένουν διαρκῶς, καλλιεργοῦν γαίας, καὶ εἶναι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν δημόται.
§154ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖτε, ἦσαν κάτοχοι τῶν γαιῶν αὐτῶν; εἶναι γεωργοί;
§155ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Δὲν ἔχουν ἀναλόγους γαίας, θέλουν νὰ δηλώσουν ἀπὸ τὰς ἄλλας.
§156ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί δὲν τὰς ἔλαβον ἕως τώρα εἰς τὴν κατοχήν των;
§157ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Δὲν εἶχον τὰ μέσα.
§158ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Γαίας ἀκαλλιεργήτους;
§159ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Μάλιστα.
§160ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε λοιπὸν νὰ ἐξομοιωθοῦν μὲ τοὺς κατοίκους τῶν ἰδίων χωρίων;
§161ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Ναί.
§162ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως βλαφθοῦν οἱ κάτοικοι;
§163ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Ὄχι, δὲν βλάπτονται.
§164ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Ἐὰν ἡ πρότασις τοῦ κ. Κασβίκη δὲν ἦτο τόσον γενική, ἐὰν ἤθελεν ἀφορᾷ μόνον τοὺς Εὐρυτάνας, δὲν θὰ ἤμην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λάβω τὸν λόγον.
§165ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Τὴν περιώρισα.
§166ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Καὶ ἐὰν τὴν περιωρίσατε, δὲν νομίζω ὅτι ἡ βάσις τῆς προτάσεως εἶναι δικαία. Ἂν ἡ Βουλὴ, κύριοι, παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κασβίκη, δὲν θὰ πράξῃ παρὰ τὸ ἑξῆς· ν’ ἀποκλείσῃ ἑνὸς δικαιώματος αὐτοὺς τοὺς ἰδίους κατοίκους, εἰς τοὺς ὁποίους ὁ νόμος τὸ ἐχορήγησε, καὶ νὰ τὸ μεταφέρῃ εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὁπωσδήποτε δὲν ἔχουσι τοιοῦτον. Οἱ κάτοικοι τῆς Εὐρυτανίας, ἰδίως οἱ βλαχοποιμένες, ἔχουσι βίον νομαδικόν, καὶ τὸν μὲν χειμῶνα ἀνέρχονται εἰς τὰς χειμερινὰς νομάς, ὅπου τοιαῦται ὑπάρχουσι, τὸ δὲ καλοκαῖρι ἀπέρχονται εἰς τὰς ἐπαρχίας των, ὅπου ἔχουσι καὶ τὰς ἰδιοκτησίας των καὶ ὅπου ἀπολαμβάνουσιν ὅλων τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀστυκῶν καὶ πολιτικῶν. Τί ζητεῖ ἤδη διὰ τῆς προτάσεώς του ὁ κύριος Κασβίκης; οἱ κάτοικοι οὗτοι τῆς Εὐρυτανίας, μετερχόμενοι τὸ ἐπιτήδευμά των τὸν χειμῶνα εἰς τὴν ἐπαρχίαν Λοκρίδος, εἰς τὴν ἐπαρχίαν Θηβῶν, εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς, καὶ διαμένοντες ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου μέχρις Ἀπριλίου, νὰ ἐξομοιωθῶσι μὲ τοὺς κατοίκους τῶν Θηβῶν, τῆς Ἀττικῆς· τοῦτο εἶναι προνόμιον ἐξαιρετικὸν δι’ αὐτοὺς, καὶ τοῦτο τὸ θεωρῶ ἄδικον διὰ τοὺς κατοίκους· πιστεύω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ καθιερώσῃ προνόμια.
§167ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Μὲ παρεξήγησεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας· οὐδὲν προνόμιον ζητῶ νὰ καθιερώσῃ ἡ Βουλὴ, ἀπεναντίας ἀπόλυτον δικαιοσύνην, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει ν’ ἀρνηθῇ. Ὅταν εἷς κάτοικος διαδοχικῶς πρὸ δεκαετίας κατοικῇ, εἰς ἓν μέρος, ἔχῃ σπίτι, αὐτοῦ ἀπεβίωσαν οἱ γονεῖς του, δὲν δύνασθε παρὰ νὰ τὸν ἐξομοιώσητε μὲ τοὺς ἐγχωρίους κατοίκους. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν Θηβῶν οὔτε περὶ τῆς Λοκρίδος, πρόκειται περὶ ἀπολύτου δικαιοσύνης πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς καὶ πρὸ πολλῶν χρόνων ἐγκατεστάθησαν εἰς μίαν ἐπαρχίαν. Δὲν πρόκειται διὰ τῆς προτάσεώς μου νὰ ἐπέλθῃ καμμία βλάβη· ἀπεναντίας αἱ γαῖαι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀποκτηθοῦν ἀπὸ αὐτοὺς, θὰ καλλιεργηθῶσι, καὶ τὸ δημόσιον θὰ λάβῃ φόρους. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασίν μου, ἡ ὁποία θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων.
§168ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ πρότασις τοῦ κ. Κασβίκη ἀντιβαίνει εἰς τὴν οἰκονομίαν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ προστατεύσῃ 1) τοὺς κατόχους, ὅπως λάβωσι τὰς γαίας, τὰς ὁποίας κατέχουν μέχρις ὡρισμένης ἐκτάσεως· καὶ 2) τοὺς κατοίκους τοῦ ἰδίου χωρίου, πρὸς οὓς ἐχορήγησε σύντομον προθεσμίαν ἐὰν θέλωσι νὰ λάβωσι τὰς γαίας, αἱ ὁποῖαι ἤθελον περισσεύσει ἀπὸ τοὺς κατόχους, ἢ τὰς ὁποίας δὲν ἤθελον ἐγκρίνει οὗτοι νὰ κρατήσωσι· μετὰ δὲ τοὺς κατοίκους τοῦ αὐτοῦ χωρίου, ἔρχεται τὸ δικαίωμα τῶν ἄλλων πολιτῶν, ὅσοι θέλουν ν’ ἀποκτήσωσι γαίας. Ἐπομένως ἐὰν αὐτοί, περὶ τῶν ὁποίων λαλεῖ ὁ κ. Κασβίκης, ἤθελον λάβει τὸ εὐεργέτημα τῆς προτιμήσεως, ἠθέλομεν πράξει ἀδίκημα εἰς τοὺς κατοίκους τῶν χωρίων, ἔνθα κεῖνται αἱ γαῖαι. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, δὲν δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω τὴν τροπολογίαν. Ἀφοῦ πάρουν οἱ κάτοικοι καὶ περισσεύσῃ, τότε ἂς πάρουν καὶ αὐτοὶ οἱ ἑτεροδημόται.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κασβίκη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τρίτον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5 τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου αὐτῶν ψηφοφορίας. Ἄρθρον 4. Οἱ δηλώσαντες ἐθνικὰς ἢ ἐκκλησιαστικὰς γαίας, τῶν ὁποίων δὲν ἦσαν κάτοχοι, δύνανται καὶ πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ παραχωρητηρίου νὰ λάβωσιν αὐτὰς εἰς τὴν κατοχήν των, ἐγείροντες κατὰ τρίτων πᾶσαν πρὸς τοῦτο ἁρμόζουσαν ἀγωγήν, μηδόλως ὁρῶντος τὸ δημόσιον τοῦ ἐκ τῶν δικῶν τούτων δεδικασμένου. Ἐὰν αἱ γαῖαι τύχωσιν ἐσπαρμέναι, λαμβάνουσι τὴν κατοχὴν μετὰ τὴν συλλογὴν τῶν καρπῶν. Ἄρθρον 5. Ἐκ παντὸς τεμαχίου γαιῶν ἢ φυτειῶν, ἐλλιπῶς δηλωθέντος, δικαιοῦται τὸ δημόσιον ν’ ἀποκόψῃ τὸ πλεόνασμα ἐξ οἱασδήποτε πλευρᾶς τοῦ τεμαχίου ἐγκρίνει· τὸ αὐτὸ δικαίωμα ἔχει καὶ πᾶς ὅστις ἤθελε παρουσιάσει ἐμπροθέσμως δήλωσιν ἐπὶ πλεονάσματος γῆς ἐλλιπῶς δηλωθείσης, ὡς καὶ οἱ φέροντες γραμμάτια κατὰ τὴν § γʹ. τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ΥΛΑʹ. νόμου. Ἄρθρον 6. Οἱ δηλώσαντες γαίας ἢ φυτείας δύνανται νὰ καταθέσωσι τὴν ἐτησίαν δόσιν, καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς ὑπὸ τῶν ἄρθρων 17 τοῦ ΥΛΑʹ. καὶ 14 τοῦ ΤΠΣΤʹ. νόμων διετοῦς προθεσμίας, καὶ ν’ ἀπαλλαχθῶσι τῆς ἐπικαρπίας.
§170ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν ἐξήγησιν θὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Πότε θὰ γείνωσιν ὁριστικαὶ αἱ ἐκτιμήσεις τῶν γαιῶν αὐτῶν; Ἔχει κατατεθῆ τὸ ἀντίτιμον τῶν στρεμμάτων καὶ δόσεις κατ’ ἔτος πληρόνονται ἐπὶ τῇ βάσει Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσεν ἡ Κυβέρνησις· κατ’ αὐτὸ, ἐλάχιστος ὅρος τῆς ἐκτιμήσεως ἑκάστου στρέμματος εἶναι 50 δραχμαὶ, καὶ ἂν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 50 δραχμῶν πληρώσῃ ὁ κάτοχος, τότε ἀπαλλάσσεται τοῦ φόρου τῆς ἐπικαρπίας.
§171ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην δὲν ἔχω ν’ ἀπαντήσω τίποτε ἄλλο παρ’ ὅτι θέλω καταβάλει πᾶσαν προσπάθειαν, ἵνα αἱ ἐκτιμήσεις γείνωσιν ὁριστικαί.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὰ ἄρθρα 7, 8, 9, 10 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου αὐτῶν ψηφοφορίας, ἔχοντα ὡς ἑξῆς. «Ἄρθρον 7. Αἱ γαῖαι, διὰ τὰς ὁποίας δὲν κατεβλήθη ἡ ἐτησία δόσις πρὸ τῆς ἁ. Ἀπριλίου, καὶ αἱ φυτεῖαι, διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐγένετο τοῦτο πρὸ τῆς 15 Ἰουνίου ἑκάστου ἔτους, ὑποβάλλονται εἰς δικαίωμα ἐπικαρπίας διὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο.» «Ἐὰν τεμάχιόν τι, διὰ τὸ ὁποῖον κατεβλήθη ἡ ἐτησία δόσις, ᾖναι ἐλλιπῶς δηλωμένον, τὸ δημόσιον ἢ οἱ ἐνοικιασταὶ δικαιοῦνται ν’ ἀπαιτήσωσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας διὰ τὸ πλεόνασμα.» «Ἄρθρον 8. Φυτεῖαι, γενόμεναι ἐντὸς περιοχῶν ἐξαιρουμένων τῆς διανομῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ΥΛΑʹ. νόμου, δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τῶν νόμων ΤΠΣΤʹ. καὶ ΥΠΑʹ. περὶ φυτειῶν.» «Ἄρθρον 9. Οὔτε ἡ δήλωσις, οὔτε ἡ πληρωμὴ τῶν ἐτησίων δόσεων ἔχουσι νόμιμόν τινα συνέπειαν ὑπὲρ τοῦ δηλώσαντος, ἐὰν αἱ γαῖαι ἢ αἱ φυτεῖαι κῆνται εἰς περιοχὴν, ἥτις ἤθελεν ἐξαιρεθῆ τῆς διανομῆς. Ἐὰν ἡ ἐξαίρεσις ἐγένετο μετὰ τὴν δήλωσιν, ἐπιστρέφεται ἡ προκαταβολή.» «Ἄρθρον 10. Αἱ προκαταβολαὶ καὶ ἐτήσιαι δόσεις δὲν ἐπιστρέφονται εἰμὴ μόνον εἰς τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ῥητῶς διατάσσεται τοῦτο ὑπὸ τοῦ παρόντος καὶ τῶν προηγουμένων νόμων περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν.» Ὁ κ. Κατσίνας προτείνει ἤδη ὡς 11ον ἄρθρον τὴν ἑξῆς πρότασιν. «Ἄρθρον 11. Ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας συνεπιφέρει καὶ τὸ δικαίωμα τῆς νομῆς τοῦ χόρτου ἐπὶ τῶν διαλυθεισῶν γαιῶν.»
§173ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶμαι σύμφωνος.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κατσίνα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κύριος Θ. Δηλιγιάννης προτείνει ἤδη ὡς δωδέκατον ἄρθρον τὸ ἑξῆς· Ἄρθρον 12. Ἡ τελευταία περίοδος τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου ΥΠΛʹ. τῆς 30 Ἰουλίου 1873 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς· «Ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς νὰ διεκδικήσωσι δικαστικῶς τὰ ὑφ’ αὑτῶν διὰ τακτικῶν διπλοτύπων φορολογίας βεβαιωθέντα ἐγκαίρως δικαιώματα ἐπικαρπίας.»
§175ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δικαία εἶναι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἱστορίαν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς καὶ νὰ σκεφθῇ ἂν συμφέρῃ νὰ τὴν παραδεχθῇ. Γνωρίζετε ὅτι πολλοὶ ἐμφυτευταὶ ἐθνικῶν γαιῶν, οἰκειοποιούμενοι ὡς ἰδιοκτήτους τὰς γαίας ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐνήργησαν φυτείας, δὲν ἤθελον νὰ πληρώσωσι δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας οἱ ἐνοικιασταὶ, οἱ ὁποῖοι ἀνελάμβανον τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου τούτου, ἄλλοτε μὲν συνεβιβάζοντο μὲ τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ δὲν ἐξέδιδον διπλότυπα, ἄλλοτε δὲ ἐξέδιδον διπλότυπα φορολογικὰ, ἐπὶ τῶν ὁποίων οἱ ἐμφυτευταὶ ἔφερον ἀντιῤῥήσεις, καὶ τὰ διπλότυπα δὲν ἐξετελοῦντο. Κατὰ συνέπειαν τῶν ἀμφισβητήσεων τούτων εἶχον ἐγερθῆ καὶ διάφοροι δίκαι, εἰς τὰς ὁποίας εἶχε παρεμβῆ τὸ δημόσιον, τῶν μὲν ἐμφυτευτῶν ἀμφισβητούντων τὴν ἀπόδοσιν τοῦ φόρου τῆς ἐπικαρπίας, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι αἱ γαῖαι ἦσαν ἰδιόκτητοι, τῶν δὲ ἐνοικιαστῶν διατεινομένων τὸ ἐναντίον καὶ ἀξιούντων νὰ ὑποχρεωθῶσιν οἱ ἐμφυτευταὶ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τῆς ἐπικαρπίας. Εἰς τοιαύτην θέσιν εὑρισκομένων τῶν πραγμάτων, ἐπῆλθεν ὁ νόμος περὶ τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ ἐμφυτευταὶ ἠδύναντο πληρόνοντες τὸ τίμημα τῆς γῆς, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐνήργησαν τὰς φυτείας, νὰ κατασταθῶσιν ἰδιοκτῆται. Τότε πολλοὶ ἐκ τῶν ἐχόντων τοιαύτας ἀμφισβητήσεις ἐμφυτευτῶν ἐσυλλογίσθησαν, ὅτι ἦτον εἰς αὐτοὺς συμφερώτερον νὰ ἀναγνωρίσωσι τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ δημοσίου, καὶ ὁμολογοῦντες, ὅτι αἱ γαῖαι, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐνήργησαν τὰς φυτείας, δὲν ἦσαν καθαρὰ καὶ ἀναμφισβήτητος ἰδιοκτησία αὐτῶν, νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ τιμήματος· ἐμπόδιζεν ὅμως αὐτοὺς ἡ ἰδέα, ὅτι ἐὰν ἔδιδον τοιαύτην δήλωσιν, ἤθελον ὑποβληθῆ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου τῆς ἐπικαρπίας δι’ ὅλα τὰ ἔτη τὰ ὁποῖα παρῆλθον, καὶ τοῦτο τοὺς ἐφαίνετο βαρὺ, διότι δὲν ἐπλήρωσαν ἀφ’ ἧς ἔκαμον τὰς φυτείας, καὶ ἑπομένως τὰ δικαιώματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἤθελον ὑποχρεωθῆ, ἦσαν ἀρκετὰ μεγάλα. Τοῦτο ἦλθεν εἰς γνῶσιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ πολλῶν βουλευτῶν, καὶ ἵνα διευκολύνωσιν αὐτοὺς εἰς τὴν δήλωσιν τῶν γαιῶν, προσετέθη εἰς τὸν κατὰ τὸ 1873 συμπληρωτικὸν νόμον ἄρθρον, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ δηλώσαντες τὰς γαίας ταύτας ἀπαλλάσσονται τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας διὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, χωρὶς νὰ ἔχῃ κανὲν δικαίωμα οὔτε τὸ δημόσιον νὰ ἀπαιτήσῃ παρ’ αὐτῶν τίποτε, οὔτε οἱ ἐνοικιασταὶ παρὰ τοῦ δημοσίου καὶ παρ’ αὐτῶν. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἂν ἡ διάταξις αὕτη ἦτο δικαίωμα ἢ ὄχι· γνωρίζω μόνον τοῦτο, ὅτι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἠμφισβήτουν τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ δημοσίου καὶ ἦσαν εἰς τὰ δικαστήρια, ἔσπευσαν νὰ δηλώσουν καὶ νὰ καταργήσουν τὰς δίκας, πληρώσαντες τὰς προκαταβολὰς, ὅπως καὶ οἱ λοιποὶ ἐμφυτευταί. Τώρα ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἀφοῦ οἱ ἐμφυτευταὶ οὗτοι εἶχον δίκας μὲ τὸ δημόσιον καὶ τὰς κατήργησαν δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ ἀπεδέχθησαν νὰ πληρώσουν τὸ τίμημα τῆς γῆς, ἐννοοῦντες, ὅτι δὲν ἤθελε ζητηθῆ ἀπὸ αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας τῶν παρελθόντων ἐτῶν, δὲν ἔχουν δίκαιον νὰ μᾶς εἴπουν, ὅτι τὸ ψηφισθὲν κατὰ τὸ 1873 νομοθέτημα δὲν ἦτο σπουδαῖον; Δὲν δικαιοῦνται νὰ μᾶς εἴπωσιν· ἂν σεῖς δὲν ὑπέσχεσθε κατὰ τὸ 1873, ὅτι ὁ δηλόνων γαίας ἐμφυτευτὴς ἀπαλλάσσεται τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας, ἡμεῖς δὲν ἠθέλαμεν κατηργήσει τὰς δίκας, ἀλλ’ ἠθέλαμεν λύσει τὰς διαφορὰς εἰς τὸ δικαστήριον, καὶ ἓν ἀπὸ τὰ δύω ἤθελε συμβῆ, ἢ ἠθέλαμεν κερδίσει τὴν δίκην καὶ θὰ ὠφελούμεθα τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας καὶ τὸ τίμημα τῆς γῆς, ἢ θὰ ἐχάναμεν καὶ θὰ ἐπληρώναμεν ὅλα; Εἰς τοιαύτην θέσιν εὑρισκομένων τῶν πραγμάτων, ἐρωτῶ ὑμᾶς καὶ πάλιν, ἂν ἦναι δίκαιον νὰ εἴπωμεν σήμερον ὅτι ἡ ὑπόσχεσις, ἡ ὁποία διὰ νόμου ἐδόθη κατὰ τὸ 1873, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ἐστηρίχθησαν καὶ ἔκαμαν τὴν δήλωσιν, δὲν εἶναι σπουδαία, καὶ ὅτι «οὐ μόνον εἶσθε ὑπόχρεοι νὰ πληρώσητε τὸ τίμημα τῆς γῆς, ἀλλ’ ἡμεῖς κατέχομεν καὶ ὁμολογίαν ἐκ μέρους ὑμῶν, ὅτι ἡ γῆ, τὴν ὁποίαν ἐφυτεύσατε εἶναι ἐθνική, καὶ δι’ αὐτῆς τῆς ὁμολογίας σᾶς καθιστῶμεν ἀναπολογήτους ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καὶ σᾶς ὑποχρεόνομεν νὰ πληρώσητε τὴν ἐπικαρπίαν.» Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις δὲν πρέπει νὰ γείνῃ δεκτή.
§176Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅπως ἐξέθηκε πρὸς ὑμᾶς τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως ταύτης ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς, νομίζω, ὅτι ἀπαλλάσσομαι τῆς ὑποχρεώσεως νὰ σᾶς τὸ ἐκθέσω ἐγώ. Τὸ δημόσιον ἀπεπειράθη νὰ κατορθώσῃ ὅπου τυχὸν ὑπάρχουσιν ἐμφυτευταὶ ἐθνικῶν γαιῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπέκρυπτον τὴν ἰδιότητα ταύτην τῶν γαιῶν των, νὰ πείσῃ αὐτοὺς νὰ τὰς δηλώσωσι. Τί διενοήθη δέ; νὰ δωρήσῃ εἰς αὐτοὺς τὰ δικαιώματα τῆς ἐπικαρπίας, καὶ εἶπε· σᾶς χαρίζω ὅ,τι ἔχω νὰ λάβω, ἵνα ὠφεληθῶ καὶ ἐγὼ τὰς ἐτησίας δόσεις, τὰς ὁποίας θέλετε μοὶ ἀποδώσει. Τοῦτο, ἂν ἦναι ὀρθὸν ἢ ὄχι, εἶναι μάταιον νὰ τὸ κρίνητε τώρα· ἐγὼ ὅμως νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν. Ὑπό τινων νομοθεσιῶν ἐπιτρέπεται νὰ προσκαλῶνται οἱ πολῖται διὰ βραβείων εἰς ἀποκάλυψιν τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ τότε μόνον, ὅταν ὑπάρχῃ πολιτειακὸν συμφέρον· ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου ὑπάρχει οὐχὶ πολιτειακόν, ἀλλὰ συμφέρον μόνου τοῦ ταμείου, δι’ ὄφελος δὲ τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν ἐπιτρέπεται ἡ διὰ τοιούτου τρόπου ἀποκάλυψις τῆς ἀληθείας. Ἀλλὰ τέλος πάντων ἠδύνατο τὸ δημόσιον νὰ χαρίσῃ ὅ,τι ἔχει· δὲν ἠρκέσθη ὅμως εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ἐχάρισε καὶ ὅ,τι δὲν εἶχεν, ἐχάρισεν ὅ,τι εἶχον ἄλλοι· τὸ δημόσιον δὲν δύναται νὰ διαθέτῃ τὴν περιουσίαν τῶν ἄλλων. Τὸ δημόσιον εἶχεν ἐνοικιάσει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο ἐνοικιασταί, ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράξωσι τὴν ἐπικαρπίαν· ἀπόδειξις τούτου, ὅτι, ὅταν ἐπέστη ὁ καιρὸς, ἔσπευσαν καὶ ἐβεβαίωσαν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας· ἐπειδὴ δὲ οἱ ἐμφυτευταὶ ἀντέλεγον, ἠγέρθησαν δίκαι, αἵτινες ὑπῆρχον ἐκκρεμεῖς, ἢ ἐν τῷ ἄρχεσθαι. Τότε ἐπῆλθεν ὁ νόμος τοῦ 1871, τοῦ ὁποίου ἡ διάταξις ἐδώρησεν εἰς τοὺς ἐμφυτευτὰς οὐ μόνον ὅσα ὤφειλον εἰς τὸ δημόσιον, ἀλλὰ καὶ ὅσα ὤφειλον εἰς τοὺς ἐνοικιαστάς. Ἐν τούτοις τὸ δημόσιον εἰσέπραξεν ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστὰς τὸ μίσθωμα· δυοῖν θάτερον, ἢ πρέπει νὰ ἀποδώσητε τὸ μίσθωμα εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς, ἢ πρέπει νὰ ἀφήσητε αὐτοὺς ἐλευθέρους νὰ διεκδικήσωσιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τὰ δικαιώματά των.
§177ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλο τι εἶπεν ὁ νόμος, ὅτι οἱ ἐνοικιασταὶ δὲν ἔχουσι δικαίωμα ἀγωγῆς κατὰ τοῦ δημοσίου διὰ τὸ μίσθωμα, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσαν.
§178ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βέβαια, τὸ δημόσιον εἶναι ὡς οἱ ἰδιῶται, ἀλλὰ ἄλλο δημόσιον, καὶ ἄλλο πολιτεία. Ἂν ἐπιβάλλωνται ὑποχρεώσεις εἰς τοὺς πολίτας νὰ δίδωσι μέρος τῆς ἐτησίας αὐτῶν παραγωγῆς, ἵνα κυβερνᾶται ὁ τόπος, αὐτὸ εἶναι φορολογία, τὴν ὁποίαν δύναται ἡ πολιτεία διὰ νόμου νὰ ἐπιβάλῃ· ἀλλὰ διὰ νόμου δὲν δύναται νὰ διαθέτῃ τὴν περιουσίαν τῶν ἰδιωτῶν· ἄλλως ὑπερβαίνει τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ἔθεσαν εἰς αὐτό. Ἐκτίθησι τὸ ὑπουργεῖον εἰς δημοπρασίαν τὴν ἐπικαρπίαν τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν τοῦ δήμου Ἀθηναίων, ἐγὼ δὲ νομίζων ὅτι αἱ ἐκτάσεις εἶναι ἐθνικαί, προβάλλω κατὰ τὴν δημοπρασίαν ἓν μίσθωμα καὶ προσθέτω εἰς τὴν δημοπρασίαν· εὐθὺς ὡς ἐγενόμην ἐνοικιαστὴς σπεύδω νὰ βεβαιώσω τὸ δικαίωμά μου, ἀλλ’ ὁ ἐμφυτευτὴς μοὶ φέρει ἀντιῤῥήσεις. Ποῖος εἶναι ἁρμόδιος νὰ κρίνῃ; τὰ δικαστήρια, καὶ οὐχὶ ὁ νόμος. Ὅταν οἱ νόμοι ἀναμιγνύωνται εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀτόμων, πράττουσι κἄτι τι περισσότερον, ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πράξωσιν. Ὁ νόμος δύναται νὰ διαθέσῃ τὴν περιουσίαν τοῦ δημοσίου, ἀλλ’ οὐχὶ τῶν πολιτῶν· διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιφυλάσσεται τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς νὰ διεκδικήσωσι τὰ δικαιώματά των ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ἂν ὁ νόμος προεκάλεσε τοὺς ἐμφυτευτὰς νὰ δηλώσωσι τὰς φυτείας των, ἔπραξέ τι, τὸ ὁποῖον εἶχε δικαίωμα νὰ πράξῃ· ἀλλ’ ἂν ὑπεσχέθη νὰ δωρήσῃ εἰς αὐτοὺς, δικαιώματα τῶν ὁποίων δὲν ἦτο κύριον τὸ δημόσιον, ἔπραξε πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ, καὶ διὰ ταύτην εὐθύνεται τὸ δημόσιον.
§179ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένα καὶ ἐκκαθαρισμένα τὰ δικαιώματα τῶν ἐνοικιαστῶν.
§180ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς ἐκκαθαρισθῶσι δικαστικῶς.
§181ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δυσκολία εἶναι αὕτη, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν ἀπολύτως νὰ ἐπαναφέρωμεν τὰ πράγματα εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ἀβεβαιότητα, εἰς τὴν ὁποίαν ἦσαν πρὸ τοῦ 1873, διότι τότε μὴ ὑπαρχούσης τῆς δηλώσεως τοῦ ἐμφυτευτοῦ, ἔμεινε τὸ στάδιον ἐλεύθερον καὶ εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν καὶ εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν ν’ ἀποδείξωσι δι’ οἱωνδήποτε ἤθελον μέσων τὰ δικαιώματά των. Σήμερον, μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1873, ἐθέσαμεν εἰς πολὺ χειροτέραν θέσιν τοὺς ἐμφυτευτὰς, διότι αὐτοὶ ἔδωσαν δήλωσιν καὶ ὡμολόγησαν ὅτι αἱ γαῖαι ἃς κατεῖχον εἶναι ἐθνικαί. Τὸ ν’ ἀποζημιώσῃ δὲ τὸ δημόσιον πάλιν δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι δὲν εἶναι τὰ δικαιώματα τῶν ἐνοικιαστῶν ἐκκαθαρισμένα (θόρυβος).
§182ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν γνωρίζομεν τὸ ποσὸν τῆς ζημίας τοῦ δημοσίου καὶ πρέπει νὰ προβῶμεν μετὰ προσοχῆς. Τὰ δικαιώματα τῶν ἐνοικιαστῶν δὲν δυνάμεθα νὰ προδικάσωμεν διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ, διότι οἱ ἐνοικιασταὶ δύνανται νὰ κινήσωσιν ἀγωγὰς κατὰ τῶν ἐμφυτευτῶν, ζητοῦντες τὸν φόρον τῆς ἐπικαρπίας......
§183ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς ἀποκλείει ὁ νόμος.
§184ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὁ νόμος δὲν δύναται νὰ τοὺς ἀποκλείσῃ, δὲν ἰσχύει ὁ νόμος. Τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν οἱ ἐνοικιασταὶ κατὰ τὸ 1870 καὶ τὸ 1871, δὲν δύναται νὰ κανονίσῃ ὁ νόμος, ἢ νὰ τὰ ἀφαιρέσῃ· εἶναι ἄκυρος, διότι ἀντιβαίνει εἰς κεκτημένα δικαιώματα, ἅτινα ἠσφάλισε τὸ σύνταγμα, καὶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἥτις δὲν ὑποτάσσεται εἰς τὴν νομοθετικήν. Πρέπει νὰ γείνῃ ἐπιφύλαξις τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀγωγῶν τῶν ἐνοικιαστῶν.
§185ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κ. Δηλιγιάννης, ὅτε τὸ πρῶτον ἀνήγγειλε τὴν τροπολογίαν ταύτην, ὠνόμασε τὰς διατάξεις αὐτῆς μὴ σεμνάς· καὶ τῳόντι εἶχε δίκαιον νὰ τὰς ὀνομάσῃ οὕτω, διότι δι’ αὐτῆς δημεύονται δικαιώματα ἰδιωτῶν. Παρακαλῶ δὲ ἤδη νὰ προσέξωμεν, μήπως πάλιν νομοθετήσωμεν διάταξιν δυναμένην νὰ κατακριθῇ ἐπὶ τῇ αὐτῇ ἰδιότητι, διάταξιν προσβάλλουσαν δικαιώματα τρίτων. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ κ. Δηλιγιάννη, νομίζω ὅτι θὰ παραβλαφθῶσι συμφέροντα τῶν ἐμφυτευτῶν, οἱ ὁποῖοι, στηριχθέντες εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἐκδοθέντος νόμου, ἐδήλωσαν τὰς παρ’ αὑτῶν κατεχομένας ἐθνικὰς γαίας ὡς ἐθνικὰς καὶ παρέλειψαν ὅσας εἶχον πρότερον ἀξιώσεις. Ἴσως εἴπῃ τις, ὅτι ἐν ταῖς δίκαις αἵτινες κατ’ αὐτῶν ἐκινήθησαν ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἡττηθῶσιν· οὐχ ἧττον ἐπὶ τῇ εὐκολίᾳ τοῦ νόμου προσῆλθον καὶ ἐδήλωσαν καὶ ὑπεβλήθησαν εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ νόμου ἐκείνου.
§186ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν δὲν ἦσαν ἐθνικὰ τὰ κτήματα, αὐτοὶ ἤθελον τὰ δηλώσει; Βεβαίως ὄχι· λοιπὸν οὐδεμίαν ζημίαν ὑφίστανται.
§187ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς δὲν τὸ γνωρίζομεν· πολλάκις συνέβη νὰ ζητήσῃ τις ὅπως ὠφεληθῇ ἐκ τῆς ἀμφισβητήσεως. Τοιαῦτα συνέβησαν καὶ συμβαίνουσι, καὶ ἔδωκεν ὕπαρξιν εἰς αὐτὰ ὁ νόμος αὐτός· ὁ ἐμφυτεύσας κατέσχεν, ὅπως ἐξασφαλίσῃ, τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον εἶχε δαπανήσει· ὡς ἐκ τούτου λοιπὸν βλάπτεται ὁ ἰδιοκτήτης.
§188Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν νομίζητε ὅτι ὁ ἰδιώτης δύναται νὰ βλαφθῇ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ τὸ διορθώσῃ. Τίνος ἕνεκεν ἐπῆλθε τὸ συμβεβηκὸς νὰ δηλώσωσι τὰς γαίας των αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἀπέῤῥιψαν τὴν ἰδιότητά των, καὶ ποῖος ἔκαμε τοῦτο; Ὁ νόμος τοῦ 1873. Ποῖος ἔκαμε τὸν νόμον; Ἡ πολιτεία. Ἐκείνη λοιπὸν περιέπεσεν εἰς τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν· ἑπομένως τὸ δημόσιον ἂς ἀναλάβῃ τὰς ἀποζημιώσεις.
§189ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τῷ ὄντι τοῦτο τὸ ἐννοῶ, ἐὰν τοιαύτη ἐπροτείνετο πρότασις· ἀλλὰ ἡ πρότασίς σας λέγει τὸ ἑξῆς (τὴν ἀναγινώσκει)· δηλαδὴ ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1873 πρόκειται νὰ δώσῃ αὐτὰ τὰ δικαιώματα, χωρὶς οὐδεμία διάταξις νὰ προνοῇ περὶ τῆς ἀποζημιώσεως.
§190Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προσθέσατε εἰς τὴν τροπολογίαν σας ταῦτα.
§191ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει, ὅτι τὰ δικαιώματα δὲν εἶναι ἐκκαθαρισμένα.
§192ΤΙΝΕΣ. Τὰ δικαστήρια ἐκκαθαρίζουν αὐτά.
§193ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλὰ νὰ γείνῃ δεκτὴ αὐτὴ ἡ τροπολογία, ὅτι τὸ δημόσιον ὑποχρεοῦται εἰς ἀποζημίωσιν· τότε ἔχει τὸν τόπον της. Ἀλλὰ πῶς θὰ φθάσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα;
§194Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἄρθρον τῆς Πολ. Δικονομίας λέγει, ὅτι τὰ δικαστήρια ἐκκαθαρίζουν τὰς ἐγειρομένας διενέξεις καὶ διαφοράς.
§195ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί· ἀλλὰ σήμερον καταργεῖται πᾶν δικαίωμα τοῦ ἐμφυτευτοῦ ὅπως ἡ διάταξις τοῦ 1873 κατήργησε τὰ δικαιώματα τῶν ἰδιοκτητῶν.
§196ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρῶ λίαν δύσκολον τὸ ζήτημα, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· πρῶτον πρόκειται νὰ ἀνευρεθῇ ὁ ὀφειλέτης ἀσκεπῶν καὶ ἀκαλύπτων γαιῶν, δὲν ἠξεύρω πρὸ πόσων ἐτῶν· τώρα ἔχομεν μόνον ἐμφυτευτὰς, καὶ θὰ εὕρωμεν τώρα ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἦσαν ἐμφυτευταὶ, πότε ἦσαν καὶ ποῖοι ἦσαν· δεύτερον πρέπει νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς, ὅταν συνηγωνίζετο εἰς τὴν δημοπρασίαν διὰ νὰ γείνῃ ἐνοικιαστὴς, ἤξευρεν ὅτι αἱ γαῖαι, οἱαιδήποτε, ἦσαν ἐθνικαὶ, διότι ἐὰν πρὸ τοῦ ἔτους αὐτοῦ, καθ’ ὃ ἔγειναν αἱ ἐνοικιάσεις, ὁ ἐνοικιαστὴς ἤξευρεν ὅτι ἀπὸ τὰς γαίας αὐτὰς δὲν εἶχε νὰ λάβῃ ἐνοίκιον, ἔχει ἄλλως πως τὸ ζήτημα· διότι ἂν ἤξευρεν αὐτὸ, θὰ ἤξευρε καὶ ὁ ἀνταγωνιζόμενος, καὶ ἑπομένως ἡ προσφορὰ θὰ ἦτον ἀνωτέρα. Τώρα τί συνέβη; αἱ γαῖαι ἐνεφυτεύθησαν, ἡ ἐπικράτεια εἶπε, δηλώσατε ὅτι εἶναι ἐθνικαὶ, καὶ ἐγὼ σᾶς χαρίζω τὴν ἐπικαρπίαν. Οἱ ἐνοικιασταὶ τί χάνουσιν; ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι καὶ περισσότερα ἀπολαμβάνουσι, διότι τὸ δημόσιον δὲν εἶπε· χαρίζω τὸ τμῆμα ά. ἢ βʹ. διὰ νὰ ἠξεύρῃ ὁ ἐνοικιαστὴς τὶ ἔχει νὰ λάβῃ· αὐτὸ δὲν ἔγεινε. Λοιπὸν ὁ συναγωνισμὸς ἔγεινεν, ὅσα εὕρῃ τόσα καὶ θὰ πάρῃ· καὶ αὐτὸ γίνεται πάντοτε. Ἔριδες δὲν ἔλειψαν οὐδέποτε μεταξὺ φορολογουμένων καὶ ἐνοικιαστῶν, καὶ αὐτὸ καταλήγει πάντοτε ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὑπὲρ τῶν φορολογουμένων, διότι μέσα ἄλλα δὲν ἔχει ὁ ἐνοικιαστὴς παρὰ νὰ εὕρῃ μάρτυρας, ὅτι ἀπέκτησεν ὁ φορολογούμενος, καὶ τοιούτους δὲν εὑρίσκει· ἐνίοτε ὅμως καὶ οἱ φορολογούμενοι πληρόνουν περισσότερα, διὰ ν’ ἀποφύγουν τὰς δίκας. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι, ὅταν ἐνοικιάζουν τὰς γαίας καὶ δὲν ἠξεύρουν ὅτι εἶναι ἐθνικαὶ, ἐνοικιάζουν ἐπὶ προσφορᾷ ἑνὸς τμήματος, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ πέσῃ εἰς βάρος τοῦ δημοσίου. Προκειμένου λοιπὸν περὶ φυτειῶν, θὰ εἴπω ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τόσον εὔκολον νὰ λυθῇ, διότι αἱ φυτεῖαι δὲν εἶναι γαῖαι ἀσκεπεῖς καλλιεργούμεναι· ὥστε δὲν πρέπει νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν λύσιν αὐτοῦ, διότι δὲν ἠξεύρομεν ποίας διαστάσεις θὰ λάβῃ, ποῖαι δίκαι θὰ ἐγερθῶσι καὶ ποῖαι ἔριδες.
§197ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§198ΕΤΕΡΟΙ. Ἀπόψε.
§199ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἤθελα νὰ ὁμιλήσω, ἀλλὰ βλέπω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει διάθεσιν· ὥστε ἂς μείνῃ δι’ αὔριον.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις, καὶ αὔριον, σᾶς παρακαλῶ, περὶ τὴν μίαν ὥραν ἀκριβῶς νὰ ἦσθε ἐδῶ. Ὥρα 7 παρὰ 10/60.