1875.12.15
2.460 στίχοι · 20.821 λέξεις · 192 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 63
Τῇ 15 Δεκεμβρίου 1875.
(Δευτέρα).
Ὥρα 2 μ. μ.
Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Σοῦτσος.
Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων τοῦ δήμου Πατραίων ἀπὸ 1% εἰς 1½ καὶ ἕτερον σχέσιν ἔχον πρὸς τὸ προηγούμενον.
§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι ὑποβάλλω καὶ ἕτερον νομοσχέδιον ἀφορῶν τὴν σύμβασιν τῆς προπαρελθούσης κυβερνήσεως μετὰ τοῦ κ. Βαλτατζῆ, διὰ τὸν σιδηρόδρομον μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Πατρῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτοῦ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἔχομεν τὴν συζήτησιν τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Γυθείου. Τὸ τμῆμα προτείνει παμψηφεὶ τὴν ἐπικύρωσιν.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ ἀνακηρύσσονται ὡς νόμιμοι βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας Γυθείου οἱ κύριοι Κοσσονάκος καὶ Πετροπουλάκης. Ὁρκίζεται ὁ βουλευτὴς κ. Πετροπουλάκης τὸν νενομισμένον ὅρκον.
§6ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, ὑποβάλλομεν τὸν περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμον (σημεῖα ἐπιδοκιμασίας). Εἶναι περιττὸν τώρα νὰ κάμω ἔκθεσιν ἢ εἰσαγωγὴν, διότι μεγάλαι βεβαίως καὶ σπουδαῖαι συζητήσεις θὰ λάβουν χώραν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· παρακαλῶ ὅμως ἐνθέρμως τὴν Βουλὴν, μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ κατηγορητηρίου νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν συζήτησιν τῶν οἰκονομικῶν νόμων, διότι ἄνευ τούτου ἡμεῖς βεβαίως δὲν δυνάμεθα κἀμμίαν νὰ κάμωμεν ἐνέργειαν εἰς τὸ νέον ἔτος, οὔτε πληρωμὴν, οὔτε εἴσπραξιν· νὰ ἐπισπεύσῃ ἐπίσης τὸν περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμον καὶ ἄλλα τινὰ ἄνευ τῶν ὁποίων καὶ ἡ πολιτεία καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου μεγάλως θὰ πάθουν. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ αἰσθάνεται καλλίτερον ἡμῶν τὴν ἐπισημότητα τῶν ἔργων αὐτῶν καὶ θὰ ἐπισπεύσῃ τὴν συζήτησιν. Παρακαλῶ δὲ τοὺς κυρίους βουλευτὰς ν’ ἀποφασίσουν, νὰ ἐπιβάλουν εἰς ἑαυτοὺς θυσίαν τινὰ καὶ νὰ μὴ ἀναχωρήσωσι κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, διὰ νὰ δυνηθῶμεν οὕτω νὰ περαιώσωμεν τὰ ἔργα ἡμῶν.
§7ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποβάλλομεν καὶ ἕτερον ἀκόμη νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως προθεσμίας τοῦ συνοικισμοῦ τῶν Κορινθίων.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τελευταία συνεδρίασις διεκόπη ἕνεκα μὴ ἀπαρτίας κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Τήνου. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ προβῶμεν εἰς ταύτην;
§10ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Γίνεται διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας καὶ ψηφοδελτίων ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Τήνου.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν 101, ἐξ αὐτῶν ἔλαβον ὁ κ. Π. Μαυρομιχάλης 94, ὁ κ. Καλάρης 93, Γαβαλᾶς 92, ἄλλα ἦσαν λευκὰ, καὶ τινὲς ἔλαβον μίαν ἢ δύω ψήφους.
§12Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἴπατε ποῖοι εἶναι οἱ ἐπιλαχόντες.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον ὅτι εἶναι ἀπὸ μίαν καὶ δύω ψήφους.
§14Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ ὑπάγῃ ὁ πρῶτος ἐπιλαχὼν, διότι κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς δὲν δύναται κανεὶς τῶν βουλευτῶν νὰ ἐγγράψῃ περισσότερα ἀπὸ 2 ὀνόματα, καὶ δὲν δύνασθε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ τρίτην θέσιν ἐγγεγραμένον ὄνομα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὸ ψηφοδέλτιον· ἀδιάφορον ἂν ἔχῃ δύω ψήφους ὁ πρῶτος ἐπιλαχὼν, αὐτὸς θὰ ᾖναι τὸ τρίτον μέλος τῆς ἐπιτροπῆς.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἠκολούθησα τὴν νομολογίαν τῆς Βουλῆς, καθότι ἐνθυμεῖσθε ὅτι καὶ εἰς ἄλλην ἐκλογὴν ἔλαβον τινὲς 20 ψήφους καὶ δὲν μετέβησαν.
§16ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τότε ἡ πλειοψηφία ἔστειλε δύω καὶ ἡ μειοψηφία ἕνα. Μία ἄλλη μικροτέρα μειοψηφία δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ στείλῃ τίποτε, διότι δὲν εἶχε θέσει κανένα ὑποψήφιον.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω δυσκολίαν.....
§18ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἠκολούθησεν ἐκείνην τὴν νομολογίαν· ἐὰν θέλουν οἱ κύριοι, ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν τοιαύτην ἐκλογὴν, ἀλλὰ νὰ ἐγγράψωμεν τρεῖς· τὸ νὰ λάβουν δύω ἢ τρεῖς ψήφους τινὲς, αὐτὸ δὲν θεωρεῖται μειοψηφία, αὐτὸ θεωρεῖται λάθος.
§19Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ἐκλογὴ εἶναι νομιμωτάτη, ἀλλ’ ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς δευτέραν ἐκλογὴν, τότε ἂς ὁμολογήσῃ ὅτι εἶναι ἄκυρος ἡ παροῦσα.
§20ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ποτὲ δὲν πιστεύω ὅτι ὁ κ. Πετιμεζᾶς ὑποθέτει ὅτι ὁ νομοθέτης εἶχεν εἰς τὸν νοῦν του ὅτι ἡ μειοψηφία πρέπει ν’ ἀποτελῆται ἀπὸ δύω ψήφους.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§22ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι ζήτημα Κανονισμοῦ, καὶ ἡ τήρησις καὶ ἐφαρμογὴ τοῦ Κανονισμοῦ ἀνατίθεται εἰς τὸν πρόεδρον.
§23ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ Κανονισμὸς δὲν ὁμιλεῖ περὶ τοιούτων ἐπιτροπῶν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πετιμεζᾶν νὰ μοὶ ὑποδείξῃ τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ.
§25Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔπρεπε νὰ μᾶς διδάξητε σεῖς καὶ οὐχὶ ἐγὼ σᾶς.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε ἀρχαιότερος ἐμοῦ;
§27Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ Κανονισμὸς διὰ νὰ ἀντιπροσωπεύηται ἡ μειονοψηφία ἔχει διατάξει, ὁσάκις γίνωνται ἐπιτροπαὶ, ἕκαστος τῶν βουλευτῶν νὰ ἐγγράφῃ τὰ δύω τρίτα εἰς τὸ ψηφοδέλτιόν του· κάμνω δὲ τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν προαγορεύσαντα βουλευτὴν Σύρου, ὅτι ἐπὶ Ναπολέοντος τοῦ 3ου τέσσαρες μόνον μεταξὺ 850 βουλευτῶν ἀντεπροσώπευον τὴν ἀντιπολίτευσιν, αὐτοὶ δὲ εἶχον πλήρη τὰ δικαιώματα τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀπέναντι τῆς πλειονοψηφίας. Σεῖς, κύριε πρόεδρε, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, δὲν ἔχετε παρὰ νὰ κηρύξητε τὸ ἀποτέλεσμα, δύω τῆς πλειοψηφίας, ἕνα τῆς μειοψηφίας· τὰ ἄλλα εἶναι ὅλα παραμύθια.
§28ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἡ ψηφοφορία ἔγεινε κατὰ τὸν Κανονισμὸν καὶ εἶναι νόμιμος· μόνον διὰ τὰ τμήματα καὶ τὰς ἐπιτροπὰς ὡμίλησεν ὁ Κανονισμὸς, πᾶσα δὲ ἄλλη πρᾶξις ὑπόκειται, εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς πλειοψηφίας, καὶ περὶ τῶν ἐπιτροπῶν αὐτῶν διὰ τὰς ἐκλογὰς δὲν προβλέπει διόλου ὁ Κανονισμός.
§29ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ δὲν ἔχει ὑπόστασιν, ἐξάγεται ἐκ τοῦ ὅτι ἡ μειοψηφία ὀφείλει νὰ παρασταθῇ τοὐλάχιστον διὰ 10 ψήφων, διότι πᾶσα πρότασις πρέπει νὰ ὑποστηρίζηται ἀπὸ 10 τοὐλάχιστον βουλευτάς.
§30ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ Κανονισμὸς διὰ τὰς διαρκεῖς ἐπιτροπὰς ὥρισεν ὅτι τόσα μόνον ὀνόματα θὰ ἐγγράφωνται ἐν ἑκάστῳ ψηφοδελτίῳ, ὅσα ἀντιστοιχοῦν πρὸς τὰ ⅔ τῶν ἐκλεχθησομένων προσώπων, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ἠννόησεν ὁ Κανονισμὸς ὅτι ἅπασαι αἱ ἐπιτροπαὶ θὰ ἐκλέγωνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἠκολούθησε τὴν τακτικὴν ταύτην, δὲν ἕπεται ὅμως ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένη πάντοτε νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω σχετικὴν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 62 τοῦ Κανονισμοῦ, ἐν ᾗ γίνεται λόγος περὶ μυστικῆς διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορίας. Ἐν τῷ ἄρθρῳ ἐκείνῳ θέλετε ἴδει ὅτι «τὰ ψηφοδέλτια φέρουν τόσα ὀνόματα, ὅσα πρόσωπα πρόκειται νὰ ἐκλεχθῶσιν, ἐκτὸς τῆς ὑπὸ τοῦ 51 ἄρθρου προβλεπομένης ἐξαιρέσεως.» Ἕπεται ὅτι ὁ Κανονισμὸς ἔχει ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς δύω περιπτώσεις, καὶ ὅταν μὲν πρόκειται περὶ διαρκῶν ἐπιτροπῶν, πρέπει ν’ ἀντιπροσωπεύηται καὶ ἡ πλειοψηφία καὶ ἡ μειονοψηφία, ἀλλ’ ὅτι ὑπάρχουν καὶ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀποφασίσῃ, ὥστε νὰ ἐγγράψῃ τόσα ὀνόματα ὅσα πρόκειται νὰ λάβουν μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ παροῦσα εἶναι ἐκ τῶν περιπτώσεων ἐκείνων. Οὐχ ἧττον, ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐκλεχθῇ ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ τὸ 51 ἄρθρον, ἐγὼ βεβαίως δὲν ἀντιλέγω, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία.
§31ΡΑΛΛΗΣ. Τίς εἶναι ὁ ἐπιλαχών;
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεοχάρης, διὰ ψήφων δύω.
§33ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐγὼ παραιτοῦμαι, κ. πρόεδρε, οὔτε ἐζήτησα ποτὲ, οὔτε θέλω νὰ λάβω μέρος εἰς ἐπιτροπήν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐὰν δέχηται τὴν ἑρμηνείαν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ.
§35Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὰ, κ. πρόεδρε, διὰ παιγνίδια ἤλθομεν ἐδῶ; Ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος ἐπεψήφισεν ἓν πρᾶγμα καὶ ἔμεινε μία ψῆφος· τοῦτο νομίζετε, ὅτι εἶναι ἀντιπολίτευσις; Νομίζετε, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις γίνεται μὲ τὴν ἡμέραν ἐδῶ; αὐτὸ εἶναι ἄτοπον.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζετε τὴν πρότασίν σας, κ. Πετιμεζᾶ;
§37Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὴν ὑποστηρίζω καὶ κάμω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν προαγορεύσαντα, ὅτι κἀνεὶς δὲν θέτει τὰ ὅρια τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διότι ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ Βουλευτηρίου ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἰδίας ἰδέας· καὶ διὰ τοῦτο νομίζετε, ὅτι θὰ στερηθοῦν τοῦ δικαιώματος ν’ ἀναπτύξουν τὰς ἰδέας των; Εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ, ἂς τὴν παραβῇ.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ἑρμηνείαν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἀπεῤῥίφθη. Ἑπομένως ἡ ἐπιτροπὴ σύγκειται ἐκ τῶν κυρίων Μαυρομιχάλη, Καλάρη καὶ Γαβαλᾶ. Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Ζαΐμης.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς· ὁ κύριος πρωθυπουργὸς ὅμως παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, εἰ δυνατὸν, νὰ συζητήσῃ δύω νομοσχέδια οἰκονομικὰ, τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς, καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ φυτειῶν.
§40Μ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἀφοῦ, κύριοι, ὑπάρχουν τόσα σπουδαῖα πράγματα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὡς πρὸς τὴν κατηγορίαν τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς αὐτὴν πρῶτον, διότι οὔτε κἂν συμφέρει νὰ ἀναβάλλητε.
§41ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν λοιπὸν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐκθέσεως τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς· τίς ζητεῖ τὸν λόγον;
§43ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ. (Ἀναγινώσκεται τὸ διατακτικόν).
§44ΡΑΛΛΗΣ. Ὡς ἐνθυμοῦμαι, κατὰ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐψηφίσθη ἡ παραπομπὴ, ἡ Βουλὴ ἐπεφυλάχθη τὸ δικαίωμα, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελον ἀνακαλυφθῆ κατὰ τὴν δίοδον τῆς ἀνακρίσεως ἄλλαι ἐγκληματικαὶ πράξεις, νὰ δώσῃ νέον χαρακτηρισμὸν τοῦ ἐγκλήματος. Εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς βλέπω ἐπαναλαμβανόμενον συχνάκις, ὅτι κατὰ τὴν δίοδον τῆς ἀνακρίσεως προέκυψαν γεγονότα, ἅτινα ἀποκαλύπτουν ἄλλας ἐγκληματικὰς πράξεις ὅλως διαφόρους ἀπὸ ἐκείνας, αἵτινες περιελήφθησαν ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ. Τὰς ἐγκληματικὰς ταύτας πράξεις θὰ παρακαλέσω τὴν ἐπιτροπὴν νὰ μᾶς ὁρίσῃ, ὅπως δυνηθῶμεν ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων νὰ ἀποφανθῶμεν. Ἐὰν ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι πράξεις ἐκτὸς ἐκείνων τὰς ὁποίας προβλέπει τὸ κατηγορητήριον, δὲν βλέπω διατί θέλομεν ἀρκεσθῆ εἰς ταύτας, καὶ δὲν θέλομεν περιλάβει πάσας ἐκείνας, αἵτινες ἐξετελέσθησαν.
§45ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Κύριοι, ἐπειδὴ ἐν τῇ ὁμιλίᾳ, τὴν ὁποίαν θέλω ἀναπτύξει, θὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ ἄλλων ζητημάτων, δι’ ἃ ζητεῖ πληροφορίας ὁ προλαλήσας, διὰ τοῦτο παρακαλῶ ὑμᾶς καὶ τὸν προλαλήσαντα, νὰ μὲ ἀφήσῃ εἰς τὴν ῥοὴν τοῦ λόγου μου καὶ θέλει ἱκανοποιηθῆ. Κύριοι, ἀναλαμβάνων νὰ δικαιολογήσω τὰς πράξεις τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς εἰσηγητὴς αὐτῆς, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ ἀποκρύψω μίαν στενοχωρίαν, τὴν ὁποίαν, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ τοὐλάχιστον, ἐδοκίμασα καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἀνακρίσεως. Ἡ στενοχωρία αὕτη προήρχετο καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ εἰς ἐμὲ αὐτὸν ἐξ αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐψήφισε, καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ ὥρισε τὴν δικαιοδοσίαν τῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ ψήφισμα αὐτὸ κατ’ ἐμὲ ἦτο λίαν πενιχρὸν καὶ στεῖρον ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα, καὶ ἀκόμη ἂν θέλετε καὶ ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐνεργείας τῆς ἀνακρίσεως. Ἐκλεχθεὶς ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἐννοεῖται ὅτι ὤφειλον νὰ συμμορφωθῶ μὲ τὴν ἐντολὴν τῆς Βουλῆς, λυποῦμαι δὲ, διότι ὅτε ἐσυζητεῖτο τὸ προκείμενον ζήτημα ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, διότι, ὡς πάντες γνωρίζετε, ἠσχολούμην εἰς ἕτερα ἔργα, καὶ δὲν παρευρέθην εἰς τὴν συνεδρίασιν. Ἂν ἤμην παρὼν, ἤθελον ἀντισταθῆ πληρέστατα. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἀφοῦ κατὰ τὴν δίοδον τῆς ἀνακρίσεως ἀπεκαλύπτοντο πολλὰ γεγονότα ἐγκληματικῆς φύσεως, ἐπὶ τῶν ὁποίων, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ κατηγορία, καθόσον σᾶς ἐκθέτω καὶ ἐγγράφως ὅτι ὑπῆρξαν δύω γνῶμαι, ἡ μὲν μειονοψηφία ἐφρόνει, καὶ κατ’ ἐμὲ ὀρθῶς, ὅτι ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει καθήκοντα καὶ δικαιώματα ἀνακρίσεως καὶ συνενοῖ ἐν ἑαυτῇ καὶ τὰ εἰσαγγελικὰ, ἠδύνατο νὰ ἐπιληφθῇ καὶ τῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι προκύπτουσιν ἐκ τῆς ἀνακρίσεως, καὶ περὶ ὅλων νὰ φέρῃ γνώμην καὶ διατυπώσῃ κατηγορίαν· εἰς δὲ τὴν πλειοψηφίαν ἄλλως ἔδοξεν· ἡ πλειοψηφία ἔλεγεν ὅτι εἴμεθα δεσμῶται ἐκ τοῦ ψηφίσματος τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπερβῶμεν τὰ ὅρια τοῦ ψηφίσματος, ἑπομένως ἀναρμόδιοι ὄντες ὀφείλομεν νὰ περιστραφῶμεν εἰς ἐκείνας μόνον τὰς πράξεις τῶν ἐγκλημάτων, τὰς ὁποίας διαγράφει τὸ κατηγορητήριον καὶ τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει αὐτάς. Αὐτὸς ὑπῆρξεν ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐν τῇ ἐκθέσει περὶ δύω μόνον ἐγκλημάτων λαλοῦμεν, καὶ ἐπ’ αὐτῶν στηρίζομεν κατηγορίαν, ἐπὶ δὲ τῶν ἄλλων, τῶν ἀναφανέντων ἐκ τῆς ἀνακρίσεως, ἠρκέσθημεν νὰ ἐκθέσωμεν τὰ γεγονότα, ὅπως ἐκ τῆς ἀνακρίσεως προέκυψαν. Τὸ πρώτιστον τῶν ἐγκλημάτων, καὶ τὸ βαρύτερον πάντων, τὸ ὁποῖον προέκυψεν ἐκ τῆς ἀνακρίσεως, εἶναι τὸ ἔγκλημα τῆς ἐσχάτης προδοσίας. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι αἱ ἀνακρίσεις δὲν εἶναι ὑπεραρκοῦσαι ὡς πρὸς τὴν ἀπόδειξιν τοῦ ἐγκλήματος αὐτοῦ, ἀλλ’ εἶναι ἐπαρκοῦσαι, ὅταν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ στενὸν τῆς δικαιοδοσίας καὶ τὸ περιωρισμένον τῆς ἐργασίας τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εἶχεν ἔκτασιν ἐνεργείας, δὲν εἶχε χρόνον νὰ ἐργασθῇ καὶ ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἔκτασιν εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας· ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ καὶ αἱ ὑπάρχουσαι ἐνδείξεις, συνδυαζόμεναι μὲ τὸν ὅλον βίον τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ μὲ τὰ διάφορα ἔγγραφα καὶ μὲ τὸν λόγον τοῦ τότε πρωθυπουργοῦ, ἀποδεικνύουσι πληρέστατα τὸ ἔγκλημα, καὶ ἑπομένως κατ’ ἐμὲ εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῇ κατηγορία κατὰ τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου. Τί εἶναι, κύριοι, τὸ ἔγκλημα τῆς ἐσχάτης προδοσίας; Εἶπον καὶ προηγουμένως, ὅτι τὸ ἔγκλημα τοῦτο εἶναι τὸ βαρύτερον πάντων, διότι προσβάλλει τὴν πολιτείαν, ἥτις εἶναι ἡ ἀνωτάτη ἔκφρασις τῆς ἐλευθερίας καὶ τοῦ δικαίου, ἑπομένως ὁ προσβάλλων τὴν πολιτείαν, ἤτοι τὸ καθεστὼς, ἐννοεῖται, ὅτι πράττει τὸ βαρύτατον τῶν ἐγκλημάτων. Ἀλλ’ ἡ πολιτεία ἔχει δύω μορφὰς, ἔχει τὴν μορφὴν τὴν ἐσωτερικὴν, τοὐτέστιν τοῦ πολιτεύματος αὐτῆς, ἔχει καὶ τὴν ἐξωτερικὴν, τῆς κυριαρχίας της ἀπέναντι τῶν ξένων ἐθνῶν· ἡ ἐσωτερικὴ μορφὴ τῆς πολιτείας ἐξεικονίζεται εἰς τὸ εἶδος τοῦ πολιτεύματος, πᾶσα δὲ πρᾶξις, ἡ ὁποία γίνεται κατ’ αὐτοῦ, ἐννοεῖται, ὅτι εἶναι ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας· πᾶσα πρᾶξις δὲ ἡ ὁποία προσβάλλει τὴν ἐξωτερικὴν μορφὴν τῆς πολιτείας, εἶναι ἐπίσης ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας, καλούμενον ἔγκλημα προδοσίας τῆς χώρας ἢ προδοσία κατὰ τῆς πατρίδος. Ἕκαστον πολίτευμα ἔχει ἐξωτερικὴν μορφὴν, εἰς δὲ τὰ συνταγματικὰ κράτη παρίσταται διὰ τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν Βουλῶν· πᾶσα δὲ πρᾶξις, ἥτις γίτεται ἐναντίον τοῦ Βασιλέως καὶ ἐναντίον τῶν Βουλῶν, εἶναι ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας. Καθ’ ἣν δὲ ἐποχὴν συνετάχθη ὁ ποινικὸς νόμος δὲν ὑπῆρχε συνταγματικὸν πολίτευμα, οὐχ ἧττον ὅμως αἱ διατάξεις αὐτοῦ εἶναι γενικαί, ἔχει δὲ ῥητὴν διάταξιν τὸ ἄρθρον 123 ἐδάφιον 2 τοῦ ποινικοῦ νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον «πᾶσα πρᾶξις, ἥτις τείνει διὰ βιαίων μέσων νὰ καταστρέψῃ τὸ πολίτευμα τῆς χώρας, ἀποτελεῖ ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας». Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπάρχουσι στοιχεῖα, ἐνδείξεις, ἀποδεικνύουσαι, ὅτι ὑπῆρξε τοιαύτη πρόθεσις, τουτέστι συνωμοσία κατὰ τοῦ πολιτεύματος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Δὲν βλέπω δὲ τὸν λόγον, διατί ἡ Βουλὴ νὰ μὴ δύναται νὰ στηρίξῃ κατηγορίαν καὶ τοιούτου ἐγκλήματος. Εἶπον, ὅτι ἐσχάτη προδοσία εἶναι οὐ μόνον αἱ πράξεις κατὰ τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ καὶ αἱ κατὰ τῆς Βουλῆς.
§46ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἡ Βουλὴ θέλει νὰ μάθῃ διὰ τὰς ἐργασίας μας, τί τὰς θέλετε αὐτὰς τὰς θεωρίας;
§47ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐγὼ ἀνήκω εἰς τὴν μειονοψηφίαν, καὶ ἀφοῦ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δὲν ἤμην ἐλεύθερος νὰ ἐκθέσω τὰς ἰδέας μου, τὰς ἐκθέτω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§48ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε ἐλεύθερος νὰ ἐκθέσητε τὴν γνώμην σας ὡς ἄτομον, οὐχὶ δὲ ὡς ἀντιπροσωπεύοντες τὴν ἐπιτροπήν.
§49ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ζητῶ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς· ἐν σελίδι 101 λέγει, ὅτι «οἱ ἐγκαλούμενοι ὑπουργοὶ σκοπὸν κύριον εἶχον νὰ καταντήσωσιν εἰς τὴν ἀνατροπὴν καὶ ἀντικατάστασιν τῶν θεμελιωδῶν βάσεων τοῦ πολιτεύματος». Ποῦ στηρίζει τὴν γνώμην αὐτὴν ἡ ἐπιτροπή; Θέλομεν νὰ μάθωμεν ἵνα δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως. Μὴ λαμβάνετε θέσιν ἀπολογουμένου, ἀλλὰ τὴν τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς.
§50ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν διετύπωσε τοιαύτην κατηγορίαν ἡ ἐπιτροπή, διότι ἐφρόνει ὅτι δὲν ἠδύνατο.
§51ΡΑΛΛΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἕτερον χαρακτηρισμὸν παρ’ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον περιλαμβάνει τὸ κατηγορητήριον. Εἴπατε ὅμως ὅτι ἐκ τῆς ἀνακρίσεως προέκυψαν γεγονότα, τὰ ὁποῖα δίδουν ἄλλον χαρακτηρισμὸν εἰς τὴν πρᾶξιν· τὰ γεγονότα αὐτὰ θέλομεν νὰ μάθωμεν.
§52ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἀφοῦ διὰ μακρῶν ἐξεθέσαμεν τὰ γεγονότα ὅλα ἐν τῷ βιβλιαρίῳ τούτῳ, καὶ δὲν ἀφήσαμεν τὴν ἐλαχίστην ἀπόδειξιν, νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα περιλαμβάνονται ἐν τῷ βιβλίῳ.
§53ΡΑΛΛΗΣ. Τότε ἡ ἀνάπτυξις ἡ προφορικὴ καθίσταται περιττή.
§54ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, ὁμιλῶ ὡς μέλος τῆς Βουλῆς καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα. Λοιπὸν λέγω, ὅτι ἐὰν συνδυάσωμεν τὸν λόγον τοῦ πρωθυπουργοῦ, τὸν ὁποῖον ἐξεφώνησε τὴν 26ην Ἀπριλίου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν διέλυσε, καὶ καθ’ ἣν αὐτὸς εἶπεν ὅτι θὰ μετασχηματίσῃ τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐξεύρῃ τρόπον καθ’ ὃν θὰ κυβερνᾶται τὸ Κράτος, μὲ ὅλας τὰς ἐπελθούσας πράξεις τῆς κυβερνήσεως, τουτέστι μὲ τὰς ἀπροκαλύπτους ἐπεμβάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμαν εἰς τὰς ἐκλογὰς, καὶ τὴν αὐθαίρετον στέρησιν τῶν εἰσιτηρίων εἰς 11 βουλευτὰς, μὲ τὴν ἀποπομπὴν τοσούτων νομίμων βουλευτῶν ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου, μὲ τὴν ἐπικύρωσιν τοσούτων ἀνόμων ἐκλογῶν, καὶ μὲ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Ἀττικῆς, εἰς τὴν ὁποίαν μετῆλθε τόσας πράξεις παρανόμους, ἐὰν συνδυάσωμεν ὅλα ταῦτα, καὶ μὲ τὰς πράξεις τῆς 30ῆς Νοεμβρίου, τὴν 19ης Μαρτίου καὶ ἐφεξῆς, θέλομεν εὕρει ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸ ἐδάφιον 2 τοῦ ἄρθρου 123· λέγω δὲ ὅτι πᾶσα πρᾶξις βιαία, ἥτις τείνει νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, παρ’ ἡμῖν δὲ εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς Βουλῆς αὐτῆς, ἡ πρᾶξις αὕτη τείνει εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ πολιτεύματος καὶ ἀποτελεῖ τὸ ἔγκλημα τῆς ἐσχάτης προδοσίας. Ὁ κ. Ῥάλλης ὡς μάρτυς ἐβεβαίωσε πολλὰς πράξεις, οὐχὶ ὅμως καὶ ἐγκλήματα ἐσχάτης προδοσίας· ἐβεβαίωσεν ὅμως τοιαῦτα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως. Λέγω λοιπὸν ὅτι δύναται νὰ στηριχθῇ τοιαύτη κατηγορία, ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι αἱ ἀποδείξεις εἶναι ἀποχρῶσαι· ἂν δὲ νομίζῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἀποχρῶσαι, δύναται τὰ μὲν ἐνόντα ἐγκλήματα τὰ ἀποδεδειγμένα νὰ τὰ διατυπώσῃ καὶ νὰ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν, νὰ διατάξῃ δὲ περαιτέρω ἀνακρίσεις διὰ τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα νομίζει, ὅτι ὑφίστανται μὲν, δὲν ἀπεδείχθησαν δὲ τελείως. Τοιαύτην γνώμην ἔχω καὶ τοιαύτην ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. Μετὰ τὸ ἔγκλημα τῆς ἐσχάτης προδοσίας, ἔρχονται αἱ βίαιαι καὶ αὐθαίρετοι καὶ παράνομοι ἐκλογαί· διὰ μακρῶν δὲ ἐκτίθενται ἐν τῇ ἐκθέσει ὁποῖαι ἐπεμβάσεις ἐγένοντο ἰδίως εἴς τινας ἐπαρχίας κατὰ τὰς ἐκλογάς. Αἱ ἐπεμβάσεις ἐκεῖναι αἱ στρατιωτικαί, αἱ ὁποῖαι ἀπέκλεισαν νομίμους βουλευτὰς, καὶ αἱ ὁποῖαι ἀνέδειξαν νικητὰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὴν νόμιμον πλειονοψηφίαν τῶν ἐπαρχιῶν, ἐξ ὧν ἐστάλησαν, αἱ ἐπεμβάσεις αἱ γενόμεναι κατὰ διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ ὁποίου ἡ εὐθύνη ἦτο ἀλληλέγγυος μετὰ τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως—διότι ἔχομεν συνταγματικὸν πολίτευμα, καὶ ἡ εὐθύνη καὶ διὰ τὰς πολιτικὰς καὶ διὰ τὰς ποινικὰς κυβερνητικὰς πράξεις εἶναι ἀδιαίρετος—αἱ πράξεις αὗται, λέγω, καὶ ἐπεμβάσεις ἀποτελοῦσιν ἐγκλήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ στηριχθῇ κατηγορία κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης.
§55ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει νόμος ὁρίζων ὅτι «διὰ τὰς πράξεις τοῦ ἑνὸς ὑπουργοῦ ᾖναι ὑπεύθυνοι καὶ οἱ λοιποί;» καὶ ἂν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζητε ᾖναι ἀκριβὲς, διατί διὰ τὰ ἐπισκοπικὰ δὲν παρεπέμφθη ὁλόκληρον τὸ ὑπουργεῖον;
§56ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος θὰ εἶχε δίκαιον, ἂν ἐπρόκειτο περὶ πράξεως διοικήσεως ἀτομικῆς ἀναγομένης εἰς τὴν δικαιοδοσίαν ἑκάστου ὑπουργοῦ· ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν ὅμως τὸ πρᾶγμα ἀλλάσσει· αἱ ἐκλογαὶ εἶναι πράξεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων σκέπτεται σύμπασα ἡ Κυβέρνησις καὶ διαγράφει τὴν πολιτικήν της ἐπ’ αὐτῶν.
§57ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει νόμος θεωρῶν ἀναγκαίως ὑπευθύνους ὅλους τοὺς ὑπουργοὺς διὰ τὰς πράξεις ἑνὸς ὑπουργοῦ;
§58ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος νομίζει, ὅτι ὅλαι αἱ κυβερνητικαὶ πράξεις εἶναι διοικητικαί, καὶ ἐπειδὴ ὅλαι αἱ πράξεις ἀποῤῥέουσιν ἀπὸ μιᾶς Κυβερνήσεως, κατ’ αὐτὸν εἶναι διοικητικαί, δὲν ἐπιβαρύνουσι δὲ τοὺς ἄλλους· κατὰ τοῦτο σφάλλει, διότι πολλὴ διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ διοικήσεως καὶ κυβερνήσεως· ἡ κυβερνητικὴ πρᾶξις εἶναι κἄτι τι ὑψηλότερον, διότι ἡ Κυβέρνησις κατ’ αὐτὴν εἶναι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νομοθετοῦσα, ὅταν λαμβάνῃ μέτρα γενικὰ, κοινὰς ἀποφάσεις, ὅταν τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον συνέρχεται καὶ κρίνει αναγκαίας κυβερνητικάς τινας πράξεις, ὡς ὅταν ὁρίζῃ τὴν πολιτικήν της, διότι τότε δὲν εἶναν διοίκησις.
§59ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ποῦ τὸ ἠξεύρω ἐγὼ ἐὰν ἐγένετο τοιοῦτό τι;
§60ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἀλλοίμονον τότε, ἐὰν δὲν ἐλάβατε γνῶσιν.
§61ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ὄχι, σᾶς λέγω.
§62ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Τότε εἶσθε ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν, ἀλλ’ ἐκ σφάλματός σας.
§63Μ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα.
§64ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Βλέπετε ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τοῦ βίου τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, εὑρίσκομεν ἐγκλήματα μέχρι τῆς στιγμῆς, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα. Εἴπομεν ὅτι κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν καὶ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη διέπραξεν ἐγκλήματα, ἀλλὰ καὶ ἐξελεγχθείσης τῆς Βουλῆς καὶ συνελθούσης ἐν νομίμῳ ἀπαρτίᾳ καὶ ἀρξαμένης νὰ συνεδριάζῃ, νέας ἐγκληματικὰς πράξεις ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη· μία δὲ ἐξ αὐτῶν ἦτον ἡ τῆς 30ῆς Νοεμβρίου. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀναπτύξω ὅτι τὴν 30ὴν Νοεμβρίου δὲν ἦτο ἀπαρτία, διότι τὸ ἀπεδείξαμεν δικαστικῶς ἐν τῇ ἐκθέσει. Τί εἶναι αὐτὴ ἡ πρᾶξις; Ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν φέρει χαρακτῆρα βιαιότητος, χαρακτῆρα ἐπιβουλῆς κατὰ τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἓν στοιχεῖον τοῦ ἀνωτέρω ἐγκλήματος τῆς ἐσχάτης προδοσίας, τὸ ὁποῖον πρότερον ὑπέβαλον εἰς ὑμᾶς; Βεβαίως ναί. Ἀλλ’ ἡ 30ὴ Νοεμβρίου δὲν ἔχει μόνον τὸ ἔγκλημα τοῦτο, ὅτι παρεβιάσθη ὁ θεμελιώδης θεσμὸς τῆς πολιτείας, τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος περιέχει καὶ ἓν ἰδιαίτερον ἔγκλημα, τὸ ἔγκλημα τῆς ἰδιαιτέρας πλαστογραφίας ἑνὸς καταλόγου, τὸν ὁποῖον ἔχει ὑπογράψει εἷς πρόεδρος καὶ δύω γραμματεῖς, καὶ ὅστις περιέχει ὡς παρόντας βουλευτὰς τοὐλάχιστον 18, οἵτινες παντάπασι δὲν παρευρέθησαν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἰς τὸ Βουλευτήριον. Μετὰ τὸ ἔγκλημα τοῦτο καὶ μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ παρίσταται μάρτυς ὅλων τῶν ἐγκληματικῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ ἥτις διὰ τοῦτο ἀπεχώρησεν, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἀφοῦ ἀπεπειράθη νὰ καταρτίσῃ νόμιμον ἀπαρτίαν καὶ δὲν ἠδυνήθη, προσέφυγεν εἰς ἄλλον συλλογισμὸν καὶ ἄλλο ἐπιχείρημα. Ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας κατ’ ἄλλην συνταγματικὴν θεωρίαν, καὶ ὡς γνωρίζετε, κατὰ τὴν 19ην Μαρτίου δι’ ἑνὸς προσωρινοῦ προέδρου ἐκήρυξε μίαν συνταγματικὴν θεωρίαν ἀνυπόστατον καὶ ἐθεώρησεν ἐλλάσσονας τῶν 96 παρόντας ὡς Βουλὴν καὶ προέβη εἰς νομοθετικὰς πράξεις. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι παρεβίασεν ὄχι μόνον τὴν οὐσίαν, παρεβίασε καὶ τοὺς τύπους τοῦ πολιτεύματος, ἢ μᾶλλον τοὺς τύπους, καθ’ οὓς συνεδριάζει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, διέπραξε καὶ ἄλλο ἔγκλημα διὰ νὰ νομιμοποιήσῃ τὸ ἔγκλημα αὐτό, διέπραξε καὶ τὸ ἔγκλημα τῆς πλαστογραφίας, ἐπλαστογράφησε τουτέστι καὶ αὐτὰ τὰ πρακτικά, ὅτι ὡρκίσθησαν τοσοῦτοι Βουλευταὶ πρὸ τῆς ἀποχωρήσεως ὡρισμένων ἄλλων Βουλευτῶν ἐκ τῶν συνελθόντων ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, διὰ νὰ ἀποδεικνύηται δῆθεν ὅτι ὑπῆρχον παρόντες 85 Βουλευταὶ, καὶ ἑπομένως εἶχον νόμιμον ἀπαρτίαν κατὰ τὴν θεωρίαν των. Καὶ ἐνταῦθα θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ πλαστογραφία ἐκείνη εἶναι καταφανής, διότι πλεῖσται ἀποδείξεις ὑπάρχουσι καὶ διὰ παραθέσεως τοιούτων ἀποδείξεων ἐν τῇ ἐκθέσει τὸ ἀπεδείξαμεν. Τώρα ἀπὸ τῆς 19ης Μαρτίου, ἂν θέλετε καὶ ἀπὸ τῆς 30ῆς Νοεμβρίου, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη ἄνευ ἀπαρτίας ὁ προϋπολογισμὸς, οἱ φορολογικοὶ νόμοι καὶ ἄλλα νομοσχέδια περὶ πρεσβειῶν καὶ παρασήμων, ἔκτοτε ἀρχίζουν αἱ πράξεις τῆς ἀντιποιήσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ αἱ πράξεις τῆς πλαστογραφίας. Ἐδῶ, κύριοι, ἡ ἐπιτροπὴ διαφώνησε, τῆς μὲν πλειονοψηφίας παραδεχομένης ὅτι αἱ πράξεις ἐκεῖναι τῆς 30ῆς Νοεμβρίου καὶ τῆς 19ης Μαρτίου μέχρι τῆς 28ης Μαρτίου ἀποτελοῦσι καθαρὰν ἀντιποίησιν νομοθετικῆς ἐξουσίας, τῆς δὲ μειονοψηφίας παραδεχομένης ὅτι ἐκτὸς τῆς ἀντιποιήσεως ὑπάρχει καὶ πλαστογραφία. Ἡ μειονοψηφία, στηριζομένη εἰς τὸ ἄρθρον 110 τοῦ ποινικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ῥητῶς καθιεροῖ τὴν συῤῥοὴν τῶν ἐγκλημάτων, εὑρίσκουσα δὲ ἀφ’ ἑτέρου ὅτι εἰς τὰς πράξεις αὐτὰς, τὰς ὁποίας ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἐνυπάρχει οὐχὶ μόνον τὸ ἔγκλημα τῆς ἀντιποιήσεως, ἀλλὰ καὶ τὸ τῆς πλαστογραφίας, ἐπιμένει, καὶ κατ’ ἐμὲ πολὺ ὀρθῶς, καὶ εἰς τὸ δεύτερον αὐτὸ ἔγκλημα. Ἡ φύσις δὲ τῆς πράξεως τῆς ἀντιποιήσεως, ὅταν δηλοῦται ἐξωτερικῶς διὰ τοῦ μέσου τῶν ἐγγράφων, ἡ φύσις αὕτη τῆς πράξεως συνεπάγεται καὶ τὸ ἔγκλημα τῆς πλαστογραφίας. Ἐνταῦθα εἶναι ἡ κατὰ τοὺς ποινικολόγους ὀνομαζομένη ἑτεροειδὴς συῤῥοὴ, ἥτις προέρχεται ἐκ μιᾶς ἢ ἐκ πολλῶν πράξεων· λέγεται δὲ ἑτεροειδὴς συῤῥοὴ, διότι ἐκ μιᾶς ἢ ἐκ πολλῶν πράξεων παράγονται ἀποτελέσματα ἰδιαιτέρας φύσεως, ὡς π. χ. ἐὰν δι’ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ πυροβολισμοῦ φονεύσῃς τινὰ καὶ πληγώσῃς ἕτερον, τὰ δύω αὐτὰ ἐγκλήματα εἶναι ἰδιαίτερα, εἶναι ἑτεροειδῆ· καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ περίπτωσις περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται· διότι ἐκ τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας ἐνήργησεν ἐκείνη ἡ Κυβέρνησις ἐκ πρωτοβουλίας καὶ συστάσεως αὐτῆς μετὰ τῶν συμπραττόντων αὐτῇ βουλευτῶν, προκύπτει οὐχὶ μόνον τὸ ἔγκλημα τῆς ἀντιποιήσεως, καθὼς θὰ σᾶς ἀποδείξω, ἀλλὰ καὶ τὸ τῆς πλαστογραφίας, ἑπομένως εἶναι ἡ περίπτωσις τῆς ἑτεροειδοῦς συῤῥοῆς. Ἀλλὰ τί εἶναι, κύριοι, πλαστογραφία; Κατὰ τοὺς Ῥωμαίους ἡ πλαστογραφία ἔχει πολὺ εὐρύτερον χαρακτῆρα· διότι οἱ Ῥωμαῖοι λέγουν πλαστογραφίαν πᾶν ψεῦδος, τὸ ὁποῖον ἀναφαίνεται ἐν ἐγγράφῳ τινί· τὴν ὁρίζουν δὲ ὡς ἑξῆς: «Falsum est quiquid in veritate non est, sed pro vero abetur», ἀλλ’ αὐτὸς εἶναι ὁ ὁρισμὸς τοῦ ψεύδους, ὅπερ τυχὸν περιέχεται εἰς ἔγγραφον· τὸ ψεῦδος διὰ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἔγκλημα πρέπει νὰ προσβάλλῃ δικαίωμα, τὸ δὲ μέσον τῆς προσβολῆς νὰ ᾖναι ἔγγραφον. Δὲν ἔχω ἀνάγκην δὲ νὰ σᾶς ἀναπτύξω ὅτι ἐνταῦθα διὰ τῆς ἐκδόσεως τοιούτων ψευδῶν νόμων προσεβλήθησαν τόσα δικαιώματα τοῦ ἔθνους· ἀλλὰ τὸ ἔγκλημα τῆς πλαστογραφίας ἀπαιτεῖ προσέτι καὶ δολίαν προαίρεσιν. Ἐπίσης δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι δολίαν προαίρεσιν εἶχον οἱ διαπράττοντες τὴν πλαστογραφίαν ὑπουργοὶ, διότι τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πράξεων καὶ ἔργων αὐτῶν τῶν ἰδίων, καὶ διότι ἐπὶ τῆς πλαστογραφίας εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχῃ ἀμέλεια, τουτέστιν ἡ πλαστογραφία δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ᾖναι προϊὸν δολίας προαιρέσεως, οὐδέποτε δὲ προϊὸν ἀμελείας. Αὐτὰ εἶναι τὰ στοιχεῖα τῆς πλαστογραφίας, ἀλλ’ ἡ πλαστογραφία ἔχει καὶ ἄλλους ὅρους. Εἶπον ὅτι τὸ μέσον τῆς πλαστογραφίας εἶναι πάντοτε τὸ ἔγγραφον, ἀλλὰ πολλοὶ παραδέχονται ὅτι πλαστογραφία ὑπάρχει τότε μόνον, ὅταν γίνηται δι’ ἀπομιμήσεως τῆς ὑπογραφῆς τινος, ἢ δι’ ἀλλοιώσεως τοῦ περιεχομένου ἐγγράφου τινός· ἐδῶ τῳόντι οἱ ἀσπαζόμενοι τὴν ἰδέαν αὐτὴν ἔχουν δίκαιον κατὰ τοῦτο, ὅτι πολλαὶ νομοθεσίαι δὲν ἐζήτησαν μόνον τὴν ἁπλῆν ἀπομίμησιν ἢ τὴν ἁπλῆν ἀλλοίωσιν, διὰ νὰ παραδεχθῶσι πλαστογραφίαν, ἀλλ’ ἀπαιτοῦσι καὶ ὡρισμένον ἀποτέλεσμα, τουτέστι νὰ γείνῃ χρῆσις καὶ νὰ ἐπέλθῃ ὡρισμένον ὄφελος. Ἀλλ’ ὁ ἡμέτερος νόμος παραδέχεται τὴν πλαστογραφίαν ὡς ὑπάρχουσαν καὶ ἄνευ ἀποτελέσματος, τουτέστι παραδέχεται ὅτι ὑπάρχει πλαστογραφία καὶ ἄνευ ἀπομιμήσεως τῆς ὑπογραφῆς καὶ ἄνευ ἀλλοιώσεως τοῦ περιεχομένου ἐγγράφου τινός. Πότε δέ; ὅταν ἐκδίδῃ τις ἔγγραφον ἐν ὀνόματι ἄλλου καὶ ὡσανεὶ ἦτο ἐκδεδομένον ὑπ’ αὐτοῦ· ἐννοεῖτε δὲ ἐνταῦθα, οὔτε ἀπομίμησις τῆς ὑπογραφῆς ὑπάρχει, οὔτε ἀλλοίωσις τοῦ περιεχομένου ἐγγράφου τινὸς, ὁ δὲ ποινικὸς νόμος παραδέχεται τοὺς ὅρους αὐτοὺς καὶ τὸ ἄρθρον 247 εἶναι καθαρὸν καὶ ἀναντίῤῥητον. Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ ὑπάρχουν τὰ στοιχεῖα τοῦ ὁρισμοῦ, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ὁ ἡμέτερος νόμος, τουτέστιν οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι ἐξέδωκαν ἐπ’ ὀνόματι τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νομοθετικὰς πράξεις, ὡς νὰ ἦσαν ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐκδεδομέναι, ναὶ ἢ ὄχι; περὶ τούτου πιστεύω οὐδεὶς ἀμφιβάλλει· οὐχ ἧττον ὅμως τοῦτο χρήζει ἰδιαιτέρας ἐξηγήσεως καὶ ἰδίως ὡς πρὸς τὸ στοιχεῖον τῆς ψηφίσεως τῶν ψευδῶν ἐκείνων νόμων. Πολλοὶ, κύριοι, νομίζουν ὅτι ἡ ψήφισις τῶν νόμων ἐκείνων τῶν ψευδῶν δὲν εἶναι ἔργον τῶν ὑπουργῶν ἐκείνων, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἔργον τῶν 81 βουλευτῶν, οἵτινες συνηθροίζοντο εἰς τὸ Βουλευτήριον καὶ ἔλεγον ὅτι ψηφίζουν τὰς πράξεις ἐκείνας τὰς νομοθετικάς· ἀλλ’ εἰς τοῦτο μοὶ φαίνεται ἔχουσιν ἄδικον, διότι ἐὰν μόνοι οἱ βουλευταὶ ἐκεῖνοι συνήρχοντο, τότε βεβαίως θὰ εἶχον δίκαιον, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνέλθωσιν, ἂν δὲν εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ὡς σᾶς εἶπον, ἀποπειραθεῖσα νὰ ἀποκτήσῃ κἀμμίαν γνωμοδότησιν νομοδιδασκάλων, ὅτι ἠδύνατο τὴν ἀπαρτίαν νὰ τὴν ὁρίσῃ καὶ εἰς ἄλλον ἀριθμὸν παρ’ ὅ,τι ἀπαιτεῖ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος, καὶ μὴ δυνηθεῖσα νὰ κατορθώσῃ τοῦτο, διότι τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο τῶν νομοδιδασκάλων δὲν ἠθέλησε νὰ γείνῃ εἰσηγητὴς αὐτῆς τῆς ἰδέας, καὶ ἐπειδὴ δύω ὑπουργοὶ μεταξὺ τοῦ συμβουλίου ὡς εἰσηγηταὶ ἐπέμενον νὰ παραδεχθῶσιν οἱ νομομαθεῖς τὴν γνώμην των, ἀλλ’ οὗτοι εἶπον ὅτι τὸ ἄρθρον 56 εἶναι λίαν σαφὲς καὶ κατηγορητικὸν, ὥστε δὲν δυνάμεθα παντάπασι νὰ ἀμφιβάλλωμεν, καὶ ἂν θέλητε καὶ ἔγγραφον γνωμοδότησιν νὰ σᾶς δώσωμεν, αὕτη εἶναι ὅτι ἀπαρτία ἐν Ἑλλάδι, ὅπου 190 βουλευταὶ ἀπαρτίζουν τὴν Βουλὴν, δὲν δύναται παρὰ δι’ 96 βουλευτῶν ν’ ἀποφασισθῇ»—ταῦτα πράξασα ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη τί ἄλλο ἀπέδειξεν εἰμὴ ὅτι αὐτὴ εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν; Λοιπὸν βλέπετε τὴν προσπάθειαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ νὰ δυνηθῇ νὰ καταρτίσῃ ἄλλως πως τὴν ἀπαρτίαν διὰ νὰ κατασκευάσῃ νόμους, ἀφοῦ δὲ δὲν κατέπεισεν αὐτοὺς τοὺς νομομαθεῖς, δὲν παρῃτήθη τοῦ σχεδίου, οὐδὲ ἔδωκε τὴν παραίτησίν της ἐκ τοῦ ὑπουργείου, ὅπερ ἤθελε πράξει πᾶσα ἄλλη Κυβέρνησις, ἀλλὰ προέβη περαιτέρω· ἀπεφάσισε νὰ προβῇ εἰς τὸ πραξικόπημα τῆς 19ης Μαρτίου, καὶ ἐνώπιον αὐτῆς, ἡγουμένης καὶ αὐτῆς ἀρχηγούσης καὶ ὁδηγούσης, ἐκήρυξαν καὶ αὕτη καὶ οἱ ὀπαδοί της πλαστὴν ἀπαρτίαν, διὰ πλαστῶν πράξεων, πλαστῶν συνεδριάσεων, καὶ ἑπομένως ἔκαμον πλαστὰς πράξεις πρὸς κατασκευὴν νόμων. Ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, ὅλαι αἱ σκέψεις ἐκεῖναι, ἡ προπαρασκευὴ ὅλη ἡ γενομένη διὰ νὰ φέρωσι τοὺς βουλευτὰς, ὅλα αὐτὰ ἦσαν ἢ δὲν ἦσαν πράξεις τῆς Κυβερνήσεως; Ἡ παρουσία αὐτῆς καὶ ἡ συμμετοχὴ εἰς τὰς πράξεις τῶν βουλευτῶν, ἡ πρωτοβουλία, τὴν ὁποίαν πάντοτε εἶχε, καθιστῶσιν ἢ δὲν καθιστῶσιν αὐτὴν ὄχι μόνον φυσικὸν αὐτουργὸν, ἀλλὰ καὶ ἀρχηγὸν τῆς συστάσεως, καὶ ὁδηγὸν τῆς συστάσεως, καὶ ἑπομένως ὅτι εἰς αὐτὴν ἀνήκουσιν ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ ἐγκλήματος, τὰ ὁποῖα περιέχουσιν οἱ ὅροι τῆς πλαστογραφίας, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζομεν; Δὲν εἶναι λοιπὸν ζήτημα, ὅτι αἱ πράξεις ἐκεῖναι ἀνήκουσιν ἀποκλειστικῶς ὡς πρὸς τὸ ἀξιόποινον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι καταλογιστέαι. Λοιπὸν αὐτοὶ οἱ ὑπουργοὶ ἐψήφισαν τοὺς νόμους καὶ αὐτοὶ τοὺς ἐκύρωσαν. Ὅτι ἐκύρωσαν αὐτοὶ τοὺς νόμους δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀναπτύξεως· αὐτοὶ ἐὰν ἦσαν ὑπουργοὶ, μὴ ἀποδεχόμενοι τοιαύτην ψήφισιν, τοιαῦτα ψευδῆ νομοθετήματα, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ μὴ κυρώσωσι, διότι ἦσαν αὐτοὶ ὑπεύθυνοι, καὶ εἶχον τὴν εὐθύνην καὶ τὸ δικαίωμα νὰ μὴ κυρώσωσι τὰς τοιαύτας πράξεις, καὶ ἀφοῦ τὰς ἐκύρωσαν, αὐτοὶ τὰς ἐδημοσίευσαν, τουτέστιν αὐτοὶ ἐξέδωκαν τὰς νομοθετικὰς αὐτὰς πράξεις ὡς νόμους, καὶ ὡς νὰ ἦσαν παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐκδεδομέναι. Ἰδοὺ, κύριοι, ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς πλαστογραφίας, τὰ ὁποῖα διαγράφει τὸ ἄρθρον 247 τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἡ πλαστογραφία ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑποστηρίζεται καὶ ἀπὸ ἄλλην διάταξιν, ἀπὸ τὴν διάταξιν τοῦ 255 ἄρθρου, διότι αὐτοὶ οἱ ὑπουργοὶ ἐβεβαίωσαν ἐπὶ τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς αὐτῶν ἐν γνώσει πράγματα ψευδῆ ὡς ἀληθῆ. Ὅτι ἦσαν ἐν γνώσει τῶν τελουμένων ἐν τῷ βουλευτηρίῳ δὲν δύναται κανεὶς ν’ ἀμφισβητήσῃ τοῦτο· ὅτι ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς αὐτῶν ἐβεβαίωσαν, ἐπίσης εἶναι ἀναντίῤῥητον· ὅτι αἱ πράξεις ἐκεῖναι ἐξεδόθησαν παρ’ αὐτῶν ὡς νόμοι ἀληθεῖς ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως· ὅτι δὲ ἐβεβαίωσαν ἐπὶ τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς αὐτῶν, ὅτι ἦσαν νομοθετικαὶ πράξεις ἐπίσης εἶναι ἀναντίῤῥητον, διότι μόνον ὁ ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς δημοσιεύσεως (τῆς ἐκδόσεως, τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς ὑπάρξεως) ἑνὸς νόμου. Ἰδοὺ λοιπὸν τὰ στοιχεῖα τῆς πλαστογραφίας καὶ ὑπὸ ἄλλην διάταξιν τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἥτις δύναται νὰ καταλογισθῇ εἰς τοὺς ὑπουργοὺς ἐκείνους. Διὰ τοῦτο ἡ μειονοψηφία ἐπιμένει, ὅτι ἐν τῇ πράξει τῆς ἀντιποιήσεως ἐνυπάρχει καὶ τὸ ἔγκλημα τῆς πλαστογραφίας)· ὡς πρὸς δὲ τὸ ζήτημα τῆς ποινῆς, ὅταν συνεκδικασθῶσι τὰ δύω ἐγκλήματα, τὸ ἓν θὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπιβαρυντικὴ αἰτία εἰς τὸ ἕτερον. Ἐὰν ὅμως τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ δικάσῃ, δεχθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντιποίησις, ἀλλ’ ὑπάρχει μόνον πλαστογραφία, καὶ αὐτὴ δὲν εἶναι ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ, ἐννοεῖται, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι θὰ ἀθωωθῶσιν, ὥστε εἰ καὶ ἀποδεχόμεθα, ὅτι εἰς ὅλας τὰς ἐγκληματικὰς πράξεις πρέπει νὰ ἐπιβάλληται ποινή, δὲν θὰ ἐπέλθῃ κατ’ αὐτῶν κἀμμία τιμωρία. Λοιπὸν ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι ἀφοῦ οἱ ὅροι τῶν νόμων ἡμῶν παραδέχονται τὴν συῤῥοὴν αὐτῶν τῶν δύω ἐγκλημάτων, δὲν πρέπει νὰ παραλείψωμεν τὸ ἓν καὶ διατυπώσωμεν τὸ ἕτερον μόνον. Τώρα ἔρχεται τὸ ἔγκλημα τῆς ἀντιποιήσεως. Τὸ ἔγκλημα τῆς ἀντιποιήσεως ἐπίσης προβλέπεται ἀπὸ ῥητὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου. Τινὰ μὲν μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἠθέλησαν τὴν ἀντιποίησιν νὰ τὴν ὑπαγάγωσιν εἰς τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 456 καὶ 459 τοῦ ποινικοῦ νόμου· ἄλλοι ὀρθότερον, κατ’ ἐμὲ φρονοῦσιν, ὅσοι ὑπήγαγον τὴν ἀντιποίησιν ὑπὸ τὴν διάταξιν τοῦ 229 ἄρθρου τοῦ ποινικοῦ νόμου. Μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι οἱ τοῦτο δεχθέντες ἐδέχθησαν τὴν ὀρθοτέραν γνώμην, διότι τὸ ἄρθρον 229 τοῦ ποινικοῦ νόμου θέτει τὸν γενικὸν ὁρισμὸν τῆς ἀντιποιήσεως καὶ τὰς γενικὰς ἀρχὰς διὰ πάντα, ὅστις ἀντιποιεῖται ἀρχὴν μὴ ἐπιτετραμμένην εἰς αὐτὸν, εἴτε ἄρχων εἶναι, εἴτε ἰδιώτης· ἐὰν μάλιστα ἀντιποιεῖται τὴν ἀρχὴν ἐπὶ σκοπῷ βλάβης τοῦ Κράτους ἢ προσβολῆς ξένων δικαιωμάτων, ἡ πρᾶξις αὕτη ἀνυψοῦται εἰς κακούργημα καὶ καταδικάζεται εἰς εἱρκτὴν ὁ πράξας. Τώρα ὅτι ἀντεποιήθησαν νομοθετικὴν ἐξουσίαν οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκ πρωτοβουλίας ἐνήργουν πάντα τὰ τελούμενα ἐν τῷ βουλευτηρίῳ, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ τὸ ἀναπτύξω, ἀφοῦ τὸ ἀνέπτυξα πρότερον ἐπὶ τῶν στοιχείων τῆς πλαστογραφίας. Ἀλλὰ πολλοὶ ἀμφιβάλλουσι καὶ ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως τοῦ νόμου ἀρχῆς. Λέγουν, ὅτι ἐδῶ δὲν εἶναι ἀντιποίησις νομοθετικῆς ἐξουσίας, τοὐτέστι νομίζουν, ὅτι ἀρχὴ μόνον εἶναι ὅλαι αἱ ἀρχαὶ αἱ ἀποτελοῦσαι τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἀρχὴ ἡ Βουλὴ, ἡ Γερουσία, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἐννοεῖτε, ὅτι ἡ λέξις ἀρχὴ περιέχει τὴν ἔννοιαν τῆς ἐξουσίας, καὶ δὲν εἶναι μόνον ἀρχαὶ αἱ διοικητικαὶ, ἀλλὰ καὶ αἱ ἀνώταται, τοὐτέστιν ὁ Βασιλεὺς, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία, πρὸς δὲ καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἐὰν ὑπάρχουν παρ’ ἡμῖν. Ὅτι εἶναι ἀρχὴ ἡ Βουλὴ εἶναι ἀναφισβήτητον. Ἔκαμον ὅμως αὐτοὶ ἀντιποίησιν ἀρχῆς μὴ ἐπιτετραμμένης εἰς αὐτούς; τοὐτέστιν ἦτον ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτοὺς, καίτοι μὴ ὄντας 96 τὸν ἀριθμὸν, νὰ ἀντιποιηθῶσι νομοθετικὴν ἐξουσίαν; ἐδῶ κυρίως λύει τὸ ζήτημα τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος, ἐὰν ἐπιτρέπηται ἢ δὲν ἐπιτρέπηται νὰ γείνῃ ἀπαρτία μὲ ὀλιγωτέρους τῶν 96. Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ τὸ ἀναπτύξω, διότι διὰ μακρῶν ὑποστηρίζομεν τὴν ὀρθὴν ἰδέαν ἐν τῇ ἐκθέσει. Ὅτι δὲ ὅλας τὰς ψευδεῖς ἐκείνας πράξεις τὰς ἐξέδωκαν πρὸς βλάβην τοῦ Κράτους εἶναι ἀναμφισβήτητον, διότι εἰς τὸ Κράτος ἔλεγον, ὅτι αἱ πράξεις διὰ τῶν ὁποίων σᾶς ἐπιβάλλομεν φόρους κτλ. εἶναι πράξεις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τουτέστιν ὡσανεὶ ἀληθὴς Βουλὴ ἀπαρτιζομένη ἐξ 96 Βουλευτῶν ἐψήφισε τὰς πράξεις ἐκείνας. Ἰδοὺ τὰ στοιχεῖα τῆς ἀπάτης. Ὅτι δὲ ἔβλαψαν τὸ Κράτος ἐπίσης εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὄχι μόνον διότι προσέβαλον θεμελιώδη θεσμὸν τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλὰ καὶ διότι ὑπέβαλον τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον εἰς ὑποχρεώσεις, αἵτινες δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτὸ διὰ τῶν νομίμων ἀντιπροσώπων αὐτοῦ. Ἰδοὺ ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς ἀντιποιήσεως, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τὸ ἄρθρον 229 διαγράφονται. Ἀλλὰ ὑπάρχει ἡ ἑτέρα γνώμη, ἥτις δέχεται μόνον τὴν ἀντιποίησιν, διότι ὁρμᾶται ἀπὸ τὴν σφαλερὰν ἀρχὴν, ὅτι ἀντιποίησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας δὲν δύναται νὰ διαγράφῃ τὸ ἄρθρον 229. Εἶπον δὲ καὶ προτήτερα ὅτι εἰς τοῦτο περιέπεσον οἱ πρεσβεύοντες αὐτὴν τὴν γνώμην, διότι πιστεύουσιν ὅτι ἡ ἀντιποίησις ἐκείνη τοῦ ἄρθρου 229 δὲν δύναται νὰ γείνῃ παρ’ ἄλλων παρὰ μόνον παρ’ ἰδιωτῶν, ἐνῷ τοῦτο εἶναι ἐσφαλμένον· ἐπειδὴ δὲ θεωροῦσιν ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ἀποτελοῦσιν ἀρχὴν, καὶ ἐπειδὴ τὸ ἄρθρον 476 καὶ τὸ 479 ὁμιλοῦσι περὶ δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ περὶ διοικητικῶν, οἵτινες ἀντιποιοῦνται νομοθετικὴν ἐξουσίαν, νομίζουσιν ὅτι, μετὰ τὸ ἄρθρον 81 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὑπήγαγε καὶ τοὺς ὑπουργοὺς, εἴτε ὡς τοιούτους, εἴτε ὡς ἀνωτάτους δημοσίους λειτουργοὺς, εἰς ὅλας τὰς παραβάσεις τῶν νόμων, τὰς ὁποίας κάμνουσι, πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τὴν διάταξιν αὐτῶν τῶν ἄρθρων· διὰ τοῦτο παρατηρεῖτε ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι παρατίθενται ὅλα τὰ σχετικὰ ἄρθρα περὶ ἀντιποιήσεως τοῦ ποινικοῦ νόμου. Μοὶ φαίνεται ὅμως ὅτι ἡ Βουλὴ, ἂν παραδεχθῇ τὴν ἀντιποίησιν, πρέπει νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 229, διότι τὰ ἄρθρα 476 καὶ 479 εἶναι ὑπὸ ἓν κεφάλαιον τῶν ὑπερβάσεων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ φρονῶ ὅτι ἐννοεῖ ἀντιποίησιν, τὴν ὁποίαν πράττουσιν αἱ ἀρχαὶ ἐκεῖναι ἐν τῇ ἐνεργείᾳ, ἐν τῇ ἐξασκήσει τῶν ἰδιαιτέρων αὐτῶν καθηκόντων· ἐδῶ ὅμως ἡ ἀντιποίησις ἔχει πολὺ διάφορον φύσιν, διότι οἱ ὑπουργοὶ ἤρχοντο μὲν ὡς ὑπουργοὶ, ἤρχοντο καὶ ὡς Βουλευταὶ, ἀλλὰ δὲν ἐξήσκουν ἰδιαιτέραν ἐργασίαν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ἀναγομένην εἰς τὴν εἰδικὴν αὐτῶν ὑπηρεσίαν, τὴν ὑπουργικήν· ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ἤρχοντο ὡς ὑπουργοὶ τοῦ Κράτους καὶ ὡς Βουλευταὶ, καὶ ὡς τοιοῦτοι διφυῶς ἀποτελοῦντες μέρος τῆς συστάσεως, διφυῶς ὄντες ἀρχηγοὶ καὶ ὁδηγοὶ αὐτῆς, ὡς τοιοῦτοι ἀντεποιήθησαν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἑπομένως μοὶ φαίνεται ὀρθότερον νὰ ὑπαγάγωμεν ὑπὸ τὸν γενικώτερον κανόνα τῆς ἀντιποιήσεως τοὺς ὑπουργοὺς ἐκείνους. Μετὰ τὴν διατύπωσιν τῶν ἐγκλημάτων τούτων, ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἠδυνήθη νὰ διατυπώσῃ ἄλλην κατηγορίαν ἐξ ὅλων τῶν πράξεων τῶν ἀναφερομένων ἐν τῇ προτάσει τῆς 29ης Ὀκτωβρίου ε. ε. καὶ ἐν τῷ ψηφίσματι τῆς Βουλῆς, διότι μόλον ὅτι εὑρίσκει πολλὰς πράξεις ἀποδεδειγμένας δὲν εὑρίσκει ὅμως σχετικὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου χαρακτηριζούσας τὰς τοιαύτας πράξεις ὡς ἐγκλήματα καὶ ἐπιβαλλούσας ὡρισμένας ποινὰς εἰς αὐτάς· τουτέστιν εὑρῆκεν ὑπερβάσεις καταχρήσεως δημοσίας περιουσίας, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ διατυπώσῃ ἰδιαιτέραν κατηγορίαν ἐπὶ αὐτῶν τῶν πράξεων, καίτοι οὐσῶν ἀποδεδειγμένων. Ἐπὶ δὲ τοῦ ζητήματος τῆς προφυλακίσεως οὐδὲν εἶπεν ἡ Ἐπιτροπὴ, διότι οὐδὲν εἶχε δικαίωμα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς προφυλακίσεως· πᾶν ἐπ’ αὐτοῦ δικαίωμα ἐπεφύλαξεν εἰς ἑαυτὴν ἡ Βουλή. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ δώσω καὶ πᾶσαν ἄλλην διασάφησιν, ἡ ὁποία ἤθελε ζητηθῆ.
§65ΦΛΩΡΙΑΣ. Κύριοι βουλευταί, διὰ δύω λόγους ἀνέβην τὸ βῆμα τοῦτο, πρῶτον ἵνα ἀπαντήσω εἰς λέξεις τινὰς, αἵτινες διέφυγον τοῦ ἕρκους τῶν ὀδόντων τοῦ προλαλήσαντος, καθόσον ἀφορᾷ τὴν πορείαν ἡμῶν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ δεύτερον ἵνα δικαιολογήσω τὰς σκέψεις μου ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς διαφωνῆσαν πρὸς τὸν προλαλήσαντα, καὶ τοιουτοτρόπως ἀπαιτήσω συνάμα εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἐν τῇ Βουλῇ ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ, κύριοι βουλευταί, ἕκαστον τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς διὰ τῆς ψήφου σας ἐσχηματίσατε, ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ, λέγω, ἕκαστον τῶν μελῶν τούτων ἐξέφερε καὶ διετύπωσε τὰς ἰδίας αὑτοῦ ἰδέας· ὁ προλαλήσας μάλιστα ὡς εἰσηγητὴς διορισθεὶς εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, διὰ πολλῶν καὶ ἐπανειλλημένως ἀνέπτυξε τὰς ἰδέας του ἐν αὐτῇ· ἀλλ’ ἐμείναμεν μέχρι τέλους διαφωνοῦντες· τοῦτο ὑπῆρξε δυστυχῶς, διότι οὔτε ἡμεῖς ἠδυνήθημεν νὰ πείσωμεν αὐτὸν, οὔτε αὐτὸς ἠδυνήθη νὰ πείσῃ ἡμᾶς. Οὐδέποτε ὅμως δι’ οὐδεμιᾶς πράξεως, δ’ οὐδενὸς τρόπου, διεκωλύθη ἐν οὐδενὶ ἐκ τῶν μελῶν ἡ ἔκφρασις τῶν πεποιθήσεών του, ἐφ’ ὅσον χρόνον καὶ ἂν ἤθελε νὰ κρατῇ τὸν λόγον καὶ νὰ ὁμιλῇ.
§66ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι· εἶπον ὅτι δὲν εἴχομεν ἐλευθερίαν ἐκ τοῦ ψηφίσματος, νὰ διατυπώσωμεν κατηγορίας, ὄχι ὅμως ὅτι δὲν εἴχομεν μεταξὺ μας ἐλευθερίαν νὰ ἀναπτύξωμεν τὰς ἰδέας μας.
§67ΦΛΩΡΙΑΣ. Αἱ διαφωνίαι ἡμῶν, κύριοι βουλευταὶ, ἔσχον τὴν ἀφορμὴν πρῶτον ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν σεῖς ἐδώκατε πρὸς ἡμᾶς, καὶ δεύτερον ἐκ τῶν νομικῶν λόγων, οἵτινες περιέβαλον μίαν ἑκάστην τῶν ἰδεῶν, αἵτινες ἐφέροντο πρὸς συζήτησιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐκείνῃ· ἡ ἐντολὴ, τὴν ὁποίαν ἐδώκατε εἰς ἡμᾶς, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, εἶναι εἰδικὴ, περιωρισμένη τοιουτοτρόπως, ὥστε ἡ πέραν τῶν ὁρίων, τῶν δι’ αὐτῆς τεθειμένων εἰς ἡμᾶς, ἐνέργεια ἐθεωρεῖτο παρ’ ἐμοῦ καὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ὡς ὑπέρβασις, ὥς τι τὸ ὁποῖον δὲν ἐπετρέπετο εἰς ἡμᾶς. Εἰς δύω ἢ τρεῖς συνεδριάσεις τὸ ζήτημα τοῦτο ἠγέρθη ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ἐπανειλλημένως ἀνεγινώσκετο ἡ ἐντολὴ τῆς Βουλῆς· ἐν τῇ ἐντολῇ ἐκείνῃ εὑρίσκομεν ὅτι δὲν εἴχομεν δικαίωμα νὰ διατυπώσωμεν κατηγορίαν ἢ ἐν ταῖς ἀποδιδομέναις καὶ χαρακτηριζομέναις ἐν τῇ προτάσει κατηγορίαις. Ἀνετίθετο ἐνώπιόν μας νὰ ἐνεργήσωμεν ἀνακρίσεις, ἀλλ’ ὅταν συνεδέομεν τὸν ὅρον τοῦτον πρὸς τὰς λέξεις «ἀποδιδομέναις καὶ χαρακτηριζομέναις πράξεσι» κατελήγομεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ἀνάκρισις ἀνάγκη ἀπαραίτητος ἦτο νὰ περιορίζετο, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς πράξεις, τὰς εἰς τὰς προτάσεις τῆς κατηγορίας. Διετυπώσαμεν λοιπὸν, κύριοι βουλευταὶ, κατηγορίαν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς πράξεις, αἵτινες περιείχοντο ἐν τῇ προτάσει περὶ κατηγορίας· εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν παρεδέχθημεν ἅπαντα τὰ μέλη ἁπάσας τὰς πράξεις ὡς ἐχαρακτηρίζοντο ἐν τῇ προτάσει ἐκείνῃ, ἀλλ’ ἐνομίζομεν, ὅτι προκειμένου νὰ διατυπώσωμεν κατηγορίαν περὶ πράξεως, περὶ ἀδικήματος περιλαμβανομένου ἐν τῇ προτάσει κατηγορίας, ἐδικαιούμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ ἀδίκημα τοῦτο δὲν ὑφίσταται ἐν ταῖς πράξεσιν, αἱ ὁποῖαι κατόπιν τῆς ἀνακρίσεως ἐβεβαιοῦντο· καὶ διὰ τοῦτο ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν παρεκβαίνομεν τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἀνέθηκεν εἰς ἡμᾶς ἡ Βουλὴ, λέγοντες, ὑπάρχει ἀδίκημα περὶ ἀντιποιήσεως, δὲν ὑπάρχει ἀδίκημα περὶ πλαστογραφίας. Κατὰ τὴν δίοδον τῆς ἀνακρίσεως τῳόντι παρουσιάζοντο ἐνδείξεις καὶ περὶ ἄλλων ἀδικημάτων. Δὲν παρουσιάζοντο μόνον γεγονότα ἀφορῶντα τὴν ἀντιποίησιν, παρουσιάζονται γεγονότα ἀφορῶντα, κατὰ τὴν μειοψηφίαν, τὸ ζήτημα περὶ πλαστογραφίας· παρουσιάζονται καὶ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις καὶ ἄλλων κατηγοριῶν ἐν ἄλλοις ἀδικήμασι, περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμε μνείαν ὁ προλαλήσας, δηλ. περὶ τοῦ ἐγκλήματος τῆς ἐσχάτης προδοσίας καὶ περὶ τοῦ ἐγκλήματος τῆς ἐπεμβάσεως εἰς τὰς ἐκλογάς. Ἀλλ’ ὡς εἶπον προηγουμένως ἡ Ἐπιτροπή, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκτασιν τῆς ἐντολῆς της, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀπεφάνθη ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ διατυπώσῃ κατηγορίαν ἐπὶ ἄλλων ἀδικημάτων. Ἐφ’ ὅσον ὁ καιρὸς παρήρχετο, καὶ ἐφ’ ὅσον τὰ γεγονότα προέκυπτον ἄλλα μὲν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀδικήματα τῆς κατηγορίας, διότι τὰ ἐπροκαλοῦμεν, ἄλλα δὲ διότι οἱ μάρτυρες ἐν τῇ διηγήσει αὐτῶν κατέθετον περιστάσεις, αἵτινες εἶχον σχέσιν πρὸς τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐν τῇ κατηγορίᾳ, ἐφ’ ὅσον, λέγω, ὁ χρόνος καὶ ἡ ἐξέτασις προέβαινε, παρίσταντο βεβαίως καὶ ἐπληθύνοντο αἱ ἐνδείξεις ἐκεῖναι· ἀλλὰ ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς, ἦτο τοσοῦτον βραχύς, κύριοι βουλευταί, ὥστε ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐντολήν μας, τὸν χρόνον τὸν ὁποῖον εἴχομεν παρὰ τῆς Βουλῆς, ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν δεχόμενοι τοιαύτας καταθέσεις, ὁθενδήποτε καὶ ἂν προέρχωνται. Ἐπῆλθε τὸ ζήτημα ἂν ἐπὶ τῶν καταθέσεων ἐκείνων δύναται καὶ ἐναντίον τῆς ἐντολῆς τῆς Βουλῆς νὰ στηριχθῇ ἡ κατηγορία ἐπὶ τῶν ἀδικημάτων ἐκείνων περὶ τῶν ὁποίων προηγουμένως εἶπον ὑμῖν, περὶ τοῦ ἀδικήματος τῆς ἐσχάτης προδοσίας, καὶ περὶ τοῦ ἀδικήματος τῆς ἐπεμβάσεως κατὰ τὰς ἐκλογάς· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον καὶ ἂν ἠρευνήσαμεν τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν, ἐφ’ ὅσον καὶ ἂν ἐμελετήσαμεν αὐτὰ, ἡ πεποίθησις τῆς πλειονοψηφίας δὲν ἠδυνήθη νὰ φθάσῃ εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ βασισθῇ ἐπὶ τῶν γεγονότων ἐκείνων κατηγορία, καὶ διὰ τοῦτο κατελήξαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι τὰ γεγονότα τὰ προκύψαντα κατὰ τὴν ἀνάκρισιν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ μὴ τὰ ἀναφέρωμεν, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ μὴ κάμωμεν λόγον περὶ αὐτῶν· ἀλλ’ αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ δὲν εἶναι ἱκανὰ ὅπως χρησιμεύσουν ὡς βάσις κατηγορίας. Ἦσάν τινες ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, οἵτινες ἐφρόνουν ὅτι ταῦτα ἠδύναντο τῷ ὄντι νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τοιαύτην κατηγορίαν· ἡ πλειοψηφία ὅμως ἀπέκρουσε τοῦτο, καὶ νῦν ἐπειδὴ ὁ προλαλήσας ἐξέφρασε τὴν ἰδέαν ὅτι εἶναι ἱκανὰ, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ ὑποβάλω τὴν γνώμην μου ἐνώπιον τοῦ Σώματος, καὶ ἡ γνώμη μου ἐπὶ τῶν γεγονότων ἐκείνων εἶναι ὅτι δὲν εἶναι ἱκανὰ ὅπως βασισθῇ ἡ κατηγορία εἰς τὰ ἀδικήματα ταῦτα. Ἰδοὺ ὅσα ἠδυνάμην νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής.
§68ΡΑΛΛΗΣ. Μίαν παρατήρησιν· βλέπω εἰς τὴν ἔκθεσιν ἐν σελ. 101, ὅτι ἡ διχογνωμία μεταξὺ τῆς μειονοψηφίας καὶ πλειονοψηφίας δὲν ἐπῆλθεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν πράξεων. Ὁμοφώνως ἐθέσατε ὡς βάσιν ὅτι δὲν δύνασθε ἕνεκα τῆς περιωρισμένης ἐντολῆς τῆς δοθείσης ἡμῖν, νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἀνάκρισιν τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν ἄλλας ἐγκληματικὰς πράξεις παρὰ τὰς περιλαμβανομένας ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ· οὐδὲ διῃρέθητε εἰς μειονοψηφίαν καὶ πλειονοψηφίαν διὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν πράξεων τούτων, ὡς προκύπτει ἐκ τῆς τελευταίας παραγράφου, τὴν ὁποίαν ἀνέφερα (ἀναγινώσκει). «Καὶ τοιαύτη μὲν ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν διεξαχθεισῶν ἀνακρίσεων ἡ ἐν γένει πολιτεία τῶν ὑπουργῶν ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς τῆς Εʹ. περιόδου μέχρι τῆς πτώσεως αὐτῶν, αἱ δὲ πράξεις αὐτῶν καὶ οἱ σκοποὶ ἀποτελοῦν τὰ ἐγκλήματα, ἅτινά εἰσιν, ἐκτὸς τῶν διαφευγόντων τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ἀνακριτικῆς ταύτης ἐπιτροπῆς, τὰ ἑξῆς». Λοιπὸν ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ φαίνεται ὅτι εὑρέθη σύμφωνος, ἀποφαίνεται δ’ ὁμοφώνως ὅτι ὑπάρχουν ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἐκ τῆς διόδου τῆς ἀνακρίσεως, διαφεύγοντα ὅμως τὴν ἁρμοδιότητά της, καὶ ἐλάβατε τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐκθέσητε αὐτὰ ἐν τῇ ἐκθέσει· μετὰ ταῦτα προέβητε εἰς τὴν ἀνάκρισιν καὶ τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν πράξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνονται ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ· ἠρώτησα λοιπὸν τὸν εἰσηγητὴν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ μειονοψηφῆσαν μέλος αὐτῆς, ἂν ὑπάρχουν ἐνδείξεις ὥστε νὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν ἐνδείξεων αὐτῶν στηριζομένη νὰ χαρακτηρίσῃ ὅλως διαφόρως τὰ γεγονότα, διὰ τὰ ὁποῖα δύναται νὰ κατηγορηθῇ τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη.
§69ΦΛΩΡΙΑΣ. Κατ’ ἐμὲ, κύριε βουλευτὰ, τὰ γεγονότα περὶ τῶν ὁποίων λαλεῖτε τὰ μὴ ἐμπεριεχόμενα εἰς τὰ ἀδικήματα περὶ τῶν ὁποίων διετυπώθη ἡ κατηγορία, εἶναι τοσοῦτον ἀσθενῆ καὶ ὀλίγα προκειμένου μάλιστα περὶ ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα συνετάραξαν τὴν Ἑλλάδα ἅπασαν, εἶναι λέγω, τόσον ὀλίγα, ὥστε δὲν νομίζω ἄξιον τῆς Βουλῆς νὰ στηρίξῃ κατηγορίαν.
§70ΡΑΛΛΗΣ. Τότε θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς ἀντιτάξω τὴν προτελευταίαν παράγραφον τῆς αὐτῆς σελίδος 101.
§71ΦΛΩΡΙΑΣ. Μὴ σᾶς φαίνεται παράδοξον, κύριοι βουλευταὶ, ἂν ἐν τῇ ἐκθέσῃ τῆς ἐπιτροπῆς ὑπάρχουσιν ἐῤῥιμέναι ἰδέαι καὶ τρόπος ἐκθέσεως μὴ σύμφωνος μὲ ὅσα μέχρι τοῦδε ἠκούσατε παρ’ ἐμοῦ· ἐννοεῖτε κάλλιστα ὅτι εἰς πολυμελῆ σώματα πολλάκις, ἀφοῦ διάφοροι ἰδέαι τίθενται ὑπὸ συζήτησιν, ὅπως μὴ καταναλίσκεται ὁ χρόνος καὶ ἵνα ἑκάστη ἰδέα ἔχῃ τὴν ἑαυτῆς ὕπαρξιν καὶ δικαιολογίαν, περιλαμβάνεται ἐν τῇ ἐκθέσει· διὰ τοῦτο ἐν τῇ ἐκθέσει εἶναι πολλὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶναι σύμφωνα μὲν ὡς πρὸς τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἡ μειονοψηφία ἐξέθηκεν ἐν τῇ ἐκθέσει, δὲν ἠμπορεῖ δὲ ἀπολύτως νὰ ᾖναι σύμφωνα μὲ τὴν θεωρίαν τῆς πλειονοψηφίας. Δὲν ἐνομίσαμεν δὲ ὅτι εἶναι ἄξιον νὰ ἀποκρούσωμεν, νὰ διαγράψωμεν ἐκ τῆς ἐκθέσεως ταῦτα, ἀφοῦ παραδεχόμεθα ὅτι ἐν τῇ ἐκθέσει καλόν εἶναι νὰ διατυποῦται καὶ ἡ ἰδέα τῆς μειονοψηφίας ὡς καὶ ἡ ἰδέα τῆς πλειονοψηφίας. Καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως, εἶναι μάταιον νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπὶ πολὺ, ὡς πρὸς τὸ ἀδίκημα τῆς ἀντιποιήσεως· εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ προσέξωμεν εἰς τοῦτο, εἰς ποίαν δηλονότι διάταξιν τοῦ ποινικοῦ νόμου δέον νὰ ὑπαχθῇ τὸ ἀδίκημα τῆς ἀντιποιήσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τὸ ὁποῖον ἔχομεν διατυπώσει ἐν τῇ κατηγορίᾳ καὶ διὰ τὸ ὁποῖον κατηγοροῦμεν τὸ πρώην ὑπουργεῖον. Ἡ διαφωνία μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 229 καὶ τοῦ 479 ἐξετέθη ἱκανῶς παρὰ τοῦ προλαλήσαντος. Ἤμην ἐξ ἐκείνων οἵτινες ὑπεστήριζον ὅτι τὸ ἀδίκημα εἶναι καθ’ αὑτὸ ὑπέρβασις καθήκοντος ὑπαγόμενον εἰς τὴν § τοῦ ἄρθρου 479 καὶ ὑποστηρίζω τοῦτο, διότι καθ’ ὅλα τὰ στάδια κατὰ τὰ ὁποῖα διενεργεῖτο τὸ ἀδίκημα τῆς ἀντιποιήσεως, καὶ κατὰ τὸν καταρτισμὸν δηλαδὴ τοῦ νόμου καὶ κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου καὶ κατὰ τὴν κύρωσιν αὐτοῦ καὶ κατὰ τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ, οἱ ὑπουργοὶ δὲν δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ ὅτι δὲν εἶχον ἀρχὴν ἐπιτετραμμένην. Καὶ ὅτε τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ὑπέβαλε τοὺς νόμους εἰς κύρωσιν καὶ ὅταν ἐδημοσίευσεν αὐτοὺς διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, εἶχε τὴν ἐξουσίαν, τὴν ἐπιτετραμμένην εἰς αὐτὸ, νὰ πράξῃ τοῦτο· καὶ κατὰ μὲν τὸ διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ νόμοι συνεζητοῦντο ἐν τῇ Βουλῇ, οὗτοι οἱ ὑπουργοὶ ἦσαν βουλευταὶ ὡς ἦσαν ὑπουργοὶ ἔχοντες τὴν ἐξουσίαν τοῦ κυρώνειν καὶ δημοσιεύειν κατὰ τὰ λοιπὰ στάδια· τὸ πρῶτον ὅμως στάδιον, τὸ κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου, ἠδύνατο καὶ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς στάδιον κατὰ τὸ ὁποῖον ἅπασαι αἱ ἐνέργειαι ἐκεῖναι δὲν δύνανται νὰ καταλογισθῶσιν ὡς ἀδίκημα εἰς αὐτοὺς, διότι ἐπίστευα καὶ πιστεύω ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ βουλευτοῦ, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του ἐντὸς τοῦ περιβόλου τοῦ βουλευτηρίου κατὰ τὸν χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον εἶναι νομίμως συγκεκλημένος εἰς συνεδρίασιν, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ πρότασίς του ἢ ἡ ἀπόφασίς του, αὕτη περιβάλλεται ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ θεμελιώδους νόμου, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ καταδιωχθῇ· ἑπομένως δὲν θεωρῶ ὡς ἐνόχους τοὺς πρώην ὑπουργοὺς διὰ τὸ ἀδίκημα τῆς ἀντιποιήσεως ἐν τῷ σταδίῳ τούτῳ. Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Καράπαυλος. Ἐὰν θεωρῶ ἐνόχους τοὺς πρώην ὑπουργοὺς διὰ τὸ ἀδίκημα τῆς ἀντιποιήσεως, τοὺς θεωρῶ κυρίως ἐνόχους κατὰ τὰ στάδια, κατὰ τὰ ὁποῖα πρῶτον μὲν ἔφεραν εἰς κύρωσιν ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως τοὺς νόμους ἐκείνους, δεύτερον δὲ ἐδημοσίευσαν αὐτοὺς διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὰ δύω ταῦτα στάδια ἔβλεπον ὅτι εἶχον οὗτοι ἀρχὴν ἐπιτετραμμένην, καὶ ἐκ τούτου ἀναγκαίως ἰσχυρίσθην ὅτι νομικώτερον θὰ ὑπαγάγεται τὸ ἀδίκημα εἰς τὸ ἄρθρον 479, συνδιαζόμενον μετὰ τοῦ 476, οὐχὶ δὲ καὶ τὸ ἄρθρον 229 Π. Νόμου, καθ’ ὃ τιμωροῦνται ὡς ἐνασκοῦντες ἀρχὴν, ἧς δὲν μετέχουσιν. Δὲν ἐπεμείναμεν ὅμως ἀντιλέγοντες εἰς τὸ νὰ μὴ ληφθῇ καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 229, καθόσον διὰ τούτου ἐλύοντο εὐκολώτερον αἱ διανέξεις ἐνώπιον ἡμῶν, ἐφθάνομεν ταχύτερον εἰς τὸ ἀποτέλεσμα καὶ ἐδίδετο ἐπὶ τέλους κύκλος ἐνεργείας εὐρύτερος ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον ἤθελε προσκληθῆ νὰ δικάσῃ τοὺς κατηγορουμένους ὑπουργούς. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἀδίκημα τῆς πλαστογραφίας, ἐν ὀλίγοις λέγω ὑμῖν, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ἐπίστευον καὶ πιστεύω, ὅτι τὸ ἀδίκημα τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἀποδοθῇ εἰς τοὺς ὑπουργοὺς ἐκείνους· πρῶτον διότι μία εἶναι ἡ πρᾶξις αὐτῶν, καὶ ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ πράξει ἀδιαιρέτῳ οὔσῃ, δὲν χωροῦσι δύω ἀδικήματα ταὐτοχρόνως ὑπάρχοντα, δεύτερον διότι ὅ,τι καὶ ἂν ἔπραττον, δὲν τὸ ἔπραξαν τοιουτρόπως, ὥστε νὰ μὴ ἔχουν τὴν ἐπισημότητα ἐκείνην, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχον καὶ οἱ νόμοι οἱ ἀληθεῖς. Ἀπεφάσιζον ἐν τῷ βουλευτηρίῳ, ἐκύρωνον, ὡς κυροῦνται πάντες οἱ νόμοι, καὶ ἐδημοσιεύοντο ὡς δημοσιεύονται οἱ ἄλλοι νόμοι. Ἐψήφιζον νόμους μὲ ὀλιγώτερον ἀριθμὸν τῆς νομίμου ἀπαρτίας καὶ δὲν τὸ ἀπέκρυψαν· εἶπον ὅτι ἀπαρτία δὲν εἶναι ἀπὸ ἀριθμὸν τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ἐξ ἑκάστης ἐπαρχίας βουλευτῶν· εἶπον ὅτι ἀπαρτία εἶναι καὶ ἐξ ὀλιγωτέρου ἀριθμοῦ. Τὸ γεγονὸς τοῦτο τὸ διεβεβαίωσαν καὶ αὐτοὶ, καὶ ὅσοι συνέπραξαν μὲ αὐτοὺς ἐν ὅλῃ τῇ ἐπισημότητι, ἐνώπιον δὲ τοῦ Βασιλέως δὲν ἔφερον νόμους, ὡς νόμους ψηφισθέντας ὑπὸ ἀριθμοῦ μείζονος τῶν 95, ἀλλὰ νόμους τοὺς ὁποίους ἐψήφιζον ἐκεῖνοι καὶ ὅσοι ἐψήφισαν αὐτούς.
§72ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἦσαν οὔτε 85 βουλευταί.
§73ΦΛΩΡΙΑΣ. Τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ψηφίσαντες δὲν ἦσαν οὐδὲ 85, εἶναι γεγονὸς τὸ ὁποῖον δὲν ἠξεύρω ἐὰν θὰ δυνηθῶμεν, καθ’ ὃν τρόπον ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, ν’ ἀποδώσωμεν εἰς αὐτοὺς, ὅτι δηλαδὴ εἶχον γνῶσιν πλήρη αὐτοῦ. Νομίζω δὲ ὅτι δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ διατυπώσῃ κατηγορίαν, καὶ διὰ τὰς ἐνδεχομένας ὑπονοίας, τὰς ὁποίας δύναται αὕτη νὰ ἔχῃ· ἐπίστευον καὶ πιστεύω, ὅτι ἵνα διατυπωθῇ καὶ στηριχθῇ κατηγορία κατά τινος, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μεγάλη πιθανότης περὶ τῆς ἀληθείας αὐτῆς· τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ὑπεβίβασε καὶ τὸν ἀριθμὸν 85, εἶναι γεγονὸς τὸ ὁποῖον κατεδείχθη βεβαίως τοιουτρόπως, ὥστε οὐδεμία ἀμφιβολία δύναται νὰ ὑπάρξῃ εἰς τοὺς μελετήσαντας μετ’ ἐπιστασίας τὰ γεγονότα ἐκεῖνα. Ἀλλὰ δὲν συμβαίνει καὶ τὸ αὐτὸ προκειμένου ν’ ἀποδειχθῇ τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο, ὡς γεγονὸς περιελθὸν εἰς τὴν γνῶσιν τοῦ ὑπουργοῦ, τοιουτοτρόπως ὥστε ν’ ἀποδώσητε εἰς αὐτοὺς τὸ ἀδίκημα τοῦτο.
§74ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Γρίβας δὲν ὡμολόγησεν αὐτό;
§75ΦΛΩΡΙΑΣ. Ὁ κ. Γρίβας δὲν ἰσχυρίζεται, ὅτι δύναται νὰ ἦναι ἀπαρτία καὶ ἀπὸ ὀλιγωτέρους τῶν 85, ἀλλ’ ὅτι ἡ ἀπαρτία τῆς Βουλῆς δύναται νὰ σχηματισθῇ καὶ ἀπὸ ἀριθμὸν ἐλάσσονα τῶν 96, διὰ τὸν λόγον, καθὼς λέγει, ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ 56, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ βάσις τῆς κατηγορίας, δὲν γίνεται μνεία περὶ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν ὡς γίνεται ἐν τῷ ἄρθρῳ περὶ διαδοχῆς.
§76ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Δὲν παραδέχεσθε οὔτε τὴν ἀντιποίησιν;
§77ΦΛΩΡΙΑΣ. Τὴν ὑπεστήριξα καὶ τὴν ὑποστηρίζω διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους προανέφερον καὶ εἶναι μάταιον νὰ τοὺς ἐπαναλάβω. Τὴν ἀντιποίησιν παραδέχομαι, διότι ἐξέδωκαν νόμους, ψηφισθέντας παρὰ Βουλῆς, ἡ ὁποία δὲν ἠδύνατο νὰ ᾖναι Βουλή, δὲν παραδέχομαι ὅμως καὶ τὴν πλαστογραφίαν, διότι καὶ τὸ περιστατικόν, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ καταδειχθῇ ὅτι ὑπῆρξε πλαστογραφία, δὲν δύναται ν’ ἀποδειχθῇ τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ φανῇ ὅτι οἱ ὑπουργοὶ εἶναι ἐν πλήρει γνώσει τῆς πράξεως ἐκείνης, καὶ οὕτως ἀποδοθῇ εἰς αὐτοὺς καὶ τὸ ἀδίκημα τοῦτο. Ἰδοὺ οἱ λόγοι ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ πλειονοψηφία, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκω καὶ ἐγώ, δὲν παρεδέχθη τὴν πλαστογραφίαν. Περὶ τῶν λοιπῶν ἀδικημάτων ἤτοι περὶ καταχρήσεως δημοσίας περιουσίας, καὶ καταπιέσεως, περὶ τούτων εἶπεν ὁ προλαλήσας· ἐν ὀλίγοις δὲ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγὼ ὅτι τὰ ἀδικήματα ταῦτα δὲν εὕρομεν ὅτι ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ μείνῃ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ δικαίου καὶ τοῦ νόμου, ἐὰν παραδεχθῇ νὰ διατυπωθῇ ἡ κατηγορία ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀντιποιήσεως, καὶ ταύτην ὑπαγομένην εἰς τὰς διατάξεις περὶ ὑπερβάσεως καθήκοντος. Περαίνων τὸν λόγον μου προστίθημι τὰ ἑξῆς. Αἱ πράξεις τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου εἰσὶ τοιαῦται, ὥστε ἡ παράλειψις αὐτῶν θὰ ἦτο σκάνδαλον ἐν τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ. Ἐπειδὴ δὲ ἐκ τῆς ἀνακρίσεως προέκυψαν περιστατικά, τὰ ὁποῖα δίδουν ἀφορμὴν εἰς περαιτέρω ἐξέτασιν, καθόσον ἀφορᾷ τουτέστι τὰ ἀδικήματα τῆς ἐσχάτης προδοσίας καὶ τῆς ἐπεμβάσεως εἰς τὰς ἐκλογάς, καλὸν εἶναι νὰ προβῶμεν ἄλλως πως, νὰ χωρίσωμεν τὰ ἀδικήματα ταῦτα ἀπὸ τὰ ἀδικήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπεραιώθη ἡ ἀνάκρισις· καὶ ἐπὶ μὲν τούτων νὰ κατηγορήσωμεν τοὺς παραβάτας ὑπουργούς, ἐπὶ δὲ τῶν ἄλλων νὰ διαταχθοῦν ἀποδείξεις κρείσσονες.
§78ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Κύριοι, μεθ’ ὅσα εἶπον προηγουμένως, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δώσω νέας τινὰς διασαφήσεις. Ἀληθῶς ὅταν ὡς εἰσηγητὴς ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς ἀνέπτυξα ὅλην τὴν ὕλην τῶν ἀποδεικτικῶν μέσων, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐν τῇ ἀναπτύξει τῶν ἀποδείξεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐγὼ ἐστήριζον τὸ ἔγκλημα τῆς ἐσχάτης προδοσίας, ὁ προλαλήσας ἐνεδοίαζε λέγων, ὅτι ναὶ μὲν ὑπάρχουν ἐνδείξεις, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοσοῦτον πειστικαί, ὥστε νὰ διατυπώσωμεν κατηγορίαν. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ὅμως νὰ διεφώνησε μετ’ ἐμοῦ ὡς πρὸς τὰς ἀποδείξεις διὰ τὸ ἔγκλημα τῶν ἐπεμβάσεων ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν· τοὐλάχιστον ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τὰς ἐπεμβάσεις τὰς παρανόμους τὰς ἐθεωρήσαμεν τοσοῦτον ἀποδεδειγμένας, ὥστε μόνον ἕνεκα τοῦ ψηφίσματος ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ διατυπώσωμεν δι’ αὐτὰς ἰδιαιτέραν κατηγορίαν. Ἐγὼ δὲ προσθέτω καὶ ἤδη, ὅτι αἱ ἐπεμβάσεις εἶναι ἀποδεδειγμέναι ἐξ αὐτοῦ τοῦ βιβλίου, τὸ ὁποῖον περιέχει τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων, ἐξ αὐτῶν τῶν μαρτυριῶν, τὰς ὁποίας ἤδη ἔχομεν ἐνώπιόν μας, ἐκ τῶν ἐκθέσεων τῶν ἀνακριτικῶν καὶ τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, ὥστε ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ ἀπαγγείλῃ τοιαύτην κατηγορίαν ἔχει πλήρεις τὰς ἀποδείξεις, ἄπειρα στοιχεῖα ἀποδείξεων, διὰ νὰ βασισθῇ. Σήμερον καὶ μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ προλαλήσας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀντιποιήσεως ἐπιμένω νὰ διαφωνῶ πρὸς αὐτὸν καὶ νὰ ὑποστηρίζω, ὅτι δεχομένη ἡ Βουλὴ ἀντιποίησιν πρέπει νὰ στηριχθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 229. Τὸ ἄρθρον 229 λέγει· «ὅστις ἀντιποιηθῇ ἀρχὴν μὴ ἐπιτετραμμένην·» δὲν ὁρίζει αὕτη ὑπουργοὺς, οὔτε ἰδιώτας, οὔτε νομάρχας, οὔτε εἰσαγγελεῖς, ἀλλὰ πάντα, ὅστις ἀντιποιεῖται ἀρχὴν μὴ ἐπιτετραμμένην εἰς αὐτόν· ἑπομένως τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι ὁ γενικὸς κανὼν ἐντὸς τῆς ἀσφαλείας, εἰς τὴν ὁποίαν δύναται νὰ στηριχθῇ ἡ Βουλὴ, διὰ νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀντιποίησιν. Ἀλλὰ ποῖος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐνδοιάζων ὁ προλαλήσας λέγει, ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀντιποίησιν τοῦ ἄρθ. 229; Διότι, λέγει, ἦτον ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτοὺς νὰ ὑποβάλωσιν εἰς κύρωσιν τὰς πράξεις ἐκείνας τὰς ψευδεῖς, τὰς πλαστὰς καὶ νὰ τὰς δημοσιεύσουν. Ἐγὼ λέγω τοὐναντίον, ὅτι δὲν ἦτον ἐπιτετραμμένον, διότι ἦσαν ὑπουργοὶ τοῦ Κράτους καὶ ἤξευρον, ὅτι δὲν εἶναι προϊὸν τῆς ἀποφάσεως 96 βουλευτῶν, ἀποτελούντων νόμιμον ἀπαρτίαν ἀληθοῦς Βουλῆς, ἀλλ’ ἦτο προϊὸν ψεύδους, προϊὸν ἀπάτης, ἦτο μηδὲν, ἦτο χάρτης ἄγραφος· ἑπομένως δὲν ἦτον ἐπιτετραμμένον εἰς συνταγματικοὺς ὑπουργοὺς νὰ ἔλθουν ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως νὰ ὑποβάλουν εἰς κύρωσιν τοιαῦτα ψεύδη, νὰ τὰ δημοσιεύσουν διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ἐπιβάλουν τοσαύτας ὑποχρεώσεις εἰς ὅλον τὸ Κράτος ἐπὶ βλάβῃ καὶ ἀπάτῃ αὐτοῦ. Ἐπιμένω λοιπὸν νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ἄρθρον τῆς ὑπερβάσεως τῶν καθηκόντων δὲν περιέχει καμμίαν ἐφαρμογὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου· ἐκεῖ εἶναι ὁ γενικὸς κανὼν τῆς ὑπερβάσεως τῶν ὑπαλλήλων, μεταξὺ ὅλων εἶναι καὶ ἡ ἀντιποίησις, καθ’ ἣν οἱ διάφοροι ὑπάλληλοι, ἐξασκοῦντες τὴν ὑπηρεσίαν των, παρεκτρέπονται εἰς ἀλλότρια ἢ εἰς νομοθετικὰ καθήκοντα. Ἐδῶ ὅμως εἶναι πρᾶξις ἀντιποιήσεως καθαρῶς, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ ὁ ποινικὸς νόμος ἐν τῷ ἄρθ. 229 μεθ’ ὅλων τῶν στοιχείων αὐτῆς, καὶ μόνον αὕτη χωρεῖ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἑπομένως ἐὰν ἡ Βουλὴ πεισθῇ, ὅτι τὸ ἔγκλημα εἶναι ἀποδεδειγμένον καθ’ ὅλα αὐτοῦ τὰ στοιχεῖα, πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὸ ἄρθρον 229 καὶ οὐδὲν ἄλλο. Προσθέτω καὶ ἕτερον γεγονὸς, τὸ ὁποῖον παρέλειψα καὶ εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου. Δὲν ἦτον ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτοὺς τοὺς ὑπουργοὺς καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον νὰ κυρώσωσιν ἐκείνας τὰς πράξεις, ὄχι μόνον διότι δὲν ἐψήφισαν αὐτὰς 96 βουλευταὶ, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ διότι αἱ περισσότεραι τῶν πράξεων ἐκείνων δὲν ἐψηφίσθησαν οὐδὲ ὑπὸ 85 βουλευτῶν καὶ δὲν ἔφεραν καμμίαν ἔκθεσιν, δὲν ἐπιστοποιοῦντο ἀπὸ κανὲν πρακτικὸν τῆς Βουλῆς ὑπογεγραμμένον ἀπὸ τὸν πρόεδρον, οὔτε ὑπάρχει καμμία ἔκθεσις, ὅτι ἐψηφίσθη τοιαύτη πρᾶξις, οὔτε πρακτικὸν ἐπισυναφθὲν μετὰ τῶν προτάσεων τῶν ὑπουργῶν πρὸς κύρωσιν· εἶναι δὲ ἄπορον πῶς ἄνευ πρακτικοῦ ὑπογεγραμμένου παρὰ τοῦ προέδρου, ἄνευ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἄνευ ἐκθέσεως τῶν ἁρμοδίων ὑπουργῶν, αὐταὶ αἱ πράξεις φαίνονται κυρωθεῖσαι. Ἀπὸ τῆς 24 Μαρτίου 1875 καὶ πέραν δὲν ὑπάρχει κἀνὲν πρακτικὸν ὑπογεγραμμένον. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι δὲν ἔχουν οὔτε τὸν τύπον πράξεως τὰ γενόμενα καὶ ἀποφασισθέντα ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας τοῦ Μαρτίου ε. ε. καὶ ὅτι δὲν συνέπραξαν εἰς κατάρτισιν καὶ ψήφισιν αὐτῶν οὐδὲ 85 βουλευταὶ, οἵτινες ἐθεωρήθησαν ἐκ πρωτοβουλίας τῶν ἐγκαλουμένων ὑπουργῶν ὡς ἀποτελοῦντες νόμιμον ἀπαρτίαν. Ἀφοῦ δὲ οἱ ὑπουργοὶ ἦσαν ἐν γνώσει ὅλων τούτων τῶν ἐλλείψεων, οὐδαμῶς ἦτον ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτοὺς νὰ ὑποβάλωσιν εἰς κύρωσιν καὶ νὰ δημοσιεύσωσι καὶ ἐκτελέσωσι τοιαύτας μηδὲν κῦρος ἐχούσας πράξεις ὡς νόμους τοῦ Κράτους· ἑπομένως ἀντεποιήθησαν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἢ ἀρχὴν μὴ ἐπιτετραμμένην εἰς αὐτοὺς ἐπὶ σκοπῷ βλάβης καὶ ἀπάτης τοῦ Κράτους.
§79ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Πρόκειται, κύριοι, νὰ ἐξασκήσητε ἓν τῶν σπουδαιοτάτων δικαιωμάτων τοῦ Κοινοβουλίου, δύναμαι δ’ εἰπεῖν τὸ σπουδαιότατον πάντων, πρόκειται ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν καὶ ἂν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος εἶναι σπουδαῖαι, σπουδαιοτάτη πασῶν εἶναι τὸ ψηφίζειν τοὺς φόρους· ἀλλ’ ἄνευ τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν οὐδέν ἐστί, διότι αὕτη ἐστὶν ἡ κύρωσις πάντων τῶν ἄρθρων καὶ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς τοῦ Συντάγματος. Τὰ ἔθνη τὰ ἐλεύθερα διακρίνονται ἰδίως διὰ τῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, τὸ γὰρ μὴ αἱρεῖσθαι τὰς ἀρχὰς μηδ’ εὐθύνειν ἀνδραποδῶδέ ἐστι. Ἐν συνταγματικαῖς βασιλείαις τὸ αἱρεῖσθαι τὰς ἀρχὰς δὲν ὑπάρχει πλὴν ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ συστήματι τῷ ὑποδεικνύειν τὴν ὑπερτάτην ἀρχὴν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶναι πλῆρες αὐτὸ τὸ δικαίωμα πρέπει νὰ ᾖναι πληρέστατον τὸ δεύτερον, ἡ αὐστηροτάτη εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν. Ἱστορικῶς δύναται νὰ βεβαιωθῇ, κύριοι, ὅτι τὰ ἔθνη τόσῳ μᾶλλον προήχθησαν ἐκ τῆς ἐλευθερίας, τόσῳ μᾶλλον προήχθησαν εἰς ἀκμὴν δυνάμεως, εἰς πλοῦτον, ὅσῳ μᾶλλον ἀμείλικτα ὑπῆρξαν ἐν τῷ εὐθύνειν τοὺς ὑπουργοὺς, ὅσῳ πλείστας δίκας εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν ἐδίκασαν, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς ἀναφέρω τὴν Ἀγγλίαν. Εὐτυχῶς ἡ Βουλὴ αὕτη, ἀσκοῦσα τὴν ὑπερτάτην αὐτὴν τῶν προνομιῶν, σεμνύνεται καὶ ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης διὰ τὰς ἄχρι τοῦδε δίκας, τὰς ὁποίας ἐπεδίωξεν ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων· σεμνύνομαι δὲ ὅτι καὶ εἰς τὴν πρώτην ἔλαβον συνεργότατον μέρος τὴν κατὰ τῶν ὑπουργῶν τοῦ αἵματος, καὶ εἰς τὴν δευτέραν παρὼν ἤμουν, καὶ σήμερον εὐχαρίστως ἔλαβον τὸν λόγον νὰ κατηγορήσω. Ἡ θέσις ἡ ἰδική μου ἡ προσωπικὴ συμβαίνει νὰ ἔχῃ τι ἰδιάζον καὶ ἔν τισί εἰμι κατὰ τῶν ὑπουργῶν ἔν τισι δὲ πάλιν εἰμὶ μετὰ τῶν ὑπουργῶν καὶ πρὸς οὐδένα συμφωνῶ, οὔτε πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, οὔτε πρὸς τὴν μειονοψηφίαν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, καί τοι λέγω, αἱ πράξεις αἱ ὁποῖαι κατηγοροῦνται κατὰ τῶν ὑπουργῶν εἶναι ὅλαι σχεδὸν κολάσιμοι. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, κυρίως ὁμιλῶ περὶ τῶν πράξεων τῶν ἀποδιδομένων ὡς ἐγκληματικῶν εἰς τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη τὴν 30 Νοεμβρίου καὶ τὴν 19 Μαρτίου μετὰ τῶν συνεπειῶν των· εἰς ἐμὲ δὲ συμβαίνει ὅτι κατὰ μὲν τὴν 30 Νοεμβρίου ἐτάχθην ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη κατὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐνεργῶς, κατὰ δὲ τὴν 19 Μαρτίου ἐτάχθην ἐνεργότατα μετ’ ἀγανακτήσεως καὶ μέχρι φρενιτιάσεως κατὰ τοῦ πραξικοπήματος κατὰ τοῦ ὑπουργείου. Ἐκ τῶν δύω αὐτῶν περιστάσεων κἄπως ἦτο εἰδικώτερον τὸ καθῆκόν μου νὰ λάβω ὅπως εἶπον τὸν λόγον. Ἰσχυρίζομαι ὅτι διὰ τὴν πρᾶξιν τῆς 30 Νοεμβρίου δὲν ἔχετε τί νὰ κατηγορήσητε, καὶ ἡ κατηγορία κατ’ ἐμὲ εἶναι παράβασις ὅρου τινὸς τοῦ Συντάγματος, τιμωρουμένου κατ’ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα καὶ οὐχὶ κατὰ τὸν ποιν. νόμον. Θέλω διέλθει, κύριοι, τὰ τῆς 30 Νοεμβρίου ἐν συνόψει. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἡ 30 Νοεμβρίου ἐγγράφει ὡς ἀρχὴν τὴν ἀπαρτίαν ἐξ 96· λάβετε ἀκριβῆ σημείωσιν· ἡ 30 Νοεμβρίου θεωρεῖ ἱερὰν τὴν ἀπαρτίαν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 96· ἡ 19 Μαρτίου ὅλως ἀντιθέτως, θεωρεῖ νόμιμον ἀπαρτίαν τὸν ἀριθμὸν 85, καὶ ἐνῷ θεωρεῖ τὸν ἀριθμὸν 85 νόμιμον ἀπαρτίαν καταβαίνει εἰς τὸν ἀριθμὸν 82. Ὅλως διόλου, λέγω, διάφορος εἶναι ἡ τύχη τῶν δύω ἡμερῶν· ἡ 19 Μαρτίου εἶναι ἀναίρεσις τῆς 30 Νοεμβρίου· κατ’ ἐμὲ τὴν 30 Νοεμβρίου ἡρμηνεύετο τὸ Σύνταγμα ὀρθῶς, διότι οὐδεὶς προὐτίθετο ἐπιβουλὴν κατὰ τοῦ Συντάγματος, ἐφηρμόζετο δὲ κακῶς κατὰ τὰς ἀξιώσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως· ἐγὼ δὲ εἶχον ἐναντίαν γνώμην, διότι οἱ τύποι πάντες ἐσώζοντο. Κατὰ τὴν 19 Μαρτίου οὐχί· ἀρχίζει τὸ ξεύτισμα τοῦ Συντάγματος, διὰ τοῦτο ἀμέσως ἀντετάχθην καὶ ἀναβὰς εἰς τὸ βῆμα ἀπεκάλεσα τὴν πρᾶξιν προδοσίαν, καὶ δὲν μετανοῶ, ὅτι ἐστηγμάτισα οὕτω αὐστηρῶς τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, καί τοι μὴ θεωρῶν αὐτὴν σήμερον προδοσίαν πλήρη· διότι λέγω ὡς προδοσίαν τοὐλάχιστον ἀρχομένην δύναμαι καὶ σήμερον νὰ τὴν ὑποστηρίξω, διότι ὅταν ξευτίζει τις, ἄλλο σήμερον, ἄλλο αὔριον, ἄλλο μεθαύριον, ποῦ θὰ φθάσῃ; θὰ φθάσῃ βεβαίως εἰς τ’ ἀποτέλεσμα τῆς καταδαφίσεως τοῦ οἰκοδομήματος· οὐχ ἧττον θέλετε ἰδεῖ ὅτι δὲν ὑποστηρίζω, ὅτι ὑπάρχει προδοσία ἐσχάτη πλήρης. Τὰ ὑπὲρ τῆς 30 Νοεμβρίου ἐν δυσὶ λέξεσιν εἶναι τὰ ἑξῆς· ἐπιβεβαιοῦται δι’ ἐπισήμου ἐγγράφου τῆς Βουλῆς, ὅτι ἤρξατο ἐν νομίμῳ ἀπαρτίᾳ ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς παρόντων βουλευτῶν 103. Ἰσχυρίζετο ἡ ἀντιπολίτευσις, ὅτι κατόπιν ἀπῆλθόν τινες βουλευταὶ, ἀλλ’ ἡ ὑπουργικὴ φάλαγξ εἶπεν, ἐὰν ἀπῆλθον εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ, διότι ἔπρεπε νὰ δηλώσουν, ὅτι ἀπέρχονται διὰ νὰ γείνῃ ἀφαίρεσις ἀπὸ τοῦ ἀριθμοῦ, καὶ ἂν ὁ ἀριθμὸς κατέβαινε κάτω ἀπὸ 96, διελυόμεθα· ἀλλ’ ἐπειδὴ μόνος ὁ Παπαγεωργίου εἶχε δηλώσει παρὼν κατὰ τὴν συγκρότησιν τῆς Βουλῆς ὅτι ἀπέρχεται καὶ μόνος αὐτὸς ἀφῃρέθη, συνεπέρανεν ἡ συμπολίτευσις ὅτι ὑπάρχει νόμιμος ἐτυμηγορία ὅτι καὶ ἂν δὲν ἦτο ἀπαρτία, ὑπῆρχε τεκμήριον περὶ τῆς ὑπάρξεως αὐτῆς μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς. Τῷ ὄντι, κύριοι, πιστεύω ὅτι δύναμαι νὰ τὸ βεβαιώσω ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, ὅτι ὀλίγοι τινὲς νόμοι ἐψηφίσθησαν, ἀπαρτίας ὑπαρχούσης ἀπὸ τὸ 1865 μέχρι σήμερον. Ἀπαρτία πλήρης εἶναι μόνον ὅταν ἡ Βουλὴ ἐξασκεῖ τὴν πολιτικὴν αὐτὴν δικαιοδοσίαν, ὅταν συζητῇ ἐπερώτησίν τινα, ὅταν ὡς Κοινοβούλιον λειτουργῇ, ἐλέγχον τὴν ἀρχὴν ἢ ἀντιματατοπίζον τὴν βασιλείαν· ὅταν δὲ συζητοῦνται νόμοι ἢ κοινὰ συμφέροντα, εἰς τὰ ὁποῖα οὐδεμία διάκρισις ὑπάρχει μεταξὺ κομμάτων, μεταξὺ πολιτικῶν ἀποχρώσεων, μεταξὺ πολιτικῶν ἰδεῶν, ὁ μὲν ἀνατίθησι τῷ δὲ τὴν ἐντολὴν καὶ οἱ παρόντες ἀντιπροσωπεύουσι πάντας· τοῦτο δὲν τὸ ὑποστηρίζω ὡς ἀρχὴν νόμιμον, τὸ βεβαιῶ ὡς γεγονὸς, ὅτι σπουδαιόταται συζητήσεις ἐγένοντο, ἀπαρτίας μὴ ὑπαρχούσης. Ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας συνεζήτησα ἐπὶ τοῦ συστήματος περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, τὸ ὁποῖον ἦτο σπουδαιότατον, ὡσαύτως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τῆς καταδιώξεως τῆς λῃστείας, καὶ ἐπὶ ἑκατέρας τῶν περιπτώσεων ἐνθυμοῦμαι, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἀπαρτία, ὑπῆρχε μόνον τεκμήριον ὅτι ὑπῆρχε.
§80ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόσῳ δὲν γίνεται ἔνστασις.
§81ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὅταν γίνεται ἔνστασις, διαφέρει τὸ πρᾶγμα (θόρυβος). Μὴ μὲ διακόπτετε, κύριοι, θ’ ἀπαντήσω, διότι εἶμαι κατηγορούμενος (θόρυβος). Πρόκειται ἤδη περὶ μιᾶς δικανικῆς λειτουργίας τῆς Βουλῆς, πρόκειται νὰ ἐξασκήσωμεν καθήκοντα κατηγόρου ἐνώπιον μιᾶς ἀρχῆς ἀνεξαρτήτου ἀπὸ ἡμᾶς καὶ ἐν ἰσηγορίᾳ διατελούσης πρὸς ἡμᾶς. Τὴν ἔνστασιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ῥούκης ἐπρότεινε τότε, τὴν ἔχω ὑπ’ ὄψιν καὶ ἀπήντησα καὶ ἄλλοτε ἐπικαλούμενος τὰ ἄρθρα 29 καὶ 30 τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Κανονισμοῦ λέγει ῥητῶς, οὐδεμία πρότασις γίνεται δεκτὴ, ἐὰν δὲν ὑποστηρίζεται ὑπὸ δέκα βουλευτῶν (θόρυβος καὶ διακοπαὶ).
§82ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ τὰ σωστά σου ὑποστηρίζεις αὐτὰ τὰ πράγματα; (θόρυβος).
§83ΑΛ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἦλθες ἐνταῦθα νὰ κατηγορήσῃς τὴν Βουλὴν, ἡμᾶς οἱ ὁποῖοι ἐλάβομεν μέρος ἐνεργὸν εἰς τὴν 30 Νοεμβρίου. Μέχρι τινὸς εἴχετε δίκαιον· (θόρυβος). Εἶναι παραδεδεγμένον εἰς τὰ χρονικὰ τῆς Βουλῆς ὅτι ὁ πρόεδρος ὀφείλει νὰ ἐφαρμόζῃ τὸν Κανονισμὸν (θόρυβος καὶ διακοπαὶ).
§84ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐγὼ θὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ἡ Βουλὴ ὑπεστήριξε........ (θόρυβος καὶ διακοπαὶ).
§85ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία Βουλή; οἱ ὀγδοήκοντα!
§86Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οἱανδήποτε γνώμην καὶ ἂν ἔχῃ ὁ ἀγορεύων, πρέπει νὰ τὸν ἀφήσωμεν νὰ τὴν ἐκφέρῃ ἐλευθέρως. Ἂς μὴ ταράσσεται κανείς.
§87ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Συμβαίνει νὰ μὴ ἦμαι σύμφωνος οὔτε μὲ τὴν μειονοψηφίαν, οὔτε μὲ τὴν πλειονοψηφίαν· μήπως ἡ ἀποστολὴ τοῦ βουλευτοῦ εἶναι νὰ κατατάσσεται εἰς ἕνα ἢ εἰς ἄλλο μέρος; ἡ ἀποστολὴ τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἄλλη.
§88ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Παρακαλέσατε τὸν ἀγορεύοντα, κύριε πρόεδρε, νὰ ὁμιλῇ δυνατώτερα, διότι δὲν ἀκούομεν.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει δυνατὴν φωνήν· ἡσυχάσατε σεῖς καὶ μὴ θορυβεῖτε, ἵνα ἀκούετε.
§90ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν ψηφίζω κατηγορίαν διὰ τὴν πρᾶξιν τῆς 30 Νοεμβρίου (θόρυβος καὶ διακοπαί). Εἶπον τότε καὶ ἐπαναλαμβάνω ἤδη, ὅτι πᾶσα πρότασις εἶναι ἀπαράδεκτος, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅταν δὲν ὑποστηρίζεται ὑπὸ 10, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὸ ἄρθρον 29. Εἶπον τότε, ὅτι κατὰ τὸ 30 ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι μία μόνον ὑπάρχει περίπτωσις καθ’ ἣν εἷς μόνον ἐπιβάλλει τὴν θέλησίν του εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ πράξῃ ἄλλως, καὶ ἐκ τούτου ἐξήγαγον συμπέρασμα ἀντίθετον. Ὅταν ὁ Κανονισμὸς ἤθελε καὶ τὴν περίπτωσιν τῆς μὴ ἀπαρτίας νὰ σημειώσῃ διὰ τοῦ ἑνὸς, ἔπρεπε ῥητῶς νὰ τὸ διαγράψῃ. Καὶ τότε ἐπεκαλέσθην καὶ τώρα ἐπικαλοῦμαι τρεῖς ἀποφάσεις τῆς Συνελεύσεως. Ἐπικαλοῦμαι δὲ ταῦτα ἵνα φέρω πρότασιν νὰ ἑρμηνευθῇ ὁ Κανονισμός. Ἀνέκαθεν ἤμην κατὰ τοῦ δικαιώματος ἑνὸς βουλευτοῦ νὰ προκαλῇ ἀπαρίθμησιν τῶν βουλευτῶν. Αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι, τοὺς ἐπρότεινα οἱονεὶ διαμαρτυρόμενος, ἢ μᾶλλον προλογιζόμενος εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν κατόπιν θέλω ὑποστηρίξει νὰ διαιρεθῇ τὸ ζήτημα, διότι δὲν δύναμαι νὰ ψηφίσω ἐγὼ κατὰ τῶν πράξεων τῆς 30 Νοεμβρίου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου φρονῶ καὶ ἕτερόν τι ὑπὲρ τῆς 30 Νοεμβρίου, ὅτι εἶναι δεδικασμένη, διὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς τῆς 3 Δεκεμβρίου, ἡ ὁποία ἐν ἀπαρτίᾳ οὖσα ἀπεφήνετο ὅτι ἀποῤῥίπτει τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἰωάννου Μεσσηνέζη, τὴν ἀφορῶσαν τὴν ἀκύρωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς 30 Νοεμβρίου, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς 29 Νοεμβρίου.
§91ΧΟΪΔΑΣ. Ἡ παροῦσα Βουλὴ ἠκύρωσεν ὅλας τὰς πράξεις.
§92ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει δεδικασμένον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ἐδῶ πρόκειται περὶ τεκμηρίων. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ πρᾶξις τῆς 19 Μαρτίου ἔχει διάφορον χαρακτῆρα· διότι μετὰ τὴν 3 Δεκεμβρίου ἐγένετο συνεδρίασις, ἐγένετο ἀπαρίθμησις, ἐκφώνησις τοῦ καταλόγου καὶ εὑρέθημεν 92 καὶ διελύθημεν· παρόντες ἦσαν οἱ ὑπουργοὶ, ἄλλοι ἄνδρες νομικοὶ, πεπειραμένοι καὶ γνωρίζοντες τὰ προηγούμενα· οὐδεὶς ἰσχυρίσθη, ὅτι ἀπαρτία ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ κατωτέρω τῶν 96· κατόπιν ἐγένοντο πολλὰ συμβούλια καὶ τέλος ἀπεφασίσθη τὸ πραξικόπημα, ἢ τοῦ ὕψους ἢ τοῦ βάθους· τὴν 19 Μαρτίου ἀπεφασίσθη νὰ βαδίσωσιν ἐμπρὸς ὁπωσδήποτε, ἐκ προθέσεως ἄνευ ἀπαρτίας, καὶ οὐχὶ τυχαίως, καὶ ἐγένετο μέγα σκάνδαλον· διότι πιθανὸν καὶ κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου νὰ μὴ ὑπῆρχεν ἀπαρτία, ἀλλὰ δὲν ἐγεννήθη σκάνδαλον. Τὴν 19 Μαρτίου ὅμως ἐκηρύχθη ἀρχὴ ἐπίσημος ὑπὸ τοῦ προέδρου, ἀντίθετος εἰς μίαν ἐπίσημον ἐγγύησιν τοῦ Συντάγματος, ὅτι δύναται καὶ ἡ μειονοψηφία τῆς Βουλῆς ν’ ἀντιπροσωπεύῃ τὸ Ἔθνος καὶ νὰ ἐξασκῇ τὴν ὑψηλὴν αὐτοῦ κοινοβουλευτικὴν λειτουργίαν. Εἶπον, κύριοι, μειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, διότι ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 96 ἔχετε μειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Ὁ ἀριθμὸς 96 δὲν ἐξελέχθη ὡς ἔτυχε, ἀλλ’ ἔχει λόγον, καθ’ ὅσον ἡ πλειοψηφία τῶν ψηφοφόρων ἀντιπροσωπεύεται διὰ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἥτις ἀντιπροσωπεύει τὸν λαὸν, καὶ λογικῶς δὲν δύναται νὰ καταβῇ κάτω τοῦ ἀριθμοῦ 96, διότι καταντῶμεν εἰς τὸ ἄτοπον ἡ μειονοψηφία νὰ παριστᾷ τὸν λαόν. Πᾶσα ἄλλη δοξασία εἶναι σόφισμα, οὐδὲν κῦρος δυνάμενον νὰ ἔχῃ ἀπέναντι τῆς λογικῆς ἑρμηνείας, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός. Ἐγὼ οὐδόλως ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ ἀπαρτία καταρτίζεται ἐξ 96, καὶ σεῖς οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἔχετε, καὶ οὐδέποτε ἠγέρθη δισταγμὸς ἀπὸ τὸ 44 μέχρι τοῦδε. Ἀγνοοῦμεν τὸ εἰδικὸν δικαστήριον τί θὰ ὑποστηρίξῃ, ἐγὼ λέγω, καὶ ὑποστηρίζω ὅτι χρειάζεται πάντοτε πλειονοψηφία πρὸς παράστασιν τοῦ ἔθνους. Τώρα παρεβιάσθη ἡ ἀπαρτία· τίνι προθέσει; διότι πρόκειται περὶ ποινῆς, καταδιώξεως, περὶ κολασίμου πράξεως, καὶ τὸ ἐσωτερικὸν στοιχεῖον εἶναι σπουδαιότατον. Ἡ πρᾶξις τίνα σκοπὸν εἶχεν; εἰς τοῦτο πλέον ἄδηλόν τις ὁ σκοπός· ἦτο σκοπὸς καταλύσεως τοῦ Συντάγματος; Καὶ διατί δὲν προέβησαν εἰς τὴν κατάλυσιν αὐτοῦ; (θόρυβος καὶ διακοπαί).
§93ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἔθνος ἐξηγέρθη.
§94ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Πρῶτος ἐγὼ ἐξηγέρθην, καὶ ἂν προετίθεντο νὰ καταργήσουν τὸ Σύνταγμα, εἶναι ἔγκλημα προδοσίας· ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν τὸ κατήργησαν...; (θόρυβος). Κύριοι, προβαίνω οὕτως, διότι ἔχω σκοπὸν νὰ ἀναιρέσω τὰ ἑξῆς· ὅτι εἶναι ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας, κατόπιν ὅτι εἶναι ἀντιποίησις ἀρχῆς καὶ κατόπιν ὅτι εἶναι κυρίως πλαστογραφία, κατόπιν θὰ ὑποστηρίξω ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἔκαμε μέγα ἔγκλημα ἐπεμβὰν εἰς τὰς ἐκλογάς, καὶ ἰδίως εἰς τὴν ἐκλογὴν Ἀττικῆς, ὅτι μέγα ἔγκλημα ἔπραξε παραβιάσαν οὐχὶ τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ ὅρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἔχει διαφοράν. Λέγω λοιπὸν ὅτι, καὶ ἂν προετίθεντο τὴν κατάλυσιν τοῦ Συντάγματος, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι εἶναι ἐσχάτη προδοσία, διότι βία δὲν ἔγεινε, καὶ ἐγὼ εἶμαι ὁ καλλίτερος μάρτυς νὰ σᾶς εἴπω ἐὰν ἔγεινε βία. Τί δὲ εἶναι ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας; Οὐχὶ ἡ παραβίασις ὅρου τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ ἡ ἀντικατάστασις αὐτοῦ διὰ τῆς δημοκρατίας, ἰδίᾳ διὰ τῆς μοναρχίας, ἢ διὰ τῆς δεσποτείας. Ἔγκλημα λοιπὸν ἐσχάτης προδοσίας δὲν εἶναι. Μήπως εἶναι ἀντιποίησις ἀρχῆς; Ὄχι· διότι αὕτη γίνεται ὑπὸ μὴ ἄρχοντος, καὶ κατ’ οὐδένα λόγον συμφωνῶ μὲ τὸν ἔντιμον φίλον μου κ. Μαυρομαρᾶν, ὅτι δύναται νὰ ὑπαχθῇ ἡ ψήφισις νόμων ἄνευ ἀπαρτίας ἢ ἡ κύρωσις νόμων τοιούτων ὑπὸ τοῦ Βασιλέως κατὰ πρότασιν τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν καὶ ἡ δημοσίευσις αὐτῶν, κατ’ οὐδένα λόγον δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 229, διότι τοῦτο ἀφορᾷ ἰδιώτας ἀντιποιουμένους ἀρχήν· ὅταν δὲ ἄρχων τις παραβαίνει τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ καὶ ἀντιποιεῖται ἑτέραν ἀρχὴν, ὑπάγεται εἰς ἕτερον κεφάλαιον, καὶ ἐπειδὴ φυσικώτερον εἶναι νὰ ὀνομασθῇ ἔγκλημα ὑπερβάσεως, ὀνομάζεται ὑπέρβασις, μολονότι εἶναι ἀντιποίησις. Τώρα εἶναι ὑπέρβασις, ὅταν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἡ Βουλὴ, ἐξασκεῖ νομοθετικὰ ἔργα, τὰ ἐξασκεῖ δὲ οὐχὶ τηροῦσα τὸν κανονισμὸν, οὐχὶ τηροῦσα ἐγγυήσεις τινὰς ἐπιβαλλομένας ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, τοῦτο εἶναι ὑπέρβασις ἀρχῆς ἀξιόποινος; Λέγω ὄχι· τὸ ἄρθρον 176 καὶ τὰ ἑπόμενα προβλέπουσι τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ παραβαίνει τῶν καθηκόντων αὐτῆς καὶ ἐξασκεῖ νομοθετικὴν ἐξουσίαν· ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δικαστικὴν ἀρχὴν, δὲν ἔχομεν ὑποκείμενον τοῦ ἐγκλήματος, τὸ ἄρθρον προβλέπει τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ ἐξασκοῦσι νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ ῥητῶς ἀναφέρονται, καὶ ἐδῶ δὲν ἔχομεν δικαστικὴν ἀρχὴν ἐξασκοῦσαν νομοθετικὰ καθήκοντα· καὶ ἂν ὁμοιάζῃ ἡ πρᾶξις κατά τι, δὲν μᾶς ὠφελεῖ, διότι ἐξ ἀναλογίας ποιναὶ δὲν ἐπιβάλλονται· τὰ ἄρθρα ἔχουσιν ὑποκείμενον τοῦ ἐγκλήματος τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν καὶ τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, καὶ ἐδῶ ἔχομεν νομοθετικὴν ἀρχὴν ὡς πρὸς τὴν Βουλὴν, ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ὡς πρὸς τὸ Στέμμα, καὶ ἂν γενικῶς θεωρεῖται ἔγκλημα ὅταν ὑπερβαίνῃ μία ἀρχὴ τὰ καθήκοντά της ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον, δὲν θεωρεῖται δὲ ὡς πρὸς τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐξασκεῖ, ἐὰν π. χ. δικαστήριον ἀντιποιεῖται δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία φύσει δὲν ὑπάγεται εἰς αὐτὸ, καὶ ἰδίως ἐὰν ἀντιποιῆται νομοθετικὴν ἀρχὴν, τιμωρεῖται, ἐὰν ὅμως ἓν δικαστήριον ἀντὶ νὰ συνεδριάσῃ δημοσίᾳ ὡς ὠφείλει, δὲν συνεδριάζει δημοσίᾳ, δὲν σημαίνει ὅτι ἔκαμεν ὑπέρβασιν καθηκόντων, δὲν πράττει ἀξιόποινον πρᾶξιν. Διάφορα ἄλλα παραδείγματα ἠδυνάμην νὰ φέρω ἵνα ὑποστηρίξω τὴν ἑξῆς πρότασιν· ὅταν μία ἀρχὴ ἐξέρχεται τοῦ ἀντικειμένου τῆς δικαιοδοσίας της, πράττει ὑπέρβασιν καθηκόντων, ὅταν δὲ περιορίζεται ἐν τῷ ἀντικειμένῳ ἄνευ τῶν νομίμων διατυπώσεων, τότε πράττει παράβασιν καθήκοντος, διότι εὑρίσκεται ἐν τοῖς καθήκοσιν αὐτῆς. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ τὴν 19 Μαρτίου, ἐξασκοῦσα νομοθετικὴν ἐξουσίαν ὡς οὐκ ἔδει παρὰ τοὺς τύπους, παρὰ τὰς ἐγγυήσεις τὰς συνταγματικάς, ἐξήσκησεν ἐξουσίαν νομοθετικῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁπωσδήποτε....
§95ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἦτο Βουλή, ἦτον ἄτομα.
§96ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Καλὰ μοὶ τὸ ἐνθυμίσατε. Δὲν ἔπραξεν ὑπέρβασιν καθηκόντων ἀλλὰ παράβασιν, καὶ οἱ ὑπουργοὶ δὲν πιστεύω νὰ εὐθύνωνται διὰ τὰς πράξεις τῆς 19 Μαρτίου, ἢ τοὐλάχιστον δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ ὑποδειχθῇ ὅτι εὐθύνονται, καὶ ἐδῶ γεννᾶται μέγα ζήτημα: οἱ βουλευταὶ εἶναι ὑπεύθυνοι διὰ τὴν 19 Μαρτίου; δύνανται οἱ ὑπουργοὶ νὰ ᾖναι ὑπεύθυνοι; ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι εἶναι ὑπεύθυνοι· ὁ συμπράττων μετ’ ἀνευθύνου, ἂν αὐτὸς δὲν εἶναι ἀνεύθυνος, εἶναι ὑπεύθυνος· καὶ ἠδυνάμην νὰ παραδεχθῶ ὅτι διὰ τὴν 19 Μαρτίου ἂν ἡ πρᾶξις ἐκείνη ἦτον ἀντιποίησις ἀρχῆς εὐθύνονται οἱ ὑπουργοί, ἀλλὰ δὲν ἦτο ἀντιποίησις ἀρχῆς, πρῶτον αὐτό, καὶ δεύτερον δὲν ὑπάρχουσιν αἱ ἀποχρῶσαι ἐνδείξεις. Διὰ τοῦτο μεταβαίνω εἰς τὴν κύρωσιν· ἡ κύρωσις εἶναι πρᾶξις ἄνευ τῆς ὁποίας τὰ νομοθετήματα ταῦτα δὲν ἤθελον λάβει ὑπόστασιν, καὶ ἑπομένως οἱ ὑπουργοὶ συνέπραξαν εἰς βαθμὸν αὐτουργοῦ, ἑπομένως ὅσοι ἐπείσθητε ὅτι τῷ ὄντι ἡ Βουλὴ ἔκαμεν ἀντιποίησιν ἀρχῆς δύνασθε νὰ παραπέμψητε εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον τοὺς ὑπουργοὺς τοὐλάχιστον διότι ἐπρότειναν εἰς τὸν βασιλέα τὴν κύρωσιν τῶν νόμων αὐτῶν, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν πείθομαι ὅτι δύναται νὰ λάβῃ τὸν χαρακτῆρα τῆς ἀντιποιήσεως τῆς ἀρχῆς ἡ κύρωσις, διότι δὲν ἦσαν ἰδιῶται· δύνασθε νὰ τοὺς τιμωρήσητε πειθαρχικῶς. Μοὶ εἶπέ τις ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἦτον ἐν ἀπαρτίᾳ καὶ δὲν ἦτο Βουλή, καὶ ἂν ἤθελεν εἰσβάλῃ λόχος τις καὶ ὅρμα κατὰ τῶν βουλευτῶν ἐκείνων ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν θὰ ἦτο κατὰ τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ στοιχεῖα τῆς Βουλῆς θεωρῶ τὴν ἐκλογὴν τοῦ λαοῦ, τὴν νόμιμον συγκρότησιν τοῦ σώματος, τὴν ἐκλογὴν τοῦ προέδρου, τὸν προσδιορισμὸν τοῦ χρόνου καὶ τοῦ τόπου τῶν συνεδριάσεων. Ἡ Βουλὴ ὑφίσταται καὶ ἂν εἶναι πέντε καὶ ἂν εἶναι δύω (θόρυβος). Ἀμέσως θὰ πεισθῆτε. Ἡ ἀπαρτία εἶναι τοῦ στενοῦ δικαίου, εἶναι ἐξαίρεσις καὶ ὡς ἐξαίρεσις περιορίζεται εἰς τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ νόμου καὶ δὴ ἐνταῦθα τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Τί λέγει τὸ Σύνταγμα; δὲν λέγει ὅτι ἡ Βουλὴ ἄνευ ἀπαρτίας δὲν συνεδριάζει, ἀλλὰ δὲν συζητεῖ δὲν ἀποφασίζει, δύω πράξεις λοιπὸν διαφορετικαί, (θόρυβος) καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι ἐν τῷ ἀναγινώσκειν τὸν κατάλογον ὑπάρχει Βουλή, διότι ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου εἶναι πρᾶξις τῆς Βουλῆς.
§97ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν ὑπάρχει συνεδρίασις πρὸ τῆς ἀπαρτίας.
§98ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς εἴπω ἓν ἄλλο· πρὸ τῆς ἀπαρτίας ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ συζητῇ, ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἀκούῃ π. χ. ἀναφοράς. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει μόνον τὸ δικαίωμα τοῦ συζητεῖν καὶ τοῦ ἀποφασίζειν, δὲν ἔχει αὐτὸ μόνον, ἔχει καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἀκούῃ, καὶ νὰ ἀκούῃ ἀναφοράς· καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι ἐὰν μία Βουλὴ ἄνευ ἀπαρτίας ἀκούῃ ἀναφοράς, αἱ ἀναφοραὶ αὗται (γέλως) θεωροῦνται ἀνυπόσταται;.... ἐπαναλαμβάνονται ὅταν γείνῃ ἀπαρτία; (ἀνησυχίαι ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ ψιθυρισμοί). Διὰ νὰ πιστεύσητε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωσθῶσιν ἀναφοραὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἐν μὴ ἀπαρτίᾳ διατελούσῃ, πρέπει νὰ πιστεύσητε ὅτι ἡ ἀνάγνωσις τῆς ἀναφορᾶς εἶναι ἀπόφασις· ἐὰν μὴ δύναται νὰ φθάσῃ τις εἰς αὐτὸν τὸν βαθμόν, τότε θὰ πιστεύσῃ ὅτι ἡ ἀνάγνωσις ἀναφορᾶς εἶναι διάφορος τῆς συζητήσεως καὶ ἀποφάσεως. Ἐκτὸς αὐτοῦ, κύριοι, τὸ κατ’ ἐμὲ ὑποστηρίζω ὅτι καὶ ἡ ὅρκισις δύναται νὰ γείνῃ ἐνώπιον Βουλῆς μὴ ἐν ἀπαρτίᾳ.
§99ΤΙΝΕΣ. Διατί ἔφυγες;
§100Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἀφίνετε τὸν ἄνθρωπον νὰ εἴπῃ ὅ,τι θέλει;
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ νέαι θεωρεῖαι γεννοῦν ἐντύπωσίν τινα πάντοτε.
§102ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὁ κύριος πρόεδρος τὰς ὀνομάζει νέας θεωρείας (θόρυβος).
§103Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐμπρὸς, ἐμπρὸς, κύριε Ῥοντήρη.
§104ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ποῦ νὰ σὲ ἀφήσουν. Ἡ ἀνάγνωσις ἀναφορᾶς θεωρεῖται συζήτησις; ἡ ὅρκισις θεωρεῖται συζήτησις; ἐγὼ ὅστις λέγω ὅτι ἡ ὅρκισις ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ ἐν μὴ ἀπαρτίᾳ, ἐμπόδισα νὰ γείνῃ, διότι δὲν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ἀλλὰ ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἀπόφασις. Λοιπὸν ὅταν δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίῤῥησις, οὔτε πρόκειται νὰ γείνῃ συζήτησις, οὔτε νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις, ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ καὶ εἶναι λίαν ἐπιβλαβὴς ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν νομίζουν τινὲς ἐλευθεριάζοντες ὅτι πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Βουλή. Εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνον ἡ Βουλὴ ἐν μὴ ἀπαρτίᾳ ν’ ἀποφασίζῃ καὶ συζητῇ, ἀλλὰ τοιαύτη Βουλὴ δύναται νὰ δεχθῇ τὸ ἄτομον, ὑποβάλλον ἀναφοράς. Ἐν τούτοις, κύριοι, ὅλα τὰ ἄλλα ἠμποροῦν νὰ ἀμφισβητηθῶσι καὶ ἠμφισβητήθησαν καὶ πολύ. Τίς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι προκύπει ἐκ τῶν καταθέσεων διαφόρων μαρτύρων ἐξετασθέντων ἐνώπιον τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς ὅτι ἔλαβον χώραν ἐπεμβάσεις κατὰ τὴν ἐκλογὴν Ἀττικῆς; Ἐγὼ οὐ μόνον αὐτὸ πιστεύω, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι ἔλαβον χώραν ἐπεμβάσεις καὶ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς Ἀττικῆς, καὶ ἀπορῶ πως τοιαύτη πρᾶξις, ἥτις μετέχει τὸ στοιχεῖον ἐσχάτης προδοσίας, ἐπ’ αὐτῆς δὲν ἔγεινεν οὐδεμία κατηγορία. Διὰ τὴν ἐπέμβασιν κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν δὲν τοὺς κατηγορῶ, διότι οὐδεὶς νόμος τὴν ἀπαγορεύει μέχρι ποινῆς, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐπέμβασιν τῆς ἐκλογῆς Ἀττικῆς δὲν δύναμαι νὰ παραλείψω τὴν κατηγορίαν, διότι τὸ Α καὶ τὸ Ω εἶναι ἡ ἀποχὴ τῆς Κυβερνήσεως καὶ πασῶν τῶν Κυβερνήσεων ἀπὸ πάσης ἐπεμβάσεως κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ὡς πρὸς τοῦτο δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναπτύξω τίποτε, διότι διὰ τῆς ἐπεμβάσεως κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἔχομεν εἰδικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος τιμωρεῖ ἐλαφρῶς μὲν τὸν ἐπεμβαίνοντα, ἀλλὰ στερεῖ αὐτὸν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων· πλειότερα ἔχω νὰ εἴπω διὰ τὴν παράβασιν τοῦ 56 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Τώρα ὅλοι βλέπομεν ὅτι παρεβιάσθη αὐτὸ τὸ ἄρθρον, ὅλοι τὸ βλέπομεν καὶ ὅλοι αἰσθανόμεθα ὅτι ἡ πρᾶξις εἶναι ἀξιόποινος, καὶ ἐν τούτοις δὲν εὑρίσκομεν πῶς νὰ τὴν τιμωρήσωμεν, πῶς νὰ τὴν στιγματίσωμεν. Τώρα εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι μία πρᾶξις τόσον φοβερὰ, τόσον ὀλεθρία διέλαθε τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, καὶ διῆλθεν ἄνευ παρατηρήσεως, καὶ δὲν προεβλέφθη οὐδεμία ποινὴ ὑπὸ οὐδενὸς νόμου; τοῦτο θὰ ἦτο μία ὕβρις κατὰ τῆς Ἐθνικῆς ἐκείνης Συνελεύσεως. Ἡ Συνέλευσις ἐκείνη προεῖδε διὰ τοῦ ἄρθρου 81 τοῦ Συντάγματος καὶ ἀπεφάνθη κυριαρχικῶς, ὅτι πᾶσα παράβασις νόμου καὶ πᾶσα παράβασις τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος, νομίζω λέγει, κατηγορεῖται ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ δικάζεται ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου. Τί ἔλλειψιν ἔχει τὸ ἄρθρον; παρέλειψε νὰ εἴπῃ μὲ ὁποίαν ποινὴν πρέπει νὰ τιμωρῶνται. Θ’ ἀποδείξω πρῶτον ὅτι τὸ ἄρθρον λέγει ὅτι πρέπει νὰ τιμωρῶνται, καὶ δεύτερον θὰ ἀναζητήσω τὰ στοιχεῖα, ἐξ ὧν δεικνύεται ὅτι εἶπε καὶ τὴν ποινὴν μὲ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ τιμωρῶνται. Τὸ ἄρθρον 81 τοῦ Συντάγματος λέγει· «Μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ εἰδικοῦ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμου, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ κατηγορῇ αὐτοὺς, καὶ τὸ κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἄρθρον δικαστήριον νὰ τοὺς δικάζῃ». Ἐγὼ λέγω καὶ τιμωρεῖ «ἕνεκεν ἐσχάτης προδοσίας, καταχρήσεως δημοσίας περιουσίας, παρανόμου εἰσπράξεως καὶ πάσης παραβάσεως τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων των». Τώρα μίαν ἀπορίαν ἔχω νὰ κάμω, ὅτι δὲ ἐγὼ δὲν πλαστογραφῶ προσθέτων καὶ νὰ τιμωρῇ θέλω τὸ ἀποδείξει· ἐὰν τὸ εἶχεν αὐτὸ οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπῆρχε ὅτι ἠδύνατο νὰ τοὺς τιμωρήσῃ, ἀλλὰ δὲν τὸ λέγει ῥητῶς, λέγει μόνον «τὸ .... δικαστήριον νὰ τοὺς δικάσῃ ἕνεκεν ἐσχάτης προδοσίας κλπ.». Ἀλλὰ, κύριοι, ἠμπορεῖτε νὰ ἀμφισβητήσητε ὅταν λέγῃ «νὰ τοὺς δικάσῃ», δὲν λέγει συγχρόνως ὅτι πρέπει νὰ τοὺς τιμωρῇ.
§105ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖος τὸ ἠμφισβήτησεν αὐτό;
§106ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Λοιπὸν οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ ὅτι τὸ ἄρθρον 81 λέγει ὅτι πρέπει οἱ ὑπουργοὶ νὰ τιμωρῶνται, ἀλλὰ δὲν λέγει μὲ ποίαν ποινήν. Ἐδῶ, κύριοι, εὑρισκόμεθα εἰς μίαν θεωρίαν ὑποστηριζομένην, ὅτι ὁσάκις πρᾶξίς τις κηρύσσεται ἀξιόποινος, καὶ ἂν δὲν ἀναφέρεται ῥητῶς, ἡ ποινὴ μὲ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ τιμωρῆται, οὐχ ἧττον ἡ πρᾶξις τιμωρεῖται κατὰ γενικὸν κανόνα καὶ τὴν ἐν γένει νομοθεσίαν. Κύριοι, καὶ παρὰ τοῖς ἀρχαίοις καὶ παρὰ τοῖς Ῥωμαίοις, καὶ ἐνώπιον τοῦ φυσικοῦ δικαίου, ὁ νόμος δὲν εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἐπάγῃ ποινήν, ἡ ποινὴ δὲν εἶναι τοσοῦτον ποταπῆς καταγωγῆς ὥστε νὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ νόμου καὶ νὰ ᾖναι πλάσμα τοῦ νόμου, διότι τοῦτο θὰ ἦτον αὐθαιρεσία· ἡ ποινὴ ἔγκειται ἐν τῇ φύσει τοῦ ἐγκλήματος, καὶ ἐπάγεται πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ προσβληθέντος δικαιώματος τοῦ ἀτόμου. Διὰ τοῦτο καὶ οἱ ἀρχαῖοι, ἰδίως ὅταν κατηγόρουν ὑπουργοὺς, εἶχον τὴν ποινὴν κατὰ διάκρισιν, αὐθαίρετον· καὶ ὅταν κατηγόρουν διὰ γραφὴν παρανόμων συμπεριελάμβανον πᾶσαν κατηγορίαν. Αὐτὴ ἡ κατηγορία δὲν εἶχεν ὡρισμένην ποινήν, ἐκεῖνος ὅστις κατηγόρει συγχρόνως διετύπωνε καὶ τὴν ποινήν, καὶ οὕτω ἐδικάζοντο καὶ ἐτιμωροῦντο κατ’ αὐτήν. Σᾶς εἶπον πρότερον ὅτι φυσικὴ συνέπεια τῆς πράξεως εἶναι ἡ ποινή, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ νόμος ῥητὸς, καὶ σᾶς ἀνέφερα ἓν παράδειγμα. Ἤδη δὲ καταφεύγω εἰς ἓν ἄλλο παράδειγμα, καταφεύγω εἰς τὸν μέγιστον ποινικολόγον τῆς γερμανικῆς ποινικῆς νομοθεσίας. Ὁ Φαγερμπὰχ λέγει «κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἑνὸς ποινικοῦ νόμου ἀπολύτου, ἀπεριορίστου, ὅστις οὔτε κατὰ τὸ εἶδος, οὔτε κατὰ βαθμὸν προσδιορίζει τὴν ποινὴν, δίδεται ἡ ἐκλογὴ μεταξὺ ἄλλων ποινῶν, τῶν ὑπὸ τῆς νομοθεσίας ἐν γένει ἀναγνωριζομένων». Ταῦτα λέγει ὁ Φαγερπάχ, τὰ ὁποῖα ἐπαναλέγω ἐγὼ διὰ τῶν ἑξῆς· ὅταν πρᾶξις ᾖναι ἀξιοτιμώρητος, καὶ ἐὰν δὲν λέγει ὁ νόμος, τιμωρεῖται διὰ ποινῆς ἐκ τῶν ἀναγνωριζομένων ὑπὸ τῆς ποινικῆς νομοθεσίας, τουτέστι καθ’ ἡμᾶς φυλακίσεως, εἱρκτῆς, προσκαίρων δεσμῶν, δεσμῶν διὰ βίου (θόρυβος)· ἀλλὰ ὁ Φαγερμπὰχ φέρει τὸ παράδειγμα ἐνταῦθα ῥητῶς διὰ δημοσίους ὑπαλλήλους, καὶ δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπικαλοῦμαι συγγραφεῖς ἁπλῶς ἢ τῶν προγόνων παραδείγματα, ἔχω τὸ τελειότατον τῶν Συνταγμάτων, τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει τὴν κατὰ διάκρισιν ποινήν. Καὶ συμπεραίνω ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦ παρ’ ἡμῖν Συντάγματος εἶναι μεταφρασμένον ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος. Ἰδοὺ τί λέγει «μεχρισοῦ ληφθῇ πρόνοια διὰ νόμου ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων ἔχει τὴν κατὰ διάκρισιν ἐξουσίαν νὰ κατηγορῇ ἕνα ὑπουργὸν, καὶ τὸ ἀκυρωτικὸν νὰ τὸν δικάζῃ» καὶ ἔχει ἀκόμη «νὰ χαρακτηρίσῃ τὸ ἔγκλημα καὶ ὑποστηρίξῃ τὴν ποινήν.» Βλέπετε ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις, καὶ εἶναι αὐτὴ τῆς κατηγορίας τῶν ὑπουργῶν, ὑπάρχει περίπτωσις καθ’ ἣν ἐπιτρέπει τὸ Σύνταγμα τὸ Βελγικὸν νὰ ἐπιβάλλεται ποινὴ μὴ ὑπὸ τοῦ νόμου προσδιοριζομένη.
§107ΤΙΝΕΣ. Παρὰ κάτω, ἀναγνώσατε.
§108ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Βλέπετε ὅτι ἐπιτρέπει τὴν κατὰ διάκρισιν ποινήν. Ἀλλὰ τώρα θὰ ἰδῆτε ὅτι καὶ ἡ Συνέλευσις ἐπρόβλεψεν. Ἄλλη παράγραφος ἐκεῖ διέγραψεν ἕνα ἀνώτατον ὅρον, ἀλλὰ τοῦτο δὲν θὰ εἰπῇ ὅτι δὲν ὑποστηρίζει τὴν ἀρχὴν τῆς κατὰ διάκρισιν ποινῆς, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ καὶ παρεδέχθη· ἀλλὰ εἰς ἓν ἄλλο ἄρθρον ἠθέλησε νὰ βάλῃ ὅρον. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ ποινὴ δὲν πηγάζει ἐκ τῶν νόμων ἀλλὰ ἐκ τῆς πράξεως.
§109ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται ποινὴ, ὅταν ὁ νόμος δὲν διατάττει τοιαύτην, πῶς τὴν ἐξηγῆτε; (θόρυβος)
§110ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Διὰ τὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται ἐν τῷ ποινικῷ νόμῳ· ἀλλὰ διὰ τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας δὲν προβλέπει ὁ ποινικὸς νόμος, ἀφίνει ἐλεύθερον τὸ δικαίωμα τῆς κατὰ διάκρισιν ποινῆς.
§111ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν παραδέχεσαι οὐδὲ τὰς ἀρχὰς τὰς ἰδικάς μας οὐδὲ τὰς ἀρχὰς τῶν ἀρχαίων, διότι κατ’ αὐτοὺς προσδιωρίζετο ἡ ποινὴ ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας· δὲν παραδέχεσαι δὲ οὔτε τὰς ἀρχὰς τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, διότι αὐτὸ παραδέχεται τοὺς κειμένους νόμους.
§112ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὑπουργῶν ἐκεῖ, ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ὁ νόμος.
§113ΧΟΪΔΑΣ. Παραπάνω λέγει περὶ ὑπουργῶν.
§114ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Περὶ ὑπουργῶν λέγει ὅτι τιμωροῦνται κατὰ διάκρισιν, χωρὶς νὰ ὑπερβῶσι τὴν ποινὴν τῆς εἱρκτῆς, ἐκτὸς τῶν ἄλλων πράξεων. Τώρα ἐδῶ, κύριοι, ἡ Συνέλευσις συνεπλήρωσε τὸ ἐδάφιον αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα, ἀλλὰ δὲν διετυπώθη δυστυχῶς καλῶς. Καὶ ἐγὼ εἶχον προτείνει, βλέπων τὸ κενὸν, τὴν συμπλήρωσιν, ἀλλὰ ἐστάθη ἀδύνατον νὰ συζητήσωμεν. Ἀλλὰ προχθὲς ἠκούσαμεν τὸν κ. Ζωχιὸν, ὁ ὁποῖος ἔκαμε μνείαν τινὸς σχετικοῦ πρὸς τοῦτο ὅτι ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Κολιάτσος ἐπρότεινε ῥητὴν πρότασιν τότε νὰ τιμωρῶνται οἱ ὑπουργοὶ μὲ φυλάκισιν. Ὁ κ. Σαρίπολος, ἀνέβη τὸ βῆμα, καὶ ὑπεστήριξε κἄτι τι, καὶ ἐγένετο δεκτὴ ἡ γνώμη τοῦ κ. Σαριπόλου. Τί εἶπεν ὁ κ. Σαρίπολος; Ὅτι ἡ ποινὴ ὑπάρχει ἐν τῷ Ποιν. Νόμῳ καὶ ὑπάρχει καὶ ἄλλη σπουδαιοτέρα. Ὁ κ. Σαρίπολος ἐσύγχυσε τὴν παράβασιν τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος μὲ τὴν κατάργησιν καὶ ὑπεστήριξεν ὅτι πᾶσα παράβασις εἶναι ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας, καὶ ἡ ποινὴ τῆς φυλακίσεως εἶναι ὀλίγη τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Κολιάτσος, χρειάζεται ἄλλη ποινὴ, διότι εἶναι ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας καὶ τὴν ποινὴν αὐτὴν προβλέπει ὁ Ποιν. Νόμος. Τώρα ἔχομεν μίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἥτις θεωρεῖται ἔγκλημα τῆς παραβιάσεως τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος, ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ Συνέλευσις εἶπεν ὅτι ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας εἶναι πᾶσα παράβασις τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ ἔχομεν τοῦτο ἤτοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κολιάτσου, ὁ ὁποῖος ἐπρότεινε τὴν φυλάκισιν καὶ ἀπεῤῥίφθη ὡς ὑπάρχουσα, καὶ εἶναι περιττὴ......
§115ΤΙΝΕΣ. Ἐξ ἀναλογίας;
§116ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὄχι, ἦτο περιττὴ καὶ παρελείφθη, καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει καὶ ὁ Φαγερμπὰχ, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι, ὅταν δὲν εἶναι ὡρισμένη ποινὴ διὰ μίαν ἀξιοτιμώρητον πρᾶξιν, λαμβάνεται μία ποινὴ ἐκ τῶν ὁριζομένων ὑπὸ τῆς ποιν. νομοθεσίας. Ἐννοεῖται λοιπὸν ὅτι τὴν παράβασιν ὅρου τοῦ Συντάγματος ἡ Συνέλευσις τὴν ἐθεώρησε ἀξιοτιμώρητον, ὅταν δὲ ἔγεινε λόγος περὶ ποινῆς εἶπεν ὅτι θέλει ἀνωτέραν ποινὴν, καὶ τὴν ποινὴν αὐτὴν τὴν περιέχει ὁ Ποινικὸς Νόμος. Τώρα πρόκειται νὰ παραδεχθῆτε ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι ἔγκλημα ἀφοῦ ἡ Συνέλευσις τὴν ἐθεώρησεν ἀξιόποινον, ἀλλὰ θὰ εἴπητε ποίαν ποινὴν νὰ ἐφαρμόσωμεν; Σᾶς εἶπον ὅτι ἡ Συνέλευσις παραπέμπει εἰς τὸν Ποινικὸν Νόμον. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ῥητὴ ποινὴ εἰς τὸν Ποιν. Νόμον. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον καὶ προηγουμένως, ὅτι ὁ Ποιν. Νόμος ἄλλως λύει τὸ ζήτημα, σᾶς εἶπον προσέτι ὅτι αἱ ποιναὶ δὲν εἶναι ἀπόλυτοι, γενικαὶ, ἀλλὰ ῥηταὶ, ἐὰν δὲν ὑπάρχει ῥητὴ ποινὴ, δὲν ἐπιβάλλεται, τώρα ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα. Τίς νόμος εἶναι ἰσχυρότερος, τὸ ἄρθρ. 81 τοῦ Συντάγματος, ἢ τὸ ἄρθρ. 1 ἢ 2 τοῦ Ποιν. Νόμου; Ἐὰν ὁ Ποιν. Νόμος κανονίζει τὸ Σύνταγμα, τότε αὐτὸ εἶναι ἀτελέστερον.
§117Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχετε τὸ Σύνταγμα; Ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον 7.
§118ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τώρα θὰ ἔλθω. Τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Συντάγματος ἰδοὺ τί λέγει. «Ποινὴ δὲν ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου, ὁρίζοντος προηγουμένως αὐτήν». Αὐτὸ τὸ ἴδιον καθιεροῖ καὶ ὁ ποινικὸς νόμος· ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Συντάγματος εἶναι ἰσχυρότερον τοῦ 81 ἄρθρου αὐτοῦ; Καὶ ποῖον εἶναι τὸ ἰσχυρότερον; Τὸ ἄρθρον 81 εἶναι ἰσχυρότερον, διότι εἶναι εἰδικώτερον, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 7 καθιεροῖ μίαν ἀρχὴν γενικὴν, καὶ τὰ εἰδικὰ εἶναι ἐπικρατέστερα τῶν γενικῶν. Δὲν ὑπάρχει δὲ καὶ ἀντίθεσις, διότι ἐκεῖ ἀπαγορεύεται ἡ ποινὴ ἂν δὲν εἶναι ὡρισμένη ῥητῶς, τὸ δὲ 81 ἄρθρον εἶναι εἰδικὸς νόμος καὶ ποιεῖ ἐξαίρεσιν. Τὸ ἄρθρον 81 καθιεροῖ τὴν ἀρχὴν τοῦ Φαγερμπάχ, τὴν ὁποίαν ἐσεβάσθη καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ Βελγίου καὶ τὸ φυσικὸν δίκαιον, ὅτι ἡ ποινὴ εἶναι ἀπόροια τῆς πράξεως. Ὅτι ὅταν ὑπὸ νόμου τινὸς κηρύσσεται πρᾶξίς τις ἀξιόποινος, πρέπει νὰ τιμωρῆται. Καὶ ἐνῷ λέγει ὁ νόμος ἐπιβάλλεται ποινή τις εἰς τὸν κατηγορούμενον, τί θὰ κάμετε, ἐὰν ἔλεγεν μόνον ἐπιβάλλεται ποινὴ, καὶ αὕτη δὲν εἶναι ῥητή; Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ λέγει νὰ ἐπιβληθῇ ποινὴ, δὲν θὰ ἔχετε πρόσκομμα παρὰ τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συμβιβασθῇ, διότι εἶναι ἐν τῷ αὐτῷ νόμῳ καὶ δὲν πρέπει τὸ ἓν ν’ ἀκυρώσῃ τὸ ἄλλο. Ταῦτα, κύριοι, ἐνόμισα καθῆκον νὰ σᾶς εἴπω. Βλέπετε ὅτι δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ κανένα, ἀλλὰ δὲν εἶμαι καὶ ἀνακόλουθος πρὸς ἐμαυτὸν, ἐγὼ ἐκφράζω καθαρὰ τὰς πεποιθήσεις μου, καὶ οὔτε πρὸς χάριν ὁμιλῶ, οὔτε πρὸς ἔχθραν, διότι ἐνῷ ἦτο πρὸς χάριν ἡ ἀρχὴ τῆς ὁμιλίας μας τὸ τέλος εἶναι πρὸς ἔχθραν, τὸ ἀληθὲς ὅμως εἶναι, ὅτι οὔτε τὸ ἓν μὲ ἐπηρεάζει, οὔτε τὸ ἄλλο, μὲ ἐπηρεάζει μόνον τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, νὰ μὴ ᾖναι οὐδεὶς ἀνεύθυνος, καὶ νὰ ἤμεθα αὐστηροὶ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν καὶ ἑρμηνείαν τῶν νόμων, καὶ ἡ ἐπιθυμία ὅταν πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ διατυπώσῃ ἐνώπιον μιᾶς ἐξουσίας ἄλλης ἴσης τῆς Βουλῆς μίαν κατηγορίαν, νὰ μὴν δύναται ἡ ἐξουσία ἐκείνη ν’ ἀποδώσῃ ταύτην εἰς ἄλλον λόγον παρὰ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν πάντες, νὰ τηρῆται τὸ Σύνταγμα, νὰ ἐξαλειφθῶσιν αἱ πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι τιμωρουμένων πάντων τῶν εὐθυνομένων, ὅπως ἐπέλθῃ ἐγγύησις σπουδαιοτέρα καὶ ἰσχυροτέρα.
§119ΤΙΝΕΣ. Τὸ συμπέρασμα;
§120ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Νὰ παραπεμφθῶσιν οἱ ὑπουργοὶ καὶ νὰ τιμωρηθῶσι μὲ φυλάκισιν, τὴν ποίαν νὰ προσδιορίσῃ ἡ Βουλὴ, καὶ εἰς στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων ἕνεκα παραβιάσεως ὅρου τοῦ Συντάγματος.
§121ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αἰσθάνομαι καὶ ἐγὼ, κύριοι, τὴν ἀνάγκην νὰ συντομεύσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν τὰς ἀγορεύσεις μας, καὶ νὰ τελειώσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ· διὰ τοῦτο, καίτοι πιστεύω ὅτι κατὰ τὴν παροῦσαν τοὐλάχιστον σύνοδον δὲν ἔκαμα κατάχρησιν τοῦ λόγου, καίτοι ἀνέβην τὸ βῆμα διὰ νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοιούτου θέματος, παραιτοῦμαι καὶ τοῦ προλόγου, τὸν ὁποῖον ἠδυνάμην νὰ κάμω, καὶ τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον ἠδυνάμην ν’ ἀπαγγείλω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ ἔρχομαι κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸ συμπέρασμά μου· τὸ συμπέρασμα δὲ, κύριοι, εἰς τὸ ὁποῖον φθάνω εἶναι τὸ ἑξῆς· προτείνω τροπολογίαν ἢ προσθήκην, νὰ εἴπω καλλίτερον, εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς ἐπιτροπῆς τὴν ἑπομένην. Ἡ ἐπιτροπὴ λέγει: ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων κατηγορεῖ ἐπὶ ἀντιποιήσει ἀρχῆς, ἐγὼ λέγω πρὶν τούτου νὰ προστεθῇ ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων κατηγορεῖ τοὺς πρώην ὑπουργοὺς Δ. Βούλγαρην, Β. Νικολόπουλον, Ι. Βαλασσόπουλον, Δ. Γρίβαν, Δ. Τριγγέταν, Ι. Δεληγιάννην καὶ Ν. Παπαμιχαλόπουλον γεννηθέντα, ποῦ δὲν ἠξεύρω.
§122ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Ἐπιδαύρῳ Λιμηρᾷ.
§123ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἠξεύρω πόσων ἐτῶν.
§124ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 45, γράψατέ το.
§125ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα. (Ἰλαρότης. Ἀναγινώσκει τὴν προσθήκην ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἣν καὶ καταθέτει, διὰ τὰς ἐκλογικὰς παραβάσεις). Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀναπτύξω καὶ ὑποστηρίξω τὴν τροπολογίαν μου ταύτην ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, διότι πιστεύω ὅτι ἂν ὑπάρχῃ διαφωνία ἐντὸς τῆς Βουλῆς ταύτης μεταξὺ τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. νομικῶν περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν ἄλλων ἀξιοποίνων πράξεων, τὰς ὁποίας ἔκαμε τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη, ἀλλὰ διαφωνία οὐδεμία ὑπάρχει καθόσον ἀποβλέπει τὰς ἐπεμβάσεις κατὰ τὰς ἐκλογὰς, τὰς πράξεις τῆς 30 Νοεμβρίου, τῆς 19 Μαρτίου, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι κάνεις, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ βλέπῃ ὅτι, ἂν τυχὸν στείλωμεν εἰς τὸ δικαστήριον τὸ ὑπουργεῖον διὰ τὴν 30 Νοεμβρίου καὶ διὰ τὴν 19 Μαρτίου, ἀπέναντι τῶν διαφωνιῶν αἱ ὁποῖαι παρίστανται ἐνώπιον ἡμῶν ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν πράξεων ἐκείνων, ὀφείλομεν νὰ τὸ παραπέμψωμεν καὶ διὰ τὰ ἀμέσως συνδεόμενα μὲ τὰς πράξεις ταύτας, περὶ τῶν ὁποίων ἔχομεν καὶ χαρακτηρισμὸν ἀναμφισβήτητον, ἔχομεν καὶ νόμους καὶ ὡρισμένας ποινάς. Οὐδεὶς δὲ θὰ μοῦ ἀρνηθῇ ὅτι καὶ ὅσα ἐπράξαμεν τὰ πράττομεν συνεπῶς μὲ τὰ ὅσα εἴπομεν. Ἐπιφυλάττομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, ἂν τυχὸν ὑπάρξῃ ἀντίκρουσις.
§126ΡΙΚΑΚΗΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§127ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶναι τροπολογία, εἶναι προσθήκη.
§128ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὴν πρότασιν, κύριοι, τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου τὴν θεωρῶ μὴ δυναμένην σήμερον νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸ κατηγορητήριον, διὰ λόγον ὅλως διόλου τυπικὸν καὶ προερχόμενον ἐκ τοῦ νόμου· σήμερον πρόκειται νὰ ἀποφασίσωμεν περὶ παραπομπῆς τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου, συνεπεία προτάσεως κατηγορίας κατατεθείσης εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς, προτάσεως ἐπὶ τῆς ὁποίας διετάχθη ἀνάκρισις καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ὑπεβλήθη ῥητὴ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς· δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὴν πρότασιν αὐτὴν, διότι δὲν εἶναι οὔτε τροπολογία, οὔτε πρότασις σχετιζομένη μὲ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα περιέχονται εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνην· ὄχι μόνον εἶναι μία νέα πρότασις, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, περὶ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ προηγηθῇ ἀπολογία τῶν κατηγορουμένων, ἀλλὰ θὰ συμπεριλάβῃ καὶ πρόσωπα ἄλλα παρὰ τοὺς ὑπουργοὺς, διότι κατὰ τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα καὶ τὰ ὁποῖα ἑρμηνεύω καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Λομβάρδος, τιμωροῦνται ὡς αὐτουργοὶ καὶ συνεργοὶ, ἀλλὰ πρέπει νὰ καταδιωχθῶσι συγχρόνως καὶ οἱ ὑπάλληλοι καὶ ν’ ἀποδειχθῶσιν αἱ παραβάσεις τοῦ νόμου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ κατατεθῇ ἰδιαιτέρα πρότασις καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ὑπὸ συζήτησιν κατηγορίαν.
§129ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν δυσφορῶ, οὔτε δυσανασχετῶ διὰ τὸ κατηγορητήριον, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς καὶ ἐναντίον μου· διὰ νὰ μὴν ὑπάρξῃ δέ τι τὸ κωλύον καὶ φέρει ἀναβολήν τινα εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς ἀπολογίας μου, ἀναλογοῦμαι εὐθὺς ἀμέσως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ τοῦτο ἂς χρησιμεύσῃ ὡς ἀπολογία μου ὡς κατηγορουμένου. Εἶμαι εὐτυχὴς, κύριοι, ὅτι δὲν κατηγοροῦμαι διὰ πράξεις ἰδίας· δέχομαι δὲ εὐχαρίστως νὰ ὑποβληθῶ εἰς τὰ δικαστήρια καὶ τοὺς νόμους τῆς πατρίδος μου διὰ πράξεις, τὰς ὁποίας, τυχὸν, ἄλλος τις συνάδελφος ἔπραξεν ἐν ἀγνοίᾳ ἐμοῦ, καὶ διὰ τὰς ὁποίας ὁ κ. Λομβάρδος μὲ θεωρεῖ συνυπεύθυνον· παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Λομβάρδου, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἀποκρούω. Ἡ ἀπολογία μου εἶναι ὅτι ἐγὼ δὲν συνεμέθεξα, οὔτε συνήργησα εἰς τὸ νὰ συμβῇ ἐπέμβασίς τις στρατιωτικὴ εἴς τινα ἐκλογὴν, ἄν που ἔλαβε τοιαύτη χώραν· δέχομαι δὲ εὐχαρίστως νὰ δικασθῶ ἀπὸ τοὺς νόμους τῆς πατρίδος μου καὶ ἂν ἀποδειχθῶ ἔνοχος οἱασδήποτε παραβάσεως, νὰ τιμωρηθῶ. Εἶμαι δὲ εὐτυχὴς, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν κατηγοροῦμαι διὰ πράξεις ἰδίας, διαπραχθείσας κατὰ τὴν ἐνέργειάν μου, ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Σᾶς ἀνέφερα, κύριοι, εἰς ἄλλην προγενεστέραν συνεδρίασιν, προκειμένου περὶ τῶν ἐκλογῶν Μεσολογγίου καὶ Ζακύνθου, ὅτι μίαν μόνον μεταβολὴν μὲν ἔκαμον εἰς τὴν Ζάκυνθον, τῇ αἰτήσει τοῦ κ. Βούλτσου, ἀντικαταστήσας τὸν γραμματέα τοῦ τελωνείου, διετήρησα δὲ ἅπαν τὸ προσωπικὸν τῆς οἰκονομικῆς ὑπαλληλίας τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, ὅπως ἦτο πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς δημιουργημένον τῇ αἰτήσει τοῦ κ. Λομβάρδου καὶ τῶν συναδέλφων αὐτοῦ. Ὅσας δὲ μεταβολὰς ἔκαμον εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεσολογγίου, τὰς ἔκαμον πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, καὶ εὑρίσκομαι σήμερον εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ εἴπω, ἐν ᾧ δὲν τὸ ἐπεθύμουν, ὅτι τὰς ἔκαμον τῇ αἰτήσει τοῦ κ. Τρικούπη, τῶν συγγενῶν καὶ τῶν φίλων αὐτοῦ (χειροκροτήματα).
§130ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ μοῦ εἴπῃ ἂν ἐγὼ 10 ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν δὲν ἐπορεύθην εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν τῷ διηγήθην ὅλα ὅσα ἔλαβον χώραν, ἂν μετ’ αὐτοῦ δὲν μετέβημεν εἰς τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον, δὲν ἐξέθεσα ἐνώπιον ἁπάντων τῶν ὑπουργῶν ὅλας τὰς ἐπεμβάσεις· πῶς δύναται, ἐνῷ γνωρίζει ὅλα τὰ πράγματα, ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἀλληλεγγύην;
§131ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ῥάλλης ἦλθε πολλάκις εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸ εἴπω, καὶ αὐτὸς ζητῶν τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως.
§132ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν συνδρομήν σας; ποτέ! πολλάκις μὲ προεκαλέσατε νὰ γείνω ὑπουργικὸς ὑποψήφιος, πάντοτε τὸ ἀπέκρουσα· σᾶς ἀνέφερα τὰς ἐπεμβάσεις καὶ τὰς καλπονοθεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, καὶ σεῖς μοῦ εἴπατε ὅτι εἴπατε εἰς τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον ταῦτα καὶ παρεστήσατε τὰ γεγονότα.
§133ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ῥάλλης πολλάκις ἦλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν παραπονούμενος, διότι φαίνεται, ὅτι εἶχε πεποίθησίν τινα εἰς τὴν τιμιότητά μου, τὴν εἰλικρίνειάν μου καὶ τὴν εὐσυνειδησίαν μου· ἄλλως, δὲν ἐξηγεῖται, ἀφοῦ ἐγὼ δὲν ἤμην ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός· Ἦλθε λοιπὸν πολλάκις ὁ κ. Ῥάλλης.
§134ΡΑΛΛΗΣ. Μίαν μόνον φορὰν μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς.
§135ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦλθε λοιπὸν πολλάκις ὁ Ῥάλλης εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ πρὸ τῆς διαλύσεως καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, οὐ μόνον νὰ παραπονεθῇ κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομήν μου καὶ τὴν ὑποστήριξίν μου.
§136ΡΑΛΛΗΣ. Μίαν μόνον φοράν.
§137ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ μὲ διακόπτῃς· ἔλα ἐδῶ νὰ ἀπαντήσῃς.
§138ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ σημειώσητε καὶ ἐμέ.
§139ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι αἱ συμπάθειαί μου, τοὐλάχιστον αἱ προσωπικαὶ, ἦσαν ὑπὲρ τοῦ συνδυασμοῦ εἰς τὸν ὁποῖον ἀνῆκε καὶ ὁ κ. Ῥάλλης, καὶ διὰ τοῦτο ἂν ἠδυνάμην νὰ πράξω τι ὑπὲρ τοῦ συνδυασμοῦ ἐκείνου, τὸ ἔπραξα εὐχαρίστως· καὶ διὰ τοῦτο εἶχε τὸ θάῤῥος ὁ κ. Ῥάλλης νὰ ἀποτείνεται εἰς ἐμὲ παραπονούμενος διὰ τὰς κατ’ αὐτὸν ἐπεμβάσεις τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας ἐν τῇ ἐκλογῇ Ἀττικῆς. Καὶ εἶναι ἀληθὲς, ἐπειδὴ μοὶ τὸ ἐνθύμισεν ὁ κ. Ῥάλλης, ὅτι ἡμέραν τινὰ, ἐνδιαφερόμενος ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς του, τὸν ὡδήγησα εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ἦσαν παρόντες καὶ ἄλλοι ὑπουργοὶ, καὶ τὸν εἰσήγαγον εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Διότι λοιπὸν ἔλαβα τὴν ἀνοησίαν, διὰ νὰ μὴν εἴπω τὴν καλωσύνην, νὰ ὁδηγήσω τὸν κ. Ῥάλλην εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ τὸν διευκολύνω νὰ ὑποβάλῃ εἰς αὐτὸν τὰ παράπονά του, διὰ τοῦτο ὁ κ. Ῥάλλης εὑρίσκει ἐδῶ τὴν ἀλληλεγγύην, καὶ ἂν συνέβαινέ τι κατὰ τὴν ἐκλογήν του; Ἐγὼ, κύριοι ἂν κατηγορήθην τότε, ὑπουργὸς ὢν, κατηγορήθην ὅτι συνέτρεχον ὑπὲρ τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ κ. Ῥάλλη ἕνεκα τῶν προσωπικῶν συμπαθειῶν μου, καὶ ἰδοὺ σήμερον ποίαν ἀμοιβὴν λαμβάνω ἀπ’ αὐτόν.
§140ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ φανερώσῃς ἕνα μόνον διορισμὸν, ἕνα μόνον κλητῆρα.
§141ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύω ἢ τρεῖς δασοφύλακας διώρισα τῇ αἰτήσει τοῦ κ. Ῥάλλη.
§142ΡΑΛΛΗΣ. Πότε;
§143ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τῆς διαλύσεως καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ τοὺς διετήρησα μέχρι τέλους. Ἐπιέσθην τότε, κύριοι, νὰ ἀπολύσω ἕνα δημόσιον εἰσπράκτορα, διατελοῦντα ἐν Πειραιεῖ καὶ μεγάλως χρησιμεύοντα ὑπὲρ τοῦ συνδυασμοῦ, εἰς ὃν ἀνῆκε καὶ ὁ κ. Ῥάλλης, καὶ δὲν τὸν ἀπέλυσα. Μοῦ ἐζητήθη θέσις τις, τὴν ὁποίαν κατεῖχεν εἰς τὴν ἁλικὴν Ἀναβύσου τῆς Ἀττικῆς ἄνθρωπός τις, Ἀλέξιος Ἰωάννου ὀνομαζόμενος, ὃν ἐγὼ εἶχον διορίσει πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς τῇ συστάσει των.
§144ΡΑΛΛΗΣ. Παρὰ τίνος, ὀνομάσατέ τον.
§145ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον δὲν τὸν ἀπέλυσα, μᾶλον ὅτι ἡ θέσις αὐτὴ θεωρεῖται σπουδαία, καὶ ἐζητεῖτο μετὰ μεγάλης ἐπιμονῆς ἀπὸ τοὺς ὑπουργικοὺς ὑποψηφίους· ὅτε δὲ ἡμέραν τινὰ ἦλθεν αὐτὸς ὁ ἴδιος ἄνθρωπος εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ὁποῖον πρώτην φορὰν τότε ἐγνώρισα, καὶ παρουσιάσθη ἀσκεπὴς ἐνώπιον μου καὶ μοῦ ἐνεχείρισε μίαν ἀναφορὰν διὰ τῆς ὁποίας παρῃτεῖτο τῆς θέσεώς του, τοῦ εἶπον, διατί παραιτεῖσαι; ἐγὼ δὲν σὲ παύω. Μοῦ εἶπεν «ὄχι διὰ τοῦτο, ἀλλὰ θὰ μεταβῶ εἰς τὸν δῆμον Κρωπίας νὰ συντρέξω τὸν συνδυασμὸν τοῦ Ῥάλλη καὶ Φιλήμονος». «Σὲ συγχαίρω, τοῦ ἀπήντησα, διὰ τὸ αἴσθημά σου αὐτὸ, παρουσίᾳ ὅλων, καὶ ἐδέχθην τὴν παραίτησίν του. Οὕτω ἐνήργησα κατὰ τὴν ἐκλογὴν Ἀττικῆς, καὶ ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν ἔδωκα ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης, εἶναι μαρτύριον τῶν λόγων μου. Ἀλλ’ ἀφοῦ μὲ ἀναγκάζετε πρέπει νὰ εἴπω, τοὐλάχιστον πρὸς ὑπεράσπισίν μου, καὶ ὅ,τι ἄλλο μὲ ἀφορᾷ· ὁ κ. Λομβάρδος ἀμέσως μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς μοὶ ἐζήτησε δι’ ἐπιστολῆς του συνέντευξιν· τὴν ἐπιστολήν του ἔλαβον Σάββατον ἑσπέρας, καὶ προθύμως ἀπήντησα εἰς αὐτὸν τὴν αὐτὴν ἑσπέραν, ὅτι τοῦ προσδιορίζω τόπον συνεντεύξεως τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἐπιοῦσαν τὴν 9ην ὥραν τῆς πρωΐας, διὰ νὰ μὴν τὸν βάλω εἰς κόπον νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν οἰκίαν μου, ἥτις εἶναι μακράν· καὶ ὁ κ. Λομβάρδος ἦλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὴν προσδιορισθεῖσαν ὥραν, ἦλθε διότι ἴσως καὶ αὐτὸς εἶχε πεποίθησιν εἰς ἐμέ· ἄλλως, δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον τὸν δικαιολογοῦντα τὴν τοιαύτην συνέντευξιν μετ’ ἐμοῦ. Δὲν εἶναι βεβαίως ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπω τί μοῦ εἶπε καὶ τί τοῦ εἶπον.
§146ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ τὸ εἰπῆτε, δὲν ἔχω τίποτε μυστικόν· σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ εἰπῆτε, διότι θὰ τὸ εἴπω ἐγώ.
§147ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν ἐβεβαίωσα ὅμως συνεπείᾳ τῶν παραστάσεων καὶ τῶν ὑποσχέσεων, τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς ἐμὲ, ὅτι θὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Βούλγαρη, ἐρχόμενος ὡς βουλευτής, (χειροκροτήματα)· τὸν ἐβεβαίωσα, λέγω, ὅτι δὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ τίποτε διὰ τὴν ἐκλογήν του, διότι ὁμολογουμένως αὐτὸ ἐγνώριζα μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅτι δηλ. τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἐπροτίθετο νὰ ὑποστηρίξῃ ἄλλους ὑποψηφίους ἐν Ζακύνθῳ. Ὁ κ. Λομβάρδος μὲ παρεκάλεσε νὰ χρησιμεύσω, ὥστε νὰ ἰδῇ τὸν κ. Βούλγαρην πρὶν ἢ ἀναχωρήσῃ διὰ τὴν Ζάκυθον, διότι ἐπρόκειτο νὰ ἀναχωρήσῃ τὴν προσεχῆ Τετάρτην τὸ ἑσπέρας, διὰ νὰ ὁμιλήσῃ προσωπικῶς καὶ μετ’ αὐτοῦ· διεβίβασα ταῦτα πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις μοῦ εἶπεν, ὅτι ἕνεκα τῶν πολλῶν ἀσχολιῶν του, δὲν ἔχει καιρὸν νὰ δεχθῇ τὸν κ. Λομβάρδον, ἀλλ’ ὅτι ἐγκρίνει τὴν ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν ἔδωκα πρὸς αὐτὸν περὶ τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου. Πρὶν ἢ ἀναχωρήσῃ ὁ κ. Λομβάρδος διὰ τὴν Ζάκυνθον, ἐπανῆλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ μὲ ἠρώτησεν ἂν δύναται νὰ ἴδῃ τὸν πρωθυπουργόν· τοῦ εἶπον....
§148ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς αὐτὸ ἀπατᾶσαι.
§149ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. —«Διεβίβασα πρὸς αὐτὸν ὅ,τι μοῦ εἴπατε, κ. Λομβάρδε· ἐπρόσθεσα εἰς αὐτὸν τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔδωκα ὡς πρὸς τὴν ἐκλογήν σας, καὶ τὴν ἐνέκρινε, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν πολλῶν ἀσχολιῶν του δὲν ἔχει καιρὸν νὰ σᾶς δεχθῇ· δύνασθε λοιπὸν, ἐπρόσθεσα εἰς τὸν κ. Λομβάρδον, ν’ ἀπέλθετε ἥσυχος ὡς πρὸς τὰ ἐκλογικά σας.» Μετὰ ταῦτα τὰ πράγματα εἶναι πασίγνωστα καὶ δὲν πρέπει τις νὰ τὰ ἀρνῆται, μετὰ ταῦτα τὰ πράγματα ἐν Ζακύνθῳ μετεβλήθησαν, διότι παρουσιάσθησαν καὶ ἐκεῖ ἄλλοι ὡς ὑπουργικοὶ ὑποψήφιοι καὶ ἐζήτησαν τὴν συνδρομὴν καὶ ὑποστήριξιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀγνοῶ, κύριοι, καὶ σᾶς τὸ λέγω ἐν εἰλικρινείᾳ, τί ἔπραξαν οἱ συνάδελφοί μου, διότι τὰ ζητήματα ταῦτα τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης ὑποστηρίξεως δὲν ἐλύοντο ἐν ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ἀλλ’ ἐγὼ μίαν καὶ μόνην ὡς προεῖπον μεταβολὴν ἔκαμα· ἀπέλυσα ἕνα γραμματέα τοῦ τελωνείου Ζακύνθου, τὸν ὁποῖον εἶχον διορίσει τῇ αἰτήσει τοῦ κ. Λομβάρδου, καὶ διώρισα ἄλλον τινὰ τὸν ὁποῖον μοῦ ἐσύστησεν ὁ ἀντίπαλος αὐτοῦ Βοῦλτσος. Σᾶς εἶπον, κύριοι, καὶ εἰς ἄλλην προηγουμένην συνεδρίασιν τί συνέβη περὶ τοῦ γʹ. συνδυασμοῦ τοῦ σχηματισθέντος ἐν Ζακύνθῳ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1874. Βεβαίως, κύριοι, ἀναγνωρίζω τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον πράττω αὐτὴν τὴν στιγμὴν, διηγούμενος δημοσίᾳ πράγματα ἰδιαιτέρων ὁμιλιῶν, ἀλλὰ προεκλήθην, καὶ ἀμυνόμενος κάμνω χρῆσιν ὅλων τῶν μέσων τῆς ὑπερασπίσεως.
§150ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κατηγορούμενος ἀμύνεται μὲ ὅλα τὰ μέσα.
§151ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατηγορούμενος, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ἔχω τὸ μέτωπον καθαρόν. Μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐκλογῶν συνέπεσε νὰ συναντηθῶ εἰς Κόρινθον μετὰ τοῦ κ. Λομβάρδου καὶ νὰ συνταξειδεύσω μετ’ αὐτοῦ μέχρι Πατρῶν· τότε ὁ κ. Λομβάρδος μοῦ ἔκαμε τὰ παράπονά του διὰ τὰς ἐπεμβάσεις τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας κατὰ τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου καὶ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἦτο παρὼν καὶ ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος ἀξιότιμος κ. Παπακώστας· εἶπον εἰς τὸν κ. Λομβάρδον: «κ. Λομβάρδε, μίαν ἔλλειψιν εὑρίσκω εἰς τὴν ἐνέργειάν σου· ἔπρεπε νὰ κατέλθῃς εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, νὰ ἀντιταχθῇς κατὰ τῶν ἐπεμβάσεων αὐτῶν τῆς ἐξουσίας, νὰ ὑπάρξῃ ὑλικὴ βία διὰ νὰ πιστοποιήσῃς αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀναφέρεις ἤδη, διὰ τῶν πραγμάτων.» Τὴν γνώμην δὲ αὐτὴν τὴν ὑποστήριξεν, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, καὶ ὁ κ. Παπακώστας. Μετὰ ταῦτα ὅμως ὁ κ. Λομβάρδος κατὰ τὸν διάπλουν ἐκεῖνον μοῦ ἔκαμε λόγον ἰδιαιτέρως περὶ τοῦ γʹ. ἐκείνου συνδυασμοῦ, τοῦ σχηματισθέντος ἐν Ζακύνθῳ ἐκ μέρους φίλων αὐτοῦ, τοῦ ζητήσαντος τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι θὰ ἀκολουθήσῃ τὸν κ. Βούλγαρην, ὄχι μόνον ἐνόσῳ διατελεῖ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀπέλθῃ αὐτῆς· μοῦ ἔκαμε λόγον ὁ κ. Λομβάρδος περὶ τοῦ συνδυασμοῦ ἐκείνου καὶ κατέκρινε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἐδέχθη μίαν τοιαύτην προσφοράν, διότι θὰ εἶχε 5 φίλους πιστοὺς πρὸς τὸν κ. Βούλγαρην, ὄχι ὡς πρὸς πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀντιπολιτευόμενον. Εἶπον εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὸν κ. Λομβάρδον, ὅτι ἦλθεν ἀργὰ αὐτὴ ἡ πρότασις εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν ἦτο καιρὸς νὰ σκεφθῇ ἐπ’ αὐτῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Λομβάρδος μοὶ εἶπεν, ὅτι μένει ἀκόμη καιρὸς νὰ ἐπέλθῃ διόρθωσίς τις εἰς τὸ πρᾶγμα· εἶπεν, ὅτι ἐὰν ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ ἀφεύκτως ἐπιτυγχάνουν οἱ 5 φίλοι μου, οἱ ἀποτελοῦντες τὸν συνδυασμὸν ἐκεῖνον, καὶ θὰ ᾖναι φίλοι σας. Καὶ ὅταν, κύριοι, ὁμιλῇ τις πρὸς ἕνα ὑπουργὸν τοιουτοτρόπως, θὰ εἴπῃ ὅτι ἔχει πεποίθησιν καὶ ἐμπιστοσύνην τινὰ εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ. Εἶπον εἰς τὸν κ. Λομβάρδον, ὅτι πολὺς καιρὸς παρῆλθεν ἔκτοτε, διότι ἡ ὁμιλία αὕτη ἔλαβεν χώραν τὴν 15 Αὐγούστου 1874, ἐνῷ αἱ ἐκλογαὶ εἶχον τελειώσει τὴν 26 Ἰουνίου, πρὸ 50 ἡμερῶν, καὶ ἴσως δὲν εὑρίσκονται οὔτε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα οἱ φίλοι σου ἀπέστειλαν πρὸς τὸν κ. Βούλγαρην, ὑποσχόμενοι φιλίαν πρὸς αὐτόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Λομβάρδος καὶ τοῦτο τὸ διευκόλυνεν· εἶπεν «μεῖνε ἥσυχος, ἅμα φθάσω εἰς τὴν Ζάκυνθον, πληροφορηθῶ δὲ ὅτι ἐπανῆλθες καὶ σὺ εἰς Ἀθήνας, θὰ σοὶ στείλω νέα ἀντίτυπα». Καὶ τῳόντι ἐπανελθὼν εἰς Ἀθήνας, ἡμέραν τινὰ λαμβάνω φάκελλον ἐκ Ζακύνθου, ἐπιγραφόμενον εἰς ἐμὲ, καὶ ἀποσταλέντα ἐπὶ συστάσει· ἀνεγνώρισα εὐθὺς τὴν εἰκόνα τοῦ γραψίματος τοῦ κυρίου Λομβάρδου, διότι εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχω ἀλληλογραφίαν μετὰ τοῦ κ. Λομβάρδου καὶ κατὰ τὸ 1872, ὅτε ἤμην πάλιν ὑπουργός, διότι ὁ κ. Λομβάρδος ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ μοὶ γράψῃ πολλάκις περὶ ὑποθέσεων τῆς πατρίδος του. Ἀπεσφράγισα τὸν φάκελλον, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω ἐπιστολὴν ἐντὸς αὐτοῦ· εὑρίσκω μόνον τὴν ἔντυπον ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν οἱ 5 φίλοι αὐτοῦ, οἱ ἀποτυχόντες κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἔδιδον, ὅτι θὰ ᾖναι φίλοι τοῦ κ. Βούλγαρη καὶ ἐν τῇ κυβερνήσει καὶ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει. Αὐθωρεὶ λαμβάνω τὸν φάκελλον ἐκεῖνον καὶ πορεύομαι εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπου εὑρίσκω τὸν κ. πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν ὁποῖον ἐλησμόνησα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, ἐπανελθὼν ἀπὸ Κόρινθον, ἔκαμα γνωστὴν τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Λομβάρδου ἐντὸς τοῦ ἀτμοπλοίου, καὶ εἶπον εἰς αὐτὸν ὅτι «ἔλαβον αὐτὸν τὸν φάκελλον· ἐντὸς αὐτοῦ περιείχετο αὐτὸ τὸ πρόγραμμα τῶν φίλων τοῦ κ. Λομβάρδου, οἱ ὁποῖοι ὑπόσχονται φιλίαν πρὸς ὑμᾶς, καὶ ἐπειδὴ, κ. πρόεδρε, ἔδωκα τὴν διαβεβαίωσιν τῷ κ. Λομβάρδῳ, ὅτι θὰ ὑποστηρίξω παρ’ ὑμῖν τὴν πρότασίν του περὶ ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς καὶ περὶ ἐπαναλήψεως αὐτῆς, ὅπως ἐκλεχθῶσιν οἱ φίλοι του, ἐκπληρῶ τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην, καὶ σᾶς παρακαλῶ, ἐὰν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγεται ὅτι συνέβησαν εἰς Ζάκυνθον, ᾖναι ἀληθῆ, καὶ δυστυχῶς πρέπει νὰ ᾖναι ἀληθῆ, ἂς ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ διὰ νὰ ἐκλεχθῶσιν αὐτοὶ οἱ πέντε ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦναι φίλοι μας, ὄχι μόνον ἐν τῇ κυβερνήσει ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει». Φαίνεται δὲ ὅτι περὶ τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης, δηλαδὴ τοῦ πρὸς ἐμὲ ἀποσταλέντος φακέλλου, ἐγένετο λόγος πολὺς ἐν Ζακύνθῳ, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος ἐξηκολούθει ἀκόμη νὰ ἔχῃ δῆθεν σχέσεις μὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀλληλογραφίαν μὲ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἐπαύριον τῆς ἀφίξεως τῆς ἐπιστολῆς ἔρχεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Βούλτσος, τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου καιροῦ εἶχον γνωρίσει, καὶ μοὶ λέγει· «κύριε ὑπουργὲ, εἰς τὴν Ζάκυνθον γίνεται πολὺ λόγος ὅτι ἔχετε ἀλληλογραφίαν μετὰ τοῦ κ. Λομβάρδου καὶ ὅτι χθὲς σᾶς ἔστειλε ἐπιστολήν». Τῷ ἀπήντησα, «κύριε Βοῦλτσε, δὲν ἔχω νὰ σᾶς δώσω λόγον ἐὰν ἔχω ἀλληλογραφίαν μετ’ αὐτοῦ, ἢ μεθ’ ὁποιουδήποτε ἄλλου». «Μὰ αὐτὸ, μοὶ λέγει, ἔκαμε κακὴν ἐντύπωσιν, κ. ὑπουργὲ, εἰς τὴν Ζάκυνθον». «Μοὶ εἶναι ἀδιάφορον τῷ ἀπήντησα, οὔτε πιστοποιῶ, οὔτε ἀναιρῶ ὅτι ἔχω ἀλληλογραφίαν μὲ τὸν κ. Λομβάρδον.» Ἄνθρωποι λοιπὸν, ἀποτεινόμενοι εἰς ἐμὲ, ὑπουργὸν τότε ὄντα, μὲ αὐτὸ τὸ θάῤῥος, μὲ αὐτὴν τὴν ἐμπιστοσύνην, ἔρχονται νὰ προτείνωσι κατηγορίαν ἐναντίον μου. Καὶ ταῦτα λέγων δὲν ἐννοῶ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀποφύγω τὴν εὐθύνην τῶν πράξεων. Σᾶς παρακαλῶ μάλιστα, σᾶς ἱκετεύω, νὰ δεχθῆτε ἄνευ συζητήσεως τὴν πρότασιν τοῦ κ. Λομβάρδου· δὲν θὰ δυσαρεστηθῶ. Θὰ λυπηθῶ ἐξ ἐναντίας, ἐὰν ἡ Βουλὴ, εἴτε ἀπὸ ἄκραν δικαιοσύνην καὶ εὐλάβειαν πρὸς τὸν νόμον, ἢ ἐξ ἀφροσύνης πρὸς ἐμὲ δὲν δεχθῇ τὴν πρότασιν αὐτήν. — Ὀλίγας λέξεις ἀκόμη καὶ τελειώνω. —Ὁ κύριος Λομβάρδος κατηγόρησε τοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς ἐν Ζακύνθῳ διαπράξαντας, ὡς αὐτὸς φρονεῖ καὶ παραπονεῖται, ἐπεμβάσεις κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς του, καὶ ἐπρότεινε καὶ ἐμὲ ὡς μάρτυρα ἐναντίον αὐτῶν, καὶ ἐξετάσθην ἀπὸ τὸν ἀνακριτὴν Γρυπάρην ἐνταῦθα, κατὰ διαταγὴν τοῦ προέδρου τῶν ἐν Πάτραις ἐφετῶν περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, τὸν παρελθόντα Μάϊον, ἢ Ἰούλιον δηλ. μετὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως τῆς 27 Ἀπριλίου, ἐνώπιον δὲ τοῦ ἀνακριτοῦ κατέθεσα ὅ,τι ἐγίνωσκον περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, καὶ ἡ ἐξέτασίς μου βεβαίως ἐν τῇ δικογραφίᾳ ὑπάρχει· ὁ κ. Λομβάρδος, δὲν ἀμφιβάλλω, ἐγκαίρως ἔλαβε γνῶσιν αὐτῆς, καὶ ἀπὸ μάρτυρα θέλει ἤδη νὰ μὲ καταστήσῃ κατηγορούμενον, τὸ ὁποῖον οὐδόλως μὲ ἀνησυχεῖ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία, ἡ ἀφορῶσα ἐμὲ διὰ τὰς ἐκλογάς. Λυποῦμαι, ἐπαναλαμβάνω, κ. συνάδελφοι, ὅτι εὑρέθην εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ κάμω τὴν κατάχρησιν αὐτὴν, διηγούμενος πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐῤῥέθησαν μεταξὺ ἡμῶν ἰδιαιτέρως, ἀλλ’ ἐβιάσθην νὰ πράξω τοῦτο καὶ εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν, ἴσως, νὰ τὸ πράξω ὑπερασπιζόμενος τὴν τιμὴν καὶ ὑπόληψίν μου, ὡς δημοσίου ἀνθρώπου, ὡς πολιτευομένου· ἀλλὰ καὶ ὡς λάθος μου ἂν θεωρηθῇ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ταύτην τὴν στιγμήν, ἐν ἐξάψει μάλιστα διατελῶν, πράττω, πάλιν δὲν μεταμελοῦμαι, φρονῶν ὅτι πάντοτε πρέπει ἡ ἀλήθεια νὰ ἀποκαλύπτηται, διότι μόνη ἡ ἀλήθεια σώζει καὶ ἠθικοποιεῖ τοὺς πολιτευομένους. Οἱ ἐπιδιώκοντες τὴν τιμωρίαν τῶν ἄλλων, πρέπει νὰ δίδωσι τὸ παράδειγμα πρῶτον τῆς καλῆς πίστεως καὶ δεύτερον τῆς εὐθύνης τῶν ἰδίων αὑτῶν πράξεων. Εἶχον εἰπεῖ εἴς τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων, ὅτι ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔκαμον διορισμοὺς ἐκτάκτου προσωπικοῦ, καὶ ἑπομένως ὑπέρβασιν εἴς τινα ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ εὐτυχῶς, εἰς ἄλλην μεταγενεστέραν συνεδρίασιν, ἀπέδειξα ὅτι, καί τοι ἔκαμον τοιούτους διορισμοὺς, δὲν ἔκαμον ὅμως ὑπέρβασίν τινα εἰς τὰ σχετικὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ μάλιστα ἐδαπάνησα ὀλιγώτερον, ἀφ’ ὅ,τι ἐδικαιούμην νὰ δαπανήσω· ἀλλὰ δὲν ἰσχυρίσθην, ὅτι τοὺς διορισμοὺς τούτους ἔκαμα διὰ νὰ αὐξήσω τοὺς δημοσίους πόρους, ἐνῷ οἱ κατήγοροί μου τοιοῦτόν τι ἰσχυρίσθησαν διὰ τῆς ὑπερβάσεώς των, ὅπως ἀποφύγωσι τὴν εὐθύνην.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ ἐτελείωσαν.
§153ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐτελείωσαν, κ. πρόεδρε, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἡ ἀλήθεια πρέπει νὰ λέγηται πάντοτε ἀπροκαλύπτως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς.
§155ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι ἐνεθυμήθη ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ὅλους τοὺς διορισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἔκαμεν ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρός τε τὸν κ. Ῥάλλην καὶ πρὸς τὸν κ. Λομβάρδον. Ἐλησμόνησε νὰ εἴπῃ καὶ ποίας παρακλήσεις τοῦ ἔκαμον ἐγὼ, διὰ τοῦτο τὸν προκαλῶ ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ εἴπῃ τί τοῦ ἐζήτησα.
§156ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σὲ ἀνέφερον.
§157ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐνεθυμήθη ὅμως ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος καὶ ὁ κ. Ῥάλλης μετὰ καὶ ἄλλων τὸν ἐπῆραν ἀπὸ τοὺς δρόμους ὅπου τὸν εἶχαν πετάξει μετὰ τῶν φίλων του καὶ τὸν ἀνεβίβασαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν ἐνεθυμήθη ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ὅτι διὰ νὰ ἀναβῇ τὴν κλίμακα τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐπάτησεν ἐπὶ ταῖς ῥάχαις τοῦ κ. Λομβάρδου, τοῦ κ. Ῥάλλη καὶ τῶν ἄλλων (θόρυβος). Εἶχον καὶ ἐγὼ τὴν εὐτυχίαν, ὅταν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος κατὰ τὰς ἐνδόξους ἡμέρας του ἀνῆλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἀποκαλοῦμαι ἀπ’ αὐτὸν ἱππότης, καβαλιέρος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔδιδε κἀμμίαν ἐνόχλησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ μὲ παρεκάλει νὰ τῷ συστήσω πρόσωπά τινα διὰ νὰ μοῦ διορίσῃ, καὶ ἂν δὲν εἶναι ἀληθὲς, ἂς τὸ εἴπῃ.
§158ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς τελειώσουν λοιπὸν ὅλοι οἱ λογαριασμοί. Πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, κύριοι, ὅτε τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη ὑπεστηρίζετο ἀπὸ τὴν συμμαχίαν, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἀνῆκεν, ὁ κ. Πετιμεζᾶς εἶχε καὶ αὐτὸς ἀνάγκας καὶ ὑποχρεώσεις ἐπαρχιακὰς, τὰς ὁποίας ὤφειλε νὰ ἱκανοποιήσῃ· λοιπὸν δὲν παρεκλήθη βεβαίως ἀπὸ ἐμὲ, ἀλλ’ ἐζήτησεν ὀλίγα τινὰ, ἅτινα καὶ ἐγένοντο· καὶ τί ἐζήτησεν; ἕνα δασονόμον, τὸν ὁποῖον καὶ διώρισα, ἕνα γραμματέα ταμείου ἢ ἐφορίας, τὸν διώρισα, ἕνα πρωτοκολλιστὴν ἢ γραφέα ἐφορίας ἢ ταμείου (δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς) τὸν διώρισα καὶ αὐτὸν καὶ δύω ἢ τρεῖς δασοφύλακας, τοὺς ὁποίους καὶ αὐτοὺς διώρισα· αὐταὶ ἦσαν αἱ συστάσεις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ. Τὰ πρόσωπα αὐτὰ διετηρήθησαν μέχρι τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ὅτε εἰς Καλάβρυτα παρουσιάσθησαν ἄλλοι ὡς ὑποψήφιοι βουλευταὶ, φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Γεώργ. Πετιμεζᾶς καὶ Ἰω. Ἄϋλος, οἱ ὁποῖοι ἀπῄτησαν τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν τῶν ὑπαλλήλων δι’ ἄλλων τῆς συστάσεως αὐτῶν, καὶ πραγματικῶς ἀπέλυσα τὸν γραμματέα καὶ τὸν πρωτοκολλιστὴν τῆς ἐφορίας ἢ ταμείου, τοὺς ὁποίους εἶχον διορίσει κατὰ σύστασιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ καὶ διώρισα ἄλλους, τοὺς ὁποίους μοὶ ἐπρότεινεν ὁ Γ. Πετιμεζᾶς, ἀπέλυσα καὶ τοὺς δύω ἢ τρεῖς δασοφύλακας καὶ διώρισα ἄλλους τῇ συστάσει τοῦ ἰδίου Γεωργ. Πετιμεζᾶ· ἀπέλυσα καὶ τὸν δασονόμον, ἀλλ’ εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ δὲν διώρισα ἄλλον. Τὴν θέσιν τοῦ δασονόμου συνεχώνευσα εἰς τὴν ἐφορίαν, καὶ μολονότι ἐπιέσθην πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως διὰ νὰ τὴν συμπληρώσω, διορίζων πρόσωπον, τὸ ὁποῖον συνίστα ὁ Γ. Πετιμεζᾶς καὶ Ἰω. Ἄϋλος, ἐγὼ δὲν τὸ ἔπραξα μέχρι τῆς ἀποχωρήσεώς μου ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον· τί ἐγένετο μετὰ ταῦτα ἀγνοῶ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία καὶ ἡ σχέσις ἡ πολιτικὴ ἡ ἀφορῶσα ἐμὲ καὶ τὸν κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶν.
§159ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν, κύριοι, εἰς τοῦτο μάλιστα ἤθελον ἐπικαλεσθῆ καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτι λίαν βραδέως ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν μου ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, καὶ ἐγὼ τὸν ἐπεσκέφθην, διότι διετελοῦμεν τότε ἐν σχέσει. Μοὶ λέγει ὅτι εἶσθε οἱ μόνοι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι δὲν μοὶ ἐκάματε ἀπαιτήσεις· σὲ παρακαλῶ καὶ τοῦ λόγου σου, νὰ δώσῃς μίαν μικρὰν σημείωσιν. Τοῦ λέγω, οἰκονόμησε τὰς ἄλλας περιστάσεις καὶ ἄφησε ἐμέ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος τέλος εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ κάμῃ τοὺς διορισμοὺς αὐτούς· ἀλλὰ τὴν Παρασκευὴν τοὺς ἔκαμε καὶ τὴν ἄλλην Παρασκευὴν τοὺς ἀνεκάλεσε. Διατί ἐφέρθη οὗτος; ποῖος ἦτο ὁ λόγος; διότι ἡ Βουλὴ διελύθη, καὶ διότι τὸ σχέδιον ἐπήρχετο ἐν πληρεστάτῃ ἐνεργείᾳ. Ὁ δὲ κ. Παπαμιχαλόπουλος σᾶς λέγει, ὅτι οὐδεμίαν εἶχε γνῶσιν τῶν κυβερνητικῶν ἐνεργειῶν, αἵτινες ἐλάμβανον χώραν ἐν τῷ ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ διὰ τὰς προπαρελθούσας ἐκλογάς. Καὶ εἶναι δυνατόν, ὑπουργός, καὶ μάλιστα τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος διαχειρίζεται τὸ μεγαλείτερον ὑπουργεῖον, νὰ μὴ ἔχῃ μέρος εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν; καὶ τί ἄλλο εἶναι αἱ ἐκλογαί, παρὰ πρὸ πάντων κυβερνητικὴ πρᾶξις; Ἐὰν ὁ κ. Παππαμιχαλόπουλος ἀρνεῖται τὴν ἀλληλεγγύην πρὸς τοὺς συναδέλφους του, αὐτὸ δὲν τοῦ κάμνει τιμήν· ἐγὼ ἐὰν ἤμην εἰς τὴν θέσιν του, καὶ ἐὰν πράγματι εὑρισκόμην ἐν ἀγνοίᾳ, ἤθελον εἴπει, ὅτι φέρω εὐθύνην, οἱαδήποτε ἤθελεν εἶσθαι ἡ ποινή. Ἐὰν τώρα ὁ κ. Λομβάρδος, ἐὰν ὁ κ. Ῥάλλης, ὁ κ. Τρικούπης, καὶ ὁμιλῶ περὶ τοῦ κ. Τρικούπη, διότι ὁ κ. Τρικούπης, καθὼς καὶ ἐγώ, ἀφ’ ἧς τόσῳ ἐντίμως προσφερθέντες πρὸς φίλους συνεμάχησαν μετὰ τοῦ κ. Γρίβα, οὐδένα ἐπεσκέφθημεν, οὐδένα ἐπλησιάσαμεν....
§160ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνθυμεῖσθε καλά.
§161ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐνθυμοῦμαι καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ ὅταν διελύθη ἡ Βουλή, ἀπουσίαζον εἰς Λαύριον· ὅταν δὲ ἐπανῆλθον, ἐπεσκέφθην τὸν κύριον Ζαΐμην.
§162ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κατόπιν τὸν κ. Βούλγαρην.
§163ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Ζαΐμης μοί εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τῶν ἐπαρχιακῶν μας πραγμάτων. Ἐπειδή, κ. Ζαΐμη, τῷ λέγω, εἰς τὸν οἶκόν σου πάντοτε δὲν εὑρίσκομεν ἡσυχίαν, σᾶς παρακαλῶ, ἐὰν εὐαρεστῆσθε, νὰ περάσετε ἀπὸ τὸ σπῆτί μου. Ὁ κ. Ζαΐμης εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ἔλθῃ, καὶ ἐλάβαμεν μίαν συνέντευξιν μὲ τὸν κ. Ζαΐμην.
§164ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλην μίαν μὲ τὸν κ. Βούλγαρην εἰς τὴν οἰκίαν του, παρόντος καὶ ἐμοῦ.
§165ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὲ τὸν κ. Βούλγαρην ἦλθον καὶ ὡμίλησα περὶ τοῦ Λαυρίου μόνον, διότι εἶχον ὑπόθεσιν ἐκεῖ. Ἐγὼ ἐπολέμησα καὶ εἰς τὰ 1868 καὶ εἰς τὰ 1871 καὶ εἰς αὐτὰ τὰ 1874, καὶ οὐδέποτε κατεδέχθην νὰ ζητήσω τὴν συνδρομήν σας· εἰς σὲ εἶναι εὔκολον νὰ παραμορφώνῃς τὴν ἀλήθειαν, αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία σου, ἐπὶ μικρὸν σὲ ἐκάλυψεν ἡ ὑποκρισία· μήπως εἰς τὰ 1873, ὅταν ὁ κ. Ζαΐμης ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπεν, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1872 ἦσαν προϊὸν τῆς βίας καὶ τῆς παρανομίας, μὲ τὰς ὁποίας εἶσθε ἀνατεθραμμένοι σεῖς, δὲν ἐσηκώθης σὺ καὶ ἀνέφερες, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἐνηργήθησαν νομιμώτεραι ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας ἐκλογάς; Καὶ ἔρχεσθε νὰ μᾶς εἴπητε μετὰ τοιούτου θάῤῥους, ὅτι σεῖς ἐσεβάσθητε νόμους; Καὶ λέγεις ταῦτα, διότι ὁ τόπος αὐτὸς εἶναι ὁ τόπος πάντοτε τῆς ἐπιεικείας, διότι οὐδέποτε ἐφαρμόσθησαν οἱ νόμοι αὐστηρῶς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἰσχύν τινα, καὶ διότι πάντοτε συνειθίσαμεν ὁ εἷς νὰ καλύπτῃ τὸν ἄλλον, ὁ εἷς νὰ προστατεύῃ τὸν ἄλλον, καὶ διὰ τοῦτο γίνονται αὐτά. Εἰς τὰ 1868 ἀπεκλείσατε δεξιὰ καὶ ἀριστερά· πρὶν ἢ νομιμοποιηθῇ ἡ Βουλή, μεταβάλετε τὸν Κανονισμόν, ἐξυλοκοπήσατε ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, τὸ ὁποῖον μετεβάλετε εἰς λουρομαχίαν ἱσπανικήν, ἐδείρατε, ἐτραυματίσατε, παρεβιάσατε ὅλους τοὺς νόμους, ἐσπρώξατε τὸν τόπον τέλος εἰς τὴν φοβερωτέραν τῶν ἀτιμώσεων καὶ ἀπήλθατε. Πότε ἤλθατε εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ δὲν ἐφύγατε χωρὶς ν’ ἀφήσητε ὄπισθέν σας τὰς φοβερωτέρας πληγὰς εἰς τὸν τόπον; Ἦλθε, λέγει, ὁ κ. Λομβάρδος καὶ μὲ εἶδεν, ἦλθεν ὁ Πετιμεζᾶς καὶ μὲ εἶδεν, ἦλθεν ὁ κ. Ῥάλλης. Ὁ Πετιμεζᾶς, διότι καὶ αὐτοὶ σὲ ἀνεβίβασαν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ὑπουργοῦ.
§166ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές· μὲ ἀνεβίβασε τὸ κόμμα μου καὶ ἡ συμμαχία.
§167ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι ἀληθέστατον, διότι ἐὰν ἡμεῖς ἐψηφοφορούσαμεν ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη, σεῖς ποτὲ δὲν εἶσθε ἱκανοὶ νὰ ἔλθετε (θόρυβος). Σεῖς ὅταν ἔρχεσθε, φέρετε τὴν ἐρήμωσιν εἰς τὸν τόπον, σεῖς ἀναζητεῖτε νὰ εὕρετε ὀπαδοὺς, νὰ σᾶς ὑποστηρίζουν, εἰς τὰ νεκροταφεῖα τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὰ κτηνοτροφεῖα· ὅπου ὑπάρχει ἄνθρωπος μὴ ἀρτιμελὴς, ἄνθρωπος λησμονημένος, ἄνθρωπος μὴ ἔχων οὐδεμίαν συναίσθησιν ἀνθρωπισμοῦ καὶ ἀξίαν, ὅπου ὑπάρχει ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον ἐλησμόνησαν καὶ αὐτοὶ οἱ οἰκεῖοί του, ἀναζητεῖτε νὰ τὸν εὕρετε, διὰ νὰ τὸν φέρητε νὰ μορφώσητε κοινοβούλια, διὰ νὰ ὑποσκάψητε τὰς ἐλευθερίας τοῦ τόπου καὶ νὰ λεηλατήσετε αὐτόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία σας, ἡ παντοτινὴ, καὶ ἔρχεσθε νὰ μᾶς εἴπητε, διότι ἡμεῖς ἠγωνίσθημεν, διὰ νὰ σᾶς φέρωμεν μὲ τὰς μικράς μας δυνάμεις εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι ἤλθομεν καὶ σᾶς ἐπεσκέφθημεν διὰ τὸ μεγαλεῖόν σας. Ἀνέφερε τὸν κ. Λομβάρδον, ὁ ὁποῖος ἔρχεται πάντοτε μὲ πλειοψηφίαν 5000 ψήφων, καὶ εἰς δύω περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας σεῖς εἴχετε τὴν ἐξουσίαν, σεῖς διευθύνατε τὰς ἐκλογὰς, ἀπεκλείσατε τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ τῆς Ζακύνθου, κατὰ τὰ 1868 τὴν ἀφήσατε ἄνευ ἀντιπροσώπων, κατὰ τὰ 1872 ἀντὶ νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν κάλπην, ἐθέσατε ἐνώπιον τῆς κάλπης του τὰς λόγχας καὶ ἐλογχίσατε τοὺς πολίτας (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§168ΦΙΛΗΜΩΝ. Κύριε πρόεδρε, δὲν διακόπτετε αὐτὴν τὴν συζήτησιν; Ἀρκετὰ ἐξευτελίσθη ἡ Βουλή.
§169ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἴμεθα ἡμεῖς ἄνθρωποι, διὰ νὰ παρακαλέσωμεν σᾶς διὰ ῥουσφέτια; Κύριοι, ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος εἶσθαι ἐδῶ μέσα· σᾶς ἀπολύω παντὸς δεσμοῦ, νὰ εἴπητε, ἐὰν εἴδατε ποτὲ κανένα ἀπὸ ἡμᾶς νὰ σᾶς παρακαλέσῃ. Καὶ ὅταν δὲν παρακαλέσαμεν τὸν Κουμουνδοῦρον, τὸν Ζαΐμην, τὸν Δηλιγιάννην, τὸν Δεληγεώργην, θὰ παρακαλέσωμεν τὸν Παπαμιχαλόπουλον;
§170ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα τὸν Παπαμιχαλόπουλον τὸν παρεκάλεσες.
§171ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς ποίαν ἐποχὴν μᾶς εἶδες νὰ σοῦ κάμωμεν τὴν τιμὴν νὰ σὲ ἴδωμεν πλὴν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν σὲ ἐφέραμεν ὑπουργὸν κατὰ τὸ 1872 εἰς τό ὑπουργεῖον;
§172ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀνέφερον ἐσὲ, ἀνέφερον τὸν κ. Λομβάρδον καὶ τὸν κ. Τρικούπην, οἱ ὁποῖοι εἰς τὰ 1872 ἦσαν φίλοι τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑποψήφιοι αὐτῆς.
§173ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς τὰ 1872 δὲν εἴχομεν οὔτε ἡμέραν, οὔτε νύκτα ἡσυχίαν ἕνεκα τῶν ἐκλογῶν, καὶ φέρω μάρτυρα τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον νὰ εἴπῃ, ἐὰν δὲν ἐτρέξαμεν κίνδυνον τῆς ζωῆς μας. Τελειόνω, κύριοι, καὶ κατερχόμενος λέγω, ὅτι Σύνταγμα δὲν θὰ εἴπῃ τίποτε, ἄνευ ἐλευθέρων ἐκλογῶν· τὸ δὲ Σύνταγμα εἶναι χάρτης ἄγραφος ἄνευ ἀληθοῦς ἀντιπροσωπείας. Ἡ πρώτη βάσις, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐξασφαλίσητε, εἶναι αἱ ἐλεύθεραι ἐκλογαὶ εἰς τὴν Ἐπικράτειαν. Ἐξασφαλίσατε τὰς ἐλευθέρας ἐκλογὰς, καὶ ἔστε ἥσυχοι, διότι τότε ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου δὲν θὰ ἰδῆτε βουλευτὰς ἐπὶ τοῦ νεκροκραββάτου φερομένους, διὰ νὰ σφαγιάσουν τὰς ἐλευθερίας, ὅπως στηρίξουν τὸ κράτος των οἱ σήμερον παραπονούμενοι σύντροφοι τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, ὅστις καὶ τοὺς λιθοβολεῖ εἰς τὰς δυστυχίας των.
§174ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶμαι κρύος καὶ ἀτάραχος· λυποῦμαι δὲ ὅτι ἐπὶ ἀντικειμένου οἷον τὸ συζητούμενον τοιαύτη ἐδόθη τροπή. Δὲν μὲ ἐτάραξαν, δὲν μὲ ταράττουσι ὅσα καὶ ἂν εἶπεν ἢ δύναται νὰ εἴπῃ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος. Δὲν ἠμπορεῖ ὅμως νὰ ἔβγῃ ἀπὸ τὸν νοῦν μου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπ’ ἀρχῆς ἐπρέσβευσα καὶ πρεσβεύω, ὅτι ἂν δὲν τιμωρήσητε τὰς ἐκλογικὰς παραβάσεις, ὅ,τι καὶ ἂν κάμετε τίποτε δὲν ἐπράξατε. Αὐτή, κύριοι, ἦτο καὶ εἶναι ἡ πίστις, ἣν ἔχω, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὤφειλον νὰ φέρω καὶ ἔφερα τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔφερα· ἔφερα δὲ τὴν πρότασιν ταύτην, διότι, εἴθε ν’ ἀπατῶμαι, ὅ,τι καὶ ἂν κάμωμεν, ἂν δὲν τὸ κάμνωμεν τὴν ἑβδομάδα ταύτην, θὰ περιμένωμεν τὴν ἑπομένην σύνοδον· εἴθε νὰ ἀπατῶμαι, ἀλλ’ ὑπὸ τοιαύτην πεποίθησιν διατελῶν ἔφερα τὴν πρότασιν ἐκείνην ὅπως κατηγορήσω τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη διὰ τὰς παραβάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε κατὰ τὰς ἐκλογάς. Κατὰ τὴν πεποίθησίν μου ἂν ἡ σημερινὴ συνεδρίασις παρέλθῃ χωρὶς νὰ ἐπιληφθῆτε τῶν κατὰ τὸ 1874 ἐκλογικῶν, ἂν ἐξετάσητε ὅλας τὰς λοιπὰς κατηγορίας, πλὴν τῶν ἐκλογικῶν παραβάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὸ 1874, ἀφοῦ αἱ κατὰ τὸ 1872, αἱ κατὰ τὸ 1868 δὲν ἐτιμωρήθησαν, ἐὰν λέγω καὶ αἱ κατὰ τὸ 1874 γενόμεναι ἐκλογικαὶ παρανομίαι δὲν τιμωρηθῶσι, προσμένετε κατὰ τὸ 1876 ἢ κατὰ τὸ 1878 εἴτε ἀπὸ τὸν Βούλγαρην, εἴτε ἀπὸ ἄλλον τινὰ νὰ ὑποφέρητε χειρότερα. Ὑπὸ τὰς πεποιθήσεις ταύτας διατελῶν ἔφερα τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔφερα. Ἐρωτῶ δὲ πάντας ὑμᾶς, προκειμένου νὰ ἔλθῃ πρότασις κατὰ τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου περὶ τῶν παραβάσεων τῶν ἐκλογικῶν, ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξαιρεθῇ ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ ὑπουργείου ἓν ἢ δύω; Ἡ κατηγορία εἶναι γενική. Τὰ ἀθῷα μέλη τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου, ἂν τυχὸν εἶναι τοιαῦτα, ἂς δείξωσι τὴν ἀθωότητά των ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου· δὲν ἔχουσιν ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ μετατρέπωσι τὸν περίβολον τῆς Βουλῆς εἰς ἄλλον περίβολον καὶ νὰ παρασύρωνται εἰς προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις καὶ μάλιστα εἰς ἐκείνας τὰς ὁποίας παρεσύρθη ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος. Ἐὰν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔμενεν εἰς ὅ,τι εἶπε περὶ τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας του, ὅτε εἶπε «χαίρω ὅτι ἔρχεται τοιαύτη πρότασις, διότι θέλω δείξει τὴν ἀθωότητά μου», ἤθελεν ἀνυψωθῆ πολύ.
§175ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ἐπροκαλέσατε.
§176ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀφοῦ μᾶς ὡμίλησες περὶ τῆς ἀθωότητός σου ὡς ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος.....(θόρυβος καὶ διακοπαί). Εἶπα, κύριε πρόεδρε, ὅτι ἀνέβην ἐπὶ τὸ βῆμα ἥσυχος καὶ ἀτάραχος καὶ κρύος, θέλω δὲ ἐξακολουθήσει νὰ ὁμιλήσω ἥσυχος καὶ ἀτάραχος καὶ κρύος, ἂν σεῖς μὲ τὸν ἰσχυρὸν κώδωνά σας καὶ μὲ τὸ ἀξίωμά σας ἐπιβάλετε σιωπὴν εἰς ἐκεῖνον, (δεικνύων τὸν Παπαμιχαλόπουλον) ἵνα μὴ μὲ διακόπτῃ καὶ μοὶ δώσῃ αἰτίαν ἴσως ν’ ἀνάψω χωρὶς νὰ θέλω. Εἶναι ἀθῶος ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος; δύναται ν’ ἀποδείξῃ τὴν ἀθωότητά του; δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου; καὶ ἐγὼ τὸ εὔχομαι ἐξ ὅλης ψυχῆς, διότι ὅσον ὀλιγώτεροι ἀποδειχθῶσιν ἀναμεμιγμένοι εἰς τὰς ῥυπαρὰς πράξεις τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1874, τόσῳ μεγαλείτερος ἔπαινος διὰ τὴν πατρίδα. Δύναται ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, αἰσθάνεται ἐν ἑαυτῷ τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλει ἀποδείξει τὴν ἀθωότητά του; ἔχει τὴν συνείδησίν του καθαράν; τότε ἔπρεπε νὰ μὲ εὐχαριστήσῃ, ἀλλὰ νὰ μὲ εὐχαριστήσῃ εἰλικρινῶς καὶ οὐχὶ μὲ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον μὲ εὐχαρίστησεν. Ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ θέσις τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἀποδειχθῇ ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, ἂν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν πρότασίν μου, ἐρωτῶ καὶ προκαλῶ οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν ν’ ἀπαντήσῃ, προτεινομένης κατηγορίας περὶ τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1874, δύναται νὰ ἐξαιρεθῇ τῆς προτάσεως ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος; δύναται νὰ ἐξαιρεθῇ τὸ ὑπουργεῖόν του; ποῖον ὑπουργεῖον; τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν! Ἐγὼ εἶχον τὸ καθῆκον νὰ θέσω τὸ ὄνομά του ἐντὸς τῆς προτάσεως, αὐτὸς δὲ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑπερασπισθῇ. Δὲν ἠρκέσθη ὅμως εἰς τοῦτο ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, ἀλλ’ ἐξώκειλε καὶ εἰς προσωπικὰ κατ’ ἐμοῦ· οὐδεμία ὅμως σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ζητήματος καὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶπεν· ἂς δείξῃ ὅτι ὑπάρχει σχέσις τις ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶπε πρὸς τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον καθυπέβαλα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἀμέσως θὰ τοῦ ζητήσω συγγνώμην. Ἐνόσῳ δὲν δείξῃ τοῦτο, ἂς ἀκούσῃ τὴν ἀπάντησιν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς τῆς Εʹ περιόδου ἔγραψα πρὸς ὑμᾶς, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, ὅτι ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς ἰδῶ, καὶ ἠρώτων τὴν ὥραν καὶ τόπον ὅπου νὰ σᾶς εὕρω. Πότε συνέβη τοῦτο; Ἔπειτα ἀφοῦ ἐπὶ 18 μῆνας μὲ τὸν προϊστάμενόν σου, μὲ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον εἶπες ὅτι ὑπηρέτησες πιστῶς ἐπὶ 20 ἔτη, μὲ τὸν κύριον Βούλγαρην, συνηρχόμεθα ἐν πλήρει ἀδελφότητι, οὐχὶ μόνος ἐγὼ καὶ ἐκεῖνος, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι πολιτευόμενοι, ὡς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ κ. Ζαΐμης (εἰς τὰς συνεντεύξεις δ’ ἐκείνας ἐγὼ ποτὲ δὲν σᾶς συνήντησα) καὶ συνερχόμεθα, λέγω, μετὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ τοῦ κ. Ζαΐμη εἰς τοῦ κ. Βούλγαρη καὶ συνωμιλούσαμεν περὶ τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας· εἰς τὰς συνεντεύξεις ἐκείνας οὐδέποτε παρευρέθης.
§177ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤμην παρὼν πολλάκις.
§178ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δυνατὸν νὰ μὴ ἐνθυμοῦμαι.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἅπαξ μόνον.
§180ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀκούεις; Ὁ κ. πρόεδρος σοὶ λέγει ὅτι ἅπαξ μόνον παρευρέθης· ἐγὼ ὅμως δὲν τὸ ἐνθυμοῦμαι. Ἔπειτα ἀπὸ τοιαύτας σχέσεις μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ σου, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, ἔπειτα ἀφοῦ διεξηγάγομεν ἀγῶνα 18 μηνῶν μετὰ τοῦ προϊσταμένου σου, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν δὲ ἀνεβιβάσθης εἰς τὸ ὑπουργεῖον διὰ τῶν ἀγώνων καὶ τῶν ψήφων ὅλων ἡμῶν, ἂν σοῦ ἔγραψα ἐπιστολὴν ὅτι θέλω νὰ σὲ ἰδῶ, τί ἐσήμαινεν; ὅτι δὲν ἤθελον νὰ ἔλθω νὰ σοῦ κρούσω τὴν θύραν καὶ νὰ σοῦ εἴπω ἄνοιξε καὶ θέλω νὰ σὲ ἰδῶ, τὸ ὁποῖον ἠδυνάμην νὰ κάμω καὶ πρὸς τὸν κ. Βούλγαρη, καὶ θὰ μὲ ἐδέχετο μὲ ἀγκάλας ἀνοικτάς, ἀλλὰ δὲν ἤθελον· ὅσα δὲ ἔπλασες σήμερον, ὅτι ὑπῆγες εἰς τοῦ Βούλγαρη καὶ τοῦ εἶπες καὶ σοῦ εἶπε περὶ ἐμοῦ εἶναι πλάσματα τῆς φαντασίας σου· σὲ ἀπατᾷ, δὲν θέλω νὰ σοῦ εἴπω ἄλλο, ἡ μνήμη. Ἀλλὰ σοῦ ἔγραψα, διότι ἤθελον νὰ σοὶ δείξω ὅτι δὲν ἐποθοῦσα νὰ ἔλθω πρὸς σὲ ὡς οἰκεῖος ἢ φίλος. Ἐγὼ ἦλθον νὰ σοῦ ὁμιλήσω περὶ ἐκλογῶν καὶ νὰ σοῦ ζητήσω ὑποστήριξιν; Συγχώρησέ μου νὰ σοῦ ὑπενθυμίσω τὴν ὑπόθεσιν ὅλην ὡς συνέβη καὶ ὡς τίμιος ἄνθρωπος, διότι τοιοῦτον σὲ ὑποθέτω, εἰπὲ ἂν παραλλάσσω μίαν ὑποστιγμήν. Ἦλθον καὶ σὲ εἶπον, «κύριε Παπαμιχαλόπουλε, τυπώνεται ἓν φυλλάδιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συμπεριλάβῃ τὴν ὅλην συζήτησιν τῆς συνεδριάσεως τῆς 25 Φεβρουαρίου 1874» — μὲ συγχωρεῖτε ἐνταῦθα μίαν παρένθεσιν, διότι σᾶς βλέπω καὶ σηκώνετε τ’ αὐτιά σας· ἐπρόκειτο περὶ τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν σεῖς καὶ ὁ κ. Βούλγαρης, ὁ κ. Βούλγαρης μετὰ τοῦ ὁποίου ἐπὶ 18 μῆνας συνεπράττομεν, ἐτολμήσατε νὰ εἴπητε σεῖς ὅτι ἐγὼ ἤθελον νὰ συστήσω δημοκρατίαν, ἐνῷ σεῖς εἶσθε οἱ συντηρητικοί! — Ἦλθα λοιπὸν καὶ σᾶς εἶπα ὅτι ἐπρόκειτο νὰ τυπωθῇ ἓν φυλλάδιον εἰς ἰδιαίτερον τυπογραφεῖον, ὅλης ἐκείνης τῆς συζητήσεως, τῇ 25 Φεβρουαρίου 1874.
§181ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο εἰς ἄλλην ἐποχὴν αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε.
§182ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σᾶς ἀπατᾷ ἡ μνήμη. Σᾶς εἶπα δὲ ἂν ἦτο δυνατὸν, ἀφοῦ τὰ τότε εἰς τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον τυπούμενα ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης τυπωθῶσι, νὰ λάβῃ ὁ τυπογράφος μου τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, ἵνα κερδήσωμεν χρόνον· σᾶς ἐπρόσθεσα δὲ τότε, ἐνθυμοῦμαι καὶ θὰ τὸ ἐνθυμεῖσθε καὶ σεῖς καλῶς, ὅτι ἐν τῷ φυλλαδίῳ θὰ ὑπάρχῃ πρόλογος γεγραμμένος παρ’ ἐμοῦ. Σᾶς προσέθεσα, ὅτι ἐν τῷ προλόγῳ ἐκείνῳ θὰ ᾖμαι λίαν μετριόφρων· τότε σεῖς μοὶ ἀπεκρίθητε· «Λομβάρδος καὶ μετριοφροσύνη δύνανται νὰ συνυπάρξωσι;» Σᾶς εἶπον, κύριε ὑπουργὲ, καλὰ λέγουσιν, ὅτι καλλίτερον νὰ ἔβγῃ τὸ μάτι κανενὸς παρὰ τὸ κακὸν ὄνομα. Ἔβγαλα τὸ ὄνομα, ὅτι εἶμαι ἐξημμένος, ὅ,τι καὶ ἂν σᾶς εἴπω περὶ μετριοφροσύνης δὲν μὲ πιστεύετε, ὅπως σεῖς ἐβγάλατε τὸ ὄνομα, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ κάμετε ἐκλογὰς ἄνευ ἐπεμβάσεων, ὅ,τι σήμερον καὶ ἂν λέγητε περὶ ἐλευθέρων ἐκλογῶν, ὁ κόσμος δὲν σᾶς ἀκούει. Τότε ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἤρχισε νὰ μοὶ δίδῃ διαβεβαιώσεις, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ θὰ γίνωσιν ἐλεύθεραι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ ἐπεμβῇ. Εἰς τὰς ἀντιῤῥήσεις δὲ τὰς ὁποίας τῷ ἔκαμα περὶ τούτου λέγων, ὅτι δὲν τὸν πιστεύω, προσέθεσεν· «τουλάχιστον πίστευσον καθόσον ἀφορᾷ τὴν Ζάκυνθον, μεῖνε βέβαιος· μάθε δὲ, ὅτι δὶς ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, ἀφοῦ διήλθομεν τὰς διαφόρους ἐπαρχίας, μόλις ἐφθάσαμεν εἰς τὴν Ζάκυνθον, ἐμείναμεν ὅλοι σύμφωνοι, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν τίποτε· ἂς μείνῃ, εἴπομεν, ὁ κ. Λομβάρδος ἐλεύθερος νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει.» Ταῦτα μοὶ εἶπε τότε, καὶ κατόπιν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ἀφοῦ μοὶ ἔκαμε τὴν χάριν νὰ μοὶ στείλῃ τὰ στοιχεῖα ἐκ τοῦ τυπογραφείου, ἐπέστρεψα νὰ τὸν εὐχαριστήσω καὶ εὐθὺς μοὶ ἐπανέλαβεν ὅσα πρὶν μοὶ εἶπε περὶ τῶν ἐκλογῶν· μὲ ἐβεβαίωσε δὲ πάλιν ὅτι αἱ ἐκλογαὶ θὰ γείνουν ἐλεύθεραι, καὶ εἰς τὴν Ζάκυνθον δὲν θὰ ἀναμιχθῇ κἀνείς. Τότε τοῦ εἶπον, «κύριε Παπαμιχαλόπουλε, συνειθίζω νὰ σημειώνω εἰς τὸ σημειοτάριόν μου, θὰ σημειώσω ὅ,τι σήμερον μοὶ εἴπατε· (ἦτο νομίζω 5 Μαΐου, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς) καὶ θὰ σᾶς εἰδοποιήσω εἰς ὅ,τι καὶ ἂν συμβῇ ἐν Ζακύνθῳ, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν θὰ μείνετε ἀμέτοχοι. Ἀνεχώρησα. Δὲν τοῦ ἔγραψα δὲ, οὔτε τῷ ἐμήνυσά τι, ὅτε κατόπιν συνέβησαν ὅσα γινώσκετε ἐν Ζακύνθῳ· ὅτε δὲ συνήντησα αὐτὸν ἐν τῷ ἀτμοπλοίῳ ἐν Κορίνθῳ, ὡς σᾶς εἶπε, μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν ἐκλογῶν, ἦτο μοὶ φαίνεται Αὔγουστος.
§183ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο 15 Αὐγούστου.
§184ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀκριβῶς 15 Αὐγούστου τοῦ εἶπον, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, ἔλειψα ἀπὸ τὴν ὑπόσχεσίν μου, τοῦ νὰ σᾶς γράψω καὶ νὰ σᾶς εἰδοποιήσω περὶ τῶν γενομένων ἐν Ζακύνθῳ παρεκτροπῶν κατὰ τὰς ἐκλογὰς, διότι ἦσαν τόσον πολλαὶ, ἦλθον τόσον ἀλλεπάλληλοι αἱ παραβάσεις, ὥστε δὲν μοὶ ἔδιδαν καιρὸν νὰ σᾶς γράψω, δὲν ἤξευρα ποίαν πρώτην καὶ ποίαν τελευταίαν νὰ σημειώσω. Τότε ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος μὲ εἶπεν, ὅτι δὲν ἐφαντάζετό ποτε ὅτι θὰ ἦτο τοιοῦτον τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν ἐν Ζακύνθῳ καὶ ὅτι αὐτὸς ἐν τῷ ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ὁσάκις ἦλθε συζήτησις περὶ ἐπεμβάσεως κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐν Ζακύνθῳ, αὐτὸς ἔλεγεν εἰς τοὺς συντρόφους του νὰ μὴ ἀναμιχθῶσιν ἐκεῖ, διότι δὲν θὰ κατώρθονον τίποτε, παρὰ μόνον νὰ χύσωσιν αἷμα. Τότε τοῦ εἶπον, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, εἶναι εὔκολον νὰ λέγῃ τις ν’ ἀντιταχθῇ μὲ τὸ στῆθος εἰς τὰς λόγχας, εἶναι εὔκολον νὰ λέγῃ τις νὰ ὁπλίσῃς καὶ σὺ τοὺς συμπολίτας σου, ἀλλὰ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ τὸ κάμῃ· θὰ σταματήσῃ σκεπτόμενος, ὅτι πρόκειται νὰ θυσιάσῃ συμπολίτας του διὰ μίαν ἐκλογὴν καὶ ποίαν ἐκλογήν; διὰ ἐκλογὴν γενομένην μετὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου εἰς τὴν Ἑλλάδα· καὶ ἡ μετὰ τὴν ἕνωσιν ἔνοπλος διὰ τὴν ἐκλογὴν ἀντίστασις νὰ γείνῃ, ἡγουμένου ἐκείνου ὅστις ἐν τῷ διαστήματι τοσούτων ἐτῶν τὴν ἰδέαν τῆς ἑνώσεως ὑπεστήριξε. Σᾶς εἶπα τότε, κ. Παπαμιχαλόπουλε, σᾶς λέγω καὶ τώρα ὅτι ὅσα συνέβησαν εἰς τὴν Ζάκυνθον δὲν μοὶ ἔκαμαν τὴν ἐντύπωσιν, ἣν μοὶ ἔκαμε τὸ περιστατικὸν, τὸ ὁποῖον καὶ τότε σᾶς διηγήθην καὶ τώρα σᾶς ἐπαναλαμβάνω. Τὴν δευτέραν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς πλοίαρχος ἑνὸς πολεμικοῦ ἀγγλικοῦ πλοίου, εὑρισκομένου κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας εἰς τὸν λιμένα τῆς Ζακύνθου, διήρχετο ἀπὸ τὸ μέρος ἔνθα ἐγίνετο ἡ ἐκλογή· ἐσταμάτησεν ὀλίγον καὶ παρετήρισε τοὺς στρατιώτας σου, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, οἱ ὁποῖοι μὲ τὰ κοντάκια καὶ τὰς λόγχας ἐκτύπων τοὺς ἀνθρώπους, ἵνα φύγωσι καὶ μὴ ψηφίσωσιν. Ἐσταμάτησεν ὁ Ἄγγλος καὶ στραφεὶς εἰς τὸν συνοδεύοντα αὐτὸν Ζακύνθιον τοῦ εἶπε: γνωρίζεις τὸν Λομβάρδον; —ναὶ, λέγει ἐκεῖνος,—πήγαινε νὰ τὸν ἐρωτήσῃς ἐκ μέρους μου ἂν εἰς τὸ διάστημα 15 ἐτῶν, ὅτε ἐπολεμοῦσε τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὴν βασίλισσάν μας, ὁ στρατιώτης ὁ Ἄγγλος τοῦ ἔκαμε ποτὲ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα τοῦ κάμνει ὁ στρατιώτης ὁ Ἕλλην. Τοῦτο, σοὶ εἶπα, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα, μοῦ διεπέρασε τὴν καρδίαν ὡς δίστομος μάχαιρα. Ἤθελες λοιπὸν νὰ δώσω ἀκόμη τὴν εὐχαρίστησιν εἰς τὸν ξένον ἐκεῖνον νὰ μοὶ προσθέσῃ «χαῖρε, σὺ ὁ ὁποῖος εἰργάζεσο ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἰδοὺ ἔλαβες τὰ ὅπλα κατὰ τῶν στρατιωτῶν αὐτῆς, ἵνα ὑπερασπισθῇς τὴν ἐκλογήν σου!» Τὴν προστασίαν τοῦ κ. Βούλγαρη, διὰ τὰς ἐκλογὰς ἦλθα ἐγὼ νὰ σοῦ ζητήσω;
§185ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον προστασίαν· εἶπον μὴ ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου.
§186ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μοὶ εἴπετε, ὅτι θὰ κάμετε ἐλευθέρας ἐκλογάς· σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν σᾶς πιστεύει κανείς· μὲ τοῦτο ἐνόησα νὰ ζητήσω παρ’ ὑμῶν προστασίαν; Εἴπατε, ὅτι εἰς τὰ 72 ἤμην ὑποψήφιος τοῦ Βούλγαρη.
§187ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθαι φίλος τῆς Κυβερνήσεως.
§188ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Συγχωρήσατέ μοι, κύριοι βουλευταὶ, ἂν ἐνταῦθα παρεκτραπῶ ὀλίγον. Δὲν εἰσῆλθον, κ. Παπαμιχαλόπουλε, εἰς τὸ Βουλευτήριον τὸ Ἑλληνικὸν, ἢ εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Ἑπτανήσου ἅπαξ, ἀλλὰ πολλάκις· οὐδέποτε δὲ εἰσῆλθα διὰ καλπονοθεύσεως ἢ διὰ οἱασδήποτε προστασίας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πάντοτε πολεμῶν τὴν ἐξουσίαν, ἐν Ἑπτανήσῳ δὲ πολεμῶν ἐξουσίαν, συγχωρήσατέ μοι, κ. Παπαμιχαλόπουλε, νὰ εἴπω, ἠθικωτέραν τῆς ἐξουσίας τοῦ κ. Βούλγαρη, ἀλλὰ πολὺ ἰσχυροτέραν· καὶ οὐδέποτε ἡ ἐξουσία ἐκείνη κατώρθωσε νὰ μὲ ἀποκλείσῃ, καί τοι πεντάκις ἔστησα ὑπ’ αὐτὴν κάλπην· ὅταν μόνον σὺ καὶ ὁ ἀρχηγός σου ἤλθατε εἰς τὰ 68 νὰ κάμετε ἐκλογὰς, μὲ ἀπεκλείσατε ἀπὸ τῆς Βουλῆς, καίτοι λαβόντα κατὰ τὰς ἐκλογὰς 7½ χιλ. ψήφους, ἐνῷ οἱ ἀντίπαλοί μου ἔλαβον μόνον 3, καὶ τὸ ἐνθυμεῖσθε διότι εἶπες ἄλλοτε ὅτι σὲ ἐλέγχει ἡ συνήδεισίς σου· ἀλλὰ ἂν σὲ ἐλέγχῃ, πρέπει νὰ ἔλθῃς νὰ εἴπῃς, ἡμάρτησα ὑπηρετήσας τὸν Βούλγαρην καὶ τὸ σύστημά του, καὶ οὐχὶ νὰ τὸν ὑποστηρίζῃς. Εἰς τὰ 68 σὺ μὲ τὸν κύριον Ἰωάννην Βαλασσόπουλον ἀναβάντες ἐπὶ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐζητήσατε τὴν μετατροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ ἵνα συστήσητε τὴν περίφημον ἐκείνην ἐπιτροπὴν τὴν ἐξεταστικὴν τῶν ἐκλογῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἐκόψατε τόσας κεφαλὰς καὶ ἀπεκλείσατε αὐθαιρέτως ἀπὸ τῆς Βουλῆς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ ὠφελήσωσι καὶ τὸν τόπον καὶ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος. Εἰς τὰ 1872 ὑποψήφιος ἢ φίλος τοῦ Βούλγαρη ἐγώ; ἀλλὰ τίς ἄλλος ἢ ἐγὼ καὶ ὁ κύριος Πετιμεζᾶς καὶ ὁ κύριος Τρικούπης καὶ οἱ λοιποὶ φίλοι μας σᾶς ἐπολέμησαν διὰ τὰς κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας παρανομίας σας, ὅτε ὁ νῦν Πρόεδρος ἡμῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἔκλαυσεν ὡς εἶπεν ἐπὶ τῶν πτωμάτων 40 φίλων του; Μετὰ τὸν κλαυθμὸν δὲ ἐκεῖνον καὶ τὰ ἐπελθόντα κατὰ τὰ 74 μεγάλως ἐχάρην ἰδὼν σήμερον ὅτι ἐπῆλθε συμφιλίωσις τοιαύτη μεταξύ σας, ὥστε ὁ κ. Πρόεδρος νὰ χαμογελᾷ ἐξ εὐχαριστήσεως ἀκούων σε νὰ τολμᾷς νὰ ῥίπτῃς μομφὰς ἐναντίον ἡμῶν. Ἐγὼ ὑποψήφιος τοῦ Βούλγαρη; τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου τοῦ ὁποίου ἡ πολιτεία καὶ πρὶν τὸν γνωρίσω ἐκ τοῦ πλησίον, μοὶ ἐνέπνευσε φρίκην τοιαύτην, ὥστε ὅτε πρώτην φορὰν ἔλαβον τὴν εὐτυχίαν νὰ συγκαταταχθῶ μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς ἐλευθέρας μερίδος τοῦ ἔθνους, καίτοι ἦλθον καθ’ ἣν στιγμὴν τὰ πάθη ἦσαν ἐξηρεθισμένα, καίτοι μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς εἴμεθα ξένοι ὡς πρὸς ὑμᾶς, διότι δὲν ἐγνωρίζαμεν τὰ πρόσωπα, ὁ δὲ Βούλγαρης εὑρίσκετο μὲ τὴν σπάθην τῆς ἐπαναστάσεως εἰς τὰς χεῖρας, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὸν ἐπολέμησα κατὰ στῆθος καὶ καυχῶμαι ὅτι καὶ ἐγὼ συνετέλεσα νὰ τοῦ ἀνατρέψω τὴν πλειονοψηφίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐν τῇ Συνελεύσει, διότι δὲν ἠξεύρω ποῦ ἤθελε φέρει τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν ἤθελεν ἐξακολουθεῖ πλειοψηφῶν ἐν τῇ Συνελεύσει. Τὸν ἐπολέμησα ἔκτοτε διαρκῶς εἰς τὰ 66, εἰς τὰ 67, 68, εἰς τὰ 70, εἰς τὰ 71, τὰ 72, ἦλθε δὲ καὶ στιγμὴ καθ’ ἣν, κ. Παπαμιχαλόπουλε, συνέπραξα μετ’ αὐτοῦ καὶ δὲν ἔχω τὴν ἐντροπὴν τὴν ἰδικήν σου νὰ μὴ ἐξομολογηθῶ τὴν ἁμαρτίαν μου ταύτην ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ἁμαρτίαν εἰς τὴν ὁποίαν μὲ ἔκαμαν νὰ πέσω ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐγνώριζον, ὡς ἐπίστευα, τὸν Βούλγαρην καλλίτερον· αὐτοὶ μοὶ εἶπον, εἶναι ὁ Βούλγαρης ἄνθρωπος ἔχων τὰ ἐλαττώματά του, ἀλλ’ ἔχει λόγον, καὶ ὅταν δώσῃ τὸν λόγον του ὅτι θὰ ἀκολουθήσῃ οἱονδήποτε δρόμον, μεῖνε βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ ἀκολουθήσῃ ἄλλον. Ἐπίστευσα καὶ συνέπραξα μετ’ αὐτοῦ ἐπὶ 18 μῆνας. Ὅτε δὲ ἀνέβη εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ μόλις ἐφάνη ποῖος ἦτο, τότε πάντες τὸν ἐγκατέλιπον, καί, ὡς πάντοτε, τὸν ἐπολέμησα. Πόσαι δὲ δὲν μοὶ ἐγένοντο προτάσεις καὶ προσφοραὶ ἵνα παύσω ἢ τοὐλάχιστον μετριάσω τὴν ἀντιπολίτευσίν μου, καλῶς τὸ γινώσκετε. Σεῖς ἠμπορεῖ νὰ ἔχετε τὸ θάῤῥος, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, νὰ ἐξακολουθῇς νὰ ὑπερασπίζεσαι τὸ σύστημα ἐκεῖνο καὶ ὁσάκις ἀκούεις λέξιν τινὰ κατὰ τοῦ συστήματος ἐκείνου νὰ ἐγείρεσαι μὲ τόσον ἐνθουσιασμόν, ὡσὰν ἐπρόκειτο περὶ καταστροφῆς τῆς πατρίδος....
§189ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν ἑαυτόν μου ὑπερασπίζομαι.
§190ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ὑπερασπίζεσαι τὸν ἑαυτόν σου, ἀλλὰ τὸ σύστημα, καὶ τὸ ὑπερασπίζεσαι ὁσάκις σοῦ παρουσιασθῇ περίστασις· καὶ μόλις σήμερον εἶδες ὅτι ἤνοιξε μία θύρα, εὐθὺς ἦλθες ἐπὶ τὸ βῆμα ὅπως τὸ σύστημα ὑπερασπίσῃς. Ἐνῷ ἂν, ὡς λέγεις, ἀληθῶς ἐχωρίσθης ἀπὸ τὸν Βούλγαρην καὶ τὸ σύστημά του ἐγκατέλειψες, ὤφειλες, ὁσάκις περὶ αὐτῶν ἐδῶ γίνεται λόγος, ἢ νὰ μένῃς σιωπηλὸς εἰς τὴν θέσιν σου, ἢ νὰ ἀνέρχησαι τὸ βῆμα οὐχὶ ὅμως διὰ νὰ καυχᾶσαι, ὡς κάμνεις, ὅτι πιστῶς τὸν Βούλγαρην καὶ τὸ σύστημά του ἐπὶ 20 ἔτη ὑπηρέτησας, ἀλλὰ διὰ νὰ λέγῃς πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, mea culpa, mea culpa, mea maxima culpa, φέρω ἐπ’ ἐμὲ τὸ μέγα ἁμάρτημα, ὅτι ἐπὶ 20 ἔτη τὸν Βούλγαρην καὶ τὸ σύστημά του ὑπηρέτησα, συγχωρήσατέ με! Ἂν παρεξετράπην, κύριοι βουλευταί, σᾶς ζητῶ συγγνώμην· προεκλήθην, καὶ σεῖς κρίνατε ἂν δικαίως ἢ εὐλόγως προεκλήθην· σεῖς κρίνατε ἂν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος εἶχε δίκαιον νὰ συνδέσῃ ὅσα συνέδεσε μὲ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔκαμα. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ κύριον θέμα. Εἰς ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐτέθησαν κατὰ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη, δὲν βλέπετε πόσαι εἶναι αἱ διχογνωμίαι τῶν νομικῶν; Τίς σᾶς ἐγγυᾶται ὅτι αὔριον τὸ δικαστήριον δὲν θέλει ἀποῤῥίψει τὴν ἰδέαν τῆς ἀντιποιήσεως τῆς ἐξουσίας; Τίς σᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι θέλει παραδεχθῆ τὴν ἰδέαν τῆς πλαστογραφίας; Αἱ παραβάσεις ὅμως τῶν ἐκλογῶν εἶναι τοιαῦται, ὥστε δὲν ἀφίνουν εἰς κανένα ἀμφιβολίαν· οἱ νόμοι δὲ, οἱ ὁρίζοντες τὰς κατὰ τῶν παραβάσεων τούτων ἐφαρμοζομένας ποινὰς, εἶναι τόσον σαφεῖς, ὥστε δὲν δύναται νὰ εὑρεθῇ τις δικαστὴς νὰ μὴ τοὺς ἐφαρμόσῃ. Ἂν ἐν τῷ σημερινῷ κατηγορητηρίῳ δὲν περιλάβετε τὰς ἐκλογικὰς παραβάσεις, ἴσως αὗται δὲν θὰ ληφθῶσι πλέον ὑπ’ ὄψιν, ἴσως δὲ διὰ τὰς ἄλλας κατηγορίας ἀθωωθῆ ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη. Ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου, ἐκπληρώσατε καὶ σεῖς τὸ ἰδικόν σας.
§191ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον νὰ ἐξακολουθήσωμεν, κ. πρόεδρε.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7 μ. μ.)