1875.12.11
1.993 στίχοι · 16.557 λέξεις · 148 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 61
τῆς 11 Δεκεμβρίου 1875.
(Τετάρτη)
Ὥρα 2½ μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§2ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἐὰν ἡ Κέρκυρα ἔχῃ τὸ ἀγροτικόν της ζήτημα, αἱ Ἀθῆναι καὶ ὁ Πειραιεὺς ἔχουσιν ἐπίσης ἐκκρεμὲς τὸ ἀγροτικόν των ζήτημα, ζήτημα κοινωνικόν. Οἱ Πειραιεῖς καὶ οἱ Ἀθηναῖοι δὲν ἔχομεν κτήματα, τὰ κτήματα δὲ ἡμῶν εἶναι ἕρμαιον τῶν ποιμένων, καὶ τοῦτο ἕνεκα τῶν διεπόντων τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ νόμων. Εἰς τὰς Ἀθήνας ὑπῆρχεν ἄλλοτε δημοτικὴ ἀστυνομία, μετὰ ταῦτα ἐσυστήθη ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία. Κατὰ τοὺς νόμους τοὺς ἐφεστῶτας, τὸν ἀγροτικὸν ὑπαστυνόμον διορίζει ἡ Κυβέρνησις, τοὺς ἀγροφύλακας τὸ δημοτικὸν συμβούλιον μετὰ τῆς διευθύνσεως τῆς ἀστυνομίας, ἐν περιπτώσει δὲ διαφωνίας λέγει ὁ νόμος, ἀποφασίζει τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Βλέπετε, ὅτι ἕνεκα τούτου οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ εὐθυνόμενος. Πηγαίνετε εἰς τὸν διευθυντὴν τῆς ἀστυνομίας νὰ κάμετε τὰ παράπονά σας, καὶ σᾶς λέγει ὅτι τὸ δημοτικὸν συμβούλιον πταίει· παραπονοῦνται οἱ συμπολῖται ἡμῶν εἰς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, πταίει, σᾶς λέγει, ἡ διεύθυνσιν τῆς ἀστυνομίας. Ἡ διεύθυνσις τῆς ἀστυνομίας ἔχει ἄλλα σπουδαιότερα καθήκοντα καὶ παρημέλησεν ἐντελῶς τὴν φύλαξιν τῶν κτημάτων. Ἕνεκα τοῦ νόθου συστήματος, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται, ἀγροφύλακες διωρίσθησαν οἱ λύκοι τῶν προβάτων, οἱ φορολόγοι τῶν ποιμένων, καὶ τῷ ὄντι κατώρθωσαν νὰ ἀπομακρύνουν τῶν Ἀθηνῶν ὅλους τοὺς ποιμένας, ἀλλὰ γενόμενοι αὐτοὶ ποιμένες, καὶ διὰ τοῦτο σήμερον ἐν ὅλῃ τῇ περιφερείᾳ τοῦ δήμου Ἀθηνῶν ποιμένες εἶναι οἱ πρώην ἀγροφύλακες. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον πολλάκις ἀνεφέρθη καὶ σήμερον ἔδωκε τὴν ἐντολὴν εἰς τοὺς βουλευτὰς Ἀττικῆς, ὅπως παρακαλέσωσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταστήσῃ εἴτε δημοτικήν, εἴτε διοικητικὴν τὴν ἀγροτικὴν ἀστυνομίαν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ κακὸν ἐπλεόνασε καὶ ὅσοι εὑρίσκονται εἰς τὰς Ἀθήνας θὰ εἶδον, ὅτι πολῖται τρέχουσι συναθρίζοντες τὰ πρόβατα καὶ ὁδηγοῦντες αὐτὰ εἰς τὴν ἀστυνομίαν, ἠναγκάσθημεν οἱ βουλευταὶ Ἀττικῆς νὰ ὑποβάλωμεν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαγορεύεται ἡ βοσκὴ τῶν ποιμνίων τῶν προβάτων καὶ λοιπῶν ζώων, καθ’ ὅλην τὴν περιφέρειαν τοῦ δήμου Ἀθηνῶν πλὴν μόνον τῶν ἀναγνωριζομένων λειβαδείων διὰ τῶν πράξεων τῶν δημοτικῶν συμβουλίων, διότι, κύριοι, συνέβη ὥστε τὸ πολύγωνον, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπάρχει ὁ στρατὼν τοῦ ἱππικοῦ, αὐτὸ τὸ πολύγωνον τὸ ἐνοικίασε τὸ δημόσιον διὰ λειβάδι. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀφορᾷ μόνον τοπικὰ συμφέροντα, καὶ πάντες οἱ βουλευταὶ Ἀττικῆς εἰσιν ὑπογεγραμμένοι εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν, νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀφορᾷ μόνον ἡμᾶς, οὔτε τὸ δημόσιον ἐπιβαρύνεται μὲ ἔξοδα, οὔτε οὐδεὶς ἄλλος.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ συναινεῖ, ἀφ’ οὗ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατετέθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1876. Θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ μετὰ 24 ὥρας θὰ τεθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§6ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ κατηγορητηρίου τί γίνεται;
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τυπώνεται καὶ ἴσως διανεμηθῇ ἀπόψε, διότι χθὲς τὸ ἑσπέρας μόλις ἐπεραιώθη ἡ θεώρησις ὑπὸ τοῦ κυρίου Μαυρομικρᾶ.
§8ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὸ νομίζω, ὅτι εἶναι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§9Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀφ’ οὗ διανεμηθῇ πρέπει νὰ παρέλθουν 24 ὥρας διὰ νὰ μελετηθῇ σπουδαίως ἡ ἔκθεσις καὶ κατόπιν νὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις, διότι εἶναι πολύφυλλος.
§10ΤΙΝΕΣ. Τὴν Δευτέραν, κύριε πρόεδρε νὰ συζητηθῇ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴτε σήμερον, εἴτε αὔριον διανεμηθῇ ἡ ἔκθεσις, μέχρι τῆς Δευτέρας εἶναι ἀρκετὸς καιρός· ὥστε τὴν Δευτέραν θὰ ἦναι ἡ συζήτησις τοῦ κατηγορητηρίου.
§12ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, κύριε πρόεδρε, ἔχω νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Παρατηρῶ, ὅτι ὁ σπουδαιότατος τῶν νόμων τοὺς ὁποίους ἡ Βουλὴ ἔχει ἐντολὴν νὰ συζητήσῃ εἶναι ὁ ἐκλογικὸς νόμος· ὁ νόμος περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν ἔμεινε, καὶ ἐν ᾧ φροντίζομεν περὶ πάντων τῶν ἄλλων δὲν φροντίζομεν διὰ τὸ κεφάλι μας. Παρατηρῶ, ὅτι ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἐν ᾧ ἔπρεπε νὰ προταχθῇ, ἔρχεται ὁ δέκατος ὄγδοος, καὶ αἰωνίως μένει τοιοῦτος. Λοιπὸν δὲν μᾶς δίδουν τὸ δικαίωμα τοὐλάχιστον μίαν ἡμέραν νὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ αὐτοῦ;
§13ΤΙΝΕΣ. Πρῶτον νὰ ἔλθῃ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης.
§14ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Νόμον τοιοῦτον ἔχομεν ὁπωσδήποτε, ἀλλὰ ἐκλογικὸν σχεδὸν δὲν ἔχομεν· τέλος πάντων νὰ τεθῇ μίαν ἡμέραν. Ἠξεύρετε, ὅτι ὁ νόμος ὅπως ὑπεβλήθη ἔχει βάσιν δύω ζητήματα, τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν καὶ τὸ ἑνιαῖον τῆς ψήφου. Ἀλλὰ τὸ σχέδιον τὸ ἰδικόν μου δὲν ἔχει βάσιν οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο. Ἔχει τὸ κεφάλαιον τῶν καταλόγων, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις θὰ ἀναπτυχθῶσι τὰ κεφάλαια ταῦτα τὸ τῶν καταλόγων, τὸ τῶν ἐπιτροπῶν καὶ τὸ τῆς ἐπιτηρήσεως ἐκ μέρους τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, διότι αὐτὰ εἶναι τρία κεφάλαια σπουδαιότατα.
§15ΤΙΝΕΣ. Ἀφ’ οὗ τελειώσῃ τὸ πολιτικὸν ζήτημα.
§16ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὑποστηρίζω λοιπὸν νὰ προσδιορισθῇ μία ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος διὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ τοῦ νόμου.
§17ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τί θὰ γείνῃ, κύριε Πρόεδρε, περὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ῥοντήρη;
§18ΤΙΝΕΣ. Μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν θὰ τεθῇ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§20ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Χθὲς, κύριοι, νομίζω, ὅτι μοὶ ἐζήτησαν τὴν κατάστασιν τῆς προικοδοτουμένης φάλαγγος, τὴν ὁποίαν ἤδη ὑποβάλλω, ἀλλὰ δὲν ἔχω πεποίθησιν ἂν ᾖναι ἀληθής, διότι δυστυχῶς οἱ συγγενεῖς τῶν εἰς τὰ διάφορα χωρία ἀποβιούντων δὲν εἰδοποιοῦν περὶ τοῦ θανάτου αὐτῶν τὸ ὑπουργεῖον· τότε μόνον εἰδοποιεῖται ὅταν ἀποθνήσκουν εἰς τὰς πρωτευούσας ἐπαρχιῶν, ὅτε ἀποδίδονται αἱ προσήκουσαι τιμαί· ἐξ αὐτῶν 23 εἶναι λοχαγοί, 111 ὑπολοχαγοί, 160 ἀνθυπολοχαγοί. Ἡ ὅλη δαπάνη, ἐὰν μεταφέρωμεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα, εἶναι 180 χιλιάδας δραχ. ὡς ἔγγιστα κατ’ ἔτος.
§21ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ καὶ διαθεσιμότητι ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, μεταξὺ τῶν διαθεσίμων δὲν γνωρίζω ἂν συμπεριλαμβάνονται καὶ οἱ βουλευταί· θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ βεβαιώσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς ἂν συμπεριλαμβάνωνται.
§22ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν θέλω σᾶς πληροφορήσει λεπτομερῶς περὶ αὐτοῦ.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἡ ἐκλογὴ Γυθείου ἐπεραιώθη πρὸ πολλοῦ, σήμερον δὲ μοὶ ἀναγγέλλεται ὅτι μετ’ ὀλίγον τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς, τὰ ὁποῖα περιεπλανήθησαν, θέλουν σταλῆ. Κατὰ τὴν παραδεδεγμένην λοιπὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς νομολογίαν θὰ ἀποσταλῶσιν εἰς τὸ ἴδιον τμῆμα, τὸ ὁποῖον ἐξήλεγξε τὸ πρῶτον τὴν ἐκλογήν. Θέλω λοιπὸν καλέσει τὸ τμῆμα αὔριον, ἐπειδὴ εἶμαι πρόεδρος αὐτοῦ, ὅπως προβῶμεν.
§24ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Χθὲς, κύριοι, ἐζητήθη παρά τινων βουλευτῶν νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ ἐκθέσεις τῶν παρὰ τῇ διοικήσει τῶν μεταλλείων τοῦ Λαυρίου ἀντιπροσώπων τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ ἐκθέσεις εἰσὶν ὑποβεβλημέναι ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1874 ἔτους, πρὶν συνταχθῇ ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑταιρίας διὰ τῆς ὁποίας τὸ ποσὸν προσδιορίζεται, ὅπως γνωρίζετε. Αἱ ἐκθέσεις εἶναι τυπωμέναι καὶ πολλὰ φυλλάδια εὑρίσκονται εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ἑπομένως ὅστις θέλει ἠμπορεῖ νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ τοιαῦτα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ φυλλαδίου καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐκ τοῦ ὁποίου καταφαίνεται ὁποῖα ὑπῆρξαν τὰ κέρδη τῆς ἑταιρίας κατὰ τὸ 1874. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν τρίτην συζήτησιν διὰ τὴν αὔριον, διότι ἔχω ἀνάγκην νὰ μελετήσω τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν, διὰ νὰ φέρω μερικὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἔκρινα ἀναγκαίας.
§25ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Παρατηρῶ ὅτι χθὲς εἰς τὴν τυπωθεῖσαν ἡμερησίαν διάταξιν ἔγεινεν ἓν λάθος, τοῦτο διότι ἐτυπώθη τὴν νύκτα· τὸ νομοσχέδιον περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν φαίνεται ὡς εἰς τρίτην συζήτησιν, ἐν ᾧ ἦτο εἰς δευτέραν, καὶ ὀφείλω νὰ κάμω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ, δυνάμεθα νὰ προτάξωμεν τὴν τρίτην συζήτησιν νομοσχεδίων τινῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν θέλει γείνει συζήτησις, καὶ τοιαῦτα νομίζω εἶναι τὰ περὶ δυνάμεως στρατοῦ, καὶ αἱ συμβάσεις μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἑλλάδος, Ἱσπανίας καὶ Ἑλλάδος.
§27ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐγένοντο δεκτὰ εἰς τρίτην συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὰ ἑξῆς νομοσχέδια· ά.) Περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1875. βʹ.) Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ 1875. γʹ.) Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ 1876. δʹ.) Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἑλλάδος συμβάσεως περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως τῶν δραπετῶν ναυτῶν τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ. έ.) Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἱσπανίας συμβάσεως περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας.
§28ΦΙΛΗΜΩΝ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ περὶ πυριτιδοποιείου, καθὼς καὶ τὸ περὶ ἑρμηνείας τοῦ νόμου περὶ μεταλλείων.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ περὶ ἑρμηνείας τοῦ νόμου περὶ μεταλλείων, ἔγειναν παρατηρήσεις τινὲς, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ. Τί φρονεῖτε;
§30ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὸν εἶναι νὰ ἀναβληθῶσι διὰ νὰ ἔχωμεν καιρὸν νὰ τὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι ἔχουν παρατηρήσεις νὰ τὰς ὑποβάλλουν σήμερον διὰ νὰ λάβῃ καιρὸν νὰ τὰς μελετήσῃ ὁ ὑπουργός.
§32ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὑποβάλλω ὀλίγας παρατηρήσεις. Ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν παρουσιάσθη τὸ ζήτημα τοῦτο περὶ τοῦ μεταλλείου, ὅτε δηλ. ἠγοράσθη ἡ περιουσία τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου ἀπὸ τοὺς πρώτους κατόχους αὐτοῦ, ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλὰ ὅτι ἐν τῷ τύπῳ καὶ τῷ συμβολαίῳ ἐσημειώθη ὡρισμένον ποσὸν ἀξίας δι’ αὐτὴν ἐν συνόλῳ· ἀλλ’ ἔπειτα ἐγνώσθη ὅτι τὸ μεταλλεῖον, ἐφ’ οὗ καὶ ἐν ᾧ κεῖνται αἱ ἐκβολάδες, δὲν ἀπετέλει μέρος τῆς περιουσίας τῆς νέας ἑταιρίας τοῦ Λαυρίου, ἀλλ’ ἔμενεν ἰδιοκτησία τῶν δύο πρώτων ἱδρυτῶν δηλ. τῶν κ. Συγγροῦ καὶ Σερπιέρη. Συμβαίνει λοιπὸν ἐν τῷ αὐτῷ χώρῳ καὶ συγχρόνως νὰ ἐξασκῶσι δικαιώματα ὅ τε Συγγρὸς καὶ τὰ Μεταλλουργεῖα, ὥστε αὐτὸ θέλει καταστρέψει τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεταλλουργείων, διότι οὕτω ὑπάρχουσι διάφορα συμφέροντα τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ μεταλλείου ἐπιδιωκόντων ἀναντιῤῥήτως τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων. Διαμαρτυρηθεὶς δὲ καὶ ἄλλοτε κατὰ τῆς τοιαύτης καταστάσεως τοῦ μεταλλείου τοῦ περιέχοντος τὰς ἐκβολάδας, διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Σ. Πετιμεζᾶ, τεινούσης εἰς τὴν δήμευσιν ἀξιολόγου μέρους τῆς ἀκριβὰ πληρωθείσης περιουσίας τῶν Μεταλλουργείων.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται περὶ ἑρμηνείας τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου. Ἔχει κανεὶς τὸν λόγον ἐπὶ αὐτοῦ;
§34ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Σχετίζεται τὰ μάλιστα.
§35Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ κάμω τινὰς παρατηρήσεις πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἑρμηνευτικὸν, οἱ δ’ ἑρμηνευτικοὶ νόμοι ἔχουσι δύναμιν ἀναδρομικήν· ὅθεν καλὸν νὰ ἐξετασθῇ, μήπως ἡ ἀναδρομικὴ ἰσχὺς τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τούτου παραβλάπτει κατά τι τὰ δημόσια συμφέροντα, προκαλοῦσα δίκας ἰδιωτῶν κατὰ τοῦ δημοσίου ἐπὶ ἀποζημιώσεσι.
§36ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ, διότι δὲν ἔγειναν παραχωρήσεις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ τόπου διαφόρων ἑνώσεων τοῦ αὐτοῦ μετάλλου.
§37ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύναμαι νὰ εἴπω ἐλευθέρως τὴν γνώμην μου. Ἔλαβον μέρος εἰς ἐπιτροπὴν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνεκάλεσεν ἵνα ἐξετάσῃ τὰ περὶ τούτου. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνώτερον παντὸς δισταγμοῦ, ὅτι, ὅταν ἐγένοντο παραχωρήσεις τοῦ αὐτοῦ μετάλλου ὑπὸ διαφόρους ἑνώσεις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ τόπου, πρέπει νὰ προτιμᾶται ὁ λαβὼν τὴν πρώτην παραχώρησιν. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶχε τὴν αὐτὴν γνώμην, καὶ ἐγὼ συμφωνῶ ἐντελῶς μετ’ αὐτοῦ. Ὑποθέτω δὲ ὅτι οἱ ὑπουργοὶ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν δὲν κωλύονται, ἀλλὰ προτρέπονται ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1861 οὕτω νὰ ἐκτελῶσιν αὐτὸν, οὕτω δὲ παρέχονται ὅλαι αἱ ἀναγκαῖαι εὐκολίαι εἰς τὴν μεταλλουργικὴν βιομηχανίαν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ προκληθῇ νόμος ἑρμηνευτικός. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἀνάγκη τοιούτου νόμου δὲν εἶναι· ἐξ ἄλλου δὲ ὑπάρχει κίνδυνος, μὴ τυχὸν τοιοῦτος νόμος ἑρμηνευτικὸς καὶ ἡ ἀναδρομικὴ ἰσχὺς αὐτοῦ ἐπιφέρωσι ζημίας εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§38ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν ὁποίαν συνεκάλεσεν ὁ κύριος ὑπουργὸς, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ καλεσθῶ καὶ ἐγώ. Τὸ ζήτημα λοιπὸν ἐτέθη ὡς ἑξῆς· κατὰ τὸν νόμον περὶ μεταλλείων ἄρθρ. 2, μεταλλεῖον εἶναι ὁ χῶρος ὁ περιέχων τὸ κύριον μέταλλον εἴτε εἰς καθαρὰν κατάστασιν, εἴτε εἰς οἱανδήποτε ἕνωσιν. Ἑπομένως δὲν μένει ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, τὸ μεταλλεῖον παραχωρεῖται εἰς τὸν λαβόντα τὴν παραχώρησιν. Ἐπειδὴ ὅμως κατὰ τὰς πρώτας παραχωρήσεις καὶ ἡ ἄγνοια τῶν αἰτούντων, καὶ ἡ ἄγνοια τῶν παραχωρούντων ἔφερε τὸ ἀποτέλεσμα, ὥστε νὰ δίδωνται μερικαὶ παραχωρήσεις ὑπὸ τὴν ἕνωσιν, τὴν ὁποίαν τότε ἡ χημικὴ ἀνάλυσις παρουσίαζε, παρετηρήθη, ὅτι ἡ ἔλλειψις αὕτη δύναται νὰ γεννήσῃ ἀμφισβητήσεις ἀντικειμένας εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, δηλαδὴ νὰ θεωρηθῇ, ὅτι τὸ μέταλλον τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται σήμερον εἰς μίαν ἕνωσιν, ἐὰν αὔριον τὸ αὐτὸ παρουσιάζηται εἰς ἄλλην ἕνωσιν χημικὴν πάντοτε, ὅτι ἠδύνατο τοῦτο νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ὑπαγόμενον καὶ ἀποτελοῦν μέρος τῆς παραχωρήσεως, ἑπομένως ἠρώτησεν ὁ κύριος ὑπουργὸς, πῶς δύναται νὰ συμβιβασθῇ τοῦτο μὲ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἡ παραχώρησις ἀποβλέπει ὁλόκληρον τὸ μεταλλεῖον. Ἐκτὸς δὲ τούτου εἶναι γνωστὸν καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς θὰ δύναται νὰ τὸ βεβαιώσῃ, ὅτι οὔτε ἠδύνατο νὰ ζητηθῇ, οὔτε νὰ δοθῇ παραχώρησις τοῦ αὐτοῦ μετάλλου εἰς ἄλλην ἕνωσιν. Συνεσκέφθημεν λοιπὸν ποῖος εἶναι ὁ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου δύναται τὸ ἀτόπημα τοῦτο νὰ διορθωθῇ καὶ συνεφωνήσαμεν, ὅτι ἕνας νόμος ἐρχόμενος νὰ διερμηνεύσῃ τὸ ἄρθρ. 2 τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου διορθοῖ καὶ συμπληροῖ τὸ κενόν. Αὐτὸ ἀποβλέπει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι συμφωνότατον μὲ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου.
§39ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Ἄν καὶ ἐξέλαβον κατ’ ἀρχὰς, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ἐνθυμεῖσθε πῶς περιεπλέχθη τὸ Λαυριακὸν ζήτημα ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς χημικῆς καταστάσεως τοῦ μολύβδου καὶ τοῦ ἀργύρου. (Δὲν ἀκούεται ὁ ἀγορεύων).
§40ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὅσοι ἀνέγνωσαν τὴν ἔκθεσιν διὰ τῆς ὁποίας εἰσήγαγον τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν καὶ εἶμαι ἀρκετὰ σύντομος, δὲν εὑρέθησαν εἰς καμμίαν ἀμφιβολίαν περὶ τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι μὲ ἠνάγκασαν νὰ φέρω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἡ ἔκθεσις αὕτη διαλαμβάνει ῥητῶς ὅτι τινὲς ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν παραχώρησιν μεταλλείου, ἀντὶ νὰ σημειώσουν εἰς τὴν αἴτησίν των καλῶς τὸ κύριον μέταλλον, τὸ ὁποῖον ἐζήτησαν, ἐσημείωσαν τὸν μέταλλον τοῦτο συνωδευμένον μὲ ἓν ἐπίθετον, τὸ ὁποῖον προσδιώριζε τὴν ἕνωσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο. Ἀντὶ π. χ. νὰ εἴπουν, ζητῶ νὰ μοὶ παραχωρηθῇ ὁ δεῖνα χῶρος νὰ ἐκμεταλλεύσω μόλυβδον, εἶπον ἔνθειον μόλυβδον, ἄλλοι ἀνθρακικὸν μόλυβδον, καὶ ἀντὶ νὰ ζητήσουν τὴν παραχώρησιν μεταλλείου σιδήρου ἐζήτησαν ἀνθρακικοῦ σιδήρου ἢ ὀξειδίου σιδήρου. Τοιαῦται παραχωρήσεις ἐγένοντο διὰ 96 μεταλλεῖα, τῶν ὁποίων ὑπέβαλον ὀνομαστικὸν κατάλογον. Ἐν τούτοις ὅτε ἤρχισάν τινες νὰ ἐργάζωνται εἰς τὰ μεταλεῖα ταῦτα ἀνεκάλυψαν ὅτι τὸ μέταλλον, τὸ ὁποῖον ἐζήτησαν ὑπὸ ὡρισμένην ἕνωσιν ἀπηντᾶτο καὶ ὑπὸ ἄλλας ἑνώσεις· ἐπιστήμονες δὲ ἄνδρες ἀποφαίνονται δι’ ἐκθέσεων, αἱ ὁποῖαι καὶ αὗται κατετέθησαν, ὅτι τὰ μέταλλα εἰς τὴν φύσιν ἀπαντῶνται ὑπὸ διαφόρους ἑνώσεις. Εἰς τοιαύτην περίπτωσιν μοὶ ἐγένετο ἡ πρότασις ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῇ μία ἑρμηνεία τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ θεωρῆται πᾶσα παραχώρησις μεταλλείου, ὡς περιλαμβάνουσα τὸ κύριον μέταλλον εἰς οἱανδήποτε ἕνωσιν καὶ ἂν ἤθελεν ἀπαντηθῆ· σημειώσατε δὲ ὅτι οἱ περισσότεροι τῶν ὅσων ἐζήτησαν παραχώρησιν μεταλλείου, εἶχον τὴν πρόνοιαν νὰ σημειώσουν τὸ κύριον μέταλλον χωρὶς νὰ σημειώσουν τὴν ἕνωσιν αὐτοῦ. Ἦτο λοιπὸν μία ἀνισότης μεταξὺ τῶν λαβόντων παραχωρήσεις, διότι διὰ τοὺς ζητήσαντας παραχωρήσεις ὑπὸ ὡρισμένην ἕνωσιν, ἐὰν ἤθελον ἑρμηνευθῆ τὰ παραχωρητήρια στενῶς καὶ κατὰ γράμμα, δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὸ μέταλλον παρὰ ἐφ’ ὅσον ἀπηντᾶτο εἰς τὴν ἕνωσιν ἡ ὁποία τοῖς παρεχωρήθη. Ἐὰν δὲ ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς ἄλλην ἕνωσιν, ἔμενεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίμα νὰ τὸ παραχωρήσῃ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἰδίους ἢ εἰς ἄλλους. Καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι πᾶσα Κυβέρνησις ἤθελε τοὺς προτιμήσει, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἤρκει ὅπως θεωρηθῶσιν ἐξησφαλισμένοι, ἐὰν ἤθελεν ἀπαντηθῆ τὸ μέταλλον εἰς διαφορετικὰς ἑνώσεις. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ δοθῇ ἑρμηνεία πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν διὰ νὰ ᾖναι βέβαιοι ὅτι ἐπιχειροῦντες πολυδαπάνους ἐργασίας, εἶναι κύριοι τοῦ μετάλλου εἰς οἱανδήποτε ἕνωσιν καὶ ἂν ἀπαντηθῇ, καὶ δὲν βλέπω λοιπὸν ὁποίαν περιπλοκὴν δύναται νὰ φέρῃ ἡ τοιαύτη ἑρμηνεία.
§41ΣΟΥΤΣΟΣ. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν εἰς τὸν αὐτὸν χῶρον παρεχωρήθη εἰς τὸν μὲν μία ἕνωσις, εἰς δὲ τὸν ἄλλον ἄλλη, τί θὰ γείνῃ;
§42ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἁρμόδιοι μ’ ἐβεβαίωσαν ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτόν τι· ἀλλ’ ἐπειδὴ γεννᾶται αὐτὴ ἡ ἀμφιβολία, παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν αὔριον ὅπως ἐξετασθῇ.
§43ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ συζητηθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ πυριτιδοποιείου;
§45ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§46ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Συμφώνως μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς πρόκειται ὁσονούπω νὰ συστηθῇ τὸ Εἰδικὸν δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἐκλήθη νὰ δικάσῃ τοὺς ἐπὶ δωροδοκίᾳ κατηγορουμένους Νικολόπουλον καὶ Βαλασσόπουλον, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτοῦνται δαπάναι. Λαβὼν δὲ ἀφορμὴν ἐξ ἐγγράφου τοῦ κ. προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησιν περὶ πιστώσεως ἐκ 33 χιλιάδων δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ χρησιμεύσουν ὡς ἀποζημίωσις τῶν δικαστῶν, οἵτινες ἦλθον, ἐκ τῶν ἐφετείων Κερκύρας, Πατρῶν καὶ Ναυπλίου, εἰς διακόσμησιν τοῦ καταστήματος, πληρωμὴν μαρτύρων κλπ. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἐγγράψῃ ἀμέσως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν προκειμένην αἴτησιν.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§48ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ εἰς πρώτην συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπεδόθη σήμερον εἰς τὸ προεδρεῖον ἀναφορὰ ὑπὸ τοῦ κ. Κοκκώνη κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ πυριτιδοποιείου. Ἀκούσατέ την. (Ἀναγινώσκεται). Πρὸς τὸν Κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων. Κύριε Πρόεδρε! Ὁ εὐσεβάστως ὑποσημειούμενος πολίτης Ἕλλην, ἔχων συστημένον πρὸ δύο καὶ ἥμισυ περίπου ἐτῶν, ἀδείᾳ τῆς ἁρμοδίου Ἀρχῆς, πυριτιδοποιεῖον, λαμβάνω τὸ θάῤῥος νὰ ὑποβάλω Ὑμῖν εὐσεβάστως τὰς ἀκολούθους παρατηρήσεις, ὡς πρὸς τὸ εἰσαχθὲν ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν Νομοσχέδιον περὶ παροχῆς εἰκοσαετοῦς προνομίου τῷ κ. Μωραϊτίνῃ πρὸς σύστασιν πυριτιδοποιείου. Κατὰ πόσον ἐπιβλαβῆ εἶναι εἰς τὰ Κράτη τὰ εἰς βιομηχανικά τινα ἱδρύματα διδόμενα προνόμια, ὡς καταστρέφοντα τὸν συναγωνισμὸν καὶ εἰσάγοντα τὸ μονοπώλιον, ἐπιβαρύνοντα δὲ τὸν καταναλωτὴν ἄνευ οὐδενὸς τῆς Ἐπικρατείας κέρδους, οὐδὲν λέγω. Τοῦτο πανθολογούμενον εἶναι, καὶ πάντα τὰ Κράτη ἀπέχουσιν ἤδη τοῦ νὰ δίδωσι τοιαῦτα ἀτομικὰ προνόμια, περιοριζόμενα ἐνίοτε νὰ ὑποστηρίζωσιν ὁλόκληρον κλάδον τινὰ Βιομηχανίας εἴτε διὰ τῆς ἀτελείας τῆς εἰσαγωγῆς τῆς πρώτης ὕλης, (ὅπως ἔπραξεν ἄλλοτε καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ διὰ τὰ σχοινοποιεῖα), εἴτε ἄλλως πως. Ἐκτὸς τούτου ἐν Ἑλλάδι λίαν τρανὴ ἡ ἀπόδειξις, ὅτι τὰ βιομηχανικὰ καταστήματα αὐτῆς προοδεύουσι καὶ πολλαπλασιάζονται ἄνευ σχεδὸν οὐδενὸς Κυβερνητικοῦ προνομίου. Ἴσως τὸ προνόμιον, καὶ τοῦτο μικρᾶς μόνον διαρκείας, ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ, ἀπονεμόμενον εἰς σύστασιν Βιομηχανίας, μὴ εἰσηγμένης εἰσέτι ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀπαιτούσης μεγάλα κεφάλαια. Τὸ μόνον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχω νὰ ὑποβάλλω Ὑμῖν τὰς παρατηρήσεις μου εἶναι ὁ ὅρος ἐκεῖνος τοῦ Νομοσχεδίου, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ νῦν ὑπάρχοντα πυριτιδοποιεῖα ἐμποδίζονται νὰ αὐξήσωσι τὴν παραγωγὴν των ἢ νὰ τελειποιήσωσι τὰ μηχανήματά των. Δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω ποτὲ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐν τῇ συνέσει της ἤθελεν ἀπαγορεύσει τὴν ὁδὸν τῆς προόδου ἀπὸ τοσούτους πολίτας Ἕλληνας, χάριν ἑνὸς μόνου ἐργοστασίου, ἐνῷ πάντες ἴσα κεκτήμεθα δικαιώματα. Ἐκτὸς τούτου οἱ τῶν πυριτιδοποιείων κάτοχοι καὶ ἐδαπάνησαν καὶ ἐκοπίασαν, ἀποβλέποντες εἰς μέλλουσαν αὔξησιν τῆς ἐργασίας αὐτῶν, καὶ ὑποχρεώσεις ὡς ἐκ τούτου ἀνέλαβον, ὥστε λίαν ἐπιζήμιον καὶ ἄδικον ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν αἴφνης ἔβλεπον φραγμὸν μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῆς προόδου, ὑπὸ τῆς τῶν Ἑλλήνων Βουλῆς τιθέμενον, ἥτις ἐξίσου ὑπὲρ πάντων τῶν πολιτῶν νὰ μεριμνᾷ δίκαιον εἶναι. Καὶ τῷ ὄντι λίαν ὀδυνηρὸν θὰ ἦτο, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ ἤρχετο νὰ εἴπῃ εἰς τὸν κλάδον αὐτὸν τῆς Βιομηχανίας· «δὲν ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ προοδεύσῃς, δὲν ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ τελειοποιηθῇς, μεῖνον στάσιμος· τὸ δικαίωμα τῆς προόδου καὶ τῆς τελειοποιήσεως ἔχει μόνος εἷς εἰς τὸν κλάδον αὐτὸν, ὃν ἐγὼ ὥρισα.» Ἐκτὸς τούτου ὁ εὐσεβάστως ὑποσημειούμενος σημαντικὰς ἐν Ἀγγλίᾳ ἀνέλαβον ὑποχρεώσεις διὰ τῆς παραγγελίας διαφόρων μηχανημάτων πρὸς τελειοποίησιν τοῦ ἐργοστασίου μου. Τῶν μηχανημάτων αὐτῶν, ἂν ἐμποδισθῶ ἅμα τῇ παραλαβῇ των νὰ κάμω χρῆσιν, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἀπαιτῶ ἀποζημιώσεις παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Παρακαλῶν Ὑμᾶς, ὅθεν, Κύριε Πρόεδρε, ὅπως τὴν ἀναφοράν μου ταύτην ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως τοῦ ῥηθέντος νόμου, πέποιθα ὅτι θέλετε ὑποστηρίξει ὅπως τὸ δικαίωμα τῆς ἀτελείας τῆς εἰσαγωγῆς τῆς πρώτης ὕλης ἐπεκταθῇ εἰς ἅπαντα τὰ ὑπάρχοντα πυριτιδοποιεῖα, ὅπερ πατρικώτερον καὶ ἐπωφελέστερον εἰς τὸν τόπον, ἢ τοὐλάχιστον ν’ ἀφεθῇ ἐλεύθερον τὸ στάδιον τῆς προόδου αὐτῶν. Ἐὰν δ’ ἐν τῇ συνέσει αὐτῆς ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελεν εὕρει τοῦτο πρόσφορον διὰ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, τότε παρακαλῶ, Ὑμᾶς, Κύριε Πρόεδρε, ἵνα προτείνητε ὅπως γενῇ ἐξαίρεσίς τις διὰ τὸν ὑποφαινόμενον, ἵνα δυνηθῶ νὰ κάμω χρῆσιν τῶν μηχανῶν, ἃς ἔχω ἤδη ἐν Ἀγγλίᾳ παραγγείλει καὶ δι’ ἃς καὶ δαπάνας σημαντικὰς μέχρι σήμερον ἔκαμον, καὶ ὑποχρεώσεις ἀνέλαβον, ὥστε δὲν μοὶ εἶναι εὔκολον ἀζημίως ν’ ἀνακαλέσω τὴν παραγγελίαν μου. Πεποιθὼς ἐπὶ τὴν πατρικὴν διὰ τὸν τόπον μέριμναν τῆς Βουλῆς, ὑποσημειοῦμαι εὐσεβάστως. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 11 Δεκεμβρίου 1875.
Ὁ πολίτης
Α. Ι. ΚΟΚΚΩΝΗΣ.
§50ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§51ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς φέρῃ σημείωσιν τῶν τυχὸν συστημένων μέχρι τοῦδε κατὰ τὸ Κράτος πυριτιδοποιείων, πότε συνεστήθη ἕκαστον, καὶ ποῖον τὸ εἶδος τῆς παραγωγῆς. Συγχρόνως δὲ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται τὸ δημόσιον πυριτιδοποιεῖον, καὶ ἐὰν τὸ δημόσιον ἐβλάβη ἀπὸ τὴν ὕπαρξιν ἢ ὠφελήθη, καὶ κατὰ πόσον, ὥστε ἐν γνώσει νὰ δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ θέλει τυπωθῆ. Γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ νομοσχέδιον περὶ συνοικισμοῦ τῶν Ψαριανῶν εἰς βʹ. συζήτησιν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ λιμένος Κατακώλου.
§54Ι. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ οἱ τόκοι τῶν χρημάτων αὐτοῦ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου τὶ γίνονται.
§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ τόκοι συγκεφαλαιοῦνται, καὶ κατ’ αὐτὰς περιμένεται πρότασις τοῦ συμβουλίου περὶ διαθέσεως αὐτῶν. Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ. συζήτησιν ἄνευ ἀντιρήσεως.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ καὶ διαθεσιμότητι ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ. Ὁ κ. Χρηστόπουλος ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς τροπολογίαν· Ἐν τέλει τοῦ 5 ἄρθρου νὰ προστεθῇ «πᾶσα δὲ ἐπιζήμιος συνέπεια, προερχομένη ἐκ τῆς καθ’ ὑπέρβασιν ἀπονομῆς οἱουδήποτε βαθμοῦ, ἐπιβαρύνει, ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου, προσωπικῶς τὸν ἐνεργήσαντα τὴν ὑπέρβασιν Ὑπουργόν. Ὡς 5 ἄρθρον νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς· «Οἱ ἐν διαθεσιμότητι ὡς πρῴην βουλευταὶ καὶ οἱ ἐν ἀργίᾳ, ἕνεκα διαλύσεως Σώματος ἢ καταργήσεως θέσεως, ἀξιωματικοὶ ἀναλαμβάνουν ἁπάσας τὰς χηρευούσας θέσεις τοῦ βαθμοῦ των εἴτε γενικὰς εἴτε εἰς ὃ ἀνήκουσιν ὅπλον ἢ Σῶμα ἕκαστος. Ἡ εἰς ἐνέργειαν ἀνάκλησις αὐτῶν γίνεται κατὰ λόγον ἀρχαιότητος τῆς ἐν ταῖς καταστάσεσι ταύταις διαμονῆς αὐτῶν.»
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§58Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπεσχέθη χθὲς ὅτι θὰ φέρῃ κατάστασιν ὀνομαστικὴν ὁρίζουσαν καθ’ ὅπλον τοὺς βαθμοὺς ἐν γένει· δὲν ἠξεύρω πῶς τοῦ διέφυγε τοῦτο καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ τὴν φέρῃ.
§59ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θέλετε νὰ νομοθετήσωμεν τὰς θέσεις;
§60Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νὰ φέρετε νόμον.
§61ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἂν θέλετε κατάστασιν, μάλιστα.
§62ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὶ θὰ εἰπῇ κατάστασις;
§63ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (ὑπουργ. Στρατιωτικῶν). Νομίζω, ὅτι χθὲς μοῦ εἴπατε νὰ φέρω κατάστασιν τῶν εἰς τὰς γενικὰς θέσεις κ. ἀξιωματικῶν, τὴν καταθέτω· ὅσας δὲ τροπολογίας θέλετε, φέρετέ τας.
§64Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐνοοῦμεν νὰ ὁρίσητε τὰς θέσεις π. χ. τὰς εἰδικὰς θέσεις, τὰ φρουραρχεῖα, τὰ στρατοδικεῖα, ὅ,τι ἄλλην εἰδικὴν θέσιν, νὰ ὁρίσητε ἀπὸ ποίους ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς θὰ κατέχωνται καὶ ἀπὸ ποῖον Σῶμα.
§65Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς ζητοῦν νὰ μεταβάλλητε τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἔχετε.
§66ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Εἰς ἐμὲ εἶναι δύσκολον νὰ τὸ ὑποβάλω αὐτό.
§67ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὁ ὑπάρχων νόμος δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ νομοσχέδιον.
§68ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον· ἂν νομίζετε, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, ὅτι παραβλάπτονται τὰ δικαιώματα εἴτε ἀτόμων, εἴτε σωμάτων, εἶσθε κύριος νὰ φέρετε τροπολογίας· τὸ νὰ ἀπαιτῆτε ὅμως ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν νὰ φέρῃ μεταβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε, μοῦ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν.
§69Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἠξεύρετε τὶ συμβαίνει εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν; Ἐδῶ ἀδικοῦνται ἐν γένει τὰ σώματα, διότι π. χ. τὶ συμβαίνει; ὑπάρχει θέσις εἰδικὴ, τὸ στρατοδικεῖον ἔχει ἕνα ἀντεισηγητὴν, ὁ ἀντεισηγητὴς αὐτὸς εἶναι τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τοῦ ἱππικοῦ· ἀλλὰ τὶ συμβαίνει; καὶ ἴδετε ὅτι ἔγειναν προβιβασμοὶ ἀπὸ τὸν πρώην ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνουν· ὑπῆρχεν εἰς τὸ στρατοδικεῖον εἷς λοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ ἀντεισηγητὴς, ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὸν μετέθεσεν, ἐκκένωσε τὴν θέσιν ἐκείνην, τὶ ἔκαμε; πέρνει ἕνα ὑπολοχαγὸν τοῦ πυροβολικοῦ τὸν προβιβάζει λοχαγὸν καὶ τὸν στέλλει ἐκεῖ· οὕτω πως βλέπετε ὅτι καθημέραν γίνονται προβιβασμοὶ, διότι τὰς εἰδικὰς θέσεις αὐτὰς ὁ ὑπουργὸς δὲν τὰς ὁρίζει διὰ νόμου· ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ἢ προβιβαζόμενος ἢ ἀποθνήσκων δὲν ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὸ αὐτὸ Σῶμα, καὶ βλέπετε ὅτι ὑπάρχουν αὐταὶ αἱ ἀδικίαι, δὲν γίνεται ἡ διανομὴ τῶν προβιβασμῶν ἐξ ἴσου εἰς ὅλα τὰ Σώματα· πρέπει νὰ φέρῃ νόμον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ὁρίζῃ καθαρῶς πόσοι ἀξιωματικοὶ ἀνώτεροι εἶναι εἰς τὸ πυροβολικὸν καὶ πόσοι πρέπει νὰ ᾖναι, πόσοι εἰς τὸ πεζικὸν, πόσοι εἰς τὸ ἱππικὸν, ὥστε νὰ μὴ δύναται εἷς ὑπουργὸς αὐθαίρετος νὰ κενώνῃ θέσεις, νὰ πέρνῃ ἀπ’ ἐδῶ, νὰ πέρνῃ ἀπ’ ἐκεῖ νὰ προβιβάζῃ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι θὰ προλάβωμεν τὰς καταχρήσεις τῶν ὑπουργῶν, δι’ αὐτὸ καὶ οἱ ὑπουργοὶ δὲν τοὺς συμφέρει νὰ φέρουν εἰδικὸν νόμον νὰ ὁρίζουν τὰς θέσεις εἰδικῶς. Ἔχετε τώρα ἓν πλῆθος ἀξιωματικῶν καὶ αἰωνίως γίνονται ἀξιωματικοί· ἐγὼ δὲν παραπονοῦμαι, ὅτι εἶμαι εἰς τὸ ἱππικὸν καὶ δὲν ἔχω προαγωγήν. Κύριοι, πρέπει νὰ ἠξεύρετε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει αὐτοκρατορικὴν ἐξουσίαν, δύναται νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει.
§70ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἂν δὲν περιβάλλεται μὲ τοιαύτην ἐξουσίαν, δὲν ὑπάρχει στρατός.
§71Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εὔχομαι νὰ ἦσθε σεῖς πάντοτε καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἀδικήσητε κανένα· ἀλλὰ ἔχομεν καὶ προηγούμενα· δὲν θὰ ἦσθε αἰωνίως ὑπουργός· μοῦ ἐγγυᾶσαι ἂν αὔριον ἔλθῃ εἷς ἄλλος ὑπουργὸς ἂν θὰ ἀπονείμῃ δικαιοσύνην εἰς τὸν στρατόν; Ἡ ἀπαίτησις αὐτὴ εἶναι ἐν γένει καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς δικαιοσύνης. Πρέπει νὰ μὴν ἐνδώσετε εἰς τὴν παραδοχὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἀλλὰ πρέπει νὰ φέρῃ ὁ ὑπουργὸς εἰδικὸν νόμον νὰ ὁρίσῃ καὶ τὰς γενικὰς θέσεις καὶ τὰς εἰδικάς, διότι βλέπετε εἰς τὸ πυροβολικὸν εἶναι 5 λόχοι καὶ εἶναι 20 λοχαγοί!
§72ΦΙΛΗΜΩΝ. Νὰ ὑποβάλετε τὴν τροπολογίαν κατὰ τὴν ἰδέαν σας.
§73ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θὰ τὴν ὑποβάλλω. — Ἐγὼ νομίζω πῶς ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν ἰδέαν μου, ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἂν καὶ τὸ ἔφερε· εἶμαι πεπεισμένος, διότι ὑπάγει καὶ ἐναντίον τῶν συμφερόντων τοῦ ἑαυτοῦ του.
§74Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὰ ἀφοῦ εἶσθε πεπεισμένος, ὅτι ὁ ὑπουργὸς συμμερίζεται τὰς ἰδέας σας......
§75ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μὴ στενοχωρῆσαι....
§76ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν θὰ στενοχωρηθῶ ποτὲ ἀπὸ τοὺς λόγους σου.
§77ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Λοιπὸν νὰ φέρῃ εἰδικὸν νόμον νὰ εἰπῇ, ὅτι εἰς τὸ φρουραρχεῖον θὰ ᾖναι φρούραρχος τοῦ πυροβολικοῦ· ἀπέθανεν ἐκεῖνος θὰ ὑπάγῃ τοῦ πυροβολικοῦ, δὲν θὰ ὑπάγῃ τοῦ πεζικοῦ καὶ τοῦ ἱππικοῦ· ἀπεβίωσεν εἷς βασιλικὸς ἐπίτροπος, εἶναι τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν, καὶ θὰ γείνῃ ἀναλόγως τῶν Σωμάτων, τὸ πεζικὸν ἐννοεῖται ἔχει 14 τάγματα, τὸ πυροβολικὸν εἶναι ἓν τάγμα, τὸ ἱππικὸν ἓν, κατ’ ἀναλογίαν οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ καὶ αἱ θέσεις αἱ γενικαὶ καὶ αἱ εἰδικαὶ θὰ ἦναι περισσότεραι. Ἐγὼ βλέπετε, ὅτι εἶμαι εἰς τὸ ἱππικὸν καὶ ὁμιλῶ ἐναντίον τῶν συμφερόντων μου, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ ἐμοῦ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ συμφέροντος ὁλοκλήρου τοῦ στρατοῦ.
§78ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναβληθῇ, κύριε πρόεδρε.
§79ΣΟΥΤΣΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἔγεινεν ἓν μικρὸν λάθος εἰς τὸν κλάδον τὸν ὑγειονομικόν· νομίζω, ὅτι κατὰ τοὺς καταστατικοὺς νόμους καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν εἶναι 3 ἐπίτροποι καὶ 3 εἶναι ἀναγκαῖοι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν· ἐν τούτοις παρατηρῶ, ὅτι εἶναι 5 ταγματάρχαι εἰς τὸν ὑγειονομικὸν κλάδον.
§80ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Πραγματικῶς κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου ὑπάρχουν 3 ἀξιωματικοὶ ἀνώτεροι, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς εἶναι διευθυντὴς εἰς τὸ νοσοκομεῖον, ὁ δὲ ἄλλος πρόεδρος τῆς ἀνωτάτης ὑγειονομικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ὁ γʹ. παρὰ τῷ ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν· πιθανὸν ὅμως αἱ ἀνάγκαι τοῦ τόπου αὔριον ν’ αὐξήσουν καὶ νὰ ἀπαιτήσουν ἀντὶ νὰ ἔχωμεν τρεῖς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς νὰ ἔχωμεν 5. Δὲν ἔθεσα δὲ οὐδὲν περισσότερον ἔξοδον.
§81ΣΟΥΤΣΟΣ. Προσθέτετε δύω ἐπιάτρους διὰ μέλλουσαν ἀνάγκην καὶ ἀφαιρεῖτε τὸν ἄρτον τῶν ἄλλων.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἰς τὸν ὑγειονομικὸν κλάδον ἀντὶ 5 ταγματαρχῶν νὰ μείνουν τρεῖς.
§83ΣΟΥΤΣΟΣ. Βέβαια, κύριε πρόεδρε.
§84ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Πολὺ καλὰ ἀφήσατε εἰς τὴν γʹ. συζήτησιν.
§85ΣΟΥΤΣΟΣ. Διατί; τοῦτο κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τροποποιηθῇ.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναγινώσκεται τὸ ά. ἄρθρον. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον καὶ ἐπιψηφίζεται). Ἐπίσης εἰς γʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τῶν ἐν ἐνεργείᾳ καὶ διαθεσιμότητι ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ. (Ἐνταῦθα ἀνεγινώσκεται τροπολογία τοῦ κ. Ζωχιοῦ ἔχουσα ὡς ἑξῆς· «Μετὰ τὸν θάνατον ἢ τὴν εἰς τοὺς ἀποστράτους μετάβασιν τῶν νῦν ὑπαρχόντων ἐν τῷ βασιλικῷ ναυτικῷ ἀντιναυάρχου καὶ ὑποναυάρχων, οἱ δύω αὐτοὶ βαθμοὶ καταργοῦνται.»
§87ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὑποστηρίζω τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ζωχιοῦ, ἂν ἡ αὐτὴ τηρηθῇ ἀναλογία καὶ εἰς τὸν στρατόν.
§88ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Αὔριον κατὰ τὴν γʹ. συζήτησιν θὰ φέρω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ ὅρους, κ. Θεοχάρη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νομοθετηθῇ ἡ διάταξις· ἀλλ’ ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ, νὰ μείνῃ δι’ αὔριον. (Ἀναγινώσκονται κατόπιν εἰς βʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ἀνθυπολοχαγῶν τοῦ πεζικοῦ καὶ τὸ περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἅτινα καὶ ἐγένοντο δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τρία νομοσχέδια εἰς γʹ. συζήτησιν· προβαίνομεν ἤδη κατὰ τάξιν.
§91ΖΩΧΙΟΣ. Νομίζω, ὅτι δύναται νὰ γενῇ καὶ ἡ πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν εἰς πρώτην συζήτησιν καὶ τὸ περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ διὰ τὸ 1876. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς πρώτην συζήτησιν).
§93ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ λογιστικοῦ νόμου, διότι προσγίνονται μεγάλαι ζημίαι εἰς τοὺς ἰδιώτας ἐκ τινων διατάξεων τοῦ λογιστικοῦ νόμου.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ λογιστικοῦ νόμου; (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη Ἔχομεν ἤδη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος. (Ἀναγινώσκεται).
§95ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κάμνω μίαν παρατήρησιν εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι παρελείφθη κἄτι τι τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀποφασισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ἔπρεπε νὰ ᾖναι, ὅτι ἀναβάλλεται ἐπ’ ἀορίστῳ.
§96ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ λέγει ὅτι διὰ νόμου θέλει ἐφαρμοσθῆ, θέλετε τώρα νὰ προδικάσωμεν;
§97ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐπ’ ἀόριστον δὲν σημαίνει τίποτε, ἡ δὲ τροπολογία τὴν ὁποίαν σήμερον ζητεῖ νὰ φέρῃ, θὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα νὰ λάβωμεν ἑρμηνείαν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἂν ἐπ’ ἄπειρον ἀναβάλλεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος. Ἡ Βουλὴ δὲν ἠννόησε τοῦτο, ἀλλ’ ἤθελε νὰ ἀφήσῃ ἀκέραιον τὸ δικαίωμα εἰς ἑαυτὴν νὰ ἀποφασίσῃ ὁπόταν θέλῃ νὰ εἰσαγάγῃ τὸ σύστημα, διότι διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1867 εἶχε ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τὸ ὑπουργεῖον διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νέον σύστημα· ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἦλθε καὶ λέγει ὅτι παραιτεῖται τοῦ δικαιώματος τούτου ὑπὲρ τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ καταργήσῃ λεληθότως πως τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ὁποῖον μένει ἀκέραιον εἰς αὐτήν.
§98ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅλας αὐτὰς τὰς ἡμέρας μᾶς ἀπασχολεῖ τὸ ζήτημα περὶ τῆς νομισματικῆς μονάδος· μᾶς ἀπασχολεῖ δὲ ἐπιμόνως διὰ τὸν λόγον ὅτι παρετηρήθη διάθεσις τῆς κοινωνίας καὶ διάθεσις, ἠμπορῶ νὰ εἴπω, αὐτῆς τῆς Βουλῆς, τοῦ νὰ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὰ ἀποφασισθέντα κατὰ τὸ 1867. Εἰς τοῦτο δὲ συνετέλεσαν τὰ ἔκτακτα συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ἀπέδειξαν ὅτι τὸ σύστημα τοῦ 1867 δὲν πρέπει νὰ εἰσαχθῇ πλέον. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις τὴν αὐτὴν γνώμην εἶχεν, ὅταν ἦλθε καὶ εἶπε πρώτη—καὶ πρώτη τὸ εἶπεν—ὅτι ἂν δὲν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἰσήγαγε, πρέπει νὰ ἀναβάλλῃ ἐπ’ ἀόριστον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος τοῦ 1867, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ φρονῶ ἀναγκαῖον, εἶπε, νὰ τεθῇ καὶ ἕτερος περιορισμός, τὸ νομισματικὸν σύστημα νὰ μὴ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁπότε θέλει ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ νὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Αὐτὴν τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως ὑπηγόρευσεν ἡ διάθεσις ἡ λίαν ἐκφραστικὴ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Παρ’ αὐτῆς ἐθεωρήθη μάλιστα ἀναγκαῖον, ἐπειδὴ ἐνομίσαμεν ὅτι ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο νὰ γείνῃ νόμος καὶ οὐχὶ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἐθεωρήθη ἀναγκαία καὶ ἡ εἰσαγωγὴ νόμου νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλὴ ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐκφρασθῇ περὶ τῆς διαθέσεώς της καὶ περὶ τοῦ φρονήματός της. Καὶ τῳόντι ἀφ’ ἑνὸς ἀπεφάσισεν ὅπως ἡ Κυβέρνησις εἰσαγάγῃ νόμον τοιοῦτον οἷον περιέγραψα, περὶ ἀναβολῆς ἐπ’ ἀόριστον μέχρις ἐκδόσεως νέου νόμου, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἰδία ἡ Βουλὴ ἐξεφράσθη περὶ τοῦ φρονήματός της περὶ ἀναβολῆς ἐπ’ ἀόριστον τοῦ νόμου τοῦ 1867 μέχρι νέου νόμου μέλλοντος νὰ ἀποφασίσῃ τὴν τύχην τοῦ νομισματικοῦ συστήματος τοῦ 1867. Ἀντὶ ὅμως τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἔμελε νὰ ἐκφράζῃ ἐκείνην τὴν διάθεσιν καὶ ἀπόφασίν μας, εἰσήχθη τὸ μοναδικὸν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον οὔτε κἂν εἴχομεν κατορθώσει εἰς ἁ. ἀνάγνωσιν νὰ ψηφίσωμεν μέχρι τοῦδε, ἂν καὶ παρῆλθον ἀρκεταὶ ἡμέραι, καὶ τὸ ὁποῖον μόλις καὶ μετὰ βίας δύναται νὰ θεωρηθῇ σκιὰ τῶν ἀποφάσεων ἐκείνων, διότι ἀντὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀναβάλλεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τοῦ 1867 ἐπ’ ἀορίστῳ, τώρα οὐδὲν ἄλλο λέγομεν εἰμὴ ὅτι ἀπαιτεῖται νόμος, ἐν ἄλλαις λέξεσιν ὅτι καὶ σήμερον ἐὰν παρουσιασθῇ εὔθετος περίστασις, δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν περὶ αὐτοῦ. Δὲν πρόκειται περὶ ἡμῶν, ἀλλὰ περὶ τῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία εἰς αὐτὴν τὴν ἐπ’ ἀορίστῳ ἀναβολὴν δύναται νὰ θεμελιώσῃ τοὺς ὑπολογισμούς της. Ἐὰν ἑπομένως ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιμένῃ νὰ ἀποκρούῃ αὐτὴν τὴν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμα, τότε εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ συζητήσω τὸ πρᾶγμα ἐκ νέου, δηλαδὴ νὰ προκαλέσω ἐκ νέου τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἂν τῳόντι τὸ σύστημα τοῦ 1867 δὲν ἐννοεῖ νὰ τὸ ἀναβάλῃ ἐπ’ ἀορίστῳ, ὅπως ἀπεφάνθη τότε, καὶ ἂν νομίζῃ ὅτι ἡ ἀπόφασίς της ἐκείνη καλῶς διετυπώθη, καὶ ἐψηφίσθη. Διὰ τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης ἡ Βουλὴ ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ἀπὸ τοῦδε καὶ πρὶν προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία θὰ ἔλθῃ, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ 1867 μετὰ τὴν ὑποτίμησιν τοῦ ἀργύρου καὶ μετὰ τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἔδωκαν τὰ πλεῖστα τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν σήμερον ἄνευ ζημίας τῆς κοινωνίας. Ἡ τότε ὡς ὀρθὴ θεωρηθεῖσα θεωρία δὲν ἐπαλήθευσε σήμερον ὡς πρᾶγμα, ὡς ἐδοκιμάσθη ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀμερικῆς. Ἡ τάσις τῶν ἐθνῶν εἶναι νὰ ἀπομακρυνθῶσιν ἀπὸ τὸ σύστημα τοῦ 1867, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς νομισματικὴν μονάδα καὶ τὸν ἄργυρον καὶ τὸν χρυσόν, ἐνῷ σήμερον ἡ διπλῆ νομισματικὴ μονὰς κατεδικάσθη καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἂν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ κυβέρνησις ἐν γένει νομίζει ὅτι ἡ Εὐρώπη πλανᾶται καὶ ὅτι ἡμεῖς ἐναντίον τῆς γνώμης τῆς Εὐρώπης ὀφείλομεν νὰ προσδοκῶμεν συμφέροντα τὰ ὁποῖα ἐκεῖνοι δὲν ἐννοοῦν, τότε φυσικῷ τῷ λόγῳ πρέπει τὸ ζήτημα νὰ γείνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Βουλῆς καὶ ἐπέλθῃ ἀμέσως ὁριστικὴ ἀπόφασις· ἄλλως, τὸ νὰ μένῃ τόσον πολὺ ἐκκρεμὲς καὶ ἡ ἀγορὰ νὰ μὴ γνωρίζῃ τί τέξεται ἡ ἐπιοῦσα, τοῦτο εἶναι πολὺ ἐπιζήμιον διὰ τὰς συναλλαγματικὰς ἡμῶν σχέσεις.
§99ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν βʹ. συζήτησιν τὸ συζητοῦμεν.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς ἐπιφυλάσσεται διὰ τὴν βʹ. συζήτησιν. (Κατόπιν ἐγένετο δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁρισμοῦ τοῦ χρόνου τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος εἰς πρώτην συζήτησιν).
§101ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προηγηθῇ τὸ φορολογικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπαιτεῖ συζήτησιν· (θόρυβος).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθησαν ἐπ’ αὐτοῦ διάφοροι τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ἐπέμψαμεν πρὸς τύπωσιν. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν περὶ ἐπικυρώσεως τοῦ διατάγματος περὶ διατιμήσεως τῶν ξένων νομισμάτων. Ὁ κύριος Μπούμπουλης ἔχει τὸν λόγον. (Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κύριος Σοῦτσος. Πολλοὶ τῶν βουλευτῶν ἀποχωροῦσιν εἰς τὰ καπνιστήρια).
§103ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νομίζω, κύριε πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία. Νὰ προσέλθωσιν οἱ κύριοι βουλευταί.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τοὺς κλητῆρας τῆς Βουλῆς). Καλέσατε τοὺς κ. Βουλευτὰς ἀπὸ τὰ δωμάτια. (Προσέρχονται πολλοί).
§105ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μοὶ ἐγένετο χθὲς ἡ παρατήρησις παρά τινων τῶν κυρίων βουλευτῶν καὶ παρὰ τοῦ κυρίου προέδρου τῆς Βουλῆς, ὃν σέβομαι καὶ ὑπολήπτομαι πολύ, ὅτι κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην ἐποιησάμην, οὕτως εἰπεῖν, κατάχρησιν τοῦ λόγου. Πραγματικῶς τὸ ἀναγνωρίζω, ἂς ἴδωμεν ὅμως τίς ἡ αἰτία; λέγω τίς ἡ αἰτία, διότι ὡς γνωρίζετε κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, τὴν σπουδαίαν καὶ μοναδικήν, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικὰ τῆς Ἑλλάδος, ἠγέρθησαν καὶ ἐγείρονται καθ’ ἑκάστην ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν προαποφασίσει νὰ συζητήσωμεν καὶ ὑποστηρίξωμεν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, ἀλλ’ ὅταν ἤλθομεν ἐνταῦθα πλεῖστοι ἔκρουσαν πρύμναν, καὶ ἀφῆκαν τὸ στάδιον εἰς ἐκείνους οἵτινες δὲν ὤφειλον νὰ ὑποστηρίξωσιν αὐτά· ἀλλ’ ἀφοῦ εἶδον αὐτοὺς κρούοντας πρύμναν, ἠναγκάσθην πολλάκις νὰ λάβω τὸν λόγον, ἐνῷ δὲν ὤφειλον· ἰδοὺ ἡ αἰτία ἡ ὁποία μὲ ἔκαμε πλέον τοῦ δέοντος νὰ λαλήσω, καὶ ἐννοοῦσι ποίαν σημασίαν ἔχει ὁ λόγος μου οὗτος. Κατὰ τὰς σπουδαιοτάτας ἐκείνας ἡμέρας, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην ὁ Νικολόπουλος καὶ ὁ Βαλασσόπουλος, βαθεῖα ἐπεκράτησε σιγὴ, καὶ οὐδεὶς ἐζήτησε τὸν λόγον, ἠναγκάσθην ἐγὼ ἄκων νὰ ὁμιλήσω ὅστις δὲν ἤμην ὁ κατάλληλος διὰ τὸ μέγα ἐκεῖνο ζήτημα. Πολλὰ δὲ ἄλλα ζητήματα τοιαύτης φύσεως παρουσιάσθησαν καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες ἐνθέρμως ὑπερασπίζοντο αὐτὰ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἔκρουσαν πρύμναν, ἅμα εἰσῆλθον ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κύριος Πετιμεζᾶς σᾶς εἶπεν χθὲς ὅτι αἱ ῥεγγίνες καὶ τὰ διάφορα ἄλλα νομίσματα ζυγίζονται καὶ πωλοῦνται μὲ τὴν ὀκὰν, ἠθέλησε μὲ τοῦτο νὰ σᾶς ἀποδείξῃ τὴν μηδαμινότητα τῶν νομισμάτων ἐκείνων. Λυποῦμαι διότι ὁ κύριος Πετιμεζᾶς χρηματίσας ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐντριβὴς περὶ τὰ οἰκονομικὰ δὲν γνωρίζει τὸ ἁπλούστατον αὐτὸ, ὅτι εἰς ὅλον τὸν κόσμον τὰ νομίσματα ζυγίζονται, διότι τὸ νόμισμα εἰς τὸ βάρος του ἔχει τὴν ἀξίαν καὶ οὐχὶ εἰς τὸ σχῆμά του. Καὶ ὄχι μόνον ζυγίζονται τὰ νομίσματα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ φτιάρη τὰ θέτουν εἰς τὴν παλάτζα, ὅταν πρόκειται νὰ πληρωθοῦν χρήματα ἀπὸ Τράπεζαν καὶ ἀπὸ ὁποιανδήποτε ταμεῖον, καὶ σὲ ἐρωτοῦν μάλιστα ὁποῖον νόμισμα ἀγαπᾶτε, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε τὴν εὐκολίαν τῶν ἄλλων, διότι εἶναι τρύπια τὰ νομίσματα καὶ διὰ τοῦτο ὅλο μὲ τὰ δάκτυλα γίνεται ἡ ἐργασία αὐτή· ὥστε βλέπετε ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ δὲν εἶναι ὀρθὴ παντελῶς. Ἐπιμένομεν, κύριοι, νὰ ἀποσκορακίσωμεν ὅλα τὰ νομίσματα, ἐκτὸς τῶν τῆς Γαλλίας, τῆς Ἰταλίας, τοῦ Βελγίου καὶ τῆς Ἑλβετίας. Ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι, παραδεχθῆτε τοῦτο τοῦ ὁποίου σκοπὸς πλάγιος εἶναι νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ σύστημα τὸ νομισματικὸν τοῦ 1867, θὰ ὑπάρχωσιν εἰς κυκλοφορίαν τὰ νομίσματα μόνον τῶν τεσσάρων αὐτῶν κρατῶν, ἑπομένως θὰ ἔχωμεν ζημίαν εἰς τὴν καθημερινήν μας χρῆσιν 2%, διότι θὰ λάβητε τὰ κερμάτια αὐτὰ πρὸς 1 καὶ 12 καὶ θὰ τὰ δίδητε εἰς τὴν καθημερινὴν χρῆσιν καὶ ἰδίως τὴν οἰκογενιακὴν πρὸς 1 καὶ 10. Τὴν ζημίαν αὐτὴν δὲν ἐννοῶ διὰ ποῖον λόγον ἐγὼ ὁ ἴδιος ἰδιώτης πρέπει νὰ τὴν ὑποστῶ. Καὶ εὐθὺς, κύριοι, σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα· ἐγένετο φορολογία ἀπὸ ἐμὲ σήμερον, μετέβην εἰς τὸ ταμεῖον νὰ λάβω περὶ τὰς 200 δραχμάς. Ἰδοὺ τὶ μοῦ ἔδωκαν (δεικνύει ἀργυρᾶ ἡμίδραχμα)· βλέπετε αὐτὰ τὰ κερμάτια τῆς ὥρας τὰ ὡραῖα μοὶ τὰ ἔδωκεν ὁ Ταμίας πρὸς 56 λεπτὰ ἕκαστον· ἀπ’ αὐτὰ τὰ ἴδια θὰ δώσῃ ἄλλοτε καὶ εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὸν ὑπάλληλον, ἀλλὰ θὰ δυνηθῇ ὁ στρατιώτης, ὁ ὑπάλληλος νὰ τὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν τὴν τιμὴν εἰς τὴν ἀγοράν; Ἰδοὺ εἰς ἕκαστον κερμάτιον ἓν λεπτὸν ζημία. Λοιπὸν οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ἀξιωματικοὶ, οἱ στρατιῶται θὰ λαμβάνουν τὴν μισθοδοσίαν των ἀπὸ αὐτὰ τὰ κερμάτια καὶ θὰ φορολογῶνται 2% ἄνευ λόγου, ἄνευ ἀνάγκης. Ἀλλὰ σᾶς λέγουν, κύριοι, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ὠφέλεια ἀπὸ τὰ συναλλάγματα καὶ ὅτι τὰ ἀπὸ τὴν Εὐρώπην εἰσαγόμενα θὰ κοστίζουν 2 ἢ 3% ὀλιγώτερον. Ἀπατῶνται, κύριοι, καὶ πλανῶνται, διότι ὅσα νομίσματα καὶ ἐὰν θέσητε ἀπὸ αὐτὰ εἰς κυκλοφορίαν τουτέστι ἀπ’ αὐτὰ ὅπου ἔχει ἡ Τράπεζα εἰς τὸ ταμεῖόν της, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι περισσότερα ἀπὸ τὰ 9 ἑκατομμύρια κερμάτια καὶ ἓν ἢ δύω ἑκατομμύρια πεντάφραγκα τὰ ὁποῖα ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τυπώσωμεν, μετὰ ἓξ ἢ ἑπτὰ μῆνας δὲν θὰ ὑπάρχουν εἰς κυκλοφορίαν εἰμὴ ὀλίγιστα. Διὰ χρηματοδεμάτων θὰ ἐξαχθῶσιν ὅλα τὰ νομίσματα καὶ πάλιν θὰ φθάσῃ τὸ συνάλλαγμα εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, διότι τὸ χαρτὶ, ὅπως γνωρίζουν οἱ οἰκονομολόγοι, οἵτινες ἐσπούδασαν καλλίτερον ἀπὸ ἐμὲ καὶ τὸν Σέϋ τὸν ὁποῖον μὲ ἠνάγκασαν νὰ ἀναγνώσω καὶ ἐγώ, τὸ χαρτὶ εἶναι διώκτης τοῦ νομίσματος καὶ μάλιστα ὅταν εἶναι εἰς μικρὸν ὅπως εἶναι τὸ δεκάδραχμον. Λοιπὸν τὸ χαρτονόμισμα εἶναι κατὰ γενικὸν κανόνα τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πρακτικῆς ὁ διώκτης τοῦ νομίσματος, καὶ διὰ τοῦτο ὁσάκις ὑπάρχουν χαρτονομίσματα μικρὰ εἰς τὴν ἀγορὰν ὑπάρχει ἔλλειψις μετάλλου. Ὅταν λοιπὸν εἶναι βεβαιωμένον ἀπὸ τοὺς ἐμπορικοὺς πίνακας, οἵτινες ὑπάρχουν, νομίζω εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὰ ἐξαγόμενα χρηματικὰ ποσὰ εἴτε διὰ συναλλαγμάτων, εἴτε διὰ χρηματοδεμάτων εἰς τὴν Γαλλίαν εἶναι περισσότερα τῶν δύο ἑκατομμυρίων κατὰ μῆνα, τὰ δὲ εἰσαγόμενα εἴτε διὰ συναλλαγμάτων, εἴτε διὰ χρηματοδεμάτων εἰς τὸν τόπον μας φθάνουν μόλις τὰς 100 ἢ 150,000 δραχμὰς, θὰ ἐννοήσητε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ νόμισμα αὐτὸ νὰ μείνῃ εἰς τὴν ἐπικράτειάν μας, καὶ ἑπομένως οἱ κτηματίαι καὶ οἱ γεωργοὶ εἰς τὰ διάφορα μέρη τῆς ἐπικρατείας κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς καλλιεργείας θὰ εὑρεθῶσιν εἰς δυσχερεστάτην θέσιν μὴ δυνάμενοι νὰ ἀνταλλάξουν τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀποσκορακιζομένων τῶν ἄλλων νομισμάτων κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Τρικούπη, τὴν ὁποίαν δυστυχῶς παρεδέχθη ὁ φίλος μου κ. Σωτηρόπουλος. Μετὰ τῆς Ἀγγλίας, κύριοι, συναλλαττόμεθα πάνω κάτω ἐπὶ ἴσοις ὅροις καὶ εἰς τὸ δοῦναι καὶ εἰς τὸ λαβεῖν· καὶ ἐν τούτοις ἔχουσί τινες τὴν τόλμην νὰ εἴπωσι πρὸς τὴν Δύναμιν ἐκείνην, ἀπὸ τῆς ὁποίας τοσαῦτα ἀπολαμβάνομεν, ὅτι τὸ νόμισμά σου τὸ ἀργυροῦν τὸ περιφρονοῦμεν ἔστω καὶ καλλίτερον.
§106ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει ἡ Ἀγγλία ἀργυροῦν νόμισμα.
§107ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ἐνόσῳ αἰσθάνομαι ὅτι θὰ μὲ ζημιώσῃ τὸ σύστημα 2%, ὅτι θὰ ζημιώσῃ αὐτὸν τὸν δυστυχῆ μικρὸν ὑπάλληλον εἰς τὸν ὁποῖον θὰ πληρώσῃς τὴν μισθοδοσίαν ἀπὸ αὐτὰ τὰ μισόφραγκα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ τὰ δώσῃ παρὰ 55 λεπτὰ ἕκαστον, δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ παραδεχθῶ.
§108ΔΟΥΜΑΣ. Ἂς ζητήσῃ καὶ τὸ λεπτὸν.
§109ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Πρὸ πολλοῦ μονὰς εἶναι ἡ πεντάρα. Δὲν κάμνετε ἄλλο, κ. ὑπουργὲ, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου παρὰ νὰ ὠφελήσητε τοὺς κερδοσκόπους, οἵτινες εὐθὺς μετὰ τὴν κύρωσιν αὐτοῦ θὰ συνάξωσι τὰ νομίσματα αὐτὰ πρὸς ζημίαν τῆς κοινωνίας. Ἀπόδειξις δὲ ὅτι θὰ ὠφελήσῃ μόνους τοὺς κερδοσκόπους ἡ διατίμησις, εἶναι ὅτι ὅλα τὰ νομίσματα τὰ ὑποτιμηθέντα ἐσυνάχθησαν καὶ μετεφέρθησαν εἰς τὴν Εὐρώπην ὅπου ἔχουν ἀξίαν μεγαλειτέραν καὶ ὡς παράδειγμα σᾶς φέρω τὸ δουκάτον ἤτοι τὸ Σικελιακὸν τάλληρον· τοῦτο ὑπετιμήθη καὶ ἐξισώθη μὲ τὸ πεντάφραγκον παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ εἰς αὐτὴν τὴν Ἰταλίαν μεταλλάσσεται ἀντὶ ἑνὸς πενταφράγκου καὶ μιᾶς δεκάρας. Πρέπει νὰ ἦναι τυφλός τις νὰ μὴ βλέπῃ ὁποία τροφὴ ἐδόθη εἰς τὴν κερδοσκοπίαν· ἤδη δὲ θέλουν νὰ δώσουν καὶ ἄλλην ὠφέλειαν εἰς τοὺς κερδοσκόπους καὶ σεῖς πρέπει νὰ καθεύδητε ὑπὸ Μανδραγόραν καὶ νὰ μὴ βλέπητε τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα φωνάζουν καὶ δὲν ἔχουν χρείαν λόγων. Ζητήσατε εἰς τὴν ἀγορὰν ὄχι μόνον τῶν Ἀθηνῶν, διότι αὕτη δὲν ἀπαρτίζει ὅλον τὸ Κράτος, παρὰ εἰς ὅλας τὰς ἀγορὰς καὶ δὲν θὰ εὕρητε τάλληρον Σικελιακὸν ἢ δίστηλον. Ὅλα συνήχθησαν ἀπὸ τοὺς κερδοσκόπους, τὴν δὲ ὑποτίμησιν τὴν ὑπέστη τὸ κοινόν. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ καθαρὰ ἀλήθεια. Ἐὰν δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι μετ’ ὀλίγον, ὅταν ἔλθητε εἰς τὰ πράγματα, θὰ μὲ ἐνθυμηθῆτε. Σεῖς δὲ οἱ τὴν δεξιὰν κατέχοντες πτέρυγα μὴ παρασυρθῆτε ἐκ τοῦ ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη ὑποστηρίζεται καὶ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν, διότι τὸ ζήτημα εἶναι κοινωνικὸν, δὲν εἶναι ὑπουργικόν· εἰς τὸ κοινὸν συμφέρον μόνον πρέπει ν’ ἀποβλέψητε, ὁ δὲ ὑπουργὸς ποτὲ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ τὸ θέσῃ ὡς ζήτημα φιλοτιμίας ἢ ζήτημα ὑπουργικόν.
§110ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι βέβαιον, ὡς ζήτημα ὑπουργικὸν δὲν τίθεται.
§111ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι ζήτημα οἰκογενειακὸν, ἀφορῶν τὸ συμφέρον τὸ ἰδικόν μας, τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας.
§112ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑποστηρίζω, διότι τὸ θεωρῶ ὀρθόν.
§113ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐπὶ τέλους, κύριοι, ἔρχομαι εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα. Ἡ περιβόητος, αὕτη σύμβασις, οὕτως εἰπεῖν, μετὰ τῶν ἐπικρατειῶν ἐκείνων τελειόνει εἰς τὰ 1879. Πρὸς τί ἡ σπουδὴ, πρὸς τί ἡ μονομανία, ἡ ὁποία κατέλαβε τινάς; 50 ἔτη ἢ 60 ἐζήσαμεν, ἀνετράφημεν καὶ ἐπλουτήσαμεν μὲ τὴν διατίμησιν· πρὸς τί λοιπὸν ἡ μεγάλη σπουδή; Ἀπόδειξις ὅτι ἡ ἔκπτωσις τοῦ νομίσματος ὠφέλησε τοὺς κερδοσκόπους εἶναι ὅτι τὰ νομίσματα αὐτὰ ἀντηλλάγησαν· γνωρίζετε ὅτι τὸ πεντάδραχμον τὸ ἑλληνικὸν εὑρίσκεται ὡς μία ἀντίκα· ὁ δὲ φίλος μου κ. Ζωχιὸς νομίζει, ὅτι ἐκρέματο εἰς τὰ στήθη τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ· ἀλλὰ μετὰ τὴν ὑποτίμησιν τῶν Γερμανικῶν εἰς 5,60 εἴδομεν ἑλληνικὰ τάλληρα πλεῖστα. Τί θὰ εἴπῃ τοῦτο; ὅτι οἱ κερδοσκόποι τὰ ἀντήλλαξαν μὲ τὰ Γερμανικά. Αὐτὰ εἶναι, κύριοι, τὰ ἀποτελέσματα τῆς ὑποτιμήσεως. Ἔλθετε τώρα νὰ ἀναπτύξητε ὅσας θέλετε θεωρίας, ὅσα θέλετε ἐπιχειρήματα, ὅταν ἐγὼ σᾶς φέρω τὰ πράγματα καὶ σᾶς δεικνύω τί συνέβη εἰς τὴν κοινωνίαν διὰ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν νομισμάτων. Καὶ ὑπῆρχε μὲν ἀνάγκη ὑποτιμήσεως οὐχὶ ὅμως τοσαύτη, διότι ἐδώκατε λαβὴν εἰς τοὺς κερδοσκόπους νὰ ὠφεληθῶσι πρὸς ζημίαν τοῦ δυστυχοῦς τούτου τόπου. Παραδεχθῆτε λοιπὸν ἐὰν θέλητε τὸ νομοσχέδιον, ὅταν ὅμως μεταβῆτε εἰς τὰς ἐπαρχίας σας ἐλπίζω νὰ ἐνθυμηθῆτε τὸ ἄτοπον, θὰ ᾖναι ὅμως πολὺ ἀργά.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Βʹ. τμῆμα τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ἐξελέγξεων ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν αὑτοῦ ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Βάλτου. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ αὔριον νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§115ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ εἰσαγγελέως περὶ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς δίκην τοῦ βουλευτοῦ Λευκάδος κ. Βελιανίτη.
§117ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀντὶ ἑνὸς ζητήματος ἔχομεν ἤδη δύω. Ἐκλήθημεν κατ’ ἀρχὰς ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ τοῦ Διατάγματος, δι’ οὗ ἡ προκάτοχος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ὑπετίμησε τὰ ξένα νομίσματα, κατὰ δὲ τὴν συζήτησιν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσήγαγε τὴν τροπολογίαν. Δικαίως δὲ μᾶς ἀπασχολεῖ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἡ ὑπόθεσις αὕτη, διότι, ὡς γνωρίζετε, τὸ νομισματικὸν σύστημα ἔχει μεγάλην ἐπιῤῥοὴν εἰς τὰς συναλλαγὰς τῆς κοινωνίας καὶ πρὸ πάντων δὲ κατ’ αὐτὴν τὴν ἐποχὴν ἀποτελεῖ σπουδαῖον διεθνὲς ζήτημα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ Διάταγμα τοῦ ὑπουργείου Τρικούπη, φυσικῷ τῷ λόγῳ οὐδεμία καινοτομία δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἤδη· ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ τὸ παραδεχθῇ, διότι ὑπάρχουν τινὲς πράξεις, αἵτινες ἀφοῦ γείνουν δὲν δύνανται ν’ ἀνατραπῶσιν· ἡ δὲ πρᾶξις περὶ ἧς ὁ λόγος ἀνατρεπομένη ἤθελε φέρει πολλὰ ἀτοπήματα καὶ πολλὰς ζημίας. Καὶ ἀπολύτως μὲν ἡ πρᾶξις τοῦ ὑπουργείου ἐκείνη δὲν ἦτον ἄτοπος· ἀλλ’ ὅμως νομίζω, ὡς ἐγένετο, ὅτι ἦτο πρᾶξις ἄσκοπος, διότι δὲν ἐπέτυχε τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο. Ἡ αἰτία δι’ ἣν ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ἦτο ἡ ὑποτίμησις τοῦ ἀργύρου, ἀλλὰ τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο δὲν ὑπετίμησε πάντα τὰ ἀργυρᾶ νομίσματα· μὴ ὑποτιμῆσαν δὲ πάντα τὰ ἀργυρᾶ νομίσματα, δὲν ἔσωσε τὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὴν ζημίαν δι’ ἧς ἡ ὑποτίμησις τοῦ ἀργύρου ἠπείλει αὐτὴν, διότι ἔμειναν πάντοτε ἀργυρᾶ νομίσματα διατετιμημένα οὐχὶ κατὰ τὴν ὑποτίμησιν τοῦ ἀργύρου, διὰ τῶν ὁποίων ὁ ἄργυρος πάλιν εἰσάγεται εἰς τὴν χώραν, ἐνῷ τὸ Διάταγμα ἐγένετο διὰ νὰ μὴ εἰσάγεται ὁ ἄργυρος ὡς ὑποτετιμημένος. Προσέτι δὲ παρατηρῶ ὅτι, ἐνῷ δὲν ἔσωσε τὴν κοινωνίαν ἀπὸ πραγματικοῦ κινδύνου καὶ ἀληθοῦς ζημίας, συγχρόνως ἀποτελεῖ τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο τολμηρὰν πρᾶξιν πολιτικὴν, διότι περιέχει ἀντιποίησιν νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐκ μέρους τῆς ἐκτελεστικῆς. Τὰ τοιαῦτα βεβαίως πρέπει νὰ γίνωνται εἰς τὰς συνταγματικὰς πολιτείας εἰς λίαν ἐκτάκτους περιστάσεις καὶ ἐπὶ ὁμολογουμένως μεγάλων καὶ παρόντων κινδύνων, διότι ἄλλως ἡ σύγχυσις αὐτὴ μεταξὺ τῶν ὁρίων τῆς ἐκτελεστικῆς καὶ νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἐπερχομένη συχνὰ καὶ ἄνευ λόγου τοιούτου, διασείει τὰ θεμέλεια τῶν συνταγματικῶν ἐξουσιῶν καὶ τοῦ πολιτεύματος. Ἦτο δὲ προσέτι ἡ αἰτία, ἡ ὁποία ἠνάγκασε τὸ ὑπουργεῖον νὰ προσφύγῃ εἰς νομοθετικὸν Διάταγμα, παλαιὰ, διότι ἡ ὑποτίμησις τοῦ ἀργύρου εἶναι παλαιά. Ἡ ὑποτίμησις τοῦ ἀργύρου ἤρξατο ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ χρυσωρυχεῖα τῆς Καλλιφρονίας καὶ τῆς Αὐστραλίας ἤρχισαν νὰ ἐκπίπτωσιν· ὁ χρυσὸς ἀνῆλθε καὶ ὁ ἄργυρος ἤρχισε νὰ ὑποτιμᾶται πάλιν. Ἡ ὑποτίμησις ἐξηκολούθησεν, ἀλλὰ συγχρόνως ἐννοεῖτε ὅτι ἡ ὑποτίμησις αὕτη δὲν ἦτο σταθερὰ καὶ ὅτι πολλάκις ἐπετάθη καὶ εἰς ἄλλας πάλιν περιστάσεις ἠλαττώθη· τὸ περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι ὀλίγον καιρὸν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ὁ ἄργυρος πάλιν ἀνέβη, καὶ τὴν σήμερον, ἐὰν συγκρίνητε τὴν τιμὴν αὐτοῦ πρὸς τὴν τιμὴν τὴν ὁποίαν εἶχε κατὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα, θέλετε εὕρει ὑπερτίμησιν τοῦ ἀργύρου σχετικῶς κατὰ 2½ ἀγγλικὰ δηνάρια, ὥστε βλέπετε ὅτι ἡ πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἦτον ἀξία τῆς ἐκδόσεως νομοθετικοῦ Διατάγματος, ἀφοῦ μάλιστα ἡ Βουλὴ εὐθὺς μετ’ ὀλίγον συνήρχετο. Ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον ἤθελε λάβει μέτρον τι γενικὸν καὶ ἐπαρκὲς συγχρόνως, τὸ ὁποῖον νὰ ἐμπόδιζε τοὺς κινδύνους χωρὶς νὰ γεννᾷ ἑτέρους κινδύνους, ἂν τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, καθὼς ἔλαβεν ὡς βάσιν καὶ αἰτίαν τὴν ὑποτίμησιν τοῦ ἀργύρου, ἤθελεν ἔχει καὶ διατάξεις διὰ τῶν ὁποίων νὰ ἐμποδισθῶσιν αἱ ζημίαι τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας ἀπὸ τὴν ὑποτίμησιν ταύτην, τὸ πρᾶγμα ἤθελεν εἶσθαι πλέον δικαιολογημένον, ἡ ὑπέρβασις αὐτὴ τῆς ἐξουσίας ἤθελεν εἶσθαι μᾶλλον συγγνωστή. Ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, εἰσήγαγον σύστημα, ἔστω καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, τόσον ἐπαρκὲς, ὥστε ἔσωσα τὴν κοινωνίαν ἀπὸ ζημίαν 7, 8 ἢ 8½% ἐπὶ τοῦ κυκλοφοροῦντος ἀργύρου· ἀλλ’ ὡς σᾶς προεῖπον, τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν ἔκτασιν, οὔτε εἶχεν αὐτὴν τὴν δύναμιν, οὔτε ἔφερεν αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, διότι ὁ ἄργυρος ὑποτετιμημένος κατὰ 8% ἠδύνατο νὰ εἰσαχθῇ διὰ τοῦ νομίσματος τῶν λατινικῶν φυλῶν, δηλαδὴ τῆς Γαλλίας, τῆς Ἑλβετίας, τῆς Ἰταλίας καὶ τοῦ Βελγίου καὶ πάλιν εἰς τὸν τόπον, ἔχων ἀξίαν ἀνωτέραν κατὰ 8 ἢ 8½% ὀνομαστικὴν καὶ ὑποχρεωτικὴν πλέον τῆς ἐσωτερικῆς του ἀξίας. Παρατηρῶ προσέτι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔπραξε πρᾶξίν τινα, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι δικαιολογημένη, ἀλλ’ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία πρέπει τοιαύτας πράξεις νὰ μὴ τὰς ἀποτολμᾷ· ἔδωκεν, ἐξώδευσε, κατηνάλωσε τὰ ὑποτιμηθέντα νομίσματα πρὶν ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς ὑποτιμήσεως αὐτῶν καὶ τὰ ἐξώδευσε μὲ τὴν ὑποτετιμημένην τιμήν. Εἰς τοιαύτας περιστάσεις εἶναι προτιμότερον αἱ Κυβερνήσεις νὰ φυλάττωσιν ὅλους τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους εἰς τὴν ἐνέργειάν των, ἀφοῦ δὲν πρόκειται νὰ σώσωσι τίποτε ἐσωτερικὸν, τίποτε οὐσιαστικὸν, παραβαίνουσαι αὐτούς. Ἐγεννήθησαν ἕνεκα τούτου πολλὰ σχόλια περὶ τῆς πράξεως ἐκείνης, εἰς τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν ἐγὼ βεβαίως δίδω πίστιν καὶ οὔτε πιστεύω ὅτι ἡ κοινωνία ἔδωκε. Μεταβαίνω εἰς τὴν τροπολογίαν. Ἡ τροπολογία τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀντίκειται, χωρὶς ὑποθέτω αὐτὸς νὰ τὸ ἐπεζήτησεν, εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διότι εἰσάγει κατὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1877 τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα, ἐνῷ ἡμεῖς ἀπεφασίσαμεν τὸ ἐναντίον, δηλαδὴ τὴν ἐπ’ ἀόριστον ἀναβολὴν τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ· ἐνῷ δὲ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσήγαγε νόμον, καθιεροῦντα τὴν ἐπ’ ἀόριστον ἀναστολὴν καὶ καθ’ ὃν ἀπαιτεῖται νὰ ἐκδοθῇ νέος νόμος ὅπως τὸ σύστημα ἐκεῖνο τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, ἡμεῖς ἤδη ψηφίζοντες καὶ ἀποδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν, προσδιορίζομεν τὴν ἡμέραν τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος. Ὁ τρόπος δι’ οὗ δυνάμει τῆς τροπολογίας θέλει εἰσαχθῆ τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα εἶναι καταφανής· ὅταν μετὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου τὰ ξένα νομίσματα, ἐξαιρουμένων τῶν λατινικῶν Κρατῶν, δὲν θέλουσιν ἔχει νόμιμον κυκλοφορίαν, κατὰ πρῶτον μὲν, φυσικῷ τῷ λόγῳ, τὴν ἔλλειψιν ταύτην θὰ ἀναπληρώσῃ τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα θὰ γείνῃ ἀνάγκη νομίσματος καὶ ἐπειδὴ δὲν δυνάμεθα νὰ κόψωμεν παλαιὸν νόμισμα, ἤτοι τὸ ἐν ἰσχύϊ σήμερον τοῦ 1833, ἕνεκα τῆς συνθήκης, φυσικῷ τῷ λόγῳ ἢ θὰ συῤῥεύσῃ τὸ νόμισμα τῶν λατινικῶν Κρατῶν, ἢ θὰ κόψωμεν τὸ νέον ἰδικόν μας τοῦ 1867· ἀλλὰ καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο εἶναι τὸ αὐτὸ νομισματικὸν σύστημα· τοιουτοτρόπως ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1877 θέλομεν εὑρεθῆ ἐστερημένοι παντὸς ἄλλου νομίσματος, καὶ θέλομεν ἔχει τὸ φράγκον καὶ πεντάφραγκον ἢ ἂν θέλετε τὴν ἡμετέραν νέαν δραχμὴν καὶ τὸ ἡμέτερον νέον πεντάδραχμον· θέλει ὑπάρχει τοιουτρόπως πράγματι ἐν κυκλοφορίᾳ εἰς τὸν τόπον μας τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα καὶ θὰ ᾖναι, ἐπιτρέψατέ μοι, γελοῖον νὰ σκεφθῇ τότε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος ἢ μὴ εἰσαγωγῆς αὐτοῦ, τὸ μὲν διότι ἤθελεν εἶσθαι ἀξιοχλεύαστος ἡ πρᾶξις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ ὁρίσῃ ὅτι εἰσάγει δῆθεν σύστημα τὸ ὁποῖον εἶναι, ἀκούσης αὐτῆς, εἰσηγμένον, τὸ μὲ διότι ἤθελεν εἶσθαι ἐπιζήμιον, ἀφοῦ οὐ μόνον πάντοτε μὲ ζημίαν ἐπέρχεται ἡ μεταβολὴ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, ἀλλὰ πρὸ παντὸς διότι τὸ νομισματικὸν σύστημα τοῦ 1867 δὲν ἔχει πλέον οὐδεμίαν ἀξίαν ὡς σύστημα καταδικασθέν. Ὀφείλομεν, κύριοι, ἀφοῦ τὸ ζήτημα ἦλθεν ὑπὸ τὴν συζήτησιν καὶ ψῆφον ἡμῶν νὰ σκεφθῶμεν σπουδαίως περὶ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν. Τὸ νομισματικὸν σύστημα ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1867, ἐψηφίσθη δὲ ὡς συνέπεια συμβάσεως, τὴν ὁποίαν συνωμολογήσαμεν μετὰ τῶν τεσσάρων Κρατῶν τὰ ὁποῖα σᾶς προανέφερα, τῆς Γαλλίας, Ἑλβετίας, Βελγίου καὶ Ἰταλίας. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ ῥηθὲν αὐτὰς τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς ἐγένοντο αἱ συζητήσεις περὶ νομισματικοῦ συστήματος, ὅτι ὅπως τὰ Κράτη ἐκεῖνα οὕτω καὶ ἡμεῖς, ἀκολουθοῦντες τὸ παράδειγμα ἐκείνων, μεταβάλλομεν νομισματικὸν σύστημα· ἀληθὲς εἶναι τὸ ἀντίθετον, ὅτι τὰ Κράτη ἐκεῖνα δὲν μετέβαλον νομισματικὸν σύστημα, καὶ τὸ μόνον Κράτος, ὅπερ ἐψήφισε μεταβολὴν νομισματικοῦ συστήματος, εἶναι τὸ Ἑλληνικὸν, διότι τὸ νέον σύστημα τοῦ 1867 ὑπῆρχε καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἑλβετίᾳ καὶ ἐν Βελγίῳ· ὑπῆρχον μικραί τινες διαφοραὶ, τὰς ὁποίας συνῆλθον αἱ 4 Δυνάμεις τότε νὰ κανονίσωσι μεταξὺ των καὶ τὰς ἐκανόνισαν· μόνη ἡ Ἑλλὰς τὸ παρ’ ἐκείναις πρὸ πολλοῦ ὑπάρχον νομισματικὸν σύστημα παρεδέχθη, ὑποσχεθεῖσα νὰ μεταβάλῃ τὸ ἰδικόν της. Δὲν θέλω νὰ κατακρίνω τὴν ἐποχὴν τοῦ 1867 ὡς πρὸς τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν, διότι χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὰ περὶ νομισματικοῦ συστήματος συνεζητήθησαν εὐρέως μετὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Κατὰ τὸ 1867 ἐγένετο διεθνὲς συνέδριον, σκοπὸς τοῦ ὁποίου ἦτο νὰ συνεννοηθῶσι τὰ ἔθνη πῶς ἦτο δυνατόν, καὶ ἂν ἦτο δυνατόν, νὰ μορφωθῇ ἓν κοινὸν διεθνὲς νομισματικὸν σύστημα· εἶναι δὲ ἀξιοπερίεργον, ὅτι οὐδεμία Ἐπικράτεια ἀπεφάσισε νὰ δεχθῇ τὸ σύστημα τὸ Γαλλικόν, καὶ ὅτι ὅλαι αἱ ἄλλαι Ἐπικράτειαι συνεφώνησαν περὶ δύω πραγμάτων· πρῶτον, ὅτι τὸ σύστημα τὸ Γαλλικὸν εἶναι καταδικαστέον, καὶ δεύτερον, ὅτι τὸ μόνον συμφέρον εἰς τὴν ἐμπορίαν καὶ εἰς τὰ κοινὰ συμφέροντα τῆς εὐρωπαϊκῆς ἐν γένει κοινωνίας σύστημα, εἶναι τὸ στηριζόμενον ἐπὶ μιᾶς καὶ μόνης μεταλλικῆς μονάδος, ἡ δὲ μονὰς αὐτὴ, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι ὁ χρυσός· ἀπεφασίσθη ὡσαύτως, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν συνέπεσαν αἱ γνῶμαι εἰς τὸ ὅτι, πλὴν τούτου, νόμισμα χρυσοῦν ἀντιπροσωπεῦον τὴν ἀξίαν τῆς Ἀγγλικῆς λίρας ἢ λίαν πλησιάζον εἰς αὐτὴν ἤθελεν εἶσθαι τὸ συμφερώτερον διὰ τὴν ἐμπορίαν τῶν Ἐπικρατειῶν. Κατὰ τὸ 1868 ἡ Γαλλία συνεκάλεσε συμβούλιον, εἰς ὃ παρευρέθησαν διακεκριμένοι εἰδικοὶ ἄνδρες, καὶ ἡ ἀπόφασις αὐτῶν συνέπεσε καθ’ ὅλα ὁμοία μὲ τὴν ἀπόφασιν τοῦ εἰρημένου διεθνοῦς συνεδρίου. Κατὰ τὸ 1870 ἐδόθη ἀφορμὴ εἰς τὴν Γαλλικὴν Γερουσίαν· ἡ Γερουσία ἐσυζήτησε τὸ ζήτημα, ἐσύστησε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ περὶ τοῦ χρυσοῦ νομίσματος, ὅπερ σᾶς προανέφερα τῶν 25 φράγκων, δὲν ἀπεφάνθη ὅμως ὁριστικῶς περὶ τῆς μιᾶς μεταλλικῆς μονάδος τοῦ χρυσοῦ. Κατὰ τὸ ἴδιον ἔτος ἡ Γαλλία ἐπεφόρτισε τὸ ἀνώτατον ἐμπορικὸν συμβούλιον νὰ ἐνεργήσῃ τὰς δεούσας ἀνακρίσεις καὶ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος καὶ ἀπεφάνθη ὑπὲρ τοῦ χρυσοῦ ὡς μοναδικῆς νομισματικῆς μονάδος, ἀφοῦ ἀνέκρινε τοὺς διασημοτέρους εἰδικοὺς ἄνδρας Γαλλίας, Ἀγγλίας καὶ τῶν γειτονικῶν ἐπικρατειῶν. Σᾶς ἀνέφερα τὰ εἰρημένα διὰ νὰ σᾶς δείξω τί εἶναι τὸ νομισματικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχετε πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν σας καὶ ὑπὲρ τοῦ ὁποίου κατὰ τύχην καὶ κατὰ συγκυρίαν, ὑποθέτω, συνηγοροῦσιν ὅλαι αἱ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι αὐτὰς τὰς ἡμέρας φέρονται· δὲν νομίζω δὲ ὅτι πρέπει ν’ ἀποδείξωμεν εὔνοιαν πρὸς τὸ ἀντίθετον σύστημα, μόνον καὶ μόνον διότι ἔτυχε τῆς ψήφου ὅλων αὐτῶν τῶν διεθνῶν συνεδρίων καὶ διακεκριμένων εἰδικῶν ἀνδρῶν τῆς Γαλλίας καὶ τῆς ἄλλης Εὐρώπης, ἀλλὰ πρὸ πάντων, διότι ὁ ἄργυρος ὑπετιμήθη εἰς τοιοῦτον βαθμὸν καὶ ἡ ὑποτίμησις αὐτοῦ φαίνεται, ὅτι ἔχει ἀφορμὰς τόσον σταθεράς, ὥστε ἐμμένοντες εἰς τὸ σύστημα τοῦ 1867, πλὴν τοῦ ἀτοπήματος ὅπερ περιέχει ἡ διπλῆ μονάς, θέλομεν ἔχει τὴν ἀτυχίαν νὰ στηριζώμεθα εἰς πολύτιμον μέταλλον, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία καθημέραν ἐκπίπτει καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἔκπτωσιν θέλει αἰσθάνεσθαι ἀκαταπαύστως ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία· τοῦτο δὲ τὸ ἀτόπημα ἤθελεν εἶσθαι ἡμῖν τόσῳ μάλιστα ἀσύγγνωστον, καθ’ ὅσον κατὰ τὸ πλεῖστον ἤδη καὶ ἐντὸς ὀλίγου καθ’ ὁλοκληρίαν ὅλη ἡ Εὐρώπη καὶ ἡ Ἀμερικὴ, ἐξαιρουμένων τῶν τεσσάρων Λατινικῶν κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἐν τοσούτῳ οὐδ’ ἐπὶ πολὺν χρόνον φρονῶ θέλουν δυνηθῆ ν’ ἀντισταθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην, θὰ ἔχωσι τὸ σύστημα τὸ ἔχον ὡς βάσιν τὴν μονάδα τοῦ χρυσοῦ. Καὶ τῳόντι, κύριοι, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1867 οὐ μόνον ἡ θεωρία ἐκηρύχθη κατὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς θεωρίας ὑπό τινων ἐπικρατειῶν ἐγένετο κατεσπευσμένως καὶ μετὰ πεποιθήσεως ἀκλονήτου· διότι ἀπὸ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον αἱ ἡνωμέναι πολιτεῖαι τῆς Ἀμερικῆς, αἱ Σκανδιναυικαὶ χῶραι Δανία, Σουηδία καὶ Νορβεγία, ἡ Ὁλλανδία καὶ ἡ Γερμανικὴ αὐτοκρατορία μετέβαλον νομισματικὸν σύστημα, κατεδίκασαν τὸ σύστημα τὸ στηριζόμενον ἐπὶ διπλῆς μονάδος χρυσοῦ καὶ ἀργύρου, παρεδέχθησαν τὴν μοναδικὴν μονάδα τοῦ χρυσοῦ καὶ ἀπεσκοράκισαν τὸν ἄργυρον ἀπὸ τὰς ἐπικρατείας των ἢ καταγίνονται εἰς τοῦτο. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν ὑπῆρχον ἀμφότεραι αἱ μονάδες· ἐγκαίρως ὅμως ἐλήφθη ἡ πρόνοια νὰ ὑποτιμηθῇ ὁ ἄργυρος διὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἀναλογίας αὐτοῦ πρὸς τὸν χρυσόν, καὶ ἐνῷ ἡ ἄλλη Εὐρώπη παρεδέχετο τὴν ἀναλογίαν ἓν πρὸς 15½, ἓν δηλονότι χρυσοῦ πρὸς 15½ ἀργύρου, ἡ Ἀμερικὴ προσδιώρισεν ἀναλογίαν ἓν πρὸς 16· μετά τινα δὲ χρόνον, ἀφοῦ ἑδραιώθη ἡ πεποίθησις αὐτῆς περὶ τοῦ ὅτι ὁ ἄργυρος δὲν ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις ἀσφαλὴς νομισματικοῦ συστήματος, ἀφοῦ ἐβεβαιώθη ἐκ τῆς πείρας, ὅτι ἡ διπλῆ μονὰς ἦτο ἐπιβλαβής, μόλον ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ ἀργύρου ἦτο ἱκανῶς ἠλαττωμένον ἕνεκα τοῦ προηγουμένου μέτρου, ἀπεφάσισεν ἐπὶ τέλους καὶ κατήργησε τὴν μονάδα τοῦ ἀργύρου διατηρήσασα μόνην τὴν τοῦ χρυσοῦ, τοῦ ἀργύρου χρησιμεύοντος μόνον πρὸς βοήθειαν αὐτῆς καὶ ὡς ὑπηρετικὸν κέρμα τοῦ χρυσοῦ. Ἡ Ὁλλανδία ἀπὸ τοῦ 1847 εἶχε πτοηθῆ εὐθὺς μετὰ τὰς εἰδήσεις τῶν ἀνακαλύψεων τῶν νέων χρυσωρυχείων καὶ μετέβαλε τὸ σύστημά της παραδεχθεῖσα τὸν ἄργυρον ὡς μονάδα· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐδοκίμασε πεῖραν ἐτῶν 20 ἢ 25, ἀνεγνώρισεν ἐκ τῆς πείρας αὐτῆς τὸ σφάλμα της καὶ ἀπεφάσισε μὲ θυσίαν νὰ παραιτήσῃ τὸ σύστημα ἐκεῖνο καὶ νὰ παραδεχθῇ τὸ τῆς μοναδικῆς μονάδος τοῦ χρυσοῦ. Ἡ Πρωσσία ἐπαινεῖται τὴν σήμερον παρὰ τῶν οἰκονομολόγων ὡς ἀποδείξασα περὶ τὰ νομισματικὰ μεγίστην εὐφυΐαν, διότι ἐνῷ ἡ γείτων χώρα προεῖχεν εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιστήμην καὶ τέχνην, μ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἐνόησεν ἢ ὤκνησε νὰ προλάβῃ τὴν Γερμανίαν, ἡ δὲ Γερμανία προέλαβε τὴν Γαλλίαν, καὶ ἡ Γαλλία ἔπαθε σημαντικὴν ζημίαν ἐκ τῆς ἐπισωρεύσεως τοῦ γερμανικοῦ ἀργύρου εἰς τὴν χώραν της, διότι ἡ Πρωσσία μεταβαλοῦσα τὸ νομισματικὸν σύστημα παρεδέχθη ὡς μόνην μονάδα τὸν χρυσὸν καὶ ἀπέβαλε τὸν ἄργυρον, τὴν δὲ 1ην Ἰανουαρίου 1876, ἡμέραν καθ’ ἣν ἡμεῖς ἐπρόκειτο νὰ εἰσάξωμεν τὸ καταδικασθὲν σύστημα, αὐτὴ εἰσάγει τὸ ἐναντίον σύστημα τὸ παρ’ ὅλων ἐπευφημηθέν. Αἱ Σκανδιναυϊκαὶ χῶραι συνενοήθησαν πρὸς ἀλλήλας, ἀπεφάσισαν ἴδιον κοινὸν νομισματικὸν σύστημα στηριζόμενον εἰς αὐτὰς τὰς βάσεις τὰς ὁποίας σᾶς προανέφερα, ἀπεσκοράκισαν τὸν ἄργυρον ὡς νομισματικὴν μονάδα, καὶ τὸν ἐκράτησαν ἁπλῶς πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ χρυσοῦ. Εἶναι δύω ἄλλαι Ἐπικράτειαι, ἡ Αὐστρία καὶ ἡ Ῥωσσία, τῶν ὁποίων ὅμως τὴν τάσιν δὲν ἀγνοοῦμεν, μάλιστα δὲ τῆς Αὐστρίας ἔχομεν τελευταίας τινὰς πράξεις παρασκευαζούσας τὴν μεταβολὴν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος· ἀλλ’ εἰς αὐτὰς τὰς Ἐπικρατείας ὑπάρχει καὶ ἓν ἐμπόδιον μέγα εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, καὶ μία εὐκολία πρὸς ἀναβολὴν, διότι εἴς τε τὴν Αὐστρίαν καὶ Ῥωσσίαν, ὡς γνωρίζετε, ὑπάρχει τὸ χαρτονόμισμα· παρατηρεῖτε ὅμως ὅτι εἰς τὰς τραπέζας αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται ὡς ταμεῖα τῆς Ἐπικρατείας, πολλὴ πρόνοια λαμβάνεται ἀκαταπαύστως ὅπως ἀντικατασταθῇ ὁ χρυσὸς ἀντὶ τοῦ ἀργύρου, καὶ εἰς διάστημα, νομίζω, μιᾶς δεκαετίας ἡ τράπεζα ἡ Ῥωσσικὴ, ἐνῷ εἶχεν 64 ἑκατομμύρια χρυσοῦ πρὸς 45 ἑκατομμύρια ἀργύρου, σήμερον ἔχει 174 ἑκατομμύρια χρυσοῦ πρὸς 23 ἑκατομμύρια ἀργυρῶν ῥουβλίων. Καὶ αὐτὸ τὸ Βέλγιον, ὅπερ ἀνήκει εἰς τὴν διεθνῆ νομισματικὴν ἕνωσιν τῶν τεσσάρων κρατῶν, αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποτινάξῃ τὸν ζυγόν· τὰ ἐμπορικὰ ἐπιμελητήρια δὲν παύουν ἐκφέροντα τὴν γνώμην αὐτὴν καὶ συσταίνοντα εἰς τὴν κυβέρνησιν τὴν μεταβολήν. Ἐν δὲ τῇ Γαλλίᾳ γίνεται ἀδιάκοπος πόλεμος μεταξὺ τῶν ὑποστηριζόντων τὸ ὑπάρχον σύστημα ἕνεκα ἴσως συμφέροντος μᾶλλον παρ’ ἕνεκα λόγων ἐχόντων σχέσιν πρὸς τὴν θεωρίαν καὶ τὴν πεῖραν, καὶ ἐκείνων οἵτινες βλέποντες τὰς ἐπιβλαβεῖς συνεπείας τοῦ νομισματικοῦ συστήματος τῶν δύω μονάδων θεωροῦν λίαν κατεπεῖγον νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ γείνῃ μεταβολή. Τί ἔμεινε λοιπόν, κύριοι, ἐκ τοῦ παλαιοῦ καὶ νέου κόσμου; ὁποία Ἐπικράτεια ἔμεινεν, ἥτις νὰ μὴ κατεδίκασε τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς πρόκειται νὰ ἐφαρμόσωμεν, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν κατὰ τὸ 1867 καὶ τὸ ὁποῖον ἐξακολουθοῦμεν ἀκόμη νὰ θεωρῶμεν ὡς ἄξιον ὑποστηρίξεως; Δὲν ἔμειναν παρὰ μόνον αἱ τέσσαρες Ἐπικράτειαι, τὰς ὁποίας σᾶς προεῖπον, καὶ αἱ ὁποῖαι ὅλαι εὑρίσκονται ἤδη εἰς μεγίστην στενοχωρίαν καὶ ὑπέστησαν καὶ θέλουν ὑποστῆ οὐκ ὀλίγας ζημίας. Σᾶς ἀναφέρω ἓν μόνον παράδειγμα· ὅτε ἡ Γαλλία κατὰ τὸ 1873 καὶ 1874 ἔκοψεν 134 ἑκατομμύρια, ἐζημιώθη 9–10 ἑκατομμύρια φράγκων, διότι τοσαύτη ἀναλογεῖ ζημία ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ ἀργύρου. Σᾶς προσθέτω ὅτι αἱ τέσσαρες Ἐπικράτειαι ἀπέστειλαν ἀντιπροσώπους, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐὰν εἰς Ἑλβετίαν ἢ εἰς Παρισίους, καὶ κατὰ τὸ 1874 καὶ κατὰ τὸ 1875, νὰ συσκεφθῶσι περὶ τοῦ πρακτέου καὶ ἀπεφάσισαν ὅτι πρὸς τὸ παρὸν οὐδὲν ἄλλο δύνανται νὰ πράξωσι, παρὰ νὰ περιορίσωσι τὴν κυκλοφορίαν τοῦ ἀργυροῦ νομίσματος, καὶ νομίζω, ὅτι κατὰ τὸ 1874 περιωρίσθη ἡ ἐκκοπὴ τοῦ νομίσματος εἰς 120 μόνον ἑκατομμύρια εἰς τὰς τέσσαρας αὐτὰς Ἐπικρατείας, κατὰ δὲ τὸ 1875 εἰς 150. Παρ’ ὅλου λοιπὸν τοῦ κόσμου καταδικάζεται αὐτὸ τὸ σύστημα, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ταῦτα ὑπ’ ὄψιν ἔχοντες καὶ ταῦτα σπουδαίως μελετῶντες πρέπει ν’ ἀποφασίζωμεν περὶ τῶν καθέκαστα ζητημάτων τῶν ἀφορώντων εἰς τὸ νόμισμα, ὁσάκις τὰ ζητήματα αὐτὰ μᾶς παρουσιάζονται. Παρακαλῶ διὰ τοῦτο τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρώτην ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἐπροξένησεν εἰς αὐτὴν ἡ ἰδέα περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος, νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπ’ ἀόριστον ἀναβολὴν, ἣν τότε ἀπεφάσισε, καὶ νὰ ἐπιφορτίσῃ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως σπουδάσῃ ἐπισταμένως τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ δυνηθῇ ν’ ἀνεύρῃ μίαν λύσιν σώζουσαν τὴν κοινωνίαν καὶ τὰ συμφέροντά της ἀπὸ ἐπικειμένης ζημίας. Χρεωστῶ πρὶν τελειώσω, καὶ πάλιν παρατήρησίν τινα ἔχουσαν στενοτάτην σχέσιν μὲ τὰ συμφέροντα τὰ Ἑλληνικά. Εἶπον, ὅτι τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα τοῦ 1867 ὑπηρετεῖ τὰς συναλλαγάς· εἶπον, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος θέλει ἐλαττώσει τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος, καὶ ἐγὼ τοῖς ἀποκρίνομαι, ὅτι προκειμένου νὰ ἐκλέξωμεν μεταξὺ συστήματος καὶ συστήματος, ὑπ’ ὄψιν ἔχοντες τὸ συμφέρον τῶν Ἑλληνικῶν συναλλαγῶν, δὲν ὑπάρχει σύγκρισις μεταξὺ τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον θέλουν νὰ εἰσαγάγωσι καὶ τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον δὲν θέλουν νὰ εἰσαγάγωσι· διότι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν θέλουν νὰ εἰσαγάγωσι, τὸ σύστημα τὸ ἔχον ὡς μονάδα τὸν χρυσὸν, αὐτὸ θέλει φέρει πολλαπλασίαν τὴν ὠφέλειαν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἐμπόριον καὶ τὰς Ἑλληνικὰς συναλλαγὰς τῆς ὠφελείας τὴν ὁποίαν προσδοκοῦν ν’ ἀπολαύσωσιν ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος τοῦ 1867, τὸ ὁποῖον ὡς βάσιν ἔχει καὶ τὸν ἄργυρον. Δὲν μοὶ ἦτο βεβαίως εὔκολον νὰ μάθω πόσα συναλλάγματα ἐκδίδονται ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, διὰ νὰ κάμω τὴν σύγκρισιν· συμβουλευθεὶς ὅμως τοὺς ἀπολογισμοὺς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, νομίζω ὅτι συνεβουλεύθην τὸν καλλίτερον γνώμονα, διότι ὁμολογουμένως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δύναται νὰ παραστήσῃ ἀκριβῶς τὴν ἀναλογίαν μεταξὺ τῶν συναλλαγῶν τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ, μεταξὺ τῶν συναλλαγῶν τῶν γενομένων μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς φράγκα καὶ τῶν συναλλαγῶν τῶν γενομένων εἰς χρυσόν. Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1874 τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀναφέρει, ὅτι ἐντὸς τοῦ Κράτους ἐξεδόθησαν παρὰ τοῦ κεντρικοῦ καταστήματος συναλλαγματικαὶ εἰς φράγκα 1,672,000, συναλλαγματικαὶ δὲ εἰς λίρας στερλίνας 314,000· αἱ 314,000 λιρῶν ἰσοδυναμοῦν μὲ 9,000,000 δραχμῶν. Λοιπὸν ἀντὶ 1,600,000 εἰς φράγκα, ἔχομεν ἐντὸς τοῦ ἔτους 1874 9,000,000 εἰς λίρας· εἶναι μία ἀναλογία, ὡς ἑνὸς πρὸς ἕξ. Κατὰ τὸ 1873 ἐξεδόθησαν ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλαγματικαὶ εἰς φράγκα 1,725,000, κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος ἐξεδόθησαν συναλλαγματικαὶ εἰς λίρας στερλίνας 311,000. Ἡ ἀναλογία εἶναι περίπου ἡ αὐτὴ καὶ αὐτὸ εἶναι πολλὰ φυσικόν, διότι ἐκ τῶν ἄλλων κρατῶν μὲ μόνην τὴν Γαλλίαν ἔχομεν μεγάλας συναλλαγάς, ἐξ ὅσων Κρατῶν ἔχουν τὸ γαλλικὸν σύστημα τὸ στηριζόμενον εἰς τὸν ἄργυρον καὶ τὸ φράγκον, περιπλέον δέ, ἡ ἐμπορία τῶν σιτηρῶν γίνεται εἰς λίρας, ἡ ἐμπορία ἡ μετὰ τῆς Ἀγγλίας γίνεται εἰς λίρας, ὥστε μεταξὺ τῶν δύω συστημάτων, κύριοι, σχετικῶς πρὸς τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα καὶ καθόσον ἀφορᾷ τὰς ἐξωτερικὰς συναλλαγάς, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι περισσότερον, ἀπείρως περισσότερον θέλομεν προστατεύσει τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα τὸ στηριζόμενον εἰς τὸν χρυσόν, παρὰ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήσαμεν κατὰ τὸ 1867, διότι κατ’ ἐκεῖνο ἔχομεν ἑξαπλασίας συναλλαγὰς ἢ κατὰ τοῦτο. Εἶπον καὶ πρὶν καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι ἡ μεταβολὴ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος φέρει πάντοτε εἰς τὴν ἐπικράτειαν, ἡ ὁποία ἐκτελεῖ αὐτήν, διατάραξιν κατ’ ἀρχὰς εἰς τὰς συναλλαγάς, καὶ ἰδίως εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία ὅτι θέλει φέρει ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θέλουν εἶσθαι λίαν ἐπαισθητὰ ἐν ἀρχῇ. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται ν’ ἀποκτήσωμεν ἓν κοινὸν νομισματικὸν σύστημα μετὰ τῆς ἄλλης Εὐρώπης ἢ τοὐλάχιστον μετὰ τῶν συνηθεστέρων ἡμῖν ἀγορῶν αὐτῆς καὶ νὰ εἰσαγάγωμεν διὰ τοῦ νέου αὐτοῦ νομισματικοῦ συστήματος ὠφέλειαν τόσον ἐκτεταμένην, ἡ θυσία αὕτη νὰ γείνῃ· ἀλλ’ ἤδη νὰ θελήσωμεν εἰσάγοντες ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον κατεδικάσθη παρ’ ὅλου τοῦ κόσμου, τὸ ὁποῖον βαρύνει καὶ κατέστη φορτικὸν εἰς αὐτὰς ἰδίως τὰς Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι πρὸ πολλοῦ τὸ ἔχουν, νὰ φέρωμεν τὴν διατάραξιν αὐτὴν εἰς τὰς συναλλαγὰς καὶ τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας συνεπάγει ἡ μεταβολὴ καὶ μάλιστα ἐν Ἑλλάδι, τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ἀδικώτατον καὶ κακίστη ἐκδούλευσις, τὴν ὁποίαν θέλει προσφέρει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἰς τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν. Οἱ δικαιώσαντες τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος ἰσχυρίζονται, ὅτι οὐδεμία θέλει προκύψει ζημία ἐκ τῆς μεταβολῆς, καὶ ἐπικαλούμενοι εἰς βοήθειάν των τὴν μέθοδον τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς λέγουν: πῶς εἶναι δυνατὸν ἓν Κράτος ἢ νὰ γίνηται πλουσιώτερον ἢ νὰ γίνηται πτωχότερον, διότι ηὔξησεν ἢ διότι ἠλάττωσε τὴν νομισματικὴν αὐτοῦ μονάδα; Ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθές, λέγουν, τί εἵπετο ὡς συμπέρασμα; ὅτι ἐὰν ἡ εἰσαγωγὴ μεγαλειτέρας νομισματικῆς μονάδος φέρῃ πτωχείαν εἰς τὴν κοινωνίαν, εἵπετο ὅτι ἑκάστη κοινωνία ἔπρεπε νὰ εἰσάξῃ ἐλάσσονα νομισματικὴν μονάδα, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ πλουτήσῃ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, κύριοι, δὲν εἶναι αὐτό· κανεὶς δὲν ἰσχυρίσθη ποτέ, ὅτι ἡ νομισματικὴ μονὰς δύναται νὰ μεταβάλῃ τὸν πλοῦτον· τὸ ζήτημα εἶναι ἄλλο· τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν ἡ μετάβασις ἀπὸ συστήματος, ἔχοντος μονάδα κατωτέραν, εἰς σύστημα ἔχον μονάδα ἀνωτέραν, δὲν θέλει φέρει ζημίαν. Αἱ ζημίαι ὅμως θὰ ἦναι ἀναμφισβήτητοι, καὶ δὲν πρέπει ποτὲ νὰ καταφρονῶμεν τὴν πεῖραν, διότι αὐτὸ τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον εἴδομεν τὰς ἡμέρας αὐτὰς εἰς τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν, βεβαίως δὲν προῆλθεν οὔτε ἀπὸ κομματικὸν πνεῦμα, οὔτε ἀπὸ ἄλλας αἰτίας, εἰμὴ μόνον ἀπὸ τοὺς καλοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους ὅλαι αἱ τάξεις τῆς κοινωνίας ἔκαμαν· καὶ ἐγὼ ἤθελον εὐχαριστηθῆ εἰς μόνην αὐτὴν τὴν πεῖραν, διὰ νὰ εἴπω, ὅτι διὰ τὴν Ἑλλάδα ἡ μετάβασις ἀπὸ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον θέλει ἔχει μονάδα ἀνωτέραν, εἶναι διὰ τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν ἐπιζήμιος. Γνωρίζετε δέ, κύριοι, ὅτι τὰ οἰκονομολογικὰ ζητήματα δὲν παράγουν παντοῦ τὴν αὐτὴν ἀλήθειαν ἐφαρμοζόμενα, ὅτι ἡ οἰκονομολογικὴ ἐπιστήμη ἔχει πολὺν αὐτοχθονισμόν, καὶ ὅ,τι διδάσκει ἐν Παρισίοις δὲν δύναται νὰ τὸ διδάξῃ τόσον ἐπιτυχῶς ἐν Καρπενησίῳ. Εἰς τὸ ζήτημα λοιπὸν αὐτὸ πρέπει νὰ συμβουλευθῶμεν μᾶλλον τὰς ἰδιαιτέρας περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι μᾶς περιστοιχίζουν, παρὰ νὰ συμβουλευθῶμεν τὰς ἀπολύτους θεωρίας τῶν ἐπιστημόνων πρὸ πάντων, διότι ἡ ἐπιστήμη ποτὲ δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς αὑτῆς τὰς μικροσκοπικὰς κοινωνίας, ἀλλὰ πάντοτε τὰς μεγάλας, εἰς τὰς ὁποίας αὐτὰ τὰ ζητήματα τῶν ζημιῶν, περὶ ὧν ὁμιλοῦμεν ἡμεῖς, εἶναι ἀφανῆ. Θέλω σᾶς φέρει ἓν παράδειγμα διαφορᾶς μεταξὺ τῆς ἡμετέρας χώρας καὶ τῶν ἄλλων χωρῶν σχετικῶς μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα· σᾶς φέρω τὴν κατάστασιν τῆς ἐργατικῆς τάξεως. Ἀκριβῶς εἰπεῖν ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχομεν ἐργατικὴν τάξιν, ὅπως τὴν ἐννοοῦσιν οἱ Εὐρωπαῖοι, ἀλλὰ περιπλέον διαφέρομεν τῶν Εὐρωπαίων ὡς πρὸς τοῦτο κατὰ τὸ ἀνεπαρκές, διότι πάντες ὁμολογοῦμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς στερεῖται χειρῶν ἐργατικῶν. Ἀνέφερον τὴν ἐργατικὴν τάξιν, διότι αὕτη σχετίζεται μὲ τὰς δαπάνας τῆς παραγωγῆς ἑνὸς τόπου· ὅπου δὲ ἡ ἐργατικὴ τάξις εἶναι πολὺ ὑποδεεστέρα κατὰ πληθυσμὸν τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς, καταλαμβάνετε, πόσην μεγάλην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς δαπάνης τῆς παραγωγῆς ἔχει ἡ παραμικρὰ ἀφορμὴ ἡ διδομένη εἰς τὴν τάξιν αὐτὴν πρὸς αὔξησιν τοῦ ἡμερομισθίου. Ἡ ἐργατικὴ δὲ τάξις εἶναι ἡ πρώτη, ἡ ὁποία θέλει αἰσθανθῆ τὴν μεταβολὴν αὐτοῦ τοῦ συστήματος, τὴν μετάβασιν ἀπὸ τῆς μονάδος τῆς μικρᾶς εἰς τὴν ἀνωτέραν, καὶ φυσικὴ συνέπεια εἶναι ὅτι παρευθὺς θέλει αὐξήσει τοῦ ἡμερομισθίου ἡ ἀξία. Οἱ ὑποστηρίζοντες ὡς ἀνεπιβλαβῆ τὴν μεταβολὴν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος σᾶς λέγουν, κύριοι, ἡ διαφορὰ τῆς μονάδος οὐδεμίαν ἄλλην διατάραξιν θέλει προξενήσει, εἰμὴ ὅτι θέλει ὑποχρεώσει τὸν κόσμον νὰ ποιήσῃ ἐπί τινα χρόνον ἀναγωγὴν τῆς δραχμῆς εἰς φράγκον. Ἀλλ’ αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι κατὰ θεωρίαν ἀληθές, εἰς τὴν πεῖραν ὅμως δὲν εἶναι ἀληθὲς καὶ μάλιστα διὰ τὰ νομίσματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι κλάσματα τῆς δραχμῆς, καὶ διὰ τὰ πράγματα τῆς εὐτελοῦς ἀξίας· πρὸ πάντων δὲ περὶ τούτου πρέπει κατ’ ἀρχὴν νὰ σκεφθῶμεν, διότι αὐτὰ εἶναι τὰ ἐν χρήσει εἰς τὴν ἐργατικὴν τάξιν. Ἡ ἐργατικὴ τάξις δὲν διαχειρίζεται ποσότητας, ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὸ χαλκοῦν νόμισμα, οὐδ’ ἔχει ἀνάγκην πραγμάτων πολυτελῶν, ἀλλὰ τῆς εὐτελοῦς ἀξίας, αὐτῶν δὲ τῆς εὐτελοῦς ἀξίας πραγμάτων ἡ τιμὴ ἐπηρεάζεται σφόδρα, τὰ πλεῖστα τοὐλάχιστον ἐξ αὐτῶν, ἐκ τῆς συνηθείας τοῦ τόπου καὶ ἐκ τῆς κλασματικῆς μονάδος τῆς δραχμῆς. Ἡ συνήθεια καθιεροῖ εἰς αὐτὰ τὰ μικρὰ πάγματα τὴν τιμὴν αὐτῶν εἰς μίαν δεκάραν, εἰς δύω δεκάρας, εἰς ἡμίσειαν δραχμήν, καὶ ὅταν ἡ νομισματικὴ μονὰς αὐξήσῃ διατηροῦσα μάλιστα τὸ ὄνομά της, ἐννοεῖτε ἀμέσως, ὅτι, ἐπειδὴ ἔχετε αὔξησιν εἰς τὸ ἕνα τῶν παραγόντων, θὰ ἔχετε ὡς ἀποτέλεσμα ὑπερτίμησιν. Δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι θὰ γείνῃ ἀναγωγὴ τοὐλάχιστον εἰς τὰ μικρὰ πράγματα, καὶ ὁ πτωχός, τοιοῦτος δὲ εἶναι καὶ ὁ ἐργάτης ἐν Ἑλλάδι, θὰ ἴδῃ τὴν δαπάνην αὑτοῦ αὐξανομένην, καὶ διὰ νὰ φέρῃ εἰς ἰσοῤῥοπίαν τὸν προϋπολογισμόν του φυσικῷ τῷ λόγῳ θὰ αὐξήσῃ τὸ ἡμερομίσθιον. Δύνανται ὅμως νὰ μοὶ ἀπαντήσωσιν εἰς τοῦτο, ὅτι ὅλα θὰ ὑψωθῶσιν ἀναλόγως. Ἔχω μίαν ἀντίῤῥησιν, ὅτι τὸ ἐξαγωγικὸν ἐμπόριον δὲν θὰ ὑψωθῇ, ἐνῷ ἡ παραγωγὴ τοῦ τόπου θέλει εἶσθαι δαπανηροτέρα, ἀπεναντίας ἡ κατανάλωσις ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δὲν θὰ προσδιορισθῇ ἐκ τῆς ἀγορᾶς ἐν Ἑλλάδι εἰμὴ κατ’ ἐλάχιστον, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, διότι γίνεται εἰσαγωγὴ μονάδος ἀνωτέρας, θέλει ἐπέλθει κατὰ πρῶτον λόγον ζημία εἰς τὴν παραγωγήν, αὐξανομένων τῶν δαπανῶν αὐτῆς. Εἶναι περιττὸν νὰ ἐπέμβω εἰς τὰς ζημίας τὰς ἄλλας, τόσον τοῦ Κράτους ἤτοι τοῦ δημοσίου, καθὼς ἐπίσης καὶ τῶν οἰκογενειῶν, ἐκτυλίσσων τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου συστήματος, διότι καὶ πολλὰ περὶ τούτου ἐῤῥέθησαν καὶ εἰδικῶς δὲν πρόκειται περὶ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ συστήματος αὐτὴν τὴν στιγμὴν εὐτυχῶς ὕστερον ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἔλαβε προχθές. Νομίζω δὲ ὅτι εἶναι καὶ πάντη περιττὸν νὰ γείνῃ πλέον λόγος περὶ τούτου, ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς εἶναι τόπος πολὺ εὐφυὴς, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κλείσῃ τοὺ ὀφθαλμοὺς πρὸς τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον δι’ ὅλων τῶν λεπτομεριῶν του προσεπάθησα νὰ σᾶς παραστήσω, τὸ φαινόμενον τῆς γενικῆς καταδίκης τοῦ νομισματικοῦ συστήματος τοῦ 1867, καὶ τῆς ὁμοθύμου γνώμης τῶν Εὐρωπαίων ὡς πρὸς τὴν παραδοχὴν τοῦ ἑτέρου συστήματος, τὸ ὁποῖον σύστημα ὅλαι σχεδὸν, πλὴν ὀλιγίστων ἐπικρατειῶν, καὶ τὸ παρεδέχθησαν ἤδη.
§118ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὀφείλω, κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι σήμερον τὸ ζήτημα ἐτέθη, ὅπως κατ’ οὐδεμίαν τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων εἶχε τεθῆ. Σήμερον πρώτην φορὰν ἐγένετο ἀμφισβήτησις περὶ αὐτῆς τῆς πράξεως, ἧς ἡ Κυβέρνησις προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπικύρωσιν, περὶ τοῦ διατάγματος τῆς 11 Ἰουλίου ἐνεστῶτος ἔτους. Ἀληθῶς, ὀρθὴ εἶναι ἡ γενομένη παρατήρησις, ὅτι, προκειμένου περὶ μέτρων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὁπωσδήποτε ἐπεμβαινούσης εἰς ἀλλότρια αὐτῆς δικαιώματα, καὶ ἰδίως εἰς τὰ δικαιώματα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, πρέπει ἡ Βουλὴ μετὰ ζηλοτυπίας ἄκρας νὰ ἐξετάζῃ τὰ γενόμενα, διότι τοιαῦτα μέτρα δὲν ἐπιτρέπονται, εἰμὴ ἐν ὅλως ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ. Πρέπει νὰ ᾖναι ἀποδεδειγμένον οὐ μόνον τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας ἐν τῇ πράξει, εἰς ἣν προέβη ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἀλλὰ νὰ ᾖναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἐὰν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν προέβαινεν εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην, αἱ ζημίαι ἤθελον εἶσθαι μεγάλαι καὶ ἔκτακτοι. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι, ὡς πρὸς τὸ διάταγμα τοῦτο, ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις τῆς 27 Ἀπριλίου νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν δικαιολογημάτων τυπικῶν καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι πράγματι δὲν προέβη εἰς πρᾶξιν νομοθετικῆς ἐξουσίας διὰ τοῦ μέτρου ἐκείνου, στηριζομένη εἰς τὴν περίστασιν, ὅτι τὸ παρ’ αὐτῆς μεταῤῥυθμισθὲν διάταγμα, περὶ διατιμήσεως ξένων νομισμάτων, τοῦ 1833, δὲν εἶχε τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους τοῦ νόμου. Γινώσκετε, κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτε ἡ διάκρισις μεταξὺ νόμου καὶ διατάγματος δὲν ὑφίστατο ὡς ἐκ τῆς ἀρχῆς, ἥτις κατήρτιζε τὸν νόμον ἢ τὸ διάταγμα, ἀλλὰ προήρχετο ἐκ τῆς φύσεως αὐτῆς τῆς πράξεως, καὶ τοῦ τύπου, ὃν ἐνεδύετο· ὑπῆρχον εἰδικαί τινες διατυπώσεις, ἃς ἡ Κυβέρνησις ἐτήρει, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ προβῇ διὰ διατάγματος εἰς πρᾶξιν νομοθετικὴν, καὶ ἄλλαι, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ προβῇ εἰς πρᾶξιν ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ ἐθεωρήθη, ὅτι τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης αἱ πράξεις ἦσαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὁσάκις τὰ διατάγματα ἔφερον τὰς ὑπογραφὰς ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἦσαν δὲ τὰ διατάγματα ἁπλῶς ἐκτελεστικὰ, ὅταν ἔφερον μόνην τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ. Ἐν τῇ περιστάσει δὲ ταύτῃ τὸ διάταγμα τοῦ 1833, περὶ διατιμήσεως ξένων νομισμάτων, φέρει τὴν ὑπογραφὴν μόνου τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ, καὶ ἑπομένως ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ἁπλῶς ὡς ἐκτελεστικὸν διάταγμα διατιμήσεως, δυνάμενον δι’ ἑτέρου διατάγματος σήμερον νὰ τροποποιηθῇ. Ἀλλ’, ὡς εἶπον, οὐδόλως προτίθεμαι νὰ ὀχυρωθῶ ὄπισθεν τοιούτου τυπικοῦ ἐπιχειρήματος. Ἐκ τῆς φύσεως αὐτῆς, ἡ πρᾶξις ἡμῶν εἶχε νομοθετικὸν χαρακτῆρα, καὶ ἡ Κυβέρνησις, οἱονδήποτε τύπον καὶ ἂν εἶχε περιβληθῇ ἡ διατίμησις τοῦ 1833, δὲν ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τὴν διὰ διατάγματος μεταῤῥύθμισιν αὐτῆς, εἰς ἣν ἀπεφασίσαμεν νὰ προβῶμεν κατὰ τὴν 11 Ἰουλίου, εἰμὴ ἐὰν ἐνομίζεν, ὅτι ἡ μὴ ἔκδοσις τοιούτου διατάγματος ἤθελε φέρει μεγίστην καὶ ἔκτακτον ζημίαν εἰς τὸν τόπον. Τοιαύτην δὲ πεποίθησιν εἴχομεν ἡμεῖς τότε. Πόθεν δὲ ἐλάβομεν τὴν πεποίθησιν ταύτην; Σᾶς παρετήρησεν ὁ προαγορεύσας, ὅτι ἡ ὑποτίμησις τοῦ ἀργυροῦ νομίσματος δὲν ἦτο γεγονὸς ἔκτακτον, ὡς ἀναπτυχθὲν, καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ διάταγμα ἐξεδόθη, ἀλλ’ ἦτο γεγονὸς πολὺ ἀρχαιότερον, τοῦ ὁποίου τὰς συνεπείας εἶχεν αἰσθανθῆ ὁ τόπος ἐπὶ πολὺν χρόνον, καὶ ἑπομένως οὐδὲν ὑπῆρχεν ἴσως τὸ τόσον κατεπεῖγον εἰς τὸ μέτρον, εἰς ὃ προέβη.
§119ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τοῦ ἀργύρου.
§120ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦ ἀργυροῦ νομίσματος. Εἶπε λοιπὸν ὁ προαγορεύσας, ἐὰν καλῶς ἐνόησα, ὅτι ἡ ἔκπτωσις τοῦ ἀργύρου ἦτο πολὺ ἀρχαιοτέρα, ὅτι αἱ συνέπειαι τῆς ὑποτιμήσεως, ἐὰν ἦσαν ἐπιβλαβεῖς εἰς τὸν τόπον, εἶχον ἐπέλθει πρὸ πολλοῦ χρόνου, καὶ ἑπομένως τὸ μέτρον, εἰς ὃ προέβη ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν, δὲν ἦτο μέτρον ἐπιβαλλόμενον ἐκτάκτως τότε, διότι ἂν ἦτο τότε ἀναγκαῖον, θὰ ἦτο ἀναγκαῖον καὶ πρότερον. Ἐξήγησε μάλιστα τὴν ἰδέαν του εἰπὼν, ὅτι οἱ λόγοι τῆς ἐκπτώσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἀργύρου συνεδέοντο πρὸς τὴν κατάστασιν τῶν χρυσωρυχείων, ἡ δὲ κατάστασις αὕτη δὲν εἶχε τίποτε τὸ ἰδιάζον, καθ’ ἣν ἐποχὴν προέβημεν εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν ἰδέαν, ἣν ἐξέφρασε καὶ ὡς πρὸς τοὺς λόγους, ἐφ’ ὧν ἐστήριξε τὴν ἰδέαν ἐκείνην, ἐντελῶς διαφωνῶ. Ἡ ὑποτίμησις, περὶ ἧς ὁμιλοῦμεν, ἡ ὑποτίμησις, ἡ προκαλέσασα τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος τῆς 11 Ἰουλίου, ἦτο ὑποτίμησις ἐπελθοῦσα περὶ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ δὲν εἶχεν ἀφορμὴν τὴν ἐκ τῶν χρυσωρυχείων, οὐδὲ μόνην, ἢ κυρίαν, ἀφορμὴν τὴν ἐκ τῶν ἀργυρείων προερχομένην. Εἰς αὐτὸ τὸ συνέδριον τῶν νομισματολόγων, τὸ πέρυσι καὶ ἐφέτος συνελθὸν ἐν Παρισίοις, ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ὑποτιμήσεως ταύτης, τῆς κατὰ τὸ 1873 ἀρξαμένης, ἀλλ’ ὅλως ἐκτάκτως κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἐπιταθείσης, καὶ συνεζητήθησαν τὰ αἴτια καὶ αἱ ἀφορμαὶ τῆς ὑποτιμήσεως ταύτης, ἐπροτάθησαν δὲ τοσοῦτοι λόγοι, ὥστε ἦτο ἀδύνατον τὸ συνέδριον ἐκεῖνο νὰ φθάσῃ εἴς τι συμπέρασμα ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, εἶναι δὲ ἀδύνατον καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς ἀναγινώσκοντας τὰ λεχθέντα νὰ μορφώσωμεν ἐξ αὐτῶν πεποίθησίν τινα. Ἡ ἐπίδρασις τῶν χρυσωρυχείων, ὡς ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῆς παραγωγῆς αὐτῶν, συντελεῖ εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ ἀργύρου, ἡ δ’ ἐκ τῶν ἀργυρείων τῆς βορείου Ἀμερικῆς προερχομένη ὑποτίμησις οὐδόλως ἐθεωρήθη ὡς ἡ σπουδαιοτέρα τῶν μνημονευθεισῶν ἀφορμῶν τῆς ἐκπτώσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἀργύρου. Ἐπροτάθησαν ἐν τῷ συνεδρίῳ ὡς κυριώτερα αἴτια αὐτῆς ἡ ἀπονομισμάτισις τοῦ ἀργύρου ἐν Γερμανίᾳ· ἐμνημονεύθη ἡ κατάστασις τῆς Ἰνδικῆς, τῆς Κίνας καὶ τῆς Ἰαπωνίας, αἵτινες, ὡς ἠξεύρετε, σύρουσιν, εἰς ἔτη μάλιστα εὔφορα καὶ ἐν περιστάσεσιν, αἵτινες βαθμηδὸν μεταβάλλονται, πλεῖστον μέρος τοῦ ἀργύρου τῆς Εὐρώπης. Τοιοῦτοι λόγοι ἐδόθησαν τῆς πλησμονῆς τοῦ ἀργύρου ἐν Εὐρώπῃ καὶ τῆς συνεπείᾳ ταύτης ἐκπτώσεως τῆς ἀγοραίας αὐτοῦ ἀξίας. Ἀλλ’ οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὑπῆρξαν οἱ λόγοι τῆς ὑποτιμήσεως, βέβαιον εἶναι ὅτι ἔκτακτος ὑποτίμησις τοῦ ἀργύρου εἶχεν ἐπέλθει, καθ’ ἣν ἐποχὴν προέβημεν εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος, δι’ οὗ ἐνομίσαμεν ὅτι ἠθέλομεν προλάβει τὰς ἐπαχθεῖς διὰ τὸν τόπον συνεπείας τῆς ὑποτιμήσεως ταύτης, καὶ δι’ οὗ βεβαίως τὰς ἐπρολάβομεν, διότι δυνάμεθα ἤδη νὰ εἴπωμεν τοῦτο ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμων πληροφοριῶν. Οὐδὲ εἶναι ἀληθὲς τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, ὅτι σήμερον ἡ ὑποτίμησις τοῦ ἀργύρου εἶναι μικροτέρα τῆς κατὰ ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ὅτι, ἂν τὸ μέτρον τῆς ὑποτιμήσεως ἦτο ἀναγκαῖον τότε ἢ ἀνάγκη ἦτο προσωρινὴ, καὶ ταχέως παρῆλθεν. Ἀπ’ ἐναντίας, σήμερον ἡ ὑποτίμησις τοῦ ἀργύρου εἶναι μεγαλειτέρα, ἢ καθ’ ἣν ἐποχὴν διεσκεπτόμεθα περὶ αὐτῆς καὶ προέβημεν εἰς τὴν ἀπόφασιν, περὶ ἧς συζητοῦμεν. Ἡ ὑποτίμησις τοῦ ἀργύρου εἶναι ἤδη 5½%, τότε ἦτο 4½ ἢ 5%. Ἡμεῖς δὲ εἰς ποῖον μέτρον προέβημεν; εἰς ὑποτίμησιν 3%. Προέβημεν εἰς ὑποτίμησιν τοῦ ἀργυροῦ νομίσματος τῶν ξένων ἐπικρατειῶν ἐλάσσονα τῆς ὑποτιμήσεως αὐτοῦ ἐν τῇ ἀγορᾷ. Τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει μετὰ πόσης φειδοῦς προέβημεν εἰς τὸ μέτρον καὶ πόσον συνησθανόμεθα τὴν σπουδαιότητα αὐτοῦ, οὐχὶ διότι ἐφρονοῦμεν ὅτι ἡ ὑποτίμησις τῶν ξένων νομισμάτων ἠδύνατο ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τῶν κατόχων τῶν νομισμάτων τὴν ἐσωτερικὴν αὐτῶν ἀξίαν, διότι ὁ κάτοχος ξένου νομίσματος ἔχει ἄργυρον, οὗτινος ἡ ἀγοραία ἀξία εἶναι ἀνεξάρτητος πάσης ἀποφάσεως νομοθετικῆς, ἀλλ’ ἂν τὸ νόμισμα τοῦτο ἔχῃ ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ νόμιμον ἀξίαν ἀνωτέραν τῆς τοῦ περιεχομένου ἀργύρου, ὡς πρὸς τὸ ὑπερβάλλον τοῦτο, ἡ διὰ νέας διατιμήσεως ἔκπτωσις τῆς τιμῆς ἐπηρεάζει τὴν ἀξίαν τοῦ κατεχομένου νομίσματος καὶ ἀδικεῖ ἐκεῖνον, ὅστις στηριζόμενος εἰς τὴν προϋπάρχουσαν διατίμησιν ἐδέχθη τὸ νόμισμα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατιμήσεως ἐκείνης. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ φροντίσωμεν, ὅπως ἡ ἐλάττωσις τῇ νομίμου τιμῆς τῶν νομισμάτων ᾖ ὅσον τὸ δυνατὸν μικρὰ, ἵνα μὴ ἐπιῤῥίψωμεν, ἄνευ ἀνάγκης, ζημίαν τοιαύτην εἰς τοὺς κατόχους. Ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτιμήσωμεν τὰ ξένα ἀργυρᾶ νομίσματα ὀλιγώτερον τῆς ἀγοραίας ὑποτιμήσεως τοῦ ἀργύρου ἀσφαλίζοντες συνάμα τὸν τόπον ἀπὸ τῆς ζημίας τῆς ἐπιδρομῆς τῶν νομισμάτων ἐκείνων, ἔπρεπε νὰ πράξωμεν τοῦτο, ἵνα οἱ κατέχοντες τὸ νόμισμα ζημιωθῶσιν ὅσον ἐνῆν ὀλιγώτερον ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ ἀργύρου. Ἐξητάσαμεν λοιπὸν ποῖα ἤθελον εἶσθαι τὰ ἔξοδα τῆς εἰς τὴν κυκλοφορίαν εἰσαγωγῆς τοῦ ξένου ἀργυροῦ νομίσματος καὶ παρεθέσαμεν τὰ ἔξοδα ταῦτα πρὸς τὴν ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως ὠφέλειαν, ἣν ἤθελεν ἔχει ὁ κερδοσκόπος, ὅπως βεβαιωθῶμεν περὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς ὑποτιμήσεως, ὅστις θὰ καθίστα ἀσύμφορον εἰς τὴν κερδοσκοπία τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομίσματος, ἐνομίσαμεν δὲ, ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς καὶ οἱ τόκοι τῶν χρημάτων τούτων ἕως τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὁ κερδοσκόπος ἤθελε δυνηθῆ νὰ θέσῃ αὐτὰ εἰς κυκλοφορίαν, ἠδύναντο νὰ καλύψωσι τὴν διαφορὰν τοῦ ἑνὸς ἥμισυ ἢ 2%, ἥτις εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς διὰ τοῦ διατάγματος ὑποτιμήσεως τῶν 3% πρὸς τὴν τότε τρέχουσαν ἀγοραίαν ὑποτίμησιν τῶν 4½ ἕως 5%
§121Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τοὺς ὅρους τῆς ὑποτιμήσεως πόθεν ἐλαμβάνετε, ἵνα ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι ὀρθοὶ καὶ ἀληθεῖς;
§122ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τούτου οὐδεμίαν δύνασθε νὰ ἔχητε ἀφορμὴν δισταγμῶν. Εἰς πᾶσαν ἀγορὰν ἐκδίδονται πίνακες καθεκάστην, ἴσως, δὲ καὶ πολλάκις τῆς ἡμέρας εἰς τὰς μεγάλας ἀγορὰς, ἔνθα σημειοῦνται, ἐν ἄλλοις, καὶ αἱ σχετικαὶ τιμαὶ τοῦ ἀργύρου πρὸς τὸν χρυσόν. Σήμερον ἔλαβον γαλλικὴν ἐφημερίδα καὶ ἐζήτησα ἐν αὐτῇ, ἂν ὑπάρχῃ διαφορὰ τιμῆς μεταξὺ τοῦ ἀργυροῦ νομίσματος καὶ τοῦ χρυσοῦ ἐν Γαλλία καὶ εὗρον ἀμέσως ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει διαφορά, διότι ἐὰν ὑπῆρχε καὶ κατὰ χιλιοστημόριον, ἢ κατὰ ἥμισυ ἐπὶ τοῖς χιλίοις, ἤθελε σημειωθῆ. Ἔτυχεν ἐν τῷ τιμολογίῳ αὐτῆς οὐδεμία νὰ σημειοῦται διαφορά, ἤτοι νὰ ἦναι ἡ τιμὴ τοῦ πενταφράγκου ἀρτίᾳ. Οἱ πίνακες δεικνύουσι τὰς σχετικὰς τιμὰς τοῦ ἀργύρου καὶ τοῦ χρυσοῦ, εἴτε εἰς νομίσματα εἴτε εἰς πλίνθους καὶ ζητήσας ἐν τῇ αὐτῇ ἐφημερίδι εὗρον, ὅτι ἡ τρέχουσα τιμὴ τοῦ ἀργύρου εἶναι 5% κατωτέρα τῆς τοῦ χρυσοῦ. Δὲν δύναται ἑπομένως νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐξεδώκαμεν τὸ διάταγμα, ὑπῆρχεν ὑποτίμησις τοῦ ἀργύρου 4½% κατ’ ἐλάχιστον ὅρον σχετικῶς πρὸς τὴν παρ’ ἡμῖν νόμιμον ἀξίαν τοῦ ἀργύρου πρὸς τὸν χρυσὸν τῶν 15½ πρὸς ἕν. Ὅθεν προέβημεν εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος περὶ ὑποτιμήσεως τῶν ξένων ἀργυρῶν νομισμάτων κατὰ 3%. Ὁ προαγορεύσας εἶπεν ὅτι τὸ διάταγμα τοῦτο, ἐὰν ἦτο ἀπολύτως ἀναγκαῖον, ἤθελε τὸ δικαιολογήσει, καί περ ἀποτελοῦν ἐπέμβασιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὸν κύκλον τῆς νομοθετικῆς, ἀλλὰ προσέθηκεν, ὅτι ἴσως, κατά τι, τότε ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὑπερέβη, περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἀνάγκης, τὸ ὅριον, ὅπερ αὐτὸς ἤθελε θέσει. Νομίζω, ὅτι ἐξ ὅσων σᾶς εἶπον περὶ τῶν ἀγοραίων τιμῶν τοῦ ἀργύρου κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἦτο δὲ ἡ ὑποτίμησις ἀνωτέρα μᾶλλον ἢ κατωτέρα τοῦ παρ’ ἐμοῦ μνησθέντος μέσου ὅρου, ἐπείσθητε, ὅτι ἡ ἀνάγκη ἦτο κατεπείγουσα· ἀλλὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην ἡ Κυβέρνησις ἀντελήφθη ἐξ ἀμέσων ἀποδείξεων, τὰ δὲ γεγονότα, περὶ ὧν ἔλαβε θετικὰς πληροφορίας ἀμέσως ἐπὶ τῷ καταρτισμῷ αὐτῆς, τὴν ἔπεισαν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς μελέτης τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ νὰ προβῇ τοσοῦτον κατεσπευσμένως εἰς τὸ μέτρον, ὅπερ ἔλαβεν. Ἔμαθεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἰσέῤῥευσεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἄργυρος ὑποτετιμημένος, ἐπὶ τιμῇ ἀρτίᾳ, ὑπὸ τὸν τύπον ξένων νομισμάτων, διότι ἄργυρος, ἄνευ τύπου νομίσματος, δὲν ἠδύνατο νὰ διατεθῇ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ εἰσάγοντος. Ἀφοῦ ἡ ἀγοραία τιμὴ τοῦ ἀργύρου ἐν Ἑλλάδι ἦτο οἵα καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, κερδοσκοπία ἐπὶ τοῦ ἁπλοῦ ἀργύρου δὲν ἐχώρει. Ἐτύγχανεν ὅμως ἡμεῖς μόνοι ἐξ ὅλων τῶν ἐθνῶν τῆς Εὐρώπης νὰ δεχώμεθα ξένα νομίσματα εἰς τιμὰς διὰ νόμου ὡρισμένας ἐκ τῶν προτέρων σχετικὰς πρὸς τὰ ἐγχώρια. Ἡ διατίμησις αὕτη ἀπετέλει μίαν βάσιν, ἥτις, σχετιζομένη πρὸς τὴν ἑτέραν βάσιν τῶν ἀγοραίων τιμῶν τοῦ ἀργύρου, παρεῖχε στάδιον εἰς τὴν κερδοσκοπίαν. Ἑπομένως οἱ κερδοσκόποι ἐφρόντιζον νὰ συλλέγωσιν ἐν Εὐρώπῃ νομίσματα ξένα τοῦ εἴδους, ὅπερ ἐκ τῆς διατιμήσεως τῆς κατὰ τὸ 1833 γενομένης παρεῖχε τὴν μεγαλειτέραν ὠφέλειαν εἰσαγόμενον· ἦτο δὲ ἡ ὠφέλεια ἡ ἑξῆς: ὅτε ἡ διατίμησις ἐκείνη ἐγένετο, ὁ ἄργυρος δὲν ἦτο ὑποτετιμημένος, ἑπομένως ἀποκτώμενος ὑποτετιμημένος ὑπὸ τύπον νομίσματος ἐν χώρᾳ, ἐν ᾗ ἦτο δεκτὸς εἰς τὴν ἀρχικὴν αὑτοῦ ἀξίαν, ἀπέφερεν ὑπὲρ τοῦ εἰσάγοντος κέρδος, τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῆς διατετιμημένης καὶ τῆς ἀγοραίας ἀξίας. Ἡ κερδοσκοπία, πρὸς εὐκολωτέραν προμήθειαν τῶν ἀναγκαιούντων αὐτῇ νομισμάτων, κατώρθωσε νὰ ἐκτυπῶται νόμισμα, ἐν Αὐστρίᾳ ἰδίως, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης, νόμισμα, τὸ ὁποῖον δὲν κυκλοφορεῖ ἐν ᾧ τόπῳ ἐκτυποῦται, καὶ κυκλοφορεῖ ἐν Ἑλλάδι, λυποῦμαι δὲ, ἕνεκα τῆς ὑπολήψεως τῆς Ἑλλάδος ἀναγκαζόμενος νὰ προσθέσω καὶ ἐν Ἀβυσσηνίᾳ.
§123ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐν Ἀβυσσηνίᾳ θὰ ἦτο ὑπερβολή.
§124ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοιαύτην πληροφορίαν εἴχομεν. Ἐμάθομεν δὲ οὐ μόνον ὅτι τοιοῦτος ἦτο ὁ σκοπὸς τῆς ἐκτυπώσεως τῶν νομισμάτων τούτων, ἀλλ’ ἀκριβῶς καὶ ποῖα ποσὰ ἐκ τῶν νομισμάτων τούτων εἰσήχθησαν, εἴτε εἰς Κέρκυραν, εἴτε εἰς Πάτρας καὶ ἐγινώσκομεν ποῖα ἦσαν τὰ καταστήματα, ἅτινα εἰσῆγον τὰ νομίσματα ταῦτα. Ἦσαν δὲ τὰ ποσὰ σπουδαιότατα, καὶ ἐγινώσκομεν, ὅτι τὰ παρασκευαζόμενα πρὸς εἰσαγωγὴν ἦταν ἔτι σπουδαιότερα· ἔπρεπε λοιπὸν νὰ προλάβωμεν τὴν παράτασιν καὶ τὴν ἐπίτασιν τοῦ κακοῦ, προβαίνοντες κατεπειγόντως εἰς ἀπόφασιν ἀποτελεσματικήν. Ἐβραδύναμεν περὶ τοῦτο, μόνον ἐφ’ ὅσον ἦτο ἀνάγκη νὰ συμβουλευθῶμεν τοὺς ὡς ἐκ τῶν συμφερόντων αὑτῶν ἁρμοδίους, ἵνα μᾶς ὑποβάλωσι παρατηρήσεις· ἠργήσαμεν δ’ ἐπὶ πλέον ὀλίγας ἡμέρας, ἵνα συνεννοηθῶμεν μετὰ τῆς ἐν Κερκύρᾳ διευθύνσεως τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης· διότι ναὶ μὲν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἣν συνεκαλέσαμεν πρὸς γνωμοδότησιν, ἦσαν παρόντα ἅπαντα τὰ μέλη τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, τὰ διευθύνοντα τὸ ἐνταῦθα ὑποκατάστημα αὐτῆς, ἀλλ’ ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀνακοινώσωμεν τὸ μέτρον καὶ εἰς τὴν ἐν Κερκύρᾳ διεύθυνσιν καὶ νὰ προσκαλέσωμεν αὐτὴν νὰ στείλῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἓν τῶν μελῶν αὐτῆς, ὅπερ ὅμως ἐκείνη δὲν ἠδυνήθη νὰ πράξῃ. Τὸ μέτρον ἐκακίσθη ὑπὸ τοῦ προαγορεύσαντος καὶ ὑπὸ ἑτέραν ἔποψιν’ εἶπεν, ὅτι ὑπῆρξεν ἀτελές, ὅτι διατιμήσαντες τὰ ξένα ἀργυρᾶ νομίσματα εἰς τρόπον καθιστῶντα τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῶν μὴ ἐπικερδῆ εἰς τοὺς κερδοσκόπους, ἐξῃρέσαμεν τοῦ μέτρου μίαν κατηγορίαν νομισμάτων, ἅτινα, ὠφελούμενα τῆς ἐξαιρέσεως, ἔκαμον ἐπιδρομὴν εἰς τὸν τόπον’ εἶναι δὲ τὰ νομίσματα ταῦτα, τὰ τοῦ γαλλικοῦ συστήματος. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἔχετε συναλλαγάς, πόσην δυσκολίαν ἀπαντᾷ τις πρὸς εὕρεσιν γαλλικῶν νομισμάτων, καὶ ἄπορον μοὶ φαίνεται πῶς εὑρίσκονται οἱ λέγοντες, ὅτι τοιαῦτα νομίσματα εἰσέῤῥευσαν εἰς τὸν τόπον. Ἀλλ’ ἂν συνέβαινεν ἀληθῶς τοιαῦτα νομίσματα νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸν τόπον, βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν ἤθελον διὰ τοῦτο θεωρήσει, ὅτι τὸ μέτρον τῆς κυβερνήσεως ἀπέτυχε, τοὐναντίον ἤθελον θεωρήσει, ὅτι ἐπέτυχε’ διότι τὰ ἀργυρᾶ νομίσματα τοῦ γαλλικοῦ συστήματος διαφέρουσι κατὰ τοῦτο ἀπὸ τῶν ἄλλων ἀργυρῶν νομισμάτων, ἅτινα ὑπετιμήθησαν διὰ τοῦ διατάγματος, ἵνα ἀποκλεισθῶσιν, ὅτι τὰ νομίσματα ταῦτα ἔχουσιν ἀξίαν μόνον ὡς ἄργυρος, τὰ δὲ νομίσματα τὰ γαλλικά, ἐκτὸς τῆς ἀξίας τοῦ ἀργύρου, ἔχουσι καὶ ἀξίαν συνθηματικήν, ἔχουσιν ἀξίαν νόμιμον, ἀξίαν ἀνταλλακτικὴν πρὸς τὸν χρυσὸν ἀναλλοίωτον ἐκ νόμου τῶν ἐπικρατειῶν, αἵτινες παραδέχονται τὸ σύστημα τοῦτο, νόμου ὃν καθιστῶσιν ἀποτελεσματικὸν αἱ περιοριστικαὶ τοῦ ποσοῦ αὐτῶν διατάξεις.
§125ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Εἶναι καὶ τὸ ποσὸν περιωρισμένον.
§126ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐχὶ μόνον ὁ περιορισμὸς τοῦ ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ ποσοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ διατίμησις τοῦ νόμου, συνδυαζόμενα, ἐξασφαλίζουσι τὸ ἀναλλοίωτον τῆς ἀξίας τοῦ γαλλικοῦ ἀργυροῦ νομίσματος. Ἔχω δὲ ἐνταῦθα καὶ τὸ τελευταῖον φύλλον γαλλικῆς ἐφημερίδος, ἐκ τῶν τιμολογίων τῆς ὁποίας καταφαίνεται, ὅτι μεταξὺ τοῦ ἀργυροῦ καὶ τοῦ χρυσοῦ νομίσματος οὐδεμία ὑπάρχει διαφορὰ ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Γαλλίας.
§127ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὴν διαφορὰν πρέπει νὰ ζητήσητε οὐχὶ ἐν Γαλλίᾳ, ἀλλ’ ἐν Ἀγγλίᾳ.
§128ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ αὐτὸ καὶ ἐκεῖ ὑπάρχει. Ὅταν πρόκειται μόνον περὶ Ἑλλάδος, τοιαύτη διάκρισις εἶναι σπουδαία, διότι ἡ ἀγορὰ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἄγνωστος ἀλλαχοῦ καὶ δύνασθε ἐνταῦθα νὰ πράττητε πολλά, ἅτινα οὐδὲν ἔχουσιν ἀποτέλεσμα, οὐδεμίαν ἐπιῤῥοὴν ἀσκοῦσιν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον. Ὅ,τι ὅμως γίνεται εἰς τὰς ἀγορὰς τῶν Παρισίων, τοῦ Λονδίνου, τῆς Τεργέστης, δύνασθε νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι ἀντανακλᾷ πάντοτε εἰς τὰς λοιπὰς ἀγοράς’ ὅ,τι ἐκεῖ συμβαίνει εἶναι νόμος καὶ διὰ τὸν λοιπὸν ἐμπορικὸν κόσμον’ διότι αἱ ἀγοραὶ ἐκεῖναι ἀποτελοῦσιν ἐμπορικὰ κέντρα. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἐμπορικὸν κέντρον’ καὶ αὕτη εἶναι ἡ κυρία ὠφέλεια ἡ ἐκ τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος, ὅτι ἡ Ἑλλάς, ἐφαρμόζουσα αὐτό, ἔχει νομισματικὴν κυκλοφορίαν γνωστὴν εἰς τὰς ἀγορὰς τοῦ κόσμου καὶ τίθεται οὕτως εἰς νομισματικὴν συνάφειαν μετ’ αὐτοῦ. Δύνασθε νὰ ἐκλέξητε τὸ ἄριστον τῶν συστημάτων, ἀλλ’ ἂν ᾖναι σύστημα ἰδιόῤῥυθμον, σύστημα ἀποκλειστικὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα, εἶναι τὸ χείριστον δι’ ἡμᾶς. Ἡ παρατήρησις ἄρα τοῦ προαγορεύσαντος, ὅτι τὸ μέτρον ἡμῶν ὑπῆρξεν ἀτελές, διότι δὲν περιελάμβανε καὶ τὸ νόμισμα τοῦ γαλλικοῦ συστήματος, δὲν εἶναι βάσιμος. Τοὐναντίον, ἂν ἠδύνατο ἡ παράλειψις τῶν νομισμάτων τούτων ἐν τῷ διατάγματι νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοήν, ὅπως εἰσρεύσῃ τὸ γαλλικὸν νόμισμα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὡς εἶπεν ὁ προαγορεύσας, τὸ διάταγμα ἐκεῖνο οὐ μόνον θὰ ἐπετύγχανε τοῦ ἀρχικοῦ αὐτοῦ σκοποῦ, ἀλλὰ θὰ ἀπέφερε καὶ περαιτέρω ὠφελείας εἰς τὸν τόπον. Ἀπηύθυνεν ὁ προαγορεύσας εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς 27 Ἀπριλίου, σχετικῶς πρὸς τὴν πρᾶξιν αὐτῆς ταύτην, καὶ ἑτέραν κατηγορίαν σπουδαιοτέραν, διότι εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἔλαβε πρόνοιαν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ μέτρον εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ζημιώσῃ τοὺς κατέχοντας τοιαῦτα νομίσματα, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἐξέδιδε ταῦτα πρὸς αὐτοὺς ὑπερτιμημένα, ἵνα κατόπιν ὑποστῶσιν αὐτοί, ἀντὶ τοῦ δημοσίου, τὴν ζημίαν τῆς ὑποτιμήσεως. Εὐτυχῶς, κύριοι, δὲν ἔχω ν’ ἀπολογηθῶ ἐπὶ τούτου, διότι ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς στηρίζεται ἡ κατηγορία, δὲν εἶναι πραγματική. Ἀπεναντίας, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἐπὶ τῇ ἐκδόσει τοῦ διατάγματος, ἔλαβε τὸ μέτρον νὰ μὴ ἀποδίδωνται εἰς τὴν κυκλοφορίαν τὰ εἰσερχόμενα εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ κράτους ξένα ἀργυρᾶ νομίσματα, ἐνόσῳ ἦσαν ὑπερτιμημένα, δηλ. μέχρι τῆς 15 Αὐγούστου, διότι, ὡς γνωστόν, ἐδόθη προθεσμία ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου τῆς ὑποτιμήσεως. Ἡ παραδοχὴ τῶν νομισμάτων τούτων ἐπὶ τῇ παλαιᾷ διατιμήσει καὶ ἡ ἀπόδοσις αὐτῶν μετὰ τὴν ὑποτίμησιν ἀπήλλαττε πάσης ζημίας τοὺς ἰδιώτας, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ ζημιώσῃ τὸ δημόσιον, ἂν δὲν ἐλαμβάνετο ἄλλη τις πρόνοια. Τοιαύτην ὅμως σημασίαν ἀπεδίδομεν εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, καὶ εἰς τὰς παρεξηγήσεις, ἃς ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ, ὥστε ἀμέσως ἤλθομεν εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Τραπέζης, καθ’ ἣν ὅλα τὰ παρὰ τοῦ δημοσίου εἰσπραττόμενα ξένα ἀργυρᾶ νομίσματα μέχρι τῆς 15 Αὐγούστου κατετίθεντο παρ’ αὐτῇ παραδιδόμενα εἰς τὸ κεντρικὸν κατάστημα, ἢ εἰς τὰ ὑποκαταστήματα αὐτῆς, ἐντεῦθεν δὲ ἀπεστέλλοντο εἰς τὸ νομισματοκοπεῖον τῆς Γαλλίας, καὶ ἤδη ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ἔλαβεν εἰς ἑλληνικὸν νόμισμα τοῦ νέου συστήματος τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν. Τοῦτ’ αὐτὸ δὲ ἔπραξε καὶ ἡ Τράπεζα, μὴ ἀποδοῦσα εἰς τὴν κυκλοφορίαν πρὸ τῆς 15 Αὐγούστου ξένα ἀργυρᾶ νομίσματα· ἀπήλλαξε δὲ καὶ τὸ δημόσιον πάσης στενοχωρίας ἐκ τοῦ ληφθέντος παρ’ αὐτοῦ μέτρου, χορηγήσασα εἰς αὐτὸ ἀτόκως τὸ ἀντίτιμον τῶν παρ’ αὐτῇ κατατεθέντων καὶ εἰς Γαλλίαν ἀποσταλέντων νομισμάτων ἕως τῆς ἀναχωνεύσεως καὶ τῆς ἐπιστροφῆς αὐτῶν. Ὥστε ἡ ἰδέα, ἐξ ἧς ἀνεχώρησεν ὁ προαγορεύσας, ὅπως ῥίψῃ τοιαύτην μομφὴν καθ’ ἡμῶν, ἦτο ἐσφαλμένη καὶ δὲν ἦτο οὗτος ἐν γνώσει, ὧν ἤδη ἀνέφερον. Ὑφ’ ὅλας λοιπὸν τὰς ἐπόψεις τὸ μέτρον, εἰς ὃ προέβημεν, δικαιολογεῖται, καὶ οὐ μόνον δικαιολογεῖται, ἀλλ’ εἶναι μέτρον, εἰς ὃ ἂν δὲν προέβαινεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, θὰ ἦτο λίαν κατακριτέα, καὶ σήμερον θὰ ἐκαλούμεθα ἴσως νὰ δώσωμεν λόγον ἐνώπιον ὑμῶν, καὶ θὰ εἴχετε δίκαιον ἐκφέροντες καταδικαστικὴν ψῆφον, ἐὰν τοῦτο δὲν εἴχομεν πράξει. Εἶπε προχθὲς ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ βουλευτὴς ἐκ Ναυπακτίας, ὅτι πρόκειται ἤδη περὶ ψήφου συγγνώμης. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Ναυπακτίας ἠξεύρω ὅτι διὰ τούτου δὲν ἐνόει τὸ προσβλητικὸν διὰ τὴν Κυβέρνησιν τῆς 27 Ἀπριλίου. Διὰ τῆς φράσεως ταύτης, ἠθέλησεν ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ μεταφράσῃ τι bill d'indemnité. Ἀληθῶς, τοιαύτην ψῆφον καλεῖσθε νὰ δώσητε. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ἔννοια τῆς φράσεως δὲν εἶναι γνωστὴ εἰς πάντας, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω, ὅτι οὐχὶ συγγνώμης δεόμεθα, οὐδὲ συγγνώμην δεχόμεθα, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἴμεθα ἄξιοι τῶν ἐπαίνων τοῦ κοινοβουλίου ἐπὶ τῷ ληφθέντι μέτρῳ καὶ ἐπὶ τῷ τρόπῳ τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸ κύριον ζήτημα, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ὁ προαγορεύσας σᾶς εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἧς ἕνεκα εἶναι περιττὸν νὰ συζητῶμεν, διότι δὲν δυνάμεθα ν’ ἀνατρέψωμεν ὅ,τι ἀπεφασίσαμεν. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, τῷ ὄντι, πῶς δύναται νὰ προϋπάρχῃ ἐπὶ τοιούτου θέματος ἀπόφασις τῆς Βουλῆς οὐσιαστική· ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἴσως ὑπῆρξε περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως, οὐχὶ δὲ περὶ λύσεως οἱουδήποτε ζητήματος σχετιζομένου πρὸς αὐτήν, διότι ἔπρεπεν ἄλλως νὰ συζητήσωμεν, καὶ ἡμεῖς δὲν συνεζητήσαμεν. Ἀπορῶ δὲ πῶς ἀντιτάσσεται ἡ ἔνστασις πρὸς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἴτε προκειμένου περὶ τῆς προταθείσης τροπολογίας εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, εἴτε προκειμένου περὶ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, δι’ οὗ ὁρίζεται ὁ τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τοῦ 1867, ὅτι ἡ διατύπωσις αὕτη, ἢ ἡ τροπολογία ἐκείνη, ἀντιστρατεύονται πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Εἶπεν ὁ προλαλήσας, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τὴν ἀναβολὴν ἐπ’ ἀορίστῳ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος καὶ δὲν ἠρκέσθη εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ, δι’ οὗ τίθεται ὅρος εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τοῦ 1867, ἐξαρτώμενος ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ εἶπεν ὅτι πρέπει προσέτι νὰ ἐκφρασθῇ ῥητῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἡ ἀναβολὴ γίνεται ἐπ’ ἀορίστῳ. Ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἦτο ἀπόφασις σπουδαιοτέρα τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου τοῦ 1867, διότι, καταργουμένου τοῦ νόμου, θὰ ἠδύνατο ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὁπόταν ἤθελε, νὰ προβῇ πάλιν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἀντικειμένου, καὶ νὰ λύσῃ αὐτὸ συμφώνως πρὸς τὰς βάσεις τοῦ νόμου ἐκείνου, ἢ ἄλλως· ἐνῷ, ὅπως ἐκτίθενται ἤδη τὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, αὕτη δὲν ἀφορᾷ εἰς ἀναστολὴν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τοῦ 1867, ἀλλ’ εἰς περιορισμὸν τοῦ δικαιώματος τῆς Βουλῆς τοῦ νὰ ἐπιληφθῇ προσεχῶς τοῦ ζητήματος τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Τοιαύτην ἔννοιαν δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἀπόφασις, ἥτις δὲν προέκυψεν ὡς συμπέρασμα ἐκ σπουδαίας ἐπὶ τούτῳ συζητήσεως. Ἡ συζήτησις τοῦ ἀντικειμένου τούτου εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων, εἰς ἃς δύναται νὰ προβῇ ἡ Βουλή, καὶ βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς αὐτὴν δεσμευμένη ὡς πρὸς τὴν λύσιν ἐξ ἀποφάσεως ληφθείσης ἀσυζητητεὶ περὶ αὐτῆς· ᾐσθάνθη τοῦτο καὶ ὁ προαγορεύσας, δι’ ὃ καὶ αὐτὸς ἀμέσως προέβη εἰς ἀνάπτυξιν ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἥτις θὰ ἦτο ἄσκοπος, ἂν τὸ ζήτημα ἦτο λελυμένον. Ἐστηρίχθη δὲ εἰς ἕνα κύριον λόγον πρὸς καταδίκην τοῦ συστήματος τοῦ νόμου τοῦ 1867. Εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος παρεδέχθη τὸ σύστημα τὸ νομισματικὸν τὸ ὑπὸ τῶν 4 Δυνάμεων διὰ συμβάσεως καθιερωθὲν καὶ ὅτι τὸ σύστημα ἐκεῖνο στηριζόμενον ἐπὶ διπλῆς νομισματικῆς βάσεως κατεδικάσθη ἤδη ὑφ’ ὅλων τῶν ἐπιστημόνων. Καὶ πρῶτον, κύριοι, ὡς πρὸς τοῦτο νομίζω, ὅτι πλανᾶται ὁ προαγορεύσας. Τὸ σύστημα ἐκεῖνο δὲν στηρίζεται ἤδη πράγματι ἐπὶ διπλῆς νομισματικῆς βάσεως. Εἶναι ἀληθές, ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐψηφίζετο ὁ νόμος τοῦ 1867, ὑπῆρχε νομισματικὴ σύμβασις μεταξὺ τῶν τεσσάρων Δυνάμεων καὶ εἰς τὴν σύμβασιν ἐκείνην ἀπέβλεπεν ὁ νόμος· ἡ σύμβασις δὲ τῶν τεσσάρων Δυνάμεων ἐστηρίζετο ἐπὶ διπλῆς νομισματικῆς βάσεως· ἀλλά, μετὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, γεγονότα ἐπελθόντα ἀπέδειξαν εἰς τὰς Δυνάμεις ταύτας, ὅτι ἡ διπλῆ νομισματικὴ βάσις, ἐν τῇ ἀπολύτῳ αὐτῆς ἐφαρμογῇ, ἔφερεν εἰς ἄτοπα, καὶ συνέπειαι τούτου ὑπῆρξαν αἱ σύνοδοι αἱ συγκροτηθεῖσαι ἐν Παρισίοις, κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ ἐνεστὼς ἔτος πρὸς διαῤῥύθμισιν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συμβάσεως τοῦ 1865. Αὗται προέβησαν εἰς ἀποφάσεις, αἵτινες μετέβαλον τὸ ἀπεριόριστον τῆς ἀρχῆς, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη ἡ σύμβασις ἐκείνη, τῆς ἀρχῆς τουτέστι τῆς διπλῆς νομισματικῆς βάσεως. Ἀπεφάσισαν αἱ σύνοδοι, ὅτι μόνος ὁ χρυσὸς θὰ ἐκτυποῦται ἀπεριόριστως, ὡς νόμισμα, ὁ ἄργυρος δὲ εἰς ποσὸν ὡρισμένον καὶ ἀναλογοῦν πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς κυκλοφορίας. Ὅταν περιορίσητε τὸ ποσὸν τοῦ ἐκτυπουμένου ἀργύρου, δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἔχετε διπλῆν νομισματικὴν βάσιν. Τὸ ἀργυροῦν νόμισμα, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐλήφθη ἡ τοιαύτη ἀπόφασις, διατηρεῖ τὴν νομισματικὴν αὑτοῦ ἀξίαν ἀνεξαρτήτως τῆς ἀγοραίας, ὅπως τὸ κέρμα· ἔχει ἀξίαν ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ μόνιμον καὶ ἀνωτέραν τῆς ἀγοραίας, διότι αἱ Δυνάμεις, ἀποφασίσασαι διὰ νόμου νὰ τῷ δώσωσι ἀνταλλακτικὴν ἀξίαν πρὸς τὸν χρυσὸν ἐπὶ ὡρισμένῳ τιμήματι, ἐπρονόησαν διὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν νομισματικῶν συνόδων, ὅπως ἡ νόμιμος αὕτη ἀνταλλακτικὴ ἀξία μὴ μεταβάλληται ἐν τῇ ἀγορᾷ. Ὅταν τὸ ποσὸν τοῦ ἀργυροῦ νομίσματος ὑπερβαίνει τὰς ἀνάγκας τῆς κυκλοφορίας, τὸ πλεονάζον ἀργυροῦν νόμισμα διατίθεται ἐν τῇ ἀγορᾷ ὡς ἄργυρος, καὶ ἑπομένως ἡ τιμὴ τοῦ ἀργύρου κανονίζει τὴν τιμὴν τοῦ νομίσματος· ὅταν ὅμως ὑπάρχοντος νόμου κανονίζοντος τὰς σχετικὰς τιμὰς τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, ἐκτυποῦται ἀργυροῦν νόμισμα, οὐχὶ πλειότερον τῶν ἀναγκῶν τῆς κυκλοφορίας, τὴν τιμὴν τοῦ νομίσματος κανονίζει, οὐχὶ ἡ ἀγορὰ, ἀλλ’ ὁ νόμος, διότι ἡ κυκλοφορία ἀποδέχεται ὡς κανόνα τῶν τιμῶν τὸν νόμον τοῦ Κράτους, ἐνῷ αἱ τιμαὶ τῆς ἀγορᾶς τῶν νομισμάτων καὶ τῶν πολυτίμων μετάλλων διέπονται ὑπὸ ἰδίων κανόνων. Κατὰ τὸ σημερινὸν λοιπὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1867, ἐκτυποῦται μόνον τόσος ἄργυρος, ὅσος ἀπαιτεῖται ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ· τὰ δὲ ἀργυρᾶ νομίσματα ἔχουσι τιμὴν ὡρισμένην ἐν τῷ νόμῳ, ἣν ἡ ἀγοραία ἀξία τοῦ ἀργύρου δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ· διότι τὰ νομίσματα ζητούμενα καὶ διατιθέμενα ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ ὡς νομίσματα, καὶ οὐχὶ ὡς ἄργυρος, διατηροῦσι τὴν ἀξίαν αὑτῶν ἀσχέτως πρὸς τὴν ἀγοραίαν τοῦ ἀργύρου ἀξίαν, ὅπως καὶ τὰ κέρματα. Ὁ τοιοῦτος τῶν ἀργυρῶν νομισμάτων κανονισμὸς ἐπῆλθεν ὡς εἶπον, ἐκ τῶν ἀποφάσεων τῶν νομισματικῶν συνόδων, καθ’ ἃς ὁ μὲν χρυσὸς ἐκτυποῦται ἀπεριορίστως, ὁ δὲ ἄργυρος ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀνάγκη ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ, καὶ ἡμεῖς, προσχωρήσαντες εἰς τὴν σύμβασιν, εἰς τὸ αὐτὸ σύστημα ὑπαγόμεθα ἔχον ὡς βάσιν τὰς ἀνάγκας τῆς κυκλοφορίας ἀποδεικνυομένας ἐκ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας. Ἡ ἀπόφασις δὲ αὕτη τῶν συνελθουσῶν συνόδων ἀποτελεῖ συμπλήρωμα τῆς συμβάσεως.
§129ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δὲν ἀποτελεῖ μέρος τῆς συμβάσεως.
§130ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν συνεκροτήθη ἐν Παρισίοις ἡ σύνοδος, καὶ ἡμεῖς ἐκεῖ ἀντεπροσωπεύθημεν καὶ ἀπεδέχθημεν ὅσα ἡ σύνοδος ἀπεφάσισεν ὅπως καὶ αἱ λοιπαὶ 4 Δυνάμεις. Περὶ τούτου οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία.
§131ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς κάμνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι εἴπατε ὅτι καὶ ὁ νόμος τοῦ 1867 ἔχει αὐτὴν τὴν ἀρχήν.
§132ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπῆλθον κατόπιν γεγονότα ὡς ἐκ τῶν ὁποίων ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος τοῦ 1867 δὲν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν εἰσαγωγὴν ἐν Ἑλλάδι τοῦ συστήματος τῆς διπλῆς νομισματικῆς βάσεως, ἀλλὰ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐγὼ θεωρῶ ὡς ἔχον σχεδὸν ἑνιαίαν βάσιν.
§133ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ πεντάδραχμον καὶ τὸ πεντάφραγκον δὲν εἶναι κύρια νομίσματα;
§134ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα, εἶναι κύρια, ἀλλὰ....
§135ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι εἶναι δύω μονάδες.
§136ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ..........................
§137ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἰδέα μου εἶναι ἡ ἑξῆς· ὅτι ὁ περιορισμὸς τῆς ἐκτυπώσεως τῶν κυρίων ἀργυρῶν νομισμάτων ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα ν’ ἀφομοιῇ αὐτὰ κατὰ πολὺ πρὸς τὰ κέρματα· δὲν τὰ καθιστᾷ ἀπολύτως κέρματα, διότι ἡ τῶν κερμάτων νόμιμος κυκλοφορία εἶναι περιωρισμένη, ἐνῷ ἡ τῶν κυρίων ἀργυρῶν νομισμάτων εἶναι ἀπεριόριστος· ἀλλὰ μετὰ τὸν περιορισμὸν τῆς ἐκτυπώσεως, τὸ ἀργυροῦν νόμισμα κυκλοφορεῖ, οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰδίας αὑτοῦ ἐσωτερικῆς ἀξίας, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ σχετικῇ πρὸς τὸν χρυσὸν ἀξίᾳ, ἣν ἀποκτᾷ ἐκ τοῦ νόμου. Ἀφοῦ δὲ ἡ ἀξία αὐτοῦ δὲν εἶναι ἀξία ἰδία, ἀλλ’ ἀξία ἐκ τοῦ νόμου, καθίσταται τὸ κύριον ἀργυροῦν νόμισμα, ὡς πρὸς τὴν ἀξίαν αὐτοῦ, οἱονεὶ κέρμα. Ἀνέπτυξα καὶ πρὸ ὀλίγου, ὅτι μόνον ὅταν ἀφίεται ἀπεριόριστος ἡ ἐκτύπωσις τοῦ κυρίου νομίσματος, δύναται τοῦτο νὰ θεωρηθῇ οὐσιαστικῶς κύριον νόμισμα· εἶναι δὲ ὀνόματι μόνον κύριον τὸ νόμισμα, οὗτινος ἡ νόμιμος τιμὴ διατηρεῖται διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν ἀναγκῶν τῆς κυκλοφορίας ἐμφαινομένης ὑπὸ τοῦ πληθυσμοῦ. Ὡς πρὸς τὰς συνεπείας λοιπὸν τὰς ἐπιζημίους τῆς διπλῆς βάσεως, λέγω, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν νομισματικῶν ἐν Παρισίοις συνεδρίων ἔσχον τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ματαιώσωσι τὰς συνεπείας ταύτας, διότι μετὰ τὰς ἀποφάσεις τῶν συνεδρίων ἡ διπλῆ νομισματικὴ βάσις ὑφίσταται μόνον ἐν τῷ γράμματι καὶ οὐχὶ ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ συστήματος. Μετὰ τοὺς τεθέντας περιορισμοὺς, ὁ ἄργυρος ἐκτυπούμενος εἰς νόμισμα τοῦ γαλλικοῦ συστήματος δὲν εὑρίσκεται εἰς ὑποτίμησιν. Τὸ ἐλάττωμα τῆς ἀρχῆς τῆς διπλῆς νομισματικῆς βάσεως εἶναι ὅτι ἡ ἑτέρα τῶν βάσεων ἐνδέχεται νὰ διατελῇ εἰς ὑποτίμησιν σχετικῶς πρὸς τὴν ἄλλην, ἀλλὰ τὸ ἐλάττωμα τοῦτο δὲν ὑφίσταται ἐν τῷ γαλλικῷ νομισματικῷ συστήματι, ὡς νῦν ἔχει. Τὸ γαλλικὸν ἀργυροῦν νόμισμα δὲν ἐπηρεάζεται ὑπὸ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ ἀργύρου καὶ διὰ τοῦτο συμβαίνει τὸ φαινόμενον, ὅπερ σᾶς ἀνέφερεν ὁ βουλευτὴς ἐκ Μέσης. Τὸ Θηρεσιανὸν τάλληρον, καίτοι περιέχει περισσότερον ἄργυρον τοῦ γαλλικοῦ, ἔχει ἴσην ἢ ἐλάσσονα ἀξίαν, τοῦτο δὲ συμβαίνει, διότι τὸ τάλληρον τὸ γαλλικὸν ἔχει πλὴν τῆς ἀξίας τοῦ ἐν αὐτῷ ἀργύρου, ἀξίαν νομίσματος, καὶ ἡ τελευταία αὕτη ἀξία κανονίζει τὴν τιμὴν αὐτοῦ σχετικῶς πρὸς τὸν χρυσὸν, καίτοι ὀνομάζεται κύριον νόμισμα. Οὐδὲ εἶναι ἀληθὲς τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ προλαλήσαντος, ὅτι τὸ γαλλικὸν σύστημα κατεδικάσθη παρ’ ὅλων τῶν ἐπικρατειῶν, καὶ ὅτι ἂν ἡμεῖς σήμερον παραδεχθῶμεν σύστημα γενικῶς ἀποκρουόμενον, ἀποκρουόμενον καὶ ἐν αὐταῖς ταῖς ἐπικρατείαις, αἵτινες διὰ συμβάσεως εἶχον παραδεχθῇ αὐτὸ, βαίνομεν ἄνω ποταμῶν. Τοῦτο, λέγω, δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι ἐκτὸς τῶν τεσσάρων Δυνάμεων, αἵτινες καθιέρωσαν τὸ σύστημα, ἔχομεν τὴν Ἱσπανίαν προσχωροῦσαν εἰς τὴν σύμβασιν, ἔχομεν τὴν Ῥωμανίαν ἐπίσης προσχωροῦσαν, ἔχομεν τὴν Ῥωσσίαν καὶ Αὐστρίαν παραδεχομένας τὴν διπλῆν βάσιν καὶ τὴν Αὐστρίαν ἐρχομένην εἰς προκαταρκτικὰς συνεννοήσεις περὶ ἀποδοχῆς τοῦ συστήματος καὶ οὕτω κανονίσασαν τὸ νομισματικὸν αὑτῆς σύστημα, ὥστε καίτοι δὲν ἀνέλαβεν ὁριστικὴν ὑποχρέωσιν, ἔχει νόμισμα ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὸ τοῦ γαλλικοῦ συστήματος. Ὥστε, παραδεχομένη ἡ Ἑλλὰς τὸ σύστημα τοῦτο, παραδέχεται σύστημα καθιερωμένον ἐν Γαλλίᾳ, Ἰταλίᾳ, Βελγίῳ, Ἑλβετίᾳ, Ἱσπανίᾳ, Ῥωμανίᾳ, ἀνεγνωρισμένον δὲ ἐν Αὐστρίᾳ καὶ σύμφωνον πρὸς τὰς ἐν Ῥωσσίᾳ ἐπικρατούσας ἰδέας. Ἀλλὰ πρὸς τί αἱ ἀπαριθμήσεις αὗται; Ἀρκεῖ εἰς ἓν ἐκ τῶν μεγάλων ἐμπορικῶν κέντρων, τῶν Παρισίων, τοῦ Λονδίνου, τῆς Φραγκφούρτης, νὰ ὦσι δεκτὰ τὰ νομίσματα ἡμῶν. Ὅ,τι πρέπει νὰ λείψῃ εἶναι τὸ νομισματικὸν σύστημα τοῦ 1833, τὸ ὁποῖον διαχωρίζει τὴν Ἑλλάδα διὰ σινικοῦ τείχους ἀπὸ τῶν νομισματικῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης Ἂς παραδεχθῶμεν ἓν οἱονδήποτε σύστημα γνωστὸν ἐν Εὐρώπῃ, ἀρκεῖ μόνον ν’ ἀποσκορακίσωμεν τὸ ὑπάρχον. Ὁ προλαλήσας εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταβάλωμεν νομισματικὸν σύστημα, δὲν πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὸ Γαλλικὸν, διότι κατ’ αὐτὸν ἔχει τοῦτο διπλῆν βάσιν· ἀλλὰ καὶ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ παρ’ ἡμῖν ἀπὸ τοῦ 1833, ἔχει διπλῆν βάσιν, ἀναβάλλοντες δ’ ἐπ’ ἀόριστον τὴν μεταβολὴν μένομεν ἀναντιῤῥήτως ὑπὸ τὸ κράτος συστήματος καταδικασθέντος ὑπ’ αὐτοῦ, συστήματος ὅλως ἀπεριορίστου διπλῆς βάσεως. Χάριν δὲ τῆς διατηρήσεως τοιούτου συστήματος ἀποκρούει σύστημα, καθ’ ὃ ἡ διπλῆ βάσις ὑφίσταται μόνον κατ’ ὄνομα, μετὰ τὰς ἀποφάσεις τῶν συνόδων τοῦ 1874 καὶ τοῦ 1875. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἀφοῦ ἀποφασίζομεν νὰ ἐξέλθωμεν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, τοῦ σφόδρα αὐτοχθονικοῦ, τοῦ 1833, νὰ μὴ παραδεχθῶμεν τὸ γαλλικὸν σύστημα, ὅπερ ἤδη καὶ διὰ διεθνοῦς πράξεως καὶ δι’ ἐγχωρίου νόμου ἐπράξαμεν, ἐφηρμόσαμεν δὲ ἐν μέρει καὶ δι’ ἐκτυπώσεως νομίσματος, ἀλλὰ τὸ κατ’ ἐμὲ εἶμαι πρόθυμος ἵνα ἀπαλλαγῶμεν τὸ ταχύτερον τῆς παλαιᾶς δραχμῆς, νὰ παραδεχθῶ οἱονδήποτε σύστημα μᾶς προτείνετε καὶ τὸ ὁποῖον πιθανὸν νὰ γείνῃ δεκτὸν, ἀρκεῖ νὰ ᾖναι ἀνεγνωρισμένον ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐρώπης. Δυστυχῶς δὲν προέρχονται αἱ ἐναντιότητες εἰς τὴν μεταβολὴν ἐκ τῆς ἀκαταλλήλου δῆθεν ἐκλογῆς τοῦ γαλλικοῦ συστήματος, προέρχονται ἐκ τῆς προσκολλήσεως τοῦ τόπου εἰς τὴν παλαιὰν δραχμὴν, διότι ἐπικρατεῖ γνώμη ὅτι, καταργουμένης αὐτῆς, θέλει ἐπέλθει ὑπερτίμησις ἐν τῇ ἀγορᾷ, ἥτις θὰ ἔχῃ συνεπείας καταστρεπτικὰς διὰ τὰ ἄτομα καὶ διὰ τὸν τόπον. Ἐὰν δὲν ὑφίσταντο τοιαῦται προλήψεις καὶ ἐπρόκειτο ἤδη νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ ὑπάρχον καταστρεπτικὸν σύστημα, νομίζω ὅτι καὶ ἀσχέτως πρὸς τὰς ὑφισταμένας διεθνεῖς ἡμῶν ὑποχρεώσεις καὶ πρὸς τὴν γενομένην ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ γαλλικοῦ συστήματος, πάλιν τὸ σύστημα τοῦτο ἔπρεπε νὰ προτιμήσωμεν, διότι καί τοι τὰ συγκροτηθέντα, μετὰ τὸ 1865, περὶ νομισματικῶν συνέδρια, δὲν ἀπέληξαν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τοῦ συστήματος τούτου ὡς γενικοῦ διὰ τὴν Εὐρώπην, ἐάν ὅμως παραβάλωμεν τὰ συστήματα τῶν ἄλλων ἐπικρατειῶν πρὸς τὸ γαλλικὸν, πειθόμεθα ὅτι τοῦτο ἔχει περισσοτέραν πιθανότητα νὰ καταστῇ γενικὸν νόμισμα τῆς Εὐρώπης, εἴτε ὡς ἐκ τῆς ἐκλογῆς τῆς μονάδος, οὐχὶ τῆς διπλῆς βάσεως, ἀλλὰ τοῦ φράγκου, εἴτε ὡς ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐπικρατειῶν, αἵτινες σήμερον παραδέχονται αὐτὸ, εἴτε ἕνεκα ἄλλων ἱστορικῶν λόγων, τὸ γαλλικὸν νόμισμα, φαίνεται τὸ καταλληλότερον πρὸς ἐφαρμογὴν εἰς ἄλλα Κράτη, ἰδίως δὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπου ὁλόκληρον σχεδὸν τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν καὶ τὸ σύστημα τῶν μέτρων καὶ τῶν σταθμῶν παρελάβομεν παρὰ τῆς Γαλλίας. Θὰ προέλθῃ δὲ ἀνωμαλία παρ’ ἡμῖν, ἂν παραδεχθῶμεν ἄλλο νομισματικὸν σύστημα, διότι στενῶς συνδέεται ἡ νομισματικὴ μονὰς πρὸς τὸ σύστημα τῶν μέτρων καὶ τῶν σταθμῶν. Ἡ ἀφετηρία ὡς πρὸς τὰ νομίσματα, τὰ μέτρα καὶ τὰ σταθμὰ τοῦ γαλλικοῦ συστήματος εἶναι ἡ αὐτή.
§138Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡμεῖς τὴν ὀκᾶ καὶ τὸν πῆχυν τὰ ἔχομεν αἰωνίως καὶ δὲν ἐμποροῦμεν νὰ τὰ ἀποβάλωμεν.
§139ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν ὡς ἐπίσημα μέτρα καὶ σταθμὰ τὰ γαλλικὰ, ἅτινα συνδέονται μὲ τὸ σύστημα τὸ νομισματικόν. Τὸ ζήτημα λοιπὸν, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἂν θὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν παλαιὰν δραχμήν. Ὅταν ἀποφασίσωμεν νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν παλαιὰν δραχμὴν, νομίζω, ὅτι ἀφεύκτως θέλομεν φθάσει εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ γαλλικοῦ νομισματικοῦ συστήματος· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν φθάσωμεν εἰς αὐτὴν καὶ προτιμήσωμεν ἕτερον σύστημα, ἡ ἐκ τῆς κακῆς ἐκλογῆς διαφορὰ θὰ ᾖναι μικρὰ, ἐν ᾧ ἡ ζημία ἐκ τῆς προσκολλήσεως εἰς τὴν παλαιὰν δραχμὴν εἶναι ζημία ἑκατομμυρίων. Δὲν φρονῶ, ὅτι δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ὀρθὰ τὰ λεχθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ κατάργησις τῆς παλαιᾶς δραχμῆς καὶ ἡ ἀντικατάστασις αὐτῆς διὰ τῆς νέας θέλει φέρει μεταβολὴν εἰς τὰς τιμάς. Νομίζω, ὅτι αἱ τιμαὶ προσδιορίζονται ὑπὸ ἄλλων λόγων· ὅτι οἱ νόμοι οἱ κανονίζοντες τὰς τιμὰς εἶναι ἡ προσφορὰ καὶ ἡ ζήτησις καὶ ὅτι ὁ ἀνώτατος νόμος, ὅστις εἶναι ὁ αὐτὸς εἰς τὰ μεγάλα καὶ μικρὰ κράτη, εἶναι ὁ νόμος τοῦ συναγωνισμοῦ. Ὅταν μοὶ ἀποδείξητε, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχει συναγωνισμὸς, τότε δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ἐκτὸς τῆς ἐπιῤῥοῆς τοῦ ἐμπορικοῦ τούτου νόμου, καὶ ὅτι ἡ μονὰς τοῦ νομίσματος δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν εἰς τὰς τιμάς· ἀλλ’ ὅταν ᾖναι βεβαιωμένον, ὅτι καὶ εἰς τὸ ἐλάχιστον χωρίον τῆς Ἑλλάδος εἰσχωρεῖ ὁ συναγωνισμός, ὅτι ἐνταῦθα, ἐὰν σφάλλωμεν κατά τι ὡς πρὸς τοῦτο, σφάλλομεν ἕνεκα ὑπερβάλλοντος συναγωνισμοῦ, ἐὰν ᾖναι βεβαιωμένον τοῦτο, πῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἄλλος παρὰ τὸν ἁπανταχοῦ ἰσχύοντα κανόνα ἰσχύει ἐνταῦθα; Ἀλλὰ ἐὰν ᾖναι ἀληθές, ὡς εἶπεν ὁ προαγορεύσας, ὅτι μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος ἡ ἐργατικὴ τάξις θ’ ἀπολαμβάνῃ περισσότερα, ποῖα ἔσονται τὰ ἀποτελέσματα; Ὁ ἐργάτης, εἶπεν ὁ προλαλήσας, θ’ ἀπολαμβάνῃ ἡμερομίσθιον μεγαλείτερον· ἀλλὰ καὶ θὰ δαπανᾷ πλειότερον, ἑπομένως αὐτὸς δὲν ὠφελεῖται ἐκ τοῦ ἀνωτέρου ἡμερομισθίου, ζημιοῦται δὲ ἡ παραγωγή, διότι τὰ ἔξοδα αὐτῆς, ἡ ἐργασία, εἶναι ἀκριβωτέρα. Ἀλλὰ τί μᾶς εἶπε κατόπιν ὁ προλαλήσας; ὅτι τὰ εἰσαγόμενα δὲν θὰ μεταβάλωσι τιμήν.
§140ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ ἐξαγόμενα εἶπον.
§141ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εἴπατε τὸ αὐτὸ καὶ περὶ τῶν εἰσαγομένων, διότι ἂν ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν ἡ νέα μονὰς ὡς πρὸς ταῦτα, θὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν καὶ ὡς πρὸς ἐκεῖνα. Ἡ ξένη ἀγορά, ἥτις ἕνεκα τῆς μεταβολῆς τῆς ἡμετέρας μονάδος δὲν μεταβάλλει τὰς τιμάς, θὰ στέλλῃ τὸν σῖτον, τὸν καφέ, τὴν ζάκχαριν· ὁ ἐργάτης ἄρα θὰ τρέφεται εὐθηνότερα καὶ θὰ ἀπολαμβάνῃ περισσότερα· ἑπομένως ὡς ἐκ τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος θὰ πλουτήσῃ ὁ ἐργάτης. Θὰ πλουτήσῃ, ἐὰν ἀληθεύωσιν αἱ θεωρεῖαι, τὰς ὁποίας ἠκούσατε ἀναπτυσσομένας πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς μεταβολῆς· ἀλλ’ ὡς εἶπον, δὲν παραδέχομαι, ὅτι αἱ θεωρεῖαι αὗται εἶναι ἀληθεῖς· ἑπομένως καὶ αἱ συνέπειαι δὲν εἶναι ἀληθεῖς. Καὶ μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νέου συστήματος ὁ ἐργάτης θὰ ἀπολαμβάνῃ καὶ θὰ δαπανᾷ τὰ αὐτά, ἅπερ καὶ πρότερον. Πάντα ταῦτα φρονῶ, ὅτι ἔπρεπε νὰ λεχθῶσιν, ἀφοῦ προεκλήθη τοιαύτη συζήτησις, ἀλλ’ εἶναι ἄσχετα πρὸς τὸ θέμα τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Δὲν λέγω, ὅτι εἶναι ἀνωφελὴς ἡ συζήτησις, λέγω μόνον ὅτι εἶναι ἄσχετος πρὸς τὴν τροπολογίαν, περὶ ἧς πρόκειται.
§142ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν εἶναι ἄσχετος, διότι προδικάζομεν σήμερον τὸ ζήτημα.
§143ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἄσχετος. Ἐὰν διὰ τῆς τροπολογίας προετείνετο ἡ κατάργησις τῆς παλαιᾶς δραχμῆς, βεβαίως θὰ ἐσχετίζετο πρὸς τὴν τροπολογίαν ἡ γενομένη συζήτησις· ἀλλ’ ἡ τροπολογία προϋποθέτει τὴν διατήρησιν τῆς παλαιᾶς δραχμῆς, χάριν τῶν φρονούντων, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς καταργήσεως αὐτῆς βλάβη, εἴτε διότι αἱ ἐργατικαὶ τάξεις θὰ ἀπολαμβάνωσι μεγαλείτερα κέρδη, εἴτε δι’ ἄλλον λόγον. Ψηφίζοντες τὴν τροπολογίαν, δὲν μεταβάλλετε τὴν νόμιμον μονάδα· διατηρεῖτε ἐν πλήρει ἐφαρμογῇ τὴν παλαιὰν δραχμήν, διατηρεῖτε ἐν μέρει καὶ τὴν ὑπάρχουσαν διατίμησιν τῶν ξένων νομισμάτων· νεωτερίζετε μόνον κατὰ τοῦτο, ὅτι τὴν προσωρινὴν περὶ κυκλοφορίας ξένων ἀργυρῶν νομισμάτων διάταξιν τοῦ 1833 μεταβάλλετε διὰ περιορισμοῦ εἰς ἀποτροπὴν τῶν ζημιῶν, ἃς ἐξ αὐτῆς ὑφίσταται ὁ τόπος. Διατηροῦντες ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ πολλὰ ξένα νομίσματα, προκαλοῦμεν ζημίας ἐν ταῖς συναλλαγαῖς, ἃς δὲν ἀντισηκόνουσιν ἀντίστοιχοι ὠφέλειαι, καὶ πληρώνομεν φόρον εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Διὰ τῆς τροπολογίας διορθοῦνται τὰ κακὰ ταῦτα, περιοριζομένης ἀπὸ τοῦ 1877 τῆς κυκλοφορίας τῶν ξένων ἀργυρῶν νομισμάτων εἰς μόνα τὰ νομίσματα τοῦ Γαλλικοῦ συστήματος.
§144ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά· αὔριον, αὔριον.
§145ΕΤΕΡΟΙ. Αὔριον θὰ ἔχωμεν Βουλήν;
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἔχωμεν.
§147ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 15/60.