1875.12.10
1,509 rows · 12,567 words · 124 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 60
Τῆς 10 Δεκεμβρίου 1875
(Τετάρτη).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς χθὲς δὲν ἐγένετο συνεδρίασις, ὅπως ἐργασθῇ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἑτοιμάσῃ τὴν ἔκθεσίν της· παρακαλεῖται νὰ τὴν καταθέσῃ.
§2ΜΑΝΕΤΑΣ. Ἡ ἔκθεσις εἶναι ἑτοίμη (διάλογοι).
§3ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τί γίνεται ἡ ἔκθεσις τοῦ κατηγορητηρίου;
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τυποῦται.
§5ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, πρότασιν Νόμου δι’ ἧς τροποποιοῦνται αἱ διατάξεις τῶν ΧΝΒʹ. καὶ ΡΛΘʹ. νόμων περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων.
§6ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν προχθὲς ν’ ἀποσταλῇ μία ἀναφορὰ ἀδικηθέντων τινῶν ἀνθυπασπιστῶν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὅπως ἀποδοθῇ εἰς αὐτοὺς δικαιοσύνη (διάλογοι).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι σύμφωνος ἡ Βουλὴ ν’ ἀποσταλῇ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν;
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§9ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Μία τάξις ἀνθρώπων, ἡ ὁποία συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ Ἑλλην. Κράτους, ἡ τάξις τῶν λειψάνων τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, ἀποθνήσκει τῆς πείνης· εἶναι δίκαιον ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ ἀποφασίσῃ τι περὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἐκ Παρνασσίδος βουλευτὴς κ. Καραλίβανος. Εἰς τὴν πρότασίν του αὐτὴν ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν: «Οἱ Φαλαγγῖται προβιβάζονται, ἅμα χηρεύσῃ θέσις, κατ’ ἀρχαιότητα εἰς πάντα βαθμὸν μέχρι τοῦ Ὑποστρατήγου, καταργουμένου τοῦ χρόνου τοῦ ὁριζομένου διὰ τοῦ τροπολογουμένου ἄρθρου.»
§10ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ καὶ διὰ τοὺς ναυτικούς.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτροπὴ ἀντιπροσώπων τῶν κατόχων μετοχῶν τοῦ Λαυρίου προσῆλθεν εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ ἐνώπιον πολλῶν βουλευτῶν παρεκάλεσεν ὥστε ν’ ἀνακοινωθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ παράκλησις ὅπως μίαν ὥραν ταχύτερον δοθῇ πέρας εἰς τὴν σύμβασιν περὶ Λαυρίου.
§12ΖΩΧΙΟΣ. Εἴχομεν ἕνα θησαυρὸν θαυμαστόν, ἀλλ’ αὐτὸς ἀπεδείχθη σωρὸς φρυγάνων (θόρυβος). Ἐγένετο πρότασις εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1873 περὶ φορολογίας 44%, μετὰ δὲ ταῦτα ἐψηφίσθη φορολογία πρὸς 53%, ἥτις δὲ καὶ ἐκυρώθη. Κατόπιν ἦλθεν ἄλλη Βουλὴ, ἡ ὁποία κατεβίβασε τὸν φόρον καὶ δὲν ἠξεύρω πόσον ποσόν.
§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μετεβλήθη, σύμβασις ἐγένετο.
§14ΖΩΧΙΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, νομίζω, ὅτι μέγα ζήτημα ἐγένετο τὸ περὶ δαπανῶν τῆς παραγωγῆς, καὶ ἄλλοι μὲν ἦσαν ὑπὲρ, ἄλλοι δὲ κατά. Ἐγὼ συνεφώνησα μετά τινων ἐντίμων μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ παραδέχθημεν νὰ μὴ ἐξετάζωμεν ποῖον θὰ ἦναι τὸ καθαρὸν καὶ ποῖον τὸ ἀκάθαρτον εἰσόδημα τῆς ἑταιρίας, πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ ὁποίου ἀπαιτοῦνται ἐπιστάται πολλοὶ καὶ τίμιοι, ἀλλὰ ἐγνωμοδοτήσαμεν ἡ ἑταιρία νὰ δίδῃ τόσον κατὰ τόνον (θόρυβος). Περὶ τοῦ ποσοῦ δυνάμεθα νὰ συμφωνήσωμεν.
§15ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρατηρῶ, ὅτι ἡ διαλυθεῖσα Βουλὴ εἶχεν ἐλαττώσει τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου ἀπὸ 53% εἰς 10%, παραδεχθεῖσα τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις εἶχε συνάψει. Καλεῖται ἤδη ἡ σημερινὴ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ τὴν σύμβασιν ἐκείνην ἀπαραλλάκτως ὅπως ἐγένετο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ ὅπως ἐπεψηφίσθη· δὲν νομίζετε, ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ γεννηθῇ εἰς τὸ κοινοβούλιον ἀπορία περὶ τῆς ἀποτόμου αὐτῆς μεταβολῆς, καὶ ὅτι ἡ ἀπορία πρέπει νὰ διαλυθῇ μετὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων; Ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἐξιστορίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μετὰ τὴν σύμβασιν ἐκείνην καὶ ἐπειδὴ ἀποδέχεται τὰς συμβάσεις καὶ εἰσάγει αὐτάς, ἔπρεπε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν μεταβολὴν, ἡ ὁποία ἐλαττώνει τὸν τότε θεωρηθέντα δίκαιον φόρον 53%, εἰς φόρον 10%. Δὲν νομίζετε, ὅτι θὰ κατακριθῶμεν, ἂν θελήσωμεν τὴν μεταβολὴν αὐτὴν ἐπὶ ἔλαττον ἀνεξετάστως νὰ παραδεχθῶμεν χωρὶς νὰ ἐρευνήσωμεν τὰ αἴτια ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ μεταβολὴ ἐκείνη ἐγένετο; Δὲν φρονεῖτε πρὸ πάντων, ὅτι ἡμεῖς οἱ ἴδιοι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μετανοήσωμεν διὰ τὴν πρᾶξιν, ἂν τυχὸν ἐν τῷ μέλλοντι ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ πρᾶξίς μας αὐτὴ δὲν ὑπῆρξε σπουδαία; Τοῦτο δὲ τὸ τελευταῖον εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὸν λόγον, ὅτι μέχρι σήμερον ἀκόμη ἀπόπειρα πρὸς ἐκκαμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων δὲν ἐγένετο· ὅλα δὲ τὰ ἀποτελέσματα τῶν μέχρι τοῦδε ἐργασιῶν τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου προέρχονται ἄνευ ἐκκαμινεύσεως τῶν ἐκβολάδων. Γνωρίζετε πάντες, ὅτι ἡ ἐκκαμίνευσις τῶν ἐκβολάδων εἶναι ἔργον τεχνικὸν καὶ ἔχει χαρακτῆρα ἰδιαίτερον καὶ ἐξαιρετικὸν, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπαντᾶται εἰς τὴν ἐκκαμίνευσιν τῶν ἄλλων μετάλλων. Ἀλλὰ σᾶς παρατηρῶ, ὅτι διὰ νὰ ἔχετε τεχνικὴν ἐκκαμίνευσιν τῶν ἐκβολάδων, ἀπαιτοῦνται μηχαναὶ, ἀπαιτοῦνται τρόποι προπαρασκευῆς, περὶ ἀμφοτέρων δὲ ἡ ἑταιρία ἀμφιβάλλει εἰσέτι· οὔτε περὶ τοῦ συστήματος, οὔτε περὶ τῶν μηχανῶν εἶχεν ἢ ἔχει ἀκριβῆ γνῶσιν· ἔκαμε πολλὰς ἐπιστημονικὰς ἐρεύνας, ἔκαμε δοκιμὰς, ἀλλ’ ἀκόμη δὲν ἔφθασεν εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα, καταγινομένη ἀκόμη νὰ εὕρῃ τὰ προσφορώτερα. Ἀπεναντίας ἡμεῖς ἐρχόμεθα καὶ λέγομεν, ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα δικαιολογοῦν τὸν ὑποβιβασμὸν τοῦ δικαιώματος τοῦ δημοσίου ἀπὸ 53 καὶ 10%. Αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ δὲν ὑπάρχει, φρονῶ, εἰς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς νὰ τὸ πράξῃ. Βεβαίως ἡ Βουλὴ, οὔτε κατὰ τὸ 1873 ἠθέλησε, οὔτε τώρα θέλει ἐπιθυμήσει νὰ κερδοσκοπήσῃ τὸ Κράτος μὲ τὴν ζημίαν τοῦ ἰδιώτου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν ἐμποδίζει, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἐκφέρῃ τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασίν της, προτοῦ εὑρεθῇ ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων, διότι τότε μόνον θὰ δυνηθῇ νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ τε δημοσίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν. Ὑποθέσατε, ὅτι αὔριον εἴτε τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. Νέγρης ἐξ Εὐρώπης ἐσχάτως, εἴτε ἕτερον σύστημα ἤθελε τακτοποιήσει τὴν ἐπιχείρησιν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ δύναται τὸ δημόσιον δικαίως νὰ λάβῃ 20, 25, ἢ 30% ἀντὶ τοῦ 10%. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ ἰδία ἑταιρία δὲν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔφθασαν εἰς ἓν τέλος αἱ δοκιμαὶ αὑτῆς, δὲν σᾶς φαίνεται ὅτι ἡμεῖς ἀποφασίζοντες ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως θὰ πράξωμεν ἀτόπως; Οἱ κύριοι ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν εἰσαγαγόντες τὴν σύμβασιν ἄνευ ἐκθέσεως ἐγγράφου, οὔτε κἂν ἐξηγήσεων προφορικῶν περὶ τῶν αἰτίων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐγένετο ἡ νέα αὕτη σύμβασις καὶ τῶν λόγων διὰ τοὺς ὁποίους συνιστῶσιν ἢ δὲν συνιστῶσιν αὐτὴν, διότι οὔτε περὶ τούτου ἐξεφράσθησαν, κατέστησαν ἡμᾶς εἰς ἄπορον θέσιν. Τίς ἐξ ὑμῶν γνωρίζει τί γίνεται εἰς τὰ Μεταλλουργεῖα τοῦ Λαυρίου; Τίς ἠξεύρει εἰς πόσον ἀναβιβάζονται αἱ ζημίαι τῆς ἑταιρίας; Τίς γνωρίζει τὰ αἴτια διὰ τὰ ὁποῖα ἐπῆλθεν ἡ ζημία; Τίς ἠξεύρει ὅτι τῷ ὄντι ἡ ἐπιχείρησις εἶναι ἐπιζήμιος καὶ ἐξ αἰτίας τῆς ἐπιστήμης, καὶ ἐξ αἰτίας τῆς πείρας; κανείς. Πῶς λοιπὸν ἠμποροῦμεν νὰ ἐξομοιώσωμεν ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τὴν ἐπιχείρησιν τῆς ἐκκαμινεύσεως τῶν ἐκβολάδων καὶ σκωριῶν μὲ τὴν ἐπιχείρησιν μεταλλεύσεως ἑτέρων μεταλλείων; διότι καὶ ἐκεῖνα πληρόνουσι 10%. Πρὶν κάμωμεν τὴν ἐξομοίωσιν αὐτὴν, δίκαιον εἶναι νὰ ἐρευνήσωμεν τὰ πράγματα, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ προβῇ εἰς ἀπόφασιν, πρὶν ἢ ζητήσῃ καὶ λάβῃ τὰς δεούσας πληροφορίας.
§16ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἐνέκρινεν ἡ Κυβέρνησις νὰ συνοδεύσῃ τὴν προκειμένην σύμβασιν μὲ ἔκθεσιν ἔγγραφον ἢ προφορικὴν, διότι ἐθεώρησε περιττὸν νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ πραγμάτων καὶ γεγονότων, τὰ ὁποῖα εἶναι πασίγνωστα καὶ διὰ τὰ ὁποῖα καταλαμβανόμεθα ὅλοι ὑπὸ ἀηδίας, ὅταν τὰ ἀναπολῶμεν εἰς τὴν μνήμην μας ἕνεκα τὰς οἰκτρᾶς ἀποτυχίας, τὴν ὁποίαν ἔλαβον. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὁποίας μεγάλας ἐλπίδας εἴχομεν πάντας περὶ τοῦ Λαυρίου, διὰ τοῦτο ὅτε ἐπεψηφίζετο ὁ νόμος τοῦ 1873 οἱ πάντες ἐφιλοτιμούμεθα νὰ κρατήσωμεν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ὅσον ἦτο δυνατὸν περισσότερον μερίδιον ἀπὸ τὰ πλούσια κέρδη, τὰ ὁποῖα ὑπεθέτομεν, ὅτι ἡ ἐπιχείρησις αὐτὴ ἤθελε δώσει, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠρκέσθημεν εἰς τὰ 44%, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἐπρότεινεν, ἀλλὰ νὰ ἀνεβιβάσαμεν εἰς 53%· δὲν εὐχαριστήθημεν δὲ νὰ ἀφήσωμεν ἀπροσδιόριστα τὰ ἔξοδα, ἀλλ’ ἐφροντίσαμεν, ὥστε τὰ περιορίσωμεν καὶ ταῦτα, ἵνα ἔτι μᾶλλον ἐξασφαλίσωμεν τὸ εἰσόδημα τοῦ δημοσίου. Δυστυχῶς τὰ πράγματα ἀπέβησαν ὅλως διόλου ἀντίστροφα εἰς τὰς προσδοκίας μας· ἀφοῦ ἐγένετο ὁ νόμος τοῦ 1873, γνωρίζετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε μέρος λίαν ἐνεργητικὸν εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν διαχείρισιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἐκτὸς τῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἐγκαταστήσει εἰς τὸ Λαύριον, διώρισε συμβούλους παρ’ αὐτῇ τῇ διοικήσει τῆς Ἑταιρίας τοῦ Λαυρίου, οἱ ὁποῖοι ἐλάμβανον μέρος εἰς ὅλα τὰ γενόμενα, οἱ ὁποῖοι εἶχον ψῆφον μετὰ τῶν ἄλλων μελῶν τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου· ἑπομένως δὲν ὑπάρχει κἀνεὶς λόγος ν’ ἀμφιβάλῃ τις, ὅτι ἡ διαχείρισις ἐγένετο ὅσον ἦτο δυνατὸν ἀκριβὴς καὶ τιμία καὶ ὅτι οἱ ἰσολογισμοὶ τοὺς ὁποίους ἡ Ἑταιρία ἐδημοσίευσε παριστῶσι τὸ ἀκριβὲς ἐξαγόμενον τῆς ἐπιχειρήσεως· ἀλλὰ γνωρίζετε, ὅτι οἱ ἰσολογισμοὶ αὐτοὶ παριστῶσι πλῆρες ναυάγιον. Κατ’ αὐτοὺς, ἂν θελήσωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον τοῦ 1873, οὐ μόνον λαμβάνει τὸ δημόσιον ὁλόκληρον τὸ καθαρὸν κέρδος, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιχείρησις παρουσιάζει, ἀλλὰ ἀφαιρεῖ καὶ πλέον τῶν 500,000 ἀπὸ τὰ κεφάλαια τῆς Ἑταιρίας· ἑπομένως, ἂν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένουσα εἰς τὴν σύμβασιν τοῦ 73, εἶναι πρόδηλον ὅτι ἡ ἐπιχείρησις θὰ παύσῃ ἀμέσως, διότι οἱ μέτοχοι βεβαίως δὲν ἤθελον ἀποφασίσει νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἐπιχείρησιν μὲ ζημίαν των, ἐπιχείρησιν τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει ὅλον τὸ καθαρὸν κέρδος καὶ ἓν μέρος τοῦ κεφαλαίου. Ὅταν, κύριοι, ἐγένετο γνωστὴ ἡ κατάστασις αὕτη, ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε σύμβασιν μὲ τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μεταλλουργείων διὰ τῆς ὁποίας ἐδέχθη νὰ ἐλαττωθῇ τὸ 53% εἰς 35%· ἀλλ’ ὅσον τὰ πράγματα προέβαινον τόσον ἀνεκαλύπτετο ἡ κακὴ κατάστασις τῆς Ἑταιρίας καὶ αἱ ζημίαι· διὰ τοῦτο ἡ σύμβασις ἐκείνη τοῦ 35% μετεῤῥυθμίσθη ὑπὸ τῆς διαλυθείσης Βουλῆς καὶ ὑπεβιβάσθη τὸ ποσὸν τοῦ δημοσίου εἰς 10%. Ἀλλὰ ὁ νόμος οὗτος, ὡς παρατύπως ψηφισθεὶς, ἠκυρώθη, καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον νὰ φέρῃ τὴν τελευταίαν σύμβασιν ἵν’ ἀποφανθῆτε Σεῖς. Τώρα ἂν ἐρωτᾶτε τὴν Κυβέρνησιν ποίαν γνώμην ἔχει ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, σᾶς λέγω ὅτι ἐπὶ πολὺ ἀμφεταλαντεύθη. Βλέπω ὅτι ἡ Ἑταιρία, ἡ ὁποία κατέθεσε 14,000,000 φράγκων πραγματικὸν κεφάλαιον, παρουσιάζει ἐτήσιον ἰσολογισμὸν ὁ ὁποῖος χωρὶς νὰ περιλαμβάνῃ τὸ δοτέον εἰς τὸ δημόσιον μέρισμα, δεικνύει κέρδη καθαρὰ ἐκ 560,000 φράγκων, δηλαδὴ 3–4%· ὅταν δὲ μία ἐπιχείρησις παρουσιάζῃ τοιοῦτον ἐξαγόμενον, δὲν ἠξεύρω τῇ ἀληθείᾳ τί δύναται νὰ ζητήσῃ τις παρ’ αὐτῆς. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἔκλινεν νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν σύμβασιν, καθόσον μάλιστα τὸ μερίδιον τοῦ δημοσίου δὲν περιορίζεται εἰς μόνον τὸ 10%, ἀλλὰ κατὰ τὴν σύμβασιν ἀφ’ οὗ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ 10% τότε θὰ λάβουν οἱ μέτοχοι ἐπὶ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα κατέθεσαν, 8% διὰ τόκον καὶ 2% διὰ χρεωλύσιον· ἂν δὲ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τούτων προκύψῃ ὠφέλεια, ἡ ὠφέλεια αὕτη θὰ μοιράζεται ἐξίσου μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τῶν μετόχων· εἰς τοιαύτην περίστασιν δὲν ἐννοῶ ποίαν ζημίαν θέλει ἔχει τὸ δημόσιον. Ἐάν, ὅπως ὅλοι εὐχόμεθα, εὐδοκιμήσῃ ἡ ἐπιχείρησις καὶ παρουσιάσῃ κέρδος καθαρὸν 2 ἢ 3 ἢ 4 ἑκατομμυρίων, ἐκ τῶν 4 π. χ. ἑκατομμυρίων τὸ δημόσιον θέλει λάβει 400,000 διὰ τὸ 10%, μετὰ ταῦτα θὰ λάβωσιν οἱ μέτοχοι 1,400,000 διὰ χρεωλύσιον καὶ τόκον, ἐκ δὲ τῶν ὑπολοίπων 2,200,000 θὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις 1,100,000. Διὰ τοὺς λόγους τούτους δὲν ἔχει δυσκολίαν ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν σύμβασιν, ἀπόκειται δὲ εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ ὅ,τι ἐγκρίνει.
§17ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Κατὰ τὰ 1874 μετὰ τὴν σύμβασιν καὶ μετὰ τὸ πρῶτον μέρισμα ἐγένετο προκήρυξις ὑπογραφεῖσα παρὰ τῶν κυρίων Σερπιέρη, ἂν δὲ ἀπατῶμαι, Τσιγκροῦ καὶ Προβελεγγίου, διὰ τῆς ὁποίας ἔλεγον ῥητῶς πρὸς τοὺς μετόχους «μὴν ἀδημονεῖτε, ἐὰν ἐφέτος ἐλάβατε 8% εἰς τὰ χρήματά σας, τάχιστα θὰ λάβετε 12%». Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν ἂν προσεκάλεσεν αὐτοὺς τοὺς κυρίους καὶ ἂν τοὺς ἠρώτησεν, ποῦ βιαζόμενοι ἔκαμαν τοιαύτην προκήρυξιν.
§18Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ κύριος ὑπουργὸς εἶπε μίαν φράσιν, ἡ ὁποία μοῦ ἔκαμε ἐντύπωσιν· εἶπεν, ὅτι τόσον ὑψηλαὶ, τόσον μεγάλαι ἦσαν αἱ ἰδέαι τῶν κερδῶν ἐκ τοῦ Λαυρίου, ὥστε ἡ Βουλὴ καὶ τὸ δημόσιον πνεῦμα εἶχον παρασυρθῆ, καὶ ὅτι καὶ ἐκεῖνα ἐνθυμούμενοι καὶ περὶ ἐκείνων λαλοῦντες αἰσθανόμεθα μίαν ἀηδίαν. Ἐγὼ λέγω, αὐτὴ ἡ ἀηδία φθάνει εἰς τὸ ἄκρον, ὅταν ἡ Κυβέρνησις σᾶς λέγῃ, ἐγὼ δὲν ἠξεύρω τίποτε, ἐνῷ αὐτὴ φέρει τὴν πρότασιν.
§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον τὴν γνώμην μου.
§20ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μᾶς εἴπατε τί γνωρίζετε διὰ τὸν ἰσολογισμὸν τῆς ἑταιρίας. Τώρα μία τοιαύτη ἐπιχείρησις ἀποτυγχάνει διὰ δύω λόγους, ἢ διότι τὸ προϊὸν εἶναι μικρὸν καὶ ἑπομένως πολὺ ὀλιγώτερον ἀπὸ τὰ ἔξοδα, ἢ διότι δὲν εἶναι ἱκανοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπεχείρισαν τὴν ἐκμετάλλευσιν, δὲν εἶναι τεχνῖται, ἐπιστήμονες· διότι ὑποθέσατε, ὅτι ἓν μεταλλεῖον εἶναι πλουσιώτατον καὶ ἀναλαμβάνει νὰ τὸ καλλιεργήσῃ εἴτε ἄνθρωπος, εἴτε ἑταιρία, ἡ ὁποία δὲν γνωρίζει· ἔχετε ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ ἀποτύχῃ; Λοιπὸν ἐπεθύμουν νὰ μάθω, διατί ἡ ἑταιρία τοῦ Σερπιέρη, ἡ ὁποία ἐξεμεταλλεύετο μόνον σκωρίας, εἶχεν ἓν κέρδος πλέον τῶν 3,000,000, ἡ δὲ νῦν ἑταιρία, ἡ ὁποία ἔχει τὰς σκωρίας καὶ τὰς ἐκβολάδας, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ περισσότερον τῶν 500,000.
§21ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τώρα σκωρίας μόνον ἐκμεταλλεύει.
§22ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔστω. Ποῦ εἶναι τὸ σφάλμα; Λοιπὸν ἢ ἀνίκανοι εἶναι οἱ νῦν διευθύνοντες τὴν ἑταιρίαν, ἢ αὐτὸ εἶναι μηχάνευμα, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ἡ σύμβασις τῶν 10%· καὶ ἀφοῦ ἐπιτύχῃ, τότε, ἐὰν ἐκεῖνοι εἶναι ἱκανοὶ, πηγαίνετε νὰ λογαριασθῆτε. Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ εἴπω τι· ἐὰν δὲ στηριχθῶ εἰς τὰ μέχρι τοῦδε, θὰ ἀποφανθῶ, ὅτι δὲν εἶναι εἰς τὸ μετάλλευμα τὸ σφάλμα, ἀλλὰ ἢ εἰς ἀνικανότητα ἢ εἰς πονηρίαν. Διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ πρὶν προβῇ, νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὰ βιβλία τῆς ἑταιρίας καὶ τὴν ἑταιρίαν, νὰ στείλῃ μίαν ἐπιτροπὴν νὰ ἴδωμεν ποῖαι μεταβολαὶ ἔγειναν ὡς πρὸς τὴν ἐκκαμίνευσιν, πόσαι κάμινοι εἶναι εἰς ἐνέργειαν, πόσοι τεχνῖται, καὶ τότε νομίζω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶπεν, ὅτι ἀγνοεῖ, εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ προβῇ εἰς μίαν ἀλήθειαν μετὰ πεποιθήσεως· δὲν πιστεύω δὲ κανεὶς νὰ ὁρμᾶται ἀπὸ τὴν ἰδέαν νὰ βλάψῃ τὴν ἑταιρίαν, διότι ἐγὼ κατ’ ἀρχὴν εἶμαι πάντοτε ὑπὲρ τῶν ἑταιριῶν καὶ λέγω, ὅτι πρέπει μάλιστα νὰ ὠφελῶνται, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ φανῶμεν καὶ τόσον ἁπλοῖ, ὥστε νὰ ἐκδώσωμεν μίαν ἀπόφασιν χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν μίαν βάσιν. Διὰ τοῦτο συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργη, καθὼς καὶ τοῦ κυρίου Ῥεβελάκη, ὅστις ἀνέφερε καὶ κάτι τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἑταιρία δίδει ἕως τώρα 8% μέρισμα καὶ ἔχει μεγάλας ἐλπίδας. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐναντίος καὶ εἰς τὸ 5%, ὅταν ἡ ἑταιρία δὲν κερδίζῃ, ἀλλὰ δὲν πρέπει καὶ νὰ παραχωρήσωμεν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου ἀνεξέλεγκτον, διότι τοῦτο οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν περιποιεῖ τιμὴν, οὔτε εἰς τὴν Βουλήν.
§23ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, εἰς δύω πλάνας περιέπεσεν ὁ προλαλήσας· πρῶτον, ὅτι σήμερον ἐκκαμινεύονται ἐκβολάδες μετὰ σκωριῶν, ἐνῷ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, καὶ δεύτερον, ὅπερ καὶ σπουδαιότερον, ὅτι αἱ ἐκκαμινευόμεναι σκωρίαι εἶναι ὅμοιαι μὲ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἐξεκαμίνευεν ὁ Σερπιέρης· ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω. Ἡ ἑταιρία Σερπιέρη καὶ Ῥοῦ, ἀφοῦ ἐξεκαμίνευσε πᾶν ὅ,τι καλόν, μᾶς ἄφησε κατὰ τὸ κοινὸν λεγόμενον τὰ ἀπομινάδια, καὶ μὲ αὐτὰ παλαίει ἡ σημερινὴ ἑταιρία ἐπιφορτισμένη καὶ μὲ ἓν κολοσσαῖον κεφάλαιον 11 ἑκατομμυρίων. Βεβαίως ὁ Σερπιέρης καὶ Ῥοῦ καὶ τρεῖς τέσσαρες ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐσχημάτιζον τὴν ἑταιρίαν, ἔκαμον μεγάλα κέρδη, διότι αὐτὰ διενέμοντο 4, 5, ἢ 6 ἄτομα· εἶναι δυνατὸν σήμερον ἑταιρία ἀπαρτιζομένη ἀπὸ 14,000,000 φράγκων νὰ ἐλπίζῃ τὰ μυθώδη αὐτὰ κέρδη;
§24ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ βασίζετε τὴν ἰδέαν σας...;
§25ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐὰν κατὰ τὴν χημείαν σου διαλύσῃς ἓν μικρὸν ποσὸν, βεβαίως θὰ βγάλετε 15, καὶ 20 καὶ 100, ἀλλ’ εἰς τὰ μεγαλήτερα ποσὰ ἡ χημεία αὐτὴ δὲν ἔχει δυστυχῶς κανὲν ἀποτέλεσμα. Ἡ ἑταιρία σήμερον διευθύνεται ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὴν αὐστηροτέραν ἐξέλεγξιν τοῦ τυχόντος μετόχου τῆς ἑταιρίας, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσω ὅτι αὐτὰ συνώμοσαν νὰ σᾶς παρουσιάσουν ψευδῆ ἀποτελέσματα· εἶναι δὲ καὶ ἀδύνατον τοῦτο, ἀφοῦ εἶναι ὑπόλογα ἀπέναντι τόσων χιλιάδων μετόχων· ἄλλως, τὰ πρόσωπα αὐτὰ εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας περὶ τῆς καλῆς καὶ τιμίας αὐτῶν διαχειρίσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ κατάχρησις πρὸς ζημίαν τοῦ δημοσίου. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι οἱ ἰσολογισμοὶ τῆς ἑταιρίας δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις τῆς συζητήσεως. Εἶναι γνωστὸν καὶ εἰς τὸν τελευταῖον πολίτην ὅτι ἀτυχῶς ἡ ἑταιρία αὐτὴ ἐὰν δὲν ἐναυάγησεν εὑρίσκεται περὶ τὸ ναυαγεῖν, καὶ ἠμποροῦμεν ἀδιστάκτως νὰ παραδεχθῶμεν τὴν σύμβασιν ὅπως σήμερον ὑποβάλλεται χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὸν ἐλάχιστον φόβον ὅτι τὸ δημόσιον δύναται νὰ ζημιωθῇ ἐκ τῆς ἀναμίξεως τῶν ἐκβολάδων, αἱ ὁποῖαι ἀκόμη δὲν εἶναι ἐν χρήσει. Ἐὰν αἱ ἐκβολάδες κατὰ τὸ σύστημα τῶν νέων πλυντηρίων παρουσιάζωσι καλλίτερα ἀποτελέσματα, βεβαίως τὸ δημόσιον ἀφοῦ λάβῃ τὸ 10%, ἀφοῦ οἱ μέτοχοι λάβωσι τὸ 10% ὡς τόκον καὶ κεφάλαιον, θὰ διανέμηται τὸ ὑπόλοιπον μετὰ τῆς ἑταιρίας. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἀδιστάκτως ἡ Βουλὴ δύναται νὰ παραδεχθῇ τὴν σύμβασιν, ἀφοῦ οὐδεὶς φόβος ὑπάρχει ζημίας τοῦ δημοσίου, ἡ δὲ κατάστασις τῆς ἑταιρίας εἶναι πασίδηλος καὶ εἰς τὸν τελευταῖον πολίτην τῆς Ἑλλάδος.
§26ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀναγκάζομαι, κ. πρόεδρε, ν’ ἀπαντήσω εἰς τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ τοῦ 1873 ὄχι μόνον δὲν ἔσφαλλεν ἀποφασίσασα ὅπως ἀπεφάσισεν, ἀλλ’ ἠκολούθησεν ὅπως πάντοτε τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον ἀκολουθοῦν οἱ συνετοὶ οἰκογενειάρχαι. Ἐπαρουσιάσθη ἑταιρία συγκροτουμένη ἀπὸ τραπεζίτας διακεκριμένους καὶ προσέφερε 44% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τῆς ἐκκαμινεύσεως τῶν τε ἐκβολάδων καὶ σκωριῶν, συνεφώνησε δὲ ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν δυνηθῇ νὰ διαθέσῃ τὰς ἐκβολάδας τὰς κειμένας ἔξω τῶν ὁρίων τῆς περιφερείας, τὴν ὁποίαν τῇ παρεχώρει, νὰ ἐκκαμινεύῃ καὶ αὐτάς, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει προσέφερεν εἰς τὸ δημόσιον 50% ἀντὶ 44 ἐπὶ τε τῶν σκωριῶν καὶ ἐκβολάδων, ἐπί τε τῆς πρώτης περιφερείας καὶ τῆς δευτέρας. Αἱ δὲ προσφοραὶ αὗται οὐ μόνον ἐγένοντο ὑπὸ τραπεζιτῶν, ὡς εἶπα, διακεκριμένων, ἀλλὰ συγχρόνως ὑπὸ ἑταιρίας ἐγκατεστημένης. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1873 δὲν εἶχε μόνον τὰς προτάσεις τῆς ἑταιρίας αὐτῆς, ἀλλ’ εἶχε προτάσεις ἀπαραλλάκτους σχεδὸν καὶ μικρὸν μόνον διαφερούσας τῶν προτάσεων ἄλλων ἑταιριῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν συστηθῆ ὑπὸ ἀνδρῶν ἐπίσης σπουδαίων διά τε τὴν πίστιν αὐτῶν, ἡ ὁποία τῆς ἐπέτρεπε νὰ διαθέσουν κεφάλαια, καὶ διὰ τὴν ἱκανότητα, τὴν ὁποίαν ἐπεδείκνυον εἰς τραπεζικὰς καὶ ἐμπορικὰς ἐργασίας. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε προσέτι προτάσεις ὑφ’ ὅλων τῶν ἑταιριῶν, αἵτινες εἶναι ἐγκατεστημέναι εἰς τὸ Λαύριον, προτάσεις ἐπίσης προσεγγιζούσας τὰς προηγουμένας. Εἶχε δὲ προσέτι προτάσεις Ἀγγλικῆς ἑταιρίας, αἱ ὁποῖαι οὐδόλως διέφερον τῶν προηγουμένων· περιπλέον, ἐνῷ ἡ Βουλὴ ἐπελαμβάνετο τοῦ ἔργου τῆς ἐξετάσεως καὶ ψηφίσεως τῆς συμβάσεως αὐτῆς, ἄλλη ἑταιρία συγκροτουμένη ὑπὸ κεφαλαιούχων καὶ τραπεζιτῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ Ῥωσσίας ἔστειλαν ἀπεσταλμένον ἐνταῦθα, ὁ ὁποῖος ἀντὶ τῶν 44%, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν, προσέφερεν 75% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ κέρδους. Τί ὤφειλε νὰ πράξῃ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία τότε; αὗται αἱ προτάσεις αἱ πανταχόθεν ἐξερχόμεναι ἐξ ἑταιριῶν, αἵτινες ἦσαν ἄξιαι τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ τόπου, ἔπρεπε νὰ ἐμπνεύσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πεποίθησιν, ὅτι πρόκειται περὶ ἐπιχειρήσεως, ἡ ὁποία οὐ μόνον τὰ 44%, ἀλλὰ καὶ πλέον ἐδύνατο ἄνευ ζημίας τῆς ἐπιχειρήσεως νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὸ δημόσιον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάσισεν ὅ,τι ἀπεφάσισεν αὐθαιρέτως. Εἶχεν ἐνώπιόν της τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεταλλουργείων· ἡ ἑταιρία ἠρωτήθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1873 ἐὰν ἐδύνατο νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς μείζονας ἀξιώσεις τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἡ ἑταιρία ἀπήντησε ναί. Ἀλλὰ καὶ τούτων πάντων κατὰ μέρος τεθέντων, πῶς πρέπει νὰ φέρηται εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις τὸ Κοινοβούλιον; πρέπει νὰ παραδέχηται τοὺς ἀνωτέρους ὅρους, διότι τοὺς μὲν ἀνωτέρους δύναται κατόπιν νὰ ἐλαττώσῃ, τοὺς δὲ κατωτάτους ὅρους δὲν εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν του ἔπειτα νὰ τοὺς ἀναβιβάσῃ, καθότι αἱ συμβάσεις εἶναι ἀνώτεραι τῶν νόμων. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ ὅπως καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1873 λίαν εὐλόγως παρεδέχθησαν τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἑκάστη παρεδέχθη, ἡ δὲ πεῖρα ἤθελεν ὁδηγήσει ἐὰν ἔπρεπε κατόπιν νὰ τοὺς ἐλαττώσῃ. Τὴν αὐτὴν τακτικὴν συνιστῶ εἰς τὸ σημερινὸν Κοινοβούλιον· συνιστῶ τὴν ἀκριβῆ ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων. Εἶναι δὲ περιττὸν νὰ τὸ παρακαλέσω ὅτι πρέπει μετὰ τὴν ἐξέτασιν ταύτην ἀποφασίζον νὰ ᾖναι εὐμενὲς καὶ ἐπιεικὲς πρὸς τὴν ἑταιρίαν, διότι δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι τὸ κοινοβούλιον ἔχει αὐτὸ τὸ αἴσθημα. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ τὸ ἀποτρέψω ἀπὸ τοῦ νὰ πράξῃ πρᾶξιν διὰ τῆς ὁποίας ἑδραίαν καὶ ἀκλόνιτον πεποίθησιν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, καὶ προσπαθῶ νὰ τὸ ἀποτρέψω, διότι καὶ ἂν σφάλλῃ σήμερον παραδεχόμενον πλέον τοῦ πρέποντος δύναται μετ’ ὀλίγον νὰ τὸ μεταβάλῃ ἐπὶ ἔλαττον, δύναται καὶ τὰ καθυστεροῦντα νὰ τὰ δωρήσῃ, διότι ὑπεράνω τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας δὲν ὑπάρχει ἐξουσία εἰς τὸν τόπον, καὶ ὅ,τι αὕτη ἀποφασίσει εἶναι καλῶς ἀποφασισμένον. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ μὴ προβῇ τὸ κοινοβούλιον ἄνευ ἀκριβοῦς γνώσεως τῶν πραγμάτων διὰ νὰ μὴ κατηγορηθῇ, ὅτι δὲν σκέπτεται καλῶς περὶ τῶν δημοσίων ὑποθέσεων. Δὲν ἀμφιβάλλω, κύριοι, ὅτι φοβερὰν ἐντύπωσιν πρέπει νὰ ἔκαμεν εἰς ὑμᾶς ὁ λόγος τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν παρατηρήσαντος ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη ἐξῆλθεν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς θείας δικαιοσύνης· διότι ὁ ὑπουργὸς σᾶς εἶπεν τί καλλιτέρα σύμβασις δύναται νὰ ὑπάρχῃ, ἀφοῦ τὸ δημόσιον θὰ λάβῃ 10%, ὅ,τι δὲ περισσεύσει θὰ τὸ διανείμῃ μὲ τὴν ἑταιρίαν, ὡς δύω ἀδελφοὶ διανέμοντες τὴν περιουσίαν των; Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθὲς, αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς ὡς πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1873, διότι ἡ σύμβασις καὶ ὁ νόμος λέγοντες ὅτι ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος λαμβάνει τὸ δημόσιον 44 κατὰ τὴν σύμβασιν, ἢ 53 κατὰ τὸν νόμον, ἔλεγον ὅτι τὰ μὲν 56 εἰς τὴν πρώτην περίστασιν, τὰ δὲ 47 εἰς τὴν δευτέραν θὰ λαμβάνῃ ἡ ἑταιρία. Αὐτὴ ἦτο τῷ ὄντι ἡ διανομὴ, ἥτις ἠδύνατο νὰ ὀνομασθῇ ἰσότης, καὶ ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς ἤθελε περὶ ἰσότητος νὰ ὁμιλήσῃ ποῦ ἀλλοῦ ἤθελε εὕρει τοιαύτην παρὰ εἰς τὴν σύμβασιν ἐκείνην; Τώρα θὰ τὸ ἀποδείξω. Τὸ ἄρθρον Αʹ. ἀναφέρει «ἐκ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τῆς καμινεύσεως σκωριῶν καὶ ἐκβολάδων τὸ δημόσιον θέλει λαμβάνει 10%». Πόθεν θὰ λαμβάνῃ τὸ 10%; ἐκ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος. Τί θὰ μείνῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν; 9%. Ἐδάφιον γʹ. τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου «Τὸ ἐκ τοῦ μερίσματος τῆς ἑταιρίας τῶν 90% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος προκύπτον πλεόνασμα ὑπὲρ τὰ 10% ἐπὶ τοῦ καταβληθέντος ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου αὐτῆς, θέλει διανέμεσθαι μεταξὺ δημοσίου καὶ ἑταιρίας ἐξ ἴσου». Ἡ ἑταιρία θὰ παρουσιάζῃ ἓν καθαρὸν εἰσόδημα, τὸ καθαρὸν αὐτὸ εἰσόδημα θὰ ᾖναι 100, ἐκ τῶν 100 θὰ λαμβάνῃ τὸ δημόσιον 10 καὶ ἡ ἑταιρία τὸ ἐννεαπλάσιον, μετ’ ἔπειτα ὅμως ὑπὲρ τὸ 90 τοῦ 0% ἔρχεται οὐχὶ τὸ ἴσον μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τῆς ἑταιρίας, διότι αὕτη θὰ προαφαιρέσῃ 10% ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου τῆς ἑταιρίας, δηλ. τῶν 14,000,000.
§27ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Ὀνομαστικὸν εἶναι 20,000,000.
§28ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τῶν 20,000,000. Καὶ—ἀφοῦ λάβῃ 10% ἡ ἑταιρία ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου τῶν 20,000,000, τότε τί θὰ μείνῃ εἰς τὸ δημόσιον; Λοιπὸν παρακαλῶ ἐν γνώσει νὰ ἀποφασίσητε ἐὰν τοῦτο θέλετε, ἀλλ’ ὄχι νὰ τὸ ἀποφασίσητε νομίζοντες, ὅτι μετὰ τὸ 10% ἐπέρχεται πλέον ἐξίσου ἀναλογία, διότι τοιαύτη δὲν ἐπέρχεται. Τὸ ἐπαναλαμβάνω κατὰ γράμμα δὲ ἔχει «τὸ ἐκ τοῦ μερίσματος τῆς ἑταιρίας τῶν 90% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος προκύπτον πλεόνασμα ὑπὲρ τὰ 10% ἐπὶ καταβληθέντος ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου αὐτῆς, θέλει διανέμεσθαι μεταξὺ δημοσίου καὶ ἑταιρίας ἐξ ἴσου».
§29ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. 14%.
§30ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὥστε ἡ σύμβασις παραδέχεται προαφαίρεσιν τοῦ 10%. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως, ὄχι τὸ καθαρὸν ἔξοδον αὐτῆς. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν θὰ ἐγίνετο ποσῶς θόρυβος ἐκ μέρους τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ μὴ οὐσιώδους μεταβολῆς τοῦ νόμου· ὥστε καὶ ὑμεῖς ἐξετάζοντες τὴν σύμβασιν πρέπει νὰ ὑποθέσητε, ὅτι αὕτη περιέχει διαφορὰς, αἱ ὁποῖαι οὐσιωδῶς ἀλλοιόνουν τὸ συμφέρον τῆς ἑταιρίας ὑπὲρ ἑαυτῆς καὶ δὲν καταλείπουσιν αὐτὸ οἷον ἦτο κατὰ τὸ 1873. Ἐπὶ τούτου ὀφείλω νὰ κάμω τινὰς παρατηρήσεις ζητήσας καὶ λαβὼν τὸ νομοσχέδιον παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι ὁ κανονισμὸς τῶν ἐσόδων ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ ἀκαθαρίστου μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων· ἠξεύρετε προσέτι ὅτι πρὸς εὕρεσιν τῶν ἐξόδων δύω συστήματα ὑπάρχωσι, τὸ ἓν σύστημα εἶναι ἐκεῖνο ὅπερ ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1873, ὅτι τὰ ἔξοδα μένουσιν ἀπροσδιόριστα, τὸ δὲ δεύτερον ὅτι πρέπει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ προσδιορίζῃ τὰ ἔξοδα. Ἐκ τῶν δύω τούτων συστημάτων φυσικῷ τῷ λόγῳ τὸ δεύτερον εἶναι ἀσφαλέστερον, ἀλλὰ δύναται τὰ μάλιστα νὰ ἀδικήσῃ. Τὸ πρῶτον σύστημα ἐπροσπάθησεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ καταστήσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ἀσφαλέστερον· διὰ τοῦτο ὡς συμμέτοχος εἰς τὴν ἐπιχείρησιν ἔπρεπε νὰ συμμετάσχῃ καὶ εἰς τὴν διοίκησιν καὶ εἰς τὴν ἐπιχείρησιν, νὰ ἔχῃ ψήφους εἰς τὸ συμβούλιον, νὰ δύναται νὰ λαμβάνῃ πληροφορίας καὶ νὰ ἔχῃ ὅλα τὰ μέσα, ὥστε νὰ δύναται νὰ μένῃ ἀναπαυομένη. (Ἀναγινώσκει). Σᾶς ἀνέφερα αὐτὰς τὰς μεταβολὰς τῆς συμβάσεως, διότι εἶναι σχετικαὶ πρὸς τὸ δημόσιον συμφέρον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ᾖναι ἐξησφαλισμένον ὁλοσχερῶς. Ἕτερος, κύριοι, σπουδαῖος ὅρος τῆς ἐπιχειρήσεως εἶναι ὁ ἀσφαλὴς προσδιορισμὸς τῆς τοῦ δημοσίου ταμείου ἐτησίας προσόδου. Τὸ Κράτος παραχωρῆσαν τὰς ἐκβολάδας εἰς ἑταιρίαν, ἐννοεῖται ὅτι παρεχώρησεν αὐτὰς εἰς ἑταιρίαν ἔχουσαν τὴν ἱκανότητα καὶ δυναμένην νὰ ἐπιχειρισθῇ ἔργον τόσον μέγα, ὅσον εἶναι ἡ ἐπιχείρησις τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων· ἑπομένως πρέπει νὰ ὁρίσῃ τὴν ἔκτασιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς· καὶ αὐτὸ ἐπιτυγχάνεται διὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν τε καμίνων, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχῃ εἰς ἐνέργειαν, καὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ μολύβδου, ὅπερ ἑκάστη κάμινος θέλει καθ’ ἡμερονύκτιον παράγει. Ἀμφότερα ταῦτα ὥρισεν ἡ σύμβασις τοῦ 1873, ἐξήλειψε δὲ ἡ σημερινή. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη χρήζει ὅλης τῆς ἐπιστασίας καὶ προσοχῆς τῆς Βουλῆς, καὶ νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ τόσον εὐκόλως καὶ προχείρως. Ὁ κ. ὑπουργὸς μᾶς εἶπεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραγνωρισθῶσι τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ὑφίσταται ἡ ἑταιρία. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν πράγματα περὶ ὧν δὲν πρόκειται. Τί ὅμως πρόκειται; πρόκειται νὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἀξίας τῆς ἐπιχειρήσεως, νὰ πληροφορηθῇ ἂν ἡ ἀξία τῆς ἐπιχειρήσεως εἶναι κατ’ ἀντίστροφον λόγον ἀνάλογος πρὸς τὰ παραχθέντα ἀποτελέσματα τῆς ἑταιρικῆς ἐργασίας, καθόσον εἴτε τὸ συμβούλιον δὲν διεύθυνε καλῶς τὴν βιομηχανίαν, εἴτε ἀναπόφευκτον ἦτο κατὰ τὸ πρῶτον ἢ δεύτερον ἢ τρίτον ἔτος νὰ ἀπαντηθῶσιν ἀνυπέρβλητα προσκόμματα, ἡ ἐπιχείρησις ἔμεινε μέχρι τοῦδε εἰς τὰ σπάργανά της. Βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν θέλει νὰ ζημιώσῃ τοὺς μετόχους, ἀλλὰ πρέπει νὰ γείνῃ καλῶς ἡ διάκρισις μεταξὺ τῶν δεινῶν τῆς ἑταιρίας καὶ τῶν αἰτίων αὐτῶν. Γνωρίζετε, κύριοι, πάντες τίνι τρόπῳ κατὰ γενικὴν ἀρχὴν ἐθεωρήθη ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὠφελιμοποιηθῶσιν αἱ ἐκβολάδες, ἤτοι τὰ μεταλλοῦχα χώματα, τὰ ὁποῖα οἱ ἀρχαῖοι ἀφῆκαν ἐν Λαυρίῳ. Ἠξεύρετε πάντες ὅτι ἐκκαμίνευσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄνευ προπαρασκευῆς. Ἠξεύρετε προσέτι ὅτι τὸ μυστήριον τῆς ἐπιχειρήσεως εἶναι ἡ καλλιτέρα προπαρασκευὴ τῶν ἐκβολάδων, διότι ὅσον καλλίτερα προπαρασκευάσετε αὐτὰς πρὶν τὰς θέσητε εἰς τὴν κάμινον, τόσον περισσότερον κέρδος ἀναμένετε, ὅσον δὲ ἀτελέστατα τόσον ὀλιγώτερον. Τί γίνεται, κύριοι, μέχρι σήμερον εἰς τὸ Λαύριον; θέτουσι τὰ χώματα, ὅπως κεῖνται καὶ εὑρίσκονται ἄνευ προπαρασκευῆς εἰς τὴν κάμινον ἵνα συνεκκαμινευθῶσι μετὰ τῶν σκωριῶν. Ἀποταθῆτε εἰς οἱονδήποτε ἄνθρωπον εἰδήμονα τῆς τέχνης καὶ θέλει σᾶς εἰπεῖ, ὅτι τοῦτο εἶναι μηδέν· ἠμπορεῖ οὕτω νὰ γίνηται διὰ τὰς σκωρίας, ἀλλ’ οὐδέποτε διὰ τὰς ἐκβολάδας. Σκοπὸν δὲν ἔχω νὰ ἐξετάσω τὰ αἴτια τῶν μέχρι τοῦδε ἐκκαμινεύσεων, οὔτε ἔχω συμφέρον, λέγω ὅμως ὅτι λίαν ἐνωρὶς ἦλθον ἐνταῦθα ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι προσεφέρθησαν εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεταλλουργείων πρὸς παρασκευὴν τῶν ἐκβολάδων, ἄνθρωποι ἔχοντες καταστήματα ἐν Εὐρώπῃ μηχανικοῦ ἐμπλουτισμοῦ τῶν μετάλλων λίαν γνωστὰ καὶ τῶν ὁποίων αἱ γνῶμαι καὶ αἱ προτάσεις ἐτυπώθησαν καὶ ἐδημοσιεύθησαν· καὶ τί περιέχουσιν; ὅτι προσφέρονται νὰ ἐμπλουτίσωσι τὰς ἐκβολάδας μέχρι 50%, τουτέστι νὰ εἰσάγωσιν εἰς τὴν κάμινον ὕλην περιέχουσαν 50% μολύβδου, ἀντὶ τῶν ἀπαρασκευάστων ἐκβολάδων, αἱ ὁποῖαι ἐκ φύσεως περιέχουν 10, 8, 5, 4, 3% μόλυβδον. Ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας διὰ νὰ ἴδητε περὶ τίνος πρόκειται, διότι ἡ κάμινος εἰς 24 ὥρας θὰ παράξῃ μὲ τὰ αὐτὰ μέσα (δηλονότι ἔξοδα) πενταπλάσιον, δεκαπλάσιον, ὀκταπλάσιον ποσόν, ὥστε ἐννοεῖτε ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ μυστήριον. Δὲν ἐξετάζω τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἑταιρία δὲν ἀπεδέχθη τὰς προτάσεις ταύτας, ἀλλὰ προσεκάλεσεν ἕνα ἐπίσημον γεωγνώστην τὸν κύριον Ἄνστετ ἐξ Ἀγγλίας, πρὸς τὸν ὁποῖον προσεφέρθη μετὰ μεγάλης γεναιότητος· ὁ κύριος Ἄνστετ ὅμως δὲν ἠδυνήθη νὰ λύσῃ τὸ πρόβλημα, καὶ τὴν ἀπόδειξιν τὴν λαμβάνω ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἑταιρίας, ἥτις ἐπὶ τέλους τὸν ἀπέπεμψεν. Ἀντικατέστησεν αὐτὸν ἡ ἑταιρία; Ὄχι. Ἔλαβε τὸ μέτρον ν’ ἀποστείλῃ ἐν Εὐρώπῃ τὸν κύριον Νέγρην, ἐφοδιάσας αὐτὸν μὲ ἐκβολάδας καὶ μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ περιηγηθῇ τὰ κυριώτερα ἐργοστάσια τῆς Εὐρώπης, ὅπως τὰς ἰδίας τοῦ Λαυρίου ἐκβολάδας ἐμπλουτίσῃ καὶ ἐκκαμινεύσῃ εἰς τὰ εἰδικὰ ἐργοστάσια τῆς Εὐρώπης. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο παρῆλθεν ἀρκετὸς χρόνος, ὁ δὲ κύριος Νέγρης μόλις ἐπανῆλθε πρὸ μικροῦ. Ἠρώτησα τὸν κύριον Νέγρην περὶ τοῦ ταξιδείου του, καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι ὑπῆρξεν εὐχάριστον καὶ ὅτι ὁ ἐμπλουτισμὸς τῶν ἐκβολάδων ἀπεδείχθη δυνατός, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀπεφασίσθη νὰ ἐπέλθωσι μεταῤῥυθμίσεις εἰς τὴν ἐργασίαν καὶ ἐπιχείρησιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῶν Μεταλλουργείων ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς τέχνης. Μετὰ ταῦτα πάντα ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐὰν σήμερον, ἀφοῦ δὲν ἤρχισεν ἡ ἐκκαμίνευσις τῶν ἐκβολάδων καὶ ὁπότε ἐκκαμινεύονται ὡς ἔτυχε, ἦναι δυνατὸν νὰ ποιήσῃ νόμον ὁριστικὸν μεταῤῥυθμίζοντα τὸν ὑπάρχοντα. Δὲν εἶμαι ἐναντίος ὡς πρὸς τὰ προσωρινὰ μέτρα· θὰ ψηφίσω μὲ ὅλην τὴν προθυμίαν, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ χωρὶς νὰ μορφώσωμεν πεποίθησιν νὰ ψηφίσωμεν, πρὸ πάντων ὅμως, ἀξιῶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ δεχθῇ τὸ ὑπ’ ὄψιν σύστημα πρὸς διόρθωσιν τῆς οὕτω πῶς ἀτυχησάσης ἐπιχειρήσεως.
§31ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Διὰ πόσα ἔτη;
§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. «Ὑποχρεοῦται ἐντὸς τριῶν ἐτῶν». Ἠξεύρετε, κύριοι, τί θὰ συμβῇ μὲ τὴν διορίαν αὐτήν; Θὰ συμβῶσι δυστυχήματα, ἤτοι τὰ κακὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐμπορίας τῶν μετοχῶν. Καὶ ναὶ μὲν οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ εἴτε ὅτι ἡ νομοθετική, εἴτε ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία συνετέλεσεν εἰς τὰ ἀποτελέσματα αὐτά· ἐὰν ὅμως σήμερον εἴπωμεν ὅτι ἐλαττοῦμεν τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου εἰς 10% ἐπὶ τρία ἔτη, θὰ ἐπέλθωσι πολλὰ δυστυχήματα, διότι οἱ μὲν ἐκ τῶν παρόντων κρίνοντες θὰ ὑποτιμοῦν, οἱ δὲ μεγάλα ἐκ τοῦ μέλλοντος ἐλπίζοντες θὰ ὑπερτιμῶσι τὴν ἀξίαν τῶν μετοχῶν, ἑκάτεροι δὲ θὰ ἦναι μετέωροι διὰ τὸ ῥιζικῶς μεταβλητὸν τοῦ νόμου. Δι’ αὐτῆς λοιπὸν τῆς διατάξεως καταστήνομεν προβληματικὴν τὴν ἐπιχείρησιν καὶ θέλομεν φέρει καταστροφὰς πολλὰς εἰς τοὺς μετόχους. Μίαν ἀκόμη παρατήρησιν θὰ κάμω καὶ τελειώνω, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ τοῦ κυρίου Μπούμπουλη, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι αἱ σκωρίαι τοῦ Λαυρίου δὲν ὁμοιάζουν τὰς σκωρίας τοῦ Σερπιέρη.
§33ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸ ἀποδεικνύει ἡ πτώχευσις τῆς ἑταιρίας.
§34ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀλλὰ τέλος πάντων ἐὰν αὐτὸ τὸ ζήτημα ἔσχεν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν πτώχευσιν τῆς ἑταιρίας, εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς συμβάσεως πρέπει νὰ γείνῃ ἐπισταμένη ἔρευνα.
§35ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ γεγονότων πασιγνώστων, ἐπὶ γεγονότων ἀναμφισβητήτων, οἷον εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου, εἶναι περιττὴ πᾶσα συζήτησις. Ἐπειδὴ ὅμως ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔλαβον μέρος εἰς τὴν σύνταξιν τῆς συμβάσεως, διὰ τῆς ὁποίας τὸ μέρισμα τοῦ δημοσίου περιωρίζετο ἀπὸ 53% εἰς 35, νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ δώσω πληροφορίας τινὰς εἰς τὴν Βουλὴν ποῦ στηριζόμενον τότε τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη προέβη εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν τῆς συμβάσεως τοῦ 1873. Ὅπως γνωρίζετε πάντες, ἐν Λαυρίῳ εἴχομεν ὄχι μόνον ἐπιστήμονας, ἀλλὰ καὶ λίαν ἐντίμους ἀντιπροσώπους, ἔφορον, δύω συμβούλους, βασιλικὸν ἐπίτροπον καὶ ἐπιθεωρητήν· πάντες οὗτοι καὶ ἐπιστήμονές εἰσι καὶ ἀξιότιμοι καὶ ἀξιόπιστοι. Αἱ πληροφορίαι, ἃς εἶχον ὑποβάλει ἐπανειλημμένως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἦσαν τοιαῦται, ὥστε ἠνάγκασαν αὐτὴν νὰ λάβῃ ἓν μέτρον ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας, ὅπερ ἔμελλε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς. Τὸ μέτρον δὲ τὸ ὁποῖον τότε ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ἦτον ἡ μεταῤῥύθμισις τῆς συμβάσεως τοῦ 1873, ἑπομένως τὸ μέρισμα ἀπὸ 53 ὑπεβιβάσθη εἰς 35%. Αἱ ἐπίσημοι καὶ ἀσφαλεῖς πληροφορίαι, τὰς ὁποίας εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν, ἦτον, ὅτι εἰς ἕκαστον τόνον μολύβδου ἀπῃτοῦντο ἔξοδα παραγωγῆς 460 δραχμαί, ἐν ᾧ ἡ ἀξία τοῦ τόνου τοῦ μολύβδου ἦτο 620 δραχμάς· ἑπομένως ὑπελείπετο κέρδος 160 δραχμαὶ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν 160 δραχμῶν ἐδικαιούμεθα νὰ λάβωμεν πρὸς 53% 85 δραχμάς. Ἀλλ’ ἀντὶ τῶν 85 δραχμῶν τί ἐλαμβάνομεν; ἐλαμβάναμεν 164, ἤγουν ἐλαμβάναμεν ὅλον τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον εἷς τόνος μολύβδου ἔδιδε, καὶ 4 δραχ. περιπλέον ἀκόμη ἀπὸ τὰ κεφάλαια τῆς ἑταιρίας, διότι δὲν ἀφαιρούσαμεν 460 ὡς ἔξοδα παραγωγῆς, ἀλλὰ μόνον 310, τοὐτέστι τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1873. Καὶ διὰ τοῦτο ἐκ τῶν 620 δραχμῶν, ἀξίαν ἑνὸς τόνου μολύβδου, ἀφῃροῦντο δραχ. 310 δι’ ἔξοδα παραγωγῆς καὶ ἔμενεν ὑπόλοιπον 310 δραχμαί. Ἐπὶ αὐτοῦ δὲ τοῦ ὑπολοίπου ἐλαμβάνομεν, ὡς εἶπον, πρὸς 53% 164 δραχμὰς, ὅ ἐστὶ ὅλον τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον εἷς τόνος μολύβδου ἔδιδεν καὶ 4 δραχμὰς ἀκόμη ἀπὸ τὰ κεφάλαια τῆς ἑταιρίας· τοῦτο ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἀναγνωρίσαντες, ὅτι ἡ ἑταιρία δὲν ἠδύνατο τέλος πάντων νὰ ἀνθέξῃ καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας της, ἠναγκάσθημεν νὰ δεχθῶμεν τὴν ἐλάττωσιν ταύτην, τοῦ περιορισμοῦ δηλαδὴ εἰς 35% καὶ συγχρόνως νὰ ἀφήσωμεν τὰ ἔξοδα ἀπροσδιόριστα, τοὐτέστι νὰ ἀφαιρῶνται τὰ πραγματικὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν αὐτῶν νὰ λαμβάνῃ τὸ δημόσιον τὸ μέρισμά του· ὑπελογίσαμεν δὲ, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ τῆς νέας συμβάσεως θὰ εἴχομεν τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα, ἐπὶ ἑνὸς τόνου μολύβδου. Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς ἤθελον εἶσθαι πάντοτε 460 δραχμαὶ δι’ ἕκαστον τόνον καὶ ὅτι ἡ ἀξία αὐτοῦ ἤθελεν εἶσθαι δραχμαὶ 620, ὡς προεῖπον, τὸ μὲν δημόσιον θὰ ἐλάμβανεν ἐξ’ ἑκάστου τόνου δραχμὰς 56, ἡ δὲ ἑταιρία δραχμὰς 104· καὶ ἑπομένως ἐπὶ 7,000 τόνων ἐτησίας παραγωγῆς διὰ τὸ ἔτος 1874, τὸ μὲν δημόσιον θὰ ἐλάμβανε 392,000, ἡ δὲ ἑταιρία 728,000, αἵτινες ἀντιστοιχοῦσι πρὸς 4,5% περίπου ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν 14,000,000 φράγκων, διότι 14,000,000 φράγκα ἀποτελοῦσι δραχμὰς 15,680,000, καὶ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου θὰ ἐδίδετο ἓν μέρισμα ἀντιστοιχοῦν πρὸς 4½% περίπου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 728,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἐλάμβανεν ἡ ἑταιρία κατὰ τὴν νέαν σύμβασιν. Ἀλλὰ πρὶν ὑποβληθῇ ἡ σύμβασις αὕτη εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1874, ἐγὼ ἀπεσύρθην τοῦ ὑπουργείου· ὅταν δὲ ὑπεβλήθη ἡ σύμβασις ἐκείνη πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἔμαθον καὶ ἐγὼ, ὅτι συνήφθη νέα σύμβασις μετὰ τῆς ἑταιρίας, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ μέρισμα τοῦ δημοσίου περιωρίζετο ἀπὸ 35 εἰς 10% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος. Δὲν δυσκολεύομαι, κύριοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη καλῶς ἔπραξε περιορίσασα τὸ μέρισμα τοῦ δημοσίου εἰς 10% καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καλῶς πράττει ὑποστηρίζουσα τὴν σύμβασιν ταύτην, διότι ἂν ἀφήσωμεν τὴν ἑταιρίαν, ὡς ἔχει σήμερον, οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι ἡ ἑταιρία δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας της· εἶναι ἠναγκασμένη νὰ παύσῃ αὐτάς, διότι δὲν δύναται ν’ ἀνθέξῃ· ἂν δὲ μετὰ ταῦτα ἀποδειχθῇ δυνατὴ ἡ ἐκκαμίνευσις τῶν ἐκβολάδων, ὅπερ καὶ τοῦτο εἶναι ἀμφίβολον εἰσέτι, καὶ ἂν ἐκ τοῦ δυνατοῦ τῆς ἐκκαμινεύσεως τῶν ἐκβολάδων προκύψουν τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα ἐλπίζομεν καὶ εὐχόμεθα, καὶ τότε τὸ δημόσιον οὐδὲν ἔχει νὰ πάθῃ, πρῶτον μὲν διότι ἡ σύμβασις εἶναι προσωρινή, ἰσχύει διὰ τρία ἔτη, καὶ ἐγὼ εὔχομαι ἐντὸς τοῦ διαστήματος τούτου νὰ κατασταθῇ δυνατὴ ἡ ἐκκαμίνευσις τῶν ἐκβολάδων καὶ ἂς ζημιωθῇ τὸ δημόσιον· δεύτερον δέ, διότι τὸ δημόσιον, ὡς σᾶς ἀνέπτυξεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ λαμβάνῃ 10% ὡς μέρισμα ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἀφοῦ δὲ ἡ ἑταιρία λάβει καὶ αὐτὴ διὰ τόκους καὶ χρεώλυτρα ἄλλα 10%, τὸ ὑπόλοιπον θὰ διανεμηθῇ μεταξὺ δημοσίου καὶ ἑταιρίας. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ ἐκκαμίνευσις τῶν ἐκβολάδων δὲν εἶναι τόσον εὔκολος, καὶ ἄν ποτε κατασταθῇ δυνατὴ θὰ κατασταθῇ διὰ τῆς καταβολῆς μεγάλων δαπανῶν καὶ διὰ τῆς παρελεύσεως πολλοῦ χρόνου. Δὲν δυσκολεύομαι λοιπὸν νὰ συστήσω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Βουλήν, μετὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἐπὶ τῶν πραγματικῶν γεγονότων ὑπέβαλον εἰς αὐτήν, τὴν παραδοχὴν τῆς συμβάσεως.
§36Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπλήρωσεν εἰς τὸ δημόσιον (διάλογοι).
§37ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δημόσιον, κύριοι, ἐλάμβανε τὸ μέρισμά του τακτικῶς ἀνὰ πᾶσαν κάμινον καὶ κατὰ πᾶν ἡμερονύκτιον, δηλ. ἐλάμβανεν ὡς μέρισμα πρὸς 53% καὶ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1873. Τὸ προϊὸν τοῦτο εἶχεν εἰς τὴν διάθεσίν του τὸ δημόσιον, ἐνόσῳ τοὐλάχιστον διετέλουν ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸν μόλυβδον δὲ τοῦτον, ἀνερχόμενον εἰς 2½ χιλιάδας τόνους περίπου, ἐξέθεσε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν διὰ δημοπρασίας ἐκποίησιν, ἀλλ’ οὐδεμία τιμὴ προσεφέρθη δι’ ἀγορὰν αὐτοῦ, μολονότι ἡ δημοπρασία ἐνηργήθη, οὐ μόνον ἐνταῦθα καὶ εἰς ἄλλας πόλεις τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, εἰς τὴν Ἀγγλίαν, εἰς τὴν Αὐστρίαν κτλ. Ἀφοῦ δὲ οὐδεμία τιμὴ προσεφέρθη εἰς τὸν μόλυβδον τοῦ δημοσίου, τὸν ὁποῖον, ὡς εἶπον, εἶχεν εἰς τὴν διάθεσίν του, ἠναγκάσθημεν νὰ συμφωνήσωμεν μὲ τὴν ἑταιρίαν τοῦ Λαυρίου ν’ ἀποστείλῃ καὶ τὸν μόλυβδον τοῦτον τοῦ δημοσίου εἰς τὴν Εὐρώπην νὰ πωλήσῃ αὐτὸν ὅπως ἐπώλει τὸν μόλυβδον, ὁ ὁποῖος ἀνῆκεν εἰς αὐτήν, ἐπὶ ἀποδόσει τακτικοῦ καὶ ἀκριβοῦς λογαριασμοῦ· τοῦτο δὲ τὸ ἐπράξαμεν διότι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως μᾶς τὸ ἐσύστησαν ὡς ἀναπόφευκτον, διότι δὲν ἦτο πλέον δυνατὴ ἡ ἐπιτήρησις ἑνὸς τοσούτου μεγάλου ποσοῦ κατατεθειμένου εἰς τὸ ὕπαιθρον, ἀλλ’ οὔτε χῶρος ὑπῆρχε πλέον πρὸς τοποθέτησιν τοῦ καθ’ ἑκάστην κάμινον λαμβανομένου μερίσματος ὑπὸ τοῦ δημοσίου. Ἐσυμφωνήσαμεν λοιπὸν μὲ τὴν ἑταιρίαν καὶ παρεδώκαμεν εἰς αὐτὴν τὸν μόλυβδον τοῦ δημοσίου, ἥτις τὸν ἀπέστειλεν εἰς τὴν Εὐρώπην πρὸς πώλησιν ἐπὶ ἀποδόσει τακτικοῦ καὶ ἀκριβοῦς λογαριασμοῦ· εἴχομεν δὲ τὸ εὐτύχημα νὰ σταλῇ εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ τιμὴ αὐτοῦ εἶχεν ἀνυψωθῆ, καὶ διὰ τοῦτο ὁ μόλυβδος τοῦ δημοσίου ἐπωλήθη περισσότερον ἀπὸ τὸν μόλυβδον τῆς ἑταιρίας κατὰ δύω καὶ ἐπέκεινα λίρας τὸν τόνον.
§38Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πόσας λίρας ἐπωλήθη;
§39ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς μὲν ἑταιρίας εἶχε πωληθῆ πρὸς 17½, 18, τοῦ δὲ δημοσίου ἐπωλήθη 20 λίρας, ἐκτὸς τοῦ ἀργύρου τοῦ ἐμπεριεχομένου ἐν τῷ μολύβδῳ, διότι αὐτὸς πωλεῖται κατ’ ἄλλον τρόπον, δηλ. χωριστὰ ἡ ἀξία τοῦ μολύβδου καὶ χωριστὰ ἡ ἀξία τοῦ ἀργύρου, καὶ διὰ τοῦτο ἐκτὸς τῆς ἀξίας τῶν 20 λιρῶν πρέπει νὰ προσθέσετε καὶ ἓν ποσὸν 150 δραχμὰς περίπου διὰ τὸν ἄργυρον, τὸν περιεχόμενον εἰς ἕκαστον τόνον μολύβδου. Ἐπωλήθη λοιπὸν ὁ μόλυβδος τοῦ δημοσίου καὶ τὰ χρήματα βεβαίως τὰ ἔλαβεν ἡ ἑταιρία, ἡ ὁποία δι’ αὐτῶν τῶν χρημάτων ἐπλήρωσεν εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ὠφείλαμεν εἰς αὐτὴν ἐξ 600,000 δραχμῶν, διότι ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1873 εἶχεν ἀνοίξει ἕνα λογαριασμὸν εἰς τὴν Τράπεζαν ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας διὰ τὴν καταβολὴν τῶν ἐξόδων τῆς ἀναλογίας τοῦ δημοσίου, ἐξ 600,000 δραχμῶν, καὶ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦτο εἶχε λάβει ἡ ἑταιρία εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν· ἀλλ’ ἀπὸ τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα ἡ ἰδία ἑταιρία εἰσέπραξεν ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ δημοσίου μολύβδου ἐπλήρωσε τὸ πρὸς τὴν Τράπεζαν χρέος τοῦ δημοσίου· δὲν εἶμαι δὲ εἰς θέσιν νὰ σᾶς πληροφορήσω ἂν ἀπεδόθη τὸ ὑπόλοιπον εἰς τὸ δημόσιον, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι δὲν τὸ ἀπέδωκεν εἰσέτι, ὄχι ἀπὸ ἄλλην αἰτίαν, ἀλλὰ διότι ἔμενε καὶ μένει ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἐκκρεμὴς ἕνεκα τῶν τελευταίων συμβάσεων· οὐδεμία δὲ ἀμφιβολία ὑπάρχει ὅτι ἡ ἑταιρία καὶ ὑποχρεωμένη καὶ ἀξιόχρεως εἶναι νὰ καταβάλῃ εἰς τὸ δημόσιον ὅ,τι ἀνήκει εἰς αὐτὸ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως ἢ μετὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν αὐτῆς, καὶ οὐδένα κίνδυνον διατρέχουν τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθησαν καὶ ἄλλοι ὅτι αἱ ἀπομείνασαι σκωρίαι ἐν Λαυρίῳ εἶναι πτωχότεραι τῶν σκωριῶν τὰς ὁποίας ἐκκαμίνευεν ἡ ἑταιρία Ῥοῦ καὶ Σερπιέρη, εἶναι ἀληθές· τὸ βεβαιῶ δὲ οὐχὶ μόνον ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ἢ πεποιθήσεως, ἀλλὰ στηριζόμενος καὶ εἰς τὰς πληροφορίας τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὁ Γενικὸς ἔφορος ἐν Λαυρίῳ, εἰδήμων καὶ ἐπιστήμην περὶ τὰ τοιαῦτα, ὁ κ. Νέγρης, καὶ οἱ σύμβουλοι τῆς Κυβερνήσεως κ. Σκαλιστήρης καὶ Λεβίδης, καὶ ὁ Ἐπιθεωρητὴς τῶν τεχνικῶν ἔργων κ. Ἰππίτης καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος παρὰ τῇ ἑταιρίᾳ ὁ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ εἰσαγγελεὺς κ. Παπαδιαμαντόπουλος, καίτοι μὴ μεταβὰς εἰς τὸν τόπον διὰ νὰ πληροφορηθῇ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ἀλλὰ στηριζόμενος εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶχε καθῆκον νὰ συλλέξῃ καὶ συνέλεξε, μᾶς ἐπληροφόρησαν ὅτι αἱ ἀπομείνασαι σκωρίαι καὶ ὀλίγαι ἦσαν τότε, τώρα δὲ πολὺ ὀλιγώτεραι, καὶ πολὺ πτωχότεραι τῶν σκωριῶν, τὰς ὁποίας ἐκαμίνευεν ἡ ἑταιρία Σερπιέρη.
§40ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ Παπαδιαμαντόπουλος δὲν εἶχεν ἁρμοδιότητα εἰς τοῦτο.
§41ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο Βασιλικὸς ἐπίτροπος.
§42ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἠξεύρῃ τί ἔχουν αἱ σκωρίαι.
§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλάμβανε πληροφορίας καὶ τὰς πληροφορίας τὰς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν μετὰ τῶν λοιπῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς. Εἶπον ὅτι δὲν μετέβη εἰς τὸ Λαύριον, ἀλλὰ συνειργάζετο μετὰ τῶν ἄλλων ἀντιπροσώπων τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπέβαλον εἰς αὐτὴν διὰ νὰ τὴν διαφωτίσωσιν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων της πᾶν ὅ,τι ἐνόμιζον ἀναγκαῖον καὶ συντελεστικόν. Τοῦτο δὲ γνωρίζω καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος, κύριοι, διότι συνέπεσε νὰ μεταβῶ κατὰ τὸ 1872 εἰς Λαύριον ὑπουργὸς ὢν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῷ ὄντι εἶδον ὄγκους μεγάλους σκωριῶν εἰς μεγάλας ἐκτάσεις καὶ εἰς διαφόρους τοποθεσίας, ἡ μεταφορὰ τῶν ὁποίων ἦτον εὐκολωτάτη· οὐδεμία ἄλλη ἐργασία δὲν ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν ἐκκαμίνευσιν αὐτῶν, ἐκτὸς τῆς μεταφορᾶς ἀπὸ τοῦ τόπου, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπῆρχον, εἰς τὴν θέσιν ἔνθα ἦσαν τοποθετημέναι αἱ κάμινοι τῆς ἑταιρίας· ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1874 μετέβην εἰς Λαύριον ὑπουργὸς ὢν καὶ τότε, καὶ παρετήρησα ὅτι ὅλοι οἱ ὄγκοι ἐκεῖνοι ἦσαν ἐξηντλημένοι, καὶ ὅτι ἡ ἑταιρία ἔτρεχεν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ ἀναζητοῦσα σκωρίας εἰς μικρὰς ποσότητας, συντετριμμένας, καὶ μεταβεβλημμένας εἰς ἁπλᾶ χώματα καὶ ἑπομένως μὴ ἐχούσας τὴν ὕλην τὴν ὁποίαν εἶχον αἱ σκωρίαι αἱ κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1872 ὑπάρχουσαι.
§44ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐμείνατε πολὺ ἐκεῖ;
§45ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔμεινα μίαν ἡμέραν· περιῆλθον διαφόρους τοποθεσίας καὶ παρετήρησα ὅτι ἡ ἑταιρία ἐζήτει ἐδῶ καὶ ἐκεῖ νὰ ἀνακαλύψῃ νέας σκωρίας πτωχὰς τῷ ὄντι ἀναμεμιγμένας μὲ χώματα· ἔκαμνε δὲ χρῆσιν ἡ ἑταιρία 15% ἐκβολάδων καὶ 85% σκωριῶν· ἀλλ’ ἐσχάτως ἐπληροφορήθην ἀπὸ τὸν κ. Νέγρην ὅτι ἤδη μεταχειρίζεται 4–5% ἐκβολάδας ἐπὶ τῶν σκωριῶν καὶ ὅτι εἶναι ἐλπὶς ἐπιτυχίας τῆς ἐκκαμινεύσεως τῶν ἐκβολάδων, ἀλλὰ καὶ δαπάναι μεγάλαι θέλουν ἀπαιτηθῆ, καὶ χρόνος ἴσως ὄχι ὀλίγας διὰ τὰς προπαρασκευαστικὰς ἐργασίας. Ἀλλὰ ταῦτα λέγων δὲν ἐννοῶ οὔτε τὴν ἑταιρίαν νὰ κατακρίνω, οὔτε καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀπελπίσω καὶ νὰ παραστήσω εἰς αὐτὴν τὴν ἀναπόφευκτον ἀνάγκην τῆς παραδοχῆς τῆς συμβάσεως περὶ ἧς πρόκειται. Διὰ τὸν ἑαυτόν μου εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἡ σύμβασις πρέπει νὰ κυρωθῇ διὰ νὰ σωθῇ ἡ ἑταιρία· τὸ ζήτημα ἔλαβε χαρακτῆρα κοινωνικόν· μία μεγάλη τάξις συμπολιτῶν μας ἔπαθε δεινὰς ζημίας καὶ θὰ πάθῃ δεινοτέρας, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν σπεύσῃ τῇ συμπράξει τῆς Βουλῆς εἰς ἀρωγὴν τῆς ἑταιρίας· ἑπομένως δὲν διστάζω νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς συμβάσεως.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τῆς συμβάσεως· οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς συμβάσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη· (ἀναγινώσκεται τὸ μοναδικὸν ἄρθρον)· οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τὸ μοναδικὸν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§47ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχω μίαν τροπολογίαν, πότε θὰ ἔλθῃ; Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Πετιμεζᾶ καὶ κατόπιν καὶ ἡ τοῦ κ. Ζωχιοῦ).
§48ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπειδὴ σήμερον ἡ σύμβασις ἦλθεν ἄνευ ἐπισήμων πληροφοριῶν, εἶναι δὲ πιθανώτατον ἐντὸς τοῦ ἀρχείου τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ᾖναι ἐκθέσεις τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων τῶν διορισθέντων δυνάμει τῆς πρώτης συμβάσεως καὶ τοῦ Βασιλικοῦ ἐπιτρόπου, πιστοποιοῦσαι τὴν κατάστασιν τῆς ἑταιρίας, νὰ ἔλθουν αἱ ἐκθέσεις ἐκεῖναι εἰς τὴν γʹ. ἀνάγνωσιν ὅπως ἔχωμεν τῷ ὄντι ἐπισήμους πληροφορίας, εἰ δυνατόν, περὶ τῆς καταστάσεως τῆς ἑταιρίας.
§49ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐτυπώθησαν τοιαῦται ἐκθέσεις.
§50ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Πότε ἐτυπώθη;
§51ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 74.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§53ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ὑποβάλω, κύριοι, νομοσχέδιον περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ διὰ τὸ 1876.
§54ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ὑπουργὸν νὰ φέρῃ πίνακα τῶν γενικῶν θέσεων, ἃς ἕκαστον ὅπλον θὰ κατέχῃ, διὰ νὰ μὴ δύναται ὁ ὑπουργὸς, ὅταν κενοῦται μία θέσις τοῦ πεζικοῦ, νὰ πέρνῃ ἕνα τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τὸν προβιβάζῃ· διότι εἶναι ἄδικον τὸ πυροβολικὸν νὰ ἔχῃ 9 ταγματάρχας καὶ τὸ ἱππικὸν νὰ ἔχῃ ἕνα ταγματάρχην.
§55ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν).....
§56ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν αὐτό......
§57ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Καὶ οἱ διαγγελεῖς εἰς τὰς γενικὰς θέσεις εἶναι· θὰ σᾶς δώσω κατάλογον καὶ ὅπου θέλετε ἠμπορεῖτε νὰ κάμετε ἐξαιρέσεις.
§58ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἀνέγνων τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εὗρον ἐν αὐτῷ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία σήμερον ἀπαιτοῦσι. Νομίζω, ὅτι βάσις τοῦ νομοσχεδίου δὲν πρέπει νὰ τεθῶσιν αἱ θέσεις, διότι αἱ θέσεις εἶναί τι μεταβλητὸν καὶ ἐξαρτώμενον ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ. Νομίζω, ὅτι βάσις πρὸ πάντων πρέπει νὰ τεθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν βαθμοφόρων ἑκάστου σώματος, αἱ δὲ θέσεις νὰ καταλαμβάνωνται κατ’ ἀναλογίαν ἐξ ἑκάστου σώματος.
§59Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει πληρέστατα δίκαιον, μὴ θέσας εἰς τὰς γενικὰς θέσεις τοὺς βαθμοφόρους ἑκάστου ὅπλου καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος· εἰς τὸν στρατὸν ὑπάρχει εἷς λοχαγὸς, ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ 18 ἔτη εἰς ἓν σῶμα, ἕτερος ὑπηρετεῖ 6 μόνον· ἐὰν πρόκειται νὰ συμπληρωθῇ μία γενικὴ θέσις, ὁ ὑπουργὸς, ὡς πατὴρ τοῦ στρατοῦ, ὀφείλει νὰ προβιβάσῃ εἰς τὴν γενικὴν θέσιν ἐκεῖνον τὸν λοχαγὸν, ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ 15 ἔτη καὶ ἂς ἀνήκει εἰς ὁποιονδήποτε ὅπλον. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ ἀπόλυτος δικαιοσύνη, ἣν ὀφείλομεν νὰ τηρήσωμεν.
§60ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται ἤδη εἰς ψηφοφορίαν ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου ψηφοφορίας.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ καὶ διαθεσιμότητι ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ.
§63ΖΩΧΙΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου σκοπεύω νὰ φέρω μίαν τροπολογίαν· τὴν συνέταξαν τέσσαρες ἀξιωματικοὶ κατὰ τὸ ἔτος 1844, οἱ μακαρίται Ἀθανάσιος Μιαούλης καὶ ὁ Νικόλαος Μιαούλης, ὁ νῦν ὑπασπιστὴς τοῦ βασιλέως Σαχτούρης, καὶ ἐγώ· ἐπροτείναμεν δηλαδὴ νὰ καταλυθῶσιν οἱ βαθμοὶ τοῦ ἀντιναυάρχου καὶ τοῦ ὑποναυάρχου, τοῦτο δὲ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, τὸ αὐτὸ δὲ ἐπρότεινε καὶ ὁ κύριος Μπούλης ἄλλοτε.
§64ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ ἐπρότεινα καὶ διὰ τοὺς στρατηγοὺς καὶ ὑποστρατήγους.
§65ΖΩΧΙΟΣ. Ὅτε ἐγένετο ἡ πρότασις κατὰ τὸ ἔτος 1844, ἐγένετο σύγκρισις μεταξὺ τοῦ Ἀμερικανικοῦ στόλου, καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ. Προσέξατε δὲ ἐπὶ μίαν στιγμὴν· οἱ Ἀμερικανοὶ εἶχον τότε 12 δίκροτα, ἡμεῖς οὐδέν· εἶχον 15 φρεγάτας, ἡμεῖς οὐδεμίαν· εἶχον 17 κορβέτας, ἡμεῖς δύω· εἶχον ὀκτὼ βρίκια, ἡμεῖς οὐδέν· εἶχον ὀκτὼ γολέττας, ἡμεῖς τρεῖς μικράς· εἶχον τρία φορτηγὰ, ἡμεῖς δύω· εἶχον πέντε ἀτμόπλοια, ἡμεῖς δύω. Ἀκούσατε δὲ καὶ τοὺς ἀξιωματικούς. Εἶχον ναύαρχον οὐδένα, ἡμεῖς τρεῖς· εἶχον ἀνωτέρους πλοιάρχους 68, ἡμεῖς 66. Εἶχον πλοιάρχους κατωτέρους 96, ἡμεῖς 75. Εἶχον κατωτέρους ἀξιωματικοὺς 332, ἡμεῖς δὲ 260. Σημειωτέον δὲ ὅτι τότε τὸ ναυτικόν μας ἦτον εἰς καλλιτέραν κατάστασιν, διότι ἔζων πολλοὶ ἄνθρωποι τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ τὸ ἐκόσμουν καὶ τοῦ ἔδιδον καὶ δύναμιν. Ἂν δὲ σήμερον ἐξετάσητε τὸν πίνακα τοῦ στόλου, τὸν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν περιεχόμενον, θὰ ἴδητε, ὅτι τὸ μέγιστον μέρος τῶν πλοίων εἶναι μικρά· ἑπομένως νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀνωτάτους βαθμοφόρους. Μόνοι δὲ οἱ ζῶντες ἂς διατηρήσωσι τοὺς βαθμοὺς αὐτῶν μέχρι τέλους τῆς ζωῆς των.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφοφορεῖται ἡ ἀρχή. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη. Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου ψηφοφορίας. Ἔχομεν εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, περὶ ἀνθυπολοχαγῶν τοῦ πεζικοῦ.
§67ΣΟΥΤΣΟΣ. Εἶμαι ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Στρατιωτικῶν, ἥτις νὰ ἐκφέρῃ γνώμην. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἤθελε τὸ ἀποσύρει, ἂν δὲν εὕρισκεν ἐν τῇ Βουλῇ ἀντιλογίαν. Πρόκειται νὰ θέσωμεν περὶ τοὺς 50 ἢ 60 ἀνθυπολοχαγοὺς τοῦ πεζικοῦ εἰς ἀργίαν, καὶ ἐνῷ ἦτο πρότερον ἀνθυπασπισταὶ καὶ ἀπελάμβανον μισθὸν 100 δραχμῶν πρόκειται νὰ τοὺς θέσωμεν εἰς ἀργίαν καὶ νὰ τοῖς δώσωμεν 55 δραχμάς, δηλονότι ὀλιγώτερον παρ’ ὅσον ἐλάμβανον πρίν. Ποῖον σφάλμα ἔκαμαν αὐτοὶ ἵνα τιμωρηθῶσι τοσοῦτον πικρῶς; Ἦλθεν ὁ ὑπουργὸς καὶ ἐπροκάλεσεν ὀργανικὸν Διάταγμα καὶ τοὺς ἐπροβίβασεν· ὁ ἀνθυπασπιστὴς, ὁ εὑρισκόμενος εἰς τὰ σύνορα πρὸς καταδίωξιν τῆς ληστείας, ἤξευρεν ἂν ὁ προβιβασμός του ἦτο νόμιμος ἢ εἶχε τὸ θάῤῥος ν’ ἀντιταχθῇ καὶ νὰ εἴπῃ, δὲν δέχομαι τὸν προβιβασμόν; Προσθέτομεν ἐφέτας, προσθέτομεν Ἀρειοπαγίτας, ἐπάρχους, κλητῆρας καὶ ἀφαιροῦμεν τὸν ἄρτον ἀπὸ ὀλίγους ἀνθρώπους, οἵτινες ὑπέστησαν ὅλα τὰ δεινὰ τοῦ στρατιώτου καὶ ὅλας τὰς κακουχίας τοῦ ὑπαξιωματικοῦ. Προτείνω ὅθεν τὴν ἀναβολὴν τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου μέχρι τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς ὃν ὡς πληροφοροῦμαι θέλει εὑρεθῆ τρόπος ὅπως οἰκονομηθῶσι.
§68ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Εἰς τὴν γʹ. συζήτησιν κάμνετε τὴν πρότασίν σας.
§69ΣΟΥΤΣΟΣ. Προτείνω τὴν ἀναβολήν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν ἀναβολήν. Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη εἰς αʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀνθυπολοχαγῶν τοῦ πεζικοῦ, δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου ψηφοφορίας ὡς καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἔχομεν ἤδη εἰς αʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§71ΚΑΣΒΙΚΗΣ. Ἔχομεν πρὸ τούτου τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προηγηθῇ.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν, ὥστε ἂν ἐντὸς τοῦ Νοεμβρίου δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων, νὰ τίθεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἀρείου Πάγου. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἀρείου Πάγου καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς ἁ. συζήτησιν δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου ψηφοφορίας ὡς καὶ τὸ σύνολον. Κατόπιν ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐγένετο δεκτὰ εἰς ἁ. συζήτησιν τὰ νομοσχέδια. Περὶ συνοικισμοῦ τῶν Ψαριανῶν, καὶ τὸ περὶ τοῦ Λιμένος Κατακώλου.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν εἰς βʹ. συζήτησιν ἤδη τὸ περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς.
§74ΖΩΧΙΟΣ. Μίαν πρότασιν θὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κύριον ὑπουργόν. Ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι σύστημά τι ἀνθρώπων μὴ φορολογουμένων καὶ ἕτερον βαρέως φορολογουμένων. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, ὅλοι εἴμεθα ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου· ὡς πρὸς τὴν ἐπαρχίαν μου θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μᾶς κατατάξῃ ἴσα μὲ τοὺς Ἑβραίους· αὐτοὶ δὲν φορολογοῦνται.
§75ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Αὐτοὶ εἶναι ὑπήκοοι Ἕλληνες.
§76ΖΩΧΙΟΣ. Ναὶ, ἀλλ’ ἐν Κερκύρᾳ φόρος οἰκοδομῶν, φόρος ἐπιτηδευμάτων δὲν ὑπάρχει. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθὸν νὰ ὑπάρχῃ μία τάξις ἀφορολόγητος, καὶ οἱ ἄλλοι νὰ φορολογοῦνται τρομερά.
§77ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε λοιπὸν νὰ ἐφαρμόσωμεν τοὺς φόρους αὐτοὺς καὶ ἐκεῖ, εἶσθε ὅλοι σύμφωνοι;
§78ΖΩΧΙΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι συμφωνοῦμεν ὅλοι, ἐκτὸς ὅμως τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ ἀποφασίζομεν νὰ καταργήσωμεν ἓν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Ἐπιτρέπεται; δυνάμεθα; Ἐνῷ ὑπάρχει ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ οἱ Ἕλληνες ὅλοι εἶναι ἴσοι, διατί ὁ χωριάτης παράγων ὀλίγον ἔλαιον νὰ πληρώνῃ 22%;
§79ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Εἰς τὴν Συνέλευσιν ἐσεῖς ἐφωνάζατε.
§80ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν λέγω πῶς πταίει ὁ ὑπουργὸς, ἀλλὰ πονεῖ ἡ ῥάχη μου.
§81ΤΙΝΕΣ. Φέρετε τροπολογίαν.
§82ΖΩΧΙΟΣ. Βέβαια θὰ φέρω.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀνεγνώσθη καὶ ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς κτλ. διὰ τὸ ἔτος 1876.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θὰ ᾖναι ἡ τρίτη συζήτησις, ὥστε θὰ συζητηθοῦν καὶ αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας παρακαλῶ νὰ ὑποβάλωσιν ὅσοι ἔχουν τοιαύτας. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν.
§85Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σήμερον εἶναι ἡ βʹ. ἀνάγνωσις καὶ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου διὰ τοῦ ὁποίου τροποποιεῖται ἢ συμπληροῦται ὁ νόμος περὶ διαθέσεως τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν. Σκοπεύω δὲ νὰ φέρω τροποποιήσεις τινὰς τὰς ὁποίας θεωρῶ ἀναγκαίας. Κατὰ τὸ ἔτος 1873 ἐξεδόθη ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον σκοποῦμεν σήμερον νὰ συμπληρώσωμεν, ἐν ἄρθρῳ δὲ ἕκτῳ αὐτοῦ περιλαμβάνεται ἡ ἑξῆς διάταξις «ὅταν οἱ ἐμφυτευταὶ δηλώσωσιν ὡς ἐθνικὰς τὰς πεφυτευμένας γαίας, οἱ ἐνοικιάσαντες κατὰ τὸ παρελθὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας αὐτῶν δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσωσιν αὐτὸ, οὐδὲ παρὰ τῶν ἐμφυτευτῶν, οὐδὲ παρὰ τοῦ δημοσίου δι’ ἀγωγῆς ἀποζημιώσεως.» Συμφώνως λοιπὸν πρὸς τὴν διάταξιν αὐτὴν οἱ ἰδιοκτῆται ἀρνοῦνται νὰ πληρώσωσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, οἱ δὲ ἐνοικιασταὶ ζητοῦσι τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ ἐντεῦθεν φαίνεται, ὅτι ἠγέρθησαν δίκαι, ἅτινας ὑπάρχουν ἐκκρεμεῖς. Ὁ νόμος τοῦ 1873 διέταξεν, ὅτι δὲν θέλει ζητηθῆ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, ἐὰν οἱ ἐμφυτεύσαντες ἐθνικὰς γαίας ἀποκρύπτοντες δὲ τὴν ἰδιότητα ταύτην τῶν γαιῶν, συναινέσωσι ν’ ἀναγνωρίσωσι τὴν ἐπ’ αὐτῶν κυριότητα τοῦ δημοσίου. Καὶ δὲν θέλω μὲν νὰ ἐπικρίνω τὴν διάταξιν, ἀλλὰ νομίζω δίκαιον νὰ ἀποβλέψω καὶ εἰς τὰς δίκας τὰς μεταξὺ ἐνοικιαστῶν καὶ ἐμφυτευτῶν, διότι νομίζω ὅτι παραπλησία διάταξις ὑπερέβαινε τὴν ἁρμοδιότητα τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Καὶ ἀληθῶς ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ δωρήσῃ δικαίωμα τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ καταστρέψῃ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον νομίμως οἱ ἰδιῶται ἀπέκτησαν. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ προβάλω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ νὰ προκαλέσω αὐτὸν νὰ τροποποιήσῃ τὴν διάταξιν αὐτήν.
§86ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐννοεῖ τὰς δίκας μεταξὺ ἐνοικιαστῶν καὶ φορολογουμένων, ἀλλ’ ἐννοεῖ ὅταν δὲν ὑπάρχουν ἐκκρεμεῖς δίκαι. (Διάλογοι μεταξὺ διαφόρων βουλευτῶν). Ἀναγνωσθὲν κατόπιν ἐγένετο δεκτὸν εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον ὡς καὶ τὰ ἑπόμενα δι’ ἀναστάσεως κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον: 1ον. Περὶ ἑρμηνείας τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου. 2ον. Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διὰ τὸ 1874. 4ον. Περὶ τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ 1875. 3ον. Περὶ τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ 1876. 5ον. Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας συμβάσεως περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως τῶν δραπετῶν ναυτῶν τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ. 6ον. Περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἱσπανίας συμβάσεως περὶ ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας. 7ον. Περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν τρίτην καὶ τελευταίαν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ διατάγματος τῆς 11 Ἰουλίου.
§88ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Πρὶν προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ περὶ τοῦ ἀπροχωρήτου, ἐὰν εἶναι τροπολογία, ἐὰν εἶναι συναφὴς καὶ δύναται νὰ συζητηθῇ ἢ εἶναι πρότασις αὐτοτελὴς καὶ πρέπει νὰ ὑποστῇ τὴν δέουσαν προκαταρκτικὴν ἐπεξεργασίαν.
§89ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἔνστασις τοῦ ἀπροχωρήτου δὲν δύναται νὰ ψηφοφορηθῇ τώρα, διότι ἡ συζήτησις δὲν ἐτελείωσεν, ἀλλ’ ὅταν τελειώσῃ.
§90ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι εἶναι ἀπηγορευμένη ἡ συζήτησις.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ῥοντήρης φρονεῖ, ὅτι συζήτησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ χώραν, καὶ κατὰ τῆς συζητήσεως προτείνει τὸ ἀπροχώρητον.
§92ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Διατὶ τὸ προτείνει;
§93ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριοι, ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ δεχθῇ ἢ νὰ ἀποῤῥίψῃ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Τρικούπης, καὶ τὴν ὁποίαν ἐγὼ διετύπωσα ὡς τροπολογίαν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς δύναται νὰ προταθῇ κατὰ τῆς τροπολογίας ἢ τῆς προτάσεως ταύτης τὸ λεγόμενον ἀπροχώρητον.
§94ΧΟΪΔΑΣ. Μὰ τί εἶναι αὐτὸ τὸ ἀπροχώρητον· δὲν τὸ καταλαμβάνω.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ μάθετε· ὑπομονή!
§96ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ προτείνῃ τις τὸ ἀπροχώρητον ἐπὶ μιᾶς προτάσεως, πρέπει νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι ἄλλως ἀποκλείονται οἱ βουλευταὶ καὶ οἱ ὑπουργοὶ ἀπὸ τοῦ νὰ προτείνουν τροπολογίας ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων. Ἐρωτῶ δὲ ὑμᾶς, ἡ πρότασις ἡ ὁποία ὑπεβλήθη, ἔχει ἢ δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ νομοσχέδιον; Τὸ νομοσχέδιον, κύριοι, δὲν εἶναι ἄλλο τίποτε, εἰμὴ διατίμησις ξένων νομισμάτων.
§97ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὄχι, ἔγκρισις βασιλικοῦ διατάγματος.
§98ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, διὰ νὰ εὐχαριστήσω τὸν κύριον Ῥοντήρην, λέγω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἐγκρίνεται Βασιλικὸν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου Βασιλικοῦ Διατάγματος ἐγένετο διατίμησις ξένων νομισμάτων (ἱλαρότης). Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι παρὰ διατίμησις ξένων νομισμάτων. Ὅταν, κύριοι, ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας ἓν κείμενον, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει διατίμησιν ξένων νομισμάτων, σᾶς ἐρωτῶ, δὲν εἶσθε κύριοι συζητοῦντες αὐτὸ νὰ μεταβάλητε τὴν διατίμησιν, τὴν ὁποίαν τὸ Διάταγμα ἢ τὸ νομοσχέδιον διαλαμβάνει; Βεβαίως ναὶ, διότι ἔχετε τὸ δικαίωμα, ἐὰν νομίσητε ὅτι ἡ διατίμησις εἶναι σφαλερὰ, νὰ τὴν διορθώσητε. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο, δὲν ἔχει ἄραγε δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ περιορίσῃ τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ᾖναι ἐν κυκλοφορίᾳ τὸ νόμισμα. Διὰ τί διατιμῶμεν τὰ ξένα νομίσματα; Οὐχὶ βεβαίως διὰ ν’ ἀποφανθῶμεν ἁπλῶς περὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν κυκλοφορίαν αὐτῶν εἰς τὸν τόπον ἡμῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, γίνεται κατ’ ἐξαίρεσιν μόνον εἰς ἡμᾶς, διότι εἰς ὅλα τὰ ἔθνη δὲν κυκλοφοροῦσι παρὰ τὰ ἐγχώρια νομίσματα· ἕκαστον ἔθνος ἔχει τὰ ἴδιά του νομίσματα, καὶ μόνον μὲ αὐτὰ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ γίνωνται αἱ δοσοληψίαι καὶ αἱ συναλλαγαί. Αὕτη εἶναι καὶ ἡ βάσις τοῦ Διατάγματος τοῦ 1873, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ μίαν νομισματικὴν μονάδα, ἓν σύστημα νομισματικὸν, καὶ διατάττει τὴν ἐκκοπὴν νομισμάτων, τὰ ὁποῖα παριστάνουν τὴν μονάδα ταύτην εἰς διαφόρους ποσότητας, διαλαμβάνει δὲ, ὅτι πᾶσα πληρωμὴ ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους θὰ γίνεται μὲ νομίσματα ἐγχώρια βασιλικά· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶχον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προμηθευθῶμεν τὰ ἀναγκαῖα νομίσματα τότε, διὰ τοῦτο προσωρινῶς εἶπον, ὅτι εἶναι δεκτὰ καὶ τὰ ξένα νομίσματα, τὰ ὁποῖα καὶ διετίμησεν. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι ἀφοῦ πρόκειται σήμερον νὰ διατιμήσωμεν ξένα νομίσματα, εἶναι λίαν συνεπὲς νὰ ὁρισθῇ καὶ ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ταῦτα δύνανται νὰ κυκλοφορῶσιν. Ἐπομένως δὲν βλέπω, πῶς δύναται κατὰ μιᾶς προτάσεως τοιαύτης νὰ προταθῇ τὸ ἀπροχώρητον. Ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ καὶ νὰ ἀφήσῃ ἀπροσδιόριστον τὸν χρόνον, οὐδέποτε ὅμως νὰ δεχθῇ τὸ ἀπροχώρητον.
§99ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Σήμερον μᾶς ζητεῖται τὸ ἑξῆς, νὰ ἐγκρίνωμεν μίαν παρανομίαν γενομένην κατὰ τοῦ Συντάγματος διὰ τῆς ἀσκήσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, καὶ αὕτη εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἐπιδοκιμάσωμεν παρανομίαν, διότι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τὸ στέμμα νὰ ἐκδώσῃ Διάταγμα.
§100ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι κατηγορητήριον.
§101ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἀντὶ νὰ διατυπώσωμεν κατηγορητήριον κατὰ τοῦ ὑπουργείου Τρικούπη, ζητεῖται: ὑπῆρχεν εὔλογος ἀφορμὴ νὰ ἐκδοθῇ αὐτὸ τὸ Διάταγμα; Σήμερον δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα ὡς νὰ ψηφίζωμεν, ὡς νὰ ἐκτιμῶμεν τὰς ἀφορμὰς σήμερον, ἀλλὰ ἐξετάζομεν ἐὰν ὑπῆρχεν εὔλογος ἀφορμὴ, ἐὰν κοινὸν συμφέρον τοῦ Κράτους ἀπῄτει τότε τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος, καὶ δὲν πρόκειται, νὰ ἐξετάσωμεν πῶς θὰ οἰκονομηθῶμεν, πῶς θὰ πορισθῶμεν εἰς τὸ μέλλον, θὰ ἀντιταχθῶμεν κατὰ τῆς πλημμύρας τῶν ξένων νομισμάτων. Διὰ τοῦτο ἐπρότεινα τὸ ἀπροχώρητον. Ἐξελεξάμην δὲ καὶ ἀπεδεξάμην τὸν ὅρον ἀπροχώρητο ἀπὸ τὰ Ἑπτανησιακὰ ἰδιώματα, διότι εἶναι καταλληλότερος. Ὅταν λέγομεν ἀπαράδεκτον, ἐνδεχόμενον νὰ νοήσωμεν, ὅτι εἶναι μία πρότασις ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ ποτὲ, διότι ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι ἐδικάσθη ἤδη· τὸ ἀπροχώρητον ὅμως εἶναι ἐκφραστικώτερον. Λέγω αὐτὸ διὰ τοὺς νεωτέρους, οἱ ὁποῖοι δὲν τὸ γνωρίζουν. Μολαταῦτα ἂς διατυπωθῇ ἡ πρότασις ὡς πρότασις ἀπαραδέκτου. Ἡ διὰ νόμου ἔγκρισις τοῦ διατάγματος εἶναι δικαστικῆς φύσεως, ὥστε εἶναι ζήτημα ἂν δεῖται κυρώσεως Βασιλικῆς, καὶ δὲν χρειάζεται κατ’ ἐμὲ κύρωσις Βασιλική. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον κάμνομεν σήμερον, εἶναι ἁπλῶς ψῆφος συγγνώμης· λέγομεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, ἄριστα ἔπραξε διατιμῆσαν οὕτω τὸ νόμισμα· ἐνήργησε κάλιστα ὡς ἐντολοδόχος ἡμῶν, ὡς διαχειριστὴς ἀλλοτρίων, ὡς συνετὸς οἰκογενειάρχης ἂν καὶ δὲν εἶχε τοιαύτην ἐντολήν. Τώρα θέλετε νὰ τὰ ἀναμίξωμεν ὅλα; Ἴσως δὲν βλάπτει εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα, ἀλλὰ θὰ ᾖναι προηγούμενον κάκιστον, διότι δὲν θὰ ἔχωμεν οὕτω ἡμερησίαν διάταξιν. Ὅταν συγχέωνται νόμοι πρὸς διατάγματα, τὸ παρελθὸν πρὸς τὸ μέλλον, ἕκαστος ἔχει δικαίωμα νὰ προκαλῇ ἕνα νόμον πρόσθετον ἄλλον ἀπὸ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπὸ συζήτησιν. Ὅταν ἠξεύρω ὅτι συζητεῖται νόμος τις ἐπουσιώδης, ἐνδέχεται νὰ ᾖμαι κακοδιάθετος ἢ ἀσθενὴς καὶ νὰ μὴ ἔλθω· ὅταν ὅμως ἠξεύρω ὅτι εἶναι σπουδαιότατος νόμος, ἀποφασίζω καὶ ὀλιγορῶ τῆς ὑγείας μου καὶ ἔρχομαι. Πάντοτε εἶναι σπουδαῖον νὰ ἠξεύρω τὶ θὰ συζητήσωμεν. Διὰ τοῦτο θεωρῶ τὸ ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ σπουδαιότερον τοῦ Κράτους συμφέρον, παρὰ τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας. Τὸ ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ εἶναι ὁ νόμος ἡμῶν, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὰς σχέσεις τῆς πλειοψηφίας πρὸς τὴν μειοψηφίαν, τὰς μεταξὺ μας σχέσεις· ἄλλως, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατί νὰ μὴ διατυπωθῇ εἰς νόμον ἡ νέα αὕτη πρότασις. Καί, κύριοι, γνωρίζω τὴν δύναμιν καὶ τὴν χάριν τοῦ λόγου καὶ τὴν εὐφυΐαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ὑπουργὸς ἔχει, νὰ ἀναλύῃ καὶ νὰ παριστᾷ τὰ πράγματα καλὰ, ἁπαλὰ, καὶ εἶδον καὶ ἐγὼ, ὅτι προχωρῶν παρὰ μικρὸν νὰ μὲ πείσῃ ὅτι τῷ ὄντι τὸ αὐτὸ πρᾶγμα εἶναι, διότι λέγει, τὶ πρόκειται σήμερον; νὰ ὑποτιμήσωμεν τὰ ξένα νομίσματα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται σήμερον νὰ τὰ ὑποτιμήσωμεν, εἶναι ἤδη ὑποτετιμημένα· ἔστω ὅμως ὅτι πρόκειται σήμερον περὶ αὐτοῦ· εἶναι νόμοι περὶ διατιμήσεως τῶν νομισμάτων; Ὁ νόμος ὁ περὶ διατιμήσεως τῶν νομισμάτων ἔχει ὡς ἀρχὴν τὴν συντήρησιν τῆς τιμῆς τοῦ νομίσματος, διατετιμημένου, ὡς γνωστόν. Αὐτὸς ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον παρεισήξατε, κ. ὑπουργὲ, εἶναι ὅλως ἀντίθετος εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς διατιμήσεως. Τὰ νομίσματα αὐτὰ, ἰσχυρίζεσθε, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξωσι καὶ τοῦτο εἶναι πρότασις νέα, αὐτοτελὴς, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑποστῇ τὴν βάσανον τῆς προδικασίας, διότι ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάργησιν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν συντήρησιν τοῦ νομίσματος. Σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι πρὸ μικροῦ, εἴχομεν δύω βαθμοὺς, οὕτως εἰπεῖν, δικαιοδοσίας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· εἰς ἄλλας ἐποχὰς, ἤτοι ἐπὶ δημοκρατίας τῶν Ἀθηναίων, ἦσαν 4 ἢ 6 βαθμοὶ, διὰ τῶν ὁποίων διήρχοντο οἱ νόμοι, ἤδη δὲ ἁπλοποιήθη εἰς ἕνα βαθμὸν ὃν ὀφείλομεν νὰ τηρήσωμεν ἀκέραιον διὰ τριπλῆς ψηφίσεως καὶ οὐχὶ διὰ τροπολογιῶν. Τί μένει τώρα; ἡ πρότασις τοῦ ὑπουργοῦ· ἀλλὰ τουλάχιστον ὁ ὑπουργὸς νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν πρότασίν του, καὶ ὅταν ὡριμάσῃ ἡ πρότασις αὐτὴ, μάλιστα, καὶ ὄχι νὰ μᾶς φέρῃ νὰ συζητῶμεν εἰς μάτην. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ ἀπροχωρήτου τῆς προσθήκης καὶ τοῦ ἀπαραδέκτου, καὶ νὰ γείνῃ ἡ διαίρεσις.
§102ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προλαλήσας νομίζω, ὅτι δὲν παρηκολούθησε τὴν ἱστορίαν τῆς τῶν ξένων νομισμάτων διατιμήσεως· ἂν ταύτην παρηκολούθει, ἤθελε παρατηρήσει, ὅτι διὰ νόμου μέχρι τοῦδε δὲν ἐκανονίσθη ἡ διατίμησις τῶν νομισμάτων παρ’ ἡμῖν. Καὶ αὐτὸ τὸ Διάταγμα τοῦ 1833 δὲν φέρει τὸν τύπον, ὃν φέρουσιν αἱ πρὸ τῆς μεταπολιτεύσεως τοῦ 1843 ἐκδιδόμενοι Νόμοι, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν μεταπολίτευσιν ἐξεδόθησαν πολλὰ Β. Διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων διετιμήθησαν ξένων ἐπικρατειῶν νομίσματα, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Κατὰ τὸ 1858 ἐξεδόθη Β. Διάταγμα τῇ προτάσει τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπετιμήθη ἡ σφάντζικα· εἰς τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ἐσημειώθη μὲν, ὅτι θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, ἀλλ’ ὅμως οὐδέποτε ἐνεκρίθη νομοθετικῶς· ἐν τούτοις τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ἀπετέλεσε νόμον τοῦ Κράτους ἐν ἐνεργείᾳ ἔκτοτε ὄντα. Ἑπομένως καὶ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Τρικούπη ἠδύνατο διὰ Β. Διατάγματος νὰ κανονίσῃ τὴν τιμήν τινων ἐκ τῶν ξένων νομισμάτων· ἀλλ’ εὗρεν ἴσως ἐν ὑπερβολικῇ πρὸς τὸ πολίτευμα καὶ τῇ νομοθετικῇ ἐξουσίᾳ εὐλαβείᾳ, εὗρε δεδικαιολογημένον νὰ προσθέσῃ ἐν τῷ Διατάγματι ὅτι θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ὥστε δὲν πρόκειται περὶ συγγνώμης πρὸς τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ προλαλήσας. Σήμερον πρόκειται μόνον περὶ διατιμήσεως ξένων νομισμάτων. Ἄλλως τε ὑπάρχουν καὶ ἄλλα ἀκόμη προηγούμενα· ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἐξεδόθησαν καὶ ἐκδίδονται Β. Διατάγματα κανονίζοντα τὰ τελωνιακὰ τέλη τῶν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων, καὶ ἄλλοτε μὲν ὑποβιβάζοντα, ἄλλοτε δὲ ἀναβιβάζοντα τὰ τέλη ταῦτα· τὰ Διατάγματα ταῦτα ὑποβάλλονται εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, ἥτις δικαιοῦται νὰ μεταῤῥυθμίζῃ αὐτά. Δὲν πρόκειται λοιπὸν σήμερον νὰ κανονισθῇ ἕτερόν τι ἢ ἡ διατίμησίς τινων ἐκ τῶν ξένων νομισμάτων· ἂν διὰ τῆς διατιμήσεως αὐτῆς ὑποτιμηθῶσιν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε τὰ νομίσματα νὰ φυγαδευθῶσι, δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ ἀπαγορεύεται ἡ νόμιμος αὐτῶν κυκλοφορία; Ἡ τροπολογία λοιπὸν εἶναι σχετικὴ πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ Διατάγματος τῆς 11 Ἰουλίου ε. ε.
§103ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὑποστηρίζω τὸ ἀπροχώρητον τῆς ὑπὸ συζήτησιν τροπολογίας, διότι αὐτὴ δὲν εἶναι ἁπλῆ, ἔχει μεγάλην συνάφειαν μὲ τὸ ζήτημα τὸ ἄλλο περὶ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἀνεβάλομεν, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι αὐτὸ ἦλθεν κατ’ εὐθεῖαν, τοῦτο δὲ ἔρχεται πλαγίως· ἡ δὲ τροπολογία δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὸ ἀπροχώρητον, διότι ἡ τροπολογία ἔχει μεγάλην καὶ σπουδαίαν σημασίαν.
§104ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἄρθρον 41 τοῦ Συντάγματος, ὁ Βασιλεὺς κόπτει νομίσματα κατὰ τὸν νόμον, καὶ ὁ Βασιλεὺς προσδιορίζει τὴν τιμὴν τοῦ νομίσματος· τὸ νόμισμα δὲν ὑποτιμᾶται διὰ Διατάγματος, ἀλλὰ διὰ νόμου, καὶ δι’ αὐτὸ ὁ κ. Τρικούπης καλῶς ποιῶν περεσκεύασε τὸν νόμον αὐτὸν καὶ τὸν εἰσήγαγεν ἐνώπιόν σας. Τὸ παράδειγμα, ὅτι διὰ Διαταγμάτων προσδιορίζεται τὸ ποσὸν τοῦ τέλους ἐν τῷ δασμολογίῳ, αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα δὲν χρησιμεύει διόλου ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ κ. Σιμοπούλου, διότι αὐτὸ γίνεται δυνάμει ῥητοῦ νόμου ἐπιτρέποντος ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς νὰ ῥυθμίζωνται τὰ τοῦ δασμολογίου.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν κατὰ τὸ ἄρθρον 20 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει δυστυχῶς ἀπείρους ἀνωμαλίας, διότι ἔπαθε πέρυσι τῶν παθῶν του τὸν τάραχον, κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ πρέπει νὰ ὑποστηρίξουν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥοντήρη 10· ὑποστηρίζουν λοιπὸν δέκα Βουλευταὶ αὐτήν; (Ἐγείρονται πλείονες τῶν 10) Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἤδη περὶ τοῦ ἀπροχωρήτου· οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥοντήρη περὶ τοῦ ἀπροχωρήτου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται σχεδὸν οἱ ἡμίσεις). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§106ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε, παρεδέχθη· ἄλλως, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω ἀντιστρόφως· οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς τροπολογίας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λοιπὸν προβαίνομεν. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προσθήκης;
§108ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐζητήθη διὰ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ κυρωθῇ τὸ ἀπὸ 11 Ἰουλίου Βασιλικὸν Διάταγμα, ἐζητήθη νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς διάταξις, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου 1877 ἀπαγορεύεται ἐν τῷ Κράτει ἡ κυκλοφορία τῶν ξένων νομισμάτων, μένουσι δὲ δεκτὰ ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ μόνον τὰ νομίσματα, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ὁ νόμος τοῦ 1867. Ἐπὶ τῆς προσθήκης ταύτης ὑπολαμβάνω, ὅτι ὀφείλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, διότι ἦτον ἐνδεχόμενον νὰ παρεξηγηθῶ. Φρονῶ, ὅτι τὸ νομισματικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη κατὰ τὸ 1867, εἶναι ἐπιστημονικῶς ὀρθὸν καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐπιτήδειον πρὸς τὰς συναλλαγὰς τῆς Ἑλλάδος· μ’ ὅλον ὅτι δὲ ἔχω τὸ φρόνημα τοῦτο, εἶμαι ἠναγκασμένος ἢ μᾶλλον ὀφείλω νὰ ψηφίσω κατὰ τῆς προταθείσης προσθήκης· ἰδοὺ δὲ διὰ ποῖον λόγον. Εἶναι ἴσως μάταιον νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἵνα πείσω αὐτὴν ὅτι τὸ νομισματικὸν σύστημα τοῦ 1867 εἶναι ἐπιστημονικῶς ὀρθὸν καὶ ἐπιτήδειον πρὸς τὰς συναλλαγὰς τῆς Ἑλλάδος, διότι δὲν συζητοῦμεν σήμερον πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας προβάλλεται ἡ κατάργησις τοῦ νόμου τοῦ 1867. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ προτεινομένη προσθήκη σκοπεῖ νὰ θέσῃ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1877 εἰς ἐφαρμογὴν μίαν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1867, δι’ ἧς ἀπαγορεύεται ἡ κυκλοφορία ξένων νομισμάτων, ἑπομένως διὰ τῆς προσθήκης ταύτης πρόκειται νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος τοῦ 1867 κατὰ μίαν καὶ μόνην διάταξιν. Ὅθεν εἶναι ἀναγκαῖον ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ παραβλάπτῃ τὰ συμφέροντα τῶν συναλλαγῶν καὶ τοῦ ἐμπορίου, ἢ ἂν πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος, τὴν ὁποίαν ἐμμέσως εἰσάγει ἡ προσθήκη αὕτη, δὲν ἀπαιτεῖται νὰ γένηται ἡ προπαρασκευὴ διὰ τὴν καθόλου ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τοῦ 1867. Ἐὰν τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀμέσως ἄνευ ζημίας τινός, ἤθελον ψηφίσει εὐχαρίστως ὑπὲρ τῆς προσθήκης ταύτης· εὑρίσκω ὅμως ὅτι ἡ προσθήκη αὕτη δὲν προπαρασκευάζει τὴν καθόλου ἐφαρμογὴν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος τοῦ 1867· τὸ νομισματικὸν σύστημα τοῦ 1867 μεγεθύνει τὴν νομισματικὴν μονάδα, καὶ διὰ τοῦτο φέρει ἀληθῆ διατάραξιν εἰς τὰς συναλλαγάς. Καὶ δὲν εἶναι μὲν ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πολλοὶ φρονοῦσιν, ὅτι αὐξάνει τὰς τιμὰς τῶν πραγμάτων, ἴσως μάλιστα ἐλαττώσει κατά τι τὰς τιμὰς τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων· εἶμαι ὅμως πεπεισμένος ὅτι θέλει ἐπιφέρει ὑπερτίμησιν τῶν μικρῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην, καὶ προσέτι τῶν μικρῶν ἐκείνων πραγμάτων, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην εἰς τὸν καθημερινὸν βίον μας· ἡ ὑπερτίμησις αὕτη αὐξάνει ἑπομένως τὰς δαπάνας τοῦ καθημερινοῦ βίου κατὰ τοῦτο καὶ ἐφάπτεται τῶν συμφερόντων τῶν πολλῶν, οἵτινες, ἐννοοῦντες καλῶς τοῦτο, θέλουσι κηρυχθῆ πολέμιοι τοῦ νέου συστήματος· ἰδοὺ ὁ φυσικὸς πόλεμος, ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη κατὰ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος τοῦ 1867. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ πολέμου τούτου ἐπλάσθησαν καὶ ἄλλοι πολέμιοι κατὰ τῆς ἐφαρμογῆς. Ἡ πρόωρος καὶ ἐξ ἁπλῆς ἰδιοτελείας τοῦ δημοσίου εἰσαγωγὴ εἰς τὴν κυκλοφορίαν τῶν χαλκίνων νομισμάτων, ἐπήνεγκε τὴν κερδοσκοπικὴν ἐπιχείρησιν, ἥτις κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς νομίζεται πιθανὴ ἡ προσεχὴς ἐφαρμογὴ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, ἀνεπτύχθη. Τινὲς κερδοσκόποι συνήθροισαν ὅλα τὰ χάλκινα νομίσματα, ἐστέρησαν αὐτῶν τὴν ἀγορὰν, ἥτις περιελθοῦσα ἕνεκα τούτου εἰς ἀμηχανίας, ἐκηρύχθη καὶ αὕτη πολεμία τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος. Δὲν ἦτο φύσει πολεμία, ἐπλάσθη ὅμως τοιαύτη ἀπὸ τῆς ἰδιοτελοῦς καὶ προώρου εἰσαγωγῆς τοῦ νέου συστήματος. Ἂν ἀπαιτῶμεν ἀπὸ τοὺς πολλοὺς νὰ ὑποφέρωσι τὴν μικρὰν αὔξησιν τῶν δαπανῶν των, τὴν ὁποίαν θέλει ἐπιφέρει ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου συστήματος· ἂν ἀπαιτῶμεν παρ’ αὐτῶν τὴν θυσίαν ταύτην, πρέπει καὶ τὸ δημόσιον νὰ ὑποβληθῇ εἰς θυσίας. Ὁ μεγαλείτερος δὲ ἐκ τῶν συναλλασσομένων ἐν Ἑλλάδι εἶναι τὸ δημόσιον, καὶ ἐνῷ ὅλοι οἱ συναλλασσόμενοι, οἱ ἔχοντες ἀνάγκην τῶν μικρῶν ἐκείνων ὑπηρεσιῶν αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ὑπερτιμηθῆ, θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς κἄποιαν ζημίαν, τὸ δημόσιον δὲν ἠθέλησε νὰ ὑποβληθῇ εἰς οὐδεμίαν ζημίαν, ἀλλὰ προσεπάθησε νὰ κερδοσκοπήσῃ. Ἡ παρατήρησις αὕτη βεβαίως δὲν ἀφορᾷ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐφάπτεται ὅλων τῶν Κυβερνήσεων. Καὶ πῶς προσεπάθησε νὰ κερδοσκοπήσῃ; Ἐν πρώτοις, πρὶν ἢ τεθῇ τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα εἰς ἐνέργειαν εἰσήγαγεν εἰς κυκλοφορίαν τὰ χάλκινα νομίσματα διὰ νὰ ὠφεληθῇ. Ἐφρόντισε περὶ ἐκτυπώσεως τῶν νέων ἀργυρῶν νομισμάτων διὰ νὰ ὠφεληθῇ τὰ ὀλίγα χιλιοστὰ τοῦ ἀργύρου, τὰ ὁποῖα ἐξ αὐτῶν ἐλλείπουσιν, ἀντικατασταθέντα διὰ τοῦ χαλκοῦ. Ἐκ τοῦ ἐναντίου, ἂν αἱ Κυβερνήσεις ἤθελον νὰ προπαρασκευάσωσι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος, ὤφειλον ἀντὶ νὰ πλάσωσι νέους πολεμίους, νὰ ἀσχοληθῶσι νὰ ἐλαττώσωσι τοὺς ὑπάρχοντας. Νομίζω δὲ ὅτι ἤθελον καταστήσει εὐχερεστέραν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου συστήματος καὶ ἤθελον κατά τι ἐλαττώσει τοὺς ὑπάρχοντας πολεμίους, ἂν ἠσχολοῦντο νὰ ἐλαττώσωσι τὸν ἀριθμὸν τῶν βλαπτομένων ἐκ τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος. Ἀλλ’ ἀφῆκαν τὸ μισθολόγιον ὡς εἶχεν, ἑπομένως ὤθησαν εἰς τὰς τάξεις τῶν πολεμίων τὴν πληθὺν τῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες θέλουσι λαμβάνει τὸ αὐτὸ ποσὸν τῶν χρημάτων ὅσον ἐλάμβανον, θέλουν δ’ ὑποφέρει τὴν ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν πραγμάτων ζημίαν· ἀφῆκαν τὸ συνταξιολόγιον ὡς εἶχεν, ἑπομένως ὤθησαν εἰς τὰς τάξεις τῶν πολεμίων καὶ τοὺς συνταξιούχους· οὐδὲ περὶ τοῦ στρατοῦ προέβλεψαν, ἀφήσασαι καὶ αὐτοὺς τοὺς στρατιώτας νὰ ὑποβληθῶσιν ἐπὶ τοῦ σιτηρεσίου των εἰς τὴν ζημίαν ταύτην. Τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος θέλει καταστήσει εὐχερῆ ἡ ἐλλάτωσις καὶ οὐχὶ ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν πολεμίων αὐτῆς· λέγω δὲ ταῦτα, διότι ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, θεωρῶν αὐτὸ τὸ μᾶλλον ἐπιτήδειον πρὸς τὰς συναλλαγὰς τῆς Ἑλλάδος. Ἡ προσθήκη αὕτη μάλιστα νομίζω, ὅτι δύναται καὶ καθ’ ἑαυτὴν νὰ ἔχῃ πολεμίους τινὰς, διότι πρόκειται νὰ κηρυχθῇ μόνον τὸ νέον νόμισμα δεκτὸν εἰς τὰς συναλλαγάς· ἀλλὰ τὰ κλάσματα αὐτοῦ παραβαλλόμενα πρὸς τὴν νομισματικὴν μονάδα τὴν ὑπάρχουσαν μέχρι σήμερον, ἡ ὁποία θέλει ἐξακολουθήσει καὶ μέχρι τοῦ 1877, τελευτᾷ εἰς μικρὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ λάβῃ οὔτε ὁ δίδων οὔτε ὁ λαμβάνων, ἐντεῦθεν δὲ καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς προσθήκης ταύτης θέλει ἐπιφέρει μικρὰς ζημίας εἰς τοὺς συναλλασσομένους. Ὅθεν γνωμοδοτῶ κατὰ τῆς προταθείσης προσθήκης, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι θέλομεν ὑποληφθῆ προτιθέμενοι δι’ αὐτῆς νὰ ὑποκλέψωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου συστήματος, κρίνω ταύτην αὐξάνουσαν τοὺς κατὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος πολεμίους διὰ τῆς προσθήκης εἰς τὰς τάξεις αὐτῶν καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ὑποστῆ ζημίαν ἕνεκα τῶν κλασμάτων.
§109Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο, κύριοι, νὰ ἔχωμεν ὑπὸ συζήτησιν τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος, τότε βεβαίως ἄλλη ἔπρεπε νὰ ἦτον ἡ συζήτησις, καὶ τότε καὶ ἐγὼ ἤμην ἠναγκασμένος νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Δηλιγιάννην, μ’ ὅλον ὅτι ἤθελεν συμπέσει μὲ τὸν κ. Δεληγιάννην νὰ ἤμεθα σύμφωνοι· σήμερον ὅμως δὲν πρόκειται περὶ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος, διότι νομισματικὸν σύστημα μένει αὐτὸ τὸ ἰδανικὸν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα· καὶ λέγω ἰδανικὸν, διότι ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχομεν οὐδὲν νομισματικὸν σύστημα, ἀλλὰ εἴμεθα ἠναγκασμένοι ἕκαστος νὰ φέρῃ μαζῆ του ἕν τιμολόγιον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ διατιμῶνται ὅλα τὰ νομίσματα ὅλου τοῦ κόσμου, ὅλων τῶν ἐποχῶν καὶ ὅλων τῶν ἐπικρατειῶν· καὶ ὅταν πρόκειται νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἀγορὰν, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐξαγάγωμεν ἀπὸ τοῦ κόλπου μας τὸ τιμολόγιον αὐτὸ, διὰ νὰ ἴδωμεν, εἴτε τὸ διδόμενον, εἴτε τὸ προσφερόμενον εἰς ἡμᾶς νόμισμα ποίαν ἀξίαν ἔχει, καὶ ἀπορῶ πῶς ἀκόμη εἰς τὴν ἀγορὰν μας δὲν ἰσχύουσι τὰ νομίσματα τοῦ Πύῤῥου, τοῦ Ἀρκαδίου καὶ ὅλων τῶν αὐτοκρατόρων, διότι ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχομεν νομισματικὸν σύστημα, καὶ ἡ ἀγορὰ τῆς Ἑλλάδος δὲν παριστάνει τίποτε ἄλλο, παρὰ ἓν νομισματικὸν μουσεῖον. Βλέπω καὶ ἐπιμένουν λέγοντες, ἀφήσατε, κύριοι, τὰς ῥεγγίνας τῆς Γερμανίας νὰ κυκλοφοροῦν εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ κυκλοφοροῦν ὡς νόμισμα, ἀφοῦ εἰς τὴν ἰδίαν Γερμανίαν δὲν εἶναι νόμισμα, ἀφοῦ εἰς τὴν ἐπικράτειαν εἰς τὴν ὁποίαν ἐτυπώθησαν δὲν ἔχουσι νομισματικὴν ἀξίαν· ἡμεῖς θέλομεν νὰ υἱοθετήσωμεν νομίσματα, τὰ ὁποῖα τυπώνουν σήμερον διὰ νὰ τὰ στείλουν εἰς τὴν Ἀβυσσινίαν καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία εἶναι τὸ νομισματικὸν μουσεῖον ὅλου τοῦ κόσμου. Τί σᾶς ζητεῖ, κύριοι, ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; ζητεῖ νὰ φυγαδεύσητε ταῦτα τὰ νομίσματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν οὐδεμίαν ἄλλην ἀξίαν, παρὰ μόνον καὶ μόνον τὴν ἀξίαν τοῦ πολυτίμου μετάλλου, τὴν ὁποίαν ἔχουν ἐν ἑαυτοῖς· καὶ ὅταν παραδεχθῆτε, ὅτι τὰ νομίσματα αὐτὰ δὲν ἔχουν οὐδεμίαν ἄλλην ἀξίαν, παρὰ μόνον τὴν ἀξίαν τοῦ πολυτίμου μετάλλου, τότε βεβαίως ἔρχεσθε εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πρέπει τις νὰ ἀπορῇ, πῶς ὅλα τὰ νομίσματα ὅλων τῶν ἐποχῶν καὶ ὅλων τῶν ἐπικρατειῶν δὲν κυκλοφοροῦν εἰς τὴν ἀγοράν μας. Μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω εἰς τὸν κ. Δηλιγιάννην, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1867 ἀπέκλεισεν ἐκ τῆς κυκλοφορίας τὰ λοιπὰ νομίσματα· ἡ ἀνάγκη αὐτὴ παρουσιάσθη σήμερον. Ὁ νόμος τοῦ 1867 ἐν ἄρθρῳ 11 λέγει: τὰ νομίσματα τῶν ξένων ἐπικρατειῶν εἶναι δεκτὰ ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τῶν ἰδιωτῶν ἐπὶ τῇ....... ὥστε αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Δηλιγιάννης εἶναι ἐντελῶς ἐσφαλμένον. Ἀλλὰ θὰ μοῦ εἰπῆτε, διατί σήμερον σεῖς ζητῆτε τὸν ἀποκλεισμὸν ὅλων αὐτῶν τῶν νομισμάτων καὶ θέλετε νὰ εἰσαγάγητε μόνον καὶ μόνον τὰ νομίσματα τῆς Γαλλίας, τοῦ Βελγίου, τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Ἑλβετίας; Μοῦ φαίνεται, ὅτι ἡ ἀπάντησις εἶναι εὔκολος· θέλομεν, κύριοι, ἀντικαταστήσει τὰ ἀργυρᾶ νομίσματα διὰ τῶν νομισμάτων τῶν χωρῶν εἰς τὰς ὁποίας καὶ ἡμεῖς προσεχωρήσαμεν καὶ ὀφείλομεν σεβόμενοι ἑαυτοὺς νὰ σεβασθῶμεν τὰς ἀποφάσεις μας, καὶ δεύτερον διότι τὰ νομίσματα αὐτὰ εἶναι πραγματικά, καὶ κυκλοφοροῦν ὡς νόμισμα ἔχον ἀξίαν σχετικῶς πρὸς τὸν χρυσὸν ὡς 15,5%, διότι ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον τυποῦνται. Ἐὰν μεταβῆτε εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ δώσητε ἐκεῖ ἀντὶ ἑνὸς εἰκοσιφράγκου 4 Γαλλικὰ θὰ τὰ δεχθῶσιν ὡς νόμισμα, διότι τὸ νόμισμα τοῦτο ἀντιπροσωπεύει τὴν ἀξίαν ἑνὸς 20φράγκου χρυσοῦ. Εἶναι μία ἐγγύησις τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ ἐπικράτεια, καὶ εἶπεν ὅτι ὁ ἄργυρος ὁ φέρων τὸν τύπον αὐτόν, ἔχει σχετικὴν ἀξίαν πρὸς τὸν χρυσὸν ὡς 15,5%, καὶ εἶναι νόμισμα, τὸ ὁποῖον δύνασθε νὰ μεταχειρισθῆτε εἰς ὅλην τὴν εὐρυτάτην χώραν τῶν 4 ἐπικρατειῶν· ἀλλὰ τὴν ῥεγγίναν, πρὸς τὴν ὁποίαν τόσην στοργὴν δεικνύουσί τινες, δὲν μεταχειρίζονται παρὰ ὡς ἄργυρον, ἅμα θελήσητε νὰ τὴν στείλετε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν Εὐρώπην· ἂν φθάσῃ ἐκεῖ γροῦπος ἀπὸ ῥεγγίνας, θὰ τὰς παραλάβουν μὲ τὴν ὀκά, καὶ οὐχὶ ὡς νόμισμα, ἐνῷ τὰ τάλληρα τῆς Γαλλίας, τῆς Ἰταλίας, τῆς Ἑλβετίας εἶναι νομίσματα οὐχὶ πλέον τῶν 4 ἐπικρατειῶν ἀλλὰ πάσης τῆς Εὐρώπης, διότι ὅλος ὁ κόσμος διὰ τῶν ἐμπορικῶν σχέσεων εὑρίσκεται εἰς συνάφειαν μετὰ τῶν ἐπικρατειῶν αὐτῶν. Καὶ αὐτὰ τὰ τάλληρα τῆς Γαλλίας, ὅταν μεταβαίνωσιν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν Ἀγγλίαν, δὲν ἔχουν παρὰ νὰ περάσουν τὸ στενὸν τῆς Μάγχης καὶ νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν ἐπικράτειαν, εἰς τὴν ὁποίαν κυκλοφοροῦσι· μόνον ὑποτίμησιν θὰ ὑποστοῦν τὸ ἔξοδον τῆς μεταφορᾶς των. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ διὰ τὰ νομίσματα τοῦ Βελγίου καὶ τῆς Ἰταλίας. Σεῖς τί λέγετε; νὰ ἔχωμεν εἰς κυκλοφορίαν νομίσματα μὴ ἔχοντα νομισματικὴν ἀξίαν εἰς καμμίαν χώραν τῆς Εὐρώπης. Καὶ τότε διὰ τί ἀρνεῖσθε νὰ θέσετε εἰς Κυκλοφορίαν τὰ νομίσματα τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καὶ τῶν αὐτοκρατόρων τοῦ Βυζαντίου εἴτε χάλκινα εἶναι ταῦτα εἴτε ἀργυρᾶ, εἴτε χρυσᾶ. Μᾶς λέγουν, ὅτι ἐκ πλαγίου θέλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν τὸ νομισματικὸν σύστημα καὶ ἐπέρχεται ζημία καὶ καταστροφὴ εἰς τὸν τόπον. Δὲν βλέπω καμμίαν ζημίαν καὶ καμμίαν καταστροφήν. Διαβεβαιῶ δὲ τὸν κύριον Μπούμπουλην, ὅτι ἂν καταβῶμεν εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ ἔχω ἐγὼ ἓν δίδραχμον νέον 2 καὶ 20 καὶ ἐκεῖνος μόνον δύω δραχμὰς παλαιάς, ἐγὼ θὰ ἀγοράσω περισότερα πράγματα.
§110ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τώρα θὰ σᾶς δείξω ἐγὼ ὅλας τὰς συνεπείας.....(θόρυβος καὶ διακοπαί).
§111ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐδῶ εὑρέθησάν τινες, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουν τὰς εὐχὰς καὶ τὰς ἐπιθυμίας ὅλου τοῦ ἔθνους.....
§112ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (διακόπτων). Μετέπειτα.
§113ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπειδὴ γίνεται λόγος ὅτι ὑπηρετοῦμεν τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης, θὰ δείξω εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι πιστεύουν τοῦτο, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει ὡς νομίζουν. Τὸ ζήτημα τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος δὲν ἔχει σήμερον καμμίαν σχέσιν μετὰ τῆς Τραπέζης. Ἡ Τράπεζα βεβαίως εἶναι ἓν κερδοσκοπικὸν κατάστημα καὶ κάμνει τραπεζιτικὰς ἐργασίας, ὅθεν ἐννοεῖται, ὅτι αἱ τραπεζιτικαὶ ἐπιχειρήσεις ὅλων τῶν Τραπεζῶν αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχουν. Ἂν ὁ Τραπεζίτης Βοῦρος, ἂν ὁ Τραπεζίτης Σκουζὲς ἔχουν συμφέρον νὰ ὑπάρχῃ τὸ παλαιὸν σύστημα καὶ οὐχὶ τὸ νέον, διατί τὸ ἔχουν; διότι ἐνῷ τὸ φράγκον ἔχει 112 λεπτὰ, αὐτοὶ ἵνα ἀποστείλουν συνάλλαγμα εἰς τὴν Εὐρώπην τὸ πωλοῦν πρὸς 117. Αὐτὸ τὸ συμφέρον εἶναι κοινὸν δι’ ὅλους τοὺς τραπεζίτας, πῶς λοιπὸν ἐξαιρεῖται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἥτις ἔχει πολὺ μεγαλείτερον κύκλον, διότι αὐτὴ ἔχει τὰ περισσότερα κεφάλαια καὶ κατὰ συνέπειαν μεγαλείτερον συμφέρον; Αὐτοὶ εἶναι λόγοι, τοὺς ὁποίους λέγουν τινὲς μόνον καὶ μόνον ἵνα καταπλήξουν τὸν κόσμον ἢ νὰ σκιαμαχήσωσιν. Ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Δηλιγιάννης καθόσον ἀφορᾷ τὰ δύω λεπτὰ ἐπὶ τοῦ φράγκου εἶναι ἀληθὲς, ἀλλ’ ὅσον λαμβάνει τις τὸ φράγκον τόσον θὰ τὸ ἀποδίδῃ. Αὐτὸ συνέβη εἰς τὰ νομίσματα καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν, διότι ἐνῷ ἡ ῥεγγίνα εἶχε 5 καὶ 78 εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπερνοῦσε πρὸς 5, 80, τὸ τάλληρον τὸ Σικελικὸν εἶχε 5, 72 καὶ ἐπερνοῦσε 5, 70, καὶ ἐν τούτοις τὸ τοιοῦτον δὲν ἔφερε κανένα κλονισμὸν, οὔτε εἰς τὰς συναλλαγὰς, οὔτε εἰς τὴν κοινωνίαν. Εἷς εἶναι ὁ φόβος, ὅτι οἱ κερδοσκόποι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἐπωφεληθῶσι τὰ δύω λεπτὰ, δύνανται νὰ φυγαδεύσωσι τὰ νομίσματα ἀπὸ τὸν τόπον διὰ τῆς διατηρήσεως τῶν ξένων κερμάτων, ἀλλὰ τοῦτο ἐπρολήφθη διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν ξένων κερμάτων. Δὲν ζητεῖται τῆς Βουλῆς τίποτε ἄλλο, ὡς εἶπεν καὶ ὁ κ. Τρικούπης, παρὰ μόνον νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα νόμισμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ νομισματικὴν ἀξίαν εἰς μίαν μεγάλην περιφέρειαν τοῦ κόσμου, καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν νομίσματα, τὰ ὁποῖα ὅπου καὶ ἂν τὰ στείλετε θὰ τὰ ζυγίσουν μὲ τὴν μπαλάντζα. Εἶσθε, κύριοι, ν’ ἀποφασίσητε ὅ,τι θέλετε. Ἀποφασίσατε ἀκόμη, ὅτι ὑπῆρχέν ποτε εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ αὐτοκράτειρα Θερεσία, ἧς τὰ νομίσματα ἔτι καὶ νῦν ἔχουσι νόμιμον κυκλοφορίαν.
§114ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡμεῖς τοὺς λέγομεν ὅτι τὸ χωριὸ δὲν σᾶς θέλει, καὶ σεῖς καλὰ καὶ σώνει ἐρωτᾶτε ποῦ εἶναι τοῦ παπᾶ τὸ σπίτι· (θόρυβος καὶ διακοπαί). Ὁ κόσμος ὅλος, τὸ Ἔθνος, λέγει δὲν θέλει τὸ σύστημά σας καὶ σεῖς καὶ ἡ Τράπεζα τὸ γουδὶ τὸ γουδοχέρι. Ἀφοῦ, κύριοι, ἀπέτυχον νὰ ἐφαρμόσουν τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα κατ’ εὐθεῖαν, εἶπον, εὗρον ἄλλην ὁδὸν πλαγίαν ἵνα εὐκολώτερον καὶ ταχύτερον ἐπανέλθωσιν εἰς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκουν πρὸς μεγίστην ζημίαν τοῦ τόπου, δὲν ἐφείσθησαν κανενὸς μέσου ἵνα καὶ καλὰ καὶ σώνει ἐπιβάλωσι τὸ σύστημά των (θόρυβος). Τί νομίζετε, κύριοι, κατώρθωσαν διὰ τῆς ὑποτιμήσεως; Σᾶς ἐρωτῶ, κ. Πετιμεζᾶ, ἀφοῦ ὑπετιμήσατε τὴν ῥιγγίνα, ποῦ εἶναι αἱ ῥιγγίναι; μετεβλήθησαν εἰς φράγκα, μετεβλήθησαν εἰς πεντάφραγκα, διότι ἡ ἀξία εἰς ἣν τὴν ὑπετιμήσατε τῶν 5,60 εἶναι ἀνωτέρα τοῦ πενταφράγκου, καὶ ἀπόδειξις ὅτι δὲν ὑπάρχουσι πλέον εἰς τὴν ἀγοράν. Οἱ κερδοσκόποι ἅμα εἶδον ὅτι ἔλειψαν τὰ 20 λεπτὰ, ἀμέσως ἐξέλειπον αἱ ῥιγγίναι ἀπὸ τὴν ἀγοράν μας, καὶ διὰ μεγάλων βαρελίων ἐπρομηθεύθησαν σφάντζικες, διότι πράγματι ἡ σφάντζικα ἔχει 90 λεπτὰ καὶ ἴσως δύω λεπτὰ περισσότερον, ἀλλὰ αἱ πλεῖσται εἶναι τρύπιες καὶ τετριμμέναι. Καὶ ποῖοι μᾶς τὰς ἔδωκαν, πόθεν ἐκυκλοφόρησαν αἱ πλεῖσται; σεῖς τὸ γνωρίζετε.
§115Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πόθεν;
§116ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐκ τῆς Τραπέζης.
§117ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία ἴσα ἴσα σκοπεῖ τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν σφαντζίκων.
§118ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θέλω νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ πλάγια μέσα δὲν καλύπτουν παρὰ σκοποὺς κερδοσκοπικοὺς πρὸς ζημίαν ὅλου τοῦ Ἔθνους. Θέλετε νὰ φυγαδεύσητε τὰ νομίσματα τὰ ἄλλα, ἵνα εἰσαχθῶσι τὰ δίφραγκα καὶ πεντάφραγκα καὶ οὕτω βραδὺ τῷ βήματι καὶ πλαγίως ν’ αὐξήσητε τὴν μονάδα, ἥτις εἶναι ἐπιζήμιος εἰς τὸν τόπον καὶ ἰδίως εἰς τὴν τάξιν τῶν ὑπαλλήλων, εἰς τὴν τάξιν τῶν στρατιωτικῶν. Τί θὰ γείνῃ ὅταν διώξητε ὅλα τὰ νομίσματα τὰ ξένα; Ἡ μὲν Τράπεζα θὰ τὸ λαμβάνῃ πρὸς 1,11 καὶ 2,22 σεῖς δὲ πρὸς 1,10 καὶ 2,20 καὶ θὰ σᾶς ἐξοικειώσῃ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον μὲ τὸ φράγκον, καὶ νὰ περιφρονήσητε τὸ σφάντζικον, καὶ οὕτως ἀνεπαισθήτως θὰ χωνεύσητε τὸ μέγα χάπι, τὸ ὁποῖον καὶ καλὰ καὶ σώνει μὲ τὸ στανιὸ θέλουν νὰ σᾶς δώσουν. Ὅλαι αἱ ἐμπορικαὶ πόλεις τῆς Ἑλλάδος ἀπεδοκίμασαν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σεῖς καὶ καλὰ καὶ σώνει θέλετε νὰ μᾶς φορτώσητε. Δὲν μᾶς ἐφέρατε πρᾶξιν τῶν ἐπιμελητηρίων, ἵνα μᾶς πείσητε περὶ τοῦ ὠφελίμου τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς αὐξήσῃ τὰ λιανικὰ ἔξοδα κατὰ 1,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος. Ἀλλ’ ἔστω ποῦ εἶναι τὸ νόμισμα, κύριε ὑπουργὲ, τὸ ὁποῖον ἔκαμες; φέρετε τὸ ἰδικόν σας εἰς πλήρη ἐνέργειαν καὶ τότε νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πλαγίαν σου τροπολογίαν, ἥτις θέλει νὰ φέρῃ τὴν αὔξησιν τῆς μονάδος· Σεῖς οἱ ὁποῖοι ἔχετε κτήματα καὶ καλλιεργεῖτε, σεῖς θὰ αἰσθανθῆτε τὴν αὔξησιν τῆς μονάδος. Νομίζετε, ὅτι ἔχομεν κεκλεισμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ δὲν βλέπομεν τί γίνεται εἰς τὴν ἀγοράν; Ἡμεῖς ἀναστρεφόμεθα καὶ ζῶμεν εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ γνωρίζομεν τὰς ἀνάγκας της. Καὶ ἐγὼ ἔχω ἐντολὴν ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς μου, νὰ πολεμήσω τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον διὰ πάσης θυσίας θέλετε νὰ ἐφαρμόσητε. Τὴν ἰδίαν ἐντολὴν ἔχουσι καὶ οἱ λοιποὶ συνάδελφοί μου (θόρυβος).
§119ΣΟΥΤΣΟΣ (ἐγειρόμενος ὄρθιος). Ἐγὼ διαφωνῶ· ὅπως τίθεται τὸ ζήτημα σήμερον ἡ Σῦρος τὸ θέλει.
§120ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε δεικνύει, ὅτι δὲν ἔχετε καμμίαν συνάφειαν μὲ τοὺς ἐντολεῖς σας, διότι κάθεσθε διαρκῶς εἰς τὰς Ἀθήνας· καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς δείξω ἄλλοτε νὰ μὴ ἀποφαίνεσθε οὕτως περὶ τῶν ἰδεῶν τῶν συμπολιτῶν σας (θόρυβος καὶ διακοπαί.)
§121ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐγειρόμενοι). Αὔριον, αὔριον· εἶναι ἑβδόμη ἡ ὥρα (θόρυβος).
§122ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω ἀκόμη δύω ὥρας (ἱλαρότης.)
§123ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις. Ὥρα 7 καὶ 5|60.