1875.11.07
997 στίχοι · 8.158 λέξεις · 112 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36
Τῆς 7 Νοεμβρίου 1875.
(Παρασκευή).
Ὥρα 2 μ. μ.
Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κύριος Καράπαυλος.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ὁρκίζονται οἱ βουλευταὶ κύριοι Χριστοδούλου καὶ Βασιλάκης.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀποσταλεῖσα εἰς Σπέτσας ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς.
§2ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ συμπέρασμα.
§3ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Ὡς θέλετε παρατηρήσει, κύριοι βουλευταί, ἡ ἐπιτροπὴ ὡρισμένον συμπέρασμα δὲν φέρει, ἀφίεται δὲ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς Βουλῆς. Τοῦτο δὲ προῆλθε, διότι ἓν τῶν μελῶν ἔχει ἐναντίαν γνώμην, ἐνῷ ἐγὼ φρονῶ ὅτι ὅλα δίδουσι χώραν πρὸς ἀκύρωσιν, καὶ θέλω ὑποστηρίξει τὴν γνώμην μου ταύτην κατὰ τὴν συζήτησιν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν τῆς Τήνου καὶ Σπετσῶν. Θέλει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὰ τμήματα;
§5ΧΟΪΔΑΣ. Τὰ τμήματα ἀπεφάνθησαν· ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ τώρα.
§6ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ τμήματα, προτείναντα τὴν ἀποστολὴν ἐπιτροπῶν, ἐπεφυλάχθησαν ἐκ τῆς ἐκθέσεως αὐτῶν νὰ σχηματίσωσι γνώμην ὁριστικὴν περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου. Ἐὰν λοιπὸν τὰ τμήματα δὲν προτείνουν ὡρισμένην γνώμην, δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν.
§7ΧΟΪΔΑΣ. Ἡ Βουλὴ, ἐρειδομένη εἰς τὰς ἐκθέσεις τῶν τμημάτων, ἐξέδωκεν ἀπόφασιν προδικαστικήν· τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν ἐξετέλεσαν αἱ διάφοροι ἐπιτροπαὶ καὶ ὑπέβαλον τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐργασίας των. Τὰ τμήματα ἤδη ἀπεφάνθησαν ὁριστικῶς· τίς ὁ ἁρμόδιος λοιπὸν νὰ δικάσῃ ἐπὶ τῶν πράξεων αὐτῶν τῶν ἐπιτροπῶν, ἢ αὐτὴ ἡ Βουλή;
§8ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ τμήματα δὲν ἀπεφάνθησαν, καὶ ἐπιμένω ὅτι πρέπει ν’ ἀποφανθῶσι.
§9ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριε πρόεδρε, συμφωνῶ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χοϊδᾶ, ἀλλὰ προσθέτω, νὰ ὑποβληθῶσιν ὅλαι αἱ ἐκθέσεις διὰ νὰ γείνῃ ἡ ἀνάγνωσις κατ’ ἀλφαβητικὴν τάξιν, χωρὶς νὰ σταλῶσιν εἰς τὰ τμήματα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κατσικοπούλου, τοῦ νὰ σταλῶσιν εἰς τὰ τμήματα αἱ ἐκθέσεις, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται τρεῖς). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψεν· ἑπομένως παρεδέχθη νὰ τυπωθῶσι καὶ νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Βουλὴν κατ’ ἀλφαβητικὴν σειράν.
§11ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὅταν τυπωθῶσιν αἱ ἐκθέσεις καὶ διανεμηθῶσιν, ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως.
§12ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Αἱ ἐκλογαὶ συζητοῦνται πρὸ παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου.
§13ΡΟΥΚΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔμεινε δέκα ἡμέρας εἰς Σπέτσας καὶ δὲν ἔφερεν ἓν ἀποτέλεσμα· λοιπὸν πῶς θέλετε σεῖς, μετὰ τὴν διανομὴν τῶν ἐκθέσεων, τὴν αὐτὴν ἡμέραν νὰ συζητήσωμεν; Ὁ κ. Κατσικαπῆς ἔμεινε δέκα ἡμέρας καὶ δὲν ἔκαμε τίποτε.
§14ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν ἐνόησε φαίνεται ὁ κ. Ῥούκης· ἐσχηματίσαμεν γνώμας, ἀλλὰ διαφόρους, τὰς ὁποίας θ’ ἀναπτύξωμεν κατὰ τὴν συζήτησιν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν δέχεται νὰ τυπωθοῦν, νὰ διανεμηθοῦν καὶ νὰ τεθοῦν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§16ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, θέτετε εἰς ψηφοφορίαν τὸν Κανονισμὸν, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν προηγεῖται παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει κατ’ ἀλφαβητικὴν τάξιν, καὶ οὕτω θὰ γείνῃ.
§18ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑποβάλλω, κύριοι, λεπτομερῆ κατάστασιν τῶν προκαταβολῶν, τὰς ὁποίας ὁ ἀντισυνταγματάρχης πρώην ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Γρίβας ἔδωκεν εἰς διαφόρους ἀξιωματικούς. Εἶναι ποσὰ ἀσήμαντα, τὰ ὁποῖα σχεδὸν ἐπληρώθησαν, εἶναι καὶ ποσὰ μεγάλα, καὶ ταῦτα εἶναι ἓξ ἢ ἑπτὰ, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐνεργεῖται κράτησις· φθάνει δὲ τὸ ποσὸν εἰς 33,278 δρ. Ὁ ἴδιος κύριος Γρίβας ἔλαβε δρ. 7,488, οὐδεμία δὲ κράτησις ἔγεινεν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι δὲν ἔλαβεν ἀποδοχὰς ἀφ’ ἧς στιγμῆς παρῃτήθη ἀπὸ ὑπουργός, ἀλλ’ εἰσέτι δὲν ἐπληρώθη ὅλον τὸ ποσόν· ἐλήφθη μέχρι τοῦδε τὸ ἓν τέταρτον. Τὰ μεγαλείτερα ποσὰ ἐκ τῶν ἄλλων εἶναι τοῦ κ. Σταΐκου, 1700 δραχμαὶ, καὶ τῶν ἄλλων τὰ ἄλλα εἶναι ἀσήμαντα. Ὑποβάλλω ἀπόσπασμα καταστάσεως τῆς πληρωμῆς, τὴν ὁποίαν τὸ δημόσιον ἔκαμε διὰ τὰ ἔπιπλα τοῦ κ. Γρίβα· ἀνέρχεται εἰς 2,385 δραχμῶν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ;
§20ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§21ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Λυποῦμαι διότι ἀκόμη ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ μηχανικοῦ τμήματος δὲν ἔδωκε τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ ἐνοικίου τῆς δημοσίου οἰκίας, ἐν ᾗ κατῴκει ὁ κ. Γρίβας· ὅ,τι γνωρίζω εἶναι, ὅτι κατῴκησεν ὑπὲρ τοὺς 30 μῆνας. Αὔριον ἐλπίζω νὰ ᾖναι τελειωμένη καὶ αὐτὴ ἡ ἐργασία.
§22ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καθ’ ἃ χθὲς ὑπεσχέθην, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς τὸ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νομοσχέδιον. Τοῦτο, προνοοῦν περὶ τῶν προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἀπὸ τῆς κατωτέρας βαθμίδος μέχρι τῆς ἀνωτέρας, εἶναι πολύπλοκον καὶ χρῄζει μελέτης μακρᾶς· δὲν δύναται δὲ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πρὶν ὑποστῇ τὴν βάσανον τῆς προεξελέγξεως, κατὰ τὸν Κανονισμόν. Ὅπως χθὲς παρέστησα Ὑμῖν, θεωρῶ ἀναγκαίαν καὶ ἐπείγουσαν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ σχηματισμοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου, καθ’ ὅσον ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τούτου εἶναι λίαν βραδεῖα, καὶ καταντᾷ ὡς ἀποτέλεσμα τούτου εἶδός τι δικαιοστασίου, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι καταστρεπτικὸν διὰ τὴν κοινωνίαν· εἰς τὴν Βουλὴν δὲ ἀπόκειται νὰ κρίνῃ. Ἐγὼ φρονῶ τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναγκαίαν τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον εἶναι ὥριμον.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατέθεσε τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἡ Βουλὴ ἀντιλέγει εἰς τὸ νὰ μὴ ὑποστῇ τὴν βάσανον....
§24ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐναντίον εἶπον.
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Νὰ ὑποστῇ τὴν βάσανον ὅλην τῆς προεξελέγξεως καὶ μελέτης. Ἐπειδὴ ὅμως αὐτὴ ἡ βάσανος θὰ ᾖναι ἐκτεταμένη καὶ μακρὰ, καὶ ἐπειδὴ καὶ ἡ συζήτησις καὶ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ ἄλλου νομοσχεδίου εἶναι κατεπείγουσα καὶ σπουδαία, διὰ τοῦτο παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν νὰ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ ἑπομένως ν’ ἀποφασίσῃ ὥστε νὰ καταχωρισθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον χθὲς ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὑπέβαλε, διότι τὸ νομίζομεν ἀπολύτως ἀναγκαῖον.
§26ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μίαν ἐπεξήγησιν, παρακαλῶ· ἐννοεῖτε νὰ ἐφαρμόσητε τὸν νόμον αὐτὸν ἄνευ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ προσόντων;
§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων. Ἐὰν δὲν ἐπιψηφισθῇ αὐτὸ, βεβαίως θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ἕτερος νόμος. Ἡ Βουλὴ ἂς σπεύσῃ.
§28ΧΟΪΔΑΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη χθὲς καὶ ἐξέδωκεν ὁριστικὴν ἀπόφασιν, καὶ αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν δὲν δυνάμεθα νὰ μετατρέψωμεν σήμερον.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν προσόντων θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. Ἤδη προτείνουσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἀρειοπαγιτῶν.
§30ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§31ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.
§32ΖΩΧΙΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν· ἔχομεν δίκας, περὶ τῶν ὁποίων θ’ ἀποφασίσωσιν οἱ Ἀρειοπαγῖται, οἱ Ἐφέται, οἱ Πρόεδροι κλπ. Λέγει δὲ τὸ Σύνταγμα ὅτι, ἐπικειμένης τῆς δίκης, λαμβάνουν μέρος ὅλοι οἱ δικασταί, ὅσοι ἦσαν ἤδη διωρισμένοι.
§33ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἀρείου Πάγου δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ παρὰ ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου, ὥστε ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα εἶναι ξένα.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ τεθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἀρειοπαγιτῶν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν......
§35ΧΟΪΔΑΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§36ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, χθὲς προκειμένου νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου νομοσχέδιον, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, ὥστε ὁ νόμος αὐτὸς νὰ μὴ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ κατὰ συνέπειαν συζητηθῇ καὶ ἐπιψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς πρὶν ἢ ὑποβληθῇ ὁ περὶ προσόντων νόμος, καὶ πράγματι ἡ Βουλὴ διὰ τῆς χθεσινῆς ἀποφάσεώς της παρεδέχθη τὴν ἰδέαν αὐτήν. Εἰς τὴν χθεσινήν μου πρότασιν ὡρμήθην μόνον ἀπὸ τὸ συμφέρον ν’ ἀπαλλάξω τὴν Κυβέρνησιν δυσχερειῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ὑποβληθῇ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐκείνου· δὲν ἦτο ἰδέα ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους μου πρὸς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ ἀποδεχθεῖσα πρότασίς μου ἦτον ἡ ἐφαρμογὴ μιᾶς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἐπρέσβευσα καὶ πρεσβεύω, νὰ χειραφετηθῇ τὸ Κράτος, ἡ ὁποία ἐγράφη εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦ πρωθυπουργοῦ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, τὸν ὁποῖον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξέφερεν ὁ Βασιλεύς. Ἦτο κυρίως ἡ ἰδέα νὰ κατασταθῶσιν αἱ θέσεις τοῦ Κράτους ἀνεξάρτητοι ἀπὸ πάσης πιέσεως, ὅθεν δήποτε καὶ ἂν προέρχηται. Τί σήμερον προτείνεται; Ἡ προτεραιότης τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρειοπαγιτῶν, τοῦ προβιβασμοῦ ἐφετῶν εἰς Ἀρειοπαγίτας, τοῦ προβιβασμοῦ πρωτοδικῶν εἰς ἐφέτας, ἢ τοῦ ἀπ’ εὐθείας διορισμοῦ πολιτῶν Ἑλλήνων εἰς τὰς διαφόρους θέσεις τῶν δικαστηρίων. Μ’ ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἴδια καθήκοντα, ὀφείλει ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἰδέας τῶν ἐκλογέων της, εἰς τὰς ἰδέας ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι λίαν ἀγαπητὴ παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τῆς Βουλῆς συνεργαζομένη, πρέπει ν’ ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους. Ἡ Βουλὴ εἶναι Βουλή, ἥτις δύναται νὰ καυχηθῇ ἐκ τῶν προηγουμένων, ὅτι ἀνήκει εἰς ἑαυτήν, δὲν ἀνήκει εἰς οὐδένα· δὲν ἔχει λοιπὸν τὸ δικαίωμα ἑκάστοτε ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὑποδεικνύεται παρὰ τοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει σήμερον ἡ Βουλή, νὰ παρουσιάζῃ ζητήματα ἐμπιστοσύνης ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχουν τοιαῦτα. Εἶπον λοιπόν, ὅτι πρὸ τοῦ νόμου τούτου πρέπει νὰ ἔλθῃ ὁ νόμος περὶ προσόντων, καὶ ἰδίως καθόσον ἀφορᾷ ὑπαλλήλους οἱ ὁποῖοι ἐκ τοῦ νόμου ἐτάχθησαν ἰσόβιοι, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐκ περιστάσεως εἶναι ἀμετακίνητοι, ὅπως οἱ Ἀρειοπαγῖται. Εἶπον μάλιστα ἐν τῇ ὁμιλίᾳ μου, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι κατεπείγων, ὅτι ἡ μεταῤῥύθμισις τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ἐπείγουσα, διότι δυσχεραίνει τὴν θέσιν τῶν πολιτῶν· αὐτὸ εἶναι ἀληθέστατον, καὶ δι’ αὐτὸ πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ προτάξῃ τὸν νόμον αὐτὸν πρὸ τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων τῶν ὑπουργείων τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον, μὲ ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν τρέφω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, φρονῶ ὅτι εἶναι συμφέρον τοῦ Κράτους, καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Κράτους ὑπάρχει καὶ τὸ συμφέρον τῆς Βουλῆς καὶ τὸ συμφέρον τῶν ὑπουργῶν, νὰ ψηφισθῶσι τὰ προσόντα τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῇ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἠρώτησα πρὸ μικροῦ τὸν πρωθυπουργὸν ἐὰν ἐννοῇ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐν ἄλλαις λέξεσι, περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ ἄνευ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ προσόντων, καὶ ὁ κύριος πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἅμα ἐπιψηφισθῇ ὁ νόμος, βεβαίως ἐπιψηφίζεται ἵνα ἐφαρμοσθῇ. Ἐφρόνουν, κύριοι, μέχρι πρὸ μιᾶς στιγμῆς, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἤθελε συναινέσει ὥστε ὁ νόμος περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἄνευ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ προσόντων.
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἂν δὲν ἐπιψηφισθῇ;
§38ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καὶ ἐὰν δὲν ἐπιψηφισθῇ, σᾶς λέγουν· καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἐπιψηφισθῇ πρότερον, καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ ἀναγκαῖον πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας νὰ ταχθῇ μία ὡρισμένη προθεσμία εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις θὰ προεξελέγξῃ τὸν νόμον περὶ προσόντων, νὰ φέρῃ ἐντὸς διαστήματος ὀλίγου χρόνου τὰς ἰδέας της, καὶ νὰ συζητήσωμεν ἀμέσως, διότι δὲν πρόκειται περὶ ὑπαλλήλων τοὺς ὁποίους μία ὑπογραφὴ τοῦ ὑπουργοῦ δύναται ν’ ἀπολύσῃ τῆς θέσεώς των, πρόκειται περὶ ὑπαλλήλων ἰσοβίων, οἱ ὁποῖοι διέπουσιν, ὡς ἐκ τῆς εἰδικότητός των καὶ ὡς ἐκ τῶν καθηκόντων των, τὴν τύχην ἁπάσης τῆς πολιτείας. Δι’ αὐτὸ, περὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ προσέξῃ πολύ· νομίζω δὲ ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ, καθὼς καὶ τὸ ὑπουργεῖον τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς Βουλῆς αὐτῆς, δὲν θ’ ἀντιταχθῇ εἰς τὴν ἰδέαν αὐτὴν, καὶ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ φέρῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον, διότι ἡ Βουλὴ ἐννοεῖ, ὅτι ἔχει καθῆκον ἀπέναντι τοῦ ἔθνους νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ ἀντιπροσωπεύουσαν τὰς ἰδέας καὶ τὰς εὐχὰς τοῦ Κράτους.
§39ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐσυνείθισα νὰ ἦμαι εἰλικρινής· διὰ τοῦτο, ὑποβαλὼν τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἀρειοπαγιτῶν, προσδιώρισα ὡς ἐποχὴν πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτοῦ τὴν ά. Ἰανουαρίου 1876, ἵνα οὕτω ἡ Βουλὴ ἔχῃ τὸ ἀνάλογον χρονικὸν διάστημα, ὅπως συζητήσῃ καὶ ἐπιψηφίσῃ τὸ περὶ προσόντων νομοσχέδιον, ὑποβληθησόμενον, ὡς χθὲς εἶπον, τάχιστα. Καθὰ δὲ σᾶς ὑπεσχέθην, σᾶς φέρω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, ἀπὸ τὴν Βουλὴν δ’ ἐξαρτᾶται ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ. Ἐθεώρησα ὅμως καθῆκόν μου τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον ἀνήκω εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ βραδύτης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἡ προτίμησις τοῦ νόμου περὶ προσόντων δύναται νὰ ἐπαγάγῃ ἀποτελέσματα πολὺ καταστρεπτικὰ διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἀπὸ σᾶς ἐξαρτᾶται νὰ ἐπιψηφίσητε, ἐπαναλαμβάνω, τὸν νόμον περὶ προσόντων, δὲν ἐννοῶ ὅμως ποτὲ, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν οὗτος δὲν ψηφισθῇ, ν’ ἀνασταλῇ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου νομοσχεδίου. Διὰ τοῦτο ἐθεώρησα καθῆκόν μου εἰλικρινῶς νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ τοιοῦτον. Ἔχετε καιρὸν δύω μηνῶν ὅπως ψηφίσητε ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια· ἀπὸ ὑμᾶς δὲ ἐξαρτᾶται, ὅπως τὸ περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου νομοσχέδιον ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων· διότι, ἐὰν ἐπιψηφίσητε καὶ τοῦτο, ἐγὼ ὀφείλω νὰ σεβασθῶ τοῦτο· ἐὰν ὅμως δὲν ἐπιψηφίσητε αὐτὸ, καὶ ἀναβάλητε οὕτω τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ δικαιοσύνη θὰ ἐξακολουθῇ πάσχουσα σπουδαίως, τοῦθ’ ὅπερ δὲν δύναμαι ν’ ἀνεχθῶ.
§40ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἀμφότεραι αἱ ἰδέαι δύνανται νὰ συμβιβασθῶσι μετὰ τὴν τελευταίαν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ, ἀφοῦ καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς ἀναγνωρίζει ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἀρειοπαγιτῶν πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ ἀπὸ τὴν πρώτην Ἰανουαρίου, καὶ ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τῆς ὑπηρεσίας. Νομίζω ὅτι ἡ δευτέρα αἴτησις τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ εἶναι νομιμωτάτη καὶ δικαιοτάτη, καὶ δυνάμεθα νὰ συντρέξωμεν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτῆς τῆς ἀγαθῆς ἰδέας τὴν ὁποίαν ἔχει. Ἡμεῖς διωρίσαμεν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων· ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἐπιβληθέντος σήμερον, ἀρκεῖ νὰ τάξωμεν μίαν προθεσμίαν ὀκταήμερον, ὅταν δὲ ἔλθῃ, νὰ τὸ κηρύξωμεν κατεπεῖγον, ὥστε ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἡ συζήτησις αὐτοῦ νὰ ἦναι περατωμένη· οὕτω δὲ διευκολύνεται καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄλλου νομοσχεδίου. Ἂς μὲ συγχωρήσῃ δὲ ὁ κύριος ὑπουργὸς νὰ τῷ εἴπω, καὶ νομίζω ὅτι ἐξηγῶ τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς καὶ τὴν θέλησίν της, ὅτι πᾶσα ἀπωτέρα ἰδέα, ἡ ὁποία ἐγεννήθη ἐκ τῆς χθεσινῆς ἀποφάσεως, δὲν εἶναι βάσιμος· κανεὶς δὲν ἐφαντάσθη εἰς τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία δὲν ἦτο παρὰ κανονιστικὴ τῆς τάξεως τῶν ἐνώπιόν μας ἐργασιῶν, νὰ ἑνώσῃ μὲ τὴν ἔκφρασίν του αὐτὴν καὶ μίαν ἰδέαν, ἔστω καὶ πόῤῥωθεν, δυσπιστίας πρὸς τὸ ὑπουργεῖον. Διὰ τοῦ προεκτεθέντος τρόπου, νομίζω ὅτι εὑρίσκεται ὁ τρόπος νὰ συμβιβάσωμεν τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὴν ἀπαίτησιν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ καὶ συγχρόνως νὰ σεβασθῶμεν τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, Πιστεύω ἑπομένως ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι νὰ ταχθῇ προθεσμία, συμβιβάζοντες οὕτως ἀμφοτέρας τὰς ἀξιώσεις.
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν νὰ προτάξῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἀρείου Πάγου, διότι δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ὑποτάξωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων. Ἡ Βουλὴ μένει κυρία νὰ ἐπιψηφίσῃ ὁπότε θέλει τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων· ὁ κύριος ὑπουργὸς νομίζει χρήσιμον καὶ ἀναγκαῖον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸ ὁποῖον νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὴν 1ην Ἰανουαρίου.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπαντῶν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Πατρῶν, μᾶς εἶπεν ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπιθυμεῖ νὰ προταχθῇ τοῦ τῶν προσόντων νομοσχεδίου τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἀρεοπαγιτῶν, ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶπε τὸν λόγον.
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Διότι νομίζομεν αὐτὸ ἀναγκαιότατον, καὶ δὲν συμφέρει νὰ ἐξαρτήσωμεν ἀπ’ αὐτοῦ τὸν νόμον.
§44ΜΙΛΗΣΗΣ. (ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ ἀπαιτεῖ ἡ κατάστασις τῆς δικαιοσύνης.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μᾶς λέγει ἤδη ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὅτι νομίζει τοῦτο ἀναγκαῖον, καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξαρτηθῇ ἡ ψήφισις τοῦ περὶ προσθήκης Ἀρειοπαγιτῶν νομοσχεδίου ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Χθὲς ὅμως ἡ Βουλὴ προέβη εἰς ἀπόφασιν, ἥτις δὲν ἦτον, ὅπως εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς Πατρῶν, ἁπλῶς κανονιστικὴ τῆς ἐσωτερικῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἦτον ἀπόφασις ἔχουσα ἔννοιαν οὐσιαστικὴν σπουδαίαν. Ἡ Βουλὴ χθὲς ἐνόει, τέλος, ἐν ταύτῃ τῇ Συνόδῳ νὰ ψηφίσῃ νόμον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Καὶ ἀπέναντι τῆς ψήφου ταύτης τῆς Βουλῆς, τί ἔχομεν σήμερον; πρότασιν τοῦ ὑπουργείου νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τὸ χθὲς ἀποφασισθέν. Καὶ διὰ ποῖον λόγον; διὰ τὸν λόγον μόνον, ὅτι σήμερον τὸ ζήτημα γίνεται ὑπουργικόν. Καὶ βεβαίως ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐξαρτᾶται νὰ καταστήσῃ οἱονδήποτε ζήτημα θέλει ὑπουργικόν, ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐξαρτᾶται νὰ ὑποβάλῃ καὶ ἀμέσως εἰς τὴν Βουλὴν ὑπουργικὸν ζήτημα· ἡ θέλησις τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τοῦτο ἐπικρατεῖ· ἀλλ’ ἡ θέλησις τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ἀκολουθῇ κανόνας. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ θέτῃ πρὸς αὐτὴν ἀπ’ εὐθείας ζητήματα ὑπουργικά, οὐδὲ ζητήματα πραγματικὰ νὰ καθιστᾷ ὑπουργικά, εἰμὴ μόνον ὅταν ὑπάρχωσι λόγοι πρὸς τοῦτο, τουτέστιν ὅταν τὰ πραγματικὰ ζητήματα ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν εἶναι τοιαῦτα, ἐὰν δὲ δὲν ᾖναι ὑπουργικὰ ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν, νὰ ὑπάρχωσι περιστάσεις, αἵτινες νὰ ἐπιτρέπωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὰ θεωρήσῃ τοιαῦτα. Ἂν τὸ ζήτημα τοῦτο ᾖναι ἐκ τῆς φύσεώς του ὑπουργικόν, ἂν ὑπάρχωσι περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι τὸ καθιστῶσι τοιοῦτον, νομίζω, ὅτι ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ εἴπῃ χθές. Ἀλλὰ ἐὰν τὸ ἔλεγε χθὲς ἡ Κυβέρνησις, πολὺ ἀμφιβάλλω ἂν ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς θὰ ἦτο διάφορος· διότι ναὶ ἀληθῶς τὰ κυβερνητικὰ ζητήματα εἶναι σπουδαῖα, ναὶ ἀληθῶς, προκειμένου σήμερον νὰ προβῶμεν εἰς διεκπεραίωσιν ζητημάτων ἐπικρατεστέρων τῶν ὑπουργικῶν ζητημάτων, ἐπιθυμοῦμεν πᾶσα προσωπικὴ συζήτησις περὶ τῆς θέσεως τῆς Κυβερνήσεως νὰ λείψῃ, νὰ ἀναβληθῇ εἰς ἄλλην ἐποχήν, ἐπιθυμοῦμεν βεβαίως ὅλα ταῦτα, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα καὶ διὰ τοῦτο, προκειμένου περὶ ζητήματος τὸ ὁποῖον θεωροῦμεν ἐκ τῶν θεμελιωδεστέρων, περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ψηφίσεως νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, νὰ ἀποφύγωμεν, ἔστω καὶ τὸ ὑπουργικὸν ζήτημα, ἂν τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐξ ἐκείνου. Ἡ ψήφισις νόμου περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων εἶναι ἐπιβεβλημένη οὐ μόνον ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, καὶ παρετηρήθη, ὅτι πάντοτε ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις ἐξέφρασαν προθυμίαν πρὸς ψήφισιν τοιούτου νόμου, ἀλλ’ ἐπαρατηρήθη ἐπίσης ὅτι πάντοτε τῇ συμπράξει τῶν Κυβερνήσεων τούτων νόμος δὲν ἐψηφίσθη. Καὶ ὑπεβλήθησαν ἀληθῶς δύο νομοσχέδια ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως περὶ τῶν προσόντων τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων τὸ ἕν, καὶ περὶ προσόντων τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων τὸ ἕτερον. Ἀνεγνώσατε πάντες τὰ νομοσχέδια ταῦτα, καὶ νομίζω, ὅτι θὰ ἐσχηματίσατε περὶ αὐτῶν οἵαν ἐσχημάτισα καὶ ἐγὼ ἰδέαν, ὅτι εἶναι νόμοι περὶ ἀρνήσεως προσόντων. Τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα περιορισμοὺς μόνον θέτουσιν εἰς τὴν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ προαγωγήν.
§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ὅταν θὰ συζητήσωμεν τοὺς νόμους, τότε βλέπομεν.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὴν δὲ εἴσοδον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐκτὸς εὑρισκομένων ἀφίνει ἐλευθέραν, ἐνῷ ἀπ’ ἐναντίας, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, οἱ νόμοι τῶν προσόντων πρέπει νὰ περιορίζωσι τὴν προαγωγὴν ὅσον τὸ δυνατὸν εἰς τοὺς ἐντὸς τῆς ὑπηρεσίας καὶ νὰ ἐξασφαλίζωσι τὴν μονιμότητα. Εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τοῦ ὁποίου εἰσέτι δὲν ἐλάβομεν γνῶσιν, δὲν ἀπαιτεῖται νὰ ληφθῇ ἡ αὐτὴ πρόνοια περὶ μονιμότητος, διότι τοῦτο ἐγένετο ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται νὰ ληφθῇ πολὺ σπουδαιοτέρα πρόνοια περὶ τῶν προσόντων, παρὰ εἰς τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, διότι ἀπαιτεῖται καὶ ὡς ἐκ τοῦ ἔργου των οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι καὶ ὡς ἐκ τῆς ἰσοβιότητος, τῆς ὁποίας ἀπολαύουσι, νὰ περιβάλλωνται διὰ πλειοτέρων ἐγγυήσεων. Ὥστε ἐὰν θεωρῶμεν τὸν νόμον περὶ προσόντων ὡς ἀναγκαῖον διὰ τοὺς λοιποὺς ὑπαλλήλους, τὸν θεωροῦμεν ἀπαραίτητον διὰ τοὺς δικαστικούς, καὶ ἡ χθεσινὴ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἀπέδειξεν ὅτι φρονεῖ ἡ Βουλὴ, ὅτι ὁ μόνος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοιούτου νόμου, εἶναι νὰ ἐξαρτήσῃ τὴν ψῆφον αὑτῆς ἐπὶ παντὸς ἄλλου νομοσχεδίου σχετιζομένου πρὸς αὐτὸν, πρὸς τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου ἐκείνου. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἔννοια τῆς χθεσινῆς ἡμῶν ψήφου, καὶ πρὸς τὴν ἔννοιαν ταύτην ἀνθίσταται ἡ Κυβέρνησις, ζητοῦσα τὴν ἀνατροπὴν τῆς ἀποφάσεως ἡμῶν, διὰ τῆς συνδέσεως τῆς χθεσινῆς ἡμῶν ψήφου μετὰ τοῦ ὑπουργικοῦ ζητήματος, ἣν ἐγὼ ἀποκρούω. Τὴν ἀποκρούω δὲ, καὶ διότι ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ ζητήματος θεωρῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς ἣν εἴχομεν γνώμην, καὶ διότι θεωρῶ ὅτι αἱ Κυβερνήσεις, θέτουσαι εἰς τὴν Βουλὴν ὑπουργικὰ ζητήματα, πρέπει νὰ φροντίζωσι καὶ περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῆς τῆς Βουλῆς. Ἐὰν χθὲς ὑπεβάλλετο τὸ ζήτημα ὅπως σήμερον ὑπεβλήθη, ἤθελον πάλιν τὸ ἀποκρούσει, ἀλλ’ ἤθελον τὸ ἀποκρούσει μετὰ πολὺ ὀλιγωτέρας ζωηρότητος, μετὰ πολὺ ὀλιγωτέρας ἐπιμονῆς, παρ’ ὅσον τὸ ἀποκρούω σήμερον, διότι σήμερον συνδέεται καὶ μετὰ τοῦ ζητήματος τῆς ἡμετέρας ἀξιοπρεπείας. Ἡ Βουλὴ χθὲς ἀπεφάσισεν, ὅτι θεωρεῖ ἀναγκαῖον τὸν νόμον περὶ προσόντων, καὶ ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ τέλος ἀλήθεια ἡ περὶ αὐτοῦ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Τί ἤθελεν εἴπει ἡ κοινωνία περὶ τῆς Βουλῆς, ἐὰν σήμερον ἤθελεν ἀνακαλέσει τὴν χθεσινὴν αὑτῆς ἀπόφασιν, διότι ἐξηρτήθη ἡ μὴ ἐκπλήρωσις τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος ἐκ τοῦ ὑπουργικοῦ ζητήματος;
§48ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅσα ἐν τέλει τῆς ὁμιλίας του εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου περὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν ἀφορώντων τὰ προσόντα τῶν οἰκονομικῶν καὶ διοικητικῶν ὑπαλλήλων, ἀναγκάζουσι καὶ ἐμὲ καὶ τοὺς συναδέλφους μου νὰ ἐπιμείνωμεν ἔτι μᾶλλον εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλε. Τὸ ζήτημα, κύριοι, τῶν προσόντων δὲν παρουσιάζετα πρώτην φορὰν σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν· περὶ προσδιορισμοῦ τῶν προσόντων τῶν ὑπαλλήλων ἐγράφη ῥητὴ διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ πολλάκις αἱ Κυβερνήσεις καθυπέβαλον περὶ τούτου νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθησαν. Καὶ τοῦτο, κύριοι, δὲν ἔγεινεν ἐκ προθέσεως, ἔγεινε, διότι τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ δύσκολον, καὶ ὑπάρχουν ἀκόμη καὶ σήμερον πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι φρονοῦν ὅτι τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ δὲν εἶναι ὥριμον, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ μετὰ πολλῆς περισκέψεως καὶ ἀκριβείας. Δὲν δύναμαι λοιπὸν ν’ ἀποδεχθῶ, ἀφοῦ τὸ πρᾶγμα ἔχει οὕτω, τὸ νὰ ἐξαρτήσωμεν μίαν πρότασιν, ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θεωροῦμεν ἀπαραίτητον καὶ ἀναγκαῖον διὰ τὴν διαῤῥύθμισιν τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου τῆς ἐπικρατείας, ἀπὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην ποσῶς. Ἡμεῖς ἕτερον καθῆκον δὲν εἴχομεν, εἰμὴ νὰ παρουσιάσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων· ἐκτὸς τούτου, λέγομεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, μέχρις οὗ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἀρείου Πάγου, θὰ μεσολαβήσωσι πεντήκοντα ἡμέραι, προθεσμία ἀρκετὰ μακρὰ, καὶ δύναται ἡ Βουλὴ, ἂν θέλῃ καὶ νομίζῃ ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, νὰ τὸ ψηφίσῃ. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἑτέραν διαβεβαίωσιν ἢ ὅτι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ψηφισθῇ, θὰ τὸ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως, ἵνα τὸ καταστήσωμεν νόμον τοῦ Κράτους, καὶ ἑπομένως νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν. Ἂν ὅμως, εἴτε διὰ τὸν ἕνα λόγον εἴτε διὰ τὸν ἕτερον, τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων δὲν κατορθωθῇ νὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους μέχρι τέλους Δεκεμβρίου, δὲν πρέπει νὰ ἔχητε τὴν ἀπαίτησιν νὰ μὴν ἐφαρμοσθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ τακτοποιήσεως τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου τοῦ Κράτους. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ συμμερισθῶμεν τὴν ἰδέαν ταύτην, διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· θεωροῦμεν κατεπεῖγον νὰ τακτοποιηθῇ ὁ Ἄρειος Πάγος, διότι εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν οὐχὶ εὐάρεστον. Εἰς σᾶς μένει νὰ ψηφίσητε καὶ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ προσόντων, ὥστε, ὅταν φθάσῃ ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ πραγματοποιηθῇ τὸ πρῶτον, νὰ ᾖναι, ἐν ἰσχύϊ τὸ δεύτερον, ὥστε νὰ φυλαχθῶσι τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα θὰ ὁρίσητε. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι, μεταβάλλοντες κατὰ τοῦτο τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν ὁποίαν χθὲς ἀπεφασίσατε, προσβάλλετε τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος· ἐὰν τοῦτο ἦτον ἀληθὲς, βεβαιωθῆτε ὅτι πρῶτοι ἡμεῖς ἠθέλομεν σᾶς ἀποτρέψει, ἔστω καὶ μὲ κίνδυνον νὰ ὑποστῶμεν μίαν ψῆφον ἀποδοκιμασίας. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ μεταβάλλουσα τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν ὁποίαν χθὲς ἐκανόνισε, δὲν προσβάλλεται, διότι χθὲς ἴσως ἦτο ἐν τῷ δικαίῳ της νὰ ἀποφασίσῃ ὅ,τι ἀπεφάσισε, διότι δὲν εἶχεν ὑποβληθῆ νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἀφοῦ τὸ ἐφέραμεν, θὰ εἰπῇ ὅτι ὑπετάγημεν εἰς τὴν ἀπόφασίν της, καὶ ἑπομένως σήμερον, ἀφοῦ τὰ πράγματα μένουν εἰς τὴν ἐξουσίαν ὑμῶν, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τίποτε νὰ κάμωμεν, εἶναι ἐντὸς τῆς ἀξιοπρεπείας Σας νὰ ἀποφασίσητε ἢ τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο. Νομίζω ὅμως ὅτι πρέπει νὰ προτάξωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἀρείου Πάγου, διότι ἄλλως κινδυνεύομεν νὰ ἀφήσωμεν εἰς ἀθλίαν κατάστασιν τὸ ἀνώτατον δικαστήριον τοῦ Κράτους, καὶ τοῦτο δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ παραδεχθῶμεν.
§49ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐνόησα τοὺς κκ. ὑπουργοὺς ἀγορεύσαντας, δὲν ἐνόησα ὅμως τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ μεταξὺ ὡμίλησαν, καὶ δὲν τοὺς ἐνόησα ὡς πρὸς τοῦτο. Οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ὡμίλησαν ἀκαταπαύστως περὶ ἡμερησίας διατάξεως, περὶ προτιμήσεως ἑνὸς νόμου, οἱ δὲ συνάδελφοι ἐλάλησαν περὶ ὑπουργικοῦ ζητήματος καὶ περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Ἴσως ἤθελεν εἶσθαι πάντη ἀδιάφορον τί εἶπαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης πολὺ ἐνδιέτριψαν, ἂν ἐρχόμενοι διαδοχικῶς εἰς τὸ βῆμα οἱ ἀξιότιμοι ὑπουργοὶ ἤθελον δώσει μίαν ἀπάντησιν εἰς τοὺς πρὸ αὐτῶν ἀγορεύσαντας, καὶ ἤθελον ἐκφρασθῆ ἂν τῷ ὄντι παραδέχωνται ὅτι οἱ σημερινοὶ λόγοι των εἶχον αὐτὴν τὴν χροιὰν, ὅτι δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις προσῆλθε σήμερον νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν χαίρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς, ναὶ ἢ ὄχι. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις, πρὶν ἡ Κυβέρνησις κάμῃ τὴν ἐξήγησιν αὐτήν. Ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο σήμερον νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ χθεσινὴ ἀπόφασίς της ἐκλόνισε τὴν πεποίθησιν αὐτῆς περὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς· δὲν λέγω ὅτι εἶχε δίκαιον νὰ τὸ πράξῃ, ἀλλ’ ἠδύνατο. Ἐὰν λοιπὸν μὲ τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἦλθε σήμερον, παρακαλῶ νὰ τὸ ἐξηγήσῃ, ἵνα δώσῃ ἡ Βουλὴ τὴν δέουσαν ἐξήγησιν. Ἴσως τοῦτο τακτοποιήσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἐλευθερώσῃ τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς, συζητούσης τὸ ἀντικείμενον τοῦτο.
§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἄνευ πολυλογίας λέγω, ὅτι εἶναι φυσικὸν ὅταν ἡ Κυβέρνησις λέγῃ ὅτι νομίζει κατεπεῖγον τὸ δεῖνα νομοσχέδιον καὶ ζητῇ νὰ προταχθῇ, ἡ δὲ Βουλὴ λέγει, δὲν τὸ δέχομαι, ἐννοεῖ, δὲν σὲ ἐμπιστεύομαι νὰ τὸ ἐκτελέσῃς καὶ θέλω νὰ σοῦ ἐπιβάλλω περιορισμούς. Καὶ τοὺς περιορισμοὺς ἡμεῖς τοὺς δεχόμεθα, ἀλλ’ ὅταν ἐκ τῶν προτέρων δὲν σὲ ἐμπιστεύωνται νὰ τὸ ἐκτελέσῃς καὶ θέλωσι νὰ σὲ ὑποτάξωσι, φυσικώτατον εἶναι ὅτι τίθεται ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§51ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Φρονῶ, κ. πρόεδρε, ὅτι ἡ ἀξίωσις τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι δικαία. Πρὶν ἀναφέρω λόγους ἐπὶ τῶν καθέκαστα, ἀναφέρω ἕνα πρώτιστον, ὅστις ὑποθέτω ὅτι ἔχει μεγάλην ἀξίαν, τὸν λόγον ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἄνευ μεγάλης ἀφορμῆς νὰ θέλῃ νὰ συνταράξῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἁρμονίαν, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας τὰ κοινὰ πράγματα βαίνουσι πρὸς ὡρισμένον τέλος, τὸ τέλος τῆς ἑδραιώσεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς παγιώσεως τῆς τάξεως, καὶ τῆς νομοθετικῆς, διοικητικῆς καὶ πολιτικῆς προόδου. Ἔχει ἄδικον ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποπτεύηται τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία ὅλα τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ πάσης ὕλης, καὶ ὅλας τὰς γνώμας ἐπὶ παντὸς ζητήματος, τοὐλάχιστον ἕως τώρα, ἐδέχθη καὶ ἔδειξεν ἄπειρον πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην, ὑποστηρίξασα αὐτὴν ἄνευ οὐδεμιᾶς δυσκολίας καὶ ἀφήσασα εἰς αὐτὴν πολλάκις τὴν πρωτοβουλίαν καὶ παραιτήσασα πολλάκις τὰς γνώμας τῶν ἄλλων τῆς Βουλῆς ἀποχρώσεων, ἵνα δείξῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της καὶ ἀκολουθήσῃ τὴν γνώμην τῶν κυβερνώντων. Ἔπραξε δὲ τοῦτο ἕνεκα ὑπερτάτου καθήκοντος ἠθικοῦ, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ αἰσθάνεται κατὰ τὰς περιστάσεις ταύτας τὰς ἐκτάκτους, καὶ τὸ ἔπραξε διὰ πολλοτάτων πράξεων, τὰς ὁποίας δὲν διέκοψε κἀνὲν ἐναντίον παράδειγμα. Εἶχον δίκαιον λοιπὸν ν’ ἀποκαλέσω ἄδικον τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισεν ἐκ τῆς χθεσινῆς ἀποφάσεως. Ἡ χθεσινὴ ἀπόφασις ἐπῆλθεν εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς προπαρασκευῆς εἴτε φανερᾶς εἴτε κρυπτῆς, ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐγέννησεν ἡ ἀγγελία τοῦ κ. προέδρου, ὅτι ἐτυπώθησαν αἱ ἐκθέσεις τῶν ἁρμοδίων ἐπιτροπῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι μετὰ τὴν ἀγγελίαν αὐτὴν οὐδεμία φωνὴ ὑψώθη ἐναντίον τῆς προτάσεως τοῦ κ. προέδρου, τοῦ νὰ καταχωρισθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ὅτε δὲ ἡ Βουλὴ προέβη εἰς ἄλλα ἔργα καὶ ἐπεράτωσεν αὐτὰ, τότε ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀνήγγειλεν εἰς αὐτὴν ὅτι ὑπῆρξέ τις ἀντίῤῥησις ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ νὰ τεθῶσι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§52ΖΑΪΜΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§53ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν εἶχον ἀκούσει τὴν ἀντίῤῥησιν, ἀλλὰ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἀντίῤῥησις ἐγένετο, ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος μᾶς τὸ εἶπε, καὶ πιθανὸν ἐγὼ νὰ μὴ τὴν ἤκουσα. Τότε ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἔκαμε λογικωτάτην παρατήρησιν, καὶ ὡς λογικωτάτην τὴν ἐδέχθη ἡ Βουλή. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης εἶπεν, εἰσήχθησαν ὑπὸ δύω ὑπουργῶν, ἤτοι τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν, νόμοι περὶ προσόντων· καθ’ ἣν δε στιγμὴν συζητεῖ ἡ Βουλὴ ἂν πρέπῃ νὰ ἐπιτρέψῃ μεγάλην κίνησιν εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπαλληλίαν, φρόνιμον νομίζω καὶ συνετὸν νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἀπόφασις περὶ τῶν προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἐπροξένησαν δὲ τοσαύτην ἐντύπωσιν αἱ λογικαὶ ἐκεῖναι παρατηρήσεις, ὥστε οὔτε συζήτησις ἐγένετο, οὐδ’ αὐτὸ, ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρελθὼν εἰς τὸ βῆμα ἐπολέμησε τὴν γνώμην αὐτὴν, ἀλλὰ παρέστησε τὴν ἀνάγκην, ἡ ὁποία τὸν ἠνάγκασε νὰ φέρῃ τὰ νομοσχέδια, δηλαδὴ τὴν ὀπισθοδρόμησιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἀφῆκεν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἡ χθεσινὴ συζήτησις καὶ ἀπόφασις δὲν παρέχει στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα νὰ μορφώσωσιν εἰς τὴν συνείδησιν τῶν ὑπουργῶν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει πρὸς αὐτοὺς ἐμπιστοσύνην. Λυποῦμαι δὲ διότι ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος κύριος πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἔδωκεν, οὐδόλως ἔχει τὴν δύναμιν αὐτήν. Δὲν εἶναι λόγος, ἐπιτρέπων εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ θέτῃ ζητήματα ἐμπιστοσύνης, ὁ συλλογισμὸς ὅτι, ἐπειδὴ θέλετε νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ προσόντων καὶ ἔπειτα ὁ περὶ Ἀρείου Πάγου, δι’ οὗ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ προσθέσω 7 ἀρειοπαγίτας, 7 ἐφέτας, 7 προέδρους πρωτοδικῶν, 7 πρωτοδίκας, ἔπεται ὅτι δὲν μὲ ἐμπιστεύεσθε· διότι καμμία αἰτία δὲν ὑπάρχει νὰ παραμεληθῇ ὁ νόμος περὶ προσόντων ἵνα προηγηθῶσιν οἱ διορισμοί, ἀλλὰ τοὐναντίον. Εἶναι δὲ ἀσυγχώρητος ἐγωϊσμὸς νὰ νομίζωσιν, ὅτι οἱ νόμοι περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων ζητοῦνται παρὰ τῆς Βουλῆς μόνον καὶ μόνον ὅπως ἐπιβληθῶσιν εἰς τοὺς διαδόχους τῶν σημερινῶν ὑπουργῶν. Ὁ σκοπὸς τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι αὐτός, ὁ σκοπὸς τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ κανονίσῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους πρὸς τὸ συμφέρον αὐτοῦ. Τὰ προσωπικὰ ζητήματα ἐπὶ τοιούτων περιστάσεων δὲν ἔχουν τόπον· καὶ ἂν δὲν εἶχον ἄπειρον ὑπόληψιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν σημερινήν, ἤθελον εἰπεῖ ὅτι θέλει ν’ ἀποφύγῃ τὸν νόμον περὶ προσόντων. Ἐνῷ λοιπὸν ὁ λόγος αὐτὸς δὲν εἶχε τὴν δύναμιν νὰ σχηματίσῃ δικαίως τοιαύτην περὶ μὴ ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς ἰδέαν εἰς τὸν νοῦν τῆς Κυβερνήσεως, φρονῶ ἀπεναντίας ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἄριστα ἤθελεν ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν της καὶ λίαν φιλοτίμως, ἐὰν αὐτὴ ἡ ἰδία ἤρχετο καὶ ἔλεγε. «Τάξατε τὰ προσόντα, διότι καὶ ἐγὼ αὐτὴ ἐπιθυμῶ νὰ ἔχω κανόνα καὶ ὁδηγόν, οὐδὲ νομίζω ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἡ μόνη ἀναμάρτητος Κυβέρνησις, οὐδὲ φρονῶ, ὅτι ὅλα τὰ μέχρι τοῦδε κηρύγματα, διὰ τῶν ὁποίων ἀπῃτήθη παρὰ σύμπαντος τοῦ ἔθνους ἡ ἵδρυσις προσόντων τῆς δημοσίας ὑπαλληλίας, ἐγένοντο διὰ τὰς ἄλλας κυβερνήσεις ἐκτὸς ἐμοῦ». Ἀλλ’ αὐτὴν τὴν ἀδυναμίαν ἔτι μᾶλλον καταφανεστέραν κατέστησαν αἱ ἄλλαι ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας πρὸς τὸν ἀντίθετον σκοπὸν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ εἶπον σήμερον. Ἀφοῦ διαβεβαιοῦν τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ νόμος περὶ μεταβολῆς τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν θέλει ἐφαρμοσθῆ παρὰ μετὰ δύω μῆνας, διὰ ποῖον λόγον ἀντετάχθησαν κατὰ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς τοῦ νὰ συζητηθῇ ὁ νόμος περὶ προσόντων; Δὲν ἐννοοῦν τοῦτο τοὐλάχιστον, ὅτι ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον θὰ δαπανήσωμεν πρὸς συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ Ἀρείου Πάγου, εἶναι πολὺ ὀρθότερον καὶ ἀξιοπρεπέστερον νὰ δαπανηθῇ πρὸς συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ προσόντων; Ἐννοῶ, κύριε πρόεδρε, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις εἶναι κύριαι νὰ θέτωσι ζητήματα ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’ ὅμως καὶ τὰ κοινοβούλια ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ σκέπτωνται ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων καὶ νὰ τὰ ἀποφεύγωσιν ὅταν τὰ θεωρῶσιν ὡς ἐπιβλαβῆ εἰς τὸν τόπον. Ἀφοῦ ἀπέδειξα ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ φοβηθῇ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἔπαυσεν ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς πρὸς αὐτήν, ἐγὼ ὁ ἴδιος παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ καὶ ἐπισήμως τὴν ἐξήγησιν, ὅτι ἡ χθεσινὴ ἀπόφασις αὐτῆς δὲν εἶχε κἀμμίαν σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Καὶ τοῦτο νομίζω τόσῳ μᾶλλον ἀναγκαῖον, ὅσῳ οὐχὶ μόνον ἱκανοποιεῖ τὴν ἀξίωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἔστω κατὰ τὴν γνώμην μου καὶ ἄδικον, ἀλλὰ διότι συγχρόνως θέλομεν διατηρήσει τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος, ἡ ὁποία θέλει προσβληθῆ, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργός, ἐὰν περιπέσῃ εἰς παλινῳδίαν, μετὰ τοὺς γενομένους μάλιστα ψιθυρισμοὺς κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας. Τῳόντι αἱ Κυβερνήσεις ἠμποροῦν νὰ συνδέουν τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης μὲ ζητήματα πραγματικά, ἀλλ’ ἐὰν μεταξὺ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τοῦ πραγματικοῦ ζητήματος παρεμπίπτῃ ἓν συμφέρον μεγάλης ἀξίας, ὡς εἶναι τὸ συμφέρον τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἀποκρούσῃ. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ συνδέηται τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον λυόμενον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ ἐκθέσῃ τὸν τόπον εἰς μεγάλας δυσκολίας, δὲν εἶναι, λέγω, δίκαιον τὰ τοιαῦτα ζητήματα νὰ περιπλέκωνται μὲ ζήτημα ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος. Ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀφεθῇ ἐντελῶς ἐλευθέρα καὶ ἀνεξάρτητος εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον τὸ πολιτικὸν συμφέρον τοῦ τόπου ἐπιβάλλει εἰς αὐτήν, τοῦ νὰ ἀποφύγῃ τὴν ὑπουργικὴν κρίσιν, ἵνα ἀποφασίσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὅπως ἐγκρίνῃ καὶ ἐνέκρινεν, εἴτε ἡ κυβέρνησις ἐπιμένει, εἴτε δὲν ἐπιμένει εἰς τὴν ἀναθεώρησιν. Ἐγὼ προθύμως ἤθελον δεχθῆ τὴν πρότασιν αὐτὴν παρ’ οἱουδήποτε ἤθελε προταθῆ, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν δεχθῇ ὡς ἀσφαλῆ λύσιν, νὰ ἐξηγήσῃ δηλαδὴ ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ τῆς χθεσινῆς ἀποφάσεώς της δὲν ἐνόει νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§54ΖΩΧΙΟΣ. Περιεπλέχθησαν δύω ζητήματα ὅλως διόλου κεχωρισμένα· τὸ εἶναι ἓν μέγα, τὸ ἄλλο μικρὸν, διότι, κατ’ ἐμὲ, καὶ τὰ προσόντα ἂν ὁρίσητε, ἡ κατάστασις τοῦ τόπου δὲν θὰ ἀλλάξῃ. Τί κοινὸν ὅμως μεταξὺ τοῦ ζητήματος τῶν προσόντων καὶ τοῦ ἄλλου ζητήματος τοῦ παρεμπίπτοντος, τοῦ τῶν φιλοτιμιῶν; Ἔχομεν δὲ δύω φιλοτιμίας ἀντικρουομένας. Καὶ ἂν δὲν διεβαίνομεν κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν μεταξὺ τῶν Συμπληγάδων, ἴσως ἤθελεν εἶσθαι συγκεχωρημένον νὰ θέτωσιν οἱ ὑπουργοὶ ζητήματα ἐμπιστοσύνης· ἀλλὰ ποῦ θὰ μᾶς ἀφήσητε, κύριοι ὑπουργοὶ, μεταξὺ τῶν Συμπληγάδων; Δὲν θὰ σᾶς καταδικάσῃ ὁ τόπος, ὅτι διὰ ψύλλου πηδήματα ἀπεφασίσατε νὰ παραιτηθῆτε; Πολὺ δὲ σωστὰ ὁ κ. Δεληγεώργης σᾶς εἶπεν νὰ χωρίσητε τὰ ζητήματα· τοὐτέστιν ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ ὁμοθύμως τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ δὲ ζήτημα τῶν Ἀρειοπαγιτῶν δύναται νὰ ἀναβληθῇ, διότι πρὸ τοῦ Ἰανουαρίου δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ νέον νομοθέτημα. Ἐν τούτοις τί σᾶς λέγει ὁ ὑπουργός; Ἄν δὲν μοῦ δώσητε τὸν νόμον, ἐχάλασεν ὁ κόσμος, ὁ Ἄρειος Πάγος ἐχάθη. Βεβαίως ὅμως τὸ νομοσχέδιον πρὸ τοῦ Ἰανουαρίου θὰ λάβῃ πέρας, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω νὰ χωρισθοῦν τὰ ζητήματα· ἡ Βουλὴ δηλαδὴ νὰ ἐξηγήσῃ τὴν χθεσινὴν αὐτῆς ἀπόφασιν, δι’ ἧς δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ προσβάλῃ τὴν Κυβέρνησιν ἢ νὰ δείξῃ τὴν ἐλαχίστην πρὸς αὐτὴν δυσπιστίαν, νὰ ἐκφράσῃ δὲ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς πρὸς τὸ ὑπουργεῖον, τὸ δὲ κύριον ζήτημα ἂς μείνῃ ἐκκρεμές· εἰς ἄλλην δὲ ἡμέραν δυνάμεθα νὰ ἀποφασίσωμεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, διότι καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀδικήσῃ τὸν τόπον, καὶ ἡμεῖς, ἐὰν σήμερον σπεύσωμεν. Ἐπιμένω λοιπὸν εἰς τὴν πρότασιν μου, δι’ ἧς προτείνω ἡ Βουλὴ νὰ ἐρωτηθῇ, ἂν ἡ Κυβέρνησις χαίρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς, περὶ δὲ τοῦ ἄλλου ζητήματος ἀποφαινόμεθα κατόπιν.
§55ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ ἐνοοῦσα, κύριοι, τὴν Κυβέρνησιν, ἂν μετὰ τὴν χθεσινὴν ψηφοφορίαν, διορθόνω τὴν ἔκφρασιν μου, θὰ ἠννόουν τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν μετὰ τὴν χθεσινὴν ψηφοφορίαν ἤρχετο σήμερον ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ μᾶς ἔλεγεν, ὡς μᾶς εἶπε πρὸ ὀλίγου, «εἶμαι εἰλικρινὴς καὶ ἐσυνείθισα νὰ ἐκφράζωμαι εἰλικρινῶς, ἂν εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπε σήμερον, προσέθετε τοῦτο «ἡ χθεσινὴ ψηφοφορία μὲ θέτει εἰς ἀμφιβολίαν, ὅτι ἦτο ψῆφος κατ’ ἐμοῦ· εἰπέτε μου ἔχει τοιαύτην ἔννοιαν;» Ἀλλὰ τὰ σημερινὰ δὲν τὰ ἐννοῶ· ἡ χθεσινὴ ψῆφος τῆς Βουλῆς οὐδεμίαν ἔννοιαν εἶχε πολιτικὴν, εἰς οὐδενὸς τὸν νοῦν ἐπῆλθε διὰ τῆς χθεσινῆς ψηφοφορίας νὰ ἐκφράσῃ πολιτικὴν ἰδέαν· ἡ χθεσινὴ ψηφοφορία δὲν εἶναι ἄλλο εἰμὴ ζήτημα τάξεως. Δὲν μᾶς ἔπεισαν οἱ λόγοι τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ὅστις μᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ Ἀρείου Πάγου εἶναι κατεπεῖγον, ἡ δικαιοσύνη καταστρέφεται, ἂν δὲν ψηφίσητε ἀμέσως τὸν νόμον περὶ προσθήκης 7 Ἀρειοπαγιτῶν, διότι ἐσυλλογίσθημεν, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ὑφίσταται πρὸ τοσούτων ἐτῶν. Τὸ κατεπεῖγον τοῦτο ἐπῆλθεν εἰς αὐτὰς τὰς ἡμέρας; καὶ τὸ κατεπεῖγον τοῦτο ποῦ ἵσταται, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὑπουργὸς μᾶς λέγει, ὅτι τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον μᾶς ζητεῖ νὰ ψηφίσωμεν, δὲν θὰ τὸν ἐφαρμόσῃ εἰμὴ τὴν 1 Ἰανουαρίου; Καὶ ἂν ἦναι κατεπεῖγον νὰ προστεθῶσιν 7 Ἀρειοπαγῖται εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, εἶναι, κύριοι, πλέον ἢ κατεπεῖγον, εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον τῶν προσόντων. Ποσάκις δὲν μᾶς ἦλθεν ἡ ἰδέα, δὲν ἐξεφράσαμεν τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν, διότι δὲν ἐπῆλθεν ὁ νόμος τῶν προσόντων; Ἀπὸ τὴν μίαν ἄκραν τῆς Ἑλλάδος ἕως τὴν ἄλλην μία φωνὴ ἀνυψοῦται, «νόμος περὶ προσόντων». Καὶ εἰς στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται 28 θέσεις ἰσόβιοι εἴτε νὰ προστεθῶσιν εἴτε νὰ μετατραπῶσι, δὲν εἶναι κατεπεῖγον, δὲν ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν, σταθῆτε, ὅπως ψηφίσωμεν τὸν νόμον τῶν προσόντων; Αὐτὴ καὶ μόνη ἡ ἰδέα ἦτο χθὲς εἰς τὸν νοῦν τῆς Βουλῆς, ὅταν ἐψήφιζεν ὡς ἐψήφισεν ἀντιτείνουσα εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν τυχὸν ἐξελάμβανεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἡ ψηφοφορία ἐκείνη εἶναι κατ’ αὐτοῦ, ἤθελον τὸν ἐννοήσει, ἐὰν λέγω, ἐζητοῦσε διασαφήσεις σήμερον ἀπὸ τὴν Βουλὴν, καὶ ἤθελον τοῦ δοθῶσι· δὲν ἤθελον ὅμως τὸν δικαιολογήσει, διότι ἤθελον τοῦ εἴπει ὅ,τι καὶ πρότερον. Ἀλλὰ νὰ ἔρχηται ἡ Κυβέρνησις σύσσωμος νὰ θέτῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ νὰ μᾶς λέγῃ, ἢ καταψηφίσατέ με ἢ καταψηφίσατε ὅ,τι ἐκάματε χθὲς, τοῦτο εἶναι ἔτι πλέον ἀκατανόητον. Ναὶ, εἶναι δυνατὸν αἱ Κυβερνήσεις νὰ θέτωσιν ὑπουργικὰ ζητήματα ὁσάκις θέλουσιν, ἀλλ’ ὀφείλουσι καὶ αἱ Βουλαὶ, ὅταν βλέπωσιν ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι ἐπιζήμια εἰς τὸν τόπον, νὰ μὴ τὰ δέχωνται. Ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς σήμερον, ἰδίως εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, δὲν ἐπιτρέπομεν νὰ θέτητε ζητήματα ἐμπιστοσύνης, εἰς αὐτὴν μάλιστα τὴν Βουλήν· δὲν σοῦ εἶναι ἐπιτετραμμένον, Κυβέρνησις, νὰ παίζῃς μὲ τὴν ζωήν σου. Καὶ ἂν νομίζῃς, ὅτι σοῦ εἶναι ἐπιτετραμμένον τοῦτο, κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν σοῦ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παίζῃς μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς. Τί θὰ σοῦ χρησιμεύσῃ ἡ Βουλή, ὅταν τῆς προσβάλῃς τὴν ἀξιοπρέπειαν; Ὅ,τι ἐψηφίσθη, ἐσυζητήθη καὶ ἀπεφασίσθη δὲν ἠμπορεῖς νὰ τὸ ἀρνηθῇς, καὶ ἐψηφίσθη καὶ ἀπεφασίσθη ζήτημα ἐσωτερικῆς τάξεως. Δὲν δεχόμεθα λοιπὸν, ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ, τὸ ζήτημα τὸ πολιτικὸν ὅπως τὸ θέτουσι. Τὴν ἁρμονίαν, τὴν ὁποίαν βλέπετε ἐντὸς τῆς Βουλῆς βασιλεύουσαν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς σᾶς νὰ τὴν ταράξητε, ἐνῷ ὑπάρχουν ἐκκρεμῆ ζητήματα ἄλλα, εἰς τὰ ὁποῖα καὶ σεῖς ἐπίσης ἐξ ἴσου ἐνδιαφέρεσθε, ὡς καὶ ἡμεῖς, καὶ νὰ ἐξαρτᾶτε τὴν τύχην τῶν ζητημάτων τούτων, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν φράσιν, ἀπὸ ἓν πεῖσμα ἀτομικόν, διότι δὲν εἶναι τὸ σημερινὸν ζήτημα παρὰ μόνον καὶ μόνον ἓν πεῖσμα. Μὴ παρεξηγῆτε τοὺς λόγους μου· ἐσυνείθισα νὰ ἐκφράζωμαι εἰλικρινῶς, καὶ τὰς ἐντυπώσεις νὰ τὰς λαμβάνω ἐκ τῶν πραγμάτων. Σᾶς ἐννοοῦσα ἂν ἐλέγετε, νὰ τεθῇ προθεσμία 15 ἢ 20 ἡμερῶν ἀπὸ σήμερον, ὅπως ἐντὸς τῶν ἡμερῶν τούτων ψηφισθῇ ὁ νόμος τῶν προσόντων, ἀλλ’ ἐὰν παρέλθουν αὐταὶ αἱ 15 ἢ 20 ἡμέραι χωρὶς νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος τῶν προσόντων, σᾶς ἀναγγέλλομεν ὅτι θέλομεν ζητήσει κατὰ προτίμησιν τότε τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ προσθήκης Ἀρειοπαγιτῶν. Ἀλλὰ μᾶς λέγετε σήμερον, ἐπιμένομεν νὰ καταστρέψητε τὴν χθεσινὴν ἀπόφασίν σας......
§56ΜΙΛΗΣΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριε Λομβάρδε, νὰ σᾶς διακόψω. Πρέπει νὰ τεθῇ ἓν τέρμα εἰς συζήτησιν, ἥτις στηρίζεται ἐπὶ προφανοῦς συγχύσεως. Πρὸ πάντων ὀφείλω νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι τὰ πράγματα ἀναιροῦσι τὴν ἀξίωσιν ὑμῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εὐλαβεῖται δῆθεν τὴν θέσιν τῆς Βουλῆς. Χθὲς ἔτι, καὶ ἀπορῶ πῶς διέφυγε τοῦτο τὴν προσοχήν σας, χθὲς, ἅμα ὑπωπτεύθημεν ἁπλῶς, ὅτι ἠλαττώθη ἡ πρὸς ἡμᾶς ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς, ἐσπεύσαμεν νὰ προκαλέσωμεν δήλωσιν αὐτῆς, ἂν ἔχῃ ἢ ὄχι ἐμπιστοσύνην εἰς ἡμᾶς. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὑποθέτω, οὐχὶ ὀλιγωρίαν, ἀλλ’ ὑπερβάλλουσαν τοὐναντίον ἐκτίμησιν καὶ εὐλάβειαν τοῦ ἀξιώματος καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν εἶναι δὲ ὡσαύτως ἀληθὲς, ὅτι καὶ νῦν ζητοῦμεν, μάλιστα δὲ ἐξ ἀτομικοῦ πείσματος, ὅπως εὐαρεστεῖσθε νὰ λέγητε, ὅτι ἐπιμένομεν νὰ καταστρέψῃ ἡ Βουλὴ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασίν της καὶ νὰ θυσιάσῃ οὕτω τὴν ἰδίαν της ἀξιοπρέπειαν. Τίς σᾶς εἶπεν ὅτι ἡμεῖς ἐπιδιώκομεν τοιαύτην τῆς Βουλῆς ταπείνωσιν, τοιοῦτον ἐξευτελισμόν; Ἐξετάσατε ἀπαθῶς τὰ πράγματα, συμβουλευθῆτε αὐτὰ ἀπροκαταλήπτως, καὶ θέλετε πεισθῆ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐ μόνον δὲν ἀντιστρατευόμεθα πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, οὐ μόνον δὲν θίγομεν τὴν ἀξιοπρέπειάν της, ἀλλὰ συμμορφούμεθα μάλιστα μὲ τὰς ἀποφάσεις της, καὶ τὴν ἀξιοπρέπειάν της περὶ πολλοῦ ποιούμεθα. Καὶ τῳόντι εἰσηγάγομεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ τακτοποιεῖται τὸ ἀνώτατον δικαστήριον τοῦ Κράτους, θεραπεύεται τουτέστι μεγίστη καὶ κατεπείγουσα τῆς κοινωνίας ἀνάγκη. Τί ἐπ’ αὐτοῦ ἀπεφάσισε χθὲς ἡ Βουλή; Δὲν ἐπιτρέπω, εἶπε, νὰ ἐγγραφῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐὰν μὴ προϋποβληθῇ νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν Ἀρειοπαγιτῶν. Ἡμεῖς δ’ ἐσπεύσαμεν νὰ συμμορφωθῶμεν μὲ τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ὑποβαλόντες σήμερον νομοσχέδιον περὶ προσόντων ἁπάντων ἐν γένει τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ τί σᾶς λέγομεν; ὑπ’ ὄψιν σας ἔχετε νῦν ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια, τὸ περὶ τακτοποιήσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τὸ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων· χρόνον ἔχετε ἱκανὸν διὰ νὰ ἐπιψηφίσητε καὶ τὰ δύω· δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει ποῖον ἐξ αὐτῶν θὰ προτάξητε, θέλομεν μόνον νὰ ᾖναι ἕτοιμον τὸ νομοσχέδιον τὸ περὶ τακτοποιήσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου μέχρι τῆς ά. Ἰανουαρίου, ὅτε θέλει τεθῆ εἰς ἐνέργειαν. Ἐὰν δὲ μέχρι τῆς ἐποχῆς ταύτης ἡ Βουλὴ δὲν δυνηθῇ δι’ οἱονδήποτε λόγον νὰ ψηφίσῃ καὶ τὸ περὶ προσόντων νομοσχέδιον, τί πταίομεν ἡμεῖς; Εἴμεθα ἆρά γε ὑποχρεωμένοι νὰ ἀφήσωμεν ἀθεράπευτον μίαν σπουδαιοτάτην καὶ κατεπείγουσαν τῆς ὑπηρεσίας ἀνάγκην, διὰ τὴν ἔλλειψιν τοιούτου νόμου; Ψηφίσατε τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων, διὰ νὰ τὸ ἔχωμεν ἕτοιμον τὴν ά. Ἰανουαρίου. Ἐὰν ὅμως δι’ ὁποιονδήποτε λόγον δὲν ψηφισθῇ τοῦτο, καὶ δὲν τὸ ἔχομεν ἕτοιμον......
§57ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ ζητεῖ ἡ Βουλὴ νὰ προταχθῇ.
§58ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἂς προταχθῇ· τίς ἀντιλέγει; Εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς προέκυψεν αὐτὴ ἡ σύγχυσις.
§59ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, εἶναι ἀξιολογώτατα. Μετὰ 15 ἢ 20 ἡμέρας νὰ συζητηθῇ ὁ νόμος περὶ προσθήκης Ἀρεοπαγιτῶν, ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει ἡ Βουλὴ ἐντὸς 15 ἢ 20 ἡμερῶν δὲν ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων, νὰ ψηφίσῃ τὸ περὶ τακτοποιήσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Νὰ δοθῇ προθεσμία 20 ἡμερῶν.
§60ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δέκα πέντε.
§61ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ δέχεται ὁ ὑπουργός;
§62ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταξὺ 15 καὶ 20 δὲν ὑπάρχει μεγάλη διαφορά· παρακαλῶ μόνον τὴν Βουλὴν νὰ σπεύσῃ.
§63ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος φίλος μου βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργης μὲ ἔφερεν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο· εἶπεν, ὅτι χθές, ὅτε ἐπρόκειτο ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς περὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὅτι ἀντίῤῥησίς τις δὲν ἐγένετο, καὶ ὅτι μετὰ ταῦτα ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἀντέστη κατὰ τῆς ἐγγραφῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἀρείου Πάγου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Ἴσως δὲν ἀντελήφθη καλῶς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου τὰ λαβόντα χώραν ἐν τῇ χθεσινῇ συνεδριάσει. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Βουλὴ εἶχε συναινέσει εἰς τὴν κατάταξιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀλλὰ πρὶν ὁ πρόεδρος ἀποφανθῇ, ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἀντέστη· μετὰ τὸν κ. Μαυρομιχάλην ἐπῆλθεν ἄλλη συζήτησις, ὡς συμβαίνει εἰς τὴν Βουλὴν, αἱ τακτικαὶ συνεδριάσεις νὰ διακόπτωνται δι’ ἐκτάκτων ἐπεισοδίων. Περαιωθέντων τῶν ἐπεισοδίων τούτων, ὤφειλον νὰ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ κ. Μαυρομιχάλη τὴν ἔνστασιν, καὶ νὰ προκαλέσω τῆς Βουλῆς τὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς ἀντιῤῥήσεως αὐτοῦ. Τοῦτο δὲ ἔπραξα, καὶ μετὰ τὴν γενομένην συζήτησιν, ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν συναινεῖ εἰς τὸ νὰ τεθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὸ νομοσχέδιον περὶ τακτοποιήσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Οὕτω διέτρεξαν τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα λυποῦμαι, ὅτι δὲν ἀντελήφθη ἀκριβῶς ὁ ἀξιότιμος φίλος μου. Ἀλλά, κύριοι, ἀνελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα, δὲν δύναμαι νὰ μείνω ξένος εἰς τὴν συζήτησιν, ἥτις ἔλαβε χώραν σήμερον περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἡ μὴ συναίνεσις τῆς Βουλῆς εἰς τὸ νὰ καταταχθῇ νομοσχέδιόν τι τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει δὲν δύναται εἰς οὐδὲν συνταγματικὸν Κράτος νὰ ἐκληφθῇ ὡς ἁπλοῦν ζήτημα τάξεως, ὡς ἠθέλησαν νὰ τὸ παραστήσωσι. Καὶ αὐτὸς δὲ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργης Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἐκλάβῃ τὴν ἀπόφασιν ταύτην ὡς ἔνδειξιν δυσπιστίας πρὸς αὐτήν, ἀλλ’ ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ τὸ πράξῃ· εἶπεν ὅμως ῥητῶς, ὅτι ἠδύνατο καὶ νὰ ἐκλάβῃ τὴν ἀπόφασιν ταύτην ὡς δεῖγμα δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ κ. Δεληγεώργης εἶχε πληρέστατον δίκαιον, κύριοι. Ἡ ἀπόῤῥιψις ἑνὸς νομοσχεδίου μετὰ σπουδαίαν καὶ ἐμβριθῆ συζήτησιν δύναται πολλάκις νὰ μὴν ᾖναι ζήτημα ὑποχρεοῦν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν ἐξουσίαν· ἡ ἀπόφασις ὅμως τῆς Βουλῆς, ἵνα μὴ συγκατατεθῇ νὰ ἐγγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδιον παρουσιαζόμενον παρά τινος Κυβερνήσεως, ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς Βουλῆς δεικνύει οὐχὶ δυσπιστίαν, ἀλλ’ ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον δὲν θέλω νὰ εἴπω. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἔθετο σήμερον ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἔπραξε συνταγματικώτατα καὶ ἀξιοπρεπέστατα. Ἡ ἀξιοπρέπεια, κύριοι, τοῦ νομοθετικοῦ σώματος εἶναί τι ὅλως ἰδιαίτερον ἀπὸ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως· δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ εἰς μίαν Κυβέρνησιν, μεῖνε εἰς τὴν θέσιν σου καί τοι περιφρονουμένη, διότι τὸ Κοινοβούλιον δὲν δύναται νὰ προσβάλῃ τὴν ἀξιοπρέπειάν του. Βλέπετε, ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι ὅλως διόλου διάφορος ἀπὸ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὄχι, κύριοι, ἀπὸ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ μένῃ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ὅταν δὲν ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Δικαιότατα λοιπόν, κατ’ ἐμέ, ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὤφειλε νὰ θεωρήσῃ τὴν χθεσινὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὡς ψῆφον δυσπιστίας τοῦ Σώματος πρὸς αὐτήν. Ἀλλὰ μετὰ τὰς σημερινὰς ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν ἰδίως παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου, μετὰ τὴν ῥητὴν αὐτοῦ πρότασιν νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ καθαρῶς, ὅτι ἡ χθεσινὴ αὐτῆς ἀπόφασις δὲν ὑπεδείκνυε δυσπιστίαν τινὰ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, μετὰ τὴν γενομένην πρότασιν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου κυρίου Λομβάρδου, ἵνα ὁρισθῇ ὡρισμένη προθεσμία ἐντὸς τῆς ὁποίας ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων, μετὰ τὰς προτάσεις ταύτας, νομίζω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ὀφείλει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψῆφον περὶ ἐμπιστοσύνης, διότι πληρέστατα εὑρίσκεται ἱκανοποιημένον, ὅταν γείνωσι δεκταὶ αἱ προτάσεις, περὶ τῶν ὁποίων Σᾶς ἀνέφερα. Αἱ προτάσεις αὗται θέλουν ἀποδείξει τρανῶς, ὅτι ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν αὐτῆς, δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν νὰ δώσῃ ψῆφον δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, θέλει ἀποδείξει ὅτι ἐξακολουθεῖ νὰ παρέχῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποστήριξίν της. Τούτου δὲ γενομένου, νομίζω, ὅτι ὁ κύριος πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου δὲν θέλει ἐπιμείνει εἰς τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν ἐπροκάλεσε παρὰ τῆς Βουλῆς.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ συμπέρασμα τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, ἡ ὁποία μετὰ ταῦτα ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Λομβάρδου.......
§65ΠΟΛΛΟΙ. Ἄλλο εἶναι τὸ ἓν καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο· χωριστὰ τὸ πολιτικὸν ζήτημα καὶ χωριστὰ τὸ ἄλλο.
§66ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἀπαιτεῖ ἡ Κυβέρνησις;
§67ΔΕΞΙΟΘΕΝ. Μάλιστα, τὸ ἀπαιτεῖ.
§68ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, ἡ Βουλὴ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφανθῇ τί ἐννοεῖ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι διὰ τῆς χθεσινῆς περὶ ἡμερησίας διατάξεως ἀποφάσεώς της δὲν ἠννόει νὰ δηλώσῃ δυσπιστίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἂν παραδέχηται τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Δεληγεώργη (ἐγείρονται σχεδὸν πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δεληγεώργη. Ἤδη ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ διὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Λομβάρδου, ὁ ὁποῖος παρακαλεῖται νὰ τὴν διατυπώσῃ ὡρισμένως.
§70ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διὰ νὰ ἤμεθα ἀσφαλεῖς, ἔπρεπε νὰ ὁρίσωμεν ὅτι ἐντὸς τοῦ Νοεμβρίου, ἂν δὲν ᾖναι ψηφισμένος ὁ νόμος περὶ προσόντων, ἡ Κυβέρνησις ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ....
§71ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐὰν ἐντὸς 15 ἢ 20 ἡμερῶν τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων δὲν συζητηθῇ, θὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τακτοποιήσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὁ κύριος Λομβάρδος ἐπρότεινεν 20 ἡμέρας· ἡμεῖς ἀντετάχθημεν καὶ ἐπροτείναμεν 15 ἡμέρας· ἐπιμένομεν εἰς τὰς 15.
§72ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐντὸς τοῦ Νοεμβρίου.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος διετύπωσε πρότασιν· θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§74ΡΙΚΑΚΗΣ. Θέλω νὰ συνεννοηθῶ μὲ τὸν κ. Λομβάρδον καὶ νὰ τῷ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν δεκαπέντε ἢ εἴκοσιν ἡμερῶν, διότι, ἐὰν ἐντὸς δεκαπέντε ἡμερῶν ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, θὰ ᾖναι ἀδύνατον νὰ διακόψωμεν τὴν συζήτησιν πρὸ τῆς ψηφίσεως· ἑπομένως ὁ προσδιορισμὸς μακροτέρας προθεσμίας δὲν ὠφελεῖ.
§75ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λυποῦμαι διότι λαμβάνω τὸν λόγον εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα· Σᾶς λέγω δὲ, ὅτι καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς, νὰ τίθηται προθεσμία εἰς τὴν Βουλήν. Ἀφήσατε τὰ πράγματα εὐρύτερα, διὰ νὰ θέσωμεν μίαν τάξιν.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν κατὰ τὴν πρότασιν, ἐὰν ἐντὸς τοῦ μηνὸς 9βρίου δὲν ᾖναι ἐψηφισμένον τὸ νομοσχέδιον τὸ περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ περὶ προσωπικοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§77ΠΟΛΥΛΑΣ. (Καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον τὸ νομοσχέδιόν του).
§78ΤΙΝΕΣ. Νὰ κάμωμεν πέντε λεπτὰ διακοπὴν, κ. Πρόεδρε.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται διακοπὴ ἐπὶ πέντε λεπτά. Ὥρα 5 παρὰ 25|60 μ. μ. Ὥρα 5 παρὰ 15|60 μ. μ. Ἀναλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου πάλιν ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Καράπαυλος.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πολυλᾶς κατέθεσε νομοσχέδιον, ὑπογεγραμμένον καὶ παρ’ ἄλλων συναδέλφων, περὶ διανομῆς τῆς δημοτικῆς περιουσίας τῶν δήμων Κερκύρας, Μέσης καὶ Ὄρους. Ἂν παραδέχηται ἡ Βουλή, θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, καὶ θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§81Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, τοὐτέστι νὰ τεθῇ προθεσμία μέχρι τίνος χρόνου πρέπει νὰ φέρῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἔκθεσίν της, διότι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θεωρεῖται ἀναγκαιότατον· πρέπει ὅμως νὰ μένωμεν ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι οὐδεμία ἐπιτροπὴ δὲν θέλει νὰ ἐργασθῇ· ἑπομένως ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ περιμένῃ, καὶ ὅταν φυλάξωμεν τὸν Κανονισμὸν, ἐὰν μετὰ τὴν δοθεῖσαν προθεσμίαν δὲν φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της ἡ ἐπιτροπὴ, νὰ τίθηται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πολυλᾶ, ποίαν προθεσμίαν ἐπιθυμεῖτε νὰ θέσητε;
§83ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πέντε ἡμέρας.
§84ΠΟΛΥΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι ὀκτὼ ἡμέραι ἀρκοῦσι· διότι θέλω παρακαλέσει καὶ τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ φέρω ἐνώπιον αὐτῆς καὶ τὰς προφορικάς μου παρατηρήσεις.
§85ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ποίαν ἐπιτροπὴν θὰ σταλῇ;
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῶν Ἐσωτερικῶν.
§87ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τῆς Δικαιοσύνης.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος λέγει, ὅτι πρέπει νὰ σταλῇ καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης.
§89ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν, διότι πρόκειται περὶ δημοτικῆς περιουσίας.
§90ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιμένω.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἥτις ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§92ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑπέβαλε σπουδαιότατον νομοσχέδιον πρὸ τεσσάρων ἢ πέντε ἡμερῶν, τὸ περὶ ἰσχύος τῶν ναυτιλιακῶν διπλωμάτων. Ἐπειδὴ ἀποτελῶ μέρος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ναυτικῶν, διαβεβαιῶ, ὅτι οὐδαμῶς προσεκλήθην νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν κατεπεῖγον.
§93Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἑκάστη Ἐπιτροπὴ ἔχει τὸν πρόεδρόν της, καὶ ὁ Πρόεδρος ἑκάστης ἐπιτροπῆς ὀφείλει νὰ καλῇ τὰ μέλη.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος εἶναι ὁ Πρόεδρος;
§95ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὁ κ. Τσαμαδός.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τσαμαδὲ, ἡ Βουλὴ σᾶς προσκαλεῖ νὰ καλέσητε τὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, διότι λέγουν ὅτι δὲν ἐκαλέσατε τὴν ἐπιτροπήν.
§97ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Χθὲς τὴν νύκτα μὲ εἰδοποίησαν.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ βʹ. ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας πιστώσεως διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου.
§99ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔλαβον τὸ πρωτόκολλον τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις διετάχθη νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ ἐνοίκιον τῆς οἰκίας τοῦ δημοσίου, τὴν ὁποίαν κατεῖχεν ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Γρίβας.
§100ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§101ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσον ἐνοίκιον λέγει τὸν μῆνα;
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακοσίας πενῆντα ἕως 300 τὸν μῆνα.
§103ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ περὶ χορηγίας πιστώσεως διὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον τοῦ 1875 νομοσχέδιον, ὅπερ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς δευτέραν συζήτησιν).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ διατάγματος περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς δήλωσιν τῶν ζώων διὰ τὸ ἔτος 1874. Ἀνεγνώσθη καὶ ἐγένετο δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς γʹ. συζήτησιν. Ἐπίσης ἐγένετο δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ διατάγματος περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς διὰ τὸ ἔτος 1875.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλο ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως δὲν ὑπάρχει.
§106ΤΙΝΕΣ. Αὔριον ἡ Βουλὴ θὰ συνεδριάσῃ;
§107ΕΤΕΡΟΙ. Αὔριον θὰ ἔχωμεν τὸ κατηγορητήριον, κ. Πρόεδρε;
§108ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, τὴν Δευτέραν.
§109ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Νὰ διανεμηθοῦν αἱ ἐκθέσεις τοῦ κατηγορητηρίου ἐγκαίρως, καὶ τὴν Δευτέραν νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τύπωσις τῶν ἐκθέσεων ἀνεβλήθη μέχρι τῆς ὥρας, διότι οἱ κύριοι εἰσηγηταὶ ἤθελον νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰς διορθώσεις· κατὰ συνέπειαν μέχρι τοῦδε δὲν ἐτελείωσαν, αὔριον δὲ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ. Λοιπὸν θέλετε διὰ τὴν Δευτέραν νὰ μείνῃ;
§111ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν Δευτέραν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀντικείμενον τῆς συνεδριάσεως τὴν Δευτέραν εἶναι τὸ κατηγορητήριον. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 5 μ. μ.)