1875.11.06
1,073 rows · 8,413 words · 110 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35
Τῆς 6 Νοεμβρίου 1875.
(Πέμπτη).
Ὥρα 2½ μ. μ.
Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ ὑποβάλω ἓν νομοσχέδιον. (Ἀναβαίνει τὸ βῆμα). Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πίστωσιν ἴσην μὲ τὸ δωδεκατημόριον τῶν ἐξόδων τῶν ἐμπεριλαμβανομένων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1875, ὅπως ἐνεργήσω τὰς πληρωμὰς τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου. Ἀναγινώσκω τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον (τὸ ἀναγινώσκει). Ἐπειδὴ δὲ τὸ νομοσχέδιον εἶναι κατεπεῖγον, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ θεωρήσῃ ὡς εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ γείνῃ ἡ τύπωσις.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§3ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ 1 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου). Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1;
§5ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον πρῶτον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§7ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ 2 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§10ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ τὸ 2 ἄρθρον. Ψηφοφορεῖται τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου· οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§12ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως. Αὔριον γίνεται ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις, ἀφοῦ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Ὁ κύριος Κατσικαπῆς ἐζήτησε τὸν λόγον.
§14ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κύριοι βουλευταί, λέγεται μετά τινος ὑποστάσεως, ὅτι ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸς κ. Γρίβας πρῶτον μὲν ἔλαβεν εἰς τὴν κατοχήν του καὶ ἔκαμεν ἰδίαν χρῆσιν τῶν ἐπίπλων τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μεγάλης ἀξίας, τὰ ὁποῖα, ἐὰν αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας ἔχω ᾖναι ἀκριβεῖς, κατέχει μέχρι τοῦ νῦν, δηλ. εὑρίσκονται εἰς τὴν οἰκίαν εἰς τὴν ὁποίαν κατῴκει πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς του ἐξ Ἀθηνῶν· δεύτερον ὅτι αὐτὸς διὰ τὸν ἑαυτόν του ἔλαβε προκαταβολικῶς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἱκανὴν ποσότητα χρημάτων, ἔδωκε δὲ καὶ εἰς ἄλλους φίλους του τοιαύτην προκαταβολήν. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν περιῆλθον εἰς γνῶσίν του τὰ περιστατικὰ ταῦτα, καὶ ποίαν ἔλαβε πρόνοιαν πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δημοσίων συμφερόντων.
§15ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.). Ἀκριβῶς δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ὑποβάλω αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν κατάστασιν ἐν γένει τῆς διαχειρίσεως τοῦ πρώην ὑπουργοῦ κυρίου Γρίβα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ κ. ἀντισυνταγματάρχης Γρίβας, ὡς ὑπουργός, μετῴκισε τὰ δύο ἀρχηγεῖα τοῦ μηχανικοῦ καὶ τῆς χωροφυλακῆς, διεσκεύασε κατὰ τὸ δοκοῦν τὴν οἰκίαν καὶ ἔθεσεν εἰς αὐτὴν ἔπιπλα ἀξίας τριῶν χιλιάδων δραχμῶν περίπου, τὰς ὁποίας ἐπλήρωσε τὸ δημόσιον· ὅτι ἀποχωρήσας τοῦ ὑπουργείου, ἄφησεν αὐτὰ εἰς τὸ δημόσιον κατάστημα ἐν ᾧ κατῴκησεν ὑπὲρ τοὺς τριάκοντα μῆνας ἄνευ ἐνοικίου. Ὡσαύτως εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἔλαβε παρανόμως ἑπτὰ ἕως ἑπτάμισυ χιλιάδας δραχμὰς ἀπὸ τὸ δημόσιον ὡς προκαταβολὴν, καὶ ὅτι εἴς τινας ἀξιωματικοὺς ἔδωκε τοιαύτας ἀπὸ 1500–1700 δραχμὰς, ποσὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προκαταβάλῃ.
§16Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τί δικαιολογίαν φέρουν;
§17ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Καμμίαν.
§18ΡΟΥΚΗΣ. Εἰς τί ποσὸν ἀναβαίνουν;
§19ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Τοῦ μὲν κ. Γρίβα εἰς 7500 δραχμὰς περίπου, τὸ ὅλον δὲ εἰς 25,000 δραχμάς.
§20ΛΑΠΑΣ. Ἐνεργεῖται ἀπὸ τὰς προκαταβολὰς κράτησις;
§21ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἐνεργεῖται, καὶ ὄχι μόνον ἐνεργεῖται, ἀλλὰ διετάχθη καὶ ἀνάκρισις, καθόσον κατὰ τὸ 1875 ὁ προϋπολογισμὸς ἀναβαίνει τὰ ἐννέα ἑκατομμύρια, ἐνῷ ἀπὸ τὰ 1870 ἕως τὰ 1875 περιεστρέφετο ἀπὸ ἑπτὰ ἑκατομμύρια τριακοσίας χιλιάδας ἕως ἑπτὰ ἑκατομμύρια ὀκτακοσίας χιλιάδας. Ὅλα διετάχθησαν, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶχα τὸν ὑλικὸν καιρὸν νὰ παρατηρήσω ἕκαστον ποσὸν διὰ κάθε κεφάλαιον (θόρυβος).
§22ΧΟΪΔΑΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. ὑπουργὲ, ν’ ἀπαντήσητε εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κυρίου Κατσικαπῆ, περὶ τῶν ἐπίπλων τῶν ἀγορασθέντων διὰ δημοσίων χρημάτων παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§23ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀξία αὐτῶν εἶναι περίπου 3000.
§24ΧΟΪΔΑΣ. Ἀνέρχεται εἰς 16,000.
§25ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. 3000 δραχμὰς ἢ 2800, νομίζω· τέλος πάντων λεπτομερεστέρας ἐξηγήσεις σᾶς δίδω αὔριον.
§26ΛΑΠΑΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐὰν χρηματικὰ ποσὰ ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔλαβεν εἴτε διὰ τὸν ἑαυτόν του εἴτε διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ εἴτε δι’ ἄλλας ἀνάγκας, καὶ νὰ μᾶς φωτίσῃ περὶ ὅλων αὐτῶν.
§27ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἡ ὑπηρεσία δὲν μοὶ παρουσίασεν οὐδέν. Ἂν ἐπιθυμῇ ἡ Βουλὴ, δὲν ἔχω δισταγμὸν νὰ διατάξω ἐξέλεγξιν. Διαδίδονται πολλὰ, ὅπως ἠκούσατε καὶ ὑμεῖς, ἤκουσα δὲ καὶ ἐγώ· ἀλλὰ δὲν εἶχον κᾀμμίαν ἀφορμὴν πρὸς τοῦτο, καὶ κατὰ συνέπειαν, ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ διατάξω νὰ γείνῃ μία ἐξέτασις, εὐχαρίστως θέλω τὸ πράξει, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεως θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν.
§28ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§29ΛΑΠΑΣ. Ὅσον εἶναι δυνατὸν τὸ ταχύτερον.
§30Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναγινώσκω ἔν τινι ἐγχωρίῳ ἐφημερίδι καθ’ ἑκάστην τὰς ἐπὶ τῶν ἐπισκοπικῶν καταθέσεις τῶν μαρτύρων, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τί θέλει γείνει τὴν ἐπιοῦσαν. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ταῦτα δὲν προδίδονται παρὰ τῶν συναδέλφων μας μελῶν τῆς παρ’ ἡμῶν ἐκλεχθείσης ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ παρά τινος τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς. Τοῦτο τὸ θεωρῶ ἄτοπον, διότι πρὸ ἡμῶν δὲν πρέπει νὰ γνωρίζει κἀνεὶς τὰς ἀνακρίσεις. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω νὰ συστηθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἄν τις τῶν ὑπαλλήλων προδίδῃ τὴν ἐχεμύθειαν τῶν ἀνακρίσεων, νὰ τὸν τιμωρήσῃ.
§31ΡΟΥΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Σύρου φαίνεται ὅτι ἔχει τὴν ἀπαίτησιν, πᾶς ὅστις θέλει νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας του, νὰ τὸν ἐρωτᾷ.
§32ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι οὐδὲν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἀναγγέλλει τι σχετικὸν πρὸς τὴν ἀνάκρισιν. Εἶδον δὲ καὶ ἐγὼ μετ’ ἀπορίας μου δημοσιευόμενα ἔν τινι ἐφημερίδι γεγονότα μὴ κατατεθειμένα παρὰ μαρτύρων, καὶ διὰ τοῦτο τὰ γεγονότα ταῦτα διαψεύδονται ὑπὸ τῶν ἐξετασθέντων ἐν ἄλλαις ἐφημερίσιν. Ἐκ τούτων πείθεται ἡ Βουλὴ ὅτι αἱ πληροφορίαι αὗται δὲν ἠδύναντο νὰ δοθῶσιν οὔτε ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν οὔτε ἀπὸ τὸν ἕνα καὶ μόνον ὑπάλληλον αὐτῆς, διακρινόμενον ἐπὶ πιστῇ ἐκπληρώσει τῶν καθηκόντων του. Ἐπειδὴ δὲ γίνονται ἀνακρίσεις καὶ ἐνταῦθα καὶ εἰς πολλὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὁ συντάκτης τῆς «Παλιγγενεσίας» ἔχει πληροφορίας τινάς, αἱ πληροφορίαι αὗται εἶμαι βέβαιος ὅτι προέρχονται ὄχι ἐκ τῶν ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἐκ τῶν διαδόσεων αὐτῶν τῶν ἐξετασθέντων. Οὔτε ἡ ἐπιτροπή, οὔτε οἱ ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι ἠδύναντο νὰ δώσωσι πληροφορίας, διότι οἱ ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι ἐξετέλεσαν καὶ ἐκτελοῦν τὸ καθῆκόν των μετὰ δικαιοσύνης καὶ ἀμεροληψίας, καὶ διὰ τοῦτο, ἀφοῦ περαιώσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὰς ἐργασίας της, σκοπεύει νὰ συστήσῃ εἰς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον ὅτι πρέπει νὰ ἐκφρασθῇ ἡ πλήρης εὐαρέσκεια εἰς ὅλα τὰ ὄργανα τῆς δικαιοσύνης τὰ ὁποῖα ἔλαβον μέρος πρὸς ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας. Λοιπὸν ἂς ᾖναι βέβαιος ὁ κ. βουλευτὴς Σύρου ὅτι οὐδὲν ἀποκαλύπτεται ἐκ τῶν προσώπων, ἅτινα κατὰ καθῆκον ὀφείλουσι νὰ τηρήσωσιν ἐχεμύθειαν.
§33Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τοῦ τύπου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀπευθύνω μίαν παράκλησιν ὅσον ἀφορᾷ τὸ θεωρεῖον τῶν δημοσιογράφων, διότι εἰς τὸ θεωρεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκονται, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνονται καλῶς, καὶ διὰ τοῦτο παραμορφόνουσι τὰ πράγματα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὸ προεδρεῖον πρέπει νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως δοθῇ εἰς τοὺς δημοσιογράφους καταλληλότερον θεωρεῖον.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον οὐδὲν ἔχει θεωρεῖον καταλληλότερον· ἐντὸς τῆς αἰθούσης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθήσωσι.
§35ΦΙΛΗΜΩΝ. Οἱονδήποτε θεωρεῖον ἂν παραχωρήσωμεν, τὸ αὐτὸ θὰ συμβῇ, διότι πάντα τὰ θεωρεῖα εἶναι οἰκτρὰ ὑπὸ τὴν ἀκουστικήν. Ἡμεῖς, τῇ συναινέσει τῶν κ. κ. δημοσιογράφων, παρεχωρήσαμεν τὸ θεωρεῖον, εἰς ὃ σήμερον κάθηνται. Καὶ ἐγὼ ἐπίσης εἶμαι δημοσιογράφος, καὶ εὗρον τοῦτο τὸ μόνον κατάλληλον. Ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ διορθωθῇ ἡ ἔλλειψις, διότι ἀφοῦ ἐντὸς τῆς αἰθούσης δὲν ἀκούομεν, πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ ἐκεῖ καθήμενοι ν’ ἀκούωσι καὶ νὰ λαμβάνωσι σημειώσεις;
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς δικαιοσύνης κατέθεσε τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τοῦ ὑπουργοῦ τῆς δικαιοσύνης περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ περὶ διορισμοῦ δευτέρου ἀντεισαγγελέως ἔν τισι Πρωτοδικείοις.
§37ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Νὰ τυπωθῶσι, διανεμηθῶσι καὶ τεθῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὡς κατεπείγοντα.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλή;
§39ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§40Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καὶ τὸ περὶ Ἀρείου Πάγου;
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τὰ δύω.
§42Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει αὐτὸ νὰ ἔλθῃ κατόπιν τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, διότι πρόκειται νὰ γείνουν διορισμοὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, εἰς τὰ πρωτοδικεῖα κτλ.
§43ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Κύριε πρόεδρε, σήμερον λήγει ἡ προθεσμία τῆς ἐπιτροπῆς.
§44ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἠξεύρομεν, καὶ εἶναι ἕτοιμαι αἱ ἐκθέσεις. Ὑποβάλλονται ὑπὸ τῶν κυρίων Πολυλᾶ, Ῥικάκη καὶ Ζέγγελη ἐκθέσεις ἐπὶ τῆς κατὰ τοῦ πρώην ὑπουργείου Βούλγαρη κατηγορίας.
§45ΡΟΥΚΗΣ. Ν’ ἀναγνωσθῶσι, κύριε πρόεδρε.
§46ΠΟΛΥΛΑΣ. (ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσίν του).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ζέγγελη, ἀναγνώσατε παρακαλῶ τὴν ἔκθεσίν σας. Ὁ κ. Ζέγγελης ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσίν του.
§48ΤΙΝΕΣ. Ποῖος εἶναι ὑπογεγραμμένος;
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζέγγελης μόνος.
§50ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Εἰς τὴν βάσιν δὲν διεφωνήσαμεν, διότι, ὅπως παρατηρεῖτε, πάντες εὑρίσκομεν ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις ἀνακρίσεως, διεφωνήσαμεν ὅμως ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν, καὶ ἰδίως ἐγὼ, διότι φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν περιέβαλεν ἡμᾶς μὲ ἀνακριτικὰ καθήκοντα· ἁπλῶς ἀποστολὴν εἴχομεν νὰ ὑποβάλωμεν παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς γενομένης προτάσεως καὶ ἀποφανθῶμεν ἂν ὑπάρχῃ περίπτωσις ἀνακρίσεως. Φρονῶ ἐπίσης, ὅτι διὰ νὰ χαρακτηρίσῃ τις τὸ ἔγκλημα ἀκριβῶς ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει, ἀπαιτεῖται ἀναγκαίως μία ἀνάκρισις, δι’ ἧς, βεβαιουμένων τῶν γεγονότων, δύναταί τις νὰ ἐκτιμήσῃ αὐτὰ καὶ ὁρίσῃ τὰ στοιχεῖα τὰ ἀπαρτίζοντα τὸν ἐγκληματικὸν χαρακτῆρα τῶν πράξεων, καὶ διὰ τοῦτο δὲν προέβην εἰς προσδιορισμὸν τοῦ ἐγκλήματος.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ῥικάκη, ἀναγνώσατε παρακαλῶ καὶ τὴν ἰδικήν σας ἔκθεσιν. Ὁ κ. Ῥικάκης ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν.
§52ΤΙΝΕΣ. Ποῖος εἶναι ὑπογεγραμμένος;
§53ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. Δανόπουλος, ὁ κ. Βαλσαμάκης καὶ ἐγώ.
§54ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρώτη ἔκθεσις ἀπὸ ποῖον εἶναι ὑπογεγραμμένη;
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ τὸν κ. Πολυλᾶν μόνον. Λοιπὸν αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ.
§56ΤΙΝΕΣ. Αὔριον νὰ συζητηθῶσι.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ τυπωθῶσιν ἕως αὔριον.
§58ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ συζήτησις πρέπει νὰ γείνῃ αὔριον· ἑπομένως πρέπει νὰ τυπωθοῦν ἕως αὔριον.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν τυπωθοῦν, θὰ γείνῃ.
§60ΡΟΥΚΗΣ. Ἐὰν δὲν ᾖναι δυνατὸν νὰ προλάβῃ τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον, ἠμποροῦμεν νὰ καταφύγωμεν καὶ εἰς ἰδιαίτερον (θόρυβος). Ἔχομεν ἓν τυπογραφεῖον, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τυπώσῃ τέσσαρα παληόχαρτα.
§61ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὰ ζητήματα, τὰ συνδεόμενα μετὰ τῶν ἐκθέσεων τούτων, εἶναι σπουδαῖα. Χρείαν ἔχομεν πρὸ πάντων ἡμεῖς, οἱ τὴν πρότασιν ὑποβαλόντες, νὰ μελετήσωμεν τὰ κείμενα, διότι περὶ σοβαρῶν ταῦτα πραγματεύονται ζητημάτων. Τούτου χρείαν ἐπίσης ἔχουσι καὶ οἱ λοιποὶ συνάδελφοι βουλευταί. Μιᾶς ἡμέρας ἀναβολὴ οὐδόλως βλάπτει· ἄλλως, ὀφείλομεν νὰ διασκεδάσωμεν καὶ πᾶσαν ὑπόνοιαν. Ἂς τυπωθῶσιν αἱ ἐκθέσεις εἰς τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον, καὶ τὸ Σάββατον ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καὶ ἡμεῖς χρείαν ἔχομεν μιᾶς ἡμέρας καιρὸν, διὰ νὰ μελετήσωμεν.
§62ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μένει διὰ τὸ Σάββατον. Ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀποφασίσει νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ δὲ κ. Ἀντ. Μαυρομιχάλης ἀντετάχθη εἰς τοῦτο· θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἂν συναινῇ.
§64Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ ἔκαμα τὴν ἔνστασιν, ὅτι προκειμένου τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης νὰ φέρῃ νόμον περὶ προσόντων, ὅπως ὑπέβαλον καὶ οἱ λοιποὶ ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, νομίζω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν θὰ θελήσῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ Ἀρείου Πάγου πρὶν ὑποβάλῃ τὸν νόμον περὶ προσόντων, διότι πρόκειται νὰ γείνουν ἑπτὰ Ἀρεοπαγῖται, τὰς θέσεις τῶν ὁποίων θὰ καθέξωσιν εἴτε ἐφέται, εἴτε δικηγόροι, τὰς δὲ θέσεις τῶν ἐφετῶν θὰ καθέξουν εἴτε πρωτοδίκαι, εἴτε δικηγόροι. Κατὰ συνέπειαν, προκειμένου νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὸν νόμον περὶ προσόντων ἐν γένει τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου· μοὶ εἶπε δὲ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὅσον οὔπω θέλει ὑποβάλει νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§65ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Πιστεύω, ὅτι αὔριον ἢ μεθαύριον θέλω ὑποβάλει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· ἡ μὴ ὑποβολὴ ὅμως αὐτοῦ δὲν ἐμποδίζει τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἀρείου Πάγου.
§66ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, καὶ θεωρῶ σπουδαῖον τῷ ὄντι ὅπως φέρῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νομοσχέδιον περὶ προσόντων. Ἀφίνω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νὰ κρίνῃ ἂν πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἀρειοπαγιτῶν, χωρὶς νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων. Πρόκειται περὶ θέσεων, αἵτινες εἶναι σπουδαιόταται, καὶ ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της τὰ προσόντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖά εἰσιν ἀναγκαῖα διὰ τοιαύτας θέσεις καὶ τὰς παραλλήλους τῶν ἐφετῶν κλπ.
§67ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅπως εἶπον, ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δὲν ἐμποδίζεται ἀπὸ τὴν μὴ ὑποβολὴν τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, τοῦ περὶ προσόντων, ὅπερ ὑποβληθήσεται ἢ αὔριον ἢ μεθαύριον· ἀπὸ τὴν ἐπιμέλειαν δὲ τῆς Βουλῆς ἐξαρτᾶται ἡ ταχίστη ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ἂν ἡ Βουλὴ φρονῇ, ὅτι πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων δὲν πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ περὶ μεταβολῆς τοῦ δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου νομοσχέδιον, δύναται μετὰ προηγουμένην συζήτησιν νὰ ἐκφέρῃ τὴν περὶ τούτου γνώμην αὐτῆς, τοῦθ’ ὅπερ χρῄζει μελέτης, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἀποφασίσῃ τὴν τύχην τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου. Παρατηρῶ δὲ ἀπὸ τοῦδε μόνον τοῦτο, ὅτι ὅπως ἔχουσι νῦν τὰ τοῦ δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐπικρατεῖ ἐν αὐτῷ σχεδὸν δικαιοστάσιον, οὐχὶ ἐξ ἀμελείας τῶν μελῶν αὐτοῦ, ἅτινα πᾶσαν δυνατὴν καταβάλλουσιν ἐπιμέλειαν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὑτῶν, ἀλλ’ ἐκ τῆς πληθύος τῶν ὑποθέσεων. Ἂν θελήσωμεν νὰ παρατείνωμεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ προσόντων, δὲν ἠξεύρω τί δύναται νὰ προέλθῃ. Ἐπληθύνθησαν τοσοῦτον αἱ ὑποθέσεις πρὸ ἑνὸς ἔτους, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδικασθῶσιν, ἐὰν μὴ ἐπιψηφισθῇ καὶ ἐκτελεσθῇ τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον, διὸ καὶ ζητῶ ὅπως ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ ἐπισπευσθῇ ἀνεξαρτήτως τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ περὶ προσόντων νομοσχεδίου, ὅπερ ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος ὑποβληθήσεται εἰς τὴν Βουλήν.
§68Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κατόπιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. ὑπουργός, φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι εὐδιάθετος νὰ προταχθῇ νόμος περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων πρὸ παντὸς ἄλλου νόμου περὶ προσόντων, διότι ἡ ἐπὶ πλέον παράτασις τῆς καταστάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους.
§69ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἐγὼ προτείνω νὰ προταχθῇ ὁ νόμος περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κολιάτσου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν ἤδη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἔχομεν τὴν βʹ. συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς δήλωσιν τῶν ζώων. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ. συζήτησιν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεύτερον ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς τῶν ζώων καὶ μελισσίων διὰ τὸ ἔτος 1875. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ. συζήτησιν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη εἰς γʹ. συζήτησιν τὴν σύμβασιν περὶ τῶν ἀνασκαφῶν τῆς Ὀλυμπίας.
§73ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ὁ νόμος ὁ ἀκυρῶν τοὺς ψευδεῖς νόμους ἐκυρώθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως· ἑπομένως δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως, ὅπως δημοσιευθῶσιν ὁμοῦ.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν λοιπὸν εἰς τὴν γʹ. καὶ τελευταίαν συζήτησιν περὶ τῆς συμβάσεως. Ὁ κ. Φιλήμων εἶχε ζητήσει τὸν λόγον. Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Καράπαυλος.
§75Ν. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κ. πρόεδρε.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ εἶναι ἐν τοῖς δωματίοις, καὶ ἐστείλαμεν τοὺς κλητῆρας διὰ νὰ τοὺς καλέσωσι.
§77Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Μόλις εἴμεθα ἑβδομήκοντα.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. γραμματεὺς μὲ βεβαιοῖ, ὅτι ἐν τοῖς δωματίοις εἶναι περὶ τοὺς ἑβδομήκοντα, κατὰ δὲ τὸν Κανονισμὸν, οὗτοι θεωροῦνται ὡς παρόντες. Ἑπομένως δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ.
§79ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ὑπάρχῃ τοιαύτη διάταξις ἐν τῷ Κανονισμῷ. Ἂν ὅμως ὑπάρχῃ, πρέπει νὰ καταπέσῃ, διότι, ὡς εἶναι τὸ νέον κατάστημα διεσκευασμένον, αὐτὴ ἡ διάταξις πρέπει νὰ πέσῃ εἰς ἀχρηστίαν.
§80ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ὅταν σᾶς γίνηται ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, ὀφείλετε νὰ ἀναγνώσητε τὸν κατάλογον.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἐν τῷ Κανονισμῷ ὑπάρχει ἡ διάταξις ὅτι οἱ ἐν τοῖς δωματίοις λογίζονται ὡς παρόντες, τὸ προεδρεῖον, διὰ νὰ βεβαιωθῇ, ἔπεμψεν ἕνα τῶν κυρίων γραμματέων, καὶ ἐβεβαιώθη ὅτι εἶναι περὶ τοὺς τριάκοντα.
§82ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ βεβαίωσις τῆς ἀπαρτίας γίνεται μόνον διὰ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου, καὶ δι’ οὐδενὸς ἑτέρου μέσου. Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κ.κ. βουλευτῶν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα ἑκατὸν πέντε.
§84ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν ἀγνοῶ, ὅτι ἐπιχειρῶν νὰ φέρω παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς πρὸς τὴν Γερμανικὴν Αὐτοκρατορίαν συμβάσεως περὶ τῶν ἐν Ὀλυμπίᾳ ἀνασκαφῶν, δὲν ἐπιχειρῶ ἔργον πρακτικόν, ἀλλ’ ἔργον μάταιον. Δυστυχῶς δὲν πρόκειται περὶ τῆς πραγματικῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 32 τοῦ Συντάγματος, ἤτοι τῆς συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς. Αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας θὰ φέρω, δὲν ἔχουσι τὸν πρακτικὸν χαρακτῆρα, ὃν ἤθελον ἔχει, ἂν κατὰ πρῶτον ἐφέρετο καὶ εἰς πραγματικὴν συζήτησιν ἡ συνθήκη αὕτη, ὅπως ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Συντάγματος. Αἱ παρατηρήσεις μου γίνονται ἐπὶ ὑποθέσεως καὶ ἐπὶ πτώματος. Ἡ συνθήκη αὕτη ὑπεγράφη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἐπεκυρώθη, ἀντηλλάγησαν αἱ ἐπικυρώσεις πρὸς τὴν Γερμανίαν, καὶ ἤρξατο ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς.
§85ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ σύμβασις ὑπεγράφη ὑπὸ τῶν Ἐπιτρόπων.
§86ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν νομίζω, ὅτι ἔσφαλα περὶ τὴν ἔκφρασιν. Ὁ δῆθεν ἀναγνωρίζων τὴν σύμβασιν νόμος ἐκυρώθη καὶ ὑπεγράφη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Ἡ σύμβασις αὕτη, εἶπον, ἤρξατο ἐφαρμοζομένη· ἑπομένως δὲν πρόκειται, λέγω καὶ πάλιν, περὶ συζητήσεως κατ’ οὐσίαν καὶ πραγματικῆς. Δυστυχῶς ἡ διεθνὴς πρᾶξις καὶ ἡ καλὴ πίστις ἐπιβάλλουσι τὴν ἀνάγκην ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὸ τελεσθὲν γεγονός. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἔκρινα ὡς καθῆκον ὑπέρτατον νὰ ὑποθέσω πρὸς στιγμὴν γεγονὸς μὴ ὑπάρχον, ἤτοι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι πράγματι καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν τὴν πρὸς τὴν Γερμανίαν σύμβασιν, ὡς ἐὰν οὐδὲν ἐπῆλθεν ἐξ ὧν ἐμνημόνευσα γεγονότων, τοῦτο δὲ διὰ δύω λόγους. Πρῶτον, διότι ἐθεώρησα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ ἄνευ ἐθνικῆς διαμαρτυρήσεως τὸ ποτήριον τῆς συμβάσεως ταύτης, καὶ δεύτερον, ἔπρεπε νὰ βεβαιωθῇ ἐφ’ ἅπαξ ἔτι, ἐὰν τούτου ἦν χρεία, καὶ ὑμεῖς νὰ πεισθῆτε, ὅτι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα δὲν δύνανται νὰ τύχωσιν ἀποτελεσματικῆς προστασίας καὶ μερίμνης ἀλλαχοῦ που ἢ μόνον ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ, ἐν ᾗ συνεδριάζουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ τόπου, ὅτι δὲ καταστρέφονται καὶ συντρίβονται, ὅταν ἡ περὶ αὐτῶν μέριμνα ἀφίνεται εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν αὐλικῶν ἀντιθαλάμων. Ἐπειδὴ ἡ συζήτησις, ὡς εἶπον καὶ ἀρχόμενος, εἶναι ὑποθετική, θὰ παρακαλέσω καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μοὶ ἐπιτρέψωσιν, ὅπως καὶ τὰς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς παρατηρήσεις μου καὶ τὰς ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν φέρω συγχρόνως, μὴ γείνῃ δὲ τὸ συνήθως συμβαῖνον, ὅτε ἡ συζήτησις γίνεται πρῶτον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ εἶτα ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν. Προσβάλλων τὴν ἀρχὴν τῆς συμβάσεως, εὑρίσκομαι εἰς τὴν αὐτὴν δυσχέρειαν, εἰς ἣν εὑρέθην, ὅτε καὶ πρὸς τοὺς λοιποὺς συναδέλφους μου, τοὺς συγκροτοῦντας τὰς ἐπιτροπὰς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐπεχείρησα νὰ τοὺς πείσω περὶ τοῦ ἐξευτελιστικοῦ καὶ ταπεινωτικοῦ χαρακτῆρος, τὸν ὁποῖον ἡ σύμβασις αὕτη φέρει. Εἰσὶ μερικὰ πράγματα, ἅτινα, ἀκριβῶς ἕνεκα τοῦ πασιδήλου καὶ πασιφανοῦς αὐτῶν, καθιστῶσι δύσκολον τὴν τακτικὴν ἀπόδειξιν. Ἰδίως τὰ ζητήματα τῆς φιλοτιμίας ἀνάγονται εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν. Ἡ δυσχέρεια ὅμως αὕτη δὲν μὲ ἀπελπίζει· θέλω δὲ ἀναπτύξει τὴν ἰδέαν μου, καταφεύγων εἰς μίαν παρομοίωσιν καὶ εἰς μίαν ἐξ ἀντιθέτου ὑπόθεσιν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, τί ἠθέλετε εἰπεῖ περὶ τοῦ κυρίου κτήματός τινος, ὅπερ κατέχει οὗτος κληρονομικῷ δικαιώματι, ὅταν ὁ κύριος οὗτος ἤθελε προσκαλέσει ξένον ἐντὸς τοῦ κτήματος, καὶ ἀφήσει εἰς αὐτὸν τὴν ἔρευναν τῆς ἱστορικῆς καταγωγῆς του καὶ τῶν πραγμάτων, ἅτινα συνδέονται πρὸς τὰς παραδόσεις τῆς οἰκογενείας του; Ἠθέλετε εἴπει, ὅτι οὗτος εἶναι ἀνίκανος κάτοχος, ὅτι οὐδὲν αἴσθημα φιλοτιμίας τὸν συνδέει μετὰ τῶν προγονικῶν ἀναμνήσεών του. Τοῦτο συμβαίνει ἤδη καὶ ἐπὶ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος. Κατέχομεν οἱ Ἕλληνες, οὐχὶ δικαιώματι κατακτήσεως, ἀλλὰ κληρονομικῷ, τὴν γῆν ταύτην, τὴν ὁποίαν οἱ πρόγονοι ἡμῶν ἐδόξασαν, ἐν ᾗ ἐδημιούργησαν τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα, οἷον φέρεται ἐν τῇ Ἱστορίᾳ. Ὁποίαν ἰδέαν θὰ συλλάβῃ ὁ πεπολιτισμένος κόσμος, ὅταν σήμερον τὴν γῆν τῶν παραδόσεων καὶ τῆς δόξης, ἣν ἡμεῖς καυχώμεθα ὅτι κατέχομεν, ὡς ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, παραδίδωμεν εἰς ξένους νὰ τὴν ἐρευνήσωσιν, ἵνα μᾶς διδάξωσιν, ἡμεῖς δὲ ἁπλῶς λαμβάνωμεν θέσιν κλητῆρος καὶ ἐκτελεστοῦ, ὁλόκληρον δὲ τὴν διεύθυνσιν καὶ τὴν δόξαν τῆς ἐπιστημονικῆς ἐργασίας ἀφίνωμεν εἰς τούτους; Βεβαίως μομφὴν μόνον θ’ ἀκούσωμεν καὶ περιφρόνησιν. Ἔρχομαι ἤδη εἰς μίαν ἐξ ἀντιθέτου ὑπόθεσιν. Ὑποθέσατε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀνελάμβανεν αὐτὴ δι’ ἰδίας δαπάνης νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἀνασκαφὴν, καὶ ὅτι προσεκάλει τὸν πεπολιτισμένον κόσμον δι’ ἀντιπροσώπων του νὰ παρασταθῇ καὶ σπουδάσῃ τὰ ἀνακαλυφθησόμενα, σύρων τὰ συμπεράσματα, ἅτινα προώρισται νὰ ὠφελήσωσι τὴν ἐπιστήμην. Τί ἤθελεν εἰπεῖ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ πεπολιτισμένος κόσμος; Ἤθελεν ἀποδώσει εἰς ἡμᾶς ἔπαινον καὶ θαυμασμόν, ἤθελεν ἀποφανθῇ ἀδιστάκτως, ὅτι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, οἱ ὁποῖοι λέγονται Ἕλληνες, ἔχουσι τὸ αἴσθημα τῆς φιλοτιμίας, καὶ εἶναι ἄξιοι κάτοχοι τῆς χώρας, ἣν ἔχουσιν ὡς Κράτος. Δυστυχῶς τοῦ ἐπαίνου τούτου καὶ τοῦ θαυμασμοῦ στερεῖται ἡ Ἑλλάς· τὴν δόξαν δὲ ταύτην ἔρχεται ἕτερον Κράτος νὰ δρέψῃ. Τοῦτο δὲ οὐδ’ ἡ ἐπιτροπὴ ὑμῶν ἠρνήθη, διότι καὶ αὕτη ὁμιλεῖ περὶ τῆς δόξης καὶ τῶν δαφνῶν, ἃς ἡ Γερμανία πρόκειται νὰ δρέψῃ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς Ἑλλάδος. Τὴν δόξαν ὅμως αὐτὴν ἀκριβῶς ἀφαιρεῖ ἡ σύμβασις ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ἑλληνικῆς φιλοτιμίας, ἁπλῶς καθιστῶσα τὴν Ἑλλάδα ἐκτελεστὴν τῶν διαταγῶν καὶ τῶν θελήσεων ξένης Κυβερνήσεως. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἔχω νὰ παρατηρήσω πρὸς τοὺς ἐντίμους συναδέλφους μου, τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι δὲν πρόκειται, ὡς ἐσφαλμένως ἠθέλησαν νὰ σημειώσωσι, περὶ ἰδιωτῶν, ἀναλαμβανόντων ἀνασκαφάς, ἀλλὰ περὶ Κυβερνήσεων καὶ Κρατῶν· πρόκειται περὶ διεθνοῦς ὑποχρεώσεως, οὐχὶ δὲ περὶ ἀστυνομικῆς ἀδείας· πρόκειται περὶ διαρκοῦς καὶ αἰωνίας δεσμεύσεως τῆς ὅλης Ἑλλάδος, οὐχὶ δὲ περὶ ἀδείας, δοθείσης ἀστυνομικῶς εἰς ἓν ἄτομον, ἣν ἄδειαν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν δύναται ν’ ἀφαιρέσῃ ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ἀποκρούω λοιπὸν τὴν σύμβασιν κατ’ ἀρχὴν, ὡς προσβάλλουσαν τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν, καὶ ὡς ἐξευτελίζουσαν τὴν Ἑλλάδα, ἐπὶ τούτοις δὲ, διότι θέτει καὶ κακὸν προηγούμενον. Ἂν σήμερον εἰς τὴν Γερμανίαν παραχωρήσωμεν τὸ δικαίωμα καὶ τὸ προνόμιον, τοῦ νὰ ἐνεργήσῃ ἀνασκαφὰς ἐν Ὀλυμπίᾳ, πῶς θέλομεν δυνηθῆ αὔριον ν’ ἀρνηθῶμεν παρομοίαν αἴτησιν ἄλλων Κρατῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν ἴσως μεγαλειτέραν εὐγνωμοσύνην; Δὲν ἀρνοῦμαι τὰς ὑπηρεσίας τῆς Γερμανίας ὑπὲρ τῆς ἑλληνικῆς παλιγγενεσίας· ἀλλ’ ἕτερα Κράτη προσήνεγκον πλειοτέρας αὐτῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἀφειδῶς ἔχυσαν τὸ αἷμα τῶν τέκνων των ὑπὲρ ἡμῶν. Ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν λοιπὸν θεωρῶ τὴν σύμβασιν ὡς προσβάλλουσαν τὴν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν, καὶ ὡς ἐκθέτουσαν ἡμᾶς ἀπέναντι τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, ὡς ἀναξίους κατόχους τῆς χώρας, ἣν ἀξιοῦμεν ὅτι κατέχομεν ὡς ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Ἔρχομαι εἰς τὰς λεπτομερείας. Τὸ ἄρθρον 3 ὁρίζει ταῦτα: «Ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐπιτρέπουσα τὰς ἀνασκαφὰς ἐπὶ «τῆς Ὀλυμπιακῆς χώρας, ὑπόσχεται νὰ παράσχῃ πᾶσαν «συνδρομὴν εἰς τοὺς Ἐπιτρόπους, πρὸς εὕρεσιν ἐργατῶν καὶ «συμφωνίαν περὶ τῶν ἡμερομισθίων, ὡς καὶ διατήρησιν τῆς «εὐταξίας καὶ τοῦ τόπου τῶν ἀνασκαφῶν». Τὸ ἄρθρον τοῦτο καθιστᾷ τὴν Ἑλλάδα ἁπλῶς κλητῆρα καὶ ὑπάλληλον ξένης Κυβερνήσεως. Ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις παραδίδει ὁλόκληρον τὴν ἐπιστημονικὴν δόξαν, ὁλόκληρον τὴν ἠθικὴν ἀμοιβὴν εἰς ξένην Κυβέρνησιν, αὕτη δ’ ἐπιφυλάσσεται τὴν μεγάλην δόξαν νὰ ᾖναι ὁ εὑρέτης καὶ ὁ ἐπιτηρητὴς τῶν ἐργατῶν, ὁ ἐντεταλμένος νὰ ἐπιστατῇ εἰς τὴν διατήρησιν τῆς τάξεως ἐπὶ τοῦ τόπου τῆς ἀνασκαφῆς. Διὰ τοῦ ἄρθρου 1 ἀπονέμεται τὸ δικαίωμα εἰς ἑκάστην τῶν δύω Κυβερνήσεων νὰ διορίσωσιν ἀνὰ ἕνα Ἐπίτροπον, «ἔργον ἔχοντα νὰ ἐπιτηρῇ τὰς εἰς τὰς ἀνασκαφὰς ἀναγομένας ἐργασίας». Ἐν ἑτέρῳ ἄρθρῳ γίνεται λόγος περὶ Λογίων Γερμανῶν, ἀλλὰ δὲν προσδιορίζεται ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν καὶ ἡ ἐξουσία. Καὶ ὅμως ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν δύναται εἰμὴ ἕνα μόνον ν’ ἀποστείλῃ Ἐπίτροπον. Ἀναλογισθῆτε τὴν ἔκτασιν τοῦ χώρου τῶν ἀνασκαφῶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Γερμανία θέλει ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ ὅσους ἂν ἐπιθυμῇ καὶ κρίνῃ χρησίμους ἐπιτηρητὰς, καὶ δύνασθε νὰ ἐκτιμήσητε τὸ ἄδικον τῆς τοιαύτης ῥήτρας τῆς συμβάσεως.
§87ΡΑΛΛΗΣ. Ἵνα σᾶς ἀπαλλάξω ἀπὸ τὴν ἐνόχλησιν, ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὁ ἐκτελέσας τὴν σύμβασιν αὐτὴν, ἀπέστειλεν ἐκεῖ Ἔφορον, βοηθὸν, καὶ φύλακα, κἀνεὶς δὲ δὲ ἀντέλεξεν εἰς τοῦτο. Ἐὰν ἔχητε ἀλλαχοῦ παρατηρήσεις, φέρετέ τας. Διατί δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως;
§88ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐὰν τὸ πρῶτον ἤρχετο εἰς συζήτησιν ἡ σύμβασις, ἡ Βουλὴ ἀποφασίζουσα ἐπ’ αὐτῆς, δὲν ἤθελεν ἔχει ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως. Ὅ,τι εἴπατε, τὸ εἴπατε πρωθυστέρως. Ἡμεῖς ἤδη ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὸ κείμενον καὶ ἐπὶ τούτου συζητοῦμεν, ἀγνοοῦμεν δὲ τί ἐγένετο ἀκολούθως, ὡς ἠθέλομεν τὸ ἀγνοεῖ, ἐὰν πράγματι ἡ σύμβασις συνεζητεῖτο ὑπὸ πρακτικόν τι τέλος. Ἐντεῦθεν ἡ παρατήρησίς σας δὲν ἔχει τὴν θέσιν της ἐνταῦθα. Τὸ ἄρθρον 6 ἀπονέμει εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄδειαν, «νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν Γερμανίαν τὰ διπλᾶ ἢ ὅμοια τῶν κατὰ τὰς ἀνασκαφὰς ταύτας ἀνευρεθησομένων καλλιτεχνημάτων». Καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ ἄρθρου τούτου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω, ἀντὶ πάσης ἰδίας ἀναλύσεως τούτου, ἀπόσπασμα ἔκ τινος ὁμιλίας τοῦ Κουρτίου, ἐν Βερολίνῳ ἐκφωνηθείσης καὶ πρὸ ἔτους δημοσιευθείσης. «Περὶ ἀποκτήσεως πρωτοτύπων,» εἶπεν ὁ Κούρτιος, «οὐδεμίαν ἀπαίτησιν ἀπετείνομεν, διότι ἀναγνωρίζομεν σαφῶς, ὅτι οὐδὲν Ἑλληνικὸν Ὑπουργεῖον ἐδύνατο νὰ συγκαταβῇ εἰς ταύτην. Οὐχὶ δὲ παρ’ ἡμῶν, ἀλλὰ παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ ὑπουργείου ἐξεφράσθη, ὅτι ἤθελον θεωρήσει ὡς ἠθικὸν καθῆκον ν’ ἀποδείξωσιν εὐγνωμοσύνην, διὰ τὰς μεγάλας θυσίας τῆς Γερμανίας. Συνθήκην εὐνοϊκωτέραν τῆς προταθείσης εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲ νὰ φαντασθῇ τις εἶναι δυνατόν.» Αὐτὸς οὗτος ὁ Γερμανός, ὁ διαπραγματευθεὶς τὴν σύμβασιν καὶ ὑπογράψας αὐτήν, ἀνεγνώρισεν, ὅτι οὐδὲν Ἑλληνικὸν ὑπουργεῖον ἠδύνατο νὰ συγκατατεθῇ εἰς τοιαύτην αἴτησιν, ἑπομένως τοιαύτη ἀπαίτησις δὲν ἐγένετο ἐκ μέρους τῶν Γερμανῶν. Ἡ παραχώρησις αὕτη ἦλθεν ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος. Εὐλόγως δὲ εἶπεν, ὅτι συνθήκην εὐνοϊκωτέραν τῆς προταθείσης οὐδὲ νὰ φαντασθῇ ἦτο δυνατὸν ἡ Γερμανία. Ἡ Γερμανία, Κράτος καὶ ἐπιστημονικῶς μέγα, ὡς εἶναι ἐπίσης μέγα καὶ στρατιωτικῶς καὶ πολιτικῶς, ἐξετίμησε τίνα ἀξίαν ἔχει ἀπέναντι τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ἡ ἐν Ὀλυμπίᾳ ἀνασκαφή, καὶ τίνα ἀξίαν φέρουσιν αἱ δάφναι, ἃς ἐκεῖθεν θέλει δρέψει. Ἀλλ’ ἐν τούτοις τὸ Ἑλληνικὸν ὑπουργεῖον αὐθορμήτως προσέφερε δωρεὰν εἰς αὐτήν, ἣν αὕτη δὲν ἐτόλμησε νὰ ὑποβάλῃ· ἠγνόει ὅμως, ὅτι ὑπῆρχον Ἕλληνες Ὑπουργοί, οἵτινες περὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῶν πρὸς τὸν Τόπον των καθηκόντων εἶχον λίαν εὐρείας καὶ ἐλευθερίους ἰδέας. «Ἡ Γερμανία ἔχει τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα,» φέρει τὸ ἄρθρον 6, «τοῦ λαμβάνειν ἐκμαγεῖα καὶ ἀποτυπώματα πάντων τῶν ἀντικειμένων, ὅσα ἂν ἀνακαλυφθῶσι διὰ τῶν προειρημένων ἀνασκαφῶν.» Τὸ ἄρθρον εἶναι, ἐν τῇ πρώτῃ διατάξει αὐτοῦ, ἀπόλυτον· δὲν λέγεται ῥητῶς, ἂν καὶ ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ λάβῃ ἀποτυπώματα. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐνήργησε περιοδικῶς ἀνασκαφάς, ἀλλ’ ὅμως ἀφῆκε πληρεστάτην ἐλευθερίαν εἰς τὴν παγκόσμιον ἐπιστήμην νὰ λαμβάνῃ ὅσα ἂν θέλῃ ἀποτυπώματα. Σήμερον τίθεται ἀποτόμως εἷς περιορισμὸς δι’ ὡρισμένα ἀντικείμενα, καὶ περιορισμός, ὅστις στρέφεται καὶ κατ’ αὐτῆς τῆς Ἑλλάδος· διότι, ἂν ἀκριβῶς ἑρμηνευθῇ τὸ ἄρθρον 7, βεβαιοῦται, ὅτι τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τοῦ λαμβάνειν τὰ ἀποτυπώματα, ἐκ τῶν ἐν Ὀλυμπίᾳ ἀνακαλυφθησομένων, δίδεται εἰς μόνην τὴν Γερμανίαν, ὅτι δὲ οὐδ’ αὐτὴ ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ λάβῃ τοιαῦτα. Δὲν ἠξεύρω ἂν οὕτω ἐφηρμόσθη ἡ ῥήτρα αὕτη μέχρι τοῦδε· ἀλλὰ τὸ γράμμα τῆς συμβάσεως τοῦτο μᾶς ἐπιβάλλει νὰ παραδεχθῶμεν. «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις,» ἔχει τὸ ἄρθρον 7, «παρέχει προσέτι εἰς τὴν Γερμανίαν τὸ δικαίωμα τοῦ λαμβάνειν ἐκμαγεῖα καὶ ἀποτυπώματα πάντων τῶν ἀρχαίων, ὅσα ἂν εὑρίσκωνται ἤδη ἐν τῇ κατοχῇ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἢ ὅσα αὕτη ἀνακαλύψῃ ἐν τῷ μέλλοντι ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς Ἑλλάδος, χωρὶς τῆς συμπράξεως τῆς Γερμανίας.» Τὸ ἄρθρον τοῦτο οὐδὲν ἧττον καθιεροῖ ἢ τὴν ἀρχαιολογικὴν κατάκτησιν τῆς Ἑλλάδος ἐκ μέρους τῆς Γερμανίας. Ἡ Ἑλλὰς ἐφεξῆς εἶναι ἓν παράρτημα ἐπιστημονικόν, ἓν παράρτημα ἀρχαιολογικόν, ἓν φροντιστήριον τῆς γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Οὐδὲν ἄλλο Κράτος ἔχει τὰ προνόμια, ἅτινα κέκτηται ἐφεξῆς ἐν Ἑλλάδι ἡ Γερμανία. Οὐδ’ αὐτὴ ἡ Ἑλλὰς ἔτι δύναται ν’ ἀξιώσῃ ἐκεῖνα, ἅτινα μία ξένη Δύναμις, μία ξένη Κυβέρνησις ἔρχεται καὶ ἀποκτᾷ ἐν μέσῳ ἡμῶν. Ἡ ἐκτίμησις τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι τόσον εὔκολος, ὥστε μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ μακρηγορήσω ἐπὶ τῆς ἀναπτύξεως αὐτῆς. Τὰ ἀποκλειστικὰ ἢ μὴ προνόμια εἶναι γνωστὸν τίνα ἀποτελέσματα φέρουσι καὶ εἰς ποίας διενέξεις δύνανται νὰ ὁδηγήσωσιν, ὅταν ἡ διαφορὰ ὑφίσταται πρὸς ἰσχυρούς, καὶ ὅταν οἱ μέλλοντες νὰ διεκδικήσωσι τὰ δικαιώματά των ᾖναι ἀσθενεῖς καὶ ἀδύνατοι. Δευτέραν διάταξιν τὸ ἄρθρον 7 τῆς συμβάσεως ἔχει τὴν ἑπομένην: «Ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Γερμανία ἐπιφυλάσσονται ἀποκλειστικῶς τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσιεύειν τὰ ἐπιστημονικὰ καὶ καλλιτεχνικὰ ἐξαγόμενα τῶν ἀνασκαφῶν, τῶν γενομένων δι’ ἐξόδων τῆς Γερμανίας. Πᾶσαι αὗται αἱ δημοσιεύσεις γενήσονται περιοδικῶς ἐν Ἀθήναις, ἑλληνιστὶ καὶ δαπάναις τῆς Ἑλλάδος, γενήσονται δὲ καὶ ἐν Γερμανίᾳ γερμανιστί, μὲ σχήματα, πίνακας καὶ εἰκόνας, ἅτινα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ χαράσσωνται καὶ ἐκτελῶνται εἰμὴ ἐν Γερμανίᾳ.» Ἔπρεπε νὰ προστεθῇ καὶ ὁ ἐμπαιγμὸς καὶ ἡ εἰρωνεία κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ἐν τῇ πρὸς τὴν Γερμανίαν συμβάσει. Πολὺ δὲ παράδοξον μοὶ ἐφάνη, ὅτι οὔτε ἡ Ἐπιτροπή, οὔτε ἡ ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρία ἔφερε παρατήρησιν ἐπὶ τῆς ῥήτρας ταύτης τῆς συμβάσεως. Ὑποθέτετε ἆρά γε, ὅτι ἀκάκως ἐτέθη ἡ διάταξις, ἐν Ἀθήναις, ἑλληνιστὶ καὶ δαπάναις τῆς Ἑλλάδος, νὰ γίνωνται αἱ δημοσιεύσεις, καὶ μὲ σχήματα ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος κατασκευαζόμενα; Ἐτέθη, νομίζετε, πρὸς περιποίησιν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης καὶ τῆς ἑλληνικῆς φιλοτιμίας; Τὸ ὅλως ἀντίθετον συμβαίνει. Ἐνταῦθα παρίσταται τὸ πικρὸν καὶ εἰρωνικὸν δρᾶμα τοῦ ἰσχυροῦ πρὸς τὸν ἀσθενῆ. Τῷ λέγει, σοὶ δίδω πᾶσαν ἐλευθερίαν νὰ πράξῃς ὅ,τι ἂν θέλῃς, ἀλλὰ τὴν ἐλευθερίαν αὐτὴν τὴν θέλω καὶ δι’ ἐμὲ αὐτόν. Ἐννοεῖται, ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἡ ἐλευθερία εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἰσχυροῦ εἶναι καταπίεσις, ἔχει δευτερεύοντα σκοπόν, τὴν ἐξουδένωσιν. Τὸν δευτερεύοντα αὐτὸν σκοπὸν ἀνευρίσκω καὶ ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ. Γνωρίζετε, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα δὲν εἶναι γλῶσσα παγκόσμιος, λαλουμένη ὑπὸ πολλῶν ἑκατομμυρίων· συνεπῶς, ἂν ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ δημοσιεύσῃ ἑλληνιστὶ τὰ περὶ ἀνασκαφῶν, βεβαίως ὀλίγοι θέλουσιν εὑρεθῇ ἀναγνῶσται. Οὔτε Γάλλοι, οὔτε Γερμανοί, οὔτε Ἰταλοὶ θ’ ἀναγνώσωσι καὶ θὰ μάθωσι τί ἔπραξεν ἡ Ἑλλάς. Ἡ Γερμανία ὅμως, δημοσιεύουσα γερμανιστὶ τὰς ἀνακαλύψεις, καθιστᾷ τὰ ἔργα της, τὰ ἀποτελέσματά της καὶ τὴν δόξαν της, ὅ,τι ἂν ἀποκτήσῃ ἐκ τῶν ἀνασκαφῶν τούτων, γνωστὸν εἰς ἅπαντα τὸν κόσμον, διότι ἡ γλῶσσά της ὑπὸ 50,000,000 ἐπὶ τῆς γῆς ὁμιλεῖται καὶ ἀναγινώσκεται. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἀληθῶς, ὅτι ἡ Γερμανία δρέπει ἐν Ὀλυμπίᾳ δάφνας. Γνωρίζετε ἐπίσης, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει καταστήματα, ὅπως ἐκτυπόνῃ τὰ ἰχνογραφήματα. Λέγοντες, ὅτι χορηγεῖται δικαίωμα ἀποκλειστικῶς νὰ κατασκευάζωνται ἐν τῇ Ἑλλάδι τὰ σχήματα, καὶ ἀποκλειστικῶς ἐν Γερμανίᾳ, εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς ν’ ἀφαιρῶμεν ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος τὴν δημοσίευσιν καὶ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐν Ὀλυμπίᾳ ἀνασκαφῶν. Οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Γερμανία δὲν ἀπέκτησεν ὑπὲρ πᾶσαν προσδοκίαν πλεονεκτήματα. Ἡ τελευταία διάταξις τῆς συμβάσεως ἀφορᾷ εἰς τὰς διαφορὰς, αἵτινες ἐγείρονται ὡς ἐκ τῶν ἀνασκαφῶν. Αἱ διαφοραὶ αὗται, ἐνῷ ἔπρεπε ν’ ἀφίνωνται εἰς τὰ ἑλληνικὰ δικαστήρια, παραδίδονται εἰς τὴν ἀνέκκλητον ἀπὸ κοινοῦ ἀπόφασιν τῆς ἐν Ἀθήναις γερμανικῆς Πρεσβείας καὶ τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Περιττὸν νὰ ὑπομνήσω ὁποία προσβολὴ γίνεται εἰς τὰ ἑλληνικὰ Δικαστήρια διὰ τῆς διατάξεως ταύτης. Ἓν μόνον παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὰς συζητήσεις καὶ τὰς διαφορὰς, αἵτινες διεξάγονται μεταξὺ ἀσθενῶν καὶ ἰσχυρῶν, εἶναι γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων τίς ὁ νικητὴς, καὶ τίς πάντοτε θὰ ἔχῃ δίκαιον, καὶ ὅτε μάλιστα γνωστὸν εἶναι, ὅτι ἀνέκκλητος θὰ ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις. Εἰς τὰς ὀλίγας αὐτὰς παρατηρήσεις περιορίζομαι σήμερον, διότι ἡ ἔκθεσις τῆς ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας εἶναι μᾶλλον λεπτομερὴς ἐπὶ τούτου. Τὴν ἀνεγνώσατε, εἶναι περιττὸν νὰ προβῶ εἰς τὴν ἐπανάληψιν τῶν αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ τελειώσω τὸν λόγον, χωρὶς νὰ φέρω δύω παρατηρήσεις πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῶν Ἐπιτροπῶν τῶν ἐξωτερικῶν καὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, ἥτις ὑπέβαλεν ἐνώπιον ἡμῶν τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τῆς ἀρχαιολογικῆς συμβάσεως. «Ἡ Ἑλλὰς,» λέγει ἡ ἔκθεσις, «μόλις ἀνακύψασα ἐκ τῶν πολλῶν δεινῶν αὐτῆς, καὶ καταγινομένη εἰς τὴν ὑλικὴν αὑτῆς ἀνάπτυξιν, μικρὰ σχετικῶς ποσὰ δύναται νὰ δαπανήσῃ εἰς ἀρχαιολογικὰς ἀνασκαφάς.» Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δυστυχῶς ἔπρεπε ν’ ἀποδειχθῶμεν ἐλασσούμενοι πρὸς ἓν ξένον Κράτος. Ἡ Γερμανία ἐθεώρησεν, ὡς συνδεόμενον μετὰ τῆς ἐπιστημονικῆς της δόξης, δύναμαι νὰ εἴπω καὶ μετὰ τῆς πολιτικῆς της ἀκόμη, τὸ νὰ κατακτήσῃ τὸ δικαίωμα τῶν ἀρχαιολογικῶν ἀνασκαφῶν ἐν Ἑλλάδι. Ἡ Ἐπιτροπή Σας θεωρεῖ δευτερεῦον τοῦτο καὶ ἐπουσιῶδες. Τίνα ἔχει χρείαν ἡ Ἑλλὰς τοιούτων θεωρητικῶν τροφῶν, τοιούτων πνευματικῶν ἱκανοποιήσεων, ὅτε ὀφείλει νὰ φροντίσῃ διὰ τὴν ὑλικὴν ἀνάπτυξίν της; Ἤθελον ἐπιτρέψει καὶ τοῦτο, ἤθελον τὸ ἀποδεχθῆ, ἐὰν ἡ δικαιολόγησις εἶχε στήριγμα πρακτικόν· ἀλλὰ τοιοῦτον δὲν εὑρίσκει εἰς τὰ πράγματα. Ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται, λέγουσι, νὰ δαπανήσῃ ποσὸν πεντήκοντα ἢ ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν ἐτησίως εἰς ἀνασκαφὰς, διότι δὲν ἔχει πόρους πρὸς τοῦτο ἐπαρκεῖς. Ἡ πρόφασις εἶναι γελοία. Κράτος, τὸ ὁποῖον ἐτησίως δαπανᾷ τεσσαράκοντα ἑκατομμύρια, δὲν ἠδύνατο νὰ δαπανήσῃ καὶ ἑκατὸν χιλιάδας δραχμῶν δι’ ἀρχαιολογικὰς ἀνασκαφάς, ὅταν αὗται συνδέωνται μάλιστα πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἱστορίαν του; Ἀλλ’ ἀφίνω τοῦτο κατὰ μέρος. Ἐρωτῶ, Κράτος, τὸ ὁποῖον δαπανᾷ ἐτησίως 10,000 δραχμῶν διὰ ν’ ἀγοράζῃ παράσημα, ἅτινα εἶναι γνωστὸν εἰς ποίους ἀπονέμονται, καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, Κράτος, τὸ ὁποῖον δαπανᾷ ἐτησίως 16,000 δραχ. πρὸς διατήρησιν μιᾶς λέμβου πρὸς ἁπλῆν διασκέδασιν τοῦ Βασιλέως ἐν τῷ λιμένι Πειραιῶς, Κράτος, τὸ ὁποῖον δαπανᾷ ἐτησίως 250,000 δραχ. πρὸς διατήρησιν πρεσβειῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία καὶ οἱ καρποὶ περιττὸν νὰ εἴπω τὴν στιγμὴν αὐτὴν ὁποῖοί τινες εἶναι, Κράτος, ὅπερ δαπανᾷ εἰς ἐκτάκτους καὶ ἀνωνύμους σκοποὺς 50,000 δραχμῶν, Κράτος, ὅπερ εἰς μυρίας περιττότητας κατασπαταλᾷ ἑτέρας ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναξιοπρεπὲς νὰ εἴπωμεν, ὅτι διὰ μίαν ἐπιστημονικὴν δόξαν, δι’ ἓν καθῆκον ἱερόν, ὀφειλόμενον πρὸς τὴν δόξαν τῶν Προγόνων αὑτοῦ, δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ δαπανήσῃ ἑκατὸν χιλιάδας δραχμῶν, διότι αὗται ἤθελον ἀφαιρεθῆ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ὑλικῆς ἀναπτύξεώς του. Αἱ δὲ ἐν Ὀλυμπίᾳ ἀνασκαφαὶ ὀλιγώτερον ἤθελον ἀπαιτήσει, οὐχὶ περισσότερον ποσόν· ἂν μὴ λανθάνωμαι, 50,000 ταλλήρων εἶναι ἡ πίστωσις, ἣν ἐζήτησεν ἀπὸ τοῦ Γερμανικοῦ Κοινοβουλίου ἡ Κυβέρνησις ἡ Γερμανικὴ διὰ τὰς δαπάνας τῶν ἀνασκαφῶν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἂν καὶ ἐν στενοχωρίᾳ ἀκόμη εὑρίσκετο ἡ Ἑλλάς, ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς τὴν δαπάνην αὐτὴν, ὅπως αὐτὴ προσφέρῃ τὴν ἐπιστημονικὴν πανδαισίαν αὐτὴν εἰς τὸν λοιπὸν ἐπιστημονικὸν κόσμον, σύρουσα ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος τοὺς πραγματικοὺς Πρέσβεις, οἵτινες τοσοῦτον ἄλλοτε τὴν ὠφέλησαν, τοὺς ἐπιστήμονας Εὐρωπαίους. Τελευταίαν ὀφείλω μίαν παρατήρησιν, καὶ δι’ αὐτῆς τελειόνω. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ἐκθέσει της γράφει, ὅτι «πέποιθεν, ὅτι, ὅπως ἡ Ἑλλὰς μετὰ θάῤῥους καὶ ἐμπιστοσύνης χορηγῇ εἰς τὴν Γερμανίαν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ δρέψῃ ἐπιστημονικὰς δάφνας ἐπὶ τοῦ ἐδάφους αὐτῆς, οὕτω καὶ ἡ Γερμανία θέλει ἀνταποκριθῇ τῇ ἐμπιστοσύνῃ ταύτῃ.» Τὸ ἀντίθετον ὅλως συμβαίνει. Ἡ Ἑλλὰς ἂν σήμερον χορηγῇ τὰ προνόμια, τὰ περιεχόμενα εἰς τὴν σύμβασιν τῆς Ὀλυμπίας, εἰς τὴν Γερμανίαν, δὲν χορηγεῖ ταῦτα αὐτοθελήτως, ἀλλὰ πιεζομένη ὑπὸ μιᾶς ἀνάγκης διεθνοῦς ἁβροφροσύνης, καὶ διότι εἶναι ὑλικῶς ἀσθενής. Ἡ Ἑλλὰς χορηγεῖ τὰ προνόμια τῇ Γερμανίᾳ, οὐχὶ αὐτοθελήτως, μετὰ θάῤῥους καὶ ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ γενομένη τὸ θῦμα τῆς παρανομίας καὶ τῆς βεβηλώσεως τῶν νόμων της, ἥτις διεπράχθη διὰ τρόπου σκανδαλώδους, προσθέσαντος μίαν ἔτι οἰκτρὰν σελίδα εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν ἱδρυμάτων τινῶν. Δὲν ἐπιθυμῶ σήμερον νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν περιστάσεων, αἵτινες συνώδευσαν τὴν ψευδῆ ἐπιψήφισιν καὶ τὴν κατεσπευσμένην κύρωσιν τῆς συμβάσεως πρὸς τὴν Γερμανίαν, καὶ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν ἐπικυρώσεων αὐτῆς. Αἱ περιστάσεις αὗται δυστυχῶς συνδέονται πρὸς τὰ κατὰ Μάρτιον τελεσθέντα ὄργια ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος τῆς Ἑλλάδος. Ἂν δὲ θέλητε νὰ ἐννοήσητε ἀκριβέστερον τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγόρευσαν καὶ οἵτινες ἐπέσπευσαν τὴν ἐπιψήφισιν τὴν ψευδῆ τῆς συμβάσεως καὶ τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῆς, δύνασθε νὰ εὕρητε τούτους εἰς τὰς ἡμιεπισήμους ἐφημερίδας τῆς Γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας, αἵτινες δυστυχῶς, καὶ ὡς μὴ ὤφειλε, ὑπῆρξαν οἱ μόνοι ἐνθουσιώδεις ὑποστηρικταί, καὶ μόναι ἐδικαιολόγησαν τὰ πραξικοπήματα, ἅτινα πρό τινος καιροῦ ἐτελέσθησαν, καὶ ἅτινα, πέποιθα, ἐντὸς ὀλίγου θέλουσι τύχει τῆς παραδειγματικῆς τιμωρίας τῆς ἐθνικῆς Δικαιοσύνης.
§89ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἠπόρησα τῇ ἀληθείᾳ, ἀκούσας τὸν δεινὸν φιλιππικόν, τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε, ἐνῷ ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος συνυπέγραψε καὶ αὐτὸς εἰς τὴν ἔκθεσιν τῶν ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι ἐσύστησαν ὑμῖν τὴν ἐπικύρωσιν τῆς συμβάσεως. Ἤθελεν εἶσθαι ἁπλούστερον καὶ εὐχερέστερον ἴσως εἰς αὐτὸν νὰ ἐκφράσῃ γνώμην μειοψηφίας, καὶ λυποῦμαι ὅτι δὲν τὸ ἔπραξε. Διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ κατ’ οὐσίαν καὶ κατὰ τύπον, οὐχὶ ὅτι θεωρῶ τὴν προκειμένην σύμβασιν κατὰ πάντα ἀνεπίληπτον καὶ ὀρθήν· ἔχει πολλὰ τὰ μειονεκτήματα, καὶ περὶ αὐτῶν δύναμαι νὰ σᾶς ὁμιλήσω καὶ ἐγώ· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει τις νὰ θίγῃ ἁπλῶς καὶ ἄνευ ὡρίμου σκέψεως τὰ ζητήματα τῆς ἐθνικῆς φιλοτιμίας. Εὐτυχῶς τὰ Ἔθνη δὲν εὑρίσκονται ἑκάστην στιγμὴν εἰς τὴν δεινὴν θέσιν νὰ ἔχωσι νὰ ὑπερασπισθῶσι τὴν ἐθνικὴν αὑτῶν ἀξιοπρέπειαν καὶ φιλοτιμίαν. Λέγω εὐτυχῶς, διότι ἐπὶ οὐδενὸς ἀντικειμένου δὲν εἶναι τὰ Ἔθνη πλέον εὐαίσθητα, ἢ ὅτι εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα. Ἀπαντῶν δὲ εἰς τὴν θεωρίαν, ὅτι δὲν πρέπει εὐκόλως νὰ συναινῶμεν εἰς συνθήκας καὶ συμβάσεις μετὰ τῶν ξένων, φρονῶ ἀπ’ ἐναντίας, ὅτι τὸ νὰ ἔρχηταί τις εἰς συνεννοήσεις καὶ συνθήκας μετὰ ξένων Ἐθνῶν ἀνυψοῖ τὸ συναλλαττόμενον Ἔθνος, ὅσον μικρὸν καὶ ἂν ᾖ, ὅταν αἱ συμβάσεις αὗται γίνωνται, ἐν δέοντι καὶ μετὰ μεμελετημένην σκέψιν. Ὅπως δὲ δὲν πρέπει νὰ ὑποκύπτωσι τὰ μικρὰ Ἔθνη ὅταν πιέζωνται, κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον δὲν πρέπει, διὰ παραλόγου ἐπιμονῆς, νὰ ἐμμένωσιν ἀρνούμενα τὰς παραχωρήσεις, ἃς ἄνευ ζημίας δύνανται νὰ κάμωσι· διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἴδιον τῶν ἐλευθέρων Ἐθνῶν εἶναι νὰ ἔρχωνται εἰς συναλλαγὰς μὲ ἄλλα ἐλεύθερα Ἔθνη. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ἰδίως δὲν ἐπιτρέπεται, ὅταν γίνηται εἰς αὐτὴν πρότασις περὶ συμβάσεως μετὰ φίλης δυνάμεως, ν’ ἀποκρούῃ αὐτὴν ἐκ τῶν προτέρων· διότι ἡ Ἑλλάς, ἂν ᾖναι δημιούργημα τοῦ ἡρωϊσμοῦ τῶν τέκνων της, ὀφείλει οὐχ’ ἧττον καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν σήμερον κατέχει ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ ἴσως, ἂν δὲν συνέτρεχε μετὰ τῶν ἡρωϊκῶν τοῦ Ἔθνους κατορθωμάτων καὶ ἡ παρέμβασις ἐκείνης, σήμερον τὰ γεραρὰ μνημεῖα, περὶ ὧν πρόκειται, ἤθελον εὑρίσκεσθαι εἰς χεῖρας βαρβάρους, καὶ δὲν ἤθελον ἔχει ἀνάγκην οἱ ξένοι νὰ ζητῶσι παρ’ ἡμῶν ἄδειαν, ὅπως ἐκμεταλλεύωνται ἢ ἐξάγωσιν αὐτά. Εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι δὲν θεωρῶ τὴν σύμβασιν κατὰ πάντα καλήν· καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ συντελέσω εἰς τὸν ἀρχικὸν καταρτισμὸν αὐτῆς, πολλὰ ἠδυνάμην νὰ ὑποδείξω τροποποιητέα. Ἀλλά, κύριοι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δὲν διατείνομαι, ὅτι ἡ σύμβασις, ἡ ὁποία σᾶς ὑποβάλλεται, ἔχει κατὰ πάντα καλῶς, διατείνομαι ὅμως τοῦτο, ὅτι, προκειμένου ἀπολύτως νὰ τὴν ἐπιδοκιμάσωμεν ἢ ἀπολύτως νὰ τὴν ἀποῤῥίψωμεν, πρέπει ἀναντιῤῥήτως νὰ ταχθῶμεν ὑπὲρ τοῦ πρώτου, διότι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ὦσι τὰ μειονεκτήματα αὐτά, δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ δύναταί τις νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπόῤῥιψιν· καὶ τὴν ἀπόῤῥιψιν ὠφείλομεν νὰ ζητήσωμεν, ἐὰν ἀληθῶς ἡ συνθήκη αὕτη ἦτον ἐξευτελιστική, ὅπως πρὸ ὀλίγου σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος φίλος μου καὶ βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἐὰν ἡ συνθήκη αὕτη καθίστα τὴν Ἑλλάδα ἁπλοῦν κλητῆρα τῆς Γερμανίας. Τοιοῦτόν τι εὐτυχῶς δὲν ὑφίσταται, καὶ διότι ἡ συνθήκη καθ’ ἑαυτὴν τοιαύτας φοβερὰς ἐλλείψεις δὲν ἔχει, καὶ διότι πρόκειται νὰ συναλλαχθῇ ἡ Ἑλλὰς οὐχὶ μετὰ ἰδιώτου τινός, οὗ τινος τὸ φερέγγυον ἢ τὴν ἱκανότητα ἠδυνάμεθα νὰ θέσωμεν εἰς ἀμφιβολίαν, ἀλλὰ μετὰ Κράτους μεγάλου, ἐννοοῦντος καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸ τὸ μεγαλεῖόν του, καὶ τὸ ὁποῖον ἔδωκεν εἰς ἄλλας περιστάσεις πολλὰ καὶ μεγάλα δείγματα τῆς ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος συμπαθείας αὐτοῦ. Ὅπως δὲ ἄλλοτε καὶ ἡ Γαλλικὴ κυβέρνησις, κατὰ τὰ 1829, καὶ ἄλλοι ξένοι εἰς μεταγενεστέρας ἐποχὰς συνετέλεσαν εἰς τὴν πρόοδον τῆς ἀρχαιολογίας, συνδραμόντες τὰς ἐργασίας, ἃς φιλοτίμως καταβάλλουσιν οἱ ἡμέτεροι λόγιοι, οὕτω φρονῶ, ὅτι καὶ ἐκ τῆς προκειμένης σπουδαιοτάτης ἐργασίας καλὸν δύναται νὰ προκύψῃ. Σᾶς εἶπε, κύριοι, ὁ ἀξιότιμος κ. Φιλήμων, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ κάμῃ ἀφ’ ἑαυτῆς τὰς ἀνασκαφὰς ταύτας· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα εἰλικρινεῖς. Ἡ Ἑλλάς, ἀπὸ τῆς ἐλευθερώσεως αὐτῆς μέχρι τῆς σήμερον, εὑρέθη εἰς τοσαύτας δεινὰς περιστάσεις καὶ περιπλοκάς, εἰς τοσαύτας ὑπέκυψεν ἀνάγκας, ὥστε ἴσως ἠθέλομεν κατηγορήσει αὐτοὶ ἑαυτούς, ἐὰν ἐδαπανῶμεν ὑπέρογκα ποσὰ πρὸς ἀνασκαφάς, πρὶν ἢ ἀκόμη καταρτισθῶμεν καὶ ὑπάρξωμεν ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δαπανῶμεν τὸ δυνατὸν ὑπὲρ τῶν ἀρχαιολογικῶν ἐργασιῶν· ἀπεναντίας, ὡς ὀρθῶς προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ ἡμῶν, δέον ν’ ἀναγράφηται κατ’ ἔτος ποσὸν σπουδαῖον διὰ τὰς ἀνάγκας ταύτας· δὲν εἶναι ὅμως λόγος, ἂν ὁμολογουμένως ἡμεῖς δὲν ἐπαρκῶμεν εἰς ὅλας τὰς ἀπαιτουμένας δαπάνας, χάριν ἀνασκαφῶν, ὅτι δυνάμεθα εὐσχήμως ν’ ἀποκρούσωμεν ἐκείνους, οἵτινες ἔρχονται καὶ προτείνουσιν εἰς ἡμᾶς νὰ συνεργασθῶσι πρὸς τὸν ὑψηλὸν καὶ ἐπιστημονικὸν τοῦτον σκοπόν, νὰ τοῖς εἴπωμεν, φεύγετε! δὲν θέλομεν τὴν συνδρομήν σας! Εὐτυχῶς ἡ χώρα ἡμῶν κατέχει θησαυροὺς πολυτίμων μνημείων, καὶ ὑποστηρίζω τὴν γνώμην, ἣν ἀναπτύσσει καὶ ἡ ἔκθεσις τῶν ἐπιτροπῶν ἡμῶν, ὅτι ἂν ἐπὶ ἑνὸς σημείου τοῦ ἐδάφους τῆς Ἑλλάδος ἐπιτρέπωμεν νὰ κάμωσιν οἱ ξένοι ἀνασκαφὰς, τοῦτο οὐδόλως ἀπαγορεύει νὰ ἐνεργήσωμεν ἡμεῖς ἀνασκαφὰς εἰς Δελφοὺς, εἰς Μυκήνας καὶ εἰς τόσα ἄλλα μέρη, ἔνθα ἀνακαλύπτονται μνημεῖα τῶν προγόνων ἡμῶν. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς συμβάσεως, καὶ δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ὑπερβολικὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἠκούσατε. Ἀληθῶς ὑπάρχουσιν ἀσάφειαί τινες ἐν τῇ συμβάσει, ἃς καὶ αὐτὴ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἡμῶν ὑπέδειξεν. Ὁμιλεῖ, φέρ’ εἰπεῖν, ἄνευ διακρίσεως περὶ ἀντιπροσώπων καὶ περὶ λογίων ἐν τοῖς ἄρθρ. 1, 3 καὶ 8. Ἀλλ’ ὁ κ. Ῥάλλης μᾶς ἐπληροφόρησεν, ὅτι, γενομένης ἀρχῆς ἐκτελέσεως, ἀπεδείχθη ὅτι ὁ φόβος τῆς ἐπιτροπῆς, ὃν πρὸ ἡμῶν εἶχεν ἐκφράσει ἐν τῇ μερίμνῃ αὑτῆς καὶ ἡ ἀρχαιολογικὴ ἑταιρία, εἶναι ἀνυπόστατος διότι προκειμένου νὰ μεταβῇ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐφρόντισε, καὶ ἡ Γερμανικὴ κυβέρνησις οὐδόλως ἀντεῖπεν, ὥστε νὰ μεταβῶσι πλείονες τοῦ ἑνὸς βοηθοὶ τοῦ Ἕλληνος ὑπαλλήλου. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 6, τὸ περὶ ἐξαγωγῆς τῶν ἀρχαιοτήτων, τὸ ἄρθρον τοῦτο, περὶ τοῦ ὁποίου ἱκανὸς ἔγεινε λόγος, εἶναι ἐντελῶς σύμφωνον πρὸς τὸν νόμον περὶ ἀρχαιοτήτων τοῦ 1834, ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει ἐλευθέρως τὴν ἐξαγωγὴν ἀρχαιοτήτων, ἅμα ὑπάρχωσι διπλαῖ εἰς τὰ ἐν Ἑλλάδι μουσεῖα. Ὁ νόμος περὶ ἀρχαιοτήτων εἶναι, κύριοι, εὐρύτατος καὶ λογικώτατος, καὶ αἱ διατάξεις αὐτοῦ, καλῶς ἐφαρμοζόμεναι, δύνανται νὰ συντελέσωσι σπουδαίως εἰς τὴν προαγωγὴν τῆς ἀρχαιολογίας· ἀλλὰ τῶν διατάξεων τούτων πάντοτε δὲν ἐγένετο ἡ ἀπαιτουμένη ἐφαρμογή. Θαῤῥούντως δὲ λέγω, ὅτι, μεθ’ ὅλας τὰς προσπαθείας πολλῶν ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν λογίων καὶ ἀρχαιολόγων, τινὲς ἐκ τῶν ὁποίων τιμῶσιν ἀληθῶς τὴν ἐπιστήμην, εἴτε διότι δὲν κατενοήθη ἀρκούντως ἡ σπουδαιότης τοῦ ἔργου, εἴτε διότι δὲν ὑπῆρχον τὰ ποσὰ τὰ ἀναγκαῖα ὅπως ἐκτελεσθῶσιν ὅσα ἔδει, χωλαίνομεν εἰσέτι ἐν πολλοῖς. Ὁ νόμος περὶ ἀρχαιοτήτων, φέρ’ εἰπεῖν, ὁμιλεῖ περὶ ἐφόρων τοπικῶν, καὶ ἐν τούτοις ἐφορίαι τοπικαὶ εἰς οὐδὲν μέρος τῆς Ἑλλάδος ὑπάρχουσιν· ὁμιλεῖ περὶ ἐπιθεωρήσεων, καὶ ἐπιθεωρήσεις σπανιώτατα γίνονται. Ὁ νόμος τῶν ἀρχαιοτήτων ἐπιβάλλει, ὁσάκις γίνονται ἀνασκαφαὶ καὶ εὑρίσκονται ἀρχαῖα ὑπὸ ἰδιωτῶν, νὰ ἐγγράφωνται ἐν εἰδικῷ βιβλίῳ, καὶ νὰ κρατῶνται σημειώσεις περὶ τούτου εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἐν τούτοις, ἐκτὸς ὅτι δὲν χορηγοῦνται πάντοτε αἱ ἄδειαι πρὸς ἀνασκαφὴν μετὰ τῶν ἀπαιτουμένων ἐγγυήσεων, ἠξεύρετε ὅτι καθεκάστην δυστυχῶς πωλοῦνται καὶ ἐξάγονται ἐκ τῆς Ἑλλάδος ἀρχαιότητες, σχεδὸν ὑπὸ τὰ ὄμματα ἡμῶν.
§90ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὀφείλω νὰ πληροφορήσω καὶ ὑμᾶς καὶ ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπὸ τὰ ὄμματα ὅλων, τουτέστι δημοσίᾳ, δὲν ἐγένετο ἐξαγωγὴ ἀρχαιοτήτων, διότι εἶναι ἀπηγορευμένον ἀπὸ τὸν νόμον, καὶ ὅλοι οἱ τελωνιακοὶ ὑπάλληλοι εἶναι αὐστηρῶς ἐντεταλμένοι νὰ ἐπιβλέπωσιν εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, σπανιώτατα δὲ καὶ μὲ τρόπον πολὺ μυστικὸν, κλέπτονται ἀρχαιότητες.
§91ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν γίνεται ὑπὸ τὰ ὄμματα ἡμῶν ἡ ἐξαγωγὴ, ἀλλὰ βλέπομεν αὐτὰ ἰδίοις ὄμμασιν, ὅταν ἐκτίθενται εἰς τὰ ξένα Μουσεῖα. Τοῦτο ἐσκόπουν νὰ ὑποδείξω, ὅτι ἀναντιῤῥήτως ἀρχαιότητες ἐξέρχονται, ὅτι γίνονται καταχρήσεις. Φρονῶ δὲ ὅτι σκοπιμωτέρα καὶ εὐρυτέρα ἐκτέλεσις τοῦ νόμου ἤθελεν ἔχει τὸ αἴσιον ἀποτέλεσμα νὰ πλουτίσῃ τὰ ἡμέτερα Μουσεῖα, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ βλάβη τις εἰς τὰ ἀρχαῖα κειμήλια. Ὑπομιμνήσκω δὲ ὅτι ὁ νόμος εἶναι γενναιότερος καὶ ἀπὸ τὴν σύμβασιν, διότι ἐπιτρέπει τὴν ἐξαγωγὴν ῥητῶς διὰ τῶν ἄρθρ. 77 καὶ 78, ὅταν ὑπάρχωσι διπλᾶ καὶ ὅταν αἱ ἀρχαιότητες θεωρηθῶσι μικροῦ λόγου ἄξιαι ὑπὸ τοῦ ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων. Τὰ διπλᾶ ταῦτα ἐξάγονται, κατά τινας διατυπώσεις· δηλ. ἀναγγέλλεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον ὅτι πρόκειται νὰ ἐξαχθῶσι, καὶ σημειοῦται τοῦτο ἐν τῷ οἰκείῳ καταλόγῳ. Ἰδοὺ ὅμως καὶ τί πολλάκις συμβαίνει, ὅτι ἐνῷ κρατεῖται σημείωσις χωριστὴ καὶ τῶν μὴ διπλῶν ἀρχαιοτήτων, καὶ ἑπομένως μὴ δυναμένων νὰ ἐξαχθῶσι, μ’ ὅλα ταῦτα καὶ ἐκ τούτων ἐξάγονται λάθρᾳ τινές. Σᾶς εἶπε, κύριοι, ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὅτι τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον παραχωρεῖται εἰς τὴν Γερμανίαν, τοῦ ν’ ἀνασκάψῃ τὰ Ὀλύμπια, καθιστᾷ τὴν Ἑλλάδα ἁπλοῦν φύλακα τῆς Γερμανίας καὶ ἀφαιρεῖ ἀπὸ ἡμᾶς τὴν τιμὴν τοῦ νὰ ὦμεν κύριοι τῶν κειμηλίων τῶν προγόνων ἡμῶν. Ἔχω μικράν τινα διαφορὰν γνώμης πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἀναντιῤῥήτως εἴμεθα κάτοχοι τῶν λαμπρῶν ἔργων τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ὅτι ὀφείλομεν πρὸς αὐτὰ ὅλον τὸν δυνατὸν σεβασμόν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἴμεθα κάτοχοι καὶ φύλακες ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς ὅλην τὴν ἀνθρωπότητα, καὶ ὅτι θέλομεν εἶσθαι ἀσύγγνωστοι, ἐὰν, ὁσάκις δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ τὰ φέρωμεν εἰς φῶς, δὲν ἐπιτρέπωμεν καὶ εἰς ἄλλους νὰ πράξωσι τοῦτο. Ὀφείλομεν μάλιστα τότε νὰ ζητήσωμεν τὴν συνεργασίαν καὶ τὴν συνδρομὴν τῶν λογίων τῶν ἄλλων Ἐθνῶν. Ἰδίως, προκειμένου περὶ ἀρχαιολογίας, ὀφείλομεν ν’ ἀναμνησθῶμεν, ὅτι ἂν ἡ Εὐρώπη ἔλαβε τὰ φῶτα καὶ τὰς ἐπιστήμας ἄλλοτε παρὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀποδίδει σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅσα ἄλλοτε παρ’ ἡμῶν ἔλαβε. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Γερμανίας τοῦ νὰ ἐκδίδωσιν ἀποκλειστικῶς τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀνασκαφῶν, ἡ μὲν Ἑλλὰς ἐν τῇ ἑλληνικῇ, καὶ ἡ Γερμανία ἐν τῇ γερμανικῇ γλώσσῃ, ἤθελέ μοι φανῆ πολὺ παράδοξον, ἂν ἐν συνθήκῃ ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ νὰ δημοσιεύσῃ εἰς ἄλλην γλῶσσαν παρὰ εἰς τὴν ἑλληνικὴν, ἢ εἰς τὴν Γερμανίαν εἰς ἄλλην παρὰ τὴν Γερμανικήν. Εἶναι φυσικώτατον ἐν τῇ Ἑλλάδι μὲν νὰ ἐκδίδωνται ἑλληνιστὶ, ἐν Γερμανίᾳ δὲ γερμανιστί. Ἦτο καλὸν νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ δύναται νὰ δημοσιεύῃ ἰδίαις δαπάναις καὶ εἰς ἑτέραν ξένην γλῶσσαν, ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις τούτου δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη ἰσχύει μόνον ἐπὶ πενταετίαν, καὶ ἂν καὶ ἐκ τῆς πρώτης ὄψεως δύναται νὰ φανῇ σπουδαῖον τὸ νὰ στερῆται ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ πενταετίαν τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ ἐκδίδῃ συγγράμματα περὶ ἀντικειμένων, ἀνηκόντων εἰς αὐτὴν, ἡ διάταξις αὕτη ἐξηγεῖται προδήλως ἐκ τῆς φύσεως τῶν ἀντικειμένων τούτων· διότι προκειμένου περὶ ἔργου σπουδαίου καὶ περὶ δημοσιεύσεων ἐπιστημονικῶν, ἦτο φυσικὸν νὰ δοθῇ προθεσμία τις, ὅπως τὰ ἔργα αὐτὰ τελεσθῶσιν. Ἀνακεφαλαιῶν τὰ ἀνωτέρω, παρατηρῶ, ὅτι ἡ σύμβασις ἰσχύει μόνον ἐπὶ δέκα ἔτη. Τὰ σπουδαῖα καὶ μεγάλα ἀποτελέσματα τῶν ἀνασκαφῶν θέλουσι μείνει παρ’ ἡμῖν, ἐκ δὲ τῶν μικροτέρων ἀντικειμένων οὐδὲν θέλει ἐξάγεσθαι ἄνευ τῆς ἀδείας ἡμῶν. Ἐὰν ἐξαχθῶσιν ἐκ τῶν σπλάγχνων τῆς γῆς πράγματα ἔχοντα ἀξίαν, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται διπλᾶ, μοὶ φαίνεται, ὅτι οὐδόλως ζημιούμεθα, ἐὰν ἐπιτρέψωμεν ὥστε καὶ ἄλλα μεγάλα μουσεῖα νὰ κοσμῶνται ὑπὸ τῶν ἔργων τῶν προπατόρων ἡμῶν, τὰ ὁποῖα θαυμάζονται ὑφ’ ἁπάσης τῆς οἰκουμένης. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως περὶ τῶν διαφορῶν, αἵτινες δύνανται νὰ ἐγερθῶσι μεταξὺ τῶν. δύω Κρατῶν, ἐλπίζω, ὅτι δὲν τρέχομεν κἀνένα ἐκ τῶν μεγάλων κινδύνων, οὓς παρέστησαν εἰς ὑμᾶς οἱ ἀντιδοξοῦντες. Πέποιθα δὲ, ὅτι ἐν περιπτώσει διαφορῶν ἡ Γερμανία δὲν θέλει λησμονήσει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, μικρὰ σήμερον κατὰ τὴν ἔκτασιν καὶ κατὰ τὸν πλοῦτον, δεσμεύεται ὑπὸ παρελθόντος, ἐπιβάλλοντος μεγάλας εἰς αὐτὴν ὑποχρεώσεις. Ἐνθυμουμένη δὲ, ὅτι καὶ ἐκείνη ὀφείλει εἰς τὰ διδάγματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ μέρος τοῦ μεγαλείου αὑτῆς, δὲν θέλει ἀνεχθῇ νὰ ὑποληφθῇ ὡς ἀδικοῦσα ἡμᾶς. Ἐκ τῆς ὑγιοῦς καὶ εἰλικρινοῦς συνεργασίας ἀμφοτέρων τῶν συμβαλλομένων μερῶν, προσδοκῶ τὰ βέλτιστα ὑπὲρ τῆς ἐπιστήμης.
§92ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ βάσις ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθη ὁ προλαλήσας εἶναι ὀλεθρία· ἀνεκήρυξεν ὡς λόγον τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως τὴν εὐγνωμοσύνην ἡμῶν πρὸς τὴν Γερμανίαν. Ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι ὀλεθρία, διότι, νομίζω, οὐδὲν ἔθνος, οὐδεμία κυβέρνησις ἢ ἄλλη ἐξουσία ἐνόμισέ ποτε ὅτι πρέπει νὰ ὀλιγωρῇ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου ἀπέναντι τῆς εὐγνωμοσύνης· σήμερον δὲ ἡμεῖς δὲν ὀφείλομεν νὰ τὸ εἴπωμεν, διότι εἶναι ψεῦδος. Δὲν ψηφίζομεν τὴν σύμβασιν, ὑπείκοντες εἰς τὸ αἴσθημα τοῦτο, τὴν ψηφίζομεν καταναγκαζόμενοι καὶ πιεζόμενοι. Ὀφείλομεν νὰ τὸ εἴπωμεν καθαρῶς πάντες, ὅτι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἀποδοκιμάζει τὴν σύμβασιν καὶ ὅτι ὑποχωρεῖ μόνον ἀπέναντι τοῦ ἀδυνάτου.
§93ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι πρέπει νὰ τὴν ψηφίσωμεν χάριν εὐγνωμοσύνης, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἁρμόζει εἰς ἡμᾶς νὰ δυσπιστῶμεν ἐκ τῶν προτέρων.
§94ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὁ ἔντιμος προλαλήσας βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου καὶ φίλος μου μοὶ ἀπηύθυνε μομφήν τινα. Ἀφοῦ μοὶ ἀπήρεσεν, εἶπεν, ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας, πῶς δὲν ἐπέμεινα εἰς τὴν σύνταξιν ἐκθέσεως μειονοψηφίας, ἀλλ’ ὑπέγραψα εἰς τὴν ἔκθεσιν, σήμερον δὲ ἔρχομαι αἴφνης πρὸς ὑποστήριξιν γνώμης ἀντιθέτου; Ἐλησμόνησεν ὁ κ. Μαυροκορδάτος, ὅτι ἐν τῇ ἐκθέσει, ἣν ὑπέγραψα καὶ ὑπέγραψε, περιέχεται ἡ γνώμη τῆς μειονοψηφίας. Κατὰ τὴν γνώμην ταύτην, τὸ μέτρον τοῦ νὰ γείνῃ τοιαύτη ἐργασία διὰ συμβάσεως κατ’ ἀρχὴν δὲν ἐγένετο παραδεκτόν, ἀλλὰ ὑπεστηρίχθη ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη πρέπει νὰ γείνῃ δι’ ἑλληνικῶν χρημάτων. Βλέπετε ἐντεῦθεν, ὅτι ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναγράφεται ἡ γνώμη μου. Ἐλησμόνησεν ἐπίσης ὁ φίλος συναδελφός μου καὶ μίαν ἄλλην περίστασιν, ὅτι παρὰ τὴν ἔκθεσιν ὑπέβαλον καὶ κατηγορίαν κατὰ τῶν ὑπουργῶν, οἵτινες ὑπέγραψαν τὴν σύμβασιν καὶ ἀντήλλαξαν τὰς ἐπικυρώσεις· ἐντὸς δὲ τῆς κατηγορίας ταύτης ἐκτίθενται καὶ οἱ λόγοι ἐν συντόμῳ, οὓς ἀνέπτυξα σήμερον εὐρύτερον. Ὁ κ. Μαυροκορδάτος εἶπεν, ὅτι ὀφείλει ἡ Ἑλλὰς οὐ μόνον νὰ μὴ ἀποκρούῃ, ἀλλὰ νὰ ἐπιδιώκῃ τὰς εὐκαιρίας, ὅπως συνάπτῃ διεθνεῖς συμβάσεις. Τὸ τοιοῦτον εἶναι ἀπολύτως ἀληθές· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρῶτος ὅρος πάσης συμβάσεως πρέπει νὰ ᾖναι ἡ ἐθνικὴ ἀξιοπρέπεια. Ὅσον ἂν ᾖναι ἰσχυροὶ οἱ πρὸς οὓς συναλλαττόμεθα, ἀνεξετάστως δὲν ὀφείλομεν νὰ δεχώμεθα ὅ,τι μᾶς ὑποβάλλουσιν, ἔστω καὶ ἂν πρόκηται δι’ αὐτοῦ νὰ ὠφεληθῶμεν ἑτέρωθεν. Ζημιοῦται δὲ ἡ ἐθνικὴ ἀξιοπρέπεια, δὲν ἐνισχύεται, οὔτε ὑπηρετεῖται διὰ τῆς συμβάσεως, ἣν συζητοῦμεν. Ὡμίλησεν ὁ κύριος Μαυροκορδάτος περὶ τῆς εὐγνωμοσύνης, ἣν ὀφείλομεν εἰς τὸν πεπολιτισμένον κόσμον διὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου τῆς ἐθνικῆς παλιγγενεσίας. Τοῦτο εἶναι ἀλήθεια ἱστορική. Ἀλλὰ παραδεχόμενοι τοῦτο, ὀφείλομεν πρὸ πάντων νὰ ὦμεν εὐλαβεῖς ἀκριβῶς πρὸς ἐκείνους, οἵτινες παρέσχον ἀρωγὸν χεῖρα τοῖς Ἕλλησι μαχομένοις καὶ παρέσχον βοήθειαν τῇ Ἑλλάδι ἐν δεινοῖς καιροῖς. Ἀκριβῶς δὲ διὰ τῆς συμβάσεως, περὶ ἧς συζητοῦμεν, δὲν ἐδείξαμεν σέβας πρὸς τοὺς ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς παλιγγενεσίας ἐργασθέντας. Δὲν εἶναι μυστήριον ὁποῖα παράπονα ἤγειρεν ἡ συνομολόγησις τῆς πρὸς τὴν Γερμανίαν συμβάσεως εἰς ἄλλα Κράτη εὐρωπαϊκὰ, μεθ’ ὧν ἐπίσης μᾶς συνδέει τὸ αἴσθημα τῆς εὐγνωμοσύνης. Δυσαρεσκείας παρὰ τοῖς εὐεργέταις ἡμῶν ἐγέννησεν ἡ σύμβασις, καὶ τόσῳ μᾶλλον μεγαλειτέρας, ὅσῳ τὰ προνόμια παρεχωροῦντο τῷ νικήσαντι αὐτούς. Ἐὰν δὲν ἦτο ἡττημένος ὁ εὐεργέτης, βεβαίως ἡ φωνὴ αὐτοῦ ἤθελεν ἰσχύσει μᾶλλον, καὶ ἡ Γερμανία δὲν ἀπελάμβανεν ὅσα ἀπήλαυσε. Δὲν εἶναι μυστήριον, ἐπαναλέγω αὖθις, ὅτι Εὐρωπαϊκά τινα Κράτη ἐθεώρησαν ὡς προσβολὴν, ἰδίως κατ’ αὐτῶν ἀπευθυνομένην, τὴν συνομολόγησιν τῆς πρὸς τὴν Γερμανίαν ἀρχαιολογικῆς συμβάσεως. Καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὰ διπλᾶ ἀρχαῖα ἀντικείμενα, ἀρκοῦμαι νὰ ὑπομνήσω μόνον αὖθις ὅ,τι εἶπε περὶ αὐτῶν ὁ Κούρτιος, καὶ τίνα ἀπέδωκε μεγίστην σημασίαν εἰς τὴν περὶ αὐτῶν ῥήτραν. Ἐθεώρησεν ὡς λίαν τολμηρὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν πρότασιν περὶ ἀποκτήσεως ἀρχαιοτήτων, διότι ἐπίστευεν ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὅπως τὴν δεχθῇ. Ἀλλὰ, καὶ ἐπιστημονικῶς ἐξεταζόμενον τὸ πρᾶγμα, δὲν εἶναι ἀληθές. Ἡ ἀρχαία τέχνη δὲν εἶχε τὰς βάσεις καὶ τὰ μέσα τῶν νεωτέρων χρόνων. Σπανίως εὑρίσκονται δύω διπλᾶ καὶ καθ’ ὅλα ὅμοια τεχνουργήματα. Αἱ μικραὶ διαφοραὶ, ἃς μόνον ἠσκημένος ὀφθαλμὸς δύναται νὰ διακρίνῃ, συνιστῶσι τὴν ἀξίαν κυρίως τῶν τεχνουργημάτων τούτων· ἄλλως τε δὲν εἶναι λόγος ἰσχυρὸς, διότι ἔχει τις διπλᾶ, νὰ δώσῃ τὸ ἕτερον· πολλάκις ἡ ἀξία ἡ μεγίστη εἶναι νὰ ἔχῃ τις διπλᾶ. Ἀλλὰ δύναται νὰ ἐγερθῇ καὶ ἄλλο ζήτημα. Εὑρίσκονται ναοῦ τινος δύω κίονες· εἶναι περίστασις, ὅπως δώσωμεν τὸν ἕνα; Ἀνακαλύπτονται ἐπίσης δύω ἀνάγλυφα, ἅτινα ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνονται ὅτι εἶναι ὅμοια, ἀλλ’ ἀνευρίσκεται κατόπιν διαφορά τις, ἥτις δύναται νὰ καταστήσῃ τὸ ἕτερον ἀνωτέρας ἀξίας. Εἶναι καὶ τότε ἀφορμὴ δωρεᾶς; Δυστυχῶς οἱ ξένοι, ἀφοῦ ἐπλούτισαν τὰ μουσεῖά των διὰ τῶν ἁρπαγῶν, ἃς ἐνήργησαν, ὅτε Ἑλλὰς ἐλευθέρα δὲν ὑπῆρχε, κατώρθωσαν νὰ ἀποκτήσωσι τὸ δικαίωμα ὅπως ἔτι μᾶλλον τοὺς ἀρχαιολογικοὺς θησαυρούς των πληρώσωσι διὰ τῶν χειρῶν καὶ διὰ τῆς συνδρομῆς αὐτῆς τῆς Ἑλλάδος.
§95Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ῥήτρα περὶ τῶν διπλῶν εἶναι δυνητικὴ· ἂν ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν φιλοτιμίαν, νὰ δώσῃ τὸ ἕν.
§96ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Βαλέττας ἐπέκρινε τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ὀφείλω νὰ δώσω διασαφήσεις ὡς πρὸς τὴν γνωμοδότησιν αὐτῆς. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, κύριοι, πρέπει νὰ γνωρίζετε ὅτι ὅλοι, οὐδ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Μαυροκορδάτου ἐξαιρουμένου, εἴπομεν, ὅτι ἐὰν ἐπρόκειτο σήμερον νὰ συζητήσωμεν τὴν σύμβασιν αὐτὴν, ὄχι μόνον δὲν θὰ τὴν ἀπεδεχόμεθα, ἀλλὰ βεβαίως, τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν θὰ τὴν ἐψηφίζαμεν οὐδὲ κατ’ ἀρχὴν, διότι ἠθέλομεν προτιμήσει ἄλλον νόμον γενικὸν περὶ ἀνασκαφῆς ἀρχαιοτήτων ὑπὸ Εὐρωπαίων. Καὶ ταῦτα καθόσον ἀφορᾷ τὴν γνωμοδότησιν. Βλέπετε δὲ εἰς τὴν ἔκθεσιν τί λέγει ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι ἐπειδὴ ἀντηλλάγησαν αἱ ἐπικυρώσεις, ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ τὴν εὑρίσκει τετελεσμένην, δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἄλλως, διὸ καὶ ἐπροτείναμεν μὲν τὴν ἐπικύρωσιν, ἀλλ’ ἐπροτείναμεν προσέτι, ὅπως οἱ ὑπεύθυνοι ὑπουργοὶ δώσωσι λόγον ἐπὶ τῆς πράξεώς των ταύτης.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἄλλου ἐγγεγραμμένου, κηρύσσεται ἡ συζήτησις περαιωμένη· θ’ ἀναγνωσθῇ τὸ ἄρθρον. (Ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§98ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Παραδεχόμεθα, ἀλλ’ ἐξ ἀνάγκης.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ σύνολον.
§100ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς γʹ. ἀνάγνωσιν.
§102ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Παραδεχόμεθα, διαμαρτυρόμενοι πάντοτε.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ σταλεῖσα ἐπιτροπὴ, πρὸς ἐξέτασιν τῶν παραπόνων εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τήνου, ταύτην τὴν στιγμὴν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν της εἰς τὸ προεδρεῖον.
§104ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ συμπέρασμα. (Ἀναγινώσκεται τὸ συμπέρασμα).
§105ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως τῆς ἐν Βέρνῃ διεθνοῦς ταχυδρομικῆς συμβάσεως.
§107ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). Ἡ σύμβασις αὕτη ἐγένετο δεκτὴ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς γʹ. συζήτησιν. Κατόπιν ἐγένοντο παραδεκτὰ εἰς τρίτην συζήτησιν τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια· Περὶ ἐγκρίσεως συμβάσεως μετὰ τῆς γαλλικῆς ἑταιρίας τῶν γαλλικῶν Διαπορθμεύσεων· Περὶ κυρώσεως τῶν συμβάσεων μετὰ τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν Φραισινὲτ, Μπάρνς καὶ Μακ–Ἴβερ, καὶ Λέϋλανδ· Περὶ ἐγκρίσεως τῆς μετὰ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας «Τρινάκρια» συμβάσεως· Περὶ ἐγκρίσεως τῆς μετὰ τῆς ἐν Λιβερποὺλ θαλασσοπλοϊκῆς ἑταιρίας «ὁ Ἅγιος Ἀνδρέα» συμβάσεως.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλο ἀντικείμενον τῆς συνεδριάσεως δὲν ὑπάρχει.
§109ΤΙΝΕΣ. Αὔριον τί θὰ ἔχωμεν;
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον ἡ ἡμερησία διάταξις θὰ ᾖναι: ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ διατάγματος περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς δήλωσιν τῶν ζώων· ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ Διατάγματος περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς κλπ. διὰ τὸ ἔτος 1875. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 5 καὶ 25|60 Μ. Μ.