1875.10.31
1,208 rows · 10,196 words · 85 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1875.
(Παρασκευή.)
Ὥρα 2½.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐπεκυρώθησαν, ἐξηγηθέντος ἐν αὐτοῖς περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες, ἐκτεθέντες εἰς τὰς ἐκλογὰς, δὲν δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ των, ὅτι ἡ ἀπαγόρευσις ἐξακολουθεῖ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς βουλευτικῆς περιόδου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὴν Δευτέραν δυνάμεθα νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ νέον Βουλευτήριον, ἂν καὶ ἀκόμη ὑπάρχωσι πολλαὶ ἐλλείψεις, ἐπειδὴ ἡ ἀτμοσφαῖρα μᾶς ἀπειλεῖ διὰ βροχῆς, ἐν περιπτώσει δὲ βροχῆς, εἶναι ἀδύνατον νὰ μείνωμεν ἐδῶ. Αὔριον εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴ γείνῃ συνεδρίασις, ἵνα μετακομίσωμεν τὸ ἀρχεῖον καὶ τὸ γραφεῖον· δὲν ἔχομεν δὲ καὶ ἀντικείμενον συνεδριάσεως. Προτείνω δὲ τὴν Δευτέραν ν’ ἀρχίσωμεν μὲ τὴν συζήτησιν τῶν διαφόρων συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν, καὶ αἱ ὁποῖαι πρὸ ἓξ μηνῶν ἐκτελοῦνται, ἐννοῶ συμβάσεις ταχυδρομικὰς, ἀτμοπλοϊκὰς κτλ. Εἶναι ἄτοπον αἱ συμβάσεις αὐταὶ νὰ ἐκτελῶνται χωρὶς νὰ φέρῃ ἡ Βουλὴ τὴν κρίσιν αὐτῆς. Τὸ ἐγκρίνει ἡ Βουλή;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δυνάμει τῆς ἐντολῆς, ἣν μοὶ ἔδωκεν ἡ Βουλὴ πρὸς σχηματισμὸν ἐπιτροπῶν, λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀναγγείλω ὅτι παρεκάλεσα τοὺς κυρίους Ἀθανάσιον Γ. Πετιμεζᾶν, Δημήτριον Καλλιφρονᾶν, Σωτ. Πετιμεζᾶν, Π. Μανέταν καὶ Ν. Βαλσαμάκην διὰ τὴν ἐξέτασιν τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Τρικούπη ἐπὶ τοῦ περὶ ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν νόμου· ἐπὶ τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμου, τοὺς κυρίους Ν. Καράπαυλον, Δ. Βουλπιώτην, Ἀθ. Ῥοντήρην, Τιμολ. Φιλήμονα καὶ Γεράσιμον Ζωχιόν· ἐπὶ τοῦ κατηγορητηρίου, τοῦ κατὰ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη, τοὺς κυρίους Νικόλ. Λεώπουλον, Ἀντ. Ῥικάκην, Ἰάκωβον Πολυλᾶν, Ἀνδρ. Δανόπουλον καὶ Δημ. Ζέγγελην. Μεταβαίνομεν ἤδη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§4ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἔντυπος κατάλογος τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ μὲ τὴν κατάστασιν ἑνὸς ἑκάστου, πρόκειται δὲ ἐντὸς ὀλίγου νὰ συζητήσωμεν τοὺς νόμους περὶ τῆς κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, παρακαλῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, νὰ διατάξῃ νὰ συνταχθῇ κατάλογος τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ βαθμὸν, διὰ νὰ τὸν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν.
§5ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Εἶπον καὶ προχθὲς ν’ ἀναβάλωμεν τὸ περὶ δυνάμεως τοῦ ναυτικοῦ νομοσχέδιον, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον. Ἐπομένως ἐγκαίρως θέλω σᾶς φέρει τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε.
§6ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω ἀνάγκην νὰ παρουσιασθῇ ὁ κατάλογος περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ στρατοῦ.
§7ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Αὐτὸς εἶναι ἔντυπος καὶ δύναμαι νὰ σᾶς φέρω ὅσα ἀντίτυπα θέλετε.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Διαμαντόπουλος κατέθεσε πρότασιν νόμου περὶ συντάξεως τῶν δημολογιστῶν. Μεταβαίνομεν ἤδη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀκυρώσεως τῶν ψευδῶν νόμων ἔχει τις τὸν λόγον (Οὐδεὶς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; ἐγείρεται νὰ ὁμιλήσῃ). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κ. Ζωχιὸς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου.
§9ΖΩΧΙΟΣ. Κατ’ ἀρχὴν οὐδεὶς συνέλαβε τὴν ἰδέαν νὰ πολεμήσῃ τὸ νομοσχέδιον, ὅλοι δὲ ἐπιζητοῦμεν τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Κυρίως δὲ πρόκειται περὶ τοῦ τρόπου τῆς συντάξεως. Τὸ ἄρθρον πρέπει νὰ συνταχθῇ ἀναλόγως πρὸς τὸ πρᾶγμα. Ὁ ἔντιμος κύριος Τρικούπης εἶπεν ὅτι οἱ νόμοι εἶχον πέσει εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ἔθνους, καὶ δὲν ἔμεινεν εἰμὴ εἷς μόνος τύπος ἁπλοῦς. Ἀρκεῖ δηλαδὴ νὰ σύρωμεν μίαν μονοκονδυλιὰ καὶ νὰ σβέσωμεν ἀπὸ τὴν Ἐφημερίδα τοὺς νόμους ἐκείνους. Νομίζω ὅμως ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι σπουδαιότατον, τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει ἡ τρίτη αὐτοῦ συζήτησις. Ἂν δὲν ἦτο σπουδαῖον, ἠθέλαμεν τὸ συζητήσει ἐπὶ τοσοῦτον; Καὶ διὰ νὰ ἐννοήσητε δὲ ἔτι μᾶλλον τὴν δεινότητα τοῦ πράγματος, σᾶς ἀναφέρω τι ἀδύνατον· ἀδύνατον μὲν, ἀλλὰ σᾶς τὸ ἀναφέρω. Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἂν ὁ Βασιλεὺς εἴπῃ οὔ, καταλαμβάνετε τὴν δεινότητα τῆς θέσεως τῶν πραγμάτων μας; Δὲν εἶναι λοιπὸν τὸ προκείμενον ζήτημα ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα δύναταί τις νὰ ἐκλάβῃ ὡς μηδαμινὰ, ὡς μηδαμινὸν δὲ ὁ κύριος Τρικούπης σᾶς τὸ παρέστησε καὶ ὡς ἀνάξιον λόγου, ἐν ᾧ εἶναι πολὺ σπουδαιότερον παρ’ ὅ,τι φαίνεται. Ἐζήτησα δὲ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου συμπλήρωμά τι, ἀλλ’ ὁ ἔντιμος κύριος Τρικούπης ἐνόμισεν, ὅτι διενοήθην νὰ κατηγορήσω τὸ ὑπουργεῖον αὐτοῦ· ἐγὼ ὅμως δὲν συνέλαβον τὴν τοιαύτην ἰδέαν, ἀναγκάζομαι δὲ νὰ ἐπιφέρω μίαν παρατήρησιν, τὴν ἑξῆς. Ἂν ὁ κύριος Τρικούπης δὲν εἶχε χρηματίσει ὑπουργὸς, δὲν ἤθελον ἐξετάσει τοὺς λόγους του καθὼς τοὺς ἐξετάζω ἤδη, ἤτοι δὲν θὰ ἐστάθμιζον αὐτοὺς ὡς λόγους ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος κατέλαβε καὶ θὰ καθέξῃ τὰς ἀνωτάτας βαθμίδας τῶν ἐθνικῶν ἀξιωμάτων. Σᾶς εἶπε δὲ χθὲς καὶ ἐπέμενεν, ὅτι οἱ νόμοι οἱ περὶ ἀριθμῶν τοῦ στρατοῦ εἶναι ἐνιαύσιοι, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ἀπεδείχθησαν ἐπέτειοι, διότι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ Βουλὴ, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, καὶ διὰ τῶν πράξεων αὐτῶν αἱ Κυβερνήσεις, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἀπέδειξαν ὅτι τοὺς ἐθεώρησαν τοιούτους.
§11ΖΩΧΙΟΣ. Ἂν αἱ Κυβερνήσεις διὰ τῶν πράξεών των ἀπέδειξαν αὐτοὺς ἐνιαυσίους, τὸ πρᾶγμα διαφέρει. Ἂς ἴδωμεν ὅμως τί λέγουν οἱ νόμοι. Ὁ πρῶτος νόμος, ὁ περὶ ἀριθμῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1861· κατόπιν δὲ ἐξεδόθη νόμος ἕτερος κατὰ τὸ 1867· τρίτος δὲ νόμος ἐξεδόθη κατὰ τὸ ἔτος 1871. Καὶ οἱ τρεῖς δ’ αὐτοὶ νόμοι εἶναι μόνιμοι, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν ὅτι τοῦτο ἀληθεύει, σᾶς ἀναγινώσκω τὴν ἀκόλουθον ἔκθεσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τὸ 1872, ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλε νομοσχέδιον, οὐχὶ περὶ ἀριθμῶν, ἀλλὰ περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ· ἰδοὺ δὲ τί λέγει. (ἀναγινώσκει). Λοιπὸν ὁ νόμος εἶναι πάγιος. Δύνασθε δὲ νὰ φθάσητε μέχρι τῶν ἄκρων αὐτοῦ ὅρων, νὰ τοὺς ὑπερβῆτε ὅμως ὄχι. Ἀλλάξατε δὲ τὸν νόμον, καὶ τότε μάλιστα, εἶσθε κύριοι. Αἱ Κυβερνήσεις ἀληθῶς παρεβίασαν τοὺς νόμους, καὶ δὲν τὸ ἀρνοῦμαι, ἀλλ’ ὁ ἔντιμος κύριος Τρικούπης νομίζω ὅτι δὲν εἶχεν ὄρεξιν νὰ παραβιάσῃ τοὺς νόμους. Συμπληρῶν δὲ τὴν ὁμιλίαν μου, φέρω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. «Οἱ ψευδεῖς νόμοι, οἱ παρὰ πόδας σημειούμενοι, οὓς κατὰ παράβασιν τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος ἐψήφισεν ἡ προκάτοχος Βουλὴ τῆς ἕκτης περιόδου, ἀπὸ τῆς κατασκευῆς αὐτῶν εἰσι καὶ μένουσιν ἄκυροι· ἐπίσης ἐστὶ καὶ μένει ἄκυρος καὶ πᾶσα τοῦ ἀκύρου αὐτοῦ νόμου συνέπεια».
§12ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Συμπράττοντος καὶ τοῦ ὑπουργείου.
§13ΖΩΧΙΟΣ. Βεβαίως συμπράττοντος καὶ τοῦ ὑπουργείου.
§14ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, πῶς περιεστράφη ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐφέρθησαν τροπολογίαι, εἰς ἀντικείμενον ὅλως ξένον τοῦ προκειμένου ζητήματος· οὐχ ἧττον ὀφείλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς, καὶ τόσῳ περισσότερον καθόσον ἂν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἐξέθηκεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Μέσης, ὅτι κἀνένα σκοπὸν δὲν εἶχε νὰ φέρῃ μομφὴν κατὰ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ἧς εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος, ὡς ἐκ τοῦ τρόπου ὅμως, μὲ τὸν ὁποῖον συνεζητήθη τὸ ζήτημα τοῦτο, πάντοτε μένει εἰς τοὺς ἀκροασαμένους κἄτι τι, καὶ αὐτὸ τὸ κἄτι τι ἦλθον νὰ διασκεδάσω. Ὁ κ. Ζωχιὸς ἐπιμένει σήμερον, ἐπέμενε προχθὲς καὶ χθὲς ν’ ἀποδείξῃ ὅτι τὰ πάντα ἦσαν ἀκανόνιστα. Βεβαίως τὰ πάντα ἦσαν ἀκανόνιστα καὶ ἔκρυθμα, καὶ διὰ τοῦτο ἤλθατε σεῖς πρωτίστην ἐντολὴν ἔχοντες νὰ θέσητε τὰ πάντα εἰς τὸν κανονικὸν δρόμον των. Καὶ αἱ δαπάναι, περὶ ὧν ἔκαμε λόγον χθὲς, καὶ αἱ εἰσπράξεις, καὶ οἱ προβιβασμοί, καὶ αἱ πληρωμαί, τὰ πάντα εἰσὶν ἔκνομα καὶ μὴ κανονικὰ, διότι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος οὔτε φόρος ἐπιβάλλεται, οὔτε εἰσπράττεται ἄνευ νόμου. Ὅτε τὸ ὑπουργεῖον τῆς 27 Ἀπριλίου ἦλθεν, εἶχεν ἐνώπιόν του τί ἔννομον, τί κανονικὸν ἵνα βαδίσῃ ἐπ’ αὐτοῦ; Ὤφειλε ν’ ἀφήσῃ τὸ Κράτος ἀδιοίκητον; Καὶ δὲν ὤφειλεν, ὡς ἐκ τῆς ἀνυπερβλήτου ἀνάγκης εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη, νὰ διοικήσῃ μὲ διατάγματα, καὶ δι’ αὐτῶν νὰ κανονίσῃ τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων καὶ τὰς πληρωμάς; Βεβαίως ἀκανόνιστα καὶ ἔκρυθμα εἶναι τὰ πράγματα ὅταν καλῆσθε σεῖς νὰ συζητήσητε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1875. Καὶ προσέξατε εἰς τοῦτο· ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1875 ἤρξατο ἄλλως, διότι ἐπεψηφίσθη κατὰ τὰς ἰδέας τοῦ προκατόχου ἡμῶν ὑπουργείου, καὶ δι’ αὐτοῦ ἐκανονίσθησαν τὰ ἔξοδα μέχρι τῆς 27 Ἀπριλίου. Ἔρχεται κατόπιν τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη καὶ κανονίζει τὰ ἔξοδα δυνάμει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1873, ἔρχεσθε σεῖς τώρα καὶ κανονίζετε ὅπως θέλετε τὰ ἔξοδα τοῦ 1875 διὰ τοὺς μῆνας Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον. Ἐντὸς ἑνὸς ἔτους διῳκήθη τὸ ἔθνος διὰ τριῶν προϋπολογισμῶν. Καὶ τί ἄλλο εἶναι τοῦτο παρὰ κατάστασις ἔκρυθμος καὶ ἀκανόνιστος; Βεβαίως τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Τρικούπη δὲν εἶχε τὴν ὑπεράνθρωπον δύναμιν ἄνευ Βουλῆς νὰ κανονίσῃ τὰ πράγματα τῆς πολιτείας· ταῦτα μόνον δι’ ὑμῶν κανονίζονται. Σήμερον, ὅτε εὐτυχῶς σεῖς συνήλθετε, σεῖς θὰ ῥυθμίσητε καὶ θὰ κανονίσητε τὴν ἀνωμαλίαν τὴν ὑπάρχουσαν· καμμία ἄλλη ἐξουσία δὲν δύναται νὰ θέσῃ τὰ πράγματα τῆς πολιτείας εἰς τὸν κανονικὸν αὐτῶν δρόμον. Ἐῤῥέθησαν πολλὰ περὶ τῶν προβιβασμῶν, τοὺς ὁποίους ἐνήργησε τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον εἰς στρατιωτικοὺς καὶ ναυτικοὺς, καὶ ὁ κ. Ζωχιὸς ἐπειράθη σήμερον νὰ μᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι οἱ νόμοι οἱ παλαιοὶ εἶναι πάγιοι. Ναὶ εἶναι πάγιοι, ἀλλ’ ἀνῃρέθησαν διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ κατεστάθησαν κἄτι τι πλέον ἐφήμερον, διότι ἕκαστος τῶν ὑπουργῶν ἔρχεται καὶ προβιβάζει κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν του, καὶ ἐκτὸς τοῦ ἀριθμοῦ καὶ παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Ἤλθομεν ἡμεῖς· εὕρομεν ἔμπροσθέν μας ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον ἕνα βαθμόν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἀπέκτησεν ἓν δικαίωμα, ὅταν τοῦτο δὲν ἐκπηγάζῃ ἀπὸ νόμιμον πηγὴν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἦτο ζήτημα, τὸ ὁποῖον τὸ ὑπουργεῖον ἠδύνατο νὰ λύσῃ, καὶ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα. Ἀνθυπασπιστής τις, καλούμενος Μήλας, κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1874 κατεδικάσθη εἰς ἓξ μηνῶν φυλάκισιν καὶ εἰς στέρησιν τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων πενταετῆ. Πρὶν ὅμως τελειώσῃ τὴν ποινήν του, λαμβάνει χάριν, ἐξέρχεται τῆς φυλακῆς, καὶ κατὰ τοὺς τελευταίους προβιβασμοὺς περιλαμβάνεται καὶ αὐτὸς χάριν τῶν ὑπηρεσιῶν του, — τοιαύτη ἦτο ἡ χρῆσις τῆς ἐξουσίας, ἣν διέθετε τότε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν—καὶ προβιβάζεται ἀνθυπολοχαγός. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, ὁ ἀνθυπασπιστὴς εἶναι ὑπαξιωματικός, καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἰδίου νόμου, ἀφοῦ καταδικασθῇ τις εἰς στέρησιν τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων, χάνει τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ καὶ ἔρχεται εἰς τὴν τάξιν τοῦ πολίτου, ἦτο δὲ τοιοῦτος ὅτε ὑπεβλήθη ὁ προβιβασμός του εἰς ἀνθυπολοχαγόν. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Τρικούπη, ἐλθὸν εἰς τὰ πράγματα, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν περίστασιν αὐτὴν, καὶ εἶπεν ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, διότι ὀφείλομεν νὰ σεβασθῶμεν τοὺς νόμους τῆς πολιτείας, καὶ νὰ δώσωμεν παράδειγμα εἰς τοὺς αὐθαιρέτους ἐκείνους ἀξιωματικούς, οἵτινες πολλάκις παρεβίασαν τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ· ἀλλ’ αὐτὸ τὸ παράδειγμα ἔπρεπε νὰ ἐκπηγάζῃ ἐκ τοῦ νόμου. Ἐξητάσαμεν λοιπὸν τὸ ζήτημα ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ καὶ εὑρέθημεν σύμφωνοι, ὅτι ὁ Μήλας μετὰ τὴν καταδίκην του ἐπανῆλθεν εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ ἁπλοῦ πολίτου· ἑπομένως ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπερέβη τὰ καθήκοντά του, ὑπερέβη τοὺς νόμους τῆς πολιτείας, προβιβάσας αὐτὸν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ. Τὸ ὑπουργεῖον τότε ἐκάλεσε τοὺς καλλιτέρους νομομαθεῖς, τοὺς ὁποίους ἔχομεν, καὶ μεταξὺ αὐτῶν τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Παπαδιαμαντόπουλον, καὶ ὑπέβαλε τὸ ζήτημα τοῦτο τοῦ Μήλα· ὅλοι ἐσυμφώνησαν εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ προβιβασμὸς ἐκεῖνος κακῶς ἐγένετο. Ἡ γνώμη αὕτη ἦτο σύμφωνος μὲ τὴν τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ἐν τούτοις μεταξὺ τῶν νομομαθῶν ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶχεν ἐναντίαν γνώμην, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ τὸν στερήσωμεν τοῦ βαθμοῦ του· ἡμεῖς ὅμως ἠσπάσθημεν τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας, ἥτις ἦτο καὶ γνώμη μας. Τοῦτο εἶπον, ἵνα ἐννοήσητε ὅτι ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων αἱ Κυβερνήσεις πρέπει νὰ ᾖναι λίαν προσεκτικαί, διότι δὲν ἔχουν ὅλον τὸ κῦρος καὶ ὅλην τὴν δύναμιν αἱ ἀποφάσεις των, ἵνα προβῶσιν εἰς τὴν ἀφαίρεσιν βαθμῶν. Καὶ ἂν παρατύπως οἱ βαθμοὶ οὗτοι ἐδόθησαν, τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον διαφεύγει τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ὑπουργείου. Ἀλλ’ εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν θὰ μοὶ εἴπητε, διατί ὁ Μήλας ἀφῃρέθη τοῦ βαθμοῦ κατ’ ἀπόφασιν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου; Διότι ἐκεῖ ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελέσωμεν δικαστικὴν ἀπόφασιν, καὶ ἑπομένως ἐνομίσαμεν ὅτι τὸ κῦρος καὶ ἡ δύναμις τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων πρέπει νὰ ᾖναι ἀπρόσβλητοι ὅθεν δήποτε καὶ ἂν ἔρχηται ἡ προσβολή. Ἡμεῖς, κύριοι, δὲν ἠκυρώσαμεν κανένα νόμον, διότι δὲν εἴχομεν κἀμμίαν ἐξουσίαν· τοῦτο σᾶς εἶπε χθὲς καὶ ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Τρικούπης. Ἡμεῖς ἐλθόντες εἴπομεν ὅτι αἱ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου καὶ κατὰ τὸν Μάρτιον, δὲν εἶναι νομοθετήματα ἔγκυρα, δὲν περιέχουν τὰ συστατικὰ τῶν νόμων, καὶ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἡμῶν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τὰ ἐκτελέσωμεν οὔτε ὡς ὑπουργοὶ τοῦ Κράτους, οὔτε ὡς πολῖται. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμεθα ν’ ἀκυρώσωμεν τοὺς νόμους, οὐδὲ τὰς συνεπείας αὐτῶν ἑπομένως, διότι τοῦτο ἀνήκει εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Τρικούπης, καὶ τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ σήμερον. Εἶπον προχθές, ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον ὅτι ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ τροπολογία τοῦ κ. Τρικούπη, ὡς καὶ αἱ λοιπαί, κατ’ οὐσίαν εἶναι τὸ αὐτὸ πρᾶγμα. Ἐπροτίμησα ὅμως τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τρικούπη, διὰ τὸν ἀκόλουθον λόγον· διότι ἡ τροπολογία τοῦ ὑπουργείου σᾶς λέγει «οὐδεμίαν ἔχουσιν ἰσχὺν τὰ κατά παράβασιν τῶν ἄρθρων 22 καὶ 56 συζητηθέντα καὶ ἀποφασισθέντα.» Πρῶτον σᾶς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης ὅτι ὁ λόγος τοῦ νόμου ἐν τῷ νόμῳ δὲν δύναται νὰ τεθῇ, ἑπομένως ὅλως διόλου ἦτον περιττὴ ἡ παράθεσις τοῦ ἄρθρου 22 καὶ 56 τοῦ Συντάγματος.
§15ΜΙΛΗΣΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἡ τροπολογία ἡ ἐδική σας περιέχει τὸν λόγον τοῦ νόμου, καὶ κατὰ τοῦτο δὲν διαφέρει.....
§16ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αἱ δύω λέξεις συζητηθέντα καὶ ἀποφασισθέντα πρέπει νὰ λείψωσιν ἀπὸ τὴν τροπολογίαν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος θ’ ἀκυρώσῃ τοὺς νόμους, διότι συζήτησις κατὰ τὸν Κανονισμὸν δὲν δύναται νὰ γείνῃ, ἂν δὲν ὑπάρχῃ νόμιμος ἀπαρτία. Καὶ διὰ ν’ ἀνοίξουν τὰ ἀκροατήρια, καὶ διὰ νὰ γείνῃ δημοσία συνεδρίασις, ἀπαιτεῖται ἀναγκαίως ἡ ἀπαρτία· αὐτὸς εἶναι ὁ ὅρος, τὸν ὁποῖον ἠκολουθήσαμεν πάντοτε εἰς τὴν Βουλήν. Ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐγένετο συζήτησις, διότι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἦτον ἴσως μία ὁμιλία μελῶν τινων, δὲν ἦτον ὅμως δημοσία συζήτησις, ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμός μας. «Ἀποφασισθέντα», κύριοι, πρέπει νὰ λείψῃ, διότι διὰ ν’ ἀποτελέσῃ ἀπόφασιν ἡ Βουλὴ ἐγκύρως, πρέπει νὰ ᾖναι ἐν νομίμῳ ἀπαρτίᾳ, καὶ διὰ τοῦτο ἡμεῖς εἴπαμεν καὶ ὑπεστηρίξαμεν «οὐδεμίαν ἰσχὺν ἔχουσιν ὡς ἐστερημένοι κτλ.» διότι τῳόντι, κύριοι, ἀφοῦ δὲν εἶναι ἀπαρτία, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν γίνηται ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, δὲν εἶναι ἀπόφασις νόμιμος, ἀλλὰ πράξεις τινὲς, τὰς ὁποίας ἀπεφάσισεν ἕνας σύλλογος, ὁ ὁποῖος ἦλθεν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου. Ἀλλά, κύριοι, εἴτε τοῦτο παραδεχθῆτε, εἴτε τὸ ἄλλο, κατ’ οὐδὲν ἀλλοιοῖ τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως· ὤφειλον ὅμως νὰ ὑποστηρίξω τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Τρικούπης, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὡρμήθη νὰ ὑποβάλῃ αὐτήν.
§17ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ν’ ἀναγγείλω τι εἰς τὴν Βουλήν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
§19ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Κύριοι, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ᾖμαι πρόεδρος, μετεδώκατε τὰ Ἀνακριτικὰ καὶ Εἰσαγγελικὰ καθήκοντα ἐπὶ τῆς ἐπὶ δωροδοκίᾳ κατηγορίας κατὰ τῶν πρῴην ὑπουργῶν Βαλασσοπούλου καὶ Νικολοπούλου καὶ τῶν συναιτίων αὐτῶν, ἐτάξατε δὲ καὶ μιᾶς ἑβδομάδος προθεσμίαν πρὸς περαίωσιν τῆς ἐργασίας. Ἡ ἀνατεθεῖσα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐντολὴ εἶναι σπουδαία, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε καθῆκον νὰ ἐργασθῇ πρὸς ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας· δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, χωρὶς νὰ φανῶ ὅτι κάμνω ὑπερβολὴν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ εἰργάσθη νυχθημερὸν εἰς τὸ σπουδαῖον αὐτὸ ἔργον, διότι ἀμέσως καὶ τηλεγραφικῶς ἐζήτησε τὴν ἀπολογίαν τῶν κατηγορουμένων Ἐπισκόπων, ἀμέσως καὶ τηλεγραφικῶς παρήγγειλε νὰ ἐξετασθῶσι σπουδαῖοι μάρτυρες εἰς διάφορα μέρη τοῦ Κράτους. Καὶ ἐνταῦθα προέβη ἡ ἰδία εἰς ἐξέτασιν τεσσαράκοντα καὶ ἑνὸς μαρτύρων· ἐξητάσθησαν δηλαδὴ μέχρι τοῦδε τεσσαράκοντα καὶ εἷς μάρτυρες, εἴτε πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κατατεθέντων κατὰ τὴν προανάκρισιν, εἴτε καὶ πρώτην φορὰν ἐρχόμενοι εἰς τὴν ἀνάκρισιν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἐκ τῶν πλείστων μερῶν ἐλάβομεν τὰς ἀνακριτικὰς ἐκθέσεις, ἀλλὰ μᾶς ὑπολείπονται σπουδαιόταται ἐκθέσεις· μάλιστα δὲ αὐτὴν τὴν στιγμὴν μᾶς ἦλθεν ἡ ἀπολογία τοῦ ἐπισκόπου Μεσσηνίας. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην μιᾶς ἀκόμη ἑβδομάδος, διὰ νὰ συμπληρώσωμεν τὰς ἀνακρίσεις καὶ συντάξωμεν τὴν ὁποίαν μᾶς παρηγγείλατε ἔκθεσιν. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μᾶς δώσῃ παράτασιν προθεσμίας ἐπὶ μίαν ἔτι ἑβδομάδα.
§20ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ δοθῇ ἡ ζητουμένη παράτασις...
§22ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ὁμοψήφως χορηγεῖ τὴν ζητηθεῖσαν προθεσμίαν.
§24ΖΩΧΙΟΣ. Εἰς τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα ἔχω νὰ κάμω δύω ἢ τρεῖς μικρὰς παρατηρήσεις.
§25ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὸν Κολιάτσον;
§26ΖΩΧΙΟΣ. Ὄχι, εἰς τὸν Κ. Πετιμεζᾶν. Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ νομοσχεδίου δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ αἰτιολογία αὐτοῦ.
§27Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ λόγος τοῦ νόμου.
§28ΖΩΧΙΟΣ. Νομίζω, ὅτι περιεπέσατε καὶ σεῖς εἰς τὸ λάθος αὐτὸ, κ. Πετιμεζᾶ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ ἔντιμος Τρικούπης, λέγει «οὐδεμίαν ἔχουσιν ἰσχὺν νόμου.» Διατί; «Ὡς ἐστερημέναι τῶν ἀναγκαίων συστατικῶν αὐτοῦ». Ταῦτα δὲ τὰ λόγια δὲν αἰτιολογοῦσι τὸν νόμον; Ἡ ἐπιτροπὴ λέγει τὰ αὐτὰ μὲ ἄλλας λέξεις, καὶ ὁ κύριος Τρικούπης μὲ ἄλλας. Ἀλλά, λέγουσι, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μεταχειρισθῇ τις τὰς αὐτὰς λέξεις πρὸς ἔκφρασιν καὶ τῶν νομίμων καὶ τῶν παρανόμων πραγμάτων. Ἡ ἱστορία ὅμως μαρτυρεῖ τὸ ἐναντίον, μνημονεύουσα τὴν παράνομον ἀπόφασιν τῆς ἐκκλησίας τῆς συνελθούσης εἰς τὰς Ἀθήνας ὅπως δικάσῃ ἕνα μέγαν ἄνδρα, τὸν Φωκίωνα. Παρῆσαν δὲ εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἐκείνην καὶ ἐψηφοφόρησαν καὶ οἱ δοῦλοι καὶ οἱ ξένοι. Ἡ ἐκκλησία ὅμως πῶς ὠνομάζετο; Ἐκκλησία. Καὶ ἡ ψηφοφορία; Ψηφοφορία. Ἤτοι τὰ ὀνόματα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίζοντο διὰ τὰ ἐν ἀπαρτίᾳ, τὰ μετεχειρίζοντο καὶ διὰ τὰ μὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, καὶ ἰδοὺ αὐτολεξεὶ τὸ παράδειγμα. «Ἐπικυρωθέντος δὲ τοῦ ψηφίσματος, «καὶ τῆς χειροτονίας ἀποδοθείσης, οὐδεὶς καθήμενος, ἀλλὰ «πάντες ἐξαναστάντες, οἱ δὲ πλεῖστοι καὶ στεφανωσάμενοι, «κατεχειροτόνησαν αὐτῶν θάνατον.»
§29ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐκεῖνοι ἦσαν ἄλλοι.
§30ΖΩΧΙΟΣ. Τῷ ὄντι ἄλλοι ἦσαν ἐκεῖνοι. Ἐπειδὴ δὲ, κ. Τρικούπη, ἐνδέχεται νὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιόν σας, θὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν. Ἰδοὺ τί λέγει. «Ἐν τοῖς ἄρθροις 16 –24 τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους». Ἐὰν τὸ ἐξετάσητε γραμματικῶς, θὰ ἀναφέρωμεν τὸ «ἐνεστῶτος ἔτους» εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὄχι εἰς τὴν Ἐφημερίδα.
§31ΦΙΛΗΜΩΝ. Τῆς Ἐφημερίδος τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους.
§32ΖΩΧΙΟΣ. Ἐὰν τὸ διορθώσητε, τότε μάλιστα.
§33ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὑποστηρίξων χθὲς τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἔφερε τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὁ νόμος πρέπει νὰ ᾖναι σύντομος, σαφὴς, νὰ μὴ ἐμβαίνῃ εἰς τὸν δικαιολογικὸν λόγον καὶ τὸν ἱστορικὸν τοῦ νόμου, δηλαδὴ εἰς τοὺς προκαλέσαντας λόγους τὴν νομοθέτησιν. Ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐν γένει εἶναι ὀρθὴ, ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τοὺς κοινοὺς καὶ συνήθεις λόγους. Εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις, καὶ ἐπὶ νόμων, οἵτινες ἔχουν ὑποκείμενον ὅλως ἐκρύθμους καταστάσεις, τὸ τοιοῦτον δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται. Οἱ νόμοι, οἵτινες μέλλουν νὰ ἐπαναφέρωσι τὴν νόμιμον τάξιν, τὴν ὁποίαν γεγονότα ὡρισμένα διετάραξαν, φέρουσι μᾶλλον τὸν χαρακτῆρα ψηφίσματος. Ὅτι δὲ αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς, ἐξάγεται καὶ ἐκ τούτου, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ κ. Τρικούπης, ὑποβαλὼν τὴν τροπολογίαν, δὲν ἠδυνήθη νὰ τηρήσῃ τὴν ἀρχήν του. Ὅπως παρετήρησεν ὁ κ. Ζωχιός, ἐν τῇ τροπολογίᾳ του καὶ ὁ κ. Τρικούπης λέγει ὅτι θεωροῦνται ἄκυρα τὰ δημοσιευθέντα ὡς νόμοι, διότι εἶναι ἐστερημένα τῶν ἀναγκαίων συστατικῶν. Καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ μεταβαλοῦσα αὐτὸ ἐπιτροπὴ, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐκφύγωσι τὴν ἀνάγκην αὐτήν, διότι καὶ αὐτὰ λέγουσι: «Κατὰ παράβασιν τῶν ἄρθρων 22 καὶ 56 τοῦ Συντάγματος συζητηθέντα.» Ἀλλ’ ἀφοῦ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ δώσωμεν εἰς τὸν νόμον μίαν ἐξήγησιν καὶ δικαιολογίαν, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα ἀτελεῖς, ἀλλὰ νὰ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος νὰ ἐκφράσωμεν τὰ πράγματα καθαρῶς, νὰ συμπληρώσωμεν τὴν ἰδέαν μας, νὰ μὴ ἤμεθα ἀσαφεῖς. Καὶ τὸ Κυβερνητικὸν νομοσχέδιον καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Τρικούπη, κατ’ ἐμὲ, εἰσὶν ἀτελῆ· διότι ἡ μὲν τροπολογία τοῦ κυρίου Τρικούπη ἀναφέρεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν κύρωσιν, τὸ δὲ σχέδιον τοῦ νόμου, τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθὲν, θίγει καὶ τὸ ζήτημα τῆς θέσεως τοῦ νόμου, ἀλλὰ τὸ θίγει καὶ αὐτὸ ἀτελῶς καὶ ἀσαφῶς.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ τῆς δημοσιεύσεως.
§35ΦΙΛΗΜΩΝ. Παραδέχομαι. Ἀπέναντί μας ἔχομεν μερικὰ γεγονότα ἀναμφισβήτητα· εἰς τὸ βουλευτήριον αὐτὸ συνῆλθον βουλευταὶ, ἐσυζήτησαν, ἀπεφάσισαν· δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν τὰ γεγονότα αὐτά; Δὲν δυνάμεθα, ἀλλὰ τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως περιέχει τὴν φράσιν........
§36ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἐτροπολογήθη ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ τὴν τροπολογίαν τὴν παραδέχθη ἡ Κυβέρνησις.
§37ΦΙΛΗΜΩΝ. «Συζητηθέντα καὶ ἀποφασισθέντα.» Ποῦ καὶ τίνι τρόπῳ; Περὶ τούτου οὐδεὶς λόγος γίνεται.
§38ΤΙΝΕΣ. Λέγει «Παρανόμως.»
§39ΦΙΛΗΜΩΝ. Παρὰ τίνος καὶ ποῦ; Συμφώνως πρὸς ταῦτα ὑποβάλλω τὴν ἑπομένην τροπολογίαν. Νομίζω ὅτι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω, εἶναι πληρεστέρα, οὐδὲν ἀφίνει κενὸν, καὶ νομίζω ὅτι καθ’ ὁλοκληρίαν θίγει τὸ κύριον ζήτημα, δηλ. τὴν πρᾶξιν ἐκείνην ἥτις φέρει τὴν ἀκυρότητα τοῦ νόμου, διότι ἡ δημοσίευσις ἐγένετο καθ’ ὅλους τοὺς τύπους. Ἐπὶ τίνος δὲν ἐτηρήθησαν; Ἐπὶ τῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἐργασίας στηρίζεται ἡ πρότασις, ἢ μᾶλλον ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον.
§40ΡΙΚΑΚΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Ζωχιοῦ, παρατηρῶ, ὅτι οὐδεμίαν οὐσιώδη μεταβολὴν φέρει εἰς τὸ γράμμα τοῦ νομοσχεδίου εἰμὴ τὴν προσθήκην «οἱ ψευδεῖς νόμοι», τὴν ὁποίαν δὲν περιέχει τὸ νομοσχέδιον. Αὐτὴν ἐὰν τὴν θεωρήσητε ἀναγκαίαν νὰ τὴν καταχωρίσητε, δὲν βλάπτει τίποτε, καὶ δὲν εἶναι ἀντικείμενον σπουδαίας συζητήσεως. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον παρατηρῶ εἶναι ἡ λέξις «κατασκευή» ἀντὶ τῆς λέξεως «ἀπόφασις.» Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ λοιπὸν τὴν ά. παράγραφον, ἂν μεταχειρισθῶμεν τὴν λέξιν ἀπόφασις, ἀντὶ τῆς λέξεως κατασκευῆς, εἴμεθα κυριολεκτικώτεροι. Ὡς πρὸς τὴν βʹ. παράγραφον ὅμως παρατηρῶ τὸ ἑξῆς. Εἴμεθα σύμφωνοι ὅλοι, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἔκθεσίν της εἶπεν ὅτι οἱ νόμοι αὐτοὶ δὲν ἔχουν καμμίαν συνέπειαν νόμιμον, οὔτε ἠδύναντο νὰ παραχθῶσι δικαιώματα· ἀλλ’ ἐνῷ τὸ παραδεχόμεθα, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τὰ νομοθετήσωμεν, διότι ἐὰν πρὸς στιγμὴν ἠδυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι παρήχθη ἓν δικαίωμα, δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἵτινες θὰ τὸ καταργήσωμεν, ἀλλ’ ἐναπόκειται εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν νὰ λύσῃ τὸ περὶ τούτου ζήτημα. Ἐγὼ, ἂν ἔχω τὴν ἐναντίαν ἰδέαν, θὰ καταφύγω εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἑπομένως δὲν πρέπει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ καταργήσῃ ἓν δικαίωμα τὸ ὁποῖον πιθανὸν τρίτος νὰ ἀπέκτησεν. Εἶναι λοιπὸν ἐκτὸς τῆς ἁρμοδιότητός μας, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ εἴπωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμφωνοῦμεν ὅτι ὑπάρχει εἰς τὸ κείμενον τοῦ νόμου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ δευτέρα παράγραφος περὶ τῶν συνεπειῶν πρέπει νὰ λείψῃ, διότι, ἀκυρουμένου τοῦ νόμου, οὐδέποτε ἔλαβον κῦρος καὶ αἱ συνέπειαι. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου πρέπει νὰ τὸ ἀφήσωμεν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐξουσίαν νὰ τὸ λύσῃ, ποτὲ δὲ διὰ νομοθετικῆς πράξεως νὰ μὴ τὸ λύσωμεν. Διὰ τοῦτο ἐνίσταμαι κατὰ τῆς δευτέρας παραγράφου, ὑποστηρίζων ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸν νόμον.
§41Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις ἐγκατέλειψε τὸ πραγματικὸν ἔδαφος καὶ περιωρίσθη εἰς γραμματικὰς ἐκφράσεις· ἐὰν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἢ ἐν τῇ ἐκθέσει, ἢ ἐν τῇ τροπολογίᾳ τοῦ κυρίου Τρικούπη, αἱ λέξεις ἀπόφασις ἢ κατασκευὴ πρέπει νὰ τεθῶσιν, εἶναι ζήτημα γραμματικὸν καὶ οὐδόλως ἐπηρεάζον τὴν οὐσίαν. Ἓν μόνον λίαν σπουδαῖον ζήτημα καὶ οὐσιαστικὸν ἔχομεν, τὸ ζήτημα τῶν συνεπειῶν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οἱ μέχρι τοῦδε ἀγορεύσαντες δὲν ἐξετάθησαν οὔτε ἀνεπτύχθησαν, εἰμὴ μόνος εἰς τὴν ὁμιλίαν του ὁ ἔντιμος ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς κύριος Πετιμεζᾶς, ἰσχυριζόμενος ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ τότε ἐξουσία ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ δικαστικὴν ἀπόφασιν, καὶ δὲν ἀνεγνώρισεν εἰς τὸν ἀνθυπασπιστὴν Μήλαν τὸν βαθμὸν τοῦ Ἀνθυπολοχαγοῦ, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκτελέσῃ. Κύριοι, τὸ ζήτημα τῶν βαθμῶν εἶναι τὸ ζήτημα περὶ οὗ ἡ συζήτησις· τοῦτο δὲ καὶ ἡ Κυβέρνησις τὸ λέγει, καὶ ἡ προκάτοχος τὸ εἶπε, καὶ τὰ πράγματα τὸ ἀποδεικνύουν. Τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν οὐχὶ ἐκ τῶν ψευδῶν νόμων, ἀλλὰ ἐκ τῆς διοικήσεως, εἶναι πραγματικά, εἶναι ἀληθῆ, καὶ δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ τὰ ἀναιρέσῃ. Τὸ ζήτημα τῶν βαθμῶν δὲν εἶναι ζήτημα τοῦ νόμου καὶ τῆς δικαιοδοσίας τῆς Βουλῆς. Διὰ νὰ ὑπάρξῃ βαθμὸς ἢ διὰ νὰ ὑπάρξῃ προβιβασμὸς, ἀπαιτοῦνται δύω στοιχεῖα, ἡ πρότασις τοῦ ὑπουργοῦ καὶ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ βασιλέως. Πέραν αὐτῶν τῶν δύω χαρακτηριστικῶν στοιχείων, οὐδὲν ἕτερον ἀπαιτεῖται. Ὁ βαθμὸς ἀπονέμεται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως προτάσει τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Αὐτὰ εἶναι τὰ δύω ἀπαιτούμενα καὶ ὑποχρεωτικὰ στοιχεῖα, διὰ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ προβιβαζόμενος νὰ φέρῃ τὰ νέα παράσημα. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἦτον ἐν ἀπαρτίᾳ, ἐὰν ὁ ὑπουργὸς εἶχε πίστωσιν, ἐὰν ὑπῆρχε χηρεύουσα θέσις, εἶναι ζητήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ζητήσῃ εὐθύνας ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς, πώποτε ὅμως ἀπὸ τὸ ἄτομον τὸ προβιβασθέν. Ὁ νόμος περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν εἰσήχθη τὸ πρῶτον κατὰ τὸ 1856, ἡ δὲ ἐφαρμογή του ὑπῆρξε ψευδὴς καὶ ἰδοὺ ὁ νόμος αὐτὸς, κύριοι, ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἡ συγκεφαλαίωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ νὰ ἐγγράφηται εἰς τὴν τελευταίαν σελίδα αὐτοῦ, συνοψίζων οὕτω τοὺς ἀριθμοὺς καὶ προσδιορίζων τοὺς βαθμοὺς καὶ τὰς θέσεις. Τὸ τοιοῦτον ὅμως δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν δὲν ἐγένετο. Ὁ νόμος τοῦ Βελγίου ἀναγράφει ἐνιαυσίως εἰς τὴν τελευταίαν σελίδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν πίνακα, ἐμφαίνοντα ὄχι μόνον τοὺς ἀξιωματικοὺς, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὑπαξιωματικούς. Ὁ περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν νόμος ὀφείλει νὰ περιλαμβάνῃ τὸν βαθμὸν καὶ τὸ ὅπλον δι’ ἑκάστην θέσιν. Παρ’ ἡμῖν δυστυχῶς ἐπεκράτησεν, ὥστε ὄχι μόνον οἱ ἀριθμοὶ τοῦ νόμου νὰ ᾖναι ἐπὶ πλέον τῶν ὑπαρχόντων βαθμοφόρων, ἀλλ’ οἱ ὑπουργοὶ μεταβάλλουσι καὶ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν βαθμῶν, αὐτὸ τοῦτο συμβαίνει εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὥστε ὁ περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν νόμος δὲν εἶναι ἀληθὴς, δὲν εἶναι πραγματικὸς, εἶναι ψευδὴς ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, εἶναι δὲ ἐπεξεργασία διὰ προβιβασμούς. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, ὅ,τι μοὶ συνέβη κατὰ τὸ 1866 ἔτος· ἀξιωματικοὶ λίαν ἔντιμοι τοῦ ναυτικοῦ παρουσιασθέντες ἐζήτησαν νὰ προβιβασθῶσι· τοῖς εἶπον ὅτι ἤθελον τὸ κάμει εὐχαρίστως ἂν ὑπῆρχον θέσεις· μοὶ ἀπήντησαν ὅτι εἶναι ἐντὸς τῶν ἀριθμῶν, διότι ἐνῷ πράγματι ὑπῆρχον δώδεκα π. χ. πλωτάρχαι, ὁ ἀριθμὸς εἶναι διὰ 15 πλωτάρχας. Τοῖς προσέθηκα ὅτι δὲν ὑπάρχουν θέσεις, καὶ μοὶ ἀπήντησαν ὅτι δέχονται νὰ τεθῶσιν εἰς διαθεσιμότητα. Τί δὲ συμβαίνει ἔκτοτε; Ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ καὶ τοῦ στρατοῦ, ἐπὶ 15 ἔτη καθήμενοι εἰς τὰς οἰκίας των, προβιβάζονται τακτικῶς, διότι ἐν μὲν τῷ ναυτικῷ ἔχομεν τοὺς ἀριθμούς, ἐν δὲ τῷ στρατῷ τὴν ἐθνοφυλακήν, τὴν κατάργησιν τῶν θέσεων καὶ διαφόρους ἄλλας διεξόδους. Αὐτοὶ εἶναι οἱ νόμοι τοῦ στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι κατά τινας θεωροῦνται καὶ πάγιοι! Καθόσον ἀφορᾷ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ νόμος αὐτὸς πώποτε δὲν ἐτηρήθη, διότι ἑκάστοτε ἀναιρεῖται διὰ τῶν προβιβασμῶν. Συζητοῦμεν περὶ τῶν συνεπειῶν σήμερον τοῦ νόμου, ἀφοῦ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν μετέφερον ἀπὸ τὴν ἀποστρατείαν εἰς τὴν ἐνέργειαν ἀξιωματικούς. Ὁ ἀξιωματικὸς μεταβαίνων εἰς ἀποστρατείαν, εἶναι πολίτης, πώποτε δικαιοῦται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν στρατόν· μόνον τὸ δικαίωμα ἔχει νὰ φέρῃ τὴν στολήν, καθ’ ὅλα δὲ τὰ ἄλλα ὑπόκειται εἰς τὴν κοινὴν δικαιοδοσίαν. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μετέφερεν ἀπόστρατον ἀξιωματικὸν εἰς τὰς τάξεις τὰς ἐνεργητικὰς τοῦ ναυτικοῦ. Τώρα τί πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή; Νὰ ἀκυρώσῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν ἐκ τῆς δῆθεν ἐπιψηφίσεως τῶν ψευδῶν ὡσαύτως νόμων. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας ἀπὸ παντὸς ἐκτελέσαντος καὶ ἐνεργήσαντος καθ’ ὑπέρβασιν καθήκοντος καὶ ζημιώσαντος οὕτω τὸ δημόσιον· ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα, κύριοι, νὰ καθαιρέσωμεν ἀξιωματικούς, νὰ ὑποβιβάσωμεν ἀξιωματικούς, διότι σᾶς εἶπον, ὅτι διὰ νὰ ὑπάρξῃ προβιβασμὸς ἀπαιτοῦνται δύω στοιχεῖα, ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Βασιλέως καὶ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ ὑπουργοῦ. Τὰ διατάγματα λοιπὸν αὐτά, ἐν ὅσῳ δὲν προσβάλλονται ὡς πλαστά, τὰ ἄτομα τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν αὐτοὺς τοὺς βαθμοὺς δικαιοῦνται νὰ τοὺς ἔχωσιν. Ἂν θελήσητε, ὅπερ ἀπεύχομαι, νὰ σφετερισθῆτε δικαιώματα ἀναγόμενα εἰς ἄλλην ἐξουσίαν, τὰ δικαστήρια πώποτε δύνανται νὰ ἀνεχθῶσι τὴν ἀδικίαν αὐτὴν τῶν βαθμοφόρων. Διὰ τοῦτο φρονῶ, κύριοι, ὅτι διὰ τὰς συνεπείας τοῦ νόμου, καθ’ ὅσον ἐγέννησαν δικαιώματα ἐπὶ βαθμῶν, ἂν, ὅπως καὶ ἐγὼ πιστεύω, ἐξετελέσθησαν παρὰ ὑπουργῶν καθ’ ὑπέρβασιν καθήκοντος, νὰ ζητηθοῦν εὐθύναι καὶ εὐθύναι πραγματικαί. Καὶ λέγω πραγματικαί, διότι χθὲς εἰς τὴν ὁμιλίαν μου δύω πρώην ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν μὲ διέκοψαν καὶ μοῦ εἶπον, ὅτι ἡμεῖς πάντοτε ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκόν μας· κατὰ τύχην δὲ συνήντησα ἕνα ἀνώτερον δικαστικὸν ὑπάλληλον καὶ τῷ εἶπον ἂν ἀληθεύῃ ὅτι οἱ ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεκοίνωσαν τὰς ὑποθέσεις τῶν στρατιωτικῶν, καὶ μοῦ εἶπε πώποτε.
§42ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Μαυρομιχάλη, ἠμπορῶ νὰ σᾶς βεβαιώσω περὶ τοῦ ἐναντίου.
§43ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Λοιπὸν καὶ ἐγώ, κύριοι, σήμερον σᾶς λέγω, ὅτι ἀπήντησα τὸν κύριον Σανόπουλον καὶ ἐπληροφορήθην, ὅτι αὐτὰ γίνονται τυπικῶς πάντοτε, ἀλλὰ πώποτε μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν ἦλθον εἰς πραγματικὸν ἀποτέλεσμα, καὶ κατὰ συνέπειαν τὸ δημόσιον πληρώνει διαρκῶς χωρὶς νὰ ζητῶνται εὐθύναι.
§44ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχει ἕτερον παράδειγμα ἀνακοινώσεως γενομένης ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου πρὸς τὸν Λεωνίδαν.... Ἂν θέλητε νὰ σᾶς εἴπω καὶ τὴν ἰδέαν μου, νομίζω ὅτι εἶναι ἐσφαλμένον.
§45ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἰς τὴν κοινωνίαν δὲν ἐπαρουσιάσθη ἀπόφασις μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς νὰ καταδικάσῃ τὸν ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τὸ Κράτος εἰς ζημίας· ὅλαι αἱ διαδικασίαι ἐγένοντο, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι οὐδεὶς ὑπουργὸς ἐτέθη εἰς τὰς φυλακάς, οὔτε ἐξεπλειστηριάσθη ἡ περιουσία αὐτοῦ.
§46ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν δὲν ὑπάγεται εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια.
§47ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τέλος πάντων εἶναι ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν πρόκειται σήμερον νὰ συζητήσωμεν. Καταλήγων τὸν λόγον, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀκυρώσῃ τοὺς νόμους, ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τοὺς βαθμοὺς οἱ ὁποῖοι ἐδόθησαν, νομίζω ὅτι δὲν δικαιοῦται, διότι ὁ προβιβασμὸς εἶναι κατ’ ἐξαίρεσιν προνομία τοῦ Στέμματος ἡ ὁποία ἐνεργεῖται διὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ· ἂν ὁ ὑπουργὸς κακῶς ἔπραξε, νὰ τοῦ ζητηθῶσιν εὐθύναι.
§48Τ. ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἶπεν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὅτι διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τις βαθμόν, ἀπαιτοῦνται δύω στοιχεῖα, ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Βασιλέως καὶ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ ὑπουργοῦ. Σᾶς ἐρωτῶ, ἂν διορισθῇ εἷς ἀλλοδαπὸς ἀξιωματικὸς καὶ τῷ δοθῇ ἡ ἄδεια νὰ φορῇ τὰ παράσημα ξένων ἐπικρατειῶν, αὐτὸ εἶναι νόμιμον; Δύναται ἀπὸ ἁπλοῦν πολίτην νὰ διορίσῃ ὁ ὑπουργὸς ἀξιωματικόν, καὶ ὁ Βασιλεὺς νὰ ὑπογράψῃ; Ἀποκτᾷ οὗτος δικαίωμα;
§49Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου· ὅταν συζητηθῇ τὸ περὶ ἀλλοδαπῶν, τότε θὰ σᾶς εἴπω.
§50ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐπεθύμουν αὐτὴν τὴν διασάφησιν, διότι εἶναι λίαν σπουδαία, εἶναι καταστατική.
§51ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἔντιμος συνάδελφός μου μὲ προέλαβεν ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν, ἣν ἐσκόπουν ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Μαυρομιχάλην. Ἐνόμισεν οὗτος ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ μεμφθῇ τῆς Κυβερνήσεως, ἧς ἔσχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος, διὰ τὴν ἐνέργειάν της ὡς πρὸς τὸν ποτὲ ἀνθυπασπιστὴν Μίλαν. Δὲν ἀρκεῖ ἡ πρότασις τοῦ ὑπουργοῦ, δὲν ἀρκεῖ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Βασιλέως ὅπως ἀπονεμηθῇ ἰσόβιος βαθμὸς ἐν τῷ στρατῷ τῷ Ἑλληνικῷ· ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων προσόντων, ἐν τῷ ἀτόμῳ εἰς ὃ ἀπονέμεται ὁ βαθμός, νὰ ὑπάρχῃ, λέγω, καὶ ἡ ἱκανότης. Ὁ Μίλας διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ὁριστικῆς καὶ τελεσιδίκου εἶχε στερηθῆ τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων· ὁ Μίλας δὲν ἔχαιρε πλέον τὰ δικαιώματα ἃ χαίρει ὁ ἔσχατος πολίτης Ἕλλην, δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπηρετήσῃ οὐδὲ κἂν ὡς ἁπλοῦς στρατιώτης ὑπὸ τὰς σημαίας τὰς ἑλληνικάς. Τοιαύτη ἦτον ἡ κατάστασις τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ Μίλα, ὅστις, συνεπείᾳ τῆς ἐπελθούσης καταδίκης, διεγράφη ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Ἂν παρανόμως ἔπειτα διὰ πράξεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπανῆλθε, καὶ ὡς βραβεῖον ἔδραξε τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, δὲν σημαίνει ὅτι τὸ ἔθνος ὤφειλε νὰ πληρώνῃ τοὺς καλπονοθευτάς, δὲν σημαίνει ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ μιᾶς προτάσεώς του ὅ,τι ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις εἶχεν ἀποφασίσει ἠδύνατο νὰ τὸ καταστρέψῃ, καὶ ὅτι ἐναντίον τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως ἠδύνατο ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ προτάσεως δι’ ἧς ἔφερεν εἰς πλάνην τὸν ἡγεμόνα, ἠδύνατο νὰ τὸν ἀποκαταστήσῃ εἰς δικαιώματα, τὰ ὁποῖα μήτε ἡ βασιλικὴ χάρις ἠδύνατο πλέον νὰ τῷ ἀποδώσῃ, διότι εἶναι γνωστὸν, κύριοι, ὅτι ἡ ἀποκατάστασις εἶναι παρ’ ἡμῖν δικαστικὴ, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ ἀνακτήσῃ τὰ ἀπολεσθέντα δικαιώματά του διὰ τοῦ Βασιλικοῦ διατάγματος τοῦ ἀπονέμοντος τὴν χάριν. Τί δ’ ἔπραξεν ὁ συνάδελφός μου ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εὑρεθεὶς ἀπέναντι τῆς ἐκρύθμου θέσεως τοῦ Μίλα; Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι ὁ Μίλας δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ· ἂν δὲ δὲν ἠδύνατο νὰ ᾖναι ἁπλοῦς στρατιώτης, ἂν δὲν ἠδύνατο νὰ φέρῃ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, δὲν ἠδύνατο κατὰ μείζονα λόγον νὰ ᾖναι ἀνθυπολοχαγός. Τὸ ἐπελθὸν Βασιλικὸν διάταγμα, ὡς ἐπελθὸν ἐπὶ προσώπου ἀνικάνου, εἶναι ἄκυρον, καὶ τὴν ἀκυρότητα ταύτην δι’ ἑτέρου Βασιλικοῦ διατάγματος ἐκήρυξε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ τοιαύτη δὲ ἀπόφασις καὶ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Τρικούπη ἀπέναντι τοῦ ποτὲ ἀνθυπασπιστοῦ Μίλα οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν ἐνέργειαν ἡμῶν ὡς πρὸς τοὺς βαθμοφόρους ἐκείνους οἵτινες προήχθησαν, ἔστω καὶ συνεπείᾳ τοῦ ὅλως ἐκνόμου καὶ παρανόμως ψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ. Ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν ὡς ἀκύρους πάντας τοὺς νόμους ἐκείνους, καὶ τοῦτο λέγει ῥητῶς ἡ τροπολογία ἡ προβληθεῖσα παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη· τοὺς ἐθεωρήσαμεν ὡς ἀκύρους, διότι δὲν εἶχον τὰ συστατικὰ ἐκεῖνα, ἅτινα πρέπει νὰ ἔχῃ πᾶς νόμος ὅπως ὑπάρξῃ. Ἀλλ’ οἱ βαθμοὶ ἀπονέμονται δυνάμει ὀργανικῶν διαταγμάτων· ὅταν δὲ τὰ ὀργανικὰ ταῦτα διατάγματα τὰ εὕρωμεν ἐκτελεσθέντα ἤδη καὶ ὑπάρχοντα, δὲν ἠδυνάμεθα ἡμεῖς, οἵτινες δὲν ἐνομίζομεν τοὺς βαθμοὺς τούτους ὡς ἀπονεμηθέντας δυνάμει τῶν ψευδῶν νόμων, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τοὺς θεωρήσωμεν ὡς μὴ ὑπάρχοντας καὶ νὰ μὴ πληρώσωμεν τοὺς βαθμοφόρους. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, ὅστις μᾶς ἠνάγκασεν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν βαθμοφόρων καὶ τὴν ἀναγνώρισιν τῶν ἀπονεμηθέντων αὐτοῖς βαθμῶν. Ἔχει μεγάλην σημασίαν, κύριοι, τὸ λεκτικὸν ἑκάστου νόμου· καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπ’ ἐλάχιστον ἠσχολήθησαν περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων, γνωρίζουν ὁποία εἶναι ἡ σημασία αὕτη· οὐδεὶς δύναται λοιπὸν νὰ κατηγορήσῃ ἡμᾶς ὡς περιττολογοῦντας καὶ ὡς ἐπὶ ματαίῳ δαπανῶντας πολύτιμον χρόνον. Ἐὰν ἐπ’ ἐλάχιστον ἐγκύψωμεν, θὰ ἐννοήσωμεν τὰς διαφοράς, αἵτινες ὑφίστανται μεταξὺ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν τροπολογιῶν τῶν ἐπενεχθεισῶν παρὰ διαφόρων βουλευτῶν· ἁπλῆ πρόθεσις τοῦ νεωτερίζειν, ἁπλῆ πρόθεσις τοῦ λέγειν δὲν ὑπηγόρευσε τὴν τροπολογίαν τὴν ὑποβληθεῖσαν παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη. Καὶ δύναται νὰ ὑπολάβῃ τις κατ’ ἀρχὰς ὅτι τὸ ἐλάττωμα, ὅπερ προσήφθη εἰς τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, ὑφίσταται καὶ ἐν τῇ τροπολογίᾳ ταύτῃ. Ἀλλ’ ἡ πρότασις τοῦ κ. Τρικούπη δὲν περιλαμβάνει τὴν αἰτιολογίαν· Ἡ φράσις αὕτη, ἣν παρηρμήνευσαν, «ὡς ἐστερημένα τῶν ἀναγκαίων συστατικῶν» εἶναι ἁπλῆ διασάφησις τῆς ἰδέας τῆς πρώτης, τῆς ἐν τῇ τροπολογίᾳ εὑρισκομένης, καὶ τῆς πρώτης διατάξεως «οὐδεμίαν ἔχουσιν ἰσχὺν νόμου». Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ λέξεων. Ἡ διαφορὰ τοῦ κειμένου τῆς προτάσεως τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Τρικούπη ὑπάρχει μεγίστη ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν. Διὰ νὰ κηρυχθῇ εἷς νόμος ὡς ἄκυρος, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ· ἂν δὲ παραδεχθῶμεν ὅτι ὑπῆρξαν οἱ νόμοι οὗτοι, τότε ἀναγκαίως θέλομεν ἀποκλείσει καὶ τὰ δικαστήρια ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκτιμήσωσι τὰς συνεπείας καὶ τὰ δικαιώματα τὰ ἐξ αὐτῶν παραχθέντα· ἂν ὅμως εἴπωμεν, οὐδεμίαν ἔχουσιν ἰσχὺν οἱ δεῖνα καὶ δεῖνα νόμοι, τότε ἀφίνομεν ἐλευθέραν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν εἰς τὸ νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ κεκτημένα δικαιώματα καὶ ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῶν. Ἡ ἰδέα αὕτη μὲ φέρει καὶ εἰς τὴν ἀντίκρουσιν τῆς βʹ. παραγράφου τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ζωχιοῦ. Τὰς συνεπείας τῶν ψευδῶν νόμων δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἵτινες θὰ κρίνωμεν. Ὑπάρχει ἄλλη ἀρχή, ὅλως ἀνεξάρτητος, ἀμερόληπτος, δυναμένη νὰ κρίνῃ ἐπ’ αὐτῶν· ἡμεῖς προτιθέμεθα μόνον νὰ διακηρύξωμεν τὸ γεγονός, ὅτι οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ὡς ἐψηφίσθησαν δὲν ὑφίστανται. Ἀλλ’ ἡ ἀσάφεια ἡ παρατηρηθεῖσα, καὶ συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ὁ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφός μου ὑπέβαλε τροπολογίαν, δὲν ὑφίσταται πράγματι· δὲν ἔχομεν ἀνάγκην, καθιστῶντες πολυδαίδαλον τὸ νομοσχέδιον, νὰ παρεμβάλωμεν βουλευτὰς καὶ βουλευτήριον καὶ Βουλήν. Ἂν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι σαφής, σαφεστάτη ἡ ἔννοια αὐτῆς, οὐδεὶς δὲ θ’ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι πρόκειται περὶ τῶν νόμων τῶν ψηφισθέντων ἐν τῇ Βουλῇ... Ἡ φράσις «τὰ κατὰ παράβασιν τῶν ἄρθρων 22 καὶ 56 τοῦ Συντάγματος συζητηθέντα καὶ δημοσιευθέντα ὡς νόμοι τοῦ Κράτους» ἀναπληροῖ ὅλας τὰς ἐπεξηγήσεις, ἃς ὁ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφός μου ἠθέλησε νὰ προσθέσῃ. Οὐδ’ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ καταστήσωμεν μακροσκελῆ τὴν πρότασιν ταύτην διὰ λόγων κενῶν ἐννοίας, καθόσον οἱ ψευδεῖς νόμοι θὰ γραφῶσιν εἰς μέλαιναν σελίδα τῆς κοινοβουλευτικῆς ἡμῶν ἱστορίας· ἐκεῖνος δὲ, ὅστις θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὸν ψηφισθησόμενον νόμον, θὰ γνωρίζῃ ἐκ τῶν προτέρων περὶ τίνος πρόκειται.
§52ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὡς πρὸς τὰς συνεπείας, κύριοι, τῶν ἀκυρωθησομένων νόμων, διαφωνῶ πρὸς τὸν ἔντιμον φίλον μου κ. Μαυρομιχάλην, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς προβιβασμούς. Τετέλεσται, κύριοι, ἂν παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, ἡ κοινωνία σαλεύεται. Θὰ μὲ εὕρισκε σύμφωνον, ἂν τὴν γνώμην του ταύτην συγκριτικῶς ἐπὶ γεγονότων ἐστήριζεν· ἀλλὰ, ὡς τὴν ἐξέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν δύναμαι νὰ τὴν παραδεχθῶ, καὶ ἐξηγοῦμαι. Πρῶτον δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπεν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ καθήμενοι εἰς τοὺς οἴκους των, ἄνευ προηγουμένων, ἄνευ προσόντων τινῶν, προβιβάζονται, ἐκτὸς τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου τοῦ ὁποίου τὰ σφάλματα καὶ τὰς καταχρήσεις, νομίζω, ὅτι ἐκτενῶς χθὲς σᾶς ἐξέθεσα. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸ Σῶμα τῶν μαχίμων ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, οὐδέποτε ἐγένετο εἰς αὐτὸ προβιβασμὸς κατ’ ἀρέσκειαν, οὔτε καθημένων τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τοὺς οἴκους των καὶ χωρὶς νὰ ἔχωσι τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἀπαιτεῖ· δὲν ἔχετε δὲ ἀνάγκην πολλῶν παραδειγμάτων, ὅταν τὸ παράδειγμα τὸ ἔχητε ἔμπροσθέν σας, τὸ παράδειγμα, κ. εἶμαι ἐγώ. Ἂν συνέβαινεν ὅ,τι ὁ Κ. Μαυρομιχάλης σᾶς εἶπε, βεβαίως οἱ μαθηταί μου δὲν ἤθελον ἔχει σήμερον ἕνα καὶ δύω βαθμοὺς περισσότερον ἐμοῦ. Μὴ ἔχων ὅλα τὰ προσόντα τὰ προβλεπόμενα παρὰ τῶν Νόμων, ἔμεινα εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγκατέλιπον τὴν ἐνεργητικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ τοῦτο διότι, ὡς προεῖπον, δὲν ἔχω τὰ προσόντα τὰ ὁριζόμενα παρὰ τῶν Νόμων. Λοιπὸν, ἂν ἦτον ἀληθὲς ὅ,τι σᾶς εἶπεν ὁ Κ. Μαυρομιχάλης, ἐγὼ ὅστις ἔτυχον πολλῶν εὐνοϊκῶν περιστάσεων, βεβαίως δὲν θὰ ἤμην εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν πρὸ τόσων χρόνων ἐνῷ νεώτεροί μου ἐπροβιβάσθησαν. Ἀλλὰ, κύριοι, εἰς τὸ Σῶμα τῶν μαχίμων ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ οὐδεὶς δύναται νὰ προβιβασθῇ, ἐὰν δὲν ὑπηρετήσῃ κατὰ θάλασσαν· ἑπομένως, πῶς εἶναι δυνατὸν, καθήμενος εἰς τὸν οἶκόν του, νὰ προβιβάζηται; Ἰδοὺ δὲ καὶ ἐγὼ διατί δὲν ἐπροβιβάσθην.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐντὸς τοῦ προκειμένου.
§54ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μὰ δὲν ἠμπορῶ, ὅταν ῥίπτηται ἀπὸ τοῦ βήματος τοιαύτη μομφὴ.... Τί νὰ κάμω, ἔπρεπε νὰ ἐμποδίσητε τὸν προλαλήσαντα. Καθόσον ἀφορᾷ τοὺς προβιβασμοὺς, τοὺς γενομένους εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπειδὴ οὗτοι διέπονται ὑπὸ ὀργανικῶν διαταγμάτων, βεβαίως δὲν δυνάμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοὺς προβιβασθέντας τὸν βαθμόν. Ἂν δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, μὴ συμβουλευθεὶς τὰ συμφέροντα τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, προεκάλεσε προβιβασμοὺς, τοὺς προεκάλεσε δυστυχῶς δυνάμει ὀργανικῶν διαταγμάτων· ἑπομένως καὶ τὰ δικαστήρια δὲν δύνανται ν’ ἀφαιρέσωσι τὸν βαθμόν. Ἀλλὰ τὰ γενόμενα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δὲν εἶναι ὅμοια· ἂν ἦτο, ἤθελον συμφωνήσει. Ἀλλοίμονον δὲ ἂν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης· τότε ἠθέλομεν ἀνατρέψει ἐκ βάθρων ὅλον τὸ ὑπάρχον σύστημα. Καὶ ὑποθέσατε, κύριοι, ὅτι ὁ ὑπουργὸς δὲν περιωρίζετο εἰς τοὺς τριάκοντα, ἀλλ’ ἐξέτεινε τὴν αὐθάδειάν του μέχρι 500, μέχρι 1000· τότε κατὰ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν παραδέχεσαι, φίλτατε Μαυρομιχάλη, αὐτοὶ ἤθελον εἶσθαι εἰς βάρος τοῦ δημοσίου. Ἀλλὰ τὸ δημόσιον ὀφείλει νὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας μιᾶς παρανόμου ἐνεργείας; Καὶ οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἐκφέρει μίαν τοιαύτην ἀπόφασιν, δὲν ἤθελον δικαίως συλλογισθῇ ὅτι ἐντὸς ὀλίγου, οὔτε αὐτοὶ θὰ ὑπάρχουν εἰς τὴν θέσιν των, μὴ ὑπάρχοντος πλέον ταμείου; Ἀλλ’ ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχήν σου, τότε καὶ σὺ δὲν ἠδύνασο νὰ ἔχῃς βαθμόν. Ὁ ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἀνατρέπει τὸν Νόμον διὰ 30, 40, 50, δύναται νὰ τὸν ἀνατρέψῃ καὶ διὰ 1000, 2000, 3000. Καὶ τότε, ἀφοῦ κατὰ τὴν γνώμην σου δὲν δύναται νὰ τοὺς διώξῃ, πρέπει νὰ τοὺς εἴπῃ ποῦ εἶναι καὶ τὸ ταμεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀπευθυνθῶσι. Τὰ ἀφορῶντα λοιπὸν τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ εἶναι ὅλως διαφορετικὰ ἀπὸ τὰ ἀφορῶντα τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ προσέξῃ εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, διότι διὰ τῶν ψευδῶν νόμων ἀνέτρεψαν σύστημα ὁλόκληρον, ἐπροβίβασαν παρανόμως, ηὔξησαν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν παρανόμως, μετέφερον ἀπὸ ἑνὸς σώματος εἰς τὸ ἕτερον παρανόμως· ἀλλοίμονον δὲ ἐὰν ἡ παράνομος αὐτὴ πρᾶξις, ἀφοῦ ἔλαβε τὰ δύω στοιχεῖα, τουτέστι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ ὑπουργοῦ, ἦτο ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸ ἔθνος· ἐὰν ἦτο τοῦτο ὑποχρεωμένον νὰ ἔχῃ αὐτοὺς εἰς βάρος του, ἀλλοίμονον λέγω τότε καὶ εἰς τὸ ἔθνος καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς ἀξιωματικούς· ἔπρεπε νὰ κρούσωμεν τὴν θύραν τοῦ ταμείου καὶ τὸ ταμεῖον νὰ μὴν ἀνοίγῃ. Ἡ ἀρχὴ λοιπόν, τὴν ὁποίαν ἔθεσες, δὲν εἶναι ὀρθή, κ. Μαυρομιχάλη, ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ζήτημα, καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ παραδεχθῇ ποτε τὸ τοιοῦτον, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν της τὰς ἐξ αὐτοῦ μεγάλας καὶ φοβερὰς συνεπείας.
§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοῦ φαίνεται ὅτι ἐντελῶς ἀπεπλανήθημεν· ὅτι συζητοῦμεν ἡμέρας δύω ἄνευ σκοποῦ καὶ ἄνευ ἐλπίδος ἀποτελέσματος. Πρῶτον, κύριοι, βεβαίως δὲν ἔχουν ὅλην τὴν σπουδαιότητα, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχουν αἱ συζητήσεις· καὶ δὲν ἤθελον ποσῶς ὁμιλήσει, ἐὰν δὲν διεφώνουν εἰς μίαν ἰδέαν πρὸς τὸν κ. Τρικούπην, ἂν ὁ νόμος ἤρχετο ἀπὸ τῆς καταρτίσεως αὐτοῦ, ἢ ἀπὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα βεβαιοῦν ὅτι ὁ νόμος κατηρτίσθη. Ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι ὁ νόμος τότε θεωρεῖται νόμος, καὶ τότε ὑπάγεται εἰς ἐπικύρωσιν, καὶ τότε ἀρχίζει ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ, ὅταν βεβαιωθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν διὰ τῶν πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς διῆλθε καὶ ἐπεψηφίσθη· ἄνευ τούτου ἐλλείπει ἡ βεβαίωσις τοῦ γεγονότος, καὶ ἑπομένως δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τὰς συνεπείας του. Ἰδοὺ διατὶ νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κύριος Τρικούπης, δὲν ἐφαρμόζεται, διότι κατ’ ἐμέ, ἐπαναλέγω, ἡ προθεσμία ἄρχεται ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τὰ βεβαιοῦντα ὅτι ἐπεψηφίσθη ὁ νόμος. Καὶ ἂν ἡ θεωρία αὐτὴ ἦν ἀληθής, ἡ μεγάλη ἐκείνη συζήτησις ἤθελε λείψει, διότι τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο δὲν εἶχεν ἀνάγκην οὔτε συζητήσεως, οὔτε ἐπικυρώσεως πρακτικῶν· ἤθελε παρουσιασθῇ μὲ προϋπολογισμὸν ἄλλον καὶ μᾶς στείλει εἰς τὰς οἰκίας μας.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μὲ παρενοήσατε ἐντελῶς· δὲν εἶπον ὅτι ἄνευ ἐπικυρώσεως πρακτικῶν ἔχουν κῦρος αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς· εἶπον ὅτι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἔχει κῦρος διὰ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν, ἐνῷ ἡ δίμηνος προθεσμία τῆς ἰσχύος δὲν ἄρχεται νὰ τρέχῃ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς κατόπιν τῆς ψηφίσεως ἐπερχομένης λήξεως τῆς συνόδου.
§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς αὐτὸ διαφωνοῦμεν· δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται μεταξὺ τοῦ κ. Τρικούπη καὶ ἐμοῦ ἀμφισβήτησις, ἀπὸ πότε, μὴ ὑπάρχοντος τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον λέγετε ὑμεῖς, ἀρχίζει ἡ προθεσμία, καθ’ ἣν εἷς νόμος πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Βασιλέως.
§58ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου.
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§60ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι λάθος τοῦ ἀγορεύσαντος, καὶ μοὶ φαίνεται περιττὸν νὰ ἀπαντήσητε.
§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ζήτημα μένει ἀκέραιον, πότε εἷς νόμος θεωρεῖται ὡς τελειώσας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν, ἢ ἀπὸ τῆς συζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεώς του; Δεύτερον, κύριοι, τὸν Νόμον τὸν συνετάξαμεν ὅπως τὸν συνετάξαμεν, διότι ἐνομίσαμεν, ὅτι πανηγυρικῶς ἔπρεπε νὰ καταδικασθῶσι καὶ νὰ ἀποκηρυχθῶσιν αἱ παράνομοι πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν εἰς τὴν Βουλὴν τότε. Δὲν νομίζω, ὅτι συζητεῖ καὶ ἀποφαίνεται μόνον ἡ Βουλὴ ἐν πλειονοψηφίᾳ· συζήτησις καὶ ἀπόφασις λέγεται ἐνώπιον παντὸς πολυμελοῦς Σώματος, συζήτησις εἰς ἕνα σύλλογον οἷον δήποτε γίνεται, ἑπομένως ἡ λέξις αὕτη οὔτε βλάπτει, οὔτε μεταβάλλει εἰς τίποτε. Ἐπειδὴ δὲ ἔπρεπε νὰ δώσωμεν τὸν λόγον τοῦ Νόμου, ἐνομίσαμεν ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσωμεν τὸν ἀληθῆ, καὶ νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν καταδίκην τῶν συμβεβηκότων ἐκείνων ὅθεν ἤρχισαν τὰ κακά. Ἰδοὺ διατί συνετάξαμεν τὸν νόμον τοῦτον. Τὸ οὐσιῶδες, τὸ ὁποῖον μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα, εἶναι ἡ βʹ. παράγραφος τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Ζωγιοῦ. Πρέπει ἀληθῶς ἐντὸς τοῦ νόμου νὰ καταχωρίσωμεν τὴν παράγραφον αὐτήν, ναί, ἢ ὄχι; Πρέπει νὰ εἴπωμεν ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι εἶναι ἄκυροι νομοθετικῶς καὶ ὅλαι αἱ συνέπειαι, ναί, ἢ ὄχι; Κύριοι, νομίζω ὄχι. Ἐάν, ἀκυρουμένων τῶν Νόμων αὐτῶν, δὲν ὑφίσταται οὐδεμία συνέπεια διατάξεως ἀκύρου, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἐπαναλάβωμεν σήμερον νομοθετικῶς, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβωμεν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον φυσικῶς ἐνυπάρχει εἰς τὴν ἀπόφασίν σας, ὅτι δηλαδὴ οἱ νόμοι αὐτοὶ εἶναι ψευδεῖς καὶ ἄκυροι, πᾶς δὲ νόμος ψευδὴς καὶ ἄκυρος δὲν ἔχει καμμίαν συνέπειαν, δὲν γεννᾷ κἀνὲν δικαίωμα· ἀλλ’ ἐὰν δεχθῶμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν, θέλει ἐπέλθει κακόν. Ὑποθέτω ὅτι πολίτης τις ἐνεργήσας ὑπηρεσίαν, συνεπεία αὐτῶν τῶν ψευδῶν Νόμων, κατέβαλεν ἔξοδα, ὑπεβλήθη εἰς ζημίας, ἀνεδέχθη ὑποχρεώσεις, νομίζετε ὅτι ἔχει δικαίωμα ἀποζημιώσεως; Ἐὰν τέλος πάντων ὑπάρχῃ μία τις ἀμφιβολία καὶ δὲν πρόκειται τώρα περὶ τοῦ ζητήματος τῶν προβιβασμῶν, τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἦλθε καταλλήλως, οὔτε ἐξετάζεται ἤδη, διότι, διὰ νὰ ἐξετασθῇ, πρέπει νὰ ἐξετασθῶσιν ὅλοι οἱ νόμοι, ὅλα τὰ προηγούμενα, καὶ ὅλαι αἱ διατάξεις· ἤδη πρόκειται μόνον περὶ τῆς ἀρχῆς· πρέπει νομοθετικῶς νὰ κλείσωμεν τὰς θύρας τῶν δικαστηρίων ἐὰν ὁ πολίτης νομίζῃ, ὅτι ἔχει δικαίωμα γεννηθὲν ἐκ τῶν ψευδῶν αὐτῶν νομοθετημάτων; Πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς, κλείομεν τὰς θύρας τῶν δικαστηρίων, δὲν σοῦ δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς οὐδένα νὰ παραπονεθῇς, οὔτε νὰ καταφύγῃς εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἐὰν νομίζῃς ὅτι ἠδικήθης, ἐὰν νομίζῃς ὅτι ἡ ἀκύρωσις τῶν νόμων προσβάλλει τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησες τυχὸν κατὰ τὴν ἰδέαν σου δι’ αὐτῶν τῶν νόμων; Βλέπετε, κύριοι, ὁποία φιλονεικία μεταξὺ μας ὑπάρχει περὶ τῶν νόμων τῶν ἀριθμῶν, ἐὰν ὁ νόμος περὶ ἀριθμῶν ᾖναι νόμος διαρκής, πάγιος, καὶ ἑπομένως ἡ παράβασίς του δὲν ἐπιτρέπεται, ἢ ἐάν, ὡς λέγουν οἱ ἄλλοι, ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ᾖναι διαρκής, δὲν ᾖναι πάγιος, ᾖναι ἐτήσιος, τροποποιούμενος ἀπὸ τὰ ὀργανικὰ διατάγματα. Ἵνα ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα ὅπως ἀνεπτύχθη, ἀπαιτεῖται καιρὸς καὶ μελέτη. Καὶ ποῖον θὰ ᾖναι τὸ ἐξαγόμενον τῆς ἀποφάσεώς μας, ἐὰν κάμωμεν τοιαύτην; Τί ἐννοοῦμεν, τί θέλομεν ἐφαρμόσει; Ἰδοὺ διατὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μείνωμεν ἐντὸς τῶν λογικῶν καὶ ὀρθῶν ὁρίων, νὰ κηρύξωμεν μόνον ἀκύρους τοὺς νόμους, ὅπως τῷ ὄντι ὑπάρχουν, καὶ ὅπως ὑπῆρξαν. Ἡ ἀπόφασίς μας αὕτη περὶ ἀκυρώσεως ἔχει φυσικῶς τὰς συνεπείας της· ὅλαι αἱ συνέπειαι βεβαίως, αἱ ἐκπηγάζουσαι ἀπὸ ψευδεῖς νόμους, εἶναι ἐπίσης ψευδεῖς καὶ ἄκυροι, διότι νόμος ἄκυρος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἐγκύρους συνεπείας. Ἀλλὰ διὰ πᾶσαν ἀμφιβολίαν δὲν πρέπει ἡμεῖς νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα αὐτὸ νομοθετικῶς· ν’ ἀφήσωμεν ἀπ’ ἐναντίας ἀνοικτὰς τὰς θύρας τῶν παραπόνων, ἐὰν ὑπάρχωσιν. Ἄλλως, κύριοι, λύοντες τὰς ἀμφισβητήσεις νομοθετικῶς καὶ ἐκ τῶν προτέρων, θέλομεν ἀποδείξει ὅτι ὀλίγον σεβόμεθα τὰς πεποιθήσεις καὶ τὰ δικαιώματα τῶν τρίτων, καὶ ὅτι ἡμεῖς δικτατορικῶς πως καὶ αὐθεντικῶς λύομεν τὰ ζητήματα τοῦ δικαίου.
§62ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ δώσωμεν καὶ ἀναδρομικὴν ἰσχὺν εἰς τὸν νόμον.
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἰδοὺ διατί νομίζω, ὅτι τὴν τελευταίαν παράγραφον πρέπει νὰ ἀπαλείψωμεν, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κύριος Ζωχιὸς δὲν θὰ ἐπιμείνῃ.
§64ΡΑΠΤΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐν τῷ μέσῳ τῶν τόσων τροπολογιῶν, συγχωρήσατε καὶ ἐμὲ νὰ ἐκφράσω γνώμην διὰ μιᾶς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν σᾶς προτείνω τώρα. Παρετήρησα, ὅτι εἰς ὅλην τὴν συζήτησιν σήμερον ἐτιμήθησαν αὐτὰ τὰ κατασκευάσματα τῆς προλαβούσης μειονοψηφίας μὲ τὴν λέξιν νόμοι. Ἐγὼ ἐπεθύμουν, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ μὴ θεωρηθοῦν διόλου ὡς νόμοι, οὔτε τὸ ὄνομα νὰ λάβουν. Αὐτὸ μὲ παρεκίνησε νὰ φέρω μικρὰν τροπολογίαν· ἴσως ὑπάρχει μία μικρὰ ἔλλειψις, τὴν ὁποίαν ὅμως, ἐὰν τὴν ἰδῇ ἡ Βουλή, ἂς τὴν διορθώσῃ. Εἶναι δὲ τὸ κυρωθέντων. «Τὰ νομοσχέδια τὰ κατὰ παράβασιν τῶν ἄρθρων 22 καὶ 56 τοῦ Συντάγματος συζητηθέντα καὶ ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας τῆς Βουλῆς τῆς πρώτης Συνόδου τῆς ἕκτης Περιόδου ἀπὸ τῆς 30 Νοεμβρίου, συμπεριλαμβανομένης, μέχρι τῆς 27 Ἀπριλίου, δὲν ἀποτελοῦν νόμους τοῦ Κράτους, οὐδ’ ἔχουσιν οὐδεμίαν ἰσχύν.»
§65ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, μίαν ἐρώτησιν θὰ κάμω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μοὶ διασαφήσῃ τί σκοπεῖ νὰ κάμῃ μετὰ τὴν ἀκύρωσιν αὐτῶν τῶν νόμων καθόσον ἀφορᾷ τὸ μέρος ἐκεῖνο τὸ ἀφορῶν τὸ σῶμα τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Σκοπεῖ ν’ ἀφήσῃ τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν, ἢ νὰ τὰ μεταφέρῃ εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκοντο; διότι ἂν σκοπῇ νὰ τὰ ἀφήσῃ ὡς ἔχουν, νομίζω, ὅτι ἡ ἀκύρωσις δὲν λέγεται ἀκύρωσις.
§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, σκοποῦμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐστηρῶς τοὺς νόμους, καὶ ἑπομένως νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὰ νόμιμα δικαιώματα.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζωχιὸς διὰ τελευταίαν φορὰν θὰ ὁμιλήσῃ, διότι λαμβάνει τετάρτην φορὰν τὸν λόγον.
§68ΖΩΧΙΟΣ. Ὄχι, κύριε πρόεδρε, τρίτη εἶναι. Θὰ προστατεύσω δὲ τὴν τροπολογίαν μου. Ἰσχυροτέρῳ σου, λέγει λόγιόν τι ἀρχαῖον, μὴ κοινώνει. Ἐὰν δὲ μετὰ ἰσχυροτέρου δὲν πρέπει νὰ κάμω συντροφιά, πολὺ ὀλιγώτερον πρέπει νὰ παλαίσω κατὰ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, διότι τὰς δυνάμεις δὲν τὰς ἔχομεν ἴσας. Ἡ Βουλὴ δὲν ἐνεπιστεύθη τὸ ζήτημα τὸ προκείμενον εἰς μίαν ἐκ τῶν ἐπιτροπῶν αὑτῆς τὴν ἁρμόζουσαν, ἀλλ’ ἐξελέξατο μίαν εἰδικήν, ἥτις εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, τὸ ἄνθος τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν γνώμην δὲ τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ὅλαι αἱ συνέπειαι εἶναι μηδέν, ἐπίσης δὲ καὶ ὁ ἔντιμος κ. πρωθυπουργὸς μᾶς λέγει ὅτι εἶναι μηδέν. Ἀλλ’ ἐὰν πιστεύῃ ὅτι εἶναι μηδέν, τί σᾶς σκανδαλίζει νὰ σημειωθῇ; Δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖος Ῥωμαῖος συνέταξε συμβόλαιον μὲ ἕνα στενόν του φίλον, καὶ εἰς αὐτὸ περιέλαβε μετ’ ἀκριβείας ἄκρας πᾶσαν λεπτομέρειαν, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ συμβολαίου ἀσπόνδου ἐχθροῦ. Εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ φίλος του· πρὸς τί αἱ τόσαι λεπτομέρειαι; Διὰ τὰ ἐνδεχόμενα, ἀπεκρίθη ὁ συμβαλλόμενος. Ἤτοι πρὸς ἀποφυγὴν πάσης παρεξηγήσεως, πρέπει ἐκ τῶν προτέρων νὰ σαφηνισθῶσι τὰ πράγματα. Σημειωτέον δέ, ὅτι δὲν θαλασσοποροῦμεν ἐν γαλήνῃ, κ. πρωθυπουργέ. Χθὲς δύω ἐβλήθησαν εἰς τὴν φυλακὴν ὑπουργοί· πρόκειται δὲ περὶ καθαιρέσεως Ἀρχιερέων· καὶ σεῖς σκανδαλίζεσθε, ὅτι θὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νόμῳ ἡ οὐρὰ τῆς προτάσεώς μου; Δὲν εἴμεθα εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις, παρατηρήσατε δέ, ὅτι ἀθρόως νόμοι ἀκυροῦνται. Πιστεύω ὅμως, ὅτι τὸ δεύτερον μέρος τῆς προτάσεώς μου, πιθανῶς καὶ τὸ πρῶτον, θὰ παραδοθῇ εἰς τὸ πῦρ τὸ ἐξώτερον.
§69ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἰς τὸ πρῶτον συμφωνοῦμεν.
§70ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, δύναμαι νὰ λαλῶ τρεῖς ἡμέρας καὶ νὰ συμφωνῆτε μετ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἐπιφέρετε ἓν ἀλλὰ, καὶ ἰδοὺ τετέλεσται. Πρόκειται δὲ ἤδη περὶ τοῦ ἀλλά. Ἐκηρύξατε τοὺς νόμους ἀκύρους, ἀλλ’ ἀπὸ ποίας ἐποχῆς; Σήμερον ἡμεῖς ψηφίζομεν, καὶ ὁ νόμος ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως αὑτοῦ θὰ ἰσχύσῃ, ἤτοι ἀφοῦ τεθῇ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Βασιλέως. Ἡμεῖς ἐν τούτοις ἀνατρέχομεν καὶ λέγομεν, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης αὑτῶν ἀρχῆς εἶναι οἱ νόμοι αὐτοὶ ἄκυροι.
§71ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Αὐτὸ λέγομεν καὶ ἡμεῖς, ὅταν λέγωμεν, ὅτι οἱ νόμοι δὲν ἔλαβόν ποτε ὕπαρξιν.
§72ΖΩΧΙΟΣ. Ἀποκρίνομαι εἰς τὸν κ. Ῥάλλην, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι θὰ δώσωμεν ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς τὸν νόμον, ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖ, ὅτι εἴμεθα εἰς ἐπανάστασιν.
§73ΡΑΛΛΗΣ. Διόλου· εἴμεθα εἰς τακτικωτάτην πορείαν, διοικεῖ τὸ Σύνταγμα.
§74ΖΩΧΙΟΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον τώρα γίνεται, εἶναι κἄτι τι ἔκτακτον, καὶ ἀμφιβάλλω ἐὰν θὰ μοὶ φέρητε ἐκ τῆς ἱστορίας ἓν παράδειγμα τῆς θέσεώς μας τῆς σημερινῆς. Λοιπὸν ἐγὼ ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασίν μου, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι, ἐὰν καταλύσητε τοὺς νόμους, ἡ κατάλυσις τῶν ἀποτελεσμάτων εἶναι ἡ ῥῆξις φυσαλίδος. Τὸ πρᾶγμα δὲ θὰ ᾖναι κἄπως ἀστεῖον καὶ οὐχὶ ἀνάλογον τῶν περιστάσεων, οὔτε ἀνάλογον τῶν συμβάντων. Ἐπιμένω δὲ εἰς τὴν πρότασίν μου, μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν θὰ ἐπιτύχῃ, ἀλλ’ ἐγὼ ἐπιμένω, διότι ἡ ἐκλεκτὴ ἐπιτροπὴ, τῆς Βουλῆς ἐπιμένει, ὅτι ὅλαι αἱ συνέπειαι τῶν καταλυομένων νόμων εἶναι μηδὲν, καὶ ταύτην τὴν ἰδέαν πρέπει νὰ τὴν ἀναγράψωμεν εἰς τὸν συζητούμενον νόμον.
§75ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε πρόεδρε, θὰ δώσω ἐν πρώτοις μίαν διασάφησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα, ὁ ὁποῖος ἔφερε πρότασιν τροποποιοῦσαν τὸ νομοσχέδιον, ἢ προσθέτουσαν διατάξεις νέας εἰς αὐτό. Ἐπιμένω δὲ πρὸ πάντων νὰ τὸν ἀναπαύσω, καθὼς καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον φρονεῖ ὅμοια μετ’ αὐτοῦ. Τὸ μοναδικὸν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως προτείνεται ἤδη καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη, περιέχει ἔκφρασιν, ἡ ὁποία δὲν ἀφίνει καμμίαν ἀπορίαν ὡς πρὸς τὸ αἰτούμενον παρὰ τοῦ κ. Ζωχιοῦ. Παρατηρῶ προσέτι, ὅτι πέραν τούτου δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν. Ὅταν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀποφανθῇ, ὅτι αὐτὰ τὰ νομοθετήματα, αὐτοὶ οἱ ψευδεῖς νόμοι, οὐδεμίαν ἰσχὺν νόμου ἔχουσιν, ἀναμφισβητήτως ἡ ἀπόφασίς της θέλει περιλαμβάνει τὸ ζητούμενον παρὰ τοῦ κ. Ζωχιοῦ, ἡ δὲ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία χρεωστεῖ νὰ τὸ ἐκτελέσῃ καὶ συμμορφωθῇ μὲ τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων τοῦ κ. Ζωχιοῦ. Τὰ δικαστήρια εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἔχουν πλήρη ἀνεξαρτησίαν, εἶναι ἐξουσία, ἡ ὁποία ἐξ οὐδεμιᾶς ἄλλης ἐξήρτηται εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων της. Ἀλλ’ ἐὰν θελήσωμεν καὶ αὐτὴν νὰ περιορίσωμεν διὰ προσθέτων διατάξεων, τότε βεβαίως θὰ παραβιάσωμεν τὸ ἰδικόν μας καθῆκον. Ὅ,τι φρονῶ περὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, αὐτὸ φυσικῷ τῷ λόγῳ φρονῶ καὶ περὶ τῶν δικαστηρίων, ὅτι δηλ. τοιαύτη θέλει εἶσθαι καὶ ἡ γνώμη αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἄκρᾳ αὐτῶν ἐλευθερίᾳ τὰ δικαστήρια δύνανται πρῶτον, νὰ διαφωνήσωσι πρὸς ἄλληλα καὶ νὰ ἐκφράσωσι γνώμην διὰ τῶν ἀποφάσεών των ἐπὶ τῆς ἰδίας ὕλης διαφέρουσαν. Εἶναι ὅμως δίκαιον, εἶναι δυνατὸν, εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ περιορίσωμεν αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν τῶν δικαστηρίων διὰ ῥητῶν διατάξεων, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἀποφύγωμεν αὐτά; Τοῦτο ἐπιτραπήτω μοι νὰ ὀνομάσω σκόπελον. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, διότι τὰ δικαστήρια, ἐὰν θελήσωμεν νὰ προσθέσωμεν ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς ἀρχικῆς ἀκυρότητος τῶν ψευδῶν νόμων, ἣν σήμερον ψηφίζομεν, δὲν ἐξάγεται ὡς ἄμεσος συνέπεια, ἡμεῖς δὲ δὲν θεωροῦμεν ὡς περιεχόμενον εἰς τὴν σημερινὴν ἔκφρασιν τοῦ νόμου, τὰ δικαστήρια δὲν θὰ τὸ σεβασθῶσιν, ὅταν ᾖναι καὶ ἂν ᾖναι ἀντισυνταγματικόν. Νομίζω δὲ ὅτι, ὅταν νομοθετοῦν αἱ Βουλαὶ καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, πρέπει νὰ προσέχωσι πολὺ, καθόσον ἀφορᾷ τὰ δικαιώματα τῶν τρίτων. Λοιπὸν ἐπαναλέγω, ὅτι ὁ νόμος εἶναι πλήρης, περιέχει ὅ,τι ἐπιθυμεῖ ὁ κ. Ζωχιός· αὐτὸ τὸ ζητούμενον παρ’ αὐτοῦ, ἐπειδὴ ὑπάρχει εἰς τὸν νόμον, εἶναι ὑποχρεωτικὸν διὰ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι τὰ δικαστήρια θὰ δώσωσι τὴν αὐτὴν ἐξήγησιν, ἣν καὶ ἡμεῖς δίδομεν. Ἐὰν ὅμως θελήσωμεν νὰ προσθέσωμεν τίποτε ἄλλο, οὐδὲν τὸ ὄφελος, διότι τὰ δικαστήρια μόνον τὰς φυσικὰς συνεπείας τῆς ἀρχικῆς ἀκυρότητος θὰ δεχθῶσι καὶ δὲν θὰ ἀκολουθήσουν τὴν ἰδικήν μας γνώμην, ἐὰν τυχὸν ὑπάρχῃ νομικόν τι ἐμπόδιον. Περιορίζομεν τὰ δικαστήρια, ἐνῷ πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ δικαιοσύνη τότε μόνον δύναται νὰ παραδῇ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς νομοθετοῦμεν, ὅταν ἤθελε τὸ θεωρήσει ὡς ἀντικείμενον εἰς τὸν νόμον. Μεταβαίνω ἤδη εἰς παρατήρησιν ἑτέραν. Μετ’ ὀλίγον θὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον. Ἀτυχῶς περὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ παρουσιάσθησαν διάφοροι τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον διαφέρουσιν ἀπ’ ἀλλήλων. Κατὰ τὴν ψηφοφορίαν βεβαίως δὲν θὰ ἔχωμεν οὔτε καιρὸν, οὔτε δικαίωμα νὰ συζητήσωμεν τὰς καθ’ ἕκαστα φράσεις. Αἱ φράσεις ὅμως αὗται ἔχουν μεγάλην σημασίαν. Ὀλίγας λέξεις ἑπομένως θὰ εἴπω περὶ δύω ἐκφράσεων. Ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου κ. Τρικούπης ἀπέκρουσε πᾶσαν ἄλλην πρότασιν περιλαμβάνουσαν τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ προβαίνει εἰς τὴν σημερινὴν ἀπόφασιν. Κατὰ πρῶτον παρατηρῶ εἰς αὐτὸν, ὅτι τὸ νὰ ἔχῃ ὁ νόμος τὸν λόγον ἐντὸς τοῦ κειμένου, αὐτὸ ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἐσφαλμένον, ἀλλὰ πολλάκις εἶναι τὸ ἰσχυρότερον φῶς, τὸ ὁποῖον ὁδηγεῖ καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν δικαστικὴν εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς ἐννοίας του. Παράδειγμα δὲ εἶναι, ὅτι τὸ σοφώτερον περὶ τὰ νομοθετικὰ πάντων τῶν ἐθνῶν, οἱ Ῥωμαῖοι, τὸ ἠκολούθησαν σχεδὸν κατὰ κανόνα. Οἱ Γερμανοὶ δὲ, οἱ ὁποῖοι διαπρέπουσι μεταξὺ τῶν ἐθνῶν ὡς πρὸς τὰ νομοθετικὰ, ἐλθόντες εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἠκολούθησαν περίπου τὸ ἴδιον σύστημα, καὶ ποῦ μὲν βλέπετε τὸν λόγον τοῦ νόμου ἐντὸς τοῦ κειμένου, ποῦ δὲ βλέπετε αὐτὸν ἐν τῷ προοιμίῳ. Ἀλλ’ εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ εἴπῃ τὸν λόγον, καὶ δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἄλλως, παρὰ νὰ εἴπῃ αὐτόν, διότι ἐὰν δὲν ᾖναι αἱ περιστάσεις αἱ σημεριναὶ ἐπανάστασις, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ζωχιὸς, τὸ ἔργον ὅμως, τὸ ὁποῖον πρόκειται σήμερον, βεβαίως εἶναι ἔκτακτον καὶ ἐξαιρετικὸν, νόμιμον μὲν, ἀλλ’ ἀσύνηθες. Ἐρωτῶ, ὁσάκις ἐκτελοῦμεν καθήκοντα ἐκ τῶν συνήθων καὶ θέλομεν νὰ ἄρωμεν ἐκ τοῦ μέσου ἕνα νόμον, τί λέγομεν; Καταργεῖται ὁ νόμος δεῖνα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔκφρασίς μας. Τί πράττομεν σήμερον; Ὡς πρὸς τοῦτο ὁμοφώνως πρόκειται νὰ πράξωμεν, καὶ ὅλα τὰ σχέδια τὰ ὑπ’ ὄψιν μας τὸ περιέχουν. Πρόκειται νὰ ἀκυρώσωμεν. Οἱανδήποτε ἔκφρασιν καὶ ἂν μεταχειρισθῆτε, τὸ ἐννοεῖτε ὅτι πρόκειται νὰ ἀκυρώσωμεν νόμους. Δὲν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἀκυρῶ νόμους καὶ τοῦ καταργῶ νόμους; Ὅταν καταργῶμεν νόμον, εἶναι περιττὸν νὰ εἴπωμεν διατί τὸν καταργοῦμεν. Ὅταν ὅμως ἐρχώμεθα νὰ κηρύξωμεν ἄκυρον, οὐδεμίαν ἰσχὺν ἔχοντα νόμον τινὰ, νομοθέτημά τι, πρᾶξίν τινα νομοθετικὴν, ὅπως εἶναι οἱ νόμοι περὶ ὧν πρόκειται, πρᾶξίν τινα, ἡ ὁποία ἠξιώθη ὅλων τῶν ἐγκρίσεων, τῶν ὁποίων εἶχεν ἀνάγκην διὰ νὰ ᾖναι ὑποχρεωτική, τότε νομίζω, ὅτι τὸ νομοθετικὸν σῶμα ὀφείλει νὰ εἴπῃ τὸν λόγον τῆς ἀκυρώσεως, καὶ ἐπειδὴ ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν τὸν λόγον τῆς ἀκυρώσεως, μοὶ φαίνεται, ὅτι πρέπει νὰ τὸν εἴπωμεν καθαρῶς, διότι τόσον καλλίτερον θὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ χρέος μας, ὅσον καθαρώτερον ἐκφέρομεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἐκφράσωμεν. Ἐγὼ μάλιστα ἤθελον προβῇ ὡς πρὸς τὴν ἔκφρασιν πολὺ πλέον ἐμπρὸς ἀφ’ ὅ,τι προέβη ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν μᾶς παρουσίασε. Δὲν ἤθελον εἴπει, «κηρύττομεν αὐτὰ τὰ νομοθετήματα ὡς οὐδεμίαν ἰσχὺν ἔχοντα, διότι κατὰ παράβασιν τῶν δεῖνα ἄρθρων τοῦ Συντάγματος ἐγένοντο», ἀλλ’ ἤθελον εἴπει καθαρῶς τὸ πρᾶγμα, «ὡς μὴ ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς»· διότι, σᾶς παρακαλῶ, ἐὰν ὑπάρχῃ τις μεταξὺ ἡμῶν ὁ ὁποῖος φρονεῖ, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, καὶ παραδέχεται ἑπομένως ὅτι τῳόντι ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, αὐτὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ οὔτε εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, οὔτε εἰς τὰς ἄλλας ἐρεύνας, τὰς ὁποίας κάμνομεν ἐπὶ τοῦ παρελθόντος, ψῆφον. Εἶναι ἀδιάφορον πόσοι συνῆλθον ἐν τῷ βουλευτηρίῳ καὶ ἐξέδωκαν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, ἅμα εἶναι βέβαιον, ὅτι νόμιμος συνεδρίασις δὲν ὑπῆρχε, θὰ εἴπῃ, ὅτι Βουλὴ δὲν ὑπῆρχεν· ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον ἔπραξαν 90 ἢ 80, δὲν εἶναι μεγαλειτέρας ἀξίας ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἠδύναντο νὰ πράξωσι 3 ἢ 8 ἢ 10. Πολλάκις δὲ ὀφείλομεν νὰ προστρέξωμεν εἰς τὰ ἄτοπα, διὰ νὰ μᾶς κάμῃ μεγαλειτέραν ἐντύπωσιν ἡ ἀλήθεια. Ὅστις κλονίζεται νὰ πιστεύσῃ τὸ ὀρθὸν αὐτῆς τῆς ἐκφράσεως, τὴν ὁποίαν εἶπον πρὸ μικροῦ, ἂς ἀφήσῃ τοὺς ἀριθμοὺς 90 καὶ 80 καὶ ἂς λάβῃ κατώτερον, καὶ τότε θὰ ἐννοήσῃ, ὅτι τῳόντι πρόκειται περὶ ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐψήφισεν ἡ Βουλή. Ἐγὼ ἤθελον προτιμήσει, καὶ θὰ τὸ ὑποβάλω μάλιστα εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὴν τὴν ἔκφρασιν, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ ἁπλούστερον. Ἡ δὲ τρίτη παρατήρησις, τὴν ὁποίαν κάμνω, εἶναι ὡς πρὸς τὴν ἑτέραν ἔκφρασιν, ποίαν ἔκφρασιν δηλονότι ἤθελον μεταχειρισθῆ διὰ νὰ χαρακτηρίσω αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, διότι καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ὑπάρχει διαφορὰ εἰς τὰς διαφόρους τροπολογίας. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω αὐτὴν τὴν στιγμὴν πρὸ πάντων εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ χαρακτῆρος, τὸν ὁποῖον φέρουν τὰ ἔγγραφα ταῦτα μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς· φρονῶ ὅμως, ὅτι εἶναι πολὺ τολμηρὸν νὰ ἰσχυρίζηταί τις, ὅτι αἱ πράξεις αὗται δὲν ἦσαν νόμοι ψευδεῖς, ἐὰν θέλητε, πλαστοὶ, ἐὰν θέλητε, ἀντισυνταγματικὰ, ἐὰν θέλητε, ἀλλὰ δὲν ἦσαν νόμοι. Ἀρκεῖ δὲ, διὰ νὰ τὸ ἐννοήσῃ ἕκαστος, νὰ συλλογισθῇ τὴν τύχην αὐτῶν τῶν πράξεων ἐντὸς τῆς πολιτείας, καὶ ἐν παραδείγματι λαμβάνω τὴν τύχην αὐτῶν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Κατὰ τὴν γνώμην μου, κατὰ τὴν γνώμην ἀπείρων βεβαίως, τὰ δικαστήρια δύνανται νὰ ἐπιληφθῶσι τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ νόμου καὶ νὰ μὴ ἐφαρμόσουν αὐτόν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, ὄχι μόνον διότι πρὸ πάντων εἰς τὴν ἐπιστήμην τὴν νομικὴν αἱ γνῶμαι εἶναι διάφοροι καὶ ποικίλαι, ἀλλὰ πρὸ πάντων διὰ τὴν μεγάλην ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουν τὰ δικαστήρια εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων των. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι τὰ δικαστήρια οὐ μόνον εἶναι ἀνεξάρτητα τῶν λοιπῶν ἐξουσιῶν, ἀλλ’ εἶναι καὶ πρὸς ἄλληλα ἀνεξάρτητα περὶ τὸ ἀποφασίζειν. Αὐτὸς ὁ νόμος, φερόμενος ἐνώπιον ἑνὸς δικαστηρίου, ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ἐφαρμοστέος, καὶ φερόμενος ἐνώπιον ἑτέρου δικαστηρίου, νὰ θεωρηθῇ ἐφαρμοστέος. Τίς δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ τοσούτῳ περισσότερον, ὅσον τὸ ἐλάττωμά του ἐξαρτᾶται ἐξ ἀποδείξεων πραγματικῶν. Καὶ ὅταν τὸ ἐλάττωμά του ἐξαρτᾶται οὐ μόνον ἐξ ἀποδείξεων, ἐγγράφων ἢ μαρτυρικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἐπιμελείας ἢ τῆς ἀμελείας τοῦ διαδίκου περὶ τῆς ὑποθέσεώς του, ἐρωτῶ, πῶς ὅλαι αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις θὰ ἦναι ὁμοιόμορφοι; Εἷς ἐπιμελὴς διάδικος διεξάγει μὲ ἀποδείξεις τὰς ὑποθέσεις του, καὶ νικᾷ, ἕτερος δὲ τὰς ἀμελεῖ, καὶ χάνει τὸ δικαίωμα. Σημειώσατε δὲ ὅτι μόνον κατ’ ἔνστασιν τὰ δικαστήρια ἤθελον ἐπιληφθῆ τοῦ προκειμένου ζητήματος, καὶ δὲν πιστεύω νὰ διαφωνῇ κἀνεὶς ὅτι καὶ τοῦτο γεννᾷ περιπλέον δυσκολίαν, διότι δυνατὸν ὁ μὲν νὰ μὴ προτείνῃ τὴν ἔνστασιν κατὰ τοῦ νόμου, ὁ δὲ δυνατὸν νὰ τὴν προτείνῃ, ὁ μὲν διότι ἐσκέφθη ἄλλως, ὁ δὲ διότι δὲν τὸν συμφέρει. Καὶ πιστεύω ὅτι ὡς πρὸς τοὺς νόμους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετεῤῥύθμισαν συμβόλαια τοῦ κράτους, οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἔχουν τὸ συμφέρον νὰ ἐπικαλῶνται πανταχοῦ τὸν νόμον καὶ ὑποστηρίζωσι καὶ οὐχὶ νὰ προσβάλλωσι τὰς διατάξεις αὐτοῦ καὶ τὴν γνησιότητα τοῦ νόμου· διότι οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ἔκαμαν αὐτοὶ οἱ εὐλογημένοι ἄνθρωποι, εἰσὶν ὑπὲρ αὐτῶν καὶ οὐχὶ πρὸς καταστροφὴν τῶν δικαιωμάτων των. Βλέπετε, ὅτι αὐταὶ αἱ πράξεις αἱ νομοθετικαί, ἐρχόμεναι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, δὲν ἠμποροῦν νὰ θεωρηθοῦν, ὅπως τοὺς ἐθεώρησάν τινες ἐκ τῶν ἀγορευσάντων, οἱ ὁποῖοι τοὺς εἶπον χαρτιὰ ἄγραφα, καὶ ὅτι εἰς τὴν ἐκτεταμένην δικαιοδοσίαν τῶν δικαστηρίων αὐτὰ τὰ ἔγγραφα δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι δύνανται νὰ θεωρηθοῦν πάντοτε ὡς χαρτιὰ ἄγραφα. Ἐρωτῶ τοὺς κυρίους νὰ μοὶ εἴπωσιν ἂν δύνανται ἐνώπιον τοῦ νομοθετικοῦ σώματος νὰ ἰσχυρίζωνται ὅτι αὐτοὶ δὲν ἦσαν νόμοι ψευδεῖς, πλαστοί, ἀντισυνταγματικοί, ἀλλ’ ἦσαν κατὰ τὸν μὲν πράξεις, κατὰ τὸν δὲ νομοσχέδια, καὶ κατὰ τὸν ἄλλον δὲν ἠξεύρω πῶς. Προσθέτω μόνον ἁπλῶς μίαν παρατήρησιν, ὅτι ἡ ἔκφρασις δὲν πρέπει νὰ προξενῇ εἰς κἀνένα ἐντύπωσιν καὶ δισταγμόν, τόσον περισσότερον, ὅσον συγχρόνως κηρύττομεν καὶ τὰ ἐλαττώματα καὶ τὴν ἀκύρωσιν, καὶ περιπλέον, διότι τὸ ὄνομα νόμος εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν μας νὰ τὸ συνοδεύσωμεν εἴτε μὲ τὴν καταλληλοτάτην ἔκφρασιν, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ψευδεῖς νόμοι, εἴτε μὲ τὴν ἔκφρασιν ἀντισυνταγματικοί. Προσθέτω ὅτι καὶ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων γίνεται τὸ αὐτό. Ὅταν προσάγηται ἓν συμβόλαιον ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, καὶ ὁ δικαστὴς ἀνακαλύπτῃ κατ’ ἔνστασιν μίαν ἀκυρότητα εἰς αὐτό, εἴτε ἔλλειψιν μαρτύρων, εἴτε ἕτερόν τι, κηρύττει ἄκυρον τὸ συμβόλαιον, ἀλλὰ θὰ τὸ ὀνομάσῃ πάντοτε συμβόλαιον· ἂν προσάγηται διαθήκη, ἡ ὁποία περιέχει ἐσωτερικόν τι ἐλάττωμα, ὅπερ ἀνακαλύπτει ὁ δικαστὴς εἴτε αὐτεπαγγέλτως εἴτε κατ’ ἔνστασιν, καὶ ἀποφαίνεται αὐτὴν ἄκυρον, θὰ τὴν ὀνομάσῃ διαθήκην. Δὲν φρονεῖ ὁ δικαστὴς ὅτι, ἀναφέρων τὸ ὄνομα διαθήκην ἢ συμβόλαιον, κλονίζει τὴν δύναμιν τῆς ἀποφάσεώς του. Διὰ τοῦτο αὐτὴ ἡ ἰδέα δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ κάμωμεν χρῆσιν ἐκείνης τῆς ἐκφράσεως, ἡ ὁποία, καὶ ἂν τὸ εἴπωμεν καὶ ἂν δὲν τὸ εἴπωμεν, εἶναι ἡ ἔκφρασις, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει μέχρι τοῦδε αὐτὰ τὰ νομοθετικὰ ἔργα.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττω περαιωμένην τὴν συζήτησιν, μηδενὸς ὄντος ἐγγεγραμμένου νὰ ὁμιλήσῃ. Τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροπολόγησεν ἡ Κυβέρνησις, ἔχει οὕτω· «οὐδεμίαν ἔχουσιν ἰσχὺν νόμου τὰ κατὰ παράβασιν τῶν ἄρθρων 22 καὶ 56 τοῦ Συντάγματος συζητηθέντα, ἀποφασισθέντα, κυρωθέντα καὶ δημοσιευθέντα ὡς νόμοι τοῦ Κράτους ὑπὸ τὰ στοιχεῖα κτλ.» Ἕπεται ἡ τροπολογία τοῦ Κυρίου Τρικούπη.
§77ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα κάμνω τὴν ἑξῆς, πρὸ πάντων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, σύστασιν· ὅτι ἠμποροῦσε νὰ λεχθῇ τὸ ἑξῆς· «οὐδεμίαν ἔχουσιν ἰσχὺν οἱ δημοσιευθέντες ἐν τοῖς ἀριθμοῖς 16–24 τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὰ στοιχεῖα δεῖνα καὶ δεῖνα ἀντισυνταγματικοὶ νόμοι ἢ ψευδεῖς νόμοι, ὡς μὴ ψηφισθέντες ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων.»
§78ΜΙΛΗΣΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει εἰς τὸ νομοσχέδιον ὅπως τὸ ἔχει διατετυπωμένον. Ἔχει δὲ διπλοῦν λόγον, ἵνα ἐπιμείνῃ. Ὁ πρῶτος εἶναι ὁ ἑξῆς· ἡ μὴ ψήφισις τῶν νομοσχεδίων ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς δύναται, κύριοι, νὰ προέλθῃ οὐ μόνον ἐκ τοῦ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἑτέρων λόγων, οὓς περιττὸν θεωρῶ ν’ ἀπαριθμήσω. Ἄν λοιπὸν, ἀντὶ τοῦ λόγου τῆς παραβάσεως τοῦ ἄρθρου 56, προτιμήσωμεν τὸν λόγον τῆς μὴ ἐπιψηφίσεως τῶν προκειμένων νόμων, τότε θὰ περιπέσωμεν ἀκριβῶς εἰς τὸ ἐλάττωμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ν’ ἀποφύγῃ, τουτέστιν ὁ λόγος τοῦ νόμου θὰ ἦναι ἀόριστος καὶ ἀσαφὴς, ἐνῷ ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἦναι ὡρισμένος, σαφὴς, ἀνεπίδεκτος πάσης ἀμφισβητήσεως· θέλομεν δηλονότι νὰ ἐκφράσωμεν ὅτι οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος νόμοι θεωροῦνται ὡς μηδεμίαν ἔχοντες ἰσχὺν νομοθετικὴν, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἦτον ἐν ἀπαρτίᾳ ὅτε συνεζητήθησαν οὗτοι καὶ ἐψηφίσθησαν. Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ δι’ ἕτερον λόγον ἐπιμένομεν εἰς τὸ σχέδιον τοῦ νόμου, ὡς τὸ διετυπώσαμεν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὅλος ὁ ἀγὼν, ὁ δυστυχὴς ἐκεῖνος ἀγὼν, ἐξ οὗ προέκυψαν οἱ νόμοι οἱ νῦν ἀκυρούμενοι, ἐδόθη πρὸς ἄμυναν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος· περὶ τοῦτο συνετάχθημεν τότε ἀγωνιζόμενοι ὑπὲρ τοῦ καθεστῶτος. Ἐννοοῦμεν λοιπὸν νὰ διατηρήσωμεν ὡς ἱστορικὸν λόγον τὴν παράβασιν τοῦ ἄρθρου 56, καὶ ἐπὶ ταύτης νὰ στηρίξωμεν τῶν νόμων τὴν ἀκύρωσιν. Εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἡ ἐπίσημος ἀναγνώρισις τῆς Ἐθνικῆς νίκης. Κατ’ οὐσίαν εἴμεθα συμφωνότατοι μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου, τίποτε δὲν μᾶς χωρίζει· ἀλλὰ δι’ οὓς λόγους εἶπον, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ διαγράψῃ τὴν ῥητὴν παράβασιν τοῦ ἄρθρου 56, ὡς λόγον τοῦ ψηφιζομένου νόμου.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε τὸ κείμενον τὸ ἀναγνωσθὲν πρὸ ὀλίγου· ἀπέναντι αὐτοῦ ἔχομεν τὰς τροπολογίας τοῦ κ. Τρικούπη, τοῦ κ. Ῥαπτάκη, τοῦ κ. Ζωχιοῦ καὶ τοῦ κ. Φιλήμονος. Αἱ ἀνώτεραι εἶναι τοῦ κ. Ζωχιοῦ καὶ τοῦ κ. Φιλήμονος, διότι ἀμφότεραι περιέχουσι τὸ ὅτι οἱ νόμοι οὐδεμίαν ἔχουσι συνέπειαν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ πρόεδρος ἔχει κατὰ τὸν Κανονισμὸν τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ τὴν τάξιν τῶν τροπολογιῶν, ὁσάκις αἱ τροπολογίαι δὲν διαφέρουσιν ὡς αἱ προκείμεναι, προτάσσεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότερον κατατεθεῖσα, καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ τοῦ κ. Ζωχιοῦ.
§80ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου, μάλιστα ἀφοῦ ἐξηγήθη ἡ Κυβέρνησις ὅτι δὲν διαφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τοῦτο καὶ δὲν τὴν ἀνέφερα.
§82ΦΙΛΗΜΩΝ. Διὰ τὴν εὐκολίαν τῆς συζητήσεως, ἀποσύρω καὶ ἐγὼ τὴν ἰδικήν μου.
§83ΡΑΠΤΑΚΗΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε πρόεδρε.
§84ΖΩΧΙΟΣ. Μετὰ τὰ εἰρημένα, ἀποσύρω καὶ ἐγὼ τὴν ἰδικήν μου.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ μὴ ἀποσυρόμενος εἶναι ὁ κ. Τρικούπης. Θὰ θέσω τὴν πρότασίν του εἰς ψηφοφορίαν οὐδεμίαν ἔχουσιν ἰσχὺν νόμου κλπ.» Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ψηφοφορεῖται λοιπὸν ἤδη τὸ κείμενον τοῦ νόμου «οὐδεμίαν ἔχουσιν ἰσχὺν νόμου κλπ.» Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν πάντες.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύω τὴν συνεδρίασιν. Τὴν Δευτέραν θὰ συνέλθωμεν εἰς τὸ νέον Βουλευτήριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 5½ μ. μ.