1875.10.30
1,157 rows · 9,549 words · 101 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30
τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1875.
(Πέμπτη)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας. Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Καράπαυλος.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Διενεμήθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ἐντοπίων ὑπαλλήλων, ὅπως κατηρτίσθη. Ὅστις τῶν κυρίων βουλευτῶν νομίζει ὅτι παρεισέφρησε λάθος, παρακαλεῖται νὰ τὸ ὑποδείξῃ.
§4ΡΙΚΑΚΗΣ. Μάλιστα. Ἐγὼ νομίζω....
§5Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ διορθωθῇ τίποτε· καὶ τὰ κόμματα καὶ αἱ ὑποστιγμαὶ νὰ μείνουν ὅπως ἐγράφησαν.
§6ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι λάθος γραφικὸν βεβαίως. Τὸ ἄρθρον λέγει ὅτι «οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, οἱ κατὰ τὴν τελευταίαν βουλευτικὴν ἐκλογὴν ἐκτεθέντες ὡς ὑποψήφιοι βουλευταί, δὲν δύνανται νὰ ὑπηρετήσουν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἐν ᾗ ἐξετέθησαν. Χθὲς ἦτο «κατὰ τὴν αὐτὴν σύνοδον»· αὐτὸ παρελείφθη.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Ὅταν λέγῃ «κατὰ τὴν τελευταίαν ἐκλογήν», ἐννοεῖ καθ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ περίοδος τῆς τελευταίας ἐκλογῆς.
§8ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐσημειώθη εἰς τὰ πρακτικὰ αὐτό;
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κύριος Καραλίβανος ἔχει τὸν λόγον.
§10ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι σπανίως λαμβάνω τὸν λόγον καὶ μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας ἀκροῶμαι ὅλων τῶν ῥητόρων. Καὶ σήμερον δὲν ἤθελον ἀνέλθει εἰς τὸ βῆμα, ἐὰν ἀπὸ πολλοῦ ἤδη δὲν ἔβλεπον παρὰ τῶν κατὰ καιροὺς διαφόρων ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν τὰ τελούμενα ἀδικήματα. Ἐπειδὴ ἴσα ἴσα ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις εἶναι Κυβέρνησις εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω καὶ ἐγὼ φιλικῶς, μὴ θέλων νὰ γείνω ὀχληρὸς εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἔρχομαι νὰ κάμω μίαν πρότασιν· θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δὲ ἐν ὀλίγοις νὰ εἴπω τὸ ἱστορικὸν τῆς προτάσεως αὐτῆς. Κατὰ τὰ 1867 ἐψηφίσθη εἷς νόμος, κατὰ τοῦ ὁποίου ἠγόρευσα καὶ ἐγώ, ἀλλ’ ἐν τοσούτῳ ἐγένετο παραδεκτός, ὁ νόμος ΣΘʹ. περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἐν ἐνεργείᾳ φάλαγγος, καὶ ὁ νόμος αὐτὸς ἐπέτρεψεν, ὥστε οἱ φαλαγγῖται οἱ προικοδοτημένοι νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα, τὸ ἥμισυ μέρος αὐτῶν κατ’ ἀρχαιότητα, τὸ δὲ ἄλλο ἥμισυ κατ’ ἐκλογὴν τοῦ Βασιλέως. Εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν ἐνεργείᾳ φαλαγγιτῶν, ἐσυστήθη ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐζήτησε τὴν ἀρχαιότητα ἑνὸς ἑκάστου, καὶ ἂν ὑπῆρχε χηρεύουσα θέσις, μετεφέρετο ἀπὸ τὴν προικοδοτημένην φάλαγγα εἰς τὴν ἐνεργόν. Τοῦτο ἦτο δικαιότατον, καὶ ἤθελεν εἶσθαι βεβαίως πολὺ δικαιότερον ἐὰν τὰ ὀλίγα ἐκεῖνα λείψανα ἤθελον ὅλα δικαιωθῆ, ἤθελον, μὲ ἄλλας λέξεις, ἐπανέλθει εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα, κατὰ τὰ ἐν τῷ νόμῳ ὁριζόμενα. Καὶ ἦτο ἡ ἰδέα αὕτη πολλῶν κυρίων, πρὸ πάντων στρατιωτικῶν, καὶ μοὶ φαίνεται καὶ αὐτοῦ τοῦ κυρίου Σ. Πετιμεζᾶ, ὁ ὁποῖος πολὺ ὡμίλησεν ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς αὐτοῦ τοῦ νόμου, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ὁ κύριος Πετιμεζᾶς τότε ἐνίκησεν. Ὁ μακαρίτης στρατηγὸς Τζώκρης μοὶ εἶπε τότε, ὅτι μεταξὺ τῶν ἀνθυπολοχαγῶν τῆς Φάλαγγος ὡς τρίτος ἔρχεται ὁ Ἠλίας Γ. Μητρόπουλος, καὶ διὰ τὸ ἀδίκημα τὸ ὁποῖον ἔκτοτε γίνεται κατ’ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, καὶ κατὰ πολλῶν ἄλλων τοὺς ὁποίους εἶναι περιττὸν νὰ μνημονεύσω, ἔρχομαι σήμερον νὰ σᾶς κάμω λόγον, ἵνα πεισθῆτε ὅτι πρέπει αὐτοὺς τοὺς ὀλίγους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τόσον ἠγωνίσθησαν ὑπὲρ πατρίδος, νὰ τοὺς ἐξισώσωμεν μὲ τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ. Τί εἶναι ὁ Ἠλίας Γ. Μητρόπουλος, ὁ ὁποῖος ἠδικήθη ἀπὸ ὅλους τοὺς κατὰ καιρὸν ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀκούσατε, σᾶς παρακαλῶ χωρὶς νὰ μνημονεύσω· τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας του, θὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Αὐτὸς τρὶς εἰσῆλθεν εἰς τὴν ἀκρόπολιν καὶ ἐξῆλθεν· αὐτὸς πρῶτος συνέλαβε τὴν ἰδέαν ν’ ἀποστείλῃ διὰ περιστερᾶς εἰδήσεις εἰς τοὺς ἐν τῇ ἀκροπόλει, διότι τότε ἐλέγετο εἰς τὴν ἀκρόπολιν ὅτι ἐφονεύθη ὁ μακαρίτης στρατηγὸς Καραϊσκάκης, καὶ διὰ νὰ μάθωσι τὴν ἀλήθειαν οἱ ἐντὸς τῆς ἀκροπόλεως, ἦσαν ἠναγκασμένοι νὰ στείλωσιν ἐπίτηδες ἄνθρωπον, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ παραδοθῶσιν. Ἦτο ψεῦδος αὐτὴ ἡ εἴδησις τὴν ὁποίαν τοῖς ἔδιδον τότε οἱ Τοῦρκοι. Λοιπόν, κατὰ τὰ λεγόμενα τοῦ ἰδίου αὐτοῦ Μητροπούλου, ὁ Καραϊσκάκης, ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἀνήρ, ὠνόμαζε τὸν ἄνθρωπον τοῦτον σωτῆρα. Ἔρχομαι εἰς τὸ προκείμενον. Ἦτο ἡ σειρὰ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἐνεργὸν Φάλαγγα· καὶ μ’ ὅλον ὅτι διετέλει τότε ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἷς πλησίον τοῦ ὁποίου ἠγωνίσθη, δὲν ἐδικαιώθη. Ἔκτοτε πολλοὶ ἐκάθησαν εἰς τὴν ῥάχιν ὄχι μόνον αὐτοῦ ἀλλὰ καὶ ἄλλων ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι δὲν εὑρίσκουν συνδρομὴν ὅπως ἐπιτύχωσι τὸ δίκαιόν των. Τὸ προφανὲς τοῦτο ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς πολλοὺς τοιούτους ἀγωνιστάς, μὲ ἔφερεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φέρω μίαν πρότασιν τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νόμου ΣΘʹ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ ὥστε νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἵνα δικαιωθῶσιν αὐτοὶ οἱ ὀλίγοι ἄνδρες οἱ ὁποῖοι μένουν καὶ οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν, ὅπως ὅλοι ὑμεῖς γνωρίζετε.
§11ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ, διανεμηθῆ, καὶ σταλῆ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ὁ κ. Διαμαντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§13ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Παιδείας ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀκυρώσεως τῆς συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γερμανίας ἔκθεσιν αὑτῆς. Εἶναι περιττόν, κύριοί μου, νὰ εἴπω ὅσα ἐνδιαλαμβάνονται ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ. Ἡ ἐπιτροπὴ παμψηφεὶ προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς συνθήκης ταύτης, ἐπιφυλαττομένη εἰς μερικὰ πράγματα τὰ ὁποῖα θὰ ἀναπτυχθοῦν κατὰ τὴν συζήτησιν. (Καταθέτει τὴν ἔκθεσιν εἰς τὸ προεδρεῖον.)
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ, διανεμηθῆ καὶ ἐγγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§15ΦΙΛΗΜΩΝ. Αἱ ἡνωμέναι ἐπιτροπαὶ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως, σκεφθεῖσαι ἐπὶ τῆς συνθήκης περὶ τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀνασκαφῶν, παμψηφεὶ ἀπεφάνθησαν ὅτι οἱ ὑπουργοί, οἱ ἀνταλλάξαντες τὴν συνθήκην αὐτὴν τὴν μὴ κυρωθεῖσαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἰσὶν ὑπεύθυνοι καὶ ὀφείλουν νὰ δώσωσι λόγον. Συνεπείᾳ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, τέσσαρα μέλη, ἀνήκοντα εἰς ἀμφοτέρας τὰς ἐπιτροπάς, ὑποβάλλουν σήμερον πρότασιν περὶ παραπομπῆς εἰς δίκην τῶν δύο ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τοῦ μὲν ὡς ἀνταλλάξαντος τὴν συνθήκην ἡ ὁποία ἤρχισε καὶ ἐφαρμοζομένη, τοῦ δὲ ὡς δημοσιεύσαντος αὐτήν, ἐνώπιον τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος εἰδικοῦ δικαστηρίου. (Καταθέτει τὴν πρότασιν).
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, ἢ τὴν εἰδικήν;
§17ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης.
§18ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν εἰδικὴν ἐπιτροπήν.
§19Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω χθὲς πρότασιν νὰ σχηματισθῇ ἐπιτροπή, ὅπως ἐπιληφθῇ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου καὶ τοῦ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν. Μοὶ εἶπόν τινες ὅτι ἐβιάσθην, διότι δὲν ὑπεβλήθη ὁ νόμος τὸν ὁποῖον ὑπεσχέθη ὁ ὑπουργός, καὶ ὅτι ὑπῆρχε μόνον μία πρότασις τοῦ κ. Τρικούπη, ὁ ὁποῖος εἶχεν εἰπεῖ ὅτι τὴν πρότασιν αὐτὴν θὰ τὴν θεωρήσῃ ὡς τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου. Τῷ ὄντι ἡ παρατήρησις αὐτὴ εἶναι δικαία, ἐλπίζω δὲ ὅτι ἡ κυβέρνησις, καὶ τὴν παρακαλῶ πολύ, θὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, διὰ νὰ ἀρχίσῃ αὐτὴ ἡ ἐργασία τὴν ὁποίαν ποθεῖ ὅλος ὁ κόσμος.
§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ περὶ εὐθύνης νομοσχέδιον θέλομεν τὸ ὑποβάλει βεβαίως, ἀλλ’ εἶναι ἓν τῶν σπουδαιοτέρων νομοσχεδίων· ἑπομένως πρέπει νὰ ἔχωμεν καιρόν τινα νὰ τὸ σπουδάσωμεν, διότι δὲν εἶναι τυχαῖον. Θέλω δὲ ὑποβάλει ἴσως αὔριον ἢ μεθαύριον τὸν ἐκλογικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ὑποβληθεὶς ἄλλοτε ἐκ μέρους μας.
§21ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων, παρ’ ἑκάστῳ πρωτοδικείῳ ὑπάρχει εἷς εἰσαγγελεὺς καὶ εἷς ἀντεισαγγελεὺς. Ἀλλ’ ἐνιαχοῦ μὲν ἡ ὑπηρεσία οὔτε τόσον πολλὴ ὑπάρχει οὔτε ἑκάστοτε ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία ἀμφοτέρων τούτων τῶν λειτουργῶν, ἀλλαχοῦ δὲ, εἰς τὰς περιφερείας ἄλλων πρωτοδικείων, ἡ ὑπηρεσία εἶναι τοσοῦτον μεγάλη, ὥστε ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἀντεισαγγελεὺς δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των· συντελεῖ δὲ εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῆς ὑπηρεσίας ἐκείνης καὶ ἡ σύστασις διαρκοῦς σχεδὸν κακουργιοδικείου, ὥστε φυσικῷ τῷ λόγῳ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσουν μόνοι ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ ἀντεισαγγελεὺς εἰς τὴν ταχεῖαν καὶ ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των. Ἑπομένως ἐνόμισα καθῆκόν μου, καὶ πρόσφορον πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς ὑπηρεσίας, νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ ἀντεισαγγελέως, τοῦ παρά τινι Πρωτοδικείῳ, εἰς ἕτερον, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ παρουσία αὐτοῦ καθ’ ὡρισμένην ἐποχὴν δὲν εἶναι ἀναγκαία εἰς ὃ διατελεῖ Πρωτοδικεῖον, ἵνα οὕτω δυνηθῇ νὰ συμβιβασθῇ ἡ οἰκονομία μὲ τὴν ταχεῖαν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Πρὸς τοῦτο δὲ ὑποβάλλω σχέδιον νόμου, συνοδευόμενον ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ἐπιψηφίσῃ. Εἶναι γνωστὸν, κύριοι, ὅτι, ἐκ τῶν κυριωτέρων προσόντων καὶ τῶν μᾶλλον ἀναγκαίων καθηκόντων τῶν εὐνομουμένων Κρατῶν, εἶναι ἡ ταχεῖα καὶ ἄμεσος ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ αἱ στρεψοδικίαι προλαμβάνονται, καὶ ἡ ἀνόρθωσις τοῦ δικαίου εἶναι ἐπαισθητὴ εἰς τοὺς ἀδικουμένους. Εἶναι ἐπίσης γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου οὐδεμίαν μεταβολὴν ὑπέστη ἀφ’ ἧς συνέστη· συνέστη δὲ κατὰ τὰ 1834, συγκείμενον ἐξ ἑνὸς προέδρου, ἑνὸς ἀντιπροέδρου καὶ πέντε δικαστῶν. Ἡ ὑπηρεσία δὲ, διότι εὐθὺς κατὰ τὸ 1837 ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην, προεκάλεσεν ἀμέσως Β. Διάταγμα, δι’ οὗ ηὔξησεν ὁ ἀριθμὸς εἰς ἓξ δικαστάς. Καὶ ἐὰν μὲν ἡ ταχεῖα καὶ ἄμεσος ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης ᾖναι προσὸν ὑπαγορευόμενον εἰς τὴν θέλουσαν νὰ εὐνομηθῇ κοινωνίαν διὰ τὰ λοιπὰ δικαστήρια, διὰ τὸν Ἄρειον Πάγον συντρέχουσι καὶ δύο ἕτεροι λόγοι, οἱ ὁποῖοι καθιστῶσιν ἀναγκαιοτάτην τὴν ἄμεσον τῆς δικαιοσύνης ἀπονομὴν ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὡς γνωρίζετε, ὁ Ἄρειος Πάγος ἐκλήθη ἵνα ἐπιτηρῇ τὴν ὁμοιόμορφον ἐφαρμογὴν τῶν νόμων παρ’ ὅλων τῶν δικαστηρίων. Ἐὰν δὲ ἡ ἐπιτήρησις αὕτη τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ τῶν ἑκάστοτε ἐκδιδομένων ἀποφάσεων, δὲν ἐπέρχεται ἄμεσος καὶ ταχεῖα, ἐννοεῖται ὅτι δύνανται νὰ συμβῶσι περιπλοκαὶ καὶ νὰ ἐπέλθουν ζημίαι οὐχὶ εὐκαταφρόνητοι κατὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ὑπὸ τῶν κατωτέρων δικαστηρίων, ἕνεκα τῆς διαφόρου τοῦ νόμου ἐφαρμογῆς καὶ τῆς ἀδυναμίας τῶν διαδίκων νὰ προσφύγωσιν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Συγχρόνως δὲ γνωρίζετε ἐπίσης, ὅτι αἱ αἰτήσεις ἀναιρέσεως δὲν ἔχουσιν ἀνασταλτικὴν δύναμιν, καὶ ὅτι ἑπομένως αἱ ἀποφάσεις αἱ ὁριστικαὶ τῶν δικαστηρίων τῆς οὐσίας δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσι, χωρὶς νὰ ἐμποδισθῇ ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν ἐκ τῶν γενομένων ἀναιρέσεων. Ἐντεῦθεν, ἐὰν μὴ ἐπέλθῃ ἄμεσος καὶ ταχίστη ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, δύνανται νὰ προσβληθῶσι, καὶ ἴσως ἀνεπιστρεπτί, συμφέροντα ἰδιωτῶν, διότι ἡ ἀπόφασις, ἐπὶ παραδείγματι, τοῦ Ἐφετείου, δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ, διάφοροι συνέπειαι ἐντεῦθεν δύνανται νὰ ἐπέλθωσι, καὶ ὅταν ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐκδοθῇ, ἀναιροῦσα τὴν ἀπόφασιν τὴν ἐκτελεσθεῖσαν, νὰ μὴ εὕρῃ τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἱσταμένη, νὰ δύναται νὰ διορθώσῃ τὴν προσγενομένην ἀδικίαν. Ἀσχέτως λοιπὸν πρὸς τὴν γενικὴν ἀρχὴν τῆς ταχίστης ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, καθόσον ἀφορᾷ τὸν Ἄρειον Πάγον συντρέχουν καὶ οἱ δύο ἕτεροι λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὡς πρὸς τὰ κατώτερα δικαστήρια δὲν δύνανται ἴσως νὰ ὑπάρχουν, διότι γενομένης ἐφέσεως, ὁ ἐπιτυχὼν τὴν πρωτόδικον ἀπόφασιν δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς ἐκτέλεσιν. Ἀναγκαία λοιπὸν καθίσταται καὶ ἀναπόφευκτος ἡ ἄμεσος καὶ ταχίστη, καὶ, ἂν ἦτο δυνατόν, ἐνήμερος ἐκδίκασις τῶν ζητημάτων ἀναιρέσεως ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ ἐκτελεσθῇ ὅπως νῦν ἔχουν τὰ πράγματα; Εἶναι ἀδύνατον. Ὅπως εἶπον, ὁ Ἄρειος Πάγος συνέστη κατὰ τὸ 1834, συγκείμενος ὑφ’ ἑνὸς Προέδρου, ἑνὸς ἀντιπροέδρου καὶ πέντε δικαστῶν, ἢ ἓξ κατὰ τὰ 1837. Ἔκτοτε δὲ καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διάφορα περιστατικὰ ἐπῆλθον, τὰ ὁποῖα ἑπόμενον ἦτο νὰ πολλαπλασιάσωσι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Εἶναι περιττὸν νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν ὅτι αἱ συναλλαγαὶ ηὐξήθησαν εἰς σημεῖον τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον βεβαίως πάντας ἡμᾶς εὐχαριστεῖ, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον συγχρόνως μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη τῶν συναλλαγῶν ἐπέφερε καὶ ἐπιφέρει ἑκάστοτε τὴν γέννησιν διαφορῶν, τὰς ὁποίας τὰ δικαστήρια ἐκλήθησαν νὰ λύσωσι. Καθόσον λοιπὸν ηὐξήθη ἡ συναλλαγή, κατὰ τοσοῦτον ηὐξήθησαν καὶ αἱ διαφωνίαι μεταξὺ τῶν ἰδιωτῶν, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ λυθῶσι διὰ τῶν δικαστηρίων. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, ἡ ἀποστολὴ τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι, ὅπως εἶπον, ἡ ἐπίβλεψις τῆς ὁμοιομόρφου ἐφαρμογῆς τῶν νόμων ὑπὸ τῶν δικαστηρίων τῆς οὐσίας, καὶ ἡ ἐπιβολή, οὕτως εἰπεῖν, τῆς αὐτῆς τῶν νόμων ἑρμηνείας ὑφ’ ὅλων τῶν δικαστηρίων. Ἀλλὰ αἱ περιστάσεις ἐπέβαλον ὥστε νὰ μὴ περιορισθῇ ἡ ἀποστολὴ τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς τὸν προορισμὸν τοῦτον καὶ μόνον· ἐπεβλήθη εἰς αὐτὸν τὸ καθῆκον ὥστε μετὰ δευτέραν ἀναίρεσιν ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως νὰ δικάζῃ κατ’ οὐσίαν. Γνωρίζετε δὲ πόσον εἶναι πολύπλοκος καὶ πόσον χρόνον ἀπαιτεῖ ἡ ἐκδίκασις ὑποθέσεων κατ’ οὐσίαν· ἐξῆλθε λοιπὸν τοῦ προορισμοῦ καὶ τῆς ἀποστολῆς του ὁ Ἄρειος Πάγος, ἐπεμβαίνει καὶ ἐξετάζει καὶ κατ’ οὐσίαν τὰς διαφοράς, ἀναλαβὼν οὕτως ὑπηρεσίας πολυμόχθους καὶ χρόνου χρῃζούσας οὐ μικροῦ. Ἐκτὸς τούτου, ἡ Ἑπτάνησος εὐτυχῶς ἀποτελεῖ ἤδη μέρος τῆς Ἑλλάδος, ἐνῷ δὲ εἰς τὸ παλαιὸν Βασίλειον, ὅπως εἶπον, ὑπῆρχεν ὁ Ἄρειος Πάγος συγκείμενος ἐκ προσώπων ὀλίγων μὲν ἀλλὰ κατὰ σύστασιν αὐτοῦ κριθέντων ἱκανῶν πρὸς τὴν ταχεῖαν τῆς δικαιοσύνης ἀπονομὴν, ἤδη τὸ δικαστήριον τοῦτο, ἐκ τῶν αὐτῶν προσώπων συγκείμενον, ὀφείλει νὰ δικάζῃ τὰς ὑποθέσεις καὶ τῆς Ἑπτανήσου· νέα αὕτη ἐργασία, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ οὐ μόνον κατανάλωσιν χρόνου μείζονα, ἀλλὰ καὶ ἰδιαιτέραν σπουδὴν, τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον ἡ νομοθεσία τῆς Ἑπτανήσου, ἄγνωστος παρ’ ἡμῖν, ἀπῄτησε καὶ ἀπαιτεῖ ἰδιαιτέραν μελέτην ὑπὸ τῶν δικαστῶν, τοῦθ’ ὅπερ δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ πολλαπλασιάσῃ τὴν ἐργασίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ νὰ βραδύνῃ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Αἱ ποινικαὶ ὑποθέσεις, κύριοι, εἴτε ὡς ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῶν κοινωνικῶν σχέσεων, εἴτε ὡς ἐκ τῆς φορᾶς τῶν πραγμάτων, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἀνεπτύχθησαν καὶ ἐπολλαπλασιάσθησαν εἰς βαθμὸν ἄγνωστον καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ Ἄρειος πάγος συνέστη. Ἡ αὔξησις αὕτη ἐπέφερε τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν ἔργων τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀνάγκη ἀπόλυτος παρέστη ἑπομένως, ὡς ἐκ τῶν αἰτίων ἅτινα ἀπηρίθμησα ὑμῖν, ὅπως τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἀρείου Πάγου αὐξηθῇ· σύγκειται δὲ ἤδη ἐκ τοῦ αὐτοῦ ἀριθμοῦ μελῶν, ἐξ ὅσων συνέκειτο κατὰ τὸ 1834 καὶ 1837. Ἡ αὔξησις δὲ αὕτη δὲν δύναται νὰ περιορισθῇ εἰς ἕνα ἢ δύο ἀρειοπαγίτας, διότι οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα τὸ τοιοῦτον θέλει φέρει ὡς πρὸς τὴν ταχεῖαν καὶ ἄμεσον ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων, διότι ἓν καὶ μόνον τμῆμα καὶ οὕτως ἀποτελῶν ὁ Ἄρειος Πάγος, δὲν δύναται ἢ κατ’ ἐλάχιστον ν’ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν συζητουμένων ὑποθέσεων. Ἀνάγκη λοιπὸν παρίσταται ὅπως προστεθῶσι τοσοῦτοι ἀρειοπαγῖται, ὥστε ὁ Ἄρειος Πάγος ν’ ἀποτελέσῃ δύο τμήματα· διότι οὕτω καὶ μόνον δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ ὁ Ἄρειος Πάγος εἰς τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῷ ἐντολὴν, τὴν ταχεῖαν δηλαδὴ καὶ ἐπιτυχῆ ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἵνα δὲ ἐκ τῶν προτέρων κανονισθῶσιν αἱ ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι εἰς ἕκαστον τῶν τμημάτων ὑπάγονται, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ περιλάβω εἰς τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα εἰς ἑκάτερον αὐτῶν ἐπιβάλλονται. Ἐφρόντισα δὲ νὰ μὴ ἀπολεσθῇ ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς τὸ ἀκυρωτικὸν στηρίζεται, καὶ ἑπομένως ἐφρόντισα, ὅπως τὸ μὲν τῶν τμημάτων μείνῃ καθαρῶς ἀκυρωτικὸν καὶ τηρήσῃ τὴν ἀποστολὴν δι’ ἣν ἐδημιουργήθη, νὰ περιορισθῇ δηλαδὴ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ὑποθέσεων τῶν ἀποβλεπουσῶν τὴν ἀναίρεσιν ἀποφάσεων τῶν δικαστηρίων τῆς οὐσίας. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἓν τῶν τμημάτων δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ ἂν ἀνατίθενται εἰς αὐτὸ καὶ μόνον αἱ ἀναιρέσεις τῶν ἀποφάσεων ἐπί τε τῶν πολιτικῶν καὶ ἐπὶ τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, ἠναγκάσθην εἰς τὸ ἓν τμῆμα ν’ ἀναθέσω μόνον τὰς ἀναιρέσεις τῶν ἀποφάσεων ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων, αἵτινες εἶναι καὶ αἱ πολυπληθέστεραι, αἱ σπουδαιότεραι καὶ δυσκολώτεραι, εἰς τὸ ἕτερον δὲ τὴν ἀναίρεσιν τῶν ποινικῶν ἀποφάσεων καὶ τῶν βουλευμάτων, τὴν ἐξέτασιν καὶ τὴν ἀπόφασιν ἐπὶ ὑποθέσεων τῆς οὐσίας, ὅτε μετὰ τὴν δευτέραν ἀναίρεσιν ὀφείλει ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ κρατήσῃ αὐτὰς καὶ ἐκδικάσῃ, καὶ εἰδικάς τινας ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τοὺς νῦν ἰσχύοντας νόμους ἀνάγονται εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, καὶ αἱ ὁποῖαι οὔτε πολυπληθεῖς εἶναι, οὔτε δύνανται νὰ προκαλέσωσι πολλὴν ἐργασίαν. Ἀνέφερα ὑμῖν πρὸ ὀλίγου τὴν ἀνάγκην ἡ ὁποία ὑπηγόρευσεν εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισίν Σας τὸ παρὸν νομοσχέδιον, τὸν πολλαπλασιασμὸν δηλαδὴ τῶν ὑποθέσεων, παρέλειψα ὅμως νὰ ἀναφέρω ὑμῖν τὸ ἐξαγόμενον τῆς στατιστικῆς τῶν εἰσαχθεισῶν ἢ ἐκδικασθεισῶν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑποθέσεων· τοῦτο συμπληρῶν ἤδη, ἀναφέρω ὅτι μέχρι τοῦ 1848 κατὰ μέσον ὅρον ὁ Ἄρειος Πάγος ἐξέδοτο κατ’ ἔτος 670 ἀποφάσεις. Ὁ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη ἀριθμὸς τῶν ἀποφάσεων δὲν ηὐξήθη σπουδαίως· μοὶ ἐλλείπουσι δὲ ἐπίσημοι πληροφορίαι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἑπόμενα ἔτη, καὶ μάλιστα μετὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου, καὶ μετὰ τὸν νόμον, δι’ οὗ ἀνετέθη εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἡ ἐκδίκασις τῆς οὐσίας μετὰ τὴν δευτέραν ἀναίρεσιν. Κατὰ τὸ 1874 ὅμως ἀνῆλθεν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀποφάσεων εἰς 2785, καὶ ἐνῷ πρὸ τοῦ 1848 ἔμενον κατὰ μέσον ὅρον ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις κατ’ ἔτος 260, σήμερον εἶναι ἐκκρεμεῖς περὶ τὰς 1200. Ἂν παραβάλλητε τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν τότε κατέβαλον οἱ ἀρειοπαγῖται, πρὸς τὴν ἐργασίαν ἣν σήμερον καταβάλλουσι, θὰ ἰδῆτε ὅτι σήμερον καταβάλλουσιν ὑπερβολικὴν ἐπιμέλειαν περὶ τὴν ταχεῖαν ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων, διότι, ὡς εἶπον, ἐκδίδουσι κατ’ ἔτος ἤδη περὶ τὰς τρεῖς χιλιάδας, ἐνῷ πρὶν ἐξεδίδοντο μόλις περὶ τὰς 700, καὶ ὅτι, μ’ ὅλην τὴν ἐπιμέλειαν ταύτην, μένουσιν ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις περὶ τὰς 1200, ἐνῷ τότε δὲν ἔμενον ἢ μόνον 260. Βλέπετε ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ἐπείγουσα, ἐὰν θέλητε νὰ ἔχητε ταχίστην τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης καὶ τελεσφόρον. Τὸ νομοσχέδιον περιλαμβάνει, ἐκτὸς τῆς διαιρέσεως τῶν ὑποθέσεων αἵτινες εἰς ἕκαστον τῶν τμημάτων ὑπάγονται, καὶ τὸν προσδιορισμὸν τῶν περιπτώσεων καθ’ ἃς ἡ ὁλομέλεια τοῦ δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου ὀφείλει νὰ κρίνῃ. Ὅπως δὲ ἡ κυρία ἀποστολὴ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ἐπιτήρησις δηλαδὴ τῶν δικαστηρίων εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων ὁμοιόμορφον καθ’ ὅλον τὸ κράτος, μείνῃ ἀκεραία καὶ μὴ πάθῃ, πρώτη καὶ κυρία ἐκ τῶν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑπαχθησομένων ὑποθέσεων παρουσιάζεται ἡ περίπτωσις, ὅταν τὰ δύο Ἐφετεῖα ἐξέφρασαν γνώμην ἐναντίαν ἐκείνης τὴν ὁποίαν ὁ Ἄρειος Πάγος εἶχεν ἀναιρέσας τὴν ἀπόφασιν καὶ παραπέμψας τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ δεύτερον Ἐφετεῖον, ἢ ὅταν ἀναιρεθῇ ἀπόφασίς τις καὶ προσκληθῇ τὸ βʹ. τμῆμα τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ δικάσῃ τὴν οὐσίαν, τοῦτο δ’ ἔχει γνώμην ἐναντίαν τῆς τοῦ ἀκυρωτικοῦ τμήματος. Εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ὀφείλει ἡ ὁλομέλεια τοῦ δικαστηρίου νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο· καὶ τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον, διότι οὕτω δύναται νὰ διατηρηθῇ ἡ ὁμοιόμορφος ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου καθ’ ἅπαν τὸ κράτος. Ὑπήχθησαν δ’ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἄλλαι τινὲς ὑποθέσεις, ἃς ὀνομαστὶ ἀναφέρω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ περὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ φέρω εἰδικῶς τὸν λόγον. Ἵνα δὲ προληφθῇ ἡ ἄνευ λόγου ἢ ἄνευ τῆς προσηκούσης μελέτης μεταβολὴ τῆς νομοθεσίας, ἐθεώρησα ἀναγκαῖον ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ καὶ ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων καθόσον ἀφορᾷ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑπὸ τῶν παρέδρων ἢ ὑπὸ ἄλλων ἀναπληρωτικῶν προσώπων. Σᾶς εἶναι γνωστὸν ὅτι πᾶν δικαστήριον ἔχει παρέδρους, οὓς ὀφείλει νὰ προσλαμβάνῃ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν μέλη τοῦ δικαστηρίου κωλύονται νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ὑποθέσεώς τινος. Οἱ πάρεδροι δὲ, καὶ διότι δὲν ἔχουσι τὸν καιρὸν καὶ διότι ὑπηρετοῦσιν ἀμίσθως, δὲν δύνανται ν’ ἀσχολῶνται ἐπὶ τοσοῦτον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὥστε νὰ ἐκφέρωσι τὰς γνώμας αὑτῶν μετὰ ἐμβριθῆ μελέτην. Ἐνδεχόμενον δ’ ἐντεῦθεν ἡ νομολογία, ἐκ τῆς προσλήψεως ἑνὸς ἢ δύο παρέδρων, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου διαφωνοῦσι, νὰ μεταβληθῇ· τοῦτο δὲ εἶναι καταστρεπτικὸν καὶ διὰ τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν καὶ διὰ τὸ τῆς πολιτείας, ὡς πρὸς τὴν ὁμοιόμορφον ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Ἐθεώρησα λοιπὸν ἀναγκαῖον ὡς πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον νὰ ἐκλείψωσιν οἱ πάρεδροι, ἑκάστοτε δὲ τὸ δικαστήριον νὰ συμπληροῦται ὑπὸ μόνων τακτικῶν μελῶν, προσλαμβανομένων ἐκ τοῦ ἑτέρου τμήματος τῶν ἀναπληρωτῶν τῶν δικαστῶν τῶν κωλυομένων εἰς τὸ ἕτερον τμῆμα. Ἐπειδὴ δὲ καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου καλεῖται νὰ ἀποφασίσῃ, εἶναι ἐνδεχόμενον ὅπως ἓν ἢ καὶ δύο τῶν μελῶν κωλύωνται, ἐνόμισα ἀναγκαῖον, ἀντὶ τῆς προσλήψεως παρέδρων, ἡ ὁλομέλεια νὰ ᾖναι πλήρης, καὶ ὅταν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον οἱ μὴ κωλυόμενοι παρόντες δικασταὶ ᾖναι ἕνδεκα μόνον. Ὁ κανὼν εἶναι ὅτι πάντα τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου πρέπει νὰ λαμβάνουν μέρος· ἀλλ’ ἂν τυχὸν κωλύωνται ἓν ἢ δύο τῶν μελῶν τούτων, τὸ δικαστήριον πρέπει νὰ θεωρηθῇ κατηρτισμένον, καὶ ἂν δὲν ᾖναι παρόντες εἰμὴ ἕνδεκα μόνον ἀρειοπαγῖται. Ἐπὶ ταῖς βάσεσι ταύτας συνέταξα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω εἰς τὴν ψήφισιν τῆς Βουλῆς, παρακαλῶ δὲ νὰ ἐπιψηφισθῇ.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια θὰ σταλῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ βʹ. συζήτησις περὶ ἀκυρώσεως τῶν ψευδῶν νόμων.
§23ΖΩΧΙΟΣ. Ὑπάρχουσι πράγματά τινα, τὰ ὁποῖα τὰ λέγουν ἀνώνυμα· δὲν εὑρίσκεται δι’ αὐτὰ ὄνομα. Καὶ διὰ τὰ ἔργα τῶν στηλιτῶν ἐκείνων δὲν εὑρίσκομεν ὄνομα, καὶ παρ’ ὀλίγον χθὲς νὰ γείνωμεν κομμάτια, διότι οἱ μὲν ὠνόμασαν τοὺς κατακριτέους νόμους, «τὰ συζητηθέντα, ἀποφασισθέντα, κυρωθέντα, δημοσιευθέντα»· ἡ δὲ προκάτοχος κυβέρνησις, διὰ τοῦ ἐντίμου προέδρου αὐτῆς, ὠνόμασε τοὺς νόμους αὐτοὺς «πράξεις περιεχομένας εἰς τὰ φύλλα τῆς ἐφημερίδος τῆς κυβερνήσεως». Αἱ πράξεις ὅμως αὗται τῶν στηλιτῶν ἐκείνων ἦσαν νόμοι, ναί ἢ ὄχι; Ἂν δὲν ἦσαν νόμοι, τί συζητοῦμεν; Ἂν δὲ ἦσαν νόμοι, ἂς δώσωμεν εἰς αὐτοὺς τὸ πρέπον ὄνομα, μέχρις οὗ ἀκυρωθῶσι· τοὐλάχιστον ἂς σεβασθῶμεν τὴν ὑπογραφὴν τὴν ὁποίαν φέρουν κάτω, κάτω, ὅτε ἐδημοσιεύθησαν. Βεβαίως δὲ πρέπει νὰ τοὺς θεωρήσωμεν ὡς νόμους, ἄλλως ἡ συζήτησις εἶναι ματαία. Συνῆλθον δὲ τότε ἐπὶ τὸν τόπον τοῦτον, συνεβουλεύθησαν, συνέπραξαν, ἐψηφοφόρησαν, καὶ ὑπέβαλον τὰ ψηφοφορηθέντα εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως, ὁ δὲ Βασιλεὺς τὰ ἐκύρωσεν. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Σύρου, ὁ σεβαστὸς γέρων κύριος Χρηστίδης, μᾶς εἶπεν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ μεταχειρισθῶμεν τὸ ῥῆμα ψηφίζω, συνεδριάζω, βουλεύομαι. Μὲ συγχωρεῖ νὰ τῷ εἴπω ὅτι σφάλλει, διότι αὐτοὶ συνεβουλεύθησαν, συνεδρίασαν καὶ ἐψήφισαν, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἐψήφιζον παρανόμως, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ ἡ νόμιμος θέλει ν’ ἀκυρώσῃ τὰ παράνομα ψηφίσματά των. Ἐπέφερον δὲ καὶ συνεπείας οἱ νόμοι αὐτοί. Χθὲς δὲ εἶπον ὅτι ἐφηρμόσθησαν οἱ νόμοι αὐτοί, καὶ ἔπεσαν νὰ μὲ φάγουν. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν ὑπουργὸν τῶν ναυτικῶν, ἐφηρμόσθησαν εἰς τὸ ναυτικὸν οἱ νόμοι αὐτοί, ναί ἢ ὄχι; Βεβαίως ναί. Λείπει ὅμως καὶ ἀπὸ τῆς προτάσεως τῆς κυβερνήσεως καὶ ἀπὸ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Τρικούπη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς σας, ὅτι δηλαδὴ οὐδεμίαν συνέπειαν νόμιμον δύναται νὰ ἔχῃ ἡ δημοσίευσις αὐτῶν. Ἡ Κυβέρνησις μάλιστα ἡ παροῦσα ἐσχημάτισε καὶ συμβούλιον νομομαθῶν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων, καὶ πάντες ἀπεφάνθησαν ὅτι αἱ συνέπειαι τῶν νόμων αὐτῶν εἶναι μηδὲν, καὶ ὅτι ἡ κατάργησις αὐτῶν καταργεῖ καὶ τὰς συνεπείας. Αἱ περιστάσεις μας δὲν εἶναι συνήθεις, εὑρισκόμεθα δὲ εἰς ὅλως διόλου ἔκτακτον περίστασιν, ἀπαιτοῦσαν ἀπόφασιν αὐστηρὰν, ἀλλ’ ἀναγκαίαν. Θέλετε λοιπὸν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι νὰ ἔχωσι συνεπείας; Πρέπει τὸ τοιοῦτον ῥητῶς νὰ τὸ εἴπωμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Δὲν γνωρίζω ἡ κυβέρνησις ποίαν ἔχει γνώμην. Αἱ συνέπειαι πρέπει ν’ ἀκυρωθῶσιν, ἄλλως τὸ πρᾶγμα εἶναι μάταιον· πρέπει δὲ ἡ περὶ ἀκυρώσεως ἰδέα νὰ γραφῇ εἰς τὸ κείμενον τοῦ νόμου. Ἂν δὲ δὲν προστεθῇ, αὔριον τὰ δικαστήρια τί θὰ εἴπωσι; Καὶ ὁ ἔντιμος κύριος Τρικούπης εἶπεν, ὅτι διὰ τῶν δικαστηρίων οἱ κ.κ. ἀξιωματικοὶ θέλουν λάβει τοὺς βαθμούς των.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ τοιοῦτον, σᾶς εἶπον, δὲν σχετίζεται μὲ τὸ ζήτημα τῶν νόμων.
§25ΖΩΧΙΟΣ. Ὁμιλῶ διὰ τὸν νόμον τὸν τροποποιήσαντα τὸν νόμον περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ. Ἐδῶ ὑπάρχει παράβασις.
§26Μ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὁ ἀξιωματικὸς λαμβάνῃ βαθμὸν, εἶναι κτῆμά του.
§27ΖΩΧΙΟΣ. Ὅταν εἰσέρχηται διὰ τῆς θύρας. Ἐπιμένω λοιπὸν, ὅπως ἐν τῷ νόμῳ προστεθῇ ἡ ῥήτρα περὶ ἀκυρώσεως τῶν συνεπειῶν τῶν νόμων ἐκείνων, καθὼς ἀπεφάνθη καὶ τὸ συμβούλιον τῶν νομομαθῶν.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν τὰ περὶ ἀκύρου τῶν λεγομένων ψευδῶν νόμων εἶχον ὅπως τὰ ἐξέθεσεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, βεβαίως ἔπρεπε τὸ νομοσχέδιον νὰ περιλαμβάνῃ καὶ διάταξιν περὶ τῶν συνεπειῶν τῶν νόμων τούτων, διότι αἱ συνέπειαι, κατὰ τὴν γνώμην ἁπάντων, εἶναι καὶ αὐταὶ ἄκυροι· δὲν θὰ ἐθεωροῦντο δὲ ἄκυροι, ἂν τῳόντι ἐπρόκειτο ἤδη ν’ ἀκυρώσωμεν τοὺς νόμους, ὅπως εἶπεν ὁ προαγορεύσας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ν’ ἀκυρώσωμεν τοὺς νόμους, ἤδη πρόκειται ν’ ἀναγνωρίσωμεν νομοθετικῶς τὸ ἄκυρον αὐτῶν· καὶ εἰς τοῦτο συνίσταται ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς γνώμης τοῦ προαγορεύσαντος καὶ τῆς γνώμης τῆς ἰδικῆς μας. Κατὰ μὲν τὸν προαγορεύσαντα, ἔπρεπε νὰ μνημονευθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ αἱ συνέπειαι, ἐνῷ κατ’ ἐμὲ δὲν πρέπει νὰ μνημονευθῶσιν, ἀλλὰ πρέπει τὸ νομοσχέδιον νὰ συνταχθῇ κατὰ τρόπον διάφορον, καθ’ ὃν τρόπον εἶναι συντεταγμένον ἐν τῇ προτάσει, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον. Τί λέγει ἡ πρότασις; «Οὐδεμίαν ἔχουσιν ἰσχὺν νόμου, ὡς ἐστερημέναι τῶν ἀναγκαίων συστατικῶν αὐτοῦ»... Διὰ τί ἐτέθη τὸ «ὡς ἐστερημέναι τῶν ἀναγκαίων συστατικῶν»; Ἵνα ἀποδείξωμεν, ὅτι δὲν ἀκυροῦμεν ἡμεῖς, ὅτι οἱ νόμοι δὲν εἶναι νόμοι, διότι στεροῦνται τῶν ἀναγκαίων συστατικῶν τοῦ νόμου, καὶ ὅ,τι στερεῖται τῶν ἀναγκαίων συστατικῶν πράγματός τινος, δὲν εἶναι τὸ πρᾶγμα αὐτό. Διὰ τοῦτο ἐτέθη οὕτως ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῇ ἐμῇ προτάσει, καὶ διὰ τοῦτο χθὲς ἐπολέμησα τὴν διάφορον ἐκείνης σύνταξιν τῆς διατάξεως ταύτης ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ ὑπουργικοῦ σχεδίου καὶ ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν ἦτο ἁπλῶς περὶ λέξεων καὶ περὶ φράσεων ὁ λόγος, διότι ἂν ἦτο περὶ τούτων, καί τοι καὶ ταῦτα εἶναι σπουδαῖα, δὲν εἶναι κατάλληλος τόπος ἡ Βουλὴ ἵνα συζητήσωμεν τὰ γλωσσολογικά. Πῶς θὰ συζητήσωμεν ἐνταῦθα ἂν ἡ λέξις πρᾶξις σημαίνῃ μόνον τὸ διὰ χειρὸς γινόμενον, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μέσης, ἢ ἂν σημαίνῃ καὶ τὸ διὰ τοῦ νοὸς παραγόμενον, ὡς λέγουσι τὰ λεξικά, ἢ καὶ τὴν σημείωσιν τῶν λεγομένων καὶ πραττομένων, ὡς ἐπίσης λέγουσι τὰ λεξικά. Διὰ τοῦτο εἶναι καλὸν νὰ παραλίπωμεν τὴν συζήτησιν περὶ τῶν λέξεων, ἀφοῦ ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν διάταξιν, περὶ ἧς πρόκειται, εἶναι σπουδαῖον πῶς θέλει διατυπωθῆ, διότι ἂν ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον ὡς συνέταξεν αὐτὸ ἡ προλαβοῦσα κυβέρνησις, προλαμβάνονται ὅσα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας· διότι οὕτω ψηφίζοντες αὐτὸ, δὲν ἀκυροῦμεν σήμερον τοὺς λεγομένους ψευδεῖς νόμους, ἀλλ’ ἀναγνωρίζομεν τὸ ἐξ ὑπαρχῆς ἄκυρον αὐτῶν. Ἑπομένως τὸ ἄκυρον, τὸ μὴ ὑπάρχον, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ συνεπείας, ἃς καλούμεθα σήμερον νὰ κηρύξωμεν ἀκύρους διὰ προστεθησομένου ἐδαφίου εἰς τὸ ὑπουργικὸν σχέδιον. Προσέτι θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ συνταχθῇ ὅπως τὸ σχέδιον τὸ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθὲν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ δι’ ἕτερόν τινα λόγον. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν χθὲς παρετήρησεν ὅτι ὁ νόμος πρέπει νὰ περιέχῃ ἐν ἑαυτῷ καὶ τὴν ἐξήγησιν τῶν λόγων οἵτινες τὸν ὑπηγόρευσαν, ἐγὼ δὲ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιέχῃ τὴν ἐξήγησιν ταύτην, εἰμὴ μόνον ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀναγκαία εἰς τὴν σαφῆ τῆς διατάξεως ἔκφρασιν. Ὁσάκις οἱ νόμοι περιέχουσί τι πλέον τῶν διατάξεων τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ καθιερώσωσι, τοῦτο ἀναγράφεται, κατὰ σύστημα νομοθετικὸν ἄλλων ἐπικρατειῶν, ὡς προοίμιον τοῦ νόμου, ἢ, κατὰ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἐνταῦθα εἴθισται, εἰς τὰς αἰτιολογικὰς ἐκθέσεις αἵτινες προηγοῦνται τῶν νόμων. Οὐδέποτε ὅμως ὁ νόμος πρέπει νὰ περιέχῃ τι περιττόν. Ἡ διάταξις πρέπει νὰ ἦναι σύντομος, περιλαμβάνουσα μὲν ἅπαντα τὰ συστατικὰ τῆς ἐννοίας αὐτῆς, ἀλλὰ μόνον αὐτά· ἡ δὲ ὀρθότης τοῦ συστήματος τούτου ἀποδεικνύεται καὶ ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ νομοσχεδίου τοῦ συζητουμένου. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε σχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνεται νὰ μνημονευθῇ, ὡς λόγος τῆς διατάξεως, ἡ παράβασις τοῦ 56 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ἔρχεται ὅμως ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ἐξετάσασα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ μᾶς λέγει, ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ μνημονευθῇ τὸ 56 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος· ἂν μνημονευθῇ αὐτὸ μόνον, ἴσως θὰ θεωρηθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἑτέρα παράβασις· πρέπει ἄρα νὰ προστεθῇ καὶ τὸ ἄρθρον 22. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο πρέπει νὰ προστεθῇ, λέγω ἐγὼ, ἀλλὰ καὶ τὸ 36, δι’ ὃν λόγον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μέσης μᾶς εἶπε χθές. Πρέπει νὰ προσέξωμεν νὰ μὴ θεωρηθῇ, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου δὲν περιλαμβάνομεν ἐν τοῖς ἀκύροις καὶ τὰ κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου γενόμενα· καὶ ἐν τούτοις, ὡς συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν χαρακτηρίζονται ὡς ἄκυρα τὰ κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου γενόμενα, ἀλλὰ θεωροῦνται μάλιστα καὶ ὡς ἔγκυρα· διατί; διότι τὸ 36 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος λέγει. «Νομοσχέδιον, ἐπιψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ μὴ κυρωθὲν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐντὸς δύω μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, λογίζεται ἀκυρωθέν.» Ἐν τούτοις νομοσχέδια ἐξ αὐτῶν τῶν λεγομένων ψευδῶν ἐψηφίσθησαν κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου, ἐκυρώθησαν δὲ πολὺν χρόνον μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν δύω μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου. Ἂν λοιπὸν δὲν μνημονευθῇ καὶ τοῦτο ἐνταῦθα, θὰ θεωρηθῇ ὅτι δὲν ἐνομίσαμεν παράβασιν....
§29ΜΙΛΗΣΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Διὰ τὴν ἀκυρότητα αὐτῶν δὲν ἀπαιτεῖται νόμος, εἶναι αὐτοδικαίως ἄκυρα.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ τ’ ἄλλα αὐτοδικαίως εἶναι ἄκυρα.
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Τὰ πρακτικὰ δὲν ἐπεκυρώθησαν.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πιστεύω ἡ προθεσμία νὰ ἄρχηται ἀπὸ τῆς κυρώσεως τῶν πρακτικῶν. Τὰ πρακτικὰ βεβαιοῦσι τὴν ὕπαρξιν τοῦ γεγονότος, ὅτι συνεζητήθησαν καὶ ἐψηφίσθησαν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην νόμοι, ἀλλ’ αἱ προθεσμίαι δὲν ἄρχονται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς βεβαιώσεως, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς τελέσεως τοῦ βεβαιωθέντος γεγονότος, ἐν δὲ τῇ περιστάσει ταύτῃ, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ Συντάγματος, ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, ἐν ᾗ ἐτελέσθησαν τὰ γεγονότα τῆς 30 9βρίου. Ἐπομένως ἔχομεν κύρωσιν γενομένην μετὰ παρέλευσιν τῶν δύω μηνῶν, καὶ ἀμφισβητεῖται ἂν ἡ κύρωσις αὕτη ᾖναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος. Πρέπει λοιπὸν, ὅπως εἶπε χθὲς ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ φωτίσωμεν καὶ περὶ τούτου τοὺς ἐκτελέσοντας τὸν νόμον, καὶ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ συνεννοηθῶμεν περὶ τοῦ ἄλλου ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου διαφωνοῦμεν, τοὐτέστι περὶ τῆς ἐποχῆς, ἀφ’ ἧς ἄρχεται ἡ προθεσμία τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ Συντάγματος. Ὁ σκοπός μας δὲν εἶναι νὰ λύσωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὰ ζητήματα ταῦτα· σκοπὸς ἡμῶν εἶναι νὰ λύσωμεν μόνον τὸ ζήτημα τοῦ ἀκύρου τῶν λεγομένων ψευδῶν νόμων, καὶ νὰ κανονίσωμεν τὴν κατάστασιν αὐτῶν. Ἡ κατάστασις αὐτῶν εἶναι ἡ ἑξῆς. Ἐν τῇ ἐφημερίδι τῇ ἐπισήμῳ τοῦ Κράτους εὑρίσκονται δημοσιευμέναι δι’ ὅλων τῶν τύπων τῶν νομίμων τῆς δημοσιεύσεως ὡς νόμοι τοῦ Κράτους πράξεις τινὲς, καὶ ἐρχόμεθα νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν αἱ πράξεις αὗται, αἱ φέρουσαι ἐξωτερικὰ γνωρίσματα κύρους, ἐὰν αἱ πράξεις αὗται ᾖναι νόμοι ἢ ὄχι. Βεβαίως ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀποφανθῇ περὶ τούτου, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνη ἡ Βουλὴ ἥτις ἀποφαίνεται· ἕκαστος, ὅστις καλεῖται νὰ ἐκτελέσῃ τὰς πράξεις ταύτας, ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, διὰ τοῦτο καὶ ἰδιώτης ἂν καλῆται νὰ τὰς ἐκτελέσῃ, καὶ ὑπάλληλος, καὶ κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ τοῦτο. Καὶ ἡμεῖς, κληθέντες ὡς Κυβέρνησις νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα, εὑρέθημεν ἀπέναντι πολλῶν θεωριῶν. Ἠκούσαμεν μίαν θεωρίαν, καθ’ ἣν, ἅμα ὑφίσταται τὸ ἐξωτερικὸν γνώρισμα τῆς ὑπάρξεως τῶν νόμων, τοὐτέστιν ἡ τακτικὴ δημοσίευσις, εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ θεωρήσῃ ἄκυρον τὸ οὕτως ἐκδοθὲν, ἀλλ’ ὀφείλει ἕκαστος νὰ τὸ θεωρήσῃ ὡς νόμον τοῦ Κράτους· ἄλλη θεωρία ὅμως ὑπάρχει, καθ’ ἣν ἐκτελεῖται ὡς νόμος τοῦ Κράτους τὸ τακτικῶς διὰ τῶν τύπων τοῦ νόμου δημοσιευθὲν, μόνον ἂν ἔχῃ τὰ συστατικὰ τοῦ νόμου. Τὴν θεωρίαν ταύτην βεβαίως ἡμεῖς ἀπεδέχθημεν, τὰ συστατικὰ τοῦ νόμου ἐθεωρήσαμεν ὅτι δὲν εἶχον αἱ πράξεις αὗται, καὶ ἑπομένως δὲν τὰς ἐξετελέσαμεν ὡς νόμους. Εἴπομεν, ὅτι δὲν εἶναι νόμοι· ἀλλ’ οὕτω κρίναντες περὶ αὐτῶν, δὲν προέβημεν εἰς δημοσίευσιν πράξεώς τινος ἵνα τοὺς καταστήσωμεν ἀκύρους, ἢ ἵνα καταστήσωμεν ἐπισήμως γνωστὸν ὅτι εἶναι ἄκυροι· τοιαύτην ἁρμοδιότητα δὲν εἴχομεν, οὐδ’ ἐπεβάλλετο τοιαύτη τις εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑποχρέωσις, οὐδ’ εἶχεν ἄλλο δικαίωμα εἰμὴ μόνον ὅ,τι ἀφώρα εἰς ἑαυτήν. Ἡ Βουλὴ ὅμως ἀπέναντι αὐτῆς τῆς καταστάσεως ὀφείλει νὰ μὴ ἀφήσῃ εἰς ἀμφιβολίαν, ἔστω καὶ ἕνα πολίτην· πρέπει νὰ διαγράψῃ ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τοῦ Κράτους τὰ παρανόμως ἐν αὐτῇ καταχωρισθέντα, ὅπως μὴ ἐξαπατηθῇ τις περὶ τοῦ κύρους αὐτῶν. Καὶ τοῦτο μόνον ὀφείλει νὰ πράξῃ ὁ νόμος· ἐὰν δὲ τὸ πράξῃ καθ’ ὃν τρόπον τὸ ἐξέφρασα ἐν τῇ προτάσει μου, λύεται τὸ θεμελιῶδες ζήτημα, ὅτι ἡ ὕπαρξις ἢ ἡ ἔλλειψις τῶν ἀναγκαίων συστατικῶν τοῦ νόμου δύναται νὰ ἐξετασθῇ παρὰ παντὸς καλουμένου νὰ ἐκτελέσῃ τὸν νόμον, ἵνα πεισθῇ ἐὰν ἰσχύῃ ἢ οὔ. Ὡς ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ψευδῶν νόμων παρὰ τῶν προκατόχων ἡμῶν δύνανται νὰ ἀναφυῶσι διάφορα ζητήματα, ἅπερ λύονται ἀφ’ ἑαυτῶν ὅταν τὸ ἄκυρον τῶν νόμων τούτων ἀναγραφῇ νομοθετικῶς· ἀλλ’ ὅσα ἀνέφερε χθὲς καὶ ἐπανέλαβε δυστυχῶς καὶ σήμερον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μέσης, περὶ ἐκτελέσεως καὶ παρ’ ἡμῶν ὡς κυβερνήσεως πράξεων τὰς ὁποίας ἐστηρίξαμεν ἐπὶ τῶν νόμων τούτων, ταῦτα δὲν εἶναι ἀκριβῆ.
§33ΖΩΧΙΟΣ. Θὰ τὰ ἐπαναλάβω καὶ πάλιν.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς, κύριοι, τοὺς νόμους αὐτοὺς τοὺς ἐθεωρήσαμεν ὡς μὴ ἔχοντας κῦρος, ἑπομένως ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἠδυνάμεθα νὰ τοὺς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν· ἀλλὰ παρουσιάσθησαν εἰς ἡμᾶς ἀξιωματικοὶ προβιβασθέντες οὐχὶ δυνάμει τῶν νόμων τούτων, ἀλλὰ δυνάμει διαταγμάτων, καὶ εἶπον ὅτι ἔχουσι δικαίωμα νὰ πληρωθῶσι. Τί ἔπρεπε νὰ πράξωμεν ἡμεῖς ἀπέναντι αὐτῶν; Ἔπρεπε νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου ἠδύναντο νὰ διεκδικήσωσι τὰ δικαιώματά των, καὶ ἐὰν τὸ δημόσιον ἠδύνατο νὰ καταδικασθῇ. Περὶ τούτου δὲν ὑπῆρχεν ἀμφιβολία ὅτι ἤθελε καταδικασθῆ, διότι δυστυχῶς τὰ τοῦ στρατοῦ ἐν Ἑλλάδι κανονίζονται οὐχὶ διὰ νόμων, ἀλλὰ δι’ ὀργανικῶν διαταγμάτων. Ἔχει τοῦτο καλῶς; ὄχι· διὰ τοῦτο ἠκούσατε ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ Βασιλέως, ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ ἡ κατάστασις αὕτη, καὶ ἀντὶ ὀργανικῶν διαταγμάτων νὰ ἔχωμεν κανονισμὸν τῶν τοῦ στρατοῦ διὰ νόμων. Ἀλλ’ οἱ νόμοι οὗτοι δὲν ἐψηφίσθησαν, καὶ ἕως ὅτου ψηφισθῶσι, τὰ ὀργανικὰ διατάγματα εἶναι οἱ νόμοι οἱ διέποντες τὰ τοῦ στρατοῦ.
§35Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχετε λάθος, νομίζω. Κατὰ τὸ 1871 ἐψηφίσθη νόμος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅστις ὥρισε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν· ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ ὀργανικὰ διατάγματα. Ἐὰν ὁ νόμος αὐτὸς παρεβιάσθη ἀπὸ τοὺς ψευδεῖς αὐτοὺς νόμους, ὑπ’ ἄλλην ἔποψιν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τοῦτο τὸ ζήτημα.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ τοῦ στρατοῦ, ὡς εἶπον, κανονίζονται ἐν Ἑλλάδι δι’ ὀργανικῶν διαταγμάτων. Πολλάκις ἐξεφράσθη ἡ εὐχὴ νὰ κανονισθῶσι διὰ νόμου, καὶ ἐπροτάθησαν νομοσχέδια καὶ ἐψηφίσθησάν τινα, ἀλλὰ τὰ ψηφισθέντα ἐθεωρήθησαν ὡς ἐνιαύσιοι νόμοι, καὶ ἐξηκολούθησαν κανονιζόμενα τὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς γνωρίζει ὅτι ὑπάρχει ζήτημα ὡς πρὸς τὴν διάρκειαν τοῦ νόμου, καὶ ὅτι προστίθεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν φύλλον περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ.
§37Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπάρχουν δύω νόμοι· ὁ εἷς περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν ἐν γένει, αὐτὸν δὲ ἐτροποποίησεν ἕτερος νόμος, καὶ ὥρισεν ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀριθμὸς ἄλλος ἀνώτερος ἀπὸ τοὺς ἐν τῷ πίνακι ἀναφερομένους, καὶ αὐτὸς ἐψηφίσθη καὶ ἐδημοσιεύθη· δὲν εἶναι ἐτήσιος, εἶναι πάγιος.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν θεωρεῖται πάγιος, καὶ ἡ ἀπόδειξις ὅτι δὲν θεωρεῖται πάγιος εἶναι, ὅτι ἔκτοτε πάντοτε δι’ ὀργανικῶν διαταγμάτων ἐκανονίσθησαν τὰ τοῦ στρατοῦ, καὶ οὐχὶ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τοῦτον.
§39Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὴ συγχύζῃς τὸν περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ νόμον.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἠξεύρω καλῶς, διότι ἐξήτασα τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅτι ἔχει ὅπως λέγω.
§41Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁ νόμος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη εἰς τὰ 1871, ἀμέσως κατὰ τὸ 1872 ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Δράκου παρεβιάσθη, καὶ ἐπέτρεψεν ἡ Βουλὴ ὑπάρχουσα καὶ ζῶσα τὴν παράβασιν αὐτοῦ, καὶ δὲν ἐζητήθη ὁ λόγος· ἑπομένως ἔμεινεν ὁ νόμος αὐτὸς ἄνευ ἐφαρμογῆς.
§42Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν καταχρήσεων τοῦ νόμου, αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα· ἐὰν οἱ νόμοι παραβιάζωνται, τί νὰ εἴπω δι’ αὐτό; Ἔπρεπε νὰ κάμωμεν κατηγορητήριον, ἀλλὰ δὲν ἐκάμαμεν. Λέγω μόνον ὅτι, ὅταν κατὰ τὸ 1871 ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ νόμον καὶ εἶπεν ὅτι δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν ἄλλοι ἀξιωματικοὶ καὶ βαθμοφόροι κατ’ ἀνώτερον ὅρον παρὰ οἱ ἐν τῷ νόμῳ, ὁ νόμος αὐτὸς περιώρισε τὴν ἐπέκτασιν. Ἐὰν δὲ ἐγένοντο διατάγματα καὶ ἐκανόνιζον αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἦτο κατάχρησις.
§43ΓΕΝΝΑΤΑΣ. Τοὺς προϋπολογισμοὺς τοὺς ἐκύρωσεν ἡ Βουλή;
§44Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ νόμος ὁρίζων νὰ ὑπάρχωσι 13 νομάρχαι, καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν θέσητε ποσὸν διὰ 54, θὰ διορίσητε 54; Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὑποθέσητε καὶ τοῦτο, ἐδῶ προϋπολογισμὸς ὑπάρχει;
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος ἐὰν ὁ νόμος τοῦ 1871 ἐθεωρήθη ὡς διαρκής, καὶ λέγω ὅτι ἐθεωρήθη ἐνιαύσιος οὐχὶ παρὰ μόνων τῶν Κυβερνήσεων, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· καὶ ἐθεωρήθη ἐνιαύσιος, διότι εἰς ὅλους τοὺς προϋπολογισμοὺς παρεδέχθη ἡ Βουλὴ ὡς νομίμως γενομένους τοὺς διορισμοὺς τοὺς γενομένους δι’ ὀργανικῶν διαταγμάτων, κανονιζόντων τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν. Κατὰ τὴν γνώμην καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς καὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὁ νόμος τοῦ 1871 ἐθεωρήθη ὡς ἐνιαύσιος. Ἐνιαυσίου ὄντος αὐτοῦ, δὲν εἴχομεν ἐνώπιόν μας τὸν νόμον, εἴχομεν ὀργανικὰ διατάγματα, καὶ δυνάμει τῶν διαταγμάτων τούτων εἶχον τὸ δικαίωμα οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ πληρωθῶσι, καὶ τὰς πληρωμὰς ἐξετελέσαμεν.
§46Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐδῶ εἶναι τὸ λάθος.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο ὑπῆρξεν ἓν τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα εἶχε νὰ λύσῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον, ἔλυσεν ὅλως ἀσχέτως πρὸς τοὺς ψευδεῖς νόμους. Ἄσχετα δὲ πρὸς τοὺς ψευδεῖς νόμους εἶναι καὶ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐκίνησεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς περὶ τοῦ ἐνιαυσίου ἢ μὴ τοῦ νόμου τοῦ 1871, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν πρόκειται ἤδη νὰ συζητήσωμεν. Εἴχομεν νὰ ἐξετάσωμεν καὶ ἄλλο ζήτημα, τὸ ζήτημα περὶ τῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας, τῆς ἀφορώσης τὰς ἐν Ὀλυμπίᾳ ἀρχαιολογικὰς ἀνασκαφάς· καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἐθεωρήσαμεν ψευδῆ τὸν νόμον, ὡς μὴ ὑπάρχοντα, ἀλλ’ εὑρέθημεν ἀπέναντι τῶν ἑξῆς γεγονότων. Εἴχομεν ἐνώπιόν μας σύμβασιν ὑπογραφεῖσαν, καὶ ἧς αἱ ἐπικυρώσεις εἶχον ἀνταλλαγῆ, σύμβασιν, ἧς τὸ κῦρος εἰς ἕνα μόνον ὅρον ὑπεβάλλετο, ὁ δὲ ὅρος οὗτος ἀπέναντι τῆς ξένης Κυβερνήσεως, ἥτις ἦτον ἡ ἀμέσως ἐνδιαφερομένη, εἶχε παρασταθῆ ἐπισήμως παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὡς πληρωθείς. Κατὰ τὴν σύμβασιν ἐκείνην αἱ ἐπικυρώσεις αὐτῆς ἤθελον ἀνταλλαγῆ, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῆς παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἐὰν αὐτὸ δὲν ἐγίνετο, ἐὰν δὲν ἀνεκοίνου ἐπισήμως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρὸς τὴν Γερμανικὴν ὅτι ἐπληρώθη ὁ ὅρος οὗτος, καί τοι ἀντηλλάγησαν αἱ κυρώσεις, ἡμεῖς δὲν ἠθέλομεν ἐκτελέσει τὴν σύμβασιν. Ἀλλὰ ἡ ἀρχή, ἥτις ἐξεπροσώπει τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀπέναντι τῶν ξένων Κυβερνήσεων, ἐπισήμως εἶχε διατρανώσει πρὸς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν ὅτι ὁ νόμος εἶχεν ἐπιψηφισθῆ, ἑπομένως δὲν ἠδυνάμεθα ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν ἐξεπληρώθη ὁ ὅρος ἐξ οὗ ἐξήρτητο ἡ ἰσχὺς τῆς συμβάσεως. Ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἀπαντήσῃ εἰς πᾶσαν ἀντίθετον ἡμῶν ἀξίωσιν, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ εἰς αὐτὴν, ὁ ὅρος ἐξεπληρώθη, ἑπομένως ἡ σύμβασις ἔχει πλῆρες τὸ κῦρος. Ἠξεύρετε δὲ ὅτι ὑπεράνω τοῦ ἐγχωρίου δικαίου ἰσχύει τὸ διεθνὲς δίκαιον. Ἀφοῦ λοιπὸν κατ’ αὐτὸ ἡ σύμβασις ἰσχύει, ὠφείλαμεν νὰ τὴν ἐκτελέσωμεν, ἐπιφυλαττόμενοι νὰ φέρωμεν εἰς ἁρμονίαν τὸν ἐγχώριον νόμον πρὸς τὰς διεθνεῖς ἡμῶν ὑποχρεώσεις, ὑποβάλλοντες εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν τὴν σύμβασιν ταύτην· τοῦτο δὲ ἔπραξεν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, ὑποβαλοῦσα συνάμα μετὰ τοῦ περὶ Ψευδῶν νόμων νομοσχεδίου καὶ νομοσχέδιον περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως.
§48ΧΟΪΔΑΣ. Ὑπάρχει ἔγγραφος δήλωσις εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν;
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχει. Καί τοι δὲ ὁ ἀποχωρῶν ὑπουργὸς δὲν λαμβάνει ἀντίγραφα τῶν ἐν τῷ ὑπουργείῳ ἐγγράφων, τῶν ἀφορώντων ὅμως εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην μοὶ ἐπετρέπετο νὰ λάβω ἀντίγραφα, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς τὰ ἀνακοινώσω. Ἐτηλεγράφησεν ὁ προκάτοχός μου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς πρὸς τὸν ἐν Γερμανίᾳ Πρέσβυν τῆς Ἑλλάδος νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐξεπληρώθη ὁ ὅρος τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι ἡ σύμβασις ἦτο κατὰ πάντα ἔγκυρος· ἀπαντᾷ δὲ ὁ Πρεσβευτὴς ὅτι ἐξετέλεσε τὴν διαταγὴν, καὶ ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἀπένειμε τὰς εὐχαριστήσεις της ἐπὶ τούτῳ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν.
§50ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Πετιμεζᾶν ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, συμφωνῶ δ’ ἐν μέρει πρὸς τὸν κ. Τρικούπην καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν μισθοδοσίαν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, καί τοι γενομένην ἐναντίον τῶν νόμων. Ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ, δὲν ἔχουσι τὰ πράγματα ὅπως εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ διέπει νόμος πάγιος, ἐνῷ ὁ νόμος περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὸ 1871, δὲν εἶναι πάγιος, τοὐτέστιν ἐπιτρέπει νὰ κανονίζηται κατ’ ἔτος διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν, ὅπερ δὲν συμβαίνει καὶ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ· ἐντεῦθεν ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν δὲν δύναται νὰ ᾖναι μεγαλείτερος τοῦ κανονισμένου, ἐκτὸς κατὰ προφανῆ παράβασιν τοῦ νόμου. Τὸ Σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ σύγκειται ἀπὸ τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς διαθεσίμους, διάκρισις διαφέρουσα κατ’ ὄνομα οὐχὶ δὲ κατὰ τὸ πρᾶγμα, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν διαθεσίμων καὶ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικῶν εἶναι ὡρισμένος διὰ τοῦ νόμου, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ κανονίζεται κατ’ ἔτος ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν ἐνεργείᾳ καὶ τῶν διαθεσίμων ἀξιωματικῶν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ὁ προϋπολογισμὸς δὲν παρουσιάζει κατ’ ἔτος προσθήκην ἀξιωματικῶν. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Πετιμεζᾶν, οὕτω γίνεται καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν;
§51Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀφ’ οὗ μὲ ἐρωτᾶτε, σᾶς λέγω, ὅτι δὲν συμβαίνει καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν.
§52ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν στηρίζονται ἐπὶ ὀργανικῶν διαταγμάτων, καὶ διὰ τοῦτο ὑπάρχει καὶ ἡ πληθὺς τῶν ἀξιωματικῶν, διότι δὲν ὑπάρχει νόμος πάγιος περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν.
§53Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Μπούμπουλη, οἱ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ Ναυτικοῦ νόμοι ἦλθον εἰς τὰ 1856.
§54ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἐψηφίσθη μόνον ὁ τοῦ Ναυτικοῦ.
§55ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, κ. Πετιμεζᾶ, ὁσάκις γίνεται προβιβασμὸς ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ καὶ τῶν ἐν διαθεσιμότητι;
§56Ν. ΣΟΥΤΣΟΣ. Δὲν ἔχομεν διαθεσίμους, παρὰ μόνον τοὺς Βουλευτάς.
§57ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς λοιπὸν τοῦ Ναυτικοῦ ὑπάρχει νόμος κανονίζων τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, δι’ ὃ καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ κατάχρησις, ἐνῷ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ δὲν ὑπάρχει, καὶ κανονίζεται ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν δι’ ὀργανικῶν διαταγμάτων, καὶ διὰ τοῦτο ὁ ἑκάστοτε ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπικαλεῖται τὰ ὀργανικὰ διατάγματα, ὁσάκις κάμει προβιβασμοὺς πρὸς συμπλήρωσιν δῆθεν θέσεων. Ὡς ἐκ τούτου ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ παρουσιάζει, παραβαλλόμενος πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, καταπληκτικὴν διαφοράν.
§58ΡΟΥΚΗΣ. Ὁμιλεῖτε μόνον διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, ἢ καὶ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ; Ἤμην ὑπολοχαγὸς ὅταν ἄλλοι ἦσαν δόκιμοι, καὶ ἐνῷ οἱ δόκιμοι ἔγειναν λοχαγοί, ἐγὼ εἶμαι εἰσέτι ὑπολοχαγός.
§59ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Περίμενε καὶ θὰ φθάσω ἐκεῖ ὅπου θέλεις· ἐγένετο σπουδαία κατάχρησις. Λοιπὸν τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον, ἔχον ὑπ’ ὄψιν του τὰ ὀργανικὰ αὐτὰ διατάγματα, δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ πληρώσῃ τοὺς μισθοὺς τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν· εἰς ἓν ὅμως δὲν ἐπρόσεξε, καὶ πέπεισμαι ὅτι διετέλει ἴσως καὶ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ πράγματος. Μεταξὺ τῶν ψευδῶν ἐκείνων νόμων, ἐγένετο καὶ εἷς ὅστις μετέβαλεν ἐξ ὁλοκλήρου τὸν οἰκονομικὸν κλάδον τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐγένετο αὔξησις τῶν βαθμοφόρων εἰς τὸν οἰκονομικὸν κλάδον, καὶ ἤνοιξαν καὶ ἐκεῖ μίαν τρύπαν, κατὰ μίμησιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐνομοθετήθησαν βαθμοί, μὴ προβλεπόμενοι ἀπὸ τὸν νόμον τὸν ὁρίζοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ. Ὁ νέος αὐτὸς νόμος ἔκαμε μίαν νέαν τάξιν βαθμοφόρων, καὶ ἡ τάξις αὕτη πλέον δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ἀφοῦ καταργοῦμεν τὸν ψευδῆ ἐκεῖνον νόμον, αἱ δὲ συνέπειαι αὐτοῦ πρέπει νὰ βαρύνωσι τοὺς ἐκτελέσαντας.
§60ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Τί νόμος εἶναι αὐτός;
§61ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νόμος νέος, ὅστις μεταβάλλει τὸν καταστατικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὰ τῶν μὴ μαχίμων ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ. Μετέβαλε λοιπὸν τὸ καταστατικὸν τοῦ Οἰκονομικοῦ κλάδου, καὶ ἐν παραδείγματι, ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπῆρχεν ἀνώτερος ἀρχιφροντιστής, ἐτέθη, οὕτω δὲ ηὔξησε κατὰ ἕνα βαθμόν, μὴ ὑπάρχοντα πρότερον, καὶ διὰ μιᾶς ἐπλήρωσαν τὰς κατασκευασθείσας θέσεις, κατά τινα μὲν δικαίως, εἰς τὰ πλεῖστα ὅμως αὐθαιρέτως, διότι συνέλεξαν ἀπὸ τοὺς δρόμους καὶ κατήρτισαν τὸν Οἰκονομικὸν κλάδον. Ὁ νόμος λοιπὸν αὐτὸς ὁ ψευδής, ὁ κατ’ ἐμὲ λῃστρικός, διότι διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐγένετο πραγματικὴ λεηλασία εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καταργεῖται σήμερον. Οἱ ἀξιωματικοὶ ὅμως αὐτοὶ δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν μὲ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, ὁ ἀριθμὸς τῶν ὁποίων κανονίζεται δι’ ὀργανικῶν διαταγμάτων. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον ὑπέθεσεν, ὅτι τὰ πράγματα ἦσαν καὶ εἰς τὸ Ναυτικὸν ὅπως τὰ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐν ἀγνοίᾳ ἐξετέλεσε, καὶ δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν ὅτι, ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη ἦτον ἐν γνώσει τῶν γενομένων, δὲν ἤθελέ ποτε ἀνεχθῆ τὰς συνεπείας τοῦ ψευδοῦς ἐκείνου νόμου. Ἰδού, κύριοι συνάδελφοι, ὅσοι εἶσθε ἀξιωματικοί, ἡ κατάχρησις ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτή, καὶ πιστεύω ὅτι ὁ νῦν ὑπουργὸς θὰ κλείσῃ καὶ αὐτὴν τὴν θύραν. Ὑπῆρξε νόμος περὶ ἐπιτάκτων ὑπὸ τοῦ μεγάλου ἐκείνου κατ’ ἐμὲ ἀνδρός, καὶ πιστεύω ὅτι ἡ κοινωνία τὸ παραδέχεται, τοῦ μακαρίτου Μιαούλη. Ὅτε λοιπὸν ὁ μακαρίτης Μιαούλης ἠθέλησε νὰ διαιρέσῃ, ἢ μᾶλλον νὰ καθαρίσῃ τοὺς ἀξίους, τοὺς δυναμένους νὰ ὑπηρετήσωσιν ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ, ἀπὸ τοὺς μὴ δυναμένους ἐκ τοῦ γήρατος, ἦσαν καὶ ἄνθρωποι τοῦ ἀγῶνος, καὶ ἠναγκάσθη νὰ πνίξῃ τὰ αἰσθήματα τῆς καρδίας του ἀπέναντι τοῦ δημοσίου συμφέροντος, καὶ ὅπως μορφώσῃ τὸ Σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, διῄρεσεν αὐτοὺς εἰς τοὺς ἱκανοὺς νὰ ὑπηρετήσωσι καὶ εἰς τοὺς μὴ ἱκανούς· καὶ τοὺς μὲν ἐντελῶς ἀνικάνους διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἔθεσεν εἰς ἀποστρατείαν μὲ ἕνα βαθμὸν πλέον πρὸς ἱκανοποίησίν των, διὰ δὲ τῶν χρησίμων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν κατήρτισε τὸ Σῶμα τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικῶν. Ἀλλὰ μεταξὺ τούτων καὶ τῶν τεθέντων εἰς ἀποστρατείαν ὑπῆρχον καί τινες, οἱ ὁποῖοι ἀκόμη ὡς ἐκ τῶν διανοητικῶν καὶ σωματικῶν δυνάμεών των ἠδύναντο νὰ ὑπηρετήσωσιν, ἀλλὰ δὲν ἠδύναντο καὶ νὰ ἀνταποκριθῶσι πρὸς τὰ καθήκοντα τῆς ἐνεργητικῆς ὑπηρεσίας· ἐσκέφθη λοιπόν, διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ αὐτὰ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶχον δικαιώματα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, νὰ κάμῃ ἓν ἰδιαίτερον Σῶμα, τὸ τῶν ἐπιτάκτων, ἵνα χρησιμεύσουν οὗτοι ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν λιμενικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ὁ μακαρίτης καὶ μεγάλος ἐκεῖνος ἀνὴρ δὲν ἠννόησέ ποτε ὅτι ἤνοιξε πηγὴν ἀνεξάντλητον διὰ τοὺς βουλομένους νὰ καταχρασθῶσι τὸ δημόσιον· ἔκαμε τὸ Σῶμα αὐτὸ ἀποκλειστικῶς διὰ τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον τότε, καὶ ἠννόει ὅ,τι καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου· μετὰ τὸν θάνατον τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν ἐθανατοῦτο καὶ ὁ νόμος. Ἀλλ’ ἔκτοτε τὸ Σῶμα αὐτὸ κατέστη πηγὴ ἀνεξάντλητος καὶ πολλαὶ καταχρήσεις ἐγένοντο, τὰς ὁποίας εἰς ἐμὲ δὲν ἁρμόζει νὰ τὰς εἴπω. Κατὰ τὸ 1872, ὅτε ἐκλήθην νὰ ὑπηρετήσω ὡς ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, κύριόν μου μέλημα ὑπῆρξε νὰ κλείσω αὐτὴν τὴν ἀνεξάντλητον πηγὴν τῶν καταχρήσεων.
§62ΠΟΛΛΟΙ. (Εὖγε, εὖγε).
§63ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη πηγὴ καταχρήσεων ἀνεξάντλητος, τὸ Σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ οἰκονομικοῦ, τὰ προσόντα τοῦ ὁποίου δὲν κανονίζονται ὅπως διὰ νόμου κανονίζονται τὰ προσόντα τῶν μαχίμων ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ. Οἱ κατὰ καιροὺς λοιπὸν ὑπουργοί, καταχρώμενοι τοῦ δικαιώματός των, ἔλαβον πολίτας ἐκ τῶν ὁδῶν ἄνευ προηγουμένων, ἄνευ ἱκανότητός τινος, καὶ ἐβαθμολόγησαν αὐτοὺς λοχαγούς, ὑπολοχαγοὺς καὶ ἀνθυπολοχαγούς, διότι ὁ νόμος δυστυχῶς τοῖς ἔδιδε τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐδόθη δι’ ὑπουργοὺς ἠθικούς· ἐγένοντο λοιπὸν καὶ εἰς τὸ Σῶμα αὐτὸ μυρίαι ὅσαι καταχρήσεις. Ἐθεώρησα λοιπὸν καθῆκόν μου νὰ κλείσω καὶ αὐτὴν τὴν ἀνεξάντλητον πηγὴν τῶν καταχρήσεων, καὶ ἔφερα νόμον κανονίζοντα καὶ τὰ προσόντα τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου· ἀλλὰ δυστυχῶς 5 ἡμέρας μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων δὲν ἤμην πλέον ὑπουργὸς διὰ νὰ τὰ ὑποστηρίξω εἰς τὴν Βουλήν, ἤμην δὲ πεπεισμένος, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἤθελε τὰ ψηφίσει καὶ θέσει τέρμα εἰς τὴν κακοήθειαν. Ἰδοὺ λοιπὸν αἱ καταχρήσεις, κύριοι ἀξιωματικοί, αἱ συμβαίνουσαι εἰς τὸ ναυτικόν. Κλείσατε λοιπὸν καὶ σεῖς τὴν πηγὴν τῶν καταχρήσεων, τὴν ἐκ τῆς αὐτοβουλίας τῶν ὑπουργῶν, διὰ νὰ παύσῃ ἡ ἄλλως δικαία μομφὴ ἡ ἀποδιδομένη εἰς τὸ Σῶμα τοῦ στρατοῦ. Ναί, φίλε Μαυρομιχάλη, δὲν εἶναι πάντοτε ὁ βαθμὸς ἀναφαίρετος, ἀλλ’ ὅταν μόνον κατὰ νόμον ἀποδίδηται· ὅταν δὲ δὲν ἀποδίδεται κατὰ νόμον, δὲν εἶναι πλέον βαθμός. Καὶ καθόσον μὲν ἀφορᾷ τοὺς προβιβασμοὺς τοὺς γενομένους ἐν τῷ στρατῷ, δὲν ἔχω νὰ ἀντείπω, διότι διέπονται ἀπὸ τοὺς ὀργανικοὺς νόμους· καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς γενομένους εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, δὲν δύνανται οὗτοι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ καταργηθῶσιν. Ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν πιστεύω, ὅτι θὰ συμφωνήσῃ πρὸς τὴν γνώμην μου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξήγησις, κύριοι, τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ σᾶς δώσω.
§64ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ κ. Τρικούπης δὲν δίδει πολλὴν σημασίαν εἰς τὰς λέξεις, διότι αὐτὰ εἶναι, λέγει, τῶν σχολείων ἔργα. Ἠξεύρετε ὅτι τὸ κράτος τοῦ Πάππα στηρίζεται εἰς μίαν λέξιν, καὶ ἐκείνην τὴν λέξιν τὴν φιλονεικοῦν ὅλαι αἱ ἄλλαι ἐκκλησίαι, αὐτὸς δὲ ἐναντιοῦται. Δὲν εἶναι παιγνίδια αἱ λέξεις, ὅταν θέλῃς νὰ θεμελιώσῃς νόμον. Τί μᾶς λέγει; οἱ νόμοι αὐτοὶ εἶναι ἄκυροι. Ὅλος ὁ κόσμος τοὺς γνωρίζει, σεῖς δὲ ἤλθατε νὰ τοὺς διαβάσητε τὸ τρισάγιον (ἱλαρότης). Καὶ ποῖος ἔσχισε, κύριε Τρικούπη, τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως ἀπὸ τὸν νόμον αὐτόν; Αὐτομάτως αὕτη ἀνελήφθη, ἢ τὴν ἔσχισεν ὁ Τρικούπης, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Κράτους; Σεῖς δέ, σᾶς λέγουν, δὲν ἔχετε ἄλλο ἔργον νὰ πράξητε, εἰμὴ νὰ ἀνοίξητε τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅπου ἂν εὕρητε τὰς πράξεις, νὰ τὰς κηρύξητε ἀκύρους· ὅλα δὲ τὰ γενόμενα ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, ὅλαι αἱ αἰσχρότητες, διὰ τὰς ὁποίας συνεταράχθη ὅλη ἡ Ἑλλάς, εἶναι μηδέν· τουτέστι, τὸν κ. Τρικούπην σκανδαλίζει μόνη ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν δὲ τὴν ἀναγινώσκῃ, τὸν πιάνουν τὰ νεῦρά του. Τὰ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ γενόμενα, κύριε Τρικούπη, σὲ ἔφερον εἰς τὰ πράγματα καὶ ἡ ἀναστάτωσις τῆς Ἑλλάδος. Τὰ ἐντὸς δὲ τοῦ Βουλευτηρίου συμβάντα καὶ αἱ αἰσχρότητες τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων πρέπει νὰ καταδικασθοῦν, οὐχὶ δὲ μόναι αἱ ἀφῃρημέναι πράξεις, αἱ ἐντὸς τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως γεγραμμέναι. Δὲν ἀναμιγνύομαι δὲ εἰς τὰ στρατιωτικά, ἐπειδὴ ὁμολογῶ ὅτι δὲν τὰ γνωρίζω· ἠξεύρω μόνον ὅτι τοὺς βαθμοὺς δύναται νὰ τοὺς δώσῃ ὁ Βασιλεύς, ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον. Μεταβαίνω δὲ ἤδη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐκεῖ σὲ ἔχω χειροπιαστόν, κύριε Τρικούπη. Ἤλλαξαν δὲ οἱ βαθμοὶ οἱ ναυτικοί, σὺ δὲ τί ἔπραξες; Ἐμισθοδότεις τοὺς παρανόμους ἀξιωματικοὺς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ ψευδοῦς· ἐξετέλεσες δὲ τὸν νόμον ἢ δὲν τὸν ἐξετέλεσες; Ὅλον δὲ τὸ ζήτημα συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι κατέλυσες νόμους, ἐκυβέρνησες δὲ διὰ Βασιλ. Διαταγμάτων. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν καὶ ἄλλως τὸ πρᾶγμα. Εἶμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ἀπέστειλε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874. Αὐτὸ τὸ χαρτίον βεβαίως ὁ κ. Τρικούπης τὸ εἶχεν ἀνὰ χεῖράς του. Δὲν πρόκειται δὲ νὰ κατηγορήσω τὸν κ. Τρικούπην, διότι καὶ ἐγὼ ἤθελον πράξει τὰ ἴδια, ἤθελον ὅμως σεβασθῆ τὰ κείμενα, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ σχίσω νόμους, ἔστω καὶ ψευδεῖς. Θὰ περιέμενον δὲ νὰ ἔλθῃ τὸ Σῶμα τὸ ἰσχυρότερον ἀπὸ ἐμέ, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ σβέσῃ τὰς Βασιλικὰς ὑπογραφάς, συμπράττοντος καὶ τοῦ Βασιλέως. Εὑρίσκω δὲ ἐνταῦθα γεγραμμένον ὅτι μετεχειρίσθη ὁ κ. Τρικούπης παρανόμως 3,500,000 δραχμάς.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔδωκα ἐγὼ 3,500,000, ἀπατᾶσθε· ἀπεναντίας, εὕρομεν αὐτὸν τὸν ψευδῆ νόμον, ἐξ αὐτοῦ δὲ τοῦ ποσοῦ τῶν 3,500,000 ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις εἶχε δαπανήσει 2,000,000 περίπου. Ὁ νόμος δὲ αὐτὸς ἀφορᾷ εἰς τὸ ἑξῆς, εἰς τὴν πληρωμὴν παλαιῶν ἀπαιτήσεων, αἵτινες δὲν ἠδύναντο νὰ πληρωθῶσιν ἄνευ νόμου, διότι ὑπάγονται εἰς τὰς κεκλεισμένας χρήσεις· εἶχον ζητηθῆ χρήματα διὰ τοῦ δανείου τῶν 26,000,000, καὶ τὰ χρήματα εἶχον εἰσπραχθῆ, ὁ δὲ περὶ τοῦ δανείου νόμος ἔλεγε ῥητῶς, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα θέλουσι χρησιμεύσει ἐν ἄλλοις καὶ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων ὀφειλομένων 3,500,000, ὁ νόμος δὲ ἐκεῖνος ἦτο νόμος νομίμως ψηφισθεὶς ἐν ἀπαρτίᾳ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ κυρωθεὶς κατόπιν ἐν τάξει. Ἔχοντες λοιπὸν τοιοῦτον νόμον, δυνάμει τοῦ ὁποίου εἰσεπράχθησαν παρὰ τοῦ ταμίου μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὰ προωρισμένα εἰς πληρωμὴν τῶν ὀφειλῶν ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων, καὶ στηριζόμενοι εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον, τὸν νόμον περὶ δανείου τῶν 26,000,000, καὶ εἰς τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο ὁ νόμος ἐκεῖνος, καὶ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου ἐκείνου, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δαπανηθῶσιν ὡρισμένα ποσὰ εἰς πληρωμὰς κεκλεισμένων χρήσεων, ἀπεφασίσαμεν ὅπως, οὐχὶ δυνάμει τοῦ ψευδοῦς νόμου, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐγκύρου καὶ δυνάμει Β. διατάγματος πληρωθῇ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ χρέους. Ἐδόθη δὲ πρὸς τοῦτο διὰ τοῦ διατάγματος πίστωσις ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ πεντήκοντα χιλιάδων δραχμῶν.
§66ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· ἂν δὲ ἦτο, θὰ τοῦ ἔλεγον, ἢ σὺ, ἢ ὁ κ. Τρικούπης τὰ περιπλέκετε.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ βεβαίως ὄχι.
§68ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγὼ βεβαίως ὄχι, βεβαιότερον ἀπὸ σᾶς (ἱλαρότης). Ἀπὸ τῆς 23 Ὀκτωβρίου εἶναι εἰς χεῖράς σας, καὶ ὁ ἔντιμος πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ μοῦ ἀνέφερε, παρὰ τὰ κεκανονισμένα, παρὰ τὰ κεκανονισμένα· ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς ἀπαντήσω, διότι δὲν εἶναι παρὼν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχει ὑποσημείωσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, διὰ τῆς ὁποίας βεβαιοῖ ὅτι ἐχορηγήθη παρ’ ἡμῶν διὰ Β. διατάγματος πίστωσις 1, 050,000 δραχμῶν.
§70ΖΩΧΙΟΣ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ἁπλούστερον, τὸ ὁποῖον δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε. Κατὰ πρόσωπόν σας ἔχετε ἕνα νόμον ψευδῆ, ἴσως τὸν αἰσχρότερον ὅλων τῶν νόμων, καὶ αὐτὸν τὸν ἐξετελέσατε, ἐνῷ λέγετε, ὅτι τοὺς νόμους αὐτοὺς τοὺς ἐθεωρήσαμεν μὴ ὑπάρχοντας.
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς οὐδένα ἐκ τῶν νόμων τούτων ἐξετελέσαμεν, ἐξετελέσαμεν ὀργανικὰ διατάγματα· ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐπράξαμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὰ διατάγματα, εἶναι ἄσχετον πρὸς τὴν σημερινὴν συζήτησιν.
§72ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἐκτέλεσις τῶν Β. Διαταγμάτων εἶχεν ἀρχίσει πρὸ ἡμῶν.
§73ΖΩΧΙΟΣ. Λοιπὸν ἐγὼ ἐπιμένω, καὶ ἂς λέγει ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι εἰς τὸν νόμον αὐτὸν, τὸν περὶ ἀκυρώσεως, νὰ προστεθῇ, ὅτι «καὶ ὅλαι αἱ συνέπειαι, αἱ πηγάζουσαι ἀπὸ τὸν νόμον αὐτὸν, καταργοῦνται».
§74ΡΟΥΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαιότερον πάντων.
§75Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, λόγος πολὺς ἐγένετο περὶ τῶν συνεπειῶν, αἱ ὁποῖαι πηγάζουν ἀπὸ τὴν ἀκύρωσιν αὐτῶν τῶν νόμων. Πράγματι ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ δῆθεν ἐπιψήφισις ψευδῶν νόμων βεβαίως συνεπάγεται συνεπείας· ὅ,τι ὅμως διατάττεται διὰ Β. Διαταγμάτων, μὴ ἀντιβαῖνον ῥητῶς εἰς Νόμον τοῦ Κράτους, δυστυχῶς ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ τὸ παραδεχθῇ, διότι καὶ τὰ δικαστήρια θέλουν προστατεύσει τὰ ἐκ τῶν διαταγμάτων ἀποκτηθέντα δικαιώματα. Πρόκειται ἂν οἱ δοθέντες ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν βαθμοὶ νομίμως ἐδόθησαν. Βεβαίως ὅτι οἱ προβιβάσαντες ἀξιωματικοὺς ὑπουργοὶ δὲν ἐνήργησαν νομίμως, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν δὲν ἐνήργησαν ἠθικῶς, αὐτὸ εἶναι ἀληθές· ἀλλ’ ἐὰν θελήσητε νὰ μεταχειρισθῆτε τὴν λέξιν νόμιμος εἰς τὴν στενὴν σημασίαν τῆς λέξεως, ἡ λέξις αὐτὴ δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐγένετο λόγος πολὺς περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν. Ὁ τόπος, κύριοι, ἔχει τὸ δυστύχημα νὰ μεταφέρῃ νόμους ξένων Κρατῶν χωρὶς νὰ τοὺς μελετᾷ ἐπισταμένως, καὶ τὸ δυστυχέστερον, χωρὶς νὰ τοὺς ἐφαρμόζῃ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι νόμος Γαλλικός· ἐλήφθη κατὰ τὸ 1856 τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ πρωθυπουργοῦ Μιαούλη, καὶ ἀκολούθως ἀπεδέχθη αὐτὸν ὁ μακαρίτης Βότσαρης· ὁ νόμος αὐτὸς περιέχει τοὺς ἀριθμοὺς ὅλων τῶν βαθμολόγων, ἀπὸ τοῦ Ναυάρχου μέχρι τοῦ μικροτέρου βαθμοφόρου, καὶ ἀπὸ τοῦ Στρατάρχου μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ Ἀνθυπολοχαγοῦ. Τί συνέβη ὅμως ἔκτοτε; Οἱ ἐνιαύσιοι προϋπολογισμοί, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ νῦν Προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι ὁ Νόμος τῶν Νόμων, διότι αἱ εἰλικρινεῖς Κυβερνήσεις ἐγγράφουσι μόνον τὰς δαπάνας τὰς προβλεπομένας ἀπὸ τοὺς Νόμους, ἀπὸ τοῦ 1856, ἤτοι ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Νόμου περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, κατ’ ἔτος, ἂν δὲν ὑπερέβαινον, μετέβαλλον ὅμως τοὺς ἀριθμοὺς τῶν βαθμῶν....
§76ΖΩΧΙΟΣ. Ἔχετε ἕνα ἔντιμον συγγενῆ· ἐπειδὴ δὲ ἐπρόκειτο νὰ προβιβασθῇ, ἐξεδόθη Νόμος εἰδικὸς δι’ αὐτόν.
§77ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δυστυχῶς ὅμως εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν αὐτὸ ἐγένετο, καὶ ἐνῷ ὁ κατὰ τὸ 1871 ὑποβληθεὶς περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς νόμος ὥριζε τοὺς ἀριθμοὺς τῶν διαφόρων βαθμῶν, εἰς τὴν ἐφαρμογὴν παρεβιάσθη· διότι ἐνῷ ὁ νόμος ἔλεγεν, ἐπὶ παραδείγματι, πέντε Συνταγματάρχας καὶ 4 Ἀντισυνταγματάρχας, ὑπῆρχον τότε πράγματι 3 Συνταγματάρχαι καὶ 8 Ἀντισυνταγματάρχαι. Ἀλλά, κύριοι, δὲν ἤρκει τοῦτο καὶ μόνον· ἤρχοντο κατόπιν οἱ ἐνιαύσιοι προϋπολογισμοί, οἱ ὁποῖοι ἐνέγραφον κατ’ ἔτος ποτὲ μὲν τὸν Φρούραρχον τοῦ Πειραιῶς, Λοχαγόν, ποτὲ Ταγματάρχην, ποτὲ δὲ Ἀντισυνταγματάρχην, εἴτε ἐκανόνιζον π. χ. τὸ τμῆμα τοῦ μηχανικοῦ, ἀναγράφοντες δαπάνας ποτὲ μὲν διὰ Λοχαγόν, ποτὲ δὲ διὰ Συνταγματάρχην. Ἐκ τούτου ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν κατ’ ἔτος ηὔξανεν, ἐνῷ ὁ στρατὸς ἔμενε πάντοτε ὁ αὐτός· ὁ ὀργανισμὸς ὅθεν τοῦ στρατοῦ ἐξηρτᾶτο ἐκ τῆς καλῆς ἢ κακῆς θελήσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ σᾶς εἶπον καὶ πέρυσι, κύριοι, ὅτι τὰ δικαιώματα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι αὐτοκρατορικά, εἶναι ἴσως καὶ περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνει καὶ αὐτὸς ὁ Σουλτάνος. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δημιουργῶν μίαν θέσιν, κληροδοτεῖ δικαίωμα ὄχι μόνον διὰ τὸ παρόν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ μέλλον, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ τὰ οὕτω κεκτημένα δικαιώματα τῶν βαθμοφόρων, εἰμὴ μόνη ἡ ἀπόφασις τοῦ στρατοδικείου. Δὲν δύνασθε ὅθεν συνεπῶς, κύριοι, νὰ κηρύξητε ἀκύρους τοὺς τελευταίους προβιβασμούς· δύνασθε ὅμως νὰ ζητήσητε εὐθύνας ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες τοὺς προεκάλεσαν· ἂν δὲ θελήσετε νὰ κηρύξητε παρανόμους τοὺς προβιβασμούς, οἱ προβιβασθέντες θὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ἐστὲ βέβαιοι ὅτι θέλουν δικαιωθῆ. Δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ἀξιωματικός, ὅταν λαμβάνῃ ἕνα βαθμὸν ἀπὸ τὴν πολιτείαν, νὰ ἐξετάζῃ ἂν τῷ δίδεται νομίμως ὁ βαθμὸς οὗτος, διότι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀντιπροσωπεύει τὴν Κυβέρνησιν, ἡ δὲ Κυβέρνησις τὸ Κράτος. Δὲν ἐπιτρέπεται ἐπίσης εἰς τὸν ἀξιωματικὸν νὰ συζητῇ οὔτε νὰ ἐξετάζῃ ἂν ὁ βαθμὸς τῷ ἀπενεμήθη δικαίως, ἢ ἂν ὑπάρχουν πλεονάζοντες ἢ ἐλλείποντες· κατὰ συνέπειαν δὲν δύνασθε νὰ τὸν ἀφαιρέσητε· θὰ τὸν ἀφαιρέσῃ αὐτὸς ἀφ’ ἑαυτοῦ, ὅταν πράξῃ ἔγκλημα καὶ τιμωρηθῇ διὰ καθαιρέσεως ἀπὸ τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια. Δυστυχῶς, κύριοι, τοιαύτη ὑπῆρξε καὶ μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἡ ἱστορία τοῦ ἀτυχοῦς αὐτοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος. Οἱ βαθμοὶ δὲν ἐθεωρήθησαν δικαιώματα τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀτόμων, τὴν ὁποίαν προσφέρουν εἰς τὸ Κράτος. Τὸ Κράτος δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ εὐθύνας ἀπὸ τοὺς ζημιόνοντας τὸ δημόσιον ὑπουργούς. Ἐγὼ ἄλλοτε εἶπον εἰς τὸν κ. Χρηστίδην, πῶς οἱ ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὰς δίκας κατὰ τοῦ δημοσίου ἐκ μέρους τῶν ἀξιωματικῶν δὲν παρεμβάλλουσι τοὺς ὑπευθύνους ὑπουργοὺς ὡς τρίτους; Πῶς οἱ ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν κατώρθωσαν ὥστε οἱ ζημιοῦντες τὸ Κράτος ὑπουργοὶ διὰ τῶν ἐκνόμων πράξεών των, νὰ δίδωσιν ὑλικὰς εὐθύνας, καὶ ἕνεκα ἐλλείψεως περιουσίας νὰ τίθενται εἰς τὰς φυλακὰς ὡς ὀφειλέται τοῦ δημοσίου, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ τοὐλάχιστον ὡς παράδειγμα εἰς τοὺς διαδόχους των! Τοῦτο, κύριοι, δυστυχῶς δὲν ἐγένετο· ἀπὸ τῆς μεταπολιτεύσεως μέχρι σήμερον πολλοὶ κακῶς ἐδόθησαν προβιβασμοὶ ἐπὶ τῇ δυστυχίᾳ τοῦ στρατοῦ, καθ’ ὑπέρβασιν τῶν νόμων τοῦ Κράτους, οὐδέποτε ὅμως οἱ ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐνήργησαν κατὰ τῶν ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν.
§78ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶσθε καλῶς πληροφορημένος ὅτι οὐδέποτε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρενέβαλε τὸν ὑπεύθυνον ὑπουργόν; διότι ἐγὼ ἀνεκοίνωσα ὅλας τὰς δίκας....
§79ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἀνεκοίνωσα ὅλας τὰς δίκας.
§80ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι, κ. Δηλιγιάννη· ἐπειδὴ ἐχρηματίσατε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἠννόησα οὔτε ὑμᾶς, οὔτε κανένα τῶν προκατόχων σας καὶ ἐκ τῶν μετὰ ταῦτα. Δυστυχῶς ὅμως παρετήρησα τοῦτο, ὅτι κἀνὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα δὲν ἐπῆλθε, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὑποπτεύω, ὅτι κἀνεὶς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀνεκοίνωσε τοιαύτας δίκας ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων κατὰ τῶν ὑπαιτίων.
§81ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ ἀνεκοίνωσαν.....
§82ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τί ἀποτέλεσμα ὅμως εἶχε; Ποῖος εἶναι ὁ αἴτιος;
§83ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ αἴτιος; ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἐξελέγχῃ, ἡ Βουλή· σὺ ὁ ὁποῖος εἶσαι Βουλευτής.
§84ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπανέρχομαι λοιπὸν καθόσον ἀφορᾷ τὰς συνεπείας, καὶ φρονῶ, ὅτι αὗται ἐπὶ τῆς συγκεκριμένης αὐτῆς περιστάσεως δὲν δύνανται νὰ ἔχουν χώραν, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπροβιβάσθησαν ἀπὸ τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐδικαιοῦντο νὰ τοὺς προβιβάσουν· ἀπέκτησαν τοὺς βαθμούς των, τοὺς διατηροῦν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν μισθοδοτοῦνται.
§85ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Οἱ προβιβασμοὶ ἔγειναν κατόπιν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἢ.....;
§86ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἔχει κἀνένα ὅρον· διὰ τοῦτο σᾶς εἶπον, ὅτι τὰ δικαιώματα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι αὐτοκρατορικά, διότι ἕνας ὑπουργὸς τὰ 14 τάγματα τὰ κάμνει 40, κάμνει cadres χωρὶς νὰ ζητήσῃ οὔτε νέαν στρατολογίαν, οὔτε τίποτε· διότι καθὼς ἕνας ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πέρυσιν ἀπῄτησεν, ὥστε οἱ λόχοι νὰ συγκροτῶνται ὅπως κατηρτίσθησαν, οὕτως ἄλλος αὔριον ἠμπορεῖ νὰ συγκροτήσῃ τοὺς λόχους ἀπὸ 50 ἄνδρας.
§87ΤΙΝΕΣ. Ἀλλὰ τὰς πιστώσεις;
§88ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὰς πιστώσεις τὰς δίδουν οἱ φορολογούμενοι. Διὰ τοῦτο, τὸ εἶπον καὶ χθὲς εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ νόμος νὰ κανονίσῃ τὴν θέσιν τῶν ἀξιωματικῶν, ὥστε οἱ βαθμοὶ αὐτοὶ νὰ μὴ ἀνήκουν εἰς τοὺς ὑπουργούς, ἀλλ’ εἰς τὸ Κράτος. Οἱ βαθμοὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα κατήντησαν ῥοσφέτια κλητήρων· οἱ ὑπουργοὶ προβιβάζουν ὁπότε θέλουν καὶ στεροῦν τῶν δικαιωμάτων των ὅσους δὲν εὐνοοῦν, ἀφίνουν ἀξιωματικοὺς ἐπὶ 15 ἔτη καὶ προβιβάζουν ἄλλους ἐπὶ 1 ἢ 2 ἔτη εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν διατελέσαντας, οὐδένα ἔχοντες χαλινόν.
§89ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν τὸν νόμον τοῦ 1871.
§90ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὅταν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ψήφισιν τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπου περιέχονται οἱ βαθμολόγοι, αἱ μισθοδοσίαι αὐτῶν καὶ αἱ θέσεις, δὲν κάμνῃ τὴν ἐλαχίστην παρατήρησιν, τότε ἡ Βουλὴ εἶναι συνένοχος ὅλων τῶν πράξεων τῶν ὑπουργῶν. Διὰ τοῦτο, καθόσον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικούς, νομίζω, ὅτι ὁ βαθμὸς τοῦ ἀξιωματικοῦ εἶναι ἰδιοκτησία του καὶ δὲν χάνεται παρὰ εἰς περιστάσεις προβλεπομένας ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν, αἱ ὁποῖαι κανονίζονται διὰ τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δύναται ἡ Βουλὴ καὶ ὀφείλει νὰ πράξῃ, εἶναι νὰ ζητήσῃ εὐθύνας ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐδαπάνησαν δημόσια χρήματα ἄνευ ἀνάγκης τοῦ Κράτους καὶ παρὰ τὰ κεκανονισμένα. Καθόσον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐπιθυμῶ νὰ ζητήσω μίαν πληροφορίαν ἀπὸ τοὺς ἐντίμους συναδέλφους μας, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ ἀξιωματικοί, ἐὰν περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ ὑπάρχῃ νόμος, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὰς θέσεις καὶ τοὺς βαθμούς, ἢ κανονιστικὸν διάταγμα.
§91ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νόμος ὑπάρχει.
§92ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀμφιβάλλω πολύ.
§93ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὕτως εἶπεν ὁ κ. Μπούμπουλης.
§94ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα, ὑπάρχει νόμος κανονίζων τὸν ἀριθμὸν ἐκτὸς τῶν προσόντων.
§95ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτὸς ὁ νόμος εἰς τοὺς ἐνιαυσίους προϋπολογισμοὺς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀνῃρέθη;
§96ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι, ποτέ.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸν τὸν νόμον ἐτροποποίησεν αὐτὸς ὁ νόμος ὁ ψευδής.
§98ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τότε βεβαίως, ὡς πρὸς τὰς συνεπείας, καὶ ἡ Κυβέρνησις, καθὼς καὶ τὰ ἄτομα αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀπεδέχθησαν τὰ εὐεργετήματα αὐτά, εἶναι ὑπεύθυνα, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον χθὲς εἰς τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων ἐψηφίσαμεν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιβάλλομεν ποινὴν εἰς τοὺς πολίτας, τοὺς δεχθησομένους θέσιν ἀπηγορευμένην ἀπὸ τὸν νόμον. Διὰ τοῦτο συμπεραίνω, ὅτι, καθόσον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ μαχίμου στρατοῦ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθουν συνέπειαι ὡς πρὸς αὐτούς. Καθόσον ὅμως ἀφορᾷ τοὺς εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, προϋπάρχοντος νόμου περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν, ὁ ὁποῖος διὰ ψευδοῦς νόμου ἐφηρμόσθη ψευδῶς, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑποστοῦν τὰς συνεπείας αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοί.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλος δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος. Εἶναι περαιωμένη ἡ συζήτησις. Αἱ τροπολογίαι θὰ μείνουν διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἐὰν παραδέχηται τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, εἰς δευτέραν συζήτησιν.
§100ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄλλο ἀντικείμενον δὲν ἔχομεν. Αὔριον εἶναι ἡ τρίτη συζήτησις. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 5 Μ. Μ.