1875.10.29
807 rows · 6,311 words · 139 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29
Τῆς 29 Ὀκτωβρίου 1875.
(Τετάρτη).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς, κηρύσσεται ἡ ἔναρξις τῆς συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς ἐκ τοῦ γενομένου χθὲς θορύβου κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, δὲν ἠδυνήθησαν ὁ συντάκτης τῶν πρακτικῶν καὶ οἱ στενογράφοι καλῶς ν’ ἀντιληφθῶσι, καί, ὡς σήμερον μοὶ παρετήρησάν τινες, δὲν ἐσημειώθη ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἀπόφασις χθεσινὴ τῆς Βουλῆς, γενομένη κατὰ πρότασιν τοῦ κ. Δεληγεώργη, τοῦ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου «τῶν διοικητῶν μοιραρχιῶν καὶ ὑπομοιραρχιῶν.» Προσέξατε λοιπὸν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν, ἵνα προστεθῇ. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικά.
§2ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μετὰ τὴν ἔκφρασιν «κατὰ τὰς ἐκλογάς,» νὰ τεθῇ «τῶν διοικητῶν μοιραρχιῶν καὶ ὑπομοιραρχιῶν, καὶ λοιπῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς.»
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ θὰ λείψῃ «τῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς.»
§4ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι, θὰ ὑπάρχῃ, διότι οἱ ἐκτελοῦντες ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἀστυνομική, ἀνακριτικὴ κτλ, ἐκρίθη εὔλογον νὰ μὴ ᾖναι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἐντόπιοι· ἄλλως τε οἱ ὑπομοίραρχοι εἶναι πολὺ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς μοιράρχους, διότι εἶναι εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας. Διὰ τοῦτο ἐγένετο ἡ τροπολογία «τῶν διοικητῶν μοιραρχιῶν, ὑπομοιραρχιῶν, καὶ λοιπῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς.»
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι ὅτι οὕτως ἐξηγήθη ἡ τροπολογία....
§6ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν διορθοῦνται τὰ πρακτικά.
§8ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ τῶν πρακτικῶν. Τῶν διοικητῶν, λέγουσι, τῶν ταγμάτων ἢ ὑποδιοικητῶν. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ «τῶν διοικητῶν καὶ ὑποδιοικητῶν.»
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν συμφωνεῖ ἡ Βουλὴ νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ μεταβολή;
§10ΠΟΛΛΟΙ. Ναί.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀκούσατε, κύριοι, τὸ ἐδάφιον τρίτον.
§12ΠΑΠΠΑΚΩΣΤΑΣ. Μίαν ἐξήγησιν, παρακαλῶ, ἀπὸ πότε ἄρχεται ἡ προθεσμία τῶν ἐκλογῶν· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ καὶ ἡ προθεσμία;
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐντὸς τοῦ νόμου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ ἡ προθεσμία· ἅμα γίνεται ἡ ἐκλογή, τότε θὰ φύγῃ ὁ ἀξιωματικός.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προσθέσωμεν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§16ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικά, ὡς διωρθώθησαν, ἐπικυροῦνται. Οἱ στενογράφοι ἔδωσαν μίαν ἀναφορὰν εἰς τὸ προεδρεῖον, ἡ ὁποία ἐξελήφθη ὡς προσβλητικὴ κατὰ τῆς Βουλῆς. Ὀφείλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς ὡς πρὸς τοῦτο, διότι οἱ στενογράφοι οὐδόλως διενοήθησαν νὰ προσβάλωσι τὴν Βουλὴν· οἱ στενογράφοι εἶχον ὑποβάλει ἀναφορὰν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτουν νὰ ἐξασφαλίσουν τὸ μέλλον των, ἤτοι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς σύνταξιν, ἐνόμισαν δὲ ὅτι χθὲς διὰ τῆς ἀποφάσεώς της ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε καὶ τὴν αἴτησίν των αὐτήν, ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν ἐγένετο λόγος. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ὑποβάλω τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία πιθανῶς θὰ θεωρήσῃ ἀναγκαῖον νὰ μεταβληθῇ κατά τι ὁ κανονισμὸς αὐτῆς, ἀνατιθεμένου τοῦ ἔργου εἰς ἐπιτροπήν τινα, καὶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ αἴτησις τῶν στενογράφων. Αὐτὰς τὰς ἐξηγήσεις εἶχον νὰ δώσω, διότι τὸ βῆμα τῶν στενογράφων παρεξηγήθη. Ὁ Κύριος Ῥαπτάκης νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον. Γίνεται ἡ ὁρκωμοσία.
§18ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς δύω νομοσχέδια· εἶναι ἐξ ἐκείνων ὧν πρότερον ἐζητήθη ἡ ἀκύρωσις, ἐπειδὴ δὲ ἡ ὑπηρεσία συνιστᾷ στενῶς τὴν ὑποβολὴν αὐτῶν, διὰ ταῦτα ἀναγκάζομαι νὰ τὰ ὑποβάλω ἀπὸ τοῦδε, ἵνα ἔχῃ τὸν καιρὸν νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἀποφασίσῃ. Τὸ μὲν ἀφορᾷ τὴν τροποποίησιν δύω ἄρθρων τῆς πολιτικῆς δικονομίας, καθόσον ἀφορᾷ τὴν δήλωσιν τοῦ τρίτου συνεπεία κατασχέσεως εἰς χεῖρας αὐτοῦ· δὲν προβαίνω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν αὐτοῦ, διότι συνοδεύεται ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Τὸ δὲ ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐμμίσθων δικαστικῶν κλητήρων· ἡ ὑπηρεσία τοσοῦτον συνιστᾷ τὸ μέτρον αὐτὸ, ὥστε φρονῶ ὅτι πρέπει ταχέως νὰ ψηφισθῇ.
§19ΜΕΤΑΞΑΣ. Καὶ τὸ τῶν Ἀρειοπαγιτῶν, κύριε Ὑπουργέ;
§20Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις εἶπε, καὶ δικαίως, ὅτι εἷς τῶν νόμων περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ οὔτε λόγος, τόσον ἀναγκαῖος ἐθεωρήθη, εἶναι ὁ νόμος ὁ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν. Ἐπειδὴ δὲ οὗτος καὶ ὁ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ἐπειδὴ οἱ δύω αὐτοὶ νόμοι εἶναι τοσοῦτον ἀναγκαῖοι, διότι δι’ αὐτῶν καὶ μόνων ἠμποροῦν ν’ ἀσφαλισθοῦν εἰς τὸ μέλλον τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐπιθυμῇ, ν’ ἀναθέσῃ εἰς τὸν πρόεδρον τὴν ἐντολὴν νὰ συστήσῃ δύω ἐπιτροπὰς ἀπὸ 5 μέλη, εἰς τὰς ὁποίας νὰ παραπεμφθοῦν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα τὰ ἐπεξεργασθοῦν, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ τοὺς δύω αὐτοὺς νόμους, πρὸ πάντων, κύριοι, τὸν ἐκλογικὸν νόμον, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν ἐλευθέρας ἐκλογάς. Ἂν ἡ Βουλὴ παραδέχηται, ἂς ἀποφασίσῃ. Μεταξὺ αὐτῶν τῶν δύω κατεπειγόντων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ τὰ παραδεχθῇ, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συμπεριληφθῇ καὶ ὁ νόμος περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, ὡς σπουδαιότατος λοιπὸν, παρακαλῶ, ὁμοῦ μὲ αὐτὰ νὰ διορισθῇ μία πενταμελὴς ἐπιτροπὴ, ὥστε νὰ συμβαδίζουν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων δὲν κατετέθη. Ὁ κ. Τρικούπης ὑπέβαλε δύω προτάσεις, περὶ τοῦ νόμου τοῦ ἐκλογικοῦ καὶ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν.
§22Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Προτείνω, ἵνα ἀνατεθῇ εἰς τὸν κ. πρόεδρον ὁ σχηματισμὸς δύω ἐπιτροπῶν πενταμελῶν, αἱ ὁποῖαι νὰ προεξετάσουν τὰ νομοσχέδια ταῦτα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§24ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν, πρέπει νὰ ᾖναι ἐννεαμελεῖς αἱ ἐπιτροπαί.
§25Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὴ εἶναι εἰδικὴ ἐπιτροπή.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσον ὀλιγώτερα εἶναι τὰ μέλη, τόσον καλλίτερα θὰ ἐργασθοῦν· αὔριον θὰ ἰδῆτε ὅλα τὰ νομοσχέδια νὰ ἔλθουν ἐδῶ ἄνευ ἐκθέσεων ἐπιτροπῶν.
§27Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ πενταμελὴς ἐπιτροπὴ εἶναι καλή. Προκαλέσατε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ κάμωμεν κἄτι τι· ἀφοῦ προτείνω εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, δὲν βλέπω κατὰ τί προσβάλλεται ὁ κανονισμός.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, οἱ παραδεχόμενοι νὰ σχηματισθῶσι δύω πενταμελεῖς ἐπιτροπαὶ, διὰ νὰ προβασανίσωσι καὶ προεξετάσωσι τὰς προτάσεις νόμων περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν καὶ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐμείναμεν εἰς τὸ ἄρθρον 3· ἀνεβλήθη ἡ ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 διὰ τὴν σήμερον. Τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἶχε συναινέσει εἰς τὴν ἀναβολὴν, παρακαλεῖται, ἂν ἔχῃ πρότασιν, νὰ εἰσαγάγῃ αὐτήν.
§29ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν θέλομεν ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν, ἀνταποκρίνεται ἡ ἑξῆς πρότασις· «Οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, οἱ κατὰ τὴν τελευταίαν βουλευτικὴν ἐκλογὴν ἐκτεθέντες ὡς ὑποψήφιοι βουλευταὶ, δὲν δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἐν ᾗ ἐξετέθησαν. Ἐξαιροῦνται οἱ ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπηρετοῦντες.»
§30ΤΙΝΕΣ. Διὰ πόσον καιρόν;
§31ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ Βουλευτικὴ περίοδος· ἐξαιροῦνται μόνον οἱ ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπηρετοῦντες. Νομίζω δὲ ὅτι ἀνταποκρίνεται καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας καὶ πρὸς τὰς ἰδέας τῆς Βουλῆς, τὰς ὁποίας ἡ κυβέρνησις ἀπεδέχθη.
§32Μ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ, πιστεύω, ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα· μᾶς ἀποκλείετε ἀπὸ τοῦ νὰ πηγαίνωμεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας.
§33Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε. Ἐγὼ τὸ θεωρῶ ἐξαίρεσιν, ὑπεξαίρεσιν, καὶ γʹ. βαθμοῦ ἐξαίρεσιν ἐδῶ, διότι ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς οἱ ὁποῖοι ἐξετέθησαν, μία ἐξαίρεσις· δὲν ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς πολίτας οἱ ὁποῖοι ἐξετέθησαν, εἶναι ἄλλη ἐξαίρεσις· δὲν ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας, τρίτη ἐξαίρεσις. Ἀλλ’ ἐγὼ παρατηρῶ καὶ ἰσχυρίζομαι ὅ,τι εἶπον καὶ διὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ παραβιάσῃ τὴν ἐλευθερίαν τὴν ἐκλογικὴν διὰ νόμου, διότι τὸ Σύνταγμα ὥρισεν ὡς ἀνωτέραν ποινὴν διὰ τοὺς στρατιωτικοὺς, καὶ εἶπε, θὰ λαμβάνουν 5½ μηνῶν ἄδειαν· δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ λαμβάνουν 5½ μηνῶν ἄδειαν, τὴν ἔβαλεν ὅμως τὸ Σύνταγμα, διότι αὐτὸ τὸ ἐθεώρησεν ὡς ποινὴν κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ παίξουν μὲ τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα. Λοιπὸν, λέγω, διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς, γίνεται μία ἔμμεσος καταπίεσις, καὶ φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὸν ὅρον αὐτόν, διότι ἄλλως, κύριοι, συλλογισθῆτε ὁποῖα θὰ ᾖναι τὰ ἀποτελέσματα· θὰ κάμωμεν μίαν παράβασιν τοῦ Συντάγματος, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγοροῦμεν ἄλλους, διότι, κατ’ ἐμὲ, δὲν σημαίνει τίποτε ἂν γείνῃ ἡ παράβασις μὲ 86 ἢ μὲ 180.
§34ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ποῦ στηριζόμενος ὁ κ. Πετιμεζᾶς εὗρεν ὅτι διὰ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισε, παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα ἢ ἐπιβάλλεται ποινή. Ποίαν ποινὴν ἰσχυρίζεται, ἐγὼ δὲν ἐννοῶ· ὁ νόμος αὐτὸς δὲν διατάττει τοιοῦτόν τι, δὲν σκοπεῖ παρὰ τὴν καλὴν καὶ εὔρυθμον διοίκησιν τοῦ τόπου. Ὅπως ἀπαιτοῦμεν προσόντα διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν διαφόρων κλάδων, ἅτινα βεβαίως δὲν ἠμποροῦν νὰ καταλογισθῶσι μεταξὺ τῶν ποινῶν· ὅπως ἀπαιτεῖται νὰ ἐξέλθῃ τις τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς, ἵνα ἀμέσως λάβῃ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ ἐν τῷ στρατῷ καὶ εἰσέλθῃ εἰς ἓν τεχνικὸν ὅπλον, χωρὶς τὸ προσὸν τοῦτο νὰ θεωρηθῇ ποινή, οὕτω τὸ νὰ μὴ κατάγηται ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγει νὰ ὑπηρετήσῃ ὁ ὑπάλληλος, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ποινή. Ὡς πρὸς τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους, εἶμαι ἐναντίος τῆς ἰδέας τοῦ νὰ περιληφθῇ τοῦτο, διότι ὅπου εἶναι ἐγγεγραμμένοι καὶ ἐξασκοῦν τὰ πολιτικά των δικαιώματα, ἐκεῖ οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι δὲν δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσιν.
§35ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἐδῶ, κύριοι, λέγει «οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ οἱ κατὰ τὴν τελευταίαν βουλευτικὴν ἐκλογὴν ἐκτεθέντες ὡς ὑποψήφιοι βουλευταί». Ἐγὼ ἐξετέθην ὡς βουλευτὴς καὶ ἀπέτυχον, φεύγω ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν μου, διαλύεται ἡ Βουλή, ξαναπάω, καὶ πάλιν ἀποτυγχάνω. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ διαλύεται τόσον συχνά, δὲν ἠμπορῶ ποτὲ νὰ πατήσω εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου· ἀπελπίζομαι λοιπὸν καὶ δὲν ἐκτίθεμαι ποτὲ εἰς τὸν ἀγῶνα.
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπηρεσίαν νὰ μὴν ἔχῃς.
§37ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Νὰ μὴ πλησιάσω λοιπὸν ποτὲ εἰς τὸν τόπον μου, ὅταν ἔχω ὑπηρεσίαν.
§38ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Εἶναι, καλὸν, φρονῶ, νὰ προστεθοῦν οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ πολιτευόμενοι, οἱ ἐκτεθέντες, καὶ μὴ ὑπαγόμενοι εἰς τὸ ἐδάφιον τρίτον.
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὰ ἐννοεῖται ὅλοι οἱ ἀξιωματικοί.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Θωμᾶς προτείνει προσθήκην, τὴν ἀκόλουθον. «Εἰς τοὺς πολιτευομένους ἀξιωματικούς, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος ἀποκλείει νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν των, ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἄνευ δικαιολογίας νὰ χορηγῇ κατ’ ἔτος 4 μηνῶν ἄδειαν κανονικήν». Λοιπὸν, κύριοι, οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρ. 3, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. — Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Θωμᾶ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὁ κ. Δημητριάδης καὶ ὁ κ. Ῥικάκης, ἐν ὀνόματι καὶ ἄλλων, ὑπέβαλον μίαν τροπολογίαν ἐνυπόγραφον, ἔχουσαν προσθήκην ἄρθρου τινός.
§41ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἀφοῦ τὸ ἄρθρον 4 ἐγένετο κατ’ ἀρχὴν δεκτὸν, καλὸν εἶναι πρὸς συμπλήρωσιν αὐτοῦ νὰ ἐπιβάλωμεν μίαν ποινὴν, πρὸς ἀσφάλειαν, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ νόμου· νομίζω δὲ ὅτι ἡ ποινὴ αὐτὴ, διὰ νὰ ἦναι ἀποτελεσματικὴ, πρέπει κατὰ πρῶτον νὰ ἀσφαλισθῇ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ἐξουσίαν νὰ παραβιάσουν ἀμέσως αὐτόν· δεύτερον κατὰ τῶν ἀποδεχομένων τὸν διορισμὸν ὑπαλλήλων, τῶν συντελούντων εἰς τὴν παραβίασιν αὐτοῦ. Ὅταν ψηφίζωμεν ἕνα νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου περιορίζομεν τὴν ἐνέργειαν τῆς διοικήσεως, ὅταν νομοθετῶμεν ἕνα νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου προσπαθοῦμεν νὰ προφυλαχθῶμεν ἀπὸ τὸ αὐθαίρετον τῆς διοικήσεως, τότε πρέπει κατὰ συνέπειαν φυσικὴν καὶ λογικὴν νὰ περιβάλωμεν τὸν νόμον αὐτὸν καὶ μὲ τοιαῦτα προφυλακτικὰ μέτρα, ὥστε εἰς τὰς χεῖρας ἑνὸς αὐθαιρέτου ὑπουργοῦ νὰ μὴ δύναται νὰ γείνῃ κατάχρησις· ὥστε πρέπει νὰ τεθῇ. «Ὁ παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου διορισμὸς πολιτικοῦ ὑπαλλήλου ἐπιφέρει τὴν συνεπείᾳ καταγγελίας τυχὸν παντὸς πολίτου τριετῆ στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ὑπὸ τοῦ πλημμελειοδικείου ἐπιβαλλομένην, ἐὰν ὁ διοριζόμενος δὲν ἀπεποιηθῇ τὴν ἐγκατάστασίν του εἰς ἣν διωρίσθη παρὰ τὸν νόμον θέσιν, καὶ τὴν καταδίκην τοῦ ἐν γνώσει προκαλέσαντος τὸν διορισμὸν ὑπουργοῦ εἰς χρηματικὴν ποινὴν χιλίων μέχρι τριῶν χιλιάδων δραχμῶν, καὶ εἰς τριετῆ στέρησιν τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων».
§42ΤΙΝΕΣ. Ὄχι ἐν γνώσει.
§43ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ παραδέχομαι.
§44ΧΟΪΔΑΣ. Διὰ πᾶσαν ἀξιόποινον πρᾶξιν ἀπαιτεῖται ἡ γνῶσις.
§45ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὸ παραδεχθῶ.
§46ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ προσθήκη, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ῥικάκης φέρει, εἶναι περιττή. Οἱ ὑπουργοὶ ὀφείλουσιν εὐθύνας ὄχι μόνον διὰ τὴν παράβασιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν παράβασιν τῶν νόμων. Πρὸ ὀλίγου ἐγένετο τοσοῦτος περὶ τούτου λόγος. Ἐπειδὴ δὲ αἱ ψηφιζόμεναι διατάξεις ἔσονται ἐπίσης νόμος, ἡ προσθήκη εἶναι περιττή, διότι ὁ παραβαίνων τὸν νόμον ὑπουργὸς τιμωρηθήσεται καὶ ἄνευ τῆς προσθήκης ταύτης.
§47ΤΙΝΕΣ. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τοὺς ὑπαλλήλους;
§48ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ δὲ τῶν ὑπαλλήλων οὐδεὶς νόμος ὑφίσταται, καὶ πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 4, ἵνα οὕτω ὑπάρξῃ καὶ ἑτέρα κύρωσις τοῦ νόμου.
§49ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι τὸν νόμον αὐτὸν τὸν ἔφερον, διὰ νὰ ἐμποδίσωσι τὴν αὐθαιρεσίαν ἄλλων Κυβερνήσεων, διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ παραδεχθῶ ὅτι ἔφεραν τὸν νόμον διὰ νὰ κανονίσωσι τὴν ἰδίαν διαγωγήν των. Ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν εἶναι ἀφηρημένη, εἶναι μία ὑποχρέωσις ἀπέναντι τῆς πολιτείας καὶ τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἐν ὅσῳ δὲν ὑπάρχει μία ποινὴ ἐπιβαλλομένη, ἡ εὐθύνη εἶναι ἀόριστος. Δὲν θέλω λοιπὸν ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τῆς Βουλῆς καὶ νὰ τοὺς μεμφθῶμεν, διότι ἐν ὅσῳ δὲν ὑπάρχει νόμος περὶ εὐθύνης, δὲν δυνάμεθα παρὰ ν’ ἀποτείνωμεν μομφήν. Τοῦτο ὅμως ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν, ἀλλὰ θέλομεν νὰ προβῶμεν καὶ εἰς μίαν ποινικὴν καταδίωξιν διὰ τὴν παράβασιν τοῦ παρόντος νόμου. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι, ἀφοῦ ὁ παρὼν νόμος θὰ περιέχῃ ποινὴν, πρέπει νὰ τὴν ἔχῃ καὶ διὰ τὰ δύω μέρη.
§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν εἶμαι κατὰ τῆς προτάσεως, παρὰ μόνον διότι δὲν εἶναι σπουδαία. Καὶ διατί, κύριοι, μόνον διὰ τὴν παράβασιν αὐτοῦ τοῦ νόμου πρέπει κατ’ ἐξαίρεσιν νὰ τιμωρῶνται οἱ ὑπουργοί; μόνον δι’ αὐτοῦ; Ἰδοὺ, κύριοι, διατὶ δὲν μοῦ φαίνεται σπουδαῖον τοῦτο. Ἔπειτα χρηματικὴ ποινή· ἀλλὰ τὸ πλημμελειοδικεῖον, τὸ κακουργιοδικεῖον, ἢ τὸ εἰρηνοδικεῖον θέλει δικάσει; Καὶ ποῖος θὰ καταμηνύσῃ; Ἢ καὶ ἐνταῦθα συνιστᾶται ἐξαιρετικὸν δικαστήριον; Ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ κανονισθῶσιν. Ἀλλὰ ἠξεύρετε καὶ τί ἄλλο θὰ γείνῃ; Θὰ δώσητε ἓν ἐπιχείρημα εἰς τοὺς ὑπουργοὺς εὐλόγως νὰ δεσπόσουν ἀπολύτως τῆς ὑπηρεσίας· ἂν ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς ζητηθῶ νὰ διορίσω τινά, θὰ εἴπω, δὲν ἠξεύρω ἂν ἦναι ὑπανδρευμένος, γεννημένος, ἀποκαταστημένος εἰς τὴν δεῖνα ἐπαρχίαν, γνωρίζω μόνον τοὺς Μεσσηνίους καὶ τοὺς Λάκωνας ποῦ ἀνήκουσι· καὶ δικαιοῦμαι, κύριοι, νὰ ἐπιμείνω εἰς ὅ,τι γνωρίζω, καὶ κᾀνεὶς δὲν θά μὲ κατηγορήσῃ ἐὰν σχηματίσω τὴν ὑπηρεσίαν οὕτω, διότι ἐνδέχεται νὰ ἀπατηθῶ, καὶ ἡ καταδίκη μου εἶναι βεβαία. Μοὶ συνέβη, κύριοι, νὰ διορίσω ποτὲ οἰκονομικὸν ὑπάλληλον, καὶ τὸν διώρισα καλῇ τῇ πίστει, καὶ ὁ φίλος ὁ ὁποῖος τὸν ἐσύστησε, τὸν ἐσύστησε καλῇ τῇ πίστει, τὸν διώρισα ὡς ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν τελώνην· αὐτὸς ὅμως ἦτο ἐπὶ ναυταπάτῃ κατηγορούμενος. Ὁ νόμος αὐτὸς θέλει ν’ ἀφαιρέσῃ πᾶσαν ὑπόνοιαν μεροληψίας καὶ φατριασμοῦ ἀπὸ τὴν διοίκησιν, ἄσκοπος δὲ αὐστηρότης δὲν μοῦ φαίνεται σπουδαία, θὰ γεννήσῃ ἄτοπα ἀπεναντίας· διότι, ἐὰν δεχθῆτε τὴν πρότασιν, ἐπαναλαμβάνω, αὔριον παύω ὅλους καὶ διορίζω Μεσσηνίους καὶ Λάκωνας, διότι ἄλλους δὲν γνωρίζω.
§51ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νὰ μείνῃ.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὐτὸ θὰ καταλάβῃ τὸ 4 ἄρθρον.
§53ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἔχω ἀντίῤῥησιν· ἐὰν πρόκηται νὰ ψηφοφορηθῇ ὅπως ἐτέθη, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ.
§54ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Εἶμαι ἐναντίος, δὲν ἐννοῶ ν’ ἀπαλειφθῇ, ἀλλὰ πρέπει νὰ μείνῃ ὡς 4 ἄρθρον τοῦ Νόμου, διότι θὰ μείνῃ μία ἐγγύησις, ὅτι ὁ διοριζόμενος δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν ὅτι θὰ τιμωρηθῇ.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, ψηφοφορεῖται τὸ ἄρθρον 4 ὡς ἀνεγνώσθη.
§56Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς λείψῃ ἡ λέξις «τυχὸν» παντὸς πολίτου· τί θὰ εἰπῇ τυχόν;
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§58ΧΟΪΔΑΣ. Διατί δὲν τίθεται ἐξ ἐπαγγέλματος νὰ καταδιώκῃ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ, ὅστις δήποτε καὶ ἂν μηνύσῃ τὴν πρᾶξιν;
§59ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄνευ καταγγελίας.
§60ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἶναι καλλιτέρα ἡ λέξις «ἐξ ἐπαγγέλματος».
§61ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μετὰ τὰς λέξεις «καὶ παντὸς πολίτου», νὰ τεθῇ «καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος».
§62ΖΩΧΙΟΣ. «Παντὸς πολίτου» τὸ καταλαμβάνομεν καλλίτερα.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἄρθρον 4. Ὁ παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου διορισμὸς πολιτικοῦ ὑπαλλήλου ἐπιφέρει, συνεπείᾳ καταγγελίας παντὸς πολίτου καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος, τριετῆ στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ὑπὸ τοῦ πλημμελειοδικείου ἐπιβαλλομένην, ἐὰν ὁ διοριζόμενος δὲν ἀπεποιήθη τὴν ἐγκατάστασίν του εἰς ἣν διωρίσθη παρὰ τὸν νόμον θέσιν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. — Ψηφοφορεῖται ἤδη τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ δεύτερον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἤτοι τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀκυρώσεως τῶν ψευδῶν νόμων. Ὁ κ. Ζωχιὸς ἐζήτησε τὸν λόγον.
§64ΖΩΧΙΟΣ. Ἡ Εἰδικὴ Ἐπιτροπὴ τὴν ὁποίαν διωρίσατε διὰ νὰ ἐξετάσῃ τοὺς νόμους τοὺς ψευδεῖς, τοὺς ὁποίους ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ ἡ ψευδής, περιέπεσεν εἰς ἓν λάθος πολὺ μέγα, τὸ ἑξῆς. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος τῆς παρούσης, καὶ ἡ παροῦσα κατεδίκασαν ὄχι μόνον τοὺς ἄλλους νόμους, ἀλλὰ καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν ὅμως τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς δὲν κατεκρίθη. «Ἐπισταμένως μελετήσασα ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ περὶ ἀκυρώσεως τῶν ψευδῶν νόμων νομοσχέδιον, παρατηρεῖ, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς διαλυθείσης Βουλῆς συνεζητήθησαν καὶ ἀπεφασίσθησαν ἅπαντες οἱ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ σημειούμενοι ψευδεῖς νόμοι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεως καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς, κατὰ προφανῆ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος, καθότι ἀπὸ τῆς 22 μέχρι τῆς 28 Μαρτίου 1875...» καὶ ἡ 30 Νοεμβρίου ποῦ εἶναι; Ὁ προϋπολογισμὸς ἐψηφίσθη τὴν 30 Νοεμβρίου 1874, καθ’ ἣν ἐγένετο ἐδῶ τὸ μέγα πανηγύρι.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς μίαν συνεδρίασιν τῆς ἐκτάκτου συνόδου τὸν ἐπεκύρωσαν.
§66ΖΩΧΙΟΣ. Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ, ἀλλὰ δὲν ἐπεκυρώθησαν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκτάκτου συνόδου νὰ μᾶς δώσητε. (Ἀποτείνεται πρὸς ὑπάλληλον τοῦ γραφείου.)
§68ΖΩΧΙΟΣ. Ὅ,τι ἐγένετο, ἐσυζητήθη τότε, κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου, ἐσυζητήθη δὲ, ὅτε ἦτο παρὼν καὶ ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς ὃν ἐδόθη τότε περιφρονητικὴ ὑπὸ τῶν τότε κρατούντων ἀπάντησις· παρὼν ἦτο καὶ ὁ κύριος Ῥούκης, ὅστις ἐπὶ ὥρας ἐτυράννει τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τέλους δὲ ἔμεινα ἐν τῷ βουλευτηρίῳ μόνος ἐγώ. Μετὰ δὲ ταῦτα, ἤτοι μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν κατώρθωσε νὰ συνέλθῃ, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ συναθροισθῶσιν 96 βουλευταί. Βεβαιωθέντες δὲ περὶ τούτου, κατέφυγον ἀκολούθως εἰς τὴν ἠκρωτηριασμένην ἀπαρτίαν. Νομίζω δὲ ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι καθαρόν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περιέχει τὸν προϋπολογισμόν, εἶναι λάθος τῆς ἐκθέσεως.
§70ΖΩΧΙΟΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ.
§71ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς ἐσυζητήθη μετὰ τὴν κύρωσιν τῶν πρακτικῶν.
§72ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὡς μέλος καὶ ἐγὼ τῆς ἐπιτροπῆς, θέλω εἴπει τί ἐφρόνουν ὅταν ὑπέγραψα τὴν ἔκθεσιν. Ἐννοεῖται ὅτι ὑπάρχουν λεπτολογίαι τινὲς, αἱ ὁποῖαι κρίνονται ὅλως διόλου εἰς τὴν ὀξυδέρκειαν τοῦ συντάσσοντος τὴν ἔκθεσιν, καὶ ἐφ’ ὧν δὲν ἐφιστᾷ τις τὴν προσοχήν του· οὐδέποτε ἐνόμιζον ὅτι ἤθελε λείψει ἡ 30 Νοεμβρίου, ὑπέγραψα δὲ, ἔχων τὴν πεποίθησιν ὅτι περιέχεται ἐν τῇ ἐκθέσει καὶ ἡ 30 Νοεμβρίου.
§73ΖΩΧΙΟΣ. Νὰ μοὶ ἀφαιρέσητε τὴν εὐθύνην, ἐγὼ δὲν τὴν ἀναδέχομαι. Τί θέλετε νὰ εἴπητε; «Ἑπομένως εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται ἡ ἐξέτασις τῆς τε ἐκ τῶν παρανόμων τούτων πράξεων εὐθύνης τῶν, ὡς εἴρηται, παραβάντων τοὺς ῥητοὺς ὅρους τοῦ Συντάγματος ὑπουργῶν, καὶ τοῦ καταλογισμοῦ τῶν ἐκ τούτων ἐπελθουσῶν τυχὸν τῷ δημοσίῳ ζημιῶν.» Βλέπετε ὅτι ὁ κόμπος ἔφθασεν εἰς τὸ κτένι, καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προχωρήσωμεν; Συνελήφθησαν ἐπ’ αὐτοφώρῳ. Ἡ κυβέρνησις ἔφερε τὸν νόμον τὸν καταργοῦντα τοὺς ψευδεῖς αὐτοὺς νόμους, ἡ δὲ Βουλὴ νὰ ἐνδοιάσῃ; δὲν εἶναι δυνατόν. Διὰ τοῦτο βουλευταί τινες, ἕνας καὶ ὁ δοῦλός σας, συνετάξαμεν τὸ κατηγορητήριον κατὰ τῶν ὑπουργῶν, οἵτινες συνήρχοντο, ὑπέβαλλον νομοσχέδια, τὰ ἐψήφιζον, ἐξευτελίζοντες οὕτω τὸ κοινοβούλιον. (Τὸ ὑποβάλλει εἰς τὸ προεδρεῖον).
§74ΤΙΝΕΣ. Ἀναγνώσατέ το.
§75ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει.) (Ἐπευφημίαι καὶ χειροκροτήματα).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία. — Ἡ πρότασις αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ ἀποσταλῆ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης· βεβαίως αὕτη εἶναι ἁρμοδία. Εἶναι σύμφωνος ἡ Βουλὴ ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης, ἢ θέλει ἄλλως ν’ ἀποφασίσῃ;
§77ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς δικαιοσύνης ἔχει ἄλλας ἐργασίας, καὶ προτείνω νὰ σχηματισθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπή.
§78ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§79ΤΙΝΕΣ. Ἐννεαμελής.
§80ΕΤΕΡΟΙ. Ἑπταμελής.
§81ΑΛΛΟΙ. Τριμελής.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, προτείνεται ἡ σύστασις εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, κατά τινας ἐννεαμελοῦς, κατ’ ἄλλους δὲ ἑπταμελοῦς, καὶ κατ’ ἄλλους τριμελοῦς.
§83ΠΟΛΛΟΙ. Πενταμελοῦς.
§84ΡΟΥΦΟΣ. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ προχωρήσῃ ἀμέσως, διότι εἶναι τὸ σπουδαιότερον ζήτημα.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐπὶ σοβαρῶν ζητημάτων πρέπει νὰ σκεφθῆτε σοβαρῶς. Ὅταν πρόκηται περὶ κατηγορίας, ἡ ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ περιστατικὰ καὶ νὰ τὰ ἐξετάσῃ εἶναι περιττὸν νὰ λέγωμεν, νὰ ὁρισθῇ προθεσμία. Τώρα πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ἂν θὰ διορίσῃ εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, τὸ πρῶτον ζήτημα. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ διορισθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, διὰ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν κατηγορίας κατὰ τῶν πρῴην ὑπουργῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν σύστασιν εἰδικῆς ἐπιτροπῆς. Περὶ τῶν μελῶν εἶναι πολλαὶ προτάσεις· παρακαλῶ, δὲν τὰς συγχωνεύετε;
§86ΤΙΝΕΣ. Πενταμελής.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ σύγκειται ἐκ 5 μελῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§88ΤΙΝΕΣ. Πῶς θὰ ἐκλεχθῇ;
§89ΧΟΪΔΑΣ. Νὰ διακόψωμεν 5 λεπτὰ τὴν συνεδρίασιν, διὰ νὰ ἐκλέξωμεν τοὺς ἀρίστους.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ διακόψωμεν.
§91ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ ἐπιφορτισθῇ ὁ κ. πρόεδρος νὰ τοὺς ἐκλέξῃ.
§92ΧΟΪΔΑΣ. Μὲ ὅλην τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τὸν πρόεδρον, εἶναι ἀδύνατον νὰ παραδεχθῶ, ὁ κύριος πρόεδρος νὰ ἐκπροσωπήσῃ τὰ αἰσθήματα τῆς Βουλῆς.
§93ΤΙΝΕΣ. Ὁ πρόεδρος.
§94ΖΩΧΙΟΣ. Ἐκτὸς τῶν προηγουμένων, ἔχομεν καὶ πρόεδρον σεβαστόν· ἀφαιροῦντες τοῦτο ἀπὸ τὸν πρόεδρον, δεικνύομεν πρὸς αὐτὸν δυσπιστίαν. Νὰ ἐκλεχθῇ ἀπὸ τὸν πρόεδρον.
§95ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ δείξητε τοιαύτην ἐμπιστοσύνην.
§97ΧΟΪΔΑΣ. Ὅστις ἔχει τὴν τιμὴν, ἔχει καὶ τὰς εὐθύνας.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη πρότασις, περὶ ἐκλογῆς τῆς ἐπιτροπῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§99ΤΙΝΕΣ. Τὴν ἀποσύρει.
§100ΧΟΪΔΑΣ. Ἐγὼ δὲν τὴν ἀποσύρω, δὲν δειλιῶ ἀπέναντι οὐδενός· ἐπιμένω ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Χοϊδᾶ περὶ ἐκλογῆς τῆς ἐπιτροπῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται δύο). Ἀπεῤῥίφθη, ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Χοϊδᾶ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἐκλογὴν ὑπὸ τοῦ προέδρου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐξακολουθοῦμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ὁ κύριος Ῥικάκης ἔχει τὸν λόγον. Παραιτεῖται;
§102ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἔρχεται νὰ διακηρύξῃ ἄνευ νομοθετικοῦ κύρους νόμους, τοὺς ὁποίους τὸ σῶμα δῆθεν τῆς βουλῆς ἐψήφισε καὶ ἡ ἑτέρα τῶν νομοθετικῶν ἐξουσιῶν ἐπεκύρωσε. Γνωρίζετε ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Συντάγματος, ἵνα καταρτισθῇ νόμος, πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, αὕτη δ’ ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς. Οἱ νόμοι αὐτοὶ, περὶ ὧν σήμερον πρόκειται, εἶναι νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρουσιν ὅτι ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀπὸ τὰ πρακτικὰ αὐτῆς προκύπτει ὅτι, κατὰ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἐψηφίσθησαν οἱ νόμοι, τὸ σῶμα δὲν ἦτο ἀπηρτισμένον νομίμως. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, νομίζω, νὰ σᾶς ἀναπτύξω θεωρητικῶς καὶ κατὰ νόμον, ὅτι πολυμελὲς σῶμα, ἐνεργοῦν ἐντὸς διαγεγραμμένων ὁρίων καὶ ἔχον διαγεγραμμένην καὶ ὡρισμένην ἐξουσίαν, ὅταν δὲν ἦναι κατηρτισμένον κατὰ τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου, τὸ σῶμα θεωρεῖται ὡς μὴ ὑπάρχον, καὶ ὅτι μόνον ἄτομα συνέπραττον κατὰ τὴν ἐνέργειάν των ἐκείνην. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην ἐπίσης νὰ σᾶς καταδείξω ποία εἶναι ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος. Ἀπὸ τοῦ 1843, ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἐσυνταγματίσθη, καθὼς καὶ ἐπὶ τοῦ δευτέρου συντάγματος ῥητῶς ὡρίσθη, ὅτι δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ νομίμως ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ ἡμίσεως καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὑτῆς· καὶ κατὰ τὸ ἀληθὲς δὲ πνεῦμα τοῦ νόμου αὐτοῦ, καὶ κατὰ τὰ πρακτικὰ, καὶ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν, ἡ ὁποία ἀπὸ τοῦ 1843 ἐξηκολούθησεν, εἶναι ἀναμφισβήτητον καὶ ὁμολογούμενον, ὅτι ὡς πρὸς τὴν ἐπιμέτρησιν τοῦ ἡμίσεως καὶ ἑνὸς λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὅλος ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν. Ἂν ἀνατρέξωμεν εἰς τὰ συντάγματα τοῦ κόσμου, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀντεγράφη τὸ ἡμέτερον, θέλομεν εὕρει ἐφαρμοζομένην τὴν αὐτὴν ἑρμηνείαν, ἥτις σήμερον θεωρεῖται ἀνωτέρα πάσης ἀμφισβητήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἠδύνατο, κύριοι, νὰ γεννηθῇ ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος, δηλ. τί ἐνόει ἡ Συνέλευσις καθ’ ὃν χρόνον ἀνέγραφε τὸ ἄρθρον αὐτὸ, καταλληλότερος ἑρμηνευτὴς δὲν εἶναι ἕτερος παρὰ τὸ ἔθνος, ὅπερ ἐψήφισε τὸ ἄρθρον 56. Χθὲς τὸ ἔθνος ἐξαναστὰν ἔδωσε τὴν ἑρμηνείαν, ἡ ὁποία ἥρμοζεν εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο. Ἀπέναντι τῆς ἑρμηνείας τῆς ἐπισήμου, ἥτις ἐδόθη εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, ἀπέναντι τῆς γενικῆς ἐκφράσεως ὡς πρὸς τὴν ἀλήθειαν αὐτοῦ, νομίζω ὅτι οὔτε ἡ Βουλὴ, οὔτε κἀνεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἑρμηνείαν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὸ νομοσχέδιον στηρίζεται ἐπὶ μιᾶς ἀληθείας, ἐπὶ ἑνὸς νομίμου λόγου ἰσχυροῦ, καὶ δὲν δύναται εἰμὴ νὰ γείνῃ παραδεκτὸν ὡς ἔχει, καθόσον αἱ ἀποφάσεις ἐκεῖναι, περὶ ὧν ἐν αὐτῷ γίνεται λόγος, ἐγένοντο ὑπὸ σώματος μὴ νομίμως κατηρτισμένου· ἑπομένως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἀπεφάσισε τοὺς νόμους αὐτοὺς, καὶ δὲν φέρουσι τὸ ἀπαιτούμενον κῦρος, ὅπερ ἔπρεπε νὰ φέρωσι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος· ὥστε δὲν ἔχουσι καμμίαν νομικὴν σημασίαν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς, μνημονεύσασα τῶν συνεδριάσεων τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπῆρχεν ὁ νόμιμος ἀριθμὸς, δὲν ἐμνημόνευσε καὶ τῆς 30 Νοεμβρίου, ὅπως ὁ ἀξιότιμος κ. Ζωχιὸς παρετήρησε, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπρόκειτο νὰ ἐξετάσῃ ἂν οἱ νόμοι ἔχωσι κῦρος ἢ ὄχι κατὰ τὰ πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της, ἐν αὐτοῖς δὲ παρετήρησεν ὅτι ἀπὸ τῆς 21 Μαρτίου μέχρι τῆς 28 δὲν ἦτο νόμιμος ἀπαρτία. Κατὰ τὴν 30 Νοεμβρίου ἐψηφίσθη ἀληθῶς ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1874, δὲν ἀνεγνώσθησαν δὲ τὰ πρακτικὰ, ἀλλ’ ἀνεγνώσθησαν κατόπιν εἰς ἡμέραν, καθ’ ἣν τὸ σῶμα δὲν ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἡ 30 Νοεμβρίου εἶναι ἡμέρα, ἡ ὁποία πολὺ ὀρθῶς ἀποτελεῖ μέρος τοῦ κατηγορητηρίου, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ζωχιὸς, ἀλλὰ δὲν ἦτο ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἔμελλεν ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐξετάσῃ κατὰ τὴν ἔρευναν τῶν νόμων ἐκείνων, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐμνημόνευσεν αὐτὴν, οὐχὶ διότι δὲν παραδέχεται ὅτι ἡ συνεδρίασις τῆς 30 Νοεμβρίου δὲν ἦτο παράνομος, ἀλλὰ διότι δὲν εἶχε σχέσιν μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα, καὶ ἐπειδὴ τὴν 21 Μαρτίου ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς 30 Νοεμβρίου. Δὲν παρελείφθη λοιπὸν ἐκ προθέσεως. Οἱ νόμοι αὐτοὶ, ὡς ἠκούσατε, ἔτυχον τῆς Βασιλικῆς κυρώσεως καὶ ἐδημοσιεύθησαν, καὶ κατὰ μέγα μέρος ἐξετελέσθησαν. Ἐνόμισεν ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὰς πράξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι συνδέονται μὲ τὴν παράνομον ἀπόφασιν καὶ κύρωσιν τῶν νόμων αὐτῶν, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μέσης ἔφερε τὸ κατηγορητήριον. Ἐνόμισεν ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι ὁ νόμος οὗτος πρέπει νὰ ἐπικυρωθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν, ὡς ἀκυρῶν νόμους ψηφισθέντας παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ 22 καὶ 56 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος.
§103ΖΩΧΙΟΣ. Ἡ ἡμέρα τῆς 30 Νοεμβρίου δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ ἐν σιωπῇ, διὰ τὸν ἀκόλουθον λόγον· διότι ἂν παρέλθωμεν τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐν σιωπῇ, ἡμεῖς οἱ ἀποχωρήσαντες εἴμεθα ἔνοχοι. Σάββατον ἦτο ἡ 30 Νοεμβρίου· τὴν Κυριακὴν ἦτο ἀργία, τὴν δὲ Δευτέραν συνήλθομεν ἐν τῷ βουλευτηρίῳ, ἀλλὰ μᾶς ἐμπόδιζον νὰ λαλήσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος, μετὰ κόπου δὲ κατώρθωσεν ὁ νῦν πρωθυπουργὸς ν’ ἀναβῇ τὸ βῆμα. Ἤρχισεν ἀκολούθως ἡ συζήτησις καὶ προέβη, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ καταλήξωμεν εἰς ἀπόφασίν τινα. Ἐπῆλθε καὶ ἡ τρίτη Δεκεμβρίου, καθ’ ἣν ἐγένετο συζήτησις μεγάλη, καὶ ἐπὶ τέλους ἐλάλησεν ὁ ἔντιμος πρόεδρός μας, ὅστις τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο ὠνόμασε πραξικόπημα· αὐτὸς δὲ τότε ἡγεῖτο τῆς μεταβολῆς τῶν πραγμάτων, διότι οἱ ἀποχωρήσαντες ἀπὸ τοῦ βουλευτηρίου ἠκολούθησαν τὸν κ. Ζαΐμην. Μᾶς εἶπον ὅτι ἡμεῖς παρεβιάσαμεν τὸ Σύνταγμα, πολλοὶ δὲ διϊσχυρίζονται ὅτι ἡ προτεραία τῆς πανηγύρεως πρέπει νὰ λησμονηθῇ. Ἡ ἡμέρα ὅμως ἐκείνη εἶναι ἡ κυριωτάτη πασῶν· ὅτι δὲ οἱ τότε ἀποχωρήσαντες εἶχον δίκαιον, ἡ ἀπόδειξις εἶναι ὅτι ἡ πεσοῦσα κυβέρνησις παρέδωκε τὰ ὅπλα εἰς ἄλλους, καὶ οὐχὶ εἰς ἡμᾶς, διότι ἡμᾶς ἐθεώρησεν ὡς ἐνόχους. Ἡ 30 Νοεμβρίου δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ, διότι εἶναι ἀρχὴ τῆς μεταβολῆς, ἄλλως καταδικάζονται ὅλα τὰ γενόμενα ἡγουμένου τοῦ νῦν προέδρου, διότι ὁ κ. πρόεδρος ἦτο ὁ ἀρχηγὸς τῆς εἰρηνικῆς ἐκείνης μεταβολῆς, καὶ τὸν προετάξαμεν, ἵνα μὴ μᾶς εἴπουν ὅτι εἴμεθα στασιασταί. Ἂν δέ τις εἴπῃ ὅτι ἐστασίασε καὶ ὁ κ. Ζαΐμης, τετέλεσται. Ἡ σημαία μας κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἔφερε γεγραμμένον εἰρήνη· ἀδύνατον δὲ εἶναι νὰ παρασιωπήσωμεν τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Ἐκεῖ (δεικνύει πρὸς δεξιὰ θέσιν) ἐκάθητο ὁ κ. Ῥούκης, ἐδῶ ὁ πρωθυπουργὸς Βούλγαρης, ὅταν δὲ ὁ Ῥούκης ἐφώναζεν, αὐτὸς ἔλεγεν ἐμπρὸς, ἐμπρὸς· ἐκεῖνο ὅμως τὸ ἐμπρὸς τὸν ἔφερεν ἐκεῖ ποῦ τὸν ἔφερεν. Ὁπωσδήποτε δὲ ἡ ἡμέρα ἐκείνη εἶναι ἀρχὴ τῆς μεταβολῆς.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§105ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προσέθεσε δύω λέξεις εἰς τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον. Ἄρθρον μοναδικόν. «Κηρύσσονται ἄνευ νομοθετικοῦ κύρους τὰ κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος συζητηθέντα καὶ ἀποφασισθέντα ὡς νόμοι τοῦ κράτους, ὑπὸ τὰ στοιχ........ δημοσιευθέντα ἑπόμενα νομοσχέδια.» Ἡ ἐπιτροπὴ ἐτροποποίησεν ὡς ἑξῆς. Μετὰ τὴν λέξιν «ἀποφασισθέντα», ἔθηκε «κυρωθέντα καὶ δημοσιευθέντα ὡς νόμοι τοῦ κράτους ὑπὸ τὰ στοιχ.......»
§107ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὸ ἀποφασισθέντα δὲν ἐννοῶ· ἀπόφασις σημαίνει πρᾶξις τοῦ σώματος· ἀντὶ «ἀποφασισθέντα», ὀρθότερον νομίζω νὰ τεθῇ «ψηφισθέντα.»
§108ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡμεῖς μετεχειρίσθημεν τὰς λέξεις τοῦ Συντάγματος ἐν ἄρθρῳ 56.
§109ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὅ,τι σημαίνει ἡ λέξις ἀποφασισθέντα, τὸ αὐτὸ σημαίνει καὶ ἡ λέξις ψηφισθέντα· καὶ ἡ κύρωσις προϋποθέτει νόμον νομίμως συζητηθέντα καὶ ψηφισθέντα, καὶ ἡ συζήτησις ὑποθέτει πλῆρες σῶμα νομίμως συνεδριάζον· ὅταν δὲ τεθῇ ὅτι κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος ἐγένετο καὶ ἡ συζήτησις, καὶ ἡ ψήφισις, καὶ ἡ ἀπόφασις, συμπληροῦται ἡ ἰδέα.
§110Δ. ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Πῶς ἠμποροῦμεν νὰ δεχθῶμεν τὴν φράσιν «ψηφισθέντα» εἰς πρᾶξιν γενομένην ἐδῶ μὴ ὑπαρχούσης Βουλῆς. Ἓν μέρος τῶν βουλευτῶν ἀνεχώρησε, τὸ ἕτερον ἐξηκολούθησε συζητοῦν, ὁ Ῥούκης ἐπέμενε, καὶ ἐκεῖνοι ἐφώναζον ἐμπροστά· αὐτὸ λέγεται συζήτησις καὶ ψήφισις;
§111ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑπάρχει τὸ «κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος».
§112ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ λείψῃ ἡ φράσις «ἐψηφισθέντα», νὰ τεθῇ δὲ «λεχθέντα».
§113ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος βουλευτοῦ Σύρου εἶναι ὀρθή. Βεβαίως ἂν ὑπῆρξε συζήτησις, ἂν ὑπῆρξεν ἀπόφασις ἢ ψήφισις, ἀδιάφορον ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο ἡ λέξις, καὶ αἱ δύο ἔχουν τὸ αὐτὸ κῦρος, τὴν αὐτὴν ἰσχύν, ἂν ὑπῆρξαν ταῦτα, ὑπῆρξε τότε καὶ Βουλή. Νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν τὰς λέξεις ταύτας, καὶ ἐν τῷ σχεδίῳ, ὅπερ εἶχεν ἑτοιμάσει ἡ προλαβοῦσα Κυβέρνησις, τὰς ἀπεφύγαμεν ὅλας. Ἰδοὺ τί ἐλέγαμεν. «Οὐδεμίαν ἔχουσιν ἰσχὺν νόμου, ὡς ἐστερημέναι τῶν ἀναγκαίων συστατικῶν αὐτοῦ, αἱ ἐν τοῖς ἀριθ. 16–21 τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους περιεχόμεναι καὶ δημοσιευθεῖσαι ὡς νόμοι τοῦ Κράτους πράξεις, ὑπὸ τὰ στοιχεῖα ΦΖʹ. ΦΗʹ. ΦΘʹ. ΦΙʹ. κλπ.» Ἡ λέξις πρᾶξις εἶναι ὀρθοτέρα καὶ τῆς λέξεως νομοσχέδιον, καὶ τῆς λέξεως ἣν ἔχει τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς. Διότι τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον λέγει «κηρύσσονται ἄνευ νομοθετικοῦ κύρους τὰ κατὰ παράβασιν κτλ. νομοσχέδια» Πῶς τὰ νομοσχέδια κηρύσσονται ἄνευ κύρους, τὰ νομοσχέδια δὲν δύνανται νὰ κυρωθῶσι.
§114ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λέγομεν «καὶ παρουσιασθέντα ὡς νόμοι».
§115ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν λέγω ὅτι ὑπὸ τὴν φράσιν δὲν καλύπτεται μία ὀρθὴ ἔννοια, ἀλλὰ ψέγω τὴν φράσιν. Δὲν δύνασθε ὅμως νὰ εἴπητε ὅτι τὰ νομοσχέδια εἶναι ἄκυρα, ἀλλ’ ὀφείλετε νὰ εἴπητε ὅτι δὲν ἔχει ἰσχὺν νόμου ἡ πρᾶξις. Προσέτι αἱ λέξεις «νομοθετικὸν κῦρος» δὲν εἶναι ὀρθαί. Νομοθετικὴν ἰσχὺν ἔχει ἡ Βουλή, ἡ ὁποία θέτει νόμους· ὁ νόμος πρέπει νὰ ἔχῃ ἰσχὺν νόμου, οὐχὶ ἰσχὺν νομοθέτου. Ἐπίσης καὶ τὸ «κηρύσσονται» εἶναι ἀκατάλληλον, διότι ἡ κήρυξις εἶναι ἔργον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· ἡ Βουλή θέτει τὸν νόμον, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τὸν καθιστᾷ γνωστὸν διὰ κηρύξεως ἢ ἄλλως. Οἱ νόμοι οὗτοι, πρέπει ν’ ἀποφανθῶμεν, οὐδεμίαν ἔχουσιν ἰσχὺν νόμου, οὐχὶ δὲ κηρύσσονται μὴ ἔχοντες ἰσχύν, διότι διὰ τοῦ «κηρύσσονται» ἐπιπροστίθεταί τι, ὅπερ ἀνήκει εἰς ἑτέραν ἐξουσίαν. Ὅλα ταῦτα ἀποφεύγομεν διὰ τοῦ σχεδίου, ὅπερ ἡμεῖς συνετάξαμεν, καὶ τὸ ὁποῖον ὑποβάλλομεν ὡς τροπολογίαν.
§116ΖΩΧΙΟΣ. Οἱ βουλευταὶ οἱ συνελθόντες ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ συνεζήτησαν, ἐψήφισαν, καὶ τὰ νομοσχέδια αὐτῶν ὑπέγραψεν ὁ Βασιλεύς. Ἀλλὰ τί σᾶς λέγει ἡ Κυβέρνησις; κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου. Εἶπεν ἄφρων ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ οὐκ ἔστι Θεός. Σεῖς ἀφήσατε τὸ πρῶτον μέρος, καὶ ἐκρατήσατε τὸ οὐκ ἔστι Θεός. Ὁ προλαλήσας μᾶς λέγει νὰ θέσωμεν «πράξεις», ἀλλ’ ἡ πρᾶξις σημαίνει τι εἰς τὸ ὁποῖον ἀνακατόνονται καὶ αἱ χεῖρες. Πράξεις τῶν ἀποστόλων λέγομεν. Ὅταν ἀναβαίνωμεν τὸ βῆμα πρέπει νὰ ὁμιλῶμεν κυριολεκτικῶς. Αὐτοὶ ἐψήφισαν πραγματικῶς, συνεζήτησαν πραγματικῶς, καὶ ὑπέβαλον τὰ νομοσχέδια πρὸς κύρωσιν. Σεῖς δὲ τὰ ἐξετελέσατε ὡς νόμους.
§117ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τίποτε δὲν ἐξετελέσαμεν (θόρυβος).
§118ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ οἱ μισθοὶ τῶν προβιβασθέντων ἀξιωματικῶν ἀπὸ ποῦ πληρόνονται;
§119ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ ἀξιωματικοὶ διορίζονται δυνάμει ὀργανικῶν διαταγμάτων.
§120ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς πρὶν ψηφισθῇ ἦτο ἄλλος, καὶ κατόπιν ἐγένετο ἄλλος, καὶ σεῖς τὸν ἐξετελέσατε.
§121ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κάμνετε κατηγορητήριον;
§122ΖΩΧΙΟΣ. Θὰ ἔλθῃ καὶ αὐτοῦ ἡ ἀράδα. Λοιπόν, κύριοι, ὅταν εἰς τὸν νόμον ὑπάρχῃ ἡ προσθήκη «κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος, ἀπεφάσισαν καὶ ἐψήφισαν», ὅλα τὰ λοιπὰ εἶναι περιττά.
§123ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἀναγνώσατε τὸν κανονισμόν. Πότε λέγεται ὅτι ἡ Βουλὴ ψηφίζει καὶ ἀποφασίζει; ὅταν ᾖναι 96 βουλευταί. Αὐτά, τὰ ὁποῖα μᾶς λέγετε τώρα, εἶναι κουβέντα.
§124ΖΩΧΙΟΣ. Ἔντιμε βουλευτὰ Σύρου, ἀφοῦ σᾶς σημειοῦται ὅτι κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου, τοῦ Συντάγματος, ἐγένοντο, τί ἔχετε πλειότερον νὰ εἴπητε; Τώρα καθήμεθα καὶ συζητοῦμεν περὶ τῶν λέξεων. Θέλετε νὰ προσθέσητε «πράξεις.» Τί θὰ εἰπῇ πρᾶξις; ὀρθοτέρα εἶναι ἡ λέξις ἀπόφασις.
§125Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπόφανσις.
§126ΖΩΧΙΟΣ. Τώρα μοῦ ὁμιλεῖς ὡς δικαστικὸς ὑπάλληλος. Λοιπὸν ὅταν ἔρχωνται νὰ προσβάλουν μίαν κυβέρνησιν καὶ τῆς λέγουν ὅτι δὲν ἠξεύρεις τὶ γράφεις...
§127ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι βέβαιον, κύριοι, ὅτι ὁ προλαλήσας δύναται κυριολεκτικῶς νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῶν λέξεων, διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω τῷ ὄντι, ὅτι εἶναι εἷς ἀπὸ τοὺς δεινοὺς ἑλληνιστάς· ἑπομένως δύναται νὰ δώσῃ τὴν ἀληθῆ σημασίαν τῶν ἑλληνικῶν λέξεων, ἀκριβέστερον ἀπὸ πολλοὺς ἄλλους ἴσως. Ἀλλ’ ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ προαγορεύσας νὰ τοῦ εἴπω ὅτι εἴς τινας ἐπιστήμας, καθὼς γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ, μεταχειρίζονται ὅρους καὶ λέξεις κατὰ συνθήκην· κατὰ τί τὸν ἐπείραξεν ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ προαγορεύσας ἐκ Μεσολογγίου βουλευτής; Ὁ κύριος Τρικούπης, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν ὅλους αὐτοὺς τοὺς σκοπέλους περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο τόση συζήτησις, ὑπέβαλε μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐνόμισεν ὀρθοτέραν. Τόσον τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργείου, καθὼς καὶ ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἡ ἐπιτροπή, καὶ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κύριος Τρικούπης ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, κατ’ οὐσίαν εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα· ὡς πρὸς τὴν ἔκφρασιν ὑπῆρξεν ἡ διαφορά, τοῦ μὲν ὑπουργείου λέγοντος ὅτι τὸ νομοσχέδιόν του ἔχει καλῶς, τῆς δὲ ἐπιτροπῆς λεγούσης ὅτι ἐκφράζεται καλλίτερα ἡ ἔννοια διὰ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον αὐτὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της, καὶ τοῦ κυρίου Τρικούπη ἐλθόντος διὰ τῆς τροπολογίας καὶ εἰπόντος ὅτι οὕτω, νομίζω, ἐκφράζεται καλλίτερον ἡ ἔννοια· εἰς τὴν οὐσίαν ὅλοι εἶναι σύμφωνοι, δὲν ὑπάρχει οὐδεμία διαφωνία. Τώρα τί θὰ εἰπῇ πρᾶξις; Πρᾶξις θὰ εἰπῇ, φρονῶ, ὅ,τι πράττει εἷς ἄνθρωπος· ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης λέγει, οὐδεμίαν ἔχουσιν ἰσχὺν νόμου, ὡς ἐστερημέναι τῶν ἀναγκαίων συστατικῶν, αἱ ἐν τοῖς ἄρθροις 16–24 τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1874 περιεχόμεναι καὶ δημοσιευθεῖσαι ὡς νόμοι τοῦ Κράτους πράξεις ὑπὸ τὰ στοιχεῖα δεῖνα καὶ δεῖνα. Ὀρθότερον, νομίζω, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκφρασθῇ ἡ ἔννοια αὐτή, διότι δὲν ἔχουν ἰσχὺν νόμου, διότι δὲν ἔχουν τὰ ἀπαιτούμενα συστατικὰ στοιχεῖα, δηλαδὴ ἀπαρτίαν τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ὁ νόμος· ἑπομένως ὅ,τι ἔκαμον, αὐτὰ δὲν εἶναι νομοθετήματα, εἶναι πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ μίαν συναγωγὴν παράνομον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἠθέλησεν ὁ Ζωχιὸς νὰ τὴν ὑπερυψώσῃ καὶ ἀμέσως νὰ ἀπαγγείλῃ κατηγορητήριον. Κύριε Ζωχιέ, εὐτυχῶς εἶσθε ἀντιπρόσωπος, εἶσθε ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου· ὑπεβάλατε κατηγορίαν κατὰ ὑπουργῶν, κατὰ τὴν κρίσιν σας παρανομησάντων· δὲν ἔχετε τίποτε ἄλλο νὰ κάμητε, παρὰ νὰ ἐπεκτείνητε τὴν κατηγορίαν καθ’ ὅλων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι παρεβίασαν τοὺς νόμους τῆς πατρίδος. Ἂν ἔρχησθε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ λέγητε καὶ νὰ μὴ λέγητε, καὶ νὰ ἀφίνητε ἀοριστίαν εἰς τοὺς λόγους σας, αὐτὸ δὲν τὸ δέχονται ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των ὡς λειτουργοὶ τῆς πολιτείας. Γνωρίζω ὅτι ὑπάρχουσιν ἄπειρα προηγούμενα, ὅτι οἱ βαθμοὶ δίδονται δι’ ὀργανικῶν διαταγμάτων καὶ εἶναι κτῆμα ἀναφαίρετον, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ· ἂν ἀρνηθῶμεν τὴν μισθοδοσίαν εἰς αὐτοὺς, θὰ ἔλθουν τὰ δικαστήρια καὶ θὰ μᾶς ὑποχρεώσουν νὰ τοὺς πληρώσωμεν.
§128ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ σκοπὸς ὅλων ἡμῶν εἶναι νὰ ψηφίσωμεν νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ κηρύξωμεν ἄκυρα καὶ οὐδεμίαν ἰσχὺν ἔχοντα τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα ὡς νόμοι τοῦ Κράτους ἐψηφίσθησαν καὶ ἐδημοσιεύθησαν· καὶ τοῦτο ἐπιτυγχάνομεν, νομίζω, οἱονδήποτε κείμενον καὶ ἂν παραδεχθῶμεν, εἴτε τὸ κείμενον τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε τὸ κείμενον τὸ ὁποῖον σᾶς προτείνει ἡ Ἐπιτροπὴ, εἴτε τὸ κείμενον τὸ ὁποῖον σᾶς προτείνει ὁ κ. Τρικούπης. Ἀλλὰ τὸ κατ’ ἐμὲ, νομίζω, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸ κείμενον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Τρικούπης, θέλομεν ἀφήσει μίαν ἀμφιβολίαν εἰς τὸν νοῦν παντὸς μεταγενεστέρου ἢ παντὸς ξένου, ὁ ὁποῖος, μὴ γνωρίζων τὰ γενόμενα κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην, ἤθελε λάβει ἀνὰ χεῖρας καὶ ἤθελεν ἀναγνώσει τὸν νόμον τὸν ὁποῖον μᾶς προτείνει νὰ ψηφίσωμεν. Ὁ κ. Τρικούπης σᾶς προτείνει νὰ εἴπητε «οὐδεμίαν ἔχουσιν ἰσχὺν νόμου, ὡς ἐστερημέναι τῶν ἀναγκαίων συστατικῶν αὑτοῦ, αἱ ἑπόμεναι πράξεις». Ἐκ τῆς ἐκφράσεως ταύτης, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ παρατηρήσω, οὐδὲν θέλει ἐννοήσει ὅστις ἀναγνώσει τὸν νόμον, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὰ προηγούμενα· διότι ἐὰν παραβάλῃ τὸν νόμον τοῦτον μὲ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἀκυροῦνται δι’ αὐτοῦ, δὲν θὰ ἐννοήσῃ ὁποῖον ἐκ τῶν συστατικῶν, ὅσα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν κατάρτισιν τῶν νόμων, ἐλλείπει ἀπὸ αὐτούς. Εἶναι, λέγει, ὁ κ. Τρικούπης, ἐστερημένοι τῶν ἀναγκαίων συστατικῶν. Ἀλλὰ ποίων συστατικῶν; ὅστις ἀναγνώσει τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, θέλει ἰδεῖ ὅτι ἔχουν καὶ αὐτοὶ τὰ συστατικὰ τὰ ὁποῖα ἔχουν καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι νόμοι. Διὰ τοῦτο, νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθότερον εἰς τὸ κείμενον τοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀκυρωθοῦν αἱ πράξεις αὗται, νὰ σημειωθῇ ῥητῶς διὰ ποίους λόγους ἀκυροῦνται, καὶ νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἐπιτύχωμεν διαφορετικὰ, παρὰ ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸ κείμενον τοῦ ὑπουργείου, ἢ τὸ κείμενον τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ταὐτίζεται μὲ τὸ πρῶτον, δηλ. ἐμπεριλαμβάνει τὰς λέξεις, ὅτι ἀκυροῦνται, διότι κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος ἐσυζητήθησαν καὶ ἀπεφασίσθησαν, ἐκρίθησαν καὶ ἐδημοσιεύθησαν· ἀκυροῦνται, διότι ἐσυζητήθησαν καὶ ἀπεφασίσθησαν παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Σύρου εἶπεν, ὅτι αὐτοὶ οὔτε ἐσυζητήθησαν οὔτε ἐψηφίσθησαν, ἀλλ’ ἀμφότερα ταῦτα ἐγένοντο, κατὰ παράβασιν ὅμως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τοὐτέστι χωρὶς νὰ ᾖναι ἡ νόμιμος τῆς Βουλῆς ἀπαρτία. Οἱ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἰσερχόμενοι ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ἔβλεπον ὅτι καὶ συζήτησις ἐγένετο καὶ ἀπόφασις, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ᾖναι παρόντες οἱ βουλευταὶ τοὺς ὁποίους τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ, ὥστε ὁ λέγων ὅτι ἐσυζητήθησαν καὶ ἀπεφασίσθησαν δὲν λέγει ψεῦδος, ἀλλὰ ἀλήθειαν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, φρονῶ ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ, ἀντὶ τῶν λέξεων, «κηρύσσονται ἄνευ νομοθετικοῦ κύρους», νὰ παραδεχθῇ «οὐδεμίαν ἔχουσιν ἰσχὺν νόμου,» ἀλλὰ νὰ ἀφήσῃ τὰ λοιπὰ, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ τροπολογηθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀκολούθως· «οὐδεμίαν ἔχουσιν ἰσχὺν νόμου τὰ κατὰ παράβασιν τῶν ἄρθρων 22 καὶ 56 τοῦ Συντάγματος συζητηθέντα, ἀποφασισθέντα, κυρωθέντα καὶ δημοσιευθέντα ὡς νόμοι τοῦ Κράτους ὑπὸ τὰ στοιχεῖα δεῖνα καὶ δεῖνα, περὶ τῶν δεῖνα καὶ δεῖνα ἀντικειμένων.»
§129ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι ἐνωρὶς ἀπὸ τοῦδε νὰ γείνῃ ἡ τροπολογία· εἶναι τρεῖς συζητήσεις. Νομίζω ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὡς καὶ εἰς τὰ ἄλλα, ὥστε νὰ ὡριμάσουν αἱ ἰδέαι.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ.
§131ΠΟΛΥΛΑΣ. Παρακαλεῖται μόνον τὸ προεδρεῖον νὰ διατάξῃ νὰ τυπωθῇ ἡ τροπολογία αὐτή.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ μοναδικὸν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ἔχον ὡς ἑξῆς. «Κηρύσσονται ἄνευ νομοθετικοῦ κύρους τὰ κατὰ παράβασιν τῶν ἄρθρων 22 καὶ 56 τοῦ Συντάγματος συζητηθέντα, ἀποφασισθέντα, κυρωθέντα καὶ δημοσιευθέντα ὡς νόμοι τοῦ Κράτους, ὑπὸ τὰ στοιχ. φζʹ, φή, φθʹ...31 νομοσχέδια». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ψηφοφορεῖται τὸ σύνολον. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1875.
§133ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἡ ἡμερησία διάταξις φέρει εἰς συζήτησιν, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως, ἐνόσῳ δὲν ψηφισθῇ ὁριστικῶς πρῶτον τὸ περὶ ἀκύρου τῶν ψευδῶν νόμων.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ ἡ πρώτη καὶ δευτέρα ἀνάγνωσις, καὶ ἡ τρίτη νὰ σταματήσῃ, νὰ βραδύνῃ. Ἀλλὰ διατί νὰ μὴ προβαίνωμεν; Ἐννοεῖτε ὅτι εἶναι μία κατάστασις ἔκρυθμος· πρέπει ἡ κοινωνία νὰ μάθῃ ἂν οἱ νόμοι αὐτοὶ ᾖναι ἐν ἰσχύϊ ἢ ὄχι.
§135ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Καθόσον ἀφορᾷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νομοσχέδιον, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον, διὰ νὰ ᾖναι παρὼν ὁ ὑπουργός. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθὲν, νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, διότι ἔχει πολλὴν σχέσιν μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν, τοὐτέστιν ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὸ πρὸ μικροῦ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ψηφισθὲν νομοσχέδιον, καὶ κατόπιν νὰ ζητήσω τὴν ἐπιψήφισιν, καθόσον ἐνδεχόμενον εἶναι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου ἐκείνου νὰ ἔλθουν τροποποιήσεις· καὶ θὰ ἔλθουν.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν λαμβάνω ἓν τηλεγράφημα ἀπὸ τὴν ἀποσταλεῖσαν ἐπιτροπὴν εἰς Σπέτσας, διὰ τοῦ ὁποίου μοὶ ἀναγγέλλει ὅτι ὁ ἀνακριτὴς δικαστὴς Φιλέρης ἀρνεῖται νὰ δώσῃ αὐτῇ τὰς ζητουμένας πληροφορίας.
§137ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρνησις ὑπηρεσίας.
§138ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τί νὰ διατάξωμεν;
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ θέλει ἀποσταλῆ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ἕτερον ἀντικείμενον δὲν ἔχομεν. Αὔριον θέλομεν ἔχει τὴν βʹ. συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ψευδῶν νόμων. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις τῇ τετάρτῃ καὶ ἡμισείᾳ ὥρᾳ μ. μ.