1875.10.23
1,633 rows · 13,324 words · 134 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
Τῆς 23 Ὀκτωβρίου 1875.
(Πέμπτη).
Ὥρα 1 15|60.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπαλάφας νὰ προσέλθῃ νὰ ὁρκισθῇ. (Γίνεται ἡ ὁρκωμοσία). Ὁ βουλευτὴς Ὄρους κ. Ῥωμαῖος, κληρωθεὶς ἔνορκος, μοὶ ἐζήτησε τὴν ἄδειαν νὰ μεταβῇ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του, ἀλλ’ ἠρνήθην τὴν ἄδειαν, πιστεύω δὲ, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θὰ συμφωνήσῃ νὰ μὴ δοθῇ.
§3ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ μὴ δοθῇ ἡ ἄδεια.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ λογιστικοῦ κατέθηκεν εἰς τὸ προεδρεῖον τὸν προϋπολογισμὸν, ὅστις θέλει τυπωθῆ, διανεμηθῆ καὶ τεθῆ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον. Ὁ κ. Πολυλᾶς εἶχε ζητήσει τὸν λόγον, ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς προηγεῖται.
§5ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων, τῶν ὁποίων ἐζητήθη ἡ ἀκύρωσις, εἶναι καὶ τὰ νομοσχέδια περὶ κυρώσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ἔτους 1874, δηλ. ὁ προϋπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1874, τὸν ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐπαναφέρω καὶ ζητήσω τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ψῆφον τῆς Βουλῆς, καὶ ἓν νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας διὰ τὰς δηλώσεις τοῦ 1874, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διέλθῃ τὸ κῦρός σας. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα καταθέτω.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὁ προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐνταῦθα ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὑποβάλλει νομοσχέδιά τινα.
§7ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ μικρὰ ἔκθεσις, ἥτις συνοδεύει τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἡ ἀνακεφαλαίωσις, ἥτις ἐμπεριέχεται ἐν αὐτῷ, πρέπει νὰ τυπωθῶσι.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφωνεῖ ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις;
§9ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ λοιπὰ νομοσχέδια θὰ τυπωθῶσι, διανεμηθῶσι καὶ σταλῶσιν εἰς τὰς οἰκείας ἐπιτροπάς. Ὁ κ. Πολυλᾶς εἶχε ζητήσει τὸν λόγον διὰ μίαν ἐπερώτησιν.
§11ΠΟΛΥΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶ νὰ μοὶ δώσῃ ὀλίγην προσοχήν. Ἀπὸ τῆς ἑνώσεως ὑπάρχουσιν ἐκκρεμῆ μεταξὺ τοῦ κοινοῦ τῆς Κερκύρας καὶ τοῦ δημοσίου δύο πολὺ σπουδαῖα ζητήματα. Ἡ ἀείμνηστος Ἑλένη Ἀρμένη Μοτσενίγου εἶχε καταλίπει εἰς τὴν κοινότητα Κερκύρας σπουδαῖον κληροδότημα, ὑπερβαῖνον τὸ 1,000,000 φράγκων. Τὸ ποσὸν τοῦτο κατετέθη εἰς τὸ τότε τοπικὸν ταμεῖον Κερκύρας, ἐπιτροπὴ δὲ, διαχειριζομένη τὸ κληροδότημα πρὸς ὑποτροφίαν νέων σπουδαζόντων ἐν ἀλλοδαπῇ, ἐλάμβανε τοὺς τόκους παρὰ τοῦ τοπικοῦ ταμείου. Ἐν ἔτει 1852, ἐὰν δὲν λανθάνωμαι, ἡ Ἰονικὴ Κυβέρνησις ἐδανείσθη παρὰ τοῦ τοπικοῦ ταμείου τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ ἔκτοτε ἐπλήρωνε τοὺς τόκους πρὸς τὴν διαχειριζομένην τὸ κληροδότημα ἐπιτροπήν. Ὁπότε ἐσυζητεῖτο ἐν τῇ Ἰονίῳ Βουλῇ τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως καὶ ἐκανονίζοντο οἱ ὅροι τῆς ἑνώσεως, ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ διάφορα κονδύλια τοῦ χρέους τῆς Ἑπτανήσου, ὅπως ἀναγνωρισθῶσιν ὡς χρέη τοῦ δημοσίου τῆς Ἑλλάδος. Μεταξὺ τῶν χρεῶν τῆς Ἑπτανήσου ἐσημειώθη καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὤφειλε τὸ δημόσιον πρὸς τὸ κληροδότημα Μοτσενίγου. Ἀλλ’ ὁ τότε θησαυροφύλαξ ἐσημείωσεν ὅτι ἤδη ἐνηργεῖτο συμβιβασμὸς μεταξὺ τῆς ἐγχωρίου κυβερνήσεως καὶ τοῦ δημοσίου, ὅπως ἀπαλλαγῇ τὸ δημόσιον τοῦ χρέους του ἀπέναντι ὀφειλῆς τοῦ ἐγχωρίου ταμείου πρὸς τὸ δημόσιον. Τότε ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν διαγραφὴν τοῦ κονδυλίου ἐκ τοῦ πίνακος, ὅστις ἐπισυνήφθη εἰς τὴν ἀπόφασιν περὶ ἑνώσεως· ὅθεν ὑπάρχει καὶ τὸ κονδύλιον αὐτὸ τοῦ χρέους τοῦ δημοσίου πρὸς τὸ κληροδότημα Μοτσενίγου. Ψηφισθείσης τῆς ἑνώσεως, ἔμεινεν ἡ γερουσία ὡς μόνη ἀρχὴ τοῦ Κράτους, καὶ εἰς τὸ πεῖσμα τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἐτελείωσε τὸν συμβιβασμὸν καὶ ἀπήλλαξε τὸ δημόσιον· ἑπομένως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συμπεριλάβῃ μεταξὺ τῶν χρεῶν τοῦ δημοσίου καὶ τὸ χρέος τοῦτο. Αὐτὸ εἶναι ἓν τῶν ζητημάτων. Τὸ βʹ. εἶναι ὅτι τὸ δημόσιον ἀπὸ τῆς ἑνώσεως καὶ πρὶν ἐπὶ τῆς Ἀγγλικῆς προστασίας κατεῖχε πλεῖστα κτήματα ἐν τῇ πόλει Κερκύρας, τὰ ὁποῖα νέμεται πρὸς χρῆσίν του, καθὼς εἶναι τὰ δικαστήρια, τελωνεῖα καὶ ἄλλα. Περὶ αὐτῆς τῆς περιουσίας ἐκινήθη δίκη παρὰ τοῦ ἐγχωρίου ταμείου Κερκύρας, καὶ ἐγένετο ἀπόφασις παρὰ ἰδιαιτέρου συστηθέντος δικαστηρίου ὅτι τὰ κτήματα ἐκεῖνα ἀνήκουν εἰς τὸ κοινὸν ἢ τὴν κοινότητα, ἐὰν θέλητε, τῆς Κερκύρας, διετάχθη δὲ καὶ ἡ ἐκκαθάρισις τῶν ὀφειλομένων ἐνοικίων, ἡ δὲ ἐκκαθάρισις ἐγένετο μετὰ τὴν ἕνωσιν, ἐν ἔτει 1866. Ἡ ἐκκαθάρισις αὕτη ἔμεινεν ἐκκρεμής, καὶ ὡς φαίνεται, ἡ Κυβέρνησις τὴν εὑρῆκεν ὑπέρογκον καθόσον ἀφορᾷ τὰ ἐνοίκια, ἐκ τούτου δ’ ἐπήγασε διαφορὰ μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τῆς ἐγχωρίου διαχειρίσεως, καὶ ἐὰν δὲν σφάλλω, τὸ δημόσιον κατέβαλε ποσά τινα ἀπέναντι τῶν ὀφειλομένων ἐνοικίων. Ἐπειδὴ, κ. ὑπουργὲ, ἔχω νὰ ὑποβάλω προτάσεις ἐπὶ ἀμφοτέρων τῶν ζητημάτων, διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ ἐν τάχει νὰ καταθέσητε εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἔχω σημειωμένα ἐνταῦθα, διὰ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν ὅπως λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπως ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον τῆς Κερκύρας, διότι ὁ τόπος στερεῖται μεγάλης ὠφελείας ἐκ τῆς ἐλλείψεως αὐτῆς τῆς περιουσίας, ἥτις δύναται νὰ φέρῃ τὴν ἀναγέννησιν τὴν διανοητικὴν τοῦ τόπου ἐκείνου (καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον τὴν σημείωσιν).
§12ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σημείωσις νὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ συλλέξωμεν καὶ στείλωμεν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§13ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Γινώσκετε, κύριοι, ὅτι ἐγὼ, ὁσάκις καταλαμβάνω τὸ βῆμα, δὲν ἐκτείνομαι εἰς πολλά. Παρακαλῶ ἑπομένως νὰ προσέξητε, διότι ὀλίγον χρόνον θέλω σᾶς ἀπασχολήσει ἐπὶ μιᾶς ὑποθέσεως τὰ μάλιστα σπουδαίας. Εἷς ἕλλην Τήνιος, Ματθαῖος Τζὲς, εἶχεν ἀνεγείρει ἓν καφφενεῖον ἐν Ἀλεξανδρείᾳ. Αὐτὸ τὸ κατάστημα εἶχεν ἀνεγείρει ἐπὶ τόπου ἀνήκοντος ἐξ ἡμισείας εἰς τὸ δημόσιον καὶ ἐξ ἡμισείας εἰς ἕνα ναὸν τῆς Πρωσσίας. Ὁ ἄνθρωπος ἐπλήρονε τακτικώτατα τὸ ἐνοίκιόν του καὶ ἔμενεν ἥσυχος, ἀπολαμβάνων ἐκ τῆς ἐργασίας του τὰ πρὸς τὸ ζῇν. Ἀλλὰ φθονοῦντες τὴν τύχην αὐτοῦ προσεπάθησάν τινες, διὰ τοῦ τρόπου ἐκείνου ὅστις εἶναι γνωστὸς παρὰ τῇ Κυβερνήσει τῇ Αἰγυπτιακῇ, νὰ ὠφεληθῶσιν, ἁρπάζοντες τὴν περιουσίαν τοῦ ὃν ὑπερασπίζομαι πτωχοῦ ἕλληνος. Μὴ δυνηθέντες δὲ νὰ κατορθώσωσι τὸν ἰδιωφελῆ σκοπόν των, προσέτρεξαν εἰς τὸν ἐκεῖ ἀντιπροσωπεύοντα τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα ὑποπρόξενον κ. Σκοῦφον, ἐφ’ ᾧ καὶ εἰς μίαν νύκτα, καθ’ ἣν ὁ Τήνιος ἔπασχεν, ἡ ἀστυνομία μετὰ κλητήρων ἀστυνομικῶν κατέστρεψε τὸ καφφενεῖον καὶ τὴν ἐν αὐτῷ ὁλόκληρον περιουσίαν τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, μὴ φεισθεῖσα οὔτε τὰ ἔπιπλα αὐτοῦ. Ὁ δυστυχὴς παθὼν προσέτρεξεν εἰς τὸν ἀντιπροσωπεύοντα τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶδεν ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ τύχῃ προστασίας διὰ τὴν περιουσίαν του, ἀπεφάσισε νὰ προβῇ εἰς πλάγια μέσα καὶ ἐσκέφθη ὅτι ἠδύνατο νὰ σωθῇ ἀπὸ τὸν κίνδυνον, ἐὰν μετεβίβαζε τὴν περιουσίαν του εἴς τινα, τὸν ὁποῖον βεβαίως δὲν ἠδύνατο ἡ αἰγυπτιακὴ κυβέρνησις ν’ ἀδικήσῃ ἀτιμωρητεὶ, ὑπήκοον Αὐστριακόν. Ἀλλὰ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, κατὰ τὸν Νόμον, ὤφειλε τὸ συμβόλαιον τῆς ἀγοραπωλησίας ἐκείνης νὰ ἐπιθεωρήσῃ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ τὸ ἐπικυρώσῃ. Οὕτω καὶ ἐγένετο· παρουσιάζεται ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ συμβόλαιον εἰς τὸν ὑπάλληλον τοῦ προξενείου, αὐτὸς δὲ, ἀφοῦ ἔγραψε τὴν ἐπικύρωσιν καὶ ἔμενε νὰ ὑπογραφῇ αὕτη ὑπὸ τοῦ ὑποπροξένου, τῷ εἶπε νὰ περιμένῃ διὰ μίαν ἡμέραν, κρατήσας τὸ συμβόλαιον, καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν νὰ ὑπάγῃ νὰ τὸ παραλάβῃ. Παρουσιάζεται ὁ ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἀντὶ τῆς ὑπογραφῆς εὑρίσκει ἐσβεσμένην τὴν ἐπικύρωσιν· μὴ δυνάμενος δὲ νὰ εὕρῃ δίκαιον, προσέτρεξεν εἴς τινας δικηγόρους Γάλλους, οἵτινες κατὰ τὴν Νομολογίαν τῆς Γαλλίας θεωροῦνται ὡς δημόσιοι λειτουργοί. Οἱ ἄνθρωποι ἔτρεξαν ὅπως σώσουν τὴν περιουσίαν τοῦ δυστυχοῦς αὐτοῦ ἕλληνος καὶ ἔδειξαν μέγιστον ἐνδιαφέρον πρὸς τοῦτο, καὶ τοιοῦτον, ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ δείξῃ ὁ καλλίτερος ἕλλην. Κύριοι, συγκινεῖταί τις βλέπων ὅτι ἄνθρωποι ξένοι προστατεύουσι καλλίτερα ἀπὸ ἡμᾶς τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα. Θεωρῶ καθῆκόν μου ν’ ἀναγνώσω μικρὰν περικοπὴν ἐπιστολῆς τῶν εὐγενῶν ἐκείνων τῆς Γαλλίας τέκνων, οἵτινες οὕτω καλῶς φροντίζουσι διὰ τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα. Ἰδοὺ τί λέγουν αὐτοὶ εἰς μίαν ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνον εἰς τοὺς Βουλευτὰς Τήνου. Ἐν Ἀλεξανδρείᾳ τῆς Αἰγύπτου, τὴν 10 8βρίου 1875. Κύριε Βουλευτά, Δὲν ἀμφιβάλλομεν ὅτι θέλετε εὐαρεστηθῆ νὰ ἐξετάσητε τὴν ὑπόθεσιν, ἣν Σᾶς ὑποβάλλομεν, τοῦ συμπολίτου καὶ συμπατριώτου Σας κ. Ματθαίου Τζέ. Εἴμεθα πεπεισμένοι ὅτι θέλετε ἀναγνωρίσει, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔχει ὑπὲρ αὑτῆς τὸ δίκαιον καὶ ὅτι οὐδεμία ἔνστασις βάσιμος κατ’ αὐτῆς ὑπάρχει. Μετὰ τὴν τοιαύτην εὐνοϊκὴν ὑμῶν ἔρευναν, εὐελπιστοῦμεν ὅτι θέλετε ὑποστηρίξει αὐτὴν ἐνθέρμως δι’ ὅλων τῶν νομίμων μέσων παρὰ τοῖς κ. κ. Ὑπουργοῖς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν καὶ τῆς δικαιοσύνης τῆς Ἑλλ. Κυβερνήσεως, πρὸς οὓς ὑπεβάλαμεν πλήρη τὴν δικογραφίαν. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα ἀποστέλλομεν Ὑμῖν, θέλετε πεισθῆ, ὅτι τοιαῦτα οἰκτρὰ γεγονότα λαμβάνουσι χώραν ἐν ᾗ ἐποχῇ ζῶμεν· ὅμοια ἔγγραφα ὑποβάλλομεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν Α. Μ. τὸν βασιλέα Γεώργιον. Ἐξ αὐτῶν θέλετε ἰδεῖ κατὰ πόσον ὁ διευθύνων κατ’ αὐτὰς τὸ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ γεν. Προξενεῖον τῆς Ἑλλάδος ὑποπρόξενος Σκοῦφος ἐθεώρησεν ἄξιον τῆς προστασίας του τὸν ὑπήκοον ἕλληνα Ματθαῖον Τζέν. Ἄν ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἐπεκύρωνε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἕλληνος ὑπηκόου ἐν τῷ συμφωνητικῷ τῆς ἀγοραπωλησίας τὴν 4 7βρίου ε. ε., τὰ συμφέροντα τοῦ Ματθαίου Τζὲ θὰ ἐξησφαλίζοντο ἐντελῶς, διότι τὸ κατάστημά του, μεταβιβαζόμενον ὑπὸ αὐστριακὴν προστασίαν, οὐδένα θὰ διέτρεχε κίνδυνον, καθόσον ἡ Αἰγυπτιακὴ ἀστυνομία οὐδέποτε θὰ ἐτόλμα νὰ προβῇ εἰς τὴν κατεδάφισιν τοῦ καφφενείου, ἀπέναντι αὐστριακοῦ ὑπηκόου. Ἀλλ’ ἡ παράνομος καὶ αὐθαίρετος ἄρνησις τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ὑπογραφῆς, ἐκ μέρους τοῦ κ. Σκούφου, κατέστρεψε τὸν κ. Ματθαῖον Τζὲν ἐντελῶς. Ἐκτὸς τούτου θέλετε παρατηρήσει, ὅτι οὐδεμία δικονομικὴ διατύπωσις ἐτηρήθη, οὐδὲν ἔγγραφον ἐκοινοποιήθη εἰς τὸν Ματθαῖον Τζὲν ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ Προξενείου. Μόνον τὴν αἰσχρὰν βίαν μετεχειρίσθησαν, καὶ ταύτην ἐν καιρῷ νυκτός!... Εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι ἡ λυπηρὰ θέσις τοῦ συμπατριώτου σας θέλει συγκινήσει τὴν ἑλληνικὴν καρδίαν σας, καὶ ὅτι διὰ τῆς ἀποτελεσματικῆς συνδρομῆς σας θέλει τῷ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη διὰ πρεπούσης ἀποζημιώσεως, πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς φοβερᾶς ζημίας, ἣν ὁ μοναδικὸς οὗτος τρόπος τῷ ἐπροξένησε. Θέλετε ἐκπλαγῆ ἴσως βλέποντες πολίτας Γάλλους, λαμβάνοντας μέρος καὶ ὑπερασπιζομένους ἕνα ὑπήκοον ἕλληνα. Ἐπιτρέψατε ἡμῖν νὰ σᾶς εἴπωμεν, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐνταῦθα ἑλλήνων δικηγόρων ἐτόλμησε νὰ ἐκτεθῇ εἰς ἔχθραν κατὰ τοῦ κ. Σκούφου, ὅστις ἔλαβε τόσον μεροληπτικὴν θέσιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην! οἱ ἕλληνες δικηγόροι, ἐξαρτώμενοι ἄγαν ἐκ τοῦ ἐν λόγῳ ὑπαλλήλου, δὲν δύνανται νὰ ἐπεμβαίνωσιν εἰς ὅ,τι ἀπαρέσκει αὐτῷ. Τὸ καθ’ ἡμᾶς ἐθεωρήσαμεν ὅλως οἰκογενειακὴν τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, διότι, ἕνεκα τοῦ πολιτισμοῦ, Ἕλληνες καὶ Γάλλοι θεωροῦνται ὡς ἀδελφοὶ ἀπέναντι τῶν βαρβάρων καὶ ὀφείλουσιν ἀλληλέγγυον ἀναμεταξύ των συνδρομήν. Ἡ θριαβευτικὴ διέξοδος τῆς ἐν Ναυαρίνῳ ναυμαχίας καὶ ἡ ἐν Πελοποννήσῳ ἐκστρατεία τῶν Γάλλων μαρτυροῦσι περὶ ὅσων γράφομεν! Ἡ ὑμετέρα ἀφοσίωσις πρὸς τὴν Γαλλίαν κατὰ τὸν θλιβερὸν πόλεμον, ὃν διεξῆξε τόσον ἀπαισίως κατὰ τὸ 1870, ἀποδεικνύει τὴν πρὸς αὐτὴν τῶν πατριωτῶν Σας εὐγνωμοσύνην. Τοιουτοτρόπως καὶ ἡ Γαλλία εἶναι μεθ’ ὑμῶν, διότι πολλὰ ὀφείλει εἰς τὴν πατρίδα τοῦ Δημοσθένους, τοῦ Πλάτωνος καὶ τοῦ Ἀριστοτέλους. Κατὰ τὰς συνθήκας, ἡ Γαλλία εἶναι μία τῶν προστάτιδων τῆς Ἑλλάδος δυνάμεων. Ἕνεκα τούτου διευθύναμεν τὴν δικογραφίαν τῆς περὶ ἧς πρόκειται ὑποθέσεως τοῦ ὑπηκόου ἕλληνος Ματθ. Τζὲ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Γαλλικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ εἰς τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης, καθὼς καὶ εἰς τὸν κ. Bouchet βουλευτὴν Μασσαλίας, διὰ τὰ περαιτέρω. Εὐαρεστηθῆτε, κύριε, νὰ δεχθῆτε τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῶν συμπαθητικωτάτων αἰσθημάτων μας. Buhl ἔμμισθος πληρεξούσιος τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως Α. Zidan πληρεξούσιος.
§14ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ποῖοι γράφουν;
§15ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κύριοι Buhl καὶ Zidan.
§16ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Πρὸς ποῖον ἀναφέρονται;
§17ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τοὺς βουλευτὰς Τήνου. Ἀλλὰ, κύριοι, αὐτὸς ὁ κύριος Σκοῦφος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὅστις ὄχι μόνον κατώρθωσε νὰ καταστρέψῃ τὴν περιουσίαν ἑνὸς Ἕλληνος, ἀλλὰ ὅστις κατέστρεψε καὶ πολλῶν ἄλλων τὰς περιουσίας.
§18ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἑνὸς Ἀντωνοπούλου ἀπὸ τὸ Ἄργος.
§19ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλοτε καὶ ἐγὼ δι’ ἄλλους προξένους ἔλαβα τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω· ἀγνοῶ ὅμως τὴν τύχην τὴν ὁποίαν ἔλαβον οἱ λόγοι μου. Σήμερον παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχω ἰδιαιτέραν ὑπόληψιν, νὰ φροντίσῃ καὶ μᾶς φέρῃ πλήρη ἔκθεσιν τῶν διατρεξάντων καὶ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς τιμωρίας τοῦ παρανομήσαντος αὐτοῦ λειτουργοῦ, τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος τὸ ἔθνος ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, συνάμα δὲ φροντίσῃ νὰ διατάξῃ τὸ προξενεῖον νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῆς βίας, ἡ ὁποία ἐπηνέχθη κατὰ τῆς περιουσίας τοῦ ἕλληνος πολίτου, καὶ σώσῃ οὕτω τὸν ἄνθρωπον ὅστις ἀπῆλθεν ἐκεῖ διὰ νὰ ζήσῃ διὰ τῆς ἐργασίας του, οὐδέποτε βέβαια φαντασθεὶς ὅτι δὲν θὰ τύχῃ τῆς ὀφειλομένης προστασίας.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μὴ διορισμοῦ ἐντοπίων ὑπαλλήλων. Ὁ κ. Δημητριάδης ἐζήτησε τὸν λόγον.
§21ΧΟΪΔΑΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ τὸν κ. πρόεδρον καὶ τὴν Βουλὴν νὰ προτάξῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς ἀφορώσης τοὺς ὑπουργούς, διότι νομίζω ὅτι εἶναι σπουδαιότερον αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§22ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶμαι, κύριοι, ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ Νομοσχεδίου, διαφωνῶ ὅμως ὡς πρὸς τὰ καθ’ ἕκαστα ἐν μέρει, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ταχθοῦν εἰς τὴν κοινὴν αὐτὴν κατηγορίαν οἱ γραμματεῖς τῶν ἐφορειῶν, τῶν ταμείων καὶ τῶν τελωνείων, καὶ οἱ ἐπὶ τῆς διαμετακομίσεως.
§23ΤΙΝΕΣ. Ὅλοι, ὅλοι.
§24ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔχετε ὑπομονὴν νὰ μὲ ἀκούσητε, διὰ νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον, διότι ὁ μισθὸς αὐτῶν τῶν θέσεων εἶναι εὐτελὴς, καὶ δὲν πιστεύω νὰ εὑρεθῶσιν ἄνθρωποι, ἔχοντες τὰ προσόντα, νὰ καθέξωσι τὰς θέσεις αὐτάς. Παρατηρῶ δὲ ὅτι ἐλλείπει τάξις τις ὑπαλλήλων εἰς τὴν ὁποίαν παραδίδομεν τὰ μυστήρια τῆς πολιτείας, τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς οἰκογενείας· αὐτὴ ἡ τάξις εἶναι οἱ τηλεγραφηταί· αὐτοὶ ἐξασκοῦν τὰ πολυτιμώτερα δικαιώματα, διότι εἰς αὐτοὺς ἐμπιστευόμεθα, ὡς εἶπον, τὰ μυστήριά μας. Προσέτι δὲ πρέπει νὰ προστεθῶσιν εἰς αὐτοὺς καὶ οἱ ταχυδρομικοὶ ἐπιστάται, οἱ ἔχοντες τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποδιευθυντοῦ. Διατί; Διότι γνωρίζετε, νομίζω, ὅτι ἐν Πάτραις εἶχε διορισθῆ ἐντόπιος, καὶ αὐτὸς πρὸ τῆς διανομῆς ἔστελλε τὴν ἀλληλογραφίαν εἴς τινα καταστήματα ἐμπορικὰ καὶ ὄχι καὶ εἰς τὰ ἄλλα, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐβλάπτοντο τὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων. Προσέτι δὲ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν κοινὸν αὐτὸν κανόνα καὶ οἱ ἐφέται. Διατί, κύριοι; Διότι, σᾶς φέρω ἓν παραδείγματι, οἱ ἐφέται οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς τὰς Πάτρας ἐνυμφεύθησαν ἐκεῖ, ἐγκατεστάθησαν, ἔχουν συμφέροντα· ὅσον δίκαιοι καὶ ἂν ᾖναι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρχουν κατ’ αὐτῶν μεμψιμοιρίαι. Καὶ ἐννοεῖτε, ὅτι εἰς τὴν κρίσιν αὐτῶν ὑποβάλλονται πολύτιμα συμφέροντα, διότι εἶναι τὸ τελευταῖον καταφύγιον. Προτείνω λοιπὸν νὰ ἐξαιρεθῶσιν αὐτοὶ τοὺς ὁποίους ἀνέφερον καὶ νὰ ὑπαχθῶσιν οἱ τελευταῖοι.
§25ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε Δημητριάδη, παρακαλῶ νὰ σημειώσητε αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις, ὥστε εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν καὶ ἡμεῖς τὰς παρατηρήσεις μας.
§26ΖΩΧΙΟΣ. Ἀρχαῖός τις Ἕλλην, ὁ Πλάτων, ἐπενόησεν ἰδίαν πολιτείαν, ὥρισε δὲ ὅτι πρέπει νὰ προηγῆται προοίμιον, ἑρμηνεῦον τὸ διατί ὁ νόμος τίθεται. Πρὸς τίνα δὲ σκοπὸν τίθεται ὁ ἤδη συζητούμενος νόμος; ἐνδέχεται νὰ ᾖναι ὁ νόμος πολὺ καλός, τὸ διατί ὅμως τίθεται εἶναι ἄγνωστον. Τί πρέπει λοιπὸν νὰ πράξω, ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς νὰ κηρυχθῶ, ἢ κατὰ τῆς ἀρχῆς, ἀφοῦ δὲν γνωρίζω τὸ διατί; Γνωρίζω δὲ ὅτι ὑπάρχει εἰς τὰ ἑλληνικὰ λεξικὰ ἡ λέξις ξενηλασία, ἡ ἐμφαίνουσα τὸν διωγμὸν τῶν ξένων, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω λέξιν, καὶ ἀφοῦ ἐφυλλολόγησα ὅλον τὸ λεξικόν, ἐκφράζουσαν τὸν διωγμὸν τῶν αὐτοχθόνων καὶ τῶν ἀστῶν (ἱλαρότης). Εἰς τοῦτον δὲ τὸν τόπον, ἤτοι εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀρχαῖός τις ἄλλος ἠθέλησε νὰ ὁρίσῃ τοὺς πολίτας, οἵτινες εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ᾖναι δημόσιοι ὑπάλληλοι. Καὶ πῶς τοὺς ἐδιάλεξε; Τοὺς ἤθελε νὰ ᾖναι γεννημένοι ἐξ ἀστοῦ καὶ ἀστῆς· ἡμεῖς δὲ, ἐὰν τύχῃ τις ἐξ ἀστοῦ καὶ ἀστῆς, κατὰ τὸν συζητούμενον νόμον, τὸν ἀποδιώκομεν. Διισχυριζόμεθα δὲ ὅτι ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος εἰς τὸν τόπον τῆς γεννήσεώς του εἶναι ἀνάξιος ἐμπιστοσύνης, ἐὰν μεταβῇ εἰς ἄλλον τόπον, εἶναι ἄξιος πάσης ἐμπιστοσύνης. Ἀποστελλόμενος δὲ ὁ ὑπάλληλος εἰς τὰς ἐπαρχίας, πρέπει νὰ φορέσῃ καὶ ῥάσα, διότι ἂν τύχῃ καὶ σηκώσῃ τὰ μάτια του καὶ ἴδῃ κόρην τινα, καὶ ἐπιθυμήσῃ νὰ ἔλθῃ εἰς γάμου κοινωνίαν, κατὰ τὸν συζητούμενον νόμον διώκεται πάραυτα. Καὶ διὰ τοῦτο οἱ ὑπάλληλοι οἱ ἄγαμοι, οἱ μεταβαίνοντες εἰς τὰς ἐπαρχίας, πρέπει νὰ τὸ λάβουν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σηκώσουν τὰ μάτια τους νὰ ἴδωσι γυναῖκα. Ἔστω δὲ καὶ τοῦτο, ἐὰν ἐγνώριζον τὸ διατί ὁ νόμος τίθεται· ἀλλὰ τί σᾶς πταίω, ὅταν ἀγνοῶ τὸ αἴτιον τοῦ νόμου; Πῶς θέλετε νὰ ψηφίσω ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς προτάσεως, ὅταν δὲν γνωρίζω τὸ διατί; Πρὶν λοιπὸν προβῶμεν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, παρακαλεῖται ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς εἴπῃ, διατὶ ὁ νόμος τίθεται· σημειώσατε δὲ ὅτι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν γίνονται ἄλλα ἀντ’ ἄλλων. Σᾶς λέγουν δὲ ὅτι ὁ διοικητὴς τάγματος δὲν εἶναι ἄξιος ἐμπιστοσύνης ἐν τῇ πατρίδι αὑτοῦ, ἐνῷ εἰς τὴν Γερμανίαν, ἥτις ἐνίκησε τὴν Γαλλίαν, ἓν τῶν κυριωτέρων στοιχείων τῆς νίκης ἦτο ὅτι ὁ στρατὸς διέμενεν εἰς τὸν τόπον του. Ἀλλὰ διατὶ καὶ ὁ φρούραρχος δὲν ἐξαιρεῖται;
§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐξαιρεῖται· ἐὰν δὲν ᾖναι, πρέπει νὰ τεθῇ· νομίζω ὅμως ὅτι εἶναι.
§28ΖΩΧΙΟΣ. Νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν ἱστορικὸν συμβὰν, τὸ ἑξῆς. Ἐγὼ εὔχομαι νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ κατὰ γράμμα, διότι θὰ ἐκδικηθῶ τὸν κ. Πολυλᾶν· ἀλλὰ σᾶς κάμνω τὴν ἀκόλουθον παρατήρησιν, ὅτι δηλαδὴ οἱ τύραννοι οἱ τυραννήσαντες τὴν Κέρκυραν δὲν ἦσαν αὐτόχθονες, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐνεπιστεύθη εἰς ἕνα αὐτόχθονα τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως. Σᾶς ἀναφέρω δὲ καὶ ἓν ἄλλο προγενέστερον καὶ σπουδαιότερον παράδειγμα. Ἐπεβλήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ στρατολογία. Ἡ Ὕδρα δὲν τὴν ἐδέχθη, προσέβαλε τὸν ἔπαρχον αὑτῆς καὶ τὸν ἐδίωξεν, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ στείλῃ στρατὸν φέροντα τὴν ἐρυθρὰν τοῦ στρατοδικείου σημαίαν, στρατὸν ξενικόν. Πῶς ὅμως νὰ τολμήσῃ στρατὸς Γερμανικὸς ν’ ἀποβῇ εἰς τὴν Ὕδραν; Πῶς νὰ κατορθώσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ νικήσῃ τὴν ἐπανάστασιν τῆς Ὕδρας; Στέλλει τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, τὸν ἀοίδιμον Κριεζῆν· τὸν λιθοβολοῦν αἱ γυναῖκες. Ἐπὶ τέλους ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπικρατήσῃ. Ποῖος ἐστάλη; Ὁ ἀοίδιμος ναύαρχος Σαχτούρης. Ὁ Σαχτούρης διὰ τῆς παρουσίας του, διὰ τῶν τρόπων αὐτοῦ τῶν ἠπίων, ὑπέταξε τὴν Ὕδραν, χωρὶς πάλης, καὶ ἠνάγκασε τοὺς Ὑδραίους νὰ στέρξωσι καὶ νὰ δεχθῶσι τοὺς Γερμανοὺς, ἀποβαίνοντας μὲ τὴν ἐρυθρὰν σημαίαν. Ἀπέβησαν δὲ οἱ Γερμανοὶ τρέμοντες, εἶπον δὲ πρὸς αὐτοὺς οἱ Ὑδραῖοι. «Μὴ φοβῆσθε, δὲν σᾶς πειράζομεν.» Τοὐτέστιν οἱ Ὑδραῖοι, ὑπακούοντες εἰς τὴν φωνὴν αὐτόχθονος, συγκατετέθησαν νὰ δεχθῶσι καὶ στρατοδικεῖον. Σεῖς δὲ βλέπω ὅτι δέχεσθε τὴν ἀρχὴν τὴν ἀντίστροφον, τοὺς αὐτόχθονας κυνηγητοῦντες.
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κἀνεὶς δὲν τὸ εἶπε.
§30ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ παραδέχομαι. Κατ’ ἀρχαῖον δόγμα, ἡ Ἀσία ἦτο δούλη, διότι δὲν εὑρίσκετο ἄνθρωπος νὰ εἴπῃ οὔ. Πρὸ πάντων εἰς τόπον ἐλεύθερον οἱ πρῶτοι αὐτοῦ ἄρχοντες πρέπει νὰ ἔχωσι τὴν τόλμην νὰ λέγωσιν οὔ. Ἀλλ’ οὐ λέγοντες, ἔπεσον ἀπὸ τῆς ἐξουσίας. Δὲν ἐχάθη ὁ κόσμος. Σᾶς πιέζει ἡ Βουλή; Οὔ. Σᾶς πιέζει ὁ Βασιλεὺς; Οὔ. Σᾶς πιέζει ὁ λαὸς; Οὔ. Ἐὰν ὅμως αὐτὸ τὸ οὐ δὲν δύνασθε νὰ τὸ προφέρητε, δὲν πρέπει νὰ ἦσθε Κυβερνῆται. Ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, θέλω νὰ τὴν βοηθήσω ὅσον δύναμαι, μολονότι εἶμαι μηδὲν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ὑποστηρίξωμεν πάσῃ δυνάμει, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ περιορίσῃ τὴν ἐξουσίαν της. Θέλετε νὰ καταστήσητε τοὺς Ἕλληνας ξένους. Ἐγεννήθης, λόγου χάριν, εἰς τὰς Ἀθήνας; Εἰρηνοδίκης εἰς τὰς Ἀθήνας δὲν ἠμπορεῖς νὰ ἦσαι. Εἰς ποῖον δὲ τόπον δύναται νὰ διορισθῇ ὁ Ἀθηναῖος; εἰς τὸ Ἀγκίστρι. Κηρύσσομαι λοιπὸν κατὰ τῆς ἀρχῆς, διότι ἀγνοῶ τὸν λόγον, διότι εἶμαι ἐν τῷ σκότει, διότι δὲν γνωρίζω τὸ διατί. Ἐννοῶ ὅτι τὴν Κυβέρνησιν τὴν πολιορκοῦν, καὶ εἶχον τὴν τόλμην νὰ τὸ εἴπω ἐνώπιον αὐτῆς πρὶν ἢ σχηματισθῇ. Εἶπον τότε πρὸς αὐτὴν, θὰ σὲ πολιορκήσουν, θὰ σὲ πνίξουν, οἱ δὲ περὶ αὐτὴν ἔλεγον αὐταπάρνησις. Ὅταν ὅμως ἀκούητέ τινα νὰ σᾶς λέγῃ αὐταπάρνησις, πιστεύσατε τὸ ἐναντίον (ἱλαρότης). Οἱ φίλοι δὲ οἱ ψευδεῖς σὲ θέλουν ἀσθενῆ, διότι ὅσον ἀσθενεστέρα εἶναι μία Κυβέρνησις, τοσοῦτον ἡ κατ’ αὐτῆς πίεσις εἶναι μεγαλητέρα. Ἀλλὰ σεῖς εἴπατε πρὸς αὐτοὺς, τί θέλετε; Μᾶς ἀνεδείξατε ὑπουργοὺς, διὰ νὰ σᾶς δώσωμεν ῥοσφέτια; Πορεύεσθε ἀφ’ ἡμῶν, ῥίψατέ μας· ὅστις δὲ ἂν θέλῃ, ἂς μᾶς διαδεχθῇ, καὶ αὔριον βλέπει ποῦ θὰ καταντήσῃ. Ἀλλὰ τί σᾶς λέγουν βουλευταί τινες; Σωζόμεθα ἀπὸ τῶν πιέσεων καὶ ἡμεῖς. Ἀλλ’, εὐλογημένοι, σᾶς παρεκάλεσαν νὰ γίνητε βουλευταὶ ἢ σεῖς παρεκαλέσατε; (ἱλαρότης). Ὅταν ὁ πτωχὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος σᾶς ἐβοήθησε καὶ σᾶς ἔδωκεν 100 ψήφους, σᾶς παρακαλῇ νὰ διορίσητε τὸ παιδί του εἰς μίαν θέσιν διὰ νὰ λαμβάνῃ 80 δραχμὰς πρὸς βοήθειαν τοῦ οἴκου του, σεῖς τοῦ λέγετε, δὲν δυνάμεθα. Διατί; Διότι εἶναι ἐντόπιος. Θὰ σᾶς ἀναφέρω δύω ἱστορικὰ γεγονότα καὶ θὰ τελειώσω, διότι νομίζω τὸν συζητούμενον νόμον καὶ ὡς προσβολὴν τοῦ Βουλευτηρίου. Κατὰ τὸ 1867 ἔτος εἰς τὴν νῆσον Ἄνδρον δημοτικός τις ὑπάλληλος γέρων, ἄνθρωπος χρηστὸς, μακρὰν ἔχων ὑπηρεσίαν, ὑπηρέτει καὶ τὴν Κυβέρνησιν εἰς μικράν τινα ἐπιστασίαν, καὶ ἐλάμβανε 40 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς παύεται καὶ διορίζεται ἄλλος μὲ 80 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Μεταβαίνει μεγαλέμπορός τις φίλος του εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ λέγει πρὸς τὸν ὑπουργὸν αὐτὸ τὸ ἄτοπον. Ὁμολογεῖ τὴν ἀτοπίαν τοῦ πράγματος καὶ ὁ ὑπουργὸς, καὶ φωνάζει τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον, ἤτοι τὴν ὑπηρεσίαν. Ὅταν ὅμως ἀκούητε ὑπηρεσίαν, ἐκεῖ εἶναι ἡ κατεργαριά. Ἔρχεται λοιπὸν ἡ ὑπηρεσία καὶ ὁ ὑπουργὸς ἐρωτᾷ αὐτὴν περὶ τοῦ συμβαίνοντος, ὁ δὲ ὑπάλληλος λέγει πρὸς τὸν ὑπουργὸν κἄτι τι κρυφίως καὶ φεύγει. Τί σᾶς εἶπεν; ἐρωτᾷ ὁ μεγαλέμπορος. Αἴ, φίλε μου, τοῦ λέγει ὁ ὑπουργὸς, δὲν ἠμπορῶ νὰ σοῦ κάμω τίποτε, εἶναι σύστασις τοῦ δεῖνα ἐφημεριδογράφου. Ποῖος πιέζει λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν; Πιθανῶς τὴν πιέζει καὶ ἡ Βουλὴ, ἀλλ’ ἄλλοι τὴν πιέζουν περισσότερον. Εἰς νεωτέρους δὲ χρόνους, ὄχι σήμερον, εἰς νεωτέρους ὅμως χρόνους, εἷς ἐκ τῶν παρισταμένων μεταξὺ ἡμῶν, εἶπε πρὸς ἕνα τῶν ὑπουργῶν, πρὸ τῶν ἐκλογῶν· κύριε ὑπουργὲ, ἂν ἀγαπᾶς τὸν Θεὸν, δίωξον ἐκεῖνον τὸν κατεργάρην ἀπὸ τὸ χωριό μου, μὲ ἐσταύρωσεν, ἐσταύρωσε τὴν ἐπαρχίαν. Ἡσύχασον, ἀπεκρίθη ὁ ὑπουργός, ἰδοὺ τὸ διάταγμα. Τὸν ἐνέπαιζε δὲ τοιουτοτρόπως ὁ ὑπουργὸς διὰ κάμποσον καιρόν· ἐπιμένοντος δὲ τοῦ ἀπαιτοῦντος, λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ ὑπουργός, δὲν ἠμπορῶ. Διατί; Διότι εἶναι σύστασις τοῦ δεῖνα ἐφημεριδογράφου. Λοιπὸν βλέπετε τίς πιέζει τὴν Κυβέρνησιν; Ἀλλ’ ἐὰν ἐπιψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, ὅλας τὰς πονηρὰς αὐτοῦ αἰτίας θὰ μᾶς τὰς φορτώσουν, καὶ τὸ «τίς πταίει» θὰ ἀποδοθῇ εἰς ἡμᾶς (ἱλαρότης). Νομίζω λοιπὸν ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν περαιτέρω, πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἐξηγήσῃ τὴν αἰτίαν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐὰν ἡ αἰτία ᾖναι εὐλογοφανής, νὰ τὸ δεχθῶμεν μὲ ἀνοικτὰς ἀγκάλας, μὲ τὴν παρατήρησιν ὅμως, ὅτι ἡ σκοῦπα πρέπει νὰ πάρῃ ὅλους. Διατί, λόγου χάριν, οὗτος τίθεται πρὸς τὰ δεξιά, καὶ ἐκεῖνος πρὸς τὰ ἀριστερά; Ἀποκλείομεν τὸν γραμματέα τῶν Πρωτοδικῶν· διατί ὅμως παραδεχόμεθα τὸν γραμματέα τῶν Ἐφετῶν; Ἀποκλείομεν τὸν πρωτοδίκην· διατί ὅμως δὲν ἀποκλείομεν καὶ τὸν ἐφέτην; Ἐὰν δεχθῆτε τὸ Α, ἀφεύκτως ἐπέρχεται τὸ Β, τὸ Γ, τὸ Δ. Λοιπὸν συνοψίζω τὴν ἰδέαν μου καὶ κηρύσσομαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, μέχρις οὗ ἡ Κυβέρνησις ἐξηγήσῃ τὸ διατί.
§31ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Κύριε πρόεδρε, χάριν τῆς ἱστορίας συγχωρήσατε νὰ εἴπω, ὅτι Βαυαρικὸς στρατὸς δὲν ἦλθεν εἰς τὴν Ὕδραν τότε, ἀλλ’ Ἑλληνικὸς στρατός.
§32ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ὑποβαλοῦσα τὸ νομοσχέδιον ἐφ’ οὗ ἡ συζήτησις, ἐνόμισεν ὅτι ἦτο περιττὸν νὰ φέρῃ ἔκθεσιν αἰτιολογικήν, διότι δὲν ἦτο ἀρχὴ πρωτοφανὴς τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ καθιερώσῃ, ἦτο ἀρχή, τὴν ὁποίαν ἀνέκαθεν ἡ ἐξουσία ἐνόμισεν ἀναγκαίαν καὶ τελεσφόρον πρὸς τὴν καλὴν διοίκησιν τοῦ τόπου. Διὰ τοῦτο καὶ διατάγματα ἀλλεπάλληλα ἐξεδόθησαν, τὰ ὁποῖα καθιέρουν τὴν ἀρχὴν περὶ ἧς πρόκειται. Ἀτυχῶς ὅμως εὑρέθησάν τινες μὴ σεβασθέντες τὰ Βασιλικὰ ταῦτα διατάγματα, διότι ἐφρόνουν ὅτι αὐτὰ μὴ περιβεβλημένα τὸ νομοθετικὸν κῦρος δὲν τοὺς ἐδέσμευον. Ἡ ἀρχὴ λοιπὸν ἦτο καθιερωμένη καὶ γνωστὴ τοῖς πᾶσι, διὸ καὶ ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἤθελε πράξει ἔργον περιττόν, δικαιολογοῦσα τὸ νομοσχέδιον, διότι, ὡς εἶπον, ὁ λόγος ἦτο γνωστὸς εἰς πάντας ἡμᾶς. Εἷς δὲ καὶ μόνος ἦτο ὁ λόγος ὁ προκαλέσας τὰ Βασιλικὰ ἐκεῖνα διατάγματα καὶ ὁ ὑπαγορεύσας εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὁ λόγος τῆς καλῆς διοικήσεως καὶ τῆς προλήψεως καταχρήσεων, τὰς ὁποίας δύναται νὰ γεννήσῃ ὁ διορισμὸς ἐντοπίων, διότι, ὡς πάντες ὑμεῖς γνωρίζετε, ὁ ἐντόπιος συνδέεται διὰ σχέσεων τοσούτῳ στενῶν πρὸς τοὺς κατοικοῦντας, ἐνίοτε δὲ καὶ πρὸς τοὺς ἐξασκοῦντας ὁποιονδήποτε πολιτικὸν συμφέρον ἐν τῷ τόπῳ, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀπεκδυθῇ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ νὰ μὴ παρασυρθῇ κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του ἀπὸ τὰς φιλικὰς ἢ συγγενικὰς ἀξιώσεις καὶ συμπαθείας. Αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος λόγος. Οὔτε περὶ βουλευτῶν, οὔτε περὶ Βουλῆς, οὔτε περὶ Βασιλέως καὶ τῆς ἐπιδράσεως αὐτῶν πρόκειται· ἡ Κυβέρνησις ἐπιφυλάττει εἰς ἑαυτὴν ἀνεξαρτησίαν πλήρη εἰς τὸν διορισμὸν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καθόσον μάλιστα αὕτη ὀφείλει νὰ δώσῃ εὐθύνας. Δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὴν συζήτησιν τῶν καθ’ ἕκαστα, διότι μόνον τὴν ἀρχὴν ἡ Κυβέρνησις ὑποστηρίζει, καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας, εἶναι αὕτη πρόθυμος νὰ δεχθῇ τὰς μεταβολάς, αἵτινες ἀποδειχθήσονται ἀναγκαῖαι· νομίζω δὲ περιττὴν πᾶσαν περαιτέρω ἀνάπτυξιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, καὶ πιστεύω ὅτι πάντες θὰ ὑποστηρίξητε καὶ θὰ παραδεχθῆτε αὐτήν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§34ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ συζήτησις εἶναι περαιωμένη. Θὰ ἐρωτήσω ἤδη τὴν Βουλὴν· οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται σχεδὸν πάντες.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν κατ’ ἄρθρον. Ἄρθρ. 1. Ἀπαγορεύεται νὰ διορισθῇ τις ἢ νὰ διατελῇ δημόσιος ὑπάλληλος εἰς τὰς κάτωθι σημειουμένας θέσεις ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ ἐξ ἧς κατάγεται, ἢ ἐν ᾗ ἐξασκεῖ ἢ ἐξήσκησε κατὰ τὰ ἀμέσως προηγούμενα τρία ἔτη τοῦ διορισμοῦ του τὰ πολιτικὰ αὐτοῦ δικαιώματα, ἢ ἐξ ἧς ἔλαβε σύζυγον, ἤτοι 1) Τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τῶν παρ’ αὐτοῖς Εἰσαγγελέων, Ἀντεισαγγελέων καὶ Γραμματέων. 2) Τῶν Εἰρηνοδικῶν. 3) Τῶν Διοικητῶν τῶν ταγμάτων, τῶν Μοιράρχων καὶ λοιπῶν ἀξιωματικῶν τῆς χωροφυλακῆς, καὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ παντὸς βαθμοῦ. 4) Τῶν Νομαρχῶν, Ἐπάρχων καὶ τῶν παρ’ αὐτοῖς Γραμματέων. 5) Τῶν οἰκον. Ἐφόρων καὶ τῶν παρ’ αὐτοῖς Γραμματέων, τῶν Ταμιῶν, τῶν Τελωνῶν καὶ τῶν παρ’ αὐτοῖς Ἐλεγκτῶν, Ὑπελεγκτῶν καὶ Γραμματέων, τῶν Ὑποτελωνῶν, Ἐπιστατῶν καὶ Γραμματέων διαμετακομίσεως, καὶ Δασονόμων.
§36ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἔχω μίαν τροπολογίαν, κ. Πρόεδρε, νὰ προστεθῇ «τῶν Προέδρων.»
§37Ι. ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πλημμελὴς ἡ ἀντιγραφὴ, διότι ἡ πρώτη παράγραφος ἔχει «τῶν Προέδρων καὶ Δικαστῶν τῶν Πρωτοδικείων.»
§38ΖΩΧΙΟΣ. Νὰ προστεθῇ εἰς τὴν § 3 «τῶν Φρουράρχων κλπ.»
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι ἔχουν τροπολογίας νὰ τὰς καταθέσουν ἐγγράφως.
§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τοὺς Φρουράρχους εἴμεθα σύμφωνοι.
§41ΡΙΚΑΚΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν, ἡ ἀνάπτυξις τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔκαμε, νομίζω ὅτι δύναται νὰ θεωρηθῇ καθόσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπάρχοντας ὑπαλλήλους, τοὺς ἐξασκοῦντας τὰ πολιτ. δικαιώματα ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ καὶ συνδεομένους διὰ τῶν δεσμῶν ἐκείνων τοὺς ὁποίους τὸ Νομοσχέδιον διαγράφει, νομίζω ὅμως ὅτι εἶναι πάρα πολὺ ἀπομεμακρυσμένον νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ μέτρον αὐτὸ καὶ ὡς πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους εἰς παρῳχημένον χρόνον, ἐπὶ τρία προηγούμενα ἔτη. Διότι ἕνας ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος τιμιώτατα ἐπολιτεύθη καὶ δὲν ἔδωσε καμμίαν ἀφορμὴν εἰς τὸ διάστημα τῆς ὑπηρεσίας του, ἔσχε τὴν τύχην ὅπως δήποτε νὰ ἐξασκήσῃ τὰ πολιτικά του δικαιώματα εἰς μίαν ἐπαρχίαν, πρέπει εἰς τὸ μέλλον νὰ ἀποκλεισθῇ ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν ἐκείνην;
§42ΤΙΝΕΣ. Βέβαια.
§43ΡΙΚΑΚΗΣ. Νὰ τροπολογηθῇ οὕτω πως· «Ἀπαγορεύεται νὰ διορισθῇ ὑπάλληλος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἐν ᾗ ἐξασκεῖ ἢ ἐξήσκησε κατὰ τὸ ἀμέσως προηγούμενον ἔτος κτλ.»
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταθέσατε τὴν τροπολογίαν Σας ἐγγράφως. Ὁ Κ. Δημητριάδης κατέθεσε τροπολογίαν, τὴν ἑπομένην· «Νὰ ἐξαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου οἱ γραμματεῖς τῶν ἐφοριῶν, τῶν ταμείων, τῶν τελωνείων καὶ τῆς διαμετακομίσεως. Νὰ ὑπαχθῶσι δὲ εἰς τὸν κανόνα οἱ τηλεγραφηταὶ παντὸς βαθμοῦ, οἱ ταχυδρομ. ἐπιστάται, οἱ ἔχοντες βαθμὸν ὑποδιευθυντοῦ, καὶ οἱ ἐφέται.»
§45ΖΩΧΙΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ προέβη εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς ἀρχῆς καὶ εἰσήλθομεν εἰς τὰ καθέκαστα, ἐμβαίνω καὶ ἐγὼ εἰς τὰ καθέκαστα. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ἀλλ’ ὡς γνωρίζω, μέχρι τοῦδε ἡ σύζυγος ἀκολουθεῖ τὴν τύχην τοῦ συζύγου. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὅμως, ἐνυμφεύθης, ἐχάθης. Νομίζω πῶς εἶναι ὅλως διόλου ἄτοπον νὰ συμπεριληφθῇ καὶ ὁ γάμος· ἀφῆστε νὰ πολλαπλασιασθῇ ὁ κόσμος. Ἐὰν δὲ οἱ μικροὶ ὑπάλληλοι ἐξασκοῦν ἐπιῤῥοὴν τόσον ἰσχυρὰν, πολὺ μᾶλλον ἐπιβλαβέστεροι εἶναι οἱ ἀνώτεροι. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐξαιρεῖτε τοὺς Πρωτοδίκας, δὲν ἐννοῶ διατὶ δὲν ἐξαιρεῖτε καὶ τοὺς Ἐφέτας. Ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, τὸν ὁποῖον ἠρώτησα διατὶ δὲν εἶναι γραμμένοι οἱ λιμενάρχαι μας, εἶπε προθύμως, «τοὺς γράφομεν».
§46ΤΙΝΕΣ. Τοὺς Τμηματάρχας;
§47ΖΩΧΙΟΣ. Οἱ Τμηματάρχαι δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐξαιρεθοῦν.
§48ΡΩΜΑΙΟΣ. Ἡ Κολυμβήθρα τοῦ Σιλωὰμ τοὐλάχιστον νὰ καθαρισθῇ· ἐκεῖ ποῦ εἶναι τυφλοί, κουτζοί, ἀνάπηροι.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἔχοντες τροπολογίας παρακαλοῦνται νὰ τὰς καταθέσουν εἰς τὸ προεδρεῖον, διὰ νὰ τυπωθῶσι.
§50ΖΩΧΙΟΣ. Ἐδὼ μᾶς παρουσιάζονται δύω ῥεύματα· τὸ μὲν λέγει νὰ γλυτώσωμεν τοὺς κατωτέρους, τὴν πτωχολογιὰ, τὸ δὲ ἄλλο νὰ γλυτώσωμεν τοὺς ἀνωτέρους. Ἐγὼ τοὺς ἀνωτέρους φοβοῦμαι περισσότερον, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ δεθῇ ὁ Ὑπουργὸς, καὶ διὰ τοὺς κατωτέρους νὰ μὴ’ μπορῇ νὰ κινηθῇ. Ἠξεύρετε ὅτι ὁ Ὀδυσσεὺς ἐδέθη εἰς τὸ κατάρτι μὲ ἕνα πλάγιον σκοπὸν, νὰ ἀκούσῃ τὰς Σειρῆνας, χωρὶς νὰ ἠμπορῇ νὰ τὰς ἀκολουθήσῃ.
§51ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ μὴ ἀκούσουν καὶ οἱ Ὑπουργοὶ τὰς Σειρῆνας.
§52ΖΩΧΙΟΣ. Εὐτυχῶς εἶναι νυμφευμένοι. Νὰ ἐξαιρεθοῦν οἱ Ἐφέται, καὶ οἱ κατόπιν τῶν Ἐφετῶν, οἱ Λιμενάρχαι καὶ οἱ κατόπιν των. Προτείνω λοιπόν· 1. Νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ φράσις «Ἡ ἐξ ἧς ἔλαβε σύζυγον». 2. Ἐκτὸς τῶν πρωτοδικῶν κτλ. νὰ προστεθῶσι καὶ τὰ ἑξῆς· «Πρὸς τούτοις τῶν ἐφετῶν καὶ τῶν παρ’ αὐτοῖς εἰσαγγελέων, ἀντεισαγγελέων καὶ γραμματέων».
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον 1. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται σχεδὸν πάντες.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ δεύτερον ἄρθρον. «Ἄρθρον 2. Ὡς πρὸς τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς Διοικητὰς τῶν ταγμάτων καὶ τοὺς Μοιράρχους, περιλαμβάνονται εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν ὅλαι αἱ Ἐπαρχίαι, εἰς τὰς ὁποίας ἐκτείνεται ἡ δικαιοδοσία των.» Ὁ Κ. Ῥοῦφος ἔχει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου, τὴν ἀκόλουθον. «Ὡς πρὸς τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς Νομάρχας καὶ Γραμματεῖς αὐτῶν, τοὺς Διοικητὰς τῶν Ταγμάτων, τοὺς ἀναπληρωτὰς αὐτῶν καὶ ὑπασπιστὰς, τοὺς Μοιράρχους καὶ ἀναπληρωτὰς αὐτῶν, τοὺς διευθυντὰς τοῦ Μηχανικοῦ καὶ ἀναπληρωτὰς τούτων, περιλαμβάνονται εἰς τὴν ἀπαγόρευσιν ὅλαι αἱ Ἐπαρχίαι, εἰς τὰς ὁποίας ἐκτείνεται ἡ δικαιοδοσία των.»
§54Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Αὐτὸ εἶναι μόνον διὰ τοὺς νομάρχας καὶ τοὺς γραμματεῖς.
§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ, διὰ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον δεύτερον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ τρίτον ἄρθρον. «Οἱ πολιτευόμενοι ἀξιωματικοὶ παντὸς ὅπλου καὶ βαθμοῦ δὲν δύνανται νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς θέσεις, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ὁποίων ὑπάγεται ἡ Ἐπαρχία, ἐν ᾗ πολιτεύονται.»
§57ΣΟΥΤΣΟΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ τροπολογίαν, ὡς ἑξῆς· Εἰς τὴν § 3 τοῦ ἄρθρου 1 μετὰ τὴν λέξιν χωροφυλακῆς νὰ τροποποιηθῇ «Τῶν διευθυντῶν τοῦ Μηχανικοῦ καὶ τῶν παρ’ αὐτοῖς ἀξιωματικῶν τοῦ Μηχανικοῦ.» Μετὰ τὴν § 5 νὰ προστεθῇ. § 6. «Τῶν γυμνασιαρχῶν καὶ σχολαρχῶν.» Εἰς τὸ ἄρθρον 3ον νὰ γείνῃ ἡ τροπολογία. «Οἱ πολιτευόμενοι πάσης τάξεως ὑπάλληλοι, συμβολαιογράφοι καὶ ἀξιωματικοὶ παντὸς ὅπλου καὶ βαθμοῦ δὲν δύνανται κτλ. Ἀπαλλάσσονται δὲ τῆς κατηγορίας ταύτης, ἐὰν ἐπὶ δύω συνεχομένας περιόδους δὲν ἐξετέθησαν ὡς ὑποψήφιοι βουλευταί.»
§58ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Μεταξᾶς ὑπέβαλε τὴν ἑπομένην τροπολογίαν. «Ἐκ τῆς 2 § τοῦ ἄρθρου 1ου ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ λέξις Γραμματέων. Ἡ 2 § τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου νὰ τροπολογηθῇ ὡς ἑξῆς· Τῶν Εἰρηνοδικῶν Αʹ. τάξεως. Εἰς τὴν 3 § τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῇ ἡ λέξις φρουράρχων. Ἐκ δὲ τῆς 5ης § τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ν’ ἀφαιρεθῶσιν αἱ λέξεις καὶ τῶν παρ’ αὐτοῖς γραμματέων, ὑπελεγκτῶν καὶ γραμματέων, τῶν ὑποτελωνῶν, ἐπιστατῶν καὶ γραμματέων διαμετακομίσεως. Εἰς τὸ ἄρθρον 3ον νὰ προστεθῶσιν ἐν τέλει τὰ ἑξῆς· Ὁρίζεται δὲ χρονικὸν διάστημα πέντε ἐτῶν ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ὁπωσδήποτε ἐπολιτεύθησαν ἔν τινι ἐπαρχίᾳ. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 23 8βρίου 1875.
Ὁ Βουλευτὴς
Α. Κ. ΜΕΤΑΞΑΣ».
Ὁ Κ. Θωμᾶς ὑπέβαλε τὴν ἀκόλουθον· «Πολιτευόμενοι δικηγόροι δὲν δύνανται νὰ ἐξασκῶσι τὸ ἐπάγγελμά των παρὰ τοῖς δικαστηρίοις, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ὁποίων ὑπάγεται ἡ ἐπαρχία, ἐν ᾗ πολιτεύονται».
§60ΡΑΛΛΗΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὸν πολιτευόμενον ἀξιωματικόν, πᾶσα ἐξαίρεσις νὰ λείψῃ καὶ νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸν γενικὸν κανόνα.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν βʹ. ἀνάγνωσιν διορθόνομεν αὐτό. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ γʹ. ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἔχομεν ἤδη τὸ σύνολον· οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ νομοσχέδιον εἰς ἀ. συζήτησιν. Αὔριον θὰ ἔχωμεν τὴν βʹ. συζήτησιν, ὅτε θὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς τροπολογίας τετυπωμένας. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ δεύτερον ἀντικείμενον, τὴν συζήτησιν περὶ τῆς ἀδείας τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς τοῦ Βουλευτοῦ Τριφυλλίας Γεωργακοπούλου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 67 τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ βουλὴ ἀποφασίζει διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας καὶ διὰ σφαιριδίων· ἑπομένως θ’ ἀποφασίσητε διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς τοῦ κ. Γεωργακοπούλου, ὑπὲρ τῆς ὁποίας καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς δικαιοσύνης ἀπεφάνθη, θὰ ῥίψωσι τὸ σφαιρίδιον εἰς τὸ ναί, οἱ θέλοντες νὰ μὴ δοθῇ, θὰ ῥίψουν τὸ σφαιρίδιον εἰς τὸ ὄχι. Ἄρχεται ἡ διὰ σφαιριδίων μυστικὴ ψηφοφορία, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ψηφολεκτῶν Σούτσου ὡς ἀντιπροέδρου, Μ. Κανελλοπούλου καὶ Ν. Κατσικαπῆ.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ διὰ ψήφων 103 κατὰ 15 ἐπέτρεψε τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς τοῦ βουλευτοῦ Τριφυλλίας κ. Γεωργακοπούλου. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ γʹ. ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως, εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τῆς διαιοσύνης περὶ τῶν ὑποβληθέντων ἐγγράφων παρὰ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν. (Ἀναγινώσκεται τὸ πόρισμα τῆς ἐκθέσεως.) «Ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ, ὅπως ἡ Βουλὴ χορηγήσῃ τὴν ἐξουσίαν εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ἐκλεχθησομένην ἐκ τῶν μελῶν αὑτῆς, διὰ νὰ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν ἐπὶ δωροδοκίᾳ κατὰ τῶν δύο πρώην ὑπουργῶν, τοῦ Ἰω. Βαλασσοπούλου καὶ Βασ. Νικολοπούλου, διαπραχθείσῃ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὑτῶν ὡς ὑπουργῶν, καὶ ἐκτελέσῃ ὅλα τὰ προεκτεθέντα καθήκοντα καὶ δικαιώματα τῶν ἀνακριτῶν καὶ τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἐπιφυλαχθῇ δὲ εἰς ἑαυτὴν ἡ Βουλὴ τὸ τῆς παραπομπῆς δικαίωμα καὶ τὸ τῆς ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου εἰδικοῦ δικαστηρίου κατηγορίας.»
§63ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας παρατηρήσεις ἔκρινα ἀναγκαῖον, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, οὐχὶ ἵνα ὑπερασπισθῶ τὸ ἔγκλημα, διότι τὸ ἔγκλημα, ἂν ὑπάρχῃ τοιοῦτον, πρέπει νὰ καταδιωχθῇ καὶ νὰ τιμωρηθῇ δεόντως καὶ νομίμως, ἀλλὰ διὰ νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, ὅπως ὑπεβλήθη εἰς αὐτὴν ἡ προκειμένη ὑπόθεσις, ὑπεβλήθη ὅλως ἐκθέσμως καὶ ἀντισυνταγματικῶς. Προκειμένου περὶ κατηγορίας ὑπουργῶν, ἡ Βουλὴ καὶ μόνη ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἀνακρίσεως καὶ τῆς καταδιώξεως αὑτῶν, μοὶ φαίνεται δὲ ὅλως ἄπορον καὶ λίαν τολμηρὸν πῶς ἄλλη ἐξουσία κατωτέρα τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τὸν ἔλεγχον αὐτῆς διατελοῦσα, οἵα εἶναι ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ, ἐπελήφθη ἀναρμοδίως τῆς τοιαύτης ὑποθέσεως, σφετερισθεῖσα ἀλλότρια δικαιώματα ἀνήκοντα ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἂν ἡ πρᾶξις, ἡ ὁποία ἀποδίδεται εἰς τοὺς ὑπουργοὺς περὶ ὧν πρόκειται, εἶναι ἀληθής, διότι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ, οὔτε κἂν ἔλαβον τὴν περιέργειαν ν’ ἀναγνώσω τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, τὴν συνοδεύουσαν τὰς ἐνεργηθείσας ἀνακρίσεις παρὰ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον δὲν ἔλαβον τὴν περιέργειαν ν’ ἀναγνώσω τὰς καταθέσεις τῶν μαρτύρων, ἂν καὶ δὲν μοὶ ἦτο ἴσως ἐπιτετραμμένον, μυστικῆς οὔσης τῆς ἀνακρίσεως, ἵνα πεισθῶ κατὰ πόσον ἡ ἀποδιδομένη κατηγορία καὶ ἐνοχὴ εἰς τοὺς περὶ ὧν πρόκειται ὑπουργοὺς εἶναι ἀληθής. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετάσω κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν ἐν συντόμῳ, εἶναι, ἂν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἐπιληφθεῖσα τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, παρεβίασε τὸ καθῆκόν της, παρεβίασε τὸν νόμον, παρεβίασε τὸ Σύνταγμα αὐτό. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς ὑπουργοὺς ἐνώπιον εἰδικοῦ δικαστηρίου, συγκροτουμένου κατὰ τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὴν διαδικασίαν μέχρι τῆς ἐκδόσεως εἰδικοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Καθ’ ὃν τρόπον λοιπὸν τὸ εἰδικὸν τοῦτο δικαστήριον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ τὴν διαδικασίαν αὑτοῦ, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον καὶ διὰ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ κανονίσῃ τὴν διαδικασίαν τῆς ἀνακρίσεως καὶ τῆς κατηγορίας, ὅταν πρόκηται νὰ γείνῃ κατηγορία κατὰ ὑπουργῶν. Ἀλλὰ σήμερον δὲν ἐπιλαμβάνεται ἡ Βουλὴ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας αὑτῆς ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς παραπομπῆς εἰς δίκην τῶν περὶ ὧν πρόκειται ὑπουργῶν, ἀλλὰ καλεῖται πρὸς τοῦτο ἀπὸ ἀναρμοδίαν ἀρχὴν, ἀπὸ ὑφισταμένην ἀρχὴν, ἀπὸ ἀρχὴν ἐξαρτωμένην ἀπὸ αὐτὴν τὴν Βουλὴν, ὁποία εἶναι ἡ δικαστικὴ, διότι αἱ διοικητικαὶ καὶ ἀνακριτικαὶ αὐτῆς πράξεις ὑπάγονται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Ἐλπίζω δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ, ζηλότυπος οὖσα τῶν ἑαυτῆς δικαιωμάτων, σεβομένη τὴν ἀξιοπρέπειαν αὑτῆς, ὀφείλει οὐ μόνον νὰ μὴ στηριχθῇ ἐπὶ μιᾶς τοιαύτης ἐκθέσμου ἐνεργείας τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀποδοκιμάσῃ τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν ὡς ἀντικειμένην εἰς τὸ Σύνταγμα (Ἆ! ἆ! ἆ!).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ παύσωσιν ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν αἱ ἀποδοκιμασίαι καὶ ἐπιδοκιμασίαι (θόρυβος).
§65ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ὅταν μεταχειρίζωνται οἱ ἀγορεύοντες τοιαύτας ἐκφράσεις, τί θέλετε νὰ κάμῃ ἡ Βουλὴ; (θόρυβος).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον, κύριε Κολιάτσε, δὲν σᾶς δίδω τὸν λόγον, μὴ διακόπτετε τὸν ἀγορεύοντα· εἶναι ἐλεύθερος νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του.
§67ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει, ὄχι μόνον νὰ μὴ στηρίξῃ οὐδεμίαν ἐνέργειαν αὑτῆς καὶ ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως καὶ παρανόμως ἐνεργηθείσης δικαστικῆς ἀνακρίσεως, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀποδοκιμάσῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαστικῆς ταύτης ἀρχῆς. Ἐπειδὴ δὲ ὁπωσδήποτε ὑπεβλήθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατηγορία τοιαύτη, ἁπτομένη τῆς ἐνεργείας δύο ὑπουργῶν κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὑτῶν, βεβαίως ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον καὶ δικαίωμα νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀλλὰ νὰ ἐπιληφθῇ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, διορίζουσα εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἵνα ἀνακρίνῃ ἀπ’ ἀρχῆς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην χωρὶς κἂν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνακρίσεις τὰς ὁποίας ἀναρμόδιος ἀρχὴ, κατὰ παράβασιν τοῦ καθήκοντός της, ἐνήργησε καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν πρότασιν τῆς ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ προσκαλέσῃ εἰς ἀπολογίαν τοὺς κατηγορουμένους μόνον, ἀλλὰ νὰ διορίσῃ ἐπιτροπὴν ν’ ἀρχίσῃ ἀπ’ ἀρχῆς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, προβαίνουσα εἰς τακτικὰς ἀνακρίσεις, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρανόμους ἀνακριτικὰς ἐκθέσεις τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς. Τοῦτο ἀποφασίζουσα ἡ Βουλὴ, εἶναι ἐντὸς τῶν διατάξεων τοῦ συντάγματος, καὶ δίδει παράδειγμα καὶ διὰ τὸ μέλλον εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν νὰ μὴ σφετερίζεται δικαιώματα ἀλλότρια καὶ μάλιστα ὅταν πρόκηται περὶ συμβούλων τοῦ στέμματος, περὶ τῶν ἀνωτάτων αὐτῶν λειτουργῶν τῆς ἐπικρατείας. Μετὰ τὰς ὀλίγας ταύτας παρατηρήσεις, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ἡ πρότασίς μου, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ δώσω καὶ μίαν ἐξήγησιν πρὸς τὴν Βουλὴν, ἥτις ἀφορᾷ ἐμὲ αὐτὸν προσωπικῶς. Μεταξὺ ἄλλων, ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς ἀναφέρει ὡς ἀξιοσημείωτα γεγονότα καὶ τὰ δύο ταῦτα περιστατικὰ στηριζόμενα εἰς τὴν ἐμὴν μαρτυρίαν, διότι ἐγὼ εἶμαι ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ὁ ἐξετασθεὶς εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, καὶ τὸν ὁποῖον ὑπαινίττεται ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς μας. Τὸ πρῶτον ἀξιοσημείωτον γεγονὸς εἶναι ὅτι «οὐδέποτε ἐν τῷ Ὑπουργικῷ συμβουλίῳ εἰσήχθησαν, ὡς τοῦτο κατὰ τὸν πρὶν χρόνον ἐγίνετο, πρὸς διάσκεψιν, τὰ ἀφορῶντα τὰς χειροτονίας τοσούτων ἀρχιεπισκόπων, καίτοι τοιαύτης προκλήσεως γενομένης ἀπὸ ἕν τῶν μελῶν τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου.» Καὶ τὸ βʹ.) ἀξιοσημείωτον γεγονὸς, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, εἶναι «ὅτι ὁ τότε πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐπέβαλε σιγὴν εἰς τὸν προκαλέσαντα τὴν τοιαύτην συζήτησιν ὑπουργὸν, εἰπὼν αὐτῷ ὅτι τὰ ἐπισκοπικὰ ἀνήκουσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.» Πρόκειται περὶ τῆς ἐξετάσεώς μου, καὶ ἑπομένως δύναμαι νὰ κάμω χρῆσιν αὐτῆς, καί τοι οὔσης μυστικῆς τῆς ἀνακρίσεως. Ἡμέραν τινὰ, ἅμα τῷ σχηματισμῷ τοῦ προκατόχου ὑπουργείου, ἦλθεν εἰς τὴν οἰκίαν μου ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐνταῦθα πλημμελειοδικῶν. Τὸν ἠρώτησα περὶ τῆς ἐπισκέψεώς του, καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι θὰ μὲ ἐνοχλήσῃ νὰ μὲ ὑποβάλῃ εἰς ἀνάκρισίν τινα, τὸν εὐχαρίστησα διότι ἔλαβε τὴν καλοσύνην νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν οἰκίαν μου, ἐνῷ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ μὲ καλέσῃ εἰς τὸ εἰσαγγελικόν του γραφεῖον. Μὲ ὑπέβαλε λοιπὸν εἰς ἀνάκρισιν ὡς πρὸς τὰς ἐπισκοπικὰς δωροδοκίας, κατέθεσα δὲ ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ γνωρίζω περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Μεταξὺ τῶν ἄλλων κατέθεσα καὶ τὸ ἑξῆς γεγονὸς ἀναφερόμενον εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, περὶ οὗ ποιεῖται μνείαν ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς μας. Εἶπον δηλονότι εἰς τὸν Κ. Εἰσαγγελέα καὶ ἐγράφη ἐν τῇ ἀνακρίσει, ὅτι εἰς τὸ τέλος συνεδριάσεώς τινος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἠρώτησα ἐν παρόδῳ τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἢ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, «τί γίνονται τὰ ἐπισκοπικὰ», ἐννοῶν μὲ τοῦτο τί γίνονται αἱ προτάσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, αἱ ὑποβληθεῖσαι εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐκκλησιαστικῶν περὶ πληρώσεως τῶν χηρευουσῶν ἐπισκοπικῶν θέσεων. Καὶ ἐνῷ εἴμεθα ἐπὶ ποδὸς ἵνα ἀπέλθωμεν, ὁ Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐν παρόδῳ ἀπήντησεν «ἂς ἀφήσωμεν εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν νὰ πράξῃ ὅ,τι νομίζει πρέπον», καὶ οὕτω διελύθη τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον. Ἀλλὰ τοῦτο λέγει ἡ ἔκθεσις; Ἡ ἔκθεσις λέγει, ὅτι ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐπέβαλε σιγὴν εἰς τὸν ὑπουργὸν τὸν προκαλέσαντα τὴν τοιαύτην ἐρώτησιν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, εἶναι ψεῦδος, καὶ τὸ διαψεύδω ἐπισήμως. Ὁ ἀξιοσέβαστος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης... (θόρυβος.)
§68ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διὰ σᾶς ἀξιοσέβαστος (θόρυβος).
§69ΧΟΪΔΑΣ. Εἴπατε ὁ λαομίσητος (θόρυβος).
§70ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιοσέβαστος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.... (θόρυβος· ποδοκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.)
§71ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διὰ σᾶς.
§72ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἐμὲ, μάλιστα. (θόρυβος.) Ἡμπορεῖτε νὰ θορυβῆτε ὅσον θέλετε, ἐγὼ θὰ ἐξακολουθήσω καὶ θὰ συμπληρώσω τὴν ἀγόρευσίν μου.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὸ ἀκροατήριον. Ἐὰν καὶ δεύτερον ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἀταξίαι αὗται, θὰ διατάξω τὴν ἐκκένωσιν.
§74ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ σεβασθῆτε τὴν ἀτομικὴν ἑκάστου πεποίθησιν καὶ γνώμην.
§75Α. ΡΟΥΚΗΣ. Εἶναι ὑπόδικος, καὶ οἱ ὑπόδικοι δὲν εἶναι ἄξιοι σεβασμοῦ (θόρυβος).
§76ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς καμμίαν περίστασιν λοιπὸν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἐπέβαλε σιγὴν εἰς οὐδένα τῶν ὑπουργῶν, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον εἰς ἐμὲ, ὅστις κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην ἐν παρόδῳ ἠρώτησα εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται τὰ ἐπισκοπικὰ, διότι εἶχον ἑτέρας ἀφορμὰς ν’ ἀπευθύνω τοιαύτην ἐρώτησιν πρὸς τὸν τότε συνάδελφόν μου, καθόσον ἐπὶ παραδείγματος, καὶ τὸ λέγω δημοσίᾳ, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔφερε τὸ ζήτημα περὶ διορισμοῦ τῶν πρέσβεων εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὅτε εἶχεν ἤδη προβῆ εἰς τοὺς διορισμοὺς αὐτῶν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἶχε προβῆ εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ μητροπολίτου Προκοπίου, καθ’ οὗ ἄλλως τε οὐδεμία ἀντίῤῥησις ὑπῆρχε, χωρὶς νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα προηγουμένως εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ ἐγὼ ἔμαθον τοῦτο ὡς Ὑπουργὸς ἔξω εἰς τὸν δρόμον. Ἐντεῦθεν λοιπὸν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐρωτήσω διὰ τὰ ἐπισκοπικὰ, φρονῶν ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ὑπὸ τὴν σκέψιν καὶ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀπορῶ δὲ πῶς ἡ ἐπιτροπὴ ἀντελήφθη τῆς καταθέσεώς μου ἐκείνης οὕτω πως, ὥστε νὰ ἐκθέσῃ ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἐκθέσει αὐτῆς, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπέβαλε σιωπὴν εἰς ἐμέ. Ἐπαναλαμβάνω ν’ ἀναιρέσω τὸ γεγονὸς ἐπισήμως, διότι δὲν ἔλαβε χώραν καὶ οὔτε κατετέθη τοιοῦτόν τι ἐν τῇ ἀνακρίσει μου, ἥτις εἶναι ἐν τῇ δικογραφίᾳ, καὶ δὲν πιστεύω νὰ μὲ διαψεύσῃ, ἂν καὶ παρῆλθεν ἔκτοτε πολὺς καιρός. Ὁ Κ. Βούλγαρης πάντοτε φέρεται λίαν ἁβροφρόνως πρὸς τοὺς συναδέλφους του.
§77ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἢ... εἴπετε ὅτι τὴν ἐρώτησιν ἐκάματε ἐπὶ ποδός, δὲν μᾶς λέγετε, εἰς ἑτέραν συνεδρίασιν δὲν ἐφέρατε τὸ ζήτημα;
§78ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ὁμολογῶ ὅτι δὲν τὸ ἔφερα, διότι καλῶς ἢ κακῶς ἐπεκράτησεν ἡ συνήθεια νὰ ἐνεργῇ ἕκαστος Ὑπουργὸς κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῷ. Γνωρίζω δὲ ὅτι ἄλλος Ὑπουργὸς ἐπὶ προγενεστέρας Κυβερνήσεως προέβη εἰς διορισμὸν Πρυτάνεως καὶ Ἐπισκόπου, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζῃ οὐδ’ αὐτὸς κἂν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην, ἡ ὁποία ἀφορᾷ ἐμὲ αὐτὸν, ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἐπὶ τοῦ σπουδαίου καὶ συνταγματικοῦ τούτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον πρώτην ἤδη φορὰν μετὰ τὴν Ὀκτωβριανὴν, μεταπολίτευσιν ὑποβάλλεται ἐνώπιόν της. Ἡ Βουλὴ ὀφείλε νὰ ἐνεργήσῃ μὲ ἀπάθειαν, μὲ ψυχρὸν αἷμα, ὡς ἐμπρέπει εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους καὶ ὡς ἐμπρέπει εἰς πάντα εὐσυνείδητον ἄνθρωπον, χωρὶς νὰ ᾖνε προκατειλημμένη περὶ τῆς ἐνοχῆς τῶν περὶ ὧν πρόκειται ὑπουργῶν· ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ μὲ ἀπάθειαν τὴν ὑπόθεσιν, καὶ διὰ νὰ ἀνακαλύψῃ τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἵνα μὴ κατακριθῇ μετὰ ταῦτα ὅτι ἐνήργησεν ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῶν πολιτικῶν παθῶν. Ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν δι’ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἡ ἰδία θὰ ἐκλέξῃ ἐκ τῶν καταλληλοτέρων μελῶν τοῦ σώματος, ὅπως ἐνεργηθῇ ἀπ’ ἀρχῆς ἡ ἀνάκρισις, χωρὶς νὰ λάβῃ, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὑπ’ ὄψιν τὴν παρανόμως ἐνεργηθεῖσαν ὑπὸ τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς ἀνάκρισιν, διότι προσβάλλεται ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ σώματος, παραδίδοντος τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ εἰς ξένην ἐξουσίαν, εἰς ξένην καὶ ὅλως ἀναρμοδίαν ἀρχήν.
§79ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Φήμη εἶχε διαδοθῆ, κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν χειροτονίαν ἐπισκόπων τινῶν ἔλαβε χώραν δωροδοκία· περὶ τούτου εἶχε γράψει πολλὰ καὶ ὁ τύπος. Συνεπεία ὅθεν τῶν διαδόσεων αὐτῶν, ἡ ἁρμοδία δικαστικὴ ἀρχὴ, ἤτοι ἡ εἰσαγγελικὴ, ἐπελήφθη τῆς ἀνακρίσεως μετὰ μεγίστης εὐθύτητος καὶ ἀμεροληψίας. Ἅμα δὲ ἐγνώσθη ἐκ τῆς ἀνακρίσεως ὅτι ἐνοχοποιοῦνται ὑπουργοί, ἀμέσως ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ ἐσταμάτησε τὰς ἐργασίας της καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἀνακρίσεων ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν μεθ’ ὅλων τῶν λοιπῶν ἐγγράφων. Ἐγὼ, κύριοι, φρονῶ, ὅτι ὀρθῶς ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν ὑπέβαλε τὴν δικογραφίαν εἰς τὴν Βουλὴν ἀμέσως καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν εἶναι ὁ ἀνώτερος ἐπόπτης ἐπὶ τῆς ἀνακρίσεως, ἀλληλογραφεῖ καὶ ἔρχεται εἰς συνάφειαν μὲ ὅλας τὰς καθεστηκυίας ἀρχὰς τοῦ Κράτους ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ Βουλὴ, λαβοῦσα τὴν δικογραφίαν, ἀπεφάνθη ὅτι πρέπει νὰ ἀποσταλῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης, ἥτις λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὰς καταθέσεις, ἐξήτασε ταύτας μετὰ μεγίστης προσοχῆς καὶ μετὰ μεγίστης ἀπαθείας, καὶ ἐξεδήλωσε τὸ πόρισμα τῶν σκέψεών της ἐν τῇ ἐκθέσει της, καὶ διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἡ ἐλαχίστη πρόφασις παρεξηγήσεως, περιωρίσθη εἰς τὴν ἀκριβῆ ἀνάλυσιν τῶν καταθέσεων καὶ εἰς τὸν λογικὸν συνδυασμὸν αὐτῶν. Δύω κατ’ ἐμὲ, κύριοι, σπουδαῖα ζητήματα, ἀναφύονται ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ά) ἡ δωροδοκία, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν χειροτονίαν τῶν ἐπισκόπων, δίδει ἀφορμὴν εἰς ὑπουργικὴν δίκην, ἣν ὥρισε τὸ 81 ἄρθρον τοῦ συντάγματος, ναὶ ἢ οὔ; Σήμερον πρόκειται καθαρῶς, κύριοι, περὶ ἁρμοδιότητος, δηλ. τὸ ζήτημά μας εἶναι ζήτημα ἁρμοδιότητος. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ καταφατικῶς, καὶ ἰδοὺ διατί, δηλαδὴ πρέπει νὰ δικάσωσι τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τὰ κοινὰ δικαστήρια, ἢ τὸ δικαστήριον τὸ ὁποῖον προβλέπει τὸ 81 ἄρθρον τοῦ συντάγματος; Ὁ ὑπουργὸς, ὅταν πράττῃ μίαν πρᾶξιν ἰδιωτικὴν, δηλ. ὅταν φονεύῃ, ὑβρίζῃ, ἢ ἄλλην τινὰ πρᾶξιν τοιαύτην, τότε ἀναντιῤῥήτως πρέπει νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια καὶ νὰ καταδιωχθῇ ὡς ἁπλοῦς ἰδιώτης· ὅταν ὅμως ὁ ὑπουργὸς πράξῃ μίαν πρᾶξιν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὑτοῦ, πρέπει νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸ δικαστήριον ὅπερ προβλέπει τὸ 81 ἄρθρον τοῦ συντάγματος. Οἱ δημοσιολόγοι, κύριοι, ὡς ἁπλῆν θεωρίαν ὑπεστήριξαν μίαν διάκρισιν μεταξὺ τῶν καθαρῶς ὑπουργικῶν πράξεων, δηλαδὴ ἐκείνων τῶν πράξεων τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ πράξῃ ὁ ὑπουργὸς, καὶ ἐκείνων τῶν πράξεων ἃς ἐν τῇ ἰδιότητί του ἐπιχειρεῖ· π. χ. ὁ ὑπουργὸς τοῦ πολέμου, εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ φύλαξις τῶν ὁρίων, ἂν στείλῃ στρατιώτας εἰς ἄλλην θέσιν παρὰ εἰς ἐκείνην τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐνισχύσῃ, ἢ ἐὰν δὲν ἐκδώσῃ οὐδεμίαν διαταγὴν, διότι ὤφειλε νὰ ἐκδώσῃ καὶ ὤφειλε νὰ μεριμνήσῃ, αὕτη ἡ πρᾶξις εἶναι καθαρῶς ὑπουργική· ἂν ὅμως ὁ ὑπουργὸς συμφωνῇ μὲ τὸν προμηθευτὴν τοῦ στρατοῦ καὶ δωροδοκῆται, ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι οὐχὶ καθαρῶς ὑπουργική. Τὴν θεωρίαν ὅμως ταύτην οἱ δημοσιολόγοι, ἐν οἷς καὶ ὁ ἐνθερμότερος ὑπερασπιστὴς αὐτῆς, ὁ Rossi, τὴν ἐγκατέλειψαν, καὶ παρεδέχθησαν ὅτι ἡ δοξασία αὕτη εἶναι λίαν δύσκολος εἰς τὴν ἐφαρμογήν της, καὶ ἐντεῦθεν πηγάζει μία ἐκ τῶν μεγάλων δυσκολιῶν τοῦ νὰ συνταχθῇ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν. Ὁ ὑπουργὸς λοιπὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ ὁποῖος ἐδωροδοκήθη, κοινὴν μὲν ἔπραξε πρᾶξιν, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων του· πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸ δικαστήριον τὸ ὁποῖον προβλέπει τὸ 81 ἄρθρον τοῦ συντάγματος· ἐπίσης, κύριοι, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρέπει καὶ αὐτὸς νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον, διότι ἐκ συστάσεως μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν συνέπραξεν. Ἐπιμένω λοιπὸν ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ καταφατικῶς, δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους. Ἔρχεται τώρα ἓν ἄλλο σπουδαῖον πάλιν ζήτημα, τὸ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καταθέσεις, αἵτινες ἐνηργήθησαν ἄνευ τῆς παραγγελίας της παρὰ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν πρωτοδικῶν, ναὶ ἢ ὄχι; Νόμος, κύριοι, εἰδικὸς, κανονίζων τὴν διαδικασίαν τῆς ἀνακρίσεως, δὲν ὑπάρχει· ἡ Βουλὴ ὅθεν δὲν δεσμεύεται παρ’ οὐδενὸς νόμου, ἀλλ’ αὕτη ἡ ἰδία θὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς ἀνακρίσεως. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν εἶναι κυρία ἢ νὰ παραδεχθῇ καὶ υἱοθετήσῃ τὰς καταθέσεις αὐτὰς, ἢ νὰ διορίσῃ τριμελῆ ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ δώσῃ ὅλα τὰ καθήκοντα καὶ τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ τοῦ εἰσαγγελέως, ἀλλὰ μόνον νὰ ἐπιφυλαχθῇ εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα τῆς παραπομπῆς καὶ τῆς κατηγορίας. Κύριοι, ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν ἐπελήφθη αὐτῆς τῆς ἀνακρίσεως συνεπεία διαδόσεων· ὤφειλε λοιπὸν ἡ ἀρχὴ ἡ εἰσαγγελικὴ νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ δὲν ὑπῆρχον γνωστὰ τὰ πρόσωπα τῶν κατηγορουμένων· ἅμα δὲ ἀνεκάλυψεν ὅτι εἶναι ὑπουργοὶ οἱ κατηγορούμενοι, ἐσταμάτησε. Δὲν βλέπω λοιπὸν διατὶ ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος λέγει ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ πράξῃ ἔγκλημα, ἂν παραδεχθῇ τὰς καταθέσεις αὐτὰς καὶ ἂν διορίσῃ ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ ἀπαγγείλῃ τὴν κατηγορίαν. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἔχει διόλου δίκαιον, διότι ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ ἐπελήφθη τῆς ἀνακρίσεως μετ’ εὐθύτητος καὶ ἀμεροληψίας· ὡς δικαστικὴ ἀστυνομία ὤφειλε μάλιστα νὰ πράξῃ τοῦτο.
§80ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν διεφιλονείκησα οὔτε τὴν εὐθύτητα, οὔτε τὴν ἀμεροληψίαν τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς· διαφιλονεικῶ τὸ δικαίωμα αὐτῆς. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ κάμνητε αὐτὴν τὴν σύγχυσιν.
§81ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἔκθεσις ἡμῶν προτείνει νὰ διορισθῇ ἐπιτροπὴ εἰδικὴ νὰ πράξῃ πᾶν ὅ,τι πράττει ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἀνακριτής. Ἡ Βουλὴ, εἶπον, ἔχει δικαίωμα ἂν θέλῃ σήμερον νὰ εἴπῃ, «λαμβάνω τὰς καταθέσεις αὐτὰς, τὰς υἱοθετῶ, καὶ θεωρῶ ὅτι ἡ δίκη εἶναι ὥριμος καὶ προβαίνω ἀμέσως εἰς κατηγορίαν,» διότι παρ’ οὐδενὸς εἰδικοῦ νόμου περιστέλλεται νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι, καθὼς εἶπον, εἰδικὸς νόμος κανονίζων τὴν διαδικασίαν τῆς ἀνακρίσεως δὲν ὑπάρχει. Περαίνων, κύριοι, τὸν λόγον μου, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δείξῃ καὶ δι’ ἔργων, ὅτι πάντες οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, καὶ ὅτι οὐδεὶς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος μας δύναται, ἔστω καὶ ἂν κατέχῃ τὰ ὑψηλότερα ἀξιώματα τῆς πολιτείας, νὰ παραβαίνῃ ἀτιμωρητί. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§82ΧΟΪΔΑΣ. Ἐὰν ἔζη σήμερον ἐν τῇ οἰκτρᾷ ἡμῶν ἐποχῇ τῆς καταπτώσεως ὁ μεγάλος ἐκεῖνος πολίτης ὁ μετὰ τὴν μάχην τῆς Χαιρωνείας ἀποκαρτερήσας, ὁ Ἰσοκράτης, ἤθελεν ἐντόνως διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῆς ἰδέας τοῦ κ. Δημητριάδου, ὁ Ἰσοκράτης, λέγων ἐν τῷ περὶ εἰρήνης λόγῳ του· «πλείστους δὲ τιθέμενοι νόμους οὕτως ὀλίγον αὐτῶν φροντίζομεν, ἓν γὰρ ἀκούσαντες γνώσεσθε καὶ περὶ τῶν ἄλλων, ὥστε θανάτου τῆς ζημίας ἐπικειμένης, ἤν τις ἁλῷ δεκάζων, τοὺς τοῦτο φανερώτατα ποιοῦντας στρατηγοὺς χειροτονοῦμεν, καὶ τὸν πλείστους διαφθεῖραι τῶν πολιτῶν δυνηθέντα, τοῦτον ἐπὶ τὰ μέγιστα τῶν πραγμάτων καθίσταμεν.» Οὐκ εἰσὶν ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου πάντες, φίλε μου κ. Δημητριάδη. Ὑπάρχουσι δυστυχῶς μεταξὺ ἡμῶν ἐν τῇ ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ ἄνθρωποι ἀνώτεροι τῶν νόμων, ἀσεβοῦντες πρὸς αὐτοὺς, ποδοπατοῦντες αὐτοὺς, ἀνερχόμενοι συνεχῶς εἰς τὰ ἀνώτατα τῆς πολιτείας ἀξιώματα. Ἐπελάθεσο, φίλε μου, τῆς 8ης Φεβρουαρίου; Εἶναι ἀποφρὰς ἡ ἡμέρα ἐκείνη, διότι κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἰς τὰ ἀνώτατα τῆς πολιτείας ἀξιώματα ἀνήρχετο ὁ Βούλγαρης, οὐχὶ ὁ ἀξιοσέβαστος, ἀλλ’ ὁ λαομίσητος, ὁ σατράπης· οὐχὶ ὁ ἀξιοσέβαστος, ἀλλ’ ὁ σφαγεὺς τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἔθνους· οὐχὶ ὁ ἀξιοσέβαστος, ἀλλ’ ὁ ἀσεβῶν πρὸς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος· οὐχὶ ὁ ἀξιοσέβαστος, ἀλλ’ ὁ πλήττων τὰ στέρνα τῆς πατρίδος (χειροκροτήματα). Εἴθε νὰ μὴ μείνωσιν ἀτιμώρητα τὰ παρὰ τοῦ Βούλγαρη καὶ τῶν ὀπαδῶν αὐτοῦ διαπραχθέντα τοιαῦτα ἐγκλήματα! Καὶ ἐν τούτοις ὁ Βούλγαρης καὶ οἱ ἀσεβεῖς ὀπαδοί του καλοῦνται καὶ διαλύουν τὴν Βουλὴν τοῦ 1868, καὶ διαπράττουν ἐγκλήματα ἐπὶ ἐγκλημάτων· καλοῦνται κατὰ τὸ 1872, καὶ διαλύουν τὴν Βουλὴν, καὶ νέα ἐγκλήματα διαπράττουσι· καλοῦνται κατὰ τὰ 1874, καὶ ἀσεβοῦν πρὸς τοὺς νόμους, καὶ σφαγιάζουν τὰς ἐλευθερίας, καὶ πειρῶνται νὰ καταλύσωσι τὸ πολίτευμα, καὶ ἀποκλείουν τοῦ περιβόλου τούτου τοὺς ἐπιφανεστέρους πολίτας, καὶ πλήττουν τὰ στέρνα τῆς πατρίδας, καὶ τὴν πατρίδα φέρουν ἀκατασχέτως ἐν τῷ βαράθρῳ. Καὶ σεῖς ὁμιλεῖτε περὶ νόμων, ὅταν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος τὸν σφαγιάσαντα τὰς ἐλευθερίας, τὸν πλήξαντα τὰ στέρνα τῆς πατρίδος, τὸν λαομίσητον, ἀποκαλεῖ ἀξιοσέβαστον;
§83ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἐμέ.
§84ΧΟΪΔΑΣ. Λυποῦμαι διότι πλανᾶσαι, κ. Παπαμιχαλόπουλε, πλάνην οἰκτρὰν, καλῶν τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον ἀξιοσέβαστον, μετὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἐδέχθης πλέον νὰ ὑπηρετῇς, ὑπὸ τῶν συναδέλφων τοῦ ὁποίου εἶδες διαπραττόμενα τὰ φοβερώτερα τῶν ἐγκλημάτων, τὸν Βούλγαρην καὶ τοὺς ὀπαδούς του, οἵτινες ἀναβιβάζονται εἰς τὰ ἀνώτατα ἀξιώματα τῆς πολιτείας ποδοπατοῦντες τοὺς νόμους, σφαγιάζοντες τὰς ἐλευθερίας, καταλύοντες τὸ πολίτευμα, καὶ φέροντες ἀκατασχέτως τὴν πατρίδα ἐν τῷ βαράθρῳ. Τί δὲ ἐποιήσαντο τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Γερμανοῦ καὶ τῶν ἄλλων μαρτύρων, ἐκ τοῦ αἵματος τῶν ὁποίων ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος ἀνεβλάστησε; Κατέστησαν αἰσχίστην πόρνην, διότι τὴν μίτραν, ἣν ἔφερεν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του ὁ Χριστὸς, τὴν ἔθεσαν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τῶν κακούργων, τὴν βακτηρίαν, τὴν ὁποίαν ὁ Σωτὴρ τῆς ἀνθρωπότητος ἐκράτει, κρατοῦσι σήμερον δωροδόκοι, αἰσχροὶ κακοῦργοι, οἵτινες πιστεύουν ὅτι ὁ Βασιλεὺς αὐτῶν δὲν εἶναι ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῆς γῆς, οἵτινες λατρεύουσιν οὐχὶ τὴν Ἁγίαν Τριάδα, ἀλλὰ τὴν μὲν δραχμὴν ὡς πατέρα, τὴν ἡμίσειαν ὡς υἱόν, τὸ τέταρτον αὐτῆς ὡς ἅγιον πνεῦμα, καὶ τὸ ὅλον ὡς Ἁγίαν Τριάδα (ἱλαρότης), ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν 150 χιλιάδας δραχμῶν, διὰ νὰ ληστεύουν τὸ ποίμνιον αὑτῶν, διὰ νὰ γενῶσι πλούσιοι, διότι δυστυχῶς ὁ πλοῦτος τιμᾶται σήμερον καὶ ὄχι ἡ ἀρετή. Ἀξιοσέβαστος λοιπὸν ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ἀλλ’ ἀξιοσέβαστοι καὶ οἱ Βαλασσόπουλος καὶ Νικολόπουλος, οἱ καταστήσαντες τὴν ἐκκλησίαν αἰσχρὰν μοιχαλίδα καὶ ταπεινὴν πόρνην; Ὅταν ἐπιστῇ ἡ στιγμὴ τῆς κατηγορίας, θὰ ἴδωμεν ῥήτορας οὐχὶ ἀσθενεῖς ὡς ἐμὲ, ἀλλὰ διασήμους δημοσιολόγους καὶ ἐπιστήμονας, νὰ ἐξετάσουν τὰ τοῦ λαομισήτου, καὶ θὰ κατίδῃς τὴν πλάνην εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσες, φίλε κύριε Παπαμιχαλόπουλε. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἤδη περὶ τοῦ λαομισήτου καὶ ἀξιοσεβάστου Βούλγαρη καὶ τῶν ὀπαδῶν αὐτοῦ. Πρόκειται περὶ δύω ὑπουργῶν διαπραξάντων τὸ αἰσχρότερον τῶν ἐγκλημάτων, τὸ τιμωρούμενον ὑπὸ τῶν προγόνων ἡμῶν διὰ τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου. Πρόκειται περὶ τῶν κατεχόντων τὴν ὑψηλοτέραν θέσιν τῆς ἐκκλησίας καὶ διδασκόντων πῶς νὰ τιμῶσι καὶ νὰ σέβωνται τὸν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ θανόντα ὑπὲρ τῆς ἀνθρωπότητος δημοκρατικὸν Χριστόν. Κατακρίνονται αἱ πράξεις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, κατακρίνονται αἱ πράξεις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν, ἀποσκορακίζονται αὐτοὶ καὶ ἡ ἐνέργεια αὐτῶν, διότι προσέβαλον δῆθεν τοὺς νόμους τῆς πατρίδος, διότι ἐξήσκησαν δικαίωμα, ὅπερ δὲν εἶχον. Πῶς ἀσχάλλομεν, πῶς δυσανασχετοῦμεν κατὰ τῶν ἐπιτιμώντων ἡμᾶς, πῶς ἀσχάλλομεν κατὰ τῶν ἀποκαλυπτόντων τὰ παρὰ τῶν ἄλλων διαπραττόμενα ἐγκλήματα! Ἐνθυμοῦμαί τι ὁ γέρων πατριώτης Ἰσοκράτης ἔλεγεν ἐν τῷ περὶ εἰρήνης λόγῳ του πρὸς τοὺς Ἀθηναίους, οἵτινες ἀπεκάλουν ἀξιοσεβάστους τοὺς προδίδοντας τὴν πατρίδα πρὸς τὸν Φίλιππον, τοὺς ἔχοντας βοῦν ἐπὶ γλῶτταν. «Ὁρῶ δ’ ὑμᾶς χαλεπώτερον διατιθεμένους πρὸς τοὺς ἐπιτιμῶντας ἢ πρὸς τοὺς αἰτίους τῶν κακῶν γεγενημένους· οὐ μὴν ἀλλ’ αἰσχυνθείην ἂν, εἰ φανείην μᾶλλον φροντίζων τῆς ἐμαυτοῦ δόξης ἢ τῆς κοινῆς σωτηρίας· ἐμὸν μὲν οὖν ἔργον ἐστὶ καὶ τῶν ἄλλων τῶν κηδομένων τῆς πόλεως προαιρεῖσθαι τῶν λόγων μὴ τοὺς ἡδίστους ἀλλὰ τοὺς ὠφελιμωτάτους· ὑμᾶς δὲ χρὴ πρῶτον μὲν τοῦτο γιγνώσκειν, ὅτι τῶν μὲν περὶ τὸ σῶμα νοσημάτων πολλαὶ θεραπεῖαι καὶ παντοδαπαὶ τοῖς ἰατροῖς εὕρηνται, ταῖς δὲ ψυχαῖς ταῖς νοσούσαις καὶ γεμούσαις πονηρῶν ἐπιθυμιῶν, οὐδέν ἐστὶν ἄλλο φάρμακον πλὴν λόγος ὁ τολμῶν τοῖς ἁμαρτανομένοις ἐπιπλήττειν, ἔπειθ’ ὅτι καταγέλαστόν ἐστι τὰς μὲν καύσεις καὶ τὰς τομὰς τῶν ἰατρῶν ὑπομένειν, ἵνα πλειόνων ἀλγηδόνων ἀπαλλαγῶμεν, τοὺς δὲ λόγους ἀποδοκιμάζειν πρὶν εἰδέναι σαφῶς, εἰ τοιαύτην ἔχουσι τὴν δύναμιν ὥστ’ ὠφελῆσαι τοὺς ἀκούοντας». Μὴ ἀποδοκιμάσῃς, Βουλή, τὰς πράξεις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, μὴ κατακρίνῃς τὰς ἐνεργείας τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν· ἐξεπλήρωσαν καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἕτερος θρησκευτικῶς τὸ καθῆκόν των. Τίμησον, ἐκτίμησον τὰς πράξεις αὐτῶν· ἀπόνειμον δικαιοσύνην εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν καὶ τῶν Πρωτοδικῶν. Ἂν μὴ ὑπῆρχεν εἷς Εἰσαγγελεὺς Πρωτοδικῶν ἐν Ἀθήναις Μπένσης, εἷς εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν ἐν Ἀθήναις Οἰκονόμου, εἷς ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Λομβάρδος, σήμερον θὰ ἐκαλύπτετο ὑπὸ τὸν πυκνότερον πέπλον τὸ ἔγκλημα τοῦτο, καὶ οὔτε σὺ θὰ ἐκάλεις ἀξιοσέβαστον τὸν Βούλγαρην, κ. Παπαμιχαλόπουλε. Σήμερον θὰ ἤρχοντο οἱ ὑβρίσαντες τὸ Ἔθνος καὶ τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ δημοκρατικοῦ Χριστοῦ, καὶ μὲ ὑψωμένην τὴν κεφαλὴν θὰ παρίσταντο καὶ θὰ ἐζήτουν τὰς ψήφους τῶν συμπολιτῶν των· καὶ ἴσως ἴσως ὁ μὲν Λομβάρδος θὰ ἐτρέπετο τὴν ἄγουσαν εἰς Ζάκυνθον, ὁ δὲ Δηλιγιάννης καὶ Δεληγεώργης τὴν εἰς Ἀθήνας, ὅπως καὶ τότε, δηλαδὴ θὰ ἀπεκλείοντο οἱ ἐπιφανέστεροι τῶν Ἑλλήνων χάριν τοῦ λαομισήτου φίλου σου κυρίου Βούλγαρη. Ἐν Εὐρώπῃ, τῇ Ἰταλίᾳ, τῇ Γαλλίᾳ καὶ τῇ Ἑλλάδι αὐτῇ ἀκόμη, ὑπῆρξαν δημοσιολόγοι φρονοῦντες, ὅτι δύω ἐγκλήματα δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὑπουργικά, καὶ διὰ τὰ ἐγκλήματα ταῦτα δίδουν λόγον οἱ ὑπουργοὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, la trahison et la concussion, ἡ προδοσία καὶ ἡ κατάχρησις· πιστεύουσι δὲ ὅτι τὰ λοιπὰ ἐγκλήματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἡ δωροδοκία τῶν ὑπουργῶν, ὑπάγονται εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια. Ἂν τοῦτο ἐνεθυμεῖσο, δὲν θὰ ἐπροκάλεις κατάκρισιν καὶ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς κατὰ τῶν Εἰσαγγελέων ἐκείνων, οἵτινες ἐξεπλήρωσαν ἀκριβῶς τὸ καθῆκόν των, οἵτινες ἀνεκάλυψαν τὸ παρὰ τῶν ἀσεβῶν ὑπουργῶν διαπραχθὲν ἔγκλημα. Ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι, ὅταν ἀνέλαβον τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των καὶ ἐπελήφθησαν τῆς ἀνακρίσεως, οὐδαμῶς ἐπίστευον ὅτι θὰ ἀπαντήσωσιν εἰς τὸν δρόμον τῆς δικαστικῆς ἐνεργείας των συναίτιους δύω ὑπουργούς. Προέβησαν καὶ ἀνεκάλυψαν κατὰ τὴν δίοδον τῆς ἀνακρίσεως δύω ὑπουργοὺς, οἵτινες ἐχρῶντο τῇ δικαιοσύνῃ καὶ τῇ ἀρετῇ, ὅπως ἄλλοτε οἱ Πάπαι ταῖς σταυροφορίαις ὑπὲρ τοῦ τάφου τοῦ Χριστοῦ τῶν δούλων χριστιανῶν. Δὲν ἐσταμάτησαν, προέβησαν, καὶ καλῶς προέβησαν, διότι εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι ὑπήγοντο, κατὰ τὴν τρίτην παράγραφον τοῦ 36 ἄρθρ. τῆς ποινικῆς δικονομίας, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, ὅπερ ἔμελλε νὰ ἀνακρίνῃ, νὰ ἐκδώσῃ βούλευμα καὶ νὰ παραπέμψῃ αὐτούς. Ἐνισχύει δὲ τοὺς εἰσαγγελεῖς τούτους ἡ χορεία πολλῶν δημοσιογράφων καὶ δημοσιολόγων, ἀλλὰ πρὸ πάντων ὁ ἀξιοσέβαστος Καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου κύριος Σαρίπολος, ὅστις εἰς ὅλα τὰ ζητήματα, τῶν ὁποίων τὴν ἐπίλυσιν ἐπεδίωξεν ὁ Βούλγαρης, προσεφέρθη πρῶτος, ὅστις ἰσχυρίζεται ὅτι ἡ δωροδοκία τῶν ὑπουργῶν εἶναι κοινὸν ἔγκλημα, ὑπαγόμενον εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια, καὶ ὁ ὑφηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου κύριος Φλογαΐτης, ὅστις μετὰ πολλῶν δημοσιολόγων ἰσχυρίζεται, ὅτι ἁρμόδια εἰσὶ τὰ δικαστήρια τὰ κοινὰ καὶ οὐχὶ ἡ Βουλὴ διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς παρ’ ὑπουργῶν κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των διαπραττομένης δωροδοκίας. Τί ἐποιήσαντο λοιπὸν οἱ Εἰσαγγελεῖς οὗτοι; Ἀνεγνώρισαν τὸ πεπλανημένον τῶν ἰδεῶν των, καὶ αὐθωρεὶ συνέλαβον τὴν ἰδέαν νὰ ὑποβάλουν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σύνολον τῶν ἐνεργειῶν των καὶ νὰ προκαλέσωσι καὶ συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, οὐχὶ κατακρίνουσαν, ἀλλ’ ἐπαινοῦσαν, οὐχὶ καταδικάζουσαν αὐτοὺς, ἀλλὰ τοὺς παραίτιους τοῦ κακοῦ.
§85ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τοῖς ὀφείλεται εὐγνωμοσύνη.
§86ΧΟΪΔΑΣ. Οὐδεμία εὐγνωμοσύνη ὀφείλεται τῷ πολίτῃ διότι ἐκπληροῖ τὸ πρὸς τὴν δικαιοσύνην καθῆκόν του. Ἐπαινῶ ἁπλῶς τὸν ἄνδρα τὸν ἐκπληροῦντα τὸ καθῆκόν του. Τὸ σύνολον λοιπὸν τῶν ἀνακρίσεων ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρὰ τῆς Βουλῆς ἐξαιτοῦνται δικαιοσύνην. Μετὰ μικρὸν θὰ συζητήσωμεν ἐὰν θὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν τιμωρίαν τῶν συνομωσάντων, τῶν ἀσεβησάντων κατὰ τῶν νόμων τῆς Πατρίδος, τῶν πληξάντων τὰ στέρνα αὐτῆς, Βούλγαρη, Γρίβα, Τριγγέτα, καὶ πάντων τῶν ὑπουργῶν τῆς χορείας τοῦ Βούλγαρη, ἐκτὸς τοῦ κυρίου Παπαμιχαλοπούλου, ἐγκαίρως ἀποσυρθέντος καὶ κατιδόντος τὰ διαπραττόμενα κατὰ τῆς ταλαίνης Πατρίδος τερατώδη κακουργήματα.
§87ΛΑΠΑΣ. Ὁ θεὸς συγχωρέσοι τὸν πατέρα σου! (Ἱλαρότης).
§88ΧΟΪΔΑΣ. Κύριε Λάπα, θὰ σὲ παρακαλέσω νὰ συγχωρέσῃς καὶ τὴν μητέρα μου, νὰ μὴ χωρίσῃς τὸ ἀνδρόγυνον καὶ παραπονεῖται· νὰ ἦναι καὶ οἱ δύο μαζύ.
§89ΛΑΠΑΣ. Καὶ τὴν μητέρα σου.
§90ΧΟΪΔΑΣ. Ὑπάρχει νόμος, καλούμενος ποινικὴ δικονομία· ὁ νόμος αὐτὸς ἔχει διατάξεις, μεταξὺ δὲ αὐτῶν ἔχει τὴν διάταξιν 36 καὶ τὴν διάταξιν 43. Ὑπάρχει δὲ καὶ νόμος θεμελιώδης τοῦ κράτους ὀνομαζόμενος σύνταγμα, ὁ ὁποῖος πολλάκις δυστυχῶς κατεπατήθη ἀναιδῶς καὶ ἀσυστόλως, ὅστις μεταξὺ τῶν ἄλλων διατάξεων ἔχει μίαν διάταξιν 81. Κατὰ τὴν διάταξιν 36 § 3 τῆς ποινικῆς δικονομίας, ἰδιάζουσαν δικαιοδοσίαν ἔχουσι σὺν τοῖς ἄλλοις οἱ Νομάρχαι, οἱ Σύμβουλοι καὶ οἱ Γραμματεῖς τῆς ἐπικρατείας, οἱ ὑπουργοί, κατὰ τὴν διάταξιν δὲ 43, τὰ καθήκοντα τοῦ μὲν εἰσαγγελέως τῶν πρωτοδικῶν ἐκπληροῖ ὁ τῶν Ἐφετῶν, τοῦ δὲ ἀνακριτοῦ ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν. Κατὰ δὲ τὴν διάταξιν 41, τὰ πλημμελήματα τῶν τε Ὑπουργῶν, τῶν Νομαρχῶν καὶ τῶν Συμβούλων τῆς ἐπικρατείας, οὓς εὐτυχῶς δὲν ἔχομεν, ἀνακρίνουν καὶ δικάζουν οἱ Ἐφέται, τὰ δὲ παρ’ αὐτῶν διαπραττόμενα κακουργήματα ἀνακρίνουν μὲν οἱ Ἐφέται, δικάζει δὲ τὸ Δικαστήριον τῶν Κακουργιοδικῶν. Κατὰ τὴν διάταξιν λοιπὸν 80 τοῦ συντάγματος, «ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς ὑπουργοὺς ἐνώπιον δικαστηρίου, συγκειμένου ἐκ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ 12 ἄλλων μελῶν», κατὰ δὲ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 81 «μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ εἰδικοῦ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμου, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ κατηγορῇ αὐτοὺς καὶ τὸ κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἄρθρον δικαστήριον νὰ τοὺς δικάζῃ ἕνεκεν ἐσχάτης προδοσίας, καταχρήσεως δημοσίας περιουσίας, παρανόμου εἰσπράξεως, καὶ πάσης παραβάσεως τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων, κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων των.» Δύναταί τις νὰ διϊσχυρισθῇ, καὶ δικαίως, ὅτι ναὶ μὲν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 36 τῆς ποινικῆς δικονομίας μετετράπη, καθ’ ὅσον δικαστήριον ἄλλο δικάζει καὶ ἄλλοι κατηγοροῦν, ἀλλὰ δὲν μετετράπη καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάκρισιν καὶ τὰ ἀφορῶντα αὐτὴν διάφορα στάδια, δηλ. τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος τῆς συλλήψεως, τοῦ ἐντάλματος τῆς φυλακίσεως καὶ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος· δύναταί τις νὰ τὸ διϊσχυρισθῇ, διότι κατὰ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ 80 ἄρθρου, συνδυαζομένου μὲ τὴν δικονομίαν τὴν Ποινικὴν, ἐξάγεται τοῦτο. Τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον δύναται νὰ τὸν ἐνισχύσῃ τις διὰ τῆς ἐπικλήσεως τῆς νομοθεσίας τῆς Γαλλικῆς. Ἐκεῖ a la trahison et la concussion κατηγορεῖ ἡ Βουλὴ, ἐκεῖ la trahison et la concussion δικάζει ἡ Γερουσία καὶ κατηγορεῖ ὁ Procureur général, ἀλλὰ τὰ ἐντάλματα τῆς συλλήψεως καὶ φυλακίσεως ἐκδίδει ἡ δικαστικὴ ἀρχή. Ὅταν λοιπὸν τοιοῦτόν τινα διϊσχυρισμὸν δύναται νὰ προβάλῃ τις ἐνώπιον σας, ὑποστηριζόμενον ὑπὸ πλείστων δημοσιολόγων καὶ ποινικολόγων, δὲν ἠδύνατο νὰ προβάλῃ καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν; Ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν πρωτοδικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνακρίνειν, ὁ δὲ ἀνακριτὴς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκδίδειν ἐντάλματα συλλήψεως καὶ φυλακίσεως, προηγουμένης ἀδείας τῆς βουλῆς. Ἡ βουλὴ λοιπὸν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορεῖν, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκδίδειν ἐντάλματα συλλήψεως, φυλακίσεως, βουλεύματα, καὶ μόνον τὸ συμβούλιον τῶν ἐφετῶν πράττει τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἁρμόδιον κατὰ τὰς συνήθεις διατάξεις 36, 41 καὶ 43. Ὅταν τοιοῦτόν τινα ἰσχυρισμὸν δύναταί τις νὰ ὑποβάλῃ δικαίως, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δικαία ἡ μομφὴ καὶ ἡ ἀγανάκτησις ὑπὸ τῆς ὁποίας κατελήφθη ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος, ὑπὲρ τοῦ ἀξιοσεβάστου φίλου του. Οὕτως ἐπίστευον ὅτι ἔπρεπε νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, δηλ. ἡ βουλὴ ν’ ἀποδεχθῇ τὰ τελεσθέντα παρὰ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν πλημμελειοδικῶν, ἡ βουλὴ νὰ κατηγορήσῃ μετ’ ὀλίγον, ἀλλὰ νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν νὰ συμπληρώσῃ τὰς ἀνακρίσεις καὶ νὰ ἐκδώσῃ τὰ ἐντάλματα τῆς συλλήψεως καὶ τῆς φυλακίσεως, καὶ τὸ βούλευμα. Ἀλλ’ ὄχι· τοιοῦτόν τινα ἰσχυρισμὸν δύναταί τις νὰ προβάλῃ, χωρὶς νὰ ψέξῃ τοὺς ἔχοντας ἄλλας ἰδέας. Ἕκαστος πρέπει νὰ σέβηται τὰς ἰδέας τῶν ἄλλων, διὰ νὰ δύναται ν’ ἀπαιτῇ σεβασμὸν παρ’ αὐτῶν, ἄλλως δὲν ὑπάρχει λογικὴ συζήτησις, ἐπιστημονική, φιλοσοφικὴ δὲν γίνεται συζήτησις ὅταν θέλῃ τις νὰ ἐπιβάλῃ τὰς ἰδέας του εἰς τὸν ἄλλον. Ἐγὼ νομίζω ὅτι τοιαύτην τινὰ λύσιν δύναταί τις νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς βουλῆς. Ἀλλ’ ὅπως παρατηρεῖτε, ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος ἤρξατο συζητήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ ἀξιότιμοι Δεληγεώργης καὶ Δηλιγιάννης, ἄνδρες σοφοὶ καὶ ἐπίσημοι δημοσιολόγοι, καλοῦνται, καταλαμβάνοντες τὸ βῆμα, νὰ μεθέξωσι καὶ νὰ δώσωσι λύσεις σοφὰς, λύσεις ἐξαγομένας ἐκ τῆς πείρας. Εὔχομαι, ὅπως ἐγὼ ἐξῆλθον τῆς πλάνης διὰ τῶν κυρίων Δεληγεώργη καὶ Δηλιγιάννη, νὰ ἐξέλθῃ ταύτης καὶ ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος. Ὁ ἀξιότιμος κύριος Δηλιγιάννης μετ’ ὀλίγον θὰ καταλάβῃ τὸ βῆμα καὶ θὰ σᾶς ἀναγνώσῃ ψήφισμα, ὅπερ, κατ’ ἐμὴν ἀσθενῆ γνώμην καὶ κρίσιν, ὀφείλει ν’ ἀποδεχθῇ ἡ Βουλή. Δὲν ἐνήργησε κακῶς ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν, ἐνήργησε καλῶς τὰς ἀνακρίσεις, διότι εἶναι ὁ ἀνώτατος λειτουργὸς ὁ ἐπιτηρῶν ἐπὶ τῶν ἀνακρίσεων· καλῶς ἐνήργησε ταύτας, καλῶς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν, καὶ ἡ Βουλὴ καλῶς θὰ πράξῃ, ἐὰν ἀποδεχθῇ ταύτας καὶ διατάξῃ τὴν ἐνέργειαν νέων ἀνακρίσεων κατὰ τῶν κατηγορουμένων καὶ τῶν συναιτίων αὑτῶν, καὶ ἂν ἀναθέσῃ τὰ καθήκοντα τοῦ ἀνακριτοῦ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἄπειρον ἔχω ὑπόληψιν, καὶ ἡ ὁποία δραστηρίως ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της, ἀδίκως δ’ ἐψέχθη, διὰ νὰ ἐξευρεθῇ ἡ ἀλήθεια. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲ πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ εἰς ἀπολογίαν τοὺς κατηγορουμένους καὶ τοὺς συναιτίους αὐτῶν, νὰ ἐκδώσῃ δὲ, ἐὰν θεωρῇ αὐτοὺς ἐνόχους, ἐντάλματα φυλακίσεως κατ’ αὐτῶν, νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως, νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ εἰς τὴν βουλὴν, καὶ ἡ βουλὴ νὰ ἐκδώσῃ τὸ βούλευμά της καὶ τὴν ἀπόφασίν της, διὰ τῶν ὁποίων ν’ ἀποφανθῇ ἐὰν ᾖναι ἔνοχοι οἱ κατηγορούμενοι καὶ οἱ συναίτιοι αὐτῶν, ἢ ν’ ἀποφανθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν, διὰ νὰ δύνανται οὗτοι νὰ παρίστανται ἁγνοὶ καὶ μὲ καθαρὰ τὰ μέτωπα εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τοῦ ἄρθρου 81 τοῦ Συντάγματος ἂς παρουσιασθῶσι, διὰ νὰ δώσωσι λόγον τῶν πράξεών των καὶ καταδικασθῶσιν, ἐὰν ἀποδειχθῶσιν ὅτι ὑπῆρξαν ἄδικοι, πατραλοῖαι ὑπουργοὶ, καὶ μάθωσιν, ὅτι ὑπάρχει δικαστήριον τιμωροῦν τὰ ἐγκλήματα τὰ κατὰ τῆς πατρίδος καὶ κατὰ τῶν νόμων αὐτῆς, καὶ ὅτι ὑπάρχει Βουλὴ ἀπηνὴς κατήγορος τῶν ἀσεβῶν τούτων. Καλεῖται ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος, ν’ ἀναπτύξῃ τὴν γνώμην του καὶ ὑποβάλῃ καὶ τὸ ψήφισμα. Εὔχομαι δὲ ὁ κ. Δηλιγιάννης, διότι ἐγὼ δὲν κατώρθωσα νὰ ἐξαγάγω τῆς πλάνης τὸν κ. Παππαμιχαλόπουλον, νὰ δυνηθῇ νὰ κατορθώσῃ τοῦτο καὶ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν, ὥστε νὰ μὴ κατακρίνῃ τὴν ἀνακριτικὴν ἀρχὴν, ἥτις διὰ τῶν ἀνακρίσεών της ἀνεκάλυψε τὸ ἔγκλημα, παραδοῦσα εἰς τὴν περιφρόνησιν τοῦ κοινοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην τοῦ κυρίαρχου λαοῦ τοὺς ἐργάτας πάσης κακοηθείας, ὅθεν δήποτε προερχομένης. (Χειροκροτήματα).
§91ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ὑπῆρξαν, κύριοι, διαδόσεις, λαβοῦσαι μεγάλας διαστάσεις κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτι ἐν τῇ ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ διαδραματίζεται Σιμωνία προσβάλλουσα τὴν ὑπόληψιν τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς, αἱ δὲ διαδόσεις κατῆλθον μέχρι τῶν καφφενείων, καὶ οἱ διαδίδοντες αὐτὰς ἦσαν αὐτοὶ οἱ ἐργάται αὐτῶν. Ἐντεῦθεν ἀνεφάνησαν τὰ ἑξῆς δύω ζητήματα· ἔπρεπε νὰ συκοφαντῆται ἡ πολιτικὴ ἀρχὴ, καθ’ ἧς ἀπεδίδοντο αἱ τοιαῦται ἀνόσιαι διαδόσεις, ἢ ἔπρεπεν ἡ δικαιοσύνη νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἀνευρέσεως τῆς ἀληθείας, διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ὅλα τὰ διαδιδόμενα ἦσαν συκοφαντία, καὶ ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχει πολιτικὴ ἀρχὴ, ἥτις νὰ κατέλθῃ εἰς τοιαῦτα ὄργια. Ἀπέναντι τοιούτων διαδόσεων, ἐρωτῶ πάντα, τίς εἶναι ὁ φυσικὸς λειτουργὸς, ὁ ὑπὸ τοῦ νόμου τεταγμένος, ὁ ὁποῖος ὀφείλει ν’ ἀνεύρῃ τὴν ἀλήθειαν; Εὐτυχῶς ὅλαι αἱ εὐνομούμεναι πολιτεῖαι, ἑπομένως καὶ ἡ ἡμετέρα, ἔταξαν τὴν ἀρχὴν τὴν καταδιώκουσαν, ἡ ὁποία, ἅμα πληροφορηθῇ ὅτι ἔλαβε χώραν ἔγκλημα, ὀφείλει νὰ τὸ καταδιώξῃ. Ἐντεῦθεν λοιπὸν ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ τῆς πρωτευούσης, ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὁποίας ἔλαβον τοιαύτας διαστάσεις αἱ διαδόσεις, αἵτινες ἐγένοντο καὶ τοῦ τύπου ἀντικείμενον, ἐπελήφθη τῆς ἀνακρίσεως, ἥτις καὶ ἐντὸς τοῦ καθήκοντος καὶ ἐντὸς τοῦ νόμου ἦτο. Ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ προέβη ὅσον ἦτο δυνατὸν πρὸς ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας, καὶ εἶναι μάλιστα λίαν ἀξιέπαινος, διότι τίποτε δὲν παρεῖδε, καὶ ἔλαβε τοσαύτην πρόνοιαν ὑπὲρ τῆς ἀποδείξεως τῆς ἐνοχῆς, ὅσην καὶ ὑπὲρ τῆς ἀθῳότητος. Ἀλλ’ ὑπῆρχεν ἀπέναντι αὐτῆς ἓν ὅριον ἀνώτερον, ὑπῆρχεν ἓν πρόσκομμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπερπηδήσῃ. Καὶ ποῖον αὐτό; ἦσαν δύω ὑπουργοί, οἵτινες ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὅλης κατηγορίας ἀνεφαίνοντο ἔνοχοι, καὶ ἀπέναντι αὐτῶν δὲν ἠδύνατο νὰ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν, ἐμποδιζομένη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Ποῦ ἔπρεπε ν’ ἀποταθῇ, διὰ νὰ ἄρῃ αὐτὴν τὴν δυσκολίαν; ἔπρεπε ν’ ἀποταθῇ ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ὁ φυσικὸς δικαστὴς καὶ ἡ ὑπὸ τοῦ νόμου τεταγμένη διὰ τοὺς ὑπουργοὺς καταδιώκουσα ἀρχὴ, ἡ ὁποία εἶναι ἁρμοδία νὰ ἐπιληφθῇ τῶν περαιτέρω ἀνακρίσεων, ὅπερ καὶ ἔπραξε. Δὲν ἔπραξε λοιπὸν οὐδὲν ἀτόπημα ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ, ἀποταθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν ἅμα εἶδεν ἐνοχοποιουμένους δύω ὑπουργοὺς, ἐναντίον τῶν ὁποίων αὕτη δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιληφθῇ. Τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, μὲ ὅλας αὐτοῦ τὰς ἀτελείας, εἶναι πληρέστερον ἄλλων Συνταγμάτων ὡς πρὸς τοῦτο τὸ ζήτημα, διότι καὶ εἰς ἄλλα κράτη ἐπαρουσιάσθησαν τοιαῦτα ζητήματα, ἀπέναντι ἄλλων Συνταγμάτων ἀτελεστέρων τοῦ ἰδικοῦ μας, καὶ ἐκεῖ ἐλύθησαν ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀναφύονται σήμερον. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἀπεφασίσθη ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν καταδιώκουσαν ἀρχὴν, ἤτοι τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰς αὐτὴν ἀνήκει τὸ δικαίωμα τῆς κατηγορίας καὶ ὅλαι αἱ ἀνακριτικαὶ καὶ καταδιωκτικαὶ πράξεις, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ εἰδικὸν δικαστήριον, τὸ τιμωροῦν αὐτὰ τὰ κακουργήματα, οὕτως ἐλύθη, ὅπως ἐν Γαλλίᾳ τὸ ἔλυσεν ἡ Βουλὴ τῶν ὁμοτίμων κατὰ τὸ 1830. Τώρα, κύριοι, δὲν ἔχετε ἀνάγκην, ἀφοῦ ἔχετε τὴν ἔκθεσιν ἡμῶν ἐνώπιόν σας, ν’ ἀκούσητε παρ’ ἡμῶν τὸ ἐξαγόμενον ὁλόκληρον αὐτῆς τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν δύνασθε νὰ ὀνομάσητε ὅπως θέλετε, θέλετε ἀνακρίσεις, θέλετε προεισαγωγικὰς ἀνακρίσεις, θέλετε ἐνδείξεις, ὅπως θέλετε. Αὐτὴ τῷ ὄντι ἡ ἐργασία εἰκονίζεται διὰ πορισμάτων εἰς τὴν ἡμετέραν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλομεν ἐνώπιόν σας. Ἀλλὰ ἡμεῖς, ἐργασθέντες καὶ ἐξαγαγόντες τὸ πόρισμα τὸ ὁποῖον ἐξάγεται ἐκ τῶν ὑποβληθέντων ἐγγράφων πρὸς τὴν Βουλὴν, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ παρίδωμεν τὰ ὅρια τῆς ἐντολῆς μας. Ἡ ἐντολὴ μας ἦτο «θὰ ἐργασθῆτε, θὰ ἐξετάσητε τὰ ἔγγραφα καὶ θὰ φέρητε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ πόρισμα τῆς ἐργασίας σας». Δὲν ἠδυνάμεθα λοιπὸν νὰ προβῶμεν περαιτέρω, διότι δὲν εἴχομεν τοιαύτην ἐξουσίαν. Σήμερον δὲν φιλονεικεῖται παρ’ οὐδενὸς σχεδὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχουσα τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορεῖν, ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνακρίνειν’ καὶ πολὺ ὀρθῶς ἄλλοι παρετήρησαν, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς κατηγορίας εἶναι μάταιον, ὅταν δὲν συνυπάρχωσιν ὅλα τὰ στοιχεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ βασισθῇ. Ὅταν ἡ καταδιώκουσα ἀρχὴ δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ἀνακρίνειν, τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορεῖν εἶναι νεκρόν.
§92ΤΙΝΕΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Ἐὰν ὑπάρχῃ τις ἐναντίος, ἂς σηκωθῇ νὰ ὁμιλήσῃ (θόρυβος).
§93ΡΟΥΚΗΣ. Ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος λέγει, ὅτι τὴν κατάθεσίν του ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τὴν διέστρεψεν.
§94ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Τώρα θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μαυρομαρᾶς εἶναι εἰσηγητὴς καὶ ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλήσῃ.
§96ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Λέγω λοιπὸν ὅτι δὲν εἴχομεν δικαίωμα νὰ πράξωμεν περισότερον, εἴχομεν μόνον δικαίωμα, ἐξετάζοντες τὰ ἔγγραφα, νὰ ἐξαγάγωμεν ἓν πόρισμα καὶ νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν μίαν γνώμην. Ποία εἶναι ἡ γνώμη; εἶναι ἡ γνώμη εἰς τὴν ὁποίαν καταλήγει ἡ ἔκθεσις, τοῦτέστι τι πρέπει νὰ πράξῃ ἡ Βουλή. Καὶ διατί, κύριοι, μ’ ὅλον ὅτι αὐτὰ τὰ ἔγγραφα εἶναι πλήρη, δι’ ὑμᾶς ὡς Βουλὴν εἶναι ἀτελῆ, καὶ δὲν πρέπει νὰ τὰ παραδεχθῆτε ὡς ἀποδείξεις, ἀλλὰ ὡς πληροφορίας; Διὰ νὰ ἐπιληφθῶμεν ἡμεῖς αὐτῶν ἐξ ἰδίας ἁρμοδιότητος καὶ καθήκοντος· τοῦτο δὲ δυνάμεθα νὰ πράξωμεν δι’ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία δι’ εἰδικῆς ἐντολῆς πρέπει νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν νὰ χορηγήσωμεν ὅλα αὐτὰ τὰ δικαιώματα· καὶ λέγω τοῦτο, διότι ὑπῆρχε μικρὰ ἀμφισβήτησις, ἐὰν αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε τοιαῦτα δικαιώματα. Λοιπὸν τὸ συμπέρασμά μας εἶναι ῥητὸν, καὶ δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω τι, εἰμὴ νὰ ἐπανορθώσω μίαν πλάνην, εἰς τὴν ὁποίαν εἷς τῶν προαγορευσάντων περιέπεσε, καὶ μάλιστα ἐπετίμησε τὴν ἐπιτροπὴν, διότι φαίνεται ὅτι οὗτος ἐλησμόνησε τί κατέθεσεν ἄλλοτε ἐνώπιον τῆς προανακρίσεως· καὶ εἴτε λησμονήσας, εἴτε μεταμορφώσας σήμερον ὅσα ἄλλοτε κατέθεσεν, ἠθέλησε καὶ νὰ μεμφθῇ ἡμᾶς ἀκόμη. Ἀνεγνώσαμεν πολὺ καλὰ τί κατεθέσατε, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, διότι ἔχομεν ἀψευδῆ μάρτυρα τὴν κατάθεσίν σας, καὶ ἂν τὴν ἀναγνώσητε, θὰ ἴδητε ὅτι ὑμεῖς εἴπετε, ὅτι ἀπὸ ὑπάλληλον τοῦ ὑπουργείου ἐλάβετε πληροφορίας, ὅτι εἴπετε ὅτι εἴχετε ἄλλας πλαγίας πληροφορίας ὅτι ἔλαβον χώραν ἀνόσια, καὶ ὅτι ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ ἡμέραν τινὰ ἠρωτήσατε πότε θὰ ἔλθουν καὶ τὰ ἐπισκοπικὰ εἰς συζήτησιν, ὁ δὲ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι ἀντικείμενον τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου τοῦτο, ἀλλ’ ἀνήκει εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἴσως ἡ ἔκφρασις αὕτη σᾶς ἐπέβαλε σιγὴν» δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος, ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἐκφράσωμεν ἄλλως πως τὸ πρᾶγμα, διὰ νὰ παραστήσωμεν τὴν ἰδέαν σας. Οἱ λόγοι τοῦ πρωθυπουργοῦ ἐκείνου τί ἄλλο εἶναι παρὰ ἐπιβολὴ σιωπῆς;
§97ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ἀπόψε, κ. πρόεδρε, ἡ κατάθεσίς μου.
§98ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ.
§99ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἀδίκως ἐπετιμήσατε τὴν ἐπιτροπήν. Καταλήγων τὸν λόγον, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω ἄλλο τι εἰμὴ τὰ ἑξῆς, ὅτι, ὅπως γνωμοδοτεῖ καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει της ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δώσῃ ὅλα τὰ δικαιώματα εἰς τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν τὴν ὁποίαν θέλει συστήσει.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένος ὁ κ. Νεζερίτης· θέλει νὰ ὁμιλήσῃ;
§101ΡΩΜΑΙΟΣ. Ὁ κύριος Νεζερίτης παρῃτήθη.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οὐδεὶς ἕτερος ὑπάρχει ἐγγεγραμμένος. Ἠκούσατε καὶ τὸν κύριον εἰσηγητὴν, δόντα ἐξηγήσεις πρὸς ταῖς ἄλλαις τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ἡ ἐπιτροπή. Ὁ κύριος εἰσηγητὴς εἶπεν, ὅτι αἱ ἀνακρίσεις θέλουν χρησιμεύσει ὡς πληροφορίαι. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν ἐννοεῖ, κατὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ εἰσηγητοῦ ἀντιπροσωπεύοντος αὐτὴν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία θέλει ἐκλεχθῆ, θέλει ἔχει ὅλα τὰ καθήκοντα τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον, ἤτοι νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις καὶ καθεξῆς.
§103Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε πρόεδρε, μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν;
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§105Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω πῶς ὁ κ. εἰσηγητὴς ἐξέθηκεν, ὅτι ἐννοεῖ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς. Ὅπως ἐγὼ ἐννοῶ αὐτὴν, αὕτη ἔχει οὕτως. Ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει συστήσει ἐπιτροπὴν εἰδικὴν ἐξ ἰδίων αὑτῆς μελῶν· αὕτη, εἴτε ἡ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπιτροπὴ, κατὰ τὸ μέτρον τῆς πρὸς ταύτην ἢ ἐκείνην ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, θέλει ἀποδεχθῆ τὴν ἐντολὴν τῆς Βουλῆς ἵνα ἐνεργῇ ἐν ὀνόματι αὐτῆς ὅλην τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν αἱ διατάξεις τῆς ποινικῆς δικονομίας μεταδίδουσιν εἰς τοὺς ἀνακριτάς· ἑπομένως θέλει ἐκτιμήσει τὰς γενομένας ἀνακρίσεις, ἂν δὲ δὲν εὕρῃ αὐτὰς τακτικὰς ἢ ἀναγνωρίσῃ αὐτὰς ὡς μὴ ἐγκύρους, θέλει συμπληρώσει αὐτὴ, ἰδίως δὲ θέλει προσκαλέσει εἰς ἀπολογίαν τοὺς κατηγορουμένους καὶ τοὺς συνεργοὺς καὶ συναιτίους αὐτῶν.
§106ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ, ἐν τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ τῆς ἐκθέσεώς της, ἀπαριθμεῖ τὰ καθήκοντα αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς.
§108ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Βουλὴ ἐκτελεῖ διάφορα καθήκοντα, καὶ ὅταν μὲν νομοθετῇ, ψηφίζει κείμενα νόμων ὑποβαλλομένων εἰς αὐτὴν εἴτε ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως εἴτε ὑπὸ τῶν βουλευτῶν, ὅταν δὲ ἐξελέγχῃ ἐκλογὰς, ἀποφαίνεται περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου αὐτῶν. Ὅταν ὅμως ἐκτελῇ δικαστικὰ καθήκοντα, ὡς ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει, ψηφίζει ἀποφάνσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν κείμενον ὡρισμένον, καὶ αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἀνακοινῶνται εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἵνα χορηγῇ αὕτη πᾶσαν συνδρομὴν πρὸς αὐτήν. Διὰ τοῦτο, τοιαύτης τινὸς ἀποφάνσεως τὸ κείμενον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω ὡς συμπέρασμα τῆς συζητήσεως, καὶ πρὸς τροπολογίαν τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης. «Ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων. «Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 81 τοῦ συντάγματος, μεταδίδωσιν εἰς τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 18 τοῦ κανονισμοῦ αὐτῆς ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἐξουσίαν ν’ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν ἐπὶ δωροδοκίᾳ κατὰ τῶν δύο πρώην ὑπουργῶν Ἰωάννου Βαλασσοπούλου καὶ Βασιλείου Νικολοπούλου, διαπραχθείσῃ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν ὡς ὑπουργῶν, καὶ κατὰ τῶν συνεργῶν καὶ συναιτίων αὐτῶν, καὶ ἐκτελέσῃ πάντα τὰ ὑπὸ τῆς ποινικῆς δικονομίας ἐπιτρεπόμενα δικαιώματα καὶ καθήκοντα τῶν ἀνακριτῶν. Ἐντέλλεται δὲ εἰς αὐτὴν, νὰ ὑποβάλῃ ἐντὸς δέκα πέντε ἡμερῶν τὴν ἀνάκρισιν πλήρη μετὰ τῆς ἰδίας αὑτῆς γνώμης». Μένει εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν θέλῃ, νὰ συντομεύσῃ τὴν προθεσμίαν.
§109ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§110ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ παραδεχθῆτε 10 ἡμέρας, διότι αἱ 20 θὰ γείνωσι 30 καὶ αἱ 10 20.
§111ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ, ἠμπορεῖ νὰ προτείνῃ 10 ἡμέρας.
§112ΠΟΛΛΟΙ. 10 ἡμέρας.
§113ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Παρακαλῶ, ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ᾖναι πολυμελὴς, διότι δὲν ἐπαρκεῖ ἕνας ἄνθρωπος, οὔτε δύο, οὔτε τρεῖς.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐπρότεινεν, ἀντὶ τοῦ πορίσματος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς δικαιοσύνης, τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσεν. Ἡ τροπολογία αὕτη ἀντικαθιστᾷ ἀντὶ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ ἡ ἔκθεσις, ῥητῶς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης. Συναινεῖ εἰς τοῦτο ἡ Βουλή;
§115ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§116ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τί νὰ γείνῃ; Νὰ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις;
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δηλιγιάννη. (Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία).
§118ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§119ΝΕΖΕΡΙΤΗΣ. Κύριοι, κοινὴ πάντων ἐπιθυμία εἶναι ἡ τιμωρία τοῦ ἐγκλήματος. Πρὸς τοῦτο ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ συνέλεξεν ὄχι ὀλίγας καταθέσεις· ἔφθασαν τὰς 95 ἢ 96. Καὶ νομίζετε, ὅτι διὰ τῆς πληθύος αὐτῆς τῶν καταθέσεων ἠδυνήθη νὰ ἀποπερατώσῃ τὸ ἔργον της; Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος τῆς δικαστικῆς ἐπιτροπῆς. Ἐκ τῆς ὅλης αὐτῆς διαδικασίας, τὴν ὁποίαν εἶδον, καὶ τῶν ἀνακρίσεων, καὶ τῆς εἰς διάφορα μέρη τοῦ κράτους διαμονῆς τῶν μαρτύρων, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἀνάκρισις αὐτὴ εἶναι ἀτελής, ἡ δὲ χορηγουμένη προθεσμία εἶναι ὅλως μικρά· διότι ἐὰν ὑποθέσητε μάρτυρά τινα δυστροποῦντα, ἢ καί τινα τῶν κατηγορουμένων δυστροποῦντα νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν ἀνάκρισιν ν’ ἀπολογηθῇ, δὲν θὰ παρέλθῃ ὡς ἐκ τούτου χρονικὸν διάστημα, μετὰ τὸ ὁποῖον θὰ διαταχθῇ ἡ διὰ βίας προσαγωγή; Εἶναι λοιπὸν ἀνάλογος ὁ χρόνος τῶν 10 ἡμερῶν πρὸς τοῦτο; Εἶναι ἀρκετὸς, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἀποσταλῶσι παραγγελίαι εἰς διάφορα μέρη τοῦ κράτους; Ὄχι. Ἐκτὸς τούτου, θὰ ὑποπέσωμεν καὶ εἰς ἄλλο ἄτοπον. Ἀσπάζομαι καθ’ ὁλοκληρίαν τὰς γενναίας καὶ ἀξιοπρεπεῖς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἡ Βουλή. Δὲν πρέπει νὰ τὴν κινήσῃ οὔτε πάθος, οὔτε ἀγανάκτησις, ἀλλὰ νὰ ἤμεθα δικασταὶ ἀπαθεῖς· ἡμεῖς ἀντιπροσωπεύομεν τὸ ἔθνος. Ἐὰν εἷς τῶν κατηγορουμένων, εἴτε αὐτῶν τῶν ἰδίων ὑπουργῶν, εἴτε ἄλλος τις, θελήσῃ νὰ προτείνῃ μάρτυρας ὑπερασπίσεως, μένει ἱκανὸς χρόνος πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἀκροασθῶσιν οὗτοι; Φοβοῦμαι ὄχι. Ἡ δὲ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐμπεριλαμβάνεται εἰς αὐτὴν τὴν ἰδίαν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς. Τί δὲ λέγει ἡ ἐπιτροπή; Νὰ ὑπάρξῃ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ χορηγήσῃ ἡ Βουλὴ, μὴ ὑπάρχοντος νόμου εἰδικοῦ ὁ ὁποῖος νὰ κανονίζῃ τὴν προδικασίαν, τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ ἐντάλματα, νὰ διατάττῃ κατ’ οἶκον ἐρεύνας, νὰ ἐνεργῇ συλλήψεις, καὶ πᾶν ὅ,τι ὁ νόμος χορηγεῖ εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς καὶ τοὺς ἀνακριτάς. Δεύτερον, κύριοι, δὲν εἴμεθα ἡμεῖς τὸ δικάσον δικαστήριον, διὰ νὰ εἴπωμεν· «ἀδιάφορον εἰς ἡμᾶς, ὁποίαν τύχην ἔχουν αἱ προγενέστεραι καταθέσεις.» Εἶναι ἄλλο τὸ ὑπὸ τοῦ συντάγματος ὁριζόμενον δικαστήριον· εἶναι ὁ Ἄρειος Πάγος μετὰ τῶν μελῶν τῶν ὁριζομένων ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 81 τοῦ συντάγματος. Ἐὰν θελήσῃ τις νὰ ἐπικαλεσθῇ τὰς ὑπαρχούσας ἀνακρίσεις ἐν τῷ δικαστηρίῳ, ἢ καὶ θελήσῃ νὰ προσβάλῃ τὰς ἀνακρίσεις αὐτὰς, ἤτοι τὸ ἔγκυρον τῶν καταθέσεων, τί θὰ προτάξωμεν; Βλέπετε, ὅτι σὺν τοῖς ἄλλοις εὑρίσκω ἀναγκαῖον νὰ τὴν περιβάλωμεν μὲ τὴν διατύπωσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἤδη διὰ τῆς ἀποφάσεώς μας θέλομεν κάμει, διὰ τῆς διαδικασίας· ὥστε δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους φρονῶ νὰ δοθῇ μακροτέρα προθεσμία πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν, καὶ χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτοῦ τοῦ σώματος τῆς Βουλῆς. Φρονῶ, ὅτι τουλάχιστον πρέπει νὰ ὁρισθῇ μηνιαία προθεσμία.
§120ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κ. πρόεδρε, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ διὰ νὰ διχογνωμῶμεν, ἐὰν πρόκηται μόνον νὰ συμφωνήσωμεν ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς προθεσμίας. Ἐγὼ ἐν ἀρχῇ ὑπέβαλον προθεσμίαν 15 ἡμερῶν· εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ ἐργασία νὰ θεωρηθῇ ἀνωτέρα. Ἐὰν συνέβαινε νὰ μὴ περαιωθῇ, ἡ ἐπιτροπὴ τὴν 14 ἤθελεν ἐμφανισθῆ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ζητήσῃ παράτασιν, ἐξηγοῦσα τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους τὴν ζητεῖ. Ὥστε ἐὰν δώσωμεν 15 καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περαιωθῇ ἡ ἐργασία, ἡ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ ζητήσῃ παράτασιν.
§121ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ 81 ἄρθρον τοῦ συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὥρισεν εἰδικὴν δικαιοδοσίαν διὰ τοὺς ὑπουργοὺς οἱ ὁποῖοι παρέβησαν τυχὸν τὸ σύνταγμα ἢ τοὺς νόμους κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων των, δὲν μετέβαλε παντάπασι τὰς διατάξεις τῆς ποινικῆς δικονομίας ὡς πρὸς τὴν διαδικασίαν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ προηγηθῇ τῆς παραπομπῆς εἰς δίκην. Ἑπομένως, μ’ ὅλον ὅτι ἀναγνωρίζω τὴν ἀρχὴν, ὅτι αἱ ἀνακρίσεις, αἱ ὁποῖαι μέχρι τοῦδε ἐνηργήθησαν, ἐνηργήθησαν παρ’ ἀνακριτικῆς ἀρχῆς μὴ ἁρμοδίας διὰ τὰ πρόσωπα, φρονῶ ὅμως, ὅτι δὲν θεωρεῖται ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ συμμορφωθῶμεν μὲ τὰς διατυπώσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι μίαν τακτικὴν ἀνάκρισιν πρὸ τῆς παραπομπῆς. Γνωρίζετε ὅτι ἡ δικονομία διῄρεσε τὴν ἀνάκρισιν εἰς δύω κατηγορίας, ὅταν πρόκηται περὶ κακουργήματος, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ πλημμελήματος. Ἐὰν λοιπὸν ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία θὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἀνακρίσεως, θεωρήσῃ ὅτι ἡ πρᾶξις ἡ ἀποδοθεῖσα εἰς τοὺς πρώην ὑπουργοὺς εἶναι κακούργημα, ὀφείλει νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὴν διαδικασίαν τὴν διαγραφεῖσαν ἐπὶ κακουργήμασιν· ἐὰν θεωρήσῃ ὅτι εἶναι πλημμέλημα, καὶ ἁπλῆ προσαγωγὴ τῶν ἀνακρίσεων ἀρκεῖ πρὸς παραπομπήν· ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἀπὸ τοῦδε δὲν δυνάμεθα νὰ προδικάσωμεν. Ἡ πρᾶξις τῆς δωροδοκίας κατὰ γενικὸν κανόνα, κατὰ τὸ ἄρθρον 456 τοῦ ποινικοῦ νόμου, εἶναι πλημμέλημα· εἰς μόνον τὴν τελευταίαν ἐκ τῶν τριῶν περιπτώσεων θεωρεῖται κακούργημα. Λοιπὸν προκειμένου κατὰ πρόληψιν περὶ πλημμελήματος, δὲν εὑρίσκω λόγον, διατὶ νὰ ἐπαναληφθῇ ἀνάκρισις, ἡ ὁποία δύναται νὰ δώσῃ χώραν εἰς μακρὰν παράτασιν, καὶ διατὶ νὰ μὴ περιορισθῶμεν εἰς τὰ γενόμενα μέχρι τοῦδε, ἀφίνοντες ἐλευθέραν τὴν ἐπιτροπὴν, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἴδῃ ὅτι ὑπάρχει ἡ τρίτη αὕτη περίπτωσις τοῦ κακουργήματος, τότε νὰ ζητήσῃ μακροτέραν προθεσμίαν· οὔτε ἀπὸ τοῦδε δυνάμεθα ν’ ἀπαιτήσωμεν, ὥστε ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ νὰ ἐκπληρώσῃ ὅλας τὰς διατυπώσεις τῆς ἀνακρίσεως, ἡ ὁποία ἐπὶ πλημμελήμασι δὲν εἶναι ἀναγκαία. Κατὰ συνέπειαν, νομίζω, δύναται νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα, ἢ ἐὰν ἦναι ἀρκετὴ ἡ προθεσμία ἢ ἐὰν πρέπῃ νὰ ταχθῇ μακροτέρα· ὥστε ἀπὸ τοῦδε, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἡ βουλὴ δὲν δύναται νὰ προδικάσῃ ποία διαδικασία εἶναι ἀναγκαία ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Κατὰ συνέπειαν, ἂς εὐχαριστηθῶμεν εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἀναλόγως τῶν περιστάσεων δύναται νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν εἰς τὴν βουλήν.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παραδέχεσθε 10 ἡμέρας;
§123ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐνοήσαμεν ἐν πρώτοις τί θὰ κάμῃ ἡ ἐπιτροπὴ αὐτή.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσέχετε λοιπὸν ν’ ἀκούσητε τὴν πρότασιν. Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις.
§125ΡΑΛΛΗΣ. Ἐννοεῖ αἱ ἀνακρίσεις αὗται, αἱ σταλεῖσαι παρὰ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν, νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν;
§126ΤΙΝΕΣ. Βεβαίως.
§127ΕΤΕΡΟΙ. Ὅπως θέλει.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐξήγησεν, ὅτι ἀπόκειται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐνεργήσῃ νέας ἀνακρίσεις, ἢ νὰ συμπληρώσῃ τὰς ἤδη γενομένας.
§129ΡΑΛΛΗΣ. Κ. πρόεδρε, αὐτὸ εἶναι ζήτημα, ζητῶν δ’ ἐπὶ τῆς προτάσεως διασάφησιν, ἐσκόπουν νὰ θίξω τὸ ζήτημα τοῦτο, ζήτημα καθαρῶς τύπων. Ἐὰν δὲν εἴχομεν ν’ ἀσχοληθῶμεν καὶ περὶ τῶν τύπων, ἠδυνάμεθα ἀξιόλογα νὰ δώσωμεν ἐντολὴν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, νὰ προβῇ ἁπλῶς εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἀνακρίσεων τῶν γενομένων ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς θὰ ὑποβληθῇ ὁπωσδήποτε ἡ ἀνάκρισις αὕτη εἰς ἓν δικαστήριον, ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἐρευνήσωμεν τίνες οἱ τῆς προανακρίσεως τύποι οἱ διαγραφόμενοι ἀπὸ τὸ σύνταγμα ἢ ἀπὸ τὴν ποινικὴν δικονομίαν, οἵτινες θέλουσι τηρηθῆ ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς. Ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ καθῆκον ἔχει ἁπλῶς νὰ συμπληρώσῃ τὰς ἤδη ἐνεργηθείσας ἀνακρίσεις. Κατὰ τοῦτο ἀντιφρονῶ, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὴν διασάφησιν ἐκ μέρους τοῦ ὑποβαλόντος τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θὰ ἔχῃ μόνον νὰ ἐξετάσῃ τὰς καταθέσεις κατ’ οὐσίαν, ἐὰν πλήρεις ἦσαν καὶ πλήρεις προκύπτουν ἐξ αὐτῶν αἱ ἀποδείξεις τῆς ἐνοχῆς τῶν δύο ὑπουργῶν· νομίζω ὅτι θὰ εὑρεθῇ ἐνώπιον ἑνὸς ζητήματος τύπων, ἐὰν δηλ. αὕτη ὀφείλῃ ν’ ἀρχίσῃ ὅλως ἀπ’ ἀρχῆς τὴν ἀνάκρισιν ἢ ἁπλῶς νὰ τὴν συμπληρώσῃ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας οὐδεὶς ὁ ἀντιλέγων, οὐδεὶς εὑρέθη νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ ἔγκλημα. Ἀλλὰ μὴ σπεύδωμεν, διότι σπεύδοντες δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς περιπλοκάς, ἐξ ὧν περισσότερον χρόνον θ’ ἀπολέσωμεν. Ποία δὲ θὰ ᾖναι ἡ θέσις τῆς βουλῆς ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελεν εἰσαχθῇ ὅλως ἀτελής, ὅλως πλημμελὴς ἡ κατηγορία καὶ ἡ ἀνάκρισις ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, τοῦ συγκροτηθησομένου δυνάμει τοῦ συντάγματος; Κατηγορία τοιαύτη ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀμφιβολίας θ’ ἀποῤῥιφθῇ καὶ θὰ κηρυχθῇ ἄκυρος παρὰ τοῦ δικαστηρίου ἐκείνου, καὶ τότε ὁ χρόνος, τοῦ ὁποίου ἠθελήσαμεν νὰ φεισθῶμεν, θ’ ἀπολεσθῇ μακρότερος. Νομίζω ὅτι ἡ ὑποβολὴ τῆς δικογραφίας, ἡ γενομένη ἐκ μέρους τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν εἰς τὴν βουλὴν διὰ τοῦ προεδρείου αὐτῆς, ἕνα καὶ μόνον εἶχε σκοπόν· δὲν ἐπρόκειτο, ὡς κακῶς ἐθεώρησεν ὁ Κ. Παππαμιχαλόπουλος, ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν νὰ δώσῃ ὤθησιν εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκ μέρους τῆς βουλῆς κατὰ τῶν δύο ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ὅταν εὑρέθη ἐνώπιον ἑνὸς γεγονότος τοσοῦτον σπουδαίου, τὸ ὁποῖον μετέβαλεν ἐντελῶς τὴν δικαιοδοσίαν, καθίστα δὲ τὸν κοινὸν ἀνακριτὴν ἀναρμόδιον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἀνάκρισιν μόνον κατὰ προσώπων ὑπαγομένων εἰς τὴν κοινὴν δικαιοδοσίαν ἀρξαμένην, ἀναγκαίως ὤφειλε νὰ σταματήσῃ καὶ νὰ εἰδοποιήσῃ τὴν βουλὴν, τὴν μόνην ἁρμοδίαν. Ἐσταμάτησε λοιπὸν καὶ τὴν ὅλην δικογραφίαν παρέπεμψεν εἰς τὴν βουλήν. Ἡ βουλὴ σήμερον πρόκειται ν’ ἀποφανθῇ ἐὰν ὑπάρχῃ ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν, καὶ διὰ ν’ ἀποφανθῇ τοῦτο, δὲν θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς καταθέσεις ἐκείνας, τὰς ἀνακριτικὰς πράξεις, αἵτινες μέχρι σήμερον ἐνηργήθησαν ἐκ μέρους τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς, διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς φαίνεται ἀποδεδειγμένον ὅτι κύριοι ἔνοχοι εἶναι οἱ ὑπουργοί, οἵτινες ὑπάγονται εἰς ὅλως ἰδιάζουσαν δικαιοδοσίαν, καὶ κατ’ αὐτῶν πρόκειται νὰ γείνῃ ἀνάκρισις, ὅλαι αἱ πράξεις αἱ μέχρι σήμερον ἐνεργηθεῖσαι εἶναι ἄκυροι, ὡς ἀναρμοδίως γενόμεναι. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ δοθῇ ἡ διασάφησις αὕτη, πρὶν προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἐντολῆς πρὸς τὴν ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπιτροπὴν διὰ τὴν τῆς ὑποθέσεως ἀνάκρισιν. Δὲν πρόκειται περὶ περαιτέρω ἀνακρίσεων, δὲν πρόκειται περὶ συμπληρωτικῶν ἀνακρίσεων. Ἔχομεν ἁπλῶς σήμερον καταγγελίαν, ταύτην δ’ ἐξητάσαμεν. Ἤδη δὲ διὰ τῆς ἐπιτροπῆς πρόκειται νὰ προβῶμεν εἰς τὸ πρῶτον βῆμα τῆς κατηγορίας, πρόκειται νὰ προβῶμεν εἰς πράξεις ἀνακριτικάς, αἵτινες, ὅπως ὦσιν ἔγκυροι, πρέπει νὰ περιβάλλωνται διὰ τῶν τύπων, τοὺς ὁποίους διαγράφει τὸ Σύνταγμα καὶ ἡ ποινικὴ δικονομία. Ἡ ἐπιτροπὴ θὰ προβῇ εἰς νέαν ἀνάκρισιν, θὰ ἐξετάσῃ ἕνα πρὸς ἕνα ὅλους τοὺς μάρτυρας οἵτινες ἐξητάσθησαν ἤδη, ἐὰν ὑποθέτῃ ὅτι αἱ καταθέσεις αὗται συντρέχουν εἰς τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἐνοχῆς τῶν δύο κατηγορουμένων, καὶ τότε τὸ πόρισμα τῆς ὅλης ἀνακρίσεως θὰ φέρῃ ἐνώπιον ἡμῶν, ἡμεῖς δὲ ἔχομεν ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς παραπομπῆς εἰς κατηγορίαν. Τὴν ἐξήγησιν ταύτην ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ προκαλέσω, καθόσον ἐὰν σπεύσωμεν, ἀντὶ νὰ κερδίσωμεν, θέλομεν ἀπολέσει μακρὸν χρόνον.
§130Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς ἔθιξεν ἢ ἐξέφρασε τοὺς αὐτοὺς δισταγμούς, τοὺς ὁποίους ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς πρῶτος ἀρχόμενος τῆς συζητήσεως ἐξέφρασεν. Ὁ κ. Ῥάλλης δὲν ἔχει ἀκόμη σχηματίσει πεποίθησιν, ἐὰν ἡ ἐνεργηθεῖσα ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς δικαστικῆς ἀστυνομίας προεισαγωγικὴ ἀνάκρισις δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν πρώην ὑπουργῶν, ἂν δηλονότι περιλαμβάνῃ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ἡ ποινικὴ δικονομία. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης εἶχεν, ὡς συνάγεται ἐκ τῆς ἐκθέσεώς της, γνώμην περὶ τούτου. Τὴν αὐτὴν δὲ γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπιτροπή, εἶχον καὶ ἐγώ· ἀλλ’ ὅταν ὑπέβαλον τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος, ἐνόμιζον, ὅτι οὔτε ὁ κ. Ῥάλλης, οὔτε ἄλλος τις τῶν συναδέλφων εἶχε δισταγμόν τινα περὶ τούτου· ἀφοῦ ὅμως ἐκφράζονται δισταγμοὶ περὶ τούτου, ἀφοῦ πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ἐξασκήσῃ καθήκοντα δικαστικά, ἀφοῦ πρέπει ὅλος ὁ κόσμος νὰ πεισθῇ περὶ τῆς ὀρθότητος καὶ τοῦ δικαίου τῆς διαδικασίας, ἐγὼ δὲν δύναμαι ν’ ἀντιλέξω διὰ νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις, προτείνω μάλιστα νὰ ἀναβληθῇ αὕτη διὰ τὴν αὔριον, διότι ἐπιθυμῶ νὰ βασανίσωσι τοὺς πρὸ μικροῦ προταθέντας δισταγμοὺς πάντες, καὶ πάντες νὰ πεισθῶσι περὶ τῆς νομιμότητος τῶν πράξεων ἡμῶν.
§131ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἀντίθετος γνώμη.
§133ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις διὰ τὴν αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἐν ὥρᾳ 6 καὶ λ. π. 25.