1874.11.28
2,014 rows · 16,941 words · 109 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36
Τῆς 28 Νοεμβρίου 1874.
(Πέμπτη).
Ὥρα 2½ Μ. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΡΟΥΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχω τηλεγραφικὴν πληροφορίαν ἀπὸ φίλους μου ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Κορινθίας ὅτι ἀπὸ προχθὲς τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς εἰδοποιήθη ἀπὸ μέλη τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ἐξεδιώχθησαν ἐκ τοῦ τόπου τῆς ἐκλογῆς.... ........ περιφρονηθέντα, αἰκισθέντα, καὶ ἐν τούτοις τὸ προεδρεῖον σιγὴν νεκρικὴν τηρεῖ εἰς ὅλα αὐτά. Τὰ θεωρεῖ ἐπουσιώδη, διὰ νὰ παραστήσῃ καὶ νὰ λάβῃ συμμετοχὴν βεβαίως εἰς τὴν εἰρηνικὴν ἐξαγωγὴν τῆς ἐκλογῆς Κορινθίας. Πιστεύω ὅτι τώρα ποῦ σᾶς τὸ εἶπον, θὰ τὸ παρουσιάσετε· ἄλλως, θὰ τ’ ἀφίνατε νὰ τὸ παρουσιάσετε μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῷ ὄντι, τὴν νύκτα χθὲς τὴν 9 μ. μ. ἔλαβον τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν.
§3ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ποίας ἡμερομηνίας εἶναι;
§4Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ (γραμματεύς). 8 Δεκεμβρίου ἔτος νέον· 8 μ. μ. ἐδόθη. «Πρόεδρον τῆς Βουλῆς Ἀθήνας. Ὑπογεγραμμένα μέλη Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς Στυμφαλίας πορευόμενοι ἐκπλήρωσιν καθηκόντων μας παρεμποδίσθημεν ὑπὸ στρατιωτῶν εἰσελθεῖν εἰς χωρίον Καλιάνη, κτυπηθέντες διὰ ῥοπάλων. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἐλευθερία τῆς ἐκλογῆς. Μπάση, 4 μ. μ. Κυριακὴ 1874. Π. Ὀρφανός, Βασίλ. Δουγένης.»
§5ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ παρατηρηθῇ πότε ἐλήφθη τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, διότι ὅμοιον τηλεγράφημα ἔλαβον περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, ἐν τῷ ὁποίῳ γίνεται ῥητὸς λόγος ὅτι ἐστάλη ὅμοιον τηλεγράφημα εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς· παρετήρησα ὅμως ὅτι εἰς τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχω πρόχειρον, σημειοῦται ἡ παραλαβὴ τὴν 8 πρωϊνὴν ὥραν τῆς χθές. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω νὰ παρατηρήσετε, ποία ὥρα σημειοῦται τῆς παραλαβῆς καὶ νὰ ζητηθῇ λόγος....
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 8 μ. μ. εἶναι ἡ ὥρα τῆς παραδόσεως ἐκεῖ. 9 μ. μ. εἶναι τῆς ἐνταῦθα ἀφίξεως.
§7ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἡ ὥρα τῆς παραλαβῆς ἡ 9 ὥρα, διότι 9 φαίνεται σημειωμένη ἐπίσης καὶ εἰς τὸ ἰδικόν μου τηλεγράφημα, καὶ μολοντοῦτο τὸ ἔλαβον εἰς τὰς 6 χθές.
§8Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν 8 Δεκεμβρίου θὰ εἰπῇ τὴν Τρίτην, καὶ ἦλθε τὴν 9 δηλαδὴ μετὰ 25 ὥρας, καὶ οὐχὶ μετὰ μίαν, ὅπως εἴπατε, κ. γραμματεῦ.
§9Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ (Γραμματεύς). Δὲν λέγει ὥραν 9ην.
§10Ι. ΖΑΪΜΗΣ. Παρεδόθη 8 Δεκεμβρίου καὶ ἐλήφθη 9 Δεκεμβρίου· τὴν ὥραν τῆς παραλαβῆς δὲν σημειώνει.
§11ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσίν της περὶ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας «Ἅγιος Ἀνδρέας»· ἡ αὐτὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει νέαν ἔκθεσιν περὶ τοῦ ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Πάτρας σιδηροδρόμου· ἐπίσης ἔκθεσιν περὶ τῆς συμβάσεως περὶ Πυριτοποιείου τοῦ κ. Μωραϊτίνη· ἐπίσης περὶ συμβάσεως μετὰ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας Φραισσινὲτ καὶ Μὰκ–Ἴβερ. (Ὄρα παράρτημα).
§12ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Δικαιοσ. καὶ Οἰκονομ.). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ τὴν χθὲς δοθεῖσαν ὑπόσχεσίν μου, νομοσχέδιον περὶ τῶν κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων πιστώσεων. Ἐπὶ τούτου ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Εἰς τὸν νόμον περὶ φυτειῶν καὶ περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, γινώσκετε, ὅτι κατὰ τὴν δίοδον τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ ἀνεφύησαν φυσικῷ τῷ λόγῳ ὡς ἐκ τῆς σπουδαιότητος τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ σπουδαῖα προσκόμματα· τινὰ ἐξ αὐτῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν ἐθεραπεύθησαν δι’ εἰδικοῦ νόμου. Ἄλλα προσκόμματα ἔτι μᾶλλον ἀνυπέρβλητα παρουσιάζονται ἤδη. Ταῦτα προτίθεται νὰ θεραπεύσῃ τὸ ὑπὸ τὴν σκέψιν καὶ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον. Ἰδίως ἐφελκύω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ μιᾶς τῶν διατάξεων. Ὁ νόμος, ὡς γινώσκετε, κατέστησε τὸ Ὑπουργ. Συμβούλιον, ὡς ὑπέρτατον, οὕτως εἰπεῖν, δικαστὴν ἐφ’ ὅλων τῶν δηλώσεων, τῶν ἐνστάσεων καὶ κατηγοριῶν. Συνεκεντρώθησαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τόσαι ἐνστάσεις καὶ δηλώσεις, ὥστε ἓν δωμάτιον ἐγέμισεν· αὐτὰς δὲ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποχρεοῦται νὰ τὰς φέρῃ εἰς τὸ ὑπουργ. Συμβούλιον· ἀλλ’ ἆρά γε τὸ ὑπουργ. Συμβούλιον εἶναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀφήσῃ ὅλας τὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους καὶ νὰ κληθῇ ἐπὶ ἓν ἔτος νὰ τὰς περαιώσῃ; Ὑποθέτω, ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ νὰ λάβωμεν ἕνα ἐφέτην, ἕνα λογιστὴν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὸν διατελέσαντα ἔφορον, ταμίαν καὶ ἐννοεῖται, πεφωτισμένον, τὸν τμηματάρχην τοῦ Αʹ. τμήματος ἐπὶ τῶν ἀκινήτων, τὸν τμηματάρχην ἐπὶ τῶν φόρων, τὸν γνωρίζοντα ὡς ἔγγιστα τὰς ποιότητας τῆς γῆς, καὶ ἐπειδὴ κάπως ἅπτεται καὶ ἄλλων δημοσίων συμφερόντων, καὶ ἕνα τμηματάρχην τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ διευκολύνωμεν τὴν ὑπόθεσιν. Ἐὰν δὲ ἡ γνώμη αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς εὑρεθῇ εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὴν γνώμην τῶν ἐπαρχιακῶν ἐπιτροπῶν, τότε νὰ γίνεται ἀναίρεσις, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὸ ὑπουργ. Συμβούλιον· διότι ἄλλως εἶναι ἀδύνατον ἡ ἐργασία αὕτη νὰ περαιωθῇ. Τώρα γεννᾶται τὸ ζήτημα, πῶς νὰ νομοθετήσωμεν τὴν ἐπιτροπήν· διότι δυνάμεθα νὰ περιπέσωμεν εἰς τὸ ἀτόπημα ὅπου περιεπέσαμεν καὶ δι’ ἄλλας ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, καθὼς ἔγεινε νόμος πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ σχεδίου τῶν Πατρῶν, ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν ὅλαι αἱ καλαὶ προθέσεις ἐματαιώθησαν, διότι ἐσχηματίσθη ἐπιτροπή, ἐξωδεύθησαν 500, 000 δραχμῶν καὶ εἴμεθα εἰς τὴν ἀρχήν. Διὰ τοῦτο ἀπέφυγα τὴν εἰδικὴν ἐπιτροπήν. Εἶναι καὶ ἄλλαι διατάξεις, ἐὰν π. χ. κανεὶς δηλώσῃ 30 στρέμματα καὶ εὑρεθῇ μὲ 300 νὰ θεωρῆται κακῆς πίστεως. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν, διότι κινδυνεύουν μεγάλα συμφέροντα. (Ὄρα παράρτημα).
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν συναινεῖτε νὰ γείνῃ ἐπιτροπὴ ἰδιαιτέρα δι’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν;
§14ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε δίκαιον, κ. Κουμουνδοῦρε, ἀλλὰ φοβοῦμαι, μήπως περιπέσωμεν εἰς ἄλλο ἀτόπημα νὰ πλάσωμεν θέσεις.
§15ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι, νὰ σχηματισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν μία ἐπιτροπή.
§16ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, μάλιστα.
§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ λέγω.
§18ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν· ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή. Κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν μας, γενικὸς κανὼν εἶναι κᾀμμία δίκη νὰ μὴ εἰσάγεται εἰς πρωτοδικεῖον, ἐὰν δὲν γείνῃ ἐπ’ αὐτῆς ἀπόπειρα πρὸς συμβιβασμόν· ὑπάρχουν καί τινες ἐξαιρέσεις. Ἡ τριακονταετὴς ἢ τεσσαρακονταετὴς πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι αὐτὸς ὁ θεσμὸς δὲν ἔφερε τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Μέχρι τινὸς ἐλέγετο ὅτι ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος δὲν ἐκαρποφόρησε, διότι οἱ εἰρηνοδίκαι, ἀποζῶντες ἀπὸ τὸ χαρτόσημον, εἶχον μᾶλλον τὸ συμφέρον νὰ ὑποθάλπουν τὴν τάσιν πρὸς τὰς δίκας. Ἀλλὰ καὶ τῆς ἀφορμῆς ταύτης ἀρθείσης, ἔμειναν πάλιν τὰ ἀτοπήματα, αἱ ἀκυρώσεις, αἱ διαδικασίαι καὶ τὰ βάσανα. Πρὸ δέκα ἡμερῶν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον εὑρέθη, ὅτι διὰ μίαν ὑπόθεσιν, πρὸ 10 ἐτῶν ἐκκρεμῆ, ἡ αἴτησις πρὸς ἀπόπειραν συμβιβασμοῦ εἶχεν ἀκυρότητας. Ἠκυρώθη λοιπὸν διὰ νὰ γείνῃ νέα ἀγωγή· ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ τοιαύτη, καθόσον εὑρέθη παραγεγραμμένον τὸ δικαίωμα. Πολλοὶ εἶναι οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ θεσμὸς οὗτος δὲν ἔφερε τοὺς προσδοκωμένους καρπούς, ἀλλὰ ὁ κυριώτερος λόγος, κατ’ ἐμὲ, εἶναι, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν παρὰ τοῖς εἰρηνοδίκαις οἱ λεγόμενοι πληρεξούσιοι, αἱ ἔριδες πολλαπλασιάζονται, καὶ ὁ θεσμὸς μένει ἄκαρπος καὶ ἐπέρχονται ἀκυρότητες, βραδύτητες καὶ ἄλλα ἀτοπήματα, διότι ὅταν ὑποχρεοῦταί τις εἰς ἀπόπειραν συμβιβασμοῦ καὶ ὁ δικηγόρος περὶ τούτου δὲν ἐφρόντισε, τὰ ἀνώτερα δικαστήρια ἀναιροῦν καὶ παραγράφεται καὶ τὸ δικαίωμα, ὡς προεῖπον, πολλάκις. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι αὐτὸ τὸ μέρος πρέπει νὰ μείνῃ εἰς τὴν θέλησιν τῶν διαδίκων. Πρέπει ὅμως νὰ ληφθῇ ἄλλη πρόνοια πρὸς σύσφιγξιν, οὕτως εἰπεῖν, τῆς οἰκογενείας περὶ τῆς ὁποίας ὁ τόπος μας ἔχει ἀνάγκην, νὰ μὴ ἐπιτρέπωμεν δίκας τέκνων πρὸς πατέρας καὶ πατρὸς πρὸς τέκνα, δηλαδὴ εἰς τοὺς ἀνιόντας καὶ κατιόντας. Τὸ σύστημα τοῦτο ἔχει μόνον ἡ Γενεύη. Μόνον ὁ σοφὸς νομοθέτης τῆς Γενεύης τὸ ἐθέσπισε μετὰ τὴν κατάρτισιν τῆς ἰδικῆς μας νομοθεσίας, καὶ αἱ διατάξεις αὐτοῦ ἐπῃνέθησαν σπουδαίως καὶ παρήγαγον γενναίους καρποὺς ἐν Γενεύῃ, διότι ἠξεύρομεν πόσον αἱ οἰκογένειαι εἶναι συνεσφιγμέναι. Καὶ ἐὰν ἐν Εὐρώπῃ ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ συσφιγχθῶσιν αἱ οἰκογένειαι, φαντασθῆτε ἐν Ἑλλάδι, ὅπου ἡ ὕπαρξις τῆς οἰκογενείας εἶναι ἡ ἰσχὺς τῆς πατρικῆς ἐξουσίας. Ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα ὀργανισμὸν, ἔχομεν Πρωτοδικεῖα καὶ ἐμποροδικεῖα· συνεστήθησαν κατ’ ἀρχὰς 4 ἐμποροδικεῖα, ἐν Πάτραις, ἐν Σύρῳ, ἐν Ναυπλίᾳ, καὶ ἐν Ἀθήναις· ἀλλ’ εἶδον τότε ὅτι αὐτὸς ἦτο θεσμὸς ἄλλης ἐποχῆς, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὠφελήσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Κατὰ τὸ ἔτος 1842 εἶπον, ἂς ἀφήσωμεν εἰδικὰ ἐμποροδικεῖα, δηλαδὴ ἐμπόρους ἔχοντας ἐπὶ κεφαλῆς καὶ ἕνα πρόεδρον νομομαθῆ. Προέβησαν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, διότι τὰ ἐπιμελητήρια τότε εἶπον ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ἔμποροι ἁπλοῖ νὰ δικάζουν ἐμπορικὰς ὑποθέσεις κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν· ἀλλὰ καὶ τούτου γενομένου, δὲν ἐπῆλθεν ἀποτέλεσμα, διότι πολλάκις δύω ἔμποροι ἦσαν σύμφωνοι, ὁ πρόεδρος ἐναντίος καὶ δὲν ἐδημοσίευε τὴν ἀπόφασιν διὰ νὰ παρέλθῃ τὸ ἔτος καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ νέον ἐμποροδικεῖον. Δὲν θέλω νὰ σᾶς φέρω παραδείγματα· ἀπὸ τοῦ 1842 ἄχρι τοῦδε ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι τοῦτο δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἀληθῆ ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, διότι οἱ ἔμποροι ἔχουν τὰς ἐργασίας των καὶ δὲν ἔχομεν νομομαθεῖς κεφαλαιούχους καὶ δὲν θεωρεῖται πλέον αὐτὸς ὁ θεσμὸς ἀναγκαῖος τόσῳ περισσότερον, καθόσον εἶναι καὶ ἀντίθεσις, πρωτοδίκως νὰ δικάζῃ μὴ νομομαθὴς, κατ’ ἔφεσιν νομομαθὴς, ὁ ἐφέτης, καὶ κατ’ ἀναίρεσιν ὁ Ἄρειος Πάγος. Τὰ ἐπιμελητήρια διὰ τοῦτο πολλάκις ἀπηύθυναν εἰς τὸ ὑπουργεῖον παρατηρήσεις. Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ καταργηθοῦν καὶ νὰ ἐκλείψῃ ἡ ἐμπορικὴ ἁρμοδιότης· ὅλαι αἱ ἄλλαι διατάξεις περὶ προσωποκρατήσεως, περὶ τοῦ ἐκτελεστοῦ τῆς συναλλαγματικῆς, ὅλαι νὰ μείνουν. Εἶναι δὲ ἄξιον τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς, νομίζω, διότι, καθὼς σᾶς εἶπον ἄλλοτε, 130,000 δίκαι ὑπάρχουν σήμερον εἰς πληθυσμὸν 1,300,000 κατοίκων.
§19ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει ἔκθεσιν περὶ ἐπιδόσεως δικογράφων εἰς κοινότητας. (Ὅρα παράρτημα).
§20ΣΟΥΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1873 ὑπεβλήθη σύμβασις περὶ τοῦ σιδηροδρόμου τῶν Πατρῶν· κατ’ ἄρθρον τι τῆς συμβάσεως, ὁ συναλλαγεὶς ὤφειλε νὰ καταβάλῃ ὡς ἐγγύησιν 300,000 δραχμῶν ἢ εἰς μετρητὰ ἢ εἰς χρεώγραφα μεταγενέστερα τοῦ 1862. Χρήματα δὲν κατετέθησαν, ἀκολούθως ἐπεκυρώθη ἡ σύμβασις. Κατὰ τὸν Μάρτιον ἔγεινεν ἐπερώτησις εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν, ἐὰν τὰ χρήματα ταῦτα κατεβλήθησαν· ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν εἶχον καταβληθῆ· ἐδόθη μόνον δήλωσις, ὅτι ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα ἔλαβεν ἐντολὴν, ἐὰν ζητηθοῦν, μετὰ τρεῖς μῆνας, νὰ τὰ δώσῃ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν τὰ χρήματα ταῦτα κατετέθησαν, διότι φρονῶ, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἐγγύησις, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ὑποχρεώσῃ τοὺς συμβληθέντας νὰ κατασκευάσουν τὸν σιδηρόδρομον τοῦτον· διότι ἄλλως τὸ δημόσιον νὰ κρατῇ τὰς ὑποχρεώσεις του, οἱ δὲ ἄλλοι νὰ μὴ τὰς κρατοῦν, χάνομεν τὸν καιρόν μας.
§21ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐξετάσω καὶ σᾶς ἀπαντῶ.
§22ΣΟΥΤΣΟΣ. Μία σύμβασις, τῆς ὁποίας ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας παραβαίνουν τοὺς ὅρους, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ μέλλον.
§23ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Νομίζω, ὅτι κατεβλήθησαν· θὰ ζητήσω ὅμως πληροφορίας καὶ θὰ τὰς ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν.
§24Μ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Σοῦτσε, κατετέθησαν πρὸ πολλοῦ εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον.
§25Ε. ΚΡΙΕΖΗΣ. Ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἐπιτροπῆς, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ 1875. (Ὅρα παράρτημα).
§26Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Παιδείας). Χθὲς ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Τριφυλλίας ἠρώτησεν ἐὰν ὑπάρχῃ πρότασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἐπισκόπων. Ταύτην καταθέτω εἰς τὸ προεδρεῖον.
§27ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας Τρινακρίας. (Ὅρα παράρτημα).
§28ΣΤΕΦΑΝΙΤΣΗΣ. Ἐπὶ τῶν 2 παρελθουσῶν περιόδων εἶχεν ὑποβληθῆ σπουδαῖον νομοσχέδιον, ἀφορῶν τὴν συγχώνευσιν τοῦ ταμείου τῶν πολιτικῶν συντάξεων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Πάντες γνωρίζετε τὴν σπουδαιότητα τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ἀπέναντι τῶν συνταξιούχων. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἔφθασε νὰ συζητηθῇ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, παρακαλῶ δὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ τὸ ὑποβάλῃ ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλήν.
§29ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν ἀξιότιμον κύριον πρωθυπουργὸν νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἂν ἔλαβε καιρὸν νὰ ἐξετάσῃ περὶ τοῦ ὕδατος τοῦ δήμου Πλαταμώδους, καὶ ἂν θὰ παρουσιάσῃ τὸ νομοσχέδιον, διότι δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ δημόσιον, ἀλλὰ νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια εἰς τοὺς κατοίκους, νὰ ἐπιβάλλουν φόρον εἰδικὸν ἐπὶ τῶν προϊόντων των.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874.
§31ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἐν γένει. Δὲν ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριοι, ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874, διὰ νὰ σᾶς προτείνω νὰ φέρετε ἐπ’ αὐτοῦ οἰκονομίας ἢ ἐλαττώσεις, διότι τὸ ἔτος, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος, ἐγγίζει εἰς τὴν λῆξίν του, αἱ δαπάναι σχεδὸν πᾶσαι ἐπραγματοποιήθησαν, ἢ κατέστησαν ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸ δημόσιον, ἑπομένως θεωρῶ ματαίαν πᾶσαν πρότασιν περὶ ἐλαττώσεως δαπάνης· ἄλλως τε ἐφρόνησα πάντοτε καὶ φρονῶ, ὅτι σπουδαῖαι οἰκονομίαι, μόνον ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως δύνανται νὰ ἐπέλθωσι, δὲν εἶναι δὲ ἔργον ἑνὸς βουλευτοῦ. Ὁ σκοπός μου εἶναι, κύριοι, νὰ ἐκθέσω ἐνώπιόν σας τὰς ἰδέας μου περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, διότι φρονῶ, ὅτι πρώτιστον καθῆκον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους εἶναι ἡ διαρκὴς μελέτη τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ πραγμάτων, καὶ ἡ ἐνδελεχὴς προσπάθεια εἰς τὴν ἀκριβῆ αὐτῶν κατανόησιν· ἔθνος δὲ τὸ ὁποῖον δὲν καταγίνεται ἢ τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ κατανοήσῃ καλῶς τὰ οἰκονομικά του εἶναι ἀνάξιον συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν. Τὸ δημόσιον τῆς Ἑλλάδος ἀφοῦ κατώρθωσε χάρις εἰς τὴν ἀνοχὴν καὶ γεναιότητα τῶν εὐεργετίδων Δυνάμεων νὰ ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς καταβολῆς τῶν ἐτησίων δόσεων τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἠδυνήθη μὲ ὅλην τὴν γλισχρότητα τῶν πόρων αὐτοῦ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς δαπάνας του, μέχρι τοῦ 62, χωρὶς νὰ καταφύγῃ εἰς δάνεια. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ὅμως ἐκείνης καὶ ἐντεῦθεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους διεταράχθησαν σπουδαίως, ἡ δὲ διατάραξις αὕτη, ἥτις καὶ σήμερον ἀκόμη προξενεῖ καὶ πρέπει νὰ προξενῇ εἰς ἡμᾶς σπουδαίας ἀνησυχίας, ὀφείλεται, κυρίως, εἰς 2 μεγάλα γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔλαβον χώραν, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα κατ’ ἐμὲ οὐδόλως ἢ πολὺ ὀλίγον εὐθύνεται τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος· τὰ γεγονότα ταῦτα εἶναι ἡ μεταπολίτευσις τοῦ Ὀκτωβρίου, καὶ ἡ Κρητικὴ ἐπανάστασις. Ἰσχυρίζομαι δὲ ὅτι δι’ ἀμφότερα τὸ Ἔθνος πολλὰ ὀλίγον εὐθύνεται, καὶ περὶ τούτου σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκθέσω διὰ βραχέων τὸ φρόνημά μου, διότι ὑπάρχουσι πολλοὶ οἱ ὁποῖοι ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην τῶν δύο τούτων γεγονότων ῥίπτουσιν εἰς τὸ Ἔθνος. Ἡ Ἑλλάς, κύριοι, ὑπῆρξεν ὁ κατ’ ἐξοχὴν τόπος τῆς ἐλευθερίας· τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, ἂν καὶ ἔλαβε τὴν ἀτυχίαν νὰ ὑποπέσῃ ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνας εἰς σκληρὰν δουλείαν, οὐδέποτε ἀπώλεσε τὸν ἔρωτα πρὸς τὴν ἐλευθερίαν, καὶ ὠφελούμενον ἀπὸ τὴν διανοητικὴν ὑπεροχὴν αὑτοῦ ἐπὶ τῶν κατὰ καιροὺς κατακτητῶν του, εὗρε τὸν τρόπον νὰ διατηρῇ καὶ κατ’ αὐτοὺς τοὺς αἰῶνας τῆς πικρᾶς καὶ σκληρᾶς δουλείας του εἶδός τι αὐτοδιοικήσεως. Καὶ ὅτε ἀκόμη διετέλει ὑπὸ τοὺς Τούρκους, διεχειρίζετο τὴν δικαιοσύνην, τὴν παιδείαν, τὴν διανομὴν τῶν φόρων, καὶ πολλὰ ἄλλα ἀντικείμενα διὰ τῶν προεστώτων καὶ ἀρχιερέων. Ὅτε ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ὁλόκληρον τὸ ἔθνος ἐξηγέρθη ὡς εἷς ἄνθρωπος, καὶ μετὰ ἑπταετῆ καταστρεπτικὸν πόλεμον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπωλέσθη τὸ ἥμισυ καὶ ἐπέκεινα τοῦ πληθυσμοῦ του, μετεβλήθησαν αἱ πόλεις καὶ τὰ χωρία αὐτοῦ εἰς σωρὸν ἐρειπίων, κατεστράφησαν οἱ ἀγροὶ καὶ αἱ φυτεῖαι αὐτοῦ, κατώρθωσε νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν του καὶ νὰ κατασταθῇ αὐτόνομον· ὅτε δὲ ἐσκέφθη καὶ περὶ τοῦ ἁρμόζοντος αὐτῷ πολιτεύματος, ἔθεσεν ὡς πρώτην βάσιν τὴν αὐτοδιοίκησιν, ἀπεφάσισε νὰ διοικῇ αὐτὸ ἑαυτό· ἀλλ’ ὅπως ἀσφαλίσῃ τὴν ἐλευθερίαν, τὴν αὐτοδιοίκησιν καὶ τὴν διατήρησιν τῆς ἐννόμου τάξεως, ἐσκέφθη ἐν τῇ συνέσει του ὅτι ἦτον ἀνάγκη νὰ καλέσῃ ξένον Ἡγεμόνα, ὅστις τιθέμενος ἐπὶ κεφαλῆς τῶν πραγμάτων νὰ κρατῇ τὴν ἁρμονίαν μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν καὶ νὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν κανονικὴν πορείαν τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ὁ μακαρίτης Βασιλεὺς Ὄθων δὲν ἐσεβάσθη τὴν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ ἔθνους, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἡ διαρκὴς τοῦ ἔθνους θέλησις καὶ ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐξεφράσθη εἰς πᾶσαν περίστασιν ὁ τόπος, δηλώσας καθαρῶς ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἀσπάζεται πολίτευμα ἢ τὸ Συνταγματικόν, τὸ Κοινοβουλευτικόν. Δημοκράται παρ’ ἡμῖν ἢ δὲν ὑπάρχουν ἢ μετροῦνται εἰς τὰ δάκτυλα· ὅσοι δὲ ἐξεφράσθησαν ἢ ἐκφράζονται ὑπὲρ τῆς ἀπολύτου Μοναρχίας, αὐτοὶ δὲν λέγουν τὴν ἀλήθειαν, οὐδὲ λαλοῦν συμφώνως μὲ τὴν πεποίθησίν των, εἶναι συνήθως πολιτικοὶ κερδοσκόποι ἐλπίζοντες νὰ εὕρουν τὰ συμφέροντά των εἰς ἄλλην τάξιν πραγμάτων, εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἄνθρωποι ἄνευ μεγάλης ἀξίας, ἄνευ προσωπικῆς ἱκανότητος μὴ δυνάμενοι νὰ διαγωνισθῶσι μετὰ τῶν συμπολιτῶν των εἰς τὸ ἐλεύθερον καὶ ἀνοικτὸν Κοινοβουλευτικὸν πεδίον. Ὁ μακαρίτης Βασιλεὺς Ὄθων δὲν ἐσεβάσθη τὴν σταθερὰν ταύτην ἀπόφασιν τοῦ ἔθνους, ἔπραξε δὲ τοῦτο οὐχὶ διότι ἤθελε νὰ τυραννήσῃ τὸ ἔθνος, ἀλλὰ διότι ἠγάπα τὴν Ἑλλάδα πάρα πολὺ καὶ ἐνόμιζεν, ὅτι οἱ διαπληκτισμοί, αἱ συγκρούσεις, αἱ τῶν κομμάτων καὶ ἄλλαι μικραὶ ἀταξίαι, αἱ ὁποῖαι παρακολουθοῦσι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος, παρέβλαπτον τὴν Ἑλλάδα, διέσειον τὴν νόμιμον τάξιν καὶ τὴν κανονικὴν πορείαν τῶν ὑποθέσεων. Κατεπάτησε λοιπὸν τὰς ἐλευθερίας, ἀρνηθεὶς νὰ δώσῃ Σύνταγμα, καὶ ὅτε ἐβιάσθη νὰ τὸ δώσῃ τὸ κατεδολιεύθη συστηματικῶς ὅπως ὅλοι γνωρίζετε. Ἀλλὰ δύναται νὰ μ’ ἐρωτήσῃ τις, μόνος ὁ μακαρίτης ἐκεῖνος βασιλεὺς πταίει εἰς τοῦτο; Δὲν πταίει ὁ λαὸς, ὅστις ἠνέχθη τὴν κατάστασιν αὐτήν; Δὲν πταίουν οἱ πολιτικοὶ τοῦ τόπου, οἱ ὁποῖοι τὸν ὑπηρέτησαν καὶ ἐχρησίμευσαν ὡς ὄργανα αὐτοῦ; Ἀποκρίνομαι, κύριοι, ὅτι τὸ μὲν ἔθνος οὐδόλως πταίει, τῶν δὲ πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες ἐχρησίμευσαν κατὰ καιρὸν ὡς ὄργανα εἰς τὸν βασιλέα ἐκεῖνον, τὸ πταῖσμα εἶναι τόσον μικρὸν καὶ ἐθεωρήθη ἀπὸ τὸ ἔθνος τόσον ἐλάχιστον, ὥστε ἠμνηστεύθη ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξεδιώχθη ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος. Εἰς τὰ κράτη, κύριοι, εἰς τὰ ὁποῖα λαμβάνει χώραν συστηματικὴ καταπάτησις τῶν ἐλευθεριῶν συμβαίνει ἀκριβῶς ὅ,τι καὶ εἰς τοὺς τόπους, τοὺς ὁποίους λυμαίνεται ἡ λῃστεία· ὅπου τὸ μυσαρὸν τοῦτο τέρας ἀναφαίνεται, ἐκεῖ οἱ κάτοικοι καταλαμβάνονται ὑπὸ φόβου, δὲν τολμοῦν νὰ κτυπήσουν τοὺς λῃστὰς καὶ ἀνέχονται νὰ διαρπάζηται ἡ περιουσία των καὶ νὰ κακοποιῶνται· εὑρίσκονται δὲ καὶ πολλοί, οἵτινες προσφέρονται νὰ ὑπηρετήσουν τοὺς λῃστάς, τὸ μὲν διὰ νὰ ἦναι πλειότερον ἐξησφαλισμένοι, τὸ δὲ ὅπως ὠφελοῦνται. Τοῦτ’ αὑτό, κύριοι, ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ ὅπου ἐνεργῆται συστηματικὴ καταπάτησις τῶν ἐλευθεριῶν καὶ τοῦτο εἴδομεν δυστυχῶς καὶ ἐν Ἑλλάδι εἰς τὰς ἡμέρας μας. Μετὰ τὴν ἀντίστασιν, ἥτις ἐγένετο εἰς διαφόρους ἐπαρχίας ὅτε ἤρξατο ἡ νόθευσις τῶν ἐκλογῶν, μετὰ τὰς ἐντόνους διαμαρτυρήσεις πολλῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν κατακρινόντων τὴν τάσιν αὐτὴν, ἐπῆλθε πλήρης γαλήνη, καὶ οἱ πάντες ἐφαίνοντο ἀνεχόμενοι καὶ εὐχαριστούμενοι ἀπὸ τὴν νέαν ταύτην κατάστασιν. Ἀνθίσταντο αἱ ἐπαρχίαι, διεμαρτύροντο οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἐνόσῳ ἐπίστευον, ὅτι τὰ γιγνόμενα ἀπέῤῥεον ἀπὸ τὴν θέλησιν τῶν ὑπουργῶν καὶ μόνων· ἀλλ’ ὅτε πάντες ἐπείσθησαν ὅτι ταῦτα ἦσαν τῆς πρωτοβουλίας τοῦ βασιλέως, αἱ μὲν ἐπαρχίαι ὑπεχώρησαν, οἱ δὲ πολιτικοὶ προσεφέρθησαν καὶ ὑπηρέτησαν ἀλληλοδιαδόχως τὸν βασιλέα. Ἀλλ’ ὅτε ἦλθεν ἡ πεπρωμένη στιγμή, καὶ λαὸς καὶ στρατὸς καὶ πάντες εὑρέθησαν σύμφωνοι εἰς τὴν ἔξωσίν του· ὥστε ἡ ἔξωσις τοῦ ἄλλως ἀγαθοῦ καὶ χρηστοῦ ἐκείνου βασιλέως ὑπῆρξεν ἀποτέλεσμα τῆς συστηματικῆς καταπατήσεως τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου καὶ αὐτὸν καὶ μόνον ἐπιβαρύνει, ἑπομένως καὶ τὴν μνήμην αὐτοῦ θέλουν ἐπιβαρύνει ὅλαι αἱ συνέπειαι τῆς μεταβολῆς ἐκείνης, μία τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ διατάραξις τῶν οἰκονομικῶν. Τὸ ἕτερον σπουδαῖον γεγονός, ὅπερ ἐπίσης συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ διαταραχθῶσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, ἤτοι ἡ Κρητικὴ ἐπανάστασις, εἶναι ἔργον τοῦ λαοῦ τῆς Κρήτης, τῆς ἡρωϊκῆς ἐκείνης νήσου, ἡ ὁποία, ἀφοῦ μετέσχε ὅλων τῶν θυσιῶν τοῦ ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγῶνος, κατεδικάσθη ἀπὸ τὴν διπλωματίαν νὰ ἐπανέλθῃ ὑπὸ τὸν Τουρκικὸν ζυγὸν, καὶ ἥτις δράττεται πάσης εὐκαιρίας, ὅπως ἀνακτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν της· οἱ κάτοικοι τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος καὶ ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἄλλο ἔπραξαν εἰμὴ νὰ χορηγήσωσι τὴν συνδρομὴν περιθάλποντες τὰ γυναικόπαιδα, ἅτινα ἔφυγον ἐκεῖθεν ἵνα σωθῶσι. Δὲν γνωρίζω, κύριοι, ἂν κανεὶς ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν πολιτικῶν ἀνδρῶν συνετέλεσεν εἰς τὴν ὑποκίνησιν τῆς ἐπαναστάσεως ταύτης, ἀλλὰ χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἁμαρτάνουν καὶ δὲν λέγουν τὴν ἀλήθειαν ὅσοι θέλουν ν’ ἀποδώσουν τοῦτο εἰς τὸν σεβαστὸν φίλον μου κ. Κουμουνδοῦρον. Ὅτε ἐξηγέρθη ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν ἦτον εἰς τὰ πράγματα, τὸ δὲ ὑπουργεῖον τοῦ ὁποίου καὶ αὐτὸς καὶ ἐγὼ ἀπετελοῦμεν μέρος πρὸ ἑνὸς ἔτους, οὐ μόνον δὲν παρεκίνησεν, οὐ μόνον δὲν προέτρεψε τοὺς ἀρχηγοὺς τῆς Κρήτης, οἵτινες ἐζήτησαν τὴν συμβουλὴν καὶ τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας τοὺς ἀπέτρεψεν ἀπὸ πᾶν κίνημα. Αὐτά, κύριοι, εἶναι τὰ δύο μεγάλα γεγονότα, ἕνεκεν τῶν ὁποίων τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἔπαθον σπουδαίαν διατάραξιν. Ἡ διατάραξις αὕτη ἠλάττωσεν τὰ εἰσοδήματα, ηὔξησε τὰς δαπάνας, ἔφερε διηνεκῆ εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς ἐλλείμματα, ἅτινα διὰ δανείων ἐκαλύφθησαν, οὕτω δὲ κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1870 ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐγγράψωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους 5,000,000 δραχ. διὰ τὰς δόσεις τῶν χρεωλυτικῶν δανείων, 1,000,000 διὰ τοὺς τόκους τῶν προσωρινῶν δανείων, ἔτι δὲ 1,000,000, ὅπερ ὑπεχρεώθημεν νὰ δίδωμεν εἰς τὰς Δυνάμεις ἀπέναντι τῶν προκαταβληθεισῶν δόσεων τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, 225,000 πρὸς τὸν πρώην βασιλέα διὰ τὴν ἐξαγορὰν τῶν ἀνακτόρων, καὶ πολλὰς συντάξεις, αἵτινες ἐγεννήθησαν ὡς ἐκ τῆς μεταβολῆς. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1871 ἐμερίμνησεν ὅσον ἠδύνατο περὶ τῆς τακτοποιήσεως τῶν οἰκονομικῶν καὶ περὶ τῆς ἐξισώσεως τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα. Ἀφοῦ ἠλάττωσε τὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ 1,000,000, ὅπερ δυστυχῶς ἡ Βουλὴ περιώρισεν εἰς 500,000 μόνον, ἀφοῦ ἐτακτοποίησε τὴν πρόσοδον τῆς σμύριδος, ἥτις εἶχε περιπλεχθῆ ὡς ἐκ τῆς Συμβάσεως τῆς γενομένης μετὰ ξένων κατὰ τὸ 1868, καὶ ἀφοῦ ἐπέφερεν εἰς τὸν φορολογικὸν νόμον διορθώσεις τινὰς, αἵτινες ἀπήλλαξαν τὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὰ εἰκονικὰ διπλότυπα τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ ἐξησφάλισαν κατὰ μέγα μέρος τὴν πρόσοδον τῶν ἐγγείων φόρων, εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κατόρθωσε νὰ λάβῃ τὴν ἐπιψήφισιν τριῶν νομοθετημάτων, δι’ ὧν ἐπίστευεν ὅτι οὐ μόνον τοῦ ἔτους ἐκείνου τὰ ἔξοδα ἤθελον ἐξισωθῆ πρὸς τὰ ἔσοδα, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἀκόμη ἤθελε διατηρηθῆ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι τὸ ἰσοζύγιον· τὰ νομοθετήματα ταῦτα εἶναι πρῶτον, ὁ νόμος περὶ καταδιώξεως τῶν καθυστερούντων, δι’ οὗ ἠλπίζομεν ὅτι ἤθελον εἰσπράττεσθαι ἀνελλειπῶς τὰ ἐνιαύσια ἔσοδα τοῦ Κράτους, δεύτερον δὲ καὶ τρίτον ἦσαν, οἱ νόμοι περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ τῶν φυτιῶν. Διὰ τῶν δύο τούτων νόμων ἐλύετο, κύριοι, ἄνευ κλωνισμοῦ καὶ πατάγου μέγα κοινωνικὸν ζήτημα, ὅπερ ἀπησχόλησεν ὅλας τὰς συνελεύσεις, καὶ ὅλας τὰς Βουλὰς τοῦ ἔθνους. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ διὰ μὲν τῶν προκαταβολῶν, ἃς ὑποχρεοῦντο νὰ πληρώσωσιν ἅμα τῇ ἐμφανίσει τῶν δηλώσεων, οἱ μέλλοντες νὰ ἀποκτήσουν τὴν ἰδιοκτησίαν τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ τῶν φυτιῶν, ἀνεκουφίζοντο οἱ προϋπολογισμοί, διὰ δὲ τῶν ἐν τῷ μέλλοντι ἐτησίων δόσεων ἐξησφαλίζετο ἀρκετὰ μεγάλη πρόσοδος ὑποσχομένη νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ ἰσοζύγιον τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἀπωλέσασα τὴν πλειοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀπεσύρθη λίαν ταχέως, καὶ δὲν ἐπρόφθασε νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὰ ψηφισθέντα νομοθετήματα· τὸ μόνον ὅπερ συνέβη εἶναι, ὅτι 900,000 δραχ. τὰς ὁποίας οἱ διάδοχοι αὐτῆς εἰσέπραξαν ἀπὸ προκαταβολάς, ἴσχυσαν νὰ παρουσιάσουν τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1871 ἄνευ ἐλλείμματος, καθόσον καὶ εἰς τὰ λοιπὰ ἔσοδα ἐπῆλθε κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ὡς ἐκ τῆς καταπαύσεως τῆς ληστείας καὶ τῶν μέτρων, ἅτινα ἐλήφθησαν εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς ὑπηρεσίας, σπουδαία αὔξησις ἀνεβίβασε τὰ ἔσοδα κατὰ 6,000,000, ἅτινα ἤρκεσαν ὅπως καλύψωσι τὸ ἔλλειμμα. Ἕνεκα τῆς ταχείας ἀποχωρήσεώς της ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἠδυνήθη νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον της, εἰσάγουσα εἰς τὴν μελέτην τῆς Βουλῆς καὶ ἄλλα τινὰ νομοθετήματα σκοποῦντα εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου· ἐκ τούτων σᾶς ἀναφέρω τὸ περὶ καταργήσεως τῆς δεκάτης, καὶ ἀντικαταστάσεως αὐτῆς δι’ ἄλλων φόρων, τὸ περὶ ἐκκαθαρίσεως καὶ τακτοποιήσεως τῶν καθυστερούντων πρὸς τὸ δημόσιον, τὰ ὁποῖα ἀναβιβάζονται εἰς 90,000,000, τὴν διατήρησιν καὶ διαφύλαξιν τῶν δασῶν. Ἀλλὰ καὶ μόνα τὰ ψηφισθέντα 3 νομοσχέδια, τὸ περὶ καταδιώξεως τῶν καθυστερούντων καὶ τὰ περὶ διαθέσεως καὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ τῶν φυτειῶν, εἴχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι, ἂν ἀκριβῶς καὶ μετὰ προσοχῆς ἐφηρμόζοντο, ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν μας ἤθελεν εἶσθαι καλλιτέρα τῆς σημερινῆς· ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐδόθη πολλὴ προσοχὴ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν. Ὁ νόμος περὶ καταδιώξεως τῶν καθυστερούντων συνετέλεσε μὲν σπουδαίως εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ 1872, ἔμεινεν ὅμως ἀνεκτέλεστος, ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέρος τὸ ἀποβλέπον τὴν εὐθύνην τῶν εἰσπρακτόρων· οὐδὲ ἠθέλησέ τις τῶν ὑπουργῶν νὰ δοκιμάσῃ τὴν ἄλλην αὐτοῦ διάταξιν, καθ’ ἣν ἡ εἴσπραξις τῶν μικρῶν φόρων δύναται νὰ ἀνατεθῇ εἰς ἐργολάβους, ἐν ᾧ εἴτε διὰ τοῦ ἑνὸς εἴτε διὰ τοῦ ἑτέρου μέσου ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ ἡ τελεία εἴσπραξις τῶν μικρῶν φόρων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους παρουσιάζονται πάντοτε μεγάλα καθυστερήματα, οἱ δὲ νόμοι περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν περιέπεσαν εἰς πλήρη ἀχρηστίαν. Αἱ Κυβερνήσεις ἠρκέσθησαν εἰς τὸ νὰ εἰσπράττωσι τὰς προκαταβολὰς τῶν παρουσιαζόντων δηλώσεις, ἐξ ὧν εἰσεπράχθησαν μέχρι τοῦδε ὑπὲρ τὰ 2½ ἑκατομμύρια· ἀλλὰ δὲν ἔλαβον πρόνοιαν οὔτε νὰ ἐκτιμήσωσι τὰς γαίας, οὔτε νὰ ἐνεργήσωσι τὴν καταμέτρησιν αὐτῶν, ἐντεῦθεν δὲ συνέβησαν 3 μεγάλα κακά· 1) οἱ ἄνθρωποι, μὴ θεωρήσαντες σπουδαίαν τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν νόμων αὐτῶν, δὲν ἐδήλωσαν ἀκόμη ὅλας τὰς γαίας, ὅσας κατέχουν ἢ ἐπιθυμοῦν ν’ ἀποκτήσουν καὶ οὕτω τὸ δημόσιον δὲν εἰσέπραξεν ὅσα ἔπρεπε νὰ εἰσπράξῃ· 2) ἐπειδὴ δὲν ἐγένετο ἐκτίμησις, συνεπληρώθη δὲ ἡ διετία ἀπὸ τῆς δηλώσεως, οἱ κάτοχοι εἶχον τὸ δικαίωμα πληρόνοντες τὰς ἐνιαυσίους δόσεις ν’ ἀπαλλαχθῶσι τῆς ἐπικαρπίας· ἐβιάσθη ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ 73 νὰ ψηφίσῃ εἰδικὸν νόμον, ὡρίζοντα μίαν γενικὴν τιμὴν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος διὰ τὰς γαίας, καὶ μίαν ἄλλην διὰ τὰς φυτείας· ἐντεῦθεν δὲ συνέβη τὸ ἄτοπον, τοῦ νὰ ἀπαλάσσωνται τῆς ἐπικαρπίας μόνοι οἱ κατέχοντες καλὰς καὶ προσοδοφόρους γαίας καὶ φυτείας, τῶν ὁποίων ἡ ἐπικαρπία εἶναι ἀνωτέρα τῆς ἐνιαυσίου δόσεως, οἱ δὲ λοιποὶ δὲν καταβάλλουν τὴν δόσιν, ἐκ τούτου δὲ ζημιοῦται τὸ δημόσιον, καθόσον εἰσπράττει μόνον τὰς δόσεις, αἵτινές εἰσιν ἴσως μικρότεραι ἀπὸ τὴν ἐπικαρπίαν· 3) καὶ μεγαλείτερον, ὅπερ θέλει ἔχει συνεπείας φοβερὰς οὐ μόνον διὰ τὸ τὸ δημόσιον, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς πολίτας, εἶναι τὸ ἀκόλουθον· πιστεύσαντες οἱ ἄνθρωποι, ὅτι οὐδέποτε θέλει ἐνεργηθῆ καταμέτρησις καὶ ὁροθέτησις τῶν γαιῶν, ἔλαβον τὸ μέτρον εἰς τὴν δήλωσίν των νὰ σημειώνουν μὲν ἀκριβῶς τὴν ὁροθεσίαν τῶν τεμαχίων των, νὰ ἐλαττώσουν δὲ τὴν ἔκτασιν εἰς τὸ ½ καὶ ⅓ ἢ καὶ τὸ ⅕ τῆς πραγματικῆς ἐκτάσεως. Κατέχει π. χ. τις ἀγροὺς 60 στρεμμάτων, καὶ εἰς τὴν δήλωσίν του σημειώνει μὲν ἀκριβῶς τὰ ὅρια αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀντὶ 60 στρεμμάτων γράφει 20· ἐντεῦθεν δὲ συμβαίνει, ὥστε τὸ δημόσιον νὰ χάνῃ σήμερον μὲν τὴν προκαταβολὴν, μετὰ δὲ τὴν συμπλήρωσιν τῆς διετίας τὴν δόσιν, διὰ τὴν ὑποκρυπτομένην ἔκτασιν. Ἀλλ’ ἂν ποτὲ ἡ Κυβέρνησις ἐνεργήσῃ τὴν καταμέτρησιν αὐτῶν τῶν γαιῶν, ἠξεύρετε τί θὰ συμβῇ; θὰ ἀποκοπῇ τότε τὸ πλεόνασμα καὶ ὁ ἄθλιος κάτοχος, ὁ ζητήσας σήμερον τὴν προσωρινὴν ὠφέλειαν, θὰ εὑρεθῇ ἐκτεθειμένος νὰ χάσῃ τὸ μεγαλείτερον μέρος τῆς γῆς του ἢ τὰς φυτείας του. Δὲν ἠξεύρω, κύριοι, ποῖα εἶναι τὰ κομματικὰ προσκόμματα, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν περὶ ὧν πρόκειται νόμων καὶ ἰδίως καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτίμησιν. Ἤκουσα πρὸ ὀλίγου τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον περὶ τούτου ἐπικαλεσθεὶς τὴν σύντονον ἡμῶν προσοχὴν, καὶ ἐπιφυλάττομαι νὰ φέρω ἐν καιρῷ τὰς παρατηρήσεις μου· ἀλλ’ ἂν τὰ προσκόμματα ἦναι ὅσα ἀνέφερε προφορικῶς δὲν μοὶ φαίνονται σπουδαῖα, καὶ νομίζω, ὅτι πολὺ ἐξογκώνει τὰ πράγματα. Σᾶς εἶπεν, ὅτι διὰ τὴν ἐκτίμησιν τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν ὁ νόμος ἐπιβάλλει τοσαύτην ἐργασίαν εἰς τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὥστε καὶ ὁλόκληρα 5 ἔτη ἂν ἐργασθῇ δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὴν ἐκτίμησιν· προσέθηκεν ἀκόμη, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ γνωρίζῃ τὴν κατάστασιν τῶν γαιῶν καὶ τὴν ἀξίαν αὐτῶν.
§32ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶπον αὐτό· σᾶς εἶπον, ὅτι ἐπὶ ἑκάστης τάξεως γῆς ὑπάρχουν πολλαὶ ἐνστάσεις καὶ προκαλεῖται ἐπιτροπὴ ν’ ἀποφασίσῃ.
§33ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι εὐκολώτατον καὶ ἁπλούστατον, καὶ ὅτι δὲν χρειάζεται παρὰ ὀλίγων ὡρῶν ἐργασία διὰ πᾶσαν ἐπαρχίαν, ὅπως ἡ ὑπόθεσις αὕτη λάβῃ τὴν κανονικὴν πορείαν της, διότι ὁ νόμος διαλαμβάνει, ὅτι τὴν πρώτην ἐκτίμησιν ἐνεργεῖ ἐπιτροπὴ, ἥτις ὑποβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ πρακτικά της· κατὰ τῆς ἐκτιμήσεως ταύτης ἔχουν τὸ δικαίωμα οἱ κάτοχοι καὶ πᾶς πολίτης νὰ φέρουν ἐνστάσεις, τὸ αὐτὸ δικαίωμα ἔχει ἀφ’ ἑτέρου καὶ τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Γενομένων ἐνστάσεων, ἡ ἐκτίμησις ἐπαναλαμβάνεται ἀπὸ ἑτέραν ἐπιτροπὴν, τότε δὲ ἡ Κυβέρνησις ἀποφαίνεται ὁριστικῶς μεταξὺ τῶν δύο ἐκτιμήσεων. Τί ἄλλο ἁπλούστερον καὶ εὐκολώτερον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν καὶ πόθεν προκύπτει ἡ μεγάλη ἐργασία, ἣν νομίζει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἰς τὰς πλείονας ἐπαρχίας οἱ κάτοχοι γαιῶν ἔκαμον ἐνστάσεις κατὰ τῶν γενομένων ἐκτιμήσεων· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ὑπουργεῖον δὲν εἶχε νὰ κάμῃ ἄλλο, εἰμὴ νὰ προκαλέσῃ καὶ τὴν ἐκτίμησιν τῆς δευτέρας ἐπιτροπῆς· ὅπου δὲ συνέβη νὰ μὴ κάμουν ἐνστάσεις οἱ κάτοχοι—καὶ τοῦτο νομίζω, ἐγένετο εἰς ὀλίγιστας ἐπαρχίας — ἐκεῖ εὔκολον ἦτο νὰ σχηματίσῃ μίαν πεποίθησιν τὸ ὑπουργεῖον καὶ ν’ ἀποφασίσῃ ἂν ἔπρεπε νὰ εὐχαριστηθῇ εἰς τὴν γενομένην ἐκτίμησιν, ἢ νὰ διατάξῃ ἄλλην· ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἔγεινε κἀμμία ἐνέργεια ἕως τώρα, ἂν καὶ παρῆλθον, ὡς σᾶς εἶπον, τρία ἔτη, ἐξ ὅτου ἤρχισαν αἱ δηλώσεις.
§34ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν τὴν συζήτησιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου;
§35ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι σχετικόν.— Ἠδύναντο λοιπὸν εὐκόλως οἱ νόμοι νὰ ἐφαρμοσθῶσιν, ἀλλὰ, κύριοι, δὲν ἐφηρμόσθησαν καὶ ἡ μὴ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων τούτων ἔφερε βλάβην εἰς τὸ δημόσιον καὶ ἠλάττωσε τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ ἔσοδα.
§36ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πέρυσιν ἐπροκλήθη συμπληρωτικὸς νόμος.
§37ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί σημαίνει; Ἦτον διὰ νὰ κανονίσῃ τὴν δόσιν μόνον.
§38ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ παράτασιν τῶν δηλώσεων, κλπ.
§39ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1873 ἤλπισε μεγάλως εἰς δύω περιστατικὰ, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπίστευεν ὅτι καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους σπουδαίως ἤθελον βελτιωθῆ καὶ ὁ τόπος ἐν γένει μεγάλως ἤθελεν ὠφεληθῆ· ἐννοῶ ἀφ’ ἑνὸς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Λαυρίου, ἐκ τῆς ὁποίας ἐπιστεύετο, ὅτι μέγας πλοῦτος ἤθελε περιέλθει εἰς τὸ ἔθνος, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ συνεταιρισμοῦ, εἰς ἣν ἔδωκαν μεγάλην ἐπίτασιν οἱ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐλθόντες κεφαλαιοῦχοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέσχοντο ὅτι ἤθελον εἰσαγάγει μεγάλα κεφάλαια εἰς τὸν τόπον. Ἀπὸ τὴν μεγάλην ταύτην ἐπίτασιν τοῦ συνεταιρισμοῦ, ὠφελουμένη ἡ Κυβέρνησις, ἔσπευσε νὰ συνάψῃ συμβάσεις μετὰ τῶν Τραπεζῶν, συμβάσεις περὶ κατασκευῆς πολλῶν σιδηροδρόμων, σύμβασιν περὶ συστάσεως Κτηματικῆς Τραπέζης, ἄλλην περὶ γεωργικῶν σχολῶν κτλ. ἀλλὰ δυστυχῶς πᾶσαι αἱ ἐλπίδες ἐψεύσθησαν καὶ οὐδεμία τῶν συμβάσεων ἐτελεσφόρησε, διότι αἱ βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίζετο ἥ τε Κυβέρνησις καὶ ἡ κοινωνία, ἀπεδείχθησαν σαθραί. Τὸ Λαύριον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον περιεμένετο ὁ μέγας πλοῦτος, ὄχι μόνον δὲν παρήγαγε κἀμμίαν ὠφέλειαν, ἀλλὰ καὶ κατέστρεψε τοὺς πολίτας, ὅσοι ἠθέλησαν νὰ ὠφεληθοῦν ἀπὸ τὴν ἐπιχείρησιν καὶ ἔλαβον μετοχάς. Οἱ δὲ ὑποσχόμενοι νὰ εἰσαγάγωσιν ἔξωθεν κεφάλαια ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν εἶχον τοιοῦτον σκοπὸν, ὥστε αἱ διάφοροι ἑταιρίαι, αἱ ὁποῖαι ἐσχηματίσθησαν, δὲν ἐχρησίμευσαν εἰς τίποτε ἄλλο, εἰμὴ εἰς τὸ ν’ ἀφαιρέσωσιν ἀπὸ τὸν τόπον τοῦτον καὶ τὰ ὀλίγα κεφάλαια, τὰ ὁποῖα, ἐργαζόμενος καὶ οἰκονομῶν ἐπὶ ἥμισυ σχεδὸν αἰῶνα, εἶχεν ἀποταμιεύσει. Μολονότι δὲ ἡ ἀποτυχία ἐφαίνετο ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 1873, εἰς δὲ τὴν Βουλὴν πολὺς ἔγεινε περὶ τούτου λόγος, ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1873 δὲν ἐδίστασε, συντάσσουσα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874, νὰ ἀναβιβάσῃ εἰς δύω ἑκατομμύρια τὴν ἐκ τοῦ Λαυρίου πρόσοδον· ἀπήλλαξε δὲ τῆς συνήθους κρατήσεως τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων καὶ προσέθηκε διαφόρους ἄλλας δαπάνας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἐπρόφθασε νὰ ὑποστηρίξῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸν προϋπολογισμόν της, διότι ἔπεσεν ἅμα ἐλθούσης τῆς Βουλῆς καὶ τὴν διεδέχθη ἡ σημερινή. Τὰ πρόσωπα τὰ συγκροτοῦντα τὴν νέαν Κυβέρνησιν ἀνῆκον εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία ἐπολέμει ὅλα τὰ μέτρα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὑποστηρίζουσα ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ ᾖναι ἀποτελεσματικά· καίτοι δὲ βλέποντα, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἦσαν ὑποχρεωμένα νὰ περιλάβωσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν δανείων, ὅσα στηριζομένη εἰς τὰς μετὰ τῶν Τραπεζῶν συμβάσεις εἶχεν ἀπαλείψει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ, ὅτι μεγάλη ἠπειλεῖτο ἐλάττωσις εἰς τὰ ἔσοδα ὡς ἐκ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Λαυρίου καὶ ἄλλων λόγων, ὄχι μόνον δὲν περιέκοψαν οὐδεμίαν ἀπὸ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ὁ προϋπολογισμὸς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως περιεῖχεν, ἀλλὰ ἐφιλοτιμήθησαν καὶ αὐτοὶ νὰ προσθέσωσι νέας δαπάνας διὰ τὴν ἀνασύστασιν τῶν Πρεσβειῶν καὶ δι’ ἐπαναφορὰν διαφόρων θέσεων, αἱ ὁποῖαι πρὸ πολλοῦ ἦσαν κατηργημέναι. Τὰ ἔσοδα κατὰ τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν ἀνέβησαν εἰς 40 ἑκατομμύρια. Ἐθαύμασα δὲ, ὅτε, ἀναγινώσκων τὴν εἰσαγωγικὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1875, εἶδα, ὅτι καὶ ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν διστάζει καὶ σήμερον ἀκόμη νὰ παραδεχθῇ ὡς εἰσπραχθησόμενον τὸ ποσὸν τοῦτο. Εἰς τὰ ἔξοδα προσέθηκεν ἡ νῦν Κυβέρνησις διὰ δηλώσεών της 2,000,000, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ 1,200,000 ἔμελλε νὰ χρησιμεύσῃ ἀφοῦ δὲν ἐψηφίσθησαν αἱ συμβάσεις, εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ χρεωλυσίου τῶν ἐσωτερικῶν χρεῶν, αἱ δὲ ἄλλαι προέρχονται ἀπὸ αὔξησιν προσωπικοῦ καὶ ἀπὸ ἄλλας δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο καὶ νὰ λείψουν, τοιουτοτρόπως δὲ ἀνεβιβάσθη ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων εἰς 40,424,000.
§40ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. 400,000 εἶναι διὰ τὴν σύνοδον τῆς Βουλῆς.
§41ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὗται δὲν περιέχονται εἰς τὴν δήλωσιν, ἀλλ’ εἶναι μεταγενεστέρα δαπάνη. Ὡς νὰ μὴ ἤρκουν δὲ ταῦτα, ἔκαμε καὶ ἄλας δαπάνας, διὰ τὰς ὁποίας ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ πιστώσεις ἀναπληρωματικὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874 ἐκ δραχ. 1,084,000· ὥστε τὰ ἔξοδα τοῦ 1874 ἀναβιβάζονται κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰς μέχρι τοῦδε πιστώσεις εἰς 41,500,000· ἀπέναντι δὲ τούτων, κύριοι, ἔχετε προϋπολογισμὸν ἐσόδων 40 μόνον ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ εἶναι τοὐλάχιστον πραγματικὸν τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 40 ἑκατομμυρίων; Ὅσοι ἀνεγνώσατε τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἴδετε, ὅτι παμψηφεὶ ἀφαιρεῖ 1,500,000 δραχμὰς, διότι γνωρίζει πλέον, ὅτι ἀπὸ τὸ Λαύριον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι τὰ προϋπολογισθέντα 2 ἑκατομμύρια, καὶ τὰ περιώρισε κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἔδωκεν, εἰς 500,000 μόνον.
§42ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι 700,000.
§43ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἵτινες καὶ αὐταὶ ἂς μοῦ συγχωρηθῇ νὰ ἀμφιβάλλω, ἂν θὰ πραγματοποιηθῶσιν. Οὕτως λοιπὸν ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον καλεῖσθε νὰ ψηφίσητε κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, παρουσιάζει ἀπὸ τοῦδε ἔλλειμμα 3,000,000. Καὶ μὴ πιστεύσητε, κύριοι, ὅτι μέχρι τέλους τὸ ἔλλειμμα θέλει περιορισθῆ εἰς αὐτὸ τὸ ποσόν· εἶναι ἀδύνατον καὶ τὸ λέγω μετὰ πεποιθήσεως, ἀφοῦ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 73, εἶναι, λέγω, ἀδύνατον εἰς ἣν εὑρίσκονται σήμερον κατάστασιν τὰ πράγματα νὰ πραγματοποιηθῶσι, τοὐτέστι νὰ εἰσαχθῶσι 38,500,000 δραχ. ἔσοδα, ἀφοῦ βλέπω ὅτι κατὰ τὸ 73 εἰσεπράχθησαν μόνον 34½ ἑκατομμύρια, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν δύνασθε νὰ προσθέσητε εἰμὴ 2 ὡς ἔγγιστα ἑκατομμύρια, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν πόρων τῆς ὁδοποιΐας, ὥστε δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀναβιβάσητε, καλῶς σκεπτόμενοι, τὰ ἔσοδα τοῦ 74 εἰς ποσὸν ἀνώτερον τῶν 36 ἕως 37,000,000· ἀφ’ ἑτέρου δὲ λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ κεφάλαιον τῶν πιστώσεων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἀπὸ τοῦδε ὁλοσχερῶς ἐξηντλημένον, διότι ἔχομεν ἀκόμη ἕνδεκα μῆνας μέχρι λήξεως τῆς χρήσεως, καὶ εἰς τὸ διάστημα τοῦτο θέλουσι βεβαίως παρουσιασθῆ κατὰ τὸ σύνηθες καὶ ἄλλαι ἀνάγκαι, διὰ τὰς ὁποίας θὰ ζητηθῶσι καὶ ἄλλαι πιστώσεις, ὥστε, κύριοι βουλευταὶ, δὲν πρέπει νὰ θεωρήσητε ὡς ὑπερβολὴν, ἂν σᾶς εἴπῃ τις, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 74 θὰ ἀναβῇ εἰς 4 καὶ 5 ἑκατομμύρια. Ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων, ἐρωτῶ ὅλους ὑμᾶς, ἦτον συγκεχωρημένον εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμὸς ὁ συνταχθεὶς ὑπὸ τῆς προκατόχου δὲν εἶχε ψηφισθῆ ἀπὸ τὴν Βουλὴν, καὶ αἱ ἐν αὐτῷ δαπάναι δὲν εἶχον καταστῆ ὑποχρεωτικαὶ, ἦτο συγχωρημένον νὰ παραδεχθῇ ὅλας τὰς αὐξήσεις, ὅσας ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶχεν ἀναγράψει στηριζομένη εἰς ἄλλους ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους ἐκείνη μὲν ἐθεώρει πιθανούς, ἡ παροῦσα δὲ ἐκ τῶν προτέρων ἀπέκρουε, καὶ ἐθεώρει ἀπραγματοποίητος; Ἦτον ὀρθὸν νὰ μὴν περιορισθῇ τοὐλάχιστον εἰς μόνας αὐτὰς τὰς δαπάνας, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ μὲ προσθέτους 700,000, ἃς περιέχει ἡ δήλωσις, τὴν ὁποίαν ἅμα τῇ ἐλεύσει της ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν; Ἦτον ὀρθὸν νὰ μὴ φροντίσῃ, ὥστε κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ γείνωσιν αἱ δυναταὶ οἰκονομίαι, ἀλλὰ νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην, ὥστε ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐμφανίσεώς σας νὰ σᾶς ὑποδέχηται μὲ τὴν αἴτησιν νέων πιστώσεων, ἐξ ἑνὸς ἀκόμη ἑκατομμυρίου; Ἰδοὺ δὲ διὰ τί εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον, ὅπερ χθὲς ἐψηφίσατε· ἰδοὺ πόθεν προέρχεται ἡ ἀκαταγώνιστος πίεσις, ἥτις τὴν ἔκαμε πολὺ νὰ ἀνησυχῇ, καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐνόμισεν, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἀπαλλαχθῇ, λαμβάνουσα τὸν νόμον ἐκεῖνον, δι’ οὗ ὄχι μόνον ἀνακουφίζει προσωρινῶς τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν συμπεφωνημένων χρεωλυσίων, ἀλλὰ θὰ τῇ περισσεύσουν καὶ 2 ἢ 3,000,000, διὰ τῶν ὁποίων θέλει δυνηθῆ νὰ ζήσῃ ἐπί τινας μῆνας, διότι ἂν καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν λῆξιν τῶν γονίμων τοῦ ἔτους μηνῶν, τὸ δημόσιον ταμεῖον, δὲν εἶναι ἐνήμερον εἰς τὰς πληρωμάς του. Σκεφθῆτε λοιπόν, κύριοι, ἐμβριθῶς περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, διότι ἡ ἐξακολούθησις τῶν ὑπερβάσεων καὶ ἡ ἐπισώρευσις ἐτησίων ἐλλειμμάτων, ἅτινα ἀπὸ ἔτος εἰς ἔτος γίνονται μεγαλείτερα, θέλουν μᾶς φέρει εἰς μεγάλην ἀμηχανίαν, ἵνα μὴ εἴπω τίποτε βαρύτερον. Λάβετε δὲ ἀκόμη ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὅλαι αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους, ἀναπόδρασται καὶ ἄφευκτοι ἀνάγκαι, δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὸν προϋπολογισμόν· ὑπάρχουν καὶ ἄλλα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα μετ’ οὐ πολὺ θέλουν ζητήσει ἀπὸ ὑμᾶς νὰ ψηφίσητε· εἶναι αἱ ἐπιχορηγήσεις, τὰς ὁποίας ὀφείλετε νὰ δώσητε εἰς τὰς ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων, εἶναι τὸ χρέος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, περὶ οὗ ἐγένετο πρὸ ὀλίγου λόγος· ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις ὀφείλετε νὰ σκεφθῆτε ἐμβριθῶς καὶ σπουδαίως καὶ περὶ τακτοποιήσεως καὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν κατὰ τὸν ἀγῶνα συνομολογηθέντων ἐξωτερικῶν καὶ ἐσωτερικῶν χρεῶν· τὰ χρέη ἐκεῖνα εἰσὶν ἱερὰ, καὶ οὐχὶ μόνον εἶναι δίκαιον νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτῶν ἀναλόγως τῶν πόρων τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ σᾶς παρατηρῶ, ὅτι εἶναι ἔργον ἀνάγκης, καὶ ἀνάγκης ἀναποδράστου καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐξωτερικὰ δάνεια τοῦ 24 καὶ 25, διότι ἐνόσῳ δὲν λάβετε πρόνοιάν τινα διὰ τὰ δάνεια ἐκεῖνα, τὰ χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης θέλουν διατελεῖ ἑρμητικῶς κεκλεισμένα εἰς ὅλας τὰς Ἑλληνικὰς ἀξίας, καὶ τοῦτο λέγων, δὲν ἐννοῶ μόνον χρεώγραφα τοῦ δημοσίου, ἀλλ’ ὅλους τοὺς τίτλους τῶν ἑταιριῶν, αἵτινες ἀναλαμβάνουν ἐπιχειρήσεις ἐν Ἑλλάδι. Ἤμην, κύριοι, πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Γαλλίαν ὅπου μετέβην ἕνεκεν οἰκογενειακοῦ ἀτυχήματος. Εἶδον ἐκεῖ πολλοὺς μεθ’ ὧν ὡμίλησα ἐν ἐκτάσει περὶ τῶν ἐπιχειρήσεων, τὰς ὁποίας ἐπωφελῶς δύνανται οἱ κεφαλαιοῦχοι νὰ ἀναλάβωσιν ἐν Ἑλλάδι· παρετήρησα, ὅτι τίποτε ὠφελιμώτερον καὶ ἀσφαλέστερον διὰ μίαν Εὐρωπαϊκὴν ἑταιρίαν, διὰ κεφαλαιούχους Εὐρωπαίους, οἵτινες δανείζουν τὰ χρήματά των μὲ 3 καὶ 4%, τίποτε ὠφελιμώτερον παρὰ νὰ συστήσουν κτηματικὴν Τράπεζαν καὶ νὰ δανείζουν εἰς τοὺς κτηματίας τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ ὑποθήκῃ τῶν κτημάτων των, κτημάτων, τὰ ὁποῖα καθ’ ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος κατὰ τοσοῦτον αὐξάνει ἡ ἀξία των· ἐξήγησα, ὅτι ἡ ἀποξήρανσις τῆς Κωπαΐδος καὶ ἄλλων λιμνῶν τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἐπιχείρησις ἀσφαλεστάτη καὶ ὠφελιμωτάτη διὰ τοὺς κεφαλαιούχους· εἶπον ὅτι πολλαὶ ἄλλαι ἐπιχειρήσεις ὑπάρχουσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, αἵτινες καὶ τὸν τόπον δύνανται νὰ ὠφελήσωσι καὶ πολλὰ κέρδη νὰ δώσωσιν εἰς τοὺς κεφαλαιούχους. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὁποία ἦτον ἡ στερεότυπος ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἐλάμβανον; Ὅλοι ἔλεγον, ἀναγνωρίζομεν τὴν ὀρθότητα τῶν παρατηρήσεων, ἃς μᾶς ὑπεβάλλετε, ἀλλ’ ἐνόσῳ τὰ χρηματιστήρια μένουν κεκλεισμένα εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς τίτλους, μὴ πιστεύσετε, ὅτι θέλει εὑρεθῆ κεφαλαιοῦχος, ὅσον πλούσιος καὶ ἂν ᾖναι, ὅστις θὰ ἀποφασίσῃ νὰ διαθέσῃ, ἔστω καὶ ἐλάχιστον μέρος τῶν κεφαλαίων του, εἰς ἀπόκτησιν τοιούτων ἀξιῶν, διότι πᾶς κεφαλαιοῦχος θέλει νὰ ἔχῃ ἀξίας, τὰς ὁποίας νὰ δύναται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ νὰ τὰς πωλῇ, διότι δὲν ἠξεύρεις εἰς ποίας περιστάσεις θέλει εὑρεθῆ, ἑπομένως οὐδεὶς θέλει ἀποφασίσει νὰ ἀγοράσῃ ἀξίας, τὰς ὁποίας δὲν δύναται νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὸ χρηματιστήριον. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις τῶν χρεῶν ἐκείνων εἶναι ἔργον ὄχι μόνον δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἀναποδράστου ἀνάγκης. Αὐτὰ, κύριοι, εἶχον νὰ σᾶς εἴπω περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἐκ τούτου βλέπετε, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἡμῶν εἶναι οὐχὶ τόσον εὐάρεστος, εἰς τοῦτο δὲ συνετέλεσεν ἀρκετὰ ἡ ἀτελὴς ἐφαρμογὴ τῶν ψηφισθέντων κατὰ τὸ 1871 μέτρων, ἡ ἀποτυχία τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν βραδύτερον ἤτοι κατὰ τὸ 1873, καὶ ἐπὶ τέλους ἡ ἀπρονοησία τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ πραγματικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἐξώγκωσε χωρὶς ἀνάγκην πραγματικὴν τὰς δαπάνας. Ἐπὶ τούτου, κύριοι, ὀφείλομεν ὅλοι νὰ σκεφθῶμεν ἐμβριθῶς, διότι, ἂν καθὼς σᾶς εἶπον εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμιλίας μου, τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔφερον τὴν διατάραξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ᾖναι γεγονότα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν εὐθύνεται τὸ Ἔθνος, παράτασις ὅμως τῆς καταστάσεως αὐτῆς εἶναι ἀντικείμενον, διὰ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἄλλος παρὰ τὸ Ἔθνος εὐθύνεται· λέγω δὲ ὅτι οὐδεὶς ἄλλος παρὰ τὸ Ἔθνος εὐθύνεται, διότι σήμερον, κύριοι, αἱ ἐκλογαὶ γίνονται κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἐλεύθεραι.
§44ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ὤ! Μάλιστα, μάλιστα.
§45ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἐκλογαὶ γίνονται κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἐλεύθεραι, καὶ ἄνευ τῆς ὑποστηρίξεως καὶ τῆς συνδρομῆς τῆς Βουλῆς, οὐδεμία Κυβέρνησις δύναται νὰ ὑπάρξῃ· εἴμεθα λοιπὸν ἡμεῖς αὐτοί, τὸ Ἔθνος αὐτὸ κύριον τῶν ὑποθέσεών του, καὶ ἡ παράτασις τῆς κακῆς καταστάσεώς μας, τὸ Ἔθνος θέλει βαρύνει. Ἂν λαμβάνουν σήμερον χώραν παραβιάσεις τῶν ἐκλογῶν καὶ ἀτοπήματά τινα, αὐτὰ εἶναι ὅλως διόλου μερικὰ καὶ διαβατικά, εἶναι ἔργα τῶν ὑπουργῶν καὶ οὐχὶ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, ὁ ὁποῖος πιστὸς εἰς τὸν ὅρκον του, φυλάττει μέχρι κεραίας καὶ μὲ θρησκευτικὴν εὐλάβειαν τὸ πολίτευμα τοῦ τόπου.
§46ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐπίστευα ὅτι, προκειμένου περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἦτον ἀνάγκη νὰ γείνῃ τοιαύτη ὁμιλία ἐκ μέρους τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ὁποία ἐγένετο. Ἐπίστευον τοῦτο, διότι ὁ νόμος τῶν ἐσόδων εἶχε προψηφισθῆ ὑπὸ τῆς παρελθούσης Βουλῆς. Δὲν ἐνόμιζα πλέον, ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἀντικείμενον νέας συζητήσεως τόσῳ μᾶλλον, καθόσον ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἦτο παρὼν τότε καὶ συνεψήφισε περὶ τοῦ νόμου τῶν ἐσόδων. Ἀλλὰ, βουλευτὴς εἶναι, καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου εἶναι καθιερωμένη· καλῶς ἔπραξε νὰ εἴπῃ ὅ,τι εἶπεν διὰ τὸν ἑαυτόν του. Δὲν θὰ τὸν παρακολουθήσω βεβαίως εἰς τὴν ἱστορίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε περὶ τῶν οἰκονομικῶν καὶ τῆς μὴ κατ’ αὐτὸν καλῆς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος τῆς ἀποδιδομένης παρά τινων εἰς τὸ ἔθνος· τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον ἱστορικόν· καὶ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συζητῶνται θετικὰ πράγματα· τὰ γεγονότα βεβαίως, καθ’ ὅσον ἅπτονται ἡμῶν, ἠμποροῦμεν νὰ συζητῶμεν, οὐχὶ δὲ καὶ περὶ πραγμάτων παρελθόντων, ἀσχέτων πρὸς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα. Ἀλλὰ δὲν θὰ κανονίσω ἐγὼ εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον τὸν τρόπον τοῦ συζητεῖν. Ὁ προλαλήσας δὲν ὤκνησε νὰ ψάλῃ καὶ ἐπαίνους τοῦ ὑπουργείου τοῦ 1871. Ἀλλὰ μή τις ἐξ ἡμῶν κατηγόρησεν αὐτό; μὴ τὸν ἐκαλέσαμεν εἰς ἀπολογίαν; αὐτὸ δὲν ἀποδεικνύει οὐδέν· ἡ κακία ἐπηύξησεν εἰς τὴν πατρίδα του· καὶ χθὲς ἐξεθείασε τὰ μέτρα ἐκείνου τοῦ ὑπουργείου καὶ σήμερον· ἀλλὰ δέδοται εἰς πάντα ἄνθρωπον νὰ περιαυτολογῇ καὶ νὰ παριστᾷ τῶν ἄλλων τὰ ἔργα ὅτι εἶναι ὀλέθρια· αὐτὸ εἶναι τὸ συμπέρασμά του, ὅτι ὁ πατριωτισμὸς εἶναι ἐνσαρκωμένος εἰς αὐτόν. Ἐγὼ ὅμως δὲν συνείθισα νὰ περιαυτολογῶ, οὔτε νὰ στερῶ ἀπὸ κἀνένα τὸν πατριωτισμόν. Πάντες ἔχουν πατριωτισμὸν καὶ οὐδεὶς εἶναι κατώτερος τοῦ ἄλλου. Καίτοι οὕτως φρονῶν, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ εἴπω καὶ ὀλίγας λέξεις περὶ αὐτῶν τῶν δύω νόμων, διότι μοῦ δίδεται ἀφορμή· διότι ἐντεῦθεν εἶπε καὶ πολλὰ κατὰ τῆς παρούσης καὶ παρελθούσης Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα, νομίζω, εἶναι ἄκαιρα καὶ ἀνάρμοστα. Εἶπεν, ὅτι ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις τρόπον τινὰ—δὲν εἶπε τὴν λέξιν ἀλλὰ αὐτὸ ἐνέφαινεν, —ἐδολιεύθησαν τοὺς νόμους. Ἐν τούτοις, κύριοι, καίτοι διευθύνων τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ μικροῦ χρόνου, δὲν εὗρον ὅμως οὐδεμίαν ὑπουργικὴν πρᾶξιν διὰ τῆς ὁποίας παρεμποδίζεται ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων· εὗρον μάλιστα μεγάλην προθυμίαν εἰς τὸ νὰ ἐκτελῶνται οἱ νόμοι οἱ ψηφισθέντες ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν Βουλὴν τοῦ ἔτους 1871 ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἀλλὰ καὶ νόμοι οἱασδήποτε ἄλλης Κυβερνήσεως· καὶ πιστεύσατε ἔχω πεποίθησιν, ὅτι πᾶς νόμος ψηφιζόμενος παρὰ τῆς Βουλῆς ἐκτελεῖται καὶ πρέπει νὰ ἐκτελῆται. Δὲν πιστεύω οὐδεὶς ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ τὴν μικροφιλοτιμίαν νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐπειδὴ τὸν δεῖνα νόμον τὸν ἐψήφισεν ἡ δεῖνα Βουλὴ ἐπὶ τῆς δεῖνα Κυβερνήσεως, δὲν θὰ τὸν ἐκτελέσω. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος, μοῦ φαίνεται, δὲν ἔχει δίκαιον. Εἶπε περὶ τοῦ νόμου τῶν καθυστερούντων. Ἰδοὺ τὰ ἀποτελέσματα τῶν καθυστερήσεων· τὸ 1867, 2,903,000· τὸ 1868 3,464,000· τὸ 1869 3,448,218· τὸ 1870 3,283,257· τὸ 1871 2,451, 545· τὸ 1872 1,921,232· τὸ 1873 2,383,000. Ἐγὼ ἀνέτρεξα εἰς αὐτά. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἶναι τῷ ὄντι σπουδαῖος οἰκονομολόγος καὶ ἠμπορεῖ νὰ διέπρεψε πολύ· ἀλλὰ τῷ λέγω, ὅτι ἐὰν λάβῃ τὰ καθυστερούμενα ἀπὸ τοῦ 1833 θὰ ἴδῃ κατ’ ἀναλογίαν καθυστερήματα 2,000,000 κατ’ ἔτος· 2,000,000 περίπου, αὐτὸ εἶναι τὸ βαρόμετρον. Ὅταν συμπίπτουν ἐκλογαὶ καὶ ἀνωμαλίαι, τότε συμβαίνουν καθυστερήματα περισσότερα.—Ὁ νόμος τῶν φυτειῶν ἦτο καλός, διότι ἔδωκε τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1871 νὰ ζήσῃ· τοῦτο λέγων, δὲν ἐννοῶ νὰ ἀφήσωμεν τὸν νόμον, καὶ ἐφ’ ὅσον εἶμαι ὑπουργὸς θὰ τὸν ἐκτελῶ· ἀλλ’ ὁ κ. Σωτηρόπουλος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ δίκαιον χωρὶς νὰ ἠξεύρῃ νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἐπεμελήθησαν οἱ ὑπουργοί· ἐπεμελήθησαν πολὺ περισσότερον αὐτοῦ. Τὸ παρελθὸν ὑπουργεῖον ἔφερε πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων ἐκείνων νόμους συμπληρωτικούς· ἴσως ὁ ἀξιότιμος κ. Σωτηρόπουλος εἶχεν ἄλλας ἰδέας εἰς τὸν νοῦν του.
§47ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτίμησις καὶ καταμέτρησις τῶν γαιῶν, αὐτὸ θὰ εἰπῇ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου, περὶ τούτου πρόκειται.
§48ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Συνειθίζω νὰ σέβωμαι τὰς πεποιθήσεις ἑκάστου καὶ νὰ μὴ διακόπτω. Ἐγὼ ἔφερα νόμον συμπληρωτικὸν οὐχὶ διὰ νὰ δείξω ὅτι οἱ νόμοι οἱ ψηφισθέντες εἶναι ἀτελεῖς· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι πολλὰ πράγματα ἀνθρώπινα ψηφιζόμενα φαίνονται ἐντελῆ, ἀλλ’ ἐφαρμοζόμενα, ἀτελῆ, ἔσπευσα διὰ νὰ ἀνταποκριθῶ εἰς τὸ ὅ,τι ἐζήτησεν ἡ Βουλή, τὴν πραγματοποίησιν τῆς διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς. Ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅπως ἔχει ὁ νόμος, ὅπως ἔχει ἡ κατάστασις, δὲν εἶναι πραγματοποιήσιμος ὁ νόμος ἄνευ συμπληρωτικοῦ νομοθετήματος. Καὶ ἑνὸς δήμου τὰ ἔγγραφα ἐὰν διαβιβάζωνται εἰς τὸ ὑπουργεῖον, δὲν ἀρκεῖ μία ἑβδομάς, ἐὰν θέλῃ νὰ ἀποφασίσῃ ἐν συνειδήσῃ, ἐὰν θέλῃ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς ἐνστάσεις, ὅλας τὰς προτάσεις, καὶ τὰ ἔγγραφα, καὶ τὰ πρωτόκολλα τῶν ἀρχῶν.
§49ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν λέξιν;
§50ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἐγὼ δὲν προκαλῶ συζητήσεις περὶ ἀντικειμένου, περὶ οὗ δὲν πρόκειται· ἔφερα ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον πρὸς ἐκτέλεσιν ταχυτέραν τοῦ ὑπάρχοντος νόμου· ὅταν ἔλθει ἡ συζήτησις, εἴπατε τότε εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι φρονεῖτε καὶ ἡ Βουλὴ ἂς τὸ θεωρήσῃ ὡς περιττόν. Ἐγὼ καταδεικνύω, στηριζόμενος εἰς τὰς προτάσεις ὅλων τῶν ἀρχῶν, τὰς ἐλλείψεις· ἐὰν ὅμως ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀρχαὶ, τὰς ὁποίας δὲν ἔπλασα ἐγὼ, πλανῶνται καὶ παραλογίζωνται, ἐπιθυμῶ καὶ ἐγὼ νὰ θεωρηθῶ ὅτι παραδέχομαι τοὺς παραλογισμούς των. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι σκέπτονται ὀρθῶς, καὶ ὁ κύριος Σωτηρόπουλος ὅταν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν γεγονότα τινὰ, θὰ εἴπῃ ὅτι ἔχω δίκαιον.
§51ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πιθανὸν νὰ ἤμεθα καὶ σύμφωνοι.
§52ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Εἴπατε ὅτι ὅλοι ἐπιβουλευόμεθα τοὺς νόμους.
§53ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Θεὸς φυλάξοι!
§54ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῶν Καλαμῶν δὲν ἔγειναν δηλώσεις, εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Ἠλείας ἐπίσης. Δὲν θέλω νὰ προβῶ περισσότερον, διότι ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ὁμιλῶ ἐπὶ ὡρισμένων ζητημάτων, διότι κατ’ ἄλλον τρόπον συζήτησις ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου δὲν θὰ ᾖναι ἐφικτὴ πρὸς διευκρίνισιν ῥητῶν γεγονότων καὶ ἀντικειμένων. Ἐν Ἑλλάδι λοιπὸν ἐγένετο νόμος περὶ καθυστερουμένων, καὶ ὁ νόμος οὗτος ἐφαρμοζόμενος συντελεῖ εἰς τὴν καταδίωξιν, καὶ ὁ ἀξιότιμος κύριος Σωτηρόπουλος γνωρίζει ὅτι ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ ζητοῦν νὰ τὸν ἐφαρμόσωσι καὶ νὰ τὸν ἐκτελέσωσι. Τὸ κατ’ ἐμὲ ἐνόσῳ εἶμαι εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν ὄχι περισσότερον ἀλλ’ ἐξίσου ζητῶ νὰ τὸν ἐφαρμόσω, διότι καὶ ἐγὼ ἀνετράφην ἐφαρμόζων τοὺς νόμους, καὶ δὲν ἐπιτρέπω, οὔτε κατὰ γραμμὴν παρέγκλισιν, οὔτε τὴν ἐλαχίστην ἀναβολὴν καὶ εἰς τὴν καταδίωξιν, οὐδὲ εἰς τοὺς διορισμοὺς τῶν εἰσπρακτόρων. Ἀλλ’ ὁ νόμος, ὁ διέπων τὰ οἰκονομικὰ ἀπὸ τοῦ 1832, δυστυχῶς ἀποδεικνύει 2,000,000 ἔλλειμμα κατ’ ἔτος. Δὲν πιστεύω οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοὶ ἀπὸ τοῦ 1832 ὅτι δὲν εἶχον πατριωτισμὸν, ὅτι ἤθελον νὰ ὑπάρχουν καθυστεροῦντα. Ἀδίκως, νομίζω, ἐμέμφθη αὐτῶν τόσον πικρῶς. Παρουσιαζομένου ἐκ τοῦ σύνεγγυς τοῦ ζητήματος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ ἀξιότιμος κ. Σωτηρόπουλος τί εἶπεν; Ἀπρονοησία. Τὸ λέγειν εἶναι εὔκολον, ἀλλὰ τὸ ἀποδεικνύειν δὲν εἶναι εὔκολον· ἴσως ἴσως ἀπρονοήτως κρίνοντες τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως σᾶς φαίνεται πῶς εἶναι δαπάναι περιτταί, μὴ ἀναγκαῖαι, σπατάλη. Καὶ τί ἔδωκε χώραν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ παρόντος προϋπολογισμοῦ, ἀπολογισμοῦ συγχωρήσατέ μοι νὰ εἴπω; Τὸ Λαύριον. Ἐδύνατο ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ προνοήσῃ περὶ τούτου; Αὐτὰ εἶναι ἀπὸ τὰ ἀπρόοπτα. Ἐντεῦθεν ἠναγκάσθησαν ἢ ἀναγκάζονται αἱ Κυβερνήσεις νὰ κάμουν τὰ δάνεια. Καὶ τίς, ἂν ὄχι ὅλοι, δὲν ἔλεγεν ὅτι ἐν Λαυρίῳ εἶναι θησαυροί, πλοῦτοι; Νὰ εἴπω ὅτι ὁ προκάτοχος δὲν εἶχε πατριωτισμόν; Ἐπίστευεν ὅτι εἶχε 3,000,000 περίπου, ἀλλὰ δὲν κατώρθωσέν τι, ὄχι ἐκ δολιότητος πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος· ἐπλανήθη καὶ ἐκεῖνος. Καὶ τίς δὲν πλανᾶται ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ! Πρώτη λοιπὸν διατάραξις τῶν οἰκονομικῶν, καὶ εἰς κἀνένα δὲν ἠμπορεῖ νὰ καταλογισθῇ αὐτή. Ἐξόγκωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, ἐλάττωσις ἰδανικὴ τῶν ἀναγκαίων τοῦ Κράτους δαπανῶν. Ἐκτὸς τούτου, ἐνῷ ἐσημειοῦτο διὰ χρεωλύσιον καὶ τόκους τῶν χρεῶν μας ποσὸν 5,000,000, τὸ πραγματικὸν ἦτον 7½ ἑκατομμύρια. Δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι σκοπίμως ἔπραξε τοῦτο, ἀλλ’ ἔκαμεν ἕνα κακὸν προϋπολογισμὸν, ἠπατήθη εἰς τὰς προσδοκίας του. Δὲν ἐψηφίσθησαν αἱ συμβάσεις· καὶ τίς τὰς ἐπολέμησεν; ἐγὼ τότε δὲν ἤμην. Δὲν λέγω, κακῶς ἐπολεμήθησαν, ἀλλ’ ὅταν θέλετε νὰ ῥίψετε εὐθύνην, λέγω ὅτι, κακῶς ἐπολεμήθησαν· εἰς ἐκεῖνον, ὅστις λέγει ὅτι τὰς ἐπολέμησα, εἰς ἐκεῖνον ἀντιτάττω, ὄχι εἰς ἄλλον· διότι ἐγὼ συνειθίζω νὰ σέβωμαι τὰς πεποιθήσεις. Λοιπὸν τὸ ποσὸν ἐκεῖνο κατελογίσθη ἀπέναντι τοῦ χρεωλυσίου καὶ τῶν τόκων, ἀλλ’ ἀπεδείχθη ὅτι ὁ καταλογισμὸς ἐκεῖνος τοῦ ποσοῦ δὲν ἦτον ἀληθής· διότι τώρα εἶναι 7½ ἑκατομμ. Βλέπετε λοιπὸν τί ἔφερε τὴν ἐξόγκωσιν τῶν δαπανῶν. Τότε, κύριοι, δὲν συνυπελόγιζε τὰ ἔξοδα τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας. Καὶ εἶναι ἔγκλημα, διότι τὰ συμπεριλαμβάνομεν; Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀπρονοησία νὰ συμπεριλάβωμεν αὐτὴν τὴν δαπάνην· νὰ συμπεριλάβωμεν 400,000 δραχμὰς διὰ τὴν βουλευτικὴν σύνοδον, διότι 400 καὶ 400 γίνονται 800· ἰδοὺ πῶς γίνεται ἡ ἐξόγκωσις. Προσετέθησαν αἱ Πρεσβεῖαι. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὸ κεφάλαιον ἐκεῖνο, θ’ ἀκούσετε τοὺς λόγους καὶ θὰ πεισθῆτε, ὅτι ἦτο μία ἀνάγκη ἐθνικὴ, ἐξωτερικὴ, τὴν ὁποίαν ὑπηγόρευε τὸ συμφέρον, ἡ ὑπόληψις τῆς Ἑλλάδος. Θέλομεν ἔθνος ἀνεξάρτητον, συνταγματικὸν καὶ δὲν θέλομεν Πρεσβείας; Συγχωρήσατέ μοι δὲν εἶναι ὀρθὸν τοῦτο· ἀλλ’ ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο, θὰ ὑποβάλωμεν τοὺς λόγους εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ μᾶς δικαιώσῃ. Δὲν ἦτο δαπάνη ματαία, δὲν ἦτον ἀπρονοησία, ἀλλ’ ἀπαίτησις τοῦ συμφέροντος τῆς Ἑλλάδος. Ἐνδεχόμενον, κύριοι, ἄλλοι νὰ κρίνωσιν ἄλλως, ἀλλὰ δὲν εἶναι νέος θεσμὸς, εἶναι ἐφαρμογὴ νόμου προϋπάρχοντος, καὶ ἀνάγκη κατεπείγουσα. Ἀλλὰ λέγω, δὲν προκαλῶ συζητήσεις· ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὸ οἰκεῖον ὑπουργεῖον...
§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πειράζει· ἀφοῦ ἤλθατε εἰς ὁμιλίαν, διατὶ νὰ τὰ ἐπαναλάβωμεν τότε; Ἐξακολουθήσατε.
§56ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Τριφυλίας κ. Σωτηρόπουλον, τὸν εἰπόντα ὅτι εἶναι ἀπρονοησία τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐξόγκωσις τῶν ἐξόδων. Ἀλλ’ ἐν πρώτοις τὸν ἐρωτῶ, ποῦ αὐτὴ ἡ ἀπρονοησία; Ἴσως ἀπρονοήτως κρίνει κανεὶς διὰ τὰς δαπάνας· εἶναι ἰδική του ἰδέα· ἀλλὰ λέγω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖαι αἱ δαπάναι αὗται τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας καὶ αἱ ἄλλαι· ἐγὼ λέγω ἀναγκαίαν τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλυσίου καὶ ὅτι κακῶς τότε ὑπελογίσθη εἰς 5,000,000. Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ διαφορά. Πρῶτον, κύριοι, δὲν ἠμπορεῖ ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ κανεὶς ἄλλος ν’ ἀρνηθῇ ὅτι τὸ τρέχον ἔτος ἐγένοντο δύω ἐκλογαὶ, δημοτικαὶ τὸν Ἰανουάριον καὶ βουλευτικαὶ τὸν Ἰούνιον. Ὅταν εἰς ἓν Κράτος γίνωνται εἰς ἓν ἔτος δύω ἐκλογαὶ, καθ’ ἃς ἡ εἴσπραξις καταπαύει, οἱ ὑπάλληλοι ἀργοῦν καὶ τὸ ἔθνος ἐξασκεῖ τὸ κυριαρχικόν του δικαίωμα, μὴ ἔχῃ κανεὶς ἀξίωσιν, ὅτι αἱ εἰσπράξεις θὰ βαίνουν κανονικῶς· αἱ ἐκλογαὶ ἐπισύρουν δαπάνας καὶ αἱ δαπάναι ἐπιβαρύνουν τὸν προϋπολογισμόν. Δὲν εἶχε λοιπὸν, νομίζω, καὶ κατὰ τοῦτο δίκαιον ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Ἔκαμε δήλωσιν ὁ προκάτοχος ὑπουργὸς τόσων ἑκατομμυρίων· καὶ τί ἠδύνατο νὰ πράξῃ; Νὰ μὴ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ τόκος καὶ τὸ χρεωλύσιον τῶν ἐσωτερικῶν δανείων δὲν ὑπελογίσθη καλῶς, ἢ ἐν ἄλλαις λέξεσι, τὰ μέτρα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίζετο ἡ προκάτοχος κυβέρνησις ἀπέτυχον; Δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀληθὲς ποσὸν τοῦ τόκου καὶ τῶν χρεωλυσίων; Δὲν ἔπρεπεν, ἀφοῦ ἔβλεπε καὶ εἶδε τὸ παρὸν ὑπουργεῖον, ὅτι ἡ πρόσοδος τοῦ Λαυρίου δὲν εἶναι, οἵα προσεδοκᾶτο, νὰ προτείνῃ τὴν ἐλάττωσιν; Δὲν ἔπρεπε νὰ προσθέσῃ τὴν δαπάνην τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας; κἀνὲν ἔξοδον παρὰ τὸν νόμον δὲν ἐγένετο. Ἀναβαίνει λέγουν, εἰς τόσα ἑκατομμύρια ὁ προϋπολογισμός· ἐκάματε δηλώσεις τόσας· ἐκάματε δάνεια τόσα. Ναί· ἀλλὰ τὰ ἐπληρώσαμεν; καθυστεροῦνται παρελθόντα! Εἶναι ἓν σύστημα, «ἄφινε καὶ μὴν τὰ φέρνῃς.» Καὶ ἐγὼ ἠδυνάμην νὰ μὴν τὰ φέρω, ἀλλὰ τὰ ἔφερα, διότι, ὅταν αἱ κυβερνήσεις κάμουν, ἐνεργοῦν, δὲν ἐκτελοῦν τὸν νόμον, καὶ τὰ ἀποκρύπτουν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, δὲν εἶναι καλόν. Ἐγὼ ἤθελον νὰ συμπεριλάβω πιστώσεις πρὸ τοῦ 1862 καὶ ἂς μάθῃ τὸ Ἔθνος, ὅτι καὶ ἄλλας, ἐὰν εὕρω, θὰ τὰς φέρω. Ἠμποροῦσα νὰ τὰς ἀφήσω· ἀλλ’ ὁ σάραξ τῆς τοκογλυφίας τρέχει καὶ ἡ ἐξέλεγξις τῶν λογαριασμῶν τοῦ Κράτους ἀναστέλλεται. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις. Κακῶς δ’ ἔπραξαν οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοὶ νὰ μὴ φέρουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς τοιαύτας πιστώσεις, ὑποθάλψαντες οὕτως χωρὶς νὰ θέλουν τὴν οἰκονομικὴν ἀνωμαλίαν. Ἐγένοντο τὰ προσωρινὰ δάνεια, ἀλλ’ ἐγένοντο ἕνεκεν τοῦ Λαυρίου, ἕνεκεν τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, ἕνεκεν τοῦ μὴ ἀληθοῦς καταλογισμοῦ τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλυσίου τῶν δανείων· ἐγένοντο, διότι ὠφείλοντο 1,800,000 ἀπὸ παρελθούσας χρήσεις. Ἰδού, κύριοι, ὁ λόγος. — Εἶναι, λέγουν, οὐχὶ εὐάρεστος ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις. Ἀλλ’ ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς τοῦτο, τοῦτο δὲν προῆλθεν ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν· ὄχι. Ἠμπορεῖ νὰ διατείνηται κἀνεὶς τὸ ἐναντίον, ἀλλὰ δὲν ἔχει δίκαιον. Ἐὰν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ πράγματα, θὰ πεισθῇ ὅτι δὲν σκέπτεται ὀρθῶς. Αὐτά, κύριοι, τὰ ἐλλείμματα, αὐτὰ τὰ προσωρινὰ δάνεια, αὐτὸς ὁ τόκος ἐπὶ τόκου, μᾶς ἠνάγκασαν νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ μέτρον τὸ οἰκονομικόν, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἐψήφισε, καὶ πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ κἀμμία ἀνάγκη νέου δανείου ἐκτὸς ἐκτάκτων συμβάντων, ἐὰν θελήσητε σεῖς καὶ ἕκαστος, καὶ ὅλοι μας νὰ περιορισθῶμεν ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, διαχειριζόμενοι εὐσυνειδήτως τὰ δημόσια. Δώσατε ἕνα προϋπολογισμὸν εἰς μίαν Κυβέρνησιν καὶ νὰ περιορισθῇ ἐντὸς αὐτοῦ· ἐὰν συμβῇ ἄλλο τι, προκαλοῦν νέαν δαπάνην, ἐγκαίρως νὰ τὴν ὑποβάλλῃ ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν· καὶ ἐὰν δὲν τὴν εὕρῃ ἡ Βουλὴ ὡς ὀρθῶς γενομένην, ἂς τὴν καταλογίσῃ εἰς βάρος τοῦ ὑπουργοῦ. Τότε ἐρχόμεθα εἰς τάξιν. Δὲν ἐννοῶ περὶ ἐκτάκτων περιστάσεων, ὅταν ἔλθῃ μία χολέρα π. χ. Ὅλα αὐτὰ τὰ δάνεια εἶναι παρελθόντα· ὅλοι αὐτοὶ οἱ τόκοι καὶ τὰ καθυστερούμενα εἶναι παρελθόντα, ἀλλὰ τὰ ἄφιναν νὰ μένουν καὶ αὐξάνοντες αὐτὰ καθ’ ἡμέραν, ἰδοὺ εἰς ποίαν κατάστασιν ἐφθάσαμεν. Ἂς καθαρισθοῦν, ἂς ἀποφασισθοῦν μίαν φορὰν τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν θὰ ἐκλείψῃ. Παρατηρῶ δὲ ὅτι ἡ τοιαύτη οἰκονομικὴ ἀνωμαλία πάντα ἄλλον δύναται νὰ ἐπιβαρύνῃ καὶ ἰδίως τοὺς πολλάκις διευθύναντας τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, οὐχὶ δὲ καὶ ἐμέ.
§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;
§58ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Μάλιστα.
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὰ προσωρινὰ δάνεια ἐκάλυψαν ἔξοδα τοῦ παρελθόντος, ἢ καὶ τοῦ 1874; διότι κατὰ τὰς πληροφορίας μου 3½ ἑκατομμύρια ἐχρησίμευσαν διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ 1874.
§60ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, περὶ ἧς μὲ ἐρωτᾶτε, δὲν ἔκαμα κἀνὲν δάνειον ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς δώσω πληροφορίας περὶ τούτου· σᾶς λέγω ὅμως, ὅτι πολλὰ ἐξ αὐτῶν, 2 ἴσως ἑκατομμύρια, ἐχρησίμευσαν διὰ τὰ παρελθόντα ἔτη.— Αὐτὰ τὰ ὀλίγα, κύριοι, εἶχα νὰ ὑποβάλω ἀπέναντι τῶν ὅσων ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἶπε· πιστεύω δὲ ὅτι ὁμιλοῦμεν περὶ ἀπολογισμοῦ πλέον καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁμιλήσωμεν περισσότερα περὶ τοιούτου πράγματος.
§61ΣΠΗΛ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι! Θέλω ἀρχίσει ἀπό τὸ τελευταῖον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δηλ. σήμερον πλέον ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1874 εἶναι ἀπολογισμὸς, καὶ ὅτι εἶναι περιττὴ πᾶσα συζήτησις. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν ὄντως μίαν ἀλήθειαν. Ἡ ἐτησία ἐπιψήφισις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους κατὰ τοὺς δημοσιολόγους τῆς ἀγγλικῆς σχολῆς εἶναι βεβαίως τὸ μέγα ἐλατήριον, τὸ κανονίζον τὴν ἀντιπροσωπευτικὴν μοναρχίαν. Διὰ τῆς τοιαύτης ἐπιψηφίσεως τὸ Κοινοβούλιον διατηρεῖ εἰς ἑαυτὸ ἓν μέγα δικαίωμα, μίαν ἐγγύησιν ἰσχυρὰν κατὰ τῆς κακῆς διοικήσεως· ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ πεῖρα μᾶς διδάσκει, ὅτι τὸ μέγα τοῦτο δικαίωμα, ἡ ἐγγύησις αὕτη καθίσταται ἰδανική. Ἑπομένως ἔχει δίκαιον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λέγῃ σήμερον, ὅτι ὑπ’ ὄψιν σας ἔχετε ἀπολογισμὸν καὶ ὄχι προϋπολογισμὸν τοῦ 1874. Ὁπωσδήποτε ὅμως ὁ οἰκονομικὸς νόμος τοῦ Κράτους εἶναι ὁ σπουδαιότερος, τὸν ὁποῖον καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ καὶ ἐπιψηφίσῃ. Ἡ ἐξέτασις τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ἐργασία τῆς γενικῆς ἐπιθεωρήσεως ὅλων τῶν μερῶν τῆς διοικήσεως. Ἑπομένως ἀπαιτεῖ ἤρεμον, βραδεῖαν, σκεπτικὴν καὶ ἀνεξάρτητον συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν. (Οἱ κύριοι ὑπουργοὶ καί τινες ἐκ τῆς ἀριστερᾶς ἀποχωροῦσιν εἰς τὰ δωμάτια, μόνον δὲ μένει ἐπὶ τῆς ἕδρας του ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργός). Ἂς ἀποχωρῶσιν οἱ ὑπουργοί, δὲν μὲ μέλλει. Ἐὰν τὸ καθῆκον τῆς Βουλῆς ᾖναι νὰ μελετήσῃ σπουδαίως τὸν προϋπολογισμὸν, τὸ συμφέρον τῶν ὑπουργῶν εἶναι ν’ ἀποφεύγωσι παντὶ τρόπῳ πᾶσαν ἐξέτασιν! Καὶ ὁ τρόπος οὗτος, κύριοι, ἡ ἀπὸ τῆς νῦν συζητήσεως ἀποχώρησις τῶν κυρίων ὑπουργῶν εἰς τὰ δωμάτια τῆς Βουλῆς οὐδὲν ἕτερον καταδεικνύει ἐναργέστατα, ἢ ὅτι οὗτοι καταβάλλουσι πᾶσαν προσπάθειαν διὰ νὰ φθάσωσιν εἰς τὸν σκοπόν των, εἰς τὴν μὴ ἀκριβῆ ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· σᾶς βεβαιῶ δὲ, ὅτι εὐκόλως φθάνουν εἰς αὐτὸν τὸν σκοπόν. Κατορθώνουν κύριοι, νὰ συγκαλοῦν ἢ νὰ καταρτίζουν τὰς συνεδριάσεις τῶν νομοθετικῶν σωμάτων πολὺ ἐξώρας· δεύτερον, εἰσάγουν προϋπολογισμὸν ἐλλειπῆ. Πολλάκις ζητεῖ ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ πληροφορίας, αὗται δὲ ἢ ἀναβάλλονται ἢ δίδονται πολὺ βραδέως· ἐκ δὲ τούτου ἀναγκάζεται ἡ ἐπιτροπὴ τροχάδην νὰ διεξέρχηται τὸν προϋπολογισμόν. Συγχρόνως πλημμυροῦν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ τὴν Βουλὴν μὲ τὴν ἀλλεπάλληλον εἰσαγωγὴν νομοσχεδίων, καὶ οὕτω ὀλίγον κατ’ ὀλίγον κατατρίβουν, καταναλίσκουν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ἄλλως τε οἱ βουλευταὶ περιστοιχοῦνται ἀπὸ διαφόρους οἰκογενειακὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦν τὴν ταχίστην εἰς τὴν πατρίδα των μετάβασιν καὶ πολλοὶ μὲν τούτων ἀναχωροῦν, ἄλλοι δὲ μένοντες φροντίζουν μίαν ὥραν ἀρχήτερα νὰ κατορθώσουν τὴν λῆξιν τῆς συνόδου. Ἐν τῇ τοιαύτῃ τῆς Βουλῆς καταστάσει ἔρχεται εἰς συζήτησιν ὁ προϋπολογισμός. Ἐρωτῶ, ἔχει ἡ Βουλὴ, καταναλίσκουσα τὸν καιρὸν εἰς τὴν ταχυτάτην ἐπιψήφισιν τόσων ἄλλων νομοσχεδίων, ἔχει, λέγω, τὸν καιρὸν νὰ μελετήσῃ κἂν τὰς σκέψεις τῆς εἰσηγητικῆς ἐπιτροπῆς της; Ὄχι, κύριοι! Διὰ τῆς τοιαύτης τακτικῆς ἐπέρχεται χαλάρωσις εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς· καὶ αὐτὴν τὴν ἀποδεικνύουν ἐναργέστατα τὰ κενὰ ἑδώλια, τὰ ὁποῖα ἔχετε σήμερον ἐνώπιόν σας. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν προϋπολογισμῶν· διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ἔχουν πάντοτε τὰ μέσα πολὺ εὔκολα ν’ ἀποφεύγουσι τὴν ἐξέτασιν, καὶ νὰ καθιστῶσιν ἀπολογισμὸν τὸν προϋπολογισμὸν, διακωμωδουμένου οὕτω τοῦ ὑπὸ τοῦ συνταγματικοῦ χάρτου καθιερωμένου βουλευτικοῦ δικαιώματος καὶ καθήκοντος. Ἐν τούτοις τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος προϋπολογισμὸν, καί τοι οὕτως ἔχοντα, ὀφείλω νὰ ἐξετάσω κἀγὼ, κατὰ τὸ δυνατὸν, ὡς πρᾶξιν κυβερνητικήν. (Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος κύριος Ζέζας). Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν εἰσαχθέντα ὑπὸ τοῦ προκατόχου ὑπουργείου, τὰ μὲν ἔσοδα τοῦ 1874 ἀνήρχοντο εἰς δρ. 40,000,060 περίπου, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 37,843,000, ἤτοι προέκυπτε πλεόνασμα ἐσόδων ἐκ δραχ. 2,157,000. Ἕκαστον ὑπουργεῖον, κύριοι, ὡς γνωρίζετε, ἐν τῷ συνταττομένῳ ὑπ’ αὐτοῦ προϋπολογισμῷ καταδεικνύει τὴν πολιτικήν του· ἐκεῖ καταθέτει τὰς σκέψεις του, ἐκεῖ φαίνεται ἐὰν ἔχῃ ἰδίαν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιδιώκει νὰ ἐφαρμόσῃ. Τὸ ὑπουργεῖον τῆς 8ης Ἰουλίου 1872, τὸ τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, εἶχεν ὁμολογουμένως ἰδίαν πολιτικὴν, ἰδίας πεποιθήσεις· ἑπομένως τὸν εἰσαχθέντα προϋπολογισμὸν δὲν τὸν συνέταξεν ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀλλὰ τὸν κατήρτισεν ἐπὶ βάσεων ἄλλων μὲν παρὰ τὰς μέχρι τοῦδε συνήθεις, οὐχ ἧττον ὅμως ἐπὶ βάσεων ἰσχυρῶν, συμφώνων πρὸς τὴν πολιτικήν του· ὑπελόγισε τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο πρόσοδον δραχ. 2,000,000 ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τοῦ Λαυρίου. Τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ λάβῃ μεταξὺ ἄλλων ὡς βάσιν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ του καὶ τὰς συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὑποχρεωτικαὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δυνάμει δὲ τῆς συμβάσεως τῆς γενομένης μὲ τὴν ἑταιρίαν τοῦ Λαυρίου ηὔξανεν, ὡς ἐπιστεύετο τότε, ἡ πρόσοδος συνεπείᾳ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου, ἑπομένως ἔπρεπε νὰ μὴ παραλείψῃ τὸ ὑπουργεῖον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὴν τοιαύτην αὔξησιν τοῦ δημοσίου ἐσόδου. Τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο δὲν ἐβασίσθη ἐπὶ τῆς αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς, ἀλλ’ ἐπὶ μόνης τῆς εἰς 53% γενομένης αὐξήσεως τοῦ φόρου, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ὑπελόγισε δημόσιον ἔσοδον δύω ἑκατομμυρίων ἀναλόγως τῆς παραγωγῆς τῶν τριῶν παρελθόντων ἐτῶν. Λέγουσί τινες, ὅτι ἀπέτυχε τὸ Λαύριον καὶ ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη ἦσαν πλημμελεῖς. Διὰ πολλοὺς λόγους δὲν δύναταί τις ὁριστικῶς ν’ ἀποφανθῇ σήμερον περὶ τούτου. Ναὶ, μετὰ πεποιθήσεως φρονῶ, ὅτι δὲν εἴμεθα ἀκόμη εἰς θέσιν ν’ ἀποφανθῶμεν ὡρισμένως ἐὰν ἡ ὑπολογισθεῖσα ποσότης θέλῃ ἀποδειχθῇ εἰς τὸ μέλλον ἀληθὴς ἢ ὄχι, διότι μέχρι τῆς σήμερον ἡ ἐκκαμίνευσις τῶν ἐκβολάδων γίνεται ἀτελεστάτη. Μέχρι τοῦδε οὔτε συνεστήθησαν, οὔτε ἔφθασαν τὰ πλυντήρια τὰ ἀναγκαῖα πρὸς τὸν ἐμπλουτισμὸν τῶν ἐκβολάδων, ἀλλ’ ἐκκαμινεύονται σωροὶ χωμάτων, ῥιπτομένων ὡς ἔχουσιν εἰς τὴν κάμινον, ἐν ᾧ ἀναντίῤῥητον εἶναι ὅτι ὁ ἐμπλουτισμὸς καὶ μείζονα παραγωγὴν ἀσυγκρίτῳ λόγῳ θέλει ἀποφέρει, καὶ ἥττονας δαπάνας παρὰ τὰς νῦν θέλει ἀπαιτεῖ· πρῶτον, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελε παραγάγει ποσότης ἐμπλουτισθεισῶν ἐκβολάδων δὲν δύναται νὰ παραγάγῃ ποτὲ ποσότης ἐκβολάδων, ἐμπεριεχομένων εἰς μεγίστην ποσότητα χώματος ἁπλοῦ· δεύτερον, διότι αἱ πρὸς ἐκκαμίνευσιν δαπάναι οὕτω θέλουσιν εἶσθαι ἐπαισθητῶς ὀλιγώτεραι εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ μολύβδου· τοῦτο εἶναι πρόδηλον, διότι ἐννοεῖται οἴκοθεν, ὅτι ἐὰν εἰς μίαν κάμινον τεθῶσιν ἐκβολάδες ἐμπλουτισμέναι, καὶ εἰς ἄλλην τεθῶσιν ὡς νῦν ἔχουσιν, ἡ μὲν πρὸς ἐκκαμίνευσιν δαπάνη θέλει εἶσθαι ἡ αὐτὴ, ἡ παραγωγὴ ὅμως ἡ ἐκ τῶν ἐμπλουτισμένων ἐκβολάδων θέλει εἶσθαι ἀσυγκρίτῳ λόγῳ πολλῷ μείζων. Ὅθεν ἐν τῷ αὐτῷ χρονικῷ διαστήματι καὶ διὰ τῆς αὐτῆς δαπάνης θέλομεν ἔχει διὰ τοῦ ἐμπλουτισμοῦ παραγωγὴν μείζονα. Καὶ οἱ ἀρχαῖοι ἀναγνωρίσαντες τὴν ἀναντίῤῥητον ταύτην ἀλήθειαν μετεχειρίζοντο τὰ πλυντήρια, καὶ ἡ ἑταιρία τοῦ Λαυρίου ἐπίσης διέταξε καὶ τῇ ἔρχονται τοιαῦτα. Ἐξ ὅσον ἔλαβον τό θάῤῥος νὰ σᾶς ἐκθέσω προκύπτει, ὅτι, πρὶν ἢ ἴδῃ τις τὸ ἐκ τῶν πλυντηρίων ἀποτέλεσμα, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ σύμβασις τοῦ Λαυρίου ἀπέτυχε καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἀλλὰ, δεδόσθω, κύριοι, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι κατά τι αὐστηρά. Εἶναι μεμπτέον ἄρά γε ἐπὶ τούτῳ τὸ ὑπουργεῖον τῆς 8ης Ἰουλίου 1872; Οὐχὶ βεβαίως! διότι τὸ ὑπέρογκον δύναται νὰ ἐλαττωθῇ, τὸ εὐτελὲς ὅμως δὲν δύναταί ποτε νὰ αὐξηθῇ. Ἐὰν λοιπὸν μετὰ τὴν χρῆσιν τῶν ἀπαιτουμένων μέσων, ἡ πεῖρα ἀποδείξῃ ὅτι ὁ φόρος εἶναι ὑπέρογκος, δυνάμεθα νὰ τὸν ἐλαττώσωμεν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ τὸν αὐξήσωμεν, ἐὰν ἦτο μικρὸς ἀπέναντι τῶν ὠφελειῶν τῆς ἑταιρίας, διότι μονομερῶς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τροποποιήσωμεν τὴν σύμβασιν· ἐκτὸς τούτου, ἐὰν ὁ νόμος ὑπάρχῃ αὐστηρὸς, τίς εἶναι ἔνοχος; τίς πταίει; τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη; Ὄχι. Κατὰ μέγα μέρος πταίουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου καὶ εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ἀνωτάτου ὅρου τῆς πρὸς ἐκκαμίνευσιν δαπάνης. Κατὰ μέγα μέρος πταίουν οἱ ἱδρυταὶ τῆς ἑταιρίας, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐνταῦθα καὶ συνεφώνησαν καὶ παρεδέχθησαν νὰ τεθῇ ὁ φόρος 53%· πταίουσι δὲ καὶ τὰ μέλη τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως. Ἦλθον, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἱδρυταὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐπλειοδότουν. Τὰ δὲ παρόντα μέλη τῆς Κυβερνήσεως πταίουσι....
§62ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ. Ποῖοι;
§63ΣΠΗΛ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ παρόντα μέλη τῆς κυβερνήσεως, λέγω, πταίουσιν ἐπίσης, διότι ἦσαν μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως τοῦ 1873, ἥτις συνεφώνησε περὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου καὶ περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ἀνωτάτου ὅρου τῆς δαπάνης μὲ τὰ προσελθόντα τότε μέλη τῆς ἑταιρίας εἰς αὐτὸ τὸ δωμάτιον, νομίζω, (δεικνύει ἓν τῶν δωματίων τοῦ βουλευτηρίου). Ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη τότε ἀντέτεινεν εἰς μίαν τοιαύτην πρότασιν τῆς ἑταιρίας....
§64ΜΠΟΥΤΟΣ. Κύριε πρόεδρε, καλέσατε τοὺς βουλευτὰς νὰ καθήσουν· δὲν εἶναι συζήτησις αὐτή.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι τῶν κυρίων βουλευτῶν θέλουν νὰ μένωσι ἐντὸς τῆς αἰθούσης νὰ καταλάβουν τὰς ἕδρας των.
§66ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Νὰ γείνῃ τότε, κύριε πρόεδρε, μία διακοπὴ πέντε λεπτῶν, διότι ἄλλως δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ συζήτησις.
§67ΤΙΝΕΣ. Νὰ μὴ περιπατοῦν, κύριε πρόεδρε, οἱ κύριοι βουλευταὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης· ἂς ἀποσυρθοῦν εἰς τὰ δωμάτια.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἢ καθήσατε ἢ ἀποσυρθῆτε εἰς τὰ δωμάτια.
§69Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐνῷ τὸ σπουδαιότερον, τὸ ζωτικώτερον ζήτημα, τὸ οἰκονομικὸν, συζητεῖται νῦν εἰς τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀνάγκη παρίσταται νὰ ἀνταλλαχθῶσιν αἱ διάφοροι ἰδέαι πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς διευκρινίσεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεώς μας καὶ τῶν καταλληλοτέρων ληπτέων μέτρων, μὲ λύπην μου μεγάλην παρατηρῶ ὅτι τὸ ὑπουργεῖον, ἐγκαταλεῖπον τὰς ἕδρας του, ἀποχωρεῖ εἰς τὰ δωμάτια τοῦ βουλευτηρίου καὶ παρασύρει μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ τοὺς βουλευτὰς, ὡς νὰ πρόκειται περὶ παρωνυχίδος. Ἰδοὺ ὁπόσον τὸ ὑπουργεῖον ἐκτιμᾷ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, καὶ ὁπόσον σκέπτεται ἐπὶ τῆς ἀθλίας οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς πατρίδος,
§70Ι. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ Ι. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργοί). Εἴμεθα ἡμεῖς ἐδῶ.
§71Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντες γινώσκετε βεβαίως εἰς ποίαν ἐξαιρετικὴν θέσιν εὑρίσκονται πάντοτε τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα πανταχοῦ, καὶ ὁπόσην καταβάλλουσι πάντοτε τὰ κράτη προσοχὴν καὶ μέριμναν περὶ τὴν ἐξέτασιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως καὶ περὶ τὴν δυνατὴν ἐπανόρθωσιν. Μόνον τὸ ὑφιστάμενον ὑπουργεῖον, φαίνεται, μικρὰν δίδον προσοχὴν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ οὔτε θέλει νὰ ἐννοήσῃ περὶ τούτου διότι ἡ ἐκτύλιξις τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεώς μας ἀντίκειται εἰς τὴν ὑπουργικὴν πρόθεσιν, εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν· τοῦτο ἀποδεικνύει ἐναργέστατα ἡ εἰς τὰ δωμάτια ἀποχώρησις τῶν κυρίων ὑπουργῶν. (Προσέρχονται οἱ ὑπουργοὶ, ὁ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ τῶν Ναυτικῶν). Ἐὰν λοιπὸν, κύριοι, ὕστερον ἀπὸ τοιαύτας προτάσεις τῆς ἑταιρίας Λαυρίου, οἵας πρὸ ὀλίγου ἐξέθηκα, ἐὰν μετὰ τὰ τοιαῦτα διατρέξαντα κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς ἑταιρίας τοῦ Λαυρίου, ἐὰν, λέγω, μετὰ τὰ τοιαῦτα ἐπεισόδια τὸ τότε ὑπουργεῖον ἀντέτεινε καὶ ἐπέμενεν εἰς τὴν ἀρχικὴν πρότασίν του περὶ ὁρισμοῦ τοῦ φόρου εἰς 40% καὶ περὶ τοῦ μὴ προσδιορισμοῦ τῶν δαπανῶν, τί ἠθέλατε εἰπεῖ; Βεβαίως ἤθελεν ἕκαστος συμπεράνει ὅτι τοῦτο κατεχράσθη, ὅτι ἐδολιεύθη τὸ δημόσιον καθῆκόν του πρὸς ἴδιον ὄφελος. Ἐκ τῶν ἀναντιῤῥήτων τούτων ἀληθειῶν προκύπτει, ὅτι οἱ λόγοι τῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς λαλούντων περὶ Λαυρίου πρέπει νὰ ᾖναι περιεσκεμμένοι, καὶ νὰ προσέχωσιν οἱ ἀγορεύοντες νὰ μὴ ἀποφαίνωνται ὁριστικῶς καὶ οἱονεὶ αὐθεντικῶς, ἀφοῦ εἰσέτι δὲν εἶναι ἐξηκριβωμένος ὁ βαθμὸς τῆς πραγματικῆς προσόδου τοῦ Λαυρίου, καὶ ἀφοῦ ὅλοι ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως ἑτέρα ἑταιρία προσήνεγκεν 75%, ἡ δὲ νῦν τοῦ Λαυρίου 53% καὶ ἐπροτιμήθη αὕτη.
§72Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν κατέκρινα κανένα· μόνον εἶπον τὸ συμβάν, ὡμίλησα περὶ τῆς ἐλαττώσεως.
§73Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ συμβάσεις τοῦ 1873, κύριοι, αἱ συναφθεῖσαι ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κ. Δηληγεώργη, ἠλάττουν τὸ δημόσιον χρέος κατὰ 1,197,000 δραχμὰς ἐτησίως, ἀλλὰ μὴ ἐπιψηφισθεισῶν πέρυσι τῶν συμβάσεων τούτων ἐπῆλθεν ἀπώλεια τῆς ὠφελείας τῶν δραχ. 1,197,000· αὕτη δὲ ἐγένετο ἀνεπιστρεπτεὶ διὰ τὸ ἔτος 1874, τὸ ὁποῖον παρῆλθε μὲ τὸ βάρος τῶν συμβάσεων τῶν παρελθόντων ἐτῶν, οὐσῶν ἐπαχθῶν ὡς πρὸς τὸν τόκον. Ἀντὶ τῆς συζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεως τῶν εἰρημένων ὠφελίμων συμβάσεων, τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη πέρυσιν εἰσαγαγὸν εἰς τὴν δευτέραν βουλευτικὴν σύνοδον ταύτας προέτεινε τὴν ἀκύρωσίν των.
§74Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές.
§75Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἀληθέστατον καὶ πρὸς κύρωσιν τῶν λόγων μου δύναμαι νὰ σᾶς προσαγάγω τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ἂν ἐπιμείνητε.
§76Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω νὰ κάμω τι ἐγώ, ἐὰν ἄλλος εἶχε τοιαύτην ἰδέαν....
§77Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρῶ τὰ μέλη τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη συνυπεύθυνα· διότι ἡ περὶ ἀκυρώσεως τῶν εἰρημένων συμβάσεων πρότασις εἶναι πρᾶξις κυβερνητικὴ, καὶ εἰς τὰς κυβερνητικὰς πράξεις ὑπάρχει ἅπαν τὸ ὑπουργεῖον συνυπεύθυνον. Εἶναι δὲ τοσούτῳ ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμός μου, ὅτι ὑπεβλήθη τοιαύτη περὶ ἀκυρώσεως τῆς συμβάσεως πρότασις, ὅσον εἶναι ἀληθέστατον ὅτι σᾶς ἐγένετο, κύριοι ὑπουργοί, ἀντίῤῥησις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι συνεχὴς, ἀδιαφόρως τῶν ἀποτελούντων ταύτην προσώπων καὶ ὅτι οὐδαμῶς δικαιοῦσθε νὰ ζητήσητε ὡς Κυβέρνησις μονομερῶς, ἤτοι ἄνευ τῆς συνεννοήσεως τῶν συμβληθεισῶν ἑταιριῶν, τῶν συμβάσεων τὴν ἀκύρωσιν, αἵτινες καθιεροῦσιν εἰς ἀμφότερα τὰ μέρη δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις. Ἕνεκα τούτου ἀνέβαλεν ἡ Βουλὴ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως περὶ ἀκυρώσεως τῶν συμβάσεων. Τοιαύτης τακτικῆς ὁποῖον τὸ ἀποτέλεσμα; Εἶναι τὸ δυστυχῶς σήμερον παρουσιαζόμενον. Ἀντὶ διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν συμβάσεων νὰ ὠφεληθῇ πέρυσι τὸ δημόσιον τὸ ἐκ δραχ. 1,178,000 ἀπαιτούμενον ποσὸν εἰς πληρωμὴν τῶν τόκων τῶν προϋπαρχόντων δανείων κλπ. ἦλθον σήμερον οἱ ὑπουργοὶ καὶ μᾶς ἐζήτησαν νὰ τοῖς ἐπιτραπῇ δάνειον εἰς πληρωμὴν καὶ ἄλλων χρεῶν, ἔτι δὲ καὶ τῶν ἐκ δραχ. 1,178,000 τόκων. Σᾶς εἶπον, κύριοι, ὅτι ἕκαστον ὑπουργεῖον, ἐρχόμενον εἰς τὰ πράγματα, ἔχει ἰδίαν πολιτικὴν, ἴδιον τρόπον τοῦ κυβερνᾷν. Τὸ ὑπουργεῖον τῆς 8ης Ἰουλίου τοῦ 1872, τὸ τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἔχον ἰδίας σκέψεις, πεποιθήσεις καὶ πολιτικὴν, κατήρτισε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1873, καὶ τοῦ 1874 ἐπὶ βάσεων ἑτέρων, παρ’ ἐκείνας ἐπὶ τῶν ὁποίων ἦσαν ἐστηριγμένοι οἱ προηγούμενοι προϋπολογισμοί· ἐξηγοῦμαι. Διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ Λαυρίου, ἥτις εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, συνεφωνήθη ὥστε ὁ φόρος τοῦ ἐκ τῶν σκωριῶν μολύβδου, τοῦ προερχομένου εἴτε ἀπὸ φιλονεικουμένας μεταξὺ τοῦ δημοσίου γαίας, εἴτε μὴ, νὰ ὑφίσταται πρὸς 30%, ἐνῷ πρότερον ἦτο προσδιωρισμένος ὁ φόρος τοῦ μὲν ἐξ ἐθνικῶν γαιῶν προερχομένου πρὸς 20%, τῶν δὲ ἄλλων πρὸς 10%. Σημειωτέον δὲ ὅτι κατωρθοῦτο, ὥστε τὸ μέγιστον μέρος τῆς παραγωγῆς ἢ μᾶλλον τὸ ὅλον φορολογῆται πρὸς 10%, ὡς προερχόμενον δῆθεν ἐκ σκωριῶν κειμένων ἐπὶ ἰδιοκτήτων καὶ οὐχὶ ἐπὶ ἐθνικῶν γαιῶν· ἐκ τῆς συμφωνίας ταύτης προῆλθε πραγματικὴ αὔξησις τοῦ φόρου τούτου κατὰ δραχμὰς 404,000, αἱ ὁποῖαι ἐσημειώθησαν εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ 1873, 1874 ἠλάττωσαν ἔτι τὸ δημόσιον χρέος, ὡς ἤδη ἐξέθηκα, κατὰ 1,197,000 δραχμὰς συνεπεία τῶν μετὰ τῶν Τραπεζῶν συμβάσεων. Σημειώσατε τὰ ποσὰ ταῦτα διὰ νὰ συνοψισθῶσιν ἐν ὅλῳ καὶ καταδειχθῇ ἡ διαφορά. Πρὸς τούτοις τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους ἠλαττοῦντο δι’ αὐστηρῶν διοικητικῶν οἰκονομιῶν τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη κατὰ δραχμὰς 1,894,000. Πόθεν προήρχετο ἡ ἐλάττωσις αὕτη; Ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους ἤτοι ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν (ἀποστολὴ διπλωματικῶν ὑπαλλήλων) δραχμὰς 300,000. Ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν (διὰ τῆς καταργήσεως τῶν ἐφέδρων κτ.λ.) δραχμὰς 704,000. Ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν (διὰ τοῦ ἀφοπλισμοῦ τεσσάρων ἀτμοπλοίων κτ.λ.) δραχμὰς 400,000. Ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δραχμὰς 490,000· τὸ ὅλον δραχμαὶ 1,894,000. Ἐὰν εἰς ταῦτα προστεθῶσι τὰ ἀνωτέρω εἰρημένα ποσὰ ἤτοι ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου τῶν σκωριῶν δραχμὰς 401,000, ἐκ τῆς κατὰ τὰς συμβάσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἐλαττώσεως τοῦ δημοσίου χρέους ἐτησίως κατὰ δραχμὰς 1,197,000, ἀποτελεῖται ἐν συνόλῳ οἰκονομία ἐτησία ἐκ δραχμῶν 3,495,000· ἐκπιπτομένων τῶν ἀποδοθεισῶν δραχμῶν 280,000 τῇ ἀτμοπλοϊκῇ ἑταιρίᾳ (ἧς τὴν σύμβασιν ἡ πολιτικὴ τῆς κυβερνήσεως Δεληγεώργη εἶχε πολεμήσει συζητουμένην ἐν τῇ Βουλῇ) παράγεται ἐκ τῆς πολιτικῆς τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης οἰκονομία πραγματικὴ ἐν ὅλῳ δραχμῶν 3,215,000. Εἰς τοιοῦτον εὐάρεστον ἔφθασεν ἐξαγόμενον ἡ Κυβέρνησις τῆς 8ης Ἰουλίου 1872. Ἡ πολιτικὴ τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, τῆς τοῦ κ. Δεληγιώργη, ἔθεσε διὰ συμβάσεων καὶ οἰκονομιῶν νέας βάσεις, φερούσας ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ἀποτέλεσμα κέρδους δραχμῶν 3,215,000. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὴν αὐστηρὰν οἰκονομίαν καὶ ὡς ἐν παραδείγματι ἀναφέρω τὰ ἑξῆς. Κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν τοῦ 1872, ἣν διεχειρίσθησαν οἱ προκάτοχοι τοῦ κ. Δεληγεώργη, ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 8,251 εἰς ἔκτακτα ἔξοδα ἀστυνομίας· κατὰ δὲ τὴν διαχείρισιν τοῦ κ. Δεληγιώργη ἐδαπανήθησαν τὴν μὲν δευτέραν ἑξαμηνίαν τοῦ 1872 μόνον δραχμαὶ 4,852, ἤτοι τὸ ἥμισυ τῶν δαπανηθεισῶν κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη, τοὺς δὲ 12 μῆνας τοῦ 1873 δραχμαὶ 8,184, ἤτοι κατὰ δραχμὰς σχεδὸν 700 ὀλιγωτέρας τῶν δαπανηθεισῶν ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη εἰς μόνην τὴν μίαν ἑξαμηνίαν, τὴν πρώτην τοῦ 1872. Τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη ἠλάττωσεν ἐπαισθητῶς καὶ τὸ κεφάλαιον τῶν βοηθημάτων. Τοῦτο τῷ 1871 ἀνερχόμενον εἰς δραχμὰς 326,000, κατεβίβασε τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη κατὰ μὲν τὸ ἔτος 1872 εἰς δραχμὰς 180,000, κατὰ δὲ τὸ 1873 εἰς δραχμὰς 80,000. Ὑπουργεῖον, ἐμφορούμενον ὑπὸ αὐστηροῦ πνεύματος οἰκονομίας, εἴπετε ὅτι ἔμελλε νὰ φέρῃ οὐ μόνον ἐξίσωσιν εἰς τὸν ἐτήσιον προϋπολογισμόν, ἀλλὰ καὶ πλεόνασμα ἐσόδων· διότι παντοῦ ἡ Κυβέρνησις δύναται διοικητικῶς νὰ φέρῃ οἰκονομίας, ἂν κήδεται τοῦ δημοσίου πλούτου, καὶ δὲν γεννᾷ ἀνάγκας εἰς οἰκονομίαν προσώπων καὶ περιποίησιν φίλων. Ἡ ἐνεστῶσα ὅμως Κυβέρνησις, ἥτις τοιαύτην διεδέχθη προηγουμένην κατάστασιν, πῶς προσηνέχθη; Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἠλλοίωσε τὸν ὑπὸ τῆς προκατόχου συνταχθέντα προϋπολογισμὸν τοῦ 1874, δημιουργήσασα νέας θέσεις, γεννήσασα νέας ἀνάγκας καὶ ἀποκρούσασα τὰς μετὰ τῶν Τραπεζῶν συμβάσεις, περὶ ὧν ἐν ἀρχῇ ὡμίλησα. Ἡ ἐνεστῶσα, λέγω, Κυβέρνησις, ἀπομακρυνθεῖσα τῆς αὐστηρᾶς οἰκονομίας, ηὔξησε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1874 διὰ μὲν τῆς ἀπὸ 8 Μαρτίου 1874 πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς δηλώσεώς της κατὰ δραχμὰς 2,000,000, διὰ δὲ τῆς ἀπὸ 20 Νοεμβρίου 1874 κατὰ δραχμὰς 1,084,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ κατὰ δραχμὰς 3,084,000.
§78Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν εἶχεν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1874 μόνον διὰ δύω μῆνας κάρβουνα.
§79Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δύω μόνον μηνῶν δαπάνην καρβούνων εἶχεν ὁ εἰσαχθεὶς προϋπολογισμὸς τοῦ 1874;
§80Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύω μηνῶν καὶ ἀμέσως ἐξηντλήθησαν.
§81Ε. ΚΡΙΕΖΗΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐντὸς δύω μηνῶν τὰ κάρβουνα ἐξηντλήθησαν, διότι ἦσαν ὀλίγα.
§82Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πιστεύω τοῦτο, ἀφοῦ τὸ βεβαιοῦτε, ἀλλ’ ἀπορῶ, πῶς ἡ δι’ ἄνθρακας ὑπολογισθεῖσα δαπάνη ἐπήρκεσε καὶ ἐπὶ δύω μῆνας, ἀφοῦ ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν καὶ τὰ τέσσαρα ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως Δεληγεώργη ἀφοπλισθέντα ἀτμόπλοια, ταῦτα δὲ καὶ τὰ λοιπὰ διέπλεον ἔνθεν κακεῖσε εἰς μεταφορὰν οἰκογενειῶν καὶ εἰς ἄλλας τοιαύτας ἰδιωτικὰς ὑπηρεσίας.
§83ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἐπὶ δύω μῆνας εἰς τὸ Αἰγαῖον πέλαγος περιήρχοντο πλοῖα δι’ ἄλλον λόγον παρὰ δι’ ὑπηρεσίαν.
§84ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ (ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Ἔχετε ψευδεῖς πληροφορίας, πολὺ κακῶς σᾶς ἐπληροφόρησαν.
§85ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Θὰ τὸ ἀποδείξω ὅτι εἶναι ἀληθές· φέρετε ἓν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ποίας ἐργασίας ἐξετέλεσαν εἰς τὴν Θήραν, εἰς τὴν Ἀμοργόν, εἰς τὴν Ἴον καὶ εἰς τὰς ἄλλας νήσους τοῦ Αἰγαίου Πελάγους.
§86ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. Κακὰς πληροφορίας ἔχετε.
§87ΡΟΥΚΗΣ. Καὶ τὴν οἰκογένειάν σας ὅταν ἔφερε, κύριε Βαλασόπουλε, εἶχεν ὑπηρεσίαν;
§88ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. Κύριε Ῥούκη, καὶ σεῖς ἂν ἐτυχαίνατε εἰς ἓν μέρος καὶ ἔστελνα ἓν ἀτμόπλοιον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ συνέπιπτε νὰ μὲ παρακαλέσητε, θὰ σᾶς ἔδιδα τὴν ἄδειαν καθὼς καὶ εἰς πάντα ἄλλον βουλευτήν· αὐτὸ δὲν ἐμποδίζει τίποτε, διότι δὲν θὰ προκύψῃ καμμία ἰδιαιτέρα δαπάνη.
§89ΡΟΥΚΗΣ. Μόνον οἱ εὐνοούμενοι ἔχουν αὐτὴν τὴν χάριν.
§90ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. Μοῦ ἐζητήσατε ποτὲ καὶ δὲν ἔκαμα αὐτὴν τὴν χάριν;
§91Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕνεκα τούτου, κύριοι, ἕνεκα τοιαύτης σπατάλου καταστάσεως, εὑρέθη τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συνάψῃ προσωρινὰ δάνεια, ἅπερ, μὴ ὑπάρχοντος πλεονάσματος τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ νὰ καλύψῃ, ἠναγκάσθη τὸ ὑπουργεῖον νὰ μετατρέψῃ εἰς πάγιον χρέος διὰ τῆς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συναφθείσης καὶ προσφάτως ψηφισθείσης συμβάσεως, εἰς ἣν συμπεριελήφθη καὶ τὸ ἐκ δραχμῶν 5,000,000 γενόμενον ὑπὸ τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως προσωρινὸν δάνειον. Ἔκαμε προσωρινὰ δάνεια ἐκ δραχ. 2,315,000 καὶ τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη, ὅπερ διηύθυνε τὰ τῆς πολιτείας ἐπὶ δεκαεννέα συναπτοὺς μῆνας. Γινώσκετε δέ, ὅτι τὰ προσωρινὰ δάνεια εἶναι πολλάκις ληψοδοσίαι τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας, ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἐντὸς τῆς ὑπουργίας του ἐπλήρωσε δραχ. 1,732,000, ὥστε, ἀφαιρουμένου τοῦ ποσοῦ τούτου, ὑπελείφθησαν πρὸς ἐξόφλησιν μόνον 583,000 δραχμαί. Ἐπλήρωσεν ὅμως ἀπέναντι αὐτῶν 443,000 δραχ. ὑπόλοιπον τοῦ προσωρινοῦ δανείου τοῦ 1872, ἀπέδωκεν εἰς τοὺς δήμους ὅσα ὤφειλε καὶ ἔτι δραχ. 270,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 424,000, ὀφειλομένας ὑπὸ τῶν προκατόχων· ἐκτὸς τούτου ἐπλήρωσεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας οὐ μόνον ὅλον τὸ ποσὸν τῆς διαχειρίσεώς του (μηνῶν 18 τῶν ἐτῶν 1872 καὶ 1873), συνιστάμενον ἐκ δραχ. 244,800, ἀλλὰ καὶ δραχ. 154,000 περιπλέον πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ χρέους τῶν προκατόχων. Ὑμεῖς δὲ, κύριοι ὑπουργοὶ, δὲν μοὶ λέγετε τί ἐκάματε τὰς τοῦ 1874 εἰσπράξεις τῆς ὁδοποιΐας ἀνερχομένας εἰς δραχ. 3,800,000; Ποῦ εὑρίσκονται νῦν αἱ δραχμαὶ αὗται; Ἴσως κατηναλώθησαν καὶ αὗται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους.
§92Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Τράπεζαν εὑρίσκονται παρακατατεθειμέναι.
§93Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὅλα κατατεθειμένα εἰς τὴν Τράπεζαν; Πιστεύω, κύριοι, ὅτι ὁ ὑπουργὸς πλανᾶται, διότι δὲν εἶναι κατατεθειμένον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὅλον τὸ ποσὸν τῶν 3,800,000 δραχμῶν. Τοῦτο εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον, διότι αἱ εἰσπράξεις τοῦ φόρου τῆς ὁδοποιΐας προβαίνουσι συμφώνως πρὸς τὰς εἰσπράξεις τῶν ἀμέσων δημοσίων φόρων, αἱ δὲ τοιαῦται εἰσπράξεις τοῦ 1874 ἀνέρχονται μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου, κατὰ τὴν ἀποσταλεῖσαν εἰς τὸ τμῆμα τοῦ προϋπολογισμοῦ προσωρινὴν ἐπίσημον κατάστασιν, μόλις εἰς τὸ τρίτον τῶν ὑπολογισθέντων ἀμέσων φόρων, ὥστε ὁ κ. ὑπουργὸς εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἀπάτην βεβαιῶν, ὅτι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὑπάρχουσι νῦν παρακατατεθειμέναι δραχ. 3,800,000 ἐκ φόρου ὁδοποιΐας τοῦ 1874. Ἐὰν, κύριε ὑπουργὲ, ἐξετάσητε καλῶς εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, θέλετε πληροφορηθῆ ὅτι δὲν εἰσεπράξατε ὅλους τοὺς φόρους τοῦ 1874, καὶ θέλετε καταμάθει ὅτι εἶναι πολὺ ἐλλειπὴς ἡ εἴσπραξις· θέλετε πληροφορηθῆ ὅτι ἕως τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1874 μόλις τὸ τρίτον τῶν ἀμέσων φόρων......
§94Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠξεύρετε τὰ τοῦ Λαυρίου......
§95Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω περὶ τοῦ 1874, τὸ ὁποῖον σεῖς διεχειρίσθητε. Λοιπὸν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἔχετε τὰς 3,800,000 δραχμάς; ἔχετε παρακατατεθειμένον τοσοῦτον ποσόν; Λέγω ὄχι.
§96Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα εἰσπράττονται στέλλονται εἰς τὴν Τράπεζαν.
§97Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ τὸ λέγετε, τὸ πιστεύω.
§98ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἔπρεπεν ἡ ὑπηρεσία νὰ ἔλθῃ νὰ μᾶς τὰ εἴπῃ.
§99Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιαῦτα εὐάρεστα ἀποτελέσματα τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον παρήγαγε διὰ τῆς καλῆς διοικήσεως, εἶναι δὲ ἀναντίῤῥητον ὅτι, ὡς εἶπε καὶ ἄλλοτε εἷς σπουδαῖος οἰκονομολόγος καὶ ἐνταῦθα ἐπανελήφθη ἀπὸ τοὺς κυρίους Κουμουνδοῦρον καὶ Σωτηρόπουλον, εἶναι λέγω ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἡ καλὴ διοίκησις εἶναι τὸ δραστηριώτερον μέσον τῆς αὐξήσεως τῆς δημοσίας προσόδου. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν 1871 καὶ 1872, ἐξ ὧν τὸ ὑπουργεῖον Δεληγεώργη τὸν μὲν τοῦ 1871 διεχειρίσθη ἐπὶ 4 μόνον μῆνας, τὸν δὲ τοῦ 1872 ἐπὶ 16 μῆνας, θέλετε καταμάθει, ὅτι διὰ τῆς καλῆς διοικήσεως αἱ καθυστερήσεις ἠλαττώθησαν ἐπαισθητῶς, ἐν ᾧ πρότερον ἦσαν ἐξωγκωμέναι. Τῷ 1871 καὶ 1872 περιῆλθον αἱ καθυστερήσεις μέχρι τῶν 5%, ἐν ᾧ νῦν τοὐναντίον αἱ καθυστερήσεις ὑπάρχουσιν ὡς καὶ πρότερον ἀπιστεύτως ἐξωγκωμέναι· διότι τῷ 1874 ἐνηργοῦντο ἐκλογαὶ, καὶ ἀποτελεσματικώτερον μέσον ὑποστηρίξεως τῶν φίλων τοῦ ὑπουργείου ὑπῆρχεν ἡ ἀναλόγως τῆς ἀνάγκης χρῆσις τῶν ἐκβιαστικῶν μέτρων πρὸς πληρωμὴν τῆς πρὸς τὸ δημόσιον ὀφειλῆς. Ἕνεκα τούτου προῆλθε τῷ 1874 ἡ μεγάλη καθυστέρησις τῶν πρὸς τὸ δημόσιον ὀφειλομένων, ἥτις προέβη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε περὶ τὰ τέλη Ὀκτωβρίου νὰ ὑπάρχῃ εἰσπεπραγμένον μόλις τὸ τρίτον τῶν ἀμέσων φόρων, ἐνῷ ἄλλοτε εἰς τὴν ἐποχὴν ταύτην ὑπῆρχον εἰσπεπραγμένα τὰ δύω τρίτα, ὡς τοῦτο ἀποδεικνύουσιν αἱ ἐτήσιοι στατιστικαὶ καταστάσεις. Ἀλλὰ τοιαύτη διαγωγὴ ἀντίκειται εἰς τὸ οἰκονομικὸν τοῦ Κράτους συμφέρον καὶ εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐξάσκησιν τῶν ἐκλογικῶν δικαιωμάτων. Τοιαύτη τακτικὴ ἀντιστρατεύεται διαῤῥήδην πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας καὶ πρὸς τὴν γνησίαν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ἐνῷ συγχρόνως ἐπιβαρύνει καὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς πατρίδος, ἀναγκαζομένης νὰ προβαίνῃ εἰς δάνεια πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν ἐκ μεροληπτικῆς ἐνεργείας ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν ἀγνοῶ, ὅτι εἰς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων αἱ εἰσπράξεις τῶν δημοσίων φόρων διοικητικῶς ἀναστέλλονται ἐν καιρῷ ἐκλογῶν, ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἀναστολὴ ἄρχεται πρὸ δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας, καὶ ἑπομένως τὸ βραχὺ τῶν 15 ἡμερῶν διάστημα δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ ἐπὶ πολὺ τὰς εἰσπράξεις, ὥστε νὰ παραχθῇ ἀποτέλεσμα τοσοῦτον δυσάρεστον, ἐκτὸς ἐὰν ἐμφιλοχωρῇ μεροληψία εἰς τὴν καταδίωξιν πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς προπαρασκευῆς τῶν ἐκλογέων ὑπὲρ ὑπουργικῶν ὑποψηφίων καὶ μετὰ τὴν ἐκλογὴν πρὸς ἀμοιβὴν τῶν εὐνοϊκῶς ψηφοφορησάντων. Τέλος πάντων, κύριοι, φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε τώρα νὰ παρουσιάσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1873 διὰ νὰ ἠξεύρωμεν ποῦ εὑρισκόμεθα. Ἡ συναισθανομένη βαθέως τὸ καθῆκόν της Κυβέρνησις τῆς 8 Ἰουλίου 1872 ὑπέβαλε τῷ 1873 τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1871 παρουσιάσαντα ἔλλειμμα δραχ. 596,297· τὸ δὲ 1874 παρουσίασε τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1872 τοῦ ὁποίου ἡ χρῆσις ἔληξεν, ὡς γνωρίζετε, τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1873, καὶ τὸν ὁποῖον διεχειρίσθη ἐπὶ μῆνας δέκα καὶ ἕξ, παρουσιάσαντα ἔλλειμμα ἄνευ τοῦ δανείου, 457,000 δραχμ. Εἰσήγαγε πρὸς τούτοις ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις καὶ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1873, τῆς ὁποίας τὰ μὲν ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς 35,894,000 δραχ., τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 35,894,000 δραχμάς.
§100Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1873 ἔχει ἔλλειμμα 1,400,000 περίπου δραχμάς.
§101Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1873 ἔφερεν ὁ ὑπουργὸς τὸν Δεκέμβριον τοῦ αὐτοῦ ἔτους, ἐνῷ ἡ λῆξις τῆς χρήσεως προβαίνει μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1874· ἑπομένως λαμβάνετε κακῶς ὑπ’ ὄψιν μόνον τὰς ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1873 δαπάνας πληρωθείσας μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου 1874· χωρὶς νὰ λάβητε κατὰ τὸν νόμον καὶ κατὰ τὸ δίκαιον ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1873 καθυστερηθέντα καὶ μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1874 εἰσπρακτέα ἔσοδα, ἅτινα φέρουν τὴν ἐξίσωσιν· ἐὰν δὲ τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον, ὡς ἐκ τῶν κατὰ τὸ 1874 γενομένων ἐκλογῶν, καθυστέρησε σκοπίμως τὴν εἴσπραξιν καὶ ἐπῆλθον μεγάλαι καθυστερήσεις συνεπεία τῶν ὁποίων δὲν ἐπήρκεσαν τὰ ἔσοδα εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν δαπανῶν, αἰτία τῆς καταστάσεως ταύτης δὲν εἶναι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἡ ὑφισταμένη, ἥτις ἐκ σκοπῶν πλαγίων ὑπὲρ τῶν ὑποψηφίων της πιθανὸν νὰ παρημέλησε τὴν εἴσπραξιν. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι αἱ καθυστερήσεις τῆς κυβερνήσεως Δεληγιώργη ἦσαν 5 καὶ 6%, οὐχὶ δὲ 20 καὶ 30% ὡς ἦσαν ἐπὶ τῶν προκατόχων κυβερνήσεων καὶ ἐπὶ τῆς νῦν· λάβετε πρὸς τούτοις ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου Δεληγεώργη ὑποβληθεῖσαν τὸν παρελθόντα Δεκέμβριον προσωρινὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ 1873, τὰ βεβαιωθέντα ἔσοδα ἦσαν ἴσα πρὸς τὰς δαπάνας, ἐνῷ τὸ νῦν ὑπουργεῖον μᾶς ἐπαρουσίασεν ἔλλειμμα, καὶ προσέφυγεν εἰς δάνειον πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείματος, διότι καθυστέρησε τὴν εἴσπραξιν τῶν βεβαιωθέντων φόρων τοῦ 1873. Ταῦτα, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω γενικῶς περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1874 καὶ ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες συνέταξαν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν εἰσήγαγον αὐτόν· ἐν μέρει δὲ ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἀπαιτεῖται αἱ κυβερνήσεις τῶν μικρῶν κρατῶν, νὰ μὴ κάμνωσι δαπάνας πέραν τοῦ σημείου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ὑποφέρῃ τὸ ἔθνος. Εἶναι εὔκολον, κύριοι, νὰ κάμνητε δαπάνας μὲ ὑπερβάσεις μεγάλας, νὰ καταφεύγητε εἰς δάνεια καὶ νὰ πιέζητε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν μέλλουσαν καὶ τὴν παροῦσαν γενεάν· ἀλλὰ τοιαύτη τακτικὴ εἶναι καταστρεπτική· τοιοῦτον σύστημα εἶναι ὀλέθριον. Τὰ μεγάλη ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἔχουν πόρους μεγάλους, πόρους ἀνεξαντλήτους, λαμβάνουσιν εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς των βάσιν τὰς δαπάνας καὶ ἐπ’ αὐτῶν κανονίζουσι τὰ ἔσοδά των, ἐπιβάλλοντα φόρους, ἢ προσφεύγοντα ἐν ἀνάγκῃ μεγάλῃ καὶ εἰς δάνεια· ἀλλὰ τὰ ἔθνη τὰ μικρὰ πρέπει νὰ ἔχωσι βάσιν τὰ ἔσοδα, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτων νὰ κανονίζωσι τὰς δαπάνας των διὰ νὰ μὴ ναυαγῶσιν. Εἶναι καλαὶ αἱ ἐπιδείξεις, εἶναι ἄρισται αἱ περιποιήσεις, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ τὰ ἀνάλογα μέσα, ἵνα μὴ ἐπέρχηται οἰκονομικὸν ναυάγιον, ὅπερ εἶναι καταστρεπτικώτατον εἰς τὰ ἔθνη. Διὰ τοῦτο, κύριοι, πάντοτε ἐθεωρήθη καὶ θεωρεῖται εἰς ὅλα τὰ ἔθνη ὡς σπουδαιότατον ὑπουργεῖον, ὡς ἡ ψυχὴ τοῦ Κράτους, τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι πράγματι πρωθυπουργός· διότι αὐτὸς γνωρίζει τὴν κατάστασιν, αὐτὸς κανονίζει τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα. Ἐνταῦθα ὅμως τί γίνεται συνήθως; Ἐνταῦθα ἐπικρατεῖ δυστυχῶς ἰδιόῤῥυθμος ἐνέργεια· εἷς π. χ. ὑπουργὸς ὑπομνηματίζων ἴδιόν τι σχέδιον, δύναται εἴτε διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴτε διὰ πιστώσεως νὰ εἰσαγάγῃ νέαν δαπάνην δραχ. 500,000 ἢ καὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, ὁ δὲ ἁρμόδιος ὑπουργὸς, ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καί τοι ἀναγνωρίζων τὸ δυσχερὲς τῆς ἀναπληρώσεως τῆς νέας ταύτης δαπάνης, σιωπᾷ εἴτε χάριν ἁβροφροσύνης εἴτε δι’ ἄλλους λόγους. Τοιαύτη τακτικὴ αἶναι ἀνεκτή; τοιαύτη πορεία εἶναι δεδικαιολογημένη; Οὐχὶ, κύριοι. Λέγομεν, (καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθὲς), ὅτι πάσχομεν, ὑποφέρομεν οἰκονομικῶς· ἀλλ’ ἂν τοῦτο ἔχῃ οὕτως, ἂν τοῦτο ᾖναι, ὡς πάντες πεποίθαμεν, ἀνεπίδεκτον ἀντιῤῥήσεως, διατὶ, κύριοι ὑπουργοὶ, δημιουργεῖτε νέας δαπάνας; διατὶ γεννᾶτε νέας ἀνάγκας, χωρὶς νὰ κάμνητε λόγον καὶ περὶ τῶν θεραπευτικῶν μέσων; Τοῦτο εἶναι ἀκατανόητον· ἐνῷ ἀναγνωρίζομεν τὴν κακὴν οἰκονομικὴν κατάστασίν μας, ἐπαυξάνομεν ταύτην διὰ νέων δαπανῶν ἀντὶ νὰ μεριμνῶμεν τίνι τρόπῳ νὰ βελτιώσωμεν ταύτην. Τοιαύτη πορεία, τοιαύτη πολιτικὴ διαγωγὴ εἶναι ἀπελπιστική. Ἐὰν οὕτως ἐξακολουθῶμεν νὰ πολιτευώμεθα, ἐὰν φροντίζωμεν μόνον πῶς νὰ οἰκονομῶμεν τὰς ἡμερησίας ἀνάγκας μας, θέλομεν φθάσει ταχέως εἰς τὸ μὴ παραιτέρω. Διὰ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς θέλομεν περιέλθει εἰς σημεῖον, ὥστε οὔτε τοὺς τόκους νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ πληρώνωμεν. Τοιοῦτόν τι εἰς οὐδὲν ἄλλο εὐνομούμενον μέρος τοῦ κόσμου ἀπαντᾶται. Ἐὰν, κύριοι, εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη παρατηρεῖται ὅτι ὑπάρχουν κατ’ ἀναλογίαν τοῦ πληθυσμοῦ βαρύτεροι ἐπὶ τοῦ ἀτόμου φόροι, π. χ. ἐὰν εἰς τὰ ἄλλα μεγάλα πεπολιτισμένα ἔθνη ἐπὶ τῆς πληθύος τῶν ἀτόμων ὑπολογίζεται εἷς φόρος 18, 19 ἢ καὶ 20%, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι οὗτος εἶναι πολλῷ ἐλαφρότερος παρὰ 12% πληρωνόμενος παρ’ ἡμῖν κατ’ ἄτομον, διότι παρ’ ἡμῖν ὑπάρχει στέρησις πόρων πολλῶν, καὶ εἷς μόνος, ὁ τῆς γεωργίας, καί τοι κακῶς ἔχων, ὑφίσταται τὰ μείζονα βάρη. Πῶς δὲ προσφερόμεθα πρὸς τὴν τάξιν ταύτην; καθ’ ἑκάστην προσθέτομεν εἰς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν μας φόρους καὶ οὕτω ἐμποδίζομεν τὴν πρόοδον τοῦ ἔθνους, διότι ἀφαιροῦμεν ἀπὸ μίαν τάξιν, ἀπὸ τὴν γεωργίαν τὸ πλεῖστον, τὰ μέσα τῆς εὐημερίας καὶ προαγωγῆς της. Παρατηρήσατε, κύριοι, ὅτι ὁ γεωργός μας πολλάκις μένει ἐστερημένος τῶν πρὸς συντήρησίν του μέσων καὶ πρὸς τοῦτο δανείζεται ἐπὶ ἁδρῷ τόκῳ, ὅτι ὁλόκληρον μῆνα δὲν εἰσάγει κρέας εἰς τὴν οἰκίαν του, ὅτι πολλάκις πρὸς εἴσπραξιν τῶν φόρων προέρχεται τὸ δημόσιον εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκποιήσεως τοῦ λέβητος τῆς χήρας κλπ. Μετὰ τοιαύτην κατάστασιν οἰκονομικὴν ἐπαυξάνοντες τὰς δαπάνας οὐδὲν ἕτερον πράττετε, παρὰ ν’ ἁρπάσητε τὸ τελευταῖον τεμάχιον ἄρτου ἀπὸ τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους οἵτινες δὲν ἔχουν οὔτε νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον, οὔτε νὰ συντηρηθῶσιν. Ἔπειτα ἀπὸ τὴν κατάστασιν αὐτὴν θέλετε, κύριοι, νὰ εἴπητε ὅτι αἱ Πρεσβεῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι, διότι δύνανται νὰ ἐπηρεάσουν; Λογιζόμεθα, κύριοι, μικρόνοες, τοιαῦτα φρονοῦντες. Θέλετε, κύριοι, νὰ ἦσθε μεγάλοι, νὰ ἦσθε ἰσχυροί, νὰ ὑπάρχητε σεβαστοί; Βελτιώσατε τὰ οἰκονομικά σας. Διὰ τῆς τοιαύτης βελτιώσεως θέλετε δυνηθῆ νὰ ἀναδειχθῆτε. Ἐφ’ ὅσον ὅμως τὰ οἰκονομικά μας ἔχουσι κακῶς, ἐφ’ ὅσον θέλομεν μόνον νὰ κάμνωμεν ψευδεῖς ἐπιδείξεις, ἐφ’ ὅσον φρονοῦμεν ὅτι διὰ μόνης τῆς κενοδοξίας δυνάμεθα νὰ τηρήσωμεν θέσιν ἀξίαν τῆς γεωγραφικῆς θέσεως τῆς πατρίδος, θέλομεν εἶσθαι πράγματι ταπεινοί, θέλομεν τρέφεσθαι ὡς τὰ μικρὰ παιδία μὲ κενὰς ἐλπίδας καὶ θέλομεν περιέλθει ἴσως εἰς θέσιν χείρονα ἐκείνης, εἰς ἣν διατελοῦσιν ἕτεροι τοὺς ὁποίους σήμερον οἰκτείρομεν.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μεσσηνέζης ἔχει τὸν λόγον. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ πρόεδρος κ. Ζάρκος).
§103ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ Ἑλλὰς πάσχει καὶ πάσχει δεινῶς. Ἐξωτερικῶς ἐμηδενίσθημεν· ἐσωτερικῶς περιήλθομεν εἰς θέσιν μὴ ἀπέχουσαν πολὺ τῆς ἀναρχίας· ἡ οἰκονομική μας κατάστασις ἐκτραγῳδεῖται καὶ παρουσιάζεται ὡς κατάστασις ἐπαπειλοῦσα ἐντελῆ καταστροφήν· ἡ διοίκησις παρέλυσεν· ἡ δικαιοσύνη χωλαίνει· ὁ στρατὸς δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἀνταποκρίνεται πλέον εἰς τὸν προορισμόν του. Τὸ θέαμα λοιπὸν τῆς ἐσωτερικῆς ἡμῶν καταστάσεως εἶναι ὅ,τι λυπηρότερον, καὶ μόλον τοῦτο τρεῖς ἠγόρευσαν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, ἅπαντες ἀνήκοντες εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν διοικησάντων τὸ Κράτος τοῦτο. Τί δὲ ἐκ τῶν ἀγορεύσεων αὐτῶν προκύπτει, καὶ τί ἤθελε προκύψει ἀκόμη, ἐὰν καὶ ἄλλοι ὅμοιοι τούτοις ἤθελον διαδεχθῇ αὐτούς; Ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἑνός, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀναμάρτητος, ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἄλλου, ὅτι αὐτὸς εἰς οὐδὲν προσέκρουσεν, ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ τρίτου, ὅτι ὁ φθόνος, ἡ κακεντρέχεια ἐμπόδισαν αὐτὸν ἀπὸ τοῦ νὰ φέρῃ τὸν χρυσοῦν αἰῶνα ἐν Ἑλλάδι. Ἀνέδραμον, κύριοι, εἰς τὸ παρελθὸν ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος καὶ διὰ γραμμὰς, τὰς ὁποίας ἠθέλησαν νὰ χαρακτηρίσωσιν ὡς γραμμὰς Μιχαὴλ Ἀγγέλου, ἠθέλησαν νὰ ζωγραφίσωσι τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ παρέστησαν οὕτω πῶς τὰ γενόμενα, ὥστε ἀπήλλαξαν οὐ μόνον ἑαυτοὺς καὶ τοὺς σήμερον διοικοῦντας τὸν τόπον αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ τοὺς προκατόχους πάσης εὐθύνης διὰ τὴν πανθομολογουμένην κακοδαιμονίαν τῆς Ἑλλάδος. Πρῶτος ὁ κύριος Σωτηρόπουλος ἐκήρυξε στεντορίᾳ τῇ φωνῇ, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἐγκαθιδρύθη ἡ Ἑλλὰς ἐξελθοῦσα ἐκ τοῦ μὴ εἶναι, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οὐδεὶς ἡμάρτησεν ἐκ τῶν διοικούντων αὐτὴν Ἑλλήνων· εἷς καὶ μόνος ἡμάρτησεν, ὅστις ἐτιμωρήθη· ἐκείνου δὲ τιμωρηθέντος, πᾶσα ἐξέτασις περὶ τῆς διαγωγῆς ἡμῶν ἐν τῷ παρελθόντι καθίσταται περιττή. Ἐπανάστασις εἰς τὰ 33· ἐπανάστασις εἰς τὰ 36, ἐπανάστασις εἰς τὰ 40 καὶ τὰ 43, ἐπανάστασις εἰς τὰ 46 καὶ τὰ 47, ἐπανάστασις εἰς τὰ 60, ἐπανάστασις εἰς τὰ 62, καὶ μόλον τοῦτο οὐδεὶς ἔσφαλεν, εἷς καὶ μόνος ἔσφαλε, διότι παρεβίασε τὰς ἐλευθερίας τοῦ τόπου. Ἐπανάστασις εἰς τὰ 43, ἐπανάστασις εἰς ἣν λαμβάνει ὁ στρατὸς μέρος, ἐπανάστασις ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τόπου καὶ μόλον τοῦτο ἀπὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον παρεχωρήθη διὰ τὰς ἐπαναστάσεις ἐκείνας, τί βλέπομεν; τὸ πλέον οἰκτρὸν θέαμα· αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔλαβον ἐνεργὸν μέρος εἰς τὴν ἐπανάστασιν, οἵτινες ἠνάγκασαν τὴν τότε ἐξουσίαν εἰς τὰς παραχωρήσεις, γίνονται ὄργανα τῆς παραβάσεως τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν. Κύριοι, ἡ θεραπεία ὁποιουδήποτε νοσήματος εἴτε κοινωνικοῦ, εἴτε ἀτομικοῦ καθίσταται ἀδύνατος, ἂν δὲν γείνῃ προσήκουσα τοῦ νοσήματος διάγνωσις. Ἰδοὺ ἡ λόγος, ὅστις μὲ ὡδήγησεν εἰς τὸ βῆμα. Ἰδοὺ ὁ λόγος, ὅστις μὲ ἀναγκάζει ἀπροπαράσκευος νὰ κάμω πικράς τινας παρατηρήσεις πρὸς ὑμᾶς αὐτούς. Ἡ περιφυλαυτία ἡ Ἑλληνικὴ, ἥτις δικαίως πανταχόθεν κατακρίνεται, μᾶς ἄγει ἀδιακόπως εἰς τὸ ἀτόπημα αὐτὸ, νὰ κηρύττωμεν ἡμᾶς ἀνευθύνους διὰ πᾶν ἀτόπημα συμβαῖνον εἰς τὴν πατρίδα μας, ἀθώους παντὸς κατὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν ἀδικήματος καὶ νὰ ἐπιῤῥίπτωμεν τὴν εὐθύνην τῶν πραττομένων κακῶν εἰς ἄλλους. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ κατηγορήσω τὴν πατρίδα μας· δὲν θεωρῶ ἐμαυτὸν ἀνεύθυνον διὰ τὰ γενόμενα ἐπὶ Ὄθωνος· ἀνήκω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν Ἑλλήνων, οἵτινες ἐκπαιδευθέντες εἰς τὴν Εὐρώπην ἐπίστευον, ὅτι ἡ πατρὶς ἦτον εἰς κατάστασιν νὰ χωνεύσῃ ὅλας τὰς ἰδέας τῆς ἐλευθερίας, ὅσας ἐδιδάχθησαν εἰς τὰ ἐκπαιδευτήρια καὶ πανεπιστήμια τῆς Εὐρώπης· ἔπραξα καὶ ἐγὼ πᾶν ὅ,τι ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μου ἠδυνάμην διὰ νὰ ἐπέλθῃ κατάστασις πραγμάτων, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν δικαιούμεθα βεβαίως νὰ ἐγκαυχώμεθα. Δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ κατηγορήσω πρόσωπα, ἀλλὰ ἔρχομαι νὰ κηρύξω, νὰ ἀνομολογήσω μίαν πικρὰν ἀλήθειαν ὅτι, ἐπιζητοῦντες πάντοτε τὸ καλλίτερον, οὐδέποτε ἀρεσκόμενοι εἰς τὸ καλὸν, ἐπιζητοῦντες πράγματα, ἅτινα δὲν ἔχουν πρακτικὴν ἀξίαν, ἅτινα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς πατρίδος μας, ὑπεπέσαμεν εἰς πολλὰ ἁμαρτήματα, καὶ ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ θεωρήσῃ ἑαυτὸν ἀνεύθυνον διὰ τὴν κακοδαιμονίαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελεῖ ἡ πατρίς μας. Ἂν ἠμάρτησε δὲ ὁ κύριος Σωτηρόπουλος, ἡμάρτησεν καὶ ἀπέναντι μιᾶς ἁγίας ἀρχῆς, τῆς ἀρχῆς ὅτι ὁ ἀποθανὼν δεδικαίωται. Ἦλθεν ὁ κύριος Σωτηρόπουλος, καὶ δὲν ἠξεύρω τίνος ἕνεκεν, ἀσεβῶν πρὸς τὴν μνήμην ἑνὸς ἀνθρώπου, ὅστις ἠγωνίσθη ἴσως περισσότερον ὅλων ἡμῶν, ἠθέλησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς αὐτὸν τὴν ἀποτυχίαν μιᾶς ὅλης ἐποχῆς. Ὀφείλομεν ἄπειρον εὐγνωμοσύνην πρὸς τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον, διότι ἔθεσε τὰς βάσεις τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ὑπάρξεως, ἠγάπησε τὴν Ἑλλάδα περισσότερον ὅλων ἡμῶν· ὀφείλομεν ἄπειρον εὐγνωμοσύνην πρὸς τὴν ἔξοχον βασιλικὴν οἰκογένειαν, εἰς ἣν ἀνήκει, διότι ἡ ὄντως βασιλικὴ αὕτη οἰκογένεια εἰργάσθη περισσότερον παντὸς ἄλλου εἰς τὴν ἀνάστασιν καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς φιλτάτης ἡμῶν πατρίδος, ὡς κοινὴν τοῦ πολιτισμοῦ πατρίδα θεωρήσασα αὐτήν. Δὲν ἦτον ἑπομένως ἐπιτετραμμένον νὰ λεχθῶσιν ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τοῦ ἀειμνήστου ἐκείνου ἀνδρὸς, καὶ ὀφείλομεν νὰ ῥίψωμεν πέπλον ἐπὶ λόγων, οἵτινες μᾶς ὡδήσησαν εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ 1862. Δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας βεβαίως νὰ φέρωμεν κρίσιν ὁριστικὴν ἐπὶ τοῦ γεγονότος ἐκείνου καὶ νὰ σταθμίσωμεν τὰς συνεπείας αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἂν θέλωμεν νὰ ὁδηγηθῶμεν νὰ λάβωμεν μαθήματα ἀπὸ τὸ παρελθὸν καὶ ὡς πρὸς τὸ μέλλον, δὲν πρέπει ποτὲ νὰ θεωρήσωμεν ὅτι τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο δύναται νὰ δικαιολογηθῇ εὐκόλως καὶ ἐν τῇ συνειδήσει ἡμῶν αὐτῶν ἀκόμη. Τὸ μέλλον, τὸ διὰ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, κρύπτει ἄδηλον· πιθανὸν, ἐὰν τοιαύτη ἡ βούλησις τῆς Θείας Προνοίας, τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο νὰ ὠφελήσῃ μίαν ἡμέραν τὴν Ἑλλάδα! Ἀλλ’ ἂν θελήσωμεν νὰ κρίνωμεν ἀνθρωπίνως, τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο δὲν πρέπει, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι πρᾶγμα δυνάμενον νὰ μᾶς διδάξῃ τὸ καλῶς πολιτεύεσθαι, οὐδὲ ἐπιτρέπεται ἡμῖν νὰ χειροκροτῶμεν αὐτό! — Ἄλλως τε, κύριοι, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς, οἱ κηρύττοντες ἀδιακόπως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι Σύνταγμα δὲν ὑπάρχει, ὅτι νόμοι δὲν ὑπάρχουν, ὅτι τάξις δὲν ὑπάρχει, ὅτι τὰ πάντα ἐμηδενίσθησαν εἰς τὴν τάλαιναν ἡμῶν πατρίδα, τὰ πάντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ καθιστῶσι μίαν ἐθνικὴν ὕπαρξιν ὡς σεβαστὴν, νὰ λέγωμεν, ὅτι τὸ γεγονὸς τοῦ 1862 εἶναι γεγονὸς, τὸ ὁποῖον δὲν ἔβλαψε τὴν Ἑλλάδα. Ἀπὸ τοῦ γεγονότος ἐκείνου μετέβη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς εἰς τὸ γεγονὸς τῆς Κρητικῆς ἐπαναστάσεως, εἰς τὸ ὁποῖον, καθὼς καὶ εἰς τὸ πρῶτον, ἔῤῥιψε τὴν εὐθύνην τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως καὶ εἶπεν, ὅτι οὐδεὶς εὐθύνεται καὶ διὰ τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο· διότι ὁ ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγὼν τῆς ἡρωϊκῆς νήσου εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις διήγειρε τὸ ἐθνικὸν πνεῦμα καὶ μᾶς ὡδήγησεν ὅλους εἰς τὰ διαδραματισθέντα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην πρὸς ὑποστήριξιν ἀγῶνος πραγματικῶς ἱεροῦ. Κύριοι, ἀνήκω εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ᾐσθάνθησαν τὸν τοῦ πατριωτισμοῦ ἐνθουσιασμὸν κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν· δὲν εἶμαι, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἐγὼ ξένος καθόσον ἀποβλέπει τὴν ὤθησιν, ἥτις ἐδόθη εἰς τὸ ἐθνικὸν φρόνημα πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἀγῶνος ἐκείνου· ἀλλ’ ὑπὸ πολιτικὸν ἔποψιν— καὶ ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν πρέπει νὰ ἐξετάζωμεν τὰ ζητήματα ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ—δὲν δύναμαι νὰ δικαιολογήσω τὴν τότε διαγωγήν μας. Μία καὶ μόνη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἠκούσθη φωνὴ ἔμφρων, ἀληθῶς πατριωτική, καὶ ἠκούσθη ἐκ Πατρῶν, ὅταν πρὸς τὸν νομάρχην Ἀχαΐας ἐλέχθη, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ συμπαθῇ πρὸς ἀδελφοὺς μαχομένους ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος, πρὸς ἀδελφοὺς ἔχοντας ἱερὰ δικαιώματα ἐπὶ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, διότι περισσότερον ἴσως καὶ ἐμοῦ εἰργάσθησαν διὰ τὴν ἐλευθερίαν αὐτῆς· ἀλλά, ἐπρόσθετεν ἡ φωνὴ ἐκείνη, ἡ κατάστασίς μας ἡ πολιτική, ἡ θέσις μας ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης δὲν μᾶς ἐπιτρέπει, εἰμὴ συμπαθείας μόνον νὰ ἐκφράσωμεν, μέρος ὅμως ἐνεργὸν δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ φωνή. Ὁποία δὲ ὑπῆρξεν ἡ διαγωγὴ τῆς Ἑλληνικῆς πολιτικῆς, ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅλοι, δὲν πιστεύω κανεὶς νὰ θέλῃ νὰ μὲ διαψεύσῃ· ὅλος ὁ τύπος, ὁ εἰς ὅλας τὰς πολιτικὰς ἀποχρώσεις ἀνήκων, ἤγειρε τὴν φωνὴν καταδικάζων τὴν ἔκφρασιν ἐκείνην· ἐπεδοκιμάσθη τὸ ὑπουργ. ἐκεῖνο, τὸ ἄχρουν λεγόμενον τοῦ κ. Ῥούφου καὶ ἠναγκάσθη νὰ ἀποπέμψῃ μετὰ περιφρονήσεως τὸν νομάρχην, ὁ ὁποῖος ἐτόλμησε νὰ γνωστοποιήσῃ τὰ λεχθέντα. Ἔκτοτε, κύριοι, χάριν τῆς ἐξουσίας φιλοτιμούμενοι ὅλοι, τίς πρῶτος νὰ ὑπερακοντίσῃ τὸν ἕτερον καθόσον ἀπέβλεπε τὸν ἐνθουσιασμὸν του ὑπὲρ τῆς Κρήτης, καταφεύγοντες πολλάκις εἰς μέσα ἀνοίκεια εἰς κυβερνῶντας, ἀνοίκεια εἰς πολιτευομένους, ὡδηγήσαμεν τὰ πράγματα εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ὥστε νὰ ὑποστῶμεν ἧτταν αἰσχράν, ἐξευτελιστικὴν διὰ τὴν Ἑλλάδα μετὰ τὰ ἡρωϊκὰ κατορθώματα τοῦ 1821, καὶ νὰ κύπτωμεν ἤδη ὑπὸ τὸ βάρος δεινῆς οἰκονομικῆς κρίσεως. Κύριοι, κηρύττω, ὅτι ἅπαντες εἴμεθα ἀξιοκατάκριτοι διὰ τὴν διαγωγήν μας ἐπὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Χρεωστῶ δὲ νὰ εἴπω καὶ μίαν ἄλλην ἀλήθειαν, ὅτι ἐσεβάσθην καὶ μίαν ἄλλην φωνὴν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ὀδυνηρᾶς λύσεως τοῦ δράματος ἐκείνου, τὴν φωνὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία εἶπε: μοῦ μένει μία καλύβα, τὴν καίω, ἀλλὰ δὲν ὑποκύπτω. Ἐνδεχόμενον ἡ φωνὴ ἐκείνη νὰ μὴ ἦτο φωνὴ τῆς φρονήσεως, καὶ πράγματι δὲν ἦτο φωνὴ τῆς φρονήσεως, ἀλλὰ χρεωστοῦμεν νὰ εἴπωμεν ὅλοι, διότι ὁ ἡρωϊσμὸς εἶναι πάντοτε ἄξιος σεβασμοῦ, χρεωστοῦμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι φωνὴ Ἐθνικὴ, φωνὴ Ἑλληνικὴ ἦτον ἡ φωνὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔλεγε: μία καλύβα μοῦ ἔμεινε, τὴν καίω, ἀλλὰ δὲν ὑποκύπτω, ἀλλὰ δὲν ἐγκαταλιμπάνω τὴν ἡρωϊκὴν νῆσον. Τίς πταίει λοιπὸν, κύριοι, διὰ τὴν ἀπὸ τοῦ 1862 πορείαν ἡμῶν τὴν ἀγαγοῦσαν ἡμᾶς εἰς θέσιν ἀπελπιστικὴν κατὰ τὴν ἀληθῆ πεποίθησιν ὅλων ἡμῶν; Τίνες οἱ κυβερνήσαντες τὸν τόπον αὐτόν; Αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου εἶπεν: οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον· ἀθῶος ἐγώ εἰμι τοῦ αἵματος τοῦ δικαίου. Λοιπὸν ὁ φορολογούμενος λαὸς, λοιπὸν ὁ καταπιεζόμενος λαὸς, λοιπὸν ὁ στερούμενος δικαιοσύνης λαὸς, λοιπὸν ὁ εὑρισκόμενος τὴν σήμερον ἄνευ ὁδῶν, ἄνευ διοικήσεως, ἄνευ προστασίας, ἄνευ νομίμου ὑπάρξεως, αὐτὸς λοιπὸν ἔσφαλεν, ἀφοῦ ὅλοι ἡμεῖς, οἱ ἀλληλοδιαδόχως ἐλθόντες εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ διοικήσαντες αὐτόν, εἴμεθα ἀθῶοι! Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, πρέπει νὰ κάμωμεν τὴν ἀληθῆ τῆς νόσου ἡμῶν διάγνωσιν, διότι τότε δυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν καὶ τὸν τρόπον τῆς θεραπείας. Ἐσφάλομεν, κύριοι, ὅλοι, δὲν θέλω νὰ εἴπω διατί ἐσφάλομεν, ἀλλὰ ἐσφάλομεν ἅπαντες, καὶ διὰ τοῦτο ἐφθάσαμεν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, πολιτευόμενοι μὲ τρόπον, ὁ ὁποῖος καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ὕπαρξιν μιᾶς κυβερνήσεως, προτείνοντες ἀδιακόπως ἀξιώσεις μὴ συμβιβαζομένας μὲ τὴν ὕπαρξιν μιᾶς ἐννόμου καταστάσεως πραγμάτων, παθενόμενοι, ὅταν εἴμεθα ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε πάντα, ὅστις εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν, νὰ παρουσιάζωμεν μὲ τὰ χρώματα τὰ πλέον μέλαινα, ὡς τὸν ἄνθρωπον τὸν καταπροδίδοντα τὴν πατρίδα μας, καὶ λέγοντες κατὰ πᾶσαν στιγμήν: προτιμότερον τὸ χάος, προτιμότερον ὅ,τι δήποτε, παρὰ ἡ ὕπαρξις αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος κατέχει τὴν ἐξουσίαν. Τοιουτοτρόπως, κύριοι, πολιτευόμενοι ἐφθάσαμεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον. Δὲν δικαιολογῶ δὲ τὰς κυβερνήσεις, διότι βεβαίως αἱ κυβερνήσεις δὲν πίπτουν, κύριοι, ἐὰν δὲν σφάλλουν· σφαλλουσῶν τῶν κυβερνήσεων καὶ ἡμῶν μὴ ἀνεχομένων καμμίαν κυβέρνησιν, ἔφθασεν ὁ τόπος εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Εἶπον τελευταῖον καὶ μὲ κατέκριναν, νὰ συμφωνήσωμεν, δηλαδὴ οἱ μὲν κυβερνῶντες νὰ πάρωμεν ἀνὰ χεῖρας τὴν πλάστιγγα τῆς δικαιοσύνης, τὰ δικαιώματα τὰ κεκτημένα νὰ θεωρῶμεν ὡς σεβαστά, νὰ θεωρῶμεν, ὅτι καθῆκον ἡμῶν εἶναι, ὄχι νὰ ὑπηρετῶμεν προσωπικὰ συμφέροντα, ὄχι νὰ ὑπηρετῶμεν δεσποτισμόν, ἀλλὰ νὰ ὑπηρετῶμεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα· τὸν νόμον νὰ σεβώμεθα ὡς τὸ ἱερώτερον τῶν πραγμάτων, νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχήν, ὅτι τίποτε δὲν ἐπιτρέπεται, ἐὰν δὲν ᾖναι ἐντὸς τοῦ νόμου. Ὁ μόνος βασιλεὺς, ὅστις δύναται νὰ φέρῃ ἰδίως εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ βασίλειον τῆς τάξεως, τῆς ἡσυχίας, τῆς εὐνομίας, τῆς προόδου εἶναι, κύριοι, ὁ νόμος. Ὁ Ἕλλην ὑπερήφανος ὢν, φίλαυτος, κάθε ἄλλο ἀνέχεται ἐκτὸς τῆς ἀδικίας· ὑποκύπτει εἰς τὰ μέτρα τὰ πλέον δεινά, τὰ πλέον βαρεῖα, ἀλλὰ πρέπει τὰ μέτρα αὐτὰ νὰ ᾖναι γενικά. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔλαβε σκληρά τινα μέτρα ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις, κατήργησε τοὺς βαθμούς, τοὺς ὁποίους ἄνθρωποι ἐκτεθέντες εἰς κινδύνους ἔλαβον, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζον κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ὅτι εἶχον ἱερὸν δικαίωμα εἰς τὴν ἐθνικὴν εὐγνωμοσύνην, καὶ μόλον τοῦτο ἐνόσῳ τὸ μέτρον τῆς καταργήσεως ἦτο γεγονός, σιγὴ νεκρικὴ ἐβασίλευεν ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου ὑπῆρχον μύρια πρόσωπα ἀδικηθέντα ἐκ τοῦ μέτρου ἐκείνου. Οἱ ἄνθρωποι πεποιθότες τότε, ὅτι τὸ μέτρον ἐκεῖνο εἶναι μέτρον γενικόν, καὶ ὅτι ἠδύνατο νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος, οὐδὲν ἐξέφερον παράπονον. Καὶ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ἐν τῇ συνειδήσει των ἐνδεχόμενον νὰ εἶχον παράπονα, ἀλλὰ τὰ παράπονα αὐτὰ δὲν ἔφθανον μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ ἀνησυχήσουν εἴτε τὴν Συνέλευσιν, εἴτε τοὺς πολιτευομένους. Μόλις ὅμως ἔγεινεν ἡ μία ἐξαίρεσις, τὴν ὁποίαν δευτέρα παρηκολούθησεν, ἠξεύρετε εἰς ποίαν θέσιν εὑρέθην ἐγὼ δεχόμενος τότε τὰς παρακλήσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠδικήθησαν; Εὑρισκόμην εἰς θέσιν ἐγὼ ὁ ἥκιστα πολεμικός, νὰ ἔχω ὑπὸ τὴν κεφαλήν μου ὀλίγας ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας ἔπασχον, τὸ ῥεβόλβερ. Ἦλθον δὲ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι μοὶ εἶπον· κύριε πρόεδρε, ἐνόσῳ τὸ μέτρον ἦτο γενικόν, οὐδὲν ἐξεφράσαμεν παράπονον, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐγένετο μία ἐξαίρεσις, καὶ ἄλλη ἐξαίρεσις, δὲν ἀνεχόμεθα τὰς ἐξαιρέσεις αὐτάς, καὶ θέλομεν ἡ ἐξαίρεσις νὰ γείνῃ γενικὸς κανών. Δὲν ἔχω πεῖραν, τὸ ὁμολογῶ, δὲν ἔχω ἴσως τὸ προτέρημα ἢ τὴν ἱκανότητα νὰ διοικῶ, ἀλλὰ ἡ μικρά μου πεῖρα καὶ ὡς δικαστοῦ καὶ ὡς πολίτου μὲ ἔπεισαν, ὅτι ὁ Ἕλλην κύπτει τὸν αὐχένα καὶ τὸν κύπτει μέχρις ἐδάφους ἀπέναντι τῆς δικαιοσύνης. Τὴν δικαιοσύνην λοιπὸν πρέπει νὰ καλλιεργήσωσιν οἱ κυβερνῶντες, ταύτην πρέπει νὰ ἔχωσιν ὡς ὁδηγὸν τῶν πράξεών των, ἐὰν θέλωσιν νὰ ἐπιτύχωσι, καὶ τὴν συνιστῶ ἰδίως εἰς τὴν διοίκησίν των. Ἡμεῖς δὲ οἱ ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, οἱ ὁποῖοι βεβαίως πρέπει ὡς ἄργοι νὰ ἐπιτηρῶμεν τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα αὐστηροὶ εἰς τὰς ἐπικρίσεις μας, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν τὸ τί ἡμεῖς ἐπράξαμεν ἄλλοτε ὡς κυβερνῶντες καὶ νὰ ἐπικρίνωμεν ἀνεξετάστως ὅσα ἂν ἡ Κυβέρνησις πράξῃ· πρέπει ἐν τῇ συνειδήσει μας νὰ σταθμίζωμεν τὰς περιστάσεις τὰς δυσχερεῖς, ἐν τῷ μέσῳ τῶν ὁποίων εὑρίσκεται πᾶσα Κυβέρνησις, νὰ χαρίζωμεν πολλὰ εἰς αὐτὴν, καὶ μόνον εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπωμεν: τετέλεσται, οὐδεμία ὑπάρχει ἐλπὶς ἀπὸ τὴν ὑφισταμένην Κυβέρνησιν, διότι αὐτὴ θέλει νὰ μετασχηματίσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς κλαυθμῶνα, εἰς κοιλάδα ἀνομίας, τότε πρέπει ν’ ἀποφασίζωμεν νὰ προβαίνωμεν εἰς ἀποφασιστικὴν κατ’ αὐτῆς μάχην· ἀλλὰ καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κύριοι, δὲν πρέπει νὰ προβαίνωμεν εἰς μάχας ἀποφαστικὰς κατὰ τῶν Κυβερνήσεων, ἐὰν δὲν ἔχωμεν ἕτοιμον μίαν ἄλλην Κυβέρνησιν, διότι τότε δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο, παρὰ ν’ ἀντικαθιστῶμεν μίαν κακὴν ἔστω Κυβέρνησιν διὰ τῆς ἀναρχίας. Κύριοι, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ προβῶ περαιτέρω εἰς γενικὰς παρατηρήσεις. Ἡ ἀνοχή σας μέχρι τοῦδε ἦτο τοιαύτη, ὥστε δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου, διότι βεβαίως εἶναι ἴσως ἄτοπον ἐκ μέρους ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τὰ προηγούμενα, τὰ ὁποῖα ἔχετε πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, ν’ ἀναβαίνῃ εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ κάμῃ τοιαύτας πικρὰς παρατηρήσεις. Ἀλλὰ σᾶς ζητῶ συγγνώμην καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴν ἀποδώσητε τὰς ὁποίας ὑπέβαλον παρατηρήσεις εἰς προθέσεις κακοβούλως προσβλητικὰς ἀπέναντι ὑμῶν ἢ ἐγωϊστικὰς, ἀλλὰ νὰ τὰς θεωρήσητε ὡς μίαν ἔνδειξιν τῆς ἀγάπης, τῆς θερμῆς ἀγάπης, τὴν ὁποίαν τρέφω πρὸς τὴν πατρίδα. Κύριοι, εἷς τῶν προλαλησάντων εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δός μοι καλὴν διοίκησιν καὶ σοὶ δίδω καλὴν οἰκονομίαν. Εἶπε μεγάλην ἀλήθειαν ὁ ταῦτα εἰπὼν, ἐπανέλαβε σοφὸν λόγον, καὶ ἡ πραγματοποίησις τοῦ σοφοῦ τούτου λογίου εἶναι ἡ ἐπιθυμία τὴν σήμερον ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν πραγματοποίησιν δὲ ταύτην ἐπαγγελλόμεθα ὅλοι, ὅσοι τυρβάζομεν περὶ τὴν πολιτικήν. Καλὴν διοίκησιν θέλει ὁ καταπιεζόμενος φορολογούμενος λαὸς, καλὴν διοίκησιν θέλει ὁ ἐπιζητῶν διὰ τῆς παγιώσεως τῆς τάξεως καὶ τῆς ἡσυχίας τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας· καλὴν διοίκησιν θέλει ὁ πατὴρ, ὅταν ἀδίκως βλέπει ἀποσπώμενον τὸ τέκνον ἀπὸ τὰς ἀγκάλας του ὡς ἐκ τῆς φατριαστικῆς ἐνεργείας δημάρχου τινός· καλὴν διοίκησιν θέλουν οἱ ἀδικούμενοι καὶ μὴ τυγχάνοντες δικαιοσύνης. Ἀλλὰ τίς ὁ δοτὴρ τῆς καλῆς διοικήσεως, καὶ ποῦ κεῖται τὸ ἀγαθὸν τοῦτο; ποίαν ὁδὸν πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ εὐάρεστον αὐτὸ σημεῖον, εἰς τὸν πρῶτον αὐτὸν σταθμὸν τῆς πρὸς τὰ πρόσω πορείας μας, καὶ ἐντεῦθεν διὰ τῆς οἰκονομικῆς βελτιώσεως νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀληθῆ πρόοδον; Ἰδοὺ, κύριοι, τὸ μέγα πολιτικὸν ἡμῶν ζήτημα· τίς ὁ δοτὴρ τῆς καλῆς διοικήσεως! Ἰδοὺ, κύριοι, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Ὁ δὲ Ἑλληνικὸς λαὸς ἠξεύρετε τί πρέπει νὰ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς, τοὺς πολιτευομένους καθ’ ὃν τρόπον πολιτευόμεθα; Οἴμοι ἀπόλλυμαι ἐκ τῶν πολλῶν ἰατρῶν! Ναὶ, κύριοι, ἀπόλλυται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐκ τῶν πολλῶν ἰατρῶν, καὶ εἰς μαρτυρίαν τούτου φέρω τὰ λεχθέντα πρὸ μικροῦ. Ὡς σᾶς εἶπον, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἦλθεν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς πολιτικῆς τοῦ 1871, ἐξῆρε τὴν πολιτικήν του· ἦλθεν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς σημερινῆς πολιτικῆς, ἐξῆρε τὴν πολιτικήν του· ἦλθεν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς πολιτικῆς τοῦ 1872, ἐξῆρε τὴν πολιτικήν του. Τόσαι πολιτικαὶ συγκρουόμεναι ἐντὸς τόσον μικροῦ Κράτους δὲν ἠμποροῦν παρὰ νὰ μᾶς φέρουν εἰς ἣν εὑρισκόμεθα κακοδαιμονίας κατάστασιν. Δὲν ἀκολουθῶ τοὺς προλαλήσαντας καθόσον ἀποβλέπει τὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπικρίσεις· αἱ ἐπικρίσεις, ὅταν ἀφορῶσι τετελεσμένα πράγματα, μοὶ φαίνονται ὡς μεμψιμοιρίαι, καὶ αἱ μεμψιμοιρίαι δὲν ὠφελοῦσιν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1874 εἶναι γεγονὸς τετελεσμένον, κατήντησε δὲ ἀπολογισμός. Καθὼς δὲ προεῖπον εἴμεθα πολλοὶ ἰατροὶ καὶ δὲν συμφωνοῦμεν εἰς τὰ μέσα τῆς θεραπείας· καὶ ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα; ἐγκαταλιμπάνομεν τὸν ἀσθενῆ, καὶ ὁ ἀσθενὴς εἶναι ἡ Ἑλλάς, εἰς τὴν τύχην του· ἐγκατελείψαμεν τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν τύχην του καὶ διὰ τοῦτο σήμερον ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἀπολογισμός. Πρέπει νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὸν προκείμενον προϋπολογισμόν, ἀφοῦ ἡ φορὰ τῶν περιστάσεων μᾶς ἔφερεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ, ὥστε ὁ προϋπολογισμὸς νὰ ᾖναι ἀπολογισμὸς, καὶ ἀφοῦ κατὰ τὴν πεποίθησίν μου ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην μιᾶς Κυβερνήσεως, ἔχει ἀνάγκην μιᾶς Βουλῆς. Καὶ μὴ μὲ ἀδικεῖτε, νομίζοντες ὅτι συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς Βουλῆς διότι εἶμαι μέλος αὐτῆς· ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅσων μὲ γνωρίζουν· ἤμην κατὰ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς τοῦ 67, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Κουμουνδούρου· ἤμην κατὰ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς τοῦ 68, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ζαΐμη, τὸν ὁποῖον θερμῶς παρεκάλεσα νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἄμεσον διάλυσιν, καὶ δὲν εἰσηκούσθην· ἤμην κατὰ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς τοῦ 72, κατέκρινα τὴν διὰ πραξικοπήματος ἐκείνην διάλυσιν· ἤμην κατὰ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς τοῦ 73, καὶ εἶπον πρὸς πάντας, ὅτι προτιμότερον νὰ ἀφήσητε τὸν κ. Δεληγεώργην εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἂν δὲν ἦσθε εἰς κατάστασιν μετὰ τὴν πτῶσιν αὐτοῦ νὰ σχηματίσητε Κυβέρνησιν κοινοβουλευτικὴν, ἡ ὁποία νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ θεωρήσητε, ὅτι ἐκ τοῦ μικροῦ συμφέροντος, ὅτι εἶμαι βουλευτὴς, εἶμαι ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς Βουλῆς· εἶμαι ἐκ πεποιθήσεως. Πρέπει νὰ ἔχωμεν μίαν Κυβέρνησιν, ἵνα μὴ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀναρχίαν, πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ ἓν Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον εἰς τὸ μέλλον νὰ ἀναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἐπιτηροῦν αὐτὴν ἐκ τοῦ πλησίον, εἰς τὸν σεβασμὸν πρὸς τὸν νόμον. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους θεωρῶ, χωρὶς νὰ μακρηγορήσω εἰς τὰ καθέκαστα, ὅτι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874 πρέπει νὰ τὸν δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ὡς πρὸς δὲ τὸν τοῦ 75, φρονῶ ὅτι οἱ ἐντριβεῖς περὶ τὰ οἰκονομικὰ, ἅπαντες οἱ ὄντες εἰς κατάστασιν νὰ ὑποδείξωσι μέσα θεραπείας, πρέπει νὰ ἀκουσθῶσι, καὶ πρέπει νὰ καταδείξωσι ποῖα εἶναι τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ σωθῶμεν ἀπὸ τῆς ἐπαπειλούσης ἡμᾶς οἰκονομικῆς οὐχὶ κρίσεως ἀλλὰ καταστροφῆς. Καὶ, καθὼς ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸ ζωτικώτατον ζήτημα εἶναι τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν· διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται σήμερον, ὅτε τὸ χρῆμα ἐπικρατεῖ, νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀνεγνωρισμένη ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης· δὲν δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς πρὸς τὴν ὅλην πατρίδα ὑποχρεώσεις της, ἂν ἔκτακτοι περιστάσεις παρουσιασθῶσιν, ἂν δὲν λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦ παλαιοῦ δανείου, καὶ ἀναγνωρισθῇ ὡς ἔθνος ἐν τῷ κόσμῳ τῷ χρηματολογικῷ τῆς Εὐρώπης. Διὰ τοῦτο πρέπει ὅλοι καὶ κυβερνῶντες καὶ κυβερνώμενοι, καὶ συμπολιτευόμενοι καὶ ἀντιπολιτευόμενοι, εἰς τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν νὰ ἐπιστήσωμεν ἰδίως εἰς τὴν προσοχήν μας.
§104ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν προλαλήσαντα, ὅτι ἐπειδὴ εἴμεθα εἰς τὸν ἑνδέκατον μῆνα, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἐνεκρίθη ἐγκαίρως, ὅτι δὲν πρέπει διόλου νὰ ἐξετάσωμεν τὰ γενόμενα. Ὑποθέσατε, ὅτι ἔχετε ἕνα οἰκονόμον, εἰς τὸν ὁποῖον ἐμπιστεύεσθε ποσόν τι χρημάτων διὰ νὰ τὸ διαχειρισθῇ, θὰ τῷ ζητήσετε λόγον ἢ ὄχι; Ἐνθυμεῖσθε, τίς ἡ αἰτία τῆς διαλύσεως τῆς παρελθούσης Βουλῆς; Ἤρχισε, νομίζω, ἀπὸ τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ Κυβέρνησις τότε ἔσπευδε, καθὼς πάντοτε σπεύδουν αἱ κυβερνήσεις, μάλιστα ὅταν πρόκηται περὶ προϋπολογισμοῦ. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, τρὶς συζητεῖται πᾶν νομοσχέδιον, καὶ τοῦτο δὲν ἐτέθη ἁπλῶς, σημαίνει δὲ τρὶς βασανίζεται· ἐξαιρεῖται ὁ προϋπολογισμὸς, ὁ ὁποῖος ἐξετάζεται ἅπαξ, διότι εἶναι μακρὸς καὶ δὲν ἐπιδέχεται δύω καὶ τρεῖς συζητήσεις. Ἐπολεμήθη τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δεληγεώργη· οἱ πολεμοῦντες αὐτὸ ἐνομίζοντο καὶ φρονιμώτεροι καὶ δικαιότεροι καὶ οἰκονομικώτεροι· μόλις ὅμως ἔφθασε τὸ νέον ὑπουργεῖον, καὶ προσέθηκεν εἰς τὸν παλαιὸν προϋπολογισμὸν παράρτημα, τὸ ὁποῖον ηὔξησε τὰ ἔξοδα. Καὶ δὲν θέλω νὰ ἔμβω εἰς ἄλλας λεπτομερείας, μίαν δὲ μόνον παρατήρησιν σᾶς κάμνω. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας μίαν Σύμβασιν μὲ τὴν Γερμανίαν, ἡ ὁποία χορηγεῖ τὰ χρήματα διὰ νὰ ἀνασκάψωμεν τὴν Ὀλυμπίαν. Διατί δὲν τὴν ἀνασκάπτωμεν ἡμεῖς; εἴμεθα πτωχοί. Νὰ στείλωμεν ὅμως εἰς τὸ Βερολῖνον Πρέσβυν, ἔχομεν νὰ πληρώνωμεν, διὰ νὰ ἀνασκάψωμεν δὲ τὴν Ὀλυμπίαν, ἐλάβομεν τὴν θέσιν τοῦ πτωχοῦ, τοῦ ἐπαίτου· αὐτὸ εἶναι φρονήσεως ἔργον; Τί θὰ λέγουν οἱ Γερμανοὶ μὲ ἡμᾶς; ἰδὲ τὰ κούφια κεφάλια· στέλλουν καὶ δαπανοῦν διὰ Πρεσβείαν εἰς Γερμανίαν, τὰ δὲ μνημεῖα τῶν προγόνων των δὲν θέλουν νὰ ἐξοδεύσουν νὰ τὰ ἀνασκάψουν. Συμβιβάσατε τὸ ζήτημα. Σημειωτέον δὲ, ὅτι πρὶν ὑπῆρχε Πρέσβυς εἰς Βερολῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἐδίδομεν ἀμοιβὴν, κατόπιν ὅμως ἐστάλη ἕτερος. Πῶς λοιπὸν δυνάμεθα νὰ ἀκούσωμεν τὴν συμβουλὴν τοῦ κ. Μεσσηνέζη, νὰ δώσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, διότι εἶναι ἀπολογισμός; Καὶ ποῖος ἐβίασε τοὺς ὑπουργοὺς νὰ στείλουν Πρέσβεις; Μετεβλήθη ἡ κατάστασίς μας ἀπὸ τῆς ἀποστολῆς τῶν Πρέσβεων; Ὄχι· εἴμεθα χειρότερα· μόνον ἄρθρα ἐφημερίδων βλέπομεν καὶ ἔρχονται ἀπὸ τὴν Εὐρώπην, καὶ τίποτε περιπλέον. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874, ἵνα ὁδηγηθῶμεν εἰς τὸν τοῦ 1875. Πρέπει νὰ ἴδωμεν, ἂν αἱ προσθῆκαι, αἱ γενόμεναι, ἀποβλέπουν εἰς πρόσωπα μᾶλλον καὶ ὄχι εἰς πράγματα, καὶ ἂν, ἐφαρμοσθεῖσαι ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἔφεραν ἀποτέλεσμα πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Ἂν ὅμως ᾖναι τὸ ἀντίστροφον, ἂν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἡ ὁποία καὶ ἐκαυχᾶτο διὰ τοῦτο, καθ’ ἃ μοὶ ἐξέφρασεν ὁ κ. Δεληγεώργης, λέγων· διὰ νὰ ἰδῇς ὅτι εἶμαι αὐτοκέφαλος καὶ ἀνεξάρτητος καὶ πράττω ὅ,τι νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν, σοὶ δίδω τὴν εἴδησιν, ὅτι αἱ Πρεσβεῖαι δὲν ὑπάρχουν, καὶ τῷ ὄντι δὲν ὑπῆρχον· ἵνα ἰδῇς, ὅτι εἶμαι αὐτοκέφαλος καὶ πράττω ὅ,τι νομίσω καλὸν, τὰ μεγάλα πλοῖα δὲν εἶναι ἐνέργειαν. Καὶ ὅμως σήμερον γίνεται τὸ ἀντίστροφον καὶ ἐπεβαρύναμεν καὶ τὸν παρόντα προϋπολογισμὸν καὶ τὸν τοῦ 75 μὲ ματαίας δαπάνας. Πᾶσα δημοσία δαπάνη, κατ’ ἐμὲ, πρέπει νὰ ἔχῃ ὡρισμένον τινὰ σκοπὸν, ἀποβλέποντα τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου. Ἐπιμένω δὲ λέγων, ὅτι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 75, θὰ ἤμεθα αὐστηρότατοι, εἰς δὲ τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 74 αὐστηροὶ, διὰ νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 75.
§105ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶχον, κύριε πρόεδρε, σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω, καθὼς καὶ ἄλλοι τινές· νομίζω δὲ, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 74 θὰ εὐκολύνῃ τὴν συζήτησιν τοῦ ἑτέρου προϋπολογισμοῦ· διότι τὰ αὐτὰ πράγματα δὲν δύνανται νὰ ἐπαναληφθῶσι πολλάκις. Νομίζω δὲ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ἡ συζήτησις νὰ περιστραφῇ εἰς αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν μόνον, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ καιρὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἰδέας μας καὶ τὰς ἐκτιμήσῃ. Ἐπειδὴ ὅμως ἤδη δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον, ὅτε, πιστεύω, θὰ τελειώσῃ ἡ γενικὴ συζήτησις.
§106Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Παιδείας). Ἄν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ὁμιλήσῃ, ἂς ὁμιλήσῃ ἄλλος· καὶ ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν ἡ συζήτησις αὕτη νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ἄλλην συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δύναται νὰ ὁμιλήσῃ αὔριον.
§107Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ μὴ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις· διότι, ἂν ἀναβληθῇ, αὔριον βεβαίως θὰ τελειώσῃ· ἄλλως δὲ, πολλοὶ ἐξ ἡμῶν δὲν ἐνομίζαμεν, ὅτι σήμερον ἤθελε γείνει ἔναρξις τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ὅτι ἤθελεν ἐξακολουθήσει ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἐπισκόπων νομοσχεδίου. Ἐπομένως δὲν ἐφέραμεν οὔτε τὰς διαφόρους πιστώσεις, οὔτε τὰς δηλώσεις. Καὶ ἐγὼ θέλω νὰ ὁμιλήσω, ἀλλὰ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν σήμερον. Νομίζω ὅτι, ἂν μοὶ δοθῇ τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω αὔριον, θὰ συντελέσω ἀρκετὰ εἰς τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§108ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἀναβάλωμεν.
§109Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Παιδείας). Παρακαλῶ νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἡ σύμβασις μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Πρωσσικῆς περὶ τῶν ἐν Ὀλυμπίᾳ ἀνασκαφῶν. Λύεται ἡ συνεδρίασις περὶ τὴν 6 ὥραν μ. μ.