1874.11.26
2,137 rows · 17,374 words · 258 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 34
Τῆς 26 Νοεμβρίου 1874.
(Τρίτη).
Ὥρα 2 καὶ 30|60 Μ. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Νὰ ὁρκισθῇ ὁ βουλευτὴς τῶν Κυθήρων κύριος Κασιμάτης. (Ὁρκίζεται) — Ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τῆς συμβάσεως περὶ σιδηροδρόμων.
§4ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ποίαν ἔκθεσιν;
§5Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ (Γραμματεύς). Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τῆς συμβάσεως περὶ σιδηροδρόμων.
§6ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω ὅτι πρὸ μιᾶς στιγμῆς ἀπεφάσισεν ἡ ἐπιτροπὴ αὔριον νὰ κάμῃ τὴν ἔκθεσιν ὁ εἰσηγητὴς καὶ νὰ τὴν ὑποβάλῃ.
§7ΡΟΥΚΗΣ. Ποῖος εἶναι εἰσηγητής;
§8Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Β. Κ. Σινιανιώτης.
§9ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Καὶ ἴσα ἴσα τῇ ἀντιῤῥήσει τῇ ἰδικῇ μου ἀπεφασίσθη αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἀπορῶ πῶς ὁ κ. εἰσηγητὴς, ἐνῷ ἀπεφασίσαμεν νὰ λάβῃ τὰ ἔγγραφα καὶ νὰ ἔλθῃ νὰ μᾶς κάμῃ τὴν εἰσήγησιν καὶ τῇ ἀποφάσει τῆς ἐπιτροπῆς νὰ συντάξῃ τὴν ἔκθεσιν, πῶς ἦλθε σήμερον καὶ τὴν ἔφερε.
§10ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα φιλοτιμίας.
§11Β. ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Ἐπερώτησιν ἔκαμεν ὁ κ. βουλευτής;
§12ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Σήμερον τὴν 11 ὥραν εἶχε συγκαλεσθῆ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως σκεφθῇ ἐπὶ διαφόρων ἀντικειμένων· ἀπὸ χθὲς εἴχατε διορισθῆ σεῖς εἰσηγητὴς μὲ τὴν παραγγελίαν νὰ κάμετε σήμερον τὴν εἰσήγησιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως κατόπιν τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς τὴν περιλάβητε ἐν ἐκθέσει. Ἔρχομαι βλέπω τὴν ἔκθεσιν ἑτοίμην, καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, καὶ ἀπεφασίσαμεν πάντες αὔριον νὰ γείνῃ ἡ εἰσήγησις. Παραδόξως βλέπω τὴν ἔκθεσιν εἰσαγομένην. Ἔχω καθῆκον, κ. πρόεδρε, νὰ παρατηρήσω......
§13ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἴσως κατὰ λάθος ὑπεβλήθη.
§14ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Ἀληθῶς 7 μέλη συνελθόντα ἀπεφασίσαμεν’ ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Παπαγεωργίου εἶπεν ὅτι χρήζει ἐκτεταμένης μελέτης, τὰ μέλη συνεφώνησαν ὥστε νὰ συνέλθουν αὖθις καὶ νὰ τὴν ὑποβάλωμεν αὔριον. Ἐγὼ δὲν τὴν ὑπέβαλα τὴν ἔκθεσιν, ἁπλῶς ἦτον εἰς τὸ βιβλίον.......
§15ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἄ! τότε μάλιστα. Ἀλλ’ ἀνηγγέλθη ὅτι ὑπεβλήθη. Λάβετέ την ὀπίσω.
§16ΡΟΥΚΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Κακὴ συνεννόησις, κ. Πρόεδρε.
§17ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Αὔριον συνάμα νὰ ἔχωμεν καὶ τὴν σύμβασιν, ἡ ὁποία τροποποιεῖται, διότι δὲν τὴν ἔχομεν, διὰ νὰ κρίνωμεν.
§18ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑποβάλλει ἔκθεσιν, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 930 καὶ 932 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. (Ὅρα παράρτημα).
§19ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ εἰσηγητὴς ὑποβάλλει αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν;
§20ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μάλιστα.
§21ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἡ ἐπιτροπὴ ὀφείλει νὰ συγκαλῆται εἰς συνεδρίασιν, διὰ νὰ συζητῇ. Ἐγὼ εἶμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ δὲν προσεκλήθην. Πῶς ἐξηγοῦνται αὐτὰ τὰ πράγματα; Θὰ τηρηθῇ ὁ Κανονισμὸς ἢ ἡ πλειονοψηφία θὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει.
§22Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν πρώτην ὥραν μ. μ. ἑκάστης ἡμέρας εἴπομεν νὰ συνερχώμεθα.
§23ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἑκάστης ἡμέρας· προκαλῶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κυρίου Μεσσηνέζη (θόρυβος). Κύριε Μεσσηνέζη παρακαλῶ νὰ μοῦ ἀπαντήσητε (θόρυβος). Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἔχωμεν σκοπὸν νὰ τηρήσωμεν τὸν Κανονισμόν, νὰ τὸν τηρήσωμεν· ἄλλως, ἐὰν νομίζετε ὅτι ἡ πλειοψηφία πρέπει νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν θέλησίν της, ἄλλο πρᾶγμα.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, κύριε.
§25ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω λοιπόν, ὅτι τὰ μέλη πρέπει νὰ συνέρχωνται.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν προσκαλοῦν τὰ μέλη ἐγγράφως;
§27ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προσεκλήθην διόλου, κύριε πρόεδρε.
§28ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἰς τὴν πρώτην ὥραν τακτικὰ εἴπομεν νὰ συνεδριάζωμεν.
§29ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς· ὡρίσαμεν τὴν ὥραν μόνον καθ’ ἣν θὰ συνερχώμεθα, ὄχι τὴν ἡμέραν. Ἤλθομεν ἐπὶ δύω ἡμέρας ἀκριβῶς εἰς τὴν μίαν, καὶ ἤρχισεν ἡ συνεδρίασις τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὰς 2½. Ἐνόμισα λοιπόν, ὅτι δὲν ἔχω καιρὸν νὰ ἔρχωμαι καὶ νὰ χάνω τὸν καιρὸν ἀσκόπως. Χθὲς προσεκλήθην, ἀλλὰ δὲν ἦλθον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον.
§30ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγει ὅτι δὲν ἦλθε δι’ αὐτὸν τὸν λόγον· εἶναι μάρτυρες ὅλοι οἱ βουλευταί, οἱ ὁποῖοι μὲ βλέπουν ἐρχόμενον τακτικὰ πάντοτε κάθε ἡμέραν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς θὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην ὥστε νὰ τοὺς καλῇ πάντοτε.
§32Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπισήμως πάντοτε τοὺς καλῶ.
§33ΡΟΥΚΗΣ. Ἂς τὸ πάρῃ ὀπίσω, κ. πρόεδρε, αὐτὸ ὁ κ. Δουζίνας.
§34Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ πάρῃ ὀπίσω.
§35ΡΟΥΚΗΣ. Ὁ κ. Δουζίνας ἐμάζευσεν ἐδῶ τὰς ὑπογραφάς· ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀρνηθῇ; Λοιπὸν νὰ τὸ πάρῃ ὀπίσω.
§36Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, νὰ μὴν τὸ πάρῃ ὀπίσω. Ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθε, συνεσκέφθη, καὶ ἀπεφάσισε καὶ ὁ κ. Μεσσηνέζης......
§37ΡΟΥΚΗΣ. Εἶναι δύω ὑπογεγραμμένοι.
§38Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν εἶναι δύω ὑπογεγραμμένοι.
§39ΡΟΥΚΗΣ. Ἐδῶ ἐμάζευε τὰς ὑπογραφάς.
§40ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Κύριε πρόεδρε, βάλλετε τάξιν εἰς τὸ προεδρεῖον.
§41Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν ἔχεις δικαίωμα σὺ, νὰ μοῦ ἐπιβάλλῃς.... ἐγὼ ὁμιλῶ εἰς τὸν κ. Ῥούκην.
§42ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἐννοῶ ἐγὼ αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσκαλοῦνται τὰ μέλη, καὶ τότε μάλιστα· ἐν ὅσῳ ὅμως λέγει ὁ Κανονισμός, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ συνέρχηται καὶ γνωμοδοτῇ, φρονῶ ὅτι εἶναι παράτυπα αὐτὰ τὰ πράγματα.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς εἶπεν ὅτι ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του τοῦτο.
§44ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ἐκάλεσεν; Εἶμαι φιλαλήθης, κ. πρόεδρε, οὐδέποτε ἐψεύσθην χάριν οὐδενὸς συμφέροντος· εἴπομεν ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ θὰ συνέρχηται τὴν πρώταν ὥραν καὶ τίποτε περισσότερον. Ἐὰν ὅμως καθ’ ἑκάστην, καὶ ποῖον τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως, ὀφείλει ὁ πρόεδρος νὰ μᾶς εἰδοποιῇ.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τοῦ λοιποῦ ὁ πρόεδρος νὰ καλῇ ἑκάστοτε τὰ μέλη.
§46Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βαλέττας εἶπεν ὅτι προσεκλήθη. Πρέπει λοιπὸν ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ τὸ ἠξεύρουν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, χωρὶς νὰ κάμνωμεν ἔγγραφον, διότι εἶναι μάταια τὰ ἔγγραφα. Τοὺς παρακαλῶ λοιπὸν ἀπὸ τοῦδε νὰ ἔρχωνται πάντοτε (θόρυβος). Ἐγὼ ἔρχομαι πάντοτε, δὲν ἔλλειψα κἀμμίαν ἡμέραν.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον, κύριοι, τῆς συνεδριάσεως σήμερον εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ δανείου τῶν 26 ἑκατομμυρίων φράγκων.
§48ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ἡ Σύμβασις τῆς Αὐστροουγγαρίας, κ. πρόεδρε, ἡ ὁποία ἀνεγνώσθη, ἂς ἀναγνωσθῇ δεύτερον.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος ἐμποδίζει;
§50ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Δὲν τὸ κάμνετε....
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ κάμνω;
§52ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ γραφεῖόν σας πρέπει νὰ τὰ ἑτοιμάζῃ, κ. πρόεδρε.
§53Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ (Γραμματεύς). Πρόκειται ν’ ἀναγνωσθῇ, κ. ὑπουργέ.
§54ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὑποβάλλω, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, περὶ ἐφημερίων καὶ δημοδιδασκάλων.
§55ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νέον;
§56ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νέον.
§57ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει βάσιν διαφορετικὴν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ὑπουργὸς ὑπέβαλε. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ αἱ ἱερατικαὶ σχολαὶ δὲν καταργοῦνται, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας τελειοποιοῦνται, ὥστε ἐκ τῶν σχολῶν τούτων νὰ ἐξέρχωνται σπουδασταὶ ἔχοντες τὰ προσόντα ἱερέως καὶ δημοδιδασκάλου. Ἐξ αὐτῶν τῶν σπουδαστῶν ὑποχρεοῦνται οἱ ἐπίσκοποι νὰ χειροτονῶσι τοὺς ἱερεῖς, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ διὰ Β. Διατάγματος τοὺς δημοδιδασκάλους.
§58ΤΙΝΕΣ. Τὴν ὑποχρέωσιν.
§59ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐγὼ τὸ ἔχω δυνητικόν· ἡ Βουλὴ ἂς τὸ κάμῃ ὑποχρεωτικόν.
§60ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§61ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν ἵνα τυπωθῇ καὶ συζητηθῇ ταὐτοχρόνως μὲ τὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ. (Ὅρα παράρτημα).
§62ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§63ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν εἰσαχθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ν’ ἀναβάλῃ τὴν ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησιν μέχρις ὅτου τυπωθῇ καὶ τοῦτο.
§64ΠΕΤΣΑΛΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα· νὰ τὸ πάρῃ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ νὰ τὸ συγχωνεύσῃ.
§65ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Ὑποβάλλω ἐκ δευτέρου νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ δικαιώματος ὑποθήκης ἐπὶ τοῦ ἐν Πειραιεῖ ἐργοστασίου τοῦ Γ. Βασιλειάδου. Εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ ἄλλοτε. Ἕτερον νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων τοῦ μὲν τῆς 26 Αὐγούστου 1872, τοῦ δὲ τῆς 9 ἐνεστῶτος ἔτους (Ὅρα παράρτημα).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται τὸ περὶ Αὐστρο–Οὐγγαρίας νομοσχέδιον.
§67Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ. Εἰς δύο προηγουμένας συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ἐγένετο λόγος περὶ τῶν ἐν Κορίνθῳ διενεργουμένων καὶ προπαρασκευαζομένων ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς· ἀνεγνώσθησαν τηλεγραφήματα τρία, περὶ τούτων διαπραγματευόμενα. Τὸ ὑπουργεῖον μᾶς εἶπεν εἰς μὲν τὴν μίαν συνεδρίασιν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἀναμείνωμεν τὸ ἀποτέλεσμα καὶ τὸ τέλος τῆς ἐκλογῆς, καὶ τότε νὰ ἐκθέσωμεν τὰ κατὰ τὴν ἐκλογὴν ἐκείνην διενεργηθέντα· εἰς τὴν ἑτέραν συνεδρίασιν οἱ ὑπουργοί μας ἠρώτησαν ἢ ἀπῄτησαν παρ’ ἡμῶν νὰ φέρωμεν ἐπισήμους ἀποδείξεις περὶ τῆς συγκεντρώσεως τοῦ στρατοῦ ἐν τῷ δήμῳ Στυμφαλίας. Τέλος πάντων τὸ τέλος, τὸ ὁποῖον οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἀνέμενον, ἐπῆλθε. Τηλεγράφημα διαβιβασθὲν ὄχι μόνον εἰς ἐμὲ, ἀλλὰ καὶ πρὸς πολλοὺς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μας, ἀναγγέλλει ὅτι τὸ τέλος αὐτὸ ἐπῆλθε λίαν συνοπτικῶς, πρὸ τοῦ τέλους τῆς τετραημέρου προθεσμίας, ἥτις λήγει αὔριον. Ἡ ἐκλογὴ τῆς Κορίνθου ἐπερατώθη κακῶς· ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ τηλεγράφημα. «Θ. Ζαΐμην Ἀθήνας. Καταστροφὴ τελευταίου ὀδυνηροῦ δράμματος ἐξετελέσθη ἐν μέσῳ ἀτιμώσεων καὶ ἐγκληματικῶν πράξεων· μετὰ κατάληψιν καὶ γύμνωσιν οἰκίας μου Καλιάνι, ἐξεδιώχθησαν καὶ ὑποψήφιοι Σπῦρος, Κώστας καὶ Μαρκέλλος, ὡς καὶ ἀντιπρόσωποι, καὶ ἐν μέσῳ τρομεροῦ χειμῶνος ἀνεχώρησαν τόπον ἐκλογῆς, βοηθείᾳ 180 λογχῶν Βασιλικοῦ Στρατοῦ, ἱκανοποιήθησαν πόθοι Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ κατὰ πάντα εἰρηνικὴ διεξαγωγὴ ἐκλογῆς, πρὸς θρίαμβον Νόμων, εὐχαριστήθητε καὶ σεῖς. Ἀνδρ. Νοταρᾶς Ι. Δεληγιάννης.» Ἀνέγνων τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, ὄχι διὰ νὰ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐμπαίζωμαι καθ’ ἑκάστην· ἀνέγνων τὸ τηλεγράφημα, ὄχι διὰ νὰ ζητήσω θεραπείαν, διότι ἔχω πεποίθησιν ἀδιάσειστον, ὅτι αἱ πηγαὶ, ἐξ ὧν δύναται νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία, ἐκλείσθησαν ἑρμητικῶς. Τὸ λέγω μόνον διὰ νὰ ἐπιβεβαιώσω τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα· ἀνέγνων τὸ τηλεγράφημα διὰ νὰ πληροφορηθῇ ὁ τόπος περὶ τῆς σημερινῆς καταστάσεως. Βεβαίως ἡ φωνὴ τῆς πλευρᾶς, εἰς τὴν ὁποίαν ἑδρεύω, δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀντήχησιν ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου· ἀλλ’ ἂς ᾖναι βέβαιοι ὅτι, ἂν δὲν ἀντηχῇ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ἀκούεται ὅμως ἐνώπιον τοῦ ἔθνους.
§68ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§69ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶναι περίεργον νὰ μὴ ὁμιλοῦν οἱ ὑπουργοί.
§70Δ. Γ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ γραφόμενα, κύριοι, ........
§71ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν τίποτε.
§72ΑΧΟΛΟΣ. Ξεβουλώστε τ’ αὐτιά σας.
§73ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ (Ἀπὸ τοῦ βήματος). Τὰ γραφόμενα, κύριοι, ἐν τῷ τηλεγραφήματι αὐτῷ ἀληθῶς ταράττουσι πάντα ἀκροώμενον, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἄλλο εἰμὴ δευτέρα καὶ τρίτη ἔκδοσις τῶν χθὲς καὶ προχθὲς καὶ εἰς ἄλλας ἡμέρας ἀναγνωσθέντων τηλεγραφημάτων ἀπὸ τὰ αὐτὰ πρόσωπα. Ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ προχθὲς καὶ χθὲς, ἂν καὶ δὲν ἤμην ἐδῶ, νομίζω, ὅτι ἀπήντησεν ὑπουργός τις, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀναφέρει τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο εἶναι ἀνύπαρκτα· οὔτε πυροβολισμοὶ ἐγένοντο κατὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ Νοταρᾶ, ὅπως ἓν τηλεγράφημα ἔλεγεν, οὔτε τίποτε πιεστικὸν καὶ βίαιον συνέβη κατ’ αὐτοῦ ἢ τῆς μερίδος του. Ἡ ἐκλογὴ ἤρξατο τὴν Κυριακήν· ἔχω τηλεγράφημα τοῦ ἐπάρχου χθεσινὸν, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι τὴν Κυριακὴν ἡ ἐκλογὴ ἤρξατο καὶ ἐπεραιώθη ἐν πλήρει νομιμότητι καὶ ἡσυχίᾳ· προσθέτει δὲ ὅτι οὔτε πυροβολισμὸς ἔγεινεν, οὔτε ἐλάχιστόν τι ἀπὸ τὰ διαδιδόμενα ὑπὸ τῶν κυρίων ἐκείνων, οἵτινες ἔχουν συμφέρον νὰ γράφωσιν ὅ,τι θέλουν. Ἄλλο τηλεγράφημα ἔχω καὶ σήμερον, τὸ ὁποῖον ἐπίσης λέγει ὅτι καὶ χθὲς καὶ σήμερον ἡ ἐκλογὴ διεξήχθη ἐν τάξει καὶ ἡσυχίᾳ. Διὰ τί λοιπὸν, κύριοι, νὰ ἀκούητε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συμφέρον νὰ διαστρέφουν τὰ πράγματα, καὶ δὲν δίδετε κἀμμίαν πίστιν εἰς τὰ ὑφ’ ἡμῶν ἀνακοινούμενα, οἵτινες ἔχομεν ἐπισήμους εἰδήσεις; Πρὸς τί δὲ λέγομεν τὰ τοιαῦτα; διὰ νὰ χάνωμεν τὸν καιρόν; ἢ διὰ νὰ κινοῦμεν τὴν συμπάθειαν; Δυστυχῶς οἱ ἀνακοινοῦντες αὐτὰ δὲν ἔχουν ἐπιῤῥοὴν κἀμμίαν, οὐδ’ εἶναι ὀρθὸς ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ἀντικρούουν τὰ τηλεγραφήματα τοῦ ἐπάρχου, καθ’ ὅσον δικαίως δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι εἶναι οἱ ἀμέσως ἐνδιαφερόμενοι, καὶ λέγουν ὅλως ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπισήμως ἀναφέρει ὁ ἔπαρχος. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὰ τοιαῦτα εἶναι ἀνάξια ἀπαντήσεως· δὲν ὠφελοῦν τίποτε, καὶ ἔτι μᾶλλον δὲν εἶναι ἀλήθειαι. Ὡς ἐκ περισσοῦ, ἂν θέλετε, σᾶς ἀναγινώσκομεν τὰ τηλεγραφήματα τοῦ ἐπάρχου.
§74ΡΟΥΚΗΣ. Κάμνει λόγον τὸ τηλεγράφημα τοῦ ἐπάρχου, πόσοι ἐψηφοφόρησαν τὴν πρώτην ἡμέραν;
§75ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει.
§76ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Γραμματεὺς, ἀναγινώσκει).
«ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
Ἀθήνας. Ψηφοφορία ἐν Στυμφαλίᾳ, καθ’ ἃς ἔλαβον πληροφορίας ἐπισήμους ταύτην τὴν στιγμὴν, ἤρξατο πανηγυρικῶς τὴν χθὲς καὶ ἐξακολουθεῖ ἐν τάξει καὶ ἡσυχίᾳ· ψευδέστατος πυροβολισμὸς καὶ ἐκδίωξις ὑποψηφίων καθ’ ἃ ἐτηλεγράφησε Νοταρᾶς καὶ Δεληγιάννης χθὲς καὶ σήμερον, λεπτομερείας ταχυδρομικῶς αὔριον.
Ἔπαρχος Κορινθίας
Α. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ.»
§77ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Ἰδοὺ καὶ τὸ ἄλλο τηλεγράφημα τῆς ἐπιούσης.
§78ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Γραμματεὺς, ἀναγινώσκει).
«ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
Ἀθήνας. Ψηφοφορία Στυμφαλίας ἐξηκολούθησε καὶ τὴν χθὲς πανηγυρικῶς, κατὰ τὰς δύω ταύτας ἡμέρας ἐψηφόρησαν 500 ἐκλογεῖς, ὡς ἔχω ἐκεῖθεν πληροφορίας, ἄκρα ἡσυχία καὶ τάξις ἐπικρατεῖ.
Ἔπαρχος Κορυνθίας
Α. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ.»
§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν, ἐνθυμεῖταί ποτε νὰ ἔλαβεν ἄλλας πληροφορίας ἀπὸ τὰς ἀρχὰς, ὅσων ἡ ἐνέργεια ὑπῆρξεν ἐγκληματικὴ περὶ τὰς ἐκλογὰς, παρὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ὑπέβαλε τὸ ὑπουργεῖον, καὶ ἂν αἱ ἴδιαι αὗται αἱ πληροφορίαι δὲν ἀπεδείχθησαν ψευδεῖς; Δὲν πταίει ὁ ἔπαρχος. Ὁ ἔπαρχος Παπαδόπουλος, γνωστὸς ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τοῦ Καποδιστρίου, ἐπεφορτίσθη νὰ ἐκτελέσῃ ὅ,τι ἐξετέλεσεν· ἠδύνατο νὰ διαψεύσῃ τὸν ἑαυτόν του; Φέρετέ μου ἓν καὶ μόνον παράδειγμα, μίαν καὶ μόνην ἐποχὴν, καθ’ ἣν οἱ ἔπαρχοι ἐβεβαίωσαν ἀληθῶς ὅ,τι συνέβη εἰς τὰς ἐκλογὰς, διὰ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι καὶ σήμερον λέγουσιν ἀλήθειαν. Καὶ θέλετε, ἀκούσει αὔριον ὅτι ἡ ἐπιῤῥοὴ τοῦ Δεληγιάννη καὶ Νοταρᾶ κατέπεσεν ἀπέναντι τῆς ἐπιῤῥοῆς τοῦ κυρίου Ἰωάννου καὶ Γλουρούκου! ὅτι οὔτε μύτη ἐλύθη ὅτι οὐδεμία ἐπέμβασις ἔγεινεν, ὅτι οἱ ὑποψήφιοι ἀπολέσαντες τὴν ἐπιῤῥοήν των δὲν ἐτόλμουν νὰ παρουσιασθοῦν εἰς τὴν πρωτεύουσαν! Καὶ θέλουσι σᾶς εἰπῇ, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἐνεργήθη πανηγυρικῶς καὶ ἐν πληρεστάτῃ εἰρήνῃ! Θέλουν σᾶς εἰπεῖ, ὅτι ἡ ἐκλογὴ, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἐχύθη αἷμα, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἔγεινε νομίμως. Καὶ ὅμως, κύριοι, ἡ ἐκλογὴ αὕτη δὲν εἶναι παρὰ τὸ προϊὸν τῆς βίας, τῆς νοθείας, τοῦ ἐγκλήματος. Καὶ σεῖς κάθεσθε καὶ ψηφίζετε νόμους περὶ πιστώσεων καὶ δανείων, ἐνῷ αἱ ἐλευθερίαι τοῦ πολίτου καταστρέφονται, ἐνῷ τὸ Σύνταγμα καταπατεῖται ἀναιδέστατα καὶ ἐγκληματικώτατα. Κύριοι, δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω εἰς ἱστορίας, δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω εἰς δεδικασμένα· ἀλλ’ ἔχετε ἀκόμη ἔναυλα εἰς τὰς ἀκοάς σας τὰς κραυγὰς καὶ τὰ παράπονα καὶ τὰς διαψεύσεις, καὶ κρίνατε ἐν τῇ συνειδήσει σας σήμερον ἂν ὅ,τι σᾶς ἔλεγον τότε καὶ ἐπανελάμβανον καὶ χθὲς περὶ ἐγκλημάτων, ἦσαν ἀληθῆ. Ἰδού, κύριοι, ὁποία εἶναι ἡ κατάστασίς μας, ἰδοὺ ὁποία εἶναι ἡ θέσις μας. Καθήσατε, ἂν ἀγαπᾶτε, νὰ ψηφίσετε πιστώσεις καὶ δάνεια, ἐν ᾧ πολιτείαν συνταγματικὴν καὶ ὕπαρξιν συνταγματικὴν δὲν ἔχομεν.
§82Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐννοῶ, κύριοι, τὸ ἄλγος τὸ ψυχικὸν, τὸ ὁποῖον ἐξώρμησε τὸν κύριον Ζαΐμην νὰ κάμῃ, οὕτως εἰπεῖν, ἔκκλησιν εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων, ἀπελπισθεὶς πλέον ἀπὸ τὰς καθεκάστην παρουσιαζομένας παραβάσεις τοῦ Συντάγματος ἐκ μέρους τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς· δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ σήμερον κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ πλειονοψηφία παρουσιάζεται ὡς ὁ σκαπανεὺς, οὕτως εἰπεῖν, ὁ σάραξ τοῦ κινδυνεύοντος οἰκοδομήματος τοῦ Συντάγματος. Ἐννοῶ καὶ τὴν ἀγανάκτησιν τὴν δικαίαν τοῦ ἐκ Μεσσήνης βουλευτοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Κουμουνδούρου· καὶ ὁ κύριος Ζαΐμης καὶ ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος δὲν δύνανται νὰ μὴ ἀλγῶσιν ἀμφότεροι, διότι βέβαια ἂν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς κάλπης δὲν ἀναδείξῃ βουλευτὰς τοὺς κυρίους Νοταρᾶν καὶ Δεληγιάννην, ἀμφότεροι πρόκειται νὰ στερηθῶσι πολιτικοὺς φίλους....
§83ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν οὐδένα ἀπὸ αὐτοὺς, οὐδένα φίλον πολιτικόν· εἶναι πλάνη.
§84ΣΤΑΪΚΟΣ. Μὲ ὅλας τὰς διαμαρτυρήσεις τινῶν κυρίων ἐκ τῆς ἀριστερᾶς, ἐπαναλαμβάνω ὅτι οἱ ἀξιότιμοι καὶ σεβαστοὶ κύριοι προαγορεύσαντες δὲν δύνανται παρὰ νὰ λυπῶνται, ἵνα μὴ εἴπω ἀλγῶσιν, ἐπὶ τῇ ἀποτυχίᾳ σπουδαίων φίλων των, δὲν δύνανται παρὰ ἐπηρεαζόμενοι εἰς τὰς σκέψεις ἀπὸ τὰς συμπαθείας, τὰς ὁποίας αὐτοὶ ἔχουν πρὸς ἐκείνους, δὲν δύνανται παρὰ νὰ δώσωσι πλήρη πίστιν εἰς ὅσα ἐκεῖθεν τηλεγραφοῦσι καθεκάστην. Ἀλλά, κύριοι, πῶς θέλετε μία ὁλόκληρος Βουλὴ, ἓν ὁλόκληρον Κοινοβούλιον νὰ δώσῃ πλήρη πίστιν εἰς τὰ τηλεγραφήματα μιᾶς μερίδος ἀνταγωνιζομένης, μιᾶς μερίδος διεξαγούσης ἐκλογικὴν πάλην, καὶ νὰ μὴ δώσητε οὐδεμίαν προσοχὴν εἰς τὰ ἐπίσημα τηλεγραφήματα, εἰς τὰς ἐπισήμους πληροφορίας τῆς κυβερνήσεως αὐτῆς! Ἐκτὸς τῶν τηλεγραφημάτων τῶν ὀργάνων τῆς κυβερνήσεως, ἔχομεν ἀπὸ χθὲς πληροφορίας ἀπ’ εὐθείας ἐπισήμους. Ὡς πρὸς τοὺς τηλεγραφοῦντας ἐκεῖθεν, ἔχομεν προηγούμενα, τὰ ὁποῖα μᾶς δίδουν τὴν ἀφορμὴν νὰ ὑποθέτωμεν, νὰ πιστεύωμεν, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι οἱ κύριοι ἐκεῖνοι, προκειμένου νὰ ἀναφέρωσιν εἰς τὴν κυβέρνησιν συμβάντα τινὰ ἐπαρχιακά, οὐδέποτε περιωρίσθησαν ἐντὸς τῆς ἀληθείας, δὲν ἐδίστασαν τέλος πάντων νὰ φανῶσιν ὑπερβολικοί. Δὲν εἶναι πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν αὐτοὶ οἱ κύριοι διαβιβάζουν τοιαῦτα τηλεγραφήματα· τοῦτο ἐγένετο καὶ πέρυσι, τοῦτο ἐγένετο καὶ προπέρυσι, τοῦτο ἐγένετο εἰς τόσας ἄλλας προηγουμένας κυβερνήσεις. Ἔχομεν λοιπὸν τὸ ἐνδόσιμον ὅτι καὶ εἰς ἄλλας ἐποχὰς αὐτοὶ οἱ κύριοι ἔγραψαν καὶ ἐτηλεγράφησαν, καὶ αἱ ἀναφοραί των καὶ τὰ τηλεγραφήματά των ἐξηλέγχθησαν ὑπερβολικά, ἵνα μὴ εἴπω ψευδῆ.
§85ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ ποῖον;
§86ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐκ τῶν πραγμάτων.
§87ΕΤΕΡΟΣ. Ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.
§88ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια, τότε μάλιστα.
§89ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν σέβομαι περισσότερον ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν οἱουδήποτε ἀτόμου. Ἐπέρασα ἀπὸ τὴν Κόρινθον εἰς τὰ 1863 καὶ εἶδον τὶ συμβαίνει εἰς τὴν Κόρινθον. Ἀλλὰ πρόκειται σήμερον ἐκ τεκμηρίων νὰ σχηματίσωμεν τὴν γνώμην αὐτήν· φέρετε αὐτὸ τὸ τεκμήριον, φέρετε τὸ τηλεγράφημα, καὶ ἔρχεται ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ σᾶς παρουσιάζει τὴν κατάστασιν τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων καὶ σᾶς λέγει ὅτι εἶναι.......... καὶ λέγετε ὅτι εἶναι 180! Ἀφοῦ ἔχομεν ἀποδείξεις γνησίας, πιστεύετε τὸν Νοταρᾶν καὶ τὸν Δεληγιάννην καὶ δὲν πιστεύετε τοὺς ἄλλους;
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὴν ῥάχιν μου ἐδοκίμασα τὸ ψευδὲς τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν.
§91ΣΤΑΪΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ῥάχιν μου ἐδοκίμασα τὸ ψευδὲς τῶν πληροφοριῶν τῶν διαμαρτυρομένων ὅτι ἀπήχθη αἰχμάλωτος ὁ Καραβασίλης εἰς τὴν πατρίδα μου. Κύριοι, δὲν ἔπρεπε, νομίζω, οὔτε ὁ ἀξιότιμος Ζαΐμης νὰ ἐλέγξῃ οὕτως εἰπεῖν τὴν πλειονοψηφίαν καὶ νὰ τὴν θεωρήσῃ ἐντελῶς κωφεύουσαν πρὸς τὰ δίκαια παράπονα, ἐὰν τοιαῦτα ὑπάρχουν, οὔτε ὁ Κουμουνδοῦρος νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν ἀγανάκτησίν του. Σήμερον ὑφίσταται Κυβέρνησις, ὑφίστανται νόμοι· ἓν ἐκ τῶν δύω οἱ ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως ἢ ἐγκληματοῦν ἢ δὲν ἐγκληματοῦν. Θέλω νὰ εἴπω λοιπὸν, κύριοι, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις, ὑπάρχουν μόνον πληροφορίαι δύω ἐνδιαφερομένων, αἱ ὁποῖαι κατηγοροῦν τὰς ἀρχὰς, ὑπάρχει ἐπίσημος ὁμολογία τῶν ἀρχῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἐπίσημος κατάστασις τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῆς δυνάμεως· ἑπομένως πρέπει νὰ περιμείνωμεν τὸ πέρας τῶν ἐκλογῶν διὰ νὰ ἐξελέγξωμεν τὸ ἀληθές.
§92ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἐδέχθητε νὰ ἀποσταλῇ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς διὰ νὰ μᾶς εἴπητε αὐτό. Δὲν ἐφρόντισε νὰ στείλῃ ἡ Κυβέρνησις ἀνακριτὴν διὰ νὰ μᾶς εἴπῃ αὐτό....... Στηρίζεται εἰς τὰς πληροφορίας ἑνὸς ἐπάρχου καὶ τούτου ὀνομαζομένου Παπαδοπούλου.
§93ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις προσέχει πάντοτε εἰς τὰς πληροφορίας τὰς ἐπισήμους, παρὰ εἰς τοὺς ἰδιώτας τῶν ὁποίων ἡ φαντασία πλάττει, ὅσα εἶναι δυνατὸν νὰ πλασθῶσι.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται, κύριοι, εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν ἡ σύμβασις.
§95ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν γράφετε τὰ ὀνόματα τῶν ζητούντων τὸν λόγον· ἐζήτησεν ὁ Σαράβας τὸν λόγον. Δημοτικὸν συμβούλιον εἶναι!
§96ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι σᾶς πονεῖ στὴν καρδιά....
§97ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἷς τῶν προαγορευσάντων ἔκαμε λόγον περὶ ἀνακριτοῦ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δὲν συνειθίζει νὰ ἐπεμβαίνῃ καθόλου, ἀλλὰ ἐκτελεῖ τοὺς νόμους καὶ τὰ προδιατεταγμένα. Ὁ διευθύνων τὴν εἰσαγγελίαν εἶναι ὁ κ. Ῥάγκος· λέγων τὸ ὄνομα Ῥάγκος, γίνομαι καταληπτὸς ἂν ἔχῃ συμπάθειαν ἢ σχέσεις μὲ τὸν Νοταρᾶ. Εἰς τὸν εἰσαγγελεύοντα αὐτὸν ἐτηλεγράφησα πρὸ 4 ἡμερῶν καὶ τῷ εἶπον: ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἀποστολῆς ἀνακριτοῦ, εἰς σὲ ἐναπόκειται, συνέλθετε κατὰ τὰ εἰθισμένα μετὰ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς καὶ πράξατε τὰ περαιτέρω. Ἐπειδὴ δὲ λόγος περὶ ἐκλογῶν, ὅταν ἐνηργεῖτο ἡ παρελθοῦσα ἐκλογή, μοῦ ἐτηλεγράφησαν ὅτι τοὺς πολιορκοῦν εἰς Νεμέαν· ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἀνακριτὴς διετάχθησαν καὶ μετέβησαν ἐκεῖ, καὶ σᾶς λέγω ὅτι ἀπηυθύνθησαν πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης εὐχαριστοῦντες αὐτὸ διὰ τὴν νόμιμον καὶ εἰλικρινῆ ἐνέργειάν του. Λυποῦμαι νὰ ἔρχωνται τὰ τηλεγραφήματα εἰς τὴν Βουλὴν, ἐνῷ ὤφειλον νὰ ἀπευθύνωνται εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὅπως λαμβάνον τὰ παράπονα ὑπ’ ὄψιν προβαίνῃ εἰς τὴν θεραπείαν τῶν τυχὸν παρεκτροπῶν. Ἐὰν ἀληθῶς ἔλαβον χώραν παρεκτροπαί, διατί δὲν τηλεγραφοῦν εἰς τὸν εἰσαγγελέα εἰς τὸν εἰσαγγελεύοντα Ῥάγκον, τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐφετῶν κ. Κασιμάτην;
§98ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρότασιν διατί δὲν ἐκάματε;
§99ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἀπαντῶ· δὲν ἠξεύρετε ἂν ἔκαμα ἢ δὲν ἔκαμα. Δὲν συνειθίζω νὰ δημοκοπῶ· ἀπηυθύνθην εἰς τὴν εἰσαγγελικὴν ἀρχὴν καὶ εἰς τὸν Νομάρχην· ἐζήτησα τὴν θεραπείαν ἀπ’ ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ τὸν ζητήσω.
§100ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο Βουλὴ τότε.
§101ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ μὲ διακόπτῃς. Ἔπρεπε, ὡς εἶπον, νὰ ἀπευθύνωνται τὰ τηλεγραφήματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὴν εἰσαγγελίαν· σήμερον δὲ τί ἠθέλετε νὰ εἴπω, οὕτως ἔχοντος τοῦ πράγματος;
§102ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὅμοιον τηλεγράφημα μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέγνω πρότερον ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς φίλος μου κ. Ζαΐμης, ἀπηυθύνθη καὶ πρὸς ἐμὲ καὶ προσέτι ἓν ἕτερον τὸ ὁποῖον κατὰ καθῆκον, διότι μοῦ ἐδόθη ῥητὴ πρὸς τοῦτο ἐντολὴ, ὀφείλω νὰ τὸ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς. «Δημήτριον Σαράβαν Ἀθήνας. Χθὲς ἔγραψα, σᾶς εἰδοποιῶ ὅτι ὑποψηφίους Κούσταν καὶ Μάρκελλον ἐδίωξαν Σάββατον ἐκ πρωτευούσης Στυμφαλίας μὲ κωδωνοκρουσίαν, ὅπως ἐκλογὴ διαξαχθῇ εἰρηνικῶς γνώμῃ καὶ ἀποφάσει Κυβερνήσεως, ἀνακοινώσατε Βουλῇ παρακαλῶ. Δι’ αὐτὸ ἐθεωρήθη περιτὴ ἐπιτροπὴ Βουλῆς καὶ ἀνακριτοῦ.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ.»
Κύριοι βουλευταί· σᾶς ὁμολογῶ ὅτι αἰσθάνομαι ὀδύνην νὰ βλέπω ζητήματα τοιαῦτα νὰ φέρωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ λαμβάνουν τὴν ὑποδοχὴν, τὴν ὁποίαν ἀξιοῦσιν οἱ κύριοι προλαλήσαντες ὅτι πρέπει νὰ λάβωσι. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι, κύριοι, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ πρώτιστον δικαίωμα τοῦ πολίτου Ἕλληνος ἐγγεγραμμένον ἐν τῷ Συντάγματι, τοιαύτην τύχην πρέπει νὰ λαμβάνῃ, ὁποίαν ἀξιοῦσιν ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ σήμερον ἡ ἀναφορὰ τῶν διαγωνιζομένων ἐν Κορινθίᾳ!
§103ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀναφορά.
§104ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὅταν ὁ πολίτης, κύριοι, ἀναφέρεται εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτηρῇ ἐπὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων καὶ τὸ πρώτιστον καθῆκον νὰ ἐπιτηρῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, διότι ἐκεῖθεν ἀποῤῥέει ἡ γνησιότης τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας· ὅταν, κύριοι, πολῖται ἀναφέρονται παραπονούμενοι οὐχὶ περὶ τυχαίων ἐπεμβάσεων, ἀλλὰ ἐπεμβάσεων γινομένων τῇ δυνάμει τῆς λόγχης, τῇ συστηματικῇ ἐπεμβάσει τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς, νομίζετε ὅτι εἶναι ἱκανὴ ἀπάντησις, ἂν μᾶς εἴπητε: ἔχω ἐναντίας πληροφορίας ἀπὸ τὸν ἔπαρχον, φέρετέ μου ἀποδείξεις! καὶ νομίζουν, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι δικαστήριον, ὅτι ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία εἶναι δικανικόν τι σῶμα, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσάγωνται δικανικαὶ ἀποδείξεις; Φέρετέ μας, λέγουν, ἀποδείξεις· καὶ νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ παρουσιάσωμεν συμβόλαιον ἢ πρωτόκολλον περὶ τῶν στρατιωτικῶν αὐτῶν ἐπεμβάσεων; Ὅταν δύω τῶν ἐντιμοτέρων πολιτῶν, δύω πολῖται, οἱ ὁποῖοι κατέσχον τὰ ὕπατα τῆς πολιτείας ἀξιώματα, ὁ κ. Νοταρᾶς ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ ἄλλως ἄνευ τούτου μία τῶν πρωτίστων οἰκογενειῶν, ὁ ἀξιότιμος κ. Δελιγιάννης, πρώην πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καταγγέλουν τοιαύτας πράξεις, πρέπει νὰ ἀδιαφορήσωμεν εἰς τὰ παράπονά των καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι αὐτὰ εἶναι ψευδῆ, διότι ὁ ἔπαρχος λέγει τὸ ἐναντίον! Τῇ ἀληθείᾳ μὲ αὐτὸ τὸ σύστημα σᾶς λέγω, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπιτηρεῖν τὴν Κυβέρνησιν εἶναι ὁλωσδιόλου μάταιον. Δὲν ἐννοῶ μὲ τοῦτο ὅτι πρέπει νὰ δώσω ἀπόλυτον πίστιν εἰς τὰ λεγόμενα· ἐννοῶ ὅμως ὅτι πρέπει νὰ κάμωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κάμῃ πᾶς ἄνθρωπος, ὅταν τῷ γίνωνται γνωστὰ παράπονα τοιαῦτα, νὰ προβῇ εἰς τὴν διεξερεύνησιν αὐτῶν. Τί ἔκαμεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν πρὸ ἡμερῶν περιῆλθεν εἰς γνῶσίν του, ὅτι τοιαῦται ἐπεμβάσεις ἐγένοντο κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐκλογῆς;
§105ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς εἶναι ἐπιτετραμμένος τὴν καταδίωξιν τῶν ἐγκλημάτων.
§106ΣΑΡΑΒΑΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἔχει τὴν μεγίστην ἐποπτείαν ἐπὶ τῆς καταδιώξεως τῶν ἐγκλημάτων, καὶ ἔχει καθῆκον νὰ ζητήσῃ λόγον ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα τί ἐνήργησε, καὶ νὰ τὸν παραγγείλῃ νὰ ἐνεργήσῃ ........ Δὲν θέλω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα τηλεγραφοῦνται εἶναι ἀληθῆ, δὲν θέλω ἐπίσης νὰ παραδεχθῶ, ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπον αἱ ἀρχαὶ καὶ αἱ ἀνακοινώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ἀληθῆ· ὀφείλω ὅμως νὰ κάμω ................... ἵνα εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι ἀμέτοχος ἐπεμβάσεων. Ὁ ἐκλογικὸς νόμος ῥητῶς χαρακτηρίζει τὰς στρατιωτικὰς ἐπεμβάσεις ἐν ταῖς ἐκλογαῖς ὡς ἐγκλήματα τιμωρούμενα ὑπὸ τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ κώδικος. Τί ἔκαμεν ὁ ὑπουργὸς, ὅταν αἱ πράξεις τοῦ κατηγγέλθησαν; Τί ὀφείλει νὰ κάμῃ σήμερον; ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ τηλεγραφήματα, νὰ προκαλέσῃ τὴν αὐστηρὰν καταδίωξιν διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἐντεῦθεν, κατόπιν τῆς ἀποφάσεως τῶν δικαστηρίων, ἂν καὶ κατὰ πόσον τὰ παράπονα ἐκεῖνα ἦσαν ἀληθῆ. Δὲν δύναται δέ ποτε νὰ εἴπῃ ὅτι, ἐπειδὴ ἔχω ἐναντίας πληροφορίας, δὲν πρέπει νὰ δώσω οὐδεμίαν πίστιν, καθόσον ἡ Κυβέρνησις ἔχει μεγαλειτέραν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν τήρησιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, διότι ὅσον περισσοτέραν ἐλευθερίαν θέλει νὰ τηρήσῃ εἰς ἑαυτὴν, τόσῳ μεγαλειτέρα εἶναι ἡ εὐθύνη αὐτῆς. Ἐὰν συμφώνως μὲ μὲ τὴν αἴτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἐστέλλετο ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐπιτηρήσῃ κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν, ἐὰν παρήγγελλε νὰ σταλῇ ἀνακριτὴς νὰ ἐπιστατήσῃ, ἡ εὐθύνη της θὰ ἦτο πολὺ μικροτέρα· τώρα ἔχει πολὺ μεγαλειτέραν εὐθύνην δι’ ὅσα ἐγένοντο εἰς τὴν Κόρινθον. Λέγω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ παραγγείλῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν δικαστικὴν ἀνάκρισιν ὅλων τῶν καταγγελλομένων, ὥστε τοιουτοτρόπως ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, πρὶν ἢ ἀκόμη ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξελέγξεως τῆς ἐκλογῆς, νὰ ἔχῃ τὴν γνωμοδότησίν της.
§107ΣΤΑΪΚΟΣ. Ποῖος καταγγέλλει; νομίζετε ὅτι τοιοῦτον ἔγκλημα φέρετε εἰς γνῶσιν τῆς Κυβερνήσεως; πρέπει νὰ γείνῃ ῥητὴ ἔγκλησις· εἶσθε πολὺ ἠπατημένος.
§108ΖΕΖΑΣ. Ἂν, κύριοι, ὑπῆρχε πραγματικῶς ἀναφορὰ εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ μέρους τῶν κυρίων, οἱ ὁποῖοι ἐτηλεγράφησαν εἰς τοὺς προλαλήσαντας, ἢ ἐκ μέρους οἱουδήποτε, ὅτι κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐκλογῆς παρεβιάσθη ὁ νόμος ἢ ἐγένοντο πράξεις ἐγκληματικαὶ, ἂν λέγω εἶχεν ἡ Βουλὴ τοιαύτην ἀναφορὰν, ἠδύνατο βεβαίως νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ὤφειλεν ἡ Βουλὴ νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ τὰ παράπονα ταῦτα.
§109ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶχε τηλεγράφημα χθὲς ὁ κύριος πρόεδρος;
§110ΖΕΖΑΣ. Ὄχι.—Ὅταν ὅμως ἡ Βουλὴ τοιαύτην ἀναφορὰν δὲν ἔχῃ, διότι οἱ κύριοι αὐτοὶ δὲν ἐνόμισαν, ὅτι ὤφειλον νὰ ἀναφερθῶσιν οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν....
§111ΣΑΡΑΒΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἠξεύρετε ὅτι αἱ ἀναφοραὶ παρουσιάζονται εἴτε διά τινος βουλευτοῦ, ....... εἰς τὴν Βουλήν· ὥστε ἀφοῦ ἐγὼ παρουσίασα τὴν ἀναφορὰν, εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ τὴν παρουσίαζον αὐτοί.
§112ΖΕΖΑΣ. Μὰ ἀφήσετέ με νὰ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν μου. Ὅταν τοιαύτην ἀναφορὰν δὲν ὑπέβαλον εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς, οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν......
§113ΣΑΡΑΒΑΣ. Μὰ σᾶς εἶπα.
§114ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὸς νομίζει καθῆκον νὰ ὁμιλήσῃ, ἂς ὁμιλήσῃ.
§115ΖΕΖΑΣ. Ὅταν οἱ τὰ τηλεγραφήματα ἀναγνώσαντες βουλευταὶ δὲν ἔρχωνται νὰ τὰ εἰσαγάγωσιν ὡς ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ αἰτήσωσιν, ὅπως ὁ κύριος Σαράβας καταστρέφων τὸν λόγον εἶπεν, ὅτι συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐξέτασιν τῶν παραπόνων· ὅταν, κύριοι, ἐν αὐτοῖς τοῖς τηλεγραφήμασιν ἀναφέρεται, καὶ ὁ κύριος Ζαΐμης, ὁ ὁποῖος πρῶτος τὰ ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὑπεστήριξεν ἀπροκαλύπτως, ὅτι δὲν καταγγέλλει εἰς τὴν Βουλὴν τίποτε, διότι δὲν ἐλπίζει κᾀμμίαν θεραπείαν οὔτε ἀπὸ τὴν Βουλὴν, οὔτε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, νομίζετε ὅτι ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχητε τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν θέλει νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν της, νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ σιωπὴ δὲν εἶναι ἡ ἀρκοῦσα καὶ πρέπουσα ἀπάντησις;
§116ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε Ζέζα, τί σημαίνει ἀπάντησις;
§117ΡΟΥΚΗΣ. Εἴπατε ὅτι ἡ σιωπὴ εἶναι πρὸς ἀπάντησιν· τί ἐννοεῖτε, εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς τὸ εἴπητε;
§118ΖΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἐξηγήθην σαφῶς· ἂν δὲν μὲ διεκόπτατε καὶ ἐπροσέχετε, ἠμπορούσατε νὰ μὲ ἐννοήσητε. Ὁ κύριος Ζαΐμης δὲν ἐπεκαλέσθη.....
§119ΖΩΧΙΟΣ. Ἐπεκαλέσθη.
§120ΖΕΖΑΣ. Ὁ κύριος Ζαΐμης ἀνέγνωσε τὸ τηλεγράφημα μόνον, εἰπὼν «ὅτι οὔτε ἐπικαλοῦμαι θεραπείαν, οὔτε ἀπεκδέχομαι τοιαύτην ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἢ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἀναγινώσκω μόνον τὸ τηλεγράφημα διὰ νὰ τὸ ἀκούσῃ τὸ ἔθνος.» Ἄρα ἠθέλησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ μομφὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ οὐδὲν ἄλλο. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑνὸς ἔχομεν τὰ τηλεγραφήματα πρὸς τοὺς βουλευτὰς, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀνέγνωσαν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἔχομεν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐπισήμως ἡ Κυβέρνησις σᾶς ἐξέθηκε· θέλετε νὰ δώσωμεν περισσοτέραν πίστιν εἰς τὰς πληροφορίας τὰς ἐξωδίκους ἀνθρώπων, ἐνδιαφερομένων, καὶ οὐχὶ πρὸς τὰς ἐπισήμους τῶν ἀρχῶν! Δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὸν κ. Σαράβαν, ὅταν λέγει, δὲν πιστεύω οὔτε τοὺς ἀναφερομένους, οὔτε τὰς ἀρχάς· συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς ἐξέτασιν, καὶ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν νὰ ἔχωμεν ὅλας τὰς πληροφορίας, ἃς δύναται νὰ συλλέξῃ. Ἀλλὰ σεῖς ἔρχεσθε διὰ τῶν τηλεγραφημάτων αὐτῶν καὶ διὰ τῶν ἐπερωτήσεων ὄχι διὰ νὰ συστήσετε τὴν ἐξέτασιν τῶν παραπόνων, οὔτε διὰ νὰ ἐπικαλεσθῆτε θεραπείαν, ἀλλὰ διὰ νὰ προσβάλετε τὴν Κυβέρνησιν, νὰ προσβάλετε τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ νὰ προκαταλάβητε τὸ δημόσιον, ὅτι κατὰ τὴν ἐκλογὴν ἐγένοντο παρανομίαι, ἐν ᾧ τοιαύτας ἀποδείξεις δὲν ἔχετε. Ἐὰν εἴχετε ἀποδείξεις, ἐὰν τὰ ἐν τοῖς τηλεγραφήμασιν ἀναφερόμενα ἦσαν ἀληθῆ καὶ ἀποδεδειγμένα, ἂν δὲν διεψεύδοντο διαῤῥήδην ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἐκώφευον, τότε εἴχετε δίκαιον νὰ τὸ πράξητε· ἀλλὰ νὰ στηρίζεσθε εἰς πληροφορίας ἐξωδίκους καὶ πληροφορίας ἀνθρώπων ἐνδιαφερομένων καὶ ἀποκρουομένας ἐπισήμως, μοῦ φαίνεται, ὅτι τίθεσθε σεῖς εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν θέλετε καὶ προσπαθῆτε νὰ πλάσητε δι’ ἡμᾶς. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν πρέπει νὰ γίνεται πλειότερος λόγος καὶ πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§121Δ. ΓΡΙΒΑΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς χθεσινὸν τηλεγράφημα τοῦ ἐπόπτου τῶν σταθμῶν Κορινθίας ὑπομοιράρχου Στεριοπούλου, εἰς ὃν ἔχει ἀνατεθῆ ἡ διοίκησις τῆς διὰ τὴν ἐκλογὴν δημοσίας δυνάμεως, καὶ ὑπὲρ τοῦ ὁποίου πολλάκις μοὶ ἐλάλησεν αὐτὸς ὁ κ. Δεληγιάννης, καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου θέλετε ἴδει ὅτι ἡ ἐκλογὴ προβαίνει μεθ’ ὅλης τῆς τάξεως καὶ νομιμότητος. (Ἀνεγνώσθη).
«ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ
Ἀθήνας. Ἡ ἐκλογὴ Στυμφαλίας ἐξακολουθεῖ πανηγυρικῶς χθὲς καὶ σήμερον, τάξις καὶ νομιμότης. Τὰ περὶ δολοφονίας Σ. Νοταρᾶ διαδοθέντα εἰσὶ ψευδῆ. Στυμφαλία, 26 Νοεμβρίου 1874.
Ἐπόπτης σταθμῶν
ΣΤΕΡΙΟΠΟΥΛΟΣ.»
§122ΣΑΡΑΒΑΣ. Πράγματα τὰ ὁποῖα......
§123ΓΡΙΒΑΣ. Περὶ Στυμφαλίας νὰ γίνεται τόσος λόγος, ἐκ τῆς ὁποίας πάντοτε ἐπαναλαμβάνονται τὰ αὐτὰ παράπονα, καὶ τὰ ὁποῖα πολλάκις μᾶς ἐξώδευσαν χρόνον ἐπὶ ματαίῳ, διότι ἀείποτε ἀπεδείχθησαν πᾶν ἄλλο ἢ ἀληθῆ.
§124ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸν ὑπομοίραρχον θέλετε νὰ πιστεύσωμεν;
§125ΓΡΙΒΑΣ. Αὐτὸς εἶναι ἀξιωματικὸς καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸν πιστεύσωμεν, διότι ἂν δὲν ἀναφέρῃ τὴν ἀλήθειαν δὲν μένει ἄλλο ἢ νὰ τὸν παραπέμψωμεν εἰς τὸ Στρατοδικεῖον.
§126ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πόσους ἄλλους ἔπρεπε νὰ παραπέμψωμεν εἰς τὸ Στρατοδικεῖον......
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται, κύριοι, ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις τῆς Συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ Αὐστροουγγαρίας.
§128ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει).
§129ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐὰν θὰ ἀναγνωσθῇ, ἔχω νάγκην νὰ λάβω τὸν λόγον.
§130ΤΙΝΕΣ. Ἐτελείωσεν ἡ ἀνάγνωσις.
§131ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐὰν θέλετε, εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
§132ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§134ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§136ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν λαμβάνει τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, πρῶτον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φόρου τῶν ζώων καὶ μελισσίων διὰ τὸ ἔτος 1875, δεύτερον ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν προϊόντων διὰ τὸ ἔτος 1875, τρίτον περὶ κυρώσεως τοῦ Διατάγματος περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῆς ἀπαριθμήσεως τῶν ζώων, τέταρτον ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν τοῦ ἔτους 1875 καὶ πέμπτον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαφόρων ὑπαλλήλων ὡς ὑπολόγων καὶ τῆς ἐγγυήσεως αὐτῶν ἀπέναντι τοῦ ταμείου. (Ὅρα παράρτημα).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἐπισκόπων.
§138ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κ. πρόεδρε, ἥτις εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς συμβάσεως περὶ δανείου.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν λοιπὸν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς δευτέρας συζητήσεως ἐπὶ τῆς συμβάσεως περὶ δανείου· ὁ κ. Μεσσηνέζης ἔχει τὸν λόγον.
§140ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἂς ὁμιλήσῃ ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ μετὰ ταῦτα ὁμιλῶ ἐγώ.
§141ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀτυχὴς ὑπῆρξεν ἔλεγεν πρὸ 3 ἢ 4 ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Ζαΐμης, ἀτυχὴς ὑπῆρξεν ὁ βουλευτὴς Ἀμφίσσης διότι ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ ὅτι νομίμως καὶ τακτικῶς εἰσήχθησαν παρὰ τοῦ ὑπουργείου αἱ πιστώσεις, διότι δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀναιρέσῃ οὐδὲν ἐκ τῶν πολλῶν ὅσα ἐῤῥέθησαν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ τῶν ἀτελειῶν καὶ τῶν ἐλλείψεων τῶν πιστώσεων. Ἀτυχέστερος λέγω ἐγὼ ὑπῆρξεν ὁ αὐτὸς βουλευτὴς, θελήσας ν’ ἀντικρούσῃ τοὺς πολεμήσαντας κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου· καὶ σᾶς ὁμολογῶ ὅτι λυποῦμαι ἐγκαρδίως, βλέπων τὰς ἀλλεπαλλήλους ταύτας ἀποτυχίας τοῦ φίλου μου κ. Σιμοπούλου. Ὁ κ. Σιμόπουλος ὑπηρέτησεν ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὡς ἀνώτερος καὶ κατώτερος οἰκονομικὸς ὑπάλληλος, καὶ ὡς ὑπάλληλος τῆς Τραπέζης· εἶναι κάτοχος ὅλων τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων καὶ πρὸ πάντων τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν σχέσιν μὲ τὰς Τραπέζας. Ἀλλὰ ἀφοῦ ἀπεφάσισε νὰ ταχθῇ εἰς τὴν φάλαγκα τῆς συμπολιτεύσεως διότι νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ὑποστηρίζῃ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας ἐπιδοκιμάζει τὴν πολιτικὴν πορείαν, ἠδίκησε τὸν ἑαυτόν του πιστεύσας, ὅτι, καθὸ συμπολιτευόμενος, ὀφείλει ὄχι μόνον νὰ παραδέχητε, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ καὶ νὰ ἐκθειάζῃ ὅλα τὰ ἔργα τοῦ ὑπουργείου εἴτε στηρίζονται εἰς τὸν νόμον, εἴτε μὴ, εἴτε εἶναι ὀρθὰ, εἴτε ὄχι. Δὲν ἔχομεν, κύριοι, σκοπὸν νὰ παρεμβάλλωμεν προσκόμματα εἰς τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, οὐδὲ νὰ ἀπασχολήσωμεν τὸν πολύτιμον χρόνον ἡμεῖς εἰς ματαίας συζητήσεις· μᾶς ἠδίκησε δὲ χθὲς τὸ ἑσπέρας ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς· ὑπέθεσεν ὅτι τινὲς ἐξ ἡμῶν ἐζητήσαμεν τὸν λόγον, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν νὰ κερδήσωμεν καιρὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ πλειονοψηφία ἐπέμενε νὰ κλείσῃ τὴν συζήτησιν καὶ νὰ μᾶς ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον. Δὲν ἔχομεν, ἐπαναλαμβάνω, σκοπὸν νὰ μακρύνωμεν τὰς συζητήσεις, οὔτε νὰ καταστρέψωμεν τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς. Ὁ σκοπὸς ἡμῶν εἶναι νὰ διευκρινήσωμεν ὅσον εἶναι δυνατὸν τὰ πράγματα, διὰ νὰ μάθητε καὶ ὑμεῖς καὶ ὅλος ὁ κόσμος ποία εἶναι ἡ σημασία τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ποῖαι εἶναι αἱ ὠφέλειαι, τὰς ὁποίας δι’ αὐτοῦ θέλει ἀποκτήσει τὸ δημόσιον, ποῖα τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἀναλαμβάνει, καὶ ποῖαι αἱ παραχωρήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὴν Τράπεζαν. Ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις δύναται καὶ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἄρχομαι δὲ ἀπὸ τῆς ἐπόψεως τοῦ ὠφελίμου, θέλω δηλαδὴ ἐξετάσει ἐὰν τῷ ὄντι ᾖναι ὠφέλιμον εἰς τὸ δημόσιον, καὶ κατὰ πόσον εἶναι ὠφέλιμον. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, ζητεῖται δάνειον, ἐκ τοῦ ὁποίου τὸ δημόσιον θέλει εἰσπράξει 23 ἑκατομμύρια περίπου πραγματικῶν δραχμῶν, διὰ τὰς ὁποίας θέλει πληρώνει ἐτησίως τόκον, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς 7 καὶ 83% κατ’ ἔτος. Λαμβάνομεν λοιπὸν διὰ τοῦ δανείου τούτου χρήματα ἐπὶ τόκῳ πρὸς 7 καὶ 83%, διὰ νὰ πληρώσωμεν προγενέστερα χρέη τοῦ δημοσίου, διὰ τὰ ὁποῖα δίδομεν τόκον, κατὰ τὸν κύριον ὑπουργὸν καὶ τὸν εἰσηγητὴν τῆς ἐπιτροπῆς, πολὺ ἀνώτερον, ἐντεῦθεν δὲ θέλει προέλθει ὠφέλεια οὐχὶ μικρὰ, ὠφέλεια ὑπολογιζομένη παρ’ αὐτῶν εἰς 236,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος. Ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ μὴν συμφωνήσω εἰς τοῦτο, καὶ νὰ παρατηρήσω ὅτι οἱ ὑπολογισμοί των εἶναι λίαν ἐξωγκωμένοι, διότι ἡ πραγματικὴ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν τὸ δημόσιον θέλει λάβει ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν τόκων, εἶναι πολὺ μικροτέρα.
§142Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. 214,000 δρ.
§143ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τὴν ὑπολογίζουν εἰς 236,000 δρ.
§144Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§145ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω. — Τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ δανείου τούτου θέλουσι μετατραπῆ, εἶναι πρῶτον μέρος τοῦ δανείου τῶν 9 ἑκατομμυρίων, διὰ τὸ ὁποῖον σήμερον πληρώνει τὸ Κράτος 9,5% τόκον, ἑπομένως εἶναι βέβαιον, ὅτι ἀφοῦ θὰ πληρώνωμεν τοῦ λοιποῦ 7,83% θὰ προέλθῃ ὠφέλεια πραγματικὴ 1,67%, νομίζω, κατ’ ἔτος.
§146Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι πληρόνομεν χρεωλύσιον, κ. Σωτηρόπουλε;
§147ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ βιάζεσθε, ὅλα θὰ τὰ εἴπω.—Θὰ κερδήσῃ λοιπὸν τὸ δημόσιον 1 καὶ 67% ἐκ τῆς μετατροπῆς τοῦ χρέους τῶν 9 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ χρέους τῶν 9 ἑκατομμυρίων ἀναβαίνει εἰς 6,608,000 δραχμάς· ἀλλ’ αἱ ὑπάρχουσαι ἐκ τούτου εἰς τὴν Τράπεζαν ὁμολογίαι περιλαμβάνουσι 5,246,000 δραχ. καὶ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ περιορίσωμεν τοὺς ὑπολογισμούς μας· τὸ διατί, θέλω σᾶς εἴπει ἀμέσως. Ὥστε ἐὰν ὑπολογίσητε τὴν ὠφέλειαν τοῦ 1 καὶ 67% ἐπὶ τῶν 5,246,000 δρ. αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς τὴν Τράπεζαν, θέλετε ἔχει ἐτησίως κέρδος ἐκ δραχ. 87,608 δρ. καὶ αὕτη εἶναι ἡ πραγματικὴ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν θέλετε ἔχει ἐκ τῆς μετατροπῆς τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 9 ἑκατομμυρίων· ὡς πρὸς δὲ τὰς ὁμολογίας, αἵτινες εὑρίσκονται εἰς χεῖρας ἰδιωτῶν, ἐκ δρ. 1,461,000, δὲν δύνασθε νὰ κάμετε τὸν αὐτὸν συλλογισμόν, διότι οἱ ἰδιῶται δὲν πιστεύω νὰ ἔχουν τὴν φιλοτιμίαν καὶ τὸν πατριωτισμὸν τῆς Τραπέζης, νὰ δεχθῶσι τὴν μετατροπήν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον παραχωρεῖ ἀμοιβὴν 20 δραχμῶν καθ’ ἑκάστην ὁμολογίαν, ἀλλὰ ἐγὼ νομίζω ὅτι καὶ διὰ τῆς ἀμοιβῆς δὲν θὰ στέρξουν εἰς τὴν μεταβολὴν, διότι ἀντὶ τῶν 520 δραχμῶν, εἰς ἃς ἐκτιμᾶται ἑκάστη ὁμολογία διὰ τῆς προσθήκης τῶν 20 δραχ. θὰ λάβουν κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ νέου δανείου ὁμόλογα ἐκ δραχ. 643, αἱ ὁποῖαι πρὸς 6% φέρουν τόκον 38,68%· ἐνῷ μὲ τὰς 500 δραχμὰς λαμβάνουν 47,50%· ὁ κάτοχος λοιπὸν θέλει προτιμήσει νὰ κρατήσῃ τὰς παλαιὰς ὁμολογίας ἐκ τῶν ὁποίων θέλει ἔχει 47,50% καὶ οὐχὶ τὰς τοῦ νέου δανείου, ἐκ τοῦ ὁποίου θέλει ἔχει 38,68%. Ἰδοὺ διατὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον ὑπολογίζω, ὅτι μόνον αἱ ἐν τῇ Τραπέζῃ ὁμολογίαι θέλουν ἀνταλλαγῆ, καὶ ἐκ τῆς ἀνταλλαγῆς θέλει προκύψει θετικὴ καὶ καθαρὰ ὠφέλεια ὑπὲρ τοῦ δημοσίου 87,000 δραχ. τὰ λοιπὰ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὰ θεωρῶ ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον ἀμφίβολα. Πλὴν τοῦ χρέους τῶν 9,000,000 θέλει μετατραπῆ καὶ τὸ χρεωλυτικὸν δάνειον, διὰ τὸ ὁποῖον εἶναι ὑποθηκευμέναι αἱ εἰσπράξεις τοῦ τελωνείου Κεφαλληνίας, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον πληρώνεται τόκος 8%· θέλουν δὲ ἐξοφληθῆ καὶ τὰ κινητὰ χρέη, διὰ τὰ ὁποῖα πληρώνεται ὁ αὐτὸς τόκος· ἀλλὰ μεταξὺ 8% καὶ 7,8% ἡ διαφορὰ εἶναι τόσον ἀσήμαντος οὔτε κἂν λόγος πρέπει νὰ γείνῃ, διότι δὲν ἀναλογοῦσι παρὰ 17 λεπτὰ εἰς τὰς 100 δραχμὰς, ἢ 17,000 δραχμαὶ εἰς τὰ 10 ἑκατομμύρια.
§148ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ........
§149ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον πληρώνομεν σήμερον, καὶ τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον θέλομεν πληρώσει διὰ τὸ νέον δάνειον, εἶναι τόσον ἀσήμαντος, ὥστε τὸ κατ’ ἐμὲ, οὔτε λόγος πρέπει νὰ γείνῃ, ἀλλὰ χάριν τῶν κυρίων ὑπουργῶν καὶ τοῦ εἰσηγητοῦ δύναμαι νὰ προσθέσω εἰς τὰς 87,000, 20 καὶ 40, χιλ. δραχμῶν καὶ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ πραγματικὴ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν θέλει ἔχει τὸ δημόσιον ἐκ τῆς πληρωμῆς μικροτέρου τόκου διὰ τοῦ νέου δανείου, ἀναβαίνει εἰς 110 ἢ 120 χιλιάδων δραχμῶν, οὐδέποτε ὅμως εἰς ὅσα διατείνεται ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι, καὶ μικρὰ ἐὰν ᾖναι ἡ ὠφέλεια τοῦ δημοσίου, δὲν εἶναι κακὸν νὰ τὴν ἐπιζητήσωμεν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀνταλλάξωμεν τὰς ὁμολογίας, τὰς ὁποίας ἔχομεν, μὲ ὁμολογίας τῶν αὐτῶν ὑποχρεώσεων, ἤθελον καὶ ἐγὼ συμφωνήσει μαζῇ σας, διότι βεβαίως καλὸν ἦτον, ἐὰν ἠδυνάμεθα χωρὶς παραχώρησίν τινα ἢ ἄλλην βλάβην, νὰ οἰκονομήσωμεν 100 ἢ καὶ 80 χιλιάδας δραχμῶν κατ’ ἔτος. Ἀλλὰ σηλλογισθῆτε, κύριοι, ὅτι διὰ νὰ οἰκονομήσωμεν αὐτὸ τὸ ἐλάχιστον καὶ ἀσήμαντον ποσὸν, θέλομεν συνομολογήσει νέον δάνειον, τὸ ὁποῖον δεσμεύει τὸν τόπον, καθὼς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς φίλος μου κύριος Κουμουνδοῦρος, ἐπὶ 44 ἔτη συνομολογοῦντες δὲ δάνειον ἐπὶ χρεωλυσίῳ, πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατὰ τοὺς κανόνας, οἵτινες διέπουν τὰ τῶν δανείων, δὲν σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ τὸ ἐξοφλήσητε, ὅσον καὶ ἂν ὑποβιβασθῇ ὁ τόκος, ἀλλὰ θὰ ἐξακολουθῆτε νὰ πληρώνητε διὰ τὸ δάνειον τοῦτο ἐπὶ 44 ἔτη πρὸς 7,83%. Καὶ δύνασθε, κύριοι, νὰ δεχθῆτε μίαν τοιαύτην ὑποχρέωσιν; Δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν μακρὰν διάρκειαν οἱ τόκοι θὰ ᾖναι εἰς τὴν Ἑλλάδα 8% περίπου; Ἐγὼ κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ τὸ παραδεχθῶ, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψιν ὅτι μόλις παρῆλθον 5 ἔτη, ἀφ’ ἧς συνωμολογήθησαν δάνεια μὲ 11 καὶ 10,5%, καὶ ὁ τόκος κατέβη εἰς 7½ καὶ 8%. Καὶ μὴ νομίζετε, κύριοι, ὅτι συνέβη τοῦτο διότι ηὔξησεν ἡ πίστις τοῦ δημοσίου· πλανᾶσθε! Ἡ πίστις τοῦ δημοσίου, καθὼς θέλω σᾶς ἀποδείξῃ, εἶναι πολὺ χειροτέρα σήμερον, παρ’ ὅτε συνωμολογήθησαν τὰ δάνεια ἐκεῖνα· ἀλλὰ τότε εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ πληρώσωμεν ἀνώτερον τόκον, διότι αὐτὸς ἦτον ὁ τρέχων εἰς τὴν ἀγορὰν τόκος· σήμερον δὲ εὑρίσκομεν δάνειον μὲ μικρότερον τόκον, διότι τὰ κεφάλαια εἶναι εὐθηνότερα. Ἀφοῦ βλέπετε, ὅτι ἐν διαστήματι 5 καὶ 6 ἐτῶν ἐπῆλθε τοιαύτη μεταβολὴ εἰς τὸ ποσὸν τοῦ τόκου, διατί χάριν τῆς μικρᾶς ὠφελείας τῶν 80 ἢ 100,000 δραχ. νὰ δεσμεύσητε τὸ Κράτος μὲ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ πληρώσῃ 8% περίπου ἐπὶ 44 ὅλα ἔτη! Δὲν ἦτον ἆρά γε προτιμότερον, ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ δάνειον νέον, νὰ καταβληθῇ πᾶσα προσπάθεια, ὥστε τὸ δάνειον νὰ γείνῃ ἐπὶ μόνῃ τῇ πληρωμῇ τόκου χωρὶς χρεωλύσιον, ὅπως γίνεται εἰς ὅλα τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη; Ἐὰν ἐγίνετο τοῦτο, τὸ δημόσιον ἤθελεν ἔχει τὸ πλεονέκτημα, ὅπως καὶ τ’ ἄλλα ἔθνη πράττουσι, ν’ ἀποσύρῃ τὰς ὁμολογίας του προσφερόμενον νὰ πληρώσῃ τὰ χρέη του, καὶ κἀνεὶς δὲν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν δέχεται νὰ πληρωθῇ. Τουλάχιστον ἐν Εὐρώπῃ οὕτως ἐλύθη τὸ ζήτημα τοῦτο· ὅπου τὰ χρεώγραφα δὲν περιλαμβάνουν χρεωλύσιον ἀλλὰ μόνον τόκον, ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα ἂν οἰκονομήσῃ χρήματα νὰ ἐξοφλήσῃ ὁλόκληρον τὸ χρέος. Ἐν ὅσῳ δὲ δὲν δύνανται νὰ κάμωσι τὴν ὁλικὴν ἐξόφλησιν, προσπαθοῦσι νὰ τὰ μετριάσωσι διὰ τῆς ἐκ διαλειμμάτων ἐξαγορᾶς ὅσον ἔνεστι πλειοτέρων χρεωγράφων. Οὕτως ἡ Γαλλία συνεφώνησε νὰ πληρώσῃ κατ’ ἔτος 200,000,000 εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς ἐξόφλησιν χρεωγράφων οὐχὶ χρεωλυτικῶν, διότι ἡ Γαλλία δὲν συνομολογεῖ χρεωλυτικὰ δάνεια. Συλλογισθῆτε λοιπὸν, κύριοι, ἂν πρέπει διὰ μηδαμινὴν ὠφέλειαν, ἣν σᾶς παρουσιάζει ἡ ἐλάττωσις τοῦ τόκου, νὰ παραδεχθῆτε ὅπως δεσμευθῇ ἡ Ἐπικράτεια ἐπὶ 44 ἔτη. Ἀλλὰ δύναται νὰ εἴπῃ τις καὶ πρὸ πάντων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις καὶ πρὸ ὀλίγου μὲ διέκοψε, βλέπομεν καὶ ἡμεῖς ὅτι μικρὰ εἶναι ἡ διαφορὰ ἡ προκύψουσα ἐντεῦθεν, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη καὶ ἀνάγκη ἀναπόδραστος νὰ γείνῃ ἡ μετατροπὴ τῶν ὑπαρχόντων δανείων, καὶ καθὼς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Αἰγιαλείας «ἀνάγκα καὶ Θεοὶ πείθονται.» Ἐὰν τῷ ὄντι ὑπῆρχε τοιαύτη ἀναπόδραστος ἀνάγκη, βεβαιωθῆτε ὅτι καὶ ἐγὼ δὲν ἤθελον ἐναντιωθῆ εἰς τὴν παραδοχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ποῖα εἶναι τὰ δάνεια, ἅτινα πρόκεινται νὰ μετατραποῦν; εἶναι ά) τὸ δάνειον τῶν 9,000,000. Τοῦτο δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὸ μετατρέψωμεν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὡς θέλω εἰπεῖ ἀκολούθως, ἡ ἀνάγκη αὕτη ἐπιβάλλεται δι’ ἄλλου λόγου, παραδέχομαι δι’ αὐτὸ τὴν ἀνάγκην· βʹ) τὰ δάνεια τὰ χρεωλυτικὰ, δι’ ἃ εἶναι ὑποθηκευμέναι αἱ εἰσπράξεις τοῦ Τελωνείου Κεφαλληνίας, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα δύναται νὰ παραδεχθῇ τις τὸ αὐτό· γʹ) τὰ προσωρινὰ δάνεια, περὶ ὧν διατείνεται ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἰδίως ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὅτι καθὸ ἀπαιτητὰ οὐ μόνον κατὰ πᾶσαν στιγμὴν δύνανται νὰ ζητηθῶσιν, ἀλλ’ ὅτι πραγματικῶς ζητοῦνται καὶ ἕνεκα τούτου, ἐπέρχεται ἡ ἀνωμαλία τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀληθῶς, κύριοι, τὰ προσωρινὰ δάνεια δύνανται εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ ζητηθῶσιν, ἀλλὰ συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι σήμερον τοὐλάχιστον δὲν ζητοῦνται, καὶ ἑπομένως ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξοφλήσεώς των δὲν εἶναι κατεπείγουσα. Καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ἐντὸς τοῦ ἔτους 1874 ἠναγκάσθη μὲν ἡ Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ ἀπέναντι αὐτῶν 1,600,000 δραχ. ἀλλ’ εὗρε νέα δάνεια ἐκ δρ. 6,000,000. Ἑπομένως ἂν ὑπάρχουν ἀνωμαλίαι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, δὲν προέρχονται αὗται ἐκ τοῦ ὅτι οἱ ἔχοντες λαμβάνειν προσωρινὰ δάνεια ἐπίεσαν ἢ πιέζουν τὴν κυβέρνησιν ζητοῦντες τὴν ἄμεσον πληρωμὴν, διότι καὶ ἐάν τις κάμῃ τοιαύτην ἀπαίτησιν τὸ δημόσιον δύναται νὰ εὕρῃ παρ’ ἄλλων κεφαλαιούχων τὸ αὐτὸ ἢ καὶ μεῖζον ποσὸν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ἀναγκάζουν τὴν κυβέρνησιν νὰ ζητῇ καθ’ ἡμέραν νέα δάνεια. Ἐὰν παρουσιάζετο εἰς ὑμᾶς μόνον ἡ ἀνάγκη νὰ πληρώσετε τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα ζητοῦν οἱ πιστωταὶ, εὔκολον ἦτο ν’ ἀντικαταστήσετε τοὺς πιστωτὰς τούτους δι’ ἄλλων. Εὑρέθητε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσητε 1,600,000 δραχμὰς εἰς τὴν Πιστωτικὴν καὶ τὴν Βιομηχανικὴν Τράπεζαν, καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα σᾶς ἔδωκεν 6,000,000· ὥστε οὔτε τὰ κινητὰ χρέη εἶναι σήμερον ἀπαιτητὰ, οὔτε ἡ πληρωμὴ αὐτῶν ἀποτελεῖ ἀναπόδραστον ἀνάγκην, διότι δυνάμεθα, ἐὰν δὲν παρουσιασθῶσι νέα ἐλλείμματα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, νὰ κρατήσωμεν αὐτὰ καὶ νὰ πληρώνωμεν τὸν τόκον μέχρις οὗ δυνηθῶμεν νὰ τὰ ἐξοφλήσωμεν· εἶναι δὲ προτιμότερον νὰ ἔχωμεν κινητὰ χρέη, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν ἅμα εὕρωμεν εὐθηνότερα κεφάλαια, ἢ ἅμα εὐπορήσωμεν, παρὰ νὰ δεσμευθῶμεν μὲ χρεωλυτικὸν δάνειον, τοῦ ὁποίου οἱ ὅροι θὰ βαρύνουν τὸν τράχηλόν μας ἐπὶ 44 ἔτη. Ὑπάρχουν, ἐκτὸς τούτου, αἱ δικαστικαὶ ἀποζημιώσεις καὶ τὰ ὀφειλόμενα ἀπὸ κεκλεισμένας καὶ διαγεγραμμένας χρήσεις, διὰ τὰ ὁποῖα παραπονεῖται μάλιστα ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώνῃ 12 ἢ 13% τόκον καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἐλησμόνησα νὰ κάμω λόγον, ὅταν ὡμίλουν περὶ τόκων. Δὲν εἶναι καὶ δι’ αὐτὰ ὁ τόκος 12 καὶ 13· εἶναι 12, διότι τὸ δημόσιον δὲν τὰ πληρώνει· καὶ δὲν τὰ πληρώνει, ὄχι διότι δὲν ἔχει χρήματα, ἀλλὰ διότι δὲν ἔχει πίστωσιν, καθόσον οἱ ὑπουργοὶ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη διὰ νὰ παρουσιάζουν ἠλαττωμένα τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀντὶ νὰ σημειώνουν εἰς αὐτὸν 300, 400, 500 ἢ καὶ 600 χιλιάδας δραχμῶν, ὅπως ἐσημειοῦντο ἄλλοτε εἰς τὸ ἄρθρον τῶν δικαστικῶν ἀποζημιώσεων, κατεβίβασαν τὸ ποσὸν αὐτῶν εἰς 250,000 δραχμάς. Τὸ ποσὸν τῶν 250,000 δραχμῶν δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν δικαστικῶν ἀποζημιώσεων. Ὁ ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ, ἑπομένως τὸ δημόσιον χρεωστεῖ νὰ πληρόνῃ τόκον 12%. Ἐὰν ὑπῆρχεν ὅμως πίστωσις καὶ ἦτο συγκεχωρημένον εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὴν πληρωμήν των, τῇ ἀληθείᾳ πολὺ ἤθελον τὸν κατακρίνει, ἐὰν, δυνάμενος νὰ λάβῃ δι’ αὐτὰς τὰς 500 ἢ 800 χιλιάδας δραχμῶν ἓν προσωρινὸν δάνειον πρὸς 8%, ὅπως δι’ ὅλας τὰς λοιπὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἄφινε νὰ πληρώνῃ τὸ δημόσιον 12% καὶ μὲ τὴν ἀνανέωσιν τῶν ἐπιταγῶν 13. Ὥστε βλέπετε, ὅτι καὶ δι’ αὐτὸ τὸ κονδύλιον, ὅταν τακτοποιηθῇ, ὅταν δοθῇ ἡ ἀναγκαία πίστωσις, ὁ τόκος δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ᾖναι 8% καὶ ὄχι 12 καὶ 13· διότι, ἐπαναλαμβάνω, εὔκολον εἶναι, ὅπως εὑρέθησαν τὰ 6,000,000 διὰ τὰς καθημερινὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, νὰ εὑρεθοῦν καὶ 500 ἢ 600 χιλιάδες διὰ νὰ πληρωθοῦν καὶ αἱ ὑποχρεώσεις αὗται, διὰ τὰς ὁποίας μὲ τόσον μεγάλον τόκον ἐπιβαρύνεται τὸ Κράτος. Ὥστε, κύριοι, δὲν βλέπω καθόλου τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην, οὔτε διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν κινητῶν χρεῶν, οὔτε διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν δικαστικῶν ἀποζημιώσεων καὶ τῶν ἐξόδων τῶν διαγεγραμμένων χρήσεων, καθόσον καὶ ταῦτα, ἅμα δοθῶσιν αἱ ἀναγκαῖαι πιστώσεις, δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν εἰς κινητὰ χρέη. Μένουν μόνον τὰ χρεωλυτικὰ δάνεια τῶν 9,000,000 καὶ τὸ ἕτερον τῆς Κεφαλληνίας. Τὸ δάνειον τῶν 9,000,000, καθὼς σᾶς εἶπον, σύγκειται ἀπὸ 6,608,000 δραχμῶν. Παραδέχομαι, ὅτι ἅμα δοθοῦν τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξοφλήσῃ τὰ 5,246,000, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς τὴν Τράπεζαν. Περὶ τῶν λοιπῶν, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς ἰδιώτας, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἔχω ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ ἰδιῶται θὰ προτιμήσουν νὰ κρατήσουν τὰς ὁμολογίας αὐτοῦ παρὰ νὰ δεχθοῦν ὁμολογίας τοῦ νέου δανείου. Διὰ τὸ ποσὸν ὁλόκληρον τοῦ δανείου τῶν 9,000,000 πληρώνει ἡ Κυβέρνησις χρεωλύσιον 1,062,000. Κατὰ τὸν συνδυασμὸν τοῦ νέου δανείου, θὰ πληρώνῃ μόνον 40,000· διότι σήμερον πληρώνει ἀνώτερον χρεωλύσιον. Ἑπομένως, ἐὰν μετατραπῶσιν αἱ ὁμολογίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τὴν ἐθνικὴν Τράπεζαν, εἰς ὁμολογίας τοῦ νέου δανείου, τὸ δημόσιον θ’ ἀπαλλαχθῇ ὁμολογουμένως ἀπὸ τὴν ἄμεσον πληρωμὴν 1,000,000 περίπου δραχμῶν· δὲν θέλει δηλαδὴ ἐξοφλήσει, ἀλλὰ θέλει εὐκολύνει, ὅπως ἔλεγεν εὐφυής τις Μουσουλμάνος, τὴν πληρωμὴν τοῦ χρέους του, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς θέλει ἀνακουφισθῆ· ἀνακουφίζεται δηλ. τὸ παρὸν, ὅπως ἐπιβαρυνθῇ τὸ μέλλον. Ἐπίσης καὶ διὰ τῆς μετατροπῆς τοῦ δανείου τῆς Κεφαλληνίας θέλει ἀνακουφισθῆ ὁ προϋπολογισμὸς μὲ ἄλλας 400,000 περίπου, αἱ ὁποῖαι πληρόνονται σήμερον διὰ χρεωλύσια. Ὁμολογουμένως εἶναι μία μεγάλη βοήθεια, ὅταν τις, εὑρισκόμενος εἰς στενοχωρίας, δύναται νὰ ἀνακουφίζῃ τὴν παροῦσαν θέσιν του καὶ νὰ παραπέμπῃ τὰ βάρη του εἰς τὰς ἐπερχομένας μάλιστα γενεάς· ἀλλ’ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο καταφεύγουν αἱ Κυβερνήσεις, ὅταν φέρουν τελείαν τάξιν εἰς τὰ οἰκονομικὰ, καὶ δὲν λείπει παρὰ μόνον αὐτὸ τὸ ποσὸν ὅπως λάβουν κανονικὴν πορείαν. Ἀλλὰ εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς τὴν θέσιν ταύτην; Δύνανται νὰ μᾶς βεβαιώσουν οἱ κκ. ὑπουργοὶ, ὅτι ἀφαιροῦντες ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν 1,400,000 καὶ ῥίπτοντες αὐτὸ εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ μέλλοντος, δύνανται τέλος πάντων νὰ φέρουν εἰς ἰσοζύγιον τὸν προϋπολογισμὸν καὶ νὰ παύσουν αἱ οἰκονομικαὶ ἀνωμαλίαι, αἱ ὁποῖαι ἀπειλοῦν νὰ μᾶς ῥίψουν εἰς βάραθρον; Κάμνω δὲ, κύριοι, τὴν ἐρώτησιν ταύτην, διότι καὶ ἐγὼ ἄλλοτε ὑπουργὸς ὢν ἐσυλλογίσθην νὰ καταφύγω εἰς τὴν τροπὴν ταύτην, καὶ ἐγὼ, κύριοι, κατὰ τὸ 1871 διενοήθην μετὰ τῶν συναδέλφων μου νὰ μεταβάλω τὸ δάνειον τῶν 9,000,000 εἰς δάνειον κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ δανείου τῶν 28,000,000, τοῦ ὁποίου, καθὼς ἠξεύρετε, τὸ χρεωλύσιον εἶναι πολὺ μικρότερον. Ἀλλ’ ἡμεῖς, κύριοι, τότε εἴχομεν πλῆρες σύστημα οἰκονομικόν. Ἡμεῖς τότε ἐκτὸς τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ἐκάμαμεν, ἐλάβαμεν καὶ διάφορα νομοθετικὰ μέτρα διὰ τῶν ὁποίων εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι ἠθέλομεν ἐπιτύχει τὸ ἰσοζύγιον· καὶ τοσοῦτον ἀκριβῆ, τοσοῦτον ὀρθὰ ἦσαν τὰ μέτρα μας ἐκεῖνα, ὥστε μολονότι δὲν παρεδέχθη ἡ Τράπεζα νὰ μᾶς κάμῃ τὴν εὐκολίαν αὐτὴν, περὶ ἧς πρόκειται, μολαταῦτα ἡμεῖς ἐφέραμεν ἰσοζύγιον· καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1871 παρουσιάζει μοναδικὸν φαινόμενον ἀπὸ τῆς μεταπολιτεύσεως καὶ ἐντεῦθεν, πλῆρες ἰσοζύγιον μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ἐπιτετραμμένον λοιπὸν τότε εἰς ἡμᾶς ἦτο νὰ σκεπτώμεθα καὶ περὶ τῆς οἰκονομίας αὐτῆς, ἀφοῦ ἐπιστεύομεν, καὶ εἴχομεν δίκαιον νὰ τὸ πιστεύωμεν, ὅτι τὸ σύστημά μας ἤθελε φέρει εἰς βέβαιον καὶ ἀλάνθαστον ἀποτέλεσμα. Τὸ αὐτὸ ἐζήτησε νὰ κάμῃ καὶ ἡ ὑπὸ τὸν κ. Δεληγεώργην Κυβέρνησις· ἀλλὰ καὶ αὐτὴ εἶχε σύστημα οἰκονομικὸν, ἀδιάφορον ἐὰν ἀπέτυχεν. Ἐνόμιζε καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ὅτι ἐκ τοῦ Λαυρίου ἐξησφάλισεν ὑπὲρ τὰ 3,000,000 πρόσοδον, ἐφρόνει ὅτι εἶχε κεκρυμμένα, ὡς ἔλεγεν ὁ σεβαστὸς γέρων κ. Χρηστίδης, εἰς μίαν γωνίαν 3 ἢ 4 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ μεταχειρισθῇ· ἔχουσα δὲ τοιαῦτα βοηθήματα καὶ τοιαύτας ἐλπίδας, εἶχε βεβαίως δίκαιον καὶ αὐτὴ νὰ σκέπτεται καὶ νὰ ἐπιζητῇ διὰ τῶν συμβάσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμε μὲ τὰς Τραπέζας, καὶ τῆς τροπῆς τῶν χρεῶν νὰ εὐκολυνθῇ περισσότερον· διὰ τοῦτο εἴδομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων καὶ ν’ αὐξήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν δαπανῶν. Ἀλλ’ ὑμεῖς, κ. ὑπουργοὶ, ἐρωτῶ, ποῖον οἰκονομικὸν σύστημα ἔχετε; Ποῖα εἶναι τὰ μέτρα σας, διὰ τῶν ὁποίων νομίζετε, ὅτι θέλετε κατορθώσει τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους; Τὴν κλεῖδα τοῦ ἑρμαρίου, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον κατατεθῆ τὰ 4 ἢ 5 ἑκατομμύρια τοῦ Λαυρίου τὴν ἔλαβε, φαίνεται, μεθ’ ἑαυτοῦ ὁ ἀξιότιμος κ. Χρηστίδης, καὶ σεῖς δὲν δύνασθε νὰ εὕρετε ἀκόμη τὸ σιδηρόχορτον, διὰ ν’ ἀνοίξητε τὴν σιδηρᾶν πύλην, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι κεκλεισμένη (ἱλαρότης). Ἡ ἐτησία πρόσοδος τοῦ Λαυρίου, ἡ ὁποία ὑπελογίσθη εἰς 3,000,000, ἀπεδείχθη πολὺ μικροτέρα· μόλις εἰς 500,000 δραχ. τὴν ἐκτιμᾶτε σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐκάματε νέαν σύμβασιν μετὰ τῆς ἑταιρίας καὶ κατεβιβάσατε τὸν φόρον εἰς 35%. Ἀλλὰ χθὲς ἢ προχθὲς ἀνέγνων διατριβὴν τοῦ ἀξιοτίμου συμβούλου τῆς Ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων καὶ πρὶν δημάρχου Πειραιῶς κυρίου Μουτσοπούλου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκει, ὅτι τὰ 35%, ἐπὶ τῶν ὁποίων σεῖς στηριζόμενοι ὑπολογίζετε πρόσοδον 500,000 δραχμῶν, εἶναι πάρα πολλὰ καὶ ζητεῖ χάριν τῆς μεταλλευτικῆς βιομηχανίας νὰ τὰ ἐλαττώσητε εἰς 10%. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ ὅτι μετ’ ὀλίγους μῆνας θὰ σᾶς ζητήσουν νὰ παραιτήσητε καὶ αὐτά· ἴσως δὲ μετ’ ὀλίγον σᾶς ζητήσουν νὰ δώσητε καὶ ἐπιχορήγησίν τινα χάριν τῆς προόδου τῆς μεταλλευτικῆς βιομηχανίας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐξέλιπε λοιπὸν καὶ ὁ πόρος αὐτός. Ὁ νέος περὶ καταδιώξεως νόμος, ἀπὸ τὸν ὁποῖον τοσοῦτον ὠφελήθη τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Δεληγεώργη καὶ ἀπὸ τὸν ὁποῖον, ὡς ἐπανειλημμένως, εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἤλπιζε πολὺ, εἰς τὰς χεῖρας ὑμῶν ἀπέβη ἐντελῶς ἄχρηστος· διότι ἂν καὶ δὲν παρουσιάσθη ἀκόμη ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς τοῦ 1873, μολαταῦτα ἀκούω, ὅτι μένουν καθυστεροῦντα πολὺ μεγάλα, ὡς ἔμενον καὶ πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου. Κατὰ τὸ 1874 αἱ εἰσπράξεις σας εἶναι πολὺ περιωρισμέναι, καὶ διὰ τοῦτο εὑρέθητε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δανεισθῆτε ὑπὲρ τὰ ἓξ ἑκατομμύρια, νὰ μεταχειρισθῆτε δὲ καὶ ἓν ἑκατομμύριον ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ περιμένετε νὰ ἀποδώσητε ἀπὸ τὸ δάνειον τοῦτο. Καὶ μολαταῦτα ἐνῷ τὰ εἰσοδήματά σας ἐλιγώστευον τόσον πολὺ, ὑμεῖς, κύριοι, εἴχετε τὴν ἀγαθότητα ὄχι μόνον νὰ μὴ περικόψητε κἀμμίαν ἀπὸ τὰς δαπάνας...
§150Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τῆς ὁδοποιΐας εἶναι πρὸ πολλοῦ ἐξωδευμένα.
§151Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ᾖναι.
§152Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὗρον καὶ 3,000,000 πιστώσεις ἀπὸ τοῦ 1862.
§153ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλὰ, ἀποσύρω τὰ περὶ ὁδοποιΐας.—Ὄχι μόνον δὲν περιεκόψατε οὐδεμίαν ἀπὸ τὰς δαπάνας, μὲ τὰς ὁποίας ἐπεφόρτωσε τὸν προϋπολογισμὸν τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, ἀλλὰ προσεθέσατε καὶ νέας δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἀναβαίνουν εἰς 3,000,000, ἐκ τῶν ὁποίων δεδικαιολογημένη εἶναι μόνον ἡ δαπάνη τοῦ δημοσίου χρέους διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν χρεωλυσίων, ἀφοῦ δὲν ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις. Τοιουτοτρόπως δὲ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1874, ὁ ὁποῖος ὅτε συνετάχθη ἀρχικῶς παρουσίαζε περίσσευμα, ἐξῆλθε σήμερον ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς ἐπιτροπῆς σας μὲ ἔλλειμα 3,000,000· καὶ ὅταν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς ἐπιτροπῆς ἐξέρχεται μὲ τοιοῦτον ἔλλειμμα, τὸ πραγματικὸν θὰ ᾖναι πολὺ ἀνώτερον. Θὰ ἔχητε λοιπὸν κατὰ τὸ 1874 ἔλλειμμα 4 ἢ 5,000,000 δραχ. κατὰ δὲ τὸ 1875, ἐπειδὴ ἔχετε τὰς αὐτὰς βάσεις, ἐπειδὴ οὐδὲν νέον προτείνετε, βεβαίως τὸ ἔλλειμμά σας θὰ ᾖναι ἴσως τόσον ἢ καὶ ἀνώτερον. Καὶ ὅταν, κύριοι, τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι 4 ἢ 5,000,000, σᾶς ἐρωτῶ, τί χρησιμεύει νὰ σκέπτεσθε περὶ τῶν 1,400,000; Ἀντὶ νὰ ᾖναι 3 ἢ 4 ἂς ᾖναι καὶ ½ ἀκόμη. Τί σᾶς ὠφελεῖ, κύριοι, νὰ κάμετε αὐτὴν τὴν τροπὴν διὰ νὰ ἀνακουφίσητε προσωρινῶς τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ 1,400,000, ἀφοῦ ἡ τροπὴ αὐτὴ συνδέεται μὲ ἓν δάνειον, τοῦ ὁποίου αἱ ὑποχρεώσεις θὰ βαρύνουν τὸν τόπον ἐπὶ 44 ἔτη; Εἶναι προτιμότερον, νὰ μείνετε ἐλεύθεροι καὶ νὰ σκεφθῆτε γενικῶς περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, παρὰ νὰ δεσμεύεσθε ἀπὸ τοῦδε διὰ νὰ οἰκονομήσητε ἓν μικρὸν μόνον μέρος τοῦ ἐλλείμματος. Καὶ μήπως νομίζετε, ὅτι ἐτελείωσαν αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ δημοσίου μὲ τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται εἰς τὸν προϋπολογισμόν; Ἡμεῖς ἔχομεν σύμβασιν περὶ τοῦ Λαμιακοῦ σιδηροδρόμου, καὶ ἅμα προχωρήσῃ ἡ ἐργασία αὐτοῦ, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσωμεν χρήματα· ἐπίσης πρέπει νὰ πληρώσωμεν χρήματα καὶ διὰ τὸν ἕτερον σιδηρόδρομον τὸν μεταξὺ Πειραιῶς καὶ Βονίτσης ἢ μεταξὺ Πειραιῶς καὶ Πατρῶν. Πλὴν τούτου μανθάνω, ὅτι αἱ μεγάλαι Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι λαμβάνουν μέχρι τοῦδε 900,000 φράγγκων κατ’ ἔτος, δὲν εὐχαριστοῦνται εἰς τὸ ποσὸν αὐτό.
§154ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§155ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκούω. Δὲν εὐχαριστοῦνται εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ, διότι κατὰ τὸ τέλος τοῦ παρόντος ἔτους λήγει ἡ προθεσμία τῆς συμβάσεως καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ζητήσουν μεγαλείτερον ποσόν. Ὅταν λοιπὸν αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους εἶναι τόσον μεγάλαι, ὅταν τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπειλοῦν, εἶναι τόσον ἐξωγκωμένα, διατί σκέπτεσθε περὶ οἰκονομίας ἑνὸς ἢ ½ μόνου ἑκατομμυρίου, καὶ δι’ αὐτὸ θέλετε νὰ δεσμεύσητε τὸν τόπον ἐπὶ 44 ἔτη, καὶ νὰ δεσμεύσητε τὸν ἑαυτόν σας, ὥστε νὰ μὴ δύνασθε αὔριον νὰ κάμετε νέον οἰκονομικὸν συνδυασμόν; Σᾶς ἀπέδειξα, νομίζω, κύριοι, πρῶτον ὅτι ἡ ὠφέλεια ἡ πραγματικὴ, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ τὸ δημόσιον ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν τόκων, θὰ ᾖναι πολὺ μικρὰ καὶ ἀσήμαντος· καὶ δεύτερον, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς τροπῆς τῶν ὑπαρχόντων χρεῶν εἰς χρέη κατὰ τὸ νέον δάνειον δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀναπόδραστος, εἶναι ἀνάγκη, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ κατὰ τὸ παρὸν τοὐλάχιστον νὰ λείψῃ καὶ νὰ οἰκονομηθῇ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος καὶ ἀναπόδραστος ἡ ἀνάγκη, δὲν ἠδύνασθε ἆρά γε νὰ προμηθευθῆτε χρήματα ἄλλως πως; Περὶ τούτου σᾶς ἔκαμον ἐν ἐκτάσει λόγον χθὲς οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Κουμουνδοῦρος καὶ Δρόσος· σᾶς εἶπον οὗτοι, ὅτι ὑφίστανται ἀκόμη ἐκκρεμεῖς αἱ συμβάσεις, τὰς ὁποίας ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε συνομολογήσει μετὰ τῶν Τραπεζῶν· καὶ κατὰ τὰς συμβάσεις ταύτας τὸ δημόσιον ἤθελε λάβει ἄνευ ἐγγυήσεων ὑλικῶν ἀπὸ τὰς δύω Τραπέζας 7,000,000 ἐπὶ τόκῳ 6%· καὶ ἤθελε τὰ λάβει εἰς τὴν ὀνομαστικὴν αὐτῶν ἀξίαν, δηλαδὴ ἄνευ τινὸς ἐκπτώσεως· καὶ προσέτι ἤθελε λάβει 3,850,000 ἐπὶ τόκῳ 7%. Βεβαίως, κύριοι, παραβάλλοντες τὰς συμβάσεις ἐκείνας μὲ τὴν σύμβασιν....
§156ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί τὰς ἐπολεμήσατε;
§157ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ. — Παραβάλλοντες, λέγω, τὰς συμβάσεις ἐκείνας μὲ τὴν ὑπὸ συζήτησιν σύμβασιν κατὰ τὸ μέρος τῆς χορηγήσεως χρημάτων, εὑρίσκομεν ὅτι αἱ συμβάσεις ἐκεῖναι εἶναι προτιμότεραι ἀπὸ τὴν ὑπὸ συζήτησιν σύμβασιν. Ἀλλὰ αἱ συμβάσεις ἐκεῖναι περιεῖχον καὶ ἄλλους ὅρους, καὶ περὶ τῶν ὅρων αὐτῶν δὲν εἶμαι ὑπόχρεως νὰ κάμω τὴν στιγμὴν ταύτην κἀνένα λόγον, διότι δὲν πρόκειται νὰ τὰς συζητήσωμεν σήμερον· ἐγὼ λέγω ἁπλῶς, ὅτι ὑφίστανται ἐκκρεμεῖς συμβάσεις, καὶ διὰ τῶν συμβάσεων ἐκείνων δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὰ ἀναγκαιοῦντα χρήματα πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν μας, ἐὰν θεωρηθοῦν ἀναπόδραστοι, δυνάμεθα δὲ νὰ τὰ ἔχωμεν ὑπὸ ὅρους ἐλαφροτέρους. Ἐὰν αἱ ἄλλαι διατάξεις, τὰς ὁποίας αἱ συμβάσεις ἐκεῖναι περιλαμβάνουν, δὲν ἦναι ὀρθαὶ, δὲν εἶναι συμφέρουσαι εἰς τὸν τόπον, τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίσῃ νὰ τὰς φέρῃ ὑπὸ συζήτησιν. Καὶ νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶχε καθῆκον ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἀπῄτει τοῦτο ἡ καλὴ πίστις τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ μίαν φορὰν συνηλλάγη μὲ Τραπέζας, νὰ μὴ διαλύσῃ τὰς συμβάσεις ταύτας ἐκ μονομερείας, ἀλλὰ νὰ παρουσιάσῃ αὐτὰς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ τὰς ἀποῤῥίψῃ, ἐὰν εὕρισκεν, ὅτι οἱ ἄλλοι ὅροι αὐτῶν, πλὴν τοῦ ὅρου τῆς παραχωρήσεως χρημάτων, ἦσαν ἐπαχθεῖς διὰ τὸ δημόσιον ἢ διὰ τὴν κινωννίαν.
§158ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ καλὴ πίστις ὑπηγόρευσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ φέρῃ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν θέλουν νὰ ἐκτελέσουν.
§159ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖοι;
§160ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἑταιρίαι.
§161ΡΟΥΚΗΣ. Εἶναι εἰς τὸ χέρι των;
§162ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τῶν δικαστηρίων δουλιά.
§163ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον γνωρίζετε καλλίτερον ἀπὸ ἐμὲ, διότι εἶναι νομικόν· ἀλλὰ......
§164ΖΩΧΙΟΣ. Αἱ Τράπεζαι θέλουν· σήμερον εἶδον τὸν διευθυντὴν τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ὁ ὁποῖος μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν παραιτοῦνται τῶν συμβάσεων.
§165ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοῦ προκειμένου μοὶ κάμει τὴν μεγαλειτέραν ἐντύπωσιν εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡ Κυβέρνησις συγχαίρει ἑαυτὴν ἐπὶ τῷ οἰκονομικῷ συνδυασμῷ, τὸν ὁποῖον ἔκαμε, καὶ ἀποδίδει τὴν εὕρεσιν δανείου μὲ μικρότερον τόκον εἰς τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνει σήμερον τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον καὶ εἰς τὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν ἐμπνέει. Νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν πολλὴν κατέβαλε προσπάθειαν, «ὅπως ἐξεύρῃ» καθὼς λέγει, «τὰ πλεονεκτήματα τοῦ εἰρημένου οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ, καὶ ἀνομολογεῖ τὰς ἀξιεπαίνους τῆς Κυβερνήσεως προσπαθείας πρὸς ἐπιτυχίαν αὐτοῦ.» Ἐγὼ, κύριοι, εὑρίσκω, ὅτι ἡ πίστις τοῦ δημοσίου εἶναι χειροτέρα σήμερον, ἀφ’ ὅ,τι ἦτον ἄλλοτε· καὶ τοῦτο εἶναι πολὺ φυσικὸν, διότι ἄλλοτε τὸ δημόσιον εἶχεν ἐλεύθερα ὅλα του τὰ εἰσοδήματα, ἐνῷ σήμερον μέγα μέρος τῶν εἰσοδημάτων τούτων εἶναι ὑποθηκευμένον, εἶναι ἀπαλλοτριωμένον, ἢ, καθὼς λέγει ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μέσης, πακτωμένον· ἐὰν δὲ εὑρίσκῃ τόκον μικρότερον, τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν περιστάσεων. Ὁ τόκος σήμερον εἶναι εὐθηνότερος, καὶ τὸ δημόσιον ἑπομένως δύναται νὰ εὑρίσκῃ κεφάλαια εὐθηνότερα· τὸ νὰ συγχαίρωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, διότι εὑρίσκομεν δάνεια μὲ οἰκονομικώτερον τόκον εἶναι τὸ ἴδιον, ὡς ἐάν τις μὴ δυνάμενος νὰ ζήσῃ ἀπὸ τὰ εἰσοδήματά του καὶ πωλήσας τὸν πρῶτον χρόνον τὴν μίαν του οἰκίαν, εὑρισκόμενος δὲ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πωλήσῃ κατόπιν καὶ ἄλλην οἰκίαν, εὐφραίνεται καὶ ἀγάλλεται, διότι εὗρε νὰ τὴν πωλήσῃ εἰς ἀνωτέραν τιμὴν, νομίζων, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ὑπολήψεως, τὴν ὁποίαν ἀπολαμβάνει, καὶ τῆς πίστεως, τὴν ὁποίαν ἐμπνέει εἰς τὸ κοινόν. Καὶ ἡμεῖς μὴ δυνάμενοι νὰ ζήσωμεν μὲ τὰ ἴδια ἡμῶν εἰσοδήματα ἀπηλλοτριώσαμεν μέρος τῆς περιουσίας μας, ὑποθηκεύσαμεν δηλαδὴ ἓν μέρος τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐτελείωσαν τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐλάβαμεν τότε, εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λάβωμεν καὶ ἄλλα καὶ προσφέρομεν τὸ ὑπόλοιπον μέρος τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι, πότε ἦτο μεγαλειτέρα ἡ πίστις ἡμῶν, τότε ὅτε εἴχομεν ἐλεύθερα ὅλα τὰ τελωνιακὰ εἰσοδήματα, ἢ σήμερον, ὅτε τὰ ἔχομεν περιωρισμένα; Δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον οὐδεμίαν ἀπολαμβάνει σήμερον ὑπόληψιν καὶ ἐμπιστοσύνην καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν εὕρεσιν χρημάτων; Δὲν βλέπετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται ἄνευ ὑλικῶν ἐγγυήσεων νὰ εὕρῃ διόλου χρήματα; Καὶ διατί δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὰ εὕρῃ; διότι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἀπαλλοτριώνει τὰ εἰσοδήματά του, μεσεγγυᾷ τὰ εἰσοδήματά του, καὶ ἂν ἀκολουθῇ αὐτὸν τὸν δρόμον, δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς καιρὸς, καὶ τότε δὲν θὰ δύναται πλέον νὰ εὕρῃ καθόλου δάνειον, ὅσον εὐθηνὸς καὶ ἂν ᾖναι ὁ τόκος. Μετὰ τοὺς ἐπαίνους, τοὺς ὁποίους ἐπιδαψιλεύει ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπιφέρει ὅτι «ἡ ἐπιτυχία τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων ἀπέβαινεν ἀδύνατος ἄνευ τῆς ἀξιεπαίνου καὶ φιλοτίμου συγκαταθέσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, προελθούσης εἰς παραχωρήσεις οὐχὶ ἀναξίας λόγου.» Κύριοι! Δὲν εἶμαι ἐγὼ βεβαίως ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ κατακρίνω τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, οὐδὲ δύναταί τις νὰ κατακρίνῃ τὸ ἐθνικὸν κατάστημα τοῦτο, διότι καὶ καλῶς διευθύνεται καὶ ὑπόληψιν μεγάλην ἀπολαμβάνει εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ, καθὼς εἶπεν ὁ κ. Μεσσηνέζης, περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὸν τόπον. Συνδέομαι, κύριοι, διὰ πολυχρονίου φιλίας μὲ τοὺς διοικοῦντας τὸ κατάστημα τοῦτο· περιπλέον δὲ ἔχω καὶ ἀτομικὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὸ κατάστημα αὐτὸ, διότι ὀφείλω μεγάλην ποσότητα, τὸ πλεῖστον μέρος τῆς ὁποίας ἐχρησίμευσε διὰ νὰ σώσω τὴν κεφαλήν μου ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν κακούργων, εἰς τοὺς ὁποίους εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ περιπέσω. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὴν φοβερὰν ἐκείνην δι’ ἐμὲ ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ μὲν ἐκινδύνευον ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν νὰ σφαγῶ ἀπὸ τὴν μάχαιραν τῶν κακούργων, ἡ δὲ ἀτυχὴς οἰκογένειά μου ἦτον ἠναγκασμένη νὰ παλαίῃ καὶ μὲ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις εἶχε τὴν ἀπανθρωπίαν, καὶ τὴν ἀφροσύνην νὰ παρακολουθῇ τοὺς συγγενεῖς μου, οἵτινες ἐκόμιζον τὰ λύτρα, μὲ τὴν ἰδέαν νὰ συναντήσῃ μετ’ αὐτῶν τοὺς ληστὰς καὶ νὰ τοὺς κτυπήσῃ, χωρὶς νὰ συλογίζεται, ὅτι ἐξέθετεν οὕτως εἰς ἀναπόφευκτον κίνδυνον τὴν ζωὴν πέντε ἢ ἓξ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔτρεχον μὲ τὰ χρήματα διὰ νὰ σώσουν τὴν ζωήν μου, καὶ ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐφυλαττόμην μακρὰν ἀπὸ ἄλλους λῃστάς· κατὰ τὴν φοβερὰν ἐκείνην, λέγω, ἐποχὴν, ἡ Τράπεζα προσέφερε μὲ ὅλην τὴν εὐκολίαν, μὲ ὅλην τὴν προθυμίαν ὅλον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον οἱ κακοῦργοι ἐζήτουν διὰ νὰ μὴ μὲ φονεύσουν. Καὶ ἀληθὲς εἶναι ὅτι διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐξησφαλίσθη δεόντως διὰ τῆς πατρικῆς καὶ τῆς ἀτομικῆς μου περιουσίας· ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διαχειρίζομαι τὴν περιουσίαν μου διὰ λ)σμῶν τῆς Τραπέζης, λησμονήσας, ὅτι εἶχον καὶ ἐγὼ κτήματα μὲ τὰ ὁποῖα ἐπίστευον, ὅτι ἠδυνάμην νὰ ζήσω, καὶ ἐφρόντισα νὰ εὕρω ἄλλον στάδιον ἐργασίας διὰ νὰ πορίζωμαι τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἐξαλειφθῇ ποτε ἀπὸ τὴν καρδίαν μου τὸ αἴσθημα τῆς εὐγνωμοσύνης διὰ τὴν προθυμίαν, τὴν ὁποίαν, ἂν καὶ ἄνευ ζημίας, ἡ Τράπεζα ἔδειξε. Δὲν δύναμαι λοιπὸν ἐγὼ, κύριοι, νὰ κατακρίνω τὴν Τράπεζαν· ἀλλὰ τοῦτο οὐδόλως μὲ κωλύει ἀπὸ τοῦ νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν καὶ θὰ τὴν εἴπω, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι τοῦτο θὰ εὐχαριστήσῃ τοὺς ἀξιοτίμους διοικητὰς καὶ τοὺς ἀξιοτίμους μετόχους τῆς Τραπέζης, διότι ἡ Τράπεζα δὲν ζητεῖ ἐπαίνους, οὐδὲ ἔχει ἀνάγκην νὰ τῇ ἀποδίδωνται ἰδιότητες πατριωτισμοῦ καὶ φιλοτιμίας. Ἡ Τράπεζα εἶναι κατάστημα ἰδιωτικόν, τὸ ὁποῖον ἔχει κυρίαν ἀποστολὴν, κύριον μέλημα, τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων αὑτῆς. Ὁ πατριωτισμὸς καὶ ἡ φιλοτιμία ἐπιβάλλουν, κύριοι, θυσίας, καὶ εἰς τοὺς διευθύνοντας ἓν ἰδιωτικὸν κατάστημα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ κάμνουν θυσίας· θυσίας ἠμποροῦν νὰ κάμνουν ὡς ἄτομα οἱ διοικοῦντες τὴν Τράπεζαν, καὶ ὅσοι τῶν μετόχων θέλουσι· τὸ κατάστημα ὅμως δὲν ἐπιτρέπει εἰς κἀνένα νὰ κάμνῃ οὐδεμίαν θυσίαν χάριν φιλοτιμίας καὶ χάριν πατριωτισμοῦ, διότι εἰς αὐτὸ ὑπάρχουν καὶ μερίδες προσώπων ἐνδεῶν, καὶ μερίδες προσώπων ξένων, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται ἢ δὲν θέλουν νὰ δαπανοῦν τὰ χρήματά των εἰς ἔργα πατριωτισμοῦ καὶ φιλοτιμίας. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς ὅτι, χάριν φιλοτιμίας καὶ χάριν πατριωτισμοῦ, ἡ Τράπεζα ἀνεδέχθη νὰ συνομολογήσῃ τὴν σύμβασιν. Ἡ Τράπεζα ὠφέλησε, κύριοι, τὸν τόπον, προσεφέρθη πάντοτε νὰ συνδράμῃ τὸ δημόσιον, ὁσάκις εὑρέθη εἰς δυσχερεῖς περιστάσεις· ἀλλ’ οὐδέποτε, κύριοι, παρέλειψε τὸ συμφέρον τῶν μετόχων αὑτῆς καὶ εἶχε καθῆκον νὰ μὴ τὸ παραβλέψῃ ποτέ.
§166ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ τὸ Ἔθνος ὠφέλησε τὴν Τράπεζαν δεκαπλασίως.
§167ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔκαμε λοιπὸν καὶ ἤδη παραχώρησίν τινα, ἀλλ’ ὄχι ἄνευ ἀνταλλάγματος. Θὰ σᾶς εἴπω δὲ ποία εἶναι ἡ ἐκ τῆς παραχωρήσεως ὠφέλεια τοῦ δημοσίου καὶ ποῖα τὰ ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα διὰ ταύτην λαμβάνει. Ἡ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν λαμβάνει τὸ δημόσιον, δὲν εἶναι παρὰ 87,000 δραχμαί, ὁ τόκος δηλ. τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 9,000,000, αἱ ὁμολογίαι τοῦ ὁποίου εὑρίσκονται εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Τραπέζης. Δεχομένη ἡ Τράπεζα ν’ ἀνταλλάξῃ τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 9,000,000, ἀπὸ τὰς ὁποίας λαμβάνει τόκον 9%, μὲ ὁμολογίας τοῦ νέου δανείου, ἀπὸ τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ 7 καὶ 52 ἢ 7 καὶ 83, δὲν θυσιάζει, δὲν παραχωρεῖ εἰς τὸ δημόσιον παρὰ 80 ἢ 90 χιλιάδας δραχμὰς κατ’ ἔτος. Αὐτὴ, κύριοι, εἶναι ἡ θυσία, τὴν ὁποίαν κάμνει ἡ Τράπεζα· ἀλλὰ διὰ τὴν θυσίαν ταύτην ζητεῖ καὶ λαμβάνει διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως 3 παραχωρήσεις ἀπὸ τὸ Ἔθνος. Ἡ πρώτη παραχώρησις, ἡ ὁποία τῇ δίδεται, εἶναι ἡ ἐπιβολὴ ποινῶν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, ἐὰν ἤθελον θέσει εἰς κυκλοφορίαν τραπεζικὰ γραμμάτια. Γνωρίζετε, ὅτι ἡ Τράπεζα ἔχει τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς κυκλοφορίας γραμματίων, ὅπου ἔχει ὑποκαταστήματα, ἀλλ’ οἱ δημόσιοι καὶ οἱ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι, τό γε νῦν ἔχον, δὲν ὑποβάλλονται εἰς ποινὴν, ἂν δεχθοῦν γραμμάτια καὶ ἄλλης Τραπέζης· θέλει λοιπὸν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ προνόμιόν της λαμβάνουσα διὰ τῆς συμβάσεως μίαν ποινικὴν κύρωσιν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ προνομίου της. Ἡ πρώτη λοιπὸν παραχώρησις, ἡ ὁποία δίδεται διὰ τῆς συμβάσεως αὑτῆς, εἶναι ἡ ἐπιβολὴ ποινῆς εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι θέτουν εἰς κυκλοφορίαν γραμμάτια ἄλλης Τραπέζης· ἡ δευτέρα παραχώρησις εἶναι ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης λύεται ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον πολὺ ἀπησχόλησε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἡ κυβέρνησις τοῦ κυρίου Δεληγεώργη ἔκαμε σύμβασιν μετὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, διὰ τῆς ὁποίας ἐχορηγεῖτο εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ θέσῃ τραπεζικὰ γραμμάτια ἐν κυκλοφορίᾳ εἰς τὰς ἐπαρχίας ὅπου ἡ Τράπεζα δὲν εἶχε συστήσει ὑποκαταστήματα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην· ἀλλ’ ἅμα ἐδημοσιεύθη ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔσπευσε νὰ καταλάβῃ ὅλας τὰς ἐπαρχίας, ἐσύστησεν εἰς αὐτὰς ὑποκαταστήματα· ἰσχυρίζεται δὲ ὅτι ἀφοῦ τὰ ὑποκαταστήματα αὐτῆς ἐσυστήθησαν πρὶν ἐπικυρωθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ μετὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης σύμβασις, τὰ γραμμάτια τῆς ἄλλης Τραπέζης ἀποκλείονται ἀπὸ ὅλας τὰς ἐπαρχίας· τοῦτο ὅμως τὸ ἠμφισβήτει ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα καὶ ὑπάρχουν πολλοὶ οἱ ὁποῖοι γνωματεύουν ὅτι ἅμα συνωμολογήθη ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν εἶχε πλέον τὸ δικαίωμα νὰ συστήσῃ ὑποκαταστήματα εἰς τὰς ἐπαρχίας ἀποκλείοντα τὴν κυκλοφορίαν ἄλλων γραμματίων. Διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης λύεται, κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ εἶχεν ἄδικον ὁ φίλος μου κύριος Σιμόπουλος ἀποκρινόμενος χθὲς πρὸς τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον νὰ εἴπῃ ὅτι σφάλλει ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος οὕτω σκεπτόμενος· ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ κ. Σιμόπουλος νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι σφάλλει αὐτὸς ὑποστηρίζων τὸ ἐναντίον, διότι ἀναγνώσετε τὴν σύμβασιν τῆς ὁποίας σήμερον σᾶς ζητεῖται ἡ κύρωσις καὶ θέλετε ἰδεῖ ὅτι ῥητῶς ἐν αὐτῇ ἀναφέρεται ὅτι ἐπιβάλλεται ποινὴ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, οἵτινες ἤθελον θέσει εἰς κυκλοφορίαν Τραπεζικὰ γραμμάτια εἰς τὰς ἐπαρχίας ἔνθα ὑπάρχουν ὑποκαταστήματα τῆς Τραπέζης· καὶ ὅταν λέγῃ «ἔνθα ὑπάρχουν» βεβαίως κατὰ τοὺς κανόνας τῆς λογικῆς δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω εἰμὴ ὅπου ὑπάρχουν σήμερον καὶ ὄχι εἰς ἄλλην ἐποχήν. Λοιπὸν ἐὰν κυρωθῇ ἡ σύμβασις, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα λύει ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς δυσκολίαν νὰ τὸ λύσῃ ἄλλως πως, διότι καθὼς σᾶς εἶπον ἄλλοι εἶχον ἐναντίαν ἰδέαν. Τρίτη παραχώρησις καὶ αὐτὴ ἡ ὁποία χορηγεῖται εἰς τὴν Τράπεζαν εἶναι ὅτι δίδεται τὸ δικαίωμα, ἀντὶ τῶν ἐμπορικῶν γραμματίων, ὅσα ὀφείλει νὰ ἔχῃ εἰς τὸ χαρτοφυλάκιόν της διὰ τὰ Τραπεζικά της γραμμάτια, νὰ ἔχῃ τοῦ λοιποῦ τὸ ἥμισυ εἰς ἐμπορικὰ γραμμάτια καὶ τὸ ἄλλο ἥμισυ εἰς χρεώγραφα τοῦ δημοσίου. Καὶ ἐνδεχόμενον διὰ τῆς παραχωρήσεως ταύτης νὰ μὴ ὠφελῆται ἀμέσως ἡ Τράπεζα, διότι ἠμπορεῖ νὰ ἰσχυρισθῇ τις ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων εἶναι πάντοτε ἀνάλογος μὲ τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας καὶ ἑπομένως καὶ ἂν δοθῇ ἡ εὐκολία αὕτη εἰς τὴν Τράπεζαν δὲν δύναται ν’ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ Τραπεζικῶν γραμματίων· ἀλλ’ οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη βλάπτει οὐσιωδῶς τὸ ἐμπόριον, διότι σήμερον διὰ νὰ ἔχῃ ἡ Τράπεζα εἰς κυκλοφορίαν τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὠφελεῖται, πρέπει νὰ ἔχῃ εἰς τὸ χαρτοφυλάκιόν της ἐμπορικὰ γραμμάτια, καὶ διὰ νὰ ἔχῃ ἐμπορικὰ γραμμάτια πρέπει νὰ δώσῃ δάνεια εἰς τοὺς ἐμπόρους. Ἄν π. χ. θέλῃ νὰ ἔχῃ εἰς κυκλοφορίαν 40 ἑκατομ. τραπεζικὰ γραμμάτια, ὑποθέσατε δὲ ὅτι 30 ἐξ αὐτῶν τῶν ἑκατομμυρίων πρέπει νὰ ἀντιπροσωπεύωνται ἀπὸ ἀξίας, σήμερον πρέπει καὶ τὰ 30 αὐτὰ νὰ ᾖναι εἰς κυκλοφορίαν, νὰ ᾖναι δηλ. δανεισμένα εἰς τοὺς ἐμπόρους· διότι ἂν δὲν ἔχῃ γραμμάτια ἐμπορικὰ διὰ 30 ἑκατομ. δὲν δύναται νὰ ἔχῃ εἰς κυκλοφορίαν 30,000,000 τραπεζικὰ γραμμάτια· ὅταν ὅμως κυρώσητε τὴν σύμβασιν, τότε ἡ Τράπεζα θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ θέτῃ εἰς κυκλοφορίαν 30 ἑκατομ. τραπεζικὰ γραμμάτια, χωρὶς νὰ δίδῃ εἰς τὸ ἐμπόριον εἰμὴ μόνον τὰ 15· διότι ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ εἰς τὸ χαρτοφυλάκιόν της γραμμάτια 15 ἑκατομ. καὶ ἄλλα 15 εἰς χρεώγραφα. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ζημιοῖ τὸ ἐμπόριον, διότι ὀλίγον καθ’ ὀλίγον ἀφαιροῦνται τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεώς του· ὠφελεῖ δ’ ὀλίγον καὶ τὴν Τράπεζαν διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ Τράπεζα προτιμᾷ καλλίτερον ἀντὶ νὰ σκορπίζῃ τὰ χρήματα καὶ εἰς πολλὰ πρόσωπα, τινὰ τῶν ὁποίων ἐνδέχεται νὰ εὑρεθῶσιν ἀναξιόχρεα, προτιμᾷ βεβαίως νὰ ἔχῃ χρεώγραφα τοῦ δημοσίου.
§168ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ αὐξήσουν τὰ γραμμάτια, ἔχει νὰ δώσῃ καὶ εἰς τοὺς ἐμπόρους· ἀφοῦ εἶναι ἐξησφαλισμένοι τί σημαίνει;
§169ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ παραδεχθῆτε ἓν ἐκ τῶν δύο, ἢ ὅτι θὰ αὐξήσουν καὶ τότε ὠφελεῖται ἡ Τράπεζα, ἢ ὅτι θὰ μείνουν τὰ αὐτὰ καὶ τότε ζημιοῦται τὸ δημόσιον· δὲν ἠμποροῦν νὰ ᾖναι καὶ τὰ δύω.
§170ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς μίαν κακὴν Τράπεζαν καὶ τὸ ἄλλο ἠμπορεῖ νὰ συμβαίνῃ.
§171ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε εἰς ἀντίφασιν, διότι ἐὰν ἡ Τράπεζα μετὰ τὴν χορήγησιν τοῦ δανείου δύναται νὰ αὐξήσῃ τὰ γραμμάτιά της κατὰ 15,000,000, θὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ τόπος σηκόνει 55,000,000 γραμμάτια· ἀλλὰ τότε δύνασθε νὰ τὰ θέσητε εἰς κυκλοφορίαν ὑπὲρ τοῦ ἐμπορίου χωρὶς νὰ ἔχητε οὐδὲν χρεώγραφον.
§172ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐντοσούτῳ τὰ σηκόνει.
§173ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ψευδὴς αὕτη ἡ θεωρία, καὶ προσέξατε, κύριοι, πολὺ εἰς τοῦτο· ἡ Τράπεζα δὲν ἔχει κυρίαν ἀποστολὴν νὰ δανείζῃ τὸ δημόσιον· ἡ ἀποστολὴ τῆς Τραπέζης εἶναι νὰ διευκολύνῃ τὴν γεωργικὴν καὶ κτηματικὴν τάξιν καὶ τὸ ἐμπόριον· καὶ ἠξεύρετε, τί συνέβη ἐξ ὅτου ἡ Τράπεζα ἤρχισε νὰ δανείζῃ τὸ δημόσιον, δὲν ἔχει πλέον εἰς κυκλοφορίαν ὅσα ὀφείλει κατὰ τὸ καταστατικόν της νὰ δίδῃ εἰς τοὺς κτηματίας, διότι νομίζει, καὶ δικαίως, ὅτι εἰς ὅσα κατὰ τὸ καταστατικὸν ἔχει νὰ δίδῃ εἰς τὴν κτηματικὴν τάξιν, πρέπει νὰ περιλαμβάνωνται καὶ τὰ διδόμενα πρὸς τὸ δημόσιον. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι διὰ τῆς ἀποκτήσεως χρεωγράφων τοῦ δημοσίου, ἡ Τράπεζα εὑρέθη ἠναγκασμένη νὰ ὀλιγωστεύσῃ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἔδιδεν εἰς τὴν κτηματικὴν τάξιν· διὰ τῆς παραχωρήσεως, τὴν ὁποίαν κάμνετε σήμερον, θὰ εὑρεθῇ ἡ Τράπεζα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐλαττώσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δίδει εἰς τὸ ἐμπόριον. Ἐπανέρχομαι δὲ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων, ἐπειδὴ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νομίζει, ὅτι διὰ τῆς εὐκολίας, ἥτις δίδεται, θὰ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων· τὸν παρατηρῶ, ὅτι δὲν δύνανται ν’ αὐξήσουν παρὰ ὅταν αἱ συναλλαγαὶ τοῦ τόπου εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται μεγαλειτέρα κυκλοφορία. Αὐξάνουν, κύριοι, τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια χωρὶς νὰ ἔχουν ἀναλογίαν μὲ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ τόπου, ὅταν ὑπάρχῃ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία· ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἔχητε αὔξησιν. Τελευτῶν παρατηρῶ, ὅτι ἡ σύμβασις καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ οὗ πρόκειται, δὲν παρέχουν εἰς τὸ δημόσιον παρὰ μίαν ὠφέλειαν 100 μόνον χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου· ὅτι δὲν θέλουν ἀνακουφίσει τὸν προϋπολογισμὸν εἰμὴ κατὰ 1,400,000 ἐκ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν χρεωλυσίων, καὶ ὅτι διὰ νὰ γείνουν αὗται αἱ δύω εὐκολίαι, ὁ τόπος, κύριοι, δεσμεύεται μὲ ἓν δάνειον, ὅπερ θέλει τὸν βαρύνει ἐπὶ 44 ἔτη, χωρὶς νὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ μεταξὺ, καὶ ἂν οἱ τόκοι ἐλαττωθοῦν, νὰ τὸ ἐξοφλήσῃ. Ἐπειδὴ δὲ ὡς σᾶς παρετήρησα αἱ ἀνάγκαι τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν θεραπεύονται διὰ τῶν 2 αὐτῶν εὐκολιῶν, οὔτε δηλ. διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου τῶν 100,000, οὔτε διὰ τῆς ἐξαλείψεως ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ 400 χιλ. προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, καὶ νὰ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ παρουσιάσῃ σύστημα πλῆρες, δυνάμενον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας σᾶς ἐξέθεσα καὶ τὰς ὁποίας ὅλοι γνωρίζετε.
§174ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Εἰς ἀληθῶς δυσχερῆ θέσιν εὑρίσκομαι διαδεχόμενος τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Τριφυλίας, τόσον σπουδαίως καὶ ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις τὸ ζήτημα πραγματευθέντα· ἡ δυσχέρεια αὕτη ἐπαυξάνει τὸ μὲν ὅτι πρὸς κεκμηκυῖαν τὴν Βουλὴν μέλλω νὰ ὁμιλήσω, τὸ δὲ ὅτι μετὰ τοῦ προλαλήσαντος ὁμογνωμονοῦμεν σχεδὸν κατὰ πάντα· οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀντιφρονούντων ἔλαβε τὸν λόγον, εἰς τὴν δυσχέρειαν ταύτην θὰ ὑποβληθῶ, ἐξαιτούμενος τῆς Βουλῆς τὴν προσοχὴν ἐπ’ ὀλίγον, καθότι καίτοι ἐσκόπουν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ μακρὸν, θέλω ἤδη ἕνεκα τούτων συντόμως καὶ μικρὸν μέρος τοῦ ὅλου πραγματευθῆ· τοῦτο δὲ θέλω πράξει στηριζόμενος εἰς ἀριθμοὺς, ἂν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν, ἥτις ἀπὸ ἡμερῶν ἀπασχολεῖ ἡμᾶς, παρετήρησα μετ’ ἐκπλήξεως ὅτι καὶ τῶν ἀριθμῶν ἡ ἀποδεικτικὴ δύναμις ἐξηφανίσθη καὶ οὗτοι κατήντησαν ἐλαστικοί. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς ἐπραγματεύθη ἐν ἐκτάσει καὶ μετὰ πολλῆς σαφηνείας καὶ πειστικότητος τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὡς πρὸς τὴν βάσιν αὐτοῦ, δηλ. ὡς πρὸς τὸ ἀναπόδραστον τῆς ἀνάγκης τῆς συνομολογήσεως δανείου, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς καὶ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ τμήματος ἠγωνίσθησαν νὰ παραστήσωσι, θέλω περιορισθῆ ἁπλῶς ὅπως καταδείξω ἂν τοιοῦτον καὶ μόνον ἠδυνάμεθα δάνειον νὰ συνάψωμεν· διότι φρονῶ, ὅτι μετὰ τὴν γενικὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος περὶ τοῦ ἂν εἴμεθα εἰς ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ συνάψωμεν δάνειον πρέπει νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος ἂν τοιοῦτον καὶ μόνον δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν καὶ δὲν δυνάμεθα κρεῖττον αὐτοῦ. Καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ μακρῶν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ διὰ τῶν ἐκθέσεών των ὑπεστήριξαν ὅτι τὸ προκείμενον δάνειον εἶναι τὸ κρεῖττον τῶν μέχρι τοῦδε πραγματοποιηθέντων, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι μέχρις αὐτοῦ· τὸ ζήτημα εἶναι νὰ ἴδωμεν ἂν ᾖναι κρεῖττον καὶ ἄλλων δανείων καὶ ἄλλων συμβάσεων, διὰ τῶν ὁποίων ἠδυνάμεθα νὰ θεραπεύσωμεν ἐντελῶς τὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἂν, λέγω, δι’ ἄλλου δανείου καὶ δι’ ἄλλων συμβάσεων, τὰς ὁποίας καὶ σήμερον δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν, ἐρχόμεθα εἰς κρεῖττον ἀποτέλεσμα, συμφερώτερον εἰς τὸ δημόσιον καὶ συμφερώτερον εἰς τὸ κοινόν. Τοῦτο δὲ θέλω πραγματευθῆ, διότι φρονῶ ὅτι δὲν ἠρνήθη ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ὅτι αἱ κατὰ τὰ 73 ὑποβληθεῖσαι ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἰς τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς συμβάσεις εἶναι ἤδη ἰσχυραὶ καὶ ὑποχρεοῦσι τὰς συναλλαξαμένας μετὰ τοῦ δημοσίου Τραπέζας· πρὶν ἢ ὅμως προβῶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν ταύτην, νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπαντήσω καὶ ἀναιρέσω ἕνα ἰσχυρισμὸν ἢ μᾶλλον ἓν ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος βουλευτὴς, θελήσας διὰ τούτου ν’ ἀποδείξῃ τὸ προκείμενον δάνειον καὶ τὴν ὑπὸ συζήτησιν σύμβασιν ὡς ἀξίαν τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος βουλευτὴς ἐχώρισε τὰς συμβάσεις τὰς ὑποβληθείσας ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἰς τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς· τὰς ἐχώρισε δὲ λέγων ὅτι σήμερον συμβαλλόμεθα μόνον μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἑπομένως μόνον πρέπει νὰ παραβάλωμεν τὴν σύμβασιν τὴν ὑπὸ συζήτησιν, πρὸς μόνον τὴν σύμβασιν τὴν ὁποίαν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὑπέβαλε τότε μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Νομίζω, ὅτι ὁ χωρισμὸς οὗτος δὲν εἶναι οὔτε λογικὸς, οὔτε δίκαιος· διότι ποῖος ὁ λόγος διὰ τοῦ ὁποίου καὶ τὸ σημερινὸν δάνειον καὶ ἡ περὶ αὐτοῦ σύμβασις εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζητεῖται ἡ ἐπιψήφισις αὐτῶν; βεβαίως πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρὸς πληρωμὴν χρεῶν βαρυτέρων. Ποῖος δὲ ἦτον ὁ σκοπὸς καὶ ποῖος ὁ λόγος ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις συνῆψε συμβάσεις καὶ ὑπέβαλε ταύτας εἰς τὴν Βουλὴν ζητήσασα τὴν ἐπικύρωσίν των; ἐπίσης ὁ αὐτὸς λόγος, δηλ. ἡ ἐπὶ τὸ βέλτιον ῥύθμισις ἐν γένει τῶν οἰκονομικῶν, ἐκτὸς τῆς τοῦ κοινοῦ ὠφελείας, περὶ ἧς ὅμως ἡ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν σύμβασις οὐδόλως μεριμνᾷ. Ὅταν λοιπὸν περὶ τοῦ αὐτοῦ σκοποῦ δύο μέσα ὑποβάλλονται, νομίζω ὅτι τὰ μέσα ταῦτα πρέπει νὰ ληφθῶσιν ἀδιαιρέτως, χωρὶς νὰ γείνῃ χωρισμὸς παραβλάπτων τὴν ἀξίαν ἑνὸς τούτων. Τούτων οὕτως ἐχόντων, φρονῶ ὅτι δίκαιον, λογικὸν καὶ ἀναγκαῖον εἶναι, ὅπως ὀρθῶς κρίνωμεν περὶ τοῦ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν δανείου, νὰ λάβωμεν τὰς συμβάσεις ἐκείνας ἀδιαιρέτως καὶ τὰς τρεῖς. Ὅταν εἶπον προλαβόντως ὅτι διὰ νὰ ἐξακριβώσωμεν ὀρθῶς τὸ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν ζήτημα πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἂν τὸ δάνειον τὸ προκείμενον ᾖναι τὸ συμφερώτερον εἰς τὸ δημόσιον καὶ εἰς τὸ κοινὸν, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν, ἐνόουν ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ σύγκρισις εἰδικῶς πρὸς τὰς συμβάσεις, τὰς ὁποίας ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν· τὴν σύγκρισιν ταύτην διὰ βραχέων θέλω κάμει, ἵνα ἀποδειχθῇ ποῖον τὸ προτιμότερον σύστημα, τὸ σήμερον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως παρουσιαζόμενον εἰς τὴν Βουλὴν, ἢ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπαρουσίασεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Ἵνα δὲ εὐχερέστερον καὶ συντομώτερον συνάμα τὴν σύγκρισιν ταύτην ποιήσωμαι, θέλω λάβει ἴσον ποσὸν ἐξ ἀμφοτέρων τῶν συμβάσεων, ἕκαστον δὲ τούτων μὲ τοὺς ὅρους τοὺς ἐν ἑκατέρᾳ τῶν συμβάσεων συνομολογηθέντας, καὶ συγκρίνων ταῦτα νὰ ἀποδείξω ποῖον τὸ προτιμότερον. Λαμβάνω λοιπὸν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν ταῖς συμβάσεσι ταῖς ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἰς τὴν παρελθοῦσαν περίοδον ὑποβληθείσαις, τὸ ποσὸν δηλ. τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ λάβῃ τὸ δημόσιον ἐξ ἀμφοτέρων τῶν Τραπεζῶν, τῆς τε Ἐθνικῆς καὶ τῆς Πιστωτικῆς. Τὸ ποσὸν αὐτὸ συμποσοῦται εἰς 7,336,000 δραχ. πρὸς τόκον 6% καὶ εἰς τὸ ἄρτιον, πρὸς τούτοις δὲ δι’ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ. Κατὰ τὴν νέαν σύμβασιν ἐπὶ ἴσου ποσοῦ κεφαλαίου, δηλ. ἐπὶ 7,336,000 θὰ πληρώσωμεν ἐπὶ πλέον δανειζόμενοι ἐπὶ τόκῳ 6%, μὲ ἔκπτωσιν 81%, ἐπὶ 44 ἔτη τὰ ἑξῆς ποσά· τόκον ἐτησίως ἐπὶ πλέον 103,247 δραχ. ἤτοι ἐπὶ 44 ἔτη, 4,542,868. Ὑπολογίζοντες δὲ καὶ τὴν ἔκπτωσιν τῶν 19%, θὰ ἔχωμεν πρὸς ἐξόφλησιν πλέον τοῦ ἀναγκαίου ποσοῦ τοῦ πληρωθησομένου διὰ τῶν ἄλλων συμβάσεων, 1,720,900 δραχμάς.
§175ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ὅλον;
§176ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Τὸ ὅλον ἐπὶ πλέον ἐπὶ 44 ἔτη, 6,263,768 δραχάς. Ὅθεν ἐπὶ 7 περίπου ἑκατομμυρίων κεφαλαίου, τὰ ὁποῖα συνεφώνησεν ἡ προκάτοχος κυβέρνησις νὰ δανεισθῇ, καὶ αἱ συμφωνίαι κεῖνται ἤδη ἰσχυραὶ καὶ ἀναμφισβήτητοι, ἂν δανεισθῶμεν σύμφωνα μὲ τὴν σύμβασιν τὴν ὑπὸ συζήτησιν καὶ σκέψιν τῆς Βουλῆς, θέλομεν ζημιωθῆ 6 ἑκατομμύρια καὶ 200 χιλιάδας δραχμῶν. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο μόνον νομίζετε, ὅτι συμποσοῦται ἡ ζημία ἡμῶν; Πάντες γνωρίζομεν, καὶ ὁ εἷς δυστυχῶς μετὰ τὸν ἄλλον οἱ ἀνερχόμενοι εἰς τὸ βῆμα τοῦτο ὁμολογοῦσιν, ὅτι τοὺς τόκους τῶν δανείων, τῶν συμπεφωνημένων μέχρι τοῦδε, δὲν δυνάμεθα νὰ πληρώνωμεν ἀπὸ τὰς τακτικὰς προσόδους τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἑπομένως καὶ διὰ τοὺς τόκους αὐτοὺς μέλλομεν νὰ δανεισθῶμεν καὶ νὰ πληρώσωμεν τόκους, καὶ τίς ἠξεύρει μετά τινα ἔτη ἐὰν ἔχωμεν τὴν ἀτυχίαν τὸ αὐτὸ σύστημα οἰκονομίας νὰ ἐπικρατῇ καὶ οἱ αὐτοὶ συνδυασμοί, ἂν δὲν συνομολογήσωμεν δάνειον ἕτερον μὲ τὰ αὐτὰ ἢ καὶ μεγαλεῖτερα βάρη ἀπὸ τὸ δάνειον τοῦτο, ὅπως πληρώσωμεν τοὺς καθυστεροῦντας τόκους. Σημειώσατε δὲ ὅτι καὶ ἄλλην σπουδαιοτάτην ἐπὶ τὰ χείρω διαφορὰν ἔχει τὸ ὑπὸ συζήτησιν δάνειον ἀπὸ τὸ διὰ τῶν συμβάσεων τοῦ 1873 συνομολογηθέν· ἡ διαφορὰ αὕτη ἡ σπουδαία εἶναι ὅτι τὸ τῶν συμβάσεων τοῦ 1873 συνωμολογεῖτο ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ, τοῦτο δὲ χρεωλυτικῶς καὶ ἐπὶ 44 ἔτη πληρωτέον. Τὴν στιγμὴν ταύτην θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος βουλευτὴς νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι μοὶ ἐφάνη ἀρκετὰ παράδοξος ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον χθὲς εἶπεν, ὅτι δηλ. δι’ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ δὲν συνάπτεται δάνειον διαρκὲς, καὶ ὅτι δύναται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ ἡ Πιστωτικὴ, ὅταν θέλῃ νὰ κλείσῃ τοὺς λογαριασμούς της, νὰ παραγγείλῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ πληρώσῃ καὶ νὰ παύσῃ τὸν ἀνοικτὸν λογαριασμόν. Μοὶ ἐφάνη πολὺ παράδοξος ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος, διότι νομίζω ὅτι ὤφειλε νὰ σκεφθῇ ὅτι ὁ ἀνοικτὸς οὗτος λογαριασμὸς συνάπτεται δυνάμει νόμου, ἤτοι διαρκεῖ ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος, ἑπομένως δὲν ὑπόκειται εἰς τοὺς ὅρους τοῦ καταστατικοῦ αὑτῆς, καθ’ οὓς οἱ λογαριασμοὶ οἱ ἀνοικτοὶ, τοὺς ὁποίους συνάπτουσιν οἱ ἰδιῶται, δύνανται, κατὰ τὸ δοκοῦν τῇ Τραπέζῃ, βεβαίως καὶ νὰ αὐξηθῶσι καὶ νὰ ἐλαττωθῶσιν ἀναλόγως τῆς οἰκονομικῆς τῶν ἰδιωτῶν τούτων καταστάσεως ἢ καὶ νὰ παύσωσιν ὁλοτελῶς. Μεταβαίνω εἰς τὸ δεύτερον δάνειον ἢ μᾶλλον εἰς τὴν μετατροπὴν δανείων, τὴν ὁποίαν αἱ πέρυσιν ὑποβληθεῖσαι συμβάσεις περιλαμβάνουσι, καὶ συγκρίνω τὸ δάνειον τοῦτο ἢ μᾶλλον τὴν μετατροπὴν πρὸς ἴσον ποσὸν δανείου, ἀναφερομένου ἐν τῇ ὑπὸ συζήτησιν ἡμῶν συμβάσει. Κατὰ τὰς συμβάσεις τοῦ 1873, ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἐδανείζετο χρεωλυτικῶς καὶ ἐπὶ 22 ἔτη πρὸς 7%, ἀλλ’ εἰς τὸ ἄρτιον, κεφάλαιον 3,800,000 δραχ. ἂν δὲν ἀπατῶμαι· κατὰ τὴν νέαν σύμβασιν δανείζεται τὸ αὐτὸ ποσὸν χρεωλυτικῶς ἐπὶ 44 ἔτη μὲ τόκον 6% καὶ μὲ ἔκπτωσιν 19 τοῦ κεφαλαίου, ἤτοι ἐπὶ τόκῳ 7 καὶ 83 κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος βουλευτὴς εἰς τὴν ἔκθεσίν του ἔχει. Ἡ διαφορὰ τῶν 83/100 φέρει ἐτησίως ἐπὶ κεφαλαίου δραχ. 3,800,000 ζημίαν 31,540 δραχμῶν, ζημίαν, λέγω, συγκρινομένου τοῦ δανείου τούτου πρὸς τὸ δάνειον τὸ ἐν ταῖς συμβάσεσι τοῦ 1873 περιεχόμενον, ἑπομένως, ἐπὶ 44 ἔτη, ἡ ζημία ἀναβαίνει εἰς 1,380,700 δραχμάς. Διὰ τὸ ποσὸν αὐτὸ λέγω ὅ,τι καὶ ἐπὶ τοῦ προηγουμένου εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὴ μόνον ἡ πραγματικὴ ζημία ἡ ἀναντίῤῥητος, ἡ διὰ τῶν ἀριθμῶν ἀποδεικνυομένη· εἶναι καὶ ἡ ἑτέρα ζημία· πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν τῶν τόκων θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ δανεισθῶμεν καὶ νὰ πληρώσωμεν καὶ τόκον. Ἡ σύγκρισις λοιπὸν μεταξὺ ποσοῦ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον σήμερον ἡ κυβέρνησις εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν, καὶ τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἡ προκάτοχος κυβέρνησις διὰ τῶν τριῶν συμβάσεων εἰσήγαγεν εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἡ σύγκρισις αὕτη μᾶς ἀποδεικνύει ὅτι τὸ δημόσιον θὰ ζημειωθῇ διὰ τῆς νέας ταύτης συμβάσεως τὸ βεβαίως οὐχὶ ἀξιοκαταφρόνητον, καθαρὸν δὲ, βέβαιον καὶ ἀναμφισβήτητον ποσὸν τῶν 7,651,528 δραχμῶν. Αὐτὴ ἡ ἐπὶ τὰ χείρω μεταβολὴ γίνεται διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως, καὶ αὐτὴ ἡ μεταβολὴ ἠξιώθη τῶν ἐπαίνων καὶ τῆς εὐγνωμοσύνης τῶν ὑπὲρ τοῦ δανείου τούτου ἀγορευσάντων· αὐτὴ ἡ μεταβολὴ εἶναι ἡ ὁποία ἔκαμε τὸν μὲν ἀξιότιμον ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτὴν νὰ ἀναδράμῃ μέχρι Τουρκίας, ὅπως ἐκεῖ κατορθώσῃ νὰ εὕρῃ λόγους δικαιολογοῦντας τὸ δάνειον τοῦτο, τὸν δὲ ἀξιότιμον ἐκ Παρνασσίδος βουλευτὴν νὰ ῥαίνῃ τὴν τράπεζαν μὲ ἄνθη καὶ ῥόδα καὶ μὲ τὴν εὐγνωμοσύνην τὴν ἐθνικήν. Ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἐν τῇ ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, μετὰ παραδειγματικῆς λεπτομερείας ἀριθμεῖ ὅλας τὰς ὠφελείας ὧν ἐστερήθη ἡ Τράπεζα, συνομολογήσασα τὴν σύμβασιν ταύτην. Τὰς ὠφελείας ταύτας θέλω διὰ βραχέων ἐξετάσει, καὶ θὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον ἐκ Παρνασσίδος βουλευτὴν νὰ μοὶ εἴπῃ ἐὰν ἀληθῶς πρῶτον μὲν ᾖναι ἄξιοι λόγου, δεύτερον δὲ ἐὰν ἀκόμη ᾖναι πραγματικαὶ καὶ ἀληθεῖς. Πρὸ τούτου ὅμως, θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ εἴπω, ὅτι ὁ τόκος, ὁ περιεχόμενος εἰς τὰς συμβάσεις διὰ τὸ δάνειον καὶ κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. εἰσηγητοῦ εἰς 7 καὶ 83 ἀναβαίνων, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ πραγματικός, δὲν εἶναι αὐτός, ὅστις θὰ κοστίσῃ εἰς τὸ δημόσιον. Τὸ δημόσιον θὰ πληρώσῃ πράγματι ἀνώτερον τόκον, θὰ τὸν πληρώσῃ δὲ κατ’ ἀνάγκην ἕνεκα τῶν μελλόντων νὰ συμβῶσιν ἐξόδων, τῶν μελλουσῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας προλαμβάνουν αἱ συμβάσεις τοῦ 1873, τὸ μὲν, ὡς δημιουργοῦσαι δάνεια δι’ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ, τὰ ὁποῖα δὲν φέρουσι τὴν ζημίαν ταύτην, τὸ δὲ, διότι μετατρέπουν δάνεια βαρύτερα εἰς ἐλαφρότερα διὰ μόνης τῆς Τραπέζης καὶ ὄχι διὰ προσφυγῆς εἰς τὸ κοινὸν καὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Τὰ ἔξοδα ταῦτα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβληθῇ ἡ κυβέρνησις, συνίστανται εἰς ½% ἀμοιβὴν ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου τῶν ἐγγραφῶν τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, τὸ ὁποῖον ½% ὀφείλει ἡ κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν· θὰ πληρώσῃ ἔξοδα μεταφορᾶς χρημάτων, κινδυνεύει, καὶ κινδυνεύει βεβαίως, καὶ θὰ ζημιωθῇ ἀναντιῤῥήτως ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος ἢ τοῦ νομίσματος ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Νομίζω, ὅτι οἱ ἀσχολούμενοι εἰς τὰ τραπεζικὰ γινώσκουσι κάλλιον ἐμοῦ, καὶ ἐὰν σφάλλω δύνανται νὰ μὲ διορθώσωσιν, ὅτι δηλαδή, σχεδὸν πάντοτε, ὁ φέρων συνάλλαγμα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ζητῶν χρήματα ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ζημιοῦται, διότι ἡ ἀξία τοῦ χρηματικοῦ ἐν Ἑλλάδι εἶναι πάντοτε μείζων ἢ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ.
§177ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι συμβαίνει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον· διότι ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ τὸ φράγκον εἶναι πραγματικόν, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν τιμᾶται 1 καὶ 12|100.
§178ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Νὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§179ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Βαλέττα, κάμετε τὴν παρατήρησιν, ὅτι τὸ φράγκον θὰ ἔλθῃ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, ἀλλὰ θ’ ἀλλαχθῇ διὰ χαρτιοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει 3 φράγκα κατωτέραν ἀξίαν.
§180ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δὲν εἶμαι δεινὸς περὶ ταῦτα, δι’ αὐτὸ μετὰ δισταγμοῦ ἀνέφερον τὸν κίνδυνον τῆς ζημίας ταύτης καὶ ἐζήτησα, ἐὰν σφάλλω, νὰ μὲ διορθώσουν· ἀλλὰ δὶς μοῦ συνέβη εἰς ὅλον μου τὸν βίον νὰ ἔχω συνάλλαγμα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ἐζημιώθην. Ἑτέρα δαπάνη, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβληθῇ τὸ δημόσιον καὶ ἡ ὁποία πρέπει νὰ καταλογισθῇ καὶ αὐτὴ εἰς τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας μέλλει νὰ ὑποστῇ, πρέπει δηλαδὴ νὰ καταταχθῇ εἰς τὴν διαφορὰν τοῦ τόκου, εἶναι ἡ δαπάνη τῶν ὁμολογιῶν· δὲν ἐννοῶ ὅτι εἶναι πολὺ μεγάλη, ἀλλ’ εἶναι ὁπωσδήποτε δαπάνη. Ἀναφέρω δὲ αὐτὰ μετά τινος λεπτομερείας καὶ ἂν θέλετε φιλαργύρου, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος βουλευτὴς, ὡς θὰ ἴδετε κατωτέρω, μετὰ τῆς αὐτῆς λεπτολογίας προσεπάθησε νὰ ἐξακριβώσῃ καὶ νὰ ὁρίσῃ ὅλα ὅσα ἐδύνατο νὰ ὠφεληθῇ ἡ Τράπεζα καὶ τὰ ἀφῆκεν, ἵνα ἐκ τούτου πορισθῇ ἐπαίνους καὶ ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν εὐγνωμοσύνην τὴν ἐθνικήν. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῶν εἶναι καὶ μία ἄλλη ζημία, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται τὸ ἔθνος καὶ τὸ δημόσιον, διὰ τῆς κατὰ τοιοῦτον τρόπον συνομολογήσεως τοῦ δανείου. Καθὼς γνωρίζετε, οἱ τελωνειακοὶ ὑπάλληλοι ὠφείλουσι καθ’ ἑβδομάδα νὰ παραδίδωσι τὰ εἰσπραττόμενα χρήματα εἰς τὴν Τράπεζαν, ἡ δὲ Τράπεζα θὰ πληρώνῃ ἐπὶ τούτοις ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν τὰ λαμβάνει, μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς πληρωμῆς τοῦ τόκου τὸν ἥμισυ τόκον τοῦ τρέχοντος τῆς προεξοφλήσεως· ἄρα τὸ δημόσιον ζημιοῦται τὸν ἥμισυ τοῦτον τόκον ἀναντιῤῥήτως. Ἐὰν ὅμως κατὰ τὰς τοῦ 1873 συμβάσεις τὸ δάνειον συνωμολογεῖτο, καὶ ἐὰν ἐγίνοντο κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον αἱ εἰσπράξεις καὶ καταβολαὶ τῶν χρημάτων, δὲν ἤθελε ζημιωθῆ τὸ δημόσιον, διότι τὰ δάνεια ἐκεῖνα συνάπτονται δι’ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ καὶ, ὡς γνωρίζετε, εἰς ἀνοικτὸν λογαριασμὸν ὑπολογίζεται ὁ τόκος πλήρης. Δι’ ὀλίγων, ὡς προεῖπον καὶ προϋπεσχέθην, θὰ λαλήσω περὶ τῶν θυσιῶν, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος βουλευτὴς, κρίνων καὶ εἰσάγων τὴν σύμβασιν, εὗρεν ὅτι ὑφίσταται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καὶ τὰς ὁποίας ἠδύνατο ν’ ἀποφύγῃ, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ φανῇ χρήσιμος εἰς τὸ ἔθνος ἀπὸ πατριωτισμόν· εἶναι δὲ αἱ θυσίαι αὗται, ὅτι δὲν δέχεται προμήθειαν διὰ τὰς ἐγγραφὰς τοῦ δανείου εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Ἀλλὰ, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, κατὰ τὴν σύμβασιν, αἱ ἐγγραφαὶ γίνονται καὶ εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα· ἑπομένως δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἡ θυσία αὕτη εἶναι, οἵαν τὴν ἀναγράφει ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητής; Νομίζω, ὅτι προχειρότερον εἶναι εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ ἐγγραφῶσι, νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὰ ταμεῖα, καθόσον εἰς περισσότερα μέρη τοῦ Κράτους εἶναι ταμεῖα παρὰ ὑποκαταστήματα, καθόσον τὸ μεγαλείτερον μέρος τοῦ δανείου κατὰ πᾶσαν πιθανότητα καὶ δυστυχῶς μέλλει νὰ καλυφθῇ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, διότι ὁ τόκος ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἀνώτερος τοῦ ἐν τῇ συμβάσει προσφερομένου. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ θυσία αὕτη, εἰς τὴν ὁποίαν τοσοῦτον τον πατριωτικῶς ἡ Τράπεζα ὑπεβλήθη, δὲν εἶναι τόσων ἐπαίνων ἀξία. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶχε σκοπὸν ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς νὰ ἐπαινέσῃ τὴν Τράπεζαν καὶ διότι διὰ δάνειον τὸ ὁποῖον αὕτη ἀναλαμβάνει δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ προμήθειαν, Δευτέρα θυσία, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθη εἶναι ἡ ἑξῆς: Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὴν 15 τοῦ μηνὸς γίνονται αἱ ἐγγραφαὶ καὶ τὴν 24 τοῦ αὐτοῦ ὀφείλουν οἱ ἐγγραφόμενοι νὰ ἔχουν πληρώσει τὴν πρώτην δόσιν· ἑπομένως δύνανται οἱ ἰδιῶται ἐπὶ 9 ἡμέρας νὰ μὴ πληρώσουν τὴν πρώτην δόσιν, νὰ τὴν πληρώσουν τὴν 9 ἡμέραν καὶ νὰ ὠφεληθῶσι τὸν τόκον τῆς πρώτης καταθέσεως κατὰ τὰς 9 ταύτας ἡμέρας. Ἡ Τράπεζα ὅμως, λέγει ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς, δὲν θέλει νὰ ὠφεληθῇ τὴν ὠφέλειαν ταύτην τοῦ τόκου τῶν 9 ἡμερῶν, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας καταθέτει τὸ ποσὸν δι’ ὅπερ ἀνέλαβε νὰ ἐγγραφῇ. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς παρεῖδε τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ Τράπεζα διὰ τῶν ὁμολογιῶν τούτων θὰ μετατρέψῃ δάνεια, ἐπομένως δὲν δύναται νὰ λαμβάνῃ διπλοῦν τόκον καὶ διὰ τὸ μετατρεπόμενον καὶ διὰ τὸ δι’ οὗ ἡ μετατροπὴ γίνεται. Τὸν αὐτὸν ἰσχυρισμὸν, νομίζω, ὀφείλω νὰ ἀντιτάξω καὶ κατὰ τῆς γʹ θυσίας, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει ἐν τῇ ἐκθέσει του ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς, ὅτι ἡ Τράπεζα ἀμέσως μέλλει νὰ καταβάλῃ καὶ τὰς δύω δόσεις τοῦ δανείου τούτου, ἐνῷ οἱ ἰδιῶται ἔχουσι τὴν εὐκολίαν νὰ καταβάλωσιν εἰς δύω δόσεις τὸ ποσὸν τῆς ὁμολογίας, καὶ ἡ ἀπόστασις μεταξὺ τῆς ά καὶ τῆς βʹ δόσεως εἶναι ἀπόστασις ἑνὸς μηνός. Ἡ Τράπεζα, λέγει, θυσιάζει τὸν τόκον τοῦ ἡμίσεος κεφαλαίου της, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ καταβάλῃ εἰς τὸ τέλος τοῦ μηνὸς, καταθέτουσα τοῦτο ἀπ’ ἀρχῆς διὰ μιᾶς δόσεως. Ὁ αὐτὸς, λέγω, ἰσχυρισμὸς πρέπει νὰ ἀντιταχθῇ, διότι ἡ Τράπεζα μετατρέπει δάνεια καὶ δὲν δανείζει, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ λαμβάνῃ διὰ τὸ αὐτὸ ποσὸν δύω τόκους. Ὀφείλω καὶ ἐγὼ κατὰ καθῆκον, ἂν καὶ οὐδεὶς τῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτων λαλησάντων εἶπέ τι προσβλητικὸν καὶ κατ’ ἐλάχιστον κατὰ τοῦ ἀληθῶς ἀξίου ἐπαίνου ἱδρύματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἵνα μὴ θεωρηθῇ, ὅτι διὰ τῶν λεπτολόγων τούτων παρατηρήσεων θέλω νὰ ἐπιῤῥίψω καὶ τὴν ἐλαχίστην μομφὴν καὶ οὕτω καὶ τὴν κρίσιν μου καὶ ἐμαυτὸν νὰ ἀδικήσω, ὀφείλω, λέγω, νὰ ὁμολογήσω καὶ ἐγὼ, ὡς πάντες οἱ πρὸ ἐμοῦ, ὅτι τὸ κατάστημα τοῦτο τιμᾷ ἀληθῶς τὸ ἑλληνικὸν ὄνομα, χωρὶς νὰ θέλω διὰ περισσοτέρων λόγων τὴν ἰδέαν μου ταύτην καὶ ἐκτίμησιν νὰ ἀναπτύξω· ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἄλλο κατάστημα πιστωτικόν, ἄλλο Τράπεζα καλῶς διαχειριζομένη, ὠφελοῦσα τοὺς μετόχους της, τιμῶσα τὸ ἑλληνικὸν ὄνομα ὡς διοικουμένη ὑπὸ Ἑλλήνων καὶ ὑπὸ Ἑλλήνων μετόχων κατὰ τὸ πλεῖστον συγκεκροτημένη, καὶ ἄλλο Τράπεζα ἀξία ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης λόγῳ θυσιῶν πρὸς τὸ δημόσιον· εἶναι δύω πράγματα σχεδὸν ἀσυμβίβαστα, εἶναι δύω ἔννοιαι ἀντίθετοι, τὰς ὁποίας, ἂν ἤθελον νὰ παραδεχθῶ, ἤθελον προσβάλει τὴν Τράπεζαν ὡς παραμελοῦσαν τὰ ἴδια ἑαυτῆς συμφέροντα χάριν τοῦ δημοσίου· ἀλλὰ νομίζω ὅτι, οὕτω κρίνων περὶ τῆς Τραπέζης, δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐκφράζω τὴν ἐθνικὴν εὐγνωμοσύνην διὰ τοιαύτας μικρολόγους θυσίας καὶ ἀνακριβεῖς· διότι ἡ Τράπεζα ὀφείλει σχεδὸν τὴν ὕπαρξίν της, καὶ ἂν ὄχι τὴν ὕπαρξίν της, τὸ μεγαλεῖόν της, τὴν πρόοδόν της, τὴν αὔξησιν τῶν κεφαλαίων της, εἰς αὐτὸ τὸ ἑλληνικὸν δημόσιον· διότι ἔχει 39 ἑκατομμύρια τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐνῷ μεταλλικὸν ἔχει τὸ τρίτον.......
§181ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Περισσότερα.
§182ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Περισσότερα, ἔστω· δηλαδὴ διὰ τὰ δύω τρίτα περίπου τῶν 39,000,000 δραχμῶν γραμματίων, ἅπερ ἔχει εἰς κυκλοφορίαν, ὠφελεῖται τὸν τόκον αὐτῶν χωρὶς νὰ πληρώνῃ τίποτε. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἀπέναντι τοιαύτης ἀληθοῦς καὶ βεβαίας εὐγνωμοσύνης, τὴν ὁποίαν ἡ Τράπεζα ὀφείλει πρὸς τὸ δημόσιον, ἀπέναντι αὐτῶν τῶν μεγάλων συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ἀναντιῤῥήτως καὶ ὑπὸ πάντων ὁμολογοῦνται, ὅτι ἀπολαμβάνει αὕτη, εἶναι αἱ προσφοραὶ αὐτῆς ἄξιαι, εἶναι τηλικαῦται, ὥστε νὰ ἔρχεται ὡς εἰσηγητὴς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Παρνασσίδος βουλευτής, εἰσηγητὴς τμήματος ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐκλεχθέντος καὶ νὰ λέγῃ: «Ἡ Τράπεζα τῶν ὠφελειῶν τούτων παρῃτήθη ἑκουσίως, μὴ θελήσασα νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς τοὺς διὰ τῆς ἐγγραφῆς γενομένους μετόχους τοῦ προκειμένου δανείου, ὡς ἐμφορουμένη ἐκ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ νὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ ὅσον οἷόν τε ἐλάσσονας ὑποχρεώσεις τὸ δημόσιον καὶ ἐπιτευχθῇ οὕτω, κατὰ τὸ ἐφικτόν, ὁ διὰ τοῦ προκειμένου οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ ἐπιδιωκόμενος σκοπός, ἤτοι ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐνιαυσίων βαρῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους.» Νομίζω ὅτι, ὅπως εἰς τὰς κατακρίσεις μας καὶ εἰς τὰς μομφάς μας ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα δίκαιοι καὶ μεμετρημένοι, κατὰ τοσοῦτον εἰς τοὺς ἐπαίνους ἐπίσης καὶ τὴν ἔκφρασιν τῆς εὐγνωμοσύνης ἡμῶν· ἄλλως, οὐδὲν ἄλλο κάμνομεν εἰμὴ κακῶς νὰ κρίνωμεν τὰ πράγματα καὶ τὰς πράξεις τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ ἀδικῶμεν ἢ ἐπαινοῦντες ἢ ψέγοντες ἀδίκως. Δὲν ἠρκέσθησαν ὅμως εἰς τὸ νὰ ὑποστηρίξουν τὴν σύμβασιν, τὴν εἰσαχθεῖσαν, καὶ τὸ δάνειον, τὸ ὑπὸ συζήτησιν, δι’ ἐκθέσεων καὶ ἀγορεύσεων ἀφηρημένως καὶ ἄνευ συγκρίσεως πρὸς τὸ παρελθόν· ἠθέλησαν νὰ τὸ συγκρίνωσι, καὶ συγκρίνοντες νὰ μεμφθῶσι τὰς συμβάσεις τοῦ 1873, ἀγωνιζόμενοι νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἐκεῖναι δὲν εἶχον τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν τινὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπέδωκαν εἰς αὐτάς.
§183ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Παιδείας). Ἠξεύρετε τί ἀντάλλαγμα ἦτο;
§184ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, γνωρίζω πολὺ καλὰ τὸ ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον εἴπετε, ὡς γνωρίζω ἐπίσης καὶ λεπτομερῶς ποῖον ἀντάλλαγμα καὶ ποίους λόγους ἔχει ἡ σύμβασις ἡ ὑποβαλλομένη, καὶ μία ἄλλη ἡ ὁποία θὰ ὑποβληθῇ βραδύτερον. Ναί, τὸ γνωρίζω καὶ τὸ ἐνθυμοῦμαι κάλλιστα τὸ ἀντάλλαγμα ἐκεῖνο. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι πέρυσιν, εἰς τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, καθ’ ἣν δὲν συνεζητήθησαν ἐπὶ δύω ἢ τρεῖς ἡμέρας, ἀλλὰ μῆνα ὁλόκληρον αἱ συμβάσεις, καὶ ἠγόρευσαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου οἱ λογάδες τῆς Βουλῆς, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι δυστυχῶς λείπουσι σήμερον, συνεζητήθη τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἀπεδείχθη, διότι πάντες οἱ τότε πολεμήσαντες τὴν Κυβέρνησιν, τὰς συμβάσεις ἐκείνας τὰς παρεδέχθησαν, ὅτι τὸ ἀντάλλαγμα, περὶ οὗ λέγετε, ἦτο πολὺ μικρότερον τῶν ὠφελειῶν, τὰς ὁποίας καὶ τὸ δημόσιον καὶ τὸ κοινὸν διὰ τῶν συμβάσεων ἐκείνων ἀπελάμβανον. Περὶ τοῦ ἀνταλλάγματος τῆς ἐκδόσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, διότι τοῦτο ἐννοεῖτε, ἐὰν ἐνθυμεῖσθε, ἀξιότιμε κύριε τῆς Παιδείας ὑπουργέ, δὲν ἠγέρθη εἰμὴ μία μόνον σχεδὸν φωνή, ἡ φωνὴ τοῦ ἐκ Παρνασσίδος ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ· ὅλοι σχεδὸν ἐδέχθησαν, ὅτι διὰ τοῦ προνομίου ἐκείνου δὲν ἐδεσμεύετο, ἀλλ’ ἐνεψυχοῦτο ὁ συναγωνισμὸς καὶ ὅτι αἱ ὠφέλειαι τοῦ κοινοῦ, αἱ ὠφέλειαι τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου θὰ ἦσαν μεγάλαι· ἀλλὰ διὰ τῆς συμβάσεως τῆς σημερινῆς, διὰ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε, δὲν μοὶ λέγετε, ποίαν ὠφέλειαν κοινὴν ἀξιοῦτε ὅτι θὰ ἔχητε; Ἐξήτασα τὰς συνεπείας τῆς ὑπ’ ὄψιν συμβάσεως μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὠφελείας τοῦ δημοσίου, δὲν τὴν ἐξήτασα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὠφελείας τοῦ κοινοῦ, διότι δὲν εἶχα πρὸς τί νὰ συγκρίνω ἐκείνας· τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ σύμβασις οὐδεμίαν περὶ τοῦ κοινοῦ ὠφέλειαν διαγράφει. Ἔλεγον, πρὶν ἢ μὲ διακόψῃ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Παιδείας ὑπουργός, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τοῦ τμήματος, ἀγορεύων χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἔκρινε καλόν, οὐ μόνον νὰ ἐπαινέσῃ ὡς καὶ πρότερον τήν τε Κυβέρνησιν καὶ τὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ καὶ νὰ κατακρίνῃ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν διὰ τὴν εἰσαγωγὴν ἐκείνων τῶν συμβάσεων. Εὔκολον τὸ κατακρίνειν ἁπλῶς, δύσκολον τὸ λογικῶς καὶ δικαίως· διὰ νὰ κατακρίνῃ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν καὶ νὰ ἀποδειχθῇ ἐὰν δικαίως καὶ ἐλλόγως κατακρίνῃ, ὤφειλε νὰ συγκρίνῃ· διότι οὐδὲν ἀπόλυτον ἐν ταῖς ἀνθρωπίναις πράξεσι· τὰ πάντα σχετικά, καὶ σχετικῶς ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ· ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ εἰς ποίαν κατάστασιν καὶ σχέσιν οἰκονομικὴν εὗρε καὶ τὸ δημόσιον καὶ τὸ κοινὸν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ποίας ἔκαμεν εἰς τὸ δημόσιον καὶ τὸ κοινὸν διὰ τῶν συμβάσεων ἐκείνων ὠφελείας, καὶ τί περιέχει ἡ σύμβασις, ἡ σήμερον ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως εἰσαγομένη· καὶ ἐὰν συγκρίνων τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὗρεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις τό τε δημόσιον καὶ τὸ κοινόν, καὶ τὴν κατάστασιν, ἣν ἡ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν σύμβασις δημιουργεῖ, πρὸς ἐκείνην, ἣν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διὰ τῶν συμβάσεων τοῦ 1873 παρῆγεν, εὕρισκεν ὅτι αὕτη εἶναι χείρων, τότε εἶχε δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἔσφαλεν. Ἀλλὰ ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι καὶ τὸ πρὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ τὸ παρὸν εἶναι κατώτερον ἐκείνης, τότε ὤφειλε νὰ σιγᾷ, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ ἐπαινέσῃ ἕνεκα ἄλλων λόγων. Καὶ πρῶτον εὗρε τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις μετὰ 33 ἐτῶν ἀποκατάστασιν ἔχουσαν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, 13 ὑποκαταστήματα εἰς τὰς ἐπαρχίας.
§185ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. 14, 15.
§186ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Εὗρε τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν δανείζουσαν εἰς μὲν τὸ κοινὸν πρὸς 8% καὶ μὴ ἐπαρκοῦσαν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ κοινοῦ· ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι αἱ ἐργασίαι, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἡ νέα Τράπεζα, ἡ Πιστωτική, ἥτις χωρὶς νὰ ἐλαττώσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἔχει καὶ ἐκείνη μέγαν γύρον· ἀλλ’ ἐνῷ εἰς τὸ κοινὸν ἐδάνειζε μὲ 8%, μὲ πόσα ἐδάνειζεν εἰς τὸ δημόσιον; μὲ 9 καὶ 9½ καὶ ἐπὶ ἐγγυήσει καὶ ὑποθηκεύσει τελωνείων, ἐνεχυριάσει τίτλων δημοσίων κτλ. Ποίαν μεταβολὴν ἐπέφερεν ἡ προκάτοχος κυβέρνησις διὰ τῶν συμβάσεων, τὰς ὁποίας εἰσήγαγεν εἰς τὴν παρελθοῦσαν περίοδον; Ἀπένειμεν εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν δικαίωμα ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων ἔν τε τῇ Ἑπτανήσῳ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, εἰς τὰς ὁποίας ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν εἶχεν ὑποκαταστήματα, καὶ αἱ ἐπαρχίαι αὗται ἦσαν σχεδὸν πᾶσαι πλὴν 13 ἢ 14 ἢ 15. Μετέβαλε τὴν κατάστασιν ταύτην ἀκόμη καὶ κατὰ τοῦτο, ἐπέβαλεν ὑποχρεώσεις διὰ τῶν συμβάσεων ἐκείνων, ὅπως ἀμφότεραι αἱ Τράπεζαι μὴ δανείζωσιν ἄνω τῶν 7%· νομίζετε, ὅτι αὐτὸ εἶναι μικρόν;
§187ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἀμφότεραι αἱ Τράπεζαι· μόνον ἡ Πιστωτικὴ καὶ ἐπρόκειτο περὶ προεξοφλήσεως.
§188ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Περὶ προεξοφλήσεως, κύριε Σιμόπουλε. Νομίζω ὅτι, ὅταν προεξοφλῇ ἡ μία ὄχι ἄνω τῶν 7%, τότε θὰ ἀναγκασθῇ καὶ ἡ ἄλλη νὰ δανείζῃ μὲ τὸν αὐτὸν τόκον, ἂν ὄχι μικρότερον.
§189ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ πρότερον προεξώφλει πρὸς 7%, πρὸ 6 ἐτῶν.
§190ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἐκτὸς τούτου ἤνοιξεν εἰς τὰς Τραπέζας πίστωσιν ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ πρὸς 6% 5 ἑκατομμυρίων 600 τόσων χιλιάδων δραχμῶν καὶ ἄνευ ἐγγυήσεως, ἄνευ ὑποθηκεύσεως τελωνείων, ὥστε τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπήρχοντο εἰς τὸν τόπον καί τινα τῶν ὁποίων ἐπῆλθον διὰ μόνης τῆς συνάψεως τῶν συμβάσεων, θὰ ἦσαν ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τότε ὁριστικῶς κατεβίβασε τὸν τόκον της ὑπὸ τὸ 7· τότε ἐσύστησεν 22 ὑποκαταστήματα καὶ κατ’ ἀρχὰς εἶχεν ἀποφασίσει νὰ συστήσῃ πανταχοῦ τοῦ Κράτους πρὶν ἢ συναφθῇ καὶ ἡ μετ’ αὐτῆς σύμβασις.
§191ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν συνήφθη ἡ σύμβασις, ὑπῆρχον.
§192ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἠξεύρω τὸ διατί. Νομίζετε, ὅτι ἀγνοῶ τὸν λόγον;
§193ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω τοῦτο.
§194ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Νομίζετε, ὅτι ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ, μὲ ὅλην τὴν πρόθεσιν, ἣν ἔχει νὰ βοηθῇ τὴν γεωργικὴν καὶ βιομηχανικὴν καὶ ἐμπορικὴν τάξιν, μὲ ὅλον τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν αὐταπάρνησιν, τὴν ὁποίαν, ὡς κηρύττετε, ἔδειξεν εἰς τὴν σύναψιν τῆς παρούσης συμβάσεως, νομίζετε, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο νὰ συναφθῇ σύμβασις καὶ παραχωρηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων εἰς τὴν Πιστωτικήν, θὰ ηὔξανε τὰ ὑποκαταστήματά της; Βεβαίως ὄχι, καὶ ὑπὲρ τῆς πεποιθήσεώς μου ταύτης φρονῶ, ὅτι ἔχω συνήγορον ὅλον τὸν κόσμον.
§195ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε πρέπει νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας μόνον ἐκεῖνα τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προήρχοντο ἐκ τῆς προγενεστέρας μετὰ τῆς Τραπέζης συμβάσεως καὶ τῆς σημερινῆς.
§196ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὁμιλῶ ἴσως πολὺ ἀσαφῶς, κύριε Σιμόπουλε· διότι τὸ βῆμα τοῦτο δὲν τὸ κατέχω· ἂν σαφέστερον ὡμίλουν, καὶ ἂν ἐνθυμεῖσθε, πῶς ἤρχισα τὸ τελευταῖον μέρος τοῦ λόγου μου, θὰ ἐπείθεσθε ὅτι δὲν ὁμιλῶ κεχωρισμένως περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, ἀλλ’ ὅτι ὁμιλῶ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων καὶ τῶν τριῶν συμβάσεων ἡνωμένων, καὶ ἐν συνόλῳ, ἤδη δὲ εἶπον περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπήρχοντο μετὰ τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπικύρωσιν τῶν συμβάσεων ἐκείνων, τινὰ τῶν ὁποίων ἐπῆλθον ἤδη μετὰ τὴν σύναψιν μόνον τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰσαχθεισῶν πρὸς ἐπιψήφισιν συμβάσεων. Ὡς ἀποτέλεσμα ἐπῆλθεν ἡ ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης προσφορὰ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ πλέον τῶν 3,300,000 δραχμῶν πρὸς 6%, ἐδέχθη αὕτη νὰ ἐξοφλήσῃ καὶ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 9,000,000, τοὐτέστιν 6,489,840.... ....ἐπὶ τόκῳ 9½%· ἐδέχθη νὰ ἐλαττώσῃ τριῶν ἔτι δανείων τὸν τόκον ἀπὸ 8 εἰς 7%, τέλος νὰ συστήσῃ, ἐντὸς δύω μηνῶν, 22 ὑποκαταστήματα εἰς τὰς ἐπαρχίας πλὴν τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἐκτὸς δὲ τούτων ἡ εἰσαγωγὴ τῶν συμβάσεων ἐκείνων καὶ ἡ κατ’ ἐκεῖνον τὸν τρόπον καὶ ἡ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως παρατεινομένη τότε συζήτησις τῶν συμβάσεων, ἡ ἐμβριθῶς καὶ οὐχὶ ἐκ συναρπαγῆς γινομένη, ἐπέφερεν ἓν μέγιστον ἀποτέλεσμα, ὅτι ἐξήγειρε τὸν συναγωνισμόν, ὅστις ἐπέφερε τὰ ἀποτελέσματα περὶ τῶν ὁποίων ὅλοι ὑμεῖς, νομίζω, ὅτι ἔχετε γνῶσιν. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀφῆκεν διὰ τῶν πράξεων αὐτῆς ἢ καὶ τῆς εἰσαγωγῆς μόνον τῶν συμβάσεων ἐκείνων. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα καὶ αὐτὰ νομίζω, ὀφείλετε νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, καὶ οὐχὶ νὰ λέγετε, ὡς χθὲς εἴπατε, κ. Σιμόπουλε, ὅτι διὰ τῶν συμβάσεων ἐκείνων ἔβλαψεν ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν, διότι δῆθεν ἐμπόδισε τὴν Τράπεζαν νὰ συστήσῃ πλέον τῶν 22 ὑποκαταστημάτων εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἂν καὶ τοῦτο ὑμεῖς δὲν ὠφείλατε νὰ τὸ εἴπητε καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι, ἀφοῦ παρεδέχθητε τοιαύτην αὐταπάρνησιν ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης τῆς Ἐθνικῆς, ἔπρεπε νὰ μὴ σταματήσετε ἕως ἐδῶ τὴν περὶ ταύτης εὐνοϊκὴν κρίσιν σας, ἀλλὰ νὰ ἐκφράσητε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ πρὸς τὸ ἐθνικὸν καλὸν τάσις τῆς Τραπέζης δὲν ἤθελεν ἐμποδισθῆ ἐκ τῆς συμβάσεως τοῦ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν σύστασιν καὶ ἄλλων ὑποκαταστημάτων. Ἕως ἐδῶ σταματῶ τὸν λόγον μου, διότι, ὡς σᾶς εἶπον, σύγκρισιν ἁπλῆν ἔκαμα τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως πρὸς τὰς πέρυσιν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἰσαχθείσας. Ὤφειλον, καὶ ἴσως τὸ καθῆκον τοῦτο βραδύτερον ἐκπληρώσω, νὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ τῶν λοιπῶν μερῶν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς συμβάσεως, διότι ἔχει πολλὰ τὰ τρωτὰ καὶ πολλὰ τὰ ψεκτά· πρὸς τούτοις δὲ, ὅπως ἀπαντήσω καὶ εἰς μίαν μομφὴν, ἣν ἐν παραφορᾷ ἴσως ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ἀπηύθυνε χθὲς, εἰπὼν ὅτι δὲν ἐδανείσθη αὐτὴ πρώτη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, καὶ ὅτι τὰ δάνεια ταῦτα εἶναι ἀποτελέσματα ἄλλων, καὶ ἀποδείξω τίνες ἐδανείσθησαν. Ἴσως ὤφειλον καὶ μικράν τινα ἀπάντησιν εἰς μίαν γνώμην, ἣν ὁ ἔντιμος ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς ἐξήνεγκεν· ἀλλὰ περὶ τούτων πάντων εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐπιφυλάσσομαι νὰ λαλήσω.
§197ΖΩΧΙΟΣ. Ἀντιλέγων δὲν εἶναι;
§198ΡΟΥΚΗΣ. Δὲν ἀντιλέγει κἀνεὶς, ἐπείσθησαν.
§199ΖΩΧΙΟΣ. Ἐν πρώτοις σπεύδω νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα, οὔτε παρῃτήθη, οὔτε μέχρι τῆς ὥρας αὐτῆς παραιτεῖται τῶν συμβάσεων. Αὐτὴν τὴν πληροφορίαν σᾶς δίδω, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἀπὸ τὸν ἀνώτερον διευθυντὴν τῆς Τραπέζης αὐτῆς.
§200ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί λέγει ἡ Κυβέρνησις;
§201ΖΩΧΙΟΣ. Ὑπῆγα εἰς τὴν Τράπεζαν, ἠρώτησα τὸν διευθυντὴν καὶ τὸν ὑποδιευθυντὴν, καὶ μὲ εἶπον, ὅτι δὲν παρῃτήθησαν.
§202ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν παρῃτήθησαν;
§203ΖΩΧΙΟΣ. Λοιπὸν αὐτὸ τὸ δεχόμεθα ὡς βέβαιον, ὅτι αἱ συμβάσεις αὐταὶ ὑπάρχουν. Καὶ εἶναι μὲν ἐκκρεμεῖς, ἀλλὰ ὑπάρχουσιν αἱ συμβάσεις, διότι δὲν παρῃτήθη ἡ Τράπεζα ἡ Πιστωτική.
§204Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προτάσεις μεταβολῆς ἔκαμε μόνον.
§205ΖΩΧΙΟΣ. Φέρετε τὰς προτάσεις.
§206ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί λέγει περὶ τούτου ἡ Κυβέρνησις;
§207Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τίνος;
§208ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὅτι ὁ διευθυντὴς τῆς Τραπέζης τῆς Πιστωτικῆς βεβαιοῖ....
§209ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦσθε ἐδῶ, θὰ ἠκούσατε τί εἶπον· ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νέας προτάσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἀλλοιοῦται ἡ σύμβασις· αἱ προτάσεις εἶναι ὑπ’ ὄψιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται τί νὰ ἀποφασίσῃ· τί εἶπεν εἰς τὸν βουλευτὴν Μέσης, ἢ τί σᾶς λέγει αὐτὸς, δὲν γνωρίζω.
§210ΖΩΧΙΟΣ. Ἀνέβην πρῶτον διὰ νὰ σᾶς δώσω αὐτὴν τὴν πληροφορίαν, ἥτις εἶναι βεβαιοτάτη· δεύτερον, διὰ νὰ ἀποκριθῶ εἰς λόγους τινάς, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς εἶπε χθὲς, μὴ φροντίζετε περὶ τοῦ μέλλοντος, διότι σήμερον πρόκειται περὶ τοῦ παρόντος. Ἀποκρινόμενος δὲ εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, τοῦ εἶπεν: Σὺ πολὺ μακρὰν τρέχεις, καὶ θὰ σκοντάψῃς. Ἠξεύρετε ὅμως τὴν διαφορὰν τὴν μεταξὺ Προμηθέως καὶ Ἐπιμηθέως. Μεταξὺ τῶν ἐξευγενισμένων καὶ βαρβάρων λαῶν ὑπάρχει ἡ αὐτὴ διαφορά, ὅτι οἱ μὲν ἐξευγενισμένοι περὶ τοῦ μέλλοντος σκέπτονται, οἱ δὲ βάρβαροι μόνον περὶ τοῦ παρόντος.
§211ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ Εὐαγγέλιον λέγει τὸ ἐναντίον.
§212ΖΩΧΙΟΣ. Μὴ τὸ παρεξηγεῖτε.— Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος φροντίζει περὶ τοῦ μέλλοντος, φροντίζει καὶ περὶ τοῦ παρόντος, ἐνῷ ἐκεῖνος, ὅστις δὲν φροντίζει περὶ τοῦ μέλλοντος, δὲν ἠμπορεῖ νὰ φροντίσῃ οὐδὲ περὶ τοῦ παρόντος.
§213ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἀφήσατε δι’ ἄλλοτε αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§214ΖΩΧΙΟΣ. Ἐδανείσθημεν, δανειζόμεθα, ἐδανείσθημεν ὅμως καὶ δανειζόμεθα, ἐνεχυριάζοντες, ἢ καθὼς εἶπον ἐγὼ, πακτώνοντες τὰ τελωνεῖα· ἀλλὰ αὐτὰ θὰ ἐξαντληθοῦν· διότι ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν προχωροῦμεν εἰς τὸ πάκτωμα περισσότερον. Ὁ ἔντιμος κ. Σιμόπουλος, σᾶς διηγήθη τὴν ἱστορίαν τοῦ πακτώματος. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἤρχισεν ἀπὸ τὸ ἔλαιον τῆς πατρίδος του, ὅτι προεχώρησεν εἰς τὴν Νάξον, εἰς τὴν Σμύριδα, ὅτι μετὰ ταῦτα προέβη εἰς τοῦτο τὸ τελωνεῖον, εἰς ἐκεῖνο τὸ τελωνεῖον, εἰς τὸ ἄλλο τελωνεῖον. Αἴ! λοιπὸν, θὰ τελειώσουν καὶ τὰ τελωνεῖα. Μετὰ δὲ ταῦτα; Δὲν ἀποκρίνονται. Μετὰ ταῦτα, ὅταν τὰ τελωνεῖα ἐξαντληθοῦν;
§215Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἐξαντληθοῦν τὰ τελωνεῖα τοῦ Κράτους, διότι προβαίνουν αὐξανόμενα!
§216ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε ὑπουργέ! Ἐπειδὴ μοῦ ὁμιλεῖς μὲ τόνον....
§217ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἔχω ὑπὲρ ἐμαυτοῦ τὴν ἀλήθειαν, πάντα μὲ τόνον ὁμιλῶ.
§218ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν ἀλήθειαν ὑπὲρ ἐμοῦ, θὰ ὁμιλήσω μὲ τόνον (ἱλαρότης).—Νὰ μοῦ δείξετε ἓν ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐδανείσθη τὸ Ἔθνος. Καὶ σεῖς καὶ οἱ προκάτοχοί σας ἐδανείσθησαν. Καὶ εἰς τὸν Χρηστίδην, ὅστις ἴσως ῥογχαλίζει κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, εἶπον, τότε θὰ ᾖναι δίπους ὁ προϋπολογισμός σου, ὅταν τὸ κεντρικὸν ταμεῖον ἀνοίξῃ τὰς θύρας αὑτοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς ὁ σωστός· ἐὰν δὲ πιστεύετε σεῖς, ὅτι θὰ αὐξήσουν τὰ εἰσοδήματα τῶν τελωνείων καὶ διὰ τοῦτο δανείζεσθε, ὄχι μόνον θὰ φάγετε ὅ,τι ὑπάρχει, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους θὰ φάγετε καὶ ἐμέ. Νομίζω, ὅτι μᾶλλον πρέπει νὰ στηριχθῆτε εἰς τὰ παρόντα καὶ νὰ μὴν δανείζεσθε πέραν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κατ’ ἐμὲ καὶ κατὰ ἄνθρωπον τὰ τελωνεῖα θὰ ἐξαντληθοῦν. Ὁ κ. Σιμόπουλος μοὶ ἔκαμε τὴν παρατήρησιν χθὲς, λέγων παρατρέχω τὴν Τουρκίαν, μεταβαίνω δὲ εἰς τὴν Ῥουμουνίαν. Τί ὅμως αὐτοὶ ἐνεχυρίασαν; τὰ Μοναστηριακὰ, τὰ ὁποῖα ἥρπασαν ἀπὸ τοὺς καλογήρους. Καὶ ἡμεῖς ἂς ἐνεχυριάσωμεν τὰ Μοναστηριακά. Μετέβη μετὰ ταῦτα εἰς τὴν Ῥωσσίαν. Αὐτὴ ἐδανείσθη νὰ κάμῃ σιδηροδρόμους, καὶ ἐνεχυρίασε τὰ εἰσοδήματα τῶν σιδηροδρόμων. Τὸ ἠξεύρω καὶ ἐγώ· ἂς κάμωμεν σιδηροδρόμους καὶ ἂς ἐνεχυριάσωμεν τὰ εἰσοδήματα. Ἠξεύρετε ποῦ θὰ καταντήσωμεν; ὅπου κατήντησαν οἱ παλαιοὶ Ἀθηναῖοι, οἵτινες ἐδανείζοντο ἐνεχυριάζοντες τὰ κορμιά των.
§219ΣΑΡΑΒΑΣ. Νὰ ἰδῶμεν ποῖος θὰ τὰ πάρῃ.
§220ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν ἀντιλέγω, διότι εἶσθε σεῖς ὑπουργὸς, ἀλλὰ τὸ αὐτὸ ἤθελον πράξει δι’ οἱουσδήποτε ἄλλους ὑπουργούς. Δὲν δανείζεσθε ἐφέτος, λέγετε· ἀλλὰ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι θὰ δανεισθῆτε κατόπιν. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἔρχονται οἱ στεῖροι μῆνες, οἱ ἄγονοι; Πῶς θὰ οἰκονομήσητε αὐτοὺς τοὺς μῆνας;
§221Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ οἰκονομία τῶν 2,000,000.
§222ΖΩΧΙΟΣ. Ἂς ἦτον ἀληθές, κύριε ὑπουργὲ, καὶ θὰ ἔπιπτον εἰς τοὺς πόδας σου.
§223Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον νὰ ἀποδώσητε δικαιοσύνην.
§224ΖΩΧΙΟΣ. Ἐὰν ἦτον ἀληθὲς, θὰ ἔπιπτον εἰς τοὺς πόδας σας, ἀλλὰ δὲν εἶναι· ἐγὼ δὲν ἐπίστευσα τὸν Χρηστίδην, καὶ θὰ πιστεύσω σᾶς; Πρῶτον, ἐπαρουσιάσθη ὁ προϋπολογισμὸς μὲ ἔλλειμα, καὶ δὲν εἴχομεν τὰς πιστώσεις, αἵτινες πάντοτε ἐγένοντο. Ἂς ἔλθουν δὲ τὰ 7 βώδια τὰ λιγνὰ τοῦ Ἰωσὴφ καὶ νὰ ἰδῆτε τί θὰ γείνῃ (ἱλαρότης). Ἔρχονται οἱ μῆνες Ἰανουάριος, Φεβρουάριος, Μάρτιος, κλεισμένον τὸ ταμεῖον. Ποῦ εἶναι ὁ ταμίας; Χαμένος. Λαλῶ δὲ ἐν γένει.
§225ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν λέγετε, ὅτι θὰ ἔλθουν οἱ ἄγονοι μῆνες, σᾶς λέγω ὅτι οἱ ἄγονοι μῆνες θὰ ᾖναι πλέον σκληροὶ, ὅταν δὲν συμφωνήσωμεν....
§226ΖΩΧΙΟΣ. Συμφωνῶ.
§227ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ βάρος.
§228ΖΩΧΙΟΣ. Ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 9,000,000 χρεωστοῦμεν 6,608,000· ἐὰν δεχθῶμεν τὴν μετατροπὴν καὶ πληρώσωμεν 530,000 τόκους καὶ χρεώλυτρον, θὰ γείνῃ τὸ χρέος 7,600,000. Κατ’ αὐτὸν δὲ τὸν τρόπον ἐβελτίωσες τὴν κατάστασίν μου, ἢ μὲ ἐχαντάκωσες; Δὲν δύναμαι εἰμὴ ν’ ἀκολουθήσω τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ὅστις σᾶς εἶπε, φέρετε ἓν σχέδιον οἰκονομικόν· λύσατε τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα. Εἶναι δὲ ἄξιον μελέτης τὸ πρᾶγμα, καὶ περὶ τούτου φέρω ἀξιόπιστον κριτήν. Ὁ ὑποφρούραρχος καὶ ποτὲ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν Δράκος, ἠξεύρετε ὅτι παρηκολούθησε τὸν Ὄθωνα εἰς τὴν ἐξορίαν· ἐρωτήσατέ τον καὶ θὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος μέρα νύκτα δὲν εἶχεν εἰς τὸν νοῦν του τίποτε ἄλλο παρὰ ποῦ οἱ Ἕλληνες θὰ εὕρουν χρήματα. Ποῦ νὰ ἤξευρεν, ὅτι θὰ πακτώσωμεν καὶ τὰ τελωνεῖα! Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐπὶ Κωλέτου κατέστη περιβόητον τὸ Μιλλιούνι, τώρα δὲ ἔχομεν πολλὰ μιλλιούνια χρέος, καὶ δὲν ἔχομεν νὰ διορθώσωμεν οὔτε τὰ ὑποδήματά μας. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν ὅτι, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθώσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ παραχωρήσῃ τὰ τελωνεῖα καὶ νὰ δανεισθῇ, τότε βεβαίως ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως ἐβελτιοῦτο. Βλέπετε ὅμως ὅτι τὰ χρεώγραφα τοῦ 1862 δὲν τὰ δέχεται κἀνείς· καὶ ἐγὼ δὲν τὰ ἐδεχόμην, ὅταν διηύθυνα τὸ ἀπομαχικὸν ταμεῖον. Ἐὰν αἱ τότε Κυβερνήσεις ἐπλήρωναν τὸν τόκον καὶ τὰ βραβεῖα, βεβαίως τὸ δάνειον αὐτὸ θὰ ἦτο καλλίτερον ἀπὸ ὅλα. Συμφέρον δὲ νὰ ἀποτινάξετε τὸν ζυγὸν τῆς Τραπέζης, διότι ἀπέναντι αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις λογίζεται κατωτέρα. Καθὼς δὲ σᾶς ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, αἱ συμβάσεις αἱ ἐπὶ τοῦ κυρίου Δεληγεώργη ἦσαν πολὺ τελειότεραι. Αἱ τρεῖς δὲ ἀπετέλουν μίαν. Τώρα δὲ σᾶς ἐρωτῶ, πῶς ἐχωρίσθη ἡ μία ἀπὸ τῶν λοιπῶν δύω; Ἀλλὰ δὲν λέγετε καὶ ἂν καταργεῖται ἡ παλαιά· δὲν τὸ λέγει τὸ νομοσχέδιον.
§229Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει.
§230ΖΩΧΙΟΣ. Τὸν νόμον βλέπω ἐγώ.
§231ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ λέγει εἰς τὸ τελευταῖον ἄρθρον, κ. Ζωχιέ.
§232ΖΩΧΙΟΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ τελευταῖον ἄρθρον). Δὲν τὸ λέγει.
§233ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὸ λέγει ἡ σύμβασις, τὸ λέγει ἡ ἔκθεσις.
§234ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ πιστεύω· ἀλλὰ δὲν ἔχει κἀμμίαν σημασίαν.
§235ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι συνέπεια.
§236ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν εἶναι συνέπεια.
§237Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ προστεθῇ καὶ ἐπισήμως; Ἠμπορεῖ νὰ προστεθῇ.
§238ΖΩΧΙΟΣ. Βέβαια.
§239ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Ζωχιέ. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἔχει ἐπίσημον ἔγγραφον ἀπὸ τὴν Τράπεζαν. Νομίζετε, ὅτι ἔχετε τὸ δικαίωμα ὡς ὑπουργοὶ ὑμεῖς νὰ μὴ εἰσαγάγητε καὶ νὰ διακοινώσητε μίαν σύμβασιν, ἥτις εἰσήχθη καὶ ἐπεψηφίσθη δὶς ἀπὸ μίαν ἄλλην Βουλὴν καὶ ἀνεβλήθη; Ἐὰν νομίζετε, ὅτι ἔχετε αὐτὸ τὸ δικαίωμα, παρακαλῶ νὰ τὸ ἀναπτύξητε, διότι κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου δὲν τὸ ἔχετε. Ἐννοεῖται, προκειμένου περὶ Τραπέζης, ὅτι αὕτη δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτὸ, δὲν τὸ ἀμφισβητεῖ οὔτε ὁ κ. ὑπουργός· ἀλλ’ οὔτε ὁ ὑπουργὸς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύσῃ τὴν σύμβασιν.
§240ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ νόμος δὲν λέγει τίποτε, ἐὰν καταργῆται ἡ παλαιὰ σύμβασις. Ὁ κ. ὑπουργὸς μὲ ἐπέπληξεν, ὅτι δὲν ἔβλεπον καλά· ἐγὼ ἐλησμόνησα, ὅτι ἐφοροῦσα τὰ γυαλιά μου, ἀλλὰ βλέπω, ὅτι δὲν λέγει τίποτε. Ἀλλά, κύριοι ὑπουργοί, ὅλα διὰ τοὺς ὑπουργούς, ὅλα διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ὅλα διὰ τὸν προϋπολογισμόν· καὶ ὁ λαός; Αἱ συμβάσεις ἐκεῖναι αἱ παλαιαὶ εἶχον καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐδῶ; Τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης τῆς Ἐθνικῆς τὰ βλέπω. Σεῖς λέγετε, ὅτι δὲν ἔχει κἀνὲν συμφέρον· ἀλλ’ οὔτε αὐτὴ τὸ πιστεύει, οὔτε ὁ κ. Σιμόπουλος, ὁ ὁποῖος τὸ εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, μὴ ζητεῖτε ἀπὸ τὴν Τράπεζαν Πλατωνικὸν ἔρωτα. Οἱ ἔντιμοι διευθυνταὶ τῆς Τραπέζης ἠξεύρουν καλλίτερα ἀπὸ ἐμέ, ὅτι εἶναι ὑπηρέται τῶν μετόχων καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ παραβοῦν τὰ καθήκοντά των, οὔτε χάριν τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε χάριν ἄλλου τινός. Λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἡ παλαιά, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ὁ ταλαίπωρος, ἀκολουθῶν τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία τότε δὲν ἦτο Κυβέρνησις, ἔκαμα ὅ,τι ἠδυνάμην διὰ νὰ τὴν κρημνίσω, εἶχε φροντίσει καὶ διὰ τὸν λαόν· ἡ δὲ παροῦσα Κυβέρνησις ἐπῆρε τὰς συμβάσεις ἐκείνης καὶ τὰς ἔκαυσε.
§241ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡμεῖς τὴν ἐκάμαμεν διὰ τῶν συζητήσεων, νὰ φροντίσῃ· δὲν ἦσαν τέλειαι αἱ συμβάσεις ἐκεῖναι. Δὲν συνειθίζω, ὅταν ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι πλέον εἰς τὴν ἐξουσίαν, νὰ τὴν ἐπαινῶ.
§242ΖΩΧΙΟΣ. Ἡσυχάσατε· καὶ ἐγὼ δὲν τὴν ἐπῄνεσα πολύ.
§243ΜΙΛΗΣΗΣ. Μάλιστα, ἡ ἀντιπολίτευσις διὰ τῆς παρατάσεως τῶν συνεδριάσεων κατώρθωσε νὰ γείνουν τελειότεραι αἱ συμβάσεις ἐκεῖναι.
§244ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις παρέτεινε τὰς συνεδριάσεις, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς καὶ βέβαιον, κ. Μίληση, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη καὶ τὸ ὑποστηρίζον αὐτὴν κόμμα οὐδόλως ἀντέτεινεν εἰς τὴν παράτασιν τῶν συνεδριάσεων, ἀλλ’ ἐξηκολούθουν τὴν συζήτησιν ἐμψυχοῦσαν οὕτω τὸν ἐγερθέντα διαγωνισμὸν μεταξὺ τῶν Τραπεζῶν.
§245ΑΧΟΛΟΣ. Δύω βήματα ἔχομεν, κ. πρόεδρε;
§246ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ συμπέρασμα. Δὲν δύναμαι εἰμὴ νὰ συμφωνήσω μετὰ τῆς γνώμης τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ τοῦ κ. Σωτηροπούλου. Ὁ μὲν κ. Σωτηρόπουλος τὴν ἐξέφρασεν ὁριστικώτερον, ὁ δὲ κ. Κουμουνδοῦρος γενικώτερον, ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἐξισώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ κατ’ αὐτὸν νὰ κανονίζῃ τὰ περὶ δανείου, διότι τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ζητεῖ νὰ διαπραγματευθῇ, δὲν θὰ ἰσοῤῥοπήσῃ τὸν προϋπολογισμόν, θὰ εὑρεθῶμεν δὲ εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν αὔριον. Σᾶς τὸ ἔδειξαν δὲ δι’ ἀριθμῶν. Ἐκ τῶν 9,000,000 σήμερον χρεωστοῦμεν 6,600,000, τὸ δὲ ἀκόλουθον ἔτος θὰ χρεωστοῦμεν 7,800,000.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις· ἑπομένως θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν παραδέχεται τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.
§248ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐρωτήσατε ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ ἐπὶ τῶν καθέκαστα συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμόν.
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἔχετε δίκαιον. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. (Γίνονται δι’ εἰδικῆς ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου ἀναστάσεως δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6 καὶ 7 τοῦ νομοσχεδίου).
§250Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ πληροφορίας, ποίαν πρόσοδον ἔχουν τὰ τελωνεῖα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται ὑπὸ ἐγγύησιν.
§251ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Ἡ πρόσοδος τῶν τελωνείων αὐτῶν ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ τὰς δόσεις, κατὰ συνέπειαν τούτου τὸ ἄρθρον 8 εἶναι περιττὸν καὶ ἑπομένως νὰ διαγραφῇ.
§252ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§253ΡΟΥΚΗΣ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, νὰ γείνῃ μνεία εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι γίνονται μὲν δεκτὰ ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τὰ ἄρθρα αὐτά, ἀλλ’ ὅτι ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 9 καὶ 10).
§254Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μάθω ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον συναινῇ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 11 καὶ ἰδίως τοῦ τίτλου, «Ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων τοῦ ὑπουργείου», περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἤδη συζήτησις. Ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζω ἀπὸ τοῦδε ἐὰν αὔριον θὰ γείνῃ συζήτησις ἢ ὄχι περὶ αὐτοῦ.
§255ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ ὑποβάλω τινὰ γεγονότα εἰς τὴν Βουλήν· καὶ βεβαίως δὲν εἶμαι ἐγὼ νὰ ἐπιμένω εἰς τὰς πιστώσεις αὐτάς· δὲν δύναμαι ἤδη νὰ ὑποβάλω τὰς σκέψεις μου, διότι ἡ ὥρα ἴσως παρῆλθε.
§256ΤΙΝΕΣ. Πολὺ καλά. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 11 καὶ 12 καὶ τὸ σύνολον).
§257ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον ἐξακολουθεῖ ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. (Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 7 μ. μ.).