1874.11.25
2.406 στίχοι · 19.403 λέξεις · 264 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33
Τῆς 25 Νοεμβρίου 1874.
(Δευτέρα).
Ὥρᾳ 2½ μ. μ.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν. Κατέχει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Κ. Ἐμπειρῖκος.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τοῦ δανείου.
§2ΚΑΤΣΙΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ στρατιωτικὴ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1875. (Ὅρα παράρτημα).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
§4ΜΗΤΣΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἦλθον νὰ σᾶς παρακαλέσω ὅπως συστήσετε εἰς τὴν Κυβέρνησιν μίαν ἀναφορὰν ἑπτὰ προσφύγων Κρητῶν, οἵτινες ἔλαβον σπουδαῖον μέρος εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ παρελείφθησαν ἀπὸ τὰς παρελθούσας κυβερνήσεις καὶ ἀπὸ τὴν παροῦσαν. Δὲν ζητοῦν αὔξησιν τοῦ βοηθήματος, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος νὰ λάβωσι καὶ αὐτοὶ τὸ ἀνάλογον. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἀναφορά των.
§5ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§6ΜΗΤΣΑΣ. Τί θὰ κάμῃ ἡ ἐπιτροπή! ἁπλῶς νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§8ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι δίκαιον νὰ λάβουν κἄτι τι, διότι πεινοῦν.
§9ΜΗΤΣΑΣ. Μάλιστα εἷς ἐξ αὐτῶν Καλλέργης ἐσχάτως ἦλθεν ἐνταῦθα ἐκδιωχθεὶς ἐκ Χανίων ὑπὸ τοῦ ἐκεῖ διοικητικοῦ, ἐπὶ τῷ ψευδεῖ λόγῳ ὅτι ἐνήργει ἐπανάστασιν, ἐνῷ αὐτὸς ἐπήγαινε εἰς τὰ κτήματά του.
§10ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου σκοπεῖται ἡ ὑπαγωγὴ τοῦ δήμου Ἀραχώβης τῆς ἐπαρχίας Λεβαδείας εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ πρωτοδικείου Παρνασσίδος. Ὁ δῆμος Ἀραχώβης εἶναι ὁ ἀπώτερος δῆμος τῆς δικαιοδοσίας τοῦ πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, ἐνῷ ἀπὸ τὴν Παρνασσίδα ἀπέχει μόνον δύω ὥρας. Ἡ Ἀράχωβα δὲ ἀποτελεῖται ἀπὸ μίαν κωμόπολιν, ἔχουσαν ἀρκετὸν πληθυσμὸν, καὶ ἑπομένως δίκαιον νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ μετάθεσις αὕτη, ὡς θέλω ἀποδείξει καὶ δι’ ἑτέρων λόγων κατὰ τὴν συζήτησιν. (Ὅρα παράρτημα).
§11Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, χθὲς μοὶ ἐδόθη τηλεγράφημα ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ ἰδῆτε, ὅτι ὑπαρχούσης Βουλῆς καὶ συνεδριαζούσης συμβαίνουν τὰ ἀτοπήματα εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐκλογῆς Κορίνθου. Ἰδοὺ τὸ τηλεγράφημα. «Δολοφονία κατὰ Σπύρου ἐν Στυμφαλίᾳ ἀποτυχοῦσα. Μὴ πτοηθῇς. Ἀποκλεισμὸς γενικὸς ἐξ 180 στρατιωτῶν. Οἰκία μας κατελήφθη ἐξ 100 ἀνδρῶν, ἐξωσθέντων ὑπηρετῶν μας. Πρὶν ἔλθῃ ὁ Βασιλεὺς εἰς Ἑλλάδα, τοιοῦτον δὲν συνέβη εἰς κἀνὲν μέρος. Τὰ πράγματά μας διηρπάγησαν. Ζήτω ἡ ἱερότης τῆς ἰδιοκτησίας ἡμῶν καὶ ἀσφαλείας τῶν Ἑλλήνων.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΟΤΑΡΑΣ.»
Δὲν ἔχω τίποτε νὰ προσθέσω περισσότερον παρ’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἠκούσατε. Θέλετε νὰ δώσητε πίστιν, δὲν θέλετε, εἶσθε κύριοι νὰ κάμετε ὅ,τι νομίσετε πρέπον.
§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχει τὸ ὑπουργεῖον πληροφορίας;
§13Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Παιδείας). Ἐλήφθησαν πληροφορίαι ὅλως ἀντίθετοι ἀπὸ αὐτὰς, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ τηλεγράφημα. Ὁσονούπω δὲ ἔρχεται ἐνταῦθα ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ θέλει σᾶς δώσει τὰς δεούσας πληροφορίας.
§14Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ἅμα ἔλθῃ λοιπὸν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, θὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§15ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 1866 ἐξεδόθη νόμος περὶ τῶν πολιτικῶν συντάξεων. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι τότε διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἠλαττώθησαν τὰ ἔτη ἀπὸ 25 εἰς 20, προσετέθη δὲ νὰ γείνῃ κράτησις δι’ ὅλα τὰ ἔτη. Πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ἐκείνου ἐξεδόθη διάταγμα κανονιστικὸν τοῦ τρόπου τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν κρατήσεων. Ἀλλὰ κατὰ τῆς ἐπὶ τῶν συντάξεων ἐπιτροπῆς ἐγέρθησαν παράπονα, διότι ἐγένοντο ἀδικίαι, ἀπροσεξίαι. Οἱ ἀδικηθέντες κατὰ τὴν ἰδέαν των προσέφυγον εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ποιήσαντες ἔφεσιν κατὰ τῶν πράξεων τῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶπεν ὅτι εἶναι ἀναρμόδιον. Ὁ νομοθέτης λοιπὸν πρέπει νὰ ἄρῃ τὴν σύγκρουσιν ταύτην. Συνεπείᾳ τούτου ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ἐκ δύω ἄρθρων, δι’ οὗ σκοπεῖται νὰ κατασταθῇ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἁρμόδιον νὰ δικάζῃ τὰ παράπονα τῶν συνταξιούχων, τῶν διατεινομένων ὅτι ἐγένετο κράτησις μείζων. (Ὅρα παράρτημα).
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον φρονεῖ ὅτι, κατὰ τὸ ἄρθρον 79 τοῦ κανονισμοῦ ἔχον οὕτως «Ἡ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ ἐπιτροπὴ καταστρόνει τὸν προϋπολογισμὸν ὅλων ἐν γένει τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς, τὸν ὁποῖον ὑποβάλλει εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ ἐπικύρωσιν αὐτῆς κατὰ τὴν ἀρχὴν ἑκάστης συνόδου,» πρέπει νὰ προταθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ μετὰ ταῦτα ἡ ἐκλογὴ τοῦ ταμίου.
§17ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀναγνώσατε καὶ τὸ ἄρθρον 81.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ.... «Ἡ Βουλὴ διορίζει ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῆς μελῶν δι’ ἑκάστην Σύνοδον, ἕνα Ταμίαν, χρέη τοῦ ὁποίου εἰσίν· ά.) Νὰ καταστρώνῃ τὴν μηνιαίαν κατάστασιν, συμφώνως πρὸς τὸν προϋπολογισμόν· βʹ.) Νὰ καθυποβάλλῃ τὴν κατάστασιν ταύτην εἰς τὴν ἐπιθεώρησιν καὶ ἔγκρισιν τῆς ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ ἐπιτροπῆς.» Ἀλλ’ εἰς τί θὰ σᾶς χρησιμεύσῃ ὁ Ταμίας, ἀφοῦ δὲν ἐγένετο εἰσέτι ὁ προϋπολογισμὸς ὑπὸ τῆς λογιστικῆς ἐπιτροπῆς;
§19Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς ἔβαλαν αὐτοῦ νὰ ἐπικρίνητε τὸν κανονισμόν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τούτοις ἐγένοντο πληρωμαὶ εἰς τοὺς βουλευτὰς ἄνευ προϋπολογισμοῦ καὶ λυποῦμαι διὰ τοῦτο, διατὶ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ τοιαύτας πληρωμάς.
§21Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὁ ὑπουργὸς ἔκαμε πληρωμὰς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐγγράφου τοῦ Προεδρείου.
§22ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἐὰν πρόκηται, κ. πρόεδρε, νὰ συζητήσητε, πρέπει ν’ ἀφίσητε τὴν θέσιν σας καὶ νὰ ἔλθητε εἰς τὸ βῆμα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν συζητῶ, κύριε, κάμνω μόνον τὴν παράκλησιν νὰ συνέλθῃ ἡ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ ἐπιτροπὴ καὶ νὰ φέρῃ τὸν προϋπογισμόν της κατὰ τὸν κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ὅστις ὑποβάλλεται κατὰ τὴν ἀρχὴν ἑκάστης Συνόδου.
§24ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὰ δύω ἄρθρα τοῦ κανονισμοῦ δὲν εὑρίσκονται εἰς ἀντίφασιν, διότι ἡ μὲν Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπὴ συντάσσει τὸν προϋπολογισμὸν τῶν δαπανῶν τῆς Βουλῆς, ὁ δὲ ταμίας ἐκτελεῖ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προαποφασισθέντων.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ παρακληθῇ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἐπιμένω εἰς τοῦτο νὰ φέρῃ τὸν προϋπολογισμὸν διὰ νὰ τεθῇ φραγμός.
§26ΜΠΟΥΤΟΣ. Κάμνετε τὴν διασάφησιν αὐτὴν διὰ ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Ταμίου;
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, κ. βουλευτὰ, νὰ προηγηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ μετὰ ταῦτα νὰ γείνῃ ὁ Ταμίας· διότι τί θὰ κάμῃ ὁ Ταμίας ἄνευ προϋπολογισμοῦ; εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς πλοίαρχος ἄνευ πλοίου, καὶ στρατηγὸς ἄνευ στρατοῦ.
§28ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἐνοήσατε τὸ ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ. Ἡ ἐκλογὴ τοῦ Ταμίου ἐνεργεῖται ἀμέσως μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προεδρείου, καὶ ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Μεσσηνέζης, ὅτι τὰ δύω ἄρθρα δὲν εἶναι εἰς ἀντίθεσιν. Ἡ Βουλή, μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προεδρείου, ἐκλέγει σύμφωνα πρὸς τὸν κανονισμὸν τὸν Ταμίαν αὑτῆς· ἀργότερα ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ἔχει ἄλλα καθήκοντα· συντάσσει τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὸν ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ψήφισιν. Ἀνέφερον τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἐλλείψει τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Ταμίου· μοὶ φαίνεται, ὅτι ἔχετε πολὺ ἄδικον, καὶ πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Ταμίου. Πληροφορῶ δὲ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ ἐπιτροπῆς μᾶς συνεκάλεσεν αὔριον νὰ συνέλθωμεν. Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ πρόεδρος κύριος Ι. Ζάρκος.
§29ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Ταμίου. Γίνεται διὰ ψηφοδελτίων μυστικὴ ψηφοφορία τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ταμίου.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν 112· ὁ κ. Κατσικογιάννης ἔλαβε ψήφους 107, ὁ κ. Παππαδαῖος 2, ὁ κ. Ζερβὸς 1 καὶ ὁ κ. Ἄχολος 1, καὶ μία εὑρέθη λευκή. Ἐξελέχθη λοιπὸν Ταμίας τῆς Βουλῆς ὁ κ. Κατσικογιάννης.
§31Δ. ΓΡΙΒΑΣ (ὑπουργ. Στρατιωτικῶν). Θέτω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς σχέδιον νόμου περὶ ἐκποιήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, ὅπως τὸ ποσὸν χρησιμεύσῃ εἰς ἀγορὰν νέου ὁπλισμοῦ. (Ὅρα παράρτημα). Ἐπειδὴ δὲ ἐγένετο λόγος καὶ περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ τοῦ ὑπάρχοντος εἰς Κορινθίαν, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάστασιν τῆς δυνάμεως αὐτῆς.
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, δύνασθε νὰ μᾶς δώσητε πληροφορίας ἐπὶ ἑνὸς τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον σήμερον ἐλήφθη, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον 180 στρατιῶται συνεκεντρώθησαν εἰς τὸν δῆμον Στυμφαλίας, 100 εἰσῆλθον εἰς τὸν οἶκον τοῦ Νοταρᾶ, ἐδίωξαν τοὺς ὑπηρέτας του καὶ ἐλεηλάτησαν τὴν περιουσίαν του; Εἶναι τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη σήμερον.
§33Δ. ΓΡΙΒΑΣ (ὑπουργ. Στρατιωτικῶν). Εἶναι ψευδὴς ἡ πληροφορία περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῆς δυνάμεως ἐν Κορινθίᾳ. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτὴν μέχρι τῆς παραμονῆς τῆς ἐκλογῆς ἡ στρατιωτικὴ δύναμις συνέκειτο ἐξ 74 ἀνδρῶν ἐκτὸς τῶν διαμενόντων ἐν Κορίνθῳ, καὶ τῶν πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς Ἰσθμαϊκῆς ὁδοῦ ὡρισμένων, οἱ ὁποῖοι ἅπαντες δὲν φθάνουν τοὺς 60· ἐκ τῶν 74, οἱ 23 εἶναι ἱππεῖς, 27 χωροφύλακες, οἱ δὲ λοιποὶ στρατιῶται τοῦ πεζικοῦ. Κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν κατ’ αἴτησιν τῶν ἀρχῶν, ἀπεστάλη εἷς οὐλαμὸς ἐντεῦθεν ἐκ 40 στρατιωτῶν ὑφ’ ἕνα ἀνθυπολοχαγὸν, καὶ 10 ἐκ Μεγαρίδος, τὸ ὅλον 50.
§34ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸν δῆμον Στυμφαλίας πόσοι διετέθησαν;
§35Δ. ΓΡΙΒΑΣ. Δὲν γνωρίζω. Ἡ δύναμις, ἡ ὁποία σᾶς ἀνέφερα, ἀνήκει εἰς ὁλόκληρον τὴν Κορινθίαν.
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχετε πληροφορίας περὶ τοῦ τηλεγραφήματος;
§37Δ. ΓΡΙΒΑΣ. Καθόσον γνωρίζω, καὶ κατὰ τὰς δύω προηγουμένας ἐκλογὰς τὸ αὐτὸ παράπονον ἠγέρθη, ὅτι κατελήφθη ἡ οἰκία τοῦ κ. Νοταρᾶ. Ἡ οἰκία αὕτη δεσπόζει τοῦ τόπου τῆς ἐκλογῆς, δὲν εἶναι δὲ χωρητικότητος οὔτε 50 ἀνδρῶν· καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, θὰ διατάξω μολοντοῦτο νὰ γείνωσιν ἀνακρίσεις καὶ θὰ ἴδητε ὅ,τι καὶ τώρα συνέβη, συνέβη καὶ πέρυσι, καὶ πάντοτε. Καὶ ἡ δύναμις αὕτη δὲν θὰ ἐστέλετο, ἂν ὁ φυγοδικῶν δήμαρχος υἱὸς τοῦ κ. Νοταρᾶ, κατὰ τὰς πληροφορίας ἃς ἐλάβομεν, δὲν ἦτον ἐπὶ κεφαλῆς καὶ ἄλλων φυγοδίκων καὶ δὲν ἠπείλει τὴν ἀντίθετον μερίδα.
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ οἰκία περὶ ἧς πρόκειται εἶναι τοῦ Νοταρᾶ, τὴν κατεῖχον δὲ οἱ ὑπηρέται του· νομίζετε, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμένον νὰ τὴν καταλάβῃ ὁ στρατός;
§39Δ. ΓΡΙΒΑΣ. Δὲν γνωρίζω τί συνέβη· ἐνθυμοῦμαι μόνον ὅτι τὰ αὐτὰ παράπονα καὶ ἄλλοτε ἤγειρεν ὁ κ. Νοταρᾶς, διότι ἐκεῖ εἶχε τοποθετήσει διάφορα κακοποιὰ στοιχεῖα, ἠπείλησε δὲ καὶ τὸ ἀπόσπασμα τότε καὶ τὸ ὑπεχρέωσε νὰ τοποθετηθῇ εἰς ἄλλην οἰκίαν ἔξω τοῦ χωρίου. Ἤδη ἡ δύναμις δι’ ὅλην τὴν ἐπαρχίαν δὲν εἶναι πλέον τῶν 74 ἀνδρῶν, προστιθεμένων καὶ τῶν 50, ἐν ὅλῳ 124, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον κατάστασιν εἰς τὴν Βουλήν. Ὑπῆρχον πρὶν μόνον 7 ἄνδρες εἰς τὴν Στυμφαλίαν.
§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περὶ τῆς οἰκίας δὲν γνωρίζετε τίποτε;
§41Δ. ΓΡΙΒΑΣ. Δὲν μοῦ ἀνέφερον αἱ ἐκεῖσαι ἀρχαὶ περὶ τούτου, θὰ ἐξετάσω καὶ θὰ δώσω πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ἐπιθυμῇ.
§42Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Τηλεγραφικῶς θὰ ἐξετάσετε.
§43Δ. ΓΡΙΒΑΣ. Ἄν ἀγαπᾶτε, κ. Ζαΐμη, μάλιστα.
§44ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ὑποβάλλει εἰς τὸ προεδρεῖον τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρακαταθηκῶν παρὰ τοῖς ὑπαλλήλοις εἴτε δικαστικοῖς εἴτε καὶ οἰκονομικοῖς, εἰς τοὺς ὁποίους, κατὰ τοὺς καθεστῶτας νόμους, γίνονται παρακαταθέσεις χρημάτων. (Ὅρα παράρτημα).
§45ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Πόσοι εἶναι ὑπογεγραμμένοι εἰς τὴν ἔκθεσιν;
§46ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἕξ.
§47ΖΑΒΕΡΔΙΝΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, εἰς τὴν ἐπαρχίαν Λευκάδος καὶ ἰδίως εἰς τὸν δῆμον τῆς πρωτευούσης μέχρι τῆς προστασίας ὑπῆρχε γυμνάσιον ἐντελῶς κατηρτισμένον, ὅπου οἱ ἐνδοξότεροι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καθηγηταὶ, διδάσκαλοι καὶ μαθηταὶ συνέῤῥεον, πολλοὶ δὲ καὶ ἐκ τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους Ἄρτης, Πρεβέζης καὶ Ἰωαννίνων. Τὸ γυμνάσιον τοῦτο, διασωθὲν, πρό τινος κατηργήθη λόγῳ οἰκονομίας, ἡ δὲ Λευκὰς ἐστερήθη τοῦ ἀνωτέρου αὐτῆς ἐκπαιδευτηρίου, καθ’ ἣν ἐποχὴν μάλιστα περιεμένομεν, ἂν οὐχὶ βελτίωσιν, τοὐλάχιστον διατήρησιν τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων. Ἐβλάβησαν δὲ καὶ τὰ συμφέροντα τῶν μαθητῶν τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν, τῶν ὁποίων χρεωστοῦμεν νὰ διευκολύνωμεν τὴν ἐκπαίδευσιν. Καὶ ναὶ μὲν ὑπάρχουν εἰς τοὺς ἄλλους νομοὺς τοῦ Κράτους δημόσια γυμνάσια, εἰς τὰ ὁποῖα δύνανται εὐκόλως οἱ ἀπολυόμενοι ἐκ τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων μαθηταὶ νὰ μεταβαίνωσιν ὅπως βελτιώσωσι τὰς σπουδάς των, ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν τυγχάνουσι πτωχοὶ, καὶ βεβαίως ἐκ τῶν πτωχοτέρων εἶναι καὶ πολλοὶ, οἵτινες εἶναι ἁμάρτημα νὰ μὴ βελτιώσωσι τὰς σπουδάς των· ἐκτὸς δὲ τούτου καὶ οἱ εὐπορώτεροι δὲν ἐμπιστεύονται νὰ ἀποστέλλωσι τὰ τέκνα των μακρὰν αὐτῶν καὶ νὰ μένωσιν ἀνεπιτήρητα, διότι ἡ ἡλικία των ἀπαιτεῖ ἐπίβλεψίν τινα. Ἕνεκα τούτου καὶ τὰ δημοτικὰ συμβούλια τῆς ἐπαρχίας ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν παράβλεψιν ταύτην καὶ ἐπανειλημμένως ἐψηφίσαντο χρηματικὰ ποσὰ πρὸς σύστασιν τοῦ γυμνασίου. Ἀπέδωκαν δὲ καὶ τὰ κατάλληλα οἰκήματα, ἐπικαλεσθέντα καὶ τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία πρό τινων ἐτῶν ἐχορήγησε πίστωσιν εἰς ἰδιαίτερον κονδύλιον τοῦ προϋπολογισμοῦ 6 χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος· καὶ ἐνῷ ἐξοικονομήθησαν οὕτως οἱ πόροι τῆς συστάσεως τοῦ γυμνασίου, μέχρι τοῦδε τὸ γυμνάσιον δὲν ἐπραγματοποιήθη· ἔμεινε μέχρι τοῦδε ἀπραγματοποίητον, διότι δὲν ἐξεδόθη ὁ σχετικὸς νόμος πρὸς καταρτισμὸν ἐν γένει τοῦ γυμνασίου. Διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω, θεραπεύεται κατ’ ἐμὲ ἡ ἀνάγκη αὐτή. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑποβάλλεται παρ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ συναδέλφου μου κ. Στεφανίτση· παρακαλῶ ἑπομένως τὴν Βουλὴν ν’ ἀποδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπως ἔπραξε καὶ ὑπὲρ ἄλλων γυμνασίων τοῦ Κράτους, τοῦ Πειραιῶς, τῆς Ἠλείας καὶ τῆς Κορινθίας. Προσθέτω δὲ, ὅτι καὶ πολλοὶ μαθηταὶ ἐκ τῆς Ἀκαρνανίας ἐφοίτων ἐκεῖ. (Ὅρα παράρτημα).
§48ΘΕΡΜΟΓΙΑΝΝΗΣ. Πόσον ἀπέχει ἀπὸ τὴν Κέρκυραν ἡ Λευκάς;
§49ΖΑΒΕΡΔΙΝΟΣ. Ὀκτὼ ἕως δέκα ὥρας. Τώρα πληρόνομεν ἡμεῖς, δὲν ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. — Ἓν ἕτερον νομοσχέδιον ὑποβάλλομεν. Πρό τινων ἡμερῶν ὁ συνάδελφός μου κύριος Σέρβος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ κοινῆς τῶν δήμων περιουσίας. Ἀναφερόμενοι εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ προσθέτοντες καί τινα, κατηρτίσαμεν ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν κρίσιν μας, συζητούμενον μ’ ἐκεῖνον τοῦ κυρίου Σέρβου, θὰ γείνῃ καλλίτερον, καθ’ ὅσον μάλιστα ἐγὼ ἐχρημάτισα διαχειριστὴς τῆς ἐγχωρίου ἐκείνης περιουσίας, καὶ εὑρέθην εἰς ἀφορμὴν νὰ γνωρίζω κάποια πράγματα, τὰ ὁποῖα ἴσως δὲν γνωρίζουν ἄλλοι.
§50ΣΕΡΒΟΣ. Ὁ συνάδελφός μου ἀξιότιμος κύριος Ζαβερδινὸς τῷ ὄντι ἐμφορεῖται ἀπὸ ἀξιέπαινον ζῆλον διὰ νὰ κατηρτίσῃ ἓν πρᾶγμα λίαν ἀναγκαῖον, λίαν περιπόθητον, καὶ ἐγὼ ἐπαινῶ τὸν σκοπόν του, καὶ συμμερίζομαι τὴν ἀνάγκην τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ γυμνασίου, τοῦ ὁποίου διὰ λόγους οἰκονομικοὺς ἄλλοτε ἡ Βουλὴ ἀφῄρεσε τὴν πίστωσιν, ἡ ὁποία ἦτο δι’ αὐτὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡρισμένη. Ἀλλ’ ἐνῷ ἔχει ὁ συνάδελφός μου τοιοῦτον ἀγαθὸν σκοπὸν, καθ’ ὃ νεαρὸς βουλευτὴς, δὲν γνωρίζει τὴν ἐθιμοταξίαν, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω δύω λέξεις περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται τὸ πρᾶγμα.
§51ΤΙΝΕΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν.
§52ΣΕΡΒΟΣ. Δύω λέξεις.
§53ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Παιδείας). Χάνομεν καιρόν.
§54ΣΕΡΒΟΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω δύω λέξεις, διότι ὁ νόμος ὑπάρχει, ἐγένετο κατὰ τὰ 1866, καὶ δυνάμει τοῦ νόμου αὐτοῦ ὑπῆρχε συστημένον τὸ γυμνάσιον ἐν Λευκάδι μέχρι τοῦ 1868. Τί λείπει; Λείπει ἡ πίστωσις.
§55ΖΑΒΕΡΔΙΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει· κατηργήθη.
§56ΣΕΡΒΟΣ. Ἡ πίστωσις κατηργήθη, ὁ νόμος ὑπάρχει.
§57ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργός). Εἶναι ῥητὸς νόμος διὰ τὸ γυμνάσιον αὐτό;
§58ΣΕΡΒΟΣ. Ναί· νόμος ὑπάρχει τοῦ 1866 καὶ δὲν κατηργήθη βεβαίως· δὲν θέλει τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ χορηγηθῇ ἡ πίστωσις. Τὸ ἀντικείμενον τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον προϋπολογισμοῦ· ἑπομένως ὤφειλεν ὁ συνάδελφός μου νὰ προκαλέσῃ, καὶ νὰ παρακαλέσῃ, καὶ νὰ ἱκετεύσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν· ἀφοῦ αὐτὸ δὲν ἐγένετο, ἐγὼ παρακαλῶ, καθικετεύω τὴν Κυβέρνησιν ὅπως τὸ ταχύτερον λάβῃ τὴν δέουσαν πρόνοιαν διὰ νὰ φέρῃ τὴν πίστωσιν, ὅπως τὸ γυμνάσιον τεθῇ εἰς ἐνέργειαν.
§59ΔΡΟΣΟΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶδον εἰς τὰς ἐφημερίδας διάταγμα, φέρον ἡμερομηνίαν 9 8βρίου 1874, διὰ τοῦ ὁποίου τροποποιεῖται τὸ δασμολόγιον. Τὸ διάταγμα αὐτὸ ἐξεδόθη, ὡς τὸ λέγει ῥητῶς, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου τοῦ 1867. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ λέγει τὰ ἑξῆς· «Ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς δύναται τὸ δασμολόγιον νὰ μεταῤῥυθμισθῇ διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος, ἀποφάσει τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐκδιδομένου, ὅπερ ἐντὸς 2 μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς προσεχοῦς Συνόδου ὑποβάλλεται εἰς νομοθετικὴν κύρωσιν.» Μοὶ φαίνεται παράδοξον, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ὑπῆρχε, πῶς ἐξεδόθη Νομοθετικὸν διάταγμα. Καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἢ σήμερον, ἢ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας.
§60ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ πρὸς τὸν Βασιλέα ἔκθεσις, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἐξεδόθη τὸ διάταγμα, διὰ πράξεως τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἔγεινεν, ἀπὸ τὸν Αὔγουστον ἐπεκυρώθη τὸ περὶ οὗ πρόκειται διάταγμα. Εἰς τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς τὸ περὶ τούτου διάταγμα, συμφώνως μὲ τὸν νόμον. Ὅτε ἐδημοσιεύθη, ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο κατηρτισμένη, ἔσπευσα νὰ τὸ δημοσιεύσω, διότι τὰ ἐπιμελητήρια, τὸ ἐμπόριον τὸ ἐπεζήτουν.
§61ΔΡΟΣΟΣ. Ἐπιφυλασσόμεθα τότε νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τούτου, διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω, διατί ἡ Βουλὴ παροῦσα καὶ ἐργαζομένη, νὰ θεωρῆται ὡς ἀποῦσα.
§62ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνώσατε τὴν ἔκθεσιν. Ἡ ἀνάγκη τοῦ ἐμπορίου ἐπέβαλλε τοῦτο. Ἡ Βουλὴ δὲν ἦτον ἑτοίμη νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος. Τώρα εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται νὰ τὸ παραδεχθῇ ἢ νὰ τὸ μεταβάλῃ, ἢ νὰ τὸ ἀποῤῥίψῃ.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου, καὶ περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως.
§64ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Αἰγιαλείας, ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Μεσσηνέζης, εἶπε προχθὲς ἀνάγκᾳ καὶ θεοὶ πείθονται. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπόκειται ὑπὸ συζήτησιν, εἶναι ἔργον τῆς ἀνάγκης. Τὰ ἔργα ὅμως τῆς ἀνάγκης δυσκόλως εἶναι καὶ συμφέροντα. Λοιπὸν ἐκ προοιμίων δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τὸ περὶ δανείου δὲν εἶναι συμφέρον. Ποῖος τὸ λέγει; Ὁ κ. Μεσσηνέζης τὸ ὁμολογεῖ, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία τὸ ὀνομάζει ἀναπόδραστον. Καὶ ἐὰν μὲν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔλυε τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, καλὸν θὰ ἦτο καὶ ἅγιον· ἐὰν ὅμως τὰ πράγματα περιέρχωνται εἰς χειροτέραν κατάστασιν, τὸ νομοσχέδιον βεβαίως εἶναι κατακριτέον. Καὶ ἐν πρώτοις ἄρχομαι ἀπὸ τῶν πιστώσεων, περὶ ὧν ἔμεινεν ἀμφιβολία τις. Γνωρίζετε, ὅτι περὶ τῶν πιστώσεων ἀπεφάνθη ἡ ἐπιτροπὴ τῶν οἰκονομικῶν, ἐνῷ ἔργον ἴδιον ἦτο τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι αἱ πιστώσεις ἀναφέρονται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ, κατὰ τὸ 60 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ὅλα τὰ περὶ προϋπολογισμοῦ ἐπεξεργάζονται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Σᾶς εἶπον δὲ ὅτι τὸ ζήτημα τῶν πιστώσεων εἶναι ζήτημα ἐξισώσεως ἀριθμῶν, εἶναι πρὸς ῥίθμησιν τῶν βιβλίων.
§65ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Κατὰ τῆς ἀρχῆς ἢ κατὰ τῶν πιστώσεων ὁμιλεῖτε;
§66ΖΩΧΙΟΣ. Κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου λαλῶ. Εἶναι δὲ δικέφαλον τὸ νομοσχέδιόν σας· ἄρχομαι δὲ ἀπὸ τῆς μικροτέρας κεφαλῆς, καὶ θὰ φθάσω εἰς τὴν μεγάλην. Τὸ νομοσχέδιον σᾶς εἶπον ἐν πρώτοις ὅτι κακῶς ἐπεξειργάσθη, ζητεῖται δὲ πίστωσις 3,510,000 δραχμῶν, ἤτοι πρέπει νὰ δανεισθῶμεν 3,510,000 δραχμῶν. Λέγετε δὲ εἰς ἓν ἄλλο μέρος, ὅτι ἀπὸ αὐτὰς ἀφαιρεῖται 1,900,000 δραχμὰς, λοιπὸν σᾶς χρειάζονται πραγματικῶς 1,500,000. Τί τὰς θέλετε τὰς ἄλλας; Κατὰ τί θὰ σᾶς ὠφελήσῃ ἐὰν πληρώσῃ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν; Καὶ δι’ αὐτὸ, διὰ νὰ πληρώσωσι δηλαδὴ τὰ ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν, τῶν Ναυτικῶν, τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, πρέπει νὰ δανεισθῶμεν 2 ἑκατομμύρια, καὶ νὰ πληρόνωμεν τόκον 160,000 δρ. κατ’ ἔτος!
§67ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ζωχιὲ, μὲ συγχωρεῖτε· 3,500,000 δρ. εἶναι πίστωσις ἀπὸ τὸ 1872. 1,900,000 δρ. ἀφορᾷ ἐξίσωσιν λογαριασμοῦ, 1,500,000 δρ. εἶναι πράγματι.
§68ΖΩΧΙΟΣ. Μάλιστα, θέλετε ὅμως νὰ δανεισθῶμεν 3½.
§69ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. 25 εἶναι ὅλον τὸ δάνειον, ἀφαιρουμένων αὐτῶν, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ γείνῃ λογαριασμὸς διὰ τὰ λογιστικὰ βιβλία, μένουν 23 ἑκατομμύρια.
§70ΖΩΧΙΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγετε εἰς τὸν νόμον· «τῶν ὀφειλομένων δικαστικῶν ἀποζημιώσεων, μέχρι τέλους 1873, καὶ τῶν ἀπὸ ἔξοδα κεκλεισμένων καὶ διαγεγραμμένων χρήσεων κατὰ τὸ 11 ἄρθρον τοῦ παρόντος νόμου.» Λοιπὸν κατὰ τὸν 11 ἄρθρον, βλέπω ὅτι ζητεῖται 3½ ἑκατομμύρια. Λέγετε ὅτι θέλετε νὰ ἐξισώσετε τοὺς λογαριασμούς σας, καὶ πρὸς ἐξίσωσιν ἀπαιτοῦνται 3½ ἑκατομμύρια, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ δανεισθῶμεν.
§71ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητοῦμεν δάνειον 26, εἶναι πράγματι 23 τόσα. Αὐτὸ εἶναι τὸ χρέος, ἀφαιρουμένων τῶν ἄλλων.
§72ΖΩΧΙΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι τώρα. Σᾶς ἐννοῶ· λοιπὸν τὰ ἑκατομμύρια δὲν θὰ δανεισθῶμεν.
§73ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κακὴ παρεννόησις ἦτο.
§74ΖΩΧΙΟΣ. Ὑπάρχει ἓν ἄλλο ἑκατομμύριον, τὸ ἑκατομμύριον τῆς ὁδοποιΐας, αὐτὸ τὸ ἐδαπάνησεν ἡ Κυβέρνησις.
§75ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παλαιά.
§76ΖΩΧΙΟΣ. Ναί. Ποῖος ὅμως ἐγγυᾶται, ὅτι ἐὰν σᾶς δώσωμεν τὸ ἑκατομμύριον, θὰ τὸ ἀφήσητε ἀνέπαφον, ὅταν παρουσιασθῇ αὔριον ἀνάγκη; Σεῖς τὸ ἐδαπανήσατε.
§77ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἡμεῖς πάλιν σᾶς λέγω, εἶναι πρὸ χρόνων.
§78ΖΩΧΙΟΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι διὰ σᾶς, σεῖς θὰ πάρετε τώρα ἀπὸ τῆς ἀρτοκλασίας τὸ ἄρτον, ἄλλοι δὲ τὸν ἔφαγον. Πρόκειται ὅμως νὰ δανεισθῶμεν. Τὸ ἑκατομμύριον αὐτὸ θὰ μένῃ ἀργὸν ἢ ὄχι;
§79ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ δωθῇ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας.
§80ΖΩΧΙΟΣ. Θὰ μένῃ ἀργὸν, ἕως ὅτου ὑπουργός τις τὸ πάρῃ.
§81ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Παιδείας). Θὰ ἐξοδεύωνται εἰς τὴν ὁδοποιΐαν.
§82ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί ἔγεινεν. Ὑπάρχει ταμεῖον ἐπαρχιακὸν, δημοτικὸν καὶ τὸ ἐν γένει ταμεῖον. Τὸ ἐν γένει ταμεῖον, τὸ δημόσιον ταμεῖον, διὰ τὰς δημοσίας ὁδοὺς ἀπεῤῥόφησε τὰ εἰσοδήματα τῶν ταμείων τῶν ἐπαρχιακῶν καὶ ἐξωδεύθησαν. Ἡ Ἑπτάνησος δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, καὶ τὰ χρήματα ἐτελείωσαν.
§83ΖΩΧΙΟΣ. Πῶς κατωρθώθη, ἀφοῦ ἐξωδεύσατε τόσα χρήματα, καὶ εἰς Κέρκυραν δὲν ἔχομεν κἀνένα δρόμον.
§84ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἐπαρχίαι ἐστερήθησαν, διότι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις πολὺ καλῶς ποιοῦσαι ἐξώδευσαν τὰ χρήματα εἰς τὸν τοιοῦτον σκοπὸν, καὶ τώρα τὰ χρήματα αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ ἀποδώσῃ τὸ δημόσιον.
§85ΖΩΧΙΟΣ. Θὰ γείνῃ χρῆσις λοιπὸν εὐθύς;
§86ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα!
§87ΖΩΧΙΟΣ. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν ἄλλην τοῦ νομοσχεδίου σας κεφαλὴν, τὴν φοβεράν. Διϊσχυρίσθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι συμφερώτεροι ὅροι δὲν ὑπῆρξαν, καὶ ὅτι συνεφώνησε τὸ δάνειον κατὰ τοὺς ὅρους τοὺς συμφερωτέρους. Μὲ τοὺς παρόντας ἐντίμους ὑπουργοὺς, ὅταν ἦτο πρωθυπουργὸς ὁ κ. Δεληγεώργης, εἴμεθα ὁμοῦ, ἐμαχόμεθα κατὰ τοῦ ἀνδρός. Τὸν ἐντρέπομαι, ὅταν τὸν ἀπαντῶ καθ’ ὁδὸν καὶ ἀλλάζω δρόμον. Διατί; ἐάν τις παραβάλῃ τὰς συμβάσεις τοῦ κ. Δεληγεώργη, πρὸς τὴν σύμβασιν τὴν παροῦσαν, κάμποσον ἀπέχουν, ὄχι ὅσον ἀπέχουν αἱ ἀνατολαὶ ἀπὸ δυσμῶν, ἀλλ’ ἀπέχουν. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις θέλει νὰ συνάψῃ δάνειον πρὸς 7 καὶ 83.
§88ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Παιδείας). 7 καὶ 40.
§89ΖΩΧΙΟΣ. 83. Αἱ συμβάσεις τοῦ κ. Δεληγεώργη εἶναι πρὸς 6%. Ἡ Κυβέρνησις εἶπε πρὸς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν νὰ παραιτηθῇ τῶν συμβάσεων καὶ ἡ Πιστωτικὴ λέγει ὅτι δὲν παραιτεῖται. Πρόκειται τώρα νὰ ἐξετάσω καὶ ὑπὸ μίαν ἰδιαιτέραν ἔποψιν τὰς συμβάσεις, διότι ἔγεινε μέγας ἀγὼν τῶν Ἑπτανησίων κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δεληγεώργη· ἐκτὸς δὲ τῶν δημοσίων συμφερόντων, ἦσαν ὑπὸ συζήτησιν καὶ τοπικὰ συμφέροντα· διότι ἡμεῖς τότε ἐλέγομεν πρὸς τὸν κ. Δεληγεώργην: Σὺ φροντίζεις περὶ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ εὕρῃς χρήματα νὰ δαπανήσῃς, δὲν ἐξετάζεις ὅμως καὶ τὸν τόπον, ὁ ὁποῖος φορολογεῖται καὶ στρατολογεῖται· τί θὰ δώσῃς εἰς τὸν τόπον αὐτόν; Ἀφοῦ δὲ ἐπιέσαμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἡ Τράπεζα ἡ Πιστωτικὴ καθὼς καὶ ἡ Ἰονικὴ, εἶπεν: ἐγὼ δανείζω εἰς τὸν λαὸν 5%· δανείζω καὶ πρὸς 6, εἰς δὲ τὴν Κυβέρνησιν πρὸς 6 καὶ εἰς τὰς δοσοληψίας μου πρὸς 7. Αὐταὶ αἱ προτάσεις ὑπάρχουσιν ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς. Παρῃτήθη ἡ Τράπεζα ἐκείνη, ναὶ ἢ ὄχι;
§90ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ κυριώτερον.
§91ΖΩΧΙΟΣ. Ἡμεῖς εἴπομεν εἰς τὸν κ. Δεληγεώργην: αὐταὶ αἱ συμβάσεις εἶναι λαμπραὶ, εἰς ἐμὲ ὅμως τὸν γεωργὸν δὲν συμφέρουν, διότι δὲν δανείζει ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα εἰς τὸν γεωργόν. Δὲν ἐπαύσαμεν δὲ συζητοῦντες, ἕως οὗ ἡ Τράπεζα αὕτη, καταναγκασθεῖσα, ἔφερε τὰς συμβάσεις τὰς τροποποιημένας.
§92ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Πιστωτικὴ ὑπέβαλε νέον σχέδιον συμβάσεως ἐκείνην τὴν παραλείπει· δὲν εἶναι μωρὰ, λέγει, διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν.
§93ΖΩΧΙΟΣ. Διατί δὲν μᾶς τὸ λέγετε;
§94ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς τὸ εἴπω.
§95ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ Διευθυντὴς λέγει, δὲν παραιτοῦμαι αὐτῶν τῶν συμβάσεων. Πῶς θέλετε λοιπὸν νὰ ψηφίσω ὑπὲρ συμβάσεως χειροτέρας μὲ τόκον μεγαλείτερον, καὶ ἐνῷ περὶ τοῦ λαοῦ οὐδεὶς γίνεται λόγος! Τὴν Τράπεζαν δὲ τὴν Ἐθνικὴν τὴν ἐβίαζεν ὁ κύριος Δεληγεώργης νὰ κάμῃ 22 ὑποκαταστήματα εἰς 22 ἐπαρχίας.
§96ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σύμβασις τοῦ κ. Δεληγεώργη τὰ ἠλάττωνεν εἰς 22· ἄφινε μερικὰς ἐπαρχίας ἐλευθέρας.
§97ΜΙΧ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ζωχιὲ, ἡ Τράπεζα ἡ Πιστωτικὴ ὑπέβαλε σχέδιον νέον συμβάσεως, ἀφορώσης τὴν Ἑπτάνησον· ἐὰν δὲν συνομολογηθῇ ἡ νέα σύμβασις, τότε ὑφίστανται βεβαίως αἱ παλαιαί.
§98ΖΩΧΙΟΣ. Κύριέ μου, ἐδῶ εἶναι πολλαὶ γλῶσσαι· σᾶς ὁμιλῶ μὲ τὴν γλῶσσαν τοῦ διευθυντοῦ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης.
§99ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ διευθυντής;
§100ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ κ. Βαλσαμάκης.— Ἠρώτησα τὸν κ. Βαλσαμάκην, παρητήθητε τῶν συμβάσεων; Ὄχι, μοὶ λέγει, ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἀναγκάζει νὰ παραιτηθῶμεν· ἡμεῖς δὲ παραιτούμεθα.
§101ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.
§102ΜΙΧ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν παραιτεῖται ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα, εἰμὴ ἐὰν συνομολογήσῃ νέαν σύμβασιν.
§103ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Κάμει τώρα πρότασιν νέων συμβάσεων, τὰς ὁποίας φέρει.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κινδυνεύετε τὸ ζήτημα, κ. Ζωχιέ.
§105ΖΩΧΙΟΣ. Τὰ ζητήματα ἐὰν κινδυνεύσουν, ἡ ἀλήθεια δὲν κινδυνεύει ποτέ. Ἐδῶ τώρα ἀνακαλύπτω μυστικὰς ἄλλας ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι γίνονται ὄπισθεν τῆς σκηνῆς. Ἐγὼ ἔχω αὐτὰ τὰ χαρτιὰ ἀνὰ χεῖρας καὶ αὐτὰ ἰσχύουν. Ἰδοὺ, κύριοι· «22 Μαρτίου 1874.» Κατ’ αὐτὸ τὸ σχέδιον βεβαίως εἶναι προτιμοτέρα αὕτη ἡ σύμβασις.
§106ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ πότε εἶναι αὐτό;
§107ΖΩΧΙΟΣ. 22 Μαρτίου 1874. Ἐδῶ ἔχω καὶ τὰς συμβάσεις τὰς παλαιὰς τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, αἱ ὁποῖαι μέχρι τῆς ὥρας μένουν ἐν ἰσχύϊ καὶ αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται ὑπὸ ὅρους μᾶλλον συμφέροντας, ὄχι μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐμὲ τὸν γεωργὸν, ὁ ὁποῖος στρατολογοῦμαι, φορολογοῦμαι. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραιτήσω τὰς συμβάσεις ταύτας καὶ νὰ δεχθῶ μίαν σύμβασιν, ἡ ὁποία πρὸς ὥραν ἴσως οἰκονομεῖ τὸ ζήτημά μου, αὔριον ὅμως τὸ φέρει εἰς χειροτέραν κατάστασιν! Κατὰ τὴν Τράπεζαν τὴν Πιστωτικὴν, 6 ὁ τόκος, 5 τόκος, 7 τόκος· τῆς δὲ Τραπέζης τῆς Ἐθνικῆς εἶναι 7 καὶ 83. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔκαμε καὶ ἕνα πίνακα διὰ νὰ παραβάλῃ τὰ ὠφέλη, τὰ ὁποῖα παρέχει ἡ νέα σύμβασις πρὸς τὸ δημόσιον. Λαμβάνει ἕνα ἀριθμόν. Ἂς λάβωμεν, λέγει, τὸ ὑπόλοιπον τοῦ χρέους, τὸ ὁποῖον ἔχει πρὸς τὴν Τράπεζαν ἐκ τῶν 9,000,000 ἡ Κυβέρνησις· τὸ ὑπόλοιπον αὐτὸ συμποσοῦται εἰς 6,608,000, δι’ αὐτὰς δὲ θὰ πληρώσῃ 627,000 τόκον κατ’ ἔτος καὶ 1,062,000 χρεώλυτρον. Ἠρώτησα τὸν κ. Σιμόπουλον, ποία εἶναι ἡ κλεὶς αὐτῶν τῶν ἀριθμῶν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ μοῦ τὴν δώσῃ καὶ δὲν δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς τὴν δώσω. Ἐὰν προσθέσητε τὸ χρεώλυτρον καὶ τὸν τόκον, συμποσοῦνται εἰς 1,700,000· ἐὰν τὸ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὰ 6,608,000, μένουν περὶ τὰ 4,900,000. Ἐὰν δὲ κάμετε καὶ τὸν λογαριασμὸν τοῦ κ. Σιμοπούλου, τὸ 6,608,000 γίνεται 8,158,000, ἤτοι ἀντὶ νὰ ἐλαττωθῇ τὸ χρέος αὐξάνει. Καὶ ἀφοῦ πληρώσετε καὶ τοὺς τόκους καὶ τὸ χρεώλυτρον, πάλιν μένει πολὺ περισσότερον τὸ χρέος παρ’ ὅ,τι ἦτο. Τί ὅμως εἶναι τὸ συμφερώτερον, νὰ ἐλαττοῦνται τὰ χρέη ἢ νὰ αὐξάνουν;
§108ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ζωχιὲ, θὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον, ἢ μᾶλλον τὴν κλεῖδα, (κατὰ τὴν ἰδικήν σας φράσιν) τῶν ἀριθ. οἵτινες ἀναφέρονται εἰς τὸν ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς Εἰσηγητικῆς Ἐπιτροπῆς πίνακα. Τὸ δάνειον τῶν 9,000,000 φράγκων τὸ συνομολογηθὲν κατὰ τὸ 1870 ἐσυμφωνήθη νὰ ἐξοφληθῇ χρεωλυτικῶς εἰς 18 ἑξαμηνιαίας δόσεις, ἤτοι ἐντὸς ἐννέα ἐτῶν χρεωλυτικῶς. Ἡ ἐτησία δὲ χρεωλυτικὴ δόσις, ἥτις, ὡς γνωστόν, περιέχει καὶ τὸν τόκον καὶ τὸ χρεωλύσιον, ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν δραχ. 1,690,000. Ἐκ τῆς δόσεως ταύτης κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τὸ μεγαλείτερον μέρος ἀπετέλει τοὺς τόκους, τὸ δὲ ὀλιγώτερον τὸ χρεώλυτρον· ἀλλὰ καθόσον ὁ χρόνος προσεγγίζει πρὸς τὴν λῆξιν, κατὰ τοσοῦτον αὐξάνει τὸ χρεώλυτρον καὶ ἐλαττοῦνται οἱ τόκοι. Δι’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν λόγον ἡ χρεωλυτικὴ δόσις τοῦ τρέχοντος ἔτους 1874 περιέχει τόκους μὲν ἐκ δραχ. 727,000, χρεώλυτρον δὲ ἐκ δραχ. 1,062,000. Κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη τὸ χρεώλυτρον θέλει εἶσθαι ἀσυγκρίτως μεγαλείτερον.
§109ΖΩΧΙΟΣ. Ἐδῶ σᾶς ἔπιασα. Εἶναι ἄλλος λογαριασμός.
§110ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἰδοῦμε ποιὸς ἔπιασε τὸν ἄλλον.
§111ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἢ ἀποχώρησον ἢ περιώρισον τὸν Δουζίναν.
§112ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν ἐντρέπεσαι ὅπου εἶσαι καὶ γέρων ἄνθρωπος, πήγαινε νὰ μάθῃς οἰκονομικὰ καί ὕστερα ........
§113ΖΩΧΙΟΣ. Μὰ, κύριε πρόεδρε, ἐμὲ μὲ ἔστειλε ἡ ἐπαρχία μου, αὐτὸν τὸν ἔφερεν ὁ πρωθυπουργός.
§114ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Νομίζεις δὲν σὲ ἠξεύρομεν, δὲν εἶχες περιουσίαν .... (θόρυβος)· τοιοῦτος εἶσαι καὶ ἔκαμες κατάστασιν.
§115ΖΩΧΙΟΣ. Τὴν πατρίδα σου τὸν Πόρον, τὴν ἐδολιεύθης. Δὲν ἠξεύρει κἀνεὶς τί νὰ εἴπῃ διὰ τὴν διαγωγὴν αὐτήν. Ὁ κ. Ζαΐμης δὲν ἠξεύρει νὰ λέγῃ ψεύματα, τὸ εἶπεν ὁ συνάδελφός σου, παρόντος αὐτοῦ, παρόντων πολλῶν ἄλλων.
§116ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μωρὲ ἐγὼ δὲν ἔχω ψήφους εἰς τὸν Πόρον; (θόρυβος).
§117ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Νὰ ἀνακαλέσητε τὸν λόγον σας, ἐκάματε τὴν Βουλὴν καπηλεῖον.
§118ΑΧΟΛΟΣ. Σεῖς γηρεύετε νὰ τὴν κάμετε λαζαρέτο· θὰ δώσετε λόγον εἰς τὸ Πανελλήνιον.
§119ΠΟΛΥΛΑΣ. Κ. πρόεδρε, δὲν θὰ καταβῇ δι’ αὐτῶν τῶν τρόπων ἡ θέσις τοῦ Σώματος, νὰ ἀφίνετε αὐτοὺς τοὺς ἀκαταλογίστους ἀνθρώπους νὰ μᾶς καταισχύνουν ἐδὼ μέσα! δὲν ἔχομεν διάθεσιν νὰ ἀκούωμεν ὕβρεις, διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ! (θόρυβος), Κ. πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ διατί δὲν διατηρεῖτε τὴν τάξιν καὶ ἐπιτρέπετε εἰς ἐκείνους τοὺς κυρίους νὰ ἵστανται ὄρθιοι περὶ τὸ βῆμα; Δὲν πρέπει νὰ ἵστανται περὶ τὸ βῆμα καὶ νὰ παρενοχλοῦν τοὺς ἀγορεύοντας. Μὰ, κύριε πρόεδρε, δὲν καταδέχομαι νὰ ἀποτείνωμαι εἰς τοιούτους, ἀποτείνομαι εἰς ὑμᾶς, διατί ἐπιτρέπετε τῶν καπηλείων τὰς ὕβρεις ἐδῶ μέσα;
§120ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Σεῖς τὰς προκαλεῖτε.
§121ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν προκαλοῦμεν τίποτε.
§122ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παύσετε πλέον· κύριε Ζωχιὲ, προχωρήσατε παρακαλῶ.
§123ΖΩΧΙΟΣ. Νομίζετε, κύριοί μου, ὅτι εὐχαριστοῦμαι ἐδῶ νὰ ἀναβαίνω, καὶ νὰ ἀναφέρω ἀριθμοὺς, καὶ νὰ προσθέτω, καὶ νὰ ἀφαιρῶ, πρὸς τίνα σκοπόν; Κἄπως δὲ νομίζω, ὅτι ἐννοῶ τί λέγω· διότι ἂν δὲν ἐνόουν τί λέγω, δὲν ἀνέβαινα οὔτε ἐδῶ. Σᾶς λέγω μόνον, ὅτι αἱ συμβάσεις τοῦ Δεληγεώργη παραβαλλόμεναι πρὸς τὴν σύμβασιν, τὴν ὑπὸ συζήτησιν, εἶναι θεῖαι· διότι ὄχι μόνον εἶναι συμφερώτεραι εἰς τὸ δημόσιον ἀλλὰ φροντίζουν, καὶ περὶ τοῦ λαοῦ, ὅστις μὲ ἀπέστειλεν· ἐνῷ σεῖς φροντίζητε, πῶς νὰ οἰκονομήσητε 5 ἡμερῶν τροφὴν καὶ μετὰ ταῦτα νὰ καταφύγητε πρὸς τὸ ἀπομαχικὸν ταμεῖον καὶ νὰ ζητῆτε βοήθειαν.
§124ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Μάλιστα, μάλιστα.
§125ΖΩΧΙΟΣ. Παίζετε μὲ τὴν πατρίδαν σας· τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν εἶναι χαῖνον, χαίνει δὲ νὰ μᾶς καταπίῃ. Ἐνδέχεται καὶ ἐφέτος διὰ τῆς νέας συμβάσεως νὰ προληφθῇ ἡ καταστροφὴ, τὸ ἔτος ὅμως τὸ ἐρχόμενον θὰ ἤμεθα εἰς χειροτέραν κατάστασιν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιόν σας θὰ τὸ δεχθῶ, ἂν ἀφαιρέσητε μίαν λέξιν ἐξ αὐτῶν, καὶ ἂν τολμᾶτε ἀφαιρέσετέ την. Ποίαν; τὴν λέξιν «Τράπεζα». Ποῖος θὰ ἐκδώσῃ τὰς ὁμολογίας; Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ποῖος ἐγγυᾶται διὰ τὰς ὁμολογίας; Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ποῖος θὰ συναθροίσῃ τὰ χρήματα; ἡ Τράπεζα. Διὰ τί; Παρέχει ἡ Τράπεζα ἐγγύησίν τινα διὰ τὴν πληρωμήν; Ὄχι. Τί ζητεῖ λοιπόν; Τὴν μὲν πίστιν τὴν ἔχει ἡ Τράπεζα, τὴν δὲ ἀπιστίαν ἡ Κυβέρνησις. Ἂς συλλέξῃ τὰ χρήματα ἡ Κυβέρνησις, ἂς θέσῃ ὑποθήκην τὰ Τελωνεῖα, καὶ ἐν δέοντι ἂς πληρώσῃ· τότε ἀνορθοῦται ἡ δημοσία πίστις. Λέγετε, ἂν παραδεχθῶμεν τὴν σύμβασιν, ἡ πίστις μας θὰ ἀνορθωθῇ. Τίνι τρόπῳ; Ἂν ζητήσωμεν νὰ δανεισθῶμεν αὔριον, θὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν, διότι ἄνευ αὐτῆς εἴμεθα καθὼς τὸ μωρὸν παιδίον, τὸ ὁποῖον βαστᾷ ἡ τροφός του.
§126ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ Τράπεζα ἐξοφλεῖ διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς τὰ ὅσα ἔχει λαμβάνειν.
§127ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ ἐπὶ Δεληγεώργη ἐσυμβιβάζοντο καὶ ἐκαλύπτοντο ὅλα αὐτά.
§128ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δυνάμει προηγουμένων συμβάσεων, δυνάμει προηγουμένων δανείων, διὰ τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ τόκον ἀνώτερον ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον πρόκειται σήμερον νὰ συνομολογήσῃ τὸ δημόσιον καὶ νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ μέλλον, καθ’ ὅσον δὲ ἀποβλέπει τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου, τὸ μὴ καλυπτόμενον διὰ τῶν προηγουμένων τῆς Τραπέζης, τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον ἀποτείνεται πρὸς τὴν δημοσίαν πίστιν, καὶ λέγει: ὅσοι θέλετε νὰ δανείσητε εἰς τὸ ἔθνος τὰ 2 ἑκατομμύρια, ἐγγραφεῖτε εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα, εἰς τοὺς ἀνταποκριτὰς τῆς Τραπέζης· ἡ Τράπεζα δὲν πέρνει τίποτε, λόγῳ προμυθίας, διότι χορηγεῖ εἰς τὸ δημόσιον τὴν εὐκαιρίαν τοῦ νὰ εἰσπράξῃ τὰ χρήματα, διὰ τοὺς ἀνταποκριτὰς αὐτῆς, ἡ Τράπεζα δὲν λαμβάνει τίποτε οὔτε λόγῳ προμυθίας, οὐδὲ λόγῳ μεταφορᾶς τῶν χρημάτων.
§129ΖΩΧΙΟΣ. Διατί λοιπὸν ἡ Τράπεζα λαμβάνει τὰ χρήματα;
§130ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Διότι ἐκείνη εἶναι ἡ ὁποία θὰ πληρώσῃ τοὺς τόκους.
§131ΖΩΧΙΟΣ. Διὰ τί δὲν τοὺς πληρώνει ἡ κυβέρνησις;
§132ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Διότι φαίνεται ὅτι δὲν θὰ φθάσῃ εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἐγγύησις· ἡ ἐγγύησις εἶναι νὰ παρέχῃ ἐκ τῶν εἰσοδημάτων της ποσὸν ὡρισμένον, τὸ ὁποῖον νὰ χρησιμεύῃ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων· ἂν ὑπάρχῃ εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα, ὑπάρχει φόβος.
§133ΖΩΧΙΟΣ. Λοιπὸν κατηγορεῖς τὴν Κυβέρνησιν; Τί ὡραία δουλιὰ; (γέλως).
§134ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Συνηγορῶ ὑπὲρ μιᾶς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ἐχαρακτήρισα ἄλλοτε, ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασίς μας, δὲν σοῦ δανείζω χρήματα ἂν δὲν δώσῃς ἐγγύησιν ὑπὲρ τῶν τόκων.
§135ΖΩΧΙΟΣ. Δίδω τὰ τελωνεῖά μου.
§136ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀνάγκη.
§137ΖΩΧΙΟΣ. Λοιπόν, κύριοι ὑπουργοὶ, κατὰ τὸ λέγειν τοῦ κ. Μεσσηνέζη, εἶσθε ἀνάξιοι πίστεως (γέλως). Οἱ ἔντιμοι, κύριοι ὑπουργοὶ ἀντιπροσωπεύουν τὴν Κυβέρνησιν σήμερον, αὔριον ἔρχονται οἱ διάδοχοί των, χθὲς ἦσαν οἱ προκάτοχοί των. Δὲν ἀναφέρομαι εἰς πρόσωπα. Αὐτὸ εἶναι τὸ μέγα δυστύχημα ἡ μεγάλη συμφορά, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀναξία πίστεως καὶ τῆς ἐλαχίστης. Ποῖος δὲ ἔχει τὴν πίστιν; Ἡ Τράπεζα. Μὲ ποῖα χρήματα; Μὲ ποίαν ἐγγύησιν; Μὲ ποῖα τελωνεῖα; Μὲ τὴν δημόσιον ἐγγύησιν, μὲ τὰ δημόσια χρήματα, μὲ τὰ δημόσια τελωνεῖα. Ἀπαλλάξετε τὴν πατρίδα σας ἀπὸ τὴν τυραννίαν τῆς Τραπέζης. Ἀπαλλάσσεται δὲ ἡ πατρίς, ἅμα θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ὡς πρὸς τὴν πίστιν, ἐπειδὴ προχθὲς μὲ ἐλέγξατε, ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰς τὴν Εὐρώπην ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Τράπεζα ἔχουσι τὴν αὐτὴν πίστιν, καὶ δι’ αὐτὸ ἡ Τράπεζα ἀναγκάζεται νὰ ἔχῃ χρήματα εἰς τὴν Εὐρώπην. Περὶ δὲ τῶν εὐεργεσιῶν, τὰς ὁποίας ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔκαμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, μαρτυρεῖ ὁ ἀνὰ χεῖράς μου ἰσολογισμὸς τῆς Τραπέζης αὐτῆς, εἰς τὸ κεφάλαιον, προεξοφλήσεις. Τὸ κεντρικὸν κατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἔχει καὶ προεξοφλήσεις, 6,414,616,35 δραχ. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι τὸ ἐμπόριον τῆς πρωτευούσης καὶ τοῦ Πειραιῶς τόσου μόνου χρήματος ἔχει χρείαν;
§138ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. 700,000 προεξώφλησε σήμερον ἡ Τράπεζα.
§139ΖΩΧΙΟΣ. Ἐξ ὧν;
§140ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἤμην σήμερον εἰς τὸ συμβούλιον.
§141ΖΩΧΙΟΣ. Ἐξ ὧν προεξοφλήσεων 4,000,000 ἢ κατ’ ἀκρίβειαν εἶναι 3,890,874 εἶναι ἔντοκα γραμμάτια προεξοφλούμενα οὐχὶ πρὸς 7%, ἀλλὰ πρὸς 8%.
§142ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Αἱ προεξοφλήσεις εἶναι ποταμός, ὅστις ῥέει καθεκάστην· εἰς τὸν ἰσολογισμὸν πρόκειται περὶ μιᾶς ἡμέρας, τώρα εἶναι 3,000,000, αὔριον 4,000,000, ἡ κίνησις ἀναβαίνει εἰς ἑκατομμύρια πολλά, διότι πληρόνονται καὶ δίδονται.
§143ΖΩΧΙΟΣ. Ἐδῶ ἔχω τὸν ἰσολογισμὸν τὸν ἑξάμηνον.
§144ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ ὅλη κίνησις εἶναι ἑκατομμύρια· σήμερον ἤμην εἰς τὸ συμβούλιον προεξοφλήσεις ἐγένοντο εἰς τὴν Τράπεζαν ὑπὲρ τὰς 500,000 δραχμάς.
§145ΖΩΧΙΟΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Τραπέζης, καὶ τὰ ἀξίας 4,000,000 ἔντοκα γραμμάτια δὲν ἔχουν τὴν θέσιν των καταλογιζόμενα εἰς τὰς προεξοφλήσεις, λαμβάνει δὲ δι’ αὐτὰς ἡ Τράπεζα 1% περιπλέον. Λοιπὸν μοὶ λέγετε ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εὐηργέτησε τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν τόπον, ἐμιμήθητε δὲ τὰς ἀσχήμους γυναῖκας, αἱ ὁποῖαι κάθηνται πλησίον εἰς ἀσχημοτέρας διὰ νὰ φαίνωνται σχετικῶς ἔμορφαι, ἐλάβετε δηλ. ὡς παράδειγμα τὴν Τουρκίαν, καὶ πρὸς αὐτὴν ἐσυγκρίνατε τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ καὶ ἡ Τουρκία εἶναι εἰς καλλιτέραν ἡμῶν κατάστασιν, διότι εὑρίσκει εἰς τὴν Εὐρώπην θέσιν, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν εὑρίσκομεν. Συμπεραίνων δὲ τὸν λόγον μου, παρατρέχω τὰς πιστώσεις διότι πιθανὸν ἄλλος κρείττων ἐμοῦ νὰ λαλήσῃ περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, δισχυρίζομαι ὅμως ὅτι αἱ συμβάσεις τοῦ κ. Δεληγεώργη εἰσὶ προτιμότεραι, διότι καὶ ὁ τόκος εἶναι εὐθηνότερος καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν. Ἐὰν δὲ ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν συνήψατε μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἔλυε τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, ἤμην κατὰ πάντα σύμφωνος, ἀλλ, αὔριον θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον. Ἄν τοὐλάχιστον διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς ἀνυψοῦτο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, θὰ συνεφώνουν καὶ ἐγώ.
§146ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Ἡ Τράπεζα εἶναι ἐγγυητὴς εἰς τὸ δάνειον αὐτό. Ἄν ἡ Κυβέρνησις εἴπῃ, ὅτι δὲν πληρόνει τοὺς τόκους, ἡ Τράπεζα......
§147Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ὅλον τὸν κόσμον διὰ τῶν Τραπεζῶν γίνονται τὰ δάνεια.
§148ΚΟΤΤΑΡΗΣ. Πρὸς τίνα σκοπὸν ἐπολεμήσατε αὐτὴν τὴν συμφέρουσαν σύμβασιν τοῦ κ. Δεληγεώργη;
§149ΖΩΧΙΟΣ. Ἐπολέμησα τὰς συμβάσεις τοῦ κ. Δεληγεώργη τὰς πρώτας· αἱ συμβάσεις δὲ ἐκεῖναι ἔλαβον ποικίλας φάσεις. Αἱ τελευταῖαι συμβάσεις, δὲν εἶναι πρῶται, διότι ἔλαβον πολλὰς μεταβολάς· εἰς τὴν τελευταίαν δὲ φάσιν τῶν συμβάσεων ἐσυμφώνησα· ἰδοὺ ἡ διαφορά. Ἤτοι ἄλλαι ἦσαν αἱ συμβάσεις, αἵτινες παρουσιάσθησαν κατ’ ἀρχὰς, καὶ ἄλλαι ἐπὶ τέλους, διότι ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα ἐνέδωκεν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Βουλῆς. Συγκατετέθην δὲ, ὅταν εἶπον, ὅτι δανείζουν εἰς τὸν ἀγροτικὸν λαὸν πρὸς 5%, τόκος πολὺ συμφερώτερος τῶν 7%. Σᾶς λέγω δὲ ἐπὶ τέλους, ὅτι θὰ συναινέσω καὶ θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ἀφαιρέσητε μίαν μόνην λέξιν, τὸ ὄνομα Τράπεζα· ἐὰν ζητήσετε, νὰ ἀνορθώσητε τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν δὲν παραδώσητε αὐτὴν τεταπεινωμένην εἰς τὴν διάκρισιν τῆς Τραπέζης, μὲ τὰ χρήματα τὰ δημόσια, μὲ τὰ τελωνεῖα τὰ δημόσια. Νομίζω ὅτι, ἂν ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει, προδίδω τὴν πατρίδα μου.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ λάβῃ τις τὸν λόγον;
§151ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἔχῃ τις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τὸν λόγον, εἰ δ’ ἄλλως νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν καθέκαστα.
§152ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Πανεπιστημίου, ὠφείλω νὰ κάμω δήλωσιν, ὅτι τινὲς ἐξ ὑμῶν δὲν ἐλάβομεν μέρος ὅλως διόλου.
§153ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, σᾶς εἰδοποιῶ, ὅτι οὐδέποτε εἰδοποιήθην διὰ τὴν προεπεξεργασίαν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου.
§154ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θέλω ἐγὼ, κύριοι, ἀρνηθῆ τὰς ὑπηρεσίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Καὶ ὡς πολίτης, καὶ ὡς δημόσιος ἀνὴρ, γνωρίζω καλῶς, κατὰ πόσον ἐχρησίμευσεν ἡ Τράπεζα καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Συνδεόμενος δὲ διὰ παλαιᾶς σχέσεως μετὰ τῶν ἐντίμων Διευθυντῶν τοῦ Καταστήματος τούτου, καὶ γνωρίζων καλῶς καὶ τὰ αἰσθήματα καὶ τὸν πατριωτισμόν των, δὲν θέλω ἀρνηθῆ, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅ,τι δικαίως τοῖς ἀνήκει. Εὔχομαι δὲ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς Τραπέζης νὰ τύχωσι καὶ ἄλλα ἱδρύματα· διότι ἡ Τράπεζα καὶ ἐπέτυχε, καὶ τιμᾷ τὸν τόπον, καὶ τιμᾶται. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τούτου σήμερον· ἐπίσης δὲν πρόκειται οὔτε περὶ ζητήματος πολιτικοῦ. Τὸ ὑπὸ διάσκεψιν ζήτημα εἶναι καθαρῶς οἰκονομικόν. Πρόκειται μόνον περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ παρόντος καὶ μέλλοντός μας, περὶ συμφέροντος κοινωνικοῦ. Ἂς τὸ ἐξετάσωμεν λοιπὸν ἡσύχως καὶ μὲ κρύον αἷμα, ἂς τὸ συζητήσωμεν ἐκτεταμένως, διότι ὁ οἰκονομικὸς κίνδυνος ἐπικρέμαται ἐπὶ τῆς κεφαλῆς μας. Βεβαιωθῆτε δὲ ὅτι, ἐὰν μὴ λάβωμεν μέτρα σύντονα καὶ συνετὰ, ἐντὸς ὀλίγου φοβοῦμαι, ὅτι ἡ Πατρὶς θέλει ῥιφθῆ εἰς τὸ χαῖνον βάραθρον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον δυσκόλως, διὰ νὰ μὴ εἴπω ποτὲ, θέλει ἐξέλθει. Μὴ βιάζεσθε λοιπὸν, κύριοι, μὴ σπεύδετε, ἀφήσατε νὰ συζητήσωμεν ζήτημα, ὅπερ ἐνδιαφέρει ὅλους. Ἡ σύμβασις, περὶ ἧς πρόκειται, ὁμολογῶ ὅτι περιέχει ὅρους ἐλαφροτέρους ἀπὸ τοὺς ὅρους, οὓς περιέχουν πᾶσαι αἱ συμβάσεις, αἱ ἀποβλέπουσαι εἰς τὰ δάνεια ἄλλων ἐποχῶν καὶ ὑπὸ ἄλλας οἰκονομικὰς περιστάσεις συναφθέντα. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται σήμερον· πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ἡ σύμβασις ἡ συζητουμένη ᾖναι κρείττων τῶν ἄλλων συμβάσεων, περὶ ὧν πρόκειται ἐπίσης, ἐὰν ᾖναι καλλιτέρα τῶν συμβάσεων, αἱ ὁποῖαί εἰσιν ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐννοῶ δὲ τὰς συμβάσεις τὰς περυσινάς. Τίνα τούτων πρέπει νὰ προτιμήσωμεν; Κύριοι, ἐνώπιόν σας ὑπάρχουσι συμβάσεις ἐκκρεμεῖς πρὸς τὰς Τραπέζας, αἵτινες κανονίζουν δύω ζητήματα, ζήτημα ἀφορῶν εἰς δάνεια πρὸς τοὺς πολίτας, καὶ ζήτημα ἀφορῶν εἰς δάνεια πρὸς τὸ δημόσιον. Τὰς συμβάσεις αὐτὰς ἐπολεμήσατε, καὶ μεταξὺ τῶν πολεμησάντων ἐπιμόνως αὐτὰς, εἰσὶ καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, διότι δὲν ἐνομίσατε, ὅτι εἶναι ἀρκοῦσα ἡ παραχώρησις πρὸς τὸ ἐμπόριον μόνον, καὶ ἀπῃτεῖτο νὰ γείνωσι παραχωρήσεις καὶ πρὸς τοὺς κτηματίας. Ὅτε δὲ τελευταῖον ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησε τὴν ἀπόῤῥιψιν τῶν συμβάσεων αὐτῶν, ἀντετάχθην ἐγὼ, εἰσελθὼν ἐσχάτως εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἔσχον τὴν εὐτυχίαν, ἡ Βουλὴ νὰ συμφωνήσῃ πρὸς τὴν γνώμην μου. Εἶπον, ὅτι δὲν ἀντίκειμαι κατ’ ἀρχὴν εἰς τὰς συμβάσεις· αἱ συμβάσεις ἀπολύτως εἰσὶ καλαί. Ἀλλ’ ὡς προτιμῶσαι πρὸ πάντων τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου Ταμείου παραμελήσασαι δὲ τὰ τῶν πολιτῶν καὶ ἰδίως τῶν κτηματιῶν, δὲν πρέπει νὰ τύχωσι τῆς ἐγκρίσεώς σας. Δὲν συμφέρει, εἶπον, τὰ χρήματα, ἅτινα ἔπρεπε νὰ συντελέσωσιν ὑπὲρ τῆς γεωργίας καὶ τῆς βιομηχανίας, ν’ ἀποῤῥοφᾷ τὸ δημόσιον ταμεῖον· ὅταν δὲ διαπραγματευώμεθα πρὸς Τραπέζας πρέπει νὰ προσέχωμεν εἰς τοῦτο μόνον. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο δὲν ἐπρόσεξεν ἀπολύτως ἡ Κυβέρνησις, καὶ κατὰ τοῦτο λοιπὸν ἔσφαλεν. Ὤφειλε νὰ φροντίσῃ ὑπὲρ τῶν κτηματιῶν, καὶ νὰ προβλέψῃ, ὥστε ἐντὸς τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ὑποχρεοῦνται αἱ Τράπεζαι νὰ δανείζωσι, νὰ ὑπάρχῃ καὶ ποσόν τι διὰ τοὺς κτηματίας. Καὶ ἐπειδὴ τοῦτο δὲν προβλέπουσιν αἱ συμβάσεις, εἶναι δὲ ἐλπὶς, καθ’ ἃς ἔχομεν πληροφορίας, ἡ ἔλλειψις αὕτη νὰ θεραπευθῇ, διὰ τοῦτο, εἶπον, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ὁμοῦ ἵνα μὴ ἀποῤῥίψῃ τὰς συμβάσεις, ἀλλὰ νὰ τὰς ἀναβάλῃ. Καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀναβολὴν, καὶ ἔκτοτε, κύριοι, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, αἱ συμβάσεις μένουσιν ἐκκρεμεῖς μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ βελτιωθῶσι. Σᾶς ἐρωτῶ, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐγκαταλείψῃ μονομερῶς καὶ αὐθαιρέτως τὰς συμβάσεις αὐτὰς, καὶ νὰ παραδεχθῇ ἄλλας, ὑπὸ χειροτέρους ὅρους; Ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ τὰς ἐγκαταλείψωμεν, καὶ νὰ δεχθῶμεν σύμβασιν ἐπιβλαβεστέραν, ὡς θέλω σᾶς τὸ ἀποδείξει; Ἄρα δὲν γεννᾷ τοῦτο δικαιώματα ὑπὲρ τῶν Τραπεζῶν, καὶ ὑποχρεώσεις καθ’ ἡμῶν; Καὶ δὲν γεννᾷ ἀμφιβολίας κατὰ τῆς ὑπολήψεώς μας; Ἢ ἐπιτρέπεται εἰς τὰς Τραπέζας αὐτογνωμόνως νὰ ἀρνηθῶσι τὴν ὑπογραφήν των, καὶ σήμερον, νὰ μὴ δεχθῶσι νὰ ἐκτελέσωσιν ὅτι συνωμολογήσαμεν; Εἴμεθα λοιπὸν ἀμφότεροι δεδεσμευμένοι, οὐδεὶς δύναται νὰ παραιτηθῇ· ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς θέλει λύσει ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεώς μας ὅλους· ἔτι περισσότερον, καθόσον πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, νὰ παραδεχθῶμέν τι χειρότερον ἐκείνου, ὅπερ εἴχομεν ὑπὸ συζήτησιν. Κατὰ τὰς Συμβάσεις ἐκείνας, κύριοι, εἰς τὸ Δημόσιον ἀνοίγεται λογαριασμός. Ἡ πιστωτικὴ Τράπεζα ἔδιδε μὲ ἀνοικτὸν λογαριασμὸν εἰς τὸ δημόσιον 4,000,000 φράγκων, πρὸς 6%, εἰς τὸ ἄρτιον. Τὰ φράγκα ἤθελον δοθῆ μετρητὰ 4,000,000, καὶ τὸ δημόσιον ὑποχρεοῦτο νὰ πληρώσῃ ἀντ’ αὐτῶν 6%. Ἡ Τράπεζα ὑπεχρεοῦτο νὰ δανείσῃ δι’ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ 3,000,000 φράγκων, διὰ τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον ὀφείλει νὰ πληρώσῃ 6%. Λοιπὸν ἠθέλομεν λάβει πραγματικὰ 7,000,000 φράγκα, ἀνθ’ ὧν ὠφείλαμεν νὰ πληρώνωμεν 6%.
§155ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὸ ἄρτιον;
§156ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα. Ἐκτὸς τούτου, ἡ Τράπεζα ἀνεδέχετο νὰ ἐξοφλήσῃ, ὅσα ὀφείλονται πρὸς αὐτὴν, τοὐτέστι 3,800,000, ἐπὶ τόκῳ 7%. Τὰ μετρητὰ ἐδέχετο ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἀπέναντι τῶν πρὸς αὐτὴν ὀφειλομένων. Ἰδοὺ αἱ συμφωνίαι μας αἱ τότε πρὸς τὰς Τραπέζας. Ἀντὶ τούτου, τί ἔχομεν ἤδη; Ἑπτὰ ἑκατομμύρια φράγκων δάνειον εἰς χρήματα, καὶ 3,800,000 δραχμὰς πρὸς συμψηφισμὸν, συμποσοῦνται εἰς δραχμὰς 11,600,000. Λοιπὸν αἱ Τράπεζαι ὑπεχρεοῦντο νὰ δώσωσι τότε πρὸς ἡμᾶς 11,600,000 δραχμὰς, διὰ τὰς ὁποίας ἠθέλαμεν πληρώνει, διὰ μὲν τὰ 7,000,000 φράγκα 6%, διὰ δὲ τὰ 3,800,000, 7%. Ἐὰν εἴχομεν ἀνάγκην περισσοτέρων, ἠθέλομεν ἀποτανθῆ εἰς τὸ Κοινόν. Ἤδη ἡ Τράπεζα ὑπόσχεται 13,000,000, δηλαδὴ 2,000,000 πλέον. Ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν ἀντὶ τούτων 18,000,000 εἰς κεφάλαιον, πρὸς δὲ διὰ τὰ 13,000,000 τόκον 7 καὶ 52 ἑκατοστά. Ἂν δὲ παραβάλωμεν ἀμφοτέρους τοὺς τόκους, εὑρίσκομεν, ὅτι ζημιούμεθα 120,000 περίπου δραχμὰς κατ’ ἔτος, ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ τόκου. Καὶ τότε καὶ ἤδη ἐὰν ἔχωμεν ἀνάγκην περισσοτέρων χρημάτων, ἡ Τράπεζα δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ μᾶς δανείσῃ. Δὲν ὑπόσχεται τοῦτο, καὶ δικαίως, οὔτε ἡμεῖς τὸ ζητοῦμεν· θέλομεν πάντοτε ἀποταθῆ εἰς τὸ Κοινόν. Δευτέρα διαφορά. Ἡ Τράπεζα ἡ Πιστωτικὴ ὑπεχρεοῦτο διὰ τῆς Συμβάσεως νὰ καταβιβάσῃ τὸν τόκον τῆς προεξοφλήσεως εἰς 7%. Ὁ τόκος ἤδη εἶναι 8 ἕως 9%, νομίζω. Ἐκ τούτου δὲ προήρχετο ὠφέλεια λίαν ἐπαισθητὴ ὑπὲρ τῶν πολιτῶν καὶ τοῦ ἐμπορίου. Τρίτη διαφορά. Κατὰ τὴν Σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθν. Τραπέζης, ἡ Τράπεζα ὑπεχρεοῦτο νὰ διατηρῇ 22 ὑποκαταστήματα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Κατὰ τὴν σύμβασιν τὴν παροῦσαν, ἡ Τράπεζα θέλει διατηρῇ ὅσα ὑποκαταστήματα τῇ συμφέρει. Καὶ ὑποτίθεται, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς Τραπέζης, ἢ ὁ πατριωτισμὸς τῶν διευθυνόντων αὐτὴν, θέλει τοὺς ὑπαγορεύσει νὰ διατηρήσωσιν ὅσα ἂν θέλωσιν ἄλλα, χάριν τῆς Τραπέζης καὶ τῶν συμφερόντων αὐτῆς. Ἀλλ’ ὑποχρέωσις δὲν ὑπάρχει, ἐξαλείφεται διὰ τῆς Συμβάσεως· ἐντεῦθεν τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θέλησιν καὶ τὸ συμφέρον τῆς Τραπέζης. Ἔχομεν λοιπὸν τρεῖς ἐπὶ τὸ χεῖρον διαφοράς, ὡς ἐκ τῆς νέας Συμβάσεως, ἢ μᾶλλον τέσσαρας· αὔξησιν τόκων, πρῶτον· ἔλλειψιν ἐγγυήσεως περὶ συστάσεως Ὑποκαταστημάτων, δεύτερον· ἔλλειψιν ἐλαττώσεως τοῦ τόκου τῆς προεξοφλήσεως, τρίτον· καὶ τέταρτον, αὔξησιν τοῦ ἀποδοτέου κεφαλαίου· διότι, ἀντὶ νὰ δώσωμεν 13,000,000 ἢ 11,000,000 ἂν παραδεχθῶμεν τὰς ἄλλας συμβάσεις, ὑποχρεούμεθα νὰ δώσωμεν 18,000,000. Καὶ εἶναι αὐτὸ τὸ κακὸν μόνον; Νομίζετε δὲ, κύριοι, ὅτι δὲν κάμνετε παραχωρήσεις; Ἀναγκάζομαι δὲ νὰ φέρω τὴν παρατήρησιν αὐτὴν, διότι ὁ κ. εἰσηγητὴς εἶπεν, ὅτι παραχωροῦμεν εἰς τὴν Τράπεζαν δικαιώματα, ἅτινα δὲν ἔχουν ἀξίαν οὐδεμίαν. Κύριοι, εἰμὶ ὑπὲρ τῶν ἀναγκαίων παραχωρήσεων πρὸς τὰς Τραπέζας, διότι εἶμαι ὑπὲρ τῆς προόδου παντὸς ἐν γένει βιομηχανικοῦ καταστήματος, ἰδίως δὲ τῶν Τραπεζῶν. Εἰμὶ λοιπὸν ὑπὲρ πάσης παραχωρήσεως, ἥτις συντελεῖ εἰς τὴν ἑδραίωσιν αὐτῶν. Δὲν ἀντιλέγω, συμφωνῶ, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ παραχωρήσητε ὅ,τι σᾶς ζητοῦν, καὶ δύνασθε ὡς νόμιμον καὶ ὠφέλιμον νὰ παραχωρήσητε. Ἀλλὰ τί παραχωρεῖτε, κύριοι, σήμερον; Οὐσιώδη δικαιώματα, κατ’ ἐμέ. Πρῶτον — ἴσως δὲν εἶναι ἰσχυρὸν, ἴσως ἡ ἀμφισβήτησις δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, δὲν εἶναι βάσιμος, ἀλλ’ ὅμως ὑπάρχει καὶ ὑφίσταται ἀμφισβήτησις, ὅτι τὰ Ὑποκαταστήματα, τὰ ἱδρυόμενα μετὰ τὴν εὐάρεστον διαπραγμάτευσιν μετ’ ἄλλων Τραπεζῶν, δὲν δίδουν δικαίωμα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ ἐξασκήσῃ τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐκείναις, ἐν αἷς συνεστήθησαν· κύριοι, αὐτὸς ὁ ἰσχυρισμὸς, ἐπαναλαμβάνω, ἴσως δὲν εἶναι νόμιμος· δὲν θέλω νὰ τὸν ἐξετάσω, εἰ καὶ ἐν τούτοις ἀμφισβητεῖται· τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἀμφιβολίαν αὐτὴν λύει ὁριστικῶς ὁ νόμος, ὁ ἐπιβάλλων ποινὴν εἰς τοὺς δημοσίους καὶ δημοτικοὺς ὑπαλλήλους, διὰ τοῦ ἄρθρου 8 τῆς συμβάσεως. Δευτέρα παραχώρησις· τὸ ποσὸν τῶν κυκλοφορούντων γραμματίων περιστέλλεται διττῶς, ἤτοι ἐκτὸς τῆς περιστολῆς, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος καθιεροῖ, τῆς ὑπαρχούσης μεταξὺ τῆς διαφορᾶς τοῦ μεταλλικοῦ πρὸς τὸ μετοχικὸν καὶ ἀποθεματικὸν κεφάλαιον, ἐκτὸς αὐτῆς τῆς περιστολῆς, λέγω, ὑπάρχει καὶ ἄλλη, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ὑποκύπτει ἡ κυκλοφορία τῶν γραμματίων τῶν Τραπεζῶν, ἡ ἔλλειψις ὁμολογιῶν ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ ἢ συναλλαγμάτων ἐμπορικῶν· διότι διὰ νὰ κυκλοφορήσουν γραμμάτια, ἀνάγκη ν’ ἀντιπροσωπεύηται κατὰ τὸ ⅓ ἐκ μεταλλικοῦ, τὰ δ’ ἕτερα ⅔ ἐκ γραμματίων εἰς ἀνοικτὸν λογαριασμὸν μὲ τὴν ὑπογραφὴν ἑνὸς ἐμπόρου, ἢ συναλλαγματικῶν. Ἂν τοιαῦτα μὴ ὑπάρχωσι, διότι τὸ ἐμπόριον δὲν ἔχει ἀνάγκην, δὲν δύνανται νὰ κυκλοφορήσωσι γραμμάτια περιπλέον, διότι δὲν ὑπάρχει τὸ ἀντιπροσωπεῦον αὐτὰ, ἐκτὸς ἐὰν κατατεθῇ μέταλλον. Ἑπομένως τὴν αἰτίαν αὐτὴν τοῦ περιορισμοῦ διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως ἀναιροῦμεν, διότι ἡ Τράπεζα δύναται τοῦ λοιποῦ νὰ ἐκδώσῃ γραμμάτια, ἀντιπροσωπευόμενα κατὰ τὸ ἓν τρίτον ἀπὸ τὰς ὁμολογίας τοῦ δημοσίου, κατὰ τὸ ἕτερον δὲ τρίτον μόνον ἀπὸ συναλλάγματα. Μέχρι τοῦδε ἡ κυκλοφορία τῶν γραμματίων περιωρίζετο ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῶν ἐμπόρων, οἵτινες ὑπεχρέουν τὴν ὑπογραφήν των. Εἰς τὸ ἑξῆς θέλει ἐκτείνεσθαι καὶ πέραν τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν. Ἡ Τράπεζα ἤδη δανείζει τὴν Κυβέρνησιν 3 ἑκατομμύρια, ὑποθέτω· ἀντὶ νὰ δώσῃ χρήματα, ἐκδίδει γραμμάτια. Τὴν συμφέρει βεβαίως, διότι διὰ χαρτίου μιᾶς δραχμῆς εἰσπράττει τόκους χιλιάδας δραχμῶν. Μέχρι τοῦδε ἵνα δανείσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῶν γραμματίων, ἔπρεπε νὰ καταθέσῃ τὸ ὅλον εἰς μεταλλικὸν ἵν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὰ ὁποῖα θέτει εἰς κυκλοφορίαν γραμμάτια· διότι συναλλάγματα ἢ ὁμολογίας ἐμπορικὰς ἡ Κυβέρνησις δὲν χορηγεῖ. Κατὰ τὴν σύμβασιν, ἔχει ἀνάγκην μεταλλικοῦ τὸ ⅓, διότι αἱ ὁμολογίαι τοῦ δημοσίου ἀντιπροσωπεύουν τὰ γραμμάτια. Ὑπάρχει λοιπὸν ὠφέλεια· ἡ Τράπεζα ἤδη ἔχει εἰς κυκλοφορίαν 35,000,000· διατί; Διότι τὸ ἐμπόριον δὲν ἔχει ἀνάγκην, φαίνεται, περισσοτέρων. Καὶ ὅταν λέγωμεν, ὅτι ἡ ἀγορὰ δὲν δέχεται περισσότερα γραμμάτια, σημαίνει, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην περισσοτέρων κεφαλαίων; Ὄχι. Τὰ γραμμάτια πληροῦσι τὴν ὑπηρεσίαν τῶν κεφαλαίων. Ὅσῳ τὰ κεφάλαια αὐξάνουσι, τοσούτῳ αἱ ἀνάγκαι μᾶλλον θεραπεύονται, καὶ ἡ κυκλοφορία πολλαπλασιάζεται διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς. Ἡ αὔξησις τῶν ἁμαξῶν αὐξάνει τὴν κυκλοφορίαν, ἂν δι’ αὐτῶν καθιστᾶται αὕτη εὐκολωτέρα καὶ εὐθηνοτέρα. Ἐν Ἑλλάδι τὰ γραμμάτια ὑπάρχουν εἰς μεγάλην ὑπόληψιν. Παρετηρήθη διὰ τοῦτο, ὅτι ἀντικαθιστῶσι κατὰ πολὺ τὸ μεταλλικὸν παρὰ τοῖς πολίταις, καὶ χρησιμεύουσιν εἰς τὰς μικρὰς ληψοδοσίας αὐτῶν. Δύναται ἑπομένως ν’ αὐξήσῃ ἡ κυκλοφορία αὐτῶν, καὶ πέραν τῶν ἀναγκῶν τοῦ μεγάλου ἐμπορίου. Ἀλλ’ ἡ Τράπεζα δὲν δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν αὔξησιν αὐτήν· διότι ἐμπορικὴ ἀνάγκη καὶ ἐγγύησις τυχὸν δὲν παρουσιάζεται. Σήμερον κυκλοφοροῦσι 35,000,000 γραμμάτια, ἐπιτρέπεται δὲ νὰ κυκλοφορήσωσι, κατὰ τὸν νόμον, 42,000,000· διότι ἡ διαφορὰ τοῦ μεταλλικοῦ πρὸς τὸ μετοχικὸν καὶ ἀποθεματικὸν ἀνέρχεται εἰς ποσὸν τοσοῦτον. Κυκλοφοροῦσι 35,000,000 γραμμάτια μόνον, δύναται δὲ νὰ ἐκδώσῃ εἰσέτι καὶ ἄλλα 7,000,000. Ὥστε διὰ τῆς παραχωρήσεως αὐτῆς, τὴν ὁποίαν κάμνομεν σήμερον, καὶ δικαίως καὶ εὐλόγως, καὶ ἐπιμένω, ὅτι πρέπει νὰ τὴν κάμωμεν, ἡ Τράπεζα ὠφελεῖται· διότι δύναται ἔτι νὰ κυκλοφορήσῃ τὰ 3,000,000, διὰ τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε εἶχεν ἀνάγκην ⅔ συναλλαγματικῶν, καὶ ἴσως τὸ ἐμπόριον δὲν εἶχε τὴν ἀνάγκην ποσοῦ τοιούτου. Τὴν ἔλλειψιν αὐτὴν ἀναπληροῦσιν αἱ ὁμολογίαι. Ἂς μὴ λέγωσι λοιπὸν, ὅτι δὲν χορηγοῦμεν ὠφελείας σπουδαίας. Ἀλλ’ εἶναι αὐτὴ μόνη ἡ διαφορὰ, ἡ ὑπάρχουσα μεταξὺ τῶν ἐκκρεμῶν συμβάσεων καὶ τῆς παρούσης; Ὄχι. Ἐνταῦθα διαφωνῶ πρὸς τὸν ἔντιμον εἰσηγητήν. Ὁ κ. εἰσηγητὴς λέγει, ὅτι καθόσον ἐλαττοῦνται τὰ βάρη τοῦ δημοσίου ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους, κατὰ τοσοῦτον τὸ Ταμεῖον ὠφελεῖται. Νομίζω, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα του. Αὐτὸ λέγει, εἶναι πόρισμα τῆς νεωτέρας οἰκονομικῆς θεωρίας. Ἂν ἐννοῇ διὰ τούτου τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου, αὐτὸ δὲν εἶναι θεωρία νέα, ἀλλὰ προαιώνιος· ἀφ’ ἧς ὑπάρχει ὁ κόσμος, ἡ ἐλάττωσις τοῦ τόκου θεωρεῖται ἐλαφρύνουσα τὰ βάρη. Ἂν ὅμως ὁ κ. εἰσηγητὴς ἐννοῇ τὸ χρεωλύσιον, ἀπατᾶται· ἡ νεωτέρα πρακτικὴ ῥητῶς καταδικάζει τὴν ἰδέαν αὐτήν. Ἤδη τὸ ἐναντίον εἶναι παραδεκτὸν, καὶ θέλω τὸ ἀποδείξει ἀμέσως. Ὑπάρχουν, κύριοι, δύω ἀντιμέτωπα συστήματα· κατὰ τὸ ἕν, τὸ κεφάλαιον δὲν πρέπει νὰ πληρόνηται, καὶ περιττὸν, ἕνεκα τούτου, σᾶς λέγουν νὰ σκέπτησθε περὶ τοῦ κεφαλαίου, διότι ποτὲ δὲν θέλετε τὸ πληρώσει, σκέπτησθε δὲ μόνον νὰ ἐλαττώσητε τὸν τόκον. Καὶ τὸ σύστημα τοῦτο ἀποβλέπει εἰς τὸν τόκον· ὑπὲρ τοῦ συστήματος αὐτοῦ καὶ κατὰ τοῦ χρεωλυτικοῦ ὑπάρχουσι πολλὰ καὶ σπουδαῖα τὰ ἐπιχειρήματα, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ γείνῃ μακρὸς λόγος πρὸς ἐξήγησιν. Ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ συστήματος ὑπάρχει τὸ ἕτερον, ὅπερ ὑπερισχύει πολλαχοῦ, τὸ σύστημα τὸ καθιεροῦν τὴν ἀπόσβεσιν τοῦ κεφαλαίου διὰ χρεωλυσίου. Κύριοι, τὸ σύστημα τοῦτο εἴδομεν ἐφαρμοζόμενον ἀφειδῶς, ἰδίως ἐν Γαλλίᾳ, ἐσχάτως. Τὸ σύστημα, ὅπερ παραδέχθημεν ἡμεῖς, ἐν γένει καὶ ἀπὸ τῆς συμβάσεως τοῦ 1867, τὸ σύστημα τῆς συνθέτου χρεωλυσίας, ἀποκρούεται ὡς ἐπιζήμιον· καὶ τὸ σύστημα αὐτὸ ἐχειροτέρευσεν ἀπολύτως ἡ συζητουμένη σύμβασις. Τὸ πρὸ πάντων ἄτοπον αὐτοῦ εἶναι ὅτι δεσμεύει καὶ δὲν ἀφίνει ἐλεύθερον τὸ δημόσιον νὰ παρακολουθῇ τὴν πρόοδον τῆς κοινωνίας, καὶ νὰ μεταβάλλῃ ἐν τῷ μεταξὺ τὴν ὀφειλήν του, ἀναλόγως τῆς εὐθηνοτέρας προσφορᾶς τῶν χρημάτων. Ἡ ἀπόδειξις ὑπάρχει ἐν ἡμῖν. Ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὸ 1868, ἐδανείσθη πρὸς 11,5%, ἐνῷ τῷ 1874 ἐδανείσθη πρὸς 6%. Ἂν ἤμεθα ἐλεύθεροι νὰ τρέψωμεν τὰ χρέη μας, ἂν ἡ συμφωνία, ἣν ἔχομεν τοῦ συνθέτου χρεωλυσίου ἔλλειπε, δὲν ἠδυνάμεθα σήμερον νὰ ἐξαγοράσωμεν τὸ χρέος μας αὐτὸ, διὰ νέου δανείου πρὸς 6%, καὶ νὰ κερδήσωμεν ἑκατομμύρια, ἅτινα ἤδη πληρόνομεν περὶ πλέον εἰς τόκους; Ἡ κοινωνία προοδεύει, τὰ κεφάλαια αὐξάνουν, οἱ τόκοι ἐλαττοῦνται, καὶ ἡμεῖς δεσμευόμεθα διὰ 44 ἔτη, καὶ καθ’ ὅλα αὐτὰ θέλομεν ἐξακολουθεῖ νὰ πληρόνωμεν τὸν τόκον τῆς σήμερον, ὅπως ἐδανείσθημεν καὶ πληρόνωμεν σήμερον τὸν τόκον τὸν κατὰ τὸ 1867. Ἰδοὺ διατὶ καταδικάζουσι τὸ σύστημα τοῦτο, παραδέχθησαν δὲ ὅτι χορηγεῖ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ νὰ δύναται νὰ ὠφεληθῇ τὸ δημόσιον ἀπὸ τὴν πρόοδον καὶ τὰς βελτιώσεις, αἵτινες ἐπέρχονται ῥαγδαῖαι ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἐγὼ, κύριοι, προτιμῶ ἀντὶ τοῦ ½%, τὸ ὁποῖον δίδομεν ὡς χρεωλύσιον, νὰ μὴ δώσωμεν τίποτε, νὰ τηρήσωμεν δὲ τὴν ἐλευθερίαν νὰ πληρώσωμεν, ἢ νὰ μετατρέψωμεν, ὅταν θέλωμεν, τὸ χρέος μας, προτιμῶ δηλαδὴ τὸ σύστημα τῶν παγίων δανείων. Μετὰ πέντε ἔτη δυνάμεθα νὰ δανεισθῶμεν πρὸς 5% ἢ πρὸς 4%. Διατί νὰ δεσμευθῶμεν; Ἡ τελευταία πρακτικὴ, σᾶς εἶπον, καταδικάζει τὴν θεωρίαν τοῦ εἰσηγητοῦ, καὶ ἐπικρατεῖ ἡ ἰδέα τοῦ μεγάλου ποσοῦ τοῦ χρεωλυσίου. Ὁ τελευταῖος πόλεμος, ὁ Γαλλο–Γερμανικὸς, ἐπέβαλε χρέη εἰς τὴν Γαλλίαν· ἓν τῶν χρεῶν τούτων, ἐκ χιλίων ἑκατομμυρίων καὶ 530 ἑκατομμυρίων, ὀφείλεται πρὸς τὴν Γαλλικὴν Τράπεζαν. Ἠξεύρετε τί εἰς τὴν Γαλλίαν ἀπεφάσισαν; Νὰ ἐξοφλήσωσιν αὐτὸ ἐντὸς ἑπτὰ ἐτῶν· καὶ προσδιώρισαν πρὸς τοῦτο 200 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος. Ἔλαβον ἀνάγκην ἐν τῷ μεταξὺ νέου δανείου· ἐδανείσθησαν μὲν, ἀλλὰ δὲν ἤγγισαν τὰ 200 ἑκατομμύρια. Ἠξεύρετε τί γίνεται εἰς τὴν Ἀμερικήν; Ὁ τελευταῖος πόλεμος ὑπέβαλεν αὐτὴν εἰς χρέος δισχιλίων ἑκατομμυρίων καὶ 780 ἑκατομμύρια δολαρίων. Ἡ Ἀμερικὴ ἔλαβεν ἀπόφασιν γενναίαν, νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ χρέος της ὅσον τάχιον. Τί ἔπραξεν; Ἐπέβαλε πρόσθετον φόρον 1%· δι’ αὐτοῦ ἠγόραζεν ἢ ἐξώφλει ὁμολογίας, καὶ δὲν τὰς ἔθετεν εἰς κυκλοφορίαν, ἀλλὰ κατέβαλλε τὸν τόκον αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦ κεφαλαίου τοῦ ἐκ τοῦ φόρου καὶ τῶν ἐτησίων τόκων, ἀπὸ τοῦ 1866 μέχρι τοῦ 1871 ἀπέσβεσε 500,000,000 δολαρίων. Ἰδοὺ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον παρεδέχθησαν ἐν Εὐρώπῃ. Κατ’ αὐτὸ, τὸ χρεωλύσιον εἶναι σπουδαῖον· διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ κεφαλαίου ἐλαττοῦνται καὶ οἱ τόκοι, καὶ μένει ἐλεύθερον τὸ δημόσιον νὰ ὠφελῆται ἀπὸ τὰς μεταβολὰς, αἵτινες ἐπέρχονται ἐκ τῆς προόδου τῆς κοινωνίας, ἐκ τῶν ἐπερχομένων ἐλαττώσεων τῶν τόκων. Ἑκάστοτε λοιπὸν βλέπομεν μεταβολὰς ἐπὶ τῶν τόκων τῶν ὀφειλῶν τοῦ δημοσίου, καὶ ἐκ τούτου μεγάλην ὠφέλειαν προερχομένην. Ὅθεν καὶ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν σύστημα τοιοῦτον.
§157ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§158ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἐκ τῶν προσωρινῶν δανείων ἀνωμαλία συμβαίνει εἰς ἡμᾶς μόνον. Μὴ νομίζετε, ὅτι εἰς ἡμᾶς ἀποκλειστικῶς τὰ προσωρινὰ δάνεια μεταβάλλουσι συνεχῶς χαρακτῆρα· καὶ ἐν τῇ Εὐρώπῃ δὲν δύνανται νὰ προσδιορίσωσιν ἀκριβῶς τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων καὶ τῶν ἐξόδων· εὑρέθησαν καὶ ἐκεῖ πολλάκις εἰς διαφορὰς μεγίστας, καὶ ἐνῷ ἐνόμιζον, ὅτι τῷ ὄντι κατώρθωσαν νὰ ἐξισώσωσι τὸν προϋπολογισμὸν, εὑρέθησαν, λόγῳ τῆς πολιτικῆς καὶ δι’ ἄλλας αἰτίας, ἀπέναντι ἐλλειμμάτων καὶ διαφορῶν ἀνυπολογίστων· οὕτω ἐπῆλθον καὶ ἐκεῖ τὰ κινητὰ χρέη, τὰ ὁποῖα ὡς ἀρχικὸν σκοπὸν ἔχουν τὴν προεξόφλησιν τῶν ἐτησίων ἐσόδων ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ καλύπτωσι τὰ ἐλλείματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο πολλάκις τὰ κινητὰ χρέη ἐγγράφονται ὡς πάγια. Ἑπομένως τὸ ἄτοπον αὐτὸ δὲν παρετηρήθη ἐδῶ μόνον λοιπὸν, κατ’ ἀνάγκην δὲ καὶ ἀλλοῦ μετεβλήθησαν τὰ κινητὰ εἰς πάγια πρὸς τακτοποίησιν, καὶ ἵνα μὴ ὑπάρχωσιν ἐκκρεμῆ ὑπέρογκα ἀπαιτητὰ ποσά. Ἄλλως, οἱ δανεισταὶ δὲν ἐπισπεύδουσιν ἤδη, οὔτε τοῖς συμφέρει ἴσως ἡ ἐξόφλησις. Ὥστε ἡ παρατήρησις ἀνωμαλίας ἐκ τῶν προσωρινῶν χρεῶν, ἥτις τείνει νὰ δικαιολογήσῃ τὴν σύμβασιν, δὲν εἶναι ἰσχυρὰ οὔτε σύμφωνος πρὸς τὰ ἐν γένει συμβαίνοντα, καὶ πρὸς ὅ,τι σήμερον ἐῤῥέθη. Ἐὰν λοιπὸν ὅ,τι σᾶς εἶπον ᾖναι ὀρθὸν, ᾖναι ἀκριβὲς, δὲν εἴμεθα ὑπόχρεοι τότε νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὰς συμβάσεις τὰς ἐκκρεμεῖς ἐνώπιόν μας; Καὶ οὔτε κατὰ Νόμον, οὔτε καὶ ἠθικῶς ἠμποροῦμεν ν’ ἀποκρούσωμεν ὅ,τι μᾶς συμφέρει, νὰ παραδεχθῶμεν δὲ ὅ,τι μᾶς βλάπτει. Καὶ πράττοντες οὕτω βλάπτομεν ἆρα τὴν Τράπεζαν; Ὄχι. Ἡ Τράπεζα δύναται τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ λάβῃ τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον πληρώνομεν, κατὰ τὰς παλαιὰς συμφωνίας. Ἡ Τράπεζα ὑπεβλήθη εἰς θυσίας, παραιτηθεῖσα τούτου. Ποία εἶναι ἡ νεωτέρα θυσία, ἐὰν ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς συμβάσεις; 60,000 δραχ. κατ’ ἔτος τόκος. Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἱκανὸν νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Τράπεζαν τοῦ νὰ παραδεχθῇ τὰς συμβάσεις; Ἀλλὰ τί ἐνδιαφέρει ἡμᾶς; Ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκόν μας. Οἱ διευθυνταὶ τῆς Τραπέζης, ὡς τίμιοι ἄνθρωποι, διαχειρίζονται τιμίως καὶ εὐσυνειδήτως τὰ εἰς χεῖράς των παρακατατεθέντα χρήματα τῶν μετόχων· καὶ ἡμεῖς ὡς τίμιοι ἄνθρωποι, διαχειριζόμενοι τὴν περιουσίαν τοῦ Ἔθνους, ὀφείλομεν τιμίως καὶ εὐσυνειδήτως νὰ φροντίσωμεν περὶ τῶν αὐτῶν. Καὶ φροντίζομεν εἰλικρινῶς, ἐὰν, ἀντὶ τῆς συμβάσεως τῆς ὠφελιμωτέρας, παραδεχθῶμεν τὴν ἐπιβλαβεστέραν, καὶ ἀφοῦ βλέπομεν τὴν βλάβην καὶ τὴν ζημίαν; Κύριοι, ἐπιμένω εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο· διότι ὀφείλομεν ἑκατομμύρια πολλὰ ἀπὸ τὸ δάνειον τοῦ 1824 καὶ 1825· τὸ μικρότερον δὲ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἡ μὴ τακτοποίησις αὐτοῦ μᾶς προξενεῖ, εἶναι ὅτι μᾶς ἀπέκλεισε τὴν ἀγορὰν τῆς Εὐρώπης, ἡ πίστις μας δὲν φθάνει μέχρις ἐκεῖ, δὲν ἠμποροῦμεν οὔτε δάνεια, οὔτε μετοχὰς νὰ τοποθετῶμεν, στερούμεθα τῶν κυριωδεστέρων πρὸς βελτίωσιν καὶ πρόοδον πόρων. Μέχρι τοῦδε τὴν ἔλλειψιν αὐτὴν ἀνεπλήρωσεν ἐν μέρει ἡ Ἀνατολή· ἀλλὰ μὴ λησμονήσητε, ὅτι ἐν τῇ Ἀνατολῇ τὰ χρήματά εἰσιν ἀκριβὰ, ὅτι δὲν θέλει ἔρχεσθαι εἰς βοήθειάν μας, ἐὰν ὁ τόκος δὲν φθάνῃ 10 καὶ 9%. Ἐν ἡμῖν ἡ πρόοδος θέλει μᾶς ἀποστερήσει καὶ ταύτην τὴν συνδρομήν· διότι ἡ Ἀνατολὴ εὑρίσκει ἐπικερδέστερον νὰ ἐπασχολήσῃ τὰ κεφάλαια αὐτῆς ἐπιτοπίως. Θέλομεν μείνει λοιπὸν μ’ ἐπιτόπια κεφάλαια. Ὀφείλομεν ὅσα αἱ δυνάμεις ἐπλήρωσαν εἰς τὸν Ῥοσχὶλδ ἀνθ’ ἡμῶν, ἴσως πλέον τῶν 100 ἑκατομμυρίων. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ ἔλθῃ μετ’ ὀλίγον, διότι κατ’ αὐτὰς ἐκπνέει ἡ προθεσμία τῆς πρώτης συμφωνίας, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐνασχοληθῇ ἐπιμόνως, καὶ τὴν παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ προσπαθήσῃ νὰ λυθῇ ὁριστικῶς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ τὸ ἐλπίζω ἀπὸ τὸν πατριωτισμόν της. Εἶναι, κύριοι, οὐσιῶδες, καὶ καίριον τὸ ζήτημα τοῦτο. Διατί; Διότι ἀληθῶς ἡ γενναιότης καὶ ἡ μεγαλοφροσύνη τῶν Δυνάμεων δὲν θέλει ἐπιτρέψει τὰ πράγματα νὰ φθάσωσι μέχρι τῆς ἀδιορθώτου ἀνωμαλίας, ἂν ὄχι τῆς οἰκονομικῆς καταστροφῆς μας, δὲν θὰ ζητήσωσι νὰ λάβωσι πλῆρες τὸ δάνειον, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τοῦτο. Ἀλλ’ ὅμως αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν γενναιότητα ξένων, καὶ ἐν ὅσῳ οὗτοι θέλουν, ἔχομεν ὕπαρξιν οἰκονομικήν. Τὰ δάνεια αὐτὰ ἐπηρεάζουσι τὴν ἀνεξαρτησίαν μας· ἂς φροντίσωμεν νὰ τὰ ἐξομαλύνωμεν λοιπὸν, νὰ τὰ κανονίσωμεν ὠφελίμως. Χρεωστοῦμεν λοιπὸν πρὸς τὰς Δυνάμεις χρέος ὑπέρογκον, θέτον εἰς ἀμφιβολίαν τὴν ἀνεξαρτησίαν ἡμῶν. Εἴμεθα ἥσυχοι, ἐν ὅσῳ αἱ δυνάμεις θέλουσιν· ἐξαρτώμεθα ἀπὸ τὴν καλὴν θέλησιν τῶν ξένων. Τὰ δάνεια τὰ ἐσωτερικὰ, ἀπὸ τοῦ 1867 μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ὑπερβαίνουν τὰ 70 ἑκατομμύρια μὲ τὸ προκείμενον, εἰσὶ δὲ καὶ περισσότερα ἴσως.
§159ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι περισσότερα.
§160ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι τὰ πρῶτα ἑκατομμύρια 28 καὶ 29, ἤτοι 57 ἑκατομμύρια καὶ 4 πρὸς τὴν Βασίλισσαν Ἀμαλίαν, 6 τοῦ 1872, 6 τὰ ἔντοκα γραμμάτια, καὶ πόσα ἄλλα δὲν ἐνθυμοῦμαι ἤδη. Οὐδὲν ἔκτακτον, κύριοι, συμβεβηκὸς, οὐδεμία ἔκτακτος ἀνάγκη ἐγέννησε τὰ δάνεια ταῦτα, τὰς ὑποχρεώσεις αὐτάς· μία καὶ μόνη παρουσιάσθη, ἡ ὑπόθεσις τῆς Κρήτης. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κρήτης τὸ ἔξοδον δὲν ὑπερβαίνει τὰ 15 ἢ 20 ἑκατομμύρια· ὅλα τὰ λοιπὰ δάνεια ἐκάλυψαν ἐλλείμματα τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, ἀπὸ τοῦ 1867. Καὶ προσέξατε καλῶς, μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ὁ προϋπολογισμός μας, ὁ ὁποῖος πάντοτε παρουσιάζεται ἐν ἰσοζυγίῳ, κλείει μὲ ἐλλείμματα, καλυπτόμενα μὲ δάνεια. Αὐτὴ εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἱστορία μας μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης. Καὶ πῶς ἀφοῦ μόνον τὰ δάνεια μᾶς ἔμειναν, ἐλπίζομεν, ἵνα ζήσωμεν οἰκονομικῶς; Ὁ προϋπολογισμός μας ὁσημέραι νέα βάρη προσθέτει, διότι κατ’ ἔτος νέους φόρους προσθέτομεν· ἐλάττωσιν φόρων, οὔτε εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ κάμωμεν, οὔτε ἐκάμαμεν μετὰ τὴν Συνέλευσιν, ἵνα δυνάμεθα ἐν ἀνάγκῃ νὰ ἐπανέλθωμεν. Ἀπὸ τοῦ 1867, οἱ πληρωνόμενοι φόροι, αἱ εἰσπράξεις δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὰ καθημερινὰ ἔξοδα· καὶ ἐν τούτοις συγκοινωνίαν δὲν ἔχομεν, καὶ ἐν τούτοις καταστήματα δὲν ἔχομεν, καὶ ἐν τούτοις ὅπλα δὲν ἔχομεν, φυλακὰς δὲν ἔχομεν, πλοῖα δὲν ἔχομεν, τίποτε δὲν ἔχομεν, ἐκ τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων εἰς τὸ Ἔθνος. Ἐννοεῖτε ποῦ εὑρισκόμεθα; Καὶ ἐνῷ δὲν ἔχομεν ταῦτα, ἔχομεν τοὐλάχιστον πίστιν; Ὄχι. Ἡ πίστις ἡμῶν εἶναι περιωρισμένη. Ἔχομεν πίστιν, ἐνόσῳ δυνάμεθα νὰ προσφέρωμεν ὑλικὰς ἐγγυήσεις. Εἶναι τὸ πρῶτον στάδιον, μὴ παραπονούμεθα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον διῆλθον ὅλα τὰ Ἔθνη. Ἤρχισαν προσφέροντα κατ’ ἀρχὰς ὑλικὰς ἐγγυήσεις, καὶ οὕτω ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐβελτίωσαν τὴν πίστιν των. Αἱ ὑλικαὶ ὅμως ἐγγυήσεις ἡμῶν εἶναι στεναὶ καὶ περιωρισμέναι. Ἂν οἱ τακτικοὶ οἰκονομικοὶ πόροι βαίνωσιν εἰς τὸ ἑξῆς, ὅπως βαίνουσιν, ἐὰν τὰ οἰκονομικά μας διοικῶνται, ὅπως διοικοῦνται, γρήγορα ἀπωλέσαμεν τὴν οἰκονομικὴν πίστιν μας, διότι γρήγορα ἐξαντλοῦνται αἱ ὑλικαὶ ἐγγυήσεις. Καὶ ἂν, κύριοι, ἐν τῷ μεταξύ, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ προΐδῃ τὸ μέλλον, παρουσιασθῇ ἔκτακτόν τι, ποῦ θέλομεν εὑρεθῆ, καὶ μὲ τὶ θέλομεν ἀνταποκριθῆ εἰς τὰς μελλούσας ἀνάγκας; Προϋπολογισμὸς κατεστραμμένος, πίστις περιωρισμένη, καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον περιστελλομένη, μέχρις οὗ ἐκλείψῃ, δὲν εὑρισκόμεθα, νομίζετε, εἰς τὸ χεῖλος οἰκονομικοῦ κατακλυσμοῦ, τρομεροῦ καὶ ἀπελπιστικοῦ; Μᾶς βιάζουν, καὶ δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργείου μόνον, μᾶς βιάζουν πάντοτε νὰ σπεύδωμεν, νὰ συζητῶμεν ταχέως τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια, διότι νομίζουν, ὅτι τυπικῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῶν ἔχουσιν ἀνάγκην, νὰ καλύπτωνται οἱ Ὑπουργοί. Ἰδοὺ τόσοι χρόνοι παρῆλθον, καθ’ οὓς πράττομεν τοῦτο, ἐπιψηφίζομεν τοὺς προϋπολογισμοὺς ἀβρόχοις ποσί. Τὰ οἰκονομικά μας ἐβελτιώθησαν; Ἰδοὺ πόσος χρόνος παρῆλθεν, ἠδυνάμεθα νὰ σχηματίσωμεν ἐν αὐτῷ ἰδέαν τινὰ μόνιμον ἐνταῦθα, νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐπιβάλλωμεν αὐτὴν πρὸς σωτηρίαν τοῦ τόπου μας· δὲν μᾶς τὸ ἐπιτρέπουσιν. Ἀποπεμπόμεθα, ἅμα ἀρχίσωμεν νὰ σκεπτώμεθα. Τί ὠφελεῖται ὁ τόπος ἐκ τούτου; Ἰδοὺ καὶ ὡς πρὸς τὴν ὕπαρξιν, καὶ ὡς πρὸς τὴν σύστασιν τῶν Κυβερνήσεων οὐδεμίαν ἢ μικρὰν συμμετοχὴν ἐπιτρέπουσι νὰ ἔχωμεν ἡμεῖς. Ὠφελήθη ὁ τόπος ἐκ τούτου ἢ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις αὐτοῦ; Θέλετε, κύριοι, ἐπειδὴ καὶ περὶ τούτου πρέπει νὰ κάμω λόγον, θέλετε νὰ ἐπιδιώξητε θεραπείαν τινὰ, θέλετε νὰ ἐπιζητήσητε τὴν ἀσφάλειαν τοῦ μέλλοντός σας οἰκονομικῶς; Μὴ κάμνητε κατὰ κόρον χρῆσιν τῆς πίστεώς σας τῆς οἰκονομικῆς, διότι ὅσον περισσοτέραν χρῆσιν κάμνετε, τόσον τὴν ἐξασθενεῖτε καὶ τόσῳ πλησιάζετε εἰς τὴν καταστοφὴν αὐτῆς. Μὴ δεσμεύσετε εἰς ἔτη πολλὰ τὴν ἐλευθερίαν σας, καὶ μὴ ἀποκλειόμεθα οὕτω τῶν βελτιώσεων καὶ τῶν προόδων τῆς κοινωνίας. Πρέπει νὰ δύνασθε νὰ ὠφεληθῆτε ἀπὸ τὴν αὔξησιν τοῦ πλούτου, ἀπὸ τῶν προόδων τῆς κοινωνίας. Ἀποκαταστήσατε τὸν προϋπολογισμὸν ἀληθῆ· ἀλλ’ ἵνα ἐπιτύχητε τούτου εὐκόλως, καθιερώσατε πρῶτον διοίκησιν καλήν. Εἷς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔλεγέ ποτε ἐν Γαλλίᾳ: δότε μοι καλὴν οἰκονομίαν, θὰ σᾶς δώσω καλὴν διοίκησιν· ἐγὼ λέγω, δότε μοι καλὴν διοίκησιν, νὰ σᾶς δώσω καλὴν οἰκονομίαν. Δεχθῆτε Κυβέρνησιν ὁμαφρονοῦσαν, Κυβέρνησιν, καὶ τὸ λέγω μετὰ θάῤῥους, κοινοβουλευτικὴν, ἐμπνεομένην ἀπὸ μίαν ἰδέαν, ἀπὸ ἕνα σκοπὸν, ἀπὸ μίαν σκέψιν, τότε δὲν θέλετε ἔχει τὰς ἀνωμαλίας, τὰς ὁποίας βλέπετε εἰς τὸν κατὰ καιρὸν προϋπολογισμὸν, τὸν μὲν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, σπεύδοντα νὰ ὑποβληθῇ εἰς θυσίας, διότι γινώσκει τὴν κατάστασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἄλλον δὲ ὑπουργὸν ἐπιβαρύνοντα αὐτὸν μὲ ἔξοδα περιττὰ, διότι ἡ ἰδιοτροπία του, τὸ ἴδιον συμφέρον τῷ ὑπαγορεύει τοῦτο. Ἀποκαταστήσατε πρᾶγμα τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν εὐθύνην. Λοιπὸν, ἂν θέλωμεν νὰ σωθῶμεν ἀπὸ τὴν δυσκολίαν, ἀπὸ τὸν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τῶν κεφαλῶν μας ἐπικρέμαται, ἐπιστήσατε μᾶλλον τὴν προσοχήν σας εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος. Μὴ νομίσητε δὲ, ὅτι τίποτε θεραπεύει ἡ κατὰ τύπους ἐπιψήφισις· κατωρθώσατε νὰ καθιερωθῇ ἡ καλὴ διοίκησις· αὕτη δὲ δύναται νὰ φέρῃ τὴν καλὴν οἰκονομίαν· ἀλλ’ ἡ καλὴ διοίκησις, καὶ ἡ καλὴ οἰκονομία, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἐν τῇ Ἑλλάδι, δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ, ἐν ὅσῳ δὲν ἐφαρμοσθῇ κατὰ πνεῦμα καὶ κατὰ γράμμα τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα. Ἄλλως, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, ἐντὸς ὀλίγου ὁ κίνδυνος ὁ οἰκονομικὸς μᾶς ἀπειλεῖ, ἀναπόφευκτος, μέγιστος καὶ τρομερός.
§161ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Οἰκονομ). Ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τοῦ βήματος ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης ἀρχόμενος τῆς ἀγορεύσεώς του, εἶπεν ὅτι πρόκειται περὶ οἰκονομικοῦ ζητήματος καὶ ἐπεκαλέσθη ὅλων ἡμῶν τὴν προσοχὴν καὶ καλῶς ἔπραξεν· ἐν τῷ τέλει ὅμως τῆς ὁμιλίας του ἔληξεν εἰς πολιτικὸν ζήτημα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι.
§162ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡμίλησα γενικῶς περὶ διοικήσεως, δὲν ἐνόησα νὰ προσβάλω τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν. Δὲν θέλω δὲ τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα νὰ λύωνται ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς πολιτικῆς.
§163ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστοῦμαι εἰς τὴν ἐξήγησίν σας καὶ δὲν προβαίνω εἰς τὸ πολιτικὸν μέρος. Ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσήνης ἐστηρίχθη εἰς μίαν ὑπόθεσιν κρίνων καὶ ἐπικρίνων αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν σύμβασιν, ἐστηρίχθη εἰς τὰς ὑπαρχούσας ἐκκρεμεῖς συμβάσεις. — Ὑπῆρχον τρεῖς συμβάσεις, μία μετὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἐθνικῆς, καὶ αἱ ἕτεραι δύω μετὰ τῆς Πιστωτικῆς. Αἱ συμβάσεις ἐκεῖναι ἐπραγματεύοντο οὐχὶ περὶ κεφαλαίου ἐξαλείψεως ὑπαρχόντων δανείων, ἀλλὰ περὶ ἀνοικτῶν λογαριασμῶν, περὶ 500,000 ἡ μία, καὶ περὶ 6,000,000 ἡ ἑτέρα.
§164Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἦτο περὶ ἀποσβέσεως δανείων.
§165ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ ἑνὸς μόνου δανείου.
§166Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Περὶ ὅλων.
§167ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν 9 ἑκατομμυρίων. Αἱ συμβάσεις ὅμως ἐκεῖναι ὑποβληθεῖσαι εἰς τὴν Βουλὴν ἔμειναν ἐκκρεμεῖς. Ἔχει πληροφορίας ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτι οἱ συνάψαντες τὰς συμβάσεις κύριοι κεφαλαιοῦχοι θέλουν τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν; Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν αὐτὴ ὑπέβαλε νέας προτάσεις, αἵτινές εἰσιν ἐκκρεμεῖς ὑπὸ τὴν σκέψιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δι’ αὐτῶν σιωπηρῶς εἰκάζεται ὅτι ἡ Πιστ. Τράπεζα παραιτεῖται τῶν πρώτων. Αἱ προτάσεις της ἀφορῶσι τὴν ἄδειαν τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος καὶ δι’ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ δὲν θέλω νὰ προβῶ, διότι τὸ ζήτημα μένει ἔτι ἐκκρεμμές. Συμβάσεις λοιπὸν δὲν ὑφίστανται εἰμὴ μόνον εἰς τὸ χαρτί. Ἐὰν ἡ Τράπεζα ἤθελε, βεβαίως ἐγὼ ἤθελον τὰς φέρει· ὥστε βλέπετε ὅτι μοὶ ἐκάμετε λόγον περὶ πράγματος μὴ ὑπάρχοντος.
§168ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ὑποχρεωμένη.
§169ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι δὲ ὑπάρχει ῥήτρα. Ἠθέλομεν δὲ εἶσθαι καταγέλαστοι, ἂν ἐφέραμεν νὰ συζητήσωμεν πράγματα χωρὶς νὰ ἠξεύρωμεν ἂν ἐκεῖνοι τὰ δέχωνται.
§170Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Πῶς δέχεσθε τὰς λοιπάς;
§171ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν πεποίθησιν ὅτι θὰ ἐκτελεσθῶσιν. Αἱ συμβάσεις λοιπὸν αὗται δὲν εἶναι ἐπὶ ῥόδων, εἶναι εἰς τὸ χαρτὶ, ἄλλως δὲν κωλύουν καὶ τὴν συναφθεῖσαν σύμβασιν· ἄλλαι δὲ αἱ συμβάσεις ἐκεῖναι καὶ ἄλλαι αἱ παροῦσαι. Δὲν ἠξεύρω τί θὰ γείνῃ αὔριον, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ὑφίσταται κἀμμία σύμβασις. Δὲν εἶχε δίκαιον ἐπίσης ὁ κ. Ζωχιὸς, ἰσχυρισθεὶς ὅτι δὲν ἐμεριμνήσαμεν περὶ Ἑπτανήσου. Καὶ πρότερον εἶπον, ὅτι σκεπτόμεθα περὶ τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία μόνον καὶ μόνον σχέσιν ἔχει καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἑπτάνησον, καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐπαγρυπνῶμεν καὶ νὰ συζητῶμεν πῶς δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τρόπον καθ’ ὃν νὰ ὠφεληθῇ καὶ ἡ Ἑπτάνησος. Τὸ προκείμενον δάνειον καὶ ἡ παροῦσα σύμβασις πόθεν ἐγεννήθη; Πρόκειται νὰ πλάσωμεν νέα δάνεια; Ὄχι! ἡ Κυβέρνησις ὤφειλεν ἡ παροῦσα καθὼς καὶ πᾶσα ἄλλη Κυβέρνησις νὰ προνοήσῃ πῶς δυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ βάρη. Ἡ ἐλάττωσις τῶν βαρῶν εἶναι ἀνάλογος τῆς ἐποχῆς, ἀνάλογος τῶν περιστάσεων. Τί πληρώνει σήμερον τὸ Κράτος—ἔχετε τὸν προϋπολογισμὸν εἰς χεῖρας σας,— διὰ τόκους καὶ χρεωλύσια; Τί ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ; νὰ εὕρῃ μέσον νὰ ἐλαττώσῃ τὰ ἐνιαύσια βάρη. Πληρώνομεν κατ’ ἔτος 3,900,000 διὰ τόκους καὶ χρεωλύσια, ἐνῷ διὰ τοῦ νέου δανείου καὶ τῆς συμβάσεως θὰ πληρώνωμεν 2,000,000. Εἶναι ὠφέλεια εἰς τὸ ἔθνος ἢ ὄχι; Ὤφειλε λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον νὰ προνοήσῃ πῶς νὰ ἐλαττώσῃ τὰ βάρη· ἡ Τράπεζα εὑρέθη πρόθυμος, νὰ τὸ εἴπω μετὰ παῤῥησίας, βεβαίως σκεπτομένη καὶ περὶ τῶν συμφερόντων της, ἔδειξεν ὅμως τὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν ἐπερίμενα, διότι καὶ οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὴν ἔχουν τὸν πατριωτισμόν, εἶναι καὶ αὐτοὶ πολῖται Ἕλληνες. Βεβαίως δὲν πρέπει τις νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι ἡ Τράπεζα ἤθελε δώσει τὰ χρήματά της ἄνευ συμφέροντος, διότι δὲν εἶναι ἰδικά της.
§172ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Ποία ὠφέλεια προκύπτει ἐκ τοῦ δανείου;
§173ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύω ἑκατομμύρια, ἐπειδὴ μ’ ἐρωτᾶτε.
§174ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Εἶναι ὠφέλεια αὐτή;
§175ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω τί ἐννοεῖ ὁ βουλευτὴς Καρυστίας. Εἶναι ἐλάττωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἐνῷ πληρώνομεν ἤδη 3,900,000, διὰ τοῦ περὶ οὗ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δανείου θὰ πληρώνωμεν 1,900,000.
§176ΖΩΧΙΟΣ. Ἐπὶ πόσα ἔτη;
§177ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς αὐτὸ δὲν δυσκολεύομαι ν’ ἀπαντήσω. Τὰ 3,900,000 ἠμποροῦν νὰ ἐξοφληθῶσι μετὰ 5 ἔτη, τὸ ἄλλο μὲ 40· πρέπει ὅμως νὰ σκεφθῶμεν πῶς θὰ θεραπεύσωμεν τὰς παρούσας ἀνάγκας. Μοὶ λέγετε ὅτι εἶπεν εἷς· μὴ τρώγῃς σήμερον καὶ τὸν Ἰούλιον θὰ ἔβγῃ σῖτος. Αἱ Κυβερνήσεις, αἱ προνοοῦσαι περὶ τοῦ συμφέροντος ἑνὸς τόπου, λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν τὰς παρούσας περιστάσεις. Ἐνδεχόμενον αἱ περιστάσεις νὰ φέρουν ὥστε ὁ τόκος νὰ ἐλαττωθῇ εἴτε καὶ νὰ αὐξήσῃ. Ἐννοῶ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἔχουν τινὲς περὶ Γαλλίας καὶ Ἀμερικῆς, ἀλλ’ οὔτε Γαλλία εἶναι ἡ Ἑλλάς, οὔτε Ἀμερική· ἄλλαι αἱ περιστάσεις τῆς μιᾶς ἐπικρατείας καὶ ἄλλαι τῆς ἄλλης. Ἡ Ἑλλὰς σήμερον προβαίνει εἰς μίαν τάξιν πραγμάτων, δὲν πρέπει λοιπὸν ὅλα τὰ βάρη νὰ τὰ ὑποστῇ ἡ παροῦσα γενεά· ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι τὸ σύστημα, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὅτι καθιερώθη ἐν Γαλλίᾳ, δὲν ἐφαρμόζεται ἐν Ἑλλάδι, διότι δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ πράξωμεν κανὲν ἔργον. Ἡ Γαλλία εἶναι ἀποκατεστημένη χώρα, ἡ Ἀμερικὴ ὡσαύτως· δὲν δυνάμεθα λοιπὸν ν’ ἀποδεχθῶμεν τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Τὸ ζήτημα εἶναι τί πληρώνομεν σήμερον δυνάμει τῶν ὑπαρχόντων δανείων, καὶ τί μέλλομεν νὰ πληρώσωμεν διὰ τοῦ προτεινομένου· τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ σκεφθῶμεν. Ἀλλὰ δύναται νά μοι εἴπῃ τις ὅτι μετὰ 20 ἔτη δύνανται παρ’ ὑμῖν νὰ ἐλαττωθῶσιν οἱ τόκοι· ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦν καὶ ν’ αὐξήσουν; Δὲν ἕπεται λοιπὸν ἐκ τούτου ὅτι δὲν πρέπει σήμερον νὰ δανεισθῶμεν, ἀφοῦ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ δάνεια τὰ ὑφιστάμενα. Ἤθελον παραδεχθῆ εὐχαρίστως τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἐὰν ἐπρόκητο νὰ πλάσωμεν νέα δάνεια, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· ὑφίστανται τὰ δάνεια καὶ πρέπει νὰ τὰ καταστήσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐλαφρότερα, ὅσον τὸ δυνατὸν ἧττον ὀχληρὰ καὶ νὰ τὰ συμβιβάσωμεν μὲ τὴν κατάστασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ νὰ ζήσωμεν. Ἐκτιμῶ τὴν θεωρίαν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ νέων δανείων. Ἔκαμε λόγον περὶ πίστεως. Λυποῦμαι ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μετ’ αὐτοῦ. Ἐγὼ βλέπω αὐξάνουσαν τὴν πίστιν τοῦ δημοσίου· ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶπεν ὅτι αὐξάνει, διότι δίδομεν μεγάλας ἐγγυήσεις· ὄχι. Ἐδώκαμεν μεγαλειτέρας εἰς τὰ 67, σήμερον ὅμως εὑρίσκομεν δάνειον μὲ 6%, ἡ πίστις μας λοιπὸν δὲν ἐχειροτέρευσεν, αὐξάνει, προοδεύει ὡς τὰ πράγματα καταδεικνύουσι. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ 69· ἐδώκαμεν τόκον καὶ χρεωλύσιον πρὸς 9% καὶ 300,000 δραχ. προμήθειαν, σήμερον δὲν δίδομεν προμήθειαν, ἀπαλασσόμεθα δὲ ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 9,000,000, ἀπὸ τὴν πληρωμὴν τῶν κατὰ τριμηνίαν γραμματίων καὶ ἀπὸ τὴν πληρωμὴν τόκου ἐπὶ τόκου. Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις δὲν ἐφαρμόζεται ἡ θεωρία τοῦ κ. Κουμουνδούρου, διότι δὲν πρόκειται νὰ πλάσωμεν νέα δάνεια. Νὰ περιμένωμεν, λέγει, 10 ἔτη ἕως οὗ ἐλαττωθῶσιν οἱ τόκοι· ἀλλὰ τότε ἡ πληρωμὴ τοῦ τόκου θὰ μᾶς ῥίψῃ εἰς τὸ χάσμα τὸ χαῖνον τὸ οἰκονομικόν· καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ λέγῃ τις βλέπων τὸν ἐχθρὸν ἐρχόμενον, δὲν ὁπλίζομαι, ἕως οὗ εὑρεθῇ καλλίτερος ὁπλισμός. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὡμίλησε ἐπίσης περὶ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· τὴν ὀφειλήν της ἡ Ἑλλὰς πρὸς τὰς μεγάλας Δυνάμεις θεωρεῖ ἱερὰν, ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται· ὅταν ἔλθῃ ἡ περίστασις, τότε θὰ γείνῃ σκέψις. Δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω ἀπαρατήρητον καὶ ἕτερόν τι, μολονότι αἱ συμβάσεις δὲν ὑφίστανται, ἀλλὰ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ παραβάλλῃ τις τὸ προκείμενον δάνειον μὲ συμβάσεις μὴ ὑπαρχούσας πράγματι, ὡς εἶπον· Ἀλλ’ ὑποθέτω πρὸς στιγμὴν ὅτι ὑφίσταται καὶ σύμβασις· μᾶς εἶπον ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν μᾶς κάμει πολλὰς παραχωρήσεις καὶ δὲν πρέπει νὰ τῆς χρεωστῇ τι; χάριν· καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος, παραβάλλετε ὅμως ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα παρεχωρήσαμεν, τὸ ἄρθρον δέκατον τῆς παρούσης συμβάσεως μὲ τὴν σύμβασιν, ἡ ὁποία ἐγένετο μὲ τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν, καὶ θὰ ἰδῆτε ὅτι ὑπάρχει κάποια βελτίωσις.
§178ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι, παρεχωρήσατε εἰς αὐτὴν ὀλιγώτερα, ἀλλ’ αὐτὸ νομίζομεν ἡμεῖς κακόν, εἴμεθα ὑπὲρ τῆς παραχωρήσεως πλειοτέρων· καὶ θέλω σᾶς ἀποδείξει διατὶ νομίζομεν τοῦτο ὠφελιμώτερον.
§179ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεκαλέσθητε τὴν Γαλλίαν· ἐκεῖ καὶ ἐπὶ Ναπολέοντος καὶ ἤδη ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ δέχεται τὰ δημόσια χρεώγραφα, τοῦτο πράττομεν καὶ ἡμεῖς διὰ τῆς συμβάσεως διὰ τὸ ὁποῖον ἐν τούτοις δὲν ἐννοῶ διὰ τί μᾶς ψέγει. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι ἐσφάλαμεν· ἂν ἡμεῖς δὲν δώσωμεν πίστιν εἰς τὰ χρεώγραφά μας, τίς ἄλλος θὰ δώσῃ; Ἐννοῶ ὅτι ἴσως κερδίζει ἡ Τράπεζα μὲ τὸ 8% τῶν ἐμπορικῶν γραμματίων, καὶ μὲ τὸ 7 καὶ 40 τοῦ τόκου· δὲν βλέπω ὅμως τὰς μεγάλας ὠφελείας, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Τράπεζα· δὲν πρόκειται περὶ αὐξήσεως τοῦ χαρτονομίσματος, δὲν πρόκειται περὶ μεταβολῆς τοῦ καταστατικοῦ της. Ἂν ἔχῃ 30,000,000 τὸ ὅλον, τὰ 10 εἰς μεταλλικὸν καὶ τὰ 20 εἰς ἐμπορικὰ γραμμάτια, ἀπέναντι τῶν 10,000,000 τῶν ἐμπορικῶν θὰ δύναται νὰ δέχεται καὶ χρεώγραφα. Ἠμπορεῖ τις νὰ μοὶ εἴπῃ ὅτι τὸ ἐμπόριον τότε δύναται νὰ πάσχῃ. Εὕρετε λοιπὸν χρήματα νὰ μὴ πάσχῃ. Λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου θὰ αὐξήσωσι τὰ κεφάλαια εἰς τὴν Ἑλλάδα. Αἱ κατὰ καιροὺς κυβερνήσεις εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην ἐνεργήσασαι δάνεια νὰ ἀφαιρέσωσι χρήματα ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, καὶ ἡ Τράπεζα ὡς ἐκ τούτου εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ περιορίσῃ τὰ πρὸς τοὺς πολίτας δάνειά της. Ἤδη λοιπὸν ἐπιστρεφομένων τῶν κεφαλαίων της, εὐκολύνεται καὶ αὐτὴ διὰ τοῦ τρόπου τούτου νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ ἐμπορίου. Νομίζω αὐτὰ ἀρκοῦντα, καθόσον ἀφορᾷ τὸν ἀξιότιμον κ. Κουμουνδοῦρον. Τώρα ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μέσης. Ὁ κ. Ζωχιὸς καὶ προχθὲς καὶ σήμερον ἐλάλησε περὶ ἐξανδραποδισμοῦ καὶ περὶ πωλήσεως τελωνείων. Δὲν εἶναι οὔτε ἐξανδραποδισμὸς οὔτε πώλησις τελωνείων, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις χορηγῇ ἐγγυήσεις διὰ τὰ δάνεια αὐτά. Οὔτε ἐπὶ προγενεστέρων δανείων ἐξηνδραποδίσθη ἡ Ἑλλάς, δοῦσα τὰς αὐτὰς ἐγγυήσεις, οὔτε ἐπωλήθησαν τὰ τελωνεῖα, οὔτε τώρα πωλοῦνται καὶ ἐξανδραποδίζεται. Ἄκαιροι, νομίζω, ἦσαν αἱ φράσεις αὗται, καὶ ὄχι ἴσως κατάλληλοι.
§180ΖΩΧΙΟΣ. Κ. πρόεδρε, τὸν λόγον.
§181ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑφίστανται δάνεια· ἔπρεπε νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου, καὶ ζητοῦντες τοῦτο συνηλλάχθημεν μετὰ τῆς Τραπέζης δίδοντες ἐγγυήσεις. Ἐκεῖνος φοβεῖται τὰς δοτέας ἐγγυήσεις, ὅστις πρόκειται νὰ φανῇ κακῆς πίστεως. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει πρόθεσιν τοιαύτην· ἐγγυήσεις δίδονται νὰ ἑλκύσωμεν κεφάλαια ἐξωτερικά· ἄνευ αὐτῶν δὲν ἔρχονται. Εὐκτέον ἦτο νὰ μᾶς στείλουν ὅλοι οἱ Εὐρωπαῖοι τὰ κεφάλαιά των, ἀλλὰ δὲν στέλλουν. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μέσης, εἶπε, δέχομαι τὸ νομοσχέδιον — καὶ τὸν εὐχαριστῶ — ἀλλὰ νὰ ἔβγῃ ἡ Τράπεζα ἀπὸ μέσα. Καὶ ἤθελον συμφωνήσει μετ’ αὐτοῦ, ἐὰν ἔβλεπον ἐκ τούτου κακόν τι ἐπερχόμενον κατὰ τῆς Ἑλλάδος· ἀλλὰ δὲν τὸ βλέπω· βλέπω εὐκολίαν. Διὰ τῶν τελωνείων ἐξασφαλίζονται τὰ δάνεια· λοιπὸν διὰ τί διαφωνοῦμεν ἐδῶ; Ποία Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ γείνῃ Τραπεζίτης, ἔμπορος, μεσίτης; Ἐκτὸς τούτου, ἡ Τράπεζα εἶναι ὁ μεγαλείτερος κεφαλαιοῦχος καὶ δανειστὴς, μετ’ αὐτῆς ἔπρεπε νὰ συναλλαχθῶμεν. Πρόκειται νὰ μεταβάλλωμεν τὰ δάνεια αὐτὰ, νὰ τὰ καταστήσωμεν ἧττον ἐπαχθῆ. Τί ἔβλαψεν ἢ τί βλάπτει τοῦτο; Ἀποταθῆτε, λέγει, εἰς τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος. Μὰ μήπως ἀποκλείομεν τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος νὰ μὴ λάβῃ μετοχάς; τὸ παρακαλοῦμεν μάλιστα· ἡ Τράπεζα ὑποχρεοῦται νὰ λάβῃ ὁμολογίας ἀπέναντι τῶν ὀφειλομένων εἰς αὐτήν. Λοιπὸν δὲν βλέπω τί ἔπταισεν ἡ Κυβέρνησις. Μὰ τῆς δίδετε, λέγουν, πολλὰς ἐγγυήσεις! Δίδομεν ἐγγυήσεις, διὰ νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν τόκον, καὶ ἐπαναλαμβάνω, διὰ νὰ σύρωμεν ξένα κεφάλαια. Λαλοῦν περὶ πίστεως, λαλοῦν περὶ οἰκονομικῆς καταστάσεως, ἀλλὰ δὲν παραδέχονται καὶ τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ἑδραιωθῇ ἡ πίστις ἡ οἰκονομικὴ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν αὐτὰς τὰς ἐγγυήσεις καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν. Ἡ Ἑλλὰς εἶπον, ὅτι ἀπὸ χρόνου εἰς χρόνον αὐξάνει τὴν οἰκονομικήν της πίστιν καὶ θὰ τὴν αὐξήσῃ, Θεοῦ θέλοντος, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἐκπληροῦσα τὰς ὑποσχέσεις της· δανειζομένη, λέγει εἰς τοὺς δανειστὰς, θὰ σᾶς πληρώσω, καὶ πληρόνει πράγματι. Ποῦ εὑρέθη ἡ Γαλλία εἰς τὰ 1818; Ἐὰν ἡ Γαλλία ἠναγκάσθη νὰ πωλήσῃ τὰ δάση της μὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξωνήσεως, κατηγόρησε κἀνεὶς τὴν Γαλλίαν; εἶπεν, ὅτι ἐξευτελίσθη, ὅτι ἐξηνδραποδίσθη, ὅτι ἐπώλησε τὴν περιουσίαν της; Ὄχι· διὰ νὰ εὕρῃ χρήματα ταχύτερον, προσέφερε τὰ δάση καὶ εὗρε χρήματα. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ Γαλλία δὲν ἐξηνδραποδίσθη, τὸ πρῶτον Ἔθνος, ἐξανδραποδίζεται ἡ Ἑλλὰς δίδουσα ἐγγυήσεις; Δίδετε, λέγουν, ὅλα τὰ τελωνεῖα! Ὄχι· δίδομεν νὰ λάβῃ ἡ Τράπεζα τόσον ἀπὸ τὴν πρόσοδον αὐτῶν, ὅσον εἶναι ἡ ἐνιαυσία δόσις· Δὲν βλέπω λοιπὸν, τί τὸ ἐπαχθὲς, τί τὸ προσβλητικόν. Διατί δὲν κάμῃ, λέγουν, τὴν ἐργασίαν αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις; Δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι εὔλογον, φρόνιμον, δίκαιον, αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταβληθῇ εἰς banca. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μέσης, προχθὲς εἶπεν, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπανέλαβε σήμερον, εἶπεν ἓν μέσον, χαρτί. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, τί ἐννοεῖ. Ἐννοεῖ, νὰ ἐκδώσωμεν χαρτονόμισμα ὡς τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοὺς Καϊμέδες;
§182ΖΩΧΙΟΣ. Σεῖς τὸ ἐπεχειρίσθητε μίαν φορὰν, ἐγὼ δὲν τὸ ἐζήτησα.
§183ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Χαρτονόμισμα ἄνευ ἐγγυήσεων, ἄνευ κεφαλαίων ἐν τῷ κιβωτίῳ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ κυκλοφορήσῃ, παρὰ στιγμιαίως ἴσως διὰ τῆς βίας. Ἴσως θέλει νὰ εἴπῃ νὰ ἐκδώσωμεν τὰς ὁμολογίας αὐτάς. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι δεκτὸν τόσον εὐκόλως, δὲν ἠμπορεῖ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν νὰ κυκλοφορήσῃ, ἐὰν δὲν δώσωμεν πραγματικὰς ἐγγυήσεις. Πρέπει τὸ δικαίωμα τῆς πραγματοποιήσεως τῶν ὁμολογιῶν νὰ τὸ δώσωμεν εἰς τὸν μεγαλείτερον κεφαλαιοῦχον καὶ δανειστὴν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ Τράπεζα. Φρονῶ λοιπὸν, ὕστερον ἀπὸ τὰς ὀλίγας ταύτας παρατηρήσεις, ὅτι δὲν μένει δισταγμὸς, ὅτι τὸ προκείμενον δάνειον δὲν εἶναι ἐπαχθὲς, ὅτι δύναται.........
§184ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, μοῦ ἐπιτρέπητε μίαν ἐρώτησιν; Ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, αἱ συμβάσεις αἱ συνομολογηθεῖσαι πέρυσι μετὰ τῶν Τραπεζῶν, ἐδέσμευον αὐτὴν μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, ὥστε, ἐὰν ἐπεψήφιζεν ἡ Βουλὴ τὰς συμβάσεις αὐτὰς, νὰ ᾖναι ὑποχρεωμέναι νὰ ἐκπληρώσουν τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνελάμβανον. Ὅρος τις ἢ προθεσμία τῆς ἐπιψηφίσεως, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, δὲν ἐτέθη. Πιστεύω λοιπὸν, ὅτι ἐξηκολούθουν, νὰ ᾖναι ὑποχρεωτικαὶ αἱ συμβάσεις. Ἀλλὰ πρὸ ὀλίγου μᾶς εἴπετε, ὅτι ἐτελείωσεν. Εἰπέτε μας τὸν λόγον, παρακαλῶ.
§185ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὑπέβαλον προτάσεις, διὰ τῶν ὁποίων τροποποιοῦνται αἱ προγενέστεραι· ἐκ τούτου δὲ τεκμαίρεται ὅτι παραιτοῦνται τῶν πρώτων.
§186ΠΑΠΑΖΑΦΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ναὶ, ἀλλὰ αἱ προτάσεις ἐκεῖναι δὲν δεσμεύουν, οὔτε τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε τὴν Βουλήν.
§187ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδού· εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι αἱ συμβάσεις αὗται συνήφθησαν ὑπὸ ἄλλας περιστάσεις καὶ ὑπὸ ἄλλους οἰωνούς. Αἱ συνάψασαι αὐτὰς ἑταιρίαι δὲν τὰς ἐπισπεύδουν· ὄχι δὲν τὰς ἐπισπεύδουν, παρὰ τὰς ἐγκαταλιμπάνουν, ζητοῦσαι....
§188ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπειδὴ εἶσθε νομομαθὴς, κ. ὑπουργὲ, ἐρωτῶμεν, δύνανται νὰ ὑποχωρήσουν αἱ Τράπεζαι τῶν ἐκκρεμῶν συμβάσεων;
§189ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα αὐτό. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἑρμιονίδος μὲ ἐρωτᾷ τώρα, ἂν νομικῶς εἶχον ἢ δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα. Λοιπὸν, κύριε βουλευτὰ Ἑρμιονίδος, νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ νὰ ζητήσωμεν ἀποζημιώσεις; Ἐν τούτοις ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν ἐμποδίζουν αἱ συμβάσεις ἐκεῖναι τὴν παραδοχὴν τούτου τοῦ νομοσχεδίου.
§190ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐμποδίζουν.
§191ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐκτὸς ἐὰν ἔχετε σκοπὸν νὰ κάμετε ἄλλο δάνειον.
§192ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ἐπράξαμεν δάνειον, οὔτε πράττομεν. Εὕρομεν πεπραγμένα παρ’ ἄλλων, ἐρχόμεθα νὰ θεραπεύσωμεν ὑπάρχοντα δάνεια.
§193ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ἐπειδὴ καυχᾶσθε, δὲν μᾶς λέγετε πόσα δάνεια ἐκάματε τὸ ἔτος τοῦτο;
§194ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ ὁ προϋπολογισμὸς, θὰ ἰδῆτε ἐὰν ἐπλάσαμεν ἀνάγκας ἢ περιεστείλαμεν ἀνάγκας, ἐὰν τὰ δάνεια ὅσα ἐλήφθησαν ἐχρησίμευσαν εἰς ἀνάγκας ὑφισταμένας ἢ προϋπαρχούσας.
§195ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Κύριε ὑπουργὲ, μὲ συγχωρεῖτε, μὲ ὅσα εἴπετε προηγουμένως, ἐξάγετε, ὡς ἰδέαν σας ὡρισμένην, ὅτι αἱ Τράπεζαι δὲν δύνανται νὰ ἀποστῶσιν ἀπὸ τὰς συμβάσεις; Ἐπεθύμουν, ῥητῶς, καθαρῶς νὰ εἴπητε δύνανται ἢ δὲν δύνανται;
§196ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καμμίαν ῥήτραν ἐν ταῖς συμβάσεσι δὲν εὑρίσκω. Προτάσεις νέας ἔχομεν περὶ τροποποιήσεως τῶν ὅρων· ἐφόσον δὲν ἀποφανθῇ....
§197ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἐφόσον δὲν ἀπαντᾷ ἡ κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν δέχεται τὰς προτάσεις αὐτὰς....
§198ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ὑπὸ τὴν σκέψιν τῆς Κυβερνήσεως...
§199ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Λοιπὸν ἰδέα σας εἶναι, ὅτι αἱ Τράπεζαι δὲν δύνανται νὰ ἀποστῶσιν;
§200ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τούτου σᾶς προεῖπον. Τὸ ἀντικείμενον εἶναι ἐκκρεμές. Αἱ Τράπεζαι ὑπέβαλον προτάσεις, διὰ τῶν ὁποίων τροποποιοῦν ἐντελῶς τὰς ὑφισταμένας συμβάσεις.
§201ΤΙΝΕΣ. Δὲν δύναται.
§202ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Κύριε ὑπουργὲ, μὲ συγχωρεῖτε· ὑποθέτω, ὅτι σήμερον ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὰς συμβάσεις τὰς περυσινάς. Αἱ Τράπεζαι τότε ἀποσυρόμεναι ἐξ αὐτῶν ἐκτίθενται εἰς τὴν μομφὴν, ὅτι δὲν ἐκτελοῦν τὰς ὑποσχέσεις των, ναὶ ἢ ὄχι;
§203ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξουν πλέον τότε.
§204ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Αὐτὸ λέγω.
§205ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἅμα ἐπικυρωθῶσιν αἱ συμβάσεις ἀπὸ τὴν Βουλὴν, εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὰς Τραπέζας.
§206ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἄρνησις ἰσοδυναμεῖ μὲ χρεωκοπίαν.
§207ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τὰς διαλύσωμεν.
§208Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὑπεύθυνος ἡ Τράπεζα νὰ κρατῇ τὰ κεφάλαιά της νεκρὰ ἐπὶ ἔτη;
§209ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συμπεραίνων, κύριοι, προσθέτω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ὑπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, καὶ ὡς τοιοῦτον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιψηφισθῇ. Ἡ ἐπισυνημμένη εἰς αὐτὸ σύμβασις εἶναι ἐκτέλεσις τοῦ νομοσχεδίου· πληρώνομεν πολλὰ, καὶ δι’ αὐτῆς πρόκειται νὰ πληρώσωμεν ὀλιγώτερα. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τὸ παραδεχθῶμεν σκεπτόμενοι ἐπὶ τῶν παρουσῶν ἀναγκῶν. Τὸ μέλλον εἶναι ἄδηλον· τὸ διδόμενον εἶναι αὐτό.
§210ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῶν πιστώσεων.
§211ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ, κύριε βουλευτὰ Ἠλείας, νὰ κάμωμεν ἔργα τακτικά. Ἠρώτησα τὸν κύριον πρόεδρον, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς εἴμεθα; Μοὶ εἶπε ναί. Ὅταν ἔλθῃ τὸ 11 ἄρθρον, τότε θὰ σᾶς εἴπω, ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τὰς πιστώσεις, θὰ ὑποβάλω τινὰ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ ἦσθε βέβαιοι ἐπὶ τέλους, ὅτι τὰς ὑπέβαλον, διὰ νὰ ἐλαττωθοῦν τὰ ἐκ τῶν τόκων βάρη, τὰ ὁποῖα πληρόνει τὸ Κράτος. Πρόκειται περὶ ἐξόδων παρελθουσῶν Κυβερνήσεων ἀπὸ τοῦ 1862. Νομίζει ἡ Βουλὴ, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῶσι καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ; καλῶς· ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν πρόκειται τώρα εἰμὴ περὶ τῆς ἀρχῆς, διὰ τοῦτο δὲν ἐξακολουθῶ.
§212ΔΡΟΣΟΣ. Οἰκτρὰν ἐντύπωσιν μοὶ ἔκαμεν ἡ ἀμφιβολία τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς καλῆς πίστεως τῶν Τραπεζῶν. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι σπουδαία αὕτη· ἀποδίδω πολλὴν ἀξίαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ εἰς τὴν Πιστωτικὴν, καὶ ἔχω τὴν βεβαιότητα, ὅτι ὅπου ἔθεσαν τὴν ὑπογραφήν των θὰ τὴν φυλάξουν, καὶ θὰ ἐκτελέσουν τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνεδέχθησαν. Ἡ ἄρνησίς των εἶναι διάλυσις. Καὶ τὸ ὑπουργεῖον καὶ ὁ εἰσηγητὴς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν οἰκονομικῶν ἐπεχείρησαν νὰ συγκρίνουν τοὺς ὅρους τοῦ νέου δανείου πρὸς τοὺς ὅρους τῶν παλαιοτέρων δανείων, διὰ νὰ ἀποδείξουν ὅτι τὸ νέον δάνειον εἶναι καλὸν καὶ συμφέρον καὶ ὠφέλιμον. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ τοιαύτη σύγκρισις οὔτε ὀρθὴ, οὔτε κατάλληλος εἶναι. Ἡ δημοσία πίστις δὲν εἶναι ἀναλλοίωτος· μεταβάλλεται ἀπὸ τὰς περιστάσεις. Εἴδομεν κράτη στερούμενα πίστεως, διὰ καλῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως, διὰ συνετῆς πολιτικῆς, δι’ εὐτυχῶν περιστάσεων νὰ τὴν ἀποκτήσουν, καὶ ἄλλα ἔχοντα νὰ τὴν ἀπολέσουν διὰ κακῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν, δι’ ἀσυνέτου πολιτικῆς ἢ διὰ δυστυχῶν περιστάσεων. Ἐν Ἑλλάδι, ὅτε ἐπραγματοποιήθησαν τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος δάνεια, ἡ πίστις ἦτον εἰς τὰ σπάργανά της, καὶ αἱ περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἐξεδόθησαν, δὲν ἦσαν πολὺ ὁμαλαί. Σύγκρισις πρέπει νὰ γείνῃ πρὸς τὴν σημερινὴν ἀξίαν τῶν χρεωγράφων τῶν δανείων ἐκείνων, διότι γίνεται ἐπὶ διδομένων, τὰ ὁποῖα στηρίζονται εἰς τὴν ἀλήθειαν καὶ εἰς τὰ πράγματα· τὰ ὁμόλογα τοῦ δανείου τῶν 28,000,000, τὰ ἀποφέροντα τόκον 8 τοῖς 100, αὐτὰ ὄχι μόνον ἔφθασαν τὴν ὀνοματικὴν ἀξίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑπερέβησαν, τιμῶνται δὲ σήμερον 287 δραχ. Ὁ τόκος ἐπὶ τῶν 287 δραχ. πρὸς 8% φέρει δραχ. 22:96 Τί λαμβάνει ὅμως ὁ κάτοχος; λαμβάνει 22; 40, διότι ὑπολογίζεται ὁ τόκος ἐπὶ τῶν 280, ὥστε ὁ τόκος εἶναι ἐλάσσων τῶν 8% καὶ ὄχι μόνον ἐλλάσσων, ἀλλὰ τρέχει καὶ τὸν ἀναπόφευκτον κίνδυνον ὁ κάτοχος ὅταν πληρωθῇ ἡ ὁμολογία του νὰ ἀπολέσῃ 7 δραχ. τὸ αὐτὸ ἀκολουθεῖ καὶ εἰς ἄλλα δάνεια. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὰ δάνεια διὰ τὰ ὁποῖα πληρώνονται τώρα 9 καὶ 9½% ἀπολαμβάνουν καὶ σήμερον ἐπὶ τῆς πραγματικῆς ἀξίαν των κάτι τι περισσότερον τῶν 8%, ἀλλ’ ὅταν πληρωθῶσιν αἱ ὁμολογίαι των τὸ μὲν δάνειον, δι’ ὃ πληρόνεται 9%, θὰ χάσῃ 18 δραχ. ἡ μετοχὴ, τὸ δὲ δάνειον, δι’ ὃ πληρόνεται 9½%, θὰ χάσῃ 20 καὶ 25 φράγγα ἀντιθέτως πρὸς τὴν ὠφέλειαν ἣν θὰ ἔχῃ ἀπὸ τὸ δάνειον ὅπερ πρόκειται νὰ πραγματοποιήσωμεν, διότι θὰ λαμβάνῃ τὸν τόκον καὶ ὅταν πληρώνηται ἡ μετοχὴ θὰ λαμβάνῃ καὶ 19%. Καὶ ἡ ἀξία ἡ σημερινὴ τῶν χρεωγράφων δὲν εἶναι μόνον σημερινὴ, εἶναι πρὸ πολλοῦ χρόνου καὶ εἶναι ἀξιοσημείωτον ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κρίσις ἡ ἐκραγεῖσα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἥτις ἔφερε μεγάλας καταστροφὰς καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν, οὐδόλως ἐπηρέασε τὰ χρεώγραφα τὰ ἰδικά μας· τὰ εὗρεν ὑπερτιμημένα καὶ τὰ ἄφησεν ὑπερτιμημένα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τόσον ἀναγκαία ἡ σύγκρισις αὐτὴ, ὅσον ἡ ἄλλη σύγκρισις, περὶ ἧς ἔκαμε λόγον ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσσήνης, ἡ σύγκρισις μεταξὺ τῶν δύω συμβάσεων. Αὐτὴν τὴν σύγκρισιν καὶ τὸ ὑπουργεῖον, καὶ ὁ εἰσηγητὴς ἀπέφυγον νὰ κάμουν, καὶ οὐδὲ μνείαν ἠθέλησαν νὰ κάμουν περὶ αὐτῆς. Ἐν τούτοις ἰδοὺ ποίας ὠφελείας μᾶς ἔδιδεν ἡ σύμβασις τῆς 18 Μαΐου 1873· ἐχορηγοῦντο 3,000,000 φράγκων ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἢ δραχ. 3,300,000 ἐπὶ τόκῳ 6%. Τὸ ποσὸν αὐτὸ ἔμελλε νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἀπόσβεσιν ἀναλόγου μέρους τοῦ δανείου, δι’ ὃ πληρόνομεν εἰς τὴν Τράπεζαν 9½%, ὑποχρεουμένης τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συγχρόνως νὰ δεχθῇ τὴν ἐξόφλησιν καὶ τῶν ὑπολοίπων ὁμολογιῶν, ἅμα τῷ προσενεχθῇ τὸ ἀντίτιμον, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἐσυμφωνήθη ἕτερον δάνειον 4 ἑκατομμυρίων δραχμῶν μετὰ τῆς Πιστωτικῆς πρὸς 6%.
§213ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς ἐδίδατε τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ 22 μόνον ὑποκαταστήματα, ἐνῷ τώρα ἔχει 30.
§214ΔΡΟΣΟΣ. Ἐπειδὴ μοὶ κάμνετε αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, σᾶς λέγω, ὅτι δὲν εἶναι μέγα ὄφελος ἐκ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ὑποκαταστημάτων. Γνωρίζω ἐκ πείρας ὅτι πρὸς σύστασιν ὑποκαταστημάτων εὗρεν ἡ Τράπεζα ἓν ἀξιότιμον πρόσωπον εἰς μίαν ἐπαρχίαν, ἔθεσεν εἰς τὴν διάθεσίν του 30,000 δραχμὰς ἐπὶ συμφωνίᾳ νὰ λαμβάνῃ ἓν ποσοστὸν ἐκ τῶν τόκων καὶ τοῦτο δὲν ἦτο περισσότερον τῶν 60 δραχμῶν κατὰ μῆνα, καὶ τὸ πρόσωπον αὐτὸ ἀνεδέχθη μετὰ πάσης εὐχαριστήσεως. Ἀλλὰ ἠξεύρετε 30 καὶ 40,000 δραχμαὶ ποίαν ὠφέλειαν θὰ προξενήσουν εἰς μίαν ἐπαρχίαν; Ἐκτὸς αὐτοῦ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀνεδέχθη νὰ συγχωνευθῶσιν εἰς ἓν δάνειον χρεωλυτικὸν τὰ 3 δάνεια, ὧν τὰ 2 ἐπὶ ἐκχωρήσει τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων Κεφαλληνίας, καὶ τὸ ἄλλο ἐπὶ ἐκχωρήσει ὁμολογιῶν ἀγοραστῶν φθαρτῶν κτημάτων. Τὰ δάνεια αὐτὰ τὰ 3 ἀποτελοῦν 3,850,000 δραχμῶν· δι’ αὐτὰ πληρόνομεν 8%. Ἡ μετατροπὴ ἠλήττωνε τὸν τόκον εἰς 7%. Ἔχομεν λοιπὸν ἐξ αὐτῶν τῶν μεταβολῶν διὰ μὲν τὸ δάνειον, ὅπερ ἔδιδε τόκον 9,5% καὶ ἐξ οὗ εἰς τὴν Τράπεζαν τότε ὅτε συνεφωνήθη ἦσαν 6,489,840, ἀπὸ τὸ 6% ὅπερ συνεφωνήθη τότε ἕως τὸ 7,40% ὅπερ συμφωνεῖται τώρα μίαν διαφορὰν 90,868 δραχ. τόκου κατ’ ἔτος, ἐκ τῶν ἄλλων δανείων ἀπὸ 7 ἕως 7,40 εἶναι 15,400· μεταξὺ τῆς ἐλαττώσεως, τὴν ὁποίαν φέρει ἡ σύμβασις τῆς 18ης Μαΐου 1873 πρὸς τὴν σύμβασιν τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἐπιψηφήσωμεν τώρα, ζημιοῦται τὸ δημόσιον κατ’ ἔτος 106 χιλιάδας δραχμῶν ἀπὸ τὴν διαφορὰν τῶν τόκων, καὶ ἐκτὸς τῆς διαφορᾶς αὐτῆς εἶναι καὶ ἡ ἔκπτωσις τοῦ κεφαλαίου· κάτοχος ὁμολογιῶν τοῦ νέου δανείου κατὰ τὸ ἔτος, τὸ ὁποῖον θὰ πληρωθῶσιν αἱ ὁμολογίαι του θὰ ἔχῃ ἐκτὸς τῶν 7,40%, τὰς ὁποίας λαμβάνει τακτικῶς κατὰ τὸ ἔτος θὰ λάβῃ προσέτι 19%, διότι θὰ δώσῃ 405 φράγκα, καὶ θὰ λάβῃ ὁμολογίαν 500 φράγκων, θὰ λαμβάνῃ τακτικὰ 7,40% κατ’ ἔτος, καὶ ὅταν θὰ κληρωθῇ ἡ ὁμολογία του θὰ λάβῃ 500 φράγκα. Ἀπορῶ τώρα πρὸς ποῖον σκοπὸν ἐγκατέλειψαν τὴν σύμβασιν ἐκείνην καὶ ἐπαρουσίασαν τὴν νέαν σύμβασιν, ἡ ὁποία εἶναι ἐπιζήμιος εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὠφέλιμος δὲ εἰς τὴν Τράπεζαν. Μετὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς συνδέεται καὶ ἡ ἄλλη σύμβασις τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης· εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν παρεχωρήθη δικαίωμα ἐκδόσεως γραμματίων εἰς τὴν Ἑπτάνησον, μὴ ἐλαττουμένων καὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἰονίου Τραπέζης, — προσπαθῶ νὰ ἦμαι σύντομος διότι εἶναι πολλὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ — καὶ ἀποκλειστικὸν προνόμιον εἰς τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους ὅπου τότε δὲν εἶχε συστημένον ὑποκατάστημα ἡ Ἐνικὴ Τράπεζα· δικαίως αὕτη ἐταράχθη διὰ τὸ προνόμιον τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἦλθεν εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης καὶ ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζαν συνῄνεσε καὶ ἡ Κυβέρνησις συνῄνεσεν ἐπίσης νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὸ προνόμιον τῆς Ἑπτανήσου καὶ ἐγένοντο δύο συμβάσεις, ἡ πρώτη τὴν 17ην Μαΐου 1873, ἡ δευτέρα τὴν 18ην ἰδίου μηνός· ἀλλ’ ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα ἐπεφυλάχθη ῥητῶς, ἂν δὲν ἐπικυρωθῇ ἡ σύμβασις οὕτω τροποποιηθεῖσα, ἐμμένει εἰς τὴν συμφωνίαν τὴν πρώτην, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχε προνόμιον ἀποκλειστικὸν εἰς τὰς ἐπαρχίας ὅπου δὲν εἶχεν ὑποκατάστημα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον μετὰ τῆς Ἰονίου Τραπέζης. Τώρα ἡ νέα σύμβασις δίδει τὸ προνόμιον αὐτὸ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ τὸ ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν Πιστωτικήν. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον ἡ Πιστωτικὴ θὰ συγκατατεθῇ ἢ ὄχι, ἀλλ’ ἂν δὲν συγκατατεθῇ εἶναι κίνδυνος ὅτι θὰ ἔχωμεν μίαν μεγάλην δίκην περὶ ἀποζημιώσεως. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία γνωρίζει καλὰ τὰ συμφέροντά της καὶ τὰ ὑπερασπίζεται ἐξαίρετα, ἔκαμε τὰς παραχρήσεις, τὰς ὁποίας εἴδομεν διὰ τῆς συμβάσεώς της τῆς 18ης Μαΐου 1873, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τὸ προνόμιον ἐπὶ πᾶσαν Ἑλλάδα πλὴν τῆς Ἑπτανήσου. Κύριοι, εἰς τὰ 1861, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἀνανέωσις τοῦ προνομίου τῆς Τραπέζης ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τοῦ μακαρίτου Μιαούλη, διωρίσθη μία ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὸν μακαρίτην τὸν Σιλήβεργον, ἀπὸ τὸν καθηγητὴν Ι. Σοῦτσον, τὸν κ. Προβελέγιον, τὸν κ. Λεβίδην, πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ἀπὸ ἐμέ. Ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἐπιφόρτισε νὰ γνωμοδοτήσωμεν ὑπὸ ποίους ὠφελίμους ὅρους ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἡ ἀνανέωσις τοῦ προνομίου τῆς Τραπέζης. Ἐσκέφθημεν λοιπὸν, εἴπομεν ὅτι τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον παραχωρεῖ αὐτὸ τὸ μέγα πλεονέκτημα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῶν γραμματίων, εἶναι δίκαιον νὰ λάβῃ ἀντάλλαγμα ἀνάλογον τοῦ χορηγουμένου προνομίου. Εἴπομεν λοιπὸν, ὅτι ὁ τόκος τῶν ἐπὶ ὑποθήκῃ δανείων νὰ περιορισθῇ εἰς 6%· ὑπῆρχε καὶ μειονοψηφία εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἡ μειονοψηφία ἐκείνη ὑπερασπίζετο πολὺ εὐγλώττως τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης, καθὼς τώρα τὰ ὑπερασπίζεται ὁ εἰσηγητὴς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τῶν οἰκονομικῶν· μίαν ἡμέραν ἦλθεν εἰς τὴν ἐπιτροπήν μας ὁ εἷς τῶν ὑποδιευθυντῶν· ἐγένετο ἡ πρότασις αὐτή· ἐκεῖνος τότε εἶπε: «μὴ δίδετε πολλὴν ἀξίαν εἰς τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, ὀλίγην ὠφέλειαν ἔχει ἡ Τράπεζα ἀπὸ αὐτά»· τότε εἴπομεν ἀμέσως: «καλὰ, ὅταν σεῖς δὲν ἀποδίδετε τόσην σημασίαν εἰς τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, μὴ ζητεῖτε ἀποκλειστικὸν προνόμιον. Λάβετε τὸ προνόμιον καὶ ἀφήσατε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἂν παρουσιασθῇ ἄλλη Τράπεζα καὶ εὕρῃ συμφέρον, νὰ δώσῃ καὶ εἰς ἐκείνην ὅμοιον προνόμιον». Ἀνεχώρησε· τὴν ἐπιοῦσαν τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα ὑπερησπίζοντο τὴν Τράπεζαν μᾶς εἶπον: μὴ ἐπιμένετε εἰς αὐτὸ, ἡ Τράπεζα δὲν δύναται νὰ σταθῇ ἄνευ τοῦ ἀποκλειστικοῦ προνομίου· ἐπὶ τέλους συνεφώνησαν ὅλα τὰ μέλη καὶ ἐγνωμοδοτήσαμεν νὰ περιορισθῇ εἰς 6% ὁ τόκος τῶν ἐνυποθήκων δανείων, ὑπὸ τοῦτον μόνον τὸν ὅρον ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσδιορίσῃ τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον νὰ γείνῃ ἡ ἔναρξις τῆς ἐλαττώσεως· ἀλλ’ ἡ Τράπεζα ᾠκονόμησε τὴ δουλειά της· ἡ γνωμοδότησίς μας ἀπεῤῥίφθη καὶ ἔγειναν κατὰ γράμμα δεκταὶ αἱ προτάσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐπαινοῦν τὴν Τράπεζαν καὶ ἔχουν δίκαιον, καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι εἶναι ὠφέλιμος εἰς τὸν τόπον, διότι συνετέλεσε διὰ τοῦ πολαπλασιασμοῦ τῶν κεφαλαίων εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν τόκων, οἵτινες πρὸ τῆς συστάσεώς της ἦσαν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 12%, καὶ ἤδη κατέβησαν εἰς 8 καὶ 7%. Ἀναγνωρίζω καὶ κηρύττω τὴν μεγάλην ἱκανότητα τῶν διευθυντῶν τῆς Τραπέζης· οἱ μέτοχοι αὐτῆς θὰ πράξουν ἔργον δικαιοσύνης ἀνεγείροντες ἀνδριάνδας εἰς αὐτοὺς διὰ τὴν ἐπιτηδειότητα καὶ τὸν ζῆλον, μεθ’ οὗ ὑπερασπίζονται τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης. Λυποῦμαι ὅπως ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τοὺς ὑπουργοὺς, διότι οὔτε τὴν ἱκανότητα, οὔτε τὸν ζῆλον ἐκείνων ἔδειξαν εἰς ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους.
§215ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι εἶναι τολμηρὰ ἡ ἀπόφασις τοῦ νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου μετὰ τὴν εὔγλωττον ἐπ’ αὐτοῦ πεπειραμένων ῥητόρων ὁμιλίαν καὶ μάλιστα μετὰ τὴν τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου. Ἡ συναίσθησις ὅμως, ὅτι καὶ ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ τῆς φωνῆς μου πάντες θέλετε ἀνεύρει τὸ δίκαιον καὶ θέλετε ἀνομολογήσει, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον προστατεύει ἐπαρκῶς τὰ τοῦ δημοσίου συμφέροντα, μοὶ παρέσχε τὴν τόλμην ταύτην. Πρὶν ἢ ἀπαντήσω πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ἀναγκάζομαι νὰ προτάξω ὀλίγας λέξεις εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κυρίου Ζωχιοῦ λεχθέντων. Ὁ κύριος Ζωχιὸς κατὰ τὴν πρώτην τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀνάγνωσιν λαβὼν τὸν λόγον δὲν ἐκηρύχθη κατ’ ἀρχὴν κατὰ τοῦ δανείου· ἐκηρύχθη ὅμως κατὰ τοῦ πακτώματος, ὅπως πολὺ προσφυῶς τῇ Τουρκικῇ διαλέκτῳ ὀνομάζει τὴν ἐκχώρησιν τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων, διὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τούτου. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μέσης βουλευτὴς εὗρεν ὅτι δὲν εἶναι ἔγκλημα, δὲν εἶναι ἐλάττωμα Κυβερνητικὸν τὸ δανείζεσθαι· ἀλλ’ ἔγκλημα καὶ Κυβερνητικὸν ἐλάττωμα, ἐξ ἐκείνων μάλιστα ἅτινα ἐγκολάπτουσι μῶμον εἰς τὴν ἐθνικὴν ὑπερηφάνειαν, ἐκήρυξε τὸ ἐπὶ παραχωρήσει τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων δανείζεσθαι. Ἐὰν ὁ προαγορεύσας ἦτον ἐξ ἡμῶν τῶν νεωτέρων, δὲν ἤθελε τὸ παράπαν παραξενευθῇ δι’ ὅσα κατὰ τῆς δημοσίας πίστεως τῆς Ἑλλάδος ἐξετόξευσε. Δὲν περιέμεινα ὅμως ν’ ἀκούσω ἀπὸ τὸν ἔντιμον προαγορεύσαντα τὸν ἐπὶ πολυχρονίῳ καὶ δεδοκιμασμένῃ πείρᾳ διακρινόμενον καὶ τὰς πρώτας περιπετείας τῆς Ἑλλάδος παντὸς ἄλλου ἡμῶν μᾶλλον δοκιμάσαντα ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ βαδίζῃ παραλλήλως πρὸς τὴν Γαλλίαν, τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὰ ἄλλα ἔθνη τὰ ἐπὶ πλούτῳ καὶ δημοσίᾳ πίστει διακρινόμενα. Ἐπεθύμουν νὰ μὴ προκληθῶ διὰ νὰ μὴ εἴπω, καὶ μάλιστα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅ,τι πάντες γνωρίζομεν καὶ ἐντρεπόμεθα νὰ ὁμολογήσωμεν. Πῶς θέλετε, κύριοι, νὰ ἔχωμεν δημοσίαν πίστιν, ὅταν τὰ δάνεια τοῦ 1824 καὶ 1825, ἅτινα συνωμολογήθησαν εἰς τὰς μᾶλλον κρισίμους τῆς πατρίδος μας περιστάσεις, οὐ μόνον δὲν ἐπληρώθησαν, ἀλλ’ οὐδ’ ἀνεγνωρίσθησαν! Πῶς θέλετε ἡ δημοσία πίστις τῆς Ἑλλάδος νὰ ᾖναι ἐπηρμένη, ὅταν τὸ ἕτερον δάνειον τῶν 60,000,000, τὸ συνομολογηθὲν κατὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἐπληρώθη, ἠναγκάσθησαν δὲ νὰ πληρώσωσιν αὐτὸ ἐν ὀνόματι ἡμῶν αἱ ἐγγυήτριαι Δυνάμεις! Ὁ κ. Ζωχιὸς ἀνέφερε τὸ δάνειον τῶν 6,000,000 τὸ ἐκδοθὲν κατὰ τὸ 1862 διὰ ψηφίσματος τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως ὡς δάνειον συνομολογηθὲν ἄνευ τῆς ἐκχωρήσεως τελωνειακῶν εἰσπράξεων. Οἱ πάντες ὅμως ἐνθυμούμεθα, ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ ἐπεβλήθη εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων· διὰ τὸ δάνειον αὐτὸ προσεκλήθησαν οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὁμογενεῖς νὰ προσφέρουν ὡς ἔρανον εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος τὴν ἀγορὰν ὁμολογιῶν ἐκ τοῦ δανείου αὐτοῦ, καὶ ὅμως ἐκ τοῦ δανείου αὐτοῦ οἱ πάντες ἐνθυμούμεθα, ὅτι ἐπραγματοποιήθη τὸ ἓν τρίτον μόνον ἐκ τοῦ δανείου αὐτοῦ· οἱ πάντες ἐνθυμούμεθα ὅτι, ἵνα πραγματοποιηθῇ ἓν μέρος ἐκ τοῦ δανείου αὐτοῦ πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ὑπεχρεώθη νὰ ἀγοράσῃ ὁμολογίας τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος προὐκάλεσε βραδύτερον νόμον, δυνάμει τοῦ ὁποίου τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων ἠδυνήθη ν’ ἀναλάβῃ τὸ ἀντίτιμον τῶν ὅσων εἶχεν ἀγοράσει ὁμολογιῶν ἐκ τοῦ δανείου τούτου. Καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου αὐτοῦ μέχρις ἐσχάτων ἀκόμη εἶχον ὑποτίμησιν καταπληκτικήν. Σᾶς βεβαιῶ, ὅταν ἔβλεπον τοὺς κατόχους τοιούτων ὁμολογιῶν προσερχομένους εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον καὶ εἰς τὰς τεταγμένας πρὸς πληρωμὴν τοῦ τόκου καὶ τοῦ χρεωλυσίου προθεσμίας, καὶ ἀποπεμπομένους ὑπ’ αὐτοῦ, ᾐσθανόμην ἐγκάρδιον λύπην, διότι ἔβλεπον τὴν δημοσίαν τῆς Ἑλλάδος πίστιν ὑφισταμένην νεώτερον τραῦμα ἕνεκα τῶν τοιούτων τοῦ δημοσίου ταμείου ἀρνήσεων. Τὸ πρῶτον μεταξὺ τῶν νεωτέρων δανείων μας εἶναι τὸ συνομολογηθὲν παρ’ ἡμῶν τὸ 1871 ἐκ δραχμῶν 1,500,000. Πολλοὶ ἐξ ἡμῶν εὑρίσκουν τὴν πολιτικὴν καὶ οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὡς κρείττονα τῆς μετὰ τὴν μεταπολίτευσιν· καὶ ὅμως διὰ τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἡ Κυβέρνησις ἔδωκεν εἰς ὑποθήκην τὸν ἐλαιῶνα Ἀμφίσσης· συνωμολογήθη δὲ ὀλίγον πρότερον μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἕτερον ἐκ δραχμῶν ἑνὸς ἑκατομμυρίου δάνειον καὶ πρὸς ἀσφάλειαν αὐτοῦ ἐνεχυρίασεν ἡ Κυβέρνησις τὰς παρὰ τῇ αὐτῇ Τραπέζῃ μετοχάς της. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν, ὡς πολὺ ὀρθῶς ἐλέχθη ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἰς τὸ στάδιον τῶν ἀρτιπαγῶν κρατῶν, τῶν ὁποίων βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ἱδρύεται ἡ δημοσία πίστις. Ὁ κύριος Ζωχιὸς εἶπεν, ὅτι οὐδεμία εὐρωπαϊκὴ ἐπικράτεια προσέφερεν εἰς ἀσφάλειαν τῶν πιστωτῶν της εἰσπράξεις τελωνείων ἢ ἄλλας δημοσίας προσόδους. Καὶ ὅμως δύναμαι νὰ πληροφορήσω τὸν ἐκ Μέσσης βουλευτὴν, ὅτι πολλαὶ ὑπάρχουσι μέχρι καὶ σήμερον ἐπικράτειαι, αἱ ὁποῖαι ἐξεχώρησαν ἢ ἐνεχυρίασαν δημοσίας προσόδους εἰς τοὺς πιστωτάς των. Δὲν θέλω περιορισθῆ εἰς τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ ἔντιμος ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτὴς, δηλαδὴ τὸ τῆς Τουρκίας, οὐδὲ θέλω ἀναφέρει εἰς συνομολογηθέντα δάνεια ὑπὸ τῆς Ῥουμουνικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις πρό τινων ἀκόμη ἐτῶν ἐδανείσθη μὲ τόκους βαρυτέρους τοῦ ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν ὑπάρχοντος δανείου, καὶ ἐξεχώρησε τὰς προσόδους τῶν ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων πρὸς ἀσφάλειαν τῶν πιστωτῶν της. Αὐτὴ ἡ Ῥωσσία, κύριοι, ὅτε κατὰ τὸ 1871 ἔκαμε δάνειον, προβαλλομένη ὡς λόγον αὐτοῦ τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων ἐν τῷ Ῥωσσικῷ Κράτει, δὲν ἐξεχώρησε τὰς προσόδους τῶν σιδηροδρόμων αὐτῆς; Μὲ τίνα δ’ ἔκπτωσιν καὶ μὲ τίνα τόκον ἐδανείσθη; ἐξέδωκε τὸ δάνειον πρὸς 81½% καὶ μὲ τόκον 5%, δηλαδὴ μὲ μίαν ἐλαχίστην διαφορὰν, σχετικῶς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν σήμερον δάνειον. Αὐτὴ ἡ Ἰταλία, κύριοι, ὅταν ἐγένετο μεγάλη διὰ τῆς συνενώσεως τοσούτων ἐπικρατειῶν, ἐξέδωκε τὸ μεγάλον δάνειόν της πρὸς 55% καὶ μὲ τόκον 5% εἴτε μὲ τόκον ἀνώτερον τῶν 10%. Τὸ ἰταλικὸν δάνειον σήμερον ἀκόμη πωλεῖται μὲ ἔκπτωσιν πρὸς 66% τουτέστι καὶ σήμερον ἀκόμη ἡ Ἰταλία πληρώνει τόκον ἀκριβώτερον τοῦ δανείου, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν. Ἂν ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν Γαλλίαν, θέλομεν μάθει ὅτι, ὅτε κατὰ τὸ 1848 ἐκλονίσθη ἡ πίστις αὐτῆς, προσέφερεν εἰς ὑποθήκην εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὰ δημόσια δάση, ἢ μᾶλλον τὰ ἐπώλησε μὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξωνήσεως. Ἓν τῶν δανείων τῆς Γαλλίας ἐξεδόθη πρὸ 83½%, τὸ δὲ τελευταῖον τοῦ 1870 πρὸ 85 καὶ μὲ τόκον 5%. Μεταβαίνω ἤδη εἴς τινας παρατηρήσεις, ἐφ’ ὅσων ἀνέφερεν ἡμῖν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος· ἴσως ἡ εὐγλωττία καὶ ἡ δύναμις τοῦ λόγου τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἐπισκιάσῃ ἐν τῇ προκειμένῃ συζητήσει τὸ ἀσθενὲς τῆς φωνῆς μου· ἀλλ’ ὅσοι ἐξ ὑμῶν λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ προσέξητε εἰς ὅσα θέλω εἴπει ἐπὶ τοῦ προκειμένου, θέλετε πεισθῆ, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν εἶχεν ὑπὲρ αὑτοῦ τὸ δίκαιον, ὅπως εἶχε φυσικῶς ὑπὲρ αὑτοῦ τὴν εὐφράδειαν καὶ τὴν δύναμιν τοῦ λόγου. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐν ἀρχῇ ἠθέλησε νὰ συγκρίνῃ τὰς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος συναφθείσας συμβάσεις μεταξὺ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῆς Πιστωτικῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὴν σήμερον ὑποβαλλομένην ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, συγκρίνων τὰς συμβάσεις ταύτας, ἀνέφερεν ὅτι δυνάμεθα διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 7 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ δανείσῃ ἡ Πιστωτικὴ καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐπὶ τόκῳ 6%, νὰ ἐξοφλήσωμεν ὅλα τὰ παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ δάνεια, καὶ ἠδυνάμεθα μὲ μίαν ἐλάττωσιν τόκου εἰς 7% νὰ τρέψωμεν τ’ ἄλλα παρὰ τῇ αὐτῇ Τραπέζῃ δάνεια, τὰ ἐπὶ ἐκχωρήσει τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων τῆς Κεφαλληνίας, καὶ ἐκ παραχωρήσεως ὁμολογιῶν ἐκ τιμήματος φθαρτῶν κτημάτων· τὸν ἰσχυρισμὸν δὲ τοῦτον ὁ ἐκ Μέσης βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ συμπληρώσῃ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τήνου βουλευτοῦ κ. Δρόσου. Καὶ οἱ δύω εἶχον μίαν καὶ τὴν αὐτὴν βάσιν συγκρίσεως· ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς δύω συμβάσεις, τὰς πέρυσι συναφθείσας, ὡς καὶ τὰς ἐξ αὐτῶν προερχομένας ὠφελείας· συνέκρινον αὐτὰς πρὸς τὴν ὑπὸ συζήτησιν σύμβασιν, καὶ εὗρον, ὅτι ὑπάρχει μεγίστη διαφορά. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον, διατί νὰ μὴ περιορισθῶσιν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς μιᾶς μόνης τῶν συμβάσεων, δηλαδὴ τῆς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι ἡ συζητουμένη σήμερον δὲν ἔχει τι κοινὸν πρὸς τὴν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης πέρυσι συναφθεῖσαν σύμβασιν· ταύτην δύναται ἡ Κυβέρνησις, ἂν θέλῃ, νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισίν της. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν διαπραγματεύσεων, εἰς τὰς ὁποίας, ὡς μᾶς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς, εἰσῆλθε, πρόκειται νὰ βελτιώσῃ ἴσως ὑπὲρ τοῦ δημοσίου τὰς γενομένας τότε συμφωνίας. Κατ’ ἐμὲ, διὰ νὰ σχηματίσωμεν μίαν πεποίθησιν περὶ τῶν πλεονεκτημάτων ἢ μειονεκτημάτων τῆς παρούσης πρὸς τὰς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος συναφθείσας συμβάσεις, πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὴν σύγκρισιν εἰς τὴν μίαν ἐκ τῶν δύω αὐτῶν συμβάσεων, ἤτοι εἰς τὴν μετὰ τῆς Ἐθν. Τραπέζης. Κατ’ ἐκείνην λοιπὸν τὴν σύμβασιν ἡ Ἐθν. Τράπεζα ἐλάμβανε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἓν δάνειον ἐκ 3 ἑκατομμυρίων δραχμῶν πρὸς 6% δι’ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ, δηλ. σχετικῶς πρὸς τὸν τόκον τὸν διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως συνομολογούμενον ἓν καὶ ½% ἔλαττον· λέγω δὲ 1½, διότι, ἂν καὶ ἐν τῇ τῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπῆς ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, ἀνεβίβασα τὸν τόκον εἰς 7,83%, τοῦτο ἔπραξα, διότι τὴν αὐτὴν παραδέχομαι βάσιν συγκρίσεως καὶ δι’ ὅλα τὰ προηγούμενα δάνεια, πράγματι ὅμως ὁ τόκος τοῦ δανείου τούτου ἀνέρχεται εἰς 7,52%. Ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ἕνα χρεωλυτικὸν πίνακα, θέλετε ἴδει ὅτι πρὸς 8,02% ἐξοφλεῖται τὸ προκείμενον δάνειον εἰς 44 ἔτη, ὥστε μετὰ τὴν ἔκπτωσιν τοῦ χρεωλύτρου ἐξ ½% θέλομεν ἔχει 7,52%· ἄρα λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν καὶ τῆς ἐπιβαρυνούσης τὸ δημόσιον διαφορᾶς ἕνεκα τῆς ἐπὶ πλέον ἀποδόσεως 19%, ἅτινα δὲν ἔλαβεν, ὁ τόκος ἀνέρχεται εἰς 7,52%. Λοιπὸν ἔχομεν διαφορὰν τόκου 1,5% δηλ. 45,000 δραχ. Ὑπεσχέθη τότε ἡ Τράπεζα νὰ τρέψῃ εἰς δάνειον ἐπὶ τόκῳ 7% τὸ ὀφειλόμενον τότε ποσὸν ἐπὶ ἐκχωρήσει ὁμολογιῶν ἐκ τιμήματος φθαρτῶν κτημάτων ἐκ δραχμῶν 1,500,000, ὡς καὶ τὸ ἕτερον τοῦ δημοσίου χρέους ἐπὶ παραχωρήσει τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων Κεφαλληνίας, ὅπερ σήμερον ἀναβαίνει εἰς 1½ ἑκατομ. ἤτοι τὸ ὅλον 3,000,000. Ἐξ αὐτῶν ἔχομεν μίαν διαφορὰν ½%, διότι ταῦτα ἀπέδιδον καὶ ἀποδίδουσι τόκον 8%, ἠθέλομεν δ’ ἔχει κέρδος ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ἐκ 15,000 δρ. — 45 ἐκ τοῦ προηγουμένου καὶ 15 ἐξ αὐτοῦ, τὸ ὅλον 60,000 δραχ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἤδη διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως τρέπονται εἰς τόκον πρὸς 7,52% τὰ νεώτερα προσωρινὰ δάνεια ἐκ δραχ. 5,000,000, ἅτινα δίδουσι τόκον 8, ἔχομεν διαφορὰν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ἐκ δραχ. 25,000, ὥστε ἡ ἀνωτέρω διαφορὰ τῶν δραχμῶν 60,000 ἐλαττοῦται εἰς μόνον 35,000.
§216ΔΡΟΣΟΣ. Τὰ 4,000,000 τῆς Πιστωτικῆς....;
§217ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ προκειμένη σύμβασις πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν μόνης τῆς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συμβάσεως, διότι περὶ τῆς ἄλλης ἤτοι τῆς μετὰ τῆς Πιστωτικῆς δὲν πρόκειται.
§218ΔΡΟΣΟΣ. Ὑφίσταται, διότι δι’ αὐτὸν τὸν λόγον....
§219ΜΙΛΗΣΗΣ. Αἱ τρεῖς συμβάσεις ἀποτελοῦν μίαν καὶ μόνην.
§220ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἐμὲ, ἡ μετὰ τῆς Πιστωτικῆς συναφθεῖσα σύμβασις ὑφίσταται καὶ σήμερον, ὥστε, προκειμένου νὰ συγκρίνωμεν τὴν σήμερον συζητουμένην μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οὐδένα ἔχομεν λόγον νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος μετὰ τῆς Πιστωτικῆς συναφθεῖσαν. Δὲν θέλω τὸ παράπαν νὰ ἐξετάσω ἂν αἱ Τράπεζαι, ἥ τε Ἐθνικὴ καὶ ἡ Πιστωτικὴ, εἰσὶν ὑποχρεωμέναι νὰ παραμένωσιν εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα ὑπὸ τὰς πέρυσι γενομένας συμβάσεις· δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἡ Βουλὴ δὲν ἐπεψήφισε τὰς συμβάσεις αὐτὰς, οὐδὲ τοὺς λόγους, δι’ οὓς αὕτη εἰς τὴν τελευταίαν σύνοδον ἠρνήθη τὴν ἀπόῤῥιψιν τῶν συμβάσεων αὐτῶν, ὑποστηριχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτων κρίνω ἐπάναγκες νὰ ἐξετάσω τὰ πλεονεκτήματα, ἅτινα ἀποκτᾷ τὸ δημόσιον διὰ τῆς ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς εἰσαχθείσης συμβάσεως σχετικῶς πρὸς τὸν σύμβασιν τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Δεληγεώργη καὶ τῆς αὐτῆς Τραπέζης συναφθεῖσαν. Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἐλυπήθην πέρυσι διὰ λογαριασμὸν τοῦ κ. Δεληγεώργη, ὅτε εἶδον ὅτι ἠδίκει πολλὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, εἰς τὰς ὁποίας εἶχον ἤδη συστηθῇ ὑποκαταστήματα τῆς Ἐθν. Τραπέζης, καὶ αἵτινες ἐπρόκειτο ἀνεπιστρεπτεὶ ν’ ἀπολέσωσι τὸ πλεονέκτημα αὐτό.
§221ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Εἴπατε, ὅτι τὰς ἠδίκησεν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀδικία τὸ ὅτι ἀπέκτησαν ὑποκαταστήματα.
§222ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀδικία ἐγένετο εἰς μόνον τοὺς τοκογλύφους. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Διὰ νὰ ἐννοηθῇ καλῶς τὸ ἐκ τῆς συστάσεως τῶν ὑποκαταστημάτων πλεονέκτημα, ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τῶν ἐργασιῶν, τὰς ὁποίας διεξάγουσι ταῦτα. Ἡ ἀνάγκη τῆς συστάσεως τῆς γεωργικῆς Τραπέζης κατέστη πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐπαισθητὴ παρ’ ἡμῖν. Διὰ νὰ μὴ συγχύζητε δὲ τὴν γεωργικὴν μὲ τὴν κτηματικὴν, προσθέτω, ὅτι ἡ μὲν κτηματικὴ δίδει δάνεια ἐνυπόθηκα μακροχρόνια, τῶν ὁποίων σκοπὸς εἶναι ἡ βελτίωσις τοῦ ἐδάφους, ἡ δὲ γεωργικὴ δίδει δάνεια βραχυπρόθεσμα ἐπὶ γραμματίοις, ἤτοι παρέχει εἰς τοὺς γεωργοὺς τὰ μέσα τῆς καλλιεργείας· σκοπὸς τῆς γεωργικῆς εἶναι ἡ exploitation, καὶ διὰ τοῦτο τὰ παρ’ αὐτῆς χορηγούμενα δάνεια ἐπιστρέφονται ὑπὸ τῶν γεωργῶν κατὰ τὴν συγκομιδὴν τῶν προϊόντων των. Διὰ τὴν σύστασιν τῆς γεωργικῆς Τραπέζης πολλαὶ κατεβλήθησαν προσπάθειαι, καὶ εἰς πολλὰς ἀπεφάσισε νὰ ὑποβληθῇ ἡ Κυβέρνησις παραχωρήσεις· δὲν κατωρθώθη ὅμως ἡ σύστασις εἰδικῆς τοιαύτης Τραπέζης, διότι δὲν εὑρίσκονται, οὐδὲ προσφέρονται εὐκόλως διὰ τοιαύτην ἐργασίαν τὰ κεφάλαια. Κατὰ τὸ 1861, ὅτε ἐπρόκειτο ν’ ἀνανεωθῇ τὸ προνόμιον τῆς Ἐθν. Τραπέζης, ἡ τότε συστηθεῖσα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐπιτροπὴ, τῆς ὁποίας ἀπετέλει μέρος καὶ ὁ κ. Δρόσος, ἐγνωμοδότησε καὶ διὰ τοῦ νόμου ἐπεβλήθη ὡς πρώτη ὑποχρέωσις εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἡ χορήγησις δανείων πρὸς γεωργοὺς, προσδιωρίσθησαν δ’ ἐπὶ τούτῳ 2,000,000 ἐκ τοῦ μετοχικοῦ της κεφαλαίου. Ἔκτοτε ἡ Τράπεζα ἀνέλαβεν ἐν μέρει καὶ τὰ ἔργα τῆς γεωργικῆς Τραπέζης, ἐνεργοῦσα δάνεια πρὸς γεωργοὺς, ἀλλὰ μόνον εἰς ὅσας εἶχεν ὑποκαταστήματα ὀλίγας ἐπαρχίας. Ὀλίγον ὅμως χρόνον, πρὶν ἢ ὁ κ. Δεληγεώργης συνάψῃ τὴν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης σύμβασιν, ἡ Ἐθν. Τράπεζα συνέστησεν ὑποκαταστήματα εἰς ὅλας τοῦ Κράτους τὰς ἐπαρχίας, καὶ δι’ αὐτῶν ἐπεξέτεινεν εἰς ὅλον τὸ Κράτος τὰς πρὸς τοὺς γεωργοὺς χορηγήσεις ἐπὶ τόκῳ 8%. Ὡς ἐκ τῆς συστάσεως τῶν ὑποκαταστημάτων τούτων ὑπάρχουσιν ἤδη διατεθειμένα εἰς γεωργικὰς χορηγήσεις περὶ τὰ 5,000,000 δραχ. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν κατάγεσθε ἐκ γεωργικῶν ἐπαρχιῶν, γνωρίζετε, ὅτι οἱ λαμβάνοντες ἀνάγκην διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων των γεωργοί, κατέφευγον εἰς τοὺς τοκογλύφους καὶ ἦσαν ἠναγκασμένοι νὰ πληρώνωσι βαρυτάτους τόκους 20 καὶ 25%, πολλοὶ δὲ αὐτῶν ἠναγκάσθησαν ν’ ἀπαλλοτριώσωσιν ὁλόκληρον σχεδὸν τὴν περιουσίαν των. Ἡ σύστασις λοιπὸν τῶν τελευταίων ὑποκαταστημάτων ἐθεράπευσε τὴν ἀνάγκην ταύτην.
§223ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς παντάπασιν.
§224ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ μέγα μέρος....
§225ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω καὶ κατὰ μέγα μέρος.
§226ΔΡΟΣΟΣ. Κατὰ τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑπὸ συζήτησιν, δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη.
§227ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλθω ἀμέσως εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα. Πρὸ ὀλίγου, νομίζω, μὲ διέκοψεν ὁ ἐκ Θήρας βουλευτὴς κ. Βαλέττας, ἰσχυρισθεὶς ὅτι δὲν ἐπληρώθη διὰ τῆς συστάσεως τῶν ὑποκαταστημάτων ἡ ἀνάγκη αὕτη. Πρὶν ἢ συστηθῇ ὑποκατάστημα εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς ὁποίας ἀντιπρόσωπος εἶναι ὁ κ. Βαλέττας, εἶχον πληροφορίας ἀπὸ ἀξιοτίμους συμπολίτας τοῦ κ. Βαλέττα, ὅτι οἱ ἀμπελοκτήμονες, οἵτινες εἶχον ἀνάγκην δανείων, ἐδανείζοντο πρὸς 12 καὶ 15%. Ἐρωτῶ τὸν ἔντιμον φίλον μου καὶ ἐκ Θήρας βουλευτὴν ἂν τὸ ὑποκατάστημα, ὅπερ ἐσυστήθη εἰς Θήραν, καὶ ὅπερ διαχειρίζεται περὶ τὰς 300 χιλ. δραχμῶν, δὲν ἐπέφερε τὴν ἐλάττωσιν τῶν τόκων ἐν Θήρᾳ καὶ ἂν δὲν ᾖναι οἱ ἀμπελοκτήμονες ηὐχαριστημένοι.
§228ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δανείζει τὸ ὑποκατάστημα εἰς ἐμπόρους ἢ μὲ ὑπογραφὰς ἐμπόρων· ἑπομένως δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι δανείζει εἰς ἀμπελοκτήμονας· τότε ἐγὼ δύναμαι ὡς ἀμπελοκτήμων νὰ δανεισθῶ, ὅταν ἔχω ἐμπόρων ὑπογραφάς.
§229ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, κ. Βαλέττα, διότι δὲν μοὶ ἐδόθη ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, ἵνα σᾶς παρουσιάσω κατάλογον ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἐν Θήρᾳ εἶναι δανεισμέναι αἱ 300,000 δραχμαί· εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ πλεῖστον, ἂν ὄχι τὸ ὅλον τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, εἶναι δανεισμένον εἰς ἀμπελοκτήμονας. Εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι ὁ κ. Δεληγεώργης, περιορίσας ἢ μᾶλλον χορηγήσας εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ μόνον 22 ὑποκαταστήματα, ἠδίκησε τὰς λοιπὰς τοῦ Κράτους ἐπαρχίας, ἤτοι ἐκείνας, αἵτινες δὲν ἤθελον εὐτυχήσει νὰ ᾖναι μεταξὺ τῶν 22. Ὁ νομοθέτης, ὅστις καθιέρωσε τὸ προνόμιον τῆς ἀποκλειστικῆς ἐκδόσεως καὶ κυκλοφορίας τῶν γραμματίων τῆς Ἐθν. Τραπέζης, ὑπῆρξε λίαν προνοητικός· δὲν ἠθέλησε διὰ τοῦ προνομίου τούτου καμμίαν ἐπαρχίαν ν’ ἀδικήσῃ, καὶ διὰ τοῦτο εἶπε «δίδω τὸ δικαίωμα τῆς ἀποκλειστικῆς κυκλοφορίας τῶν Τραπεζικῶν γραμματείων μόνον κατὰ τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ἤθελον συστηθῆ ὑποκαταστήματα.» Ἐξήρτησεν ἀπὸ τὸ συμφέρον τῆς Τραπέζης τὴν σύστασιν ὑποκαταστημάτων εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας, τῶν ὁποίων αἱ συναλλαγαὶ εἰσιν ἄξιαι λόγου, καὶ δύνανται νὰ προκαλέσωσι τὴν σύστασιν ἄλλης Τραπέζης πρὸς ἔκδοσιν τραπεζικῶν γραμματίων· ὡς ἐκ τῆς προνοητικῆς ταύτης διατάξεως τοῦ Νόμου, ἠναγκάσθη ἡ Τράπεζα νὰ συστήσῃ ὑποκαταστήματα εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς γεωργικῆς τάξεως καὶ ἐπὶ ζημίᾳ ἑαυτῆς, διότι, ὡς γνωρίζετε, αἱ πρὸς τοὺς γεωργοὺς χορηγήσεις δίδονται μὲν μὲ τόκον 8%, ἀλλὰ τὰ 4% δαπανῶνται εἰς ἀμοιβὴν καὶ ἔξοδα τῶν διευθυντῶν, ὥστε ἡ Τράπεζα μόνον 4% εἰσπράττει. Ἐνῷ λοιπὸν ὑπῆρχον συστημένα τὰ ὑποκαταστήματα εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας, ὁ κ. Δεληγεώργης, διὰ νὰ διευκολύνῃ τὰς χρηματικὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου Ταμείου, τὰ κατήργει χορηγῶν εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ δικαίωμα τῆς ἀποκλειστικῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων της καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα (πλὴν τῆς Ἑπτανήσου) μὲ μόνον 22 ὑποκαταστήματα· οὕτω δὲ οὐ μόνον ἐχορήγει ἓν προνόμιον εἰς τὴν Ἐθν. Τράπεζαν, ἀλλὰ καθίστα προνομιούχους τινὰς τοῦ Κράτους Ἐπαρχίας, τὰς δὲ λοιπὰς ἐκήρυττεν ὑποτελεῖς καὶ ἀναξίας τραπεζικῶν εὐκολιῶν.
§230ΔΡΟΣΟΣ. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ἔλεγε κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 22.
§231ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἐλάχιστος ὅρος ἤθελεν εἶσθαι καὶ ὁ πραγματικός, διότι ποῖον συμφέρον θὰ εἶχεν ἡ Τράπεζα νὰ συστήσῃ καὶ ἄλλα ὑποκαταστήματα, ἀφοῦ δὲν εἶχε τὸν φόβον τῆς συστάσεως καὶ ἄλλων Τραπεζῶν; Ἐνόσῳ καὶ ἄλλαι Τράπεζαι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ συστήσωσιν εἰς αὐτὰς ὑποκαταστήματα, τότε μόνον εἶχε τὸ συμφέρον νὰ προλάβῃ ἡ Ἐθνική. Ἂς ἐξετάσωμεν ὅμως ἤδη, τί περιέχει ἡ σύμβασις, τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ ἐπικύρωσις; Ἐμμένει εἰς ὅ,τι ἀρχικῶς ὁ Νομοθέτης περὶ προνομίου τῆς Τραπέζης ἐνομοθέτησε· δὲν ἐννοεῖ νὰ ἔχῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τὸ δικαίωμα τῆς ἀποκλειστικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων της καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἔχει ὑποκαταστήματα· ἡ προκειμένη σύμβασις λέγει εἰς τὴν Τράπεζαν· «ἐὰν θέλῃς τι ἐκ τῶν ὑποκαταστημάτων σου νὰ καταργήσῃς, λάβε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἔλθῃ ἄλλη Τράπεζα, ἥτις θὰ εὕρῃ εὐκαιρίαν νὰ συστήσῃ ἐκεῖ ἴδιον κατάστημα.» Ὁ φόβος αὐτὸς βεβαίως θὰ ἀναγκάσῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ ἔχῃ, ὅσον οἷόν τε, πλείονα ὑποκαταστήματα· τὸ συμφέρον αὐτὸ τῆς Τραπέζης εἶναι ἀπαρχῆς ἐγγύησις· τὸ συμφέρον δὲ διὰ τὰς Τραπέζας δὲν εἶναι λέξις κενή· διότι τὰ συγκεντρούμενα εἰς αὐτὰς κεφάλαια δὲν συγκεντροῦνται μόνον χάριν πατριωτισμοῦ.
§232ΤΙΝΕΣ. Κᾀνεὶς δὲν τὸ ζητεῖ αὐτό.
§233ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἡ ἤδη εἰσαχθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν σύμβασις, παραβαλλομένη πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Δεληγεώργη συναφθεῖσαν, ἔχει τὸ πλεονέκτημα, ὅτι δὲν νομιμοποιεῖ τὸ ἀδίκημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ ὑποστῶσι πολλαὶ τοῦ Κράτους ἐπαρχίαι· ἑπομένως, κατ’ ἐμὲ, εἶναι προτιμοτέρα τῆς συμβάσεως τῆς παλαιᾶς. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος ἐκ Τήνου βουλευτὴς εἶπεν ὅτι τὸ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως παρεχόμενον δάνειον διὰ τῆς μετὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης συμβάσεως εἶναι εὐθηνότερον. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, οὐδὲν τὸ κωλῦον νὰ ἐγκρίνωμεν καὶ τὴν σύμβασιν ἐκείνην. Σήμερον ἡ Κυβέρνησις προτείνει νὰ ἐγκρίνῃ ἓν δάνειον ἐκ πραγματικῶν κεφαλαίων 23,000,000· ἐξ αὐτῶν 14,000,000 θέλει συμψηφίσει εἰς τὰς ὑπαρχούσας παρὰ τῇ Ἐθν. Τραπέζῃ ὀφειλὰς τοῦ δημοσίου, τὸ δὲ ὑπόλοιπον θέλει ζητήσει ἀπὸ τὴν δημοσίαν πίστιν εἴτε ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, εἴτε ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ μετὰ τῆς Πιστωτικῆς σύμβασις ὑφίσταται, καὶ ἂν αὕτη ἐπιψηφισθῇ, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐκδώσῃ καὶ τὸ ὑπόλοιπον· δύναται νὰ συμψηφίσῃ τὰ 14,000,000 εἰς τὰ παρὰ τῇ Τραπέζῃ χρέη της καὶ νὰ μὴ ζητήσῃ ἀπὸ τὸ δημόσιον τὸ ὑπόλοιπον. Δύναται ἀκόμη, ἐὰν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκτελέσῃ παραγωγικὰ ἔργα καὶ ἔχῃ ἀνάγκην χρημάτων, νὰ μεταχειρισθῇ πρὸς τοῦτο τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου. Γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχει ἔγκυρος ἡ σύμβασις περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου, διὰ τὸν ὁποῖον ὀφείλει τὸ δημόσιον νὰ καταβάλῃ 15,000,000. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δι’ ἐκτέλεσιν ἔργων ἡ Ἑλλ. Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ ἀνάγκην χρημάτων, ὥστε δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ καὶ τὴν μετὰ τῆς Πιστωτικῆς σύμβασιν. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐλησμόνησα νὰ σᾶς ἀναφέρω πρὶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δεληγεώργη εἶχε μετὰ τῶν δύω Τραπεζῶν συμφωνήσει νὰ λάβῃ ἓν δάνειον, ἐκ μὲν τῆς μιᾶς τριῶν ἐκ δὲ τῆς ἄλλης τεσσάρων ἑκατομμυρίων ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ, χωρὶς νὰ γείνῃ λόγος, ὅτι τὰ δάνεια αὐτὰ, τὰ παραχωρούμενα ὑπὸ τῶν Τραπεζῶν, γίνονται δι’ ὡρισμένην χρονικὴν διάρκειαν, καὶ ὅτι θὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ὡρισμένον σκοπόν.
§234ΔΡΟΣΟΣ. Εἰς τὴν σύμβασιν ῥητῶς ἀναφέρεται ὅτι τὰ τρία ἑκατομμύρια φράγ. θὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἀπόσβεσιν δανείων.
§235ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον διὰ τὸ μετὰ τῆς Ἐθν. ἐκ 3,000,000, ὡς πρὸς τὸ τῆς Πιστωτικῆς δὲν ἀναφέρεται ὁ σκοπός. Ἐν τούτοις, ὡς πρὸς τοὺς ἀνοικτοὺς λογαριασμοὺς, αἱ Τράπεζαι ἔχουσι κατὰ τὸ καταστατικὸν τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς κλείωσιν, ὅταν θέλωσι· διὰ τοῦτο ὀνομάζονται καὶ ἀνοικτοὶ λογαριασμοί. Ἐπειδὴ δ’ ἐν τῇ συμβάσει δὲν ὁρίζεται προθεσμία, νομίζω, ὅτι ἡ Τράπεζα ἐδικαιοῦτο νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπόδοσιν τῶν ὀφειλομένων, ὅταν ἐλάμβανεν ἀνάγκην.
§236ΔΡΟΣΟΣ. Ἤθελον νὰ πληρωθῶσιν αἱ ὁμολογίαι.
§237ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ μετά τινα χρόνον ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ ἡ Τράπεζα, ὅσα ἐκ τοῦ ἀνοικτοῦ λογαριασμοῦ τῇ ὠφείλοντο. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ὅτι αἱ παραχωρήσεις, αἱ γενόμεναι ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τῆς προκειμένης συμβάσεως, εἶναι μεγάλαι· καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ 8 ἄρθρον τῆς συμβάσεως, εἶπεν ὅτι δι’ αὐτοῦ κυροῦται μὲν ἓν προηγούμενον τῆς Τραπέζης προνόμιον, τιμωρουμένων τῶν δημοσίων καὶ δημοτικῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον παραβιάσει τὸ ὑπὲρ τῆς Τραπέζης κεκτημένον δικαίωμα, ἀλλὰ τοῦτο ἐξασφαλίζει τὴν Τράπεζαν ἀπὸ τὰς ἀμφιβολίας, αἱ ὁποῖαι ἐσχάτως εἶχον ἐγερθῆ ὡς πρὸς τὸ νόμιμον τῆς συστάσεως πολλῶν ὑποκαταστημάτων της, ὡς γενομένων ἀφοῦ ἤδη εἶχε συναφθῆ σύμβασις μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Πιστωτικῆς, σύμβασις χορηγοῦσα δικαίωμα πρὸς ἔκδοσιν τραπεζικῶν γραμματίων εἰς ὅσας ἐπαρχίας ἡ Ἐθνικὴ δὲν εἶχεν ὑποκαταστήματα. Σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι εὗρον τὸν ὑπαινιγμὸν αὐτὸν ἀδικαιολόγητον, διότι τὸ ἄρθρον 8 τῆς συμβάσεως, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται ποινὴ κατὰ τῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες ἤθελον παραβιάσει τὸ προνόμιον τῆς Τραπέζης, οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὰ ἐσχάτως συστηθέντα ὑποκαταστήματα. Διὰ τοῦ ἄρθρου 8 οὐδὲν νέον προνόμιον ἢ δικαίωμα ὑπὲρ τῆς Τραπέζης δημιουργεῖται, δι’ αὐτοῦ τιμωροῦνται οἱ δημόσιοι καὶ οἱ δημοτικοὶ διαχειρισταὶ, οἵτινες ἤθελον παραβιάσει τὸ κεκτημένον ὑπὲρ τῆς Τραπέζης δικαίωμα, ὡς πρὸς τὴν ἀποκλειστικὴν κυκλοφορίαν τῶν γραμματίων της, ἐφ’ ὅσον εἶναι κεκτημένον, καὶ ὅπου δυνάμει τῶν προηγουμένων νόμων εἶναι κεκτημένον. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν, κατὰ τί μετεβλήθη ἡ θέσις τῆς Τραπέζης διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα δυνάμει τῆς προηγουμένης συμβάσεως ἀπέκτησε δικαίωμα προτιμήσεως εἰς τὰς ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ὑπῆρχον ὑποκαταστήματα τῆς Ἐθνικῆς καθ’ ὃν χρόνον συνωμολογήθη ἡ σύμβασις, τοῦτο δὲν μεταβάλλεται τὸ παράπαν ἐκ τοῦ ἄρθρου 8. Διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, κύριοι, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις παρέχει μόνον δεῖγμα καλῆς πίστεως. Καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Τραπέζης, ἡ Κυβέρνησις, σεβομένη τὰς ὑποχρεώσεις της, σεβομένη τοὺς κειμένους νόμους, ἐκτιμῶσα τὰ πλεονεκτήματα τῆς καλῆς πίστεως, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ εὑρίσκηται πᾶσα Κυβέρνησις πρὸς τοὺς μετ’ αὐτῆς συναλλασσομένους, ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν νόμου εἰδικοῦ ἐπιβάλλοντος ποινικὴν καταδίωξιν κατὰ τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι παραβιάζουσι ῥητὸν τοῦ Κράτους νόμον. Εἰς τὴν νομοθεσίαν μας προβλέπονται αὐστηραὶ ποιναὶ, ἐπιβαλλόμεναι, ἐπὶ παραδείγματι, κατὰ τοῦ δημοτικοῦ παρέδρου, διότι δὲν ἐδέχθη τὴν δήλωσιν τοῦ κτηνοτρόφου κλπ. Νομίζετε δὲ, ὅτι διάταξις, ἐπιβάλλουσα ποινὴν εἰς τὸν δημόσιον ὑπάλληλον, ὅστις παραβιάζει νόμον ὑπερτάτης σημασίας καὶ ἀξίας, εἶναι θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ συζητήσωμεν; Ὑπάρχουν μερικαὶ ἀλήθειαι, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἡ διαφορὰ τῶν γνωμῶν δὲν πρέπει νὰ ὑφίσταται.—Ἀλλὰ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος πολὺ ἐνδιέτριψεν εὑρίσκων, ὅτι ἐν τῇ συνομολογήσει τοῦ ἄρθρου 9 τῆς συμβάσεως ἡ Τράπεζα μεγάλας κατέκτησεν ὠφελείας. Κατ’ ἐμὲ ὅμως, οὐδὲν ὠφελήθη δι’ αὐτοῦ. Εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον εἰς τὴν Τράπεζαν, ἂν ἐν τῷ ταμείῳ της, πλὴν τοῦ μεταλλικοῦ, ὑπάρχουν γραμμάτια ἐμπορικὰ ἢ ὁμολογίαι ἐμπορικαὶ ἢ χρεώγραφα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Αἱ πλεῖσται τῶν ἐχουσῶν δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων Τράπεζαι ὑπεχρεώθησαν νὰ ἔχωσιν εἰς τὸ παθητικόν των χρεώγραφα τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι διακρίνονται ἐπὶ πλείονι μελέτῃ τῶν τοιούτων ζητημάτων, εὗρον ὅτι περισσοτέραν πίστιν παρέχουσι τὰ χρεώγραφα τοῦ Κράτους ἢ τὰ ἐμπορικὰ γραμμάτια καὶ ὅτι περισσοτέραν ἀσφάλειαν ἔχουσιν οἱ κάτοχοι τραπεζικῶν γραμματίων, ὅταν γνωρίζουν ὅτι ἡ ἀξία τῶν γραμματίων ἀντιπροσωπεύηται ὑπὸ μεταλλικοῦ ἀφ’ ἑνὸς καὶ ὑπὸ χρεωγράφων τῆς Κυβερνήσεως ἀφ’ ἑτέρου. Μεταβαίνω εἰς τὸ ἕτερον ἐπιχείρημα τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη θέλει διευκολύνει τὴν συνομολόγησιν νέων δανείων τῆς Κυβερνήσεως.
§238ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐν παραδείγματι.
§239ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε, ὅτι ἡ Ἐνικὴ Τράπεζα συνομολογήσασα ἓν δάνειον μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, θέλει δώσει εἰς αὐτὴν μόνον τραπεζικὰ γραμμάτια· ἐπειδὴ δὲ ἡ ἀξία αὐτῶν πρόκειται ν’ ἀντιπροσωπευθῇ εἰς τὸ παθητικόν της μὲ χρεώγραφα τῆς Κυβερνήσεως, ἰδοὺ ὅτι ἡ Τράπεζα μετ’ εὐκαιρίας ἐχορήγησε τὸ δάνειον, αὐξήσασα τὰ τραπεζικά της γραμμάτια.
§240ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἄν ἡ Τράπεζα ἔχῃ χρεώγραφα τῆς Κυβερνήσεως, ἠμπορεῖ νὰ τὰ μεταχειρίζηται ὡς ἀντιπροσωπεύοντα τὴν ἔκδοσιν νέων γραμματίων.
§241ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ νέα τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀνταλλάττουσα ταῦτα ἀκινδύνως μὲ τὰ ὁποῖα θέλει λάβει χρεώγραφα τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, ὅτι ὁ ἔντιμος προλαλήσας θέλει ἀναγνωρίσει μετ’ ἐμοῦ, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων εἶναι πάντοτε εἰς παράλληλον θέσιν πρὸς τὸ ποσὸν τῶν συναλλαγῶν· ὅτι οἱαδήποτε Τράπεζα, ὅσην καὶ ἂν ἀπολαμβάνῃ πίστιν, δὲν δύναται νὰ θέτῃ εἰς κυκλοφορίαν τραπεζικὰ γραμμάτια ποσότητος ὑπερβαινούσης τὰς ἀνάγκας τῶν συναλλαγῶν.
§242ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δύνανται νὰ μὴ ὑπάρχουν ἐμπορικαὶ ἀπαιτήσεις, ἀλλ’ ἄλλαι ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας ἀναπληροῦν τὰ γραμμάτια.
§243ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δανείζηται καὶ λαμβάνῃ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια τὸ δάνειον αὑτῆς, βεβαίως τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια δὲν τὰ κλείει εἰς τὸ ταμεῖόν της, ἀλλὰ τὰ δίδει εἰς τοὺς πιστωτάς της· τὰ γραμμάτια αὐτὰ ἀναγκαίως μεταβαίνουσιν ἐν τῇ ἀγορᾷ, καὶ ὑποβαλλόμενα εἰς τοὺς ἀναλλοιώτους ὅρους τῆς κυκλοφορίας τῶν νομισματικῶν ἀξιῶν, ἐπανέρχονται εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Τραπέζης, ἐφ’ ὅσον ὑπερβαίνουσι τὰς ἀνάγκας τῶν συναλλαγῶν. Σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα. Τῆς Ἐθικῆς Τραπέζης ὑπάρχουν ἐν κυκλοφορίᾳ σήμερον γραμμάτια 40,000,000 περίπου· ἡ Τράπεζα εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἔχῃ εἰς τὸ ταμεῖόν της μεταλλικὸν ὑπερβαῖνον τὸ τρίτον τῶν γραμματίων, δηλ. 13,000,000· τὰ ὑπόλοιπα 27 ἑκατομμύρια πρέπει νὰ ἀντιπροσωπεύωνται ἀπὸ ὁμολογίας ἢ γραμμάτια ἐμπορικά, προθεσμίας μὴ ὑπερβαινούσης τοὺς 3 μῆνας. Κατὰ τί καινοτομεῖ ἡ προκειμένη σύμβασις; Ἀντὶ νὰ ἔχῃ καὶ τὰ 27,000,000 εἰς γραμμάτια ἢ ἐμπορικὰς ὁμολογίας, δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ ἔχῃ μέχρι τοῦ ἡμίσεος αὐτῶν χρεώγραφα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν χωνεύει τὸ Κράτος περισσότερον ἀριθμὸν τραπεζικῶν γραμματίων, κατὰ τί ἐκ τῆς καινοτομίας τῆς συμβάσεως ὡς πρὸς τὸ εἶδος τῶν ἀντιτίμων τοῦ παθητικοῦ θέλει διευκολυνθῇ ἡ αὔξησις τῶν τραπεζικῶν γραμματίων; Ὁ ὅρος τοῦ ἐν τῷ ταμείῳ μεταλλικοῦ μένει ἀμετάβλητος· ἂν δὲ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ παθητικοῦ συνίσταται εἰς ἐμπορικὰ γραμμάτια, ἢ εἰς χρεώγραφα τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀδιάφορον διὰ τὴν Τράπεζαν· καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίστασιν τὸ αὐτὸ ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων θὰ ἔχῃ εἰς κυκλοφορίαν· ὡς πρὸς τὸν κάτοχον τραπεζικῶν γραμματίων ἡ ἀσφάλεια εἶναι μεγαλειτέρα ἐκ τῶν χρεωγράφων τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἐκ τῶν ἐμπορικῶν γραμματίων, διότι τὰ χρεώγραφα μεταβάλλονται εἰς χρήματα ἀμέσως καὶ προχείρως ἔν τε τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἐνῷ τὰ ἐμπορικὰ γραμμάτια καὶ προθεσμίας ἔχουσι καὶ ἐν κρισίμῳ ὥρᾳ ἡ εἴσπραξίς των καὶ δυσχερὴς εἶναι καὶ ἐπικίνδυνος ἀποβαίνει εἰς τὸ τοπικὸν ἐμπόριον. — Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μετέβη κατόπιν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ δανείου, ὅπως σήμερον προτείνεται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, καὶ κατακρίνων τὸ μακροχρόνιον τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου τούτου, εὗρεν ὅτι μία περὶ τούτου ἰδέα, ῥιφθεῖσα ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιτροπῆς, δὲν εἶναι ὀρθή. Ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναφέρεται, ὅτι κατὰ τὰς νεωτέρας οἰκονομικὰς θεωρίας αἱ κυβερνήσεις προσπαθοῦσι νὰ ἐλαττώσωσι τὸ ποσὸν τῶν βαρῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τῶν προερχομένων ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δανείων, διὰ τῆς τροπῆς αὐτῶν εἰς τρόπον, ὥστε ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους νὰ ἐπιβαρύνηται μὲ ὀλιγώτερα ποσὰ, ἤτοι διὰ τῆς conversion.— Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐνόμισεν, ὅτι τὸ μέτρον τῆς πληρωμῆς μικροῦ χρεωλύτρου ἐξελήφθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς νεωτέρα οἰκονομικὴ θεωρία· κατὰ τοιαύτης ἰδέας εἶχε δίκαιον ν’ ἀντιταχθῇ μετὰ μόνης τῆς διαφορᾶς, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐξέφρασεν αὐτήν. Δίκαιον ὡσαύτως εἶχεν ἰσχυρισθεὶς, ὅτι σήμερον δύω ἐπικρατοῦν συστήματα δανείων, τὸ σύστημα τοῦ δανείζεσθαι μὲ μόνην τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων δηλ. τὰ consolidés, καὶ τὸ σύστημα τῶν δανείων, τῶν συνομολογουμένων ἐπὶ χρεωλυσίῳ, ἤτοι τῶν ἐξοφλουμένων μὲ τὸ σύστημα τοῦ συνθέτου χρεωλυσίας· ἐξῆρε δὲ καὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἑτέρου συστήματος τὰ πλεονεκτήματα. Ὅ,τι μὲ ἐλύπησεν ἦτον, ὅτι δὲν κατέληξεν εἰς ἓν συμπέρασμα· ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ ἐπικρατοῦσα σκέψις εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἦτον, ὅτι πρέπει τὸ Κράτος νὰ συνομολογήσῃ δάνεια ἐπὶ τῇ ἐξοφλήσει τοῦ νὰ δύναται νὰ ὠφεληθῇ τῆς βελτιώσεως τῶν οἰκονομικῶν του, τῆς εὐθηνίας τῶν τόκων, τῆς προερχομένης ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ μεταλλικοῦ, ἢ ἐκ τῆς ἑδραιώσεως τῆς δημοσίας πίστεως. Καὶ τῷ ὄντι, αὐτὸ τὸ πλεονέκτημα ὑφίσταται εἰς τὰ δάνεια τὰ συνομολογούμενα ἐπὶ μόνῃ τῇ πληρωμῇ τοῦ τόκου, ἤτοι εἰς τὰ λεγόμενα consolidés· διότι εἰς τὴν Εὐρώπην ἐλύθη τὸ περὶ τούτου ζήτημα, καὶ ἐγένετο δεκτὸν, ὅτι αἱ κυβερνήσεις ἔχουν τὸ δικαίωμα, οὐ μόνον ν’ ἀγοράζωσιν ὁμολογίας ἀποσύρουσαι αὐτὰς ἐκ τῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ νὰ τρέπωσι τὰ δάνεια αὐτὰ, ὁρίζουσαι τόκον ἐλάσσονα τοῦ πληρωνομένου κατὰ τὸν ἀρχικὸν τοῦ δανείου Νόμον, καὶ δίδουσαι τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς κατόχους τῶν ὁμολογιῶν νὰ λάβωσι τὸ ὀνοματικῶν τῶν ὁμολογιῶν κεφάλαιον, ἂν δὲν στέργωσιν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου. Ἀλλ’ ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, ἐνῷ ἐξῆρε τὰ πλεονεκτήματα τοῦ συστήματος τούτου, ἐμακρηγόρησεν ἐπὶ τοῦ τελευταίως ἐν Εὐρώπῃ ἐπικρατήσαντος συστήματος τῆς διὰ μεγάλου χρεωλυσίου ἐξοφλήσεως τῶν Ἐθν. δανείων, ἀνέφερε δὲ δύω ἔθνη, τὴν Ἀμερικὴν καὶ τὴν Γαλλίαν, τὰ ὁποῖα εἰς διάστημα βραχὺ ἐξώφλησαν τὰ μεγάλα δάνεια, ἅτινα συνωμολόγησαν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ πολέμου. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι κἀνένα ἐξ ὑμῶν δὲν λανθάνει ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τὰ ἔθνη αὐτὰ ἠθέλησαν ταχέως νὰ ἐξοφλήσωσι τὰ δάνειά των. Ὡς λόγον εἶχον τὴν ἐθν. ὑπερηφάνειαν καὶ φιλοτιμίαν, διότι ἤθελον μετά τινα χρόνον νὰ εὑρεθῶσιν ἀπηλλαγμένα τῶν μεγάλων χρεῶν, διὰ τῶν ὁποίων τὰ ἐπεβάρυνεν ὁ πόλεμος, ἤθελον νὰ ἐπιδειχθῶσιν εἰς τὸν κόσμον, ὅτι τοσούτῳ πλούσια καὶ μεγάλα ἔθνη εἶναι, ὥστε εἰς βραχὺ χρόνου διάστημα ἠδυνήθησαν νὰ ἐξοφλήσωσι κολοσσαῖα δάνεια. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν ἔντιμον προαγορεύσαντα δυνάμεθα ἡμεῖς σήμερον χάριν τῆς ἐθνικῆς φιλοτιμίας νὰ προσφέρωμεν μέγα χρεώλυτρον; Αὐτὸ ἐπράξαμεν ὡς πρὸς τὸ δάνειον τῶν 9,000,000, διότι ἐδώκαμεν τόκον 9½% καὶ ἐτάξαμεν ἐννεατῆ προθεσμίαν ἐξοφλήσεως κατὰ τὸ σύστημα τῆς συνθέτου χρεωλυσίας, ὥστε ἡ ἐτησία δόσις ἀνῆλθεν εἰς ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον· μετ’ ὀλίγον ὅμως ἅπαντες οἱ ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν συνῃσθάνθησαν τὸ μέγα βάρος, τὸ ὁποῖον ὑφίστατο ὁ προϋπολογισμὸς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου αὐτοῦ, καὶ πάντες ἐσκέφθησαν περὶ τῆς ἐλλαττώσεως αὐτοῦ. Ἄν λοιπὸν ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἀπέληγεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι προτιμότερον, ἀντὶ ἑνὸς χρεωλυτικοῦ δανείου ἐξοφλητέου εἰς 44 ἔτη, νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον πάγιον, ἤθελον συμφωνήσει μετ’ αὐτοῦ, παρατηρῶν μόνον, ὅτι πλειότερον ὁμοιάζουσι πρὸς τὰ πάγια δάνεια τὰ συνομολογούμενα ἐπὶ μικρῷ χρεωλυσίῳ. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐξεταστέον ἄν, ὡς παρ’ ἡμῖν σκέπτονται οἱ κεφαλαιοῦχοι, ᾖναι εὔκολον νὰ πραγματοποιηθῇ πάγιον δάνειον μὲ μόνην τὴν πληρωμὴν τόκου 6%. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἀμφιβάλλω, νομίζων, ὅτι δάνειον, ὅπερ δὲν ἔχει τὸ πλεονέκτημα τῆς ἐπιστροφῆς τῶν δι’ αὐτὸ καταβληθέντων κεφαλαίων, δὲν εἶναι ἐξοικειωμένον μὲ τὰς ἕξεις μας ἀκόμη. Ὁ ἔντιμος προλαλήσας καταστρέφων τὸν λόγον του ἐπραγματεύθη τὸ ζήτημα τῶν κατ’ ἔτος παρουσιαζομένων ἐλλειμμάτων τοῦ δημοσίου ταμείου. Τὸ ἐπραγματεύθη ὑπὸ ἔποψιν πολιτικὴν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ τὸν παρακολουθήσω· ἀνεβίβασε τὸ ζήτημα εἰς περιωπὴν ὑψίστην, καὶ εἶχε δίκαιον νὰ τὸ ἀναβιβάσῃ, διότι πρέπει τῷ ὄντι οἱ πάντες νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι σκοπὸς τῶν δανείων οὐδέποτε ὑπῆρξεν ἡ κάλυψις ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ· τὰ δάνεια εἰς δύο μόνον περιστάσεις δικαιολογοῦνται, ἢ ὅταν ἔκτακτος καὶ μεγάλη ἀνάγκη τοῦ Κράτους πρόκηται νὰ θεραπευθῇ, ὡς συμβαίνει εἰς τὴν διεξαγωγὴν πολέμου σκοποῦντος τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ Κράτους, ἢ ὅταν πρόκηται νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἔργα παραγωγικὰ, ὑποσχόμενα τὴν αὔξησιν τῶν ὑλικῶν τοῦ Κράτους πόρων. Συνωμολόγησεν, ἐπὶ παραδείγματι, ἡ Ἰταλία μεγάλον δάνειον, ἀλλὰ τὸ μετεχειρίσθη εἰς κατασκευὴν Σιδηροδρόμων καὶ ἑτέρων δημοσίων ἔργων. Εὐκταῖον λοιπὸν ἤθελεν εἶσθαι, ἂν καὶ παρ’ ἡμῖν τὰ δάνεια εἶχον πάντοτε τὸν αὐτὸν λόγον· ἀλλ’ ἀφοῦ περιήλθομεν εἰς δυσχερῆ οἰκονομικὴν θέσιν, ἀφοῦ εἴτε διὰ τὸν ἕνα, εἴτε διὰ τὸν ἕτερον λόγον σήμερον ὀφείλομεν ὅσα διὰ τοῦ προκειμένου δανείου πρόκειται νὰ καλύψωμεν χρέη, νομίζω, ὅτι αἱ γενικαὶ αὗται σκέψεις δὲν δικαιολογοῦσι τὴν κατὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἀρνητικὴν ψῆφόν σας. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐξετάσωμεν τίς ὁ πταίων, ἢ ἂν ὁ εἷς πταίῃ ὀλιγώτερον τοῦ ἄλλου· ἀρκεῖ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι σήμερον τὸ δημόσιον ταμεῖον ὀφείλει 23,000,000 δραχμῶν, καὶ ὡς ἐκ τῆς ὀφειλῆς ταύτης πληρώνει βαρυτέρους τόκους, καὶ πιέζεται ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἐπαρκῶσιν αἱ πρόσοδοι ἡμῶν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι ἀξία ἐπαίνων ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐπέτυχεν οἰκονομικὸν συνδυασμὸν ἐλαττόνοντα τὸν τόκον καὶ ἐλαφρύνοντα τὸν προϋπολογισμόν; Νομίζετε, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ συνδυασμοῦ αὐτοῦ, δὲν εἶναι ἀξία ἐπαίνων; Νομίζετε, ὅτι, ἂν δὲν ἐμεσολάβει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐξέδιδε τὸ δάνειον αὐτὸ ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸ δημόσιον, ἤθελεν εὕρει εὐκόλως ἀγοραστὰς τῶν ὁμολογιῶν αὐτοῦ; Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι τὸ δάνειον τοῦ 1862 ἐξεδόθη ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ οὐ μόνον πέντε ἔτη παρῆλθον μέχρις οὗ καλυφθῇ, ἀλλὰ καὶ μέχρις ἐσχάτων εἶχον σπουδαιοτάτην ὑποτίμησιν αἱ ὁμολογίαι αὐτοῦ. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι κατὰ τὸ 1867, ὅτε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ μεταχειρισθῇ τὰ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ μέσα της, ἵνα πραγματοποιήσῃ τὸ ἐκδοθὲν τότε δάνειον, ὅπερ ὑπηγόρευσαν αἱ τοῦ ἀγῶνος τῆς Κρήτης παραχθεῖσαι ἀνάγκαι, ἠναγκάσθη μεγάλα παράσημα νὰ δώσῃ εἰς τοὺς ἀγοράσαντας σπουδαῖόν τινα ἀριθμὸν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου, ἐθεωρήθησαν δὲ ὡς εὐεργέται τοῦ Κράτους ἐκεῖνοι, οἵτινες διὰ τῆς ἀγορᾶς τῶν ὁμολογιῶν ἀπεδείχθησαν κατόπιν ὡς ἐπαρκῶς κερδοσκοπήσαντες. Κατεκρίθη ὑπό τινων ἡ μεσολάβησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ προκειμένου δανείου, καὶ ἐχαρακτηρίσθη αὕτη ὡς προσβάλλουσα τὴν δημοσίαν πίστιν. Εἰς αὐτοὺς παρατηρῶ, ὅτι ἡ μεσολάβησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης οὐ μόνον δὲν προσβάλλει, ἀλλ’ ἀνυψοῖ τὴν δημοσίαν πίστιν, διότι ἀποδεικνύει ἐκ τῶν προτέρων τὴν προθυμίαν καὶ προσήκουσαν πρόνοιαν διὰ τὴν ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ δημοσίου πρὸς τοὺς μέλλοντας ν’ ἀγοράσωσιν ὁμολογίας τοῦ δανείου. Αἱ μεσολαβήσεις τῶν Τραπεζῶν ζητοῦνται πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι, ὅσῳ πλείονες παρέχονται ἀσφάλειαι καὶ ἐγγυήσεις εἰς τὸν πιστωτὴν, τόσῳ εὐθηνότερον καὶ εὐκολώτερον προσέρχονται τὰ κεφάλαια πρὸς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου· ἀλλὰ κατά τινας προαγορεύσαντας ἡ μεσολάβησις τῆς Τραπέζης εἶναι ἐξανδραποδισμὸς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἂν καὶ ἀπὸ τὸ 1867 ἡ Τράπεζα εἰσπράττῃ τὰς διὰ τὰ δάνεια τῶν 28,000,000, τῶν 9,000,000 καὶ τῶν 4,000,000 προσδιωρισμένας τελωνειακὰς εἰσπράξεις τοῦ δημοσίου, οὐδένα τῶν ὑπαλλήλων εἶδον ἐξευτελισθέντα ἢ παραπονεθέντα διὰ τοῦτο, οὐδὲν δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως εἶδον ἀπαλλοτριωθὲν ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἥτις ἐκτελεῖ χρέη δημοσίου Ταμίου, μηδὲν ἔχουσα καὶ μηδὲν ἀξιοῦσα δικαίωμα ἐπὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν, κύριοι, ἐλάβετε ἀφορμὴν νὰ μελετήσητε τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον συνομολογοῦνται ἐν Εὐρώπῃ τὰ ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων ἐκδιδόμενα δάνεια, δύνασθε νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι οὐδὲν σχεδὸν δάνειον ἐξεδόθη ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ κοινὸν, ἀλλὰ πάντοτε τῇ μεσολαβήσει Τραπεζίτου. Ἡ μεσολάβησις ἑνὸς Τραπεζίτου, ἀπολαύοντος πολλὴν ὑπόληψιν, ἀποτελεῖ τὴν πρωτίστην ἐγγύησιν διὰ τὸν πιστωτήν. Αὐτὴ ἡ Ῥωσσικὴ Κυβέρνησις, ὅταν ἐσχάτως ἐξέδωκε τὸ δάνειόν της, μετεχειρίσθη τὸν Ῥοτσχὶλδ, εἰς τὸν ὁποῖον ἔδωκε μεγίστας προμηθείας. Καταστρέφων ἐν τούτοις τὸν λόγον, νομίζω, κύριοι, ὅτι ἄνευ δισταγμοῦ πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδιον, διότι ὑπηρετεῖ ἐπαρκῶς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου.
§244ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον.
§245Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Εἶναι προκεχωρημένη ἡ ὥρα.
§246ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν βʹ. ἀνάγνωσιν, ὁμιλεῖτε εἰς τὴν γʹ.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, Κύριοι, ὁμιλήσατε.
§248ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ κ. Ζαΐμης, ὁ κ. Μεσσηνέζης, ὁ κ. Βαλέττας καὶ ἐγώ· ἐπιθυμοῦμεν λοιπὸν ν’ ἀκουσθῶμεν εἰς τὴν βʹ. ἀνάγνωσιν καὶ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπιμένουσα ὅμως ἡ Βουλὴ νὰ ὁμιλήσωμεν αὐτὴν τὴν ὥραν, εἶναι ὡς νὰ μᾶς ἀφαιρῇ τὸν λόγον.
§249Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν γʹ. ἀνάγνωσιν.
§250ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἡ ὥρα, κ. Πρόεδρε, εἶναι προκεχωρημένη, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσωμεν; Ἐὰν μᾶς ἀναγκάσετε, θὰ προτείνωμεν τὴν ἀναβολὴν, διότι θὰ ὁμιλήσουν τόσοι διακεκριμένοι ῥήτορες.
§251ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Δὲν ἀπαγορεύεται ὁ λόγος.
§252Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτὴν τὴν ὥραν; Θέλετε λοιπὸν, κ. Νικολόπουλε, νὰ μὴν ἀκουσθῶ ἐγώ;
§253ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν ἐννοῶ τὴν ἐπιμονὴν τῆς πλειοψηφίας· ἂν ἐξαντληθῇ ἡ συζήτησις εἰς τὴν βʹ. ἀνάγνωσιν, δὲν εὐκολύνεται εἰς τὴν γʹ....! (θόρυβος).
§254ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ ὁ κ. Ζαΐμης εἶπον, ὅτι δὲν πολεμοῦν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον.
§255ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πλανᾶσθε, ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τοῦ προκαταρκτικοῦ ζητήματος τῶν πιστώσεων.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἂν δέχεται τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς.
§257ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§258ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ὑπάρχει διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ κκ. Βουλευταὶ δὲν δύνανται νὰ ἀποχωρήσουν, εἰμὴ ἐπὶ δεδικαιολογημένῃ αἰτήσει. Λοιπὸν ὅσοι τῶν κυρίων Βουλευτῶν θέλουν ν’ ἀποχωρήσουν πρέπει νὰ ὑποβάλουν δεδικαιολογημένην ἔκθεσιν καὶ οὐχὶ λάθρα νὰ ὑποχωροῦν ἐνώπιον τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου.
§259ΜΠΟΥΤΟΣ. Κύριε πρόεδρε, προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ διορισθῇ ὁ κ. Δουζίνας θυρωρὸς διὰ νὰ ἐμποδίζῃ τοὺς ἀποχωροῦντας.
§260ΜΙΛΗΣΗΣ. Μὰ τί ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου; Ἐμείναμεν ὡς τὰς 7½, δὲν δυνάμεθα περισσότερον νὰ μείνωμεν. Τί ἔχει νὰ κάμῃ ἐδῶ ὁ πεπολιτισμένος κόσμος;
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὑποστηρίζουν 15 τὴν ἀναβολήν;
§262ΠΟΛΛΟΙ. Εἴμεθα....
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουν ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαρτία δὲν ὑπάρχει, διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 καὶ 40|60.