1874.11.18
815 rows · 6,854 words · 30 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29
τῆς 18 Νοεμβρίου 1874.
(Δευτέρα).
Ὥρα 2 μ. μ.
Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον, κύριοι, σήμερον ἔσχε τὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα ὅπως ἀναγγείλῃ τὴν συγκρότησιν τῆς Βουλῆς, κατὰ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ κ. γραμματεὺς θέλει σᾶς ἀναγνώσει τὴν προσφώνησιν τοῦ Προεδρείου, ὡς καὶ τὴν ἀντιφώνησιν τοῦ Βασιλέως.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει) Βασιλεῦ, «Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἐμφανιζόμενον μετὰ σεβασμοῦ ἐνώπιον τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος, σπεύδει λαμβάνον τὴν τιμὴν ν’ ἀναγγείλῃ τὴν συγκρότησιν τῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων, ἥτις μετὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ὑμ. Μεγαλειότητος θέλει ἐνδελεχῶς ἐργασθῆ περὶ τῶν συμφερόντων τῇ Πατρίδι. Εὔχεται δὲ, Βασιλεῦ, ἵνα ἡ δεξιὰ τοῦ Ὑψίστου σκέπῃ καὶ διαφυλάττῃ τὸν Ὑψηλὸν Θρόνον Σου καὶ τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Πατρίδος.» «Κύριοι, Χαίρω πολὺ βλέπων ἐμφανιζόμενον ἐνώπιόν Μου τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων· εὐχαριστῶ δ’ αὐτὸ ἀπὸ καρδίας διὰ τὰς ὑπὲρ τῆς οἰκογενείας Μου εὐχάς του. Ἡ κατὰ πάντα εἰρηνικὴ διεξαγωγὴ τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν πολὺ μ’ εὐχαρίστησε· πέποιθα δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει προθύμως συμπράξει μετὰ τῆς Κυβερνήσεώς μου περὶ τῶν κοινῇ συμφερόντων. Ὁ Ὕψιστος διαφυλάττοι τὴν φίλην Πατρίδα.» (Ἐνταῦθα ὁρκίζονται οἱ νεωστὶ ἀφιχθέντες βουλευταὶ Ἐπ. Κρεστενίτης καὶ Σεβαστόπουλος).
§3Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης καὶ Οἰκονομικῶν). Τὸ παρελθὸν Σάββατον ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1875· τὸν δὲ τοῦ 1874 δὲν ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω, διότι δὶς ἤδη ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, τουτέστιν ἐπὶ τοῦ προκατόχου ὑπουργείου, ὑπὸ τοῦ παρόντος, καὶ πρόκειται τρίτην ταύτην φορὰν.....
§4ΠΟΛΥΛΑΣ. Εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν....
§5Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ὑπομονὴν, παρακαλῶ. Ὁ κανονισμὸς ἔχει μίαν γενικὴν διάταξιν, ὅλα τὰ νομοθετήματα, ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς, οὔτε εἰς τρεῖς ψηφοφορίας ὑπόκειται, οὔτε εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας τοῦ Βασιλέως, διὸ ἠδύνατο νὰ μὴ ὑποβληθῇ αὖθις· οὐχ ἧττον ὅμως, πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεως, σπεύδω νὰ ὑποβάλω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1874, μολονότι εὑρισκόμεθα εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους. Εἰς τὸν κ. Πρόεδρον παραδίδω τὸν νόμον περὶ ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ὅλα δὲ τὰ ἔγγραφα τὰ συνοδεύοντα τὸν προϋπολογισμὸν ὑπάρχουν πρὸ 8 μηνῶν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀντίτυπα ὑπάρχουν ἐπίσης τυπωμένα. Πρὸ 5 μηνῶν, κύριοι, διέταξα τοὺς Εἰσαγγελεῖς τῶν δικαστηρίων, νὰ ἐπισκεφθῶσι τὰ δικαστικὰ γραφεῖα, τουτέστι νὰ ἐξελέγξωσι τοὺς γραμματεῖς, τοὺς διαχειριζομένους δημόσια χρήματα. Ἐκ τῆς ἐξελέγξεως ἐξήχθη ὅτι τινὲς τούτων κατεκράτουν χρήματα παρὰ τὸ καθῆκόν των, οἱ πλειότεροι δὲ ἔσπευσαν νὰ δικαιολογηθῶσι καὶ τὰ ἀπέδωκαν εἰς τὸ Ταμεῖον· εἷς ὅμως δυστυχῶς κατεκράτησε 55 χιλιάδας δραχμῶν χωρὶς νὰ δυνηθῇ νὰ τὰς ἀντικαταστήσῃ. Ἐκτὸς τούτου παρετηρήθη ὅτι εἰς χεῖρας τῶν συμβολαιογράφων ὑπάρχουν δημόσια χρήματα, ἀνήκοντα ἐννοεῖται εἰς ἰδιώτας, κατ’ ἔτος εἰς 3 περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν ἀναβαίνοντα· ἐν διαστήματι ἑπομένως 3 συνεχῶν ἐτῶν ὑπολογίζονται ὑπάρχοντα εἰς τὰ συμβολαιογραφεῖα 10 ἑκατομμύρια δραχμῶν, εἰς παρακαταθήκας, πλειστηριάσματα κλπ. Τοῦτο ἔπρεπε βεβαίως νὰ ἐφελκύσῃ σπουδαίως τὴν προσοχὴν τοῦ ὑπουργείου διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι πολλάκις οἱ ὑπόλογοι συμβολαιογράφοι ἕνεκα ἀπροσεξίας ἢ ἐξ ἄλλου λόγου περιπίπτουν ὡς ἄνθρωποι εἰς ἁμαρτήματα καὶ ἀπὸ τὰς χεῖράς των φεύγουν χρήματα, ἡ δὲ φυγὴ τῶν χρημάτων ἐκ τῶν συμβολαιογραφείων συνεπάγει εὐθύνην τοῦ δημοσίου, τὸ ὁποῖον πολλάκις κατεδικάσθη καὶ ἐπλήρωσεν. Αἱ διατάξεις τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων περὶ ἐγγυήσεως εἶναι ὡς νὰ μὴ ὑπῆρχον, διότι ἡ ἐγγύησις ἀναβαίνῃ μέχρι 300 καὶ 500 δραχμῶν, ἐνῷ τὰ πλειστηριάσματα πολλάκις φθάνουσι μέχρις 150 καὶ 200 χιλιάδων. Ἕτερος λόγος· ὅταν εἰς τοὺς συμβολαιογράφους ὑπάρχουν τόσαι χιλιάδες δραχμῶν, γεννῶνται καὶ δίκαι· πολλοὶ τῶν συμβολαιογράφων πλήττουν τὰς χορδὰς τῆς φιλοδικίας διὰ νὰ γίνωνται δίκαι, νὰ παρατείνωνται ἐπ’ ἄπειρον, καὶ τὰ χρήματα νὰ μένωσι νεκρὰ εἰς τὰς χεῖράς των. Δὲν θέλω νὰ προβῶ εἰς ἄλλης σκέψεις περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πολλαὶ παρακαταθῆκαι δυστυχῶς ἀπωλέσθησαν, ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται, καὶ κατεδικάσθη τὸ δημόσιον εἰς ἀποζημίωσιν. Λοιπὸν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ὤφειλε νὰ ἐπισύρῃ ὅλην τὴν προσοχήν μου καὶ νὰ συσκεφθῶ καὶ μετ’ ἀνωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἵνα προλάβωμεν τὸ κακόν. Ἡ πρόληψις τοῦ κακοῦ αὐτοῦ, κατ’ ἐμὲ κριτὴν, θεραπεύεται διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον μακρὰ καὶ ᾐτιολογημένη ἔκθεσις συνοδεύει. Συνίσταται δὲ εἰς τοῦτο· πᾶς ὑπόλογος γραμματεὺς, εἰσηγητὴς πτωχεύσεως, ἀνακριτὴς ἢ συμβολαιογράφος, εἰς τὸν ὁποῖον περιέρχονται χρήματα δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου ὀφείλει νὰ τὰ παραδίδῃ εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον, ἅμα καταστάντος τοῦ πίνακος τῆς κατατάξεως ἐκτελεστοῦ κλπ. νὰ μὴ ἐκδίδῃ τὰ γραμμάτια εἰς χεῖρας τῶν δικαιουμένων καὶ νὰ λαμβάνωσιν οὗτοι τὰ χρήματα ἀπὸ τὸ Ταμεῖον. Ἐντεῦθεν εἶναι ἀσφαλὴς ὁ πολίτης ὅτι θὰ λάβῃ τὸ ἐκπλειστηρίασμα· ἐντεῦθεν αἱ δίκαι δὲν θὰ πολλαπλασιάζωνται· ἐντεῦθεν ἄδικοι ἀνακοπαὶ δὲν θὰ γίνωνται· ἐντεῦθεν εἰς τὰς κατατάξεις τῶν δικαστηρίων περὶ πτωχεύσεων, θὰ ἔχῃ ἀσφάλειαν ὁ δανειστὴς, ὅτι θὰ εὕρῃ τι. Τοὐναντίον τώρα διορίζεται εἷς ἀπὸ τὸ ἐμποροδικεῖον πράκτωρ, πωλεῖ τὴν περιουσίαν τοῦ πτωχεύσαντος καὶ κατακρατεῖ τὰ χρήματα· οἱ δανεισταὶ ἀπαντοῦν ἀνακοπὰς ἐπὶ ἀνακοπῶν· ὁ εἰσηγητὴς δὲν ἐπισπεύδει· οἱ πράκτορες δὲν ἐπισπεύδουν, παρέρχονται δύω, τρία, πέντε ἔτη, ἐπέρχεται θάνατος καὶ τέλος προέρχονται τὰ λυπηρὰ ἀποτελέσματα, ὧν οἱ πλεῖστοι ἔχετε γνῶσιν. Τὸ κακὸν λοιπὸν προλαμβάνεται, νομίζω, διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω εἰς τὴν ὥριμον σκέψιν καὶ ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς. (Ὅρα παράρτημα). Ἐπὶ τοῦ ἀκολούθου ἀντικειμένου ἐπικαλοῦμαι, κύριοι, τὴν σύντονον προσοχήν σας. Ἀπὸ δύω τριῶν μηνῶν ἐσκεπτόμην, ἀφοῦ ὑπέβαλον ἔκθεσιν περὶ τῆς ἐνιαυσίας διαχειρίσεως τῆς πολιτικῆς δικαιοσύνης εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ἐξ ἧς, ὡς ἐν παρόδῳ λέγω, ἀποδεικνύεται, ὅτι εἴμεθα κάπως ἐπιῤῥεπεῖς εἰς τὰς δίκας — ἀλλὰ τοῦτο ἴσως προέρχεται ἀπὸ τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου ἢ τῆς νομοθεσίας· — ἐσκεπτόμην νὰ ὑποβάλω ἔκθεσιν περὶ τῆς ποινικῆς διαχειρίσεως· ἀλλὰ σᾶς ὁμολογῶ ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν τὸ ἀπεφάσισα, διότι τὰ ἀποτελέσματα δὲν εἶναι τόσον εὐχάριστα. Ἐὰν παραβληθοῦν μὲ τὴν διαχείρισιν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης εἴτε πρὸς τὰ συνταγματικὰ ἔθνη τῆς Εὐρώπης, εἴτε πρὸς τὰ μοναρχικὰ, εἴτε καὶ πρὸς τὰ δημοκρατικὰ, δυστυχῶς ἐξάγεται ὅτι μένομεν πολὺ ὀπίσω. Αὐτὸ μ’ ἐβίασε νὰ σκεφθῶ ἐὰν πρέπει νὰ προβῶ εἰς τοιαύτην δημοσίευσιν, διότι θὰ εὑρεθοῦν ἄνθρωποι νὰ παρεξηγήσουν τὴν κατάστασίν μας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι κυρίως τοιαύτη. Ἀλλ’ οἱ συκοφαντήσαντες καὶ οἱ ἀγαπῶντες νὰ συιοφαντῶσι τὸ ἔθνος, θὰ λάβουν τοὺς ἀριθμοὺς ἀνὰ χεῖρας καὶ θὰ εἴπουν, ἰδοὺ ἡ Ἑλλὰς βαδίζει ἐπὶ τὰ χείρω· καὶ λέγω, ὅτι θὰ πράξωσι τοῦτο, διότι θὰ λάβουν τοὺς ἀριθμοὺς καὶ δὲν θὰ θελήσουν νὰ μᾶς δικάσωσιν ἐν δικαιοσύνῃ καὶ ἀμεροληψίᾳ. Μὲ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο τῆς ποινικῆς διαχειρίσεως συνδέεται ἡ κατάστασις τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης παρὰ τοῖς ἀνακριταῖς. Τὴν στιγμὴν ταύτην, κύριοι, παρὰ τοῖς ἀνακριταῖς εὑρίσκονται χιλιάδες ποινικῶν ὑποθέσεων ἐκκρεμεῖς· δὲν εἶναι ὀλιγώτερον τῶν 75,000· ἀριθμὸς ἀπελπιστικὸς, ἐὰν τὸν συγκρίνῃ τις πρὸς ἄλλα κράτη. Ἀλλ’ ἐὰν θελήσῃ τις νὰ ἐμβαθύνῃ, εὑρίσκει καί τινα παραμυθίαν. Τὸ ὑπουργεῖον ὅ,τι ἠδύνατο νὰ πράξῃ, τὸ ἔπραξεν· ἀπευθύνθη εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς, εἰς τοὺς ἀνακριτὰς, ἐπεκαλέσθη τὸν πατριωτισμὸν, τὸν ζῆλον αὐτῶν, καὶ ἐπέσεισε τὸ δικαίωμα τῆς τιμωρίας αὐτῶν· ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι ὅλα ταῦτα τὰ μέσα δὲν εἶναι ἐπαρκῆ· πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ ἀντικειμένου καὶ νὰ σκεφθῇ. Ἐκτὸς τούτου, ὅταν παρατείνεται ἡ ἐκδίκασις, ἐπέρχονται αἱ παραγραφαί· ἔτι δὲ ὁ ἀδικηθεὶς, μὴ βλέπων ἑαυτὸν ἱκανοποιημένον, κάπως ἀπελπίζεται, παραπονεῖται καὶ ἐνίοτε περιπίπτει καὶ αὐτὸς εἰς ἄλλο ἔγκλημα, τῆς αὐτοδικίας. Σκέψις λοιπὸν περὶ τῆς θεραπείας τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ πρώτη σκέψις, ἥτις μοὶ ἐπῆλθεν, ἦτον ἡ αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ. Ἀλλ’ ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι κατὰ δυστυχίαν ηὐξήνθησαν τὰ δικαστήρια πλέον τοῦ δέοντος· ἔχομεν 106 πρωτοδίκας εἰς 1,300,000 περίπου κατοίκων. Λάβετε ἄλλων κρατῶν τοὺς δικαστὰς καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι ἔχομεν περισσότερα δικαστήρια καὶ πλείονας δικαστὰς ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ μας· ἔχομεν 13, ἐνῷ ὁ πληθυσμὸς τῶν Παρισσίων μόνον εἶναι μεγαλείτερος τοῦ ἡμετέρου. Λοιπὸν τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἔφερεν ἀποτέλεσμα. Νὰ ἐξάψῃς τὸ φίλεργον τῶν δικαστῶν; Ἐγένετο ἀπόπειρα καὶ τούτου, ἀλλὰ τὸ κακὸν δὲν ἐξέλιπεν. Οἱ ἀνακριταὶ δικάζουν τὰ ἤδη γινόμενα παραπτώματα καὶ ἀδικήματα καὶ δὲν ἐπαρκοῦν ἐπὶ τῶν παλαιῶν, ἂν καὶ ἐργάζονται καὶ ἐπ’ αὐτῶν. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ σκεφθῇ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ ζητήσῃ θεραπείαν οὐχὶ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ἀλλ’ εἰς τὴν πηγήν. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι νὰ προσθέσωμεν 10 πρωτοδίκας, διότι ἔχομεν ἀπείρους περὶ τούτου προτάσεις. Ἀλλὰ τί μὲ τοῦτο; θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμός, θὰ ἔχῃ ὁ ὑπουργός, ἢ ἐγὼ ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος, τὴν εὐχαρίστησιν νὰ διορίσῃ δικαστὰς, ἀλλὰ θεραπεία καμμία! Ὀφείλω μετὰ παῤῥησίας νὰ σᾶς τὸ εἴπω, τὸ κακὸν αὐξάνει. Ἀλλά, καί τοι ὅλα τὰ ἐγκλήματα δὲν καταδιώκονται αὐτεπαγγέλτως, οὐχ ἧττον παρ’ ἡμῖν πᾶς πολίτης δι’ ἑνὸς τεμαχίου χάρτου δύναται νὰ καταμηνύσῃ οἱονδήποτε θέλει, ἀρκεῖ νὰ περιβάλῃ τὴν μήνυσίν του διὰ τῶν νομίμων τύπων, καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς ἀνάκρισιν· ἀλλαχοῦ ὅμως, καὶ ἰδίως εἴς τινα Γερμανικὰ κράτη, τοιαύτη τις ὑπερβολὴ δὲν ὑφίσταται, διότι ὁ καταμηνύων ὀφείλει νὰ μετέλθῃ καὶ τὸν κατήγορον, καὶ ἐν περιπτώσει ἀποτυχίας νὰ ὑποστῇ καὶ τὰ ἔξοδα. Ἴσως εἴπετε, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ βασανίσῃ τὴν μήνυσιν· μάλιστα. Ἀλλ’ ὅταν ἡ καταμήνυσις γίνεται μὲ ὅλους τοὺς τύπους, ὁ εἰσαγγελεὺς δὲν δύναται παρὰ νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖρας καὶ νὰ τὴν στείλῃ εἰς τὸν ἀνακριτήν. Ἐντεῦθεν τὸ ἄπειρον πλῆθος τῶν φαινομένων ἐγκλημάτων, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι ὑπάρχει παραμυθία τις ἐπὶ τῆς καταστάσεως ταύτης, διότι τὰ καταγγελλόμενα ἐγκλήματα δὲν εἶναι πραγματικὰ παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἀποτέλεσμα ἐφημέρου καὶ παροδικῆς καταστάσεως. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ γείνῃ σκέψις, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ὁ νόμος ὁ καταστατικός, ὁ ποινικός, ἔδωκεν εἰς πάντα πολίτην τὸ δικαίωμα νὰ ῥίπτῃ ἓν φύλλον χάρτου εἰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης καὶ ἐξογκώνῃ τὴν μήνυσιν συμπεριλαμβάνων καὶ πρόσωπα ὅλως ἀθῷα, μὲ πλουτοκρατικὸν μάλιστα σκοπὸν, διότι στέλλει 15 μάρτυρας διὰ νὰ πάρουν τὰ ἔξοδα καὶ ἀδιάφορον, ἂν δὲν ἔλθῃ ἀποτέλεσμα, καθόσον τὰ ἔξοδα πίπτουν εἰς βάρος τοῦ δημοσίου. Ἐντεῦθεν σημειοῦνται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 600,000 δραχμ. περίπου διὰ τὴν ποινικὴν διαχείρισιν. Καλὸν εἶναι τὸ δικαίωμα νὰ καταγγέλλῃ τις ὅντινα θέλῃ, ἀλλ’ ἡ ἐλευθερία αὕτη πρέπει νὰ ἔχῃ ἓν ὅριον, διότι ἄλλως εἶναι τυραννία, εἶναι παραλυσία, εἶναι παραβίασις τῶν νόμων. Ποῖον εἶναι τὸ ὅριον αὐτό; Νὰ καταγγέλλῃ μὲν ὁ πολίτης, ἀλλ’ ὅταν τὰ συμβούλια τῶν πλημμελειοδικῶν λαμβάνουν τὰς τοιαύτας μηνύσεις, εἴτε αὐτὰ τὰ πλημμελειοδικεῖα, εἴτε τὰ συμβούλια τῶν ἐφετῶν, καὶ βλέπουν, ὅτι αἱ καταμηνύσεις ἐγένετο δολίως, νὰ ἐπιβάλλουν τὰ ἔξοδα εἰς τὸν καταμηνυτήν. Ἀλλὰ θὰ εἴπητε, δὲν ὑπάρχει ἄλλον μέσον; Ὑπάρχει, μάλιστα, ἡ καταγγελία, ἐπὶ συκοφαντίᾳ ἢ ψευδεῖ καταμηνύσει· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι κἀνεὶς δὲν εὐχαριστεῖται νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸν τὸν ἀγῶνα, διότι θὰ τρέχῃ ἔπειτα εἰς Πάτρας, εἰς Σῦρον ἢ εἰς τὰς Καλάμας ὡς μάρτυς· καὶ αὐτὸ δυστυχῶς πολλάκις συνέβη. Τοῦ τοιούτου σπανιώτατα ἐποίησέ τις χρῆσιν· δίδει τόπον τῇ ὀργῇ καὶ προτιμᾷ νὰ μείνῃ ἀπηλλαγμένος ἀπὸ εἰσαγγελεῖς, ἀπὸ ἀνακριτὰς, ἀπὸ δικαστήρια. Λοιπὸν ἡ πολιτεία πρέπει νὰ εὕρῃ θεραπείαν, νὰ κόψῃ πρόῤῥιζον τὸ κακὸν, ἢ τοὐλάχιστον νὰ τὸ περιστείλῃ· ὅπερ ἐστί, τὰ συμβούλια τῶν Πλημμελειοδικῶν, τὰ ἐφετεῖα καὶ αὐτὰ τὰ κακουργιοδικεῖα, ὡς εἶπον, δικάζοντα τοιαύτας μηνύσεις, ὁσάκις βλέπουν ὅτι ἐθελοκάκως ἐξώγκωσαν τὸ ἔγκλημα ἢ συμπεριέλαβον ἐν τῇ μηνύσει πρόσωπα ὅλως ἀθῷα, τοὺς τοιούτους νὰ ὑποβάλλωσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων· τὰ ἔξοδα δὲ ταῦτα ἐπιβάλλονται διὰ τοῦ βουλεύματος ἢ τῆς ἀποφάσεως, καὶ ταῦτα νὰ ἐκτελῶνται ἅμα κατασταθοῦν ὁριστικὰ καὶ τελεσίδικα. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου νομίζω, ὅτι κόπτομεν, ἐὰν ὄχι τὸ ὅλον, ἐν μέρει τοὐλάχιστον τὸ κακόν, οὕτω δὲ ἕκαστος, ἐὰν θέλῃ νὰ καταμηνύσῃ τὸν πλησίον του, θὰ συλλογισθῇ νὰ μὴ συμπεριλάβῃ ἀνθρώπους ἀθώους, νὰ μὴ ἀποστερήσῃ τὴν δικαιοσύνην ἀπὸ τοὺς μάρτυρας, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἀνεύρῃ ἀλήθειαν, ἢ νὰ μὴ ἐξογκώνῃ παραμορφόνων τὸ καταγγελλόμενον παράπτωμα. Δὲν ἐπλάσθη τὸ Κράτος μόνον διὰ τοὺς καταμηνύοντας, ἀλλ’ ἐπλάσθη πρὸ πάντων νὰ τείνῃ ἀρωγὸν χεῖρα εἰς τὸν ἀδικούμενον πράγματι, εἰς δὲ τὸν ἀδικοῦντα νὰ ἐπιβάλλῃ τιμωρίαν. Ἐκτὸς τοῦ μέτρου τούτου ἐπέρχεται καὶ ἄλλο, διότι διὰ τῆς αὐτῆς ἐκθέσεως συνυποβάλλονται τρία νομοσχέδια. Οἱ ἀνακριταὶ παρηγγέλθησαν νὰ περαιώσωσιν ὅσον τάχιον τὰς ὑφισταμένας ἐκκρεμεῖς ἀνακρίσεις, αἵτινες κινδυνεύουν νὰ παραγραφοῦν, καὶ εἶναι πρὸ 4, 5, 8 καὶ πρὸ 10 ἐτῶν ἐκκρεμεῖς· ἀλλὰ διὰ νὰ σπεύσουν οἱ ἀνακριταὶ, νὰ περαιώσωσι τὴν ὑπηρεσίαν, αὕτη θὰ μεταβιβασθῇ εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς, ἀλλ’ ἐκεῖ δέον νὰ ᾖναι χεῖρες ἱκαναὶ ἵνα ἐργασθῶσιν ἐπ’ αὐτῶν, διότι ἄλλως τί ὠφελεῖ νὰ μετατίθεται ἡ ἐργασία ἀπὸ τὸ ἓν γραφεῖον εἰς τὸ ἄλλο; Διὰ νὰ ἐπισπεύουν λοιπὸν οἱ εἰσαγγελεῖς πρέπει νὰ δώσωμεν χεῖρας, ὄχι νὰ αὐξήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, διότι πάντοτε εἶμαι φειδωλὸς, σᾶς ὁμολογῶ, εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ προσωπικοῦ. Παρ’ ἑκάστῳ ὅμως εἰσαγγελεῖ ὑπάρχει εἷς ἀντεισαγγελεύς. Αὐτὸ θέλω νὰ ἔχῃ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸ δικαίωμα, ἐὰν π. χ. αἱ ἀνακρίσεις τῶν Ἀθηνῶν ᾖναι ἐνήμεροι, νὰ στέλλῃ τὸν ἀντεισαγγελέα εἰς Παρνασσίδα, ὅπου εἶναι τόσαι χιλιάδες ἀνακρίσεις, νὰ ἐργασθῇ ἐκεῖ· καὶ ὅταν καταστῇ καὶ ἐκεῖ ἐνήμερος νὰ τὸν ἀποστέλλῃ εἰς Κυπαρισσίαν, ἡ ὁποία ἔχει κατὰ δυστυχίαν τώρα 8,000 ποινικὰς ἀνακρίσεις, καὶ οὕτω καθεξῆς. Τρίτον μέτρον. Εἶπον ὅτι οἱ ἀνακριταὶ διετάχθησαν καὶ ἐπισπεύδουν τὸ ἔργον. Τὸ ὑπουργεῖον ἔπραξε τοῦτο καθ’ ὅσον εἶναι ἐφικτὸν, διότι γνωρίζετε, ἡ ἁρμοδιότης του εἶναι λίαν περιωρισμένη. Ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων σαφῶς ἔδιδε πρὶν εἰς τοὺς ἀνακριτὰς ἐπιμίσθιον 25 δραχμῶν· τὸ ἐπιμίσθιον αὐτὸ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἔκρινε δέον νὰ περικόψῃ, ἴσως ἀπὸ οἰκονομικοὺς λόγους ὁρμωμένη. Κατόπιν δὲ τὸ περιώρισεν εἰς τὸ ἥμισυ ὅπερ ἐστὶ 12½ δραχμάς, ἀλλὰ κανεὶς ἀνακριτὴς δὲν τὰς ἔλαβεν. Ἡ ἐργασία, κύριοι, ἑνὸς ἀνακριτοῦ παραβαλλομένη πρὸς τὴν ἐργασίαν ἑνὸς πρωτοδίκου, ἀνήκοντος εἰς τὸ πολιτικὸν τμῆμα, ἔχει τόσην διοφορὰν, ὅσην ἔχει τὸ 1 πρὸς τὰ 100, ὅπερ ἐστὶν, ὁ πρωτοδίκης ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος 2, 3 ὥρας μένει ἐν συνεδριάσει τοῦ δικαστηρίου, ὁ ἀνακριτὴς ὅμως, ἐὰν θέλῃ νὰ ᾖναι ἀληθὴς ἀνακριτὴς, πρέπει νὰ ἐργάζεται νυχθημερὸν, συνάμα δὲ νὰ ᾖναι πεπειραμένος, νὰ ἔχῃ γνώσεις ὑψηλὰς, οὕτως εἰπεῖν, νὰ δύναται νὰ ἐμβατεύῃ διὰ τῶν γνώσεών του, διὰ τοῦ νοός του καὶ εἰς τὴν διάνοιαν τοῦ ἀνθρώπου, εἴτε εἰς τὰ ἔγκατα τῆς ἀθωότητος, εἴτε τῆς ἐνοχῆς. Ἀλλ’ οἱ τοιοῦτοι, ὅπου ᾖναι, ἀποφεύγουν τὰς ἀνακρίσεις. Τί νὰ κάμωμεν λοιπόν; Νὰ κεντήσωμεν τὰς φιλοτιμίας ἐξ ἑνὸς, καὶ ἐξ ἄλλου νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸ παλαιὸν ἐπιμίσθιον τῶν 25 δραχμῶν· ἐγὼ δὲ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν μέχρι καὶ 50 δραχμῶν· ἀλλὰ τοῦτο νὰ γίνεται κατὰ τὸ δοκοῦν τῷ ὑπουργῷ, ὡς ἄλλοτε; Ὄχι· νὰ δίδεται καθ’ ἑξαμηνίαν εἰς ἐκείνους τῶν ἀνακριτῶν, ὅσοι ὁμολογουμένως ἔδειξαν δραστηριότητα, σύνεσιν, ἐπιμέλειαν. Καὶ ἕως ἐδῶ μὲν αὐτὸ εἶναι ἁπλῆ λέξις, ἀλλ’ αὐτὸ πρέπει νὰ βεβαιοῦται, ὡς ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον δι’ ἠτιολογημένων προτάσεων ἀμφοτέρων τῶν εἰσαγγελέων. Προβαίνω περαιτέρω· αἱ πράξεις αὗται τῶν εἰσαγγελέων θέλουν ἐπισυνάπτεσθαι εἰς τὸ σχέδιον τοῦ διατάγματος· ὅστις δὲ τῶν ἀνακριτῶν δὲν ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, νὰ μὴ λαμβάνῃ τίποτε· συνάμα δὲ νὰ ἐκδίδεται καὶ Β. διάταγμα, ὁσάκις δὲν κρίνεται δικαία ἀπονομὴ ἐπιμισθίου ἕνεκεν ἀμελείας. Ὑποθέτω ὅτι διὰ τῶν τριῶν νομοθετημάτων, ἅτινα ὑποβάλλω εἰς τὴν σκέψιν τῆς Βουλῆς, αἱ μὲν ἐκκρεμεῖς ἀνακρίσεις θὰ περαιωθῶσιν, ἡ δὲ περαιτέρω πρόοδος τῶν ἀνυποστάτων μηνύσεων θὰ παύσῃ. Τὸ 1873 μόνον ἐγένοντο 32,000 μηνύσεις κακουργημάτων καὶ πλημμελημάτων. Δὲν ἀξιῶ ὅτι ἡ θεραπεία τοῦ ποινικοῦ τούτου νοσήματος θέλει ἔλθει ἀπὸ μόνην τὴν ἐργασίαν τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ τὸ κατ’ ἐμὲ εἰργάσθην εἰς ὅ,τι ἀπέβλεπε τὸν κλάδον μου. Ὑπάρχουν ἴσως ἄλλαι πηγαὶ τοῦ κακοῦ· ἴσως ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία συντελεῖ εἰς τοῦτο· ἴσως τὸ φορολογικὸν σύστημα, πιθανὸν ἡ ἐκπαίδευσις ἢ ἡ ἐκκλησιαστικὴ διδασκαλία, ἀλλ’ ἐπαναλέγω ὅτι δὲν εἶμαι ἁρμόδιος εἰς ταῦτα ἐγὼ, ἐπαναλαμβάνω εἰργάσθην εἰς ὅ,τι ἀπέβλεπε τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, ὅπως καταστήσω τὰς ἀνακρίσεις ὁποσοῦν ἐνημέρους καὶ περιστείλω τὴν πρὸς τὸ καταμηνύειν ἐπικρατοῦσαν τάσιν, ἐξ ἄλλου δὲ νὰ ἐξάψω τὴν δικαστικὴν φιλοτιμίαν δεόντως. Ἀπόκειται τῇ Βουλῇ νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ σοβαροῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, ὅπερ ἔχει τοσαύτην σχέσιν μὲ τὴν κοινωνικὴν ἡμῶν κατάστασιν. (Ὅρα παράρτημα).
§6Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν, κύριοι, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ἔγκρισιν καὶ ψήφισιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον περὶ τοῦ κατωτέρου κλήρου καὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Γνωρίζετε, κύριοι, πάντες τὴν κακὴν κατάστασιν τοῦ κατωτέρου κλήρου, ἠξεύρετε προσέτι ὅτι, ὅταν ὁ κλῆρος εἶναι ἀνίκανος νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του καὶ νὰ ἐπιβάλλῃ τὸ σέβας, ἡ θρησκεία τρέχει τὸν ἔσχατον κίνδυνον, καὶ ἔθνος ἄνευ θρησκείας δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ. Ἠξεύρετε τὰ αἴτια τῆς κακῆς καταστάσεως τῆς θρησκείας, καὶ ὅτι πρὸ πάντων ἡ ἀμάθεια, ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, ἐπικρατεῖ εἰς τὸν κατώτερον κλῆρον, ἠξεύρετε ὅτι τὸ γλίσχρον τῆς ἀμοιβῆς, ἥτις συνίσταται ἐκ τῶν λεγομένων τυχηρῶν καὶ κανονικῶν, ἀπομακρύνει τὸν ἱκανὸν καὶ ἄξιον τῆς θείας λατρείας λειτουργόν· ἐκτὸς τούτου, ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἱερέων εἰς ἀριθμὸν τοιοῦτον, ὥστε οἱ κάτοικοι νὰ μὴ δύνανται νὰ τοὺς ἱκανοποιήσωσιν, εἶναι ἓν ἐκ τῶν αἰτίων τῆς πενίας καὶ τῆς ταπεινώσεως τοῦ κλήρου· ἠξεύρετε ἀκόμη, ὅτι καὶ τὸ μεταθετὸν τῶν ἱερέων συνετέλεσεν εἰς τὴν κακὴν κατάστασιν τοῦ κλήρου. Πρὸ πολλοῦ ἡ πολιτεία ἔστρεψεν ὄμματα πρὸ τὴν τάξιν ταύτην, ἀλλὰ πάντοτε παρουσιάζετο τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ τοσοῦτος ἀριθμὸς ἱερέων, ἄνευ πόρων σταθερῶν, ἄνευ μέσων, καὶ τὰ μέσα τὰ ἡμέτερα εἶναι μικρά. Κατὰ τὸ 1868, ὅτε εἰς τὸ βάπτισμα τοῦ διαδόχου συνῆλθον ἐνταῦθα ὅλοι οἱ ἀρχιερεῖς τοῦ Κράτους, ἐγεννήθη ἡ σκέψις, ὅτι ἁρμοδιοτέρα εὐκαιρία δὲν ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῇ, διὰ νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς κοινωνίας τὸ σπουδαῖον· καὶ τὸ ὄντι τότε συνεκροτήθη ἐπιτροπὴ συγκειμένη ὑπὸ τοῦ ἀρχιερέως Σύρου καὶ Τήνου, τοῦ εὐπαιδεύτου κληρικοῦ ἐκείνου, τοῦ ἀρχιερέως Ἰθάκης, τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου κ. Ῥομπότη, τοῦ νομικοῦ κ. Καλλιγᾶ καὶ ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κ. Λεβίδου· ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη μετὰ πολυήμερον καὶ ἐμβριθῆ σκέψιν ἦλθεν εἰς ἀποτέλεσμα, ἀπεφάσισε δηλονότι τὴν μισθοδοσίαν τοῦ κλήρου, κατήρτισε δὲ καὶ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπάρχει εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἀλλ’ ἡ ποικιλία τῶν πόρων ἐκείνων, οὓς εἶχεν ἐξεύρει, καὶ ἡ σύστασις ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, ὅπερ ἀπέτυχε πρὸ πολλοῦ συστηθὲν, φαίνεται συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ μὴ τελεσφορήσῃ ἡ σκέψις ἐκείνη, οὔτε τὸ σχέδιον ἐκεῖνο εἶδε τὸ φῶς. Κατόπιν ὅμως εἷς τῶν προκατόχων μου, ὁ κ. Πετιμεζᾶς, εὑρὼν τὸ ἔργον τοῦτο ἠθέλησε νὰ τὸ χρησιμοποιήσῃ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἐκείνου μέ τινας τροποποιήσεις ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ μισθοδοσίας τοῦ κλήρου εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλὰ καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἐσυζητήθη. Ἀπὸ τοῦ 1864, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ᾖμαι πληρεξούσιος ἐκ τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος, εἶχον συλλάβει μίαν ἰδέαν, εἶχον εὕρει ἕνα συνδυασμὸν καὶ ἐνόμισα, ὅτι δι’ αὐτοῦ ἠδυνάμην νὰ θεραπεύσω τὴν ἀνάγκην αὐτὴν καὶ νὰ βελτιώσω καὶ τὴν κακὴν κατάστασιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, περὶ ἧς θέλω κάμει λόγον κατόπιν, νὰ ἑνώσω δηλονότι τὰ δύω αὐτὰ ἐπαγγέλματα εἰς ἓν, δηλαδὴ νὰ ἀφιερώσω τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν εἰς τοὺς ἐφημερίους καὶ πρεσβυτέρους τῶν χωρίων. Τὴν 19 δὲ Ἰανουαρίου 1864 ὑπέβαλλον ψήφισμα εἰς τὴν Συνέλευσιν περὶ τούτου, ὅπερ ὅμως δὲν ἐσυζητήθη, ἕνεκα ἄλλων ἀσχολιῶν τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης. Ταῦτα μὲν περὶ τοῦ κατωτέρου κλήρου ἐν συντόμῳ· περὶ δὲ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τί νὰ εἴπω; πάντες γνωρίζετε τὴν ἐλεεινὴν καὶ ἀθλίαν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ δημοτικὴ λεγομένη ἐκπαίδευσις· τοῦτο μόνον σᾶς λέγω, κύριοι, ὅτι 350 ἢ 400 δημοδιδάσκαλοι μὲ πτυχεῖον ἀποποιοῦνται νὰ δεχθῶσιν ὑπηρεσίαν, καὶ ὅλοι ὑμεῖς καθημερινῶς ζητεῖτε δημοδιδασκάλους, καὶ δὲν ἔχω νὰ συμπληρώσω τὰ κενὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ἀναβαίνουν εἰς 100 μόνον, ἐνῷ ὅταν ἦλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἦσαν 120. Διὰ τί δὲν δέχονται ὑπηρεσίαν αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς, αὐτοὶ οἱ πτυχειοῦχοι, οἵτινες τόσους κόπους κατέβαλον, ἵνα ἀποκτήσουν τὸ πτυχεῖόν των, πολλοὶ τῶν ὁποίων μάλιστα ἔχουν 10 ἐτῶν ὑπηρεσίαν; διότι δὲν ἔχουν κἀμμίαν σταθερότητα εἰς τὴν θέσιν των, διότι ἡ ἀμοιβὴ εἶναι γλίσχρος, διότι τέλος πάντων καὶ ὁ νόμος καὶ ἡ πολιτεία τοὺς ἀνέμιξεν εἰς τὰ ἐκλογικὰ καὶ εἶναι ἀντικείμενον ἐκδικήσεων καὶ καταδιώξεων. Ἔχομεν, κύριοι, 991 σχολεῖα ἀῤῥένων, 135 θηλέων, καὶ εἰς μὲν τὰ ἄῤῥενα ὑπάρχουν διδάσκαλοι 1049, εἰς δὲ τὰ θήλεα 164, καὶ ὅμως ὑπάρχει ἀνάγκη διπλασίου ἀριθμοῦ. Ἡ ἐκπαίδευσις, κύριοι, οὔτε κατὰ ποσὸν οὔτε κατὰ ποιὸν ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς παρούσας ἀνάγκας· μειονεκτεῖ καὶ κατὰ τὸ ἓν καὶ κατὰ τὸ ἕτερον. Πῶς λοιπὸν ἠδύναντο νὰ θεραπευθῶσιν αὐτοὶ οἱ δύω οὐσιώδης κλάδοι, αὐταὶ αἱ βάσεις πάσης κοινωνίας; Εὐκτέον ἦτο νὰ ἐπήρκουν οἱ πόροι πρὸς βελτίωσιν τῶν κλάδων αὐτῶν χωριστὰ, νὰ δοθῇ εἰς ἕκαστον βοήθεια τοιαύτη, ὥστε νὰ σταθῇ ἕκαστος εἰς τὸ ἴδιον ἔργον· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, διότι εἰς μὲν τὸν κλῆρον, ὅσον γλίσχρον ἀμοιβὴν καὶ ἂν δώσητε, δὲν θὰ ἐπαρκέσουν τὰ 8 ἑκατομμύρια, ἄλλα δὲ τόσα θέλετε διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἐὰν θέλετε ταύτην τὴν πνευματικὴν τροφὴν τῆς κοινωνίας νὰ τὴν ἐπεκτείνετε εἰς τὴν καλύβην τοῦ πτωχοῦ, εἰς τὴν σκηνὴν τοῦ ποιμένος. Ἐνόμισα, κύριοι, ὅτι συνδυασμὸς τοιοῦτος ὥστε ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ν’ ἀφιερωθῇ εἰς τοὺς ἐφημερίους, δηλ. δημοδιδάσκαλοι νὰ γείνουν οἱ ἐφημέριοι καὶ οἱ ἐφημέριοι δημοδιδάσκαλοι, ἐκπληροῖ τὸν σκοπὸν πληρέστατα. Ἐκ πρώτης ὄψεως θὰ φανῇ ὅτι εἶναι ἀσυμβίβαστα τὰ δύω ἐπαγγέλματα· καὶ εἰς μὲν τὰς πόλεις τὰς μεγάλας, καὶ ἐννοῶ τὰς πρωτευούσας τῶν νομῶν, πιθανὸν τοῦτο νὰ μὴ ᾖναι κατορθωτόν· εἰς τὰ χωρία ὅμως εἰς τοὺς δήμους, εἰς τοὺς ἀποκέντρους τόπους ὅπου δὲν ἐπῆγε ποτὲ δημοδιδάσκαλος, τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀναγκαῖον, καὶ ὀφείλομεν ἵνα κατορθώσωμεν νὰ διαδώσωμεν τὰ γράμματα καὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη. Διὰ τούτου δὲν θέλει προέλθει βλάβη τις οὔτε εἰς τὸ ἓν, οὔτε εἰς τὸ ἕτερον ἐπάγγελμα· αἱ ὧραι αἱ καθιερωμέναι εἰς τὴν λατρείαν τοῦ Ὑψίστου εἶναι χωρισταὶ ἀπὸ τὰς τῆς διδασκαλίας, καὶ μάλιστα εἰς τὰ χωρία ὅπου τὰ θρησκευτικὰ καθήκοντα γίνονται πολὺ ἐνωρίς, περὶ ὄρθρον, αἱ ἔκτακτοι δὲ περιστάσεις, καθ’ ἃς ἀπαιτεῖται ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἱερέως, εἶναι πολὺ σπάνιαι καὶ αὗται δύνανται νὰ ἀναβληθῶσι εἰς τὴν πρωΐαν ἢ τὴν ἑσπέραν· ἀλλὰ καὶ ἂν λείψῃ ἐπὶ μίαν ἢ ἐπὶ ½ ὥραν ὁ ἱερεὺς ἀπὸ τὸ καθῆκόν του, δὲν εἶναι τοῦτο ἐπιβλαβές, ἀφοῦ σήμερον γνωρίζομεν ὅτι πολλοὶ δημοδιδάσκαλοι καταγίνονται εἰς ἔργα ἀλλότρια τοῦ καθήκοντός των, καὶ κατατρίβουν τὸν πλειότερον χρόνον εἰς καπηλεῖα καὶ καφενεῖα· ὥστε καθ’ ὅλα συμβιβάζεται τὸ ἔργον τοῦ ἱερέως μὲ τὸ ἔργον τοῦ δημοδιδασκάλου. Ἡ ἰδέα αὕτη δὲν εἶναι ἐμοῦ μόνον, ἀλλ’ εἶναι ἰδέα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἥτις ἐπισήμως διεδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν της ταύτην, εἶναι ἰδέα πολλῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ προκατόχων μου, οἵτινες εἰργάσθησαν ἐπὶ τούτου καὶ ἠσπάσθησαν τὴν γνώμην ταύτην, εἶναι ἰδέα τὴν ὁποίαν οἱ περισσότεροι μελετήσαντες εὗρον ὡς τὴν μᾶλλον ἁρμόζουσαν σήμερον. Ἡ ἐξάπλωσις τῆς παιδείας συντελεῖ οὐ μόνον εἰς τὴν εὐημερίαν τοῦ λαοῦ, οὐ μόνον εἰς τὴν ἐξημέρωσιν τῶν ἠθῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν. Ἡ ἄγνοια τῶν γραμμάτων φέρει τὴν δουλείαν· ὁ ἄνθρωπος ὁ ἀγράμματος εἶναι χειρότερος τοῦ δούλου. Ἀλλά, κύριοι, διὰ νὰ ἐκπληρωθῇ αὐτὸς ὁ μέγας σκοπὸς, αὐτὸς ὁ ἱερὸς σκοπὸς, δεῖ, δεῖ χρημάτων, καὶ χρημάτων πολλῶν. Τὸ νομοσχέδιον θέλει σᾶς ὑποδείξει πόρους, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν κάμει τὴν παραμικρὰν αἴσθησιν εἰς τὸ Κράτος· διὰ τῶν πόρων τούτων θέλει λυθῆ ὁ Γόρδιος δεσμὸς, αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν, ὅπερ ἕως τώρα ἀπεμάκρυνε τὴν πολιτείαν νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς βελτιώσεως τῶν δύω τούτων κλάδων. Ἔχομεν τὸ κεφάλαιον τῶν δημοτικῶν δαπανῶν πρὸς συντήρησιν τῶν ὑπαρχόντων δημοτικῶν σχολείων, ὅπερ ἀναβαίνει εἰς 800,000 δραχμῶν· ἡ Κυβέρνησις δίδει εἰς τοὺς ἀπόρους δήμους ἔτι 150,000 ὁριζομένας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, πρὸς τοῦτο ὁ λαὸς μέχρι σήμερον πληρώνει τὰ κανονικὰ λεγόμενα εἰς τοὺς ἱερεῖς· αὐτὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀλιγώτερα τοῦ 1,000,000, ἐὰν βάλητε ἀπὸ 2 δραχμὰς εἰς ἑκάστην οἰκογένειαν ὡς ἐλάχιστον ὅρον· ταῦται καταργοῦνται, ἡ δὲ ἀντικατάστασις τούτων δύναται νὰ γείνῃ διὰ μιᾶς αὐξήσεως ἑνὸς ποσοστοῦ τῶν δημοτικῶν φόρων, δηλ. ὅ,τι δίδει ἕκαστον ἄτομον, νὰ τὸ δίδῃ τὸ δημοτικὸν ταμεῖον. Ἀλλὰ τῶν πόρων ἡ μεγαλειτέρα βάσις εἶναι τὸ μονοπώλιον τοῦ κηροῦ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, ἡ συστηθεῖσα τότε κατὰ τὸ 68, εὗρεν ὡς τὸν κυριώτατον πόρον τὸ μονοπώλιον τοῦ κηροῦ· εἶναι βιομηχανία, ἥτις δὲν ἐπηρεάζει ποσῶς τὴν κοινωνίαν, εἶναι ἓν ἄρθρον τοῦ ἐμπορίου, ὅπερ δὲν δύναται νὰ παραβλάψῃ τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ, εἶναι ἓν ἀντικείμενον πόρου, ὅπερ πολλὰ κράτη ἔχουν καὶ μάλιστα ἡ Ῥωσσία. Δι’ αὐτοῦ τοῦ μονοπωλίου ἠμποροῦμεν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον νὰ ἔχωμεν 1,200,000 δραχμάς. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι τὰ μοναστήρια ἄλλοτε ἐπλήρωνον διπλῆν δεκάτην· πρὸ πολλοῦ ἡ δεκάτη κατηργήθη, καὶ οὐχ ἧττον τὰ μοναστήρια εἰς κἀνὲν κοινωφελὲς ἔργον δὲν συνέτρεξαν, οὔτε συντρέχουν· δίκαιον λοιπὸν εἶναι νὰ ἐπανέλθῃ ἡ δεκάτη, ἥτις θὰ ἀποφέρῃ 150,000 δραχμάς, διότι τὰ εἰσοδήματα ὅλων τῶν Μονῶν ἀνεβαίνουν εἰς 1,500,000 κατ’ ἔτος, ἂν δὲ καὶ ταῦτα δὲν ἐπαρκέσουν εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθὸν νὰ προσθέσῃ κἄτι τι ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰ ἐνιαύσια ἔξοδα ἕως 150,000 δρ. ἵνα ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν ὅλων τῶν ὅρων τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἂν νὰ ᾖναι ἕτοιμοι ὅλοι οἱ ἱερεῖς νὰ γείνουν σήμερον δημοδιδάσκαλοι, καὶ ὅλοι οἱ δημοδιδάσκαλοι ἱερεῖς. Ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ διὰ μιᾶς, οὔτε ἠμποροῦν νὰ γείνουν σήμερον, διότι δὲν ὑπάρχουν προπαρασκευασμένοι οἱ ἱερεῖς· ὁ κλῆρος δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου θέλει ἀρχίσει νὰ μορφοῦται, ἕως οὗ δὲ θὰ μορφωθῇ κατασταθῶσι δὲ οἱ ἱερεῖς δημοδιδάσκαλοι, θὰ παρέλθῃ καιρὸς, καὶ αὐτὰ τὰ χρήματα κατατιθέμενα εἰς τὴν Τράπεζαν ἐπὶ τόκῳ θέλουν ἀποφέρει μὲ τὸν καιρὸν ποσὸν τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἐπαρκέσῃ ἄνευ προσθήκης τοῦ δημοσίου. Διὰ νὰ μορφωθῇ δὲ ὁ κλῆρος ἐξευρέθησαν οἱ πόροι, οὓς ὁ νόμος προβλέπει. Τοιαύτη, κύριοι, εἶναι ἐν συνόλῳ ἡ κατασκευὴ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν σκέψιν σας νομοσχεδίου. Πιστεύω, κύριοι, ὅτι μετ’ ἐμοῦ θέλετε συμφωνήσει πάντες. Ἡ ἐπιτυχία αὐτοῦ τοῦ μέτρου θέλει δώσει μεγάλην ὤθησιν εἰς τὴν πρόοδον τοῦ ἔθνους καὶ νέα ἐποχὴ θέλει ἀρχίσει διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τοῦ κλήρου. (Ὅρα παράρτημα). Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι τὸ καταστατικὸν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου προβλέπει περὶ τῆς ἀποχωρήσεως τῶν ἀρχιερέων ἕνεκα γήρατος καὶ σωματικῆς ἀνικανότητος· ἐν ἄρθρῳ 6, νομίζω, λέγει, ὅτι ἕνεκα γήρατος ἢ ἀνικανότητος σωματικῆς ἀποχωροῦσιν οἱ ἀρχιερεῖς τῇ προτάσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, (ἥτις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κηρύξῃ αὐτοὺς ἀνικάνους) λαμβάνουν δὲ μηνιαίαν σύνταξιν δραχ. 200. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπεψηφίσθη αὐτὸς ὁ νόμος, παρῆλθον 20 ἔτη καὶ τὰ πράγματα πολὺ μετεβλήθησαν καὶ φαίνονται ἀνεπαρκεῖς ὅλως αἱ 200 δραχ. πρὸς περίθαλψιν τῶν ἀρχιερέων, ἀνικάνων νὰ λειτουργῶσι καὶ στερουμένων ἄλλων εἰσοδημάτων. Ἡ Σύνοδος διὰ σειρᾶς ἐγγράφων ἀπὸ τοῦ 1872 μέχρι σήμερον οὐκ ἐπαύσατο ζητοῦσα τὴν διὰ νόμου αὔξησιν τῆς συντάξεως· δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀντιστῶ εἰς τὰς παροτρύνσεις τῆς Συνόδου, καὶ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἀποχωρήσεως, τῶν ἕνεκα γήρατος ἢ σωματικῆς ἀνικανότητος ἀρχιερέων μὲ τὴν προσθήκην ἀντὶ ἔτι ἑκατὸν δραχμῶν κατὰ μῆνα. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὸ καταστατικὸν τῆς Συνόδου δὲν διαγράφεται ἡ διαδικασία τῆς ἀποχωρήσεως, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ περιλάβω αὐτὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ (Ὅρα παράρτημα). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψήφισιν τῆς Βουλῆς ἕτερον νομοσχέδιον περὶ κανονισμοῦ τῶν κληροδοτημάτων. Ἀκραιφνῆ τέκνα τῆς Ἑλλάδος, ὧν ὁ πατριωτισμὸς εἶναι ἀπαράμιλλος καὶ εἵλκυσε τὸν θαυμασμὸν ὅλου τοῦ κόσμου εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ εἴπωσι σπουδαῖοι ἄνδρες, ὅτι οὐδέν ἔθνος ἔχει τοιούτους πατριώτας ὁποίους ἡ Ἑλλὰς, τέκνα, λέγω, τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα μακρὰν διανύσαντα ὁδὸν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κατέτριψαν ἐκεῖ τοὺς ἀνθηροὺς χρόνους τῆς ἡλικίας των καὶ καταβαλόντα ἀτρύτους κόπους διὰ τῆς εὐφυΐας των ἐπλούτησαν, αὐτὰ τὰ τέκνα καὶ ζῶντα καὶ ἀποθνήσκοντα καὶ ἐν τῇ εὐτυχίᾳ των καὶ ἐν τῇ δυστυχίᾳ των ποτὲ δὲν ἐλησμόνησαν τὴν φιλτάτην πατρίδα, ἀλλὰ τὴν πατρίδα ἐν τῇ τελευταίᾳ ὥρᾳ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν· πολλοὶ τοιοῦτοι πατριῶται, κατὰ καιροὺς ἐκληροδότησαν τὴν Ἑλλάδα μὲ ποσὰ οὐχὶ εὐκαταφρόνητα, ἅτινα κατέθεσαν εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ ἐπολλαπλασιάσθησαν διὰ τῶν τόκων· σήμερον δ’ ἔχομεν κεφάλαιον ἐκ τῶν κληροδοτημάτων 4,671,694, ἐτήσιον δὲ εἰσόδημα 324,364. Ἐσχάτως μάλιστα ἐγὼ ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὠφεληθῶ ἐκ περιστάσεως, ἣν μοὶ παρέσχεν ἡ ἔκδοσις μετοχῶν τῆς Τραπέζης, καὶ νὰ αὐξήσω κατὰ 30,000 δραχ. τὸ εἰσόδημα τῶν κληροδοτημάτων, διότι ἐν τῇ Τραπέζῃ ἦσαν κατατεθειμέναι πλέον τῶν 700,000 δραχ. μὲ τὸν εὐτελῆ τόκον τῶν 4%. Ἐκ τούτων δὲ τῶν 324,000 δραχ. 157,465 εἶναι προσδιωρισμέναι εἰς ῥητὰς κατηγορίας, ὡρισμένας ὑπὸ τῶν διαθετῶν, καὶ ἅτινας διαχειρίζεται μὲν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ κατὰ τὰς διαθέσεις τῶν διαθετῶν, μένουν δὲ 167,480 δραχ. ἀφιερούμεναι εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν γένει. Ἠξεύρετε ὅμως, κύριοι, ὅτι ἐγένετο κακὴ χρῆσις τῶν κληροδοτημάτων, διότι ἐδίδοντο εἰς βοηθήματα καὶ ἐξοικονόμησιν οἰκογενειῶν καὶ οὐχὶ πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν διετέθησαν· ἐγένετο δὲ καὶ τοιαύτη κατάχρησις, ὥστε πολλάκις ἐκινδύνευον καὶ τὰ κεφάλαια. Τοιαύτη δὲ ἦτον ἡ ἔφοδος κατὰ τῶν κληροδοτημάτων, ὥστε κατὰ τὸ 71 ὁ προκάτοχος ὑπουργὸς κ. Πετμεζᾶς ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ διαχειρίσεως κληροδοτημάτων, ἐπίσης καὶ ὁ πρὸ αὐτοῦ ὑπουργὸς κ. Σαράβας ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ αὐτῶν. Ὅταν ἦλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον, εὗρον νομοσχέδιον, ὅπερ εἶχε καταρτίσει ἐπιτροπή, συγκειμένη ὑπὸ λογίων ἀνδρῶν ἐπὶ τούτῳ συνελθόντων κατὰ πρόσκλησιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλ. καὶ τῆς δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. βάσιν ἔχων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐπενεγκὼν τροποποιήσεις τινας, συνέταξα τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον. Τὰ ἡμίση ἐκ τῶν εἰσοδημάτων, ἤτοι 83,740, ἀφιέρωσα εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, τὰς δὲ ἄλλας 83,000 δραχ. διαμελίζω εἰς 50 μερίδας ἐκ τῶν ὁποίων ἄλλας μὲν ἔχει ἡ φιλολογία, ἄλλας ἔχουν αἱ φυσικαὶ ἐπιστῆμαι, ἄλλας αἱ συλλογαὶ αἱ φυσικομαθηματικαί· (Ὅρα παράρτημα). Ἔχομεν, κύριοι βουλευταὶ, μεγάλην ἀνάγκην καθηγητῶν καὶ πρὸ πάντων Γάλλων καθηγητῶν· ἡ γλῶσσα ἡ Γαλλικὴ, ἡ ὁποία κατέστη παγκόσμιος, γλῶσσα διεθνὴς, εἶναι ἀναγκαιοτάτη εἰς πάντα εὐπαίδευτον ἄνθρωπον· δυστυχῶς ὅμως εἰς τὴν Ἑλλάδα αὐτὴ ἡ γλῶσσα εἶναι ἡ μᾶλλον κακῶς διδασκομένη, διότι ἢ ἔχομεν Γάλλους καθηγητὰς, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν καὶ καθίστανται γελοῖοι εἰς τοὺς μαθητὰς, ἢ ἔχομεν Ἕλληνας καθηγητὰς, οἱ ὁποῖοι μὴ ἔχοντες ἀκριβῆ γνῶσιν τῆς Γαλλικῆς, μὴ ἔχοντες πτυχίον, χειροτονοῦνται καθηγηταὶ τῆς Γαλλικῆς γλώσσης ὡς οἱ ἰατροὶ εἰς πολλὰς ἐπαρχίας τῆς Τουρκίας. Μοὶ συσταίνει ὁ Α. τὸν Β. ὡς καθηγητὴν τῆς Γαλλικῆς· τί εἶναι αὐτὸς; γνωρίζει τὴν Γαλλικὴν; ποῖος τὸν ἐδίδαξεν; οὐδεὶς, διότι δὲν φέρει πτυχίον· τὸ πολὺ πολὺ ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ ἀπόδειξιν ἢ μαρτυρίαν ἀπὸ τὸν Μπουρνοῦφ, διευθυντὴν τῆς ἐνταῦθα Γαλλικῆς Σχολῆς, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ δίδῃ ὁ κύριος οὗτος ἀπὸ ἁβροφροσύνην. Οἱ οὕτω χειροτονούμενοι γίνονται καταγέλαστοι καὶ δὲν δύνανται νὰ τηρήσωσι τὴν πειθαρχίαν, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι ἡ Γαλλικὴ γλῶσσα παραδίδεται κάκιστα. Εἶναι λοιπὸν ἔλλειψις ἐπαισθητὴ, διότι οἱ καθηγηταὶ δὲν εἶναι ἐγκρατεῖς οὔτε τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, οὔτε τῆς Γαλλικῆς. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ τοὺς μορφώσωμεν, καὶ νὰ λάβωμεν διδάκτορας τῆς φιλοσοφίας νὰ τοὺς ἀποστείλωμεν εἰς τὴν Εὐρώπην διὰ νὰ σπουδάσωσι τὴν Γαλλικὴν φιλολογίαν καὶ νὰ τοὺς μεταχειρισθῶμεν ὡς καθηγητὰς εἰς τὰ Γυμνάσια. Θὰ σᾶς φανῇ παράδοξον ὅτι δὲν ἔχομεν καθηγητὰς Ἕλληνας· ναὶ, κύριοι, πολλὰ ὀλίγους ἔχομεν. Ἔχω κατηρτισμένον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐσκόπευον νὰ σᾶς ὑποβάλω, ἀλλὰ βλέπω ὅτι δὲν θὰ πραγματοποιηθῇ ἕνεκα τοιαύτης ἐλείψεως διότι δι’ αὐτοῦ πρόκειται νὰ καθιερωθῇ μία τάξις γυμνασιακὴ εἰς τὰ σχολεῖα ὥστε ὅσοι ἐπαρχιῶται δὲν ἤθελον νὰ λάβουν μεγαλειτέραν ἐκπαίδευσιν νὰ δύνανται διὰ τῶν ἐπαρχιακῶν ἐκεῖθεν σχολείων νὰ ἀποκτήσωσι τὰς γνώσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι θὰ τοὺς χρησιμεύσωσιν εἰς τὸν βίον των τὸν ἐμπορικὸν καὶ τὸν γεωργικὸν κτλ. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς κκ. βουλευτὰς μοῦ ζητοῦν καθηγητὰς καὶ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ τοὺς εὐχαριστήσω· εἶναι δύω, τρεῖς θέσεις σχολαρχῶν κεναί. Ἵνα ἔχωμεν λοιπὸν καθηγητὰς Ἕλληνας πρέπει νὰ λάβωμεν διδάκτορας καὶ νὰ τοὺς ἀποστείλωμεν εἰς Εὐρώπην νὰ μάθωσιν ἐντελῶς τὴν φιλολογίαν, ἐπὶ τῇ ὑποχρεώσει νὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ τοὺς μεταχειρισθῇ εἰς τὰς ἐπαρχίας, διότι κατὰ δυστυχίαν ἂν ᾖναι καί τις καθηγητὴς δὲν ὑπάγει εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅλοι θέλουν νὰ μένουν εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ οὕτω θὰ φέρουν τὴν ἀναιμίαν εἰς τὰ ἄκρα τοῦ Κράτους. Ἔχομεν ἀνάγκην καθηγητῶν ναυτικῶν· δὲν ἔχομεν μὲν ναυτικὸν ὅπως πρέπει, ἀλλὰ τέλος πάντων καὶ τὰ 5, 6 πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, καὶ αὐτὰ δὲν διοικοῦνται ἀπὸ ἐπιστήμονας ναυτικούς. Ἴσως ἴσως ἡ θεία πρόνοια μᾶς καταστήσει ἐντὸς ὀλίγου ἢ πολλοῦ χρόνου ἀξίους ν’ αὐξήσωμεν τὸ ναυτικόν μας· τότε πῶς θὰ εὕρωμεν πλοιάρχους ἐπιστήμονας; Ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὸ τὸ ὀλίγον ναυτικὸν, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἔχωμεν ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχουν ἐπιστημονικὰς γνώσεις· θὰ ἀποθάνουν οἱ ὀλίγοι, τοὺς ὁποίους ἔχομεν, καὶ δὲν θὰ εὕρωμεν ἀξιωματικοὺς ἀντιπροσωπεύοντας τὴν ἐπιστήμην. Περὶ ὅλων τούτων τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον προβλέπει· νομίζω δὲ ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τῆς διαχειρίσεως κληροδοτημάτων εἶναι σπουδαῖον ἀντικείμενον τῆς μερίμνης καὶ διασκέψεως τῆς Βουλῆς. (Ὅρα παράρτημα). Λαμβάνω τὴν τιμήν, κ. Βουλευταί, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν μελέτην καὶ ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, περὶ ὁριστικοῦ κανονισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου. Ὁ διέπων προσωρινὸς κανονισμὸς τοῦ Πανεπιστημίου χρονολογεῖται ἀπὸ 14 Ἀπριλίου 1837· ἐνῷ ἦτο προσωρινός, ζῇ βλέπετε 40 περίπου ἔτη. Ὅσον σοφὸς καὶ ἂν ᾖναι, ἔχει ἐλλείψεις βέβαια, τὰς ὁποίας αὐξάνει ἡ πρόοδος τῶν ἐπιστημῶν καὶ τῶν γραμμάτων· τὴν ἔλλειψιν δὲ ταύτην κατεῖδον ὅλοι σχεδὸν οἱ προκάτοχοί μου. Πρῶτος, νομίζω, ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων κ. Ζαΐμης κανονισμὸν ὁριστικὸν τοῦ Πανεπιστημίου· ὁ κανονισμὸς αὐτὸς συνωδεύθη μὲ πολλὰ ἀξιόλογον ἔκθεσιν, σοφὴν ἔκθεσιν, καὶ ἔλαβε τὴν τύχην νὰ βασανισθῇ εἰς τὰ τμήματα καὶ νὰ εἰσαχθῇ ἡ περὶ τούτου ἔκθεσις ὑπὸ τοῦ μακαρίτου καὶ ἀοιδίμου κ. Ἀργυροπούλου, ἔκθεσις ἡ ὁποία τῷ ὄντι περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὸν συντάξαντα· φαίνεται δὲ τῷ ὄντι τὸ γλαφυρὸν κονδύλιον τοῦ σοφοῦ ἐκείνου ἀνδρός. Ὅλοι οἱ προκάτοχοί μου ἐφιλοτιμήθησαν νὰ συμπληρώσουν αὐτὸ τὸ χάσμα τὸ ὑπάρχον, ἐφιλοτιμήθησαν νὰ φέρῃ ἕκαστος ἀνὰ ἕνα κανονισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ Χριστόπουλος, ὁ κ. Μαυρομιχάλης, ὁ κ. Σαράβας, καὶ τελευταῖος εἶμαι ἐγώ. Τὸ 1868 προσεκλήθη ἡ Σύγκλητος νὰ κατασκευάσῃ κανονισμὸν ὁριστικόν, ἡ Σύγκλητος ἡ ὁποία ἐγνώριζε τὰς ἀνάγκας τῶν ἐπιστημῶν· καὶ τῷ ὄντι ἡ Σύγκλητος συνέταξε κανονισμόν, τὸν ὁποῖον εἶχον καὶ ἐγὼ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου. Τὸν ὑποβαλλόμενον κανονισμὸν συνεζήτησα ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας μετὰ τῶν σοφωτέρων ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους ἔχομεν εἰς τὴν ἐπιστήμην. Εἶναι λοιπὸν ἀπόῤῥοια τῶν σκέψεων καὶ τῶν συζητήσεων, τῶν γενομένων ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς σχηματισθείσης ὑπ’ ἐμοῦ. Ὁ ὑποβαλλόμενος κανονισμὸς ἔχει τινὰς μεταβολὰς, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιστήμη σήμερον ἀναγνωρίζει ἀναγκαίας. Γνωρίζετε, ὅτι αἱ βάσεις παντὸς κανονισμοῦ εἶναι ὁ προσδιορισμὸς τῶν ἑδρῶν, τὸ μόνιμον καὶ τὸ ἰσόβιον τῶν καθηγητῶν, ὁ διαγωνισμὸς, ἡ ὑφηγεσία, αἱ ἐξετάσεις, αἱ ἀποδείξεις τῆς ἀκροάσεως τῶν μαθημάτων, αἱ ἐκδιδόμεναι ὑπὸ τῶν ὑφηγητῶν, τέλος πάντων τὰ δίδακτρα καὶ τὰ ἐξέταστρα. Ὁ προσδιορισμὸς τῶν ἑδρῶν εἶναι σπουδαιότατον πρᾶγμα· εἰς δὲ τὸν προσδιορισμὸν αὐτῶν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὸ αὐτοτελὲς τῶν μαθημάτων, δὲν ἠθέλησα δὲ νὰ διαιρέσω εἰς τοσούτους κλάδους τὴν ἕδραν, ὅσα εἶναι τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν αὐτὴν, διότι τότε ἔρχεται ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν καθηγητῶν, καὶ πλεονασμὸς καθηγητῶν, ὁ ὁποῖος βλάπτει μᾶλλον ἢ ὠφελεῖ. Ἡ μονιμότης τῶν καθηγητῶν δὲν εἶναι τῷ ὄντι ἀναγκαῖον πρᾶγμα καὶ σπουδαῖον, πολλοὶ μάλιστα τὴν καταδιώκουν καὶ ἔχουσι τοὺς λόγους των· ἄλλως τε ἡ μονιμότης πράγματι ὑπάρχει. Διατί λοιπὸν νὰ τὴν περιβάλωμεν καὶ μὲ θεσμοθέτημα τοιοῦτον; Μολοντοῦτο, ἐπειδὴ ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἤθελε τοῦτο, τὸ ἔθεσα· μένει δὲ εἰς τὴν πεφωτισμένην σκέψιν τῆς Βουλῆς νὰ ἀποφασίσῃ. Ὡς βάσιν τῶν καθηγητῶν, ἔθεσα τὴν ἔκτακτον ἕδραν, τὴν δὲ τακτικὴν ἐνόμισα, ὅτι εἶναι γέρας τῆς ἐπιτυχοῦς δοκιμασίας, τὴν ὁποίαν παρέχουν οἱ ἔκτακτοι καθηγηταί· τοὺς δὲ ἐκτάκτους καθηγητὰς ἐνόμισα, ὅτι πρέπει τις νὰ τοὺς ἀναγορεύσῃ τακτικοὺς μετὰ διαγωνισμόν.
§7ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος θὰ τοὺς κρίνῃ;
§8Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ὑφηγηταὶ, κύριοι, ὅπως εἶναι σήμερον εἶναι τι ἀνούσιον non sens, καθὼς λέγουν οἱ Γάλλοι, δὲν ὑπάρχουν, διότι οὗτοι δύνανται μὲν νὰ παραδίδωσι τὸ μάθημα ἐκεῖνο, τὸν ὁποῖον παραδίδει ὁ καθηγητὴς, ἀλλὰ δὲν ἔχουσιν ἄδειαν ἐκδόσεως ἀποδείξεων, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὁ μαθητὴς δὲν φοιτᾷ εἰς τὴν παράδοσιν· διότι πρὸς τί νὰ χάσῃ τὸν καιρὸν του ὁ μαθητὴς, ἀφοῦ δὲν ἔχει τὸ μαρτύριον, ὅτι ἤκουσε τὸ μάθημα τοῦ ὑφηγητοῦ; Καὶ βλέπετε, ὅτι μετά τινας ἑβδομάδας οἱ μαθηταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐφοίτων χάριν φιληκοΐας εἰς τὸ διὰ τοῦ ὑφηγητοῦ παραδιδόμενον μάθημα ἀπομακρύνονται· τούτου ἕνεκα ἡ ὑφηγεσία εἶναι ἰδανικόν τι. Καλὸν λοιπὸν οἱ ὑφηγηταὶ νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδωσιν ἀποδείξεις ἀκροάσεως· ἀλλὰ τινὲς ὑφηγηταὶ, ὅπως συνέβη ἀλλοῦ, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, θέλουν ῥαδιουργεῖ κατὰ τῶν καθηγητῶν, ἵνα ἀποσπάσωσι τοὺς μαθητὰς ἀπ’ αὐτῶν· τοιουτοτρόπως θέλουν παραλύσει τὰ μαθήματα καὶ θέλει καταστῆ σκανδαλώδης διαμάχη μεταξὺ ὑφηγητοῦ καὶ καθηγητοῦ. Ἐκρίθη δὲ εὔκολον νὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ ἐξασφαλισθῇ ὁ εἰρηνικὸς ἀνταγωνισμὸς μεταξὺ τῶν καθηγητῶν καὶ ὑφηγητῶν πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς ἐπιστήμης καὶ ν’ ἀρθῇ τὸ σκάνδαλον· ἐνόμισα λοιπὸν, ὅτι πρέπει ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὴν σχολὴν νὰ δίδῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑφηγητὴν νὰ ἐκδίδῃ τὰς ἀποδείξεις του, ὅταν τῷ ὄντι ὁ διαγωνισμὸς αὐτοῦ εἶναι καθαρῶς ἐπιστημονικός. Ἄλλη βάσις εἶναι τὰ δίδακτρα, τὰ ὁποῖα καὶ εἰς τὸν κανονισμὸν τὸν προσωρινὸν ἐμπεριέχονται, ἀλλὰ ἀνεβλήθησαν μέχρι σήμερον διὰ λόγους τινάς· πιστεύω, ὅτι οἱ λόγοι αὐτοὶ ἤρθησαν πλέον καὶ τὰ δίδακτρα εἶναι ἀναγκαῖα, ἀναγκαιότατα. Τὸ ζήτημα τῶν ἐξετάσεων εἶναι σπουδαῖον, ἂν πρέπει νὰ ᾖναι ἐνιαύσιον ἢ εἰς τὸ τέλος τῶν Ἀκαδημαϊκῶν σπουδῶν, ἂν οἱ ἐξεταζόμενοι ὀφείλουν νὰ πληρώνουν ἐξέταστρα· περὶ ὅλων λοιπὸν τούτων διαλαμβάνει τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, καὶ νομίζω, ὅτι τὰ περισσότερα ζητήματα ἐλύθησαν πρὸς ὄφελος τῆς ἐπιστήμης. (Ὅρα παράρτημα).
§9Γ. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶναι ἀξιέπαινος ὁ κ. ὑπουργὸς διὰ τὴν πρόνοιαν, ἣν ἔλαβε νὰ διορθώσῃ τὰ κακῶς ἔχοντα παρ’ ἡμῖν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τοῦ κατωτέρου κλήρου, τῆς ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν κληροδοτημάτων· ἡ πρόνοια αὕτη εἶναι ἀξία νὰ ἐφελκύσῃ ἐπαίνους διὰ τὸν κ. ὑπουργόν. Ἐπειδὴ ὅμως τὰ ἀντικείμενα αὐτὰ εἶναι πολὺ σπουδαῖα, καὶ ἐπειδὴ πολλοὶ ἄλλοι ἠσχολήθησαν, οὐχὶ μόνον οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοὶ, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Βαλασόπουλος, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι ἀκόμη βουλευταὶ—διότι ἔχομεν ὅλοι τὸ δικαίωμα, ὅπως καὶ οἱ ὑπουργοὶ—ἀλλὰ δὲν μνημονεύεται κἀνεὶς.....
§10Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, τὸν κ. Βακαλόπουλον εἶχον προκαλέσει ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ συνειργάσθη μετ’ ἐμοῦ.
§11Γ. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν δι’ αὐτὸν λόγον παρακαλῶ νὰ ἀναφέρωνται οὐχὶ μόνον τὰ νομοσχέδια τῶν κ. κ. ὑπουργῶν, τῶν κατὰ καιροὺς ἀναλαβόντων τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν, τὴν δυσχερῆ, νὰ βελτιώσωσι τὰ κακῶς παρ’ ἡμῖν ἔχοντα, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ βουλευτῶν, ὅσοι ὑπέβαλον τοιαῦτα νομοσχέδια, καθὼς καὶ ἐγὼ, περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, περὶ κληροδοτημάτων, καὶ περὶ Πανεπιστημίου· ἑπομένως εἶναι καὶ ἐργασία ἰδική μου, ὅπως εἶναι καὶ ἄλλων. Δι’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν λόγον νὰ παραπεμφθῶσιν ὅλα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ αὐτὴ νὰ τὰ ἔχῃ ὅλα ὑπ’ ὄψιν διὰ νὰ μᾶς φέρῃ μίαν πεφωτισμένην γνώμην περὶ τοῦ ἀποτελέσματος.
§12ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Κύριε πρόεδρε. Θὰ ζητήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ὀλίγα λεπτὰ, ἐπὶ ἀντικειμένου, τοῦ ὁποίου ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἐκτιμήσῃ τὴν σπουδαιότητα. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἠκυρώσαμεν ἕνα ἐκ τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας, τὸν δῆμον Στυμφαλίας· ἠκυρώθη δὲ ἡ ἐκλογὴ τοῦ δήμου ἐκείνου, ὄχι διότι συνέβησαν ἀτοπήματα κατὰ τὴν ἐκλογὴν, οὐχὶ διότι εἶχε συμβῆ βία ἢ καλπονόθευσίς τις, ἀλλὰ διότι εἶχε συμβῆ ἀτόπημα περὶ τὴν σύνταξιν τοῦ καταλόγου, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι οἱ κατάλογοι εἶναι ἀμετάβλητοι, ἐνομίσαμεν, ὅτι πρέπει κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην ἄλλως ν’ ἀποφασίσωμεν, διότι ὑπάρχει δικαστικὴ ἀπόφασις, ἀποδεικνύουσα, ὅτι πράγματι ὁ κατάλογος δὲν ἔχει καταστῆ ὁριστικός. Ἡ Κυβέρνησις, χρωμένη τῷ δικαιώματί της, διέταξε τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Στυμφαλίας διὰ τὴν προσεχῆ Κυριακὴν, ἤτοι κατὰ τὴν 24 Νοεμβρίου· ἀλλὰ τινὲς ἐκ τῶν κατερχομένων εἰς τὸς ἀγῶνα ἐφοβήθησαν, ὅτι μέτρα τινὰ, λαμβανόμενα, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ἡ ἐκλογὴ δὲν θὰ παρουσιάσῃ τὸ πόρισμα τῆς ἐλευθέρας θελήσεως τῶν ἐκλογέων· τοῦτο τοὐλάχιστον δεικνύει τηλεγράφημά τι, τὸ ὁποῖον ἔχω ἀνὰ χεῖρας καὶ τὸ ὁποῖον θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνώσω, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ὑποβάλω τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας μοι ἐπροξένησε. Τὸ τηλεγράφημα εἶναι πρὸς τὸν κ. Ζαΐμην, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀσθενὴς καὶ ὁ ὁποῖος μὲ παρεκάλεσε νὰ τὸ ἀνωγνώσω. (Ἀναγινώσκει). Καταθέτω τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ εἰς τὸ προεδρεῖον. Θὰ παρακαλέσω καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβωσι τὰ ἑξῆς μέτρα· ἡ μὲν Κυβέρνησις θὰ εὐαρεστηθῇ βέβαια νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἔχωνται ἀληθείας τὰ ἐκτιθέμενα, καὶ νὰ δώσῃ τὰς δεούσας διαταγὰς, ὅπως περιφρουρηθῇ ἡ ἐλευθέρα θέλησις τοῦ πολίτου· εἰς δὲ τὴν Βουλὴν θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑπομνήσω ὅτι συνήθως περὶ ἐκλογῶν, ἐπαναλαμβανομένων, ἐπεκράτησε τὸ ἑξῆς προηγούμενον· κληροῦται ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία, μεταβαίνουσα ἐπιτοπίως, ἐπιβλέπει εἰς τὴν ἐπαναλαμβανομένην ἐκλογήν. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἔχῃ οὐδεμίαν δυσκολίαν ν’ ἀποστείλῃ τοιαύτην καὶ εἰς Κόρινθον, συμφώνως πρὸς τὰ προηγούμενα.
§13Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἤθελεν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ σταλῇ ἐπιτροπὴ, ἐὰν ἡ ἐκλογὴ ἠκυροῦτο ἕνεκα ἀτοπημάτων ἐκλογικῶν, διὰ νὰ ἐκλείψουν αἱ ἀταξίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπήνεγκον τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς· ἀλλ’ ἡ ἐκλογὴ Στυμφαλίας δὲν ἠκυρώθη, εἰμὴ διότι ἐθεωρήθη ὁ κατάλογος ἐκεῖνος ὡς μὴ ὁριστικός. Ἤδη διετάχθη ἐκλογὴ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁριστικοῦ· δὲν ὑπάρχει λοιπὸν λόγος νὰ σταλῇ ἐπιτροπὴ, τόσῳ μᾶλλον, καθόσον ἐπείγει ὁ καιρὸς τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἀπουσία τινῶν ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς εἶναι σπουδαία.
§14Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (πρωθυπουργός). Κύριε πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου προτρέχει πολύ. Ἂν ἐστάλησαν μερικοὶ στρατιῶται, ἐστάλησαν διὰ τὴν τάξιν καὶ διὰ τὴν ἐλευθέραν ἐξάσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος, οὐδέποτε νὰ πιέσῃ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην μερίδαν· ἂς περιμείνῃ τὸ ἀποτέλεσμα ὁ κύριος βουλευτὴς καὶ θὰ ἰδῇ ὅτι οἱ φόβοι του εἶναι μάταιοι.
§15ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι μετέβησαν ἐκεῖνοι 150 στρατιῶται καὶ οἱ πλεῖστοι ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ εἶναι συγγενεῖς τῶν ὑποψηφίων ἢ ἐντόπιοι, βεβαίως τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν σκοπεῖται μόνον ἡ ἐλευθέρα περιφρούρησις τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐκλογέων.
§16Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μέτρον ἐγκείμενον εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς Κυβερνήσεως τὸ πῶς πρέπει νὰ διατηρηθῇ ἡ τάξις καὶ πρὸς ἐξάσκησιν τῆς ἐλευθέρας ψήφου τῶν πολιτῶν. Εἶναι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἀμέσως ἀποῤῥέει ἀπὸ τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Κυβέρνησις ἐνεργεῖ διὰ τοῦτο. Ἔκρινε βεβαίως ἀναγκαῖον πρὸς διατήρησιν τῆς τάξεως ν’ ἀποστείλῃ στρατιωτικὴν δύναμιν· πῶς εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν προτέρων νὰ λεχθῇ, ὅτι τοῦτο δὲν σκοπεῖ τὴν περιφρούρησιν τῶν δικαιωμάτων; Φρονῶ, ὅτι εἶναι πολὺ πρόωρος ἡ παρατήρησις τοῦ κυρίου Μαυροκορδάτου, καὶ εἶναι ὑπόθεσις, ἡ ὁποία ἀποῤῥέει ἀπὸ τὰς σκέψεις ἑνὸς ἐνδιαφερομένου.
§17ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε! Ἡ Βουλὴ προχθὲς ἐπέτρεψε νὰ σᾶς παρουσιάσω τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§18ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ὁ ἔντιμος ἐξ Ἄνδρου βουλευτὴς ὑπέβαλε πρότασιν περὶ ἀποστολῆς ἐπιτροπῆς. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι πρέπει ἡ πρότασις νὰ ψηφισθῇ.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι παροῦσα· ἀποτείνετε λοιπὸν τὸν λόγον εἰς αὐτήν.
§20ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ὁ κ. Μαυροκορδάτος ὑπέβαλε πρότασιν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρήσεις ὑπέβαλεν, ὄχι πρότασιν.
§22ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Καὶ πρότασιν νὰ ἐκλεχθῇ ἐπιτροπή.
§23Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργός). Ἂν ἐπιμένῃ εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν ὁ κ. Μαυροκορδάτος, νὰ τὴν κάμῃ ἔγγραφον, νὰ τὴν παραδώσῃ εἰς τὸ προεδρεῖον, νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ.
§24Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (πρωθυπουργός). Ὅσα λέγονται ἐξ εἰδήσεων ἰδιαιτέρων δὲν ἠμποροῦν νὰ ἔχουν βάσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδεμίαν ἐπιῤῥοήν. Ἡ Κυβέρνησις ἀκούει αὐτὰ καὶ λαμβάνει πληροφορίας, ὥστε νὰ γνωρίζῃ ἐὰν τι ἐξ αὐτῶν ᾖναι ἀληθές. Πρὶν συμβῶσιν ἀτακτήματα καὶ ἐπεμβάσεις, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ καταδικάζωμεν τὰς ἀρχὰς, καὶ τὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος δὲν παρεπονέθη .... Περὶ ἐπιτροπῆς νομίζω, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπροτάθη ἀπὸ τὸ τμῆμα.
§25Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, ὄχι, δὲν ἐνθυμεῖσθε καλῶς, εἰς ἄλλην ἐκλογήν.
§26Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Τέλος πάντων δὲν ἐπροτάθη. Ἀληθῶς ἐστάλη δύναμίς τις, ἀλλὰ πρὸς διατήρησιν τῆς τάξεως, καὶ αὐτὴ δὲν εἶναι κανονισμένον νὰ ᾖναι 50 ἢ 60 ἢ 70. Ὅτι ἐστάλη χάριν τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης μερίδος, τοῦτο εἶναι εἰκασίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν πρέπει νὰ γίνωνται κατὰ μιᾶς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία νομίζει ὅτι ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν της.
§27ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς παρεξήγησεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Δὲν προεθέμην οὔτε νὰ προσβάλω τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε νὰ φέρω μομφήν τινα κατὰ τῶν ἀρχῶν, διότι ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον τὰ γνωρίζω ἀπὸ τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον φέρει τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἠκούσατε. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅμως ὅτι, ἂν αἱ πληροφορίαι ᾖναι ἀληθεῖς, ἡ ἰδία Κυβέρνησις θέλει κατανοήσει, ὅτι ὁ ὑπερβολικὸς αὐτὸς ἀριθμὸς τῶν ἤδη ἀπεσταλμένων εἰς ἕνα μόνον δῆμον θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις, καὶ ὅτι θέλει φροντίσει νὰ ἄρῃ τοιαύτας ἀφορμὰς παρεξηγήσεων.
§28Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ λάβῃ τοιοῦτον μέτρον· ἂν 50 ἢ 100 εἶναι ἀδιάφορον ....
§29ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως οὐδεὶς ἀρνεῖται. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον πᾶς τις, ἔχων γνῶσιν περὶ ἀτοπήματός τινος, νὰ τὸ φέρῃ εἰς γνῶσιν αὐτῆς ὅπως προληφθῇ τὸ κακόν· πολλῷ δὲ μᾶλλον τὸ δικαίωμα τοῦτο ἔχει ἡ Βουλή.
§30ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν αὐταὶ εἶναι ἰδιωτικαὶ πληροφορίαι. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 4¼ μ. μ.).