1874.11.02
2.272 στίχοι · 18.451 λέξεις · 282 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17
Τῆς 2 9βρίου 1874.
(Σάββατον).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως·
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου.
§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὸ τούτου, κ. πρόεδρε, θὰ σᾶς ἐρωτήσω κἄτι τί· κατ’ αἴτησιν τοῦ κ. Ῥάλλη, ἐζήτησα τὸ περίφημον ἐκεῖνο ἔγγραφον τῆς ἀστυνομίας καὶ σᾶς παρεκάλεσα νὰ μοὶ τὸ δώσητε. Μοὶ εἴπατε ὅτι δὲν ὑπάρχει. Ἐζήτησα αὐτὸ καὶ πάλιν ἀπὸ τὸν κ. Παράσχον καὶ μὲ εἶπε τὸ ἴδιον. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἂν ἐγένετο μεταγενεστέρα ἔρευνα καὶ εὑρέθη τὸ ἔγγραφον αὐτό.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως διέταξα νὰ παραληφθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα καὶ φυλαχθῶσιν εἰς τὸν οἰκεῖον χῶρον, ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ ἐπιτετραμμένος ὑπάλληλος μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο. Ἔσπευσα δὲ νὰ προσκαλέσω τὸν διευθυντὴν, ὁ ὁποῖος ἦτο παρὼν, νὰ φροντίσῃ. Ἔμαθον δὲ ὅτι αὐτὸ τὸ ἔγγραφον εἶχεν εἰς χεῖράς του ὁ κ. Ῥάλλης, πῶς δὲ ἀπωλέσθη δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω.
§4ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει λοιπόν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ᾖναι ἀνάγκη, πιστεύω ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ θὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς ἀστυνομίας καὶ δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν ἀντίγραφον.
§6ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ῥάλλης εἶπεν ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τὸ ἔῤῥιψεν ἐπὶ τοῦ βήματος.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω τίποτε. Ἐνθυμεῖσθε τὸν θόρυβον, ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης. Προβάσης τῆς ψηφοφορίας, ἀπωλέσαμεν κάμποσον χρόνον μεταξὺ τοῦ ὁποίου δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐπιβλέπω ἐπὶ τῶν ἐγγράφων. Εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως διέταξα νὰ παραληφθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα. Ὁ κ. Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου.
§8ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μιμηθῶ τὸν κ. Κοντόσταυλον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς βραχυλογίας καὶ νὰ εἴπω ὀλίγα καὶ οὐχὶ πολλά. Ἐπεθύμουν νὰ μὴ περιαυτολογήσω καὶ νὰ μὴ θίξω ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ λυπήσωσιν ὑμᾶς· ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ κ. Πολυλᾶς ἦρε τὸ παραπέτασμα. Μ’ ὅλον τοῦτο σεβόμενος τὴν ὑμετέραν ἀνοχὴν θὰ ἦμαι ὅσον οἷόν τε σύντομος. Ἄρχομαι ἀπὸ τὸ ἐπιχείρημα τῶν κκ. Πολυλᾶ καὶ Κοντοσταύλου ἐπὶ τοῦ ἐνασχολοῦντος ἡμᾶς ζητήματος, καθόσον καὶ ἂν ἄσχετον, ὡς προοίμιον τεθὲν, οὐχ ἧττον δύναται δι’ ὑμᾶς νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοήν τινα ἐπὶ τῆς μορφώσεως τῆς πεποιθήσεώς σας. Σᾶς εἶπον ὅτι πρέπει τεκμαρτῶς νὰ κρίνητε καὶ νὰ καταδικάσητε οὕτω τὴν ἐκλογὴν ἡμῶν ὡς παράνομον, ὡς ἀπόῤῥοιαν βίας καὶ νοθείας, σᾶς εἶπον ὅτι εἶναι ἀκατανόητον, πῶς ὁ μέχρι τοῦδε Λομβάρδος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀκλόνητον ἐπιῤῥοὴν, κατέπεσε τοσοῦτον. Δὲν δύναται, σᾶς προσέθηκαν, ἡ ἡμετέρα συνείδησις νὰ πιστεύσῃ αὐτὸ, διότι ὁ Λομβάρδος ἀντεπάλαισε κατὰ ξένης προστασίας, διότι ὁ Λομβάρδος ἀντεπάλαισε κατ’ αὐτῶν τῶν ἐπιτυχόντων σήμερον. Ἀλλ’ οὐδὲν ἠδυνήθη κατ’ αὐτοῦ ἡ προστασία ἀπέναντι τῆς ἐπιῤῥοῆς του νὰ κατορθώσῃ, οὐδὲν οἱ σήμερον ἐπιτυχόντες. Κύριοι, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ Λομβάρδος ὑπερίσχυσε κατὰ τῆς προστασίας, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ Λομβάρδος ἴσχυσεν ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν· ἀλλ’ ὅταν ἴσχυσεν ὁ Λομβάρδος κατὰ τῆς προστασίας, δὲν ἴσχυσεν ὁ Λομβάρδος, ἴσχυσε τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐζωπύρει τὰς καρδίας ὅλων τῶν Ἑπτανησίων, ἀφ’ ὅτου τὸ πῦρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐφώτιζε τὰς ἀκτὰς ἡμῶν. Δὲν ἦτον ὁ Λομβάρδος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἦρε τὴν σημαίαν ταύτην, δὲν ἦτον ὁ Λομβάρδος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὸ λάβαρον τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου. Ὁ Λομβάρδος ἦτον εἷς νεώτερος στρατιώτης, εἷς νεοσύλλεκτος τῆς φάλαγγος τῶν ἱερῶν μαχητῶν. Διατί, κύριοι, νὰ ἀπομονώσητε τὴν ἰδέαν τῆς ἑνώσεως ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ; Διατί νὰ θέλετε εἰς μόνον τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Λομβάρδου ν’ ἀναγνωρίσητε τὸν θρίαμβον τῆς ἰδέας ἐκείνης; Δὲν εἶσθε γείτονες πρὸς τὴν νῆσον ἐκείνην; Δὲν ἐμελετήσατε (καὶ δὲν δύναμαι ν’ ἀρνηθῶ τοῦτο) τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου ἐκείνου; Διὰ τίνα αἰτίαν ἡ σύνεσις τῆς Μεγάλης Βρεττανίας καὶ ἡ ἐπίνευσις τῶν λοιπῶν ἀνακτοβουλίων ἐνέδωκαν εἰς ἐκείνων τὰς προσπαθείας; Καὶ ἂν ἐμελετήσατε τὴν ἱστορίαν ἐκείνην, διατί εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Λομβάρδου νὰ θέλετε νὰ ταπεινώσητε τοὺς ἀγῶνας, τὰς θυσίας, τὰς ἐξορίας, τοὺς ἀπαγχονισμοὺς ἄλλων; Διατί ἐλησμονήσατε τοὺς ἀγῶνας τῶν ἐκπορθησάντων τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθεροτυπίας, τὸ δικαίωμα τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς, ἅπερ ἦσαν οἱ σπόροι ἐξ ὧν ἐβλάστησεν ἐν ταῖς καρδίαις τῶν νησιωτῶν ὁ ῥιζοσπαστισμός; Λοιπὸν τοῦ Ῥώμα, τοῦ Δεσίλλα, τοῦ Καλλινίκου, τοῦ Βερικίου, τοῦ Λογοθέτη, τοῦ Γιαννοπούλου, τοῦ Γαήτα, τοῦ Μπατέλη, τοῦ Ταβουλάρη τὰ ὀνόματα, οἱ ὁποῖοι πρῶτοι ἀνεπέτασαν τὴν σημαίαν τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν καὶ ἠγωνίσθησαν τὸν ἱερὸν ἀγῶνα τὸν ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως, νὰ ῥίψωμεν εἰς λήθην;
§9ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐκ τῆς Κεφαλληνίας ἤρχισαν.
§10ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ Ζακύνθου. Μάλιστα πρῶτος ἐξωρίσθη ὁ Ζερβὸς, κατόπιν ὁ Βερίκιος. Ὁ Λομβάρδος εὗρε τὴν τράπεζαν ἑτοίμην, καὶ ἀφοῦ εὑρῆκε τὸν ἀγῶνα συνωδευμένον ὑπὸ τοῦ γενικοῦ πνεύματος τῶν νησιωτῶν, ὡς ἔξυπνος ἄνθρωπος ὑπηρέτησε τὰ αἰσθήματα τοῦ λαοῦ ἐκείνου καὶ συνετάχθη μετὰ τῶν ἀγωνιστῶν τῆς ἑνώσεως. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ θίξω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὴν πολιτικὴν πορείαν τοῦ κ. Λομβάρδου, δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι, ὅταν οἱ πρόμαχοι πράγματι τῆς ἐλευθερίας ἦσαν ἐξωρισμένοι εἰς Ἀντικύθηρα, ὁ κ. Λομβάρδος εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ Ἰονίου λαοῦ βουλευόμενος δὲν εἶχε τὴν τόλμην νὰ παραστήσῃ τὰ δι’ ἀναφορᾶς διευθυνόμενα παράπονα τῶν ἐξορίστων. Παραδέχθητε ὅ,τι ἡ κοινὴ συνείδησις, ἔστω καὶ ἀβασανίστως, λέγει, ὅτι συμετέσχε τοῦ ἀγῶνος, ἀλλὰ δὲν πρέπει καὶ νὰ λέγετε σήμερον ὅτι εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ μόνου ἑνοῦνται οἱ ἀγῶνες τοῦ παρελθόντος καὶ αἱ χρυσαῖ προσδοκίαι τοῦ παρόντος καὶ μέλλοντος. Ἀλλὰ διατί λοιπὸν ἀφοῦ ὁ Λομβάρδος δὲν εἶναι ὁ μόνος, δὲν εἶναι ὁ πρόμαχος ὁ λαβὼν τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ἑνώσεως, διατί ὑπερίσχυσε ἀπέναντι τῶν ἀντιπάλων του, ἀπέναντι ἐκείνων οἵτινες ἔβλεπον τὸ ὄνειρον αὐτὸ πραγματοποιούμενον; Κύριοι, ὅταν ἠκούσθη ἡ φωνὴ ὅτι ἡ Μ. Βρεττανία συνῄνει νὰ παραχωρήσῃ τὴν Ἑπτάνησον, τινὲς ἐπίστευσαν, ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη προέρχεται εἰλικρινῶς ἐκ πολιτικῆς περισκέψεως. Πονηραὶ ὅμως τινὲς διάνοιαι ἐζήτησαν νὰ διασείσωσι τὴν εἰλικρίνειαν τῆς μεγάλης ἐκείνης δυνάμεως καὶ νὰ παραστήσωσιν ὅτι ἄλλο τι τεκταίνεται, ὅτι ἡ Κέρκυρα ἑνοῦται μετὰ τῶν Ἀθηνῶν, ἢ μᾶλλον αἱ Ἀθῆναι μετατίθενται εἰς Κέρκυραν.... Αὗται αἱ διαδόσεις, αἱ ὁποῖαι περιέτρεχον ἐν Ἑπτανήσῳ, δὲν εἶναι ἐπινοήματα τῆς φαντασίας μου, δὲν εἶναι γνώμη ἀποῤῥέουσα νῦν ἐκ τοῦ ἀτομικοῦ μου συμφέροντος, ἐγράφησαν, ἐσυζητήθησαν καὶ ὑπάρχουσιν κείμεναι εἰς τὴν ἐπίκρισιν τῆς ἱστορίας. Ὁ κ. Λομβάρδος τότε ἐδυσπίστει κατὰ τῶν διανοημάτων τῆς Μ. Βρεττανίας καὶ ἔλεγεν ὅτι ἡ ἰδέα τῆς ἑνώσεως, ἣν ἐπρότεινε, δὲν ἦτο ἀπόῤῥοια εἰλικρινοῦς σκέψεως, κατεδίκαζε δ’ αὐτὴν εἰς τὰ πλήθη, ὡς ἀναξιόπιστον. Τότε ἠκούοντο φωναὶ ὅτι αὐτοὶ οἱ ἀγωνισθέντες καὶ ἐξορισθέντες, ἀπεκδεχόμενοι ἐν καλῇ πίστει τὴν πρότασιν τῆς Μ. Βρεττανίας, ἐγένοντο ῥιψάσπιδες, ὅτι οὗτοι ἠγοράσθησαν διὰ τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ ἀργύρου τῆς Μ. Βρεττανίας, καὶ ὁ λαὸς ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον ἐζωπύρουν τὰ αἰσθήματα τῆς ἀπελευθερώσεως, ἐπιμείνας καρτερικῶς ἵνα ἑνωθῇ μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, δὲν ἠδύνατο εἰμὴ ἀβασανίστως τὰ φάσματα τὰ ὁποῖα ἐπαρουσιάζοντο αὐτῷ νὰ φοβηθῇ. Καὶ ἰδοὺ τὸ χάσμα μεταξὺ τῶν συναγωνισθέντων ῥιζοσπαστῶν καὶ τοῦ κ. Λομβάρδου, συμμάχου πρῴην αὐτῶν. Ἐλέχθησαν, κύριοι, καὶ ἐβεβαιώθησαν ταῦτα καὶ διὰ τῆς δημοσιογραφίας καὶ διὰ τῆς ἱστορίας· πιστοποιεῖ ταῦτα ἄνθρωπος, ὅστις ἔφαγε τὸν ἄρτον τῆς ἐξορίας, ἄνθρωπος βιαίως ἀποσπασθεὶς ἀπὸ τὰς ἀγκάλας τῆς οἰκογενείας του, ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ὡς ἆθλον τῶν ἀγώνων του λαβὼν τὸ ποτήριον τῆς ἐπὶ προδοσίᾳ συκοφαντίας καὶ ἰδίᾳ ἐν ἠρέμῳ συγγράφων τιμᾷ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος, θύσας τὰ πάντα ἀπέναντι τῆς ἀξιολατρεύτου ἰδέας του ἀπὸ πλουσίου καὶ περιφανοῦς γενόμενος πένης, λατρεύει τὸ ἐν τῇ καρδίᾳ του εἰλικρινῶς ἐνσαρκωθὲν Ἑλληνικὸν αἴσθημα. Ὁ Γεώργιος Βερίκιος, ὁ μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν Ζακύνθῳ ῥιζοσπαστῶν, περιγράφει ταῦτα μετὰ μεγάλης μὲν προφυλάξεως, ἀλλὰ καὶ μετὰ περιπαθείας μαρτυρούσης τὴν ἀξιοπιστίαν καὶ τιμιότητα τοῦ ἀνθρώπου. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, εἰς τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον ὅτι ἐπῆλθε διχοστασία μεταξὺ ῥιζοσπαστῶν, διότι οἱ πλεῖστοι ἀπεξεδέχοντο μετ’ εἰλικρινείας παρὰ τῆς Μ. Βρεττανίας τὴν πρότασιν τῆς ἑνώσεως, νὰ ἀναγνώσω αὐτὸ τὸ ἔγγραφον. Ἀκούσατε τί λέγει. «Τὸ ἀνακτοβούλιον τοῦ ἁγίου Ἰακώβου τὴν ἀπάλειψιν βουλευσάμενον τῆς προστριβομένης τῷ Ἀγγλικῷ ἔθνει μομφῆς, κακιζομένῳ ὅτι δυσμενῶς ἔχει πρὸς τὰς δικαίας ἐθνικὰς ἀξιώσεις, μετὰ πολλῆς περινοίας, ἅμα ὡς ἐκανόνισε τὰ ἀγγλικὰ συμφέροντα, διαῤῥυθμίζον ταῦτα πρὸς τὸ ἐπικρατοῦν φρόνημα, παρέστη ἐνώπιον τῶν ἑτέρων δυνάμεων εἰσηγούμενον τὰ ὑπὲρ τῶν Ἰονίων νήσων ἑλληνικὰ νόμιμα. Πιθανῶς δὲ τῷ διαβήματι τούτῳ ἐχρήσατο, ὅπως ἄλλοτέ ποτε τοῖς λοιποῖς ἰσχυροῖς ἀντιπροβάλλητε. (ϛʹ) Πόσοι δὲ ἐξηπατήθησαν μέχρι τελευταίας στιγμῆς καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν Εὐρωπαίων ἄνδρες περιφανεῖς, λογοπαίγνια πολιτικὰ ὑπολαμβάνοντες τὰς Ἀγγλικὰς ἐκείνας εἰσηγήσεις! Τούτοις οὖν ἀτυχῶς πεισθέντες καί τινες τῶν νησιωτῶν ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις τἀναντία ἐφρόνουν πρὸς τοὺς τὰ διαδραματιζόμενα ἐννοήσαντας—ὁδὸν ἀνώμαλον καὶ τραχεῖαν καὶ τὴν ἀγγλικὴν ἐκδήλωσιν περὶ ἀπελευθερώσεως τῶν νήσων οἷον φενάκην ὑποδεικνύοντες. Ἡ ὑπόνοια αὕτη ἔσθ’ ὅτε τὸ κοινὸν ταράττουσα ἀνέσειε καὶ τὴν ἀνέκαθεν ἤρεμον τοῦ ῥιζοσπαστικοῦ πολιτείαν ἀνέστρεψεν. Εἰρήσθω δὲ ἐν παρόδῳ ὅτι οἱ τοιοῦτοι προπηλακισμοὺς καὶ πάθη ὑπέροπλα τοῖς ἀπονήροις καὶ ἀδιδάκτοις πλήθεσιν ἀνεῤῥίπιζον παροξύνοντες ταῦτα κατὰ πολλῶν ἐργατῶν τῆς ἑνώσεως, ἐπὶ ἀγγλοφροσύνῃ διαβαλλομένων τῶν ἁπλῶς συμπαθησάντων πρὸς τὴν ἑλληνικὴν τοῦ 1862 μεταπολίτευσιν. Οὐκ ὀλίγοι τὰ ὅρια τῆς εὐσχημοσύνης καὶ τοῦ πρέποντος ἐπελάθοντο· ὁ δὲ σάλος ἀπὸ διπλωματικῶν πηγῶν, ὥς φασι, τὴν ἀρχὴν λαβὼν καὶ ἐν τῷ κέντρῳ τοῦ ῥιζοσπαστισμοῦ ἐκραγεὶς, τὰ κανονικὰ βάθρα συνετάραξε καὶ ἐπὶ πολὺν χρόνον, οὕτως εἰπεῖν, τὴν τοῦ λόγου λαμπάδα, ὡς ἔοικεν, ἀπέσβεσε. «Τὰ πάθη τότε, φύσει ἐν ταῖς καρδίαις τῶν ὑποκειμένων λαῶν, τῶν δεσποζόντων ξένων, ἐμφωλεύοντα, τὰ πάντα συνέχεον, τὸ δὲ τῆς ἑνώσεως μέγα καὶ ἀπροσδόκητον τοῖς πολλοῖς γεγονὸς, πλείστους βουλομένους τοῦτό γε ἐπισκοτεῖσαι, μηδενίζοντας καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτοῦ, ἐσπάραττον, ἅμα δὲ καὶ τὰς δεσποτείας καθόλου, μηχανωμένας τὴν ἐξάμβλωσιν τῶν καλῶν οἱουδήποτε ἀναμορφωτικοῦ συστήματος....» Πιστεύσατε, κύριοι εἰς τὴν φωνὴν τοῦ μάρτυρος Βερυκίου, διότι ἂν ἡ πατρὶς αὐτοῦ ἔδωκεν αὐτῷ θέσιν ἐξορίστου, ἀλλ’ ὅμως καὶ συγγράφων δὲν ἐμνησικάκισε κατὰ τῆς λατρευτῆς αὐτῷ πατρίδος καὶ διὰ τοῦτο οὕτως ἔχων ἰδοὺ τί λέγει· «Ἀνέκαθεν πολλοὶ τῶν Εὐρωπαίων συκοφαντήσαντες περιύβρισαν τὴν Ἑλλάδα· τῶν δὲ πολιτῶν αὐτῆς τὴν διαίρεσιν, καί τοι ἐκεῖνοι προκαλέσαντες, ὕστερον καὶ ἔψεξαν. Πρὸ ὀλίγων μάλιστα ἐτῶν ὁ Λαγιάρδος ἀπὸ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ τῆς Ἀγγλίας βήματος παράδειγμα τὰς Ἰονίους νήσους ὑπέδειξεν, ἅτε δὴ κακῶς ταύτας μετὰ τὴν ἕνωσιν ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος κυβερνηθείσας· καὶ ὅμως ὁ ἑλληνικὸς ἐν ταῖς νήσοις στρατὸς συμπεριφέρεται πρεπωδέστερον ἢ πᾶς τις ἄλλος ἐν αὐταῖς προγενέστερον ἐγκαταστάς· οὐδὲ ὑστέρησε τῶν προκατόχων αὐτοῦ τὸ δικαστικὸν καὶ διοικητικὸν σῶμα. Καὶ περιττὸν εἰπεῖν ὅτι τῶν σημερινῶν ἐκπαιδευτηρίων τὴν ὑπεροχὴν πρὸς τὰ παρελθόντα καὶ οἱ ἀδαέστεροι τῶν γραμμάτων ὁμολογοῦσιν. Ἀλλ’ ἐὰν εἰς ἀνωμαλίας τινὰς τὸ Ἰόνιον περιῆλθε, δῆλόν ἐστιν ὅτι τὸ ἔκρυθμον τοῦτο ἐν πολλοῖς καὶ πρὸ τῆς ἑνώσεως διετέλει, ὅτε, οὐχὶ σμικρὸν καὶ τὰς ἀρχαίας ἐπαρχίας κατόπιν ἐζημίωσεν, ὡς πάντας ἔβλαψαν καὶ οἱ κατὰ τὰς μεταπολιτεύσεις ἀναφαινόμενοι κλονισμοί. Ἀλλὰ τῶν νήσων ἡ εὐημερία, τοῦ προσκαίρου τούτου σάλου παρερχομένου, ἔσται ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς πολλῷ ὑπερτέρα ἢ πρότερον, καὶ εἰ χρυσοφόρος ἦν ἡ δούλειος ὑποτέλεια, ὁ ἄρτος τῆς ἀνεξαρτησίας, καὶ μέλας ὢν, ἡδύτερός ἐστι καὶ ὑγιεινότερος.» Δὲν εἶναι ἑπομένως ἀποκύημα τῆς φαντασίας μου λέγοντος, ὅτι ὁ κύριος Λομβάρδος ἐν ἀμφιβολίᾳ ἔθετο τὴν ἕνωσιν καὶ ὅτι μόνον οἱ ῥιζοσπάσται ἀπεξεδέχοντο εὐφροσύνως τὴν πρότασιν τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, δι’ ὅπερ κατεδίκασεν αὐτοὺς ὁ Λομβάρδος ὡς Ἀγγλοπίστους. Καὶ τότε πλέον συνέῤῥεον τὰ πλήθη περὶ αὐτὸν, καὶ τότε, ὡς ἄνθρωποι ἐκ τῆς μερίδος του αὐτομολήσαντες πρὸς ἡμᾶς μᾶς ἐβεβαίωσαν, καὶ ὁρκωμοσίαι, καὶ ἀδελφοποιΐαι ἐτελοῦντο, ἵνα μὴ ἀπὸ τοῦ ἐθνοσωτῆρος ἐκείνου ἀποστατήσωσι καὶ προστεθῶσι πρὸς τοὺς καταδιδομένους ὡς προδότας. Τὸ σχέδιον ἐπέτυχε τοῦ σκοποῦ του διὰ τοῦ ἐξεγερθέντος μίσους τοῦ παραπλανηθέντος πλήθους κατὰ τῆς πλειάδος τῶν ῥιζοσπαστῶν. Ἀλλ’ ἵνα ἑδραιωθῇ ἐπὶ τὸ μέλλον νέας ἐπικουρίας ἐδεῖτο καὶ ἰδοὺ οὐχὶ ἡ ἰδέα τῆς ἐλευθερίας καὶ τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, κ. Πολυλᾶ, ἐπεκράτησαν, ἀλλὰ τὸ κράτος τῆς ματσούκας, τὸ κράτος τῆς δολοφονίας, τὸ κράτος τῶν ῥαβδισμῶν, τὸ κράτος τῶν προπηλακισμῶν.
§11ΖΩΧΙΟΣ. Πρὸ τῆς ἑνώσεως ἢ μετὰ τὴν ἕνωσιν;
§12ΠΟΛΥΛΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν;
§13ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§14ΠΟΛΥΛΑΣ. Δύνασθε, κ. Πονηρόπουλε,—καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι ἔχω ὅλον τὸ συμφέρον νὰ ἐρωτήσω καὶ ἐγὼ,—δύνασθε νὰ προσδιορίσητε τὴν ἐποχὴν τῆς ματσούκας καὶ τοῦ ῥαβδισμοῦ μετὰ τὴν ἕνωσιν;
§15ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ 1864 μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς Συνελεύσεως μέχρι τοῦ ἔτους 1868. — Θέλετε νὰ σᾶς προσδιορίσω τὴν ἐποχὴν, διότι νομίζετε ὅτι ἐγὼ ἀόριστα ῥίπτω ἐνώπιον τῆς συνειδήσεως τοῦ Κοινοβουλίου· ἀλλὰ πρέπει νὰ μάθετε ὅτι συναισθάνομαι τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν τὴν στιγμὴν ταύτην κατέχω, καὶ ὅτι, ὅ,τι ἂν λέγω, δὲν εἶναι λέξεις καὶ ἔπη πτερόεντα, γράφονται καὶ σημειοῦνται ἐν τοῖς πρακτικοῖς, καὶ διὰ τοῦτο ἔχω νὰ δώσω λόγον καὶ ὡς ἄτομον καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος μιᾶς ἐπαρχίας περὶ ὅσων καταθέτω. Εἰς τὴν πλατεῖαν, κύριοι, τῶν ἁγίων Σαράντων πανυγηρικῶς ἐκρεμᾶτο ἡ ματσοῦκα καὶ ἀφ’ ἑσπέρας ἐῤῥίπτετο ὁ κλῆρος, τίς ὁ μέλλων τὴν αὔριον νὰ κτυπηθῇ. Μὲ προκαλεῖτε νὰ σᾶς εἴπω ὡρισμένα καὶ ἐν τούτοις δὲν διαφεύγει τῆς μνήμης ὑμῶν τὸ θῦμα, ὅπερ ἔπεσε τοῦ λόγου καὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως, μὲ προκαλεῖτε νὰ εἴπω συγκεκριμένα, ἵνα πεισθῆτε, καὶ ἀκούσατε τὴν φωνὴν ὅλης τῆς Ζακύνθου, ὅτι ὁ Βαρβιάνης, συντάκτης μιᾶς ἐφημερίδος, μὲ μίαν κάλτσαν πεπληρωμένην ἄμμου κτυπᾶται εἰς τὸ στῆθος καὶ μετ’ ὀλίγον ἀποθνήσκει, ἵνα παύσῃ ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου· ὁ Ἀναστάσιος Γαήτας, ὁ διακεκριμένος δικηγόρος, συνεργάτης τῆς ἐφημερίδος ἡ «Ὁμόνοια», δημοσίᾳ εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Ποιητοῦ παραφυλαττόμενος ὑπὸ κεκρυμμένης σπείρας ἐχρίσθη εἰς τὸ πρόσωπον μὲ ἀκαθαρσίαν ἀνθρώπινον!!! Μὲ προκαλεῖτε νὰ σᾶς εἴπω συγκεκριμένα, καὶ σᾶς ἐπενθυμίζω τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Ῥώμα, πρὸς τὸ ὁποῖον, καί τοι ἀντιφρονῶν ὁ κ. Κοντόσταυλος, εἶπεν ὅτι τρέφει ὑπόληψιν, καὶ σεβασμὸν, σᾶς ἐπενθυμίζω τί ἔπαθεν δημοσίᾳ, εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς Ἄμμου ὅπου ἐπυροβόλησαν αὐτόν. Μὲ ἐρωτᾶτε ἵνα σᾶς εἴπω γεγονότα, καὶ σᾶς ὑπενθυμίζω τὸν ῥιζοσπάστην Καλλίνικον, κατὰ τοῦ ὁποίου νύκτα ἀπεπειράθησαν δολοφονίαν. Μὲ ἐρωτᾶτε νὰ σᾶς εἴπω γεγονότα καὶ σᾶς λέγω ὅτι ἐν συμπλοκῇ ἀπέκοψαν τὴν χεῖρα τοῦ κ. Π. Καρούμπα, καὶ τὴν χεῖρα αὐτὴν ἔῤῥιπτον δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ φωνάζοντες «ζήτω ὁ Λομβάρδος.»
§16ΖΩΧΙΟΣ. Καὶ ἔχετε ἀποδείξεις περὶ ὅλων τούτων;
§17ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐνῷ ταῦτα ἐτελοῦντο, φωνὴ μαγικὴ συνεκάλει τὰ πλήθη, λέγουσα ὅτι ἔμελλον αὐτοὶ νὰ φέρωσι τὴν ἐνίσχυσιν τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, κ. Πολυλᾶ, ὅτι αὐτοὶ ἔμελλον διὰ τῆς ἠθικῆς βαρύτητός των νὰ φέρωσι τὴν παγίωσιν τῶν Νόμων καὶ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι· καὶ ἀπὸ τοῦ ἐξώστου δημοσίου συλλόγου ἐλέγετο πρὸς τὰ πλήθη ἐκεῖνα «πείθεσθε, ἀγαπητοὶ, εἰς ἐμὲ, ἐγὼ εἶμαι τὸ σύμβολόν σας, τὸ σύμβολον τῆς ἰσότητος, σήμερον εἴμεθα ὅλοι ἴσοι καὶ ἐλεύθεροι, ἐγὼ δὲ ὁ ὁποῖος ἀγωνίζομαι ὑπὲρ τῆς ἰσότητος, ἐγὼ ὅστις καταγίνομαι, σὲ λαχανοπῶλα νὰ κάμω ὑπουργὸν, μάθε ὅτι δὲν θὰ καταδεχθῶ νὰ λάβω ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ταμείου, οὔτε τὴν σκουριασμένην πεντάραν, οὔτε τὴν τρύπιαν σφάντζικαν. Ἔχετε πίστιν εἰς ἐμὲ, διότι διὰ τοῦ ἔργου ἡμῶν τούτου σήμερον ἦλθον τὰ ἄνω κάτω καὶ τὰ κάτω ἄνω,» Αὐτὰ ἔλεγε, κύριοι, ὁ κ. Λομβάρδος καὶ ἐθέρμανε τὰς ψυχὰς τῶν ἀθώων πολιτῶν· αἱ ὁρκωμοσίαι, ἡ ἰδέα τῆς ἰσότητος, ἐκπροσωπουμένη ἐν τῇ ἀκολασίᾳ καὶ τῇ ἀμνηστείᾳ τῶν ἐγκλημάτων, τῆς ἀκεραιότητος καὶ τῆς ἀφιλοκερδείας, ἡ γλυκεῖα ὑπόσχεσις κατεμάγευσεν αὐτοὺς καὶ συνεσπειροῦντο τὰ πλήθη ὑπὲρ τῆς ἐπιῤῥοῆς αὐτοῦ καὶ κατὰ τῶν ἐναντίων του, τῶν Ἀγγλοπίστων προδοτῶν. Αὐτὰ, κύριοι, ἔδωκαν τὴν ἰσχὺν εἰς τὸν κύριον Λομβάρδον, οἱ δὲ ἐναντίοι αὐτοῦ βλέποντες τὸν χείμαῤῥον, ὁ ὁποῖος κατεκύλιε τὰ πάντα, ἀπεσύρθησαν, ἵνα παραφυλαχθῶσιν ἀπὸ μεγαλεῖτερα δεινὰ καὶ διασώσωσι τὴν προσωπικότητα αὐτῶν. Ὄταν δ’ ἐπέστη ὁ καιρὸς καὶ ἐπῆλθεν ἡ γαλήνη, ὡς ἐπρομάντευσεν ὁ κ. Βερίκιος, ἠθέλησαν νὰ δοκιμάσωσι τὰς δυνάμεις των. — Μοὶ ἀναφέρετε τὰς ἐκλογὰς τοῦ 68 καὶ δι’ αὐτῶν θέλετε νὰ παραστήσητε, καὶ νὰ κρίνητε τὴν ὑπεροχὴν τοῦ κ. Λομβάρδου. Αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1868, κύριε Πολυλᾶ, ἦσαν ἡ πρώτη ἀπόπειρα, τὴν ὁποίαν ἔκαμαν οἱ ἀντίθετοί του· αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1868 δὲν ἐγένοντο μὲ τὴν ἰδέαν τῆς ἐπιτυχίας ὑπὲρ τῶν ἐναντίων τοῦ κ. Λομβάρδου, αἱ ἐκλογαὶ ἐκεῖναι ἐγένοντο διὰ νὰ δείξουν καὶ αὐτοὶ ἀπέναντι τῶν κρυφίων καὶ μυστικῶν παραπόνων, ὅτι πλέον ἀπῆλθεν ἀνεπιστρεπτεὶ ἡ ἐποχὴ τῶν βιαιοπραγιῶν, ἡ ἐποχὴ τῶν κακώσεων, ὅτι δύνανται ν’ ἀντιταχθῶσι πρὸς τὸν κ. Λομβάρδον. Ἀλλὰ δυστυχῶς πῶς νὰ ἀντιπαλαίσωσιν οἱ ἀντίθετοι τοῦ κ. Λομβάρδου ἀπέναντι καταλόγων περιεχόντων τοσαῦτα ἀνύπαρκτα ὀνόματα; Πῶς νὰ παλαίσωσιν κατὰ τῆς κατεχούσης τὴν ψυχὴν τῶν πολιτῶν ἀθυμίας, ἡ ὁποία ἦτον ἀπόῤῥοια κακώσεων ἐπὶ τοσαῦτα προηγούμενα ἔτη; Καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη σᾶς παρουσιάζει τὴν ὑπεροχὴν τοῦ κ. Λομβάρδου. Διατί, κύριε Πολυλᾶ, διατί, κύριε Κοντόσταυλε, δὲν λαμβάνετε θετικώτερον σημεῖον; Διατί δὲν ἔρχεσθε πλησιέστερον, ἵνα ἴδωμεν καὶ ἐξακριβώσωμεν ὁποία ἡ ἀκαταμάχητος ἐπιῤῥοὴ τοῦ κ. Λομβάρδου;
§18ΠΗΛΗΚΑΣ. Κύριε Πονηρόπουλε, μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν λέξιν;
§19ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ κάμωμεν κακὴν ἀρχήν· σεῖς εἶσθε εὐμαθέστατος νέος καὶ λυποῦμαι ὅτι θέλετε μὲ ἐρωτήσεις νὰ φωτισθῆτε. Ἔλθετε εἰς τὸ βῆμα.—Διατί, κύριοι, δὲν λαμβάνετε πλησιεστέραν ἐποχήν; Ὄταν ἐγένοντο αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ μεταξὺ τοῦ κυρίου Τζουλάτη καὶ τοῦ κυρίου Ἕλληνα, ποία ἦτον ἡ ὑπεροχὴ τότε τοῦ κ. Λομβάρδου; Κατὰ 400 ψήφους, ἀπέναντι 6,000 ψήφων ἐν τῇ πόλει· καὶ τοῦτο λάβετέ το ὡς γεγονὸς, ὅτι ἡ ὑπεροχὴ τοῦ Λομβάρδου κατὰ τὸ 1870 ἐν τῇ πόλει Ζακύνθου, κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ὁμολογίαν, ἦτον ὑπεροχὴ κατὰ 400 ψήφους. Τίς δὲ ἦτον ἡ ἐν τῇ ἐξοχῇ; Ἐν τῇ ἐξοχῇ δὲν ὑπῆρχε πλέον ὑπεροχή. Θέλετε νὰ εὕρητε δοκίμιον περὶ τῆς ἐξοχῆς; καὶ ποῦ ἀλλοῦ θὰ τὸ εὕρητε, εἰμὴ εἰς πρόσωπον ἀντιπαλαῖσαν φανερὰ κατὰ τοῦ κ. Λομβάρδου; Ἔχετε δὲ ὡς πρὸς τοῦτο τὴν κατὰ τὰ 1872 ὑποψηφιότητα τοῦ κ. Βολτέῤῥα. Ὁ κ. Βολτέῤῥας μόνος, μὲ πρόγραμμα ὅτι δὲν ἀνήκει εἰς κἀνὲν κόμμα, ἐξῆλθε καὶ ἐζήτησε τὰς ψήφους τῶν συμπολιτῶν του. Εἰς τὴν πόλιν δὲν ἠδύνατο ν’ ἀντιπαραταχθῇ, διότι ὁ συναπισμὸς τῶν συμφερόντων, ὁ σύνδεσμος τῶν ὁρκωμοσιῶν καὶ ὁ πανικὸς φόβος, ὁ ὁποῖος δικαιώματι προτεραιότητος ἐπεβάλλετο ὑπὸ τοῦ παληκαρισμοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ διασπασθῇ ὑπὸ τῶν δυνάμεων τοῦ κ. Βολτέῤῥα· ἡ ἐξοχὴ ὅμως, ἡ ὁποία δὲν ἠνείχετο τὸν παληκαρισμὸν, ἡ ὁποία ἤξευρε νὰ κρίνῃ κατὰ τὰς ἰδίας αὐτῆς πεποιθήσεις καὶ ὄχι τὰς ἐπιβεβλημένας θελήσεις, ἀπεφάνθη· καὶ ἐνῷ ὁ Βολτέῤῥας ἄνευ οὐδεμιᾶς θυσίας καὶ συμμαχίας ἐξῆλθεν εἰς τὸν ἀγῶνα, ἐντούτοις εἰς τὴν ἐξοχὴν ἐπέτυχεν ὡς Βουλευτής. Καὶ τί θὰ εἰπῇ τοῦτο; Δὲν θὰ εἴπῃ, ὅτι εἰς τὴν συνείδησιν ὅλων τῶν δήμων τῆς ἐξοχῆς ἐζητεῖτο μία μεταβολὴ ἰδεῶν κατὰ τὴν ῥῆσιν τοῦ κ. Πολυλᾶ, ἢ μία μεταβολὴ προσώπων; Ἀλλὰ διὰ νὰ διαφύγῃ τὸν ὕφαλον τοῦτον ὁ κ. Πολυλᾶς λέγει, ὅτι ὁ Βολτέῤῥας ἐξῆλθεν ὡς ἄτομον, δὲν ἀνῆκεν εἰς κἀνὲν κόμμα, καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβε ψήφους, καὶ αὐτὰς τὰς ψήφους τὰς ἔλαθεν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς Λομβαρδιανοὺς, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ σήμερον Λομβαρδιανοί. Ὄχι, κύριε Πολυλᾶ, καὶ δὲν σᾶς τὸ λέγω ἐγὼ αὐτὸ τὸ ὄχι, σᾶς τὸ λέγει ὁ κ. Λομβάρδος. Ὁ κύριος Λομβάρδος δὲν ἠρκέσθη δι’ ἐπιστολῶν καὶ προσκλήσεων ἵνα ἀπαγορεύσῃ ῥητῶς ἵνα μὴ δώσουν οἱ φίλοι του ψήφους πρὸς τὸν Βολτέῤῥαν· ὁ κύριος Λομβάρδος, διὰ νὰ καταστήσῃ πανηγυρικωτέραν τὴν ἀπαίτησιν ταύτην, προσεκάλεσεν ἐν ὑπαίθρῳ συνάθροισιν, προσεκάλεσε τοὺς φίλους αὐτοῦ δημάρχους, τοὺς φίλους αὐτοῦ παρέδρους, τοὺς φίλους αὐτοῦ δημοτικοὺς συμβούλους, προσεκάλεσε τοὺς φίλους πάντας τοῦ κόμματός του καὶ ἐνώπιον ἀπειροπληθοῦς λαοῦ εἶπεν εἰς αὐτούς· «Νὰ μὴν ψηφίσητε τὸν Βολτέῤῥαν». Ἀκούσατε τὸν λόγον του, κύριε Πολυλᾶ.
§20ΠΟΛΥΛΑΣ. Τὸν γνωρίζω, τὸν ἀνέγνωσα.
§21ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Νὰ τὸν ἀκούσῃς, νὰ τὸν ἀκούσῃ καὶ ἡ Βουλή.
§22ΠΟΛΥΛΑΣ. Νὰ ἀποτείνεσθε εἰς τὴν Βουλήν.
§23ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ λέγω εἰς σᾶς, διὰ νὰ ὑπενθυμίζω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ λεγόμενα ὑμῶν καὶ ἐμοῦ, καὶ ἵνα εὕρῃ τὴν διαφοράν, τίς ὁ ἀκριβέστερον ἐξιστορῶν τὰ τῆς πατρίδος μου. Μία μόνον δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐπισκίασις, ὅτι ὁμιλῶ ὑπὲρ ἐμοῦ· βεβαιωθῆτε ὅμως, κύριοι, ὅτι δὲν ἤθελον δεχθῆ εἰς ἐμαυτὸν τὴν εὐθύνην νὰ θυσιάσω μέλλον εὐήμερον, τὸ ὁποῖον εἶχον διὰ τῆς ἐπιστήμης μου, μόνον διὰ ν’ ἀναστηλωθῶ βουλευτὴς τῆς λόγχης καὶ τῆς βίας. Ἀκούσατε λοιπόν, τί λέγει ὁ κύριος Λομβάρδος περὶ Βολτέῤῥα, καὶ σεῖς κρίνατε ἐὰν ἡ ψῆφος τοῦ κ. Λομβάρδου ἔπεσεν εἰς τὸ ναὶ τοῦ κ. Βολτέῤῥα· «Μόλις ὁ Βολτέῤῥας ἐκλεχθῇ, μόλις ἕνας ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς πέντε πέσῃ, οἱ λοιποὶ τέσσαρες δὲν ἠμποροῦν νὰ κάμουν τότε τίποτες ἄλλο εἰμὴ νὰ σᾶς παρακαλέσουν ἀμέσως νὰ εὑρῆτε τέσσαρους ἄλλους ὅπως τοὺς δώσετε συντρόφους τοῦ κ. Βολτέῤῥα.» Ἐὰν λοιπόν, κύριοι, εἰς ἓν ὑπαίθρῳ συνάθροισιν ταῦτα λέγῃ, ἐὰν λοιπὸν λέγῃ διὰ τῆς ἐν τῷ τόπῳ ἐκδιδομένης ἐφημερίδος του, τὴν ὁποίαν ἀφθόνως κυκλοφορεῖ εἰς πάντα τὰ χωρία, τοιαῦτα περὶ τοῦ Βολτέῤῥα, ἔχετε τὸ θάῤῥος πλέον νὰ εἴπητε, ὅτι αἱ ψῆφοι, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ὁ Βολτέῤῥας, τὰς ἔλαβεν ὡς ὑποψήφιος τοῦ κ. Λομβάρδου; Ἀλλὰ διατὶ, λέγει ὁ κ. Πολυλᾶς, εἰς τὰς μεταγενεστέρως γενομένας δημοτικὰς ἐκλογὰς ἡ ἐπιῤῥοὴ τοῦ κ. Λομβάρδου καὶ πάλιν ἐν τῇ ἐξοχῇ καὶ τῇ πόλει ἀνεφάνη; Ποία ἡ ἀπόδειξις, κύριοι; Ποίαν μᾶς φέρετε ἀπόδειξιν, ὅτι οἱ ἀναδειχθέντες δήμαρχοι, δημοτικοὶ σύμβουλοι καὶ πάρεδροι εἶναι τοῦ κ. Λομβάρδου; Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ διϊσχυρισθῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου σήμερον τὸ ἐναντίον, διότι ἀφοῦ δὲν ἐφέρατε ἀπόδειξιν, τοῦτο εἶναι ὑπὲρ ἡμῶν· σᾶς λέγω ὅμως, καὶ σᾶς ὑποβάλλω ἰσχυρισμὸν, τὸν ὁποῖον σεῖς δύνασθε νὰ ἐκτιμήσητε, ὅτι οἱ δήμαρχοι, οἱ πάρεδροι καὶ οἱ σύμβουλοι — τουλάχιστον ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἐπαρχίᾳ, δὲν γνωρίζω διὰ τὰς ἐπαρχίας σας — ἐκλέγονται καὶ ἐκτιμῶνται κατὰ τὴν προσωπικότητά των· ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ δὲν τίθενται ὡς ζήτημα πολιτικὸν, καὶ ὅτι, ἐὰν θελήσῃ εἷς κομματάρχης πολιτικὸς νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην του, ἡ γνώμη αὕτη δὲν δύναται νὰ ὑπερισχύσῃ ἀπέναντι τῶν παθῶν, τῶν συγγενικῶν δεσμῶν, τῶν ὑποχρεώσεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι τοσοῦτον ζωηραὶ, ὅσον εἶναι στενὸς ὁ χῶρος τοῦ δήμου. Καὶ ἀφοῦ, κύριοι, σταματήσητε εἰς αὐτὸ τὸ στερεὸν ἔδαφος, τὸ ὁποῖον σᾶς δίδει ἡ λογικὴ, σᾶς δίδουν τὰ γεγονότα, ὅτι δηλαδὴ ὁ κύριος Λομβάρδος ἐν μὲν τῇ πόλει, συναγωνιζομένων δύω ὑποψηφίων ἀντιθέτων, ὑπερεῖχε κατὰ τετρακοσίας ψήφους, ἐν δὲ τῇ ἐξοχῇ, διὰ τῆς ἐκδηλώσεως τοῦ χωρικοῦ στοιχείου, ἀπεδεικνύετο ἡ κατάπτωσίς του, θὰ μοῦ εἴπετε πάλιν ὅτι ἡ ὑπεροχή του, καί τοι ὑπαρχούσης τόσον μικρᾶς διαφορᾶς, ὑφίσταται; Ναὶ, κύριοι, ἕως τὸ 1873 ἡ ἐπιῤῥοή του καὶ ἐν τῇ πόλει καὶ ἐν τῇ ἐξοχῇ ἠμφισβητεῖτο. Ἀλλ’ ὅταν τις λάβῃ τὸν κατήφορον, δυσκόλως δύναται νὰ πάρῃ τὴν ὁδὸν τὴν πρὸς τὰ ἄνω. Καταμετρήσατε τὴν δύναμιν τοῦ Λομβάρδου οὐχὶ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1868, ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ 1862, διότι κατὰ τὸ 1862 ἐκπροσωπῶν μίαν ἰδέαν ἐθνικὴν, ὡς σεῖς λέγετε, εἶχε καὶ ἡμᾶς πάντας σχεδὸν ὑπὲρ ἑαυτοῦ· κατὰ τὰ 1868 ὅμως ἀποκαλύπτεται κόμμα συστηματικὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ μέτωπον φανερὰ τὸν πολεμεῖ. Κατὰ τὰ 1872 ὑπερισχύει ἡ ὑποψηφιότης τοῦ κυρίου Βολτέῤῥα, κατὰ τὰ 1870 ἐν τῇ πόλει ἀποδεικνύεται ἔχων ὑπεροχὴν 400 μόνον ψήφων. Θέλετε νὰ σᾶς ἀποδείξω, διὰ νὰ σᾶς φέρω εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς νομίμου πλειονοψηφίας ἡμῶν, πῶς καὶ αὗται αἱ 400 ψῆφοι πλέον δὲν ὑπάρχουν ὑπὲρ τοῦ κ. Λομβάρδου; Πῶς μάλιστα ὑπάρχει μία διαφορὰ, μία κατάπτωσις τοσοῦτον μεγάλη; Δὲν ἐξετάζω, κύριοι, τὰ αἴτια, θὰ σᾶς ἀναφέρω τὰ γεγονότα, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ ἀνασύρω τὸ παραπέτασμα διὰ νὰ ἀνεύρω τὰς αἰτίας τῶν γεγονότων αὐτῶν. — Σᾶς φέρω, κύριοι, βεβαιωμένον, ὅ,τι σήμερον προβάλλω, διότι τὸ ἔγραψα διὰ φυλλαδίου, διότι τὸ ἔγραψα δι’ ἐφημερίδων, καὶ προκαλῶ τοὺς ἀντιφρονοῦντας νὰ μοὶ εἴπουν ποῖον ἀπὸ τοὺς ἰσχυρισμούς μου ὁ κ. Λομβάρδος ἠδυνήθη νὰ διαψεύσῃ. Ποῖοι αὐτοὶ οἱ ἰσχυρισμοί μου, οἵτινες ἀποδεικνύουν τὴν μείωσιν τῶν δυνάμεων τοῦ κ. Λομβάρδου ἀπὸ τῆς πλειοψηφίας, τὴν ὁποίαν εἶχε 400 ψήφων; Ὁ κ. Τζουλάτης ἦτο δήμαρχος, τὸν ὁποῖον ὑπεστήριζεν ὁ κ. Λομβάρδος· τὸ ἐνθυμεῖσθε, διότι σᾶς τὸ εἶπεν ὁ κ. Πολυλᾶς· ὁ κ. Τζουλάτης, ἠκούσατε ὁποῖος ἄνθρωπος ἦτον· ἠκούσατε τὸ τί ἔπραξεν ὡς Νομάρχης, ὡς πρόεδρος δικαστηρίων, ὡς Γενικὸς Εἰσαγγελεὺς τοῦ πρώην Ἰονίου Κράτους. Καὶ ἦλθεν ὡς δήμαρχος, διὰ νὰ προσφέρῃ μίαν ἔτι ὑπηρεσίαν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, ὑπὲρ ὧν ἐθυσίασε μακρῶν ἡμερῶν ζωὴν, καὶ σύζυγον ἀπ’ αὐτοῦ ἔλαβε. Καὶ πράγματι ὁ κ. Τζουλάτης διέπρεψε, διότι δὲν ἠνείχετο δημαρχεύων νὰ ὑπάρχῃ μεροληψία εἰς τὴν διανομὴν τῶν δημοτικῶν πόρων, ἐπεμελήθη ν’ ἀνεγείρῃ ὀρφανοτροφεῖον, γηροκομεῖον, τυφλοκομεῖον, νοσοκομεῖον, τὰ πρὸς φωταψίαν καὶ καθαριότητα τῆς πόλεως, ἐπισπεύσας τὴν ἔναρξιν καὶ πρόοδον τῶν παραλίων δρόμων. Καὶ ὅμως, μολονότι ἐθεωρεῖτο τῆς ἀντιθέτου μερίδος, ἔχαιρε τὴν ὑπόληψιν πάντων τῶν ἐν τῇ πόλει. Ἐπέστη ἡ ὥρα τῶν ἐκλογῶν καὶ ἠθέλησε πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν ἐκκρεμῶν ἔργων νὰ ἐξακολουθήσῃ ὡς ὑποψήφιος δήμαρχος. Ὁ κ. Λομβάρδος ἀπαντᾷ εἰς αὐτὸν, «δὲν σὲ θέλει τὸ κόμμα.» Ὁ κ. Τζουλάτης, συναισθανόμενος ὅτι φέρει ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν, εἶπε, κατὰ τί ἡμάρτησα κατὰ τοῦ κόμματος; Καὶ διὰ τοῦτο χάριν τῆς φιλοτιμίας του, τῆς φιλαυτίας του ἀπεφάσισε, καί τοι ἐναντιουμένου, οὐχὶ τοῦ κόμματος, ἀλλὰ τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτοῦ κυρίου Λομβάρδου, νὰ κατέλθῃ εἰς τὸν ἀγῶνα. Ἀραὶ καὶ ὕβρεις ἐξεσφενδονίσθησαν κατ’ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον σεῖς τοσοῦτον ἠθελήσατε νὰ ὑπερυψώσητε διὰ τὴν τιμιότητά του. Ἀρκεῖ διὰ νὰ φρίξητε, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι πάλιν εἰς ἓν ὑπαίθρῳ συνάθροισιν ὑπὸ τοῦ κ. Λομβάρδου κατωνωμάσθη προδότης· ὅτι εἰς τοὺς ἀκροωμένους αὐτὸν συνεβούλευεν, ὅτι πρέπει νὰ τὸν ἀφήσωσι, καὶ τὸν ῥίψωσιν εἰς τὸ Φόντεγο. Καὶ μολαταῦτα ὁ Τζουλάτης ἐκτίθεται μόνος, καὶ διὰ προγράμματός του κηρύττει ὅτι ἀκολουθεῖ τὰς αὐτὰς ἀρχὰς, καὶ ἀπέναντι τοῦ κ. Πλέσσα τοῦ ὑποψηφίου τοῦ κ. Λομβάρδου, ἀπέναντι καὶ τοῦ κ. Ῥώμα, ὑποψηφίου ἡμῶν, ἀντιμετωπίζεται ἡ ἀτομικότης. Καὶ πόσας νομίζετε, ὅτι ἔλαβεν ψήφους; 100, 200 ἀπὸ τῶν δημοτικῶν ἐργατῶν; Ὄχι, κύριοι, ἀλλ’ ἔλαβε 1152 ψήφους. Δὲν ἠδύνατο βεβαίως ὁ δῆμος νὰ διατρέφῃ τὰς 1152 ψήφους. Καὶ τίνος ψῆφοι ἦσαν αὗται; Ἦταν τῆς μερίδος τῶν λεγομένων Λιουραίων; Ὄχι, διότι οἱ Λιουραῖοι εἶχον τὸν ὑποψήφιόν των, ὄχι, διότι ὁ Τζουλάτης διὰ τοῦ προγράματός του εἶπεν, ὅτι δὲν στέργει νὰ λάβῃ τὴν ὑποστήριξιν τῆς μερίδος ἡμῶν. Ἀλλὰ τίνων ψῆφοι ἦσαν αὗται; Ἦσαν ψῆφοι τῶν οἰκοκυραίων, τῶν ἐναπολειφθέντων εἰς τὴν μερίδα τοῦ κ. Λομβάρδου, οἵτινες καὶ ἔδωκαν τὰς ψήφους ἴσως καὶ εἰς τὸν Πλέσσαν, ἀλλὰ χάριν τῆς συνειδήσεώς των καὶ εἰς τὸν Τζουλάτην.
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πόσας ψήφους ἐπῆρεν ὁ Πλέσσας;
§25ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι καὶ θὰ φανῶ ἀνακριβής. Ἀλλὰ θὰ μοῦ εἴπητε, καὶ ἐνόησα τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, διατί δὲν ἀναφέρετε πόσας ψήφους ἔλαβεν ὁ Πλέσσας καὶ πόσας ὁ Ῥώμας, καὶ ἐντεῦθεν νὰ μᾶς καταδείξητε τὴν διαφοράν; Κύριοι, δὲν συνηγωνίσθη ὁ κ. Ῥώμας σπουδαίως κατ’ ἐκείνην τὴν ἐκλογήν, καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι προηγουμένως ἔγραψεν, ὅτι δὲν δέχεται· δεύτερος λόγος εἶναι ὅτι ἐνῷ ἐτίθετο εἰς ὑποψηφιότητα τὸ ὄνομά του, ὁ κ. Ῥώμας δὲν κατῆλθεν εἰς Ζάκυνθον, ἀλλ’ ἔμενεν εἰς Κέρκυραν. Καὶ ὁ κ. Λομβάρδος τότε καὶ πολλοὶ φίλοι τῶν ἡμετέρων εἶπον, καὶ δικαίως, «τὰ ἀξιώματα δὲν προσφέρονται πρὸς ἀδιαφοροῦντας.» Διὰ νὰ παραδοθῶσι τὰ ἀξιώματα, ὁσονδήποτε μεγάλη καὶ ἂν ᾖναι μία προσωπικότης, πρέπει νὰ καταβῇ ἐκεῖ, εἰς τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ῥώμας, πεισθεὶς ὅτι ὀφείλει νὰ ἀφήσῃ τὸ πεδίον ἀνεπηρέαστον, ἡ δὲ προσωπικότης καὶ τὰ μέσα αὐτοῦ ὅτι ἠδύναντο νὰ δώσωσιν ἀφορμὴν πρὸς νέας συκοφαντίας, ἔμενεν ἐν Κερκύρᾳ καὶ ἐκεῖθεν ἔλεγεν, ἐὰν μὲ ἐκλέξητε, ἔρχομαι εἰς Ζάκυνθον, ἀλλὰ τοῦτο ἤρκεσε νὰ ψυχράνῃ τὸν ζῆλον αὐτῶν τῶν ἰδίων, οἵτινες καὶ τότε καὶ νῦν ὡς μίαν ἐκλεκτὴν ὕπαρξιν, μετὰ πεποιθήσεων ἐλλόγων, ἠτένισαν καὶ ἀτενίζουσι πρὸς αὐτὸν καὶ τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ. Μετὰ τὴν τόλμην αὐτὴν τὴν ἀνήκουστον διὰ τὴν Ζάκυνθον τοῦ κ. Τζουλάτη, ἀποδυθέντος εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, νὰ κάμῃ καὶ αὐτὸς λόγον ἐν ὑπαίθρῳ, ἀπέναντι τῆς ὑποψηφιότητος ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἡ διαταγὴ τοῦ κ. Λομβάρδου ὑπεστήριξεν, ἦτον ἀξιοκατηγόρητον θράσος, καὶ δὴ ἔλαβε τὸ ἆθλόν του, διότι, ἀφοῦ ἔλαβε τὰς 1152 ψήφους καὶ ἀπέτυχεν ὡς δήμαρχος, προσεκλήθη νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἕδραν τοῦ δημάρχου πρὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ νενομισμένου χρόνου. Ἀλλ’ ὁ κ. Τζουλάτης ἐνόμισεν, ὅτι ἤθελε πράξει δειλίαν ὑποχωρῶν, νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν θέσιν του, καὶ ὅτι ἡ δειλία ἤθελε φέρει ἐπιζημίους συνεπείας, χωρὶς νὰ δύναται νὰ παραδώσῃ τακτικὴν λογοδοσίαν εἰς τὸν διάδοχον αὐτοῦ. Ὁποία τόλμη ἀνήκουστος διὰ τὴν Ζάκυνθον!!! νὰ προσκαλῆται ὁ Τζουλάτης νὰ παραδώσῃ τὴν ἀρχήν, ἔστω καὶ πρὸ τοῦ νενομισμένου χρόνου, καὶ πρὸς παραδειγματισμὸν νὰ παρακούσῃ! Ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῇ, καὶ ἐτιμωρήθη ἐν μέσῃ μεσημβρίᾳ κάτωθι τοῦ δικαστηρίου. Ἀφοῦ ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ δημαρχείου καὶ διέβαινε πρὸς τὸ δικαστήριον, ῥοπαλοφόροι ἐπιτίθενται ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ, καὶ ἐν τῷ αἵματι αὐτοῦ καὶ τῷ βορβόρῳ τῆς πλησίον ἀγορᾶς ἔπεσε κυλιόμενος, λαβὼν οὕτω τὰ παράσημα τῆς πολυχρονίου ἐντίμου ὑπηρεσίας του παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι ἀγωνίζονται νὰ στερεώσουν τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐκλογέων (Συγκίνησις). Ἀπῆλθεν εἰς τὴν οἰκίαν του. Δὲν ἐξεδικήθη δ’ ἄλλως πως· ἀλλ’ ἔμεινεν εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, ἵνα διὰ τῆς θεωρίας τῶν καθημαγμένων, καὶ καταρυπωθέντων ἱματίων του, τῶν τραυμάτων του καὶ τοῦ τεθλασμένου πίλου του καταδείξῃ τὸ ἀνοσιούργημα, ὃ ἡ κοινὴ ἀγανάκτησις συνεκάλει πάντας ἵνα ἴδωσι καὶ συλλυπηθῶσιν αὐτόν. Ἔμεινεν ἐκεῖ δεκαήμερον οὕτω. Καὶ ἐὰν συνετέλεσε περιστατικόν τι εἰς τὴν ἐπιτυχίαν μας, συνετέλεσε καὶ τὸ περιστατικὸν τοῦτο, διότι, ὡς εἶπον, ἐνῷ ἡ ἀγανάκτησις τῶν πολιτικῶν ὤθει αὐτοὺς, νὰ ἐπισκέπτωνται τὸν κύριον Τζουλάτην, ὁ κ. Τζουλάτης κατεδείκνυεν ὁποῖα παράσημα ἡ Λομβαρδιανὴ φάλαγξ προσήνεγκεν εἰς αὐτόν. Ἐντεῦθεν, κύριοι, σπουδαῖοι διαλογισμοί, πανικοὶ φόβοι κατέλαβον τὰς συνειδήσεις καὶ τὰς ψυχὰς τῶν ἐλευθέρων πολιτῶν. Εἰς οὐδὲν ἡμάρτησεν ὁ ἀθῶος καταδαρείς. Τιμίως διεχειρίσθη τὰ τοῦ δήμου. Ἱκανότης διακεκριμένη, τὴν ὁποίαν πάντες ἐσυμβουλεύοντο εἰς τὰς ἰδιαιτέρας των ὑποθέσεις, καθωράϊζεν αὐτὸν, καὶ νὰ ἀποδιώξωμεν αὐτὴν τοῦ τόπου μας, οὕτω τετραυματισμένην καὶ κατησχημένην!!! Ὅ,τι εἶπον καὶ ἐνώπιον τοῦ τμήματος, τὸ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐνώπιον ὑμῶν, δὲν θέλω κατὰ συμπάθειαν νὰ μᾶς δικάσητε. Θέλω νὰ μᾶς δικάσητε ὅσον τὸ δυνατὸν μὲ ὅλην τὴν ἐξάντλησιν τῆς κρίσεως καὶ τῆς εὐσυνειδησίας σας.
§26ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§27ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατέ μοι σεῖς, οἱ ὁποῖοι φωνάζετε «μάλιστα», ἐὰν ἦσθε εἰς τὴν Ζάκυνθον καὶ ἐβλέπατε, ὅτι παρὰ τοῦ κόμματος τοῦ κ. Λομβάρδου οὕτως ἠμείβετο ὁ Τζουλάτης, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πολυλᾶς σᾶς περιέγραψεν· εἴπατέ μοι σεῖς, ἐὰν εἴχατε ἴχνος ἀνεξαρτησίας φρονήματος, ἠδύνασθε πλέον νὰ μένετε εἰς ἐκεῖνο τὸ σημεῖον, ὅταν τοιοῦτοι ἄνθρωποι τοιαύτας ἀμοιβὰς ἔλαβον;! (εὖγε). Ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶπε τὸ «μάλιστα», δὲν αἰσθάνεται, διότι δὲν εἶδε διὰ τῶν ἰδίων ὀφθαλμῶν του, τὸν πόνον καὶ τὸ ἄλγος τῆς ψυχῆς ἡμῶν, τὸ ᾐσθάνθη ὅμως ἡ πόλις τῆς Ζακύνθου, τὸ ἠσθάνθην δὲ καὶ ἐγὼ, καὶ ὄχι ἐγὼ μόνος — δὲν εἶμαι ἐγωϊστὴς — ἡ κοινὴ πεποίθησις. Διὰ τοῦτο τὸ κατενεχθὲν κατὰ τοῦ Τζουλάτη τραῦμα, ἦτο τραῦμα κατὰ τοῦ κόμματος τοῦ κ. Λομβάρδου. Ἀπεσπάσθη ἕνεκα τούτου ἀπὸ τῆς φάλαγγος αὐτοῦ ἡ οἰκογένεια Κοκκίνη.
§28ΣΕΡΒΟΣ. Τίνος Κοκκίνη;
§29ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ γέροντος Ἰωάννου, ὅστις ἔχει δύω υἱοὺς δικηγόρους, ἕνα υἱὸν φαρμακοποιὸν, τέταρτον, κτηματίαν καὶ δύω ἄλλους, ἐξόχους ἐπιστήμονας. Ἡ οἰκογένεια λοιπὸν αὕτη τοῦ Κοκκίνη, ἡ ὁποία διαπρέπει ἐν Ζακύνθῳ καὶ διακρίνεται διὰ τῆς εὐπραγίας της, καὶ ἕνεκα τούτου εἶναι λίαν δημοφιλὴς, ἀπεσπάσθη ἀπὸ τὴν μερίδα τοῦ κ. Λομβάρδου.
§30ΣΕΡΒΟΣ. Εἶναι ἀληθέστατον, διαπρέπει τῷ ὄντι.
§31ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τραῦμα τοῦ κ. Τζουλάτη ἀπέσπασεν ἀπὸ τὴν φάλαγγα τοῦ κ. Λομβάρδου τὸν πρόεδρον τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου μας κ. Πέταν, τὸν λαβόντα κατὰ τὰς ἐκλογὰς 1000 ψήφους περισσοτέρας τῶν ἄλλων συμβούλων. Τὸ τραῦμα αὐτὸ ἐτραυμάτισε καὶ ἀπέσπασεν ἀπὸ τὴν Λομβαρδιανὴν φάλαγγα τὴν οἰκογένειαν Καψοκεφάλου, ἀπέσπασε τὴν οἰκογένειαν τοῦ Πανούρη, ἀπέσπασε τοὺς κυρίους Καλαντζοπούλους, τὸν ὑποφαινόμενον δοῦλός σας, τὸν Ταβίαν κλπ. Πόσους ἄλλους θέλετε νὰ σᾶς ἀπαριθμήσω, οὐχὶ τυχαίους ἀνθρώπους; Σᾶς δίδω τὸν λόγον τῆς τιμῆς μου, ὅτι δὲν κατῆλθον εἰς ἀπαρίθμησιν προσώπων ἐχόντων τὴν ψῆφόν των μόνον· οἱ ἀπαριθμηθέντες εἰσὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα σύρουν 50, 100, 200 ψήφους ὄπισθέν των. Ἀλλά, κύριοι, σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Κοντόσταυλος, ὅτι τὰ τραύματα ταῦτα, αἱ ἀφαιμάξεις αὗται κατὰ τοῦ κόμματος τοῦ κ. Λομβάρδου δὲν ἦσαν ἰσχυραί, καὶ δὲν πείθεται διὰ τοῦτο, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἕνεκα τούτων ν’ ἀπολέσῃ τὴν πλειοψηφίαν τῶν 400 ψήφων· ὅτι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐνώπιόν σας σήμερον κατονομάζω, δὲν ἠδύναντο ν’ ἀποτελέσουν τὰς 400 ψήφους. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἀνασύρω τὸ παραπέτασμα, ἵνα καταδείξω τὰ αἴτια τὰ προκαλέσαντα τὴν πολιτικὴν κατάπτωσιν τοῦ Λομβάρδου· περὶ τούτων ἂς δικάσῃ ἡ πολιτικὴ ἱστορία. Ἐκθέτω ἐνώπιον ὑμῶν γεγονότα καὶ ταῦτα καὶ μόνα θέλω ὑμεῖς νὰ ἐκτιμήσητε. Ἐπελθούσης τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, κατῆλθεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἡμῶν ὁ κύριος Λομβάρδος. Δὲν θέλω νὰ σᾶς εἴπω, ἵνα μὴ παρεξηγηθῇ ἡ θέσις μου, τί τότε ἐλάλησε πρὸς τοὺς φίλους αὑτοῦ, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀποσιωπήσω τοῦτο, ὅτι ἂν καὶ τὸ πάθημα τοῦ κυρίου Τζουλάτη καὶ τὰ πολλὰ παρόμοια προηγούμενα ἐπροκάλουν τὴν κοινὴν δυσαρέσκειαν, ὁ φόβος ἠνάγκαζε τοὺς ἀνθρώπους νὰ μὴ ἐκθέτωσι τὸ ἐλεύθερον φρόνημά των· ὁ κ. Λομβάρδος ὅμως ἐξηνάγκαζεν αὐτοὺς διὰ τοῦ τρόπου του νὰ ἐκδηλώσωσι πλέον αὐτό. Εἶναι, κύριοι, ἐπιτετραμμένον ἐντὸς τοῦ ὅρκου, τὸν ὁποῖον ἕκαστος, εἴτε ὡς ἰδιώτης, εἴτε ὡς πολιτευόμενος δίδει, νὰ φρονῇ ὅπως θέλει νὰ φρονῇ, ἀλλὰ πάντοτε ἐντὸς τῶν ὁρίων ἐκείνου τοῦ ὅρκου. Δὲν θέλω νὰ εἴπω διὰ τὸν κ. Λομβάρδον, ὅτι δὲν ἦτον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς εἴπω, ἐπιτετραμμένον. Ἀπεδείχθη ὅμως, καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν τὸ ἀμφισβητεῖτε σεῖς, ὅτι ἦτο δι’ αὐτὸν ἐπιζήμιον. Δὲν ἠρκέσθη ν’ ἀποτελέσῃ πεντάδα ἐδικήν του, πεντάδα, ἡ ὁποία νὰ συναγωνισθῇ ἄνευ προγράμματος, ἀλλ’ ἐκάλεσε πέντε περιτρίμματα τῆς ἀγορᾶς, ἕνα χρωματιστήν, ἕνα γραφῖσκον, ἕνα κηπουρὸν, καὶ δύω ἄλλους τοῦ αὐτοῦ φυράματος καὶ τοῖς λέγει· «ἐξέλθετε ὡς ὑποψήφιοι βουλευταὶ, ἐξέλθετε δι’ ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν ἐδικόν μου, ἵνα ἀποδείξητε, ὅτι ἔχετε τὴν τόλμην τὰ ἱερὰ τῆς πολιτείας νὰ τὰ ῥίψητε εἰς τοὺς κύνας·» καὶ δύναται ὡς βουλευτὴς μάλιστά τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἂν ἔχῃ τι ἱερὸν ἡ πατρὶς, εἰς τὰς ἰσχνὰς χεῖρας τῶν περιτριμμάτων ἐκείνων ἐναπέκειτο ἵνα προστατευθῇ; Ἐξέρχονται ἐν τούτοις κατ’ ἐπίνευσιν, ἂν ὄχι κατὰ διαταγὴν, τοῦ κ. Λομβάρδου, τοιοῦτοι πέντε κύριοι ὡς ὑποψήφιοι βουλευταὶ καὶ ἐκδίδουσι πρόγραμμα, ἐν ᾧ ταῦτα μόνα περιείχοντο· «ἐξερχόμεθα ὡς βουλευταὶ ἵνα ὑποστηρίξωμεν τὰ προνόμια τοῦ Βασιλέως καὶ ἵνα ὑποστηρίξωμεν τὸν Βούλγαρην, εἴτε ὡς ὑπουργὸν εἴτε ὡς ἀντιπολιτευόμενον, εἰς οἱανδήποτε θέσιν καὶ ἂν εὑρεθῇ.» Ἄ!, κύριοι, ἤκουσα τὸν κ. Κουμουνδοῦρον προχθὲς καὶ ἀνηρπάγη ἡ καρδία μου διὰ τὰ ἔννομα καὶ φιλελεύθερα ταὐτοχρόνως φρονήματα, ἅτινα ἐξέθηκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἤκουσα τὸν κ. Ζαΐμην, ὅστις ἄλλο δὲν φαίνεται λέγων καὶ ἀγωνιζόμενος, εἰμὴ πῶς νὰ κραταιωθῇ τὸ γρᾶμμα καὶ τὸ πνεῦμα τῶν ἡμετέρων κειμένων. Εἴπατέ μοι ἤδη, πῶς δὲν θεωρεῖτε ἱεροσυλίαν κατὰ τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ γράμματος τῶν θεσμῶν ἡμῶν τὸ πρόγραμμα τοῦτο; Ἐναπέμεινε νὰ ὑποσχεθῶσι πέντε τοιοῦτοι φίλοι τοῦ κ. Λομβάρδου ὅτι θὰ ὑποστηρίξωσι τὰ καθεστῶτα! καὶ δὲν φωνάζει ἡ πρᾶξις αὕτη, ὅτι κατειργάσθη ἵνα παραδοθῇ εἰς τὴν κοινὴν χλεύην καὶ τὴν κοινὴν εἰρωνίαν ὅ,τι ἱερὸν ἡ πατρὶς ἔχει; Παραφέρομαι, καὶ ἴσως εἰς τοιαύτην ἡλικίαν ἣν ἔχω θὰ θεωρηθῶ ὡς λίαν παράτολμος θίγων τοιαῦτα παράτολμα πολιτικὰ ζητήματα. Ἠναγκάσθην ὅμως καὶ τοῦτο νὰ εἴπω, ὅτι εὐτυχῶς ἐν Ζακύνθῳ δὲν ἔμεινεν ἀτιμώρητος ἡ τόλμη αὕτη· διότι ἅμα ὡς ἀνεφάνη τοιοῦτον, ἂν δύναται νὰ ὀνομασθῇ, πρόγραμμα, καὶ διεδόθη τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ, τὸ δημόσιον φρόνημα μετ’ ἀπεγνωσμένης πλέον τόλμης ἀνεπέτασε τὴν σημαίαν του. Δὲν λέγω δὲ σήμερον ταῦτα δημοκοπῶν, ἵνα δύνανται αὔριον νὰ μὲ διαψεύσωσιν οἱ ἐναντίοι. Διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξιοπιστίαν πρὸ πολλοῦ χρόνου ἐπροκαλέσαμεν τὸν κ. Λομβάρδον νὰ ἀπαντήσῃ, ἂν ἦτον ἀληθῆ ὅσα σήμερον ἀναφέρω. Σεῖς δὲ, οἵτινες μετ’ ἐπιμελείας ἀναγινώσκετε πᾶν ὅ,τι παρ’ αὐτοῦ γράφεται, εἴπατέ μοι ἄν τι τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντων, εἴτε καθ’ ὁλοκληρίαν, εἴτε κατὰ μέρος διεψεύσθη. Παρακαλῶ τὸν κ. Λομβάρδον καὶ σήμερον εἰσέτι, ἂν ἐπιθυμῇ, νὰ μὲ διαψεύσῃ· εἶναι ἀληθὲς ἢ δὲν εἶναι ὅτι ἕνεκα αὐτῶν τῶν περιστατικῶν, ἴσως δὲ καὶ ἄλλων, ἔφυγον ἀπὸ τὸν Λομβάρδον τέσσαρες δήμαρχοι; Διατί λοιπὸν καταφεύγετε εἰς τεκμήρια καὶ θέλετε βεβιασμένως νὰ ἐξηγήσητε τὰ ἀνεξήγητα καὶ νὰ ἀποφανθῆτε περὶ τῆς καταδίκης ἡμῶν; Ἠθέλησαν νὰ ἀποδείξωσιν ἐλλειπεῖς τὰς ἀποδείξεις ἡμῶν, νὰ διαψεύσωσι συγκεκριμένας περιστάσεις καὶ ἀναμφισβητήτους. Διὰ τοῦτο καὶ πάλιν λέγω, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐγκατέλειπον τὸν κ. Λομβάρδον τέσσαρες δήμαρχοι τῆς ἐξοχῆς; Εἶναι ἀληθέστατον, διὸ τοὺς κατονομάζω, κυρίου Πολυλᾶ.
§32ΠΟΛΥΛΑΣ. Πρὸς τίνα .... Κύριε πρόεδρε, νὰ ἐπιβάλλετε πρὸς τὸν ἀγορεύοντα νὰ μὴν ἀποτείνεται πρὸς ἐμέ.
§33ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι δικαίωμά μου.
§34ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν εὐαρεστοῦμαι νὰ ἀκούω τὸ ὄνομά μου προφερόμενον παρ’ ὑμῶν. Δὲν ἔχετε δικαίωμα παρὰ νὰ ἀπαντήσετε πρὸς τὸν πρόεδρον.
§35ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς μοὶ λέγει, κύριε Πολυλᾶ, νὰ μὴν ἐκτρέπωμαι τοῦ εὐσχήμου τρόπου· σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἂν, ἔστω καὶ πλαγίως ἢ ἐμμέσως σᾶς προσέβαλον· ἐν ὅσῳ τοῦτο δὲν ἔπραξα....
§36ΠΟΛΥΛΑΣ. Μοὶ δίδετε τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς διακόπτω καὶ ἐγώ· δὲν τὸ θέλω αὐτό.
§37ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τὸ θέλω.
§38ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐγὼ λέγω δὲν τὸ θέλω, καὶ ἀποτείνομαι πρὸς τὸν κύριον πρόεδρον, δὲν σᾶς τὸ ἐπιτρέπω (ἱλαρότης).
§39ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν νομίζετε, ὅτι μὲ τοῦτο ἀνεκαλύψατε τὸν Παρθενῶνα, ἐγὼ ἀποστρέφομαι καὶ τὸ πρόσωπον.
§40ΠΟΛΥΛΑΣ. Εἶσαι εὐφυέστατος, πολὺ εὐφυής.
§41ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν διὰ τί οἱ ἐναντία φρονοῦντες καταφεύγουσιν εἰς τεκμήρια καὶ ζητοῦσιν οὕτω πως νὰ φέρωσι τὴν καταδίκην ἡμῶν, ἀφοῦ, ὡς εἶπα, ἕνεκα ἐκείνου τοῦ περιστατικοῦ καὶ ὅλων τῶν προηγουμένων, ἵνα μὴ τόλμημα ἀποκρουόμενον καὶ ὑφ’ ὑμῶν, ὡς πιστεύω, κύριοι, μένῃ ἀτιμώρητον, ἔφυγον ἀπὸ τὸν κύριον Λομβάρδον μὲ σημαίαν ἀναπεπταμένην οἱ πρώην καὶ μέχρις ἐσχάτων φίλοι του, ὁ δήμαρχος Μεσογαίων, ὁ δήμαρχος Ψωφίδος, ὁ δήμαρχος Ἀρτεμισίων, ὁ δήμαρχος Ἐλατίων; Εἶναι ἀληθὲς ὅτι διὰ νὰ τιμωρηθῇ αὐτὴ ἡ τόλμη, διότι δὲν ἦτον, κύριοι, τιμωρία ἐπαναλαμβάνω ἀποβλέπουσα τὸν.... ἀλλ’ αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν τὴν τιμὴν τῆς ἐπαρχίας μας, μὴ ἀποδεχομένης τὴν συκοφαντίαν ὅτι αὕτη προσκρούει πρὸς τὸ πνεῦμα σύμπαντος τοῦ λοιποῦ ἡμῶν Κράτους, ὅτι ἀπέδρασαν τῶν τάξεων τῶν Λομβαρδινῶν οἱ φίλοι πάντες τοῦ κυρίου Καραμαλίκη, ἔχοντος τὸ δικαίωμα διὰ τὰ φιλάνθρωπα αἰσθήματά του καὶ τὰς πολιτικὰς ἐκδουλεύσεις του νὰ χαίρῃ τὴν ἀποκλειστικὴν ἐμπιστοσύνην πολλῶν; Εἶναι ἀληθὲς ἢ δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἀπέδρα ὁ στενὸς φίλος τοῦ κ. Λομβάρδου κύριος Πέτας, πρόεδρος τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου; Εἶναι ἀληθὲς ἢ δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀπέδρα τοῦ κυρίου Λομβάρδου ὁ Λαυρέντιος Χαρτᾶς, νέος ὅστις ἐκτεθεὶς ὡς ὑποψήφιος δήμαρχος ἔλαβεν 600 περίπου ψήφους καὶ μόνος ἀγωνιζόμενος ἐναντίον ὅλων τῶν ὑφισταμένων μερίδων; Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἔφυγε τοῦ κυρίου Λομβάρδου ὁ πρώην δήμαρχος Στρούζας, ἀνὴρ τίμιος καὶ πολύτιμος; Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἔφυγον τοῦ κυρίου Λομβάρδου διαπρεπεῖς οἰκογενειάρχαι τῆς ἐξοχῆς, ὁ Λαμπρινὸς, Στούρζας, οἱ Κοντζαῖοι καὶ ἄλλοι; Καὶ ὅταν, κύριοι, αὐτὰ τὰ στοιχεῖα σᾶς προτάσσω ἀπέναντι τῆς ὑπεροχῆς τοῦ κυρίου Λομβάρδου, τὸ στοιχεῖον τῶν κ. κ. δημάρχων, τὸ στοιχεῖον τῶν πρώην καὶ νῦν συναγωνιζομένων δημάρχων, τὸ στοιχεῖον τοῦ προέδρου τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου μετὰ τῶν λοιπῶν σπουδαίων οἰκογενειῶν τῆς ἐξοχῆς, δύνασθε πλέον νὰ μοὶ εἴπητε ὅτι αἱ ἀποδείξεις, ἃς φέρομεν, δὲν εἶναι ἱκαναὶ νὰ σᾶς πείσωσιν ὅτι τὴν ἐπιῤῥοὴν, ἣν ἔχαιρεν τῷ 1868, δὲν ἔχει πλέον ὁ κατὰ τὸ 1874 κ. Λομβάρδος; Τοσαῦτα, κύριοι, μετὰ παῤῥησίας καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς προφυλάξεως, τοσαῦτα ἐφόδια φέρων κατέθηκα ἐνώπιον ὑμῶν, ἵνα καταστρέψω ἐκείνην τὴν ἐπιῤῥοὴν τῶν 400 ψήφων, ὄπισθεν τῆς ὁποίας ὀχυροῦνται οἱ ἐναντία φρονοῦντες. Νῦν ἔλθωμεν καὶ ἐπὶ τὰ ζητήματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα διϊσχυρίζονται οἱ τὴν καταδίκην τῆς ἐκλογῆς προτείνοντες. Σᾶς λέγουν, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἱκανὰ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα προτείνετε, διότι ἡμεῖς πειθόμεθα ἀσχέτως τῆς προκαταλήψεως, ὅτι ἐγένετο ἀποκλεισμός. Ποίας ἀποδείξεις φέρετε; Τίνα γεγονότα μαρτυροῦντα τὸν ἀποκλεισμόν; Ὁ ἔντιμος προαγορεύσας βουλευτὴς Κερκύρας, σᾶς εἶπε, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ φέρω ἀποδείξεις, διότι δὲν ὁμιλῶ ἐνώπιον κακουργιοδικείου, ἀλλὰ φέρετέ μας τοὐλάχιστον, ἐὰν δὲν ἔχετε ἀποδείξεις, μίαν ῥῆσιν τοῦ χάρτου τῶν πρακτικῶν, ἀλλ’ οὔτε τοιαύτην σᾶς φέρουν. Τί σᾶς φέρουν, κύριοι; Σᾶς φέρουν τὴν γνώμην ἑαυτῶν. Καὶ δύνασθε, κύριοι, ὅσην ἀξιοπιστίαν καὶ ἂν δίδετε εἰς τὸν τελευταῖον βουλευτὴν, νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ ἀξιοπιστία αὐτοῦ δύναται νὰ κατισχύσῃ ἀπέναντι τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀπηρίθμησα; ἀπέναντι τῶν ὅσων καὶ ἐπὶ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ ἀκούσητε; Ἀλλ’ ὄχι· ἔρχεται νὰ φέρῃ λιθάριά τινα, συλλέγει αὐτὰ ἐπιμελῶς, ἵνα δημιουργήσῃ τὸ οἰκοδόμημά του· λέγει ὁ ἀποκλεισμὸς ἐγένετο· διατί; διότι ἐγράφη ἓν ἄρθρον εἰς τὴν «Παλιγγεσίαν», διότι τὸ ἔγραψεν ὁ κ. Μαυρογιάννης, ἂν δὲν ἀπατῶμαι· ἠρώτησα, μήπως εἶναι ὁ Μαυρογιάννης, ὁ ἐπιθεωρητὴς ἐπὶ τῆς δημοσίας τάξεως, καὶ μοῦ εἶπαν ὄχι· εἶναι παυσανίας πρόξενος.
§42ΠΟΛΥΛΑΣ. Νὰ σημειωθῇ ὅτι εἶπε «παυσανίας πρόξενος».
§43ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀλήθεια; πρώην πρόξενος καὶ νῦν παυσανίας.
§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι δὲν ἤθελε νὰ μένῃ, καὶ παρεκλήθη ὅταν διωρίσθη.
§45ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀναληθὲς, κύριε Κουμουνδοῦρε, ὅτι ἐπαύθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν;
§46ΠΟΛΥΛΑΣ. Θέλετε νὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ ἕνα ἄλλον τίτλον, τὸν ὁποῖον φέρει........;
§47ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν διστάζω ἐγὼ αὐτὸς νὰ τοῦ πλέξω στεφάνους.
§48ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἀφοῦ τὸν εἴπατε παυσανίαν πρῶτον.
§49ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Μαυρογιάννης εἶναι λαμπρότατος ἄνθρωπος. Ἂν εἶχον εὐκαιρίαν, θὰ τῷ ἔπλεκον διπλοὺς στεφάνους, ἀπὸ ὅσους τοῦ ἔπλεξεν ὁ κ. Πολυλᾶς, ἀλλὰ ἠμπορεῖ ἡ ἰδέα του νὰ ἐπηρεάσθη ἐκ τούτου καὶ μόνου, ὅτι αὐτὸς τυγχάνει συγγενὴς, ἀνεψιὸς τοῦ ἐν Ζακύνθῳ Ἰωάννου Κρονδηροπούλου, διότι εἶχε λάβει σύζυγον τὴν ἀνεψιὰν αὐτοῦ· τοῦτο καὶ μόνον ἀρκεῖ οὐχὶ ἐκ προθέσεως κατὰ τῆς ἐκλογῆς, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβεν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Κρονδηροπούλου, ἐπηρεασθεὶς, νὰ ἔκαμε τὸ ultimatum τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν «Παλιγγενεσίαν». Ποῖον ἄλλο λιθάριον σᾶς παρουσιάζει, ἵνα δημιουργήσῃ τὸ οἰκοδόμημά του ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πολυλᾶς; Σᾶς εἶπεν, ὅτι διῆλθε τὴν νῆσον Ζακύνθου εἷς Ἄγγλος, ὁ ὁποῖος ἔμαθε ἀπό τινα Ἄγγλον, καὶ ὁ Ἄγγλος αὐτὸς διηγήθη εἰς ἄλλον Ἄγγλον, ὁ δὲ ἄλλος αὐτὸς Ἄγγλος, διηγήθη εἰς αὐτὸν τὸν ἀποκλεισμόν.
§50ΠΟΛΥΛΑΣ. Γάλλος τοῦ τὸ εἶπεν, ὑποπρόξενος τῆς Γαλλίας, ὁποῦ τὸ ἤκουσεν ἀπὸ τὸν πλοίαρχον τοῦ Ἀγγλικοῦ ἀτμοπλοίου.
§51ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι, κύριοι, τὰ γεγονότα, αὐτὰ εἶναι οἱ χάρται καὶ αἱ περγαμηναὶ, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Ζαΐμη, ἐφ’ ὧν στηριζόμενος ὁ βουλευτὴς Κερκύρας, ἠθέλησε χθὲς νὰ στηρίξῃ τὸ οἰκοδόμημα αὐτοῦ, ὅτι ἡ ἐκλογὴ Ζακύνθου εἶναι ἀπόῤῥοια στρατιωτικοῦ ἀποκλεισμοῦ. Δὲν ἀποτολμᾷ νὰ ἔλθῃ εἰς τὰ τῆς ἐκλογῆς καθέκαστα· ἀλλ’ ἄκρῳ δακτύλῳ, ὡς ἠκούσατε, ἥψατο αὐτῶν, διότι δὲν συμφέρει· καὶ διατί; διότι ἐνῷ ὡρισμένως σᾶς κατονομάζει, ὅτι ὁ ἀποκλεισμὸς ἐγένετο ἐν τῇ πόλει Ζακύνθου, δυστυχῶς, κύριοι, δι’ αὐτὸν οἱ φίλοι τοῦ Λομβάρδου διαψεύδουσιν αὐτόν. Θὰ σᾶς ἀναφέρω, κύριοι, καὶ λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας αὐτὰ τὰ πρακτικὰ, ὁποίαν γνώμην ἐκφέρουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἀντιπάλων μας, οὐδαμῶς ἀπομακρυνθέντες τοῦ τόπου τῆς ἐκλογῆς, ὁποίαν γνώμην ἐκφέρουσι τὰ μέλη σύμπαντα τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν ὑπὲρ ἡμῶν. Ἐρωτήσατε δὲ αὐτοὺς τοὺς ἐναντία φρονοῦντας, τοὺς ἰσχυριζομένους ὅτι ἐγένετο στρατιωτικὸς ἀποκλεισμός· παρέμειναν ἢ δὲν παρέμειναν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Λομβάρδου ἐν τῷ τόπῳ τῆς ψηφοφορίας; Μέλη τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν ἐποιήσαντο ἢ δὲν ἐποιήσαντο ἐνστάσεις περὶ τοῦ ἀποκλεισμοῦ; ὑπέγραψαν ἢ δὲν ὑπέγραψαν καὶ τὸ πρακτικὸν τῆς διαλογῆς; Καὶ ὅταν αἱ πράξεις τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν τῶν δήμων καθ’ ὧν ἀναφέρετα στρατιωτικὸν ἀποκλεισμὸν εἶναι συντεταγμέναι καθ’ ὅλους τοὺς νομίμους τύπους, ὅταν αὐτὰ τὰ πρακτικὰ δὲν ἀναφέρουν οὐδεμίαν ἔνστασιν, δυναμένην νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν ἰσχυρισμόν σας, ὅταν αὐτὰ τὰ πρακτικὰ ᾖναι ὑπογεγραμμένα ὑπὸ τῶν φίλων τοῦ κ. Λομβάρδου, πῶς, κύριοι, διαψεύδετε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, πῶς δὲν καταγγέλλετε τοὺς φίλους σας ἐπὶ πλαστογραφίᾳ; Εἶπεν ὁ κ. Παραμυθιώτης κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ὅτι τὰ πρακτικὰ τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν εἶναι τὸ κάτοπτρον, ἐν ᾧ ἡμεῖς βλέπομεν τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν· ἴσως θὰ ἦτο τοῦτο ἀναληθὲς, ἂν ἐκ τῶν πρακτικῶν φαίνεται καθυστέρησις ἐκ τῶν φίλων μιᾶς μερίδος· ἀλλ’ ὅταν ἔχετε πρακτικὰ, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπογράφεται ὁλόκληρος ἡ τακτικὴ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ, ὅταν ἔχετε πρακτικὰ, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπογεγραμμένοι καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν, καὶ καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς ἐκλογῆς, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς μερίδος τοῦ Λομβάρδου, καὶ ὅταν ἐξ αὐτῶν τῶν πρακτικῶν δὲν προκύπτει οὐδεμία ἔνστασις ἀποκλεισμοῦ, ὅταν ἐξ αὐτῶν τῶν πρακτικῶν ἀποδεικνύεται ὅτι πλήρης ἡσυχία καὶ τάξις ἐξηκολούθει καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν ἐκλογῶν, ὅταν βλέπετε ὅτι καὶ εὐχαριστήρια ἐξεδόθησαν καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν φίλων τοῦ Λομβάρδου πρὸς τὴν φρουρὰν, δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε τὰ ἔργα τῶν φίλων σας; Ἀλλ’ ὁ κ. Πολυλᾶς σᾶς λέγει, ἀφήσατε τὰς ἀποδείξεις ταύτας τὰς ἀσήμους, καὶ παραδέχθητε τὴν προφορικὴν τοῦ Ἄγγλου πλοιάρχου, τοῦ Γερμανοῦ, τοῦ Ἀμερικανοῦ......
§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὰ εἶναι τεκμήρια τοῦ κ. Πολυλᾶ, τώρα σᾶς λέγω ἐγώ.
§53ΠΟΛΥΛΑΣ. Δυστυχῶς....
§54ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατε τὸ ἤρεμον καὶ πρᾷον τῆς ψυχῆς σας, ἀφήσατε τὸ δυστυχῶς καὶ ἀτυχῶς εἰς τὰς συζητήσεις. Ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν ἔχουσι κἀμμίαν σημασίαν, ἴσως ἀλλαχοῦ· διὰ τοῦτο εὔχομαι νὰ κατισχύσωσι τὰ γεγονότα καὶ ἡ ἀλήθεια ἀπέναντι αὐτῶν τῶν δεήσεων ὑμῶν. Ἀλλά, κύριοι, ἐγένετο, λέγει, ἐπέμβασις, διότι ὁ Λυκουρέζος, ὁ εἰρηνοδίκης τῆς πόλεως Ζακύνθου, συνετάχθη μετὰ τῆς μερίδος ἡμῶν!! Δὲν θὰ σᾶς ἀναφέρω ἕτερον πρὸς τιμὴν αὐτοῦ τοῦ ὑπαλλήλου, εἰμὴ ὅτι καίτοι ἔλαβε τὴν δέουσαν παιδείαν καὶ ἀγωγὴν, καίτοι ἀνεπτύχθη πλησίον τοῦ ἀδελφοῦ αὑτοῦ, τοῦ δικηγόρου ἐν Καλάμαις, τὸν ὁποῖον ἡ ἀριστερὰ μερὶς γινώσκει, καίτοι διατελεῖ ἐπὶ 23 ἔτη δικαστικὸς ὑπάλληλος, μολαταῦτα δὲν ηὐτύχησε νὰ προβιβασθῇ, εἰς τὴν ἕδραν τῶν ἰσοβίων δικαστῶν, μολονότι τὰ γραφεῖα τοῦ ὑπουργείου βρίθουσι παραστάσεων ἐπαινετικῶν ὑπὲρ αὐτοῦ. Ὅταν ἦλθεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἠκούσθη φωνὴ ἐν Ζακύνθῳ, ὅτι ὁ Λυκουρέζος μετατίθεται, καὶ παρακαλῶ τὸν ἔντιμον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὲ διαψεύσῃ, ἐὰν δὲν λέγω ἀλήθειαν· τότε ὅλοι οἱ δικηγόροι, ὑποδικηγόροι καὶ ὑπάλληλοι πάσης τάξεως, καὶ πάσης ἀποχρώσεως διὰ τὴν τιμιότητα, τὴν δραστηριότητα καὶ τὴν ἱκανότητα τοῦ Λυκουρέζου ἀνηνέχθησαν δι’ ἀναφορᾶς αὐτῶν πάντες νὰ μὴ πράξῃ ὁ ὑπουργὸς τοιαύτην κατὰ τῆς πόλεώς μας ἀδικίαν. Κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου λοιπὸν τούτου, τοῦ ἔχοντος τοιαῦτα προσόντα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ὅστις σήμερον ἔχει τὸν ἐλεεινὸν βαθμὸν τοῦ εἰρηνοδίκου, δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι εἶναι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι λείχουσι τὰ κράσπεδα τῶν πολιτευομένων. Ἄν ἦτο τοιοῦτος, δὲν θὰ ἔλεγον ὑπερβολικὰ λέγων, θὰ ἦτον ἤδη προηγμένος εἰς θέσιν ἰσοβίου δικαστοῦ μέχρις ἐφέτου. Κατηγοροῦσιν αὐτόν, ὅτι διηύθυνε τὴν ἐκλογὴν μεροληπτικῶς ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ἀόριστον παράπονόν σας· ἀλλ’ ἀφοῦ σᾶς διέψευσε διὰ τοῦ τύπου καὶ τῆς δημοσιότητος, καὶ προεκάλεσε τοὺς φίλους σας, τοὺς παρασταθέντας κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν, νὰ τὸν διαψεύσωσιν, τί ἐπράξατε; Οὔτε ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ ἐν τούτοις, οὔτε κἀνεὶς ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ κ. Λομβάρδου ἠθέλησε νὰ τὸν διαψεύσῃ Ἀφοῦ δὲ δὲν ἀπήντησαν, τί θὰ εἴπῃ; Βεβαίως ἐπεκύρωσαν τὸ περιεχόμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Λυκουρέζου. Ἀλλ’ ἐγένετο, λέγουσιν, ἀποκλεισμός. Καὶ ποῦ, καὶ πῶς ἐγένετο; Ἐὰν ἴδητε τὰ πρακτικὰ ὅλων τῶν ἐκλογῶν, τὰς ἐκθέσεις ὅλων τῶν δημάρχων, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν, θὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι πᾶσαι αἱ ἐφορευτικαὶ ἐπιτροπαὶ ὅλων σχεδὸν τῶν δήμων ἐξέφρασαν εὐχαριστήρια εἰς τὴν στρατ. ἀρχὴν, θὰ ἴδητε εἰς τὸν φάκελλον τῶν ἐγγράφων τούτων, καὶ ὅτι ἡ ἐκλογὴ διεξήχθη τακτικῶς καὶ ἐνηργήθη ἐν ὅλῃ τῇ τάξει καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν. Ἰδού, κύριοι, (ἀναγινώσκει διάφορα μέρη ἐκ τῶν πρακτικῶν), ἰδοὺ ὅλαι αἱ ἐκθέσεις τῶν δημάρχων βεβαιοῦντων καθ’ ἑκάστην ἡμέραν περὶ τῆς νομίμου καὶ ἐν ἡσυχίᾳ καὶ τάξει διεξαγωγῆς τῆς ἐκλογῆς. (Ἀναγινώσκονται ἐκθέσεις δημάρχων).
§55ΖΩΧΙΟΣ. Τὰ πιστεύετε, κύριοι, αὐτά;
§56ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι σὰν τὰ πιστοποιητικὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν.
§57ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ, κύριοι, περὶ Ἀττικῆς.
§58ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ δὲν ἔχουν βαρύτητα ὅπως καὶ τὰ πιστοποιητικὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν.
§59ΖΩΧΙΟΣ. Σιώπα καὶ τὰ λέγομεν. Δὲν πρέπει νὰ διακόπτετε.
§60ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις, κύριοι, πῶς σᾶς λέγουσιν; Ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις τοῦ ἀποκλεισμοῦ. Ἡ Κυβέρνησις ἀπέστειλεν εἰς τὴν Ζάκυνθον πληθὺν ἀνθρώπων, θηρίων ἀγρίων.
§61ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐσεῖς τὸ λέγετε.
§62ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμᾶς τοὺς δῆθεν φίλους τῆς τάξεως ἐρωτῶ· ἀπέστειλεν ἡ Κυβέρνησις τοσούτους ὁπλοφόρους ὥστε δύνασθε ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῦ καὶ μόνου νὰ εἰκάσητε ὅτι προετίθετο νὰ κάμῃ ἀποκλεισμόν; Καὶ ἀποκλεισμὸν ὡς διατείνονται κατὰ τοῦ τοσοῦτον ἰσχυροῦ Κ. Λομβάρδου; Κατὰ τὰς ἐπισήμους πληροφορίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ἀριθμὸς τῆς ἐν Ζακύνθῳ στρατιωτικῆς δυνάμεως δὲν ὑπερέβαινε τοὺς διακοσίους ἑξήκοντα ἄνδρας. Ἦτον ὁ ἀριθμὸς οὗτος τοσοῦτος, ὥστε νὰ κατορθώσῃ ἀποκλεισμόν; Δὲν πρέπει νὰ σᾶς καταπλήττῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν διακοσίων ἑξήκοντα, διότι γνωρίζετε ὅτι εἰς τὴν πόλιν Ζάκυνθον ὑπάρχουν φυλακαὶ κατὰ τὸ τελειότερον σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι· ὅτι ἐν αὐταῖς εἶναι πλέον τῶν τριακοσίων καταδίκων, ὅτι γίνονται δύω κατ’ ἔτος σύνοδοι κακουργιοδικείου, ὅτι διὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως μεταφέρονται οἱ ὑπόδικοι, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον φρουρεῖται, ὅτι ὑπάρχει ἐνεχειροδανειστήριον ὑπὸ δημοσίου δυνάμεως φυλαττόμενον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ φρουρῆται τὸ στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον καὶ νοσηλευτήριον, ὅτι ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα ὑπὸ τῶν ἡμετέρων στρατιωτῶν φυλάττεται. Ποιήσατε ὅσην θέλετε φειδωλίαν καὶ ἀφαίρεσιν, ἀλλὰ δὲν θὰ μοὶ ἀρνηθῆτε ὅτι ἑξήκοντα τοὐλάχιστον ὁπλῖται δέον νὰ ἀφαιρεθῶσιν· ὑπολείπονται λοιπὸν διακόσιοι μόνον στρατιῶται, ἐξ ὧν μερικοὶ εὔζωνοι. Ἐπειδὴ δὲ λέγουσιν, ὅτι δὲν ἦλθόν ποτε εὔζωνοι εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, θὰ ἐρωτήσω τοὺς μετὰ πικρίας ἀναφωνοῦντας τὸ ὄνομα τῶν εὐζώνων, τί κακὸν ἐποίησαν; Κύριοι, δὲν ὁμιλῶ πλέον ὑπερασπιζόμενος τὴν ἐκλογὴν μου, δὲν ὁμιλῶ ὡς βουλευτὴς, πιστεύσατε εἰς τὸν λόγον τῆς τιμῆς μου, λέγοντος, ὅτι ἐπειδὴ μὲ περιποιήθη εἷς εὔζωνος, παρακολουθήσας με ἀπὸ ἑνὸς δήμου εἰς ἄλλον, προσήνεγκον εἰς αὐτὸν πέντε δραχμὰς, ἀλλὰ δὲν τὰς ἐδέχθη. Ἐκ τῶν διακοσίων ἐν ὅλῳ στρατιωτῶν πόσοι ἀναλογοῦν εἰς ἕκαστον τῶν 10 δήμων; Ἐνθυμήθητε δὲ ὅσοι γνωρίζετε τὴν Ζάκυνθον, ὅτι ἡ πόλις εἶναι ἐπιμήκης, δρεπανοειδής· καὶ ἵνα κατωρθωθῇ, κατ’ ἐλάχιστον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κερκύρας, διὰ τὸ ἐπίμηκες τῆς πόλεως οὔτε οἱ 200 στρατιῶται δὲν ἀρκοῦσι· καὶ ἀφοῦ λέγετε, ὅτι 200 στρατιῶται ἦσαν εἰς ὅλην τὴν ἐπαρχίαν, τίς λέγει λοιπὸν τὴν ἀλήθειαν, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι εἴπομεν ὅτι ἓξ ἕως ἑπτὰ στρατιῶται ἐστάλησαν εἰς ἕκαστον δῆμον τῆς ἐξοχῆς, καὶ 100 περίπου ἀπέμειναν εἰς τὴν πόλιν, ἢ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι ἰσχυρὰ ἀποσπάσματα ἐτοποθετήθησαν εἰς τὸ φρούριον, ἰσχυρὰ ἀποσπάσματα εἰς τὴν πλατεῖαν, ἰσχυρὰ ἀποσπάσματα εἰς τὴν Ἄμμον, ἰσχυρὰ ἀποσπάσματα εἰς τοὺς δήμους; Ἀλλὰ διὰ νὰ γείνωσι ταῦτα ἐχρειάζετο ἡ στρατιὰ τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου νὰ κατακλύσῃ τὴν Ζάκυνθον. Παραδεχθῆτε, ὅσον θέλετε ὑμεῖς, τὸν ἀποκλεισμὸν, ἄνευ τινὸς γεγονότος, παραδεχθῆτε ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως ἦτον ἱκανὸς νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ, ἀλλὰ δύνασθε νὰ πιστεύσητε ὅτι 45,000 λαὸς, ὁ ὁποῖος ἕνεκα τοῦ δημοτικοῦ του συστήματος, εἰς ὃ ἦτον ἀπὸ τῆς προστασίας ἀνατεθραμμένος καὶ ἐξησκημένος ἐν τοῖς ὅπλοις, ὁ ὁποῖος φέρει τὸ ἁμάρτημα, ὅτι εἶναι λίαν φιλότιμος, εὐερέθιστος, πιστεύετε, λέγω, ὅτι ἠδύνατο νὰ φοβηθῇ καὶ νὰ ἀνεχθῇ τὴν σκουργιασμένην λόγχην ἑπτὰ στρατιωτῶν; ὅτι ἀπεδειλίασεν εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ μοιράρχου Βουδούρη; Ἀλλ’ ὁ κύριος Λομβάρδος σᾶς διαψεύδει· «κύριε Κολοκοτρώνη, ἔλεγεν οὗτος, ἐὰν κατήντησεν 20 στρατιῶται εἰς ἕκαστον δῆμον τῆς ἐπαρχίας σου νὰ σοῦ ἀφαιρέσωσι τὴν ὑπεροχὴν, σοὶ λέγω ἐγὼ, ὅτι δὲν ἔχεις ἐπιῤῥοήν.» Διὰ νὰ σᾶς πείσωσι δὲ ὅτι ἐγένετο ἀποκλεισμὸς, σᾶς λέγουν ὅτι ἐδόθησαν καταμηνύσεις, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐκθέσεις. Ἀλλὰ, κύριοι, τὰ γεγονότα φωνάζουσι, τὰ γεγονότα δημοσιεύονται, ἀλληλογραφίαι κατεχωρίσθησαν εἰς τὸν «Αἰῶνα,» ἀλληλογραφίαι κατεπλημμύρησαν τὴν «Παλιγγενεσίαν,» ἀλληλογραφίαι συχναὶ πυκναὶ, ἐκεῖθεν δῆθεν ἀποστελλόμεναι, ἐδημοσιεύθησαν καὶ εἰς τοὺς «Καιροὺς», ἐν αἷς τὰ πάντα ἐξιστοροῦντο ἀκριβῶς, κατήντησε μάλιστα νὰ γράψωσι καὶ τοῦτο, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ περίπολος μετὰ τὸ μεσονύκτιον ἔκλεισε τὸ οἰνοπωλεῖον ἑνὸς ὁ ὁποῖος τὸ εἶχεν ἀνοικτὸν, κατήντησε νὰ γράψωσιν, ὅτι ἐπειδὴ δυνάμει τῶν κειμένων νόμων ἀπαγορεύονται αἱ κωδωνοκρουσίαι, ἐσυλήθησαν τὰ ἱερὰ τῆς πατρίδος, οὐδὲν ἐν τούτοις περὶ ἀποκλεισμοῦ ἐγράφη. Ἐὰν δὲ ἐγίνοντο πράγματι κακουργήματα, τραυματισμοὶ, αἰκίαι, ἐὰν ἐγίνοντο ἀποκλεισμοὶ, κύριοι, οὔτε ἡ ἐφημερὶς τοῦ «Χρόνου» δὲν ἤρκει ἵνα καταχωρισθῶσιν αἱ ἱερεμιάδες, αἱ περιγραφαὶ αὐτῶν. Ἄν τοιαῦτα γεγονότα ἐλάμβανον χώραν, βεβαίως ἤθελον μαρτυρηθῇ δι’ ἐκθέσεων τῆς ἐξουσίας, ἤθελον παρουσιασθῇ σήμερον καθημαγμένοι οἱ παθόντες ὑπὸ τῆς λόγχης τοῦ στρατιώτου, ἤθελον περιγράψει τὰ παθήματά των, διὰ τῆς χαρακτηριζούσης τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν περιπαθείας. Ἀλλὰ ποῦ ταῦτα; Καὶ σεῖς δὲ δὲν θὰ μὲ ἠκούατε μετὰ τοσαύτης προσοχῆς, οὔτε θὰ συνησθάνεσθε τὰς ἐντυπώσεις ὅσας συναισθάνεσθε. Ἀλλὰ λέγουσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες, δὲν συνέβη μόνον ἀποκλεισμὸς, συνέβη καὶ καλπονόθευσις εἰς τὸν δῆμον Ἐλατίων, εἰς τὸν δῆμον Ψωφίδος. Ἀποδεικνύεται δὲ, λέγουσιν, ἡ καλπονόθευσις εἰς τὸν δῆμον Ἐλατίων, διότι ἡμεῖς ἐλάβαμεν ἐκεῖ ὅλον τὸν ἀριθμὸν τῶν ψήφων. Ἀλλ’ ἠκούσατε, κύριοι, μετὰ πόσης ἀφελείας καὶ πειστικότητος ὁ κύριος Βοῦλτσος σᾶς εἶπεν, ὅτι τοσοῦτος φανατισμὸς ἐπεκράτει εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον, ὥστε ἠναγκάσθημεν, διὰ τὴν περιφρόνησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμαν εἰς τὴν κάλπην τοῦ κυρίου Λομβάρδου, ν’ ἀποδιώξωμεν ἐκ τῆς οἰκίας ἡμῶν δύω ἰσχυροὺς φίλους μας. Ὁ δῆμος οὗτος καὶ ὁ δήμαρχος αὐτοῦ κυρίως μᾶς προσέφερον πλείονας ἢ ἄλλοτέ ποτε ψήφους, διότι ἐν αὐτῷ σπουδαίαν ἤσκει ἐπιῤῥοὴν ὁ κ. Τζουλάτης, καὶ διὰ τοῦτο διὰ πυρετώδους ὑπὲρ ἡμῶν φανατισμοῦ οἱ φίλοι τοῦ κ. Τζουλάτη ἐξεδικοῦντο τὸ ἀδίκως χυθὲν αἷμα αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἔρχεται ὁ δῆμος Ψωφίδος, καὶ ἡ καλπονόθευσις αὐτοῦ πιστοποιεῖται ἀπὸ τὸν κ. Μιχαλόπουλον, μεγάλη δὲ παρουσιάζεται ἡ διαφορὰ τῶν ψήφων μεταξὺ τῶν τεσσάρων συναδέλφων μου καὶ ἐμοῦ. Κύριοι, ἡ διαφορὰ τῶν ψήφων (καὶ τοῦτο τὸ ἐδημοσίευσα ἵνα μὴ νομίσητε, ὅτι σήμερον ἐπικαλοῦμαι ἀορίστους διϊσχυρισμοὺς) προῆλθεν ἐκ τούτου καὶ μόνου, τὸ ὁποῖον προσέτι ἀποδεικνύει τὸ ἀβίαστον τῆς ἐκλογῆς, ὅτι ὁ δήμαρχος Ψωφίδος συνετάχθη πρὸ τῆς ἐκλογῆς ὑπὲρ ἡμῶν, ἦλθε καὶ εἰς τὴν οἰκίαν μου, ὑποσχόμενός μοι τὴν ὑποστήριξίν του, ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ὤφειλον νὰ χαλαρώσω τὰς ἐνεργείας μου ὡς πολιτικὸς ἐνάγων, εἰς τὴν ἐπὶ φόνῳ κατηγορίαν, δι’ ἣν κατεδιώκοντο δύω ἀδελφοί του. Ἡ χήρα τοῦ φονευθέντος Φορτούνα μετὰ τῶν ὀρφανῶν αὐτῆς εἶχον ἀναθέσει ἐμοὶ τὴν προστασίαν τῶν δικαιωμάτων, παρέστην ὡς πολιτικὸς ἐνάγων, ἀφοῦ διέσπασα τὰς παγίδας πάσης ἐκνόμου ἐνεργείας, καὶ κατώρθωσα τὴν ἀναβολὴν τῆς ὑποθέσεως, ἐνώπιον τοῦ κακουργιοδικείου Πύργου, ὥστε κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν ἐκλογῶν διετέλει εἰσέτι ἐκκρεμὴς ἡ προκειμένη ὑπόθεσις. Ἀπέφυγα ὅθεν τὴν συνδρομὴν τοῦ κ. Δημάρχου καὶ δὲν ἐπλησίασα αὐτὸν, διότι δὲν ἤθελα νὰ θέσω εἰς ἀμφισβήτησιν τὸν ἀτομικὸν χαρακτῆρά μου. Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ λόγος, δι’ ὃν ὁ δήμαρχος ἐκεῖνος ὑπὸ τὸ ἀδυσώπητον τῆς θελήσεώς μου, ἀνέπτυξε πᾶσαν αὐτοῦ τὴν δύναμιν ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ ὑπὲρ τῶν τεσσάρων συναδέλφων μου. Ἐντεῦθεν δὲ βλέπετε εἰσέτι, ὅτι καὶ ἡ σύμπραξις τῶν δημάρχων ἐσήμαινε πολὺ, καὶ ὅτι μάλιστα αἱ ἐκλογαὶ γίνονται κατ’ ἰδίαν εἰσήγησιν τῶν κομματαρχῶν. Ἀλλὰ φέρετε μίαν ἐπιστολὴν ἑνὸς δημοδιδασκάλου, ἥτις περιγράφει πράγματα, ἅτινα δὲν ἠδύνατο νὰ καταθέσῃ· εἴπατέ μοι σεῖς, κύριοι, εἶναι λογικὸν νὰ λέγῃ τις, «ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης ἔτρεμον νὰ καταθέσω τὰ ἀληθῆ γεγονότα, οὐχὶ δὲ καὶ ἐνώπιον ἑνὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ πολιτικὸν συμφέρον νὰ κάμνῃ χρῆσιν αὐτῆς τῆς ἐπιστολῆς!» (θόρυβος). Κύριοι, ὁ διδάσκαλος αὐτὸς ἔλαβε τὴν ἀπόλυσίν του, καὶ διὰ τί; πάσχων ὑπὸ στηθικοῦ νοσήματος δὲν ἠδύνατο νὰ παραδώσῃ καὶ διὰ τοῦτο πολλάκις παρεκάλεσε τὸν κύριον Βοῦλτσον νὰ κατορθώσῃ νὰ διορίσῃ αὐτὸν σχολάρχην, ἵνα διευθύνῃ μόνον τὰ τοῦ σχολείου καὶ ἀπαλλαγῇ ὀλίγον τῆς παθητικῆς θέσεως, τῆς παραδόσεως, ἡ ὁποία ἔβλαπτεν αὐτὸν εἰς τὸ νόσημα. Ἂν ἠθέλαμεν ν’ ἀπαλείψωμεν ἀπὸ τοῦ μετώπου μας μίαν μομφὴν τοιαύτην, εἴπατέ μοι σεῖς, δὲν θὰ ἐκινοῦμεν πάντα λίθον παρὰ τῷ κ. ὑπουργῷ, ὅπως κατορθώσωμεν τὸν διορισμὸν αὐτοῦ καὶ οὕτω ἱκανοποιήσωμεν τὴν ἀπαίτησίν του; Τί σημαίνει, κύριοι, ἡ ἐκ μέρους ἡμῶν περιφρόνησις τῆς παρακλήσεώς του, τῆς πρὸς βλάβην τῆς σπουδαζούσης νεολαίας; Νομίζετε, ὅτι δὲν ἐγένοντο καὶ ἄλλαι ἀπόπειραι πρὸς ἁρπαγὴν παρομοίων δηλώσεων ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατέθεσαν τὴν ἀλήθειαν περὶ τῶν συμβάντων ἐν Ζακύνθῳ; Εὐτυχῶς δι’ ἡμᾶς ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κυρίου Μιχαλοπούλου ἐξελέγχεται ὡς ψευδὴς, οὐχὶ μόνον ἐκ τοῦ γεγονότος τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς καθόλου ἐνεργείας τῆς ἐκλογῆς. Τίνα ἀνάγκην εἴχομεν ἡμεῖς νὰ πράξωμεν τὴν καλπονόθευσιν ἐνώπιον τοῦ ὑπαλλήλου τῆς διοικητ. ἀρχῆς; Σεῖς λέγετε ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἐπέμβασις ἀπέκλεισε τοὺς ἐναντίους ἡμῶν, ὅτι οἱ φίλοι σας κατελήφθησαν ὑπὸ τοῦ τρόμου, ὅτι ἕνεκα τῆς γενικῆς φήμης τὰ χωρία ἀπεθαῤῥύνθησαν· διατί λοιπὸν νὰ διατρέξωμεν τὸν ἔσχατον τῶν κινδύνων ἐνώπιον τοῦ ἀγνώστου ἡμῖν διοικητικοῦ ὑπαλλήλου; Διατί νὰ διαπράξωμεν τὸ ἔγκλημα κατὰ τὸ ἔσχατον χρονικὸν σημεῖον τῆς διεξαγωγῆς τῆς ἐκλογῆς; Τίνα βεβαιότητα εἶχεν ὁ ἀποσπασματάρχης ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος ἐκεῖνος τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ἦτο φίλος ἡμῶν; Τίνα βεβαιότητα εἶχεν ὅτι, ἕνεκα τῆς σπουδῆς τότε νὰ μανθάνωσι πάντες τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαλογῆς, δὲν ἤθελον ἔλθει καὶ ἄνθρωποι ἐνδιαφερόμενοι ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ κυρίου Λομβάρδου; Καὶ ἀφοῦ εἴχομεν τὸ πεδίον εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡμῶν, ἐπεριμέναμεν νὰ ἔλθωσιν οἱ μάρτυρες ἵνα πιστοποιήσωσι τὸ γεγονὸς τῆς καλπονοθεύσεως; Ὅτι δὲ δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ γεγονὸς τῆς καλπονοθεύσεως, καὶ ὅτι οἱ ἀντίθετοι ἡμῶν κατώρθωσαν νὰ δώσωσι τὸν χαρακτῆρα αὐτὸν διὰ τοιαύτης ἐπιστολιμαίας ἀποδείξεως, τοῦτο δύναταί τις εὐκόλως νὰ κατανοήσῃ. Διὰ νὰ μὴ ὑπολειφθῇ ἐν τούτοις οὐδ’ ὁ ἐλάχιστος δισταγμός, καὶ ὅπως σᾶς πείσω ὅτι ἡ ἐπιστολὴ ἐκείνη εἶναι ἀποτελέσματα ἐνεργειῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν ἔπρεπε νὰ λέγωνται, θὰ παρατηρήσω, καὶ παρακαλῶ τοὺς ἀμφιβάλλοντας νὰ πληροφορηθῶσιν, ὅτι τὴν τρίτην ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς εἰς τὸν δῆμον Ὀπιταϊδῶν διὰ νὰ παραστήσωσι τὸν δῆθεν ἀποκλεισμὸν διέταξαν τὰ μέλη τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ἀνήκοντα τῷ Λομβάρδῳ, νὰ ἀποχωρήσωσιν, ἀπεχώρησε καὶ ὁ πρόεδρος παρασυρθεὶς ὑπὸ τοῦ ἰδιαιτέρως τῷ Λομβάρδῳ συμπαθοῦντος μέλους Σ. Παπαδάτου. Ὅταν ἔφθασεν ἐκεῖ ὁ ἀνακριτής, παρετήρησεν αὐτῷ, πῶς ἐγκατέλειψε τὴν θέσιν του ἄνευ λόγου, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ νόμιμος ἀπαρτία τῆς ἐπιτροπῆς; ὁ δὲ πρόεδρος μὴ ἔχων τι νὰ ἀντιτάξῃ εἰς τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐπανῆλθεν, καὶ ἔμεινε μέχρι τοῦ πέρατος τῆς ἐκλογῆς, ἐπιστοποίησε δὲ, καί τοι φίλος τοῦ Λομβάρδου, ὅτι οὐδεμία βιαιοπραγία ἔλαβε χώραν, ἕνεκα τῆς τιμίας συμπεριφορᾶς τοῦ ἀποσπάσματος, τοῦ συγκειμένου ἐξ ἑπτὰ ἀνδρῶν, ἐφ’ ᾧ, κατὰ πρότασιν αὐτοῦ τοῦ προέδρου τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, τοῦ φίλου τοῦ Λομβάρδου, ἐξεδόθη εὐχαριστήριον πρὸς τὸ ἐκεῖ ἀπόσπασμα. Προσεπάθησαν εἰς τὸν δῆμον Ἀρτεμισίων—(διότι ἡ πλειονοψηφία ἐκεῖ τῆς ἐπιτροπῆς ἦτο τοῦ κ. Λομβάρδου, ὁ δήμαρχος δὲ μόνον ἦτο φίλος ἡμῶν) κρυφὰ, δι’ αἴτια, ἅτινα δὲν συμφέρει σήμερον ν’ ἀποκαλύψω, προσεπάθησαν, λέγω, μετὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐκλογῆς νὰ πείσωσι δύω μέλη τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, τοὺς δύω ἀδελφοὺς Ῥαζῆ, νὰ πιστοποιήσωσιν, ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος τῆς βίας τῆς λόγχης ὑπεγράφη πλαστὸν πρακτικόν· πρὶν πράξωσιν ἐν τούτοις τοῦτο, ἠρώτησαν δημοσία δικηγόρον, ἂν παθαίνωσί τι, ἠρώτησαν τὸν φίλον τοῦ Λομβάρδου δικηγόρον Κοκκίνην καὶ ἀφοῦ ἔλαβον ἀπάντησιν παρ’ αὐτοῦ ὅτι ἐνδέχεται νὰ ὑποστῶσι τὴν ποινὴν εἱρκτῆς ἀπεποιήθησαν. Ἀφοῦ ἐναυάγησε τὸ ἐγκληματικὸν τοῦτο σχέδιον, κατέφυγαν, ὅπως ἀποδείξωσι τὰς βιαιοπραγίας, τὴν βίαν καὶ τὰς ἀπειλὰς τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, εἰς ἄλλο· ἠπείλησαν τὸν Ῥαζῆν καὶ τῷ εἶπον νὰ ὑπογράψῃ ἓν ἔγγραφον τοὐλάχιστον, δι’ οὗ νὰ δηλοῖ ὅτι δὲν ὑβρίζει τὸν Λομβάρδον, ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶχον πρόχειρον μελάνην ἔτριψαν ὀλίγον ἄνθρακα ἐν συέλῳ, οὕτω δὲ ὑπέγραψεν ὁ κ. Ῥαζῆς τὴν παρουσιασθεῖσαν αὐτῷ δήλωσιν. Πόσον ὅμως ἐξεπλάγη, ὅταν ἐκοινολογήθη ὅτι διὰ τῆς ὑπογραφῆς του ἐβεβαίωσεν ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος τῆς βίας ὑπέγραψε πλαστὸν πρακτικὸν τῆς ἐκλογῆς! Συνῆλθον τότε ἀγανακτήσαντες πάντες οἱ χωρικοὶ καὶ μετέβησαν εἰς τὴν οἰκίαν του, μετ’ ἀπορίας δὲ ἐρωτῶσιν αὐτὸν πῶς ἐδημοσίευσε τοιοῦτον ἔγγραφον, δι’ οὗ βεβαιοῦνται ψευδῆ περιστατικά; Ὁ Ῥαζῆς ἀπήντησεν αὐτοῖς ἀποκρούων τὴν δημοσιευθεῖσαν ἐν τῇ Λομβαρδινῇ ἐφημερίδι ὁ «Ἀγὼν» δήλωσιν τὰ ἑπόμενα, ἅτινα ἐδημοσιεύθησαν. Ἀκούσατε.
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πονηρόπουλε, μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ὑπῆρχεν ἐκεῖ εἰς τὸν δῆμον ἀνακριτής;
§64ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρχε περιοδεύων, ἕνας εἰρηνοδίκης ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη.
§65ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Μουντζόπουλος.
§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βλέπετε ὅτι τὸ ζήτημα παρουσιάζει δυσκολίας καὶ ἐμπεριέχονται καὶ ἐγκλήματα. Ἡ ἔκθεσις τοῦ ἀνακριτοῦ δὲν ὑπάρχει ἐν τοῖς ἐγγράφοις καὶ θὰ παρακαλέσω τὸ ὑπουργεῖον, ἂν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, τηλεγραφικῶς νὰ ἐρωτήσῃ τὸν ἀνακριτὴν τί γίνεται ἡ ἔκθεσις αὐτή.
§67ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε τὰ πρακτικά; δὲν ἔχετε τὰς ἐκθέσεις τῶν δημάρχων; Διατί ἀναρτᾶσθε εἰς μίαν ἔκθεσιν;
§68ΠΟΛΥΛΑΣ. Ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ κ. βουλευτὴς Ζακύνθου σήμερον ἀντιτείνει.
§69ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀντιτείνω, ἔκαμον δὲ μόνον τὴν παρατήρησιν ὅτι ὑπάρχουσι τόσαι περγαμηναὶ καὶ τόσα ἔγγραφα, ὥστε ἀποβαίνει περιττὴ ἡ ἔκθεσις τοῦ ἀνακριτοῦ. Ἀπέδειξα ὡς νομίζω, κύριοι, ὅτι οὐ μόνον καλπονόθευσις δὲν ἐγένετο, σᾶς λέγω δὲ προσέτι ὅτι μᾶς ἦτο καὶ ἄχρηστος. Σᾶς λέγουν ὅμως οἱ διαφιλονεικοῦντες τὴν γνώμην ἡμῶν, πῶς ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διαφορὰ τῶν ψήφων; Ἀπέθανον οἱ ψηφοφόροι; Ὄχι, κύριοι, δὲν ἀπέθανον, οὔτε ἐστερήθησαν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Ἐν πρώτοις ἐνθυμήθητε, πότε ἔγεινεν ἡ ψηφοφορία, ὁποῖος μὴν ἦτο. Δὲν ἦτον ὁ Μάϊος, κατὰ τὸν ὁποῖον θερίζονται οἱ δημητριακοὶ καρποί; Παρακαλῶ τὸν κ. Σωτηρόπουλον, τὸν κ. Κρεστενίτην, τὸν κ. Πετραλιᾶν, τοὺς παρακαθημένους εἰς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα, παρακαλῶ τοὺς ἐξ Ἀκαρνανίας πάντας νὰ εἴπωσι, κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν πόσοι τῶν Ζακυνθίων ἀπεδήμουσι, διότι μεταβαίνουσιν ἐκεῖ πρὸς θερισμὸν τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ὅπως ἐξοικονομήσωσι τὰς τοῦ βίου αὐτῶν πολλὰς ἀνάγκας. Δὲν ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελε σπουδαίως ἔλθει αὐτὸς ὁ ἰσχυρισμός, ἄλλως ἤθελον φέρει ἐνώπιόν σας καὶ ἀποδείξεις, τὰς ἀποδείξεις τῶν λιμενικῶν καὶ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, ἵνα σᾶς βεβαιώσω περὶ τούτου. Δὲν εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ πράξῃ τις τοῦτο, διότι πιστεύω, ὅτι ἐὰν εἰς ἐμὲ, τὸν ἐνδιαφερόμνεον δὲν δώσητε πλήρη πίστιν, εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον ὅμως, τὸν Κρεστενίτην, τοὺς τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος ἀντιπροσώπους θὰ δώσητε πίστιν. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο καὶ μόνον ἐγὼ πρέπει νὰ ἦμαι εἰλικρινής, διότι ἐκφράζων τὰς ἰδέας μου μετὰ τῆς ἀπαιτουμένης εἰλικρινείας, τότε καὶ μόνον πιστεύω ὅτι καθίσταμαι ἀξιόπιστος. Πρέπει νὰ ᾖμαι εἰλικρινὴς καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος δὲν ἔπεσεν οἰκτρὰν πτῶσιν, ὁποία καταφαίνεται ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς διαλογῆς. Ὁ κ. Λομβάρδος ἔκρυψεν ὅμως τὰ κεφάλαιά του, ἐζήτησε παρὰ τῶν φίλων του, βλέπων ὅτι ἡ ἐκλογὴ διακυμαίνεται, νὰ μὴ προσέλθωσι καὶ ψηφοφορήσωσιν. Εἶπεν εἰς αὐτοὺς ν’ ἀπέχωσι τοῦ τόπου τῆς ψηφοφορίας, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ θέση εἰς ἀμφιβολίαν, ἀπέναντι τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, τὴν ἀποτυχίαν του. Οὕτω δὲ παρεσκεύαζεν εἰς ἑαυτὸν εὔλογον πρόφασιν, ὅτι ἀπεκλείετο. Ἀλλ’ ὅτι ἀπέσχον οἱ φίλοι του τοῦ νὰ ψηφοφορήσωσι, τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς μεγάλης φιλαυτίας, τὴν ὁποίαν ἔχει, καὶ διὰ τῆς ὁποίας καὶ μόνης ἠθέλησε πάντοτε νὰ διοικῇ τὴν Ζάκυνθον. Εἶπε χθὲς ὁ κ. Κοντόσταυλος, ὅτι, ἐὰν ἔβλεπε πιθανὴν τὴν ἐπιτυχίαν του εἰς ἑαυτὸν καί τινας τῶν συντρόφων του, δὲν ἤθελε θυσιάσει ἀπέναντι τῆς φιλαυτίας του τὰς ἰδέας του, δὲν ἤθελε ἀνεχθῆ νὰ στερηθῇ τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο τῆς ἠχοῦς τῶν λαμπρῶν ἐκείνων καὶ λαοσωτηρίων ἀρχῶν του. Ἀλλά, κ. Κοντόσταυλε, ἐὰν σεῖς τοιαύτην περὶ ὑμῶν αὐτῶν τρέφετε ἠθικὴν ἀρχὴν ὅτι τὸ ἄτομον πρέπει νὰ θυσιάζῃ τὰς ἀξιώσεις του ἀπέναντι τῶν ἀρχῶν του, ὁ κ. Λομβάρδος δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν ἀρχήν. Σεῖς τὸ εἴπετε ὡς γνώμην σας, ἐγὼ θὰ σᾶς τὸ εἴπω κατὰ τὰ κείμενα ἐκεῖνα, κατὰ τὴν γνώμην ἐκείνην, κατὰ τὰς ἰδέας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὁ κύριος Λομβάρδος ἐξέφρασεν. Ἐπρόκειτο εἰς τὰ 1872 περὶ ἐκλογῶν βουλευτικῶν, ἦτο δὲ συνυποψήφιος, ὡς σᾶς προανέφερον, καὶ ὁ κ. Βολτέῤῥας. Ὑπὲρ τοῦ προσώπου τοῦ κ. Βολτέῤῥα ὑπῆρχον συμπάθειαι σπουδαῖαι, διότι αἱ συμπάθειαι αὗται ἐστηρίζοντο εἰς θυσίας οἰκογενειακὰς καὶ εἰς ὑποχρεώσεις ἀτομικὰς, ὥστε ἠδύνατο νὰ ἐλπίζῃ εἰς τὴν ἀγάπην καὶ ὑποστήριξιν τῶν συμπολιτῶν του, διὰ τοῦτο δ’ ἴσα ἴσα ἔτρεμεν ὁ κ. Λομβάρδος διὰ τὴν ὑποψηφιότητα αὐτὴν τοῦ κ. Βολτέῤῥα· εἰς λόγον του δὲ, τὸν ὁποῖον ἐξεφώνησεν ἐν ὑπαίθρῳ καὶ ἐδημοσίευσεν, ἠπείλησεν ἐπανειλημμένως καὶ εἶπε· «Τὸ γνωρίζετε ὅτι, ἂν ὁ Βολτέῤῥας ἐκλεχθῇ, ἐγὼ δὲν πηγαίνω εἰς Ἀθήνας.»
§70ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Τὸν ἐμουντζούρουνα ἐγὼ (ἱλαρότης).
§71ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνασθε, κύριοι, νὰ ἀμφιβάλλετε πλέον ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος πρόφασιν ἐπεδίωκεν, ἵνα μᾶλλον προτιμήσῃ τὴν πιστοποίησιν τοῦ ἀποκλεισμοῦ ἢ νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα μὲ μειωμένην τὴν δύναμίν του; Δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀνεστηλώσατε αὐτὸν εἰς τὸ σημεῖον τῆς ἀναμφισβητήτου ὑπεροχῆς, ὅτι δὲν ἤθελεν εἶσθαι διὰ τὸν κ. Λομβάρδον μία ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ἀποδοχῆς ἢ μὴ τῶν ἰδεῶν του ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του, ἐὰν ἤρχετο ἐνταῦθα αὐτὸς καὶ μόνος ὡς ἐπιτυχὼν ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ του; Τοῦτο ὁ Λομβάρδος δὲν ἤθελεν· ἐπροτίμησε νὰ προπαρασκευάσῃ τὴν πρόφασιν τοῦ ἀποκλεισμοῦ, ἢ ἐν συναγωνισμῷ ἀνδρικῷ νὰ ἴδῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν δυνάμεών του. Τοῦτο δὲ, κύριοι, ἔπραξε χάριν τῆς φιλαυτίας αὐτοῦ καὶ ἀφοῦ ἀπηλπίσθη καὶ εἶδεν, ὅτι ᾤχοντο ἀπιόντα τὰ ὄνειρα ἐκεῖνα τῆς μεγάλης φιλοδοξίας του. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι ἡ λόγχη τοῦ στρατιώτου προεκάλεσε τὴν ῥῆξιν καὶ τὴν διατάραξιν τῆς ἡσυχίας ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος ἀπεφάσισε νὰ ὑποχωρήσῃ, ἵνα μὴ ἐπέλθωσι σύγχυσις καὶ βιαιοπραγίαι, ἵνα μὴ καταρυπώσῃ τὴν ἐκλογὴν ἀδελφικὸν αἷμα. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Κοντόσταυλος τοῦτο. Σᾶς τὸ ἐπανέλαβεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κερκύρας. Ἀλλὰ ποῦ στηριζόμενοι; Τοὐναντίον, κύριοι, ἀπόπειραι ἐγένοντο ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῶν ἐκβιάσεων, ἀπόπειραι ἐγένοντο ἵνα καὶ αὖθις ἡ ἐκλογὴ ἐνεργηθῇ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ τρόμου. Ὅτι ἀπόπειραι ἐγένοντο ἵνα καταπνιγῇ ἡ ἐλευθέρα θέλησις τοῦ πολίτου ἀπέναντι τῆς ἰσχύος τοῦ πιστολίου, ὅτι ἀπόπειραι ἐγένοντο περιεσκεμμέναι καὶ ἐπανειλημμέναι δεήσεων καὶ παροτρύνσεων πρὸς τὰ πρόσω, περὶ τούτου μαρτυρεῖ αὐτὸς ὁ κ. Λομβάρδος. Σεῖς κύριοι, γνωρίζετε, ὅτι ὅταν ἀπευθύνωνται ἐγγράφως ἐν καιρῷ ἐκλογῶν παροτρύνσεις πρὸς τὸν λαὸν, ἐὰν δύνανται αὗται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς στρατηγήματα, ἢ μᾶλλον, ἐὰν δὲν εἶναι ἔκχυσις πλέον τῶν ἰδίων αὑτοῦ πεποιθήσεων καὶ ἀποφάσεων, ΠΡΩ-
ΧΩΡΕΙΤΕ.
§72ΠΟΛΥΛΑΣ. Ποῖοι εἶναι ὑπογεγραμμένοι;
§73ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠθέλατε νὰ θέσῃ καὶ τὴν ὑπογραφὴν αὑτοῦ; δὲν εἶναι σύγγραμμα φιλολογικὸν, κύριε Πολυλᾶ.
§74ΠΟΛΥΛΑΣ. Εἷς ἐκ τοῦ λαοῦ εἶναι ὑπογεγραμμένος.
§75ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· τὸ περιεχόμενον ὅμως ὁμιλεῖ περὶ τοῦ συντάκτου, ὅπως ὅταν ἀκούεται νιάου, νιάου ἐννοεῖτε τὴν γάταν.
§76ΠΗΛΗΚΑΣ. Τί κακὸν ἔχει;
§77ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δὲν εἶναι μόνον, κύριοι, τὸ «Προχωρεῖτε»· πρὸ τούτου, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη τὴν 23 Ἰουνίου, τὴν αὐτὴν δηλαδὴ ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκλογῆς, λόγοι ἀπηγγέλθησαν ἐν τῷ ἱερῷ Ναῷ τῶν Ἁγίων Πάντων. Ἐκεῖ ὁ ἱερεὺς ἔλεγεν «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους.» Ῥήτωρ δὲ παραστάτης τῷ κ. Λομβάρδῳ ἔλεγε, τελῶν πανήγυριν ὑπὲρ τῆς ἑορτῆς αὐτοῦ. «Μεγάθυμε λαὲ τῆς Ζακύνθου, ἀνδρίζου, ἀνάλαβε τὰ ὅπλα τῆς ἰσχύος σου, ἡ ἐλευθερία διὰ τῆς ἀνδρίας καὶ διὰ τῆς ἀκαταμαχήτου τόλμης συντηρεῖται.» Δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· ἀλλεπάλληλοι ἐκφοβιστικαὶ ἐστέλλοντο ἐκ Ζακύνθου ἀλληλογραφίαι καὶ κατεχωροῦντο εἰς τὰ φύλλα τῶν «Καιρῶν», τοῦ «Αἰῶνος», τοῦ «Ἐθνικοῦ Πνεύματος», τῆς «Παλιγγενεσίας» καὶ συνεβούλευον τοῖς Ζακυνθίοις νὰ μὴ ἐγκαταλείψωσι τὸ πεδίον τῆς μάχης. Εἰς αὐτὰς ἀνεγίνωσκέ τις ὅτι οἱ Ζακύνθιοι θὰ μεταχειρισθῶσι τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης, θὰ ἀποκρούσουν τὴν βίαν διὰ τῆς βίας. Ὁ δὲ «Ἀγὼν», ἐφημερὶς τοῦ κ. Λομβάρδου, ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς, «Μὴ νομίζετε, ὅτι ἀναιμωτὶ θὰ λάβετε τὴν νίκην, θὰ ῥεύσῃ τὸ αἷμα, θὰ πάρετε αἱματόφυρτον τὴν ἐκλογὴν, θὰ πατήσητε ἐπὶ πτωμάτων ἀνδρῶν Ζακυνθίων, καὶ τότε δύνασθε νὰ ὀνομασθῆτε νικηταὶ ἥρωες ἐπὶ πτωμάτων τῶν συμπολιτῶν σας.» Ποῦ εἶναι ἡ ἀνοχὴ, τὴν ὁποίαν ὡς δορὰν μετριοφροσύνης, ὡς δορὰν φιλοπατρίας ἀπλέτου σεῖς χθὲς ἤλθατε νὰ ὀνομάσητε;
§78ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ χαρτὶ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ μὴ τὸ χάσετε.
§79ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριε Κουμουνδοῦρε, ὑπάρχει ἐπισυνημμένον εἰς τὰ ἔγγραφα τῆς Νομαρχίας.
§80ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ταῦτα δὲ λέγων δὲν ἐννοῶ ὅτι δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ πολίτου, ὅτι τοῦτο ἀπᾴδει πρὸς τὰ ἐλεύθερα πολιτεύματα, τὸ νὰ γείνῃ χρῆσις τοιούτων μέτρων, ὅταν ἡ ἀνάγκη καὶ ὁ ἄφεκτος κίνδυνος νομίμως ἐπιβάλῃ αὐτά. Καὶ ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι ἡ ἐλευθερία δὲν θέλει ἐκτεθηλυμένους ἀνθρώπους, ὅτι δύναται νὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη ἐνεργείας, ὅτι τὸ δένδρον τῆς ἐλευθερίας, ἵνα τραφῇ καὶ ἀναπτυχθῇ, ἐνίοτε πρέπει νὰ ποτισθῇ μὲ αἷμα· ἀλλ’ ὅταν ἐν καιρῷ ἐκλογῶν ἐξάπτωνται τὰ πάθη, διὰ δὲ τῶν ἀπειλῶν παρακωλύεται ὁ ἐλεύθερος συναγωνισμὸς, τότε ἐγκαθιδρύεται σύστημα, τὸ ὁποῖον οὔτε φιλελεύθερον εἶναι, οὔτε μετριαπαθὲς, οὔτε ἀνεκτόν. Τελευταῖον, κύριοι, ἄλλην ψυχολογικὴν βίαν ὡς ἐνασκηθεῖσαν σᾶς παρέστησαν ἐκτὸς τῶν καλπονοθεύσεων, ἐκτὸς τῶν ἀποκλεισμῶν, ἐκτὸς τῆς ἐκ μετριοπαθείας ἀποχῆς τοῦ κ. Λομβάρδου, διότι διατείνονται ὅτι δὲν ἐξῆλθε τοῦ ἀγῶνος νικητὴς ὁ κ. Λομβάρδος, ἀφοῦ τὴν Βασιλικὴν ἁλουργίδα κατεβιβάσαμεν εἰς τὸ πεδίον τῆς πάλης, αὐτοκαλοῦντες ἡμᾶς Βασιλικούς. Πῶς, κύριοι, τολμῶσι νὰ λέγωσι τὰ τοιαῦτα ἀπορῶ καὶ ἐγὼ, ἐκεῖνος μάλιστα ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἠγάπησε περισσότερον τῆς ἐλευθερίας τὴν ἰσότητα; Καὶ πόθεν ἠρύσθη τοῦτο εἰμὴ κατὰ πρῶτον λόγον ἀπὸ τῶν αἰσθημάτων τῶν ἰδίων αὑτοῦ συμπατριωτῶν; Καὶ ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἀγαπᾷ τὴν ἰσότητα, τόσον ἀνοήτους ἐξέλαβεν ἡμᾶς, ὥστε νὰ μὴ ἐννοῶμεν, ὅτι ἐὰν τοιαύτην ἐπιβλητικὴν θέσιν ἐλαμβάνομεν ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν μας θὰ ἐχάνομεν τὰς συμπαθείας πάντων; Καταγίνεσθε νὰ παραστήσητε ὅτι σεῖς ἐργάζεσθε ὑπὲρ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν. Καταγίνεσθε σεῖς νὰ εἴπητε, ὅτι εἶσθε οἱ ἱερομάρτυρες τῶν ἐθνικῶν πόθων, καὶ ἐν τούτοις ἔρχεσθε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διὰ νὰ πολεμήσητε μίαν ἐκλογὴν, νὰ διαιρέσητε τὴν κοινωνίαν τῆς πατρίδος σας εἰς δύω τάξεις. Εἴπατέ μοι, αὐτοὶ εἶναι οἱ ἐθνικοὶ ὑμῶν σκοποί; οὐδέποτε ἤλπιζον ἀπὸ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Κερκύρας ὅτι ἤθελεν ἀνέλθει ἐνταῦθα καὶ μετὰ στόμφου διὰ τοῦ ἐπιλόγου του νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐν Ἑπτανήσῳ προσμάχονται ἰδέαι, τῶν ὁποίων αἱ μὲν τείνουν εἰς σύσφιγξιν καὶ ἑδραίωσιν τῶν καθεστώτων, αἱ δὲ εἰς χαλάρωσιν αὐτῶν. Ἠπόρησα ἀκούων τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Κερκύρας λέγοντα, ὅτι αὐτὸς ἀγωνίζεται ὑπὲρ τῆς ἑδραιώσεως τῶν ἐθνικῶν θεσμῶν, παριστῶντα δὲ τὴν κοινωνίαν ἐν Ἑπτανήσῳ κυμαινομένην μεταξὺ δύω γνωμῶν. Μὴ ἀδικεῖτε, κύριοι, τὴν Ἑπτάνησον. Ἡ Ἑπτάνησος πρώτην φορὰν λαμβάνει τὸ εὐτύχημα κατόπιν αἰώνων δουλείας νὰ ἀπολαμβάνῃ τοὺς καρποὺς τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν.
§81ΖΩΧΙΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐξαιρέσητε τὴν Κέρκυραν.
§82ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα σεῖς νὰ λέγετε αὐτό. Παραβιάζετε τὰ καθήκοντά σας, παραβιάζετε τὸν ὅρκον σας.
§83ΒΑΝΔΩΡΟΣ. Κατὰ πρώτιστον λόγον νὰ βάλετε, ὅτι ἡ Κεφαλληνία εἶναι ὁ σπινθὴρ τῆς ἀπελευθερώσεως.
§84ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα αὐτὸ εἶναι ἀληθές.—Ἡ Ἑπτάνησος, ὅπως σᾶς εἶπε καὶ ὁ κ. Πολυλᾶς, ὡς ἐκ τῆς θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν κεῖται, ἀνὰ πᾶσαν πρωΐαν καὶ ἑσπέραν δὲν βλέπει εἰμὴ τὰ βουνὰ τὰ ἡρωϊκά. Ἡ Ἑπτάνησος δὲν ἀνέλαβε τὸν ἀγῶνα τοῦ ῥιζοσπαστισμοῦ, εἰμὴ ὅταν ἤκουσε τὸν ποιητήν της ψάλλοντα «Στῶν Ψαῤῥῶν τὴν ὁλόμαυρη ῥάχη» «τοὺς ἀγῶνας τῶν παλληκαριῶν.» Ἡ Ἑπτάνησος χρεωστεῖ τὴν ἕνωσίν της, διότι ἤναψεν ὁ φάρος τῆς ἀπελευθερώσεως ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Καὶ θέλετε σεῖς νὰ εἴπετε σήμερον, ἀφοῦ πρώτην ἤδη φορὰν μετὰ τοσούτων αἰώνων δουλείαν ἀπολαμβάνει τὴν ἐξάσκησιν τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, ὅτι ἀφοῦ μετὰ τοσούτων αἰώνων δουλείαν ἀποστέλλῃ τοὺς ἀπεσταλμένους της ἵνα ἀντιπροσωπεύσωσι τὰ κυριαρχικὰ δίκαια αὐτῆς, θέλετε νὰ εἴπετε, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἀπεσταλμένοι δύνανται νὰ ᾖναι ἀπόῤῥοια ἄλλων πλαγίων ἐνεργειῶν, καὶ ὅτι ἡ Ἑπτάνησος χωρὶς νὰ διαῤῥηγνύῃ τὰ ἱμάτιά της, χωρὶς νὰ ἐγείρῃ φωνὰς μέχρι τρίτου οὐρανοῦ, νὰ σιωπᾷ; Ἡ Ἑπτάνησος δὲν ἔκυψε τὸν αὐχένα οὔτε ἀπέναντι τοῦ χρυσοῦ τῶν δεσποτῶν της, οὔτε ἀπέναντι τῆς στιλβούσης Ἀγγλικῆς λόγχης, καὶ τολμᾶτε σεῖς σήμερον νὰ λέγητε ὅτι ἡ Ἑπτάνησος κύπτει τὸν αὐχένα ἀπέναντι μιᾶς ἐξηυτελισμένης, ὅπως τὴν ὠνομάσατε, Καραμίλας; Ὄχι, τοὺς πολιτευομένους δὲν χωρίζουσιν ἐν Ἑλλάδι ἰδέαι καὶ ἀρχαί, ἀλλ’ ὅπως καὶ ἀνωτέρω εἶπον, τὰ κατέχοντα αὐτοὺς πάθη καὶ τὰ πολιτικὰ συμφέροντα. Δι’ ἓν μόνον πρᾶγμα λυποῦμαι, καὶ τοῦτο θὰ τὸ ἐκφράσω ἀπροκαλύπτως, ἀδιαφορῶν ἂν τοῦτο θὰ δυσαρεστήσῃ τοὺς μὲν ἢ τοὺς δέ· δι’ ἓν μόνον πρᾶγμα, εἶπον, λυποῦμαι, τοῦτο δὲ εἶναι ὅτι ἐνῷ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος γνωρίζει νὰ ἐνασκῇ τὰ δικαιώματά του, ἐνῷ ὁ λαὸς τῆς Ἑπτανήσου ὡς καὶ ὁ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος ἀπέδειξε ὅτι ἔχει τὰ προσόντα τοῦ νὰ ἀσκῆται καὶ νὰ καρποῦται τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, ἐνῷ ἀπέδειξεν, ὅτι δύναται νὰ ᾖναι ἄξιος μεγαλειτέρας προσοχῆς, εὐγενεστέρας καὶ εὐσχημοτέρας ἀφ’ ἡμῶν αὐτῶν συμπεριφορᾶς, δὲν ἔπρεπεν οἱ πολιτευόμενοι νὰ ἔρχωνται σήμερον νὰ λέγουν, ὅτι αὐτὸς ἐγένετο δοῦλος, νεύων εἰς τὰς θελήσεις τῆς ὑπὸ τὰς ὀπτασίας ὑμῶν ὑπαρχούσης Καραμίλας, δὲν ἔπρεπε νὰ λέγετε τοῦτο, ἀλλὰ νὰ ἀνομολογήσωμεν πάντες τὰ ἴδια ἡμῶν ἁμαρτήματα, ὁ λαὸς δὲν πταίει, οἱ πολιτευόμενοι πταίουσιν (εὖγε· χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζωχιὸς ἔχει τὸν λόγον. Κύριοι, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ διακόπτετε διὰ νὰ τελειώσωμεν.
§86ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν παρήκουσα, ἴσως ὅμως παρήκουσα. Ὁ προλαλήσας εἶπεν, ὅτι ἀπεχωρίσθη ἀπὸ τοῦ κ. Λομβάρδου, ὅταν ἔμαθε τὰ τοῦ κ. Τσουλάτη, ἢ ὄχι;
§87ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§88ΖΩΧΙΟΣ. Δηλαδὴ μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ παθήματος τοῦ κ. Τζουλάτη, ὁ προλαλήσας ἐπροσκυνοῦσε τὴν ματσούκαν, ἢ ὄχι; (θόρυβος).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.
§90ΖΩΧΙΟΣ. Διαδέχομαι λοιπὸν τὸν προσκυνήσαντα τὴν ματσούκαν τῆς Ζακύνθου μέχρι τοῦ λυπηροῦ συμβάντος τοῦ δυστυχοῦς Τσουλάτη. Ὁ Προμηθεὺς, κατὰ τὸν ποιητὴν, ἔλεγε! Νὰ λαλήσω, μοῦ πονεῖ, νὰ μὴ λαλήσω μοῦ πονεῖ· στενά μοι δὲ πανταχόθεν. Εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν εὑρίσκομαι καὶ ἐγώ. Ἐὰν λαλήσω, θὰ σκανδαλίσω τὸν παλαιόν μου μαθητὴν, τὸν κ. Βοῦλτσον· ἐὰν δὲν λαλήσω, θὰ προδώσω τὸν θετὸν υἱόν μου, τὸν κ. Λοῦντζην, τὸν ὁποῖον ἀπέκλεισαν διὰ τῆς βίας. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τοῦ κακούργου κ. Λομβάρδου, ἀλλὰ περὶ τοῦ κ. Λούντζη, ὁ ὁποῖος κἄπως δύναται ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν Ζάκυνθον. Ἐὰν εἴχατε ἕνα υἱὸν, καὶ ἐὰν ἐμανθάνατε, ὅτι αὐτὸς ὁ υἱός σας συντάσσεται μετὰ κακούργων, ὅτι προσκυνεῖ τὴν ματσούκαν, καὶ ὅτι διὰ τῆς ματσούκας αὐτῆς καὶ τῶν κακούργων εἰσέρχεται εἰς τὸ Βουλευτήριον, βεβαίως θὰ σᾶς κατελάμβανε λύπη· ἀλλὰ θὰ προσπαθήσωμεν ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι καὶ ὁ κ. Λούντζης καὶ οἱ φίλοι του, ὧν εἷς καὶ ὁ κ. Λομβάρδος, δὲν εἶναι κακοῦργοι, δὲν ἐπροσκύνησαν τὴν ματσούκαν, οὔτε τὴν μετεχειρίσθησαν. Παρεκάλεσα δὲ τοὺς κυρίους Ζακυνθίους καὶ τοὺς εἶπον, κατ’ ἰδίαν, μίαν ἀρχαίαν ῥῆσιν, ἀλλὰ δὲν μὲ ἤκουσαν. Ἔλεγον οἱ Μιλήσιοι, «οἶκοι τὰ Μιλήσια καὶ ἐπιχώρια καὶ μὴ ἐν τῷ μέσῳ.» Ἀλλ’ οἱ Ζακύνθιοι ἔφεραν τὴν Ζάκυνθον καὶ τὰ πάθη των ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου. Ἐπειδὴ δὲ προσέβαλον τοὺς φίλους μας, θὰ ἀποκριθῶμεν καὶ ἡμεῖς ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τοῦ δικαίου καὶ ὑπὲρ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἐχρημάτισε καὶ ὑπουργὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ βουλευτὴς πολλάκις καί πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Πολλοὶ ἐξ ἡμῶν τῶν πρεσβυτέρων, καὶ ἐγὼ ἔτυχον, ἀλλὰ καὶ σεῖς οἱ νεώτεροι ἐτύχατε, ὅταν πίπτῃ μία κυβέρνησις καὶ ἀναβαίνῃ μία ἄλλη. Κατὰ τὰς κρισίμους αὐτὰς ἡμέρας, ἐὰν εὑρεθῇ ἄνθρωπός τις καὶ σώσῃ ὅλην τὴν κοινωνίαν, καὶ ὅλη ἡ κοινωνία πέσῃ καὶ τὸν προσκυνήσῃ, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εἶναι κακοῦργος; Νομίζω, κύριε Βοῦλτσε, ὅτι ὁ Θεόδωρος Καραμαλίκης εἶναι συγγενής σας.
§91ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Γαμβρός μου.
§92ΖΩΧΙΟΣ. Ἀκούσατε τὶ λέγει.
§93ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Εἰς τὰ πόσα;
§94ΖΩΧΙΟΣ. Εἰς τὰ 1864. «Προτείνω νὰ κόψῃ ἡ κοινωνία τῆς Ζακύνθου χρυσοῦν ἐνθύμημα εἰς τιμὴν τοῦ κυρίου Λομβάρδου, διότι κατὰ τὰς ἡμέρας, τὰς πρώτας μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τῶν Ἄγγλων, ἔσωσε τὴν Ζάκυνθον.» Ἀκούσατε λοιπὸν τὸν γαμβρὸν τοῦ κυρίου Βούλτσου τὶ προτείνει. «Ναὶ, κύριοι, λέγει ὁ κύριος Καραμαλίκης, ἡ πατρὶς ἐσώθη διὰ σοῦ, Κωνσταντῖνε Λομβάρδε.»
§95ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Ὅταν ἦτον ὑποκάτω ὑπὸ τὸν Λαφαζάνη ὁ κ. Σωτηρόπουλος, τί τοῦ ἔλεγεν;
§96ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἐντροπὴ νὰ λέγωνται τὰ τοιαῦτα.
§97ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Μίαν φορὰν ὅπου τὰ εἶπαν θὰ τὰ εἴπωμεν ὅλα. Εἰς τὰ 1862 καὶ 1864 ἦτο φίλος του, κατὰ τὰ 1865 ἦτο πάλιν;
§98ΖΩΧΙΟΣ. Διαλόγους θέλετε νὰ κάμωμεν.
§99ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Ἐπειδὴ ἀπέθανεν, τὰ λέγετε αὐτά.
§100ΖΩΧΙΟΣ. Αὐτὰ εἶπεν ὁ γαμβρός σας. Προσέξατε ν’ ἀκούσητε τὶ λέγει τὸ δημοτικὸν συμβούλιον. Πολλοὶ ἀπὸ σᾶς, ὑπηρετήσαντες τὴν πατρίδα ἔχετε βεβαίως βραβεῖα, οὐδεὶς ὅμως ἔχει καὶ τὸ βραβεῖον, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἡ Ζάκυνθος εἰς τὸν Λομβάρδον. Ἀριθ. 82. Ζάκυνθος, τῇ 10 Ἰουνίου 1864.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ὁ πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου. Τῷ κυρίῳ Δόκτορι Κωνσταντίνῳ Λομβάρδῳ. «Καθῆκον ἱερὸν θὰ παρέλειπε τὸ δημοτικὸν τοῦτο συμβούλιον, εἰ καὶ πρὸς ὑμᾶς τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτοῦ μὴ ἐδήλου, δι’ ἃς τῇ πατρίδι προσηνέγκατε ὑπηρεσίας κατὰ τὰς 21, 22 καὶ 23 Μαΐου παρελθόντος. Κατὰ τὰς ἀειμνήστους ἐκείνας ἡμέρας, καθ’ ἃς τὸ πρῶτον ἐπὶ τοῦ φρουρίου ὑψώθη ἡ Ἐθνικὴ ἡμῶν σημαία, δὲν εἶχεν εἰσέτι προσορμισθῆ ἐνταῦθα ὁ στρατὸς ἡμῶν, οὐδὲ ἄλλη τις ὑλικὴ δύναμις ὑπῆρχεν ἐπιτετραμμένη τὴν τάξιν. Ὑπὲρ πᾶν ἄλλο συνέτεινεν ὁμολογουμένως πρὸς ἐπίτευξιν τῆς τάξεως ἡ εἰλικρινὴς ὑμῶν καὶ φιλόπατρις ἐνέργεια καὶ ἀκάματος δραστηριότης. Ἡ πατρὶς εὐγνώμων σᾶς εὐχαριστεῖ, καὶ τὸ δημοτικὸν Συμβούλιον, μὴ ἐπιλῆσμον τῆς συμπράξεως ὑμῶν καὶ βοηθείας, διέταξε τὴν κατασκευὴν μεταλλίου, φέροντος τὸ ὄνομα ὑμῶν καὶ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, αἵτινες πρέπει νὰ μείνωσιν ἀνεξαλείπτως ἐγκεχαραγμέναι εἰς τὴν καρδίαν παντὸς Ζακυνθίου
Σ. ΚΑΡΒΕΛΛΑΣ.»
§101ΠΟΛΥΛΑΣ. Ποῖον ἔτος εἶναι αὐτό;
§102ΖΩΧΙΟΣ. Τὸ 1864. Τοῦ ἔκοψε καὶ χρυσοῦν μετάλλιον. Ὁρίστε (δεικνύει αὐτό.) Τί πταίω ἐγώ, ἂν οἱ Ζακύνθιοι ἦναι τόσον δοῦλοι, ὥστε καὶ ὑπέκυψαν εἰς τὸν Λομβάρδον καὶ ἐβράβευσαν αὐτόν; Δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ δημοτικὸν συμβούλιον παρὰ τὴν πεποίθησίν του ἔκοψεν εἰς τιμὴν τοῦ Λομβάρδου μετάλλιον χρυσοῦν;
§103ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὰ πόσα;
§104ΖΩΧΙΟΣ. Κατὰ τὴν ἕνωσιν, κατὰ τὴν ἕνωσιν, κατὰ τὴ ἕνωσιν.
§105ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Νὰ μοῦ κάμῃς τὴν χάριν, κύριε Ζωχιὲ, νὰ μοῦ δώσῃς αὐτὸ τὸ νόμισμα, τὸ ὁποῖον εἶναι πρωτοφανὲς εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὰ αὐτιά μου καὶ εἰς τὰ μάτια μου (ἱλαρότης).
§106ΖΩΧΙΟΣ. Μάλιστα. Προσέρχεται ὁ κ. Βολτέῤῥας καὶ διάφοροι ἄλλοι βουλευταὶ περὶ τὸ βῆμα καὶ βλέπουσι τὸ νόμισμα).
§107ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἀπὸ ἐκεῖνα ὅπου βαπτίζουν τὰ παιδιὰ.
§108ΖΩΧΙΟΣ. Ἤκουσα μίαν φωνὴν λέγουσαν· «εἶναι ἀπὸ ἐκεῖνα ὅπου δίδουν εἰς τὰ παιδιὰ, ὅταν τὰ βαπτίζουν.» Ἐπειδὴ δὲ ἄλλοι εἶπον ὅτι τὸ ἔκαμε μόνος του ὁ κ. Λομβάρδος, σᾶς ἀναγινώσκω πάλιν τὶ εἶπεν τὸ δημοτικὸν συμβούλιον «Ἡ πατρὶς εὐγνωμονοῦσα σᾶς εὐχαριστεῖ κτλ.»
§109ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Καὶ τὸν Παυσανίαν τὸν ἐστεφάνωσαν, ὕστερον τὸν ἔκλεισαν εἰς τὸν ναὸν καὶ ἀπέθανε.
§110ΡΟΥΚΗΣ. Αὐτὸ λέγομεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι θέλετε νὰ τὸν κρεμάσητε τώρα· εἶναι ἀρκετὴ τιμὴ ποῦ τὸν παραβάλλετε μὲ τὸν Παυσανίαν.
§111ΖΩΧΙΟΣ. Ἔχομεν καὶ ἄλλην μαρτυρίαν, τὴν ὁποίαν δὲν δύνασθε νὰ διαμφισβητήσητε, διότι θὰ ἴδητε καὶ τὴν σφραγῖδα τοῦ γράμματος «Παγκόσμιος Ἰσραηλιτικὴ ἕνωσις» (ἱλαρότης).
§112ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Εἶναι αὐτὰ παραμύθια.
§113ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγὼ, κ. Ἐμπειρῖκε, ἔχω αὐτὸ τὸ γράμμα εἰς τὰς χεῖρας, σὺ δὲ δὲν ἠξεύρεις ποῖος γράφει. Γράφει ὁ Κρεμιὲ, ὅστις ἐχρημάτισε μέλος τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως. Σεῖς μᾶς ἀνεγνώσατε τὴν ἱστορίαν τοῦ Μπερτόδουλου, καὶ τὴν ἠκούσαμεν καὶ δὲν θέλετε ν’ ἀκούσητε τὸν Κρεμιέ; Αὐτὸς, καθὼς ἠξεύρετε, εἶναι ἐπίσημος δικηγόρος τῆς Γαλλίας, ἐχρημάτισε μέλος τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργὸς, εἶναι δὲ Ἑβραῖος.
§114ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Αὐτὸς εἰσήχθη εἰς δίκην.
§115ΖΩΧΙΟΣ. «Πρὸς τὸν Δόκτορα κ. Κωνσταντῖνον Λομβάρδον. «Ἐπληροφορήθημεν παρὰ τῆς αὐτόσε Ἰσραηλιτικῆς κοινότητος τὴν γενναίαν προστασίαν, ἣν πρὸς αὐτὴν προσηνέγκατε ἐν ὥρᾳ περιστάσεων προσφάτων καὶ δεινῶν. «Ἐν ὀνόματι τῆς παγκοσμίου Ἰσραηλιτικῆς ἑνότητος, σᾶς εὐγνωμονοῦμεν, καὶ ἐλπίζομεν ὅτι οἱ ἐν τῇ νήσῳ ὑμῶν ὀλίγοι Ἑβραῖοι θὰ εὕρωσι πάντοτε καταφυγὴν ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς ὑμετέρης φρονήσεως καὶ τῆς μεγάλης ὑμῶν ἰσχύος.
Α. ΚΡΕΜΙΕ.»
§116ΔΡΑΓΩΝΑΣ. Ὁ Βίτα δὲν ἔφυγεν ἀπὸ τὸν φόβον του ἀπ’ ἐκεῖ διὰ τὴν Κρήτην, ὁ Ἑβραῖος;
§117ΖΩΧΙΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶχον σκοπὸν σήμερον οὔτε νὰ λαλήσω, οὔτε νὰ φέρω πρὸς βεβαίωσιν τῶν λόγων μου ἀποδείξεις, ἀλλὰ τὰς ἔφερον πρὸς ὑπεράσπισιν τοῦ θετοῦ υἱοῦ μου, ὅστις ἠδύνατο νὰ μοῦ γράψῃ: ἀφοῦ εἶδες ὅτι μὲ κατηγοροῦν ὡς κακοῦργον, διατί δὲν μὲ ὑπερασπίσθης; Σᾶς ἔφερον βλέπετε ἀποδείξεις ἐπισήμους. Παρεκάλεσα δὲ τοὺς Ζακυνθίους νὰ μὴ φέρωσιν ἐν τῷ μέσῳ τὰ Ἑπτανησιακὰ πράγματα.
§118ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πολυλᾶς πρῶτον τὰ ἔφερε.
§119ΖΩΧΙΟΣ. Κακὰ ἔκαμεν ὅπου τὰ ἔφερε, ψυχρὰ ἐκάμετε σεῖς ὅπου τὰ ἐπαναλαμβάνετε. Εἰς τὸν προσβαλλόμενον συγχωροῦνται πολλά, τὰ ὁποῖα δὲν συγχωροῦνται εἰς τὸν προσβάλλοντα.
§120ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὁ κατηγορούμενος.
§121ΖΩΧΙΟΣ. Αὐτὸ σᾶς λείπει νὰ εἴπητε ἀκόμη πῶς πταίομεν ἡμεῖς (ἱλαρότης). Ἠξεύρετε, κύριοι, τί συμβαίνει εἰς τὴν Ζάκυνθον; Ὅταν εἰς τὴν Ἑλλάδα πίπτῃ ἓν ὑπουργεῖον καὶ ἔρχεται τὸ νέον, ἅμα πέσῃ τὸ ὑπουργεῖον, τὴν δευτέραν ἡμέραν σοῦ τὰ ῥίπτουν ὅλα εἰς τὴν ῥάχην σου, καὶ σοῦ λέγουν, ὅτι σὺ πταίεις διὰ τὴν λῃστείαν, διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν χρημάτων, διὰ τοῦτο, διὰ τὸ ἄλλο, καθὼς καὶ ἡμεῖς ῥίπτομεν ὅλα εἰς τὴν ῥάχην τῆς Κυβερνήσεως τῆς παρούσης. Ἔφερεν αὐτὸς μαρτυρίας περὶ τῆς ματσούκας, φέρομεν καὶ ἡμεῖς μάρτυρα τὸν ἁρμοστὴν τῆς Ἑπτανήσου Οὐάρδον, ὁ ὁποῖος ἐλάλησε κατὰ πρόσωπον ὅλης τῆς Ζακύνθου. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἰονίου Κράτους· πρέπει νὰ τὸ ἀκούσητε καὶ ὕστερον κάμετε τὰς παρατηρήσεις σας· διότι ἂς μὲ συγχωρήσουν οἱ ὑπουργοί, καλὰ καλὰ τὴν Ἑπτάνησον δὲν τὴν γνωρίζουν· ἔχομεν ἐν Ἑπτανήσῳ ἐσωτερικά τινα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς τὰ γνωρίζομεν, οἱ ὑπουργοὶ δὲν γνωρίζουν. Λέγει λοιπὸν ὁ Οὐάρδος πολλά, ἤθελον δὲ νὰ τὰ παρατρέξω, ἀλλὰ καθὼς σᾶς εἶπον, ὁ κ. Πονηρόπουλος δὲν ἠθέλησε νὰ σιωπήσῃ. «Εἶμαι ἕτοιμος λέγει ὁ Οὐάρδος νὰ συμπράξω εἰλικρινῶς μετὰ παντὸς Ζακυνθίου πρὸς διόρθωσιν τῶν πραγμάτων τῆς νήσου σας. Οἱ κύριοι (ἤτοι οἱ εὐγενεῖς), εἶναι παντὸς κακοῦ οἱ αἴτιοι.»
§122ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Εἰς τὰ πόσα εἶναι αὐτό;
§123ΖΩΧΙΟΣ. Θὰ τὸ μάθῃς. Δὲν πταίω ἐγώ, ἐγὼ σᾶς εἶπον μὴ φέρετε τὸ ζήτημα αὐτό. «Αὕτη τῶν πραγμάτων ἡ κατάστασις (ὁ Οὐάρδος λαλεῖ) εἶναι φοβερὰ καὶ ἀποτρόπαιος. Ἡ Ζάκυνθος, διὰ τὰ ἐγκλήματα αὑτῆς κατέστη τὸ ἀντικείμενον τῆς ἀποστροφῆς τοῦ ἐξευγενισμένου κόσμου.» Τὰ λόγια ταῦτα εἶπεν ὁ Οὐάρδος κατὰ πρόσωπον ὅλων τῶν Ζακυνθίων. Εἰς τοιαύτην κατάστασιν παρέλαβεν ὁ Λομβάρδος τὴν Ζάκυθον. Παρῆλθον αἱ τρεῖς φοβεραὶ ἡμέραι, καὶ μολονότι στρατὸς δὲν ὑπῆρχεν, ἐν πλήρει ἡσυχίᾳ.
§124ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Ὁ Λομβάρδος παρέλαβε τὴν Ζάκυνθον;
§125ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ στρατὸς ὁ Ἀγγλικὸς εἶχεν ἀναχωρήση τρεῖς ἡμέρας πρὶν φθάσῃ ὁ Ἑλληνικὸς εἰς τὸν τόπον, καὶ ὁ Λομβάρδος ἔσωσε τὸν τόπον ἀπὸ τὴν ἀναρχίαν.
§126ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Ἤμεθα ὅλοι μαζῆ· συγχρόνως ἤρχετο τὴν νύκτα εἰς τὰ σπήτια μας.
§127Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτὸ τὸν τιμᾶ περισσότερον.
§128ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Δὲν ἔκαμε τίποτε περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι ὅλοι μας· ἴσως ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἡ μύτη τοῦ Λομβάρδου· διὰ τί ὑβρίζετε τοὺς ἄλλους;
§129Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐσεῖς τοὺς ὑβρίζετε καὶ τοὺς λέγετε κακούργους καὶ ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι ἦσαν ἀρχηγοὶ τῆς τάξεως καὶ τῆς ἡσυχίας καὶ ὅτι ἐσεῖς εἶσθε ὑπὸ τὰς διαταγάς του· αὐτὸς ἐτήρησε τὴν τάξιν, τὴν ἀσφάλειαν, τὴν τιμὴν καὶ τὴν περιουσίαν σας.
§130ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι, ἀφήσατε τὸν κ. Ζωχιὸν, νὰ τὰ εἰπῇ, καὶ ὑστερότερα τὰ λέγομεν καὶ ἡμεῖς.
§131ΖΩΧΙΟΣ. Λοιπὸν ἡ Ζάκυνθος δὲν ἦτον εἰς καλὴν κατάστασιν, ὅτε παρέλαβεν αὐτὴν ἡ Ἑλλάς. Μετά τινα ὅμως χρόνον ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις διϊσχυρίσθη ὅτι ἡ Ζάκυνθος περιῆλθεν εἰς ἀναρχίαν, ἐν ᾧ ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μεγάλη ἐπεκράτει ἡσυχία· πρὸς βεβαίωσιν δὲ τούτου θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἓν μέρος τοῦ γράμματος, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κύριος Πολυλᾶς, δι’ οὗ ἐκφράζονται πολλὰ πρὸς τιμὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑλλάδος. Λέγει λοιπὸν ὁ Ἄγγλος πρόξενος, ὁ ὁποῖος ἐκυβέρνησε τὴν Ζάκυνθον ἐπὶ δεκαετίαν. «Δὲν ἐνθυμοῦμαί ποτε νὰ εἶδον τὸν λαὸν τῆς Ζακύνθου ἀσχολούμενον εἰς τὰ ἔργα του μετὰ τοσαύτης προθυμίας, μεθ’ ὅσης σήμερον. Ἀπέφυγε δὲ καὶ νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν λιτανείαν τοῦ προστάτου τῆς νήσου ἁγίου, διὰ ν’ ἀποφύγῃ τὰς ἐνδεχομένας συγκρούσεις εἰς τοιαύτας ἀνθρώπων συῤῥοάς.»
§132Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μήπως ἐφοβήθη καὶ αὐτὸς τὸν Λομβάρδον;
§133ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Μάλιστα, τὸν ἐφοβήθη καὶ ἠμπορῶ νὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω· ἀπέναντι ἑνὸς δολοφόνου ὅλοι φοβοῦνται (θόρυβος).
§134Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀφοῦ τὸν ἐφοβήθη ὁ πρόξενος ὁ Ἄγγλος, εἶναι ὡς νὰ τὸν ἐφοβήθη ἡ Ἀγγλία.
§135ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Νὰ σᾶς δείξω ἔγγραφα.......
§136ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ πρόξενος συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, καὶ πατρίς σου εἶναι ἡ Ἑλλάς, κύριε, Βοῦλτσε, καὶ σοὶ λέγει ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν τὸ εἶδα ποτέ. «Ἡ διαγωγὴ τοῦ λαοῦ μετὰ τὴν ἕνωσιν τῶν νήσων, ὑπῆρξεν ἀξιολογωτάτη». Κατὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ Ἄγγλου προξένου, καὶ σὺ διϊσχυρίζεσαι τὸ ἐναντίον; Ἠξεύρετε δὲ ὅτι ἡ περιβόητος ματσούκα ἦτο κρεμασμένη, καὶ ὅτι οἱ Ζακύνθιοι τιμῶσι τὸν ἅγιον Διονύσιον πλειότερον ἢ τὸν Θεὸν· ἐν τούτοις ὅμως ἀπέφυγον καὶ τὴν λιτανείαν αὐτοῦ, διὰ ν’ ἀποφύγωσι τὰς συγκρούσεις, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ Ἄγγλου προξένου. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἀφοῦ ἔφυγεν ἡ Ἀγγλία, ἡ κατάστασις τῆς Ζακύνθου ἐβελτιώθη. Σᾶς ἀνέγνωσα δὲ ὅλα αὐτὰ, διὰ νὰ μὴ πιστεύσετε ὅτι εἰσῆλθεν εἰς τὸ Βουλευτήριον διὰ τοῦ κράτους ἑνὸς πανισχύρου κακούργου ὁ θετὸς υἱός μου. Ἐὰν δὲ τῷ ὄντι κακοῦργοι ἐν Ζακύνθῳ ἐπεκράτουν, ὀφείλομεν εὐγνωμοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἔστειλε στρατὸν καὶ ἐπροστάτευσε τὸν λαὸν κατὰ τοῦ κακούργου, ὅστις διὰ τοῦ φόβου τῆς ματσούκας δὲν τὸν ἄφινε νὰ ψηφοφορήσῃ. Ἂς παραδεχθῶμεν δὲ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, διὰ τοῦ στρατοῦ, ὃν ἀπέστειλεν, ἐλευθέρωσε τὴν Ζάκυνθον, καὶ τοῦ τυράννου ἡ δύναμις κατέπεσε, καὶ ὁ λαὸς ἀνέκτησε τὴν ἐλευθερίαν του, καὶ ἀπεκατέστη ἡ τάξις, ἡ ἀπαραίτητος εἰς τὴν εὐδαιμονίαν τῆς πατρίδος. Ποῦ ὅμως εἶναι ὁ Ῥώμας, κύριοι, ὁ τυραννούμενος; Ἀντὶ τοῦ Ῥώμα μᾶς ἀπέστειλεν ἡ Ζάκυνθος ἕνα ἔντιμον ἄνθρωπον, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι Ζακύνθιος. Πῶς λοιπὸν κατορθώθη, ἀντὶ νὰ στείλουν ἕνα Ζακύνθιον νὰ στείλουν ἕνα ξένον;
§137ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι ξένος.
§138ΖΩΧΙΟΣ. Ἀφοῦ εἶμαι ἐγὼ ξένος εἰς τὴν Κέρκυραν....;
§139ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχε σταθῆ εἰς τὴν Ζάκυνθον ἀπὸ τὴν πρώτην ἐπανάστασιν ὁ Πονηρόπουλος (θόρυβος). Ἐπειδὴ κατεκρίνοντο ὡς ἀνελεύθεροι διὰ νὰ δείξουν ἀκόμη εἰς τὸν λαὸν ὅτι φροντίζουν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν πόθων του μὲ εἶπον ὅτι θὰ ἔλθῃς σὺ ἀπὸ τὴν τάξιν τοῦ λαοῦ μαζῆ μας.
§140ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν σᾶς ἀρνοῦμαι, οὔτε τὴν ἱκανότητά σας, οὔτε τὴν τιμιότητά σας, κύριε Πονηρόπουλε, ἐπιμένω ὅμως λέγων, ὅτι εἶσθε ξένος. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐκλογήν. Ἀποδέχομαι τὸ ἔγγραφον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι δὲν ἔχω δικαίωμα οὔτε δύναμαι νὰ τὸ ἀμφισβητήσω, δέχομαι δηλαδὴ ὅτι ἦσαν ἐν Ζακύνθῳ 260 στρατιῶται. Φαντάζεσθε τί ἠδύνατο νὰ γείνῃ εἰς ἕνα τόπον, τόσον περιωρισμένον, ὅσον ἡ Ζάκυνθος, μὲ τοὺς 260 στρατιώτας;
§141ΣΤΑΪΚΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ δώσατέ μοι μίαν διασάφησιν, πόσος στρατὸς ἔμενε διαρκῶς.
§142ΖΩΧΙΟΣ. Δὲν κατακρίνω οὔτε τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, οὔτε τοὺς στρατιώτας. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι καὶ ἡ μία μερὶς καὶ ἡ ἄλλη μεταχειρίζονται τὰ αὐτὰ ἐπιχειρήματα. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ Λομβάρδος σᾶς ἔλεγεν ὅσα καὶ ὁ κ. Πονηρόπουλος εἶπεν, ἤτοι σᾶς ἔλεγεν «ἐμὲ ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον καὶ ὁ στρατὸς τοῦ Ἀλεξάνδρου ἂν ἔλθῃ δὲν μὲ ἐξοστρακίζει». Ἀκούσατε δὲ καὶ τὶ λέγει ἡ πλειοψηφία τοῦ τμήματος. «Ἡ πλειοψηφία τοῦ τμήματος φρονεῖ, ὅτι ἤθελεν ἀδικήσει πολὺ τὸ φρόνημα τοῦ Ζακυνθίου λαοῦ, ἐὰν ἄλλως ἔκρινε περὶ αὐτοῦ· οὐδὲ δύναται νὰ πεισθῇ, ὅτι εἷς ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ, εἷς λοχαγὸς, ἤθελεν ἐγκαυχᾶσθαι ἐνώπιον τῶν πολιτῶν ἐπὶ ἱκανότητι πρὸς καλπονόθευσιν.» Δηλαδὴ ὁ στρατὸς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φοβίσῃ τὴν Ζάκυνθον, καὶ αὐτὸ πρὸς στιγμὴν τὸ παραδέχομαι καὶ τὸ λέγω, ὅτι δὲν τὴν ἐφόβισεν· ἀλλ’ ὁ κ. Βοῦλτσος ἐν τῷ τμήματι εἶπεν ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος ἐπεκράτησεν εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1868, διότι μετέφερεν εἰς Ζάκυνθον ἕνα Πετιμεζᾶν ὑψηλὸν, πολὺ ὑψηλὸν, φέροντα μίαν μεγάλην σπάθην. Ἠξεύρετε ὅμως ὅτι οἱ Πετιμεζαῖοι εἶναι παλληκάρια, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπὸ ἐκείνους οἵτινες ἐκφοβοῦσι τοὺς ἀνθρώπους. Ἐν τούτοις ὁ κ. Βοῦλτσος ἔλεγεν· ἐπῆρες τὸν Πετιμεζᾶν, καὶ ἡ Ζάκυνθος ἐφοβήθη, καὶ ἐχάσαμεν τὴν ἐκλογήν. Ἀλλ’ εἰς αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα δὲν δίδω προσοχὴν, διότι τὸ μετεχειρίσθη καὶ ἡ μία μερὶς καὶ ἡ ἄλλη, εἶναι δὲ καθαρὰ δικηγορικὴ στρεψοδικία. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ὅμως πρέπει νὰ φέρωμεν μάρτυρας τῶν λόγων μας, μάρτυρας αὐτόπτας, οὐχὶ ὅμως τὸν ἔντιμον Μαυρογιάννην, διότι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῇ, οὔτε τοὺς δικαστὰς, διότι καὶ αὐτοὶ τοιαύτην δὲν εἶχον ἐντολὴν, οὔτε τὸν ταλαίπωρον τὸν διδάσκαλον, οὗτινος ἔφυγεν ἡ ψυχὴ, διαλεγομένων τῶν ψήφων, διότι τὰ εἶχε χάσει. Ἔχω, κύριοι, εἰς χεῖράς μου γράμματα φίλων τῶν ἐπιτυχόντων λέγοντα. «Ἀκριβέ μου Γιάννη, τετέλεσται! Ὁ φονιὰς ὁ φονεύσας 18,000 ψυχὰς, ἔπεσεν, ἔπεσεν, ἔπεσεν. Ὁ φέρων τὸ παρόν μου ἔῤῥιψεν 75 ψήφους, καὶ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν πᾶν ὅ,τι ἡ ἐξουσία εἰς αὐτὸν ὑπηγόρευσεν. ἈΡ. ΚΟΨΟΚΕΦΑΛΟΣ. «Δὲν σοῦ τὸ εἶπον; Διατί δὲν μὲ ἀκούῃς. «Ὁ Λομβάρδος εἶναι κλεισμένος εἰς τοῦ Κεφάλα τὸ σπήτι, ἀφοῦ πρῶτον ἐδιώχθη, τὰ παληκάριά του ὁμοίως κλεισμένα πρὸ 15 ἡμερῶν.» «Ἡ Ζάκυνθος εἶναι δική μας τώρα.» «Ἡ Καλύβα ἔκλεισε (καφενεῖον τῶν φίλων τοῦ Λομβάρδου). Τὰ κωδωνοστάσια ἔχουν πυροσβέστας, καὶ κάμνουν συνθήματα στρατιωτικὰ κάθε τόσον.» «Οἱ Λιουραῖοι (οἱ ἐπικρατήσαντες) κτυποῦν τοὺς Λομβαρδιανοὺς καὶ δὲν τοὺς ἀφίνουν νὰ ψηφίσουν.»
ΣΠ. ΠΑΛΑΔΙΝΟΣ.
«Τινὲς τῶν φίλων μας, ἐμποδίζουν τοὺς Λομβαρδινοὺς νὰ ἐξασκήσουν τὰ πολιτικά των δικαιώματα.» «ὁ αὐτός.»
§143ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Μὴ λέγει ὅτι ἐκάη καὶ τὸ σπήτιον τοῦ Λομβάρδου;
§144ΖΩΧΙΟΣ. Ἄφησε αὐτὰς τὰς εὐφυΐας. Θὰ σᾶς δείξω ἤδη, κύριοι, τὸ σχέδιον τῆς Ζακύνθου (ἐκτυλίσσει τὸ σχέδιον τῆς πόλεως Ζακύνθου.)
§145ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τίς τὸ ἔκαμε;
§146ΖΩΧΙΟΣ. Ὁ Τριχιᾶς (ἀναγινώσκει)· «ἐθεωρήθη, ὁ δήμαρχος Ζακυνθίων.»
§147ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σᾶς ζήσῃ. (Θόρυβος).
§148ΖΩΧΙΟΣ (δεικνύει τὸν χάρτην). Ἐδῶ εἶναι ἡ πλατεῖα ἡ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Βασιλέως, ὅλαι αἱ πέριξ οἰκίαι εἰσὶ κατειλημμέναι· ἐδῶ εἶναι ἡ λέσχη τῶν Λιουρέων, ἤτοι τῶν ἐπιτυχόντων· ἐδῶ παρελαμβάνοντο οἱ ψηφοφόροι καὶ καθωδηγοῦντο δι’ αὐτοῦ τοῦ δρόμου, καὶ διὰ τοῦτο λέγουν, ὅτι ὁ δρόμος εἶναι ἰδικός μας, τοιουτοτρόπως δὲ δὲν ἠδύνατο νὰ διαφύγῃ κἀνείς. Θέλετε ὅμως νὰ φέρωμεν μάρτυρας ἄλλους ἀξιοπίστους; Ἠκούσατέ ποτε τοὺς μάρτυρας τοῦ Ἰβύκου; Λῃσταί τινες ἐθανάτωσάν ποτε τὸν Ἴβυκον, τὸν ἀρχαῖον ποιητὴν, εἰς δάσος τι ἀπόκεντρον. Δὲν ἔχει κἀνένα μάρτυρα ὁ δυστυχὴς, ἀλλὰ διέβαινον ὑπεράνω αὐτοῦ γερανοὶ, καὶ αὐτοὺς ἐκπνέων ἐπεκαλέσθη μάρτυρας λέγων: σεῖς νὰ ἦσθαι οἱ μάρτυρές μου. Παρῆλθε χρόνος πολὺς, καὶ οἱ φονεῖς τοῦ Ἰβύκου δὲν εἶχον εὑρεθῆ. Ἀλλὰ μίαν τῶν ἡμερῶν, ἰδόντες οἱ φονεῖς γερανοὺς, εἶπον παρόντων ἄλλων: ἰδοὺ οἱ μάρτυρες τοῦ Ἰβύκου· ὁ λόγος δὲ αὐτὸς ἐχρησίμευσε πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν κακούργων. Σᾶς φέρω λοιπὸν καὶ ἐγὼ πρὸς ὑποστήριξιν τῶν λόγων μου τοὺς μάρτυρας τοῦ Ἰβύκου, ἤτοι τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ψήφων. Ἂς ὑποθέσωμεν δὲ ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ τυράννου, καὶ ὅτι δὲν μὲ ἀφίνουν νὰ ἐκλεχθῶ, διότι ἐπικρατεῖ Ματσούκα· διὰ τῆς προστασίας ὅμως τῆς Κυβερνήσεως τὸ κράτος τῆς παρανομίας πίπτει· εἰς τοιαύτην περίστασιν, ἀνθρωπίνως συλλογιζόμενοι, τί λέγετε; Ἡ κάλπη μου δὲν θὰ ἔχῃ περισσοτέρας ψήφους ἀφ’ ἔμεινεν ἐλευθέρα; Ἡ κάλπη μου θὰ ἔχῃ περισσοτέρας, ἂν ἔχω φίλους. Λύσετε λοιπὸν σεῖς τὸ ζήτημα, πῶς ἐντὸς τῆς πόλεως τῆς Ζακύνθου οἱ ἐπιτυχόντες ἔλαβον ψήφους ὀλιγωτέρας παρ’ ὅσας ἐλάμβανον ὅταν ἐπεκράτει ὁ Λομβάρδος; (θόρυβος). Κατὰ τὸ ἔτος 1868, ὅτε ἐκράτει ὁ Λομβάρδος, ἔλαβον οἱ νῦν ἐπιτυχόντες 1734 εἰς τὴν πόλιν· κατὰ δὲ τὸ παρὸν ἔτος ἔλαβον οἱ ἐπιτυχόντες 1443.
§149ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Τί ἐβγῆκε;
§150ΖΩΧΙΟΣ. Ἂν δὲν ἐννοεῖτε τὴν ἀριθμητικὴν, δὲν πταίω ἐγώ.
§151Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Εἰς ποίαν ἐποχὴν τοῦ ἔτους ἐνηργήθησαν αἱ ἐκλογαί;
§152ΖΩΧΙΟΣ. Ἐν καιρῷ θέρους. Ἀπὸ τὴν Ζάκυνθον ἔφυγαν θερισταὶ, τὸ δέχομαι. Ἀλλ’ ἀπὸ ποῦ ἔφυγον; ἀπὸ τὰ χωρία ἢ ἀπὸ τὴν πόλιν;
§153ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ζωχιὲ, ὁ δῆμος Ζακύνθου περιέχει καὶ χωρία μὲ κτήματα, μὲ περιβόλια.
§154ΖΩΧΙΟΣ. Ἔφυγον λοιπὸν ἀπὸ τὰ χωρία· ἀλλ’ ἂς δεχθῶμεν, ὅτι ἔφυγον καὶ ἀπὸ τὴν πόλιν, δηλαδὴ ἀπὸ τὰ περίχωρα. Πῶς κατωρθώθη ὅμως καὶ εἰς μερικὰ χωριὰ, ἀντὶ νὰ φύγουν, ἐπολλαπλασιάσθησαν; Δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ἕνα κοινὸν κανόνα; Εὐκολώτερον ἦτο νὰ φύγουν οἱ θερισταὶ ἀπὸ τὰ χωρία, ἢ ἀπὸ τὴν πόλιν, καὶ νὰ φύγουν τόσον πολλοὶ, καὶ μάλιστα, ὅταν ἔπεσε τὸ κράτος τοῦ τυράννου, καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐλευθερωθῇ ἡ Ζάκυνθος. Ἀλλ’ ἂς ἐρωτήσωμεν πάλιν τοὺς μάρτυρας τοῦ Ἰβύκου· εἰς τοὺς ἓξ δήμους Ζακύνθου.... κατὰ τὸ 1868 ἐψηφοφόρησαν 7036, κατὰ τὸ 1873 6968, κατὰ τὸ 1874, 3662, δηλαδὴ ἔφυγαν 4000 ἀπὸ τοὺς ἓξ δήμους. Ἀλλὰ 4000 ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἐκυρίευον.
§155ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦσαν ἐκεῖ, ἀλλὰ δὲν ἐψήφισαν.
§156ΖΩΧΙΟΣ. Αὐτὸ λέγομεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι δὲν ἐψήφισαν. Εἶναι μερικαὶ ἀλήθειαι, αἱ ὁποῖαι ἀποδεικνύονται κατ’ εὐθεῖαν θετικῶς. Εἶναι δὲ καί τινες, αἱ ὁποῖαι ἀποδεικνύονται ἀρνητικῶς. Ἡμεῖς σᾶς φέρομεν ἀρνητικὰς ἀποδείξεις. Λέγεται δὲ ὅτι ἡ ἀλήθεια, εἶναι κάτω εἰς τὸν βυθὸν, εἰς τὸν πυθμένα. Ἂς στείλουν λοιπὸν βουλευτάς τινας εἰς τὴν Ζάκυνθον νὰ ἐξετάσουν τὰ πράγματα, καὶ νὰ ἔλθουν νὰ μᾶς εἴπουν, ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγει ὁ Ζωχιὸς, εἶναι ψεύδη, ἀληθῆ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Πονηρόπουλος.
§157ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω πεποίθησιν εἰς τοὺς λόγους μου.
§158ΖΩΧΙΟΣ. Εἶναι φιλαυτία τὸ νὰ λέγῃς ὅτι ἔχεις πεποίθησιν εἰς τοὺς λόγους σου. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν τοιαύτην φιλαυτίαν.
§159ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ εἶδα.
§160ΖΩΧΙΟΣ. Εἶσαι ἐνδιαφερόμενος, κ. Πονηρόπουλε. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ μεταχειρισθῶ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπες εἰς τοὺς πέντε συναδέλφους μας, τοὺς Ἀθηναίους. Τοὺς ἔλεγες «τί φωνάζετε, ἔχετε ἐνδιαφέρον· ἐγὼ ὁμιλῶ ὡς ἄνθρωπος οὐδέτερος, ἐγνώρισα δὲ τὴν Κρωπίαν καὶ τὰς Ἀχαρνάς.» Εἶπες δὲ καὶ ἕνα τολμηρὸν λόγον, «πηγαίνετε, εἶπες, ν’ ἀποπλύνητε τὸν ῥύπον σας καὶ κατόπιν ἐπιστρέψατε ἐνταῦθα βδελύγματα.» Ἐγὼ ὅμως δὲν μεταχειρίζομαι τοὺς λόγους αὐτοὺς, διότι τοὺς νομίζω ἀπρεπεῖς· ὀφείλετε ὅμως νὰ ἔλθητε εἰς τὸ Βουλευτήριον διὰ τῆς θύρας, καὶ ἂν οὕτως ἔλθητε, θὰ σᾶς ὑποδεχθῶ μὲ τὰς ἀγκάλας ἀνοικτὰς, ἐὰν ᾖμαι ἐδῶ (γέλως). Ἐπαναλαμβάνω δὲ τὴν πρότασίν μου. Εὑρίσκομαι μεταξὺ στενῶν· ἔνθεν μὲν ὁ κύριος Βοῦλτσος, ἔνθεν δὲ ὁ θετός μου υἱὸς κύριος Λούντζης. Δὲν θέλω νὰ πιστεύσω οὔτε τὸν ἕνα, οὔτε τὸν ἄλλον. Ἐὰν ὅμως ὑπάγουν ἓξ βουλευταὶ, τέσσαρες ἀπὸ τὴν μίαν πτέρυγα καὶ δύο ἀπὸ τὴν ἄλλην, πιστεύω ἐπιστρέφοντες ὁπωσδήποτε νὰ μᾶς φωτίσουν· ἐνδέχεται δὲ νὰ εἴπουν, ὅτι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐλέγατε, ἦσαν ψεύδη καὶ συκοφαντίαι.
§161ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Ἔστειλε καὶ ὁ Δεληγεώργης.
§162ΖΩΧΙΟΣ. Ἔστειλε καὶ τοῦ κάμνει τιμήν.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις δι’ ὀλίγα λεπτά.
§164ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι, μὴ διακόπτετε.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ἔχει τὸν λόγον;
§166Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι περαιωμένη ἡ συζήτησις, νομίζομεν.
§167ΣΕΡΒΟΣ. Ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ πολύ.
§168ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καλὸν ἤθελεν εἶσθαι, ἐπειδὴ ὁ κύριος Σέρβος θὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ πολὺ, νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν ἐπειδὴ δὲν δυνάμεθα νὰ καθήσωμεν περισσότερον.
§169ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Καθήσατε, δύνασθε· κύριε πρόεδρε, ἀφοῦ δὲν ἔρχεται κἀνεὶς νὰ ὁμιλήσῃ, κηρύξατε περαιωμένην τὴν συζήτησιν.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ βλέπω ὅτι οἱ περισσότεροι θέλουν νὰ μείνουν.
§171ΖΑΪΜΗΣ. Πέραν τῶν 7 ἐννοεῖται, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν.
§172ΣΕΡΒΟΣ. Εἶσθε κουρασμένοι, εἶμαι κουρασμένος καὶ ἐγὼ καὶ ἔχω ἐρεθισμένον τὸν λαιμόν. Οὐχ ἧττον θὰ ἐκπληρώσω ἱερὸν καθῆκον, λαμβάνων μέρος εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, κατ’ ἐμὴν γνώμην, δὲν ἀνεπτύχθησαν ὅλοι οἱ ἀποχρῶντες λόγοι ἐπί τινων γεγονότων σπουδαίων, ὅπως ὁδηγήσουν τὴν ψῆφόν σας εἰς ἀληθῆ λύσιν τοῦ ζητήματος. Ἐξετάζων τὴν προκειμένην ἐκλογὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ κοινὴ γνώμη ἐξέδωκεν ἤδη τὴν ἐτυμηγορίαν της, θέλω σεβασθῆ τὰ ἄτομα τῶν διαγωνισθέντων, διότι ταῦτα παρίστανται ἐνώπιον ἡμῶν καὶ ἀξιότιμα καὶ σεβαστά. Εὐτυχῆ δὲ θέλω ἀποκαλέσει ἐμαυτὸν, ἐὰν δυνηθῶ, ἐπικαλούμενος τὴν ἀνοχήν σας, ἐν τῷ τέρματι τῆς ἀγορεύσεώς μου νὰ ἐπιτύχω τὴν κρίσιν σας εὐμενῆ. Κύριοι, μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἀπαίσιαι φῆμαι διεσπάρησαν καθ’ ὅλην τὴν Ἑπτάνησον, τὰς ὁποίας εἰσέτι ἐναύλους ἔχω εἰς τὰς ἀκοάς μου. Ὁ κύριος Λομβάρδος ἐστὶ προγεγραμμένος· ζητεῖται ἡ ἐξόντωσις ἡ ἠθικὴ, ἡ ὑλικὴ τοῦ Λομβάρδου. Τὰς ἀπαισίας ταύτας εἰδήσεις παρηκολούθησεν ἀποστολὴ ἀτόμου εἰς τὴν πρωτεύουσαν. Ἐπῆλθον χάριτες, ἐπῆλθον μεταθέσεις ὑπαλλήλων, προσετέθησαν στρατιῶται, ἠλλάχθη ὁ λόχος, διωρίσθησαν ὁ Μπουδούρης ἀντιμοίραρχος, ὁ Ἀντζουλῖνος φρούραρχος. Σεβόμενος τὸν στρατὸν, δὲν θέλω νὰ εἴπω τίποτε περισσότερον, ἀφ’ ὅσα εἶπον οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες, κκ. Πολυλᾶς καὶ Κοντόσταυλος. Κάκιστον ὅμως προηγούμενον ἐγένετο ὁ διορισμὸς τοῦ Βουδούρη, διότι, ὡς γνωστὸν, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Λομβάρδου, ἐκεῖνος κατεδιώχθη διὰ φόνον ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων· τοῦ Ἀντζουλίνου εἶχον προηγηθῆ κακαὶ ἐκλογικαὶ φῆμαι, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχω νὰ λαλήσω, ὡς γνωστῶν εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην. Εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἡ ψῆφος τῶν πολιτῶν ἐτέθη ἐν πολιορκίᾳ διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ψηφοφορία, τῆς ὁποίας ἔχομεν τὸ ἐξαγόμενον εἰς τὰ πρακτικά. Προτίθεμαι νὰ μὴ κάμω ἐκδρομὴν, ὡς ἔκαμεν ὁ προλαλήσας κ. Πονηρόπουλος, εἰς μεμακρυσμένας ἐποχὰς, εἰς ἐφημερίδας, εἰς ἀνακριβῆ λόγια, εἰς ῥήσεις ἄλλας περιττάς. Ἐπιθυμῶ μόνον νὰ στηρίζω τὰ ἐπιχειρήματά μου ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, καὶ ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως τῶν ἀποτυχόντων καὶ τῆς ἀντεστάσεως τῶν ἐπιτυχόντων. Προσήχθησαν μαρτυρίαι πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἀποκλεισμοῦ· διότι διατείνονται οἱ ἐνιστάμενοι ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς εἶναι ἀπαύγασμα βίας καὶ ἀποκλεισμοῦ, διὰ τῆς στρατιωτικῆς ἐπεμβάσεως, προσέτι δὲ καὶ καλπονοθεύσεως. Οἱ ἐπιτυχόντες τἀνάπαλιν, διατείνονται ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἁγνὸν, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἐπέμβασις δὲν ἔλαβε χώραν, καὶ ὅτι οἱ στρατιῶται ἐστάλησαν ἐκεῖ, διὰ νὰ περιφρουρήσουν τὴν ψῆφον τοῦ πολίτου! Ἐπαινῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἂν ἔλαβε τοιοῦτον μέτρον. Ἀλλ’ ἔχω χρείαν νὰ ἐξηγήσω, ἐὰν πράγματι ὁ σκοπὸς οὗτος ἐπετεύχθη, ἐὰν τὸ ἀποτέλεσμα ᾖναι γνήσιον, ἐὰν οἱ ἐκλογεῖς Ζακύνθου ἀπέστειλαν ἐνταῦθα τοὺς γνησίους αὐτῶν ἀντιπροσώπους. Πλεῖσται ὅσαι ἐνδείξεις προσηνέχθησαν καὶ ἐκ τοῦ ἑνὸς μέρους, καὶ ἐκ τοῦ ἑτέρου πρὸς βεβαίωσιν τῶν ἀμοιβαίων ἰσχυρισμῶν. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν τῶν ἀποδείξεων δὲν ἀνεπτύχθη μία, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ εἶναι ἡ ἰσχυροτέρα πασῶν. Περὶ ταύτης θέλω λαλήσει. Εἶναι ἀναντίῤῥητον τοῦτο, ὅτι οἱ μὲν ἐπιτυχόντες διατείνονται, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἐξησκεῖτο ἐκ τῆς μερίδος τοῦ κ. Λομβάρδου βία, ἐνεργουμένη ἐκ πολιτῶν ῥοπαλοφόρων, ματσουκοφόρων ἢ ὁπλοφόρων, καὶ ὅτι ἐφέτος ἐγένετο ἀληθὴς ἐκλογή. Ἐκ μέρους δὲ τοῦ κ. Λομβάρδου καὶ τῆς μερίδος αὐτοῦ διατείνονται, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἐπέμβασις ἐπέφερε τὸ ἀποτέλεσμα ἐκλογικοῦ ἀποκλεισμοῦ. Κυρίως θέλω ὁμιλήσει περὶ τοῦ δήμου τῶν Ζακυνθίων, διότι ὁ δῆμος οὗτος περιλαμβάνει ἐν ἑαυτῷ τὴν ἕδραν τοῦ Νομοῦ, περιλαμβάνει τὸ ἥμισυ τῶν κατοίκων ἁπάσης τῆς νήσου καὶ προσέτι εἶναι τὸ κέντρον τῆς νοημοσύνης, τῆς παιδείας, τῶν κεφαλαίων, τοῦ ἐμπορίου, τῆς ἰδιοκτησίας, τῆς βιομηχανίας. Ποία εἶναι ἡ μαρτυρία, κύριοι, τοῦ δήμου Ζακυνθίων ἐν τῷ προκειμένῳ; Τοῦτο κυρίως πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, νὰ ἐρευνηθῇ, ἀρυόμενον οὐχὶ ἐκ ξηρῶν λόγων, οὐχὶ ἐκ διαδόσεων, οὐχὶ ἐκ φημῶν, ἀλλ’ ἐκ τῶν πρακτικῶν. Ῥοπαλοφόροι τοῦ Λομβάρδου ἐξήσκουν βίαν κατὰ τὸ παρελθὸν, σᾶς λέγουν οἱ ἐπιτυχόντες, καὶ ἀπέκλειον τοὺς ἐκλογεῖς. Ἡ βία πρὸς ἀποκλεισμὸν εἶναι τὸ μᾶλλον ἀποτρόπαιον, τὸ ἀπαισιώτερον μέσον κατὰ τῆς ἐκλογῆς, καὶ πρέπει πολὺ νὰ προσέξετε, διὰ νὰ φέρετε τὴν ψῆφόν σας ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου. Ὁ δόλος, ἡ ἀπάτη κατὰ τὰς ἐκλογὰς εἶναι μέσον μισαρὸν, ἀλλ’ εἶναι ὀλιγώτερον ἀπαίσιον, διότι ὁ δολιευόμενος δύναται καὶ νὰ δειλιάσῃ, ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ ἀποκλεισμοῦ ἐκ τῆς βίας αὐτὸς δὲν ἔχει μέσον ἐνασκήσεως τῶν δικαιωμάτων του, πλὴν τῆς στάσεως. Δύω μεγάλα φαινόμενα παρουσιάζει ἡ παροῦσα ἐκλογὴ πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἀποκλεισμοῦ ἐπὶ προσθήκῃ τῶν ὅσων ἄλλων σᾶς ἀνέφερον οἱ προαγορεύσαντες· πρῶτον, τὸ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Βολτέῤῥα, τὸν ὁποῖον ἔλαβα τὴν τιμὴν νὰ ἔχω ἄλλοτε συνάδελφον. Ὁ κύριος Βολτέῤῥας εἶναι ἔντιμος πολίτης, καλὸς οἰκογενειάρχης, καλὸς διαχειριστὴς, πρὸ πάντων ἀνὴρ δημοτικός· ἡ προσωπικότης τοῦ κυρίου Βολτέῤῥα εἶναι ἀνωτέρα πάσης ἐξελέγξεως. Παρουσιάζεται ὡς ἄτομον εἰς τὸν ἀγῶνα κατὰ τὸ 1873 καὶ λαμβάνει ἐκλογὴν, ἡ ὁποία τὸν τιμᾷ, διότι ἦλθεν ἐπιλαχὼν μετὰ τὸν πέμπτον τῆς Λομβαρδιανῆς μερίδος· ἐφέτος ὁ κύριος Βολτέῤῥας ἐγένετο ἀρχηγὸς μερίδος, περιεβάλετο τὸν μανδύαν τῶν ἀρχῶν τοῦ συνεταίρου του κυρίου Βούλτσου, παρουσιάζεται ἔχων καὶ τὸν κύριον Βοῦλτσον καὶ τρεῖς ἄλλους ἑταίρους· μεγάλην λοιπὸν δύναμιν παρουσιάζεται ἔχων, καθὼς μᾶς εἶπεν, τοὺς ἐπικούρους τοὺς προσελθόντας ἐκ τῆς μερίδος τοῦ Λομβάρδου, διότι πολλοὶ ἀπεχώρησαν ἀπὸ τὴν μερίδα αὐτοῦ· καὶ κυρίως μᾶς ἐμνημόνευσαν τὴν οἰκογένειαν τῶν ἀδελφῶν Κοκκίνη, δύω ἰατρῶν καὶ ἑνὸς δικηγόρου, ἕκαστος τῶν ὁποίων συμπαρασύρει 200 ψήφους, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πονηρόπουλος. Εἰς ταῦτα προσετέθη ἡ ἐνάσκησις τῆς ψήφου διὰ πλήρους ἐλευθερίας, συνεπεία τῆς στρατιωτικῆς παρευρέσεως ἐν τῷ τόπῳ τῆς ψηφοφορίας· ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα, ὡς πρὸς τὸν κ. Βολτέῤῥαν; Αὐτὸς ἐφέτος λαμβάνει 100 ψήφους ὀλιγωτέρας ἀφ’ ὅσας ἔλαβε κατὰ τὸ 73! μᾶς λέγουν ὅτι κατὰ τὸ 1873 ἦτο Λομβαρδιανὴ τρομοκρατία, οἱ δὲ φίλοι των ἀπεκλείσθησαν, καὶ ἐν τούτοις κατὰ τὸ 73 ἔλαβε ψήφους περισσοτέρας ὁ Βολτέῤῥας ἀφ’ ὅσας ἔλαβεν ἐφέτος, μ’ ὅλα τὰ ἐνισχυτικὰ στοιχεῖα, καὶ διὰ νὰ ᾖμαι ἀκριβὴς σᾶς λέγω ὅτι κατὰ τὸ 73 ἔλαβε ψήφους 1569, ἐφέτος δὲ 1405, καὶ σημειώσατε, ὅτι ἐφέτος ὁ ἐκλογικὸς κατάλογος ηὔξησεν ἀπὸ τὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους κατὰ 234 ψήφους. Ποίαν ἐξήγησιν δύνασθε νὰ δώσητε τοῦ φαινομένου τούτου; Ὁ Βολτέῤῥας διὰ τῆς προσωπικότητός του εἶχε πολὺ μεγαλειτέραν ἐπιῤῥοὴν ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον παρουσιαζόμενος μὲ τὸν στρατιωτικὸν τρόμον ὑπὸ τὴν σημαίαν ἑνὸς συστήματος, τὸ ὁποῖον κατακρίνεται ἐν Ζακύνθῳ καὶ καταδικάζεται. Ὁ λαὸς τῆς Ζακύνθου, κύριοι, εἶναι λαὸς εὐγενής, ἀγέρωχος, ζηλότυπος τῶν δικαιωμάτων του μέχρι λατρείας· ἀγαπᾷ τὸν σεπτὸν ἡμῶν Βασιλέα, ἀλλὰ καὶ μέχρι λατρείας σέβεται τὴν ἐλευθερίαν, ἐν τῇ ἐκλογῇ, τὴν ἐλευθερίαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, διότι ἔχει τὴν ἀρχὴν, ὅτι διὰ νὰ εὐημερήσῃ ἓν ἔθνος διὰ νὰ εὐημερήσῃ ἡ Ἑλλὰς πρέπει τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἵσταται ὑψηλά, πρέπει ἡ ἐλευθερία ἐν τῇ ἐκλογῇ νὰ ᾖναι ἀσφαλής· ὑπὸ διάφορον σημαίαν, ὑπὸ διάφορον μανδύαν εὑρισκόμενος ὁ κύριος Βολτέῤῥας δὲν ἦτον ὁ ἀγαπητὸς τοῦ λαοῦ ὡς ἦτο κατὰ τὸ 1873, καὶ ἔλαβεν ὡς ἐκ τούτου ὀλιγωτέρας ψήφους. Δεύτερον φαινόμενον· ὡς πρὸς τὴν μερίδα τῶν πέντε ἀνταγωνιζομένων, παραπλήσια ἔχομεν τ’ ἀποτελέσματα, διότι καὶ ἡ ὁμὰς αὕτη ἔλαβεν ὀλιγωτέρας ψήφους ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἔλαβε μόνος ὁ κ. Βολτέῤῥας κατὰ τὸ 73· τοὐτέστιν ὁ λαὸς ἀπεδοκίμασε τὰς ἐπεμβάσεις καὶ τὸν τρόμον τοῦ στρατοῦ. Ὁ λαὸς τῆς Ζακύνθου, ὅστις εἶναι ἀγέρωχος εἶναι καὶ φιλήσυχος. Ὁ λαὸς τῆς Ζακύνθου ἠδικήθη κατὰ τὸ 68· τότε οἱ σήμερον ἐπιτυχόντες ἀπεπλάνησαν, τὸ λέγω καθαρὰ, ἀπεπλάνησαν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ταύτης· παρέστησαν τότε ὅτι ἡ νῆσος Ζακύνθου ἔχουσα 40000 κατοίκων δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ εἰμὴ 8000 ἐκλογέων, συνεπείᾳ τῆς στατιστικῆς ἐκείνης τὴν ὁποίαν μᾶς ἔφερε, συζητουμένης τῆς ἐκλογῆς Ἀττικῆς, ὁ κύριος Πονηρόπουλος, καὶ ὅτι ἀντὶ τούτου ἦσαν ἐγγεγραμμένοι ἐκλογεῖς 14,000. Οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι τὴν σήμερον φέρουσιν ἀριθμὸν ἐκλογέων 15,500· ἂν ἔπρεπε νὰ παρακολουθήσω τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Πονηροπούλου, ἤθελον τῷ εἴπει, οἱ κατάλογοι εἶναι ἄκυροι συνεπείᾳ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ὑπηγορεύσατε κατὰ τὸ 68 διὰ νὰ σύρητε εἰς πλάνην τὴν Βουλὴν, καὶ ὑπεστηρίξατε ἐν τῇ ἐκλογῇ Ἀττικῆς· ἐὰν ὤφειλον νὰ παρακολουθήσω τὸν κύριον Πονηρόπουλον, ἤθελον τῷ εἴπει καὶ ἄλλο· εἰς τὴν ἐκλογὴν Ἀττικῆς ὑπεστήριξεν, ὅτι οἱ κατάλογοι δὲν εἶχον οὐδεμίαν σημασίαν, διότι δὲν ἐτυπώθησαν πρὸ εἴκοσιν ἡμερῶν.
§173ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἶπα, κύριοι.
§174ΣΕΡΒΟΣ. Καὶ διότι περιέχουσι λάθη, καὶ ἐν τούτοις ἐκ τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων Ζακύνθου προκύπτει ὅτι δὲν ἐτυπώθησαν εἰμὴ πρὸ δύο ἡμερῶν, καὶ πολλὰ περιέχουσι λάθη. Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα εἶναι ἀνάξια λόγου ἀπέναντι τοῦ σπουδαίου ζητήματος, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Ὁ λαὸς τῆς Ζακύνθου βλέπων τὴν στρατοκρατίαν ἐνεργουμένην ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν του, καλῶς ποιῶν ἐπροτίμησε νὰ μὴ προσέλθῃ εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας. Κατὰ τὸ 68, ὅταν ἐτελέσαμεν ἐκείνην τὴν ἀδικίαν, οὔτε κραυγὴ, οὔτε παράπονον ἠγέρθη ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ μετὰ πέντε μῆνας ἀπέδωκεν ἡμῖν τὴν ἀδικίαν, διότι ἀπέδειξεν τὴν πλάνην, εἰς τὴν ὁποίαν εἴχομεν παρασυρθῆ. Εἴθε νὰ μὴν ὑποπέσωμεν εἰς δεύτερον ἀδίκημα «τὸ δὶς ἐξαμαρτεῖν οὐκ ἐστὶν ἀνδρὸς σοφοῦ». Τότε ἠδικήσαμεν καὶ πολὺ μετενοήσαμεν, εἴθε νὰ μὴ μετανοήσωμεν καὶ πάλιν! Ἀλλ’ ἡ Ζάκυνθος ἔνθα ὑπάρχουσι τόσοι ἐπιστήμονες, τόσοι κεφαλαιοῦχοι καὶ ἔμποροι, δὲν εἶχε μέσον, ὅπως ἀποκρούσῃ τὴν βίαν; εἶχε μέσον καὶ δὲν τὸ μετεχειρίσθη· μέσον ὅμως ἀναξιοπρεπὲς, μέσον φοβερὸν διὰ τὸν ὅστις ἐρευνᾷ τὰ πράγματα καὶ τὰ ἐξετάζει μὲ τὸν κανόνα τῆς τιμῆς. Ποῖοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον τὰς διαμαρτυρήσεις κατὰ τῆς βίας; ἐπίσημοι ἄνδρες καὶ σπουδαῖοι. Ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ, ὡς λέγουν, προσῆλθον οἱ ἐκλογεῖς ὑπὸ τὴν σκιὰν τῶν ὅπλων τοῦ στρατοῦ ὅπως ἐλευθέρως ἀσκήσωσι τὸ δικαίωμά των. Ἐγὼ ὅμως σᾶς λέγω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς καὶ ὅτι οἱ σταλέντες ἐνταῦθα ὡς βουλευταὶ δὲν ἀντιπροσωπεύουσιν οὔτε τὴν ἐπιστήμην, οὔτε τὰ γράμματα, οὔτε τὸ ἐμπόριον, οὔτε τὴν βιομηχανίαν Ζακύνθου, καὶ ἰδοὺ ἔρχομαι εἰς τὴν ἀπόδειξιν. Παρακαλῶ νὰ περιμείνετε ὀλίγον καὶ θέλω διέλθει ὅλας τὰς κατηγορίας τῶν ἐκλογέων τοῦ δήμου τῶν Ζακυνθίων, διότι, καθὼς εἶπον, αὐτὸς περιλαμβάνει ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς εὐημερίας τοῦ τόπου. Εἰς τὴν Ζάκυνθον ὑπάρχουν 32 ἰατροί, (καὶ ἐδῶ ἔρχομαι ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Πονηρόπουλον, καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς Κοκκίνη, τοὺς ὁποίους γνωρίζω καὶ ἐγώ, εἶναι φίλοι μου καὶ ἀξιότιμοι ἄνδρες). Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πονηρόπουλος ὅτι οἱ κύριοι Κοκκίνη ἀπεμακρύνθησαν τοῦ κ. Λομβάρδου καὶ προσῆλθον εἰς τὴν μερίδα των. 32 εἶναι οἱ ἰατροὶ τῆς Ζακύνθου, πόσοι ἐξ αὐτῶν ἐψήφισαν; ἐννέα εἰσὶν οἱ ψηφίσαντες, 23 οἱ μὴ ψηφίσαντες! Ἀποδοκιμασία λοιπὸν μεγάλη ἐξ ἑνὸς σώματος ἐπιστημόνων· μὲ συγχρεῖτε ν’ ἀναγνώσω τὰ ὀνόματα. (Ἀναγινώσκει τὰ ὀνόματα τῶν μὴ ψηφισάντων, ἐν οἷς περιλαμβάνονται καὶ οἱ ἀδελφοὶ Κοκκίνη). Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἰατροί, οἱ ὁποῖοι δὲν προσῆλθον νὰ ψηφοφορήσωσι. Κύριοι, γινώσκω καλῶς, διότι καὶ ἐγὼ ἀνήκω εἰς ἐπαρχίαν, ὅτι οἱ πρῶτοι οἱ ὁποῖοι δίδουν τὸ σύνθημα τῆς ἐνασκήσεως τοῦ ἱεροῦ δικαιώματος τῆς ψήφου εἶναι οἱ ἐπιστήμονες, εἶναι οἱ ἐγγράμματοι, οἱ φημιζόμενοι ἐπὶ παιδείᾳ, διότι γνωρίζουν τὴν βαρύτητα τοῦ δικαιώματος· προσδιορίζουν μάλιστα καὶ τὴν ὥραν, καθ’ ἣν ἔχουν νὰ πορευθῶσι· καὶ ἐν τούτοις, τελουμένης τῆς ψηφοφορίας ὡς λέγουν ὑπὸ τὴν σκιὰν τῆς ἐλευθερίας, δὲν προσῆλθον· τοῦτο ἐγένετο διότι εἶπον ἐν ἑαυτοῖς «αὐτὴ δὲν εἶναι ἐκλογή, οὔτε ψηφοφορία, καθὸ τελουμένη ὑπὸ τὸ ὅπλον τοῦ στρατιώτου, ὑπὸ τὸ βούνευρον τοῦ ἀξιωματικοῦ· εἶναι ἀναξία ἀνθρωπίνων ὄντων.»
§175ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπῆγον καὶ τοὺς ἐμπόδισαν; ἐρωτῶ ἂν ὑπάρχῃ ἔνστασις τοιαύτη, ὄχι νὰ λέγωμεν λόγια τοῦ ἀέρος.
§176ΣΕΡΒΟΣ. Δικηγόροι μὴ ψηφίσαντες 28, ψηφίσαντες δὲ 18 τὸ ὅλον 46. Ἔμποροι μὴ ψηφίσαντες 258, ψηφίσαντες 136 μόνον, δηλ. τὸ ἥμισυ. Τοὺς καταλόγους τούτους τοὺς καταθέτω μονογεγραμμένους εἰς τὸ Προεδρεῖον, διὰ νὰ τοὺς ἐξετάσητε καὶ θὰ τοὺς εὕρητε πληρεστάτους· δυνατὸν νὰ μ’ εὕρητε σφάλλοντα κατὰ δύο ἢ τρεῖς ἀριθμούς, ἀλλὰ δὲν σφάλλω, διότι ἔκαμα ἀκριβῆ μελέτην ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν. Κτηματίαι ψηφίσαντες 222, μὴ ψηφίσαντες 380.
§177ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ φτώχια δὲν ἔρχεται νὰ ψηφίσῃ.
§178ΣΕΡΒΟΣ. Ἰχθυοπῶλαι, ἁλιεῖς, ὑπηρέται, ναῦται, ὑπάλληλοι, ὑδροφόροι, ἐψήφισαν 131, μὴ ψηφίσαντες 725! Καταστηματάρχαι, ἐργοστασιάρχαι, πλοίαρχοι, διδάσκαλοι, φαρμακοποιοί, ψηφίσαντες 605, μὴ ψηφίσαντες 1966! Ἐρχόμεθα νῦν εἰς τοὺς γεωργούς. Σᾶς εἶπον ὅτι οἱ γεωργοὶ ἀπεμακρύνθησαν λόγῳ ἐργασίας εἰς τὸ ἐξωτερικόν, θέλετε ἰδεῖ καὶ ἐνταῦθα τὸ ἐξαγόμενον, γεωργοὶ μὴ ψηφίσαντες 906, ψηφίσαντες 237· καὶ ἐν τούτοις καὶ ἐκτὸς τῆς πόλεως ἔνθα εἶναι ὀλίγοι, ἐὰν ἐκ τοῦ προαστείου τῶν Κήπων καὶ Καληθέρου ἔχοντος ἐκλογεῖς 186, 25 μόνον ἐψήφισαν, ἐκ τοῦ προαστείου Ἀργασίου ἔχοντος ἐκλογεῖς 50, ἐψήφισαν μόνον 6. Ἐκ τοῦ προαστείου Βούλτσου ἔχοντος ἐκλογεῖς 63, 7 μόνον ἐψήφισαν. Ἐκ τοῦ προαστείου Βασιλικοῦ καὶ Ξυροκαστέλου ἔχοντος ἐκλογεῖς 101, ἐψήφισαν μόνον 4. Τώρα θὰ ἰδῆτε ἓν φαινόμενον πολὺ περίεργον, ὡς πρὸς τὴν λεγομένην ἀπουσίαν τῶν γεωργῶν. Σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Πονηρόπουλος ὅτι εἶχον σχεδὸν ὅλους τοὺς Μποχασταίους· ναί, εἶναι ἀληθές. Τὸ παρεδρεῖον Μπόχαστι ἀνήκει εἰς τὴν ἀντίθετον μερίδα· τί ἔχετε ἐδῶ; μὴ ψηφίσαντες γεωργοὶ 173, ψηφίσαντες 71, δηλ. ἡ μερὶς τοῦ κυρίου Βολτέῤῥα, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ψηφίσῃ, ἐψήφισεν· οἱ ἄλλοι τῆς ἐναντίας μερίδος δὲν προσῆλθον νὰ ψηφοφορήσουν, δι’ οὓς λόγους ἀνεφέραμεν καὶ οὐχὶ ἕνεκα ἀποδημίας.
§179ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁμιλεῖτε ἐν καλῇ τῇ πίστει, εἶναι χωρικοὶ, τὰ προάστεια, τὸ Βασιλικὸ καὶ ὁ Κῆπος, ζῶσιν ὡς γεωργοὶ ἢ ὡς ἀνθοπῶλαι καὶ γαλακτοπῶλαι;
§180ΣΕΡΒΟΣ. Γεωργοὶ ἐκ τοῦ Παρεδρείου ἀκρωτηρίου ἔχοντος ἐκλογεῖς 99, ἐψήφισαν μόνον 8. Ἐπὶ τέλους ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι οἱ Ἰσραηλῖται εἶναι πειθήνιοι εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ προθύμως ἔρχονται εἰς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τώρα μόνον ἀπέκτησαν, καὶ ἐν τούτοις ἐκ τῶν 77 ἐκλογέων οἱ μὴ ψηφίσαντες εἶναι 44, οἱ ψηφίσαντες εἶναι 33. Καταθέτω καὶ τοὺς καταλόγους τούτους εἰς τὸ Προεδρεῖον διὰ νὰ τοὺς ἐξετάσετε.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν τοὺς ἀφήσετε, δὲν θὰ χαθοῦν.
§182ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν εὐθύνην πάντοτε τὴν ἔχει ὁ πρόεδρος.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ φυλάξῃ ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ τὰ φυλάξῃ, ἐγὼ δὲν τὰ φυλάττω· νὰ τὰ δέσετε καλὰ μὲ μίαν κορδέλαν, καὶ νὰ τὰ φυλάξετε.
§184ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἀνάρμοστον ἡ εἰρωνεία ἐκ μέρους τοῦ προέδρου.
§185ΣΕΡΒΟΣ. Ἐπὶ καταλόγου ἑπομένως τοῦ δήμου Ζακυνθίων, ἔχοντος ἐκλογεῖς 6236, ἐψήφισαν μόνον 1520, ὅ ἐστὶ ὀλιγώτεροι τοῦ ἑνὸς τετάρτου ἐψήφισαν, καὶ τὰ τρία τέταρτα ἀπεκλείσθησαν. Κατὰ τὸ 68 ἐψηφοφόρησαν 3804, κατὰ τὸ 73, 3644. Μὰ, κύριοι, ἂν ἡ λεγομένη ῥοπαλοφορία τῆς μερίδος τοῦ Λομβάρδου ἐπέφερε τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ψηφίσουν τὰ ⅔ τῶν ἐκλογέων, ἡ δὲ περιφρούρησις τῆς λόγχης πρὸς ἐλευθέραν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ψήφου σᾶς φέρει ὡς ἀπόδειξιν εἰς τὸν ἀποκλεισμὸν, προτιμῶ τὴν λεγομένην ῥοπαλοφορίαν παρὰ ταύτην τὴν λεγομένην περιφρούρησιν. Οἱ κύριοι ἀντιπρόσωποι Ζακύνθου, ἔπρεπε νὰ δικαιολογήσωσι τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐνώπιον τιμίων ἀνθρώπων εἶναι καταπληκτικὸν, διατὶ δὲν προσῆλθον οἱ ἰατροὶ, οἱ δικηγόροι, ὅλαι αἱ κοινωνικαὶ τάξεις, ἀλλὰ κατὰ χιλιάδας ἔμειναν εἰς τὰς οἰκίας των καὶ κατὰ μίαν ἀλληλογραφίαν εἰς τὰς δύο τελευταίας ἡμέρας ἡ πλατεία τοῦ ἁγίου Γεωργίου ἦτον ἔρημος «sobitudinem faciunt et pacem appellant.»
§186ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Νὰ μοῦ τὸ ἐξηγήσετε· δὲν τὸ καταλαβαίνω Λατινικὰ καὶ θέλω νὰ τὸ ξέρω.
§187ΖΕΡΒΟΣ. Τὸ καταλαμβάνετε, πολὺ καλὰ, διότι ἐσπουδάσατε εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν.
§188ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Νὰ μοῦ τὸ ἐξηγήσητε, διότι δὲν τὸ καταλαβαίνω, θέλω νὰ τὸ ξέρω.
§189ΖΕΡΒΟΣ. Τώρα θέλω μεταβῆ εἰς ἕτερον.
§190ΖΩΧΙΟΣ. Φθάνει πλέον, διότι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§191ΣΕΡΒΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω δύο ὥρας ἀκόμη.
§192ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Καὶ δύω καὶ τρεῖς ὥρας ἀκόμη.
§193ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ........
§194ΣΕΡΒΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι ὑποφέρω.
§195ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ θεραπευθῆτε ἀπόψε.....;
§196ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Θὰ ἀναθέσωμεν τὸν λόγον εἰς ἕνα ἄλλον ἐκ τῶν ῥητόρων· δὲν πρέπει νὰ φθείρετε τὴν ὑγείαν σας τώρα, μὴν ἐκτίθεσθε εἰς μάτην.
§197ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ φύγωμεν, κ. πρόεδρε· δὲν θὰ ἔχετε ἀπαρτίαν, θὰ περιπέσετε εἰς ἄλλο ἀτόπημα· ἡ ὥρα εἶναι περασμένη, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§198ΣΕΡΒΟΣ. Ἐπειδὴ μὲ πονεῖ ὁ λαιμός μου, διακόπτω τὸν λόγον (καταβαίνει τοῦ βήματος).
§199ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Λοιπὸν, κύριε πρόεδρε, ἔχουν τὸν λόγον ἄλλοι, ἐὰν δὲν ἔχουν, νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν.
§200ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν, κύριοι, νὰ ἐξακολουθήσῃ.
§201ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν, ἅμα δὲν ὑπάρχει τις νὰ ἀγορεύσῃ, κλείει ἡ συζήτησις, καὶ κηρύττεται περαιωμένη· κατὰ συνέπειαν δὲν ὑπάρχει κἀνεὶς ἐπὶ τοῦ θέματος νὰ ὁμιλήσῃ. Τὸ νὰ λέγῃ τις ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλήσῃ, τοῦτο εἶναι ἓν βασανιστήριον. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐννοήσωμεν αὐτὴν τὴν τακτικὴν (θόρυβος).
§202ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τί κάμετε μὲ τοῦτο; Θέλετε νὰ χάσωμεν ἀδίκως κἀμμίαν ὥραν.
§203ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, κύριε πρόεδρε.
§204ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τί ζητοῦν; ζητοῦν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, ἀλλὰ εἴμεθα εἰς κατάστασιν;
§205ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Διὰ τί σεῖς πάντοτε κουράζεσθε;
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπέναντι τῶν πολλῶν, ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ ζητήσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§207ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι ἡ καλὴ πίστις πρέπει νὰ καθοδηγῇ τὰς πράξεις μας. Ἀφοῦ ὁ κ. βουλευτὴς σᾶς εἶπεν ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ὁμιλίαν του τὴν ἑσπέραν ταύτην, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὸν καταναγκάσωμεν εἰς τοῦτο. Νομίζω, ὅτι καὶ ὀφείλομεν νὰ σεβασθῶμεν τὸ πρέπον καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς, νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν διὰ τὴν Δευτέραν.
§208ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐπειδὴ ἐκ τῆς τακτικῆς, ἣν ἀκολουθοῦσι, προκύπτει τοῦτο, ὅτι δὲν εἶναι οἱ λόγοι οὓς ὁ κ. Μεσσηνέζης ἀνέφερεν, ἀλλ’ ὅτι εἶναι πλάγιος λόγος τοῦ νὰ παραλύσωσι τὰς συζητήσεις..... Φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ προβῶμεν, καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχῃ τις νὰ ὁμιλήσῃ, νὰ θεωρηθῇ περαιωμένη ἡ συζήτησις, διότι ἔχομεν καὶ ἄλλας ἐργασίας (θόρυβος).
§209ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§210ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν, κ. πρόεδρε.
§211ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐκουράσθη, κ. πρόεδρε, δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ (θόρυβος).
§212ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§213ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Διατί θέλετε νὰ μᾶς ἀναγκάσητε εἰς τὰ ἄκρα; Ποῖος ὁ λόγος;
§214ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Διατί θέλετε νὰ παραλύσητε τὰς συζητήσεις;
§215ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ κ. Ζέρβος δὲν εἶναι ἐκ τῶν κοινῶν ἀνθρώπων, θέλει νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του καὶ θὰ μείνῃ εἰς τὸ θέμα ἐὰν ἐπιμείνωμεν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἀγορεύων· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ τὸν ἀναγκάσωμεν εἰς τοῦτο πάσχοντα, διότι ἐξασκοῦμεν τυραννίαν ἐπ’ αὐτοῦ οὕτω.
§216ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Διατί πάντοτε ἀπ’ ἐκεῖ κουράζεσθε; (θόρυβος). Λοιπὸν κατὰ τὸν κανονισμὸν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§217ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κύριε πρόεδρε.
§218ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἰδοὺ ἀπόδειξις τῆς κακῆς πίστεως (θόρυβος).
§219ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς εἶσθε κακῆς πίστεως· αὐτὰ θὰ τὰ γράψῃ ἡ ἱστορία.
§220ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν ἔχετε σκοπὸν νὰ συζητήσετε· ἐρχόμεθα εἰς τὰς 3 ἢ 4, φεύγομεν εἰς τὰς 7, δὲν ἐργαζόμεθα εἰμὴ 3 μόνον ὥρας (θόρυβος).
§221ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Εἶναι τυραννία αὐτὴ, τὴν ὁποίαν κάμνει ἡ πλειοψηφία.
§222ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ τακτική σας εἶναι αὐτή.
§223ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀσυζητητὶ θέλετε ν’ ἀποφασίσωμεν; Ἡμεῖς ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὴν συζήτησιν (θόρυβος).
§224ΑΧΟΛΟΣ. Διὰ τί δὲν κάθεσθε.
§225ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Ἐκουράσθημεν.
§226ΑΧΟΛΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι πλιὸ γέρων ἀπὸ ὑμᾶς (θόρυβος).
§227ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν εἶναι κατάστασις πραγμάτων αὐτὴ, κάθε ἡμέρα λέγουν δὲν εἶναι ἀπαρτία, φεύγουν· θέλουν νὰ μὴν τελειώσωσι ποτὲ αἱ ἐργασίαι (θόρυβος).
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, καθίσατε εἰς τὰς θέσεις σας, διότι ἐγὼ θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ κάμω τίποτε.
§229ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν (θόρυβος).
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε εἰς τὰς θέσεις σας.
§231ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, προτείνω τὴν ἀναβολὴν (θόρυβος).
§232ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν κάμνετε τίποτε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κύριε πρόεδρε (θόρυβος).
§233ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Διότι βλέπομεν ὅτι ἔχετε τὴν τάσιν νὰ ἀναχωρῆτε.
§234ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Δουζίνα, πρώτην ἤδη φορὰν ἔρχεσθε εἰς τὴν Βουλὴν (θόρυβος).
§235ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Αὐτὰ εἰσὶ πλάγια μέσα διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ἐργασίαν (θόρυβος).
§236ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δύω λέξεις.
§237ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει συζήτησις, ἀφοῦ ἀπεφασίσθη νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§238ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Τριζηνίας πρώτην ἤδη φορὰν ἔρχεται εἰς τὴν Βουλήν.
§239ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Γνωρίζω ὅμως τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ τὰς διατυπώσεις πρὸ πολλοῦ.
§240ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε πρόεδρε ἡ καλὴ πίστις πρέπει νὰ προεδρεύῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ τῆς καλῆς πίστεως θὰ φθάσωμεν ἡσυχώτερα καὶ καλλίτερα εἰς τὸ ποθούμενον πέρας· διότι ἂν θελήσῃ ἡ πλειοψηφία νὰ τυραννήσῃ τὴν μειοψηφίαν, ἂς ἐνθυμηθῇ ὅτι καὶ ἡ μειοψηφία ἔχει ὀχύρωμα ὄπισθεν τοῦ ὁποίου νὰ κρυβῇ.
§241ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Σεῖς τυραννεῖτε, οἵτινες δὲν θέλετε νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§242ΜΙΛΗΣΗΣ. Λοιπὸν, κύριε πρόεδρε, ἡ μειοψηφία ἔχει ἓν δικαίωμα ἀναμφισβήτητον τὸ δικαίωμα τῆς συζητήσεως τῆς ἐλευθέρας, τῆς ἀπεριορίστου· ἡ πλειοψηφία καὶ αὐτὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ.... Ἐὰν ἡ πλειοψηφία θέλῃ νὰ ᾖναι αἱ ἀποφάσεις της σεβασταὶ, πρέπει νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα τῆς καλῆς πίστεως πρὸς τὴν μειοψηφίαν, πρέπει νὰ σεβασθῇ τὸ δικαίωμα τῆς συζητήσεως. Ἀλλὰ, κύριοι, παραγνωρίζετε τὸ δικαίωμα τῆς συζητήσεως, ὅταν καὶ ὁ ὁμιλῶν προφανῶς δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ οἱ ἀκούοντες δὲν δύνανται νὰ ἀκροασθῶσιν. Ἐὰν, κύριοι, ἡ πλειοψηφία, διότι ἔχει τὸ ὄνομα τοῦ ἀριθμοῦ, θελήσῃ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της, τυραννεῖ καὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἰς τοῦτο στηρίζεται, εἰς τὸ ὅτι ἀναλόγως ὅλαι αἱ ἀρχαὶ συμπράττουσιν, ἡ δὲ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς θὰ δώσῃ τὸν.... (θόρυβος) θὰ ἐπικυρώσῃ ἢ θὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν, καὶ νὰ ἀφήσῃ ἐλεύθερον τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως εἰς τὴν μειοψηφίαν, καὶ τοιουτοτρόπως αἱ πράξεις μας θὰ ὦσι σεβασταί. Αὐτὰ τὰ λέγω καὶ διὰ τὸν κ. Δουζίνα, καὶ διὰ πάντα ἄλλον, ὅστις πρώτην φορὰν εἰσῆλθεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Παρακαλῶ τὴν πλειοψηφίαν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως. Ἂν θελήσητε, κύριοι, νὰ μᾶς ἐπιβληθῆτε, θὰ ὀχυρωθῶμεν ὄπισθεν τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐμείναμεν ἕως τώρα εἰς τὴν καλὴν πίστιν, καὶ ἠξεύρετε, κύριοι, ἐκ τῆς θέσεως αὐτῆς δὲν θὰ κάμητε τίποτε. Λοιπὸν προτείνω, καὶ ἀξιοπρεπὲς εἶναι διὰ τὴν Βουλὴν, νὰ μὴν ἐξακολουθήσῃ, ἀφοῦ καὶ ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη.
§243ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δύω λέξεις θὰ εἴπω. Τί ἐννοεῖτε ὅταν ἡ πλειονοψηφία λέγῃ νὰ προβῶμεν, σεῖς λέγετε θὰ ὀχυρωθῆτε ὄπισθεν τοῦ Κανονισμοῦ; καὶ ἐπειδὴ εἶμαι νέος, σᾶς ἐρωτῶ νὰ μάθω τί λέγει ὁ Κανονισμός.
§244ΜΙΛΗΣΗΣ. Θὰ σᾶς προτείνωμεν τὴν ἀναβολὴν καὶ θὰ ζητήσωμεν τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§245ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν .... (θόρυβος).
§246Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦναι ἄτοπον ἡ πλειοψηφία νὰ τυραννῇ τὴν μειοψηφίαν, ἀτοπώτατον εἶναι ἡ μειοψηφία νὰ τυραννῇ τὴν πλειοψηφίαν. Ὅτι ὑπάρχει τάσις, ὅπως παραλύσωσι τὰς συνεδριάσεις, διαιωνήσωσι τὰς συζητήσεις ἐπὶ τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν τοῦτο παρετηρήθη ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τοῦδε. Ὀχυροῦνται πάντοτε εἰς μίαν πρόφασιν καὶ δικαιολογοῦνται ὅτι πιέζονται, ὅτι τὸ δίκαιον εἶναι ὑπὲρ αὐτῶν καὶ ὅτι ἡ πλειοψηφία διὰ παντὸς τρόπου θέλει νὰ τοὺς τυραννήσῃ. Ἀφοῦ, κύριοι, πολλοὶ ἦσαν ἐξ ὑμῶν οἱ δυνάμενοι νὰ ὁμιλήσωσι κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Ζακύνθου δὲν ἔλαβον ποσῶς τὸν λόγον, παρὰ ὁ κ. Σέρβος, ὅστις ἰσχυρίζεται ὅτι πάσχει καὶ δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ, μᾶς λέγουν ὅτι εἶναι καλῆς πίστεως, καί τοι ἴδομεν ἐγχειρισθὲν ὑπό τινος ἐπιστόλιον ἀρχηγοῦ τινος προσκαλοῦντος αὐτὸν νὰ διακόψῃ τὴν ὁμιλίαν του. Ἐὰν πραγματικῶς εἶχον τὴν πρόθεσιν νὰ συζητήσωσι καὶ δὲν ἤθελον νὰ τυραννήσωσι τὴν πλειοψηφίαν, ἠδύναντο ὅταν ἐδόθη ὁ λόγος εἰς τὸν κ. Σέρβον, καὶ εἶδον ὅτι δὲν ἦτον εἰς κατάστασιν νὰ λάβῃ τὸν λόγον, νὰ λάβῃ τοῦτον ἕτερος ἐκ τῶν πολλῶν ῥητόρων καὶ ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς. Δὲν ἔπραξαν τοῦτο, ἀλλὰ σκοπίμως ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κύριος Σέρβος διὰ νὰ ματαιώσῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως· αὔριον δύναται ἐπίσης νὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι εἶναι ἀσθενὴς, μεθαύριον εἶναι ἄῤῥωστος· λοιπὸν τοιαύτη εἶναι ἡ καλὴ πίστις, ἥτις πρέπει νὰ μᾶς διέπῃ; Ὅταν τοιουτοτρόπως ἐγένοντο κατάδηλοι οἱ σκοποί σας, δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι σᾶς τυραννεῖ ἡ πλειοψηφία; Δὲν εἶναι πρόδηλον, ὅτι σεῖς τυραννεῖτε τὴν πλειοψηφίαν, καταχρώμενοι τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου; Οὐδεὶς δύναται νὰ κρυβῇ ὄπισθεν τοῦ δακτύλου του, καὶ αἱ δημοκοπικαὶ ἐκφράσεις του περὶ τυραννίας, περὶ καλῆς πίστεως δὲν γαλβανίζουσι πλέον τινὰ, οὐδὲ δύνανται νὰ ἔχωσι τὸ ποθητὸν ὑμῖν ἀποτέλεσμα.
§247ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, παρετάθη ἡ συζήτησις περαιτέρω τῆς 7ης.
§248ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, διὰ νὰ πεισθῇ ὁ κ. Βαλασόπουλος, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν φερόμεθα μὲ καλὴν πίστιν. Δὲν ἠδυνάμεθα, ἐὰν εἴχομεν τὴν πρόθεσιν αὐτὴν, νὰ λάβουν τὸν λόγον δύο, τρεῖς, πέντε ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ νὰ εἴπουν πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἤθελον ἔχει σχέσιν;
§249Α. ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ.......
§250ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Βαλασόπουλε, ἐγὼ δὲν σᾶς διέκοψα. — Ἠμποροῦν νὰ λάβουν τὸν λόγον, καὶ νὰ κρατήσουν τὴν Βουλὴν, ὄχι μόνον μέχρι τῆς 8 καὶ 9, ἀλλὰ μέχρι τῆς πρωΐας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ σκοπός μας οὗτος· ἡμεῖς θέλομεν νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις ὅσον εἶναι δυνατὸν ταχύτερα, καὶ διὰ τοῦτο παρατηρεῖτε, ὅτι ἕκαστος τῶν ῥητόρων ἔχει ὡρισμένον ἀντικείμενον, εἰς τὸ ὁποῖον θέλει περιστραφεῖ ἡ ὁμιλία του. Ὁ κ. Σέρβος ἀνέλαβε νὰ φέρῃ πολλὰς λεπτομερείας, τὰς ὁποίας κἀνεὶς ἄλλος δὲν ἠδύνατο νὰ φέρῃ, διότι δὲν τὰς ἐμελέτησεν. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ λάβῃ κατὰ πρῶτον τὸν λόγον ὁ κ. Σέρβος νὰ ἐκθέσῃ αὐτὰς, καὶ μετὰ ταῦτα ἂν παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη, νὰ λάβουν καὶ ἕτεροι τὸν λόγον. Πόθεν ἐξάγετε τὴν κακὴν πίστιν; Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, ἂν ἐλαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ὥρα εἶναι 8, ὅτε ποτὲ δὲν ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ συζητῇ, δὲν ἤθελεν ἀποδοθῆ εἰς ἡμᾶς κακὴ πίστις (θόρυβος).
§251ΣΕΡΒΟΣ. Διῆλθον εἰς τὰ κοινοβούλια ἐπὶ 15 ἔτη, ποτὲ δὲν παρουσιάσθη τοῦτο, τὸ ὁποῖον σήμερον παρουσιάζεται· εἶχον λάβει τὸν λόγον καί τοι εἰς ὥραν προκεχωρηκυῖαν, ἠναγκάσθην ὅμως νὰ ὁμιλήσω. Ἔαλβον τὸν λόγον, καὶ ἐξηκολούθησα ὑπερασπιζόμενος τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλὰ μοὶ ἔλλειψεν ἡ φωνὴ, αἱ λέξεις, δὲν ἠδυνάμην νὰ συναρμολογήσω τὰς ἰδέας μου. Ἐν τοιαύτῃ θέσει ὤν, ἐνόμισα ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐξακολουθήσω, καὶ σᾶς παρεκάλεσα νὰ μὲ ἀφήσητε νὰ ἡσυχάσω ὀλίγον, καὶ αὔριον νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἐξακολούθησιν. Θέλετε νὰ ἐξακολουθήσω; δὲν δύναμαι.
§252ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὁρίστε ἐξακολουθήσατε, τίποτε δὲν ἔχετε, πολὺ ὡραῖα ἐξεθέσατε τὴν ἰδέαν σας.
§253ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τί ὠφελεῖ αὐτὴ ἡ συζήτησις; Δὲν βλέπετε, ὅτι συζητοῦμεν εἰς μάτην μέχρι τῆς 9ης; (θόρυβος).
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι βουλευταὶ, θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν· ὅταν δὲ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἀπαιτεῖ τοῦτο, ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ ἐκτελέσω τὴν ἀπόφασίν της.
§255ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν, κύριε πρόεδρε (θόρυβος).
§256ΜΙΛΗΣΗΣ. Λοιπὸν ἐπιμένετε, κύριοι;
§257ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Μάλιστα.
§258ΜΙΛΗΣΗΣ. Τότε παρακαλῶ, κύριοι· ὑποβάλλω πρότασιν ἀναβολῆς, καὶ παρακαλῶ νὰ γείνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως (θόρυβος).
§259ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὡραῖα.
§260ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Κύριε πρόεδρε, πρὶν ἀρχίσῃ ἡ ψηφοφορία......(θόρυβος).
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζετε τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς;
§262ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα.
§263ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δύω λέξεις θὰ εἴπω, κύριε πρόεδρε.
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς;
§265ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν ἠξεύρω τὶ θὰ εἴπω.
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καλά.
§267ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὴν πτέρυγα αὐτὴν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ πτέρυξ ἐκείνη ἔλεγε κατὰ τῆς πτέρυγος ταύτης, ὄχι εἰς αὐτὴν τὴν σύνοδον.....
§268ΔΟΥΖΙΝΑΣ. .... (θόρυβος).
§269ΤΙΝΕΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, κύριε πρόεδρε....
§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν λέγουσιν ναὶ, ἢ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι.
§271ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα, κύριε πρόεδρε. Ἐγὼ πρὸ καιροῦ ἠκροαζόμην τὸν κύριον Σέρβον, καὶ ἔβλεπον ὅτι ἡ φωνή του ἐξέλειπεν.
§272ΑΧΟΛΟΣ. Κύριε Μεσσηνέζη, ἔχομεν ψηφοφορίαν.
§273ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Θὰ γείνῃ ψηφοφορία. Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία, καθ’ ἣν ὁ κύριος Μίλησης ἐδήλωσεν ὅτι ψηφοφορεῖ ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, διότι πάσχει ὁ ἀγορεύων, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξακολοθήσῃ.
§274ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε πρόεδρε, κατὰ τὸν κανονισμὸν, ὅταν ὑπάρχουν εἰς τὰ δωμάτια οἱ βουλευταὶ, δύνασθε νὰ τοὺς προσκαλέσητε διὰ τοῦ κλητῆρος.
§275ΣΑΡΑΒΑΣ. Πήγαινε, κύριε Δουζίνα, εἰς τὰ δωμάτια νὰ ἴδῃς ποῖοι εἶναι διὰ νὰ μᾶς εἰπῇς.
§276ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἰς τὰ δωμάτια ὅσοι εἶναι καὶ δὲν θέλουν νὰ ἔλθουν νὰ ψηφοφορήσουν, νὰ σημειωθοῦν ὡς παρόντες. Εἷς κλητὴρ, κύριε πρόεδρε, δὲν πηγαίνει νὰ ἴδῃ;
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ παρατηρήσουν οἱ κλητῆρες ἐὰν ᾖναι κἀνεὶς μέσα εἰς τὰ δωμάτια.
§278ΤΙΝΕΣ. Πόσοι ἐψηφοφόρησαν, κύριε πρόεδρε;
§279ΕΙΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. 88.
§280ΣΑΡΑΒΑΣ. Τώρα πῶς θὰ μᾶς ἀποζημιώσητε διὰ μίαν ὥραν, τὴν ὁποίαν ἀπωλέσατε ματαίως;
§281ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μᾶς εἴπατε, κύριε πρόεδρε, πόσοι εἶναι παρόντες.
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 89 εἶναι παρόντες· δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, καὶ κηρύττω τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως. Ὥρα 8 παρὰ 25|60. Μ. Μ.