1874.11.01
2,071 rows · 16,821 words · 204 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16
Τῆς 1 Νοεμβρίου 1874.
(Παρασκευή).
Ὥρα 2 Μ. Μ. Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Ζακύνθου. Ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ τμήματος.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). «Καὶ τούτων οὕτως ἐχόντων, καὶ ἐξηγοῦν τὸ τμῆμα τὴν μεγάλην μειονοψηφίαν τῆς ἐνισταμένης μερίδος, ὡς προελθοῦσαν καὶ ἐκ σκοπίμου ἀποχῆς πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν περὶ στρατιωτικῶν ἐπεμβάσεων αἰτιάσεων καὶ δικαιολόγησιν τῆς προβλεπομένης ἀποτυχίας της, προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου καὶ τὴν ἀναγνώρισιν ὡς νομίμων βουλευτῶν τῶν Ι. Βούλτσου, Δ. Βολτέρα, Π. Δραγώνα, Στ. Βισβάρδη καὶ Δ. Πονηροπούλου».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ διατακτικὸν τῆς πλειονοψηφίας. Τῆς δὲ μειονοψηφίας εἶναι τὸ ἑξῆς· (ἀναγινώσκεται). «Ἡ ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐνεργηθεῖσα ἐκλογὴ τῆς ἐπαρχίας Ζακύνθου, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ κατὰ τὴν πεποίθησιν τῆς μειοψηφίας ὡς πραγματικὴ ἐκλογὴ, καὶ ἑπομένως προτείνει αὕτη εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀκύρωσιν αὐτῆς.»
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον, κύριοι; Παρακαλῶ, μὲ συγχωρῆτε, κύριε Πολυλᾶ. — Εἰδοποιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὴν αἴτησιν τὴν γενομένην ἀπὸ τὸν κύριον Πολυλᾶν καὶ τὸν κ. Ζωχιὸν πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐστάλη ὁ πίναξ τῆς ὑπαρχούσης δυνάμεως κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Ζακύνθου.
§5ΠΟΛΥΛΑΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς προηγουμένης τρίτης ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ παρὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπουργείων διάφορα ἔγγραφα οὐσιώδη, ἀναγόμενα εἰς τὰς τελευταίας βουλευτικὰς ἐκλογὰς τῆς Ζακύνθου. Ἡ αἴτησίς μου αὕτη δὲν ἦτον ἐν μέρει εἰμὴ ἐπανάληψις προηγουμένης αἰτήσεως τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μέσης κ. Ζωχιοῦ, τὴν ὁποίαν ἐγκαίρως ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις μέχρι τοῦδε δὲν ὑπέβαλεν εἰμὴ τὴν σημείωσιν τῆς ἐν Ζακύνθῳ κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν ὑπαρχούσης στρατιωτικῆς δυνάμεως· δὲν ὑπεβλήθησαν αἱ ἐκθέσεις τῶν ἀνακριτῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι μετ’ ὀλίγον ὡς σπουδαῖαι ἐνδείξεις καὶ ἀποδείξεις περὶ τῶν ἰσχυρισμῶν τῶν ἐνισταμένων, οὔτε κἂν σημείωσις περὶ τῶν πολλῶν μηνύσεων, διὰ τῶν ὁποίων οἱ ἐνιστάμενοι προσέφυγον εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν διὰ τῆς ὁποίας ὁ Νομάρχης Ζακύνθου διεβίβασεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου, καί τοι ἔχον πρόχειρον αὐτήν. Δὲν ἐννοῶ νὰ ἀποδώσω εἰς τὸν ὑπουργὸν τὴν πρόθεσιν νὰ ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ τὴν διαφωτίσωσιν· ὑποθέτω ὅτι αἱ πολλαὶ, αἱ πλεῖσται ἀσχολίαι τοῦ ὑπουργείου δὲν τῷ ἐπέτρεψαν νὰ ἐνδιατρίψῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ὅθεν παρακαλῶ τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν. Νομίζω δ’ ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἦναι σύμφωνος μὲ τὴν προηγουμένην ἀπόφασίν της, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ δυσκολίαν νὰ δεχθῇ τὴν περὶ ἀναβολῆς πρότασίν μου.
§6ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Συνεπείᾳ τῆς ὁμιλίας τοῦ κυρίου Πολυλᾶ καὶ τοῦ κυρίου Ζωχιοῦ, προτείναντος χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νὰ προσαχθῶσιν αἱ ἀνακριτικαὶ ἐκθέσεις καὶ ὅσαι ἄλλαι πληροφορίαι ἐζητήθησαν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐκλογῶν φίλοι τινὲς τοῦ κυρίου Λομβάρδου, ὑποθέτω, πρώην βουλευταὶ, μοὶ ἀπηύθυναν ἓν παράπονον, ὅτι ὁ γραμματεὺς τοῦ δικαστηρίου δὲν τοὺς ἔδιδεν ἀντίγραφα τοῦ καταλόγου· αὐθωρεὶ διέταξα καὶ ἔλαβον τὰ ἀντίγραφα. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον οὐδεμία καταγγελία οὔτε ὑπὲρ, οὔτε κατὰ, οὐδὲν παράπονον, οὔτε ἀμέσως, οὔτε ἐμμέσως, οὐδεὶς ἀνακριτὴς, οὐδεὶς εἰσαγγελεὺς ὑπέβαλέ ποτε εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἔκθεσίν τινα ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἐκλογήν. Προσθέτω δὲ ὅτι ἐκ τῆς μερίδος τοῦ κ. Βούλτσου μοὶ ἀπηυθύνθησαν τηλεγραφήματα κατά τινων δικαστῶν.
§7ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν ἔγεινε κἀμμία καταμήνυσις;
§8ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν φέρω, δὲν μὲ ἄφησε νὰ προβῇ εἰς κἀμμίαν ἐνέργειαν· φρονῶ, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι ἀνεξάρτητος καὶ οὕτως δὲν προέβην εἰς οὐδέν. Οὐδὲν ἔγγραφον ἐκτὸς τούτου περιῆλθεν εἰς γνῶσίν μου. Λαμβάνω δὲ τὴν εὐκαιρίαν ὡς ἐκ περισσοῦ νὰ ἀναγγείλω ὅτι οὔτε ἐκ τῶν βουλευτῶν, οὔτε ἐκ τῶν πολιτῶν μοὶ ἀπηύθυνέ τις παράπονον· λαμβάνω τὴν τόλμην νὰ εἴπω, ὅτι οὐδενὸς τὸ παράπονον ἔμεινεν ἀνεξέλεγκτον, ἀδίκαστον καὶ νὰ μὴ λάβῃ τὴν προσήκουσαν διόρθωσιν.
§9ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἔκθεσις; Τὸ διαβεβαιοῖτε ἐπισήμως;
§10ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲν παράπονον.
§11ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐκθέσεις τῶν ἀνακριτῶν;
§12ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμία.
§13ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν ἠθέλησαν οἱ ἀνακριταὶ νὰ ὑποβάλωσιν ἐκθέσεις ἢ ἀπεκρούσθησαν ἀπὸ τὴν εἰσαγγελικὴν ἀρχήν;
§14ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο ἠμπορεῖτε νὰ τὸ γνωρίζετε σεῖς. Δὲν ἠξεύρω ἐγὼ ἐὰν συνέβησαν ἀτοπήματα.
§15ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἠξεύρετε διατὶ προέβην εἰς αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν; Διότι γνωρίζω, ὅτι εἷς ἀνακριτὴς, ὅστις ἦτον εἰς τὴν Ζάκυνθον καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν ἐκλογῶν, ἠθέλησε νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς δὲν τὴν ἐδέχθη· δι’ αὐτὸ σᾶς ἠρώτησα.
§16ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς, θὰ σοὶ ἀπαντήσω.
§17ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριε ὑπουργὲ, μὲ συγχωρεῖτε· ἡ ἔκθεσις ἡ σταλεῖσα ὑπὸ τοῦ νομάρχου Ζακύνθου, διὰ τῆς ὁποίας διεβίβασε τὰ πρακτικὰ καὶ λοιπὰ ἔγγραφα ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς, δὲν ὑπάρχει...
§18ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐνήργησα ὡς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ Βουλὴ σήμερον, ἠξεύρει ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς, ὅτι εἶναι δικαστικὸν Σῶμα· πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα συντελοῦν πρὸς ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας τοῦ ἐγκύρου ἢ μὴ τῆς ἐκλογῆς, περιῆλθον εἰς χεῖράς μου καὶ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα ὑπάρχουν ἤδη εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἔλθωμεν εἰς ἄλλα ζητήματα.
§19ΠΟΛΥΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι διεβιβάσθη μία ἔκθεσις μεταγενεστέρα τῶν ἐκλογῶν, διὰ τῆς ὁποίας διαβιβάζονται πιστοποιητικὰ, μαρτυροῦντα περὶ τῆς νομιμότητος καὶ τάξεως· ἡ δὲ προγενεστέρα ἔκθεσις τοῦ δημάρχου δὲν διεβιβάσθη.
§20ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πολυλᾶ, σᾶς ἀπαντῶ καὶ εἰς αὐτό. Ἡ Βουλὴ, νομίζω, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ῥυθμίσῃ τὴν ψῆφόν της δι’ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων· αὐτὰ εἶναι τῆς διοικήσεως, δὲν ἔχουν κἀμμίαν σχέσιν μὲ τὸ νόμιμον ἢ μὴ τῆς ἐκλογῆς.
§21ΠΟΛΥΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων καὶ θὰ φωτισθῶμεν· ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ὅταν ἰσχυρίζωμαι ὅτι ἡ βία ἔκαμε τὴν ἐκλογὴν, τότε ἡ βία δὲν φέρει πρακτικὰ, τότε δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀρυσθῶμεν τεκμήρια, νὰ σχηματίσωμεν πεποίθησιν χωρὶς νὰ στηριχθῶμεν εἰς αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσι τὴν βίαν.
§22ΑΧΟΛΟΣ. Ἐγὼ ἤμουν κοντὰ εἰς τὴν Ζάκυνθον· ἐὰν θελήσῃς νὰ μάθῃς τί ἔγεινεν εἰς τὴν Ζάκυνθον, ἐγὼ ἠμπορῶ νὰ σοῦ τὰ εἴπω, σὺ δὲν τὰ ἠξεύρεις.
§23ΠΟΛΥΛΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριοι· σᾶς παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, νὰ ἐμποδίσητε τὰς διακοπάς. Ἐκάμαμεν τὴν ἕνωσιν διὰ νὰ ἔχωμεν ἐλεύθερον τὸ βῆμα.
§24ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ, κύριοι....
§25ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν λέγεις τίποτε.
§26ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Λέγω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει, νὰ εἴπω καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω. Ἤθελα, ὅπως σᾶς ἐσεβασθήκαμεν ἡμεῖς, τὸ ἴδιο νὰ μᾶς σεβασθῆτε καὶ ὑμεῖς (θόρυβος).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι.
§28ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐκφράζων, κύριοι, τὴν πεποίθησίν μου ἀποσύρω τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς καὶ θεωρῶ ὡς βεβαιωμένον πλέον ὅτι μᾶς ἀρνοῦνται τὰς ἀποδείξεις. Τίποτε ἄλλο.
§29ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Εἶμαι μέλος, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, τοῦ τμήματος, τοῦ προεπεξεργασθέντος τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου, καὶ ἀνήκω εἰς τὴν μειονοψηφίαν αὐτοῦ, ἥτις ἐθεώρησε τὴν προκειμένην ἐκλογὴν ἀκυρωτέαν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Ζηνόπουλος, ὁ ὁποῖος ἦτον ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας ταύτης, δὲν ἀποτελεῖ πλέον κατὰ δυστυχίαν μέρος τοῦ σώματος τούτου εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ ὁποίου ἡ συνδρομή του ἤθελεν εἶσθαι λίαν χρήσιμος καὶ ὡς ἐκ τῶν φώτων καὶ ὡς ἐκ τῆς πείρας καὶ ὡς ἐκ τῆς νοημοσύνης του, ἀναγκάζομαι ἐγὼ νὰ παρέλθω εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἐν συνόψει τοὐλάχιστον, τοὺς λόγους καὶ τὰς σκέψεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριχθεῖσα ἡ μειονοψηφία αὕτη προτείνει τὴν ἀκύρωσιν. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, ἀπὸ τῆς εὐτυχοῦς ἐποχῆς τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον δὲν ἔπαυσέ ποτε νὰ συγκαταριθμηθῇ μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτοῦ τὸν κ. Λομβάρδον. Ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία συνείθισε νὰ βλέπῃ σταθερῶς τὸν κ. Λομβάρδον εἰσερχόμενον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰσερχόμενον οὐχὶ ἁπλῶς ὡς ἄτομον, ἀλλ’ ὡς ἀρχηγὸν πολιτικῆς μερίδος τῆς ἐπαρχίας του, παρακολουθούμενον ὑπὸ συναδέλφων ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν μερίδα του ταύτην ἀνηκόντων καὶ ἀναδεικνυομένων πάντοτε βουλευτῶν διὰ πλειονοψηφίας παραδειγματικῆς, διὰ πλειονοψηφίας μοναδικῆς ἐν Ἑλλάδι, ὡς ἐκ τῆς μεγάλης ὑπερτερήσεως τῶν ψήφων. Αἴφνης βλέπομεν ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος ἀποκλείεται τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἀποκλείεται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἄλλοτε ἐπετύγχανε, δηλαδὴ μεθ’ ὁλοκλήρου τοῦ συνδυασμοῦ του καὶ διὰ μεγάλης διαφορᾶς ψήφων. Τὸ ἀπότομον καὶ τέλειον τῆς μετατροπῆς ταύτης προκαλεῖ βεβαίως ἀπορίαν καὶ θαυμασμὸν καὶ ἐμβάλλει, εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, ἐκ πρώτης ἀφετηρίας ἐνδοιασμὸν καὶ δυσπιστίαν ὡς πρὸς τὸ ἐπελθὸν ἀποτέλεσμα, ὡς πρὸς τὴν γνησιότητα αὐτοῦ. Ἡ ἐντύπωσις αὕτη, ὁποία φυσικῶς οὕτως ἐπιβάλλεται εἰς ἕκαστον ἐκ τῶν πραγμάτων αὐτῶν, δὲν διέφυγε καὶ τὴν προσοχὴν τῶν ἀξιοτίμων ἐπιτυχόντων, καὶ διὰ τοῦτο προσεπάθησαν οὗτοι πρὸ παντὸς ἄλλου καὶ διὰ τῶν ἐγγράφων ἐνστάσεών των καὶ διὰ τῶν προφορικῶν ἐνώπιον τοῦ τμήματος ἀγορεύσεων αὐτῶν, νὰ ἐξηγήσωσι τὸν λόγον τῆς μέχρι τοῦδε ἐπιῤῥοῆς τοῦ κυρίου Λομβάρδου καὶ ν’ ἀποδείξωσιν ἐξ αὐτῶν, ὅτι ἡ μετατροπὴ ἐκείνη περὶ τὰ ἐκλογικὰ ἀποτελέσματα δὲν ἦτον ἀπρόοπτος, δὲν ἦτον ἀδικαιολόγητος, ἀλλὰ τοὐναντίον, φυσικὴ καὶ ἀναγκαία συνέπεια τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων ἐν Ζακύνθῳ. Παρηκολούθησα, κύριοι βουλευταὶ, μετὰ πάσης προσοχῆς τὰς ἐξηγήσεις ταύτας τῶν ἀξιοτίμων ὑποψηφίων, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ ἐξ αὐτῶν, καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ, διότι εὗρον αὐτὰς κενὰς σπουδαιότητος, καὶ πρὸς τούτοις ἀντιφατικὰς πρὸς ἀλλήλας καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀμοιβαίως ἀναιρουμένας. Ὁ κύριος λόγος τῆς μέχρι τῆς τελευταίας ἐκλογῆς ὑπεροχῆς τοῦ κυρίου Λομβάρδου, εἶπε καὶ ὑπεστήριξε διὰ μακρῶν ἐνώπιον τοῦ τμήματος ὁ κύριος Πονηρόπουλος, δὲν ἔκειτο εἰς τὴν πρὸς αὐτὸν ἀγάπην καὶ συμπάθειαν καὶ πεποίθησιν τῶν συμπολιτῶν του, ἀλλὰ εἰς τὴν περὶ αὐτὸν σπεῖραν τῶν δολοφόνων καὶ ἄλλων κακούργων παντὸς εἴδους, οἱ ὁποῖοι ἐνέπνεον τὸν τρόπον εἰς τοὺς εἰρηνικοὺς καὶ φιλησύχους πολίτας καὶ ἐπέβαλλον οὕτως εἰς αὐτοὺς τὴν γνώμην των. Ἀλλ’ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, προσέθηκεν ὁ κύριος Πονηρόπουλος, διὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως τὴν ὁποίαν ἔστειλεν εἰς Ζάκυνθον, ἐξησφάλισε τὴν ψῆφον τοῦ πολίτου, καὶ τοιουτοτρόπως ἐπῆλθε τὸ κατὰ τοῦ κυρίου Λομβάρδου ἀποτέλεσμα. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, κατὰ τὸν κύριον Πονηρόπουλον, τῶν πρῴην ἐπιτυχιῶν καὶ τῆς νῦν ἀποτυχίας τοῦ κυρίου Λομβάρδου. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, αὐτὸς οὗτος ὁ ἀξιότιμος κύριος Πονηρόπουλος, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε καὶ ὑπεστήριξε τὴν γνώμην ταύτην ἐνώπιον τοῦ τμήματος, αὐτὸς οὗτος ὡμολόγησεν ἐνώπιον αὐτοῦ, ὅτι ἐπὶ μακρὸν χρόνον διετέλεσε πιστὸς ὀπαδὸς καὶ θερμὸς θιασώτης τοῦ κυρίου Λομβάρδου, καὶ ὅτι ἐπὶ τέλους ἀπεμακρύνθη τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ φιλίας, διατί; διότι ὅτε ἐπεχείρησε νὰ γράψῃ πολιτικήν τινα ἐφημερίδα, ὁ κύριος Λομβάρδος δὲν ἠθέλησε νὰ συναινέσῃ, ἂν καὶ τὸν ἱκέτευσε πρὸς τοῦτο ὁ κύριος Πονηρόπουλος.
§30ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸν ἱκέτευσα.
§31ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἴπατε εἰς τὸ τμῆμα, δὲν ἠθέλησε νὰ συναινέσῃ εἰς τὸ νὰ παραχωρήσῃ εἰς αὐτὸν μικράν τινα περὶ τὰς κρίσεις του ἀνεξαρτησίαν, καὶ διὰ τοῦτο ψυχρανθεὶς ἀπεμακρύνθη τοῦ συστήματος τοῦ κυρίου Λομβάρδου. Ἀλλὰ ἂν, κύριοι βουλευταί, ἀλλ’ ἂν πράγματι ὁ κύριος Λομβάρδος ἐστήριζε τὴν ὑπεροχήν του εἰς τὴν τρομοκρατίαν, τὴν ὁποίαν ἐνήσκει διὰ τῶν δολοφόνων του, τότε ὁ ἀξιότιμος κύριος Πονηρόπουλος, νέος τοῦ ὁποίου δὲν ἔχομεν οὐδὲν δικαίωμα νὰ ἀμφισβητήσωμεν τὸν πατριωτισμόν, ἤθελε βεβαίως πάραυτα καὶ διὰ μόνον τὸν λόγον τοῦτον ἀπομακρυνθῆ τῆς μερίδος τοῦ κυρίου Λομβάρδου καὶ δὲν ἤθελέ ποτε μάλιστα ταχθῆ εἰς αὐτὴν καὶ δὲν ἤθελέ ποτε ἀναγνωρίσει τὴν σημαίαν του, σημαίαν κατ’ αὐτὸν, παρανομίας καὶ αἴσχους! Ἀλλὰ τὸ ἀβάσιμον, κύριοι, τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου, ὅτι ὁ κύριος Λομβάρδος ἦρχεν ἐν Ζακύνθῳ διὰ τῆς τρομοκρατίας, ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων αὐτῶν, ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἰδίως τῶν ἐτῶν 68 καὶ 73, διότι κατ’ ἀμφοτέρας τὰς ἐκλογὰς ταύτας ὁ κ. Λομβάρδος ἐπέτυχε διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας, ἐνῷ ἀμφότεραι αἱ τότε κυβερνήσεις ἦσαν ἥκιστα φιλικῶς διατεθειμέναι πρὸς αὐτόν· ἡ μία μάλιστα ἐξ αὐτῶν, ἡ τοῦ ἔτους 1868, ἦτον ἡ αὐτὴ μετὰ τῆς σήμερον διεπούσης τὰ πράγματα τῆς πατρίδος μας, ἡ ὁποία ἑπομένως καὶ τότε, ὡς καὶ τώρα, εἶχε λάβει βεβαίως ὅλα τὰ δυνατὰ μέτρα πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς τάξεως καὶ νομιμότητος. Ἀφοῦ λοιπὸν καὶ τότε ὡς καὶ τώρα ἐξησφαλίσθη ἐξ ἴσου ἡ ψῆφος τοῦ πολίτου, διατί τότε μὲν ἐπέτυχεν, ἐθριάμβευσεν ὁ κύριος Λομβάρδος, τώρα δὲ οἰκτρῶς ἀπεβλήθη; Ὁ κύριος Πονηρόπουλος προέβλεψε τὴν ἐρώτησιν ταύτην καὶ ἀπήντησεν εἰς αὐτὴν ἐκ προκαταβολῆς, μετεωρισθεὶς μάλιστα εἰς τὸ ὕψος τῆς φιλοσοφίας τῆς ἱστορίας, ἵνα ἐκεῖθεν ἀρυσθῇ τὸ ἐπιχείρημά του. Δὲν ἔχετε δικαίωμα, εἶπε, νὰ καταδικάσητε τὸν λαὸν τῆς Ζακύνθου εἰς στασιμότητα καὶ νὰ ἀρνηθῆτε εἰς αὐτὸν τὴν πρόοδον! ὁ λαὸς τῆς Ζακύνθου προώδευσε καὶ προοδεύσας ἐγκατέλιπε τὸν κ. Λομβάρδον! Ἀνέφερε δὲ κατ’ ὄνομα, μνημονεύσας καὶ τὴν ἐπιῤῥοὴν ἑκάστου, περιγράψας ὅλους τοὺς κομματάρχας τοῦ κ. Λομβάρδου, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλιπον αὐτὸν καὶ ἐτάχθησαν εἰς τὸ σύστημα τῆς ἀντιθέτου μερίδος. Ἀλλὰ ἴσα ἴσα, κύριοι, τὸ γεγονὸς τοῦτο τῆς ἐγκαταλείψεως τοῦ κ. Λομβάρδου ὑπὸ τῶν φίλων του καὶ τῆς μεταστάσεως αὐτῶν εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν ἀντιθέτων αὐτοῦ, ἂν ᾖναι ἀληθές, ἤθελεν ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ μὲν κ. Λομβάρδος δικαίως παραπονεῖται διὰ τὰ κατὰ τὴν ἐκλογὴν ταύτην ἐναντίον του συμβάντα, οἱ δὲ ἐπιτυχόντες ὅτι δὲν ἐπέτυχον νομίμως· διότι ἂν ἀληθῶς οἱ φίλοι τοῦ κ. Λομβάρδου μετέστησαν εἰς τὸ ἀντίθετον στρατόπεδον, διατί οἱ ἐπιτυχόντες ἔλαβον κατὰ τὴν ἐκλογὴν ταύτην τόσας περίπου ψήφους ὅσας πάντοτε ἐλάμβανον οἱ ἀντίθετοι τοῦ κ. Λομβάρδου καὶ κατὰ τοσοῦτον ἰδίως ὀλιγωτέρας τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψήφων, τὸν ὁποῖον ἄλλοτε ἐλάμβανεν ὁ κ. Λαμβάρδος; Ἀφοῦ αἱ ψῆφοι αὗται τοῦ κ. Λομβάρδου ἐλλείπουσιν ἐκ τῶν καλπῶν του, χωρὶς νὰ προστίθενται εἰς τὰς κάλπας τῶν ἀντιθέτων του, δικαιούμεθα νὰ ἐρωτήσωμεν, αἱ ψῆφοι αὗται τί ἐγένοντο; ἀφοῦ δὲν εὑρέθησαν εἰς τὰς κάλπας, εἶναι πρόδηλον ὅτι δὲν ἐτέθησαν εἰς αὐτάς. Ἀλλὰ διατί δὲν ἐτέθησαν; αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Οἱ ἀξιότιμοι ἐπιτυχόντες καταφεύγουσιν, ὅπως λύσωσι καὶ τὴν δυσκολίαν ταύτην, εἰς ἄλλο ἐπιχείρημα· αἱ ψῆφοι αὗται, λέγουσι, δὲν εὑρέθησαν εἰς τὰς κάλπας οὔτε τῶν μὲν οὔτε τῶν δέ, διότι οἱ φίλοι τοῦ κ. Λομβάρδου ἀπεχώρησαν, ἀπεχώρησαν ἐκ συστάσεως, κατὰ τὴν διαταγὴν τοῦ ἀρχηγοῦ των, διότι προέβλεπον ὅτι θὰ ἦτον ἀδύνατον εἰς αὐτοὺς νὰ τηρήσωσι τὴν συνήθη ὑπεροχήν των· ἀφοῦ εἶδον, λέγουσι, τὴν ἀδυναμίαν αὐτῶν νὰ ἐπιτύχωσι τὸ ὅλον, ὡς ἦσαν συνειθισμένοι, ἐπροτίμησαν νὰ παραιτηθῶσιν οἰκειοθελῶς καὶ τῆς ἐπιτεύξεως τοῦ μέρους ὅπως σώσωσι τὴν φιλοτιμίαν των ἢ καὶ πλάσωσι λόγον ἀκυρότητος τῆς ἐκλογῆς. Ὅλα ταῦτα ὅμως, κύριοι, δὲν εἶναι σπουδαῖα καὶ εἶναι πρὸς τούτοις καὶ ἀντιφατικά· εἶναι ἀντιφατικὰ διότι, δυοῖν θάτερον, ἢ εἶναι ἀληθὲς ὅτι οἱ φίλοι τοῦ κ. Λομβάρδου ἀπεχώρησαν καὶ τότε δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος δὲν ἔχει φίλους ὡς ἐγκαταλιπόντας αὐτόν, ὡς μεταστάντας εἰς τοὺς ἀντιπάλους του, ἢ εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος δὲν εἶχε φίλους διότι οὗτοι τὸν ἐγκατέλιπον καὶ τότε δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι οἱ φίλοι του ἀπεχώρησαν, διότι οἱ μὴ ὑπάρχοντες δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποχωρήσωσιν· ἀλλὰ ταῦτα τὰ ἀναφέρω ἐν παρόδῳ καὶ διὰ ν’ ἀποδείξω ἁπλῶς ὅτι εἰς τοιαῦτα, κατὰ φυσικὸν λόγον, πρέπει νὰ περιέρχηται ἀδιέξοδα διλήμματα πᾶς ὅστις δὲν ὑποστηρίζει τὴν ἀκρίβειαν τῶν πραγμάτων. Ἀλλά, κύριοι, πρὸ πάντων, τὰ προτεινόμενα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων ἐπιτυχόντων δὲν εἶναι σπουδαῖα, διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἓν κόμμα πολιτικόν, ἀποβλέπον ἑπομένως εἰς πρακτικὸν σκοπὸν καὶ μάλιστα κόμμα φίλαρχον καὶ ἄπληστον ἐξουσίας, ὅπως παρίσταται τὸ τοῦ κ. Λομβάρδου, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ κόμμα τοῦτο ἀπεχώρησεν οἰκειοθελῶς, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ τὸ ὅλον τῆς νίκης· πῶς εἶναι δυνατὸν ἰδίως νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος, καὶ σημειώσατε ἐνταῦθα ὅ,τι ὁ κ. Πονηρόπουλος εἶπε ῥητῶς ἐνώπιον τοῦ τμήματος, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος, ἂν δὲν ἀπεχώρουν οἱ φίλοι του, ἤθελε βεβαίως ἐπιτύχει.
§32ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως.
§33ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Εἴπατε, βεβαίως αὐτὸς καὶ ἴσως εἷς ἢ καὶ δύω ἐκ τῶν συναδέλφων του· — πῶς εἶναι, λέγω, δυνατὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος ἤθελε κλείσει αὐτὸς εἰς ἑαυτὸν τὴν θύραν, καὶ ἤθελεν ἀφαιρέσει ἀπὸ τὴν μερίδα του τὸ ὅπλον, τὸ ἰσχυρὸν ὅπλον, τὸν λόγον, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἔχει, διὰ νὰ ὑποστηρίζῃ τὰ συμφέροντά της, καὶ τοῦτο διατί; διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν φιλοτιμίαν του διὰ τὴν μὴ πλήρη ἐπιτυχίαν τοῦ συνδυασμοῦ του! Ἀλλὰ τοιαύτην φιλοτιμίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν τὴν ἐννοῶ, ὑπὸ πρακτικὴν ἔποψιν, διότι τὸ τοιοῦτον ἤθελεν εἶσθαι τὸ ἴδιον ὡς ἂν ἰσχυρίζετό τις, ὅτι ἐπειδὴ προβλέπει ὅτι πρόκειται νὰ πληγωθῇ προτιμᾷ νὰ αὐτοκτονήσῃ, διότι βεβαίως αὐτοκτονία εἶναι δι’ ἕνα πολιτικὸν ἄνδρα ν’ ἀποχωρήσῃ τοῦ σταδίου, εἰς τὸ ὁποῖον προώρισεν ἑαυτόν, διὰ μόνον τὸν λόγον ὅτι οἱ ἐχθροί του τὸ θέλουν. Λοιπὸν, κύριοι, ἂν ᾖναι ἀληθὲς καὶ εἶναι ἀληθὲς, διότι τὸ ὡμολόγησαν αὐτοὶ οἱ κύριοι ἐπιτυχόντες, ἂν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι οἱ φίλοι τοῦ κ. Λομβάρδου δὲν ἐψηφοφόρησαν, εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι δὲν ἐψηφοφόρησαν, οὐχὶ διότι ἀπεχώρησαν, ἀλλὰ διότι ἠναγκάσθησαν, διότι ἀπεκλείσθησαν διὰ τῆς βίας. Ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα καταφεύγουσιν οἱ ἐπιτυχόντες εἰς ἄλλο ἐπιχείρημα· λέγουσιν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποκλεισθῶσι διὰ τῆς βίας οἱ φίλοι τοῦ κ. Λομβάρδου· διατί; διότι δὲν ὑπῆρχε τὸ μέσον πρὸς τοῦτο, διότι ἡ στρατιωτικὴ δύναμις, ἡ παροῦσα κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐν Ζακύνθῳ, δὲν ἦτον ἐπαρκὴς, δὲν ἦτον ἱκανὴ ὅπως ἐπιφέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἀποκλεισμοῦ. Δυστυχῶς καὶ ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ὑπάρχει σπουδαία διαφωνία μεταξὺ τῶν ἀντιφρονούντων, διότι κατὰ μὲν τὸν κ. Λομβάρδον, εἰς ἕνα ἕκαστον τῶν δέκα δήμων τῆς ἐπαρχίας ἦσαν παρόντες ἀνὰ 15 στρατιῶται, καὶ ἐκτὸς αὐτῶν ὑπῆρχε πρόσθετον ἄλλο μεταβατικὸν ἀπόσπασμα, τὸ ὁποῖον ἐκ περιτροπῆς περιήρχετο ὅλους τοὺς δήμους, διὰ ν’ ἀναπληροῖ τὰς ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας τυχὸν ἄφινεν ἐν ἑκάστῳ δήμῳ ἡ ἐν αὐτῷ σταθερῶς σταθμεύουσα στρατιωτικὴ δύναμις.
§34ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ στρατιῶται ἦσαν καὶ ὄχι δεκαπέντε.
§35ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Ἔτσι ἐπληροφορήθη ὁ κ. Κοντόσταυλος ἀπὸ τὸν Λομβάρδον.
§36ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐκθέτω ἀκριβῶς τὰ πράγματα ὡς ἀντελήφθην αὐτῶν, καθόσον δύνασθε νὰ μὲ ἐξελέγξητε, ἐὰν δὲν λέγω ἀλήθειαν. Λέγω λοιπὸν τί εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος· ὑμεῖς δὲ ἀντεκρούσατε αὐτὸν ὡς πρὸς τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν, ἰσχυρίσθητε, διὰ μὲν τῶν ἐγγράφων ἀντενστάσεών σας, ὅτι ἦσαν παρόντες ἐν ἑκάστῳ δήμῳ ἀνὰ ὀκτὼ στρατιῶται, διὰ δὲ τῶν προφορικῶν ἐν τῷ τμήματι ἀγορεύσεών σας, περιωρίσατε τὸν ἀριθμὸν τοῦτον τῶν στρατιωτῶν εἰς ἓξ μόνον ἐν ἑκάστῳ δήμῳ.
§37ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ἓξ, διότι εἰς αὐτὸν τὸν ἀριθμὸν δὲν συμπεριλαμβάνω τὸν ἀποσπασματάρχην, καθὼς καὶ ἕνα στρατιώτην φυλάττοντα τὸν στρατῶνα.
§38ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Σήμερον ἤκουσα ἀπὸ τὸν κ. πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος κ. Ζωχιὸς ἐζήτησε περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως τῆς ὑπαρχούσης ἐν Ζακύνθῳ κατὰ τὰς ἐκλογάς· κατὰ τὴν σημείωσιν ταύτην, ἐκ τοῦ πεζικοῦ ἐστάλησαν 130 ἄνδρες, ἐκ τῆς χωροφυλακῆς 36, ἐκ τῶν εὐζώνων 50, ἐκ τῶν σκαπανέων 32, ὑπεράριθμοι ὑπαξιωματικοὶ 12, τὸ ὅλον 260· πόσοι ἀναλογοῦν εἰς ἕκαστον τῶν δέκα δήμων; 26. Ἀλλὰ εἰς ἐμὲ εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον τοῦτο καὶ θεωρῶ ὅλως ἄσκοπον καὶ περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ τῆς ἔριδος ταύτης, ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν στρατιωτῶν τῶν παρόντων κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐν Ζακύνθῳ, διότι ἔχω καὶ ἐνταῦθα τὴν ὁμολογίαν τῶν κυρίων ἐπιτυχόντων, ἥτις καθολοκληρίαν ὑποστηρίζει τὰς σκέψεις καὶ τοὺς ἰσχυρισμούς μου. Οἱ ἐπιτυχόντες ὡμολόγησαν, ὅτι ἡ ψῆφος τοῦ πολίτου ἐξησφαλίσθη ἐν Ζακύνθῳ κατὰ τὰς ἐκλογὰς ταύτας, διότι ἡ στρατιωτικὴ δύναμις, ἡ σταλεῖσα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, περιέστειλε τοὺς δολοφόνους καὶ τοὺς κακούργους τοῦ κ. Λομβάρδου καὶ οὕτω ἐπέτρεψε τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς. Ὅταν λοιπὸν ἡ στρατιωτικὴ δύναμις αὕτη ἦτον ἐπαρκὴς, ἀποχρῶσα νὰ καταπτοήσῃ καὶ περιστείλῃ τοὺς μαχαιροφόρους κακούργους, δὲν ἦτον ἱκανὴ καὶ ἀποχρῶσα νὰ καταπτοήσῃ καὶ ἀποκλείσῃ τοὺς φιλησύχους καὶ εἰρηνικοὺς πολίτας; Βεβαίως ναί· καὶ τὸ μόνον ζήτημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐγερθῇ, εἶναι ἂν ἡ στρατιωτικὴ δύναμις ἤθελε νὰ κατορθώσῃ τοῦτο. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, πείθομαι ὅτι τοῦτο ἤθελε, καὶ τοῦτο ἐπεδίωξεν ἡ στρατιωτικὴ δύναμις, διότι, καθὰ ἀνεπτύχθησαν ἐν τῷ τμήματι χωρὶς ν’ ἀντικρουσθῶσιν, οἱ ἀρχηγοὶ τῆς δυνάμεως ταύτης, τῆς σταλείσης εἰς Ζάκυνθον, οἱ κύριοι Βουδούρης καὶ Ἀντζολίνος τὸ ὡμολόγησαν, τὸ ἐκαυχήθησαν μάλιστα· ἡ δὲ βεβαίωσις αὕτη, συμφωνεῖ καὶ ὑποστηρίζεται ἐκ τῶν πραγμάτων, διότι καὶ ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἐστάλη ἡ δύναμις αὕτη εἰς Ζάκυνθον, καὶ ὁ τρόπος καθ’ ὃν διετέθη ἀφιχθεῖσα, καὶ ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἐξήχθησαν εἰς τὴν ξηρὰν τὰ πολεμοφόδια, τὰ πάντα ἀποδεικνύουσιν ὅτι ἦσαν λελογισμένα πρὸς καταπτόησιν τῶν φίλων τοῦ κ. Λομβάρδου. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν ἐπιμένω περισσότερον εἰς ταῦτα, διότι ἔχομεν ἄλλας ἀποδείξεις πολὺ μεγαλειτέρας ἀξίας. Τὸ κατ’ ἐμὲ ὁμολογῶ ὅτι ἔχω πρόληψιν καὶ πρόληψιν ἰσχυρὰν ὑπὲρ τοῦ χαρακτῆρος τῶν μελῶν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου· φρονῶ δὲ ὅτι ἡ συμπεριφορὰ τῶν δικαστῶν εἰς τὰς συγκεκριμένας περιπτώσεις, ἐκτὸς σπανίων ἐξαιρέσεων, δικαιολογεῖ τὴν πρόληψίν μου ταύτην· ἔχω ἑπομένως πεποίθησιν, κατὰ γενικὸν κανόνα, ἐπὶ τὴν ἀκεραιότητα καὶ τὴν ἀμεροληψίαν τῶν δικαστῶν· συγχωρήσατέ μοι δὲ νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ πεποίθησις αὕτη εἶναι εἰς ἐμὲ λίαν παρήγορος, ἐνώπιον τῆς ἄλλης ἡμῶν διοικητικῆς καὶ πολιτικῆς ἐκπτώσεως καὶ παραλυσίας· διότι ἔχω τὸ ἀξίωμα ὅτι ἐνόσῳ ἓν Κράτος ἔχει δικαστικὴν ἐξουσίαν ὁποσοῦν ἀξίαν τῆς ὑψηλῆς, τῆς θείας αὐτῆς ἐντολῆς, τὸ Κράτος αὐτὸ πρέπει νὰ ᾖναι βέβαιον, οὐχὶ μόνον περὶ τῆς σωτηρίας αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς προόδου καὶ περὶ τῆς εὐημερείας του· ἐκ τούτου δὲ γίνεται δῆλον πόσον οἱ πολιτικοὶ ἡμῶν ἄνδρες πρέπει νὰ μεριμνῶσι περὶ τῆς ἀνυψώσεως τοῦ δικαστικοῦ κλάδου καὶ ὅτι εἶναι ἀνάξιοι τῆς θέσεώς των ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἀντί τούτου, διανοοῦνται νὰ τὸν ταπεινώσωσι καὶ νὰ καταστείλωσι τὴν ἀνεξαρτησίαν του. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, κύριοι, ἔχομεν μίαν πρᾶξιν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, τῶν δικαστῶν Ζακύνθου, ἐκ τῆς ὁποίας πρυκύπτει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ μάθωμεν. Εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην τῶν δικαστῶν Ζακύνθου ἐγὼ δίδω πλείστην ὅσην σημασίαν, καθόσον αὕτη ἀντικαθιστᾷ ἐντελῶς κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, καὶ αὐτὰς τὰς ἐκθέσεις τῶν ἀνακριτῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πολυλᾶς καὶ περὶ ὧν μετ’ ἀπορίας ἔμαθον ὅτι δὲν ὑπάρχουν, διότι τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς τὰ μέχρι τοῦδε εἰθισμένα. Μέχρι τοῦδε οἱ ἀνακριταὶ ὅσοι ἐστέλλοντο εἰς τὰς ἐκλογὰς, ὑπέβαλλον πάντοτε ἐγγράφους ἐκθέσεις, αἵτινες ἀπεστέλλοντο εἰς τὴν Βουλήν· ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀνατρέπεται καὶ ὁ κανὼν οὗτος· συγχωρήσατέ μοι ἑπομένως νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν πρᾶξιν τῶν δικαστῶν Ζακύνθου, ἥτις, ὡς εἶπον, ἐντελῶς ἀναπληροῖ τὴν εἰρημένην ἔλλειψιν. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἔχω πρόχειρον τὸ χειρόγραφον, θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἓν ἔντυπον ἀντίγραφον αὐτοῦ. (Ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν τῶν δικαστῶν.)
§39ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀτομικῶς αὐτοὶ ἐνήργησαν.
§40ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀνέφερα τὴν πρᾶξιν τῶν δικαστῶν, ὡς δικαστῶν καὶ οὐχὶ ὡς πρᾶξιν τοῦ δικαστηρίου.
§41ΖΕΖΑΣ. Ἐξ ἐπαγγέλματος ἐνήργησαν καὶ ἐντὸς τοῦ δικαιώματός των;
§42ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ὅταν, κ. Ζέζα, ὁ ἐλάχιστος πολίτης ἔχει τὸ δικαίωμα, ἐν περιπτώσει τελέσεως παρανόμου πράξεως καὶ μάλιστα παρανόμου πράξεως ῥιζικῶς ἀνατρεπούσης τὸ κράτος τοῦ νόμου, νὰ καταγγείλῃ τοὺς παρανομοῦντας, νομίζετε ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο μία ἀρχὴ, καὶ ἀρχὴ οἵα ἡ δικαστικὴ, ὅταν μάλιστα διεκδικεῖ ἐν τούτῳ τὴν ἰδίαν αὑτῆς ἀξιοπρέπειαν; Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ πλειονοψηφία τοῦ τμήματος, τὸ ὁποῖον προεπεξειργάσθη τὴν προκειμένην ἐκλογὴν, δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἔγγραφον τοῦτο, τὸ ἐθεώρησεν ἀνάξιον προσοχῆς, καὶ τοῦτο διὰ δύω λόγους· πρῶτον μὲν διότι ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ, λέγει ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας, δὲν γίνεται λόγος περὶ ἐκλογῆς, ἀλλὰ περὶ ἐγκλημάτων, ἢ παρεκτροπῶν, λαβουσῶν χώραν πολὺ μεταγενεστέρως, καὶ δεύτερον διότι τὰ δικαστήρια δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφαίνωνται περὶ τῶν ἐκλογῶν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς δύω λόγους ἡ πλειονοψηφία τοῦ τμήματος δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρᾶξιν ταύτην τῶν δικαστῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ ἂν ἦτον ἀληθὲς, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦτο τῶν δικαστῶν περιορίζεται εἰς τὴν ἐξεικόνισιν τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων ἐν Ζακύνθῳ κατὰ τὸν μετὰ τὰς ἐκλογὰς χρόνον, πάλιν ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτῶν αἱ αἰτιάσεις, τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα τὸ δικαστήριον ἀπηύθυνε πρὸς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν, ἦσαν δεινότερα ἔτι· διότι ἂν ὁ σάλος 15 ἡμέρας ὁλοκλήρους μετὰ τὴν καταιγίδα ἦτο τοιοῦτος, οἷος ἐξεικονίζεται εἰς τὸ ἔγγραφον, δυνάμεθα νὰ ὑποθέσωμεν ὁποία πρέπει νὰ ἦτον ἡ δύναμις τῆς καταιγίδος ταύτης κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐκρήξεως καὶ τῆς ἀκμῆς αὐτῶν, δηλαδὴ κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τὸ ἔγγραφον τῶν δικαστῶν ῥητῶς λέγει, ὅτι κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν αἱ παρεκτροπαὶ αὗται ἔλαβον χώραν ἐξ αὐτῶν μάλιστα προκύψασαι, ὥστε ἡ παρατήρησις τῆς πλειοψηφίας τοῦ τμήματος εἶναι ὡς πρὸς τοῦτο ἀνακριβής. Δεύτερον, κατὰ τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ τμήματος, τὸ ἔγγραφον τῶν δικαστῶν δὲν ἔπρεπε νὰ ληφθῇ καὶ δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, διότι τὰ δικαστήρια δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφαίνωνται περὶ τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, ὅστις ἤκουσε τὸ ἔγγραφον τοῦτο, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα, θέλει βεβαίως καταληφθῇ ὑπὸ αἰσθήματος ἀπορίας, πῶς ὁ Βαλασόπουλος, ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας, προέβη εἰς τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι ἀπόφανσις περὶ τῆς ἐκλογῆς· διότι, σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι ἀπόφανσις περὶ τῆς ἐκλογῆς ἡ πρᾶξις αὐτὴ τῶν δικαστῶν, δι’ ἧς παραπονοῦνται περὶ τῆς ἄρδην ἀνατροπῆς τῆς τάξεως, περὶ τῆς καταπτώσεως ὅλων τῶν ἀρχῶν καὶ περὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ νόμου διὰ τῆς κτηνώδους βίας; Καὶ εἶναι, κύριοι, ἀπόφανσις περὶ τῆς ἐκλογῆς, ὅταν τὸ δικαστήριον διαμαρτύρεται ἐνώπιον τῆς κοινωνίας καὶ καταγγέλλει εἰς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν τοὺς προπηλακισμοὺς τοὺς γενομένους κατ’ αὐτῶν τῶν ὀργάνων τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἀπὸ αὐτὴν ἐκείνην τὴν δύναμιν, ἡ ὁποία εἶναι κεκλημένη νὰ ᾖναι ὁ φρουρὸς τῆς τάξεως καὶ ὁ ὑπερασπιστὴς τοῦ νόμου! Βλέπετε, κύριοι, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀποφάνσεως περὶ τῶν ἐκλογῶν· ἀλλὰ περὶ ἐξεικονίσεως καταστάσεως πραγμάτων τοιαύτης, ἥτις ἀποκαθίστα ἀδύνατον ἐνέργειαν ἐκλογῆς νομίμου. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν ἔχομεν μόνον τὴν ἀπόδειξιν ταύτην ὅτι ἀναρχία ἐπεκράτει ἐν Ζακύνθῳ κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐκλογῶν, καὶ ὅτι τρομοκρατία εἶναι ἡ αὐτόθι τὰς ἐκλογὰς διεξαγαγοῦσα· ἔχομεν καὶ σειρὰν ὁλόκληρον ἄλλων ἀποδείξεων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀναφέρω τὰ καταπληκτικὰ ἀληθῶς συμβάντα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν ἐν τῷ δήμῳ Ψωφῖδος καὶ τὰ ὁποῖα μαρτυροῦνται ὑπὸ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, τοῦ ἑλληνοδιδασκάλου κ. Μιχαλοπούλου. Ὁ ἄνθρωπος οὗτος καταπτοηθεὶς ὑπὸ τῆς ἀγρίας συμπεριφορᾶς τοῦ λοχίου τοῦ παρασταθέντος κατὰ τὴν διαλογὴν καὶ μετὰ κυνικῆς αὐθαδείας παρανομοῦντος ἐνώπιον τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, καταπτοηθείς, λέγω, οὐ μόνον ἐσίγησεν ὡς πρὸς τὰς πράξεις τοῦ λοχίου τούτου τὰς αὐθαδῶς παρανόμους, αἱ ὁποῖαι ἐτελέσθησαν ὑπὸ τὰς ὄψεις του, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐπεκύρωσε διὰ τῆς ὑπογραφῆς του. Κατόπιν ὅμως ἀπαλλαγεὶς τοῦ φόβου καὶ συνελθὼν εἰς ἑαυτὸν κατέθεσε τὴν ἀλήθειαν ὡς πρὸς τὰ διατρέξαντα ἐνώπιον τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς καὶ ἀνεκοίνωσε δι’ ἐπιστολῆς του τὰ ἐν τῇ καταθέσει του πρὸς τὸν κ. Λομβάρδον. Τὸ ἀξιόπιστον τῆς μαρτυρίας ταύτης τοῦ κ. Μιχαλοπούλου δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς ἀξιοτίμους ἐπιτυχόντας νὰ διαμφισβητήσωσι, διότι ὁ κ. Λομβάρδος, μαθὼν τὰ τελεσθέντα ὄργια εἰς τὸν δῆμον Ψωφῖδος καὶ πληροφορηθεὶς ὅτι ταῦτα ἐπεκυρώθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Μιχαλοπούλου, ἐπίστευσεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἦτο συνεργὸς τῆς παρανομίας καὶ ἔσπευσε νὰ τὸν καταγγείλῃ ὡς ἄνθρωπον ἀνάξιον τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβε, νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ σπουδαίου τούτου καθήκοντος. Οἱ ἀξιότιμοι ὅμως ἐπιτυχόντες ὑπεραπολογήθησαν αὐτοῦ παραστήσαντες αὐτὸν ὡς ἄνθρωπον κατὰ πάντα ἀξιότιμον. Ἐκεῖνον λοιπὸν τὸν ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον τότε παρέστησαν ὡς ἀξιότιμον καὶ ἀξιόπιστον, δὲν δύνανται σήμερον νὰ τὸν παραστήσουν ὡς ἀνάξιον τιμῆς καὶ ἀνάξιον πίστεως διὰ μόνον τὸν λόγον ὅτι ἐκθέτει ἐν ἀληθείᾳ τὰ γεγονότα. Συγχωρήσατέ μοι, κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἐπιστολὴν ταύτην τοῦ κ. Μιχαλοπούλου, διότι δὲν ἔχω τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ ἐνώπιον τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς καὶ ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε περὶ τῆς σημασίας τοῦ περιεχομένου αὐτῆς.
§43Ι. ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Πότε ἔγραψε τὴν ἐπιστολήν;
§44ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Τὴν 29 Αὐγούστου. (Ἀναγινώσκει τὴν ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πνεύματι δημοσιευθεῖσαν ἐπιστολὴν τοῦ κ. Μιχαλοπούλου, ἀντιπροσώπου τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς).
§45ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε Κοντόσταυλε, λάβε.
§46ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Τὸ εἶδα τὸ πρωτότυπον, κ. Ζωχιέ. —Λαμβάνω τὴν τόλμην νὰ ἀναγνώσω αὐτὸ ἐξ ἀντιτύπου, διότι τὸ πρωτότυπον εἶναι δύσκολον νὰ τὸ ἀνεύρω τώρα· ἀλλὰ ὁ βουλόμενος δύναται νὰ τὸ ἀντιπαραβάλῃ (θόρυβος).
§47ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι εἰς τὸ Κοινοβούλιον δὲν ἀναγινώσκονται....
§48ΖΩΧΙΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Σεῖς θὰ κανονίσητε τὴν ὁμιλίαν ἑνὸς ἑκάστου;
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι, τὸν ἀγορεύοντα.
§50ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Δουζίνα, ὅταν διακόπτετε, ἠμπορεῖ νὰ χάσῃ τὴν σειράν του ὁ ἀγορεύων.
§51ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Δὲν τὴν χάνει· ἔννοια σας.
§52ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν καλωσύνην, κ. Πονηρόπουλε, ἀλλὰ δύνασθε νὰ ἡσυχάσητε, διότι δὲν κινδυνεύω νὰ χάσω τὴν σειράν μου.
§53ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Εἶναι ἰδιώματα.
§54ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ μάθωμεν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαλογῆς;
§55ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἔπειτα θὰ σᾶς τὸ εἴπω. — Ἀλλά, κύριοι, ἡ πλειονοψηφία τοῦ τμήματος οὔτε τὴν ἐπιστολὴν ταύτην ἐθεώρησεν ἀξίαν νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν· οἱ λόγοι της ὅμως εἶναι ἐντελῶς ἀνίσχυροι, καὶ ὅτι εἶναι ἀνίσχυροι τὸ ἐννοεῖ καὶ ἡ ἰδία, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγκάζεται νὰ προσθέσῃ πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῶν μίαν σκέψιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ ἄλλως ἢ ὡς ἀστεία· διότι τὴν ἀπόδειξιν ὅτι εἶναι ἀναξιόπιστος ἡ ἐπιστολὴ αὕτη, ὅτι εἶναι ὑποβολιμαία, πόθεν νομίζετε ὅτι τὴν ἐξάγει; ἐκ τοῦ ὕφους της, τὸ ὁποῖον βεβαιοῖ ἡ πλειονοψηφία, ὅτι δὲν εἶναι δασκαλικόν! Ἀλλ’ ἐδῶ, κύριοι, νομίζω ἐντελῶς περιττὸν νὰ ἀπαντήσω εἰς τοιαύτας θεωρίας, αἱ ὁποῖαι ἀποδεικνύονται ἀνυπόστατοι καὶ ἀνάξιοι λόγου, ἐξ αὐτῆς ἤδη τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως τῆς ἐπιστολῆς. Ἀλλά, κύριοι, δὲν εἶναι τοῦτο τὸ μόνον μαρτύριον, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει τὴν τρομοκρατίαν ἐν Ζακύνθῳ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, τὴν τρομοκρατίαν, ἡ ὁποία προῆλθεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν εἰς ὅλους τοὺς δήμους ἀνεξαιρέτως· μαρτύρια τοιαῦτα τῆς διαγωγῆς τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως ὑπάρχουσι πολλά, ἐγὼ δὲ θὰ σᾶς ἀναφέρω δύω μόνον ὡς παραδείγματα. Εἰς τὸν δῆμον Ὑριέων τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας ἀπεβλήθη ἓν μέλος τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἀπεβλήθη διὰ πράξεως ὑπογεγραμμένης ὑπὸ δύω μόνον μελῶν αὐτῆς· διατί δὲ νομίζετε; διότι, ὡς βεβαιοῖ ἡ πρᾶξις, τὸ μέλος τοῦτο τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἦτο συγγενὴς πρὸς ἕνα τῶν ὑποψηφίων. Βλέπετε ὅτι κατὰ πρώτην φορὰν ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς μας Δικονομίας εἰς ἐκλογάς. Ἀλλά, κύριοι, θέλετε νὰ μάθητε τώρα καὶ τὸ ἐλατήριον τῆς τοιαύτης ἐνεργείας; τὸ εὑρίσκετε εἰς τὰ πρακτικὰ ἔνθα ὑπογράφεται μετὰ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ὁ διευθυντὴς τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως ἐν τῷ τόπῳ, ὁ λοχίας! Εἰς ἄλλον δῆμον, τῶν Ἐλατίων, τὴν δευτέραν ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας θεωρεῖ ἀναγκαῖον ἡ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ γείνῃ ἔρευνα πρὸς ἀνεύρεσιν ὅπλων ἐν τῷ τόπῳ τῆς ψηφοφορίας. Γίνεται ἡ ἔρευνα, καὶ ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῆς; ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης οὔτε τὰ δύω μέλη, τὰ μειονοψηφοῦντα, τῆς ἐπιτροπῆς, οὔτε οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἀποτυχόντων φαίνονται πλέον παρόντα καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἐκλογῆς. Διατί ἑπομένως ἐγένετο ἡ ἔρευνα καὶ τί συνέβη κατ’ αὐτήν, τὸ ἐννοεῖτε! Τοιαῦτα, κύριοι, ἐτελέσθησαν καὶ ἐν τῷ δήμῳ τούτῳ καὶ ἐν ἄλλοις, τὰ ὁποῖα παρατρέχω, διότι λεπτομερῶς τὰ ἀνέπτυξεν ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς μειονοψηφίας ὁ κ. Ζηνόπουλος. Ταῦτα λοιπὸν περὶ τοῦ ἀποκλεισμοῦ διὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως. Ἀλλ’ ἀποδεικνύεται ἐνταυτῷ, ὅτι δὲν ἐγένετο χρῆσις μόνον τοῦ μέσου τούτου κατὰ τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου· ἔλαβε δυστυχῶς χώραν καὶ ἄλλο ἔγκλημα, τὸ μυσαρὸν ἔγκλημα τῆς καλπονοθεύσεως. Ἀλλὰ πρὸ τούτου, κύριοι, συγχωρήσατέ μοι μίαν ἐξήγησιν. Λέγων καὶ πιστεύων, ὅτι διεπράχθησαν τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, κατὰ τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου, δὲν θέλω νὰ ὑποθέσῃ οὐδείς, ὅτι θεωρῶ ἐν τῇ συνειδήσει μου ἐπηρεαζομένην ἐντεῦθεν τὴν ὑπόληψιν τῶν ἀξιοτίμων ἐπιτυχόντων ὑποψηφίων. Τὸν κύριον Βοῦλτσον μάλιστα ὑπολήπτομαι ἰδιαιτέρως καὶ ὡς ἐκ τῆς ἐντίμου οἰκογενείας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει, καὶ ὡς ἐκ τῆς σχέσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει μετὰ τῆς οἰκογενείας Ῥώμα, τῆς ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν διακρινομένης ταύτης οἰκογενείας, ἡ ὁποία καὶ πατρόθεν καὶ ἀτομικῶς μοὶ εἶναι σεβαστὴ καὶ φίλη. Ἀλλά, κύριοι, τὰ πολιτικὰ πάθη, ὅταν μάλιστα εἶναι ἐξημμένα εἰς τὸν βαθμόν, εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι ἐξημμένα ἐν Ζακύνθῳ, ἔχουσι πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τοῦτο τὸ κακόν, ὅτι ἐξασθενοῦν καὶ ἀμβλύνουσι τὰς ἠθικὰς ἡμῶν ὄψεις ὡς πρὸς τὰ ἀντικείμενα καὶ τὰ μέσα τοῦ ἀγῶνος, τὰ ὁποῖα δυσκόλως δυνάμεθα νὰ ἐκτιμήσωμεν ἐν τῇ ἀληθείᾳ αὐτῶν. Διὰ τοῦτο δὲν θέλω ν’ ἀποδώσῃ κἀνεὶς εἰς ἐμὲ ὅτι κατηγορῶ καὶ θεωρῶ ἀναξίους ὑπολήψεως ἐν γένει τοὺς ἀξιοτίμους ἐπιτυχόντας. Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου μου. Ἐκτὸς λοιπὸν τοῦ ἀποκλεισμοῦ, ἐγένετο χρῆσις ἐνταῦθα, ἐν τῇ ἐκλογῇ Ζακύνθου, καὶ τοῦ μυσαροῦ ἐγκλήματος τῆς καλπονοθεύσεως. Καὶ πρῶτον μὲν ἐτελέσθη τὸ ἔγκλημα τοῦτο, ὡς ἴδετε ἐκ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ κυρίου Μιχαλοπούλου, εἰς τὸν δῆμον Ψωφῖδος· ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ κύριος Μιχαλόπουλος καταθέτει, ὅτι ἀφοῦ ὁ θρασὺς ἐκεῖνος λοχίας ἀπέκοψε διὰ τοῦ ξίφους του τὴν σιδηρᾶν ῥάβδον, τὴν συνδέουσαν τὰς κάλπας, μετέφερε τὰ σφαιρίδια τοῦ Ὄχι τῶν καλπῶν τῶν ἐπιτυχόντων εἰς τὸ Ναὶ τῶν αὐτῶν καλπῶν, παρατρέξας μόνον τὴν κάλπην τοῦ κυρίου Πονηροπούλου, ὡς τελευταίαν κατὰ τὴν τοποθέτησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἑπομένως εὑρέθησαν σφαιρίδια ὀλιγώτερα εἰς τὸ Ναὶ παρὰ εἰς τὰς λοιπὰς κάλπας τῶν ἄλλων ὑποψηφίων τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ κ. Βούλτσου. Ὅτι δὲ ἡ καθυστέρησις αὐτὴ τῶν σφαιριδίων τοῦ Ναὶ εἰς τὴν κάλπην τοῦ κυρίου Πονηροπούλου εἶναι ἀποδοτέα εἰς τὴν καλπονόθευσιν, ἡ ὁποία διεπράχθη εἰς τὰς κάλπας τῶν λοιπῶν συναδέλφων αὐτοῦ καὶ ὄχι εἰς τὴν ἀτομικὴν κατ’ αὐτοῦ ἀντίπραξιν κομματαρχῶν τινων τοῦ δήμου τούτου, οἱ ὁποῖοι διέκειντο πρὸς αὐτὸν ἐχθρικῶς ὡς ὁ ἴδιος προσεπάθησε νὰ ἰσχυρισθῇ, ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς ἀψευδοῦς γλώσσης τῶν ἀριθμῶν· διότι, ὅταν προσθέσωμεν εἰς τὰ σφαιρίδια τοῦ Ναὶ τῆς κάλπης τοὺ κ. Πονηροπούλου, τὰ σφαιρίδια τοῦ Ὄχι τῆς κάλπης τοῦ κ. Λομβάρδου, εὑρίσκομεν περίπου τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν τῷ δήμῳ τούτῳ ψηφοφορησάντων ἐκλογέων· ἐνῷ, ὅταν προσθέσωμεν εἰς τὰ σφαιρίδια τοῦ Ναὶ τῆς κάλπης τῶν ἄλλων ἐπιτυχόντων τὰ σφερίδια τῆς κάλπης τοῦ Ὄχι τοῦ κ. Λομβάρδου, εὑρίσκομεν ὡς ἄθρισμα ἀριθ. 360 σφαιριδίων περιπλέον τῶν ψηφοφορησάντων ἐκλογέων ἐν τῷ δήμῳ τούτῳ, τοῦθ’ ὅπερ ἤθελεν ἀποδεικνύει ὅτι 360 ἐκλογεῖς ἐψηφοφόρησαν ἐν αὐτῷ καὶ ὑπὲρ τῶν δύω μερίδων. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῆς ἐμπαθείας καὶ τῆς ἐντεῦθεν διακρίσεως καὶ διαστάσεως τῶν μερίδων ἐν Ζακύνθῳ. Ἄλλο εἶδος καλπονοθεύσεως διεπράχθη εἰς τὸν δῆμον Ἐλατίων, ἀλλὰ τὰς λεπτομερείας αὐτῆς παρατρέχω, ἀρκούμενος εἰς μόνον τὸ ἀναμφισβήτητον γεγονὸς ὅτι εἰς τὸ Ναὶ τῶν καλπῶν τῶν ἀποτυχόντων εὑρέθησαν ἀνὰ 7 καὶ 5 καὶ 1 σφαιρίδια. Ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν ἰδιαιτέραν ὑμῶν πεῖραν ν’ ἀποφανθῆτε ἂν πρῶτον μὲν ᾖναι δυνατὸν εἰς πραγματικὴν ἐκλογὴν νὰ εὑρεθῶσιν ὅλοι οἱ ἐκλογεῖς ἑνὸς δήμου ὁμοφρονοῦντες, καὶ δεύτερον ἂν, καὶ τῆς ὁμοφροσύνης ταύτης ὑποτιθεμένης, ᾖναι δυνατὸν νὰ μὴ συνέβησαν λάθη κατὰ τὴν ψηφοφορίαν. Ἐπικαλοῦμαι, λέγω, τὴν πεῖράν σας· ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχω, πείρας μακρᾶς—διότι εἰς 7 περίπου ἐκλογὰς ἔλαβον μέρος ἐνεργὸν μέχρι τοῦδε—ἐπείσθην, ὅτι λάθη συμβαίνουσι πάντοτε οὐχὶ ὀλιγώτερα τῶν 10%. Ὅταν λοιπὸν βλέπω, ὅτι εἰς μίαν κάλπην δὲν ὑπάρχουν σφαιρίδια ἔχοντα τὴν εἰρημένην ἀναλογίαν πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ψηφοφορησάντων, τότε παραδέχομαι ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ δήμου τούτου προέρχεται ἀναντιῤῥήτως ἀπὸ καλπονόθευσιν. Τὴν κρίσιν μου ταύτην δὲν δύνασθε ν’ ἀναιρέσητε, ἀναφέροντες, ὅτι ἄλλοτε παρουσιάσθησαν εἰς ἐκλογὰς τοιαῦτα παραδείγματα, ὅτι παρουσιάσθησαν δηλαδὴ ἐκλογαὶ κατὰ τὰς ὁποίας εὑρέθησαν αἱ κάλπαι τῶν ἀποτυχόντων νὰ μὴ περιέχουν, ὄχι μόνον τὴν ἀναλογίαν τὴν ὁποίαν ἐμνημόνευσα, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἀπολύτως ψῆφον, καὶ ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἐκεῖναι οὐδὲν ἧττον ἐπεκυρώθησαν. Ἀλλὰ τοιαῦτα παραδείγματα ἐγὼ δὲν τὰ θεωρῶ βεβαίως, ὡς ἔχοντα κῦρος· δὲν κατακρίνω ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ παραδείγματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ συνειδήσει μου δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὡς στηριζόμενα εἰς τὴν ἀλήθειαν, δὲν δύναμαι καὶ νὰ τὰ ἀκολουθήσω.
§56ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Τοιοῦτος φανατισμὸς ἦτον ἐν τῷ δήμῳ αὐτῷ ὑπὲρ ἡμῶν καὶ κατὰ τοῦ Λομβάρδου, ὥστε ἠναγκάσθημεν νὰ τὰ χαλάσωμεν μὲ δύω φίλους μας, οἱ ὁποῖοι ἐπῆραν τὴν κάλπην τοῦ κ. Λομβάρδου νὰ τὴν σύρουν εἰς τὸν δρόμον. Εἰς τὸν δῆμον αὐτὸν τῶν Ἐλατίων ὑπάρχει ὁ δήμαρχος Θεοδόσιος καὶ ὑπῆρξεν ἐκεῖ ἕνας φανατισμὸς φοβερὸς, ὥστε ὁποῦ ἠναγκάσθημεν νὰ τὰ χαλάσωμεν μὲ τρεῖς φίλους μας.
§57ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Κύριε Βοῦλτσε, ἀποδίδω πᾶσαν πίστιν εἰς τοὺς λόγους σας· ἀλλὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἡ διάνοιά μου δὲν χωρεῖ, δὲν δύναμαι νὰ τὰ πιστεύσω.— Ἀλλὰ τέλος πάντων, κύριοι, φρονῶ, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς βαρύνω περισσότερον, διότι ὅσα ἐξήγησα ἤδη ὑμῖν, εἶναι πλέον ἢ ἀρκοῦντα ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ Ζακύνθου εἶναι αὐτόχρημα προϊὸν παρανομίας, ὡς προϊὸν δὲ παρανομίας εἶναι πρόδηλον ὅτι οὔτε δύναται, οὔτε πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ. Λέγω οὔτε πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ, διότι ἄλλως ἠθέλομεν εἶσθαι ἠναγκασμένοι νὰ ὁμολογήσωμεν ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου, ὅτι παρ’ ἡμῖν ἐν Ἑλλάδι, κυβερνῶσα ἀρχὴ εἶναι οὐχὶ ἡ νομιμότης, ἀλλ’ ἡ ἀθυρονομία, ἡ πλέον ἀπροκάλυπτος! Πρὶν ὅμως ἢ κατέλθω τοῦ βήματος, ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι βουλευταὶ, νὰ προσθέσω μίαν τελευταίαν παρατήρησιν καὶ ταύτην συντομωτάτην, τὴν ὁποίαν ὅμως θεωρῶ οὐσιώδη. Ἤκουσα ἐνίοτε παρὰ τινων ἐξ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποπειρῶνται νὰ δικαιολογήσωσι τὴν ἐπ’ αὐτοὺς ἐπενέργειαν κακῶς σκεπτομένης ἐξουσίας, ἤκουσα, λέγω, νὰ ἰσχυρίζωνται ὅτι ἡ πολιτικὴ εἶναι διακεκριμένη καὶ ἀλλοτρία τῆς δικαιοσύνης καὶ ὅτι δύναται καὶ εἰς πολλὰς περιστάσεις μάλιστα πρέπει νὰ παρίσταται ἡ μία ἀντιμέτωπος καὶ πολεμία τῆς ἄλλης. Ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ αὕτη, ἀποκύημα ἐνόχου μωρίας, δὲν δύναται νὰ ὑποστῇ τῆς ἀληθείας τὸν ἔλεγχον, ἐνώπιον τῆς ὁποίας τὸ κακὸν, καὶ κακὸν εἶναι πᾶν ὅ,τι δὲν εἶναι δίκαιον, ἐνώπιον τῆς ὁποίας, λέγω, τὸ κακὸν εἶναι πάντοτε κακὸν καὶ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὑπόστασιν δι’ οἱονδήποτε λόγον, διότι ὑπάρχει μία μόνη καὶ ἀδιαίρετος ἀλήθεια καὶ ὄχι πολλαὶ ἀντιμαχόμεναι πρὸς ἀλλήλας. Ἄλλως τε, κύριοι, πῶς παιδαγωγοῦμεν τὸν λαὸν, πῶς παραδειγματίζομεν αὐτὸν καὶ πῶς δυνάμεθα ν’ ἀπαιτήσωμεν παρ’ αὐτοῦ νὰ τηρῇ καὶ νὰ σέβηται τοὺς κοινοὺς νόμους, ὅταν ἡμεῖς, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, ὅταν ἡμεῖς οἱ νομοθέται, προπηλακίζωμεν καὶ ποδοπατῶμεν τὸν θεμελιώδη νόμον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὅλοι οἱ ἄλλοι νόμοι στηρίζονται; Ἡ παρανομία εἶναι παντοῦ καὶ πάντοτε παρανομία καὶ ἀπὸ μιᾶς ἕως τὴν ἄλλην οὔτε ἀπόστασις ὑπάρχει, οὔτε διάκρισις εἶναι δυνατή.
§58Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἀναβαίνω τὸ βῆμα, κύριοι, οὐχὶ ἵνα συνηγορήσω ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς ἐκλογῆς, διότι ὡς ὑπουργὸς δὲν δύναμαι, ἀλλ’ ἔρχομαι νὰ εἴπω τι πρὸς τὸ παρεμπῖπτον τὸ δικαστικὸν, περὶ οὗ ὁ κ. Κοντόσταυλος, μὴ γνωρίζων τὰ πράγματα ἔκαμε λόγον, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ ἡ Βουλὴ νὰ εὑρίσκεται εἰς ἀπάτην, ἂν καὶ τοῦτο τὸ θεωρῶ ἄσχετον μὲ τὴν ἐκλογήν. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα· πλησίον εἰς τὴν εἰσαγγελίαν ὑπῆρχε συνάθροισίς τις, καὶ τινὲς ἐζητωκραύγαζον· ἐκεῖ εὑρέθη δυστυχῶς ὁ ἀντεισαγγελεὺς, συνεκρούσθη μὲ ἕνα ἄλλον, ὡς λέγουν, καὶ συνεκρούσθησαν καὶ ἄλλοι πολῖται· δὲν ἠξεύρω τὰ καθέκαστα.
§59ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Παρακαλῶ.
§60Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶ διὰ τὸ δικαστικὸν μόνον. — Οἱ τρεῖς δικασταὶ ἀνεκοίνωσαν δι’ ἐπιστολῆς των εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι προσεβλήθη ὁ ἀντεισαγγελεύς· ἀλλὰ δυστυχῶς διὰ τὸν ἀντεισαγγελέα, ὁ εἰσαγγελεὺς ἔκαμεν ἐξετάσεις περὶ καὶ τὸν ἐτιμώρησε πειθαρχικῶς καὶ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν ὁ παρ’ ἐφέταις εἰσαγγελεὺς κ. Κωνσταντόπουλος ἐζήτησε νὰ ἐπικυρώσῃ τὸ ὑπουργεῖον.
§61ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Παρατηρῶ, ὅτι τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τοῦ δικαστηρίου τὴν ἔχουν ὑπογεγραμμένην τρεῖς δικασταὶ, ὁ πρόεδρος καὶ δύω δικασταὶ, οἱ ὁποῖοι βεβαιοῦν τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα περιέχει.
§62Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς αὐτὸ δὲν ἤθελα κάμει καμμίαν παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Κοντόσταυλον. Δικασταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐβεβαίωσαν ὅτι οἱ στρατιῶται ἔκαμον τὸ καθῆκόν των, θὰ ἦτο τολμηρὸν νὰ εἴπωσιν ἤδη τὰ ἐναντία εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Ἀναφέρουν τίποτε εἰς καμμίαν ἀρχὴν ἢ εἰς τὸ ὑπουργεῖον; Τίποτε, κ. Κοντόσταυλε. — Αὐτὰ τὰ λέγω ἀσχέτως πρὸς τὴν ἐκλογήν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἄλλος τὸν λόγον, κύριοι; Δὲν θέλει νὰ ὁμιλήσῃ κανεὶς ἄλλος;
§64ΡΟΥΚΗΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχεται ὅσα εἶπεν ὁ κ. Κοντόσταυλος.
§65ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐγὼ, κ. πρόεδρε.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Πολυλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§67ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐδίστασα ἐὰν ἔμελλον νὰ ἀναβῶ τὸ βῆμα τοῦτο, ὅπως ὑποστηρίξω τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου· ἐδίστασα μάλιστα κατόπιν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ διακεκριμένου συναδέλφου μας κ. Κοντοσταύλου· ἐδίστασα πρὸς τούτοις, καθότι πείθομαι, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα καὶ τὰ πράγματα δυσκόλως δύνανται νὰ μεταβάλωσιν ἤδη ἐπιβληθείσας ἀποφάσεις. Ἄπειρος, κύριοι, τοῦ βήματος, δὲν ὑπείκω εἰς ἄλλο παρὰ εἰς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπιβάλλει, ὄχι νὰ ζητήσω τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου, ὄχι νὰ ἐπιδιώξω τὴν ἐπάνοδον τοῦ Λομβάρδου μετὰ τῶν φίλων του ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, ἀλλ’ ἵνα καὶ ἐγὼ προσθέσω τὴν φωνήν μου, ὅπως πιστοποιηθῶσιν ἐπισήμως, πανηγυρικῶς, ἐνώπιον τοῦ Πανελληνίου, τὰ κατορθώματα τοῦ διέποντος σήμερον τὴν Ἑλλάδα συστήματος. Κύριοι Βουλευταὶ, σᾶς ἐγγυῶμαι, ὅτι θὰ ᾖμαι μετριοπαθὴς καὶ πρᾷος, μὲ ὅλον τὸ αἴσθημα τῆς ὀργῆς, τῆς ἀγανακτήσεως, τὸ ὁποῖον διεγείρεται ἐντὸς πάσης ἑλληνικῆς ψυχῆς, κατέναντι τῶν διαδραματιζομένων ἐν Ἑλλάδι. Θὰ ᾖμαι ὅμως μετριοπαθὴς, ὡς εἶμαι ἐντὸς τοῦ κύκλου εἰς τὸν ὁποῖον πολιτεύομαι· διότι νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν θὰ ἀντιτάξωμεν τὴν βίαν εἰς τὴν βίαν, ἀλλ’ ἀπαθῶς σταυρόνοντες τὰς χεῖρας θὰ περιμείνωμεν νὰ ἴδωμεν μέχρι τίνος θὰ χωρήσῃ τὸ σύστημα καὶ ποῦ θὰ σταματήσῃ. Θὰ ᾖμαι, κύριοι, μετριοπαθὴς καὶ δὲν θὰ σᾶς δώσω ἀφορμὴν νὰ μὲ διακόπτετε, ἵνα μὴ εἴπῃ τις, ὡς εἶπον περὶ τοῦ διακεκριμένου κ. Κοντοσταύλου, ὅτι ὡς μαθητὴς ἐπαναλαμβάνων τὸ μάθημα δύναμαι νὰ πτοηθῶ ἐκ τῶν διακοπῶν. Δὲν θὰ σᾶς δώσω ἀφορμὴν νὰ μὲ διακόψητε, διότι δὲν θὰ προσβάλω πρόσωπα, ἀλλ’ ἀφηγούμενος τὰ πράγματα θὰ ἀφήσω τὰ πράγματα αὐτὰ νὰ χαρακτηρήσωσι τὴν διαγωγὴν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀντιθέτου πρὸς τὸν Λομβάρδον κόμματος.
§68ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ. Ἔχετε κατηγορητήριον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως;
§69ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἔχω, κύριε ὑπουργὲ, τὸ δικαίωμα νὰ κτυπήσω τὴν Κυβέρνησιν, (θόρυβος ἀριστερά) ὅταν νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἀπόῤῥοια ἐπεμβάσεων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δύναμαι νὰ τὸ ὑποστηρίξω. Οὐδεὶς θὰ μοῦ φράξῃ τὸ στόμα, ἔστω καὶ ἂν προβληματικὴ καταστῇ ἡ βουλευτική μου ἰδιότης. Κύριοι βουλευταὶ, τὸ ἐπαναλαμβάνω, δὲν θέλω ἐξέλθει τῶν ὁρίων τοῦ θέματος. Ἔχω πρὸς τούτοις ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπω, ἵνα ἀφαιρέσω ἀπὸ τοὺς λόγους μου πᾶσαν ὑπόνοιαν ἄκρας συμπαθείας, ὅτι εἰς τὸ βῆμα τοῦτο δὲν μὲ φέρει οὔτε ἀτομικὴ φιλία, οὔτε, ἐὰν θέλετε, πολιτικὴ φιλία πρὸς τὸν κ. Λομβάρδον. Ἀτομικὴν φιλίαν, κύριοι, ἔχω· ἀλλ’ αὕτη δὲν θέλει ποτὲ μὲ βιάσει ἐντὸς τῆς Βουλῆς νὰ ὑποστηρίξω τίποτε ἄλλο, παρ’ ὅ,τι αἰσθάνεται ἡ συνείδησίς μου καὶ ἡ καρδία. Πολιτικὸν συμφέρον δὲν ἔχω, κύριοι, διότι, ἐὰν δὲν τὸ γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις, τῇ τὸ ἀναγγέλλω, κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς οὐδόλως ἐπεδίωξα τὴν θέσιν διὰ τῆς ὁποίας μ’ ἐτίμησαν οἱ συμπολῖταί μου. Ἐγὼ καὶ ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου κύριος Βασιλάκης, καὶ ὁ ἀποκλεισθεὶς κύριος Λοράνδος, ἀπεσύρθημεν ἀπὸ τοῦ ἀγῶνος· παρεκαλέσαμεν προφορικῶς τοὺς φίλους, νὰ μᾶς ἐγκαταλείψωσιν, ἐδηλώσαμεν πανηγυρικῶς, ὅτι δὲν δεχόμεθα τὴν ὑποψηφιότητα, διότι ἐνομίζομεν, καὶ σᾶς τὸ λέγω μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι ὑπὸ τὰς περιστάσεις, εἰς ἃς εὑρισκόμεθα, ἄχρηστος ἔμελλε νὰ ᾖναι ἡ σύμπραξίς μας ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου. Καὶ ὅμως οἱ συμπολῖταί μας μᾶς ἐξέλεξαν. Σᾶς λέγω ἄρα, δὲν περιμένω νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Λομβάρδος, ὅπως συμπράξω μετ’ αὐτοῦ ἢ ἐπιδιώξω τίποτε περισσότερον. Πρὸς τούτοις νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάξιον τῆς Βουλῆς νὰ συζητῇ τὰ ζητήματα ταῦτα πολιτικῶς, ἐκτὸς ἐάν τις θέλῃ νὰ μεταβάλῃ τὴν συζήτησιν, καὶ ἐκτὸς ἐὰν, καθὼς ἔπραξαν οἱ ἀντίθετοι, θέλουν νὰ μᾶς ὑποχρεώσουν, ὡς μᾶς ὑποχρεόνουν, ν’ ἀνέλθωμεν εἰς παρελθόντα, ν’ ἀνέλθωμεν εἰς τοὺς λόγους τῆς ἐπιῤῥοῆς, ἢ τῆς μὴ ἐπιῤῥοῆς τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης μερίδος ἐν Ζακύνθῳ.
§70ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, αὐτὸ θὰ τὸ φέρωμεν.
§71ΠΟΛΥΛΑΣ. Μοῦ κακοφαίνεται, ὅτι δὲν ἐλάβατε τὸν λόγον, διότι ἠθέλατε μὲ εὐκολύνει· ἀλλὰ ἐπιφυλάττομαι νὰ λάβω καὶ αὖθις τὸν λόγον, μολονότι εἶσθε δικηγόρος καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι. Δύω εἶναι οἱ λόγοι, κύριοι, διὰ τοὺς ὁποίους ζητεῖται ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου· ὁ ἀποκλεισμὸς διὰ τῆς στρατιωτικῆς ἐκφοβίσεως καὶ διὰ τῆς βίας, καὶ συνεπεία τούτου ἡ καλπονόθευσις, ἡ διαπραχθεῖσα εἰς διαφόρους δήμους, ἐκτὸς τοῦ δήμου τῆς πόλεως καὶ ἑνὸς ἑτέρου δήμου, ὃν θέλω ἀναφέρει κατόπιν. Κατὰ πρῶτον, κύριοι, τίς ἦτον ὁ συνδυασμὸς τοῦ κ. Βούλτσου ἢ τοῦ κ. Βολτέῤῥα; Διότι ἐγὼ ἀγνοῶ τίς εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ συνδυασμοῦ.
§72ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Ὁ Βολτέῤῥας.
§73ΠΟΛΥΛΑΣ. Τίς εἶναι ὁ συνδυασμὸς τοῦ κ. Βολτέῤῥα, ποῖον χαρακτῆρα ἔχει, καὶ ποῖον χαρακτῆρα εἶχεν ὁ συνδυασμὸς τοῦ κ. Λομβάρδου; Τὸν συνδυασμὸν τοῦ κ. Λομβάρδου δὲν χαρακτηρίζω ἐπὶ τοῦ παρόντος, καθ’ ὅσον ἦσαν γνωσταὶ αἱ ἀρχαί του, καὶ θὰ ἔλθωμεν κατόπιν εἰς αὐτὸ τὸ μέρος. Καθόσον ἀφορᾷ τὸν συνδυασμὸν τοῦ κ. Βολτέῤῥα, οὗτος ἐπαρουσιάσθη ὑπὸ διττὸν χαρακτῆρα, τὸν χαρακτῆρα τοῦ ὑπουργικοῦ συνδυασμοῦ, καὶ, μὴ ταράττεσθε, κύριοι, καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ βασιλικοῦ.
§74ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Ἐὰν θὰ ταραχθῶ, θὰ ταραχθῶ, ὅταν θ’ ἀναβῶ τὸ βῆμα· τώρα εἶμαι ἡσυχώτατος.
§75ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν ἀποτείνομαι πρὸς ὑμᾶς, ἀλλὰ πρὸς τὴν Βουλήν. Κύριοι, δὲν εἶμαι διόλου σχολαστικὸς εἰς τὰ πολιτικά. Σᾶς λέγω μάλιστα, ὅτι ἐννοῶ τοὺς ὑπουργικοὺς συνδυασμοὺς (ἴσως ὑπάρχουν φίλοι τινὲς ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου τούτου, οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι εἶναι ἀσχημία). Ἐννοῶ, ὅτι εἰς τὰς ἐκλογὰς δύνανται οἱ ὑποψήφιοι νὰ παρουσιασθῶσιν ὡς φίλοι τοῦ ὑπουργείου· διότι ὑποθέτω ὅτι τὰ μέλη τοῦ ὑπουργείου ἐκπροσωπεύουσιν ἓν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ἐν τῷ τόπῳ κομμάτων, καὶ ἑπομένως φύσει χαρακτηρίζονται οἱ ὑποψήφιοι ὡς ὑπουργικοί. Ἐννοῶ τοῦτο, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα τοσοῦτον σχολαστικοὶ, ὥστε νὰ εἴπωμεν, ὅτι πρέπει νὰ κηρυχθῇ ὁ ὑποψήφιος πάντῃ ἀμέτοχος πολιτικοῦ φρονήματος· λέγω ὅμως, ὅτι ἡ ὑπουργικὴ αὕτη ἰδιότης δὲν πρέπει νὰ συνοδεύεται διὰ τῶν ἐκνόμων μέσων, τὰ ὁποῖα ἡ ὑπηρεσία παρέχει πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ὑπουργικῶν ὑποψηφίων. Ὅταν, ἀντὶ ὑπουργικῶν ὑποψηφίων, δηλαδὴ ὑποψηφίων ἀνηκόντων εἰς τὴν μερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἔχετε πλάσματα, ἔχετε δημιουργήματα, ἔχετε ἀνθρώπους τοὺς ὁποίους ἐκ τοῦ μηδενὸς ἀνυψοῖ ἡ Ἐξουσία, εἰς τὸ πεῖσμα τῆς θελήσεως τοῦ Λαοῦ, εἰς τὴν ὑψηλὴν θέσιν τοῦ βουλευτοῦ, τότε βεβαίως πρέπει νὰ κατακρίνητε τὰς ὑπουργικὰς ὑποψηφιότητας. Ἀλλὰ τί νὰ εἴπω, κύριοι, ἐὰν εἰς τὴν ὑπουργικὴν ὑποψηφιότητα εὑρεθῇ τις νὰ τολμήσῃ νὰ προσθέσῃ καὶ χαρακτῆρα βασιλικόν; Ποῖος τολμᾷ, κύριοι, νὰ διαιρέσῃ τὸν τόπον μεταξὺ βασιλικῶν καὶ ἀντιβασιλικῶν; Οἱ κύριοι ἐνιστάμενοι κατηγόρησαν ἐπὶ τούτῳ ὄργανα ὑψηλὰ τῆς Ἐξουσίας, ἀνωτέρους στρατιωτικοὺς ὑπαλλήλους, νομάρχας, φρουράρχους, ἀντιμοιράρχους, ὅτι κατεχρῶντο ἀναφανδὸν τοῦ βασιλικοῦ ὀνόματος, λέγοντες....
§76ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§77ΠΟΛΥΛΑΣ. Λέγοντες ὅτι «ὁ Βασιλεὺς δὲν θέλει τὴν πεντάδα τοῦ Λομβάρδου καὶ θέλει τὸν συνδυασμὸν τῶν ἀντιθέτων».
§78ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ φέρετε ἀποδείξεις.
§79ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ μὲ διακόπτετε.
§80ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Τοῦ Λομβάρδου κατεργαριαῖς εἶναι αὐταῖς.
§81ΠΟΛΥΛΑΣ. Προστατεύσατε, κύριε πρόεδρε, τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, μὴ διακόπτετε.
§83ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πολυλᾶ, θὰ ἠμπορέσητε ν’ ἀποδείξητε αὐτά!
§84ΠΟΛΥΛΑΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι ὑπάρχουν μηνύσεις ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ἡ ἐκδήλωσις ἀμφοτέρων τῶν ἰδιοτήτων, ἐὰν θέλετε ἀποδείξεις τῆς ἰδιότητος τῆς ὑπουργικῆς καὶ βασιλικῆς, εἶναι ἡ ἀπονομὴ χαρίτων εἰς βαρυποίνους κακούργους.
§85ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Ὁ Λομβάρδος τὰ λέγει αὐτὰ, ὄχι τουλόγου σου.
§86ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν τὰ λέγει ὁ Λομβάρδος, διότι ὁ Πολυλᾶς δὲν εἶναι ὁ Λομβάρδος.
§87ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Δὲν ἤξευρες ἐὰν ἐκάμαμεν...
§88ΠΟΛΥΛΑΣ. Καὶ ἄλλοτε ἐῤῥέθη ὅτι ὁ Λομβάρδος ἔκαμε κατάχρησιν τῆς ἀπονομῆς τῆς βασιλικῆς χάριτος· ἀλλ’ ὁ Πολυλᾶς παρεκάθησεν ἐντὸς τῆς Βουλῆς ταύτης, εἰς ἄλλην περίοδον, ὅτε ὁ κ. Λομβάρδος ἐπολέμησε τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης κ. Μεταξᾶν, καὶ τὸν ἐπροκάλεσεν ἐπανειλημμένως νὰ ἐξελέγξῃ τὴν ὑπουργείαν του τοῦ 1867, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη παμψηφεὶ ὑπὲρ τοῦ κ. Λομβάρδου. Κύριε Βοῦλτσε, νὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι ἐγὼ δὲν προσέχω παρὰ εἰς τὰς ἐμπνεύσεις τῆς πεποιθήσεώς μου, ὅτι ἐὰν ἐπειθόμην ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος εἶναι ἐκεῖνος, ὁποῖον τὸν χαρακτηρίζετε, δὲν ἤθελον τὸν ὑπερασπίσει.
§89ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Ἐγὼ πάω καλλιά μου, διότι δὲν ’μπορῶ νὰ τ’ ἀκούω χωρὶς νὰ σὲ διακόπτω, πάω μέσα νὰ φουμάρω (ἱλαρότης).
§90ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πόσας χάριτας ἔδωκαν εἰς τὸν Λομβάρδον ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ κ. Μεταξᾶ;
§91ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἀλλὰ, κύριε Πετιμεζᾶ, αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον ἐξηντλήθη ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ κ. Κουμουνδούρου.
§92Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁ Μεταξᾶς ἔκαμε χάριτας διὰ τὸν ἑαυτόν του· ἦτον ἀντίπαλος τοῦ Λομβάρδου.
§93ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν πρόκειται, κύριοι, νὰ κάμω σύγκρισιν σήμερον· τὸ θέμα τὸ ἰδικόν μου εἶναι ν’ ἀποδείξω τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως. Μ’ ὅλον τοῦτο, ἐπειδὴ θέλετε συγκρίσεις, σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ κ. Λομβάρδου, ὡς ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐξηλέγχθη ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Σᾶς λέγω πρὸς τοῦτο, καὶ δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω, ὅτι οὐδέποτε ὁ κ. Λομβάρδος προεκάλεσε βασιλικὰς χάριτας εἰς τὰς παρανομὰς τῶν ἐκλογῶν, ἐν ᾧ εἰς τὰς παραμονὰς τῶν τελευταίων βουλευτικῶν ἐκλογῶν ἀπενεμήθη βασιλικὴ χάρις δι’ ἐλαττώσεως τῆς ποινῆς τῷ Ἐμμανουὴλ Μαλακῷ, θεωρουμένῳ συνεργῷ εἰς τὸν φόνον τοῦ Κολυβᾶ, ἀδελφοῦ τοῦ πρώην βουλευτοῦ, καὶ καταδικασθέντι εἰς ἰσόβια δεσμὰ, ὡς συνεργῷ εἰς τὸν φόνον τοῦ δημάρχου Στ. Ῥαπτοπούλου, ἀδελφοῦ τοῦ νῦν δημάρχου Ἀρτεμισίων, τὸν ὁποῖον ἐφόνευσαν κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν τοῦ 1870, ὅπως ἐξασφαλίσωσι τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἀντιθέτου αὐτοῦ Μαλακοῦ. Ἠλαττώθη ἡ ποινὴ τῶν ἀδελφῶν Καλογερία, καταδίκων εἰς δεκαπενταετῆ δεσμὰ διὰ τὸν φόνον τοῦ Διονυσίου Πέτα. Αὐτὰ ἦσαν ἐνδείξεις εὐνοίας εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν. Καὶ, κύριοι βουλευταὶ, τὰ ἐννοῶ, διότι καὶ ἐν Κερκύρᾳ κατὰ τὰ 1872 τὰ αὐτὰ ἔπραξαν· ἀπενεμήθησαν καὶ ἐκεῖ βασιλικαὶ χάριτες εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν. Ἑτέρα ἀπόδειξις τῆς κυβερνητικῆς εὐνοίας· ὁ δήμαρχος Δερέκας φυγοδικεῖ, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο περιφέρεται εἰς τὰς ὁδοὺς τῆς Ζακύνθου, συνοδευόμενος παρὰ ὁπλοφόρων, καὶ ἀναβοκαταβαίνων τὰς κλίμακας τῆς Νομαρχίας.
§94ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ πότε φυγοδικεῖ;
§95ΠΟΛΥΛΑΣ. Σήμερον τὸ αὐτὸ σύστημα ἀκολουθεῖ. Δυστυχῶς ἡ ἐκλογὴ αὕτη ἔχει πολλὰ παρακλάδια. Ἦτον εὐχῆς ἔργον ν’ ἀνοίξωμεν τὸ τεῦχος τῶν πρακτικῶν, καὶ ἡσύχως, κύριοι, κοινοβουλευτικῶς, τιμίως, νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἐκλογήν· ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, ὀφείλομεν καὶ ἄλλοθεν νὰ σχηματίσωμεν τὴν πεποίθησίν μας.
§96ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μὴ γίνωνται ψευδεῖς ὑποβολαί.
§97ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν γνωρίζω τὰς ψευδεῖς ὑποβολάς· ἴσως ὑμεῖς ὡς δικηγόρος τὰς γνωρίζετε, καὶ αὐτὰς καὶ τὰς στρεψοδικίας· ἐγὼ δὲν γνωρίζω παρὰ ὀλίγους συγγραφεῖς τῶν προγόνων μας, τίποτε ἄλλο.
§98ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πρέπει νὰ φέρητε πράγματα.
§99ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριοι, ἂς διακόπτουν ὅσον θέλουν, θὰ εἴπω γεγονότα, τὰ ὁποῖα κατηγγέλθησαν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καὶ σήμερον δι’ ἐμοῦ καταγγέλλονται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Σᾶς λέγω, ὅτι αὐτὴ ἡ κατάχρησις, ἡ ἀσεβὴς, τοῦ βασιλικοῦ ὀνόματος, ἐγένετο δημοσίᾳ ἐν Ζακύνθῳ. Ἔλεγον παντοῦ, «Ζήτω ὁ ἔντιμος Βασιλεὺς, Ζήτω, ἡ πεντάδα του.»
§100ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Ὁ Λομβάρδος τὸ ἔλεγε.
§101ΠΟΛΥΛΑΣ. Τὰ ἔλεγον Ζακύνθιοι.
§102ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Ἔχετε λάθος, ἡ δευτέρα πεντάδα τοῦ κ. Λομβάρδου εὐγῆκε μὲ τὸ πρόγραμμα...
§103ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἔπρεπε νὰ ἔχετε περισσοτέραν ἀνοχὴν πρὸς συνάδελφον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔρχεται εἰς τὸ βῆμα συχνὰ διὰ νὰ καταναλίσκῃ τὸν πολύτιμον χρόνον τῆς Βουλῆς· ἔπρεπε νὰ σεβασθῆτε τοὐλάχιστον αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθῶ, νὰ μὴ παρατείνω τὰς συζητήσεις. Βεβαιωθῆτε ὅμως, ὅτι μὲ ὅλην τὴν ἀδυναμίαν μου, ὅσον μὲ διακόπτετε, τόσον περισσότερον θὰ παρατείνω τὴν συζήτησιν. Δὲν εἶναι, κύριοι, ἀληθὲς, ὅτι μὲ ζητωκραυγὰς ἀσεβεῖς, «Ζήτω ὁ Βασιλεύς! Ζήτω ἡ πεντάδα του», ἔχοντες φρουρὸν τὸν ἀντιμοίραρχον κ. Βουδούρην, οἱ ἐπιτυχόντες εἰσῆλθον εἰς τὸν ναὸν τοῦ ἁγίου Διονυσίου, ναὶ, μὲ τὰς φωνὰς «Ζήτω ὁ Βασιλεύς, Ζήτω ἡ πεντάδα του»;
§104ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§105ΠΟΛΥΛΑΣ. Τὸ λέγω καὶ τὸ καταγγέλλω εἰς τὴν Βουλήν. Εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν ἀνεπτύσσετο ἐκφραστικώτερον καθ’ ἑκάστην ἡ ἐκδήλωσις τῆς ἐκτάκτου εὐνοίας τοῦ ὑπουργείου πρὸς τοὺς ἀνακηρυχθέντας κατόπιν βουλευτὰς Ζακύνθου. Δὲν πιστεύω ν’ ἀναιρῇ ὁ κ. Βοῦλτσος, ὁ ἐλθὼν εἰς Ἀθήνας καὶ κατόπιν ἐπιστρέψας εἰς Ζάκυνθον, ὅτι μετετέθησαν ἅπασαι σχεδὸν αἱ ἐν Ζακύνθῳ στρατιωτικαὶ καὶ δικαστικαὶ ἀρχαί.
§106ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Καὶ εἰς αὐτὸ λάθος ἔχετε.
§107ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐστάλησαν ἢ ὄχι ὁ ἀντιμοίραρχος κ. Βουδούρης καὶ ὁ Ἀντζουλῖνος;
§108ΠΕΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁ ἀντιμοίραρχος κ. Βουδούρης ἦτον ὑπασπιστὴς τοῦ Φρουραρχείου ἐδῶ, πῶς εὑρέθη ἐκεῖ;
§109ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Περὶ νομικῶν ζητημάτων ὁμιλήσατε.
§110ΠΟΛΥΛΑΣ. Νομικὰ ζητήματα δὲν ὑπάρχουν· ὅπου δεσπόζει ἡ βία, δὲν ἐπικρατεῖ ὁ νόμος. Θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας εἰς τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἡ ἀποστολὴ εἰς Ζάκυνθον τοῦ κ. Βουδούρη. Συνέβη ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ κ. Λομβάρδου νὰ καταδιωχθῇ ὁ κ. Βουδούρης καὶ νὰ ἀθωωθῇ κατόπιν παρὰ τοῦ κακουργιοδικείου Κερκύρας. Ἀποδίδων ὁ κ. Βουδούρης τὴν καταδίωξιν εἰς τὸν κ. Λομβάρδον, ὑπουργὸν, ἦτο προσωπικὸς αὐτοῦ ἐχθρός. Ἠγνόει τοῦτο τὸ ὑπουργεῖον; Ὄχι βεβαίως· καὶ ἐν τούτοις τὸν κ. Βουδούρην ἐπιδεικτικῶς στέλλει εἰς Ζάκυνθον, ὅπως ὑψωθῇ ἡ σημαία τῆς στρατιωτικῆς ἐπεμβάσεως ὑπὲρ τῶν ἀντιθέτων.
§111ΚΡΙΕΜΑΔΗΣ. Τὸ νὰ σταλῇ ὁ κ. Βουδούρης εἰς Ζάκυνθον δὲν εἶναι ἀπόδειξις....
§112ΠΟΛΥΛΑΣ. Τί θέλετε τώρα, νὰ κάμω διαλόγους;
§113ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Καταβιβάζετε τὴν συζήτησιν ἀπὸ τοῦ ὕψους.
§114ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶναι καὶ ἄλλος πρόεδρος ἐδῶ, ὁ κ. Δουζίνας;
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.
§116ΖΩΧΙΟΣ. Εἶναι ἄῤῥωστος· ἀῤῥώστους μὴ συνερίζεσθε.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ θέλοντες νὰ ἀντικρούσωσι τὸν ἀγορεύοντα νὰ κρατήσωσι σημειώσεις καὶ νὰ λάβωσι τὸν λόγον ἔπειτα ἀπὸ τοῦ βήματος.
§118ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἰσχυρίσθημεν καὶ ἰσχυριζόμεθα πρὸς τούτοις ὅτι πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ διαρκουσῶν, ἐὰν δὲν σφάλλω, τῶν ἐκλογῶν, ἔκτακτος συγκέντρωσις στρατιωτικῶν δυνάμεων ἐγένετο ἐν Ζακύνθῳ. Δὲν δύναμαι ν’ ἀμφιβάλλω, κύριοι, περὶ ἐπισήμου ἤδη πιστοποιητικοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ μόνον ἐκ τῶν ζητηθέντων ἐγγράφων, ὅπερ ηὐδόκησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν· διότι ἴσως ἐνόμιζεν, ὅτι τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ δύναμις ἐκείνη δὲν ἦτον ἔκτακτος, ἐνῷ αἱ ἐκθέσεις τῶν ἀνακριτῶν, αἱ ὁποῖαι, κύριοι, ὑπάρχουν, δὲν συμφέρει νὰ παρουσιασθῶσιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, μ’ ὅλον ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ἀνακηρυχθέντες ὡς βουλευταὶ ἐπιθυμοῦσι νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς.
§119ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Πῶς γνωρίζετε ὅτι ὑπάρχουν;
§120ΠΟΛΥΛΑΣ. Τὸ γνωρίζω θετικώτατα. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ δώσω λόγον, ἀλλὰ ἐν λόγῳ τιμῆς, σᾶς λέγω, ὅτι ὑπάρχουν.
§121ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀπέναντι τῆς βεβαιώσεως μιᾶς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία λέγει ὅτι δὲν ὑπάρχουν....;
§122ΣΠΗΛ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπιβάλετε τὴν τάξιν τέλος πάντων (θόρυβος).
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε τὸν ἀγορεύοντα· σᾶς παρεκάλεσα καὶ σᾶς παρακαλῶ καὶ πάλιν.
§124ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐδῶ παρίσταται μία Κυβέρνησις, ἥτις λέγει, ὅτι δὲν ὑπάρχουν οὔτε κατετέθησαν. Ὁ κ. Πολυλᾶς ὑποστηρίζει, ὅτι ὑπάρχουν τοιαῦται ἐκθέσεις, καὶ ὅτι δὲν παρουσιάζονται, διότι εἶναι πρὸς βλάβην τῶν ἐπιτυχόντων. Λοιπὸν ἐγὼ θέλω νὰ μάθω ἐὰν ὑπάρχουν καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ λόγος ἀποκρύψεως.
§125Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ὁμιλήσωσιν οἱ κ. κ. ὑπουργοί.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς, ὅτι τοιαῦτα ἔγγραφα δὲν περιῆλθον εἰς χεῖράς του.
§127ΠΟΛΥΛΑΣ. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, μόνον 104 ἄνδρες ἀπεστάλησαν εἰς τὴν Ζάκυνθον· λέγει δὲ ὅτι ἡ τακτικὴ δύναμις, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν (ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι δὲν ὁρίζει τὴν ἐποχὴν, ὅθεν ἐνδέχεται νὰ ἐννοῇ ὡς τακτικὴν τὴν ὀλίγον πρὸ τῶν ἐκλογῶν σταλεῖσαν), συνέκειτο ἐξ 156 καὶ δὲν προσετέθησαν παρὰ 104, τὸ ὅλον 260· ἀριθμὸς, ὁ ὁποῖος ποτὲ δὲν ὑπῆρξεν εἰς τὴν Ζάκυνθον.
§128ΔΟΥΖΙΝΑΣ. ............... (θόρυβος).
§129ΠΗΛΗΚΑΣ. Ὁ κ. Δουζίνας εἶναι ἐπὶ τῆς τάξεως, κ. πρόεδρε;
§130Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπαναφέρατε τὴν ἡσυχίαν· αὐτὸ εἶναι καθαρὰ ἀπαγόρευσις τοῦ λόγου· θέλετε ν’ ἀναγκάσητε τὴν μειονοψηφίαν νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ τελευταῖον ὅριον τῆς ἀμύνης, διότι δὲν ἀφίνετε νὰ ὁμιλήσῃ ὁ ἄνθρωπος. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ συζήτησις, ὅταν εἰς τὸν κατέχοντα τὸ βῆμα ἀποτείνωνται ἑκατὸν φωναί; Εἶναι πρωτοφανὲς πρᾶγμα αὐτό.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι ἡσυχάσατε· κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν τελειόνωμεν ποτέ.
§132Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν προστατεύετε τὸν λόγον, κ. πρόεδρε....;
§133Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ν’ ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν ἐκείνους (δεικνύει πρὸς τὴν δεξιὰν πτέρυγα). Ἐὰν ἡ πλειοψηφία κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πιέζῃ τὴν μειονοψηφίαν, τὴν ἀναγκάζει νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ ἄκρον. Πρέπει νὰ μείνῃ ἐντὸς τοῦ νόμου. Ἂν ἔχῃ τὸ δίκαιον ὑπὲρ αὐτῆς, ἂς ἔλθῃ ν’ ἀντικρούσῃ, ὄχι, κύριοι, μὲ τὰς ὀχλαγωγίας.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, θέλω ἀνακαλέσει εἰς τὴν τάξιν, ὅσοι διακόψουν τὸν ἀγορεύοντα.
§135Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐκ προκαταβολῆς εἴπατε εἰς τὸν Δουζίνα νὰ ἡσυχάσῃ.
§136ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἑκατὸν μόνον στρατιῶται περισσότεροι παρὰ τὸ σύνηθες, λέγει τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐστάλησαν. Ἀλλὰ καὶ πολεμικὸν ἀτμόπλοιον εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν ἐστάλη εἰς Ζάκυνθον, ὅπου ποτὲ σχεδὸν δὲν ἐστάθμευεν, ὡς ἐν Κερκύρᾳ. Ἀλλά, κύριοι, καθὼς θέλω σᾶς ἀποδείξει κατόπιν, τὸ ζήτημα τῆς ἀριθμητικῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ ἐν Ζακύνθῳ οὐδεμίαν ἐπιῤῥοὴν ἔχει, ὅπως μεταβάλῃ τὰς πεποιθήσεις σας. Θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι τὸ εὐγενὲς φρόνημα τῆς μεγάλης πλειονότητος, τῆς μεγίστης πλειονότητος τῶν Ζακυνθίων, εἶχεν ἀποφασίσει νὰ ὑποχωρήσῃ καὶ ἐνώπιον μιᾶς καὶ μόνης ἐθνικῆς λόγχης· εἶχεν ἀποφασίσει νὰ μὴ δεχθῇ τὸ χειρόκτιον, ἀλλὰ νὰ τὸ ἀφήσῃ χαμαὶ, χάριν τῆς ὑπολήψεως τῆς Ἑλλάδος. Στρατιωτικὴ ἐπέμβασις, κύριοι, (καὶ μὴ ζητεῖτε ἀπόδειξιν ὡς ἂν ἦσθε ἐνώπιον κακουργιοδικείου) στρατιωτικὴ ἐπέμβασις, κύριοι, ἐγένετο καὶ ἔφθασεν ἡ περὶ τούτου φήμη, ὄχι μόνον εἰς τὰ μικρὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς Εὐρώπης. Εὐρωπαϊκαὶ ἐφημερίδες ἀνέφερον μετ’ ἀπορίας τὴν πτῶσιν τοῦ κ. Λομβάρδου ἐν Ζακύνθῳ, καὶ διεσάλπισαν πανταχοῦ, ὅτι ἀπεκλείσθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§137Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Εἴπατε μίαν πρᾶξιν, κύριοι. Καὶ ἂν διεσαλπίσθη δι’ ὅλων τῶν ὀργάνων σας εἰς τὴν Εὐρώπην, ὄχι μόνον εἰς τὴν Εὐρώπην, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἠμποροῦσε νὰ γείνῃ τοῦτο, ἀλλὰ δὲν ἀνεφέρατε οὐδεμίαν πρᾶξιν τοῦ ἀποκλεισμοῦ· ποῖον ἐκακοποίησεν ἡ στρατιωτικὴ δύναμις; ποῖον ἔδειρεν;
§138ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν ἤθελον νὰ ἀντιπαραταχθῶσι κατὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, ὅθεν καὶ δὲν ἐπῆλθε σύγκρουσις. Περὶ δαρμῶν καὶ ἀποκλεισμοῦ ὑπάρχουν αἱ μηνύσεις καὶ αἱ ἐκθέσεις τῶν ἀνακριτῶν, τὰς ὁποίας ἀρνεῖσθε (θόρυβος).
§139ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.
§140ΑΧΟΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἀφήσωμεν ἐλευθέρους νὰ ὑβρίζετε ὅλον τὸ Κοινοβούλιον;
§141ΠΟΛΥΛΑΣ. Κοπιάσατε εἰς τὸ βῆμα.
§142ΑΧΟΛΟΣ. Ὅλοι τὸν γνωρίζομεν.... (θόρυβος).
§143ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριε πρόεδρε, διατί ἐπιτρέπετε νὰ προσβάλλουν ἀπόντας, ἐντίμους ἀνθρώπους ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου, οἵτινες δὲν δύνανται ν’ ἀπολογηθῶσιν;
§144ΑΧΟΛΟΣ. Οὔτε καταδέχομαι, διότι νομίζεις, ὅτι εἶσαι εἰς τὴν Σπιανάδα, καὶ ὄχι εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§145Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, θὰ τοὺς ἀφίνετε νὰ διακόπτουν;
§146ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, σᾶς βεβαιῶ ὅτι θὰ καταντήσωμεν εἰς ἄλλην συζήτησιν σήμερον. Ἐὰν δὲν ἀφήσωσι νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ ἀγορεύων, θέλομεν ἀποκαλύψει ὅλα τὰ ἐγκλήματα καὶ ὅλας τὰς ἀσχημίας.
§147ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὡραῖα (θόρυβος).
§148Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ ἀποκαλυφθῶσι τὰ ἐγκλήματα ἀπὸ τοῦ 1862 (θόρυβος).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, μὴ διακόπτετε, ἐγὼ δὲν σᾶς ἔδωκα τὸν λόγον, ἀφήσατε νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Πολυλᾶς.
§150Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅσοι διέπραξαν ἐγκλήματα, αὐτοὶ πρέπει νὰ φοβῶνται (θόρυβος).
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τὴν θέσιν σας.
§152ΠΟΛΥΛΑΣ. —Κατελήφθη ὑπὸ στρατιωτικῆς δυνάμεως ἡ πλατεῖα, ὅπου ὑπάρχει καὶ ὁ ναὸς, ἔνθα τελεῖται ἡ ψηφοφορία,— ὁμιλῶ διὰ τὴν πόλιν — κατελήφθη ἐπιδεικτικῶς καὶ ἐτοποθετήθησαν καὶ εἰς τὰ κωδωνοστάσια στρατιῶται. Ὑπάρχουν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου τούτου καὶ ἐκτὸς ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἰδίοις ὄμμασιν ἀντελήφθησαν τοῦ ἀγρίου θεάματος, ὅπερ παρουσίαζεν ἡ Ζάκυνθος κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὁ ὁποῖος, ἐλπίζω, θέλει ἀναβῆ τὸ βῆμα τοῦτο, καὶ ὅστις λίαν ἐπιτυχέστερον ἐμοῦ θέλει ἀγωνισθῆ τὸν ἀγῶνα τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἐλευθερίας, δύναται νὰ μαρτυρήσῃ τί εἶδε, διελθὼν, ἐν Ζακύνθῳ ὅπου παρέμεινε μίαν ἢ δύω ἡμέρας μετὰ τὸ πέρας, νομίζω, τῶν ἐκλογῶν. Ὑπάρχει καὶ ἕτερος ἀψευδὴς μάρτυς τῶν γενομένων ἐκεῖ, δημοσιογράφος ἄλλοτε, διακριθεὶς διὰ τὸ ἀνεξάρτητον τοῦ φρονήματος, καί τοι ἀνήκων ἴσως εἰς πολιτικὴν ἀπόχρωσιν ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ὅστις πολλάκις καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν ἀρχηγόν του διεφώνησεν, ὁ συντάκτης τῆς Παλιγγενεσίας Γ. Μαυρογιάννης, ὁ ὁποῖος, ἀπαντῶν εἰς ἐφημερίδα τινὰ, ἐνόμισε καθῆκόν του νὰ καταθέσῃ ἐγγράφως, καὶ διὰ τῆς ὑπογραφῆς του ὅσα ἰδίοις ὄμμασιν ἀντελήφθη ἐν Ζακύνθῳ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριοι, νὰ ἀναγνώσω τὴν ἐπιστολὴν ταύτην, ἥτις διακρίνεται διὰ τὴν ἀπάθειαν καὶ τὴν ἀμεροληψίαν.
§153ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Τὴν ἀνεγνώσαμεν.
§154ΠΟΛΥΛΑΣ. Θὰ τὴν ἀναγνώσω καὶ ἐγὼ, διότι μοῦ λέγουν, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀποδείξεις· καὶ ὅταν ἔρχομαι νὰ φέρω αὐτόπτας μάρτυρας, μᾶς λέγουν, τὸ ἠξεύρομεν. Μὴ ἀποφεύγετε τοὐλάχιστον τήν συζήτησιν· ἀκούσατε, σιωπήσατε καὶ κατόπιν, ἂν θέλετε, ὑπερψηφίσατε τὴν ἐκλογὴν, ἐὰν θέλετε διὰ πολιτικοὺς λόγους νὰ τὴν ψηφίσητε. Ἀκούσατε διὰ νὰ μὴ θεωρηθῆτε, ὅτι ἀρνεῖσθε τὴν ἐλευθερίαν τῆς συζητήσεως.
§155Ι. ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Εἶναι κατάχρησις....
§156ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριοι, κατάχρησις δὲν ὑπάρχει τῆς συζητήσεως, δὲν θὰ προσβάλω ἐκ τούτου κἀνένα εἴτε τῆς πλειονοψηφίας εἴτε τῆς μειονοψηφίας. (Ἀναγινώσκει). «Πορευθεὶς τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς εἰς τὴν πλατεῖαν Γεωργίου τοῦ Αʹ, εὗρον τὰς τρεῖς αὐτῆς πλευρὰς κατεχομένας ὑπὸ στρατιωτῶν, ἐν μέσῳ δὲ τῆς πλατείας καθημένους εἰς σκαμνία τόν τε μοίραρχον Βουδούρην καὶ τὸν φρούραρχον Ἀντζουλῖνον. Ἡ τετάρτη πλευρὰ τῆς πλατείας ἀποτελεῖται ἐκ τῆς παραλείας, καὶ πρὸς τὸ μέρος τοῦτο εὑρίσκεται ὁ ναὸς ἔνθα ἔμελλε νὰ γενῇ ἡ ἐκλογή. Τὸν κ. Λομβάρδον εἶδον καθήμενον μετὰ τοῦ συναδέλφου του κυρίου Λούτζη 60 βήματα μακρὰν τοῦ ναοῦ καὶ κωλυόμενον νὰ πλησιάσῃ περισσότερον, τοὺς δὲ ὑποψηφίους τῆς ἄλλης μερίδος εἰσερχομένους καὶ ἐξερχομένους τοῦ ναοῦ ἀκωλύτως. Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην δὲν ἐγένετο ψηφοφορία, διότι Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ, ἕνεκα τῆς σκοπίμου ἀπουσίας μελῶν τινων, δὲν κατηρτίσθη. Μόλις τὸ ἑσπέρας συνῆλθε καὶ τότε ἀπέῤῥιψε διὰ πλειονοψηφίας τὴν γενομένην πρότασιν περὶ ἀπομακρύνσεως τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τοῦ τόπου τῆς ψηφοφορίας. «Τὴν ἑπομένην ἡμέραν πρὶν ἢ ἐξέλθω τῆς οἰκίας, ἤκουσα ὅτι ἤρχισεν ἡ ψηφοφορία καὶ ὅτι οὐδένα Λοβαρδιανὸν ἀφίνουσι νὰ ψηφίσῃ. Ἐξελθὼν δὲ καὶ πορευθεὶς εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας εἶδον τὴν αὐτὴν στρατιωτικὴν κατάταξιν, περὶ τοὺς ἑπτὰ δὲ ἢ δέκα ὁπλοφόρους τῶν Λουσαίων περιφερομένους ἀκωλύτως, τὸν δὲ τόπον τῆς ἐκλογῆς κατεχόμενον ὑπὸ ἄλλων ἐνόπλων τῆς αὐτῆς μερίδος. Οἱ Λομβαρδιανοὶ παρέμενον εἴς τι ἐν τῇ πλατείᾳ ἐκείνῃ καφενεῖον, ἀπέχον περὶ τὰ πεντακόσια βήματα ἐκ τοῦ ναοῦ. Κατὰ τὴν ἀρχὴν μάλιστα τῆς ψηφοφορίας δὲν ἠξεύρω πῶς ἐγένετο μικρά τις ταραχὴ, καὶ τότε οἱ στρατιῶται ἀνεκραύγασαν εἰς τὰ ὅπλα! οἱ ἐν τοῖς κωδωνοστασίοις τοποθετημένοι φρουροὶ ἐσήμαινον τοὺς κώδωνας, καὶ τέλος ἅπασα ἡ πόλις κατεθορυβήθη καὶ κατετρομάχθη χωρὶς εἰσέτι νὰ δυνηθῶ νὰ μάθω τὸ αἴτιον. Ἐκ περιεργείας μᾶλλον ἢ ἐκ διαφέροντός τινος, ἐξηκολούθησα κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην καὶ τὴν ἑπομένην, τετράκις ἐπισκεπτόμενος τὸν τόπον τῆς ἐκλογῆς καὶ πάντοτε ἔβλεπον ἕνα ἢ δύω ἐκλογεῖς ἀποδιωκομένους καὶ κωλυομένους ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων τῆς κυβερνητικῆς μερίδος τοῦ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν ναόν. Κατὰ πρώτην φορὰν μάλιστα ὅτε εἶδον τοῦτο, ἐκυριεύθην ὑπὸ ἀγανακτήσεως καὶ προσεκάλεσα ἐπιτακτικῶς μάλιστα τὸν ἀποδιωκόμενον ἐκλογέα νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ νὰ ἐξασκήσῃ τὸ πολιτικόν του δικαίωμα. Ἐνθαῤῥυνθεὶς δ’ ὁ δυστυχὴς ἐκεῖνος ἐστάθη στιγμάς τινας διαλογιζόμενος τί νὰ πράξῃ, ἀλλὰ τότε ὁ φρουρῶν στρατιώτης πλησιάσας καὶ σπρώξας αὐτὸν τὸν ἀπέπεμψεν ἄνευ περαιτέρω συζητήσεων. Ἐμὲ δὲ, ἅτε ξένον ὄντα, φιλικῶς πῶς ἐσυμβούλευσαν οἱ παρευρεθέντες νὰ μὴ ἀναμιγνύωμαι εἰς ξένας ὑποθέσεις. Οἱ Λομβαρδιανοὶ, ἀφοῦ ἐπὶ δύω ἡμέρας ἐπέμενον προσερχόμενοι εἰς τὸν ναὸν καί τοι ἀποπεμπόμενοι, ἀπεφάσισαν ἐπὶ τέλους νὰ παύσωσι καὶ οὕτω κατὰ τὴν τετάρτην καὶ πέμπτην ἡμέραν οὐδεὶς προσῆλθεν ὅπως ψηφίσῃ. «Ὡς βλέπετε, κύριε συντάκτα, ἐν τῷ δήμῳ τῆς πόλεως εἰς οὐδένα τῶν Λομβαρδιανῶν ἐσυγχωρήθη νὰ πλησιάσῃ κἂν τὸν ναὸν, ἐὰν δέ τις διέλαθε τοὺς φρουροῦντας καὶ εἰσῆλθεν ἐν αὐτῷ, ἀπεδιώχθη εἶτα διὰ πληγῶν καὶ λακτισμάτων· εἶναι δὲ ἀληθῶς παράδοξον πῶς κατὰ τὴν διαλογὴν εὑρέθησαν καί τινες ψῆφοι ῥιφθεῖσαι ὑπὲρ τοῦ Λομβάρδου». Ὑπάρχει ἐν Ἀθήναις καὶ ἕτερος μάρτυς ἀξιόπιστος, ὁ πρώην εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν, ἐὰν δὲν σφάλλω, ὁ κ. Ἰωάννης Τυπάλδος, ὅστις εἰς ὅποιον τὸν ἐρωτήσῃ δύναται νὰ ἐπιμαρτυρήσῃ τὰ παρ’ ἐμοῦ ὑποστηριζόμενα καὶ παρὰ τοῦ κυρίου Μαυρογιάννη. Ὑπάρχει καὶ ἕτερον σπουδαῖον πρόσωπον ἐντὸς τῆς Βουλῆς ταύτης, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅστις, ὅταν ἀναβῇ τὸ βῆμα τοῦτο ὅπως συνηγορήσῃ ὑπὲρ τοῦ δικαίου, θέλει σᾶς εἴπει πῶς ἀντελήφθη τὴν κατάστασιν τῆς Ζακύνθου, ὅταν μεταβὰς ἐκεῖ ἐπεσκέφθη τὸν φίλον του κ. Λομβάρδον καὶ εἶδε τὴν οἰκίαν του περιφρουρουμένην ἀπὸ στρατιωτικοὺς καὶ ὅλην τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν, ὅπως ἐμποδίσῃ ἐνδεχομένην διαδήλωσιν ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Μανθάνω δὲ ὅτι ἡ προληπτικὴ πρόνοια τοῦ νομάρχου προῆλθε μέχρι τοῦ γελοίου, διότι ἐνῷ ξένοι τινὲς ἐζήτησαν νὰ ἐκκλησιασθῶσιν εἰς τὸν ναὸν τοῦ ἁγίου Διονυσίου, ἀπηγορεύθη ἡ κωδωνοκρουσία μέχρις οὗ ἀποπλεύσῃ τὸ ἑλληνικὸν ἀτμόπλοιον, δι’ οὗ ἀνεχώρει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, μήπως ἡ κωδωνοκρουσία ἐκληφθῇ ὡς διαδήλωσις ὑπὲρ τοῦ φίλου τοῦ κ. Λομβάρδου. Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ πρὶν συμβοῦν αἱ ἐπεμβάσεις, κατὰ τὴν ἐκλογὴν καὶ κατόπιν, πολλὰ διέτρεξαν, καὶ πολλοὶ ξένοι αὐτόπται μάρτυρες τὰ ἀντελήφθησαν. Εἶπε πρὸς ἐμὲ ξένος, ὅτι εἰς τὴν Ζάκυνθον συνέβησαν πρωτάκουστα καὶ πρωτοφανῆ πράγματα, πρωτοφανὴς ἀποκλεισμὸς κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ ὅτι ὁ Λομβάρδος ἐφέτος δὲν θέλει εἰσέλθει ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου εἴτε λάβει ψήφους εἴτε δὲν λάβει. Δὲν ἦτο, κύριοι, ἄσκοπος αὐτὴ ἡ ἀπαίτησις τοῦ νὰ φέρωμεν πιστοποιητικὰ τῶν καταμηνύσεων. Μηνύσεις 52, κύριοι, ἐδόθησαν κατὰ ἐπισήμων προσώπων, κατὰ τῶν ὑψηλοτέρων ὀργάνων τῆς ὑπηρεσίας, καὶ τὰς μηνύσεις αὐτὰς τὰς ἔκαμον οἱ ἐνιστάμενοι, ὄχι τυχαῖοι ἄνθρωποι, ἀλλὰ ὁ κ. Λομβάρδος μετὰ τῶν συναδέλφων του, ἀναδεχόμενοι τὴν εὐθύνην καὶ γνωρίζοντες εἰς ποίας συνεπείας δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν, ἐὰν ὅσα αὐτοὶ ὑπεστήριξαν ὦσι ψευδῆ· μηνύσεις ἐδόθησαν, ἐκθέσεις ἐδόθησαν, καὶ ὅμως αἱ ἐκθέσεις αὗται δὲν εἶναι ἐνταῦθα. Ναί, κύριοι, ἡ στρατιωτικὴ ἐπέμβασις ἐνηργήθη ἀδιακρίτως ἐναντίον ὅλων τῶν πολιτῶν, τῶν ὑποδεικνυομένων παρ’ ἁρμοδίων προσώπων, ὡς ἀνηκόντων εἰς τὴν μερίδα τοῦ κ. Λομβάρδου· οὔτε ἡ ἡλικία, οὔτε αἱ πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίαι ἔσωσαν τοὺς πολίτας τῆς Ζακύνθου ἀπὸ τὸν ἀποκλεισμὸν διὰ τῆς λόγχης.
§157ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Φέρετε κἀμμίαν πρᾶξιν στρατιωτικήν.
§158ΠΟΛΥΛΑΣ. Σεῖς μᾶς ἀφαιρεῖτε τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως. Προσῆλθε, κύριοι, νὰ ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου ὁ ἄλλοτε βουλευτὴς Ζακύνθου ἐν τῇ Ἰονίῳ Βουλῇ, ὁ παρακαθήσας ἐν τῇ ΙΓʹ. Βουλῇ καὶ ψηφίσας τὴν ἕνωσιν καὶ ὅστις ἔλαβε καὶ τὴν ἱκανοποίησιν νὰ παρακαθήσῃ ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου τούτου, διὰ νὰ συντελέσῃ εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Συντάγματος· δὲν ψεύδεται, κύριοι, ὁ Κουερῖνος, οὔτε ἄγεται ὑπὸ φατριασμοῦ νὰ καταθέσῃ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κατέθεσεν. «Εἶμαι ἀρχαῖος ῥιζοσπάστης», εἶπεν ὁ Κουερῖνος πρὸς τὸν ἀνακριτὴν, «ἠγωνίσθην πολλὰ ἔτη ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως, ἐκλεχθεὶς ἐπανειλημμένως βουλευτὴς ἐπὶ τῆς ἀγγλικῆς προστασίας, ἐψήφισα ὡς πληρεξούσιος τῆς Ἑπταννήσου τὴν ἕνωσιν, καὶ ἐκλεχθεὶς ἐκ νέου πληρεξούσιος διὰ τὴν ἐν Ἀθήναις Συνέλευσιν ἐψήφισα καὶ ὑπέγραψα τὸ Σύνταγμα. Ὑπερεξηκοντούτης τώρα, μοὶ ἐπέπρωτο νὰ κτυπηθῶ ὑπὸ Ἕλληνος στρατιώτου, διότι ἐπορεύθην εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας, ἵνα ἐξασκήσω τὸ πολιτικόν μου δικαίωμα· ἂν τοῦτο προεγνώριζα...» Ἀποσιωπῶ, κύριοι, τὰς τελευταίας φράσεις, τὰς ὁποίας ἔφερε εἰς τὰ χείλη τοῦ γέροντος Κουερίνου αἴσθημα ἀγανακτήσεως, ἡ ὁποία πρὸς στιγμὴν κατέπνιξε τὸ φιλογενές του αἴσθημα. Μεταβαίνω εἰς ἄλλην ἀπόδειξιν. Δύω μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς ἦτο μεταξὺ τῶν φίλων τοῦ κ. Λομβάρδου, ὁ Στεριώτης καὶ ὁ Μπράτης, ὁ ὁποῖος καὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἦλθεν εἰς Ἀθήνας καὶ, ὡς ἀκούω, ἔλαβεν ὁδηγίας παρὰ τοῦ ἐντίμου κ. πρωθυπουργοῦ νὰ ἐκπληρώσῃ ἀμερολήπτως τὸ καθῆκόν του ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, προσέφυγον εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, καταγγέλλοντες τὰς διαπραττομένας παρανομίας, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς ἀπεποιήθη νὰ δεχθῇ αὐτοὺς, καὶ ἑπομένως ἀμφότεροι ἀπεσύρθησαν καὶ οὕτω κατηρτίσθη ἄλλως ἡ Ἐπιτροπὴ, ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ εἰρηνοδίκου κ. Λουκουρέζου. Ἡ οὕτω, κύριοι, μετασχηματισθεῖσα ἐπιτροπὴ ἐνόμισε καλὸν νὰ δείξῃ πανηγυρικῶς τὸ φρόνημα τῆς ἀμεροληψίας καὶ τῆς νομιμότητος ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἐκυριεύετο, διαρκούσης τῆς διεξαγωγῆς τῆς ψηφοφορίας. Ὅθεν κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν ἡ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐξέδοτο προκήρυξιν, δι’ ἧς παρέτεινεν ἐπὶ μίαν εἰσέτι ἡμέραν τὴν ψηφοφορίαν, «Θέλουσα», ἔλεγεν, ἐν τῇ προκηρύξει της, «νὰ καταστήσῃ ἔτι μᾶλλον ἐλευθέραν τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος καὶ ν’ ἀπομακρύνῃ πᾶν περὶ ἀποκλεισμοῦ ἐκλογέων παράπονον......». Πῶς τὸ ἤξευρεν ἡ Ἐπιτροπὴ, ὅτι ἔμελλον νὰ γείνουν παράπονα; Δὲν σᾶς φαίνεται μᾶλλον ἄρθρον φατριαστικῆς ἐφημερίδος παρὰ προκήρυξις Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, διευθυνούσης ἀμερολήπτως τὴν ψηφοφορίαν; Σᾶς ἀνέγνωσε, κύριοι, ὁ κ. Κοντόσταυλος τὴν πρᾶξιν τῶν τριῶν δικαστῶν Ζακύνθου, τινὲς δὲ τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου ἐπανειλημμένως εἶπον καὶ, ἂν δὲν σφάλλω, καὶ αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι τίποτε, εἶναι ἀτομικὸν, ἐῤῥέθη ἐν τῇ ἀτομικῇ των ἰδιότητι, καὶ οὕτως ἐρχόμεθα νὰ φιλοσοφήσωμεν ὅπως ἐπὶ τοῦ προκειμένου χωρίσωμεν τὴν ἀτομικὴν ἰδιότητα ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἰδιότητα τῶν κυρίων δικαστῶν. Τὸ ἀληθὲς ὅμως εἶναι ὅτι τρεῖς ἔντιμοι λειτουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης πιστοποιοῦσι πανηγυρικῶς περὶ τῶν προσκομμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπήντησεν ἡ δικαιοσύνη ἐν Ζακύνθῳ, κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν· σᾶς λέγουν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνορθώσῃ ἐν Ζακύνθῳ τὸ σαλευθὲν κράτος τῶν Νόμων. Σᾶς τὸ εἶπον, κύριοι, λειτουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἂν, κύριοι, αὐτοὶ οἱ τρεῖς λειτουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης ἤδη πρὸ τριῶν τεσσάρων μηνῶν σχεδὸν κατήγγειλάν τινας τῶν ἐκεῖ Ἀρχῶν, ὡς παρανομούσας, διατί ἡ Κυβέρνησις δὲν διέταξεν ἀμέσως αὐστηρὰς ἀνακρίσεις, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι οὗτοι δὲν εἶναι ἀμερόληπτοι, ἀλλ’ ὅτι ἐξέδωκαν πρᾶξιν ὑπὲρ τῆς Λομβαρδιανῆς μερίδος; Ἀλλὰ ὅσας μαρτυρίας ἡμεῖς φέρομεν ἐκ τῶν ἐπισημοτέρων προσώπων, σεῖς τὰς ἀποδίδετε εἰς τὸν φατριασμόν, καὶ θέλετε νὰ παραδεχθῶμεν ὡς ἀψευδεῖς τοὺς ἀριθμοὺς καὶ τὰ πρακτικὰ αὐτὰ τῶν ψηφοφοριῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ὑπὸ τὸ κράτος τῆς βίας καὶ τῆς καλπονοθεύσεως. Ἡ στρατιωτικὴ ἐπέμβασις, κύριοι, (καὶ ἴσως τινὲς τῶν ἐνταῦθα στρατιωτικῶν καὶ ἐκτὸς ταράττονται, διότι θέλομεν νὰ ἐνοχοποιήσωμεν τὸν στρατόν)· ἡ στρατιωτικὴ ἐπέμβασις δυστυχῶς ἐνηργήθη.
§159ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἐνοχοποιεῖται ὁ στρατός.
§160ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἔχετε δίκαιον· πρόκειται, κύριοι, νὰ ἐξελέγξωμεν ὡρισμένας πράξεις, οὐχὶ νὰ ἐπικρίνωμεν πρόσωπα· πέποιθα μάλιστα, ὅτι ὅπου ὑπῆρξαν οἱ παρανομοῦντες αὐτοὶ ἀποτελοῦσιν ἐξαίρεσιν πρὸς τιμὴν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Καὶ ἂν τυχὸν ἡ Βουλὴ ἤθελεν, ὑπὸ ἄκρας καὶ ὑπερβολικῆς ἀμεροληψίας ἐμφορουμένη, νὰ παραδεχθῇ τὸ μέτρον τῆς ἀναστολῆς ὡς πρὸς τὴν ἐκδίκασιν τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου καὶ ἤθελε νὰ σταλῇ ἐξεταστικὴ ἐν Ζακύνθῳ ἐπιτροπή, ἤθελεν ἀκούσει ὅσα ἐγὼ ὑποστηρίζω λεπτομερῶς καὶ παρ’ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων τῆς ἀντιθέτου μερίδος, ὅπως ἐγὼ, κύριοι, ἀνέγνωσα ἐν Κερκύρᾳ ἐπιστολὴν ἀνθρώπου, ἀνήκοντος εἰς τὸ κόμμα τοῦ Βολτέῤῥα, ὅστις λίαν ἁπλοϊκῶς ἐξεικόνιζε τὰ διαδραματιζόμενα, καὶ ἔχαιρε διὰ τὸν ἀποκλεισμὸν τοῦ κ. Λομβάρδου, μὲ φράσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπεκάλυπτον τὸ αἴσθημα τοῦτο. «Οἱ Λομβαρδιανοὶ ἀποδιώκονται καὶ θ’ ἀποδιωχθῶσιν· ἀποδιώκονται ἀπὸ τοῦ τόπου τῆς ψηφοφορίας καὶ ἀναχωροῦσι κατῃσχυμένοι». Μαρτυρία βεβαίως ἀψευδὴς, καθότι ἔρχεται ἀπὸ ἄνθρωπον τῆς αὐτῆς μερίδος. Καί, κύριοι βουλευταὶ, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ δείξω ἐπιστολὰς, διότι ὑμεῖς πρέπει νὰ ἐκτιμήσητε καὶ τὴν μαρτυρίαν βουλευτοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λαλοῦντος, καθότι τὸ βῆμα τοῦτο εἶναι ἱερὸν καὶ δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ τὸ βεβηλώσω διὰ τοῦ ψεύδους. Ἀλλὰ σεῖς ἀναιρεῖτε τὰ πάντα, καὶ ἴσως θὰ ἀναιρέσητε τὸ γεγονὸς, ὅτι κατόπιν τοῦ θριάμβου τῶν βουλευτῶν, ὅτι ἀνεπέμφθησαν εἰς τὸν οὐρανὸν πυροτεχνήματα, ὅπως ἀποδείξωσιν ὅτι ἐθριάμβευσαν οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως.
§161ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πολυλᾶ, μὲ συγχωρεῖτε μίαν ἐρώτησιν; Ἄν ἡ ἀνάκρισις ἐπελήφθη τῶν ἀνακρίσεων περὶ τῶν φώτων, τὰ ὁποῖα ἀνήφθησαν εἰς τὸ φρούριον, καὶ ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα.
§162ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν ἠξεύρω.
§163ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀξιόποινος αὐτὴ ἡ πρᾶξις;
§164ΠΟΛΥΛΑΣ. Δύνασθε, κύριοι, νὰ ὑποθέσητε, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος μετὰ τῶν φίλων του ἐνισταμένων, ὑπογεγραμμένων εἰς αὐτὴν τὴν ἔνστασιν, δύνανται νὰ βεβαιώσουν γεγονότα ἀνύπαρκτα ὡς ἀληθῆ; ὡς λ. χ. ὅτι ὁ ἀνακριτὴς εἰς τὸν δῆμον Λιθακιωτῶν ἀγρίως ἐξεδιώχθη ἀπὸ τοὺς στρατιώτας, διότι ἤθελεν ἐκεῖ νὰ τελέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν του, καὶ πῶς δὲν αἰσθάνεσθε τὴν ἀνάγκην νὰ βεβαιωθῆτε περὶ τούτου, ἀφ’ οὗ ἤδη παρῆλθον τέσσαρες μῆνες ἀπὸ τὴν ἐκλογὴν, καὶ πραγματικῶς ὁ ἀνακριτὴς Μητσόπουλος κατεμήνυσεν αὐτὸν τὸν στρατιωτικὸν ἐπὶ προσβολῇ; Ἀλλὰ νομίζουν, κύριοι, ὅτι μᾶς ἀφήρεσαν τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως, λέγοντες ὅτι μηνύσεις καὶ ἐκθέσεις δὲν ὑπάρχουν· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ὅτι δὲν βεβηλῶ τὸ βῆμα τοῦτο διὰ ψεύδους. Ὑπάρχει ἔκθεσις καὶ τοῦ Μητσοπούλου καὶ τοῦ ἑτέρου ἀνακριτοῦ Βούλγαρη, ἀλλὰ δὲν θέλουν νὰ καταθέσουν αὐτὰς ἐνταῦθα· καὶ ἐγώ, οὐχὶ δικανικῶς συλλογιζόμενος, ἀλλὰ λογικῶς, σᾶς λέγω, ὅτι ἐκ τῆς ἀπομακρύνσεως αὐτῶν τῶν ἐγγράφων ἀρύομαι τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ὅσα λέγονται εἶναι ἀληθῆ, καθὼς τὰ πιστοποιοῦσι καὶ οἱ μάρτυρες, τοὺς ὁποίους προανέφερον. Δὲν ἔχω λοιπὸν νὰ ἐνδιατρίψω εἰς λεπτομερείας, τὰς ὁποίας βλέπετε ἐκτεθειμένας εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς μειονοψηφίας· σᾶς λέγω μόνον ὅτι διὰ τὸν δῆμον Λιθακιωτῶν ὑπάρχει ἔκθεσις καὶ μήνυσις τοῦ ἀνακριτοῦ Μητσοπούλου καθὼς ἐπίσης καὶ διὰ τοὺς δήμους Μεσογαίων, Ὑριέων, Ὀπιταϊδῶν, καὶ διὰ τοὺς ἄλλους ὑπάρχουν πλεῖσται μηνύσεις, διὰ τῶν ὁποίων καταμηνύονται καὶ στρατιωτικοὶ καὶ πολῖται ὁπλοφόροι ἐπὶ ἐξασκήσει βίας πρὸς ἀποκλεισμὸν τῆς Λομβαρδιανῆς μερίδος. Ὑπάρχει ἔκθεσις τοῦ ἀνακριτοῦ Μητσοπούλου περὶ τοῦ δαρμοῦ, τὸν ὁποῖον ὑπέστη ὁ ἑβδομηκοντούτης πατὴρ ἑνὸς τῶν ὑποψηφίων τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ κ. Λομβάρδου, τοῦ κυρίου Νέγκα. Ὑπάρχει ἔκθεσις τοῦ ἀνακριτοῦ Μητσοπούλου περὶ τῆς καλπονοθεύσεως, τὴν ὁποίαν διέπραξεν αὐτὸς ὁ ἀποσπασματάρχης εἰς τὸν δῆμον τῶν Μεσογαίων. Περὶ τοῦ δήμου Ψωφίδος ὑπάρχει ἡ ἤδη ἀναγνωσθεῖσα παρὰ τοῦ κ. Κοντοσταύλου ἐπιστολὴ τοῦ ἑλληνοδιδασκάλου Μιχαλοπούλου· καὶ ἐξεπλάγην, κύριοι, ὅτε μεταξὺ ὑμῶν εὑρέθησάν τινες οἱ καγχάσαντες, ὅταν ἠκούσατε τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐπιστολῆς τοῦ ἑλληνοδιδασκάλου Μιχαλοπούλου. Εὑρισκόμενος, κύριοι, ἐν Κερκύρᾳ, ὅταν πρώτην φορὰν τὴν ἀνέγνωσα, κατελήφθην ὑπὸ αἰσθήματος λύπης βαθείας. Ἔβλεπα εἰς τὴν ἐπιστολὴν ἐξεικονιζόμενον τὸν τίμιον ἄνθρωπον, ὅστις ἐπὶ στιγμὴν ὑπέκυψεν εἰς τὴν βίαν καὶ εἰς τὸν τρόμον, ἀλλὰ ἅμα ἀπηλλάγη αὐτῶν, δὲν ἐκρατήθη ὑπὸ τοῦ φόβου ν’ ἀπολέσῃ τὴν δημοσίαν θέσιν του, καὶ ἐπιστοποίησεν ἐνώπιον τοῦ Πανελληνίου τὴν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν πρὸς στιγμὴν ὑπεχρεώθη νὰ καταπνίξῃ. Ἀλλὰ ἡ πλειονοψηφία τοῦ τμήματος σᾶς λέγει, ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Μιχαλοπούλου εἶναι προϊὸν μεροληψίας, ὅτι ἀπεσπάσθη δι’ ὑποσχέσεων· καὶ τίνων ὑποσχέσεων, κύριοι, πρὸς ἄνθρωπον κατέχοντα δημοσίαν ὑπηρεσίαν καὶ κινδυνεύοντα ν’ ἀπολέσῃ τὴν θέσιν του, ὡς ἔπρεπε νὰ τὴν ἀπολέσῃ, ἐὰν ἐβεβαίωσε ψευδῆ γεγονότα; Ἀλλὰ τὰ διαπραχθέντα ἐν τῷ δήμῳ Ψωφίδος τὰ μαρτυρούμενα τοσοῦτον ἀφελῶς καὶ περιπαθῶς παρὰ τοῦ Μιχαλοπούλου, αὐτά, κύριοι, ἀποτελοῦν ἀντικείμενον μηνύσεως. Δύω μέλη τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ δήμου ἐκείνου ἔκαμον μήνυσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἐκκρεμής. Ἐδῶ ἔχομεν, κύριοι, ἀποδείξεις, τὸ κατ’ ἐμὲ ἀρκούσας, διότι δὲν εἴμεθα ἁρμόδιοι νὰ καταδικάσωμεν κἀνένα, οὔτε εἴμεθα δικαστήριον ποινικόν· εἴμεθα πολῖται, ἔχοντες εἰσέτι τὴν προβληματικὴν ἰδιότητα Βουλευτοῦ, οἵτινες κρίνομεν κατὰ πεποίθησιν. Τὰς δὲ ἀποδείξεις δὲν ἀπαιτοῦμεν τυπικάς, ἀλλ’ ὁποῖαι ἀρκοῦσιν ἵνα μορφώσωσι τὴν κοινὴν γνώμην, ἥτις εἶναι ἤδη ἐσχηματισμένη. Ἂν θέλωμεν ὅμως, κύριοι, νὰ προβῶμεν καὶ εἰς ἑτέραν μέθοδον ἀποδείξεως, (εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εἶμαι, κύριοι, ἐντριβής, διότι δὲν εἶμαι μαθηματικὸς) εἰς τὴν ἀπόδειξιν τῶν ἀριθμῶν, ἠθέλομεν ἀρυσθῆ σπουδαίαν ἔνδειξιν, σπουδαιότατον τεκμήριον ὑπὲρ τοῦ ἰσχυρισμοῦ μας, ὅτι εἰς τὰς τελευταίας ἐκλογὰς οὐχὶ ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ ἡ βία καὶ ἡ καλπονόθευσις ἔῤῥιψαν τὴν μερίδα τοῦ κ. Λομβάρδου. Δύω εἶναι οἱ δῆμοι, ὅπου δὲν ἐξετελέσθη ἡ καλπονόθευσις. Εἰς τὸν δῆμον τῆς πόλεως δὲν ἐξετελέσθη καλπονόθευσις, οὔτε εἰς τὸν δῆμον Λιθακιωτῶν, ἀλλὰ μόνον ἐφηρμόσθη τὸ μέτρον τοῦ ἀποκλεισμοῦ. Ἀποκλεισμὸς τῶν ψηφοφόρων πόθεν τεκμαίρεται; Ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ βεβαίως τῶν προσελθόντων εἰς τὰς κάλπας κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς, συγκρινομένου μάλιστα πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν προσελθόντων κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1872, ὁπότε δὲν ὑπῆρχεν ἀνταγωνισμός. Πόσοι ἐψηφοφόρησαν εἰς τὴν πόλιν Ζακύνθου κατὰ τὸ 1872, ὅτε δὲν ὑπῆρχεν οὐδεὶς ἀνταγωνιζόμενος πρὸς τὴν μερίδα τοῦ κ. Λομβάρδου; 2,999. Πόσοι ἐψηφοφόρησαν εἰς τὴν τελευταίαν ἐκλογὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν, δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἀνταγωνισμὸς ὑπῆρχεν, ἀφοῦ ὡμολόγησαν καὶ οἱ ἀνακηρυχθέντες, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ὅλα τὰ μέτρα, ὅπως προστατεύσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου; Ἀντὶ 3000, ἐψηφοφόρησαν 1520. Εἰς τὸν δῆμον Λιθακιωτῶν ἐπίσης, δῆμον ὅπου δὲν ἐγένετο καλπονόθευσις, ἐψηφοφόρησαν τὸ 1872, 490· ἐφέτος πόσοι ἐψηφοφόρησαν, ὑπάρχοντος ἀνταγωνισμοῦ; Μόλις 226· διότι, κύριοι δὲν κατωρθώθη νὰ γείνῃ καλπονόθευσις εἰς τὸν δῆμον τῆς πόλεως, οὔτε εἰς τὸν δῆμον Λιθακιωτῶν, καὶ ἑπομένως δὲν δύνανται οἱ ἀνακηρυχθέντες νὰ παρουσιάσουν εἰκονικὸν ἐξαγόμενον, ὅπως ἀναιρέσωσι τὸν ἰσχυρισμόν μας, περὶ ἀποκλεισμοῦ. Εἰς τοὺς ἄλλους δήμους ἐγένετο καλπονόθευσις, ἡ ὁποία διευκολύνθη διὰ τῆς βίας, ἐγένετο ἡ καλπονόθευσις εἰς τρόπον ὥστε θέλουν νὰ φράξουν τὸ στόμα μας, λέγοντες «πῶς ἐγένετο ἀποκλεισμός, ἐνῷ ἐψηφοφόρησαν 5,000 ἐκλογεῖς;» Ἀλλὰ, κύριοι, καὶ εἰς ἐκείνους τοὺς δήμους, ὅπου ἡ καλπονόθευσις ἔφερε τὸ εἰκονικὸν αὐτὸ ἀποτέλεσμα, λαλοῦσιν οἱ ἀριθμοί. Ὑπάρχει ἡ προφανὴς ἀπιθανότης τοῦ ἀριθμητικοῦ ἐξαγομένου· ὑπάρχει δῆμος, ὅπου ὁ κ. Βοῦλτσος — ὁ δῆμος Μεσογαίων — ἀντὶ ψήφων 381 εἰς τὸ ναὶ ἔλαβε 4 μόνον εἰς τὸ ὄχι· ὑπάρχει δῆμος ὅπου ὁ συνδυασμὸς τοῦ κ. Λομβάρδου ἐλάμβανεν ἄλλοτε ἑκατοντάδας, σήμερον δὲν ἔλαβεν εἰμὴ 11 ἢ 13. Τεράστια ἐξαγόμενα, κύριοι, ἀπέναντι τῶν προηγουμένων ψηφοφοριῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ὅμως οἱ ἀντίθετοι δὲν δύνανται νὰ μᾶς δείξωσι τοιαύτην παράδοξον δυσαναλογίαν. Τί θὰ εἴπωμεν ὅμως, κύριοι, ἐὰν συγκρίνωμεν τὴν τελευταίαν ψηφοφορίαν, ἀριθμητικῶς πάντοτε, πρὸς ἄλλην ψηφοφορίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπῆρξεν ἀνταγωνισμός; Ἂς λάβωμεν τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς τοῦ 1868, ὅτε ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἀντιθέτου συνδυασμοῦ ἦτον ὁ κ. Ῥώμας. Πόσοι ἐψηφοφόρησαν ἐν συνόλῳ εἰς τὴν νῆσον Ζάκυνθον τότε; Ἐψηφοφόρησαν τὸ 1868, ἐποχὴν, καθ’ ἣν προέδρευε τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ νῦν ἀξιότιμος Πρωθυπουργός, ὅστις τότε βεβαίως δὲν ἦτο φίλος τοῦ Λομβάρδου, καὶ ὅστις ἀπέστειλεν εἰς Ζάκυνθον ἀρκοῦσαν δημοσίαν δύναμιν ὅπως, καθὼς σᾶς εἶπον οἱ ἐπιτυχόντες, προστατεύσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου, ἐψηφοφόρησαν 9858, ἐξ ὧν ὁ κ. Λομβάρδος, ἀνώτερος κατὰ 600 ψήφους νομίζω τῶν ἄλλων συναδέλφων του, ἔλαβεν ψήφους 7,598. Πόσοι ἐψήφισαν δῆθεν κατὰ τὴν προκειμένην βουλευτικὴν ἐκλογήν; Ἀντὶ 10,000, οἵτινες ἐψήφισαν τὸ 1868, παρουσιάζονται ψηφίσαντες μόλις 6273, ἐξ ὧν ὁ Λομβάρδος ἀντὶ τῶν ἄλλοτε 7,600, ἔλαβεν, κύριοι, μόλις 1000, διότι τὸν ὑπερέβη ὁ συνάδελφος κύριος Γαΐτας 100 ψήφους! ὁ δὲ ἀνώτερος τῶν ἀντιθέτων κ. Βοῦλτσος ἔλαβε ψήφους 5918, τουτέστιν ὁ κ. Βοῦλτσος ὑπερβαίνει τὸν κ. Ῥώμαν τοῦ 1868 κατὰ 2,000 ψήφους! Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ παύσῃ ὁ θόρυβος αὐτὸς καὶ αἱ συνδιαλέξεις· δὲν εἶναι συζήτησις αὐτή.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι βουλευταί. Εἰς τὰ δωμάτια νὰ παύσουν αἱ συνδιαλέξεις.
§166ΠΟΛΥΛΑΣ. Εἰς τὸν δῆμον Ψωφῖδος ἐγένετο ἐλευθέρα ψηφοφορία, δὲν ἐφηρμόσθη τὸ σύστημα τοῦ ἀποκλεισμοῦ, καὶ ἑπομένως ψηφοφόροι προσῆλθον εἰς τὰς κάλπας· κατόπιν ὅμως ἦλθεν ἡ σπάθη τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ λύσῃ τὸ γόρδιον δεσμὸν τῆς ἐπιῤῥοῆς τοῦ Λομβάρδου. Ἐψηφοφόρησαν ἐλευθέρως 616· ἡ κάλπη τοῦ κ. Πονηροπούλου ἐλησμονήθη, ὅπως λέγει καὶ ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος Μιχαλόπουλος, οὐδεμία εἰς αὐτὴν καὶ μόνην ἐγένετο νόθευσις, καὶ ἐκ τῆς ἀνοθεύτου ταύτης κάλπης καταδεικνύεται ἡ θέλησις τῆς πλειονοψηφίας τῶν δημοτῶν Ψωφίδος· ὁ κ. Πονηρόπουλος ἔλαβεν εἰς τὸ ναὶ 234 καὶ εἰς τὸ ὄχι 382 πόσους ἔλαβεν εἰς τὰ 1868 ἡ μερὶς ἡ ἀντίθετος τοῦ κ. Λομβάρδου; 229. Βλέπετε ὅτι ἡ θέσις τῶν πραγμάτων ἐν τῷ δήμῳ Ψωφίδος εἶναι ἡ αὐτὴ καὶ ὅτι μόνον εἰς τὰς νοθευμένας κάλπας μετεβλήθη. Καὶ οἱ ἀντίθετοι περιῆλθον εἰς ἀμηχανίαν, διὰ νὰ ἐξηγήσωσι τὸ παράδοξον τῆς ἐκβάσεως τῆς ἐκλογῆς· ἀναιροῦσι τὰ πάντα καὶ ἀποδείξεις καὶ μαρτυρίας καὶ μᾶς λέγουσιν ὅτι ὁ ἀληθὴς καὶ μόνος λόγος ὑπῆρξεν ἡ σκόπιμος ἐκ μέρους τοῦ Λομβάρδου ἀποχώρησις, τοῦ Λομβάρδου ὁ ὁποῖος προέβλεπε τὴν βεβαίαν ἀποτυχίαν του, ἀποτυχίαν ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ διότι ἀπώλεσε πολλοὺς τῶν φίλων του· ἀλλ’ οὐδένα ἐξ αὐτῶν τῶν σπουδαίων φίλων του μᾶς ἐμνημόνευσαν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, γνωρίζω θετικῶς ὅτι ἄν ποτε ἀπεχώρησαν ἀπὸ τοῦ κ. Λομβάρδου πρὸ χρόνου πολλοῦ φίλοι σπουδαῖοι, οὗτοι ὑπῆρξαν οἱ ἄλλοτε μετ’ αὐτοῦ συνεργασθέντες ῥιζοσπάσται· αὐτοὶ ἦσαν οἱ μόνοι σπουδαῖοι. Ἐκ τῶν σημερινῶν του φίλων οὐδεὶς σπουδαῖος ἀπεσπάσθη. Ἴσως, καὶ τὸ προλαμβάνω, θὰ ἀναφέρωσι τὸν κ. Καραμαλίκην, ὅστις σήμερον, νομίζω, διάκειται εἰς ψυχρὰς πολιτικὰς σχέσεις πρὸς τὸν κ. Λομβάρδον· ἀλλ’ ἠξεύρετε, κύριοι, τί ἤθελε σᾶς εἴπει ὁ κ. Καραμαλίκης, καὶ τί εἶπεν εἰς τὸν κ. Βοῦλτσον ὅταν τῷ ἐζήτησε τὴν συνδρομήν του; «Κ. Βοῦλτσε, δὲν σᾶς δίδω τὴν συνδρομήν μου, διότι εἶναι περιττή· ἂν θὰ ἐνεργήσητε τὰς ἐκλογὰς διὰ τῆς λόγχης, ὡς λέγετε, τότε εἶναι περιττὴ ἡ συνδρομή μου· ἂν δὲν τὰς ἐνεργήσητε διὰ τῆς λόγχης, τότε πάλιν εἶναι περιττὴ, διότι ἡ πλειονοψηφία τοῦ ῥιζοσπαστικοῦ κόμματος εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν θὰ κατορθώσητε τίποτε.»
§167ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Ὁ κ. Καραμαλίκης μοὶ εἶπεν, ὅτι ἡ οἰκία του εἶναι πολὺ μακρυνὴ, καὶ ὅτι φοβεῖται νὰ ὑπάγῃ ἐκεῖ, καὶ νὰ τὰ χαλάσῃ ἔτσι φανερά· καὶ ὅτι δὲν ἠμπορεῖ δημοσίᾳ νὰ μὲ βοηθήσῃ.
§168ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἀλλ’ εἶναι τάχα ἀληθὲς ὅτι τοσοῦτον ἐκπληκτικῶς κατέπεσεν ἡ μακροχρόνιος ἐκείνη ἐπιῤῥοὴ, ἡ ἀρυομένη τὰς δυνάμεις της ἐκ μιᾶς ἰδέας ὑψηλῆς, καθὼς θέλω κατόπιν ἐξηγήσω (διότι, κύριοι, καί τοι ἀσθενὴς τὴν φωνὴν καὶ ἄπειρος τοῦ βήματος, θὰ ὑποχρεωθῶ ἐπὶ πολὺ νὰ μηκύνω τὸν λόγον) εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατέπεσε καὶ αὐτομάτως κατέπεσε, καὶ, ὡς εἶπέ τις φίλος, ἐξ ἀποπληξίας ἐξέπνευσεν ἀρχαία ἐπιῤῥοὴ, στηριζομένη ἐπὶ τῆς ἀγάπης τοῦ λαοῦ καὶ ἐπὶ ἰδεῶν δημοτικῶν, φιλελληνικῶν; Κατέπεσεν! Ὤ! ὁποία πτῶσις! ἤθελεν ἀνακράξει ὁ Ἄγγλος ποιητὴς, ὁποία πτῶσις! Καὶ ἐδῶ πάλιν ἀπὸ τοῦ ὕψους τοῦ βήματος τούτου ὑποχρεούμεθα νὰ κατέλθωμεν καὶ νὰ ἐρωτήσωμεν τοὺς ἀριθμοὺς τῶν τελευταίων δημοτικῶν ἐκλογῶν τοῦ Ἰανουαρίου 1874, ὁπότε ὑπῆρξε φαεινὴ, ἀκμάζουσα ἡ μερὶς τοῦ κ. Λομβάρδου· καὶ ἡ μερὶς, ἡ ὁποία τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1874 ἤκμαζεν ἐν Ζακύνθῳ καὶ ἐν τῇ πόλει ἐθριάμβευσεν, αὐτὴ ἡ μερὶς μετ’ ὀλίγας ἡμέρας κατέπεσεν, ἐξηυτελίσθη, καὶ καὶ δὲν ἠδυνήθη οὐδὲ κἂν τὸν Λομβάρδον νὰ φέρῃ ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου! (θόρυβος).
§169ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΤΙΣ. Τὸν ἔῤῥιψεν ὁ Τσουλάτης....
§170ΠΟΛΥΛΑΣ. Ὁ κ. Τσουλάτης ἦτον ἔντιμος ἄνθρωπος καὶ εἶναι, καὶ δὲν ἔχει τὴν ἀξίωσιν ὅτι αὐτὸς ἔφερε τὸν κ. Λομβάρδον εἰς τὰ πράγματα· ἀλλ’ ὁ Λομβάρδος τὸν ἐνηγκαλίσθη τὸ 1870, ὅπως φέρῃ εἰς τὴν Ζάκυνθον ἄνδρα ἱκανὸν νὰ διορθώσῃ τὴν δημοτικὴν διοίκησιν. Ἐθριάμβευσε λοιπὸν ἡ μερὶς τοῦ κ. Λομβάρδου ἐν τῇ πόλει· ἐκεῖ πράγματι εἶχον δύω ὑποψηφίους, κύριοι· διότι ὁ Πλέσσας ἦτον ὑποψήφιος τῆς ῥιζοσπαστικῆς μερίδος, καὶ ὁ Τσουλάτης δὲν ἠμποροῦσε νὰ θεωρηθῇ φίλος τῶν ἐναντίων· ἀλλὰ βεβαίως ἠδύνατο κατὰ τὸν ἀγῶνα ἐκεῖνον οἱ ἀντίθετοι νὰ διαιρέσωσι τὰς ψήφους καὶ νὰ ἐπιτύχωσι τὸν δήμαρχον ἢ τοὐλάχιστον τοὺς δημοτικοὺς συμβούλους· ἀλλὰ, κύριοι, ἐπανελήφθη καὶ τὸν Ἰανουάριον 1874 ὅ,τι συνέβη στερεοτύπως καθ’ ὅλας τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς ἐν τῇ πόλει, ὅτι οἱ ἀντίθετοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ εἰσάξωσιν εἰς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον οὔτε ἕνα ἀναπληρωτικὸν, ἀλλ’ ὅλος ὁ κατάλογος τῆς ῥιζοσπαστικῆς μερίδος ἐψηφοφορήθη παρὰ τοῦ λαοῦ. Μήπως νομίζετε, καθὼς ἴσως θὰ σᾶς εἴπουν, ὅτι εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς τοῦ 1874 ἀπέτυχεν ἡ μερὶς τοῦ Λομβάρδου εἰς τὴν ἐξοχήν; Ὄχι· ὑπερίσχυσαν πάντες οἱ ὑποψήφιοί του ἐκτὸς δημάρχων τινῶν, καθότι τῶν Λομβαρδιανῶν παρουσιάσθησαν πολλοὶ ὑποψήφιοι. Ἀλλὰ πάλιν ὑποχρεούμεθα νὰ προστρέξωμεν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, καὶ νὰ θέσωμεν τὰς λεγομένας βουλευτικὰς ἐκλογὰς τοῦ 1874 ἐν τῷ μέσῳ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, αἱ ὁποῖαι προσφάτως ἐνεργήθησαν ἐν Ζακύνθῳ πρὸς ἀναπλήρωσιν δημοτικῶν συμβούλων. Δύναμαι λοιπὸν καὶ ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν μὲ ἀναιρέσῃ ὁ κ. Πονηρόπουλος, νὰ σᾶς δώσω ἄλλην ἀπόδειξιν, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι πάντες σχεδὸν ἐξελέχθησαν φίλοι τοῦ Λομβάρδου εἰς τὰς τελευταίας ἀναπληρωματικὰς δημοτικὰς ἐκλογάς. Μένει λοιπὸν ἡ βουλευτικὴ ἐκλογὴ Ζακύνθου ὡς γεγονὸς ἀκατανόητον, ὡς μυστήριον διὰ τὴν ἱστορίαν, ἐὰν ἡ ἱστορία μέλλει νὰ συνταχθῇ ἐπὶ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν καὶ τῶν ἐνεργειῶν τῶν Κυβερνήσεων. Ἀλλ’ ὑποστηρίζουν ἀκόμη καὶ ἔχουν τὴν τόλμην νὰ ὑποστηρίζουν ὅτι εἶναι ἀνεγνωρισμένον κόμμα ἐν Ζακύνθῳ, καὶ σπουδαῖον, τὸ κόμμα τὸ λεγόμενον τῶν Λιουραίων; καὶ δὲν ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἠκυρώθη παρὰ τῆς Βουλῆς διὰ λόγον τυπικὸν, (διότι δὲν θέλω νὰ ἐπικρίνω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς) παρὰ τῆς Βουλῆς τοῦ 1868 ἡ ἐκλογὴ Ζαλύνθου; Καὶ σημειώσατε, κύριοι, ὅτι οἱ νῦν ἐπιτυχόντες δὲν εἶπον τότε ὅτι ἡ τρομοκρατία τοὺς ἐμπόδισε νὰ ψηφοφορήσουν· ἀλλὰ μόνον σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ὑπῆρχε κατάλογος καὶ δὲν ἠξεύρω ποίους ἄλλους λόγους. Πολὺ καλὰ ἠκυρώθη ἡ ἐκλογὴ τοῦ 1868 πρὸς χάριν, ὡς φαίνεται, τῶν ἀντιθέτων· πίπτει ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βούλγαρη, ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Ζαΐμη, δεικνύει (καὶ ζητῶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ζαΐμη) δεικνύει διάθεσιν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Ζαΐμη νὰ ἀλλάξῃ τὸ προσωπικὸν τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων μήπως, ἐπειδὴ ἦσαν φίλοι τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως, συνδράμουν τοὺς ἀντιθέτους· ὁ κ. Λομβάρδος ἀπῄτησεν ὅπως μείνῃ ὅλη ἡ ὑπαλληλία τῆς πεσούσης κυβερνήσεως. Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ἡ ἀντίθετο μερὶς παρουσιάσθη τὸ 1869 εἰς τὸν ἀγῶνα; Ὄχι, κύριοι, ἀπεχώρησαν· αὐτοὶ ἔπραξαν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σήμερον ἀποδίδουν εἰς τὸν κ. Λομβάρδον· ἀπεχώρησαν, διότι φρονίμως φερόμενοι ἐμέτρησαν τότε τὰς δυνάμεις των, καὶ ἐνόμισαν, ὅτι ἦτο καλὸν νὰ ἔλθωσι μὲ δυνάμεις νὰ παλαίσωσι, καὶ ὄχι διὰ τῆς βίας, ἀλλὰ διὰ τῆς συμπράξεως τοῦ λαοῦ. Δυστυχῶς αὐτὸ τὸ φρόνημα δὲν ἔχουν σήμερον.—Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ ἂν θέλητε νὰ διακόψωμεν ὀλίγον, διότι ἐκουράσθην· ἂν θέλετε νὰ μὲ βιάσητε, θέλω ἐξακολουθήσει.
§171ΤΙΝΕΣ. Ἂς διακόψωμεν ὀλίγα λεπτὰ, κ. πρόεδρε· πέντε λεπτὰ, διότι βλέπετε ὅτι ὁ ἀγορεύων ἐκουράσθη.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, διακόπτομεν ἐπὶ πέντε λεπτά· (ὥρᾳ 6 παρὰ 20|60 μ. μ.). Ὥρα 6 παρὰ 10|60.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται, κύριοι, ἡ συζήτησις· καθήσατε, κύριοι, παρακαλῶ. Ὁ κ. Πολυλᾶς νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν λόγον.
§174ΠΟΛΥΛΑΣ. Προσέφυγον, ὅπως αἰτιολογήσωσι τὴν πτῶσιν τοῦ Λομβάρδου, προσέφυγον εἰς σπουδαῖον κοινωνικὸν λόγον, εἶπον ὅτι ἀπηύδησεν ἡ Ζάκυνθος ἀπὸ τοῦ νὰ ὑποκύπτῃ εἰς τὸ σύστημα τῆς βίας καὶ τῆς τρομοκρατίας, δι’ οὗ ὁ Λομβάρδος ἐπέβαλεν ἑαυτὸν εἰς τοὺς φίλους του. Ὁ τόπος, λέγουν, ἀνέπνευσεν, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τὰ κατάλληλα μέτρα ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐλευθέραν ἐκδήλωσιν τῶν συνειδήσεων. Βαρεῖα μομφὴ ῥίπτεται σήμερον κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ λαοῦ τῆς Ζακύνθου καὶ κατὰ τῆς μερίδος τοῦ κ. Λομβάρδου, ὅτι ὁ λαὸς ἐκεῖνος ὑπῆρξεν ἐπὶ 22 ὁλόκληρα ἔτη τοσοῦτον δειλὸς καὶ ταπεινὸς, ὥστε νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν θέλησιν ἑνὸς καὶ μόνου ἀτόμου. Βαρεῖα μομφὴ ἐπιῤῥίπτεται κατ’ ἀνδρὸς πολιτευθέντος ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ μετέπειτα μετὰ τὴν ἕνωσιν καταλαβόντος καὶ τὴν ἕδραν τοῦ ὑπουργοῦ καὶ τὴν τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς παμψηφεὶ ἐκλεχθείς. Δὲν ἔρχομαι ἐγὼ ἐνταῦθα ὅπως συνηγορήσω ὑπὲρ τοῦ κ. Λομβάρδου, ἢ νὰ τὸν ἀποπλύνω ἀπὸ τῆς μομφῆς· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁσάκις ῥίπτωνται ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου τοιαῦτα ζητήματα, ἀναγόμενα εἰς τὴν κοινωνικὴν κατάστασιν μιᾶς οἱασδήποτε ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ὀφείλομεν ψυχρῶς καὶ ἀπαθῶς νὰ τὰ ἐξετάσωμεν, ἵνα ἀνεύρωμεν τὴν ἀλήθειαν. Ἀλλ’ ἀπεναντίας, (καὶ βιάζομαι νὰ τὸ εἴπω, διότι μᾶς ἐπροκάλεσαν) ἀπ’ ἐναντίας, ὑπάρχουν ἀδιαφιλονείκητοι ἀποδείξεις, ὅτι ἡ ἀντίθετος πρὸς τὸν κ. Λομβάρδον μερὶς διὰ τῆς ἐκνόμου ἐνεργείας ἑκάστοτε ἐπειράθη νὰ ὀργανώσῃ τὸ κόμμα της καὶ νὰ λάβῃ ἰσχὺν ἐν τῷ τόπῳ. Μαρτυρίας φέρομεν, καὶ μαρτυρίας ἀψευδεῖς, διὰ τῶν ὁποίων δὲν ἐννοῶ ἐγὼ νὰ ἐνοχοποιήσω οὐδὲν πρόσωπον, διότι οὔτε ἀντιπαθείας αἰσθάνομαι, οὔτε ἀποστροφὴν κἀμμίαν πρὸς αὐτοὺς, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὑποχρεοῦμαι νὰ βεβαιώσω ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἡ πορεία τῆς ἐν Ζακύνθῳ ἐθνικῆς μερίδος, τῆς ῥιζοσπαστικῆς, ὅπως θέλω πλατύτερον ἐξηγήσει, ἡ πορεία αὐτῆς δὲν ἐκανονίζετο ὑπὸ τῆς βίας, ἀλλ’ ἐστηρίζετο ἐπὶ ὑγιῶν ἰδεῶν τάξεως, ἐλευθερίας καὶ μεγαλείου τῆς πατρίδος· ἡ δὲ τῶν ἀντιθέτων μερὶς ἠκολούθησε τὴν τῶν ἀσθενῶν φατριῶν, αἱ ὁποῖοι ὁσάκις δὲν εὐτυχοῦσι νὰ ἔχωσι τὴν ὑποστήριξιν τῆς πλειονότητος τοῦ τόπου, ὑποχρεοῦνται νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὴν σκιὰν τῆς ἐξουσίας, ὅπως φθάσωσι ν’ ἀντιπαλαίσωσι καὶ νὰ ἀνταγωνισθῶσι κατὰ τῆς ὑπερισχυούσης ἐν τῷ τόπῳ μερίδος. Ἕν ἔτος καὶ ὀλίγους μῆνας μετὰ τὴν ἕνωσιν, ὁ ἐν Ζακύνθῳ ἄλλοτε ἐπὶ τῆς ἑνώσεως ἐπὶ δέκα ἔτη διατελέσας Τοποτηρητὴς τοῦ Ἁρμοστοῦ καὶ κατόπιν μετὰ τὴν ἕνωσιν διορισθεὶς ἐκεῖ πρόξενος τῆς Ἀγγλίας, διεβίβασε πρὸς τὴν κυβέρνησίν του τὴν ἑξῆς ἔκθεσιν προκαλεσθεῖσαν ἐκ τῶν συνήθων παραπόνων, τὰ ὁποῖα διεσάλπιζον κατὰ τῶν ταραξιῶν τῆς Ζακύνθου (ἀναγινώσκει). «Ὁ πρόξενος Γουδάους πρὸς τὸν Γεν. Πρόξενον Σάνδερ. Ἐν Ζακύνθῳ, τῇ 16 Ἰανουαρίου 1865. Ἐπειδὴ ἄνθρωποί τινες, ποθοῦντες τὴν ἀσφάλειαν, ἧς ἀπήλαυον ἐπὶ Βρεττανικῆς προστασίας, παρέστησαν τὴν νῆσον ταύτην ὡς εἰς λίαν τεταραγμένην κατάστασιν, ἀξιοῦμαι νὰ προσφέρω τὰς ἑπομένας παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Κατὰ τὴν γνώμην μου, οὐδὲν συνέβη δυνάμενον νὰ διεγείρῃ οἱουσδήποτε φόβους. Ἀδιάκοπος ὑπῆρξεν ἡ κοινὴ ἡσυχία τῆς νήσου. Ὀλίγοι διαπληκτισμοὶ ἔλαβον χώραν, καί τινες ἄρχοντες καὶ ἄλλοι ὑβρίσθησαν καὶ ἐδάρησαν· ἀλλ’ οὗτοι ἐπέφερον καθ’ ἑαυτῶν τὰς ἐπιθέσεις οὕτω πως. Πολλοὶ τῶν ἀρχόντων ἐσυνείθισαν νὰ κρατῶσιν ὑπὸ μισθὸν τινας τῶν πλέον τρομερῶν χαρακτήρων τῆς Ζακύνθου, πρὸς τὸ θεαθῆναι μὲν ἵνα τοὺς φυλάττωσιν, ἀλλὰ πραγματικῶς ἵνα ἐκδικῶνται δι’ αὐτῶν τὰς ἔριδάς των καὶ ὕβρεις· ὅμως οἱ κακοῦργοι οὗτοι ἐβαστοῦντο εἰς τάξιν παρὰ τῆς ἀστυνομίας. Ἀλλ’ ἐσχάτως αἱ ἀπαιτήσεις των ἐπὶ τῶν μισθοδοτούντων αὐτοὺς ὑπῆρξαν τόσον ὑπερβολικαί, ὥστε οἱ τελευταῖοι κατήντησαν ὑποχείριοι αὐτῶν. Τῷ ὄντι οἱ ἄρχοντες εἶναι τὰ θύματα ἑνὸς συστήματος, τὸ ὁποῖον οὗτοι οἱ ἴδιοι ἐδημιούργησαν. Ἡ σύγκρουσις, ἥτις ἐγένετο πρὸ ὀλίγων μηνῶν, ὅτε εἷς καλούμενος Κάμιλλος ἐφονεύθη, ἦτο μεταξὺ δύω ἐκ τῶν μαχαιράδων (bravoes)· τὰ πολιτικὰ δὲν ἀναμιγνύονται μηδαμῶς εἰς αὐτὴν τὴν συμπλοκήν. Σχεδὸν ὅλαι αἱ ἔριδες εἰς ταύτην τὴν νῆσον συμβαίνουν ἕνεκα τῶν γυναικῶν ἢ τῶν παιγνιδίων τῆς τύχης, ἅτινα ἔφθασαν εἰς βαθμὸν τρομακτικὸν ἄνευ μηδεμιᾶς προσπαθείας ἐκ μέρους τῆς ἀστυνομίας νὰ περιστείλῃ αὐτά. .................. Εἶναι δύσκολον νὰ εἴπῃ τις, τί θέλει αἰσθανθῆ ὁ λαὸς, ὅταν μέλλει νὰ πληρώσῃ τοὺς φόρους, ὅπως συνάζονται εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὅταν οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων ἐξισωθῶσι μὲ ἐκείνους τῆς Στερεᾶς· ἀλλὰ νῦν οἱ μόνοι δυσαρεστημένοι καὶ ἔντρομοι ἄνθρωποι εἶναι οἱ ἄρχοντες, τῶν ὁποίων αἱ ἄθλιαι καὶ ἐγωϊστικαὶ ῥᾳδιουργίαι ἔφερον μίαν ἕνωσιν, τὴν ὁποίαν ποτὲ δὲν ἐπεθύμησαν. Ἔχω τὴν τιμὴν κτλ. Ὑπογεγ. Β. ΓΟΥΔΑΟΥΣ.»
§175ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Ὁ Σάντερ τί ἦτον;
§176ΠΟΛΥΛΑΣ. Πρόξενος Γενικός.
§177ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Καὶ ποῦ εὑρισκότουνα; στὴν Κέρκυρα;
§178ΠΟΛΥΛΑΣ. Ναί.—Ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐν Ζακύνθῳ ἐθνικῆς μερίδος Λομβάρδος, ὁ ἐχθρὸς τῆς τάξεως, ὁ ἀναρχικὸς, κατὰ τοὺς ἀντιθέτους, γενόμενος ὑπουργὸς, ἔδωκεν εἰς τὴν Ζάκυνθον νομάρχην τὸν κ. Τζουλάτην. Παρ’ οὐδενὸς, ὅστις τὸν γινώσκει δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ κ. Τζουλάτης, κατὰ τὴν ἐξάσκησιν εἴτε τῶν δικαστικῶν του καθηκόντων, εἴτε τῶν ἄλλων, ἐμερολήπτησέ ποτε ὑπὲρ οὐδενός. Οὗτος ὁ κ. Τζουλάτης.
§179ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Τζουλάτης ἢ Τζουλάφτης; Ἔλαβα ὑπομονὴ τρεῖς ὥρας νὰ σὲ ἀκούω. Λοιπὸν Τζουλάτης ἢ Τζουλάφτης;
§180ΠΟΛΥΛΑΣ. Αὐτὸ εἶναι μᾶλλον ἀντικείμενον ἐφημερίδος γελοιογραφικῆς.—Ἰδοὺ πῶς ὁ κ. Τζουλάτης, δι’ ἡμιεπισήμου ἐγγράφου, χαρακτηρίζει τὴν κατάστασιν τῆς Ζακύνθου κατὰ τὸ 1866, ἓν ἔτος καὶ ὀλίγους μῆνας μετὰ τὴν ἕνωσιν. Τὸ ἔγγραφον, κύριοι, εἶναι ὀλίγον διεξοδικὸν, ἀλλὰ ὑποχρεοῦμαι νὰ τὸ ἀναγνώσω ὁλόκληρον. Εἶναι ἔγγραφον ἡμιεπίσημον. «Ἐν Ζακύνθῳ, τῇ 17 Ἰανουαρίου 1866. «Κύριε ὑπουργέ! «Μετὰ πολυχρόνιον δικαστικὴν ὑπηρεσίαν ἡ Βασιλικὴ Κυβέρνησις εὐηρεστήθη νὰ μοὶ ἀναθέσῃ τὴν διοίκησιν τοῦ Νομοῦ τούτου. Καίτοι τοῦτο ἐγένετο, ὅτε ἕνεκα τῆς πασχούσης ὑγείας μου προεθέμην νὰ ἐγκαταλείψω τὸν δημόσιον βίον, ὑπείκων εἰς τὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως ἐδέχθην τὴν ἐμπιστευθεῖσάν μοι θέσιν, τῆς ὁποίας ἄλλως καλῶς ἠννόησα τήν τε σπουδαιότητα καὶ τὸ δυσχερές. Κύριον δὲ μέλημα ἔχων τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος καὶ τὴν εὐημερίαν τοῦ ὑπὸ τὴν διοίκησίν μου τεθέντος Νομοῦ, ὑπέβαλον εἰς τὰ πρόσωπα, ἅτινα τότε συνεκρότουν τὴν Κυβέρνησιν, πᾶν, ὅ,τι ἐνόμισα συντελοῦν εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον· καὶ περὶ προσώπων ἀναφέρων συνέστησα θερμῶς τὴν ἐν τῇ Ἀστυνομίᾳ διατήρησιν τοῦ καὶ τότε ὡς νῦν διατελοῦντος Διευθυντοῦ κ. Δρακοπούλου, ὃν ἐκ πείρας ἐγνώριζον ἱκανώτατον καὶ περὶ τὰ ἀστυνομικὰ πεπειραμένον ὑπάλληλον, πεποιθὼς ἄλλως, ὅτι αὐτὸς ἤθελεν ἐκτελεῖ ἀμερολήπτως τὰ καθήκοντα αὐτοῦ καὶ δειχθῇ ἐν πάσῃ περιστάσει ἀμέτοχος, κατὰ τὰς ἐν τῷ τόπῳ πολιτικὰς ἀποχρώσεις, ὅπερ ἀποκαθίστησιν ἓν τῶν προσόντων τοῦ καλοῦ ὑπαλλήλου καὶ ἰδίως τοῦ ἀστυνομικοῦ ὑπαλλήλου. Ἐπὶ τοῦ μέρους δὲ τούτου ἐπέστησα σπουδαίως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Δρακοπούλου, παραπέμπων αὐτὸν καὶ εἰς τοὺς ὀλίγους λόγους, οὓς ἐξέφρασα πρὸς τὸ Κοινὸν, ὅτε ἀνέλαβον τὰ τοῦ Νομάρχου καθήκοντα, καὶ ὅτε ἔκαμα νὰ ἐννοήσωσι καλῶς πάντες, ὅτι κύριον μέλημα τῆς διοικήσεώς μου ἤθελεν εἶσθαι ἡ πλήρης ἐνέργεια τῶν νόμων ἀπέναντι πάντων, ἄνευ διακρίσεως προσώπων ἢ πολιτικῶν φρονημάτων, καὶ ἡ ἐκ μέρους παντὸς ὑπαλλήλου ἀκριβὴς καὶ πιστὴ ἐκτέλεσις τοῦ καθήκοντος, καὶ καθόσον τοιαύτη πορεία φέρει πάντοτε τὸν δημόσιον λειτουργὸν εἰς ἀσφαλῆ λιμένα ἀπέναντι τῶν κινδύνων, εἰς οὓς συνήθως ἐκτίθησιν αὐτὸν ἡ τῶν καθηκόντων αὐτοῦ ἐκπλήρωσις. «Δυστυχῶς ὅμως μετ’ οὐ πολὺ αἱ προσδοκίαι μου ὡς πρὸς τὸν κ. Δρακόπουλον ἀπέτυχον, καθόσον αὐτὸς, περιστοιχισθεὶς ὑπό τινων εἰθισμένων ἵνα πειρῶνται νὰ καταχρῶνται τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας πρὸς ἐπιτυχίαν τῶν πολιτικῶν ἢ προσωπικῶν σκοπῶν των, νῦν δὲ κακῶς ἀνεχομένων τὰ καθεστῶτα, καὶ μυριοτρόπως αὐτὸν κολακευσάντων, καθὸ δῆθεν δυνάμενον νὰ καταβάλῃ τὴν τοῦ Λαοῦ ὑπεροχὴν, ἔδειξε τάσιν ὑπὲρ αὐτῶν μεροληπτικὴν, ἥτις ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἀνέλαβε φατριαστικὸν χαρακτῆρα, δυνάμενον προϊόντος τοῦ χρόνου νὰ φέρῃ καὶ ἀπαίσια, καθόσον πρόκειται καὶ νὰ γείνῃ ἀντίδρασις κατὰ τῆς μεγάλης πλειονότητος τοῦ λαοῦ, καὶ λαοῦ μὲν λίαν εὐαγώγου, ἀλλὰ καὶ εὐκόλως ἐξαπτομένου, γενομένου δὲ ἐπικινδύνου, ὅταν ἐννοήσῃ ὅτι ἡ ἐξουσία φατριάζει κατ’ αὐτοῦ. Περὶ τούτων δὲν ἐνόμισα δέον νὰ πληροφορήσω τὴν Κυβέρνησιν, μέχρις οὗ κατεπείγουσα ἀνάγκη ἤθελε μοὶ τὸ ἐπιβάλλει, καὶ ἵνα μὴ προσαφθῇ μῶμος εἰς ὑπάλληλον καλὸν, ὅταν ὑπάρχῃ μακρὰν τῶν παρ’ ἐμοῦ αἰνιττομένων πειρασμῶν. Περιωρίσθην ὅθεν εἰς τὸ νὰ τὸν ἐπιτηρῶ αὐστηρῶς, κάμνων ἀπὸ καιρὸν εἰς καιρὸν εἰς αὐτὸν κατὰ τὰς περιστάσεις τὰς δεούσας παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔτι μᾶλλον ἀπηύθυνα εἰς αὐτὸν σπουδαίως, ἀφ’ ἧς εἶδον, ὅτι οἱ περὶ αὐτὸν πειρῶνται πρό τινος ἵνα σχηματίσωσι πολιτικὸν κόμμα, ὅπως ἀντιπαραταχθῶσι κατὰ τὰς προσεγγιζούσας δημοτικὰς ἐκλογὰς εἰς τὸ ὑπερισχῦον εἰς τὸν τόπον πνεῦμα, καὶ ὅτι ἐπὶ τούτῳ ὡρκομοσίαι καὶ κατηχήσεις γίνονται· διότι πολυχρόνιος πεῖρα μὲ ἐδίδαξεν, ὅτι ἡ ἐν ταῖς ἐκλογαῖς ἀνάμιξις τῆς ἐξουσίας δύναται νὰ φέρῃ δεινὰ ἐνταῦθα, ὅταν πρόκειται μάλιστα αὐτὴ ἡ ἐξουσία νὰ συνεργήσῃ πρὸς καταπίεσιν τοῦ πνεύματος τοῦ λαοῦ. Κατ’ αὐτὰς δὲ, μετὰ τὴν ἄφιξιν τοῦ ἀτμοπλοίου τῆς παρελθούσης ἑβδομάδος, ὁ κύριος Δρακόπουλος μοὶ εἶπεν, ὅτι φίλος του ἐξ Ἀθηνῶν, ὁ βουλευτὴς κ. Ἄννινος, τῷ ἀνήγγειλεν, ὅτι μετατίθεται εἰς Λευκάδα. Τὴν εἴδησιν ταύτην, ὡς μὴ ἔχων περὶ αὐτῆς οὐδεμίαν γνῶσιν, τὴν ἐνόμισα ψευδῆ· ἀλλὰ μετὰ τὴν εἴδησιν ταύτην οἱ φίλοι τοῦ κ. Δρακοπούλου ἐτέθησαν εἰς κίνησιν, κυκλοφοροῦντες πρὸς ὑπογραφὴν ἀναφορὰν, σκοποῦσαν τὴν διατήρησιν αὐτοῦ εἰς τὴν παροῦσαν θέσιν του, ἀναφορὰν ὑπογραφομένην ὑπ’ αὐτῶν καὶ ἄλλων διαφόρων, μὴ δυναμένων εἴτε ἕνεκα ἰδιωτικῶν σχέσεων, εἴτε ἕνεκα ἄλλων ἐνεργειῶν νὰ ἀποποιηθῶσι. «Περιττὸν ἵνα καταδείξω εἰς ὑμᾶς, κ. Ὑπουργὲ, διὰ μακρῶν, ὁποίαν σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ἀναφορὰ αὕτη γενομένη ὑπὲρ ἑνὸς ὑπαλλήλου, διατελοῦντος ἐν ἐξουσίᾳ καὶ ἐν ἐν ἐξουσίᾳ οἵα ἡ ἐν Ἑπτανήσῳ ἐκτελεστικὴ ἀστυνομία, καὶ ὁποῖαι δύνανται νὰ ὦσιν αἱ συνέπειαι αὐτῆς, ἀπέναντι τῶν ὑπογραψάντων αὐτὴν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν ἀποποιηθέντων νὰ τὴν ὑπογράψωσιν ἀφ’ ἑτέρου. Αἱ συμπάθειαι καὶ αἱ ἀντιπάθειαι γεννῶνται καὶ ἀκόντων ἡμῶν. Παρέχουσα ὅμως αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ κατ’ ἐμὴν γνώμην ὡς ἐκ τοῦ χρόνου καὶ τῶν περιστάσεων, καθ’ ἃς γίνεται, τὴν τρανωτάτην ἀπόδειξιν, ὅτι ὁ κ. Δρακόπουλος ἐνταῦθα σημαίνει τι ἄλλο ἢ ἀμερόληπτος καὶ ἀλλότριος τῶν πολιτικῶν ἀποχρώσεων ὑπάλληλος, καὶ δυναμένη νὰ φέρῃ τὰ πρὸ πολλοῦ παρ’ ἐμοῦ ὡς ἐκ τῆς πορείας του διορώμενα ἀπαίσια ὡς πρὸς τὴν δημοσίαν τάξιν, καθῆκον ἔχω ἵνα τὰ περὶ τῶν πεποιθήσεών μου τούτων ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς. «Πᾶς τις δὲ βλέπει προδήλως, ὅτι ἡ ἀναφορὰ αὕτη, γενομένη μικρὸν πρὸ τῶν προσεχῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, μετὰ τὰς ὁποίας ὁ κ. Δρακόπουλος, ἕνεκα τῆς καταργήσεως τῆς θέσεώς του, ὀφείλει ἀναγκαίως ν’ ἀπαλλαγῇ τῶν καθηκόντων αὐτῆς, προτίθεται οὐχὶ τὴν δι’ αὐτοῦ διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως, ἀλλ’ ἄλλον σκοπὸν πρὸς αὐτὰς τὰς ἐκλογὰς συνεχόμενον καὶ αὐτὴν τὴν τάξιν δυνάμενον μεγάλως νὰ ἐκθέσῃ. Πράγματι πρὸς τί ἡ τόση ἐνέργεια, ἵνα ὁ κ. Δρακόπουλος διατηρηθῇ δι’ ὀλίγον εἰσέτι εἰς τὴν θέσιν του; Οἱ κύριοι, περὶ ὧν πρόκειται, ἂς πράττωσιν ἐλευθέρως κατὰ τοὺς πολιτικούς των σκοπούς, ἀλλ’ ἂς μὴ θέλουν τὴν ἐξουσίαν, ἀναμιγνυομένην εἰς αὐτούς. Ἡ Κυβέρνησις ἐν οἱᾳδήποτε περιστάσει θέλει τοῖς παρέξει, ὡς εἰκός, τὴν κατὰ νόμον ὀφειλομένην εἰς ἅπαντας προστασίαν, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ὀφείλει νὰ παρέξῃ ὄργανα, οὔτε εἰς αὐτοὺς οὔτε εἰς κἀνένα, πρὸς ἐπιτυχίαν τῶν σκοπῶν των. Ἂς φροντίζωσιν ἀπ’ ἐναντίας ἵνα μὴ ἐρεθίζωσι τὸν λαὸν, καὶ ὅπως μὴ δι’ ἀσυνέτων κινημάτων προκαλέσωσι χωρισμὸν μεταξὺ αὐτῶν τε καὶ αὐτοῦ, τὸν χωρισμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον, ἅμα ἀνεδέχθην τὰ καθήκοντα τοῦ Νομάρχου, ἐπροσπάθησα νὰ ἄρω, πλησιάσω δὲ εἰς διαφόρους περιστάσεις τὰ ἐν τῇ κοινωνίᾳ ὑπάρχοντα ἀντίθετα στοιχεῖα. Οὕτω κυρίως διατηρεῖται ἡ τάξις. Ο λαὸς τῆς Ζακύνθου δὲ ἀπέναντι τῆς ἀκριβοῦς καὶ ἀμερολήπτου ἐκτελέσεως τῶν νόμων, ποτὲ δὲν ἀφηνίασε, καὶ ἄν ποτε εὐάριθμοί τινες παρεσύρθησαν, τοῦτο ἔλαβε χώραν, εἴτε ὡς ἐξ ἀσυνέτων ἢ καὶ δολίων προκλήσεων, εἴτε ἕνεκα ῥᾳδιουργίας ἑτέρων ἐπίσης εὐαρίθμων, ἐνδιαφερομένων ἵνα τὸν διατηρῶσιν ἐν ἀταξίᾳ. Ποτὲ ὅμως ὁ λαὸς τῆς Ζακύνθου δὲν ἠνέχθη τὴν ἐκ μέρους οὐδενὸς καὶ αὐτῆς τῆς Ἀρχῆς καταπίεσιν. Ἂς μὴ τὸν ἐρεθίζουν λοιπὸν οἱ κύριοι, οὓς αἰνιττόμεθα, δι’ ἀσυνέτων κινημάτων καὶ διὰ παραστάσεων ὅλως μὲν περιττῶν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς δημοσίας ἡσυχίας, δυναμένων δὲ καὶ νὰ προκαλέσωσιν ἄλλας χιλιάδων ἀνθρώπων διατεθειμένων ἵνα ζητήσωσι τὸ ἐναντίον· καθότι καὶ ἐκ τῶν ἀντιθέτων τούτων παραστάσεων δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν ἀπαίσια, προκαλουμένου οὕτως ἀπευκταίου χωρισμοῦ καὶ συγκρούσεων μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἑτέρας μερίδος τῆς κοινωνίας. Τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας νομίζω δέον ἵνα ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς, κύριε ὑπουργὲ, ἐκπληρῶν ἱερὸν καὶ ἀπαραίτητον καθῆκον. Σκέφθητε, παρακαλῶ, ἐπὶ αὐτῶν, καὶ διατάξετε ὅ,τι ἐγκρίνητε ὠφελιμώτερον ὑπὲρ τῆς ἡσυχίας τοῦ τόπου τούτου. Ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ, νομίζω, ὅτι ἡ περαιτέρω διατήρησις τοῦ κ. Δρακοπούλου ἐν τῇ ἀστυνομίᾳ Ζακύνθου, ἀφ’ ἧς καὶ ἠκούσθη ἡ περὶ μεταθέσεώς του εἴδησις, καὶ ἀφ’ ἧς ἡ μία μερὶς τῆς κοινωνίας ἀξιοῖ δῆθεν ἵνα ἐπιβάλῃ αὐτὸν εἰς τὴν ἑτέραν, εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν ἀμερόληπτον διαχείρισιν καὶ πρὸς τὴν διατήρησιν τῆς δημοσίας ἡσυχίας. Εὐπειθέστατος
»Ὁ Νομάρχης Ζακύνθου
(Σ.).»ΦΡ. Ν. ΤΖΟΥΛΑΤΗΣ.»
Τὸ θέμα μου ἦτο ν’ ἀποδείξω, κύριοι, ὅτι τὸ σύστημα τῆς ἀταξίας καὶ τῆς τρομοκρατίας ἄλλοι καὶ οὐχὶ ὁ κύριος Λομβάρδος προσεπάθησαν νὰ μεταχειρίζωνται πρὸς σχηματισμὸν κόμματος. Ἡ μαρτυρία τοῦ κυρίου Τζουλάτου δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὕποπτος· καὶ ἔκτοτε αἱ ἐπελθοῦσαι ἐκλογαὶ ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ ὑπεροχὴ τοῦ Λομβάρδου δὲν ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς βίας, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Τόπου. Ναὶ, κύριοι, οὐχὶ ἐπὶ τῆς βίας, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἀγάπης τοῦ λαοῦ τῆς Ζακύνθου, καὶ ἀγάπης πεφωτισμένης, ἀγάπης, φλογερᾶς, τρεφομένης ἐξ αἰσθήματος φιλογενοῦς, ὁποῖον ἔδειξεν ἀνέκαθεν ἡ Ζάκυνθος, ἀτενίζουσα ἀδιακόπως πρὸς τὸ ἐλεύθερον κέντρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ· ἡ Ζάκυνθος, ἥτις ἔδωκε τὸν ἀοίδιμον Σολωμὸν, τὸν ὁποῖον ἐγνώρισα καὶ ἐθαύμασα, τὸν Σολωμὸν, ὅστις πρῶτος δαιμονίως ἐξύμνησε τὴν ἑλληνικὴν ἐπανάστασιν, ἡ Ζάκυνθος τῆς ὁποίας ὁ λαὸς, (ὡς μοι ἔλεγε διακεκριμένος ἐν Κερκύρᾳ καθηγητὴς, ὁ Φιλητᾶς) ἐξερχόμενος μετὰ τὴν θείαν λειτουργίαν ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας τοῦ ἁγίου Διονυσίου, ἠσπάζετο διὰ τῶν χειρῶν καὶ διὰ τῶν χειλέων τὴν ἀπέναντι Στερεὰν ὡς τὴν Μητέρα του· ἐκεῖ ἐν Ζακύνθῳ, ὡς καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ Ἑπτανήσῳ, ἐσχηματίσθη τὸ φιλελεύθερον κόμμα, τὸ ἐπονομασθὲν ῥιζοσπαστικὸν, καθότι ἐπρόκειτο νὰ σπάσῃ τὴν ῥίζαν τῆς προστασίας. Ἐπὶ τῶν ἰδεῶν τούτων, ἐστηρίζετο ἡ ἐπιῤῥοὴ τοῦ Λομβάρδου, τοῦ ἀναδειχθέντος ἀρχηγοῦ τῆς μερίδος ἐκείνης ἐν Ζακύνθῳ. Εἶναι ἀρχαία, κύριοι, αὐτὴ ἡ ἐπιῤῥοή. Ἦλθεν αὐτομάτως; Ἐγεννήθη αὐτομάτως καὶ δυσεξηγήτως, ὅπως δυσεξηγήτως ἔπεσεν; Εἶναι μυστήριον πῶς ἐσχηματίσθη τότε, καθὼς εἶναι μυστήριον πῶς ἔπεσεν, ὡς λέγετε, τώρα; Ὄχι, κύριοι· αὐτὴ ἡ ἐπιῤῥοὴ ἤρχισε βαθμηδὸν, ὡς ἀρχίζουν ὅλαι αἱ πολιτικαὶ ἐπιῤῥοαὶ, διὰ τῆς ἡμέρου καὶ βαθμιαίας ἀναπτύξεως τῶν ἰδεῶν καὶ τῆς πολιτικῆς ἐνεργείας. Καὶ πάλιν ἐδῶ ἡ ἱστορία εἶναι ἀψευδής· ἔρχεται νὰ ὑποστηρίξῃ ἀδιαφιλονεικήτως ὅ,τι σᾶς λέγω. Εἰσῆλθεν ὁ Λομβάρδος πρὸ 22 ἐτῶν, τὰ 1852, πρώτην φορὰν εἰς τὸ βουλευτήριον τῆς Ἑπτανήσου· καὶ ἐκεῖ πρῶτος, ἐὰν δὲν σφάλλω, ἐκ τῶν Ζακυνθίων ἀνύψωσε τὴν σημαίαν τῆς Ἑνώσεως.
§181ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Ὁ Καλλίνικος.
§182ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἠμπορεῖ νὰ μὴν ἦμαι ἀκριβὴς εἰς τοῦτο, δὲν τὰ ἀμφισβητῶ· ὁ Καλλίνικος ὅμως οὐδέποτε ὑπῆρξε βουλευτής. Ἔκτοτε οὐδέποτε ἔλειψεν ἀπὸ τὴν Ἰόνιον Βουλήν· ἡ δὲ πρόοδος τῆς ἐπιῤῥοῆς του, ὅ,τι καὶ ἂν λέγουν, ἐκ τῶν ἀριθμῶν ἀποδεικνύεται. Εἰς τὴν δεκάτην Βουλὴν εἰσῆλθε μετὰ τοῦ Ε. Λούντου. Εἰς τὴν ἑνδεκάτην εἰσῆλθε μετὰ τοῦ κ. Βαχωμίου. Εἰς τὴν δωδεκάτην εὑρίσκετο ὁ κ. Λομβάρδος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, οἱ δὲ πατριῶταί του τὸν ἐξέλεξαν μετ’ ἄλλων ὀκτώ. Δὲν ἦσαν πλέον δύω, ἦσαν ἐννέα. Εἰς τὴν δεκάτην τρίτην Βουλὴν, ἡ ὁποία ἐκαλεῖτο παρὰ τῆς προστασίας τῆς Ἀγγλίας ἵνα ἀποφασίσῃ περὶ τῆς ἑνώσεως, εἰσῆλθεν ὁ κ. Λομβάρδος, λαβὼν τότε τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν, μετὰ τῶν ἐννέα συναδέλφων του, διὰ τῆς ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν τότε ἐκλογέων τῆς νήσου· διότι ἠξεύρετε, ὅτι τὸ σύστημα τὸ ἐκλογικὸν ἐν Ἑπτανήσῳ ἐστηρίζετο ἐπὶ τοῦ τιμήματος. Τῷ 1864 εἰσῆλθεν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, μετὰ δεκαεννέα συντρόφων του πληρεξουσίων, ἡ δὲ ἀντίθετος μερὶς δὲν ἀντέταξεν οὐδένα ὑποψήφιον. Τῷ 1865 εἰσῆλθον οἱ Ζακύνθιοι βουλευταὶ ἄνευ ἀνταγωνισμοῦ. Τῷ 1866 παρουσιάζεται ἡ πρώτη κατὰ τὸ νέον σύστημα δημοτικὴ ἐκλογὴ ἐν Ζακύνθῳ, δημοτικὴ ἐκλογὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελον, ὡς γράφει ὁ κ. Τζουλάτης, νὰ ὑπερισχύσουν διὰ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Ἀστυνομίας, διὰ τοῦ κ. Δρακοπούλου. Παρουσιάζονται εἰς ἀνταγωνισμὸν σύσσωμοι, ἡ δὲ μερὶς τοῦ κ. Λομβάρδου, ἡ ἄλλοτε Ῥιζοσπαστικὴ, θριαμβεύει εἰς ὅλας τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς τῆς νήσου. Ἔρχεται ἡ βουλευτικὴ ἐκλογὴ τοῦ 1868, γίνεται ἀνταγωνισμὸς, ἡ δὲ τότε Κυβέρνησις, ὡς ὡμολογήθη, ἔλαβεν ὅλα τὰ μέτρα, ὅπως προστατεύσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου· καὶ ἐν τούτοις ἔπεσαν οἱ ἀντίθετοι τοῦ κ. Λομβάρδου. Τῷ 1869, μολονότι, ὡς προεῖπον εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμιλίας μου, ὑπῆρχον ὅλα τὰ ὄργανα τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως ἐν Ζακύνθῳ, οἱ ἀντίθετοι ἐθεώρησαν ἑαυτοὺς τοσοῦτον ἀσθενεῖς, ὥστε καὶ πάλιν δὲν ἐτόλμησαν ν’ ἀνταγωνισθῶσι. Τῷ 1870 παρουσιάζονται ἀνταγωνισμοὶ εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, καὶ πάλιν πίπτουν ὅλοι ἀδιακρίτως οἱ ἀντίθετοι τοῦ κ. Λομβάρδου· οὔτε ἕνα ἀναπληρωτὴν δημοτικοῦ Συμβούλου ἠδυνήθησαν νὰ κερδήσουν. Τῷ 1872 καὶ πάλιν βουλευτικὴ ἐκλογὴ ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Βούλγαρη· ἄνευ ἀνταγωνισμοῦ εἰσέρχεται εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Λομβάρδος. Τῷ 1873 μετὰ τῶν φίλων του, ἐπιτυγχάνουν καὶ πάλιν οἱ ὑποψήφιοι τοῦ κ. Λομβάρδου· εἷς μόνος παρουσιάζεται εἰς τὸν ἀγῶνα, οὐχὶ ἐκ τῶν ἀντιθέτων, ἀλλὰ προσωπικῶς· καὶ ἐν συνόλῳ μένει ἕκτος ἐπιλαχὼν, καὶ εἴς τινας δήμους τῆς ἐξοχῆς πλειοψηφεῖ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βολτέῤῥας, πανηγυρικῶς, ἐπισήμως ἐλάκτισε τὸν χαρακτῆρα τοῦ Λιόρη, καὶ ἔχω, κ. Βολτέῤῥα, τὴν δήλωσίν σας.
§183ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Νὰ τὴν διαβάσῃς.
§184ΠΟΛΥΛΑΣ. Μάλιστα (ἀναγινώσκει). «Ποτὲ δὲν ἤθελα δώσει ἀπάντησιν εἰς ὅ,τι καὶ ἂν ἤθελον γράψει κατ’ ἐμοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐφημερὶς ἐν Ζακύνθῳ ἐκδιδομένη καὶ καλουμένη, ἡ Δημοτικὴ, δι’ ἄρθρου προσβάλλει οὐ μόνον αὐτὸ τὸ ἄτομον, ἀλλὰ καὶ τὸ φιλότιμόν μου, ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω, ὅπως δικαιωθῶ ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ καὶ ἀποδείξω κατὰ πόσον τὸ ῥηθὲν ἄρθρον ἔχει ἀληθείας. Καὶ πρῶτον ἀνέγνωσα, ὅτι μὲ ἐξέλαβον ὡς ὑποψήφιον τῶν Λιουραίων.» (ἱλαρότης).
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἡσυχάσατε.
§186ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Τελείωσε, κ. Πολυλᾶ, τὴν ἀνάγνωσιν.
§187ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Ὄχι, νὰ διαβάσῃ οὗλα· τὴν ἔχω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν τσέπην μου.
§188ΠΟΛΥΛΑΣ. (ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν). «Τοῦτο εἶναι ψευδές· καθότι ἀπὸ τῆς δεκάτης Βουλῆς, μέχρι τῆς σήμερον, ἐξέρχομαι εἰς τὴν ἐκλογικὴν πάλην, ὑπ’ οὐδενὸς ἄλλου προστατευόμενος, ὡς μὴ ἀνήκων εἰς κόμματα· ὡς καὶ αὐτὸς ὁ κ. Λομβάρδος καλῶς γινώσκων τοῦτο δὲν δύναται νὰ τὸ διαψεύσῃ.»
§189ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ (πλησιάσας εἰς τὸ βῆμα). Εἶναι ὅμοιον τοῦτο, κ. Πολυλᾶ; (δεικνύει ἕτερον ἔντυπον).
§190ΤΙΝΕΣ. Νὰ παραβληθῇ· (ἱλαρότης καὶ τινα χειροκροτήματα).
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἡσυχάσατε, καθήσατε εἰς τὰς θέσεις σας.
§192ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Αὐτὸ εἶναι μία ἀλήθεια, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὁ κ. Πολυλᾶς παρουσίᾳ μιᾶς Βουλῆς, λέγει αὐτὰ τὰ πράγματα... (θόρυβος καὶ ἱλαρότης).
§193ΠΟΛΥΛΑΣ. Ὅτι ἡ ὑπεροχὴ τῆς ἐπιῤῥοῆς τῆς ἐν Ζακύνθῳ ἐθνικῆς μερίδος ἦτον ἀδιαφιλονείκητος, ἐξάγεται ἐκ τοῦ ὅτι αἱ ψῆφοι, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ὁ κ. Βολτέῤῥας, δὲν ἦσαν ψῆφοι τοῦ κόμματος, εἶναι ψῆφοι, αἵτινες ἐδόθησαν, καθὼς ὁ ἴδιος τὸ ὁμολογεῖ, ἕνεκα προσωπικῆς συμπαθείας.
§194ΒΟΛΤΕΡΡΑΣ. Μοῦ ἔβγαλε τὸ ὄνομα ὁ κ. Λομβάρδος, καὶ μὲ ὠνόμασε σαμαμῆθι, (γέλως) ὁ φοβερὸς πολιτικὸς (θόρυβος).
§195ΤΙΝΕΣ. Τί συζήτησις εἶναι αὐτὴ, κ. Πρόεδρε; (θόρυβος καὶ γέλως).
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, διότι ἔχει τὴν προφορὰν τῆς Ἑπτανήσου πρέπει νὰ γελῶμεν διὰ τοῦτο; Κάθε ἐπαρχία τῆς Ἑλλάδος ἔχει καὶ τὴν ἰδιαιτέραν προφοράν της. Σᾶς παρακαλῶ νὰ παύσητε τοὺς διαλόγους, κύριοι.
§197ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Ἂς τελειώσωσιν ἐκεῖ, κ. Πρόεδρε, πρῶτον· (δεικνύουν πρὸς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα).
§198ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἠλαττώθη ἡ ἐπιῤῥοὴ τοῦ κ. Λομβάρδου κατὰ τὸ 1873; Οὐδόλως· ὁ κ. Βολτέῤῥας κατὰ 1800 ψήφους ἐμειονέκτει τοῦ κ. Λομβάρδου. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἦτον ἀνταγωνισμὸς κόμματος ἐκεῖνος. Ὁ ἀνταγωνισμὸς κόμματος παρουσιάσθη κατὰ τὰ 1874· καὶ πάλιν ἡ μερὶς τοῦ Λομβάρδου ἐπῆρεν ὅλον τὸν κατάλογον τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, μέχρι τοῦ τελευταίου ἀναπληρωτοῦ, ὁ δὲ τελευταῖος ἀναπληρωτὴς τῆς μερίδος τοῦ Λομβάρδου ὑπερβαίνει τὸν πρῶτον ἐπιλαχόντα τῆς ἄλλης μερίδος κατὰ 500 ψήφους ἐν τῇ πόλει, κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1874. Ἰδού, κύριοι, ἐὰν θελήσητε νὰ φέρητε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς καταστάσεως τῆς νήσου ἐκείνης, τότε σᾶς ἀπαντῶ· ἐὰν ὅμως θελήσητε νὰ καταβιβάσητε τὴν συζήτησιν εἰς τὸ πεδίον τῆς προσωπικότητος καὶ τῆς ἐμπαθείας, δὲν θέλω σᾶς ἀκολουθήσει, διότι ἀγωνίζομαι ὑπὲρ μερίδος, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω, ὄχι ὡς τυφλὸς ὀπαδὸς τοῦ κυρίου Λομβάρδου, ἀλλ’ ὡς φίλος πολιτικὸς ὁμόφρων. Καὶ εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ τῷ εἴπω ὁσάκις εἴς τινα ζητήματα διεφώνουν, καὶ τὸ ἔδειξα εἴς τινα πρότασιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας δὶς καὶ τρὶς ὡμίλησεν ὁ κύριος Λομβάρδος· κατεψήφισα τὴν πράτασιν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔκαμε τότε ἐντύπωσιν εἴς τινας ἐξ ὑμῶν, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ὁ βουλευτὴς Κερκύρας ἠκολούθει εἰς ὅλα τὸν κύριον Λομβάρδον. Ἠκολούθουν τὸν κύριον Λομβάρδον, διότι τὸν ἐξετίμων, διότι ἠγωνίζετο ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ εἰς τὰς ὁποίας, κύριοι, ὀφείλομεν τὴν ἕνωσιν. Ἀνήρ τις σπουδαῖος τῶν ἐν Ἑλλάδι ἄλλοτε μοὶ εἶπεν: καὶ νομίζετε, ὅτι ὑμεῖς οἱ Ἑπτανήσιοι ἐκάματε τὴν ἕνωσιν; Τῷ ἀπήντησα· τὰ ἱστορικὰ γεγονότα εἶναι σύνθετα· λέγω, ὅτι ἐὰν δὲν τὴν ἐζητούσαμεν ἐπιμόνως καὶ ἐὰν δὲν ἠγωνιζόμεθα ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως, ἡ Ἀγγλία δὲν ἤθελέ ποτε αὐθορμήτως παραχωρήσει τὴν Ἑπτάνησον. Ἐκ τῆς ἰδέας τῆς ἑνώσεως ἤντλησε τὴν δύναμίν της ἡ ἐν Ζακύνθῳ ἐθνικὴ μερίς..........
§199ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Ἡμᾶς πῶς μᾶς θεωρεῖτε, ἀντεθνικούς;
§200ΠΟΛΥΛΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, οὐδὲ ἐν Κερκύρᾳ οὐδεὶς τῶν ἀντιθέτων προσβάλλεται, διότι ἡ μερίς μας ἀποκαλεῖται ἐθνικὴ, διότι θεωρεῖται, ὅτι διὰ τῆς πορείας της καταλληλότερον ἐξυπηρετεῖ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀλλὰ τί περιεῖχε, κύριοι, ἡ ἰδέα τῆς Ἑνώσεως; Περιεῖχε δύω ἰδέας ἑλληνικὰς, τὴν ἰδέαν τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικότητος, καὶ τὴν ἰδέαν τῆς ἐλευθερίας. Ἡ ἰδέα αὕτη ἀνεπτύχθη πρῶτον ἐν Κεφαλληνίᾳ, κατόπιν ἐν Ζακύνθῳ, ἐν Κερκύρᾳ καὶ εἰς τὰς λοιπὰς νήσους τοῦ Ἰονίου. Ὁ ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος ἐνθουσιασμὸς ἤναψε, καὶ τὸ ῥιζοσπαστικὸν κόμμα ἠγωνίσθη καὶ ἐπάλαισε κατὰ τῆς προστασίας καὶ κατὰ τοῦ λεγομένου καταχθονίου κόμματος οὐ μόνον, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦ μεταῤῥυθμιστικοῦ κόμματος· ἡ δὲ ἐμφάνισις τοῦ τελευταίου τούτου κόμματος, τοῦ τῆς μεταῤῥυθμίσεως, ὑπῆρξεν ἐπικίνδυνος διὰ τὸν Ῥιζοσπασμόν· διότι οἱ μεταῤῥυθμισταὶ ἔλεγον, ἂς παραδεχθῶμεν φιλελευθέρους μεταῤῥυθμίσεις, ἂς λάβωμεν θεσμοὺς ἀναλόγους πρὸς ἐκείνους τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἂς μὴ βιασθῶμεν νὰ ἑνωθῶμεν μετ’ αὐτῆς, καὶ θέλει ἔλθει ἡ στιγμὴ καθ’ ἣν, ἀναπτυχθέντες ὡς ἕτερον ἑλληνικὸν κέντρον, θέλομεν ἑνωθῆ ὑπὸ αἰσιωτέρας περιστάσεις. Εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην, τὴν ὁποίαν καὶ ἄνδρες φιλογενεῖς ἠσπάζοντο ἐν Ἑπτανήσῳ, ὁ ῥιζοσπαστισμὸς ἀντέττατε τὴν εὐγενεστέραν, τὴν ὑψηλοτέραν ἰδέαν τῆς ἐθνικῆς, τῆς πραγματικῆς ἑνώσεως, ὅπως μεθ’ ὑμῶν συμπράττοντες ἐργαζώμεθα ὑπὲρ τῆς ἀληθοῦς ἀναπτύξεως τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν καὶ τῆς πληρώσεως τῶν ἐθνικῶν πόθων. Ἀλλὰ εἷς τῶν ἐθνικῶν τούτων πόθων ἐπληρώθη, ἡ ἕνωσις τῶν νήσων μετὰ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος ἐγένετο. Μετὰ τῆς ἑνώσεως ἀπηλαύσαμεν καὶ θεσμοὺς ἐλευθέρους. Ἄρα, θέλει εἴπει τις ποῖον λόγον ὑπάρξεως εἶχε πλέον ἐν Ἑπτανήσῳ τὸ ῥιζοσπαστικὸν κόμμα; Ναὶ, κύριοι, ἐλάβομεν τοὺς ἐλευθέρους θεσμούς, ἀλλὰ τὰ καθ’ ἑκάστην ἐν Ἑλλάδι συμβαίνοντα, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι οὗτοι μένουσι γραμμένοι εἰς τὸ χαρτί (θόρυβος). Ἐντεῦθεν προέκυψεν ἐν Ἑπτανήσῳ νέος ἀγὼν τῆς φιλελευθέρου μερίδος κατὰ τῶν ῥαδιουργιῶν τῆς Καμαρίλλας, κατὰ τῶν Αὐλικῶν, τῶν καταδολιευομένων τὰς ἐλευθερίας μας· ἐντεῦθεν ἐσχηματίσθη καὶ ἐν Κερκύρᾳ τὸ ἐθνικὸν λεγόμενον κόμμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐρείδεται ἐπὶ προσωπικῶν ἐπιῤῥοῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἰσχύος τῶν ἐθνικῶν ἰδεῶν, διότι ἔχει ὡς σημαίαν τὴν εἰλικρινῆ ἐφαρμογὴν τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, συνάμα δὲ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ, εἴτε εἰρηνικῶς εἴτε ἄλλως πως, (μᾶς ἀποκαλοῦν ὀνειροπόλους, ἀλλὰ τὰ ὄνειρα πολλάκις γίνονται πράγματα — ὄνειρον ἀπεκάλουν καὶ τὴν ἕνωσιν) — διότι φρονοῦμεν, ὅτι τότε μόνον θέλομεν ἀπαλλαγῆ τοῦ φατριασμοῦ, ἐντὸς τοῦ ὁποίου συγκρουόμεθα, ὁπότε μία καὶ μόνη ἰδέα προεδρεύσῃ τῶν σκέψεών μας καὶ κανονίσῃ τὰς ἐνεργείας μας, ἡ πατροπαράδοτος ἰδέα τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος, ὑπὲρ τῆς ὁποίας σεῖς πρῶτοι ἠγωνίσθητε μετ’ ἀπείρων θυσιῶν, τὰς ὁποίας ἐκτιμῶμεν, καὶ ὑπὲρ τῆς ὁποίας καὶ ἡμεῖς ἐνηργήσαμεν, ταυτίσαντες μεθ’ ὑμῶν τὴν τύχην μας. Ἐκ τῆς ἰδέας ταύτης ἐξηγεῖται ἡ μετὰ τὴν ἕνωσιν ὕπαρξις καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ ἐν Ζακύνθῳ κόμματος, οὗτινος προΐσταται ὁ Λομβάρδος. Τὴν ἀπεκάλεσαν δημοκοπίαν. Καὶ εἶναι δυνατὸν Λαὸς, νοήμων, ἀνεπτυγμένος, ὁποῖος ὁ τῆς Ζακύνθου, νὰ σύρηται ἐπὶ ὅλην εἰκοσαετίαν παρ’ ἑνὸς δημοκόπου; Ὄχι, κύριοι· ἡ ἰδέα ἦτο τοσοῦτον στιλπνὴ, τοσοῦτον ἐπαγωγὸς, τοσοῦτον ἑλληνικὴ (καὶ ἡ λέξις αὕτη περιέχει τὰ πάντα, ἂν ᾖναι ἀληθὲς ὅ,τι Γερμανός τις εἶπε, ὅτι ὅπου Ἑλληνισμὸς ἐκεῖ καὶ διάνοια) ὥστε ὁ φιλογενὴς τῆς Ζακύνθου λαὸς δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἀκολουθήσῃ τὸν ἄνθρωπον, ὅστις ὑπὲρ τῆς ἰδέας ἐκείνης ἀνένδοτον, ζωηροτάτην ἀνέπτυξεν ἐνέργειαν, καὶ πάντοτε ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς τάξεως, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν κατ’ αὐτοῦ συκοφαντοῦντες λέγουσιν οἱ ἀντίθετοί του. Ἐκ τούτου ἡ δύναμις τῆς μερίδος ταύτης κατέστη ἀκαταμάχητος ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε οἱ ἐναντίοι ἀπέβαλον πᾶσαν ἐλπίδα, ὅτι ἠδύναντό ποτε νὰ τὴν καταβάλωσι, καὶ δυστυχῶς ἀπεφάσισαν νὰ προσφύγωσιν εἰς τὴν ὑλικὴν βίαν, ὅπως διὰ τῆς λόγχης ἀποκλείσωσι τοῦ Βουλευτηρίου τούτου τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς μερίδος ἐκείνης. Ναὶ, βία πρωτοφανὴς, κύριοι, ἐνηργήθη ἐν Ζακύνθῳ. Δι’ αὐτῆς ἤρχισα, καὶ δι’ αὐτῆς παύω τὸν λόγον μου. Πρὶν ὅμως καταβῶ τοῦ βήματος, δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἐκφράσω τὴν φρικίασιν, ἣν παράγει τὸ θέαμα τῆς ὑλικῆς βίας, ἥτις ἀγρίως ἠθέλησε νὰ καταστρέψῃ ἠθικὴν ἐπιῤῥοὴν, τὴν ὁποίαν δὲν θέλει παρασιωπήσει ἡ Ἱστορία. Δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀποτροπιάσω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν ἐδίστασαν νὰ προκαλέσουν τὸν λαὸν τῆς Ζακύνθου εἰς τὴν χύσιν ἀδελφικοῦ αἵματος, ἐρωτῶντες αὐτὸν, διατί δὲν ἀντικρούετε τὴν βίαν διὰ τῆς βίας. Ἀλλ’ ἡ ἐθνικὴ μερὶς, καὶ ὁ ἀρχηγὸς αὐτῆς εἶχον τόσην ἀφοσίωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὑπῆρξαν τόσον συνεπεῖς εἰς τὰς ἀρχάς των, ὥστε ἠθέλησε καὶ ἠδυνήθη νὰ κρατήσῃ τὸν ἀγανακτοῦντα λαὸν, καὶ νὰ τῷ εἴπῃ· «Ἀφήσετε νὰ τελειώσωσι τὸ ἔργον τῆς βίας καὶ θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, καθ’ ἣν θὰ μετανοήσωσι καὶ αὐτοὶ οἱ τὴν βίαν μετερχόμενοι, ὅταν ὑγιέστερον σκεφθῶσι, περὶ τοῦ συμφέροντος τῶν τέκνων των καὶ τῆς πατρίδος των.» Κύριοι, οὐδεὶς μέχρι τοῦδε ἐκ τῶν ἀντιθέτων ἦλθε ν’ ἀναπτύξῃ τὰ ῥηθέντα παρὰ τοῦ κυρίου εἰσηγητοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἔκρινα καλὸν ν’ ἀντικρούσω μόνον τὰς ἐν τῇ ἐκθέσει αἰτιάσεις. Ἐὰν ὁ κύριος Πονηρόπουλος ἢ ἄλλος τις βουλευτὴς μὲ ἀντικρούσῃ, θ’ ἀναβῶ καὶ αὖθις τὸ βῆμα, διότι νομίζω, κύριοι, ὅτι ἔχομεν συμφέρον νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ βάθος τὸ ζήτημα τοῦτο.
§201ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Κύριε Πολυλᾶ.......
§202ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐγὼ ἐτελείωσα, δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε.
§203ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Εὖγε! εὖγε!
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 καὶ 5/60 μ. μ.