Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Ε · Session Β› Sitting 28

1874.03.23

2,022 rows · 16,536 words · 193 turns

Date
1874.03.23
Presidency
Θ. Α. ΖΑΪΜΗ
Period
Ε
Session
Β
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1874)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 28

Τῆς 23 Μαρτίου 1874.

(Σάββατον).

Ὥρα 1 μ. μ.

Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.

§1ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Ἡ λογιστικὴ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ μιᾶς αἰτήσεως τοῦ πρώην διευθυντοῦ τοῦ γραφείου κ. Ἀναστασίου Βαρελίδου. «Πρὸς τὴν Βουλήν. Εἰς τὸν πρώην Διευθυντὴν τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς Ἀναστάσιον Βαρελίδην ὀφείλεται μισθὸς ἀπὸ πρώτης Ἰουνίου π. ε. μέχρις ἑνδεκάτης Φεβρουαρίου ε. ε. Ὅθεν παρακαλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἐγκρίνῃ, ὅπως συμπεριληφθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς ἐνεστώσης συνόδου πίστωσις ἐκ δραχμῶν 2,510. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 21 Μαρτίου 1874. Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ Ἐπιτροπή. Στέφ. Στεφανόπουλος, Αὐγ. Πετραλιᾶς, Χρ. Α. Χρηστόπουλος, Κ. Κοσσονάκος, Κ. Κρίσπης, Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος.»

§2ΡΟΥΚΗΣ. Δὲν ἐπληρόνετο ἄλλος διευθυντής;

§3ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Πέρυσιν εἶχε διαφωνήσει τὸ λοιπὸν προεδρεῖον πρὸς τὸν πρόεδρον κ. Δεληγιάννην. Ὁ κ. Δεληγιάννης δὲν συγκατετίθετο εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Βαρελίδου, ἂν καὶ ὅλα τὰ λοιπὰ μέλη τοῦ προεδρείου τὸν ὑπεστήριζαν.

§4ΡΟΥΚΗΣ. Ἐπληρώσαμεν ἄλλον διευθυντήν;

§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§6ΡΟΥΚΗΣ. Διὰ τὴν διαφωνίαν τοῦ γραφείου, πρέπει νὰ πληρώσωμεν διπλά;

§7ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Ὁ κ. Δεληγιάννης ἐπλήρωσε κακῶς, διότι κατὰ τὸν κανονισμὸν τὸ προεδρεῖον διορίζει τὸ προσωπικὸν τοῦ γραφείου.

§8ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.

§9ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Εἶναι ὀφειλόμενοι μισθοὶ καὶ ἑπομένως συμπλήρωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§10ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Τὸ δικαίωμα τοῦ κυρίου Βαρελίδου εἶναι ἀναμφισβήτητον.

§11ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης.

§12ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Τί σχέσιν ἔχει;

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῇ ἢ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν;

§14ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν.

§15ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Ἀφοῦ ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς ἀνεγνώρισεν ὅτι εἶναι δίκαιον αὐτὸ, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ συζήτησις.

§16ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι περιττή.

§17Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ τύπωσις εἶναι περιττὴ, διότι εἶναι συμπλήρωμα μιᾶς προτάσεως, ἣν ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν ἤδη.

§18ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νὰ τυπωθῇ.

§19ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι ἐναντίος νὰ πληρωθῇ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος εἰργάσθη, ἀλλ’ εἰς τὴν ἰδίαν κατηγορίαν εἶναι καὶ ἄλλος ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος εἰργάσθη εἰς τὸ γραφεῖον τῶν στενογράφων ἕως χθὲς καὶ ἔχει πιστοποιητικὰ αὐτῶν.

§20ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διαφορά. Εἰς τὴν προχθεσινὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς δὲν συμπεριελήφθη αὐτὸ τὸ κονδύλιον, διότι δὲν ἐθεωρήθη ὡς ἀκαθάριστος ἀπαίτησις· εἶναι ἀπαίτησις βεβαιωμένη καὶ ζητεῖται συμπλήρωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντίῤῥησις γίνεται ὡς πρὸς τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῇ.

§22Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κἀνεὶς δὲν ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀδικήσῃ κανένα· ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν τὴν πρωτοβουλίαν συνηγοροῦντες ὑπὲρ ὡρισμένων προσώπων, δὲν ὑπηρετοῦν τὸν νόμον ἀδικοῦντες τοὺς ἄλλους, καὶ δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς νὰ ἔρχωνται καθ’ ἡμέραν μὲ νέαν ἀναφορὰν καὶ νὰ προσθέτουν συμπληρωτικοὺς προϋπολογισμούς. Προχθὲς παρεδέχθημεν νὰ ἀποσταλοῦν ὅλαι αἱ ἀπαιτήσεις τῶν δικαιούχων εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ ὑποβάλῃ μίαν γενικὴν ἔκθεσιν, νὰ ἀποφασίσῃ δὲ ἡ Βουλὴ χορηγοῦσα ἢ οὔ συμπληρωτικὴν πίστωσιν, καὶ νὰ ἱκανοποιηθοῦν ὅσοι εἶναι ἄξιοι. Λοιπὸν καὶ αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐκκαθαρίσῃ ἂν καὶ τί ὀφείλεται, διὰ νὰ τελειώσωμεν διὰ παντὸς ἐκ τῶν ἑκάστοτε ὑποβαλλομένων αἰτήσεων.

§23ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ λογιστικὴ ἐπιτροπὴ δὲν συνηγορεῖ ὑπὲρ προσώπων, ἀλλ’ ὑπὲρ δικαίων. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐμελέτησε τὴν αἴτησιν τοῦ κυρίου Βαρελίδου καὶ εὗρεν ὅτι ἔχει δίκαιον· ὑποβάλλει λοιπὸν σήμερον τὴν ἀπόφασίν της εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς. Τώρα ὁ κύριος Δημητριάδης λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ σταλῶσιν αἱ αἰτήσεις αὗται εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Τοῦτο ἔγεινε καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ζητεῖ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς πιστώσεως ταύτης. Δὲν συνηγορεῖ λοιπὸν ὑπὲρ προσώπων, ἀλλ’ ὑπὲρ δικαίων.

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, δύω ἀντιῤῥήσεις ἐγένοντο. Ὁ κύριος Δημητριάδης προτείνει νὰ ἀναβληθῇ πᾶσα ἀπόφασις τῆς Βουλῆς μέχρις ὅτου ἐκκαθαρισθῶσι καὶ αἱ λοιπαὶ ἀπαιτήσεις. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Δευτέρα ἀντίῤῥησις εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις, καὶ τοῦτο τὸ λέγει καὶ ὁ κανονισμὸς (θόρυβος).

§25ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε καὶ πρέπει νὰ πληρωθῇ, εἶναι ὁ κύριος Καλμοῦχος. Ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι αὐτὸς ἐργάζεται, πάντοτε καὶ προσπαθεῖ νὰ μᾶς εὐχαριστήσῃ ὅλους. Αὔριον εἶναι αἱ ἅγιαι ἡμέραι καὶ ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἀνάγκην ὁ ἄνθρωπος τῶν χρημάτων του.

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Καλμούχου.

§27ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὰ περὶ αὐτοῦ λέγω νὰ τελειώσωμεν σήμερον, διότι ἔρχονται αἱ ἅγιαι ἡμέραι.

§28ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Βαρελίδης ἀπελύθη τῆς θέσεώς του ἀδίκως καὶ παρὰ τὸν κανονισμὸν, ἀλλ’ εἰς αὐτὸν ἐκλείσθη ἡ θύρα τῆς Βουλῆς. Διὰ τὸν Καλμοῦχον ὅμως εἶναι διαφορετικόν· αὐτὸς ἀπελύθη ὅπως δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπολυθῇ, ἐξηκολούθησεν ὅμως νὰ ἐργάζεται. Ὁ πρόεδρος δὲν εἶπεν ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον καὶ πρέπει νὰ παύσῃ νὰ ἔρχεται. Αὐτὸς ἤρχετο καὶ εἰργάζετο καὶ ἐξηκολούθει νὰ ἐργάζεται. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔφερεν ἓν δικαίωμα ἐκκαθαρισμένον, παρέλειψε δὲ καὶ ἕνα, κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις.

§29ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Πολὺ κακῶς ὑπερασπίζεσθε τὸ δίκαιον τοῦ φίλου σας κ. Καλμούχου, διότι εἰς τὸν αὐτὸν κανόνα ὑπάγονται ὅλοι.

§30Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Χωρὶς νὰ διαφιλονεικήσω ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Δανόπουλος περὶ Καλμούχου, προσθέτω τὰ ἑξῆς· ὅτι ἔχει ἄδικον νὰ πιστεύῃ ὅτι ἡ ὑπόθεσις τοῦ Βαρελίδου εἶναι ὀλιγώτερον ἐκκαθαρισμένη καὶ ὀλιγώτερον δικαία. Ὁ κύριος Βαρελίδης διωρίσθη νομίμως, ὡρκίσθη, ἀλλ’ ἀπεβλήθη δι’ ἀκύρου ἐγγράφου. Ἑπομένως ὅτι δικαιοῦται εἶναι ἀναμφισβήτητον.

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν ἐπιτροπὴν νὰ φέρῃ ἔκθεσιν καὶ περὶ τοῦ κ. Καλμούχου. Ὁ κ. Κατσικογιάννης ὑποβάλλει τροπολογίαν τοῦ περὶ συντάξεως τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς νόμου.

§32ΚΑΤΣΙΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι τὸ μετοχικὸν ταμεῖον βλάπτει κατά τι· κατὰ συνέπειαν φέρω τροπολογίαν καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ. «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ συντάξεως τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς Νόμου. Ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ὑπὸ στοιχ. ϞΑʹ. Νόμου τῆς 13 Νοεμβρίου 1864 περὶ συντάξεως τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς ἀμέσως ἀνώτερος βαθμὸς, καθόσον ἀφορᾷ τὰ πρὸς σύνταξιν ἀποστρατείας δικαιώματα καὶ τὴν ἐκ τοῦ μετοχικοῦ ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ἀπόλαυσιν τῶν ἀπονεμομένων εὐεργετημάτων, κανονίζεται μετὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἐπιλοχίου παντὸς ὅπλου, σώματος ἢ κλάδου, ὡς ἐπίσης καὶ μετὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἐνωμοτάρχου ἀ. τάξεως τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς ὁ βαθμὸς τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Πᾶσα ἄλλη διάταξις, ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα Νόμον, καταργεῖται.»

§33ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἠμποροῦμεν νὰ λαλήσωμεν ἐπ’ αὐτῆς τῆς προτάσεως;

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, θὰ τυπωθῇ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Μακρῆς ζητεῖ τὸν λόγον δι’ ἐπερώτησίν τινα.

§35ΜΑΚΡΗΣ. Εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις τοῦ πολιτεύματος, τὸ 102 ἄρθρον λέγει τὰ ἑξῆς. «Δι’ ἰδιαιτέρων νόμων, καὶ ὅσον ἔνεστι ταχύτερον, θέλει ληφθῆ πρόνοια περὶ διαθέσεως καὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ περὶ ἐκκαθαρίσεως καὶ ἀποσβέσεως τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν δημοσίων χρεῶν.» Τὴν ἀνάγκην ταύτην προεῖδον καὶ ἐπεθύμησαν ὅλαι αἱ Συνελεύσεις ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως, ἦτο δὲ μία γενικὴ ἐπιθυμία ὅλου τοῦ λαοῦ. Συνεπῶς λοιπὸν ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σωτηρόπουλος ἔφερε νόμον περὶ διανομῆς καὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς. Ἡ πεποίθησίς μου εἶναι, ὅτι ὁ κύριος Σωτηρόπουλος ἔπραξεν ἔργον εὐεργετικώτατον, καὶ, κατὰ τὴν ἰδιαιτέραν πεποίθησίν μου, εἶναι ἄξιος ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης. Ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι πλήρης, ἔχει ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, καὶ οἱ κάτοχοι δυνάμει τοῦ νόμου αὐτοῦ πρὸ δύω ἐτῶν ἐξακολουθοῦν νὰ προκαταβάλλουν, νὰ πληρόνουν γαίας, καὶ τὸ δημόσιον ἔχει εἰσπράξει πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν, ἴσως περὶ τὰ 2,500,000. Ἐπῆλθε μία ἀμφισβήτησις εἰς τὸν νόμον αὐτὸν ἕνεκα τοῦ 17 ἄρθρου, διότι δὲν εἶχον ἐπικυρωθῆ τὰ πρωτόκολλα τῶν ἐκτιμήσεων ἢ δὲν εἶχον ἐκδοθῆ τὰ παραχωρητήρια, καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας δὲν εἶχον γείνει ἐκτιμήσεις. Ἐπῆλθε λοιπὸν ἕνας νόμος συμπληρωτικός, διὰ τοῦ ὁποίου διατάσσεται τὸ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει τὸ σχετικὸν μέρος). Ὁ νόμος λέγει ῥητῶς, ὅτι ἡ καταβολὴ αὕτη ἡ δευτέρα πρέπει νὰ γείνῃ πρὸ τῆς πρώτης Ἀπριλίου 1874, καὶ αἱ ἡμέραι πλησιάζουν. Τί ὅμως συμβαίνει; Ἐνῷ τὸ δημόσιον ἐγγράφει εἰς ὑποθήκην τὸ κτῆμα τὸ ὁποῖον ἐδήλωσεν ὁ γεωργός, ἐνῷ ἐκπλειστηριάζεται τὸ κτῆμα, ἐὰν δὲν πληρώσῃ μίαν ἢ δύο δόσεις καὶ ἂν τυχὸν τὸ κτῆμα ἦναι ἔλαττον, ἀναγκάζεται νὰ πληρώσῃ μέχρι συμπληρώσεως τοῦ τιμήματος. Ὑπάλληλοί τινες τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἠξεύρω πόθεν παρακινούμενοι, διέταξαν ὥστε ἡ κυριότης, ἡ ὁποία ἀποκτᾶται δυνάμει τοῦ νόμου αὐτοῦ, νὰ ἦναι διπλῆ, ἡ ἐπικαρπία νὰ δίδεται· ὅταν δὲ ὁ γεωργὸς ἔχῃ εἰς ἀνάπαυσιν τὸν ἀγρὸν καὶ πρόκειται νὰ τὸν βελτιώσῃ, τότε τὸ δημόσιον δικαιοῦται νὰ πωλῇ τὸν χόρτον αὐτοῦ καὶ νὰ μὴ ἦναι κύριος ὁ γεωργός, ἐνῷ ἐξακολουθεῖ νὰ πληρόνῃ τὰς ἐτησίας δόσεις. Παρακαλῶ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεσσήνης κ. Κουμουνδοῦρον, τὸν κ. Σωτηρόπουλον πρὸ πάντων, τὸν κ. Δεληγεώργην, ὡς εἰδημονεστέρους τοῦ νόμου αὐτοῦ, νὰ λάβουν τὸν λόγον νὰ ἀναπτύξουν τὸ ζήτημα αὐτό. Καὶ ἡ πεποίθησις καὶ ἡ γνώμη τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι τοιαύτη, ὅτι ἡ κυριότης ἀποκτᾶται ἐνόσῳ ἐξακολουθεῖ ὁ δηλώσας νὰ προκαταβάλλῃ τὰς ἐτησίας δόσεις. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ χόρτον ἀνήκει εἰς τοὺς δηλώσαντας, ὥστε ἐὰν ἡ Βουλὴ πεισθῇ, ἀμέσως νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα· ἄλλως εἶναι καλὸν νὰ ὑποβληθῇ εἷς ἑρμηνευτικὸς νόμος περὶ αὐτοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ἀκολούθως θὰ ἀναπτύξω τὴν πρότασιν αὐτήν. Ἐπειδὴ δὲ ἔχει τὸ ζήτημα τοιαύτην σπουδαιότητα, διότι μέχρι τῆς 1 Ἀπριλίου πρόκειται τὸ δημόσιον νὰ λάβῃ ἑκατομμύρια δραχμῶν καὶ ἐνδέχεται νὰ ἀδικῶνται οἱ γεωργοί, καθόσον ἔχουν ἀτόκως εἰς χεῖρας τοῦ δημοσίου πρὸ δύω ἐτῶν χρήματα, πρέπει νὰ τελειώσῃ ταχέως τὸ ζήτημα.

§36ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μέσης κ. Ζωχιὸς μοὶ ἀπηύθυνεν ἐπερώτησίν τινα προχθές, ὅτε δὲν ἤμην παρών. Ἡ ἐπερώτησίς του, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, συνίσταται εἰς τοῦτο, τί ἀπεφασίσθη ἐπὶ τῆς ἀναφυείσης κατὰ τὸ παρελθὸν ἔριδος μεταξὺ τοῦ παρ’ ἐφέταις καὶ τοῦ παρὰ πρωτοδίκαις εἰσαγγελέως ἐν Κερκύρᾳ· εἶπε δὲ ὅτι πρέπει νὰ προσάξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα. Ἔρχομαι συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης νὰ γνωστοποιήσω ὅ,τι γινώσκω περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως. Φαίνεται πῶς κάτι τι εἶναι, κάποια ἔρις ἔλαβε χώραν μεταξὺ αὐτῶν. Ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου ἐνόμισε πρέπον, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς ὑπηρεσίας, νὰ στείλῃ τὸν παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ τότε ἀντεισαγγελέα κ. Λουριώτην, ὁ ὁποῖος ἐξεπλήρωσε τὴν ἀποστολὴν, ἔφερε τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου κατὰ τὸ καθῆκόν του διεβίβασεν αὐτὰ εἰς τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὅτε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναλάβω τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, λόγου γενομένου περὶ εἰσαγγελέων, ἐπληροφορήθην ὅτι τὰ ἔγγραφα εὑρίσκονται εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Φυσικῶς κατὰ καθῆκον ὑπέμνησα εἰς τὸν εἰσαγγελέα νὰ δοθῇ ἓν πέρας ἐπὶ τῆς ἐκκρεμοῦς ταύτης ὑποθέσεως, ἡ ὁποία δὲν ἔχει παρὰ πειθαρχικὸν χαρακτῆρα. Ἄχρι τοῦδε ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἀπεφάσισε, καὶ ἰδοὺ διατί· ὁ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ εἰσαγγελεὺς ἐξαιρεῖται εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, διότι εἷς τῶν εἰσαγγελέων τυγχάνει συγγενής του. Ἔμελλε λοιπὸν νὰ διεξαγάγῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ὁ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ ἀντεισαγγελεύς, ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε, οὗτος εἶχε σταλῆ ὡς ἐπόπτης καὶ ἐσχάτως ἐπανῆλθεν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ὑπόθεσις ἀφορᾷ ἕνα ἀνώτερον ὑπάλληλον, ἐνόμισεν ἡ εἰσαγγελία ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι πλῆρες τὸ δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου· ἀλλ’ ἀρειοπαγῖται ἔλιπον, εἶχον ἀποσταλῆ ὡς ἐπόπται· ἐντεῦθεν λοιπὸν ἐπῆλθεν ἡ βραδύτης. Τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ὁμιλῶ ἴσως τὰ ἔγγραφα ὑπεβλήθησαν.

§37ΡΩΜΑΙΟΣ. Προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις.

§38ΖΩΧΙΟΣ. Ἀφ’ ὅτου ἦλθον ἐδῶ ὅλο ἀκούω ad calendas græcas· καὶ ὁ προκάτοχός σας μᾶς τὸ ἔῤῥιψε προχθὲς, ὅτι εἶναι ἐλάττωμα ἑλληνικόν. Τώρα τὸ ζήτημα εἶναι πάλιν ad calendas græcas, δηλαδὴ δὲν θὰ ἔλθῃ ποτέ.

§39ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ σήμερον πρὸ μικροῦ ὑπέμνησα εἰς τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἐλπίζω ὄχι ad calendas græcas, ἀλλὰ συντόμως.

§40ΡΩΜΑΙΟΣ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ποτὲ δὲν θὰ τὸ φέρετε.

§41ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἦσθε βέβαιος, ὅτι ἡ δικαιοσύνη θὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν της.

§42ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πρὶν ἀπαντήσω, Κύριοι, εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεσολογίου, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1873, ἐκ δραχμῶν 371,840. Ὡς γνωστὸν, εἰς τὸν περυσινὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τὰ δάνεια καὶ τὸ χρεώλυτρον δανείων τινῶν ἐσημειώθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συμβάσεων, τὰς ὁποίας ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις συνωμολόγησε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ συμβάσεις αὗται μέχρι τοῦδε δὲν ἐκυρώθησαν, ἡ κυβέρνησις ἦτον ὑποχρεωμένη νὰ πληρώσῃ τοὺς τόκους καὶ τὸ χρεώλυτρον τῶν δανείων τούτων κατὰ τὰ κείμενα, ἤτοι κατὰ τὰς ἰσχυούσας συμφωνίας περὶ αὐτῶν τῶν δανείων. Ὡς συμπλήρωμα λοιπὸν τοῦ πληρωθέντος ποσοῦ ζητεῖται ἡ πίστωσις αὕτη ἐκ δραχμῶν 371,840, διότι τὸ σημειωθὲν ποσὸν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, κατὰ τὰς συμβάσεις περὶ ὧν ὁ λόγος, δὲν ἐξήρκεσεν εἰς τὴν ἐξόφλησιν τοῦ τε τόκου καὶ τοῦ χρεωλύτρου τῶν περὶ ὧν πρόκειται δανείων.

§43ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ νομίζω, κύριε ὑπουργὲ, δὲν ἐπιτρέπεται.

§44ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Διατί;

§45ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διότι μόνον ὅταν κυρωθῶσιν αἱ συμβάσεις......

§46ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ εἶπεν ὅτι ἔγεινεν ἤδη ἡ πληρωμὴ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ κατεβλήθη, καὶ ἡ πίστωσις ζητεῖται πρὸς τακτοποίησιν τῆς γενομένης πληρωμῆς.

§47ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄλλος λόγος.

§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε ἐπληρώθησαν;

§49ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Αὐτὰς τὰς πληροφορίας ἔλαβον τοὐλάχιστον ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Οἱ τόκοι καὶ τὸ χρεώλυτρον ἔπρεπε νὰ πληρωθοῦν εἰς τὴν ὡρισμένην προθεσμίαν· ἡ προθεσμία ἔληξε καὶ ἡ πληρωμὴ ἔγεινε, πρᾶγμα ἁπλούστατον καὶ φυσικώτατον. Ἐὰν αἱ συμβάσεις κυρωθῶσι, θὰ ἰσχύσωσι διὰ τὸ μέλλον· ἢ ἐὰν ἰσχύσουν καὶ διὰ τὸ παρελθὸν, τότε ἡ Τράπεζα, ἡ ὁποία ἔλαβε τὰ ποσὰ αὐτὰ, ὀφείλει νὰ τὰ ἐπιστρέψῃ βεβαίως, καὶ θὰ τὰ ἐπιστρέψῃ.

§50ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον, μάλιστα.

§51ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἀπαντῶ εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κυρίου Μακρῆ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἀπόφασίν μου ἐκ μέρους τῆς ὑπηρεσίας, ἐγὼ δὲ ἀληθῶς ἐξέφρασα εὐθὺς ἀμέσως καὶ ἄνευ ἐπιφυλάξεώς τινος τὴν ἰδέαν αὐτήν· ὅτι δηλονότι ἡ διάταξις ἡ σχετικὴ τοῦ περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὅταν τὶς πληρώσῃ μετὰ διετίαν ἀπὸ τῆς δηλώσεως τὴν πρώτην δόσιν τοῦ δηλωθέντος κτήματος πρὸ τῆς πρώτης Ἀπριλίου, ἀπαλλάσσεται τῆς πληρωμῆς δικαιώματος ἐπικαρπίας· ἐξέφρασα, λέγω, τὴν γνώμην, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ τῶν λειβαδίων. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία μοῦ ἀντέταξε γνωμοδότησιν τοῦ παρὰ τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν δικαστικοῦ συμβούλου, τὴν ὁποίαν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶχε προκαλέσει ὁ ἔντιμος προκάτοχός μου. Κατὰ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ δικαστικοῦ Συμβούλου, ἡ διάταξις αὕτη ἡ ἀφορῶσα τὰς ἀσκεπεῖς γαίας τὰς σπειρωμένας δημητριακοὺς καρποὺς καὶ ἀποδιδούσας ἑπομένως δικαίωμα ἐπικαρπίας πρὸ τῆς παραχωρήσεως αὐτῶν εἰς τοὺς δηλωτὰς αὐτῶν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ τῶν λειβαδίων τῶν ὁποίων ὄχι ἡ ἐπικαρπία, δηλαδὴ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, ἀνήκει εἰς τὸ δημόσιον, ἀλλὰ τὸ ὁλοκάρπωμα. Ὅταν μοῦ ἐπαρουσιάσθη ἡ γνώμη αὕτη τοῦ κυρίου δικαστικοῦ Συμβούλου, βεβαίως ὤφειλον νὰ ὑποχωρήσω εἰς αὐτὴν καὶ ὑπεχώρησα, πάντοτε ὅμως ἐξηκολούθουν νὰ ἔχω τὴν ἰδέαν, διατί νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς μιᾶς κατοχῆς καὶ τῆς ἄλλης. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἀξιότιμος κύριος Μακρῆς ἐπέμενεν ἰσχυριζόμενος, ὅτι μία καὶ μόνη διάταξις τοῦ νόμου πρέπει νὰ διέπῃ ὅλας τὰς ἐθνικὰς γαίας, εἴτε γαῖαι εἶναι εἴτε λειβάδια, τὰ ὁποῖα ἐδηλώθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1871, ἐνόμισα καλὸν νὰ προκαλέσω τὴν γνωμοδότησιν καὶ ἑτέρων, νομομαθῶν. Ἀλλὰ καὶ ἡ γνωμοδότησις αὐτῶν δυστυχῶς ὡς πρὸς τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας κύριος Μακρῆς, ἡ γνωμοδότησις τῶν δικηγόρων, τὴν ὁποίαν χθὲς ἔλαβον, δὲν ὑποστηρίζει παντάπασι τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Μακρῆ, ἀλλ’ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου τοῦ παρὰ τῷ ὑπουργείῳ τῶν οἰκονομικῶν ἐργαζομένου. Καὶ μολοντοῦτο, καίτοι ἔχων ὑπ’ ὄψιν τοιαύτην γνώμην ἐκ μέρους διακεκριμένων νομομαθῶν, οὐδὲν ἧττον δὲν ἔπαυσα νὰ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω ὑπὸ σκέψιν τὸ ἀντικείμενον περὶ τοῦ ὁποίου ἐλάλησε πρὸ μικροῦ ὁ κύριος Μακρῆς, καὶ καλῶς ἔπραξε νὰ προκαλέσῃ καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ νόμου, περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς, τοῦ 1871. Ἐζήτησα πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, καὶ ἐλπίζω νὰ τὰ λάβω, τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἐν οἷς περιέχεται ἡ γνώμη τοῦ δικαστικοῦ Συμβούλου καὶ τῶν νομομαθῶν, τῶν ὁποίων τὴν γνώμην, καθὼς Σᾶς εἶπα, ἐπροκάλεσα χθές. Ἐὰν τὰ ἔγγραφα ταῦτα φθάσουν πρὶν προβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, θέλω τὰ καθυποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν τόσον ἡ Βουλὴ, ὅσον καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν λάβει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος. Ἀλλὰ νομίζω καλὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ ζητήματος τούτου διὰ νὰ ἐξετασθῇ καλλίτερον ἡ ὑπόθεσις, μὴ τυχὸν ὑποπέσωμεν εἰς σφάλμα τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα οὐ μόνον τῶν δηλωτῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ δημοσίου.

§52ΜΑΚΡΗΣ. Ἡ οἰκονομία, κύριοι, τοῦ νόμου εἶναι πολὺ ῥητή Ἀκούσατε, σᾶς παρακαλῶ. Λέγει ὁ συμπληρωτικὸς νόμος «ἐντὸς τῶν ἐθνικῶν ἢ ἐκκλησιαστικῶν λειβαδίων». Λοιπὸν δὲν παραχωροῦνται μόνον τὰ ποιμνιοστάσια καὶ ὅσα μέρη χρησιμεύουν διὰ καλύβας. Συμφώνως πρὸς τὸν νόμον αὐτὸν τὸν συμπληρωματικὸν ἔρχεται ὁ νόμος ὁ πρῶτος περὶ διαθέσεως, ὅστις λέγει εἰς τὸ 3ον Ἄρθρον. «Διανεμητέαι γαῖαι εἰσὶν ἅπασαι αἱ καλλιεργούμεναι καὶ καλλιεργήσιμοι ἐθνικαὶ γαῖαι.» Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ τὸ Β. Διάταγμα «ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 3,..... ἐξαιροῦνται τῆς διανομῆς, καθὸ χρήσιμοι πρὸς δημοσίους καὶ δημοτικοὺς σκοπούς.....» Ἔχει ὅλας τὰς γαίας ἐν Ἑλλάδι, αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουν πρὸς διάθεσιν, καὶ τὰς ἐξῄρεσε τὸ Β. Διάταγμα, δυνάμει τοῦ ἄρθρ. 3 τοῦ Νόμου αὐτοῦ. Τώρα λοιπὸν δὲν εἶναι αὐτὸ ζήτημα, δὲν ἐπιδέχεται κατὰ τὴν ἰδέαν μου ἀμφιβολίαν, ὡς λέγει ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καθόσον ἀπὸ πρώτης Ἀπριλίου ἄρχονται αἱ ἐνοικιάσεις τῶν λειβαδίων, δηλαδὴ αἱ ὑποχρεώσεις τῶν ἐνοικιαστῶν πρὸς τὸ δημόσιον, καὶ τὰ δικαιώματα τῶν καταβαλόντων τὸ τίμημα τῆς δευτέρας δόσεως. Ὅταν λοιπὸν ἀρχίσῃ μία προκήρυξις καὶ εἷς οἰκονομικὸς ἔφορος εἴπῃ ὅτι δὲν ἐξῄρεσε τὰς γαίας αὐτὰς, ὅσας ἐδήλωσαν πρὸ διετίας καὶ δι’ ὅσας προκατέβαλον τὴν ἐτησίαν δόσιν, τότε ὁ ἐνοικιαστὴς δικαιοῦται ἀπέναντι τοῦ δημοσίου νὰ ἐνάξῃ τὸ δημόσιον καὶ νὰ εἴπῃ, ἐγὼ δικαιοῦμαι νὰ ἔχω εἰς τὴν ἐξουσίαν μου τὰς γαίας αὐτὰς διότι τοὺς ἐνοικίασα ὅλας, οἱ δὲ κάτοχοι θὰ ἐνάξουν τὸ δημόσιον, λέγοντες ὅτι ἔχουν πωλήσει τὸ χόρτον τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς αὐτοὺς καὶ ὅτι ὁ νόμος εἶναι ῥητὸς καὶ δὲν ὑπόκειται εἰς καμμίαν ἐξαίρεσιν τὸ χόρτον οὔτε δυνάμει τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ συμπληρωτικοῦ νόμου, οὔτε τοῦ ἄρθρ. 3 τοῦ πρώτου νόμου περὶ διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν. Παρατηρήσατε ποία ἀδικία γίνεται· πρὸ διετίας τὸ δημόσιον ἔχει χιλιάδας δραχμὰς εἰς χεῖράς του, πρόκειται δὲ ἀπὸ τῆς πρώτης Ἀπριλίου νὰ λάβῃ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν ἐκ μόνων τῶν δηλώσεων. Διατί λοιπὸν νὰ αὐξήσῃ τὸ κακὸν αὐτὸ καὶ νὰ καταστραφῇ ὑπόθεσις, ἥτις ἀφορᾷ ὅλον τὸ Κράτος; διότι δὲν εἶναι μόνον τὰ ἐθνικὰ λειβάδια. Ὑποθέσατε, ὅτι ἐγὼ ἔχω μίαν ἔκτασιν τοιαύτην καὶ τὴν ἔχω δηλώσει ἐκτὸς τῶν ἐθνικῶν λειβαδίων. Εἰς τὴν Πελοπόννησον ὑπάρχουν τοιαῦται δηλώσεις διὰ νὰ ἔχουν τὸ χόρτον. Κατὰ τὴν ὤθησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωσαν οἱ οἰκονομικοὶ ἔφοροι κατὰ τῶν ἐνοικιαστῶν, δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄλλως. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ὅσον εἶναι δυνατὸν ταχύτερον πρὸ τῆς πρώτης Ἀπριλίου, καὶ ἀπορῶ διατὶ ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος καὶ Σωτηρόπουλος δὲν λαμβάνουν τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, διὰ νὰ ἐξηγήσουν τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου. Κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, δὲν ἐξαιροῦνται αἱ γαῖαι αὐταί. Διατὶ λοιπὸν πρὸ τῆς πρώτης Ἀπριλίου νὰ μὴ ἀφαιρέσωμεν τὴν κυριότητα αὐτὴν ἀπὸ τοὺς κατόχους; Τὸ ζήτημα, κύριοι, εἶναι σπουδαιότατον, πρόκειται περὶ μεγάλων συμφερόντων, καὶ πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ταχύτερον.

§53ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ συγχωρεῖτε, κύριε, Μακρῆ, μίαν παρατήρησιν;

§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κύριος Καράπαυλος.

§55ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, δύο λέξεις. Δὲν εἶναι ἀμφιβολία ὅτι ὅστις ἠγόρασε τοιαύτην γῆν, ὅτι ἀνήκει εἰς αὐτόν. Εἶμαι σύμφωνος ἕως ἐδῶ μαζύ σας. Ἀλλ’ αὐτὸς ὀφείλει νὰ πληρώσῃ ἔγγειον φόρον ἢ ὄχι;

§56ΜΑΚΡΗΣ. Μάλιστα.

§57ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως συμβαίνει τὸ ἑξῆς· σεῖς ὡς κύριος Μακρῆς ἐπήρατε μίαν ἔκτασιν 50 στρεμμάτων.

§58ΜΑΚΡΗΣ. Παρακαλῶ· ἐὰν τὰς ἐνοικίασα, θὰ πληρώσω τὸ 5%. (θόρυβος). Τὸν ἐνόησα τὸν κύριον Δανόπουλον τί θὰ εἰπῇ.

§59ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς μένετε ἀφορολόγητος αἰώνια.

§60ΜΑΚΡΗΣ. Πρέπει νὰ γείνῃ δήλωσις καὶ νὰ πληρώσω τὸ 5%.

§61ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ οὔτε τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου, οὔτε τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἐπρότεινε, διότι τὰ δικαστήρια πρὸς ἑρμηνείαν τοῦ νόμου δὲν ὀφείλουν νὰ ὑποκύψουν παρὰ εἰς νόμον ἑρμηνευτικόν· οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ ἐξήγησις τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸν νόμον αὐτὸν, πιστεύω ὅτι ἡ ἐξήγησις αὕτη δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν ἐπιῤῥοήν.

§62ΜΑΚΡΗΣ. Θὰ ἔχῃ δογματικῶς.

§63ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δογματικῶς δὲν ἑρμηνεύονται οἱ νόμοι.

§64ΜΑΚΡΗΣ. Διατί, ἀφοῦ εἶναι κατεπείγουσα ἡ ὑπόθεσις;

§65ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν ἑρμηνεύονται, κύριε Μακρῆ, οἱ νόμοι δογματικῶς· τὸ Σύνταγμα προνοεῖ περὶ νόμων ἑρμηνευτικῶν. Ἂν θέλετε νὰ ἑρμηνεύσητε τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ νόμου ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν δίδετε, τότε πρέπει νὰ ὑποβληθῇ νόμος ἑρμηνευτικὸς καὶ αὐτὸς ὁ νόμος νὰ ὑποχρεοῖ τὰ δικαστήρια, ἄλλως ὅ,τι δήποτε ἀποφανθῶμεν σήμερον, δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν δικαστηρίων· καὶ κατὰ μείζονα λόγον, διότι καί τοι κατ’ οὐσίαν ἔχει δίκαιον ὁ κύριος Μακρῆς, καὶ εἶναι δίκαιον νὰ λάβωμεν ἓν τοιοῦτον νομοθέτημα συνεπῶς πρὸς τὰ ῥήματα τοῦ νόμου, δὲν ἔχομεν δίκαιον ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ἠρωτήθην καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δὲν ἐδίστασα νὰ ἀποφανθῶ, ὅτι τὸ ῥῆμα τοῦ νόμου δὲν δίδει δίκαιον εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Μακρῆ· ἴσως ἡ πρότασις εἶναι δικαία κατ’ οὐσίαν, ἴσως οἱ ἄνθρωποι καταβάλλοντες τὸ τίμημα ὀφείλουσι νὰ ὠφεληθῶσιν ὄχι μόνον τὸν φόρον τῆς ἐπικαρπίας, ἀλλὰ καὶ πᾶν νόμιμον ὠφέλημα. Ὅταν ὁ Νόμος λέγῃ, ὅτι μόνον ὁ φόρος χαρίζεται τῆς ἐπικαρπίας, εἶναι πασίγνωστον, ὅτι ἡ κυριότης δὲν μεταβάλλεται ποτὲ εἰς γενικὴν, ἀλλ’ ἀποτελεῖ εἰδικὴν τοιαύτην· τοιοῦτος νόμος οὔτε ἐξεδόθη οὔτε δύναται νὰ ἐκδοθῇ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι μεταβάλλεται ἡ κυριότης διότι χαρίζεται ἡ ἐπικαρπία. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην αὐτὴν, θὰ καταστήσωμεν ὅλον αὐτὸν τὸν κόσμον κυρίους. Τοῦτο θέλει ὁ κύριος Μακρῆς. Τώρα ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν ζητοῦν νὰ ἔχῃ ἡ καλλιέργεια, δὲν εἶναι παρακολούθημα τῆς κυριότητος· πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ κυριότης περιῆλθε, μετεβιβάσθη, ὅτι ἔγεινεν ἀπόλυτος κυριότης, καὶ τότε οἱ κύριοι οὗτοι θὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἔχωσιν ὁλόκληρον τὸ κτῆμα καὶ τὴν νομὴν ὁλόκληρον· διότι, ὅπως ἀπεφάσισεν ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἐντελῶς κύριοι.....

§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ ἐννοεῖ ὁ νόμος.

§67ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τότε νὰ τὸ καθαρίσωμεν διὰ νόμου ἑρμηνευτικοῦ, διότι, ὅπως εἶναι τὸ ῥῆμα τοῦ νόμου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρουν δίκαιον ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων· διότι, ἀφοῦ λέγει ὅτι μόνον τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας χαρίζεται, πῶς εἶναι δυνατόν; ἂς γείνῃ λοιπὸν νόμος ἑρμηνευτικός.

§68ΜΑΚΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριε, ὑποβάλλω ἓν ἄρθρον ἑρμηνευτικὸν ὡς ἑξῆς· «Οἱ δηλώσαντες πρὸ διετίας ἐθνικὰς γαίας καὶ προκαταβαλόντες τὴν ἐτησίαν δόσιν πρὸ τῆς αʹ Ἀπριλίου 1874 γίνονται κύριοι τοῦ χόρτου καὶ μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῶν παραχωρητηρίων, ἐνόσῳ κατ’ ἔτος, συμφώνως μὲ τὸ 8 ἄρθρον τοῦ αὐτοῦ νόμου, προκαταβάλλουσι τὰς ἐτησίας δόσεις τοῦ τιμήματος τῶν δηλωθεισῶν γαιῶν.»

§69ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὸ συμπληρώσετε, κύριε Μακρῆ.

§70ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤμην, κύριοι, ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, διότι εἰργαζόμην εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν ἤκουσα τὶ ἠγόρευσαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· ἠξεύρω ὅμως τὸ ἀντικείμενον, διὰ τὸ ὁποῖον γίνεται λόγος, καὶ δύναμαι ἐκ τοῦ προχείρου νὰ εἴπω τὶ φρονῶ περὶ αὐτοῦ. Ὅταν συνετάχθη ὁ νόμος, περὶ διαθέσεως καὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, καθὼς καὶ ὁ περὶ διανομῆς τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν, ἡ διάταξις ἐκ τῆς ὁποίας ἠγέρθη ἡ προκειμένη ἀμφισβήτησις δὲν συμπεριελήφθη εἰς αὐτόν. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι συνετάξαμεν τοὺς νόμους ἐκείνους, εἴχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἤθελεν ἐνεργήσει ὅλα τὰ καθήκοντα τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἐπιβάλλουσι καὶ ἤθελεν ἐφοδιάσει ὅσον ἦτο δυνατὸν ταχύτερον τοὺς δικαιούχους μὲ τὰ παραχωρητήρια, δυνάμει τῶν ὁποίων ἤθελον θεωρηθῆ ἰδιοκτῆται τῶν φυτειῶν καὶ γαιῶν, τὰς ὁποίας κατὰ τὰς διατάξεις τῶν νόμων ἐκείνων ἤθελε διαθέσει. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πάντοτε ἐξεδηλώθη μία δυσπιστία πρὸς τὴν κυβέρνησιν, καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων βλέπω καὶ ἐγὼ ὅτι δὲν ἦτο ἄδικος ἡ δυσπιστία αὐτὴ, τινὲς τῶν κυρίων βουλευτῶν ἀντέταξαν ὅτι ἐὰν ἡ κυβέρνησις περιορισθῇ εἰς τὸ νὰ λαμβάνῃ μόνον τὰς προκαταβολὰς, παραμελήσῃ δὲ νὰ ὁρίσῃ τὴν διευθέτησιν τῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, αἱ ὁποῖαι ἤθελον δηλωθῇ, καὶ τὴν ἔκδοσιν τῶν παραχωρητηρίων, τί θὰ γείνῃ εἰς τοιαύτην περίστασιν; Ἡμεῖς εἴπομεν ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν, διότι καμμία κυβέρνησις σεβομένη ἑαυτὴν δὲν θέλει κατασταθῆ ἔνοχος μιᾶς τοιαύτης ἀδιαφορίας, δὲν θέλει ὑποπέσει εἰς τὸ ἔγκλημα, ἀφοῦ εἰσπράξει τὰ χρήματα τῶν προκαταβολῶν, νὰ μὴ κάμῃ μήτε καταμέτρησιν, μήτε ἔκδοσιν παραχωρητηρίων. Αὐτοὶ ὅμως ἐπέμενον καὶ ἔλεγον, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ τὸ τοιοῦτον, οὐχὶ ἀπὸ κακὴν πρόθεσιν, ἀλλὰ ἀπὸ ἄλλα αἴτια· ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἔχῃ ὑπαλλήλους διὰ νὰ ἐκδώσῃ τὰ παραχωρητήρια. Ἐπρότειναν λοιπὸν τὴν προσθήκην τοῦ ἄρθρου, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον, ἐὰν παρέλθωσι δύω ἔτη ἀπὸ τῆς ἐγκρίσεως οἱασδήποτε δηλώσεως καὶ δὲν ἐκδοθῇ τὸ παραχωρητήριον, τότε ὁ δηλώσας νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ πληρώσῃ τὴν δόσιν συμφώνως μὲ τὴν γενομένην ἐκτίμησιν καὶ νὰ ἀπαλλάσσηται ἀπὸ τὴν ἐπικαρπίαν· εἶπον δὲ, νὰ ἀπαλλάσσηται ἀπὸ τὴν ἐπικαρπίαν, καθόσον ἐνόμισαν ὅτι πρόκειται περὶ γαιῶν καλλιεργουμένων· διότι ἂν ἐπρόκειτο περὶ γαιῶν ἀκαλλιεργήτων, δὲν θὰ εἶχον κἀνὲν συμφέρον νὰ ἀπαλλαχθοῦν ἀπὸ τὴν πληρωμὴν οἱουδήποτε δικαιώματος καὶ νὰ σπεύσουν νὰ πληρώσουν τὴν δόσιν. Αὐτοὶ προσφέρονται νὰ πληρώσουν τὴν δόσιν τοῦ τιμήματος, διὰ νὰ λάβωσιν ἓν συμφέρον· καὶ τὸ συμφέρον αὐτὸ ἦτο, νὰ μὴ φορολογηθῇ ὡς ἐθνικὸς ὁ καρπὸς, ὅστις ἔμελλε νὰ παραχθῇ ἀπὸ τὴν γῆν εἴτε ἀπὸ τὴν φυτείαν, τὴν ὁποίαν ἐδήλωσαν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μὴ παραχθῇ κἀνεὶς καρπὸς, ἐννοεῖται, ὅτι αὐτοὶ δὲν εἶχον κἀνὲν συμφέρον νὰ ζητήσωσι νὰ πληρώσωσι τὴν δόσιν, ἀλλ’ ἤθελον περιμένει νὰ ἐκδοθῇ τὸ παραχωρητήριον. Συναινοῦντος δὲ καὶ τοῦ ὑπουργοῦ, ἐγένετο δεκτὴ ἡ προσθήκη αὕτη. Τὸ κατ’ ἐμὲ φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς δηλώσαντας, νὰ κατασταθοῦν ἰδιοκτῆται τῶν γαιῶν καὶ τῶν φυτειῶν τὰς ὁποίας ἐδήλωσαν, καὶ ἄνευ τῆς ἐκδόσεως παραχωρητηρίων· τουτέστι νὰ μὴ ὑποβάλλωνται εἰς πληρωμὴν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας. Ἀλλ’ ἐνταῦθα παρουσιάζονται καὶ γαῖαι αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν χωρὶς νὰ ᾖναι σπαρμέναι καὶ φυτευμέναι παρὰ χόρτον· καὶ τὸ χόρτον αὐτὸ βεβαίως εἶναι ἕνας καρπὸς, μία πρόσοδος· δὲν ἐννοῶ λοιπὸν διατί, ἀφοῦ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι σπείρουν τὸν ἀγρὸν καὶ παράγουν μίαν μεγάλην πρόσοδον, ἀφοῦ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν φυτείας καὶ σταφίδας καὶ ἀμπέλους καὶ ἔχουν βεβαίως μίαν μεγάλην πρόσοδον, ἀφοῦ ὅλοι αὐτοὶ δύνανται διὰ τῆς πληρωμῆς νὰ ἀπαλλάσσωνται ἀπὸ τὴν πληρωμὴν παντὸς δικαιώματος, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐδικαιοῦτο τὸ δημόσιον νὰ λαμβάνῃ ἀπὸ τὰς γαίας ταύτας, δὲν ἐννοῶ λέγω, διατὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι παράγουν μόνον χόρτον, νὰ μὴ ἦναι ὑποχρεωμένοι, ὥστε τὸ δημόσιον νὰ λάβῃ τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐλάμβανε· διότι καὶ τὸ χόρτον εἶναι ἓν εἰσόδημα. Φρονῶ ὅτι καὶ αὐτοὶ, ἀφοῦ πληρώσουν τὴν δόσιν, ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσουν νὰ ἦναι ἀπηλλαγμένοι παντὸς δικαιώματος τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε τὸ δημόσιον ἐλάμβανεν ἀπὸ τὸ χόρτον αὐτὸ, διότι καὶ ἡ ἐνοικίασις τοῦ χόρτου τὴν ὁποίαν κάμνει τὸ δημόσιον δὲν εἶναι παρὰ μία ἐπικαρπία. Κατὰ τὴν ἰδέαν τὴν ἐδικήν μου, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη οὐδενὸς συμπληρωτικοῦ ἢ ἑρμηνευτικοῦ νόμου· φρονῶ ὅτι, ὅστις ἐδήλωσε πρὸ διετίας καὶ δὲν ἔλαβε μὲν παραχωρητήριον, ἀλλὰ προσφέρεται νὰ πληρώσῃ τὴν δόσιν τοῦ τιμήματος, αὐτὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ δημόσιον νὰ θεωρῇ τὴν γῆν του ὡς ἐθνικήν. Ἑπομένως τὸ δημόσιον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ κᾀμμίαν ἐπικαρπίαν, εἴτε χόρτον εἶναι τοῦτο, εἴτε καρπὸς, εἴτε φυτεία, εἴτε ὅ,τι δήποτε· αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα μου.

§71Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε πρόεδρε, μοὶ συγχωρεῖτε νὰ εἴπω δύω λέξεις. Πέρυσιν ἐξεδόθη νόμος περὶ διαθέσεως τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν. Ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ περιελήφθη διάταξις ἥτις ὑπὸ πολλῶν κρίνεται ἄσεμνος, ὑπ’ ἐμοῦ δὲ θεωρεῖται καὶ ἀντισυνταγματικὴ, διότι εἶναι δημευτική. Καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κρίνουσι τὴν διάταξιν ἄσεμνον, στηρίζονται εἰς τὴν σκέψιν, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης βραβεύονται ἐκεῖνοι οἵτινες κατεπάτησαν ἐθνικὰς γαίας, ἰδιοποιήθησαν αὐτὰς, καὶ φυτεύσαντες αὐτὰς ἀπέκρυψαν ἔπειτα καὶ αὐτὴν τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου, διατεινόμενοι, ὅτι αἱ γαῖαι ἦσαν ἰδιόκτητοι.

§72ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν τίποτε, κύριε πρόεδρε.

§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, εἶναι περίεργον πρᾶγμα! κλείσατε τὰς θύρας τῶν δωματίων, διὰ νὰ ἡσυχάσωμεν.

§74Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διατείνονται ὅτι ἡ διάταξις εἶναι ἄσεμνος, στηρίζουν τὰς σκέψεις των εἰς τὸ ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης βραβεύονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἰδιοποιήθησαν δικαιώματα τοῦ δημοσίου, καὶ βραβεύονται διὰ νὰ ἀναγνωρισθῶσι τὰ δικαιώματα ταῦτα τοῦ δημοσίου· ἀλλ’ ἐπὶ τέλους τὸ δημόσιον εἶναι κύριον νὰ βραβεύσῃ αὐτούς; διαθέτον τὴν ἰδίαν αὑτοῦ περιουσίαν. Ἀλλὰ τὸ δημόσιον βραβεύει αὐτοὺς, ὄχι μόνον διαθέτον τὰ ἴδια δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ δικαιώματα ἰδιωτῶν· διὰ τοῦτο νομίζω, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅτι ἡ διάταξις περιέχει τι δημευτικὸν, ἑπομένως ἀντισυνταγματικὸν, καὶ ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἀσχολεῖται περὶ τούτου, ἐνόμισα καλὸν νὰ τὴν ἐπασχολήσω διὰ τῶν ὀλίγων αὐτῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας παρακαλῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὴν πεφωτισμένην διάνοιαν τοῦ ὁποίου ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ θαῤῥῶ, ὅπως μελετήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ἂν ἔχῃ τὴν αὐτὴν μὲ ἐμὲ γνώμην, νὰ φροντίσῃ νὰ ἄρῃ τὸ ἀντισυνταγματικὸν τῆς διατάξεως ταύτης.

§75ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστὸν, κύριοι, ὅτι ἡ ἑταιρία τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου εὑρίσκεται εἰς μίαν δυσχερῆ κατάστασιν.

§76ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐτελείωσε τὸ ἄλλο ζήτημα.

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὑποβάλῃ μίαν ἀναφοράν.

§78ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἂς κάμῃ μίαν ἀνάπτυξιν· δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ καταλάβω.

§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα κατὰ τὸν κανονισμὸν, νὰ ὑποβάλῃ ἀναφοράν· σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν, κάμετε ἡσυχίαν.

§80ΤΙΝΕΣ. Ἂς ὑποβληθῇ εἰς τὸ προεδρεῖον.

§81ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι σπουδαῖον τὸ ἀντικείμενον, καὶ ἂς τὸ ἀναπτύξῃ.

§82ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ ἑταιρία τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου εἶναι εἰς κακὴν κατάστασιν· ἕνεκα τούτου τὸ διοικητικὸν συμβούλιον τὴν 25 τοῦ παρελθόντος μηνὸς ἀπηύθυνε πρὸς τὴν κυβέρνησιν αἴτησιν διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτησε παραχωρήσεις τινὰς, τὰς ὁποίας νομίζει ὅτι δύναται καὶ τὸ νομοθετικὸν σῶμα νὰ παραδεχθῇ ἄνευ βλάβης τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου. Ἡ κυβέρνησις δὲν ἔφερε μέχρι τοῦδε ὁριστικὴν ἀπάντησιν· ἐσχάτως ἐγένετο συμβούλιον ὅλων τῶν μετόχων οἵτινες διώρισαν ἐπιτροπὴν, ἥτις μὲ τὸ διοικητικὸν συμβούλιον συσκεφθεῖσα ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ ἀπευθύνῃ αἴτησιν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ ταύτην πρὸς τὸ ὑπουργεῖον, νὰ παρακαλέσῃ τὴν κυβέρνησιν, ὥστε ἐντὸς ταχίστης προθεσμίας νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν καὶ νὰ φέρῃ τὰς σκέψεις της ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου.

§83ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ τυπωθῇ, διὰ νὰ ἴδωμεν τί περιέχει.

§84ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Πρόκειται μόνον νὰ σταλῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν.

§85ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀρκετὰ προσεβλήθη τὸ κοινοβούλιον εἰς τὴν προηγουμένην Σύνοδον· πρέπει νὰ τυπωθῇ ἡ ἀναφορά.

§86ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ τὴν συζητήσωμεν.

§87ΖΩΧΙΟΣ. Τὰ λαυριωτικὰ εἶναι ἄνθρακες καίοντες. Πρὶν γνωρίσωμεν τί ζητεῖ ἡ ἑταιρία, πῶς νὰ τὴν συστήσωμεν; νὰ τὴν ἰδοῦμεν, νὰ τὴν ἐξετάσωμεν, νὰ τὴν μελετήσωμεν, νὰ σκεφθῶμεν.

§88ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν ζητοῦμεν παρὰ νὰ παραπεμφθῇ.

§89ΖΩΧΙΟΣ. Κλητῆρες δὲν εἴμεθα.

§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἰδοὺ κατὰ τί διαφωνῶ· διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν προτέρων οὐδὲν πρέπει νὰ ἐκφράσῃ. Τὸ ἀντικείμενον εἶναι λίαν σπουδαῖον, διότι συμφέροντα πολλὰ ἐμπλέκονται εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, καὶ πρέπει ἡ κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ, νὰ μελετήσῃ τὸ ἀντικείμενον, καὶ νὰ μᾶς φέρῃ τὴν γνώμην της. Διὰ τοῦτο νομίζω ἤδη περιττὴν τὴν τύπωσιν, περιττὴν τὴν παραπομπὴν εἰς τὴν ἐπιτροπήν· διότι ἡμεῖς δὲν θὰ φέρωμεν γνώμην, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ τὴν στείλωμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν, καὶ ἡ κυβέρνησις ἂς σκεφθῇ καὶ ἂς φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν σκέψεών της. Διότι τὸ νὰ στείλωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἀναφορὰν θὰ εἰπῇ, ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν γνώμην, καὶ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν.

§91ΖΩΧΙΟΣ. Τὴν ἀναφορὰν σᾶς τὴν ἔστειλαν ἐν φακέλῳ ἢ ἀνοικτήν; Ἂν σᾶς τὴν ἔστειλαν ἐν φακέλῳ, ἔπρεπε νὰ τὴν ἐπιστρέψητε ὀπίσω· ἐὰν σᾶς τὴν ἔστειλαν ἀνοικτὴν, πρέπει νὰ τὴν ἰδοῦμεν. Ἂς ἀναγνωσθῇ τοὐλάχιστον· ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν τίποτε. Ὁ κύριος Ῥάλλης ἀναγινώσκει τὴν ἀναφοράν. «Πρὸς τὴν Βουλὴν. Ἡ ἀποθαῤῥυντικὴ θέσις, εἰς ἣν περιέστησαν τὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων ὡς ἐκ τῶν ἐπιβληθεισῶν εἰς τὴν ἐπιχείρησιν τῶν ἐκβολάδων ὑποχρεώσεων διὰ τῆς Συμβάσεως τῆς 29 Ἀπριλίου 1873 καὶ τοῦ τροποποιήσαντος αὐτὴν Νόμου τῆς 28 Ἰουλίου 1873, ἐπιβάλλει ἡμῖν τὴν τολμηρὰν ἀνάγκην νὰ ἀπευθυνθῶμεν πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους καὶ νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν κατεπείγουσαν καὶ σύντονον αὐτῆς προσοχὴν ἐπὶ τῆς αἰτουμένης θεραπείας, ἧς ἡ ἀναβολὴ δύναται νὰ ὁδηγήσῃ εἰς δυσεπανορθώτους καταστροφάς. Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς ἑταιρίας ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Σεβαστὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τῆς 25 παρελθόντος μηνὸς Φεβρουαρίου τὴν συναπτομένην ὧδε ἔκθεσιν, δι’ ἧς, ἐξηγῆσαν ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ τὰς περιστάσεις τῆς ἑταιρίας, περιωρίσθη νὰ ζητήσῃ μόνον τὴν ἄρσιν τοῦ ἐκ τῶν προτέρων προσδιορισμοῦ τῶν ἐξόδων, συμπεριλαμβανομένης εἰς ταῦτα καὶ τῆς διὰ μεταλλίτιδα δαπάνης, καὶ τὴν ἐκ τῶν κερδῶν προαφαίρεσιν ἑνὸς μικροῦ χρεωλυσίου. Ἐνῷ δὲ ἡ κυβέρνησις εἰς οὐδεμίαν εἰσέτι προῆλθεν ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ταύτης, τὰ τῆς ἑταιρίας πράγματα, μένοντα ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας, ἀναγκάζουσι τοὺς καταβαλόντας τὰ κεφάλαιά των διὰ τὴν βιομηχανικὴν ταύτην ἐπιχείρησιν νὰ σκεφθῶσιν ὁριστικῶς περὶ τοῦ περαιτέρω πρακτέου πρὸς ἀποτροπὴν νεωτέρων ζημιῶν, καθόσον οὐδεμία βιομηχανικὴ ἐπιχείρησις δύναται νὰ εὐδοκιμήσῃ, ὅταν δὲν προσδίδῃ εἰς τὰ δι’ αὐτὴν καταβληθέντα κεφάλαια, ἔστω καὶ μικρὰν, ὠφέλειαν. Ἡ Συνέλευσις τῶν μετόχων τῆς ἑταιρίας, λαβοῦσα τὸ πρῶτον γνῶσιν τῶν ἀφορώντων τὴν ἐπιχείρησιν τῶν ἐκβολάδων μεθ’ ἃς ὁ ἀπὸ 28 Ἰουλίου 1873 Νόμος ἐπήνεγκεν εἰς τὴν Σύμβασιν τροποποιήσεις, ἔκρινεν ἀναγκαῖον ν’ ἀναβάλῃ πᾶσαν ὁριστικὴν ἀπόφασιν καὶ νὰ ἐκλέξῃ μίαν ἐκ τῶν ἀποφαινομένων μετόχων ἐπιτροπὴν, ὅπως συμπράξῃ μετὰ τοῦ Συμβουλίου καὶ προβῇ μετ’ αὐτοῦ εἰς πᾶσαν ἐνέργειαν παρὰ τῇ Κυβερνήσει καὶ τῇ Βουλῇ καὶ συνεννόησιν πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς κατεπειγούσης θεραπείας. Ἡ Συνέλευσις τῶν μετόχων ἀκράδαντον ἔχουσα τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους καὶ ἡ Κυβέρνησις θέλουσι προσενεχθῇ μετὰ Δικαιοσύνης πρὸς ἑταιρίαν ὑπηρετοῦσαν πρωτίστως τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἐξέφρασε τὴν ζωηρὰν αὑτῆς ἐπιθυμίαν καὶ εὐχὴν ὅπως ἐπέλθῃ ὡς τάχιστα ἡ αἰτηθεῖσα θεραπεία πρὸς ἀποτροπὴν τῶν ἄλλως ἐπαπειλουσῶν τὴν ἐπιχείρησιν τῶν ἐκβολάδων συνεπειῶν, ἐνετείλατο δὲ εἴς τε τὸ συμβούλιον καὶ τὴν ἐπιτροπὴν νὰ καλέσῃ αὐτὴν εἰς νέαν συνεδρίασιν ἅμα κρίνωσι τοῦτο ἀναγκαῖον, ὅπως ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ περαιτέρω πρακτέου. Ἡ ἑταιρία οὐδεμιᾶς ἐφείσθη οὔτε φείδεται θυσίας, ὅπως ὑπὸ ἔποψιν βιομηχανικὴν καὶ τεχνικὴν συντηρήσῃ καὶ προαγάγῃ τὴν ἐπιχείρησιν ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ τε Δημοσίου καὶ τῆς χώρας. Ἀλλ’ ὅταν, ὡς πρόκειται ἤδη ἀποδεδειγμένον, αἱ ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου ὑποχρεώσεις ἀφαιρῶσιν ὁλόκληρον σχεδὸν τὸ καθαρὸν προϊὸν τῆς ἐπιχειρήσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ εὐδοκιμήσῃ ἡ ἀναλαβοῦσα αὐτὴν ἑταιρία; Ἀλλ’ ὅτε πρὸ μηνὸς ὑπέβαλε τὸ συμβούλιον τὴν προκειμένην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν αἴτησιν, δὲν εἶχεν εἰσέτι ἀφιχθῇ ὁ διευθύνων τὰ τεχνικὰ ἐν Λαυρίῳ ἔργα διάσημος ὀρυκτολόγος κ. Ansted, ἡ δὲ τοῦ συμβουλίου ἔκθεσις ὑπηγορεύθη ὑπὸ τῆς κατεπειγούσης ἀνάγκης τοῦ νὰ προληφθῇ ἡ ἐκ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ἐξόδων ἐπικειμένη ἄμεσος τῆς ἑταιρίας παράλυσις, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἐφρόνει, ὅτι ἡ αἴτησις αὕτη, στηριζομένη ἐπὶ τῶν στοιχειωδεστέρων κανόνων τῆς λογικῆς καὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ ἀφορῶσα τὸν περιορισμὸν τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν καθιερωθεῖσαν διὰ τῆς συμβάσεως θεμελιώδη βάσιν τῆς εἰσπράξεως τοῦ ποσοστοῦ του ἐπὶ τῆς πράγματι καθαρᾶς προσόδου, ἤθελε γείνει ἀποδεκτὴ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν. Αἱ γενόμεναι ὅμως μελέται ἐν τῷ μεσολαβήσαντι ἐμμήνῳ διαστήματι, ἰδίως ὑπὸ τοῦ κ. Ansted, ἔπεισαν καὶ τὸ συμβούλιον καὶ τοὺς περισσότερον εἰς τὰ τῆς ἐπιχειρήσεως ἐγκύψαντας μετόχους, ὅτι τὸ ποσοστὸν τῶν 53% ἀποβαίνει ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν εὐδοκίμησιν τῆς ἐπιχειρήσεως. — Ὁ κ. Ansted λέγει, ὅτι, ὅτε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος κατὰ πρόσκλησιν τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ἐπισκεφθῇ καὶ ἐξετάσει τὰς ἐκβολάδας, ἐξέθηκε τὴν γνώμην, ὅτι διὰ τὴν Κυβέρνησιν ἡ εἴσπραξις ἑνὸς ποσοστοῦ 30% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ κέρδους ἀποτελεῖ τὴν καλλιτέραν τῶν ἐκβολάδων διάθεσιν, ὅταν σοβαρὰ ἑταιρία ἀναλάβῃ τὴν ἐκκαμίνευσιν αὐτῶν. Προκληθεὶς δὲ ὑπὸ σοβαρᾶς Ἀγγλικῆς ἑταιρίας νὰ γνωμοδοτήσῃ (πρὶν ἢ συνομολογηθῇ ἡ μετὰ τῆς ἡμετέρας ἑταιρίας σύμβασις) περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου, ὃν δύναται ἄνευ βλάβης τῆς ἐπιχειρήσεως ν’ ἀποτίνῃ πρὸς τὸ δημόσιον ἐπὶ τοῦ καθαροῦ προϊόντος τῶν ἐκβολάδων, ἀπεφήνατο, ὅτι κατ’ ἀνώτατον ὅρον δύναται νὰ ὑποσχεθῇ φόρον εἰς τὸ δημόσιον μέχρι 35% ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν, καθόσον φορολογία ὑπερβαίνουσα τὸν ὅρον τοῦτον συνεπάγεται τὸ ναυάγιον τῆς ἐπιχειρήσεως. Μετὰ δὲ τὰς ὁποίας ἐνήργησε μελέτας, ἀναλαβὼν τὴν διεύθυνσιν τῶν τεχνικῶν ἔργων καὶ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰς δυσκολίας καὶ τὰς δαπάνας συνειδὼς, ἐκφράζεται διὰ τοῦ ἐμφαντικωτέρου τρόπου, ὅτι συζητήσεως μὲν δὲν ἐπιδέχεται τὸ γενόμενον λάθος ὡς πρὸς τὸν ἐκ τῶν προτέρων προσδιορισμὸν τῶν παραγωγικῶν δαπανῶν ἐν ἐπιχειρήσει μεταλλουργικῇ καινοφανεῖ, στηριζομένῃ ἐπὶ πρώτων ὑλῶν ἀδοκιμάστων καὶ πολλὰ ἐπιστημονικὰ προβλήματα παρουσιαζουσῶν· οὐδένα δ’ ἔχει νεώτερον λόγον μεταβάλλοντα τὰς πρώτας πεποιθήσεις του περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς φορολογίας, ὅπερ συμβιβάζεται πρὸς τὴν ὕπαρξιν καὶ εὐδοκίμησιν μιᾶς ἐπιχειρήσεως οὔσης περισσότερον δυσκόλου ἢ ὅσον ἄλλοτε ὑπελόγιζεν. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ πεπειραμένου καὶ σοφοῦ Ansted, ὁ ἐσχάτως ἐπισκεφθεὶς τὰς ἐκβολάδας καὶ μὴ διατελῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἑταιρίας Khuet εἰς τὴν ὁποίαν πρὸς τὴν Συνέλευσιν τῶν μετόχων ὑπέβαλεν ἔκθεσιν ὀνομάζει τὸν φόρον τῶν 50% (διότι εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο νομίζει οὗτος ὁρισθὲν τὸ ποσοστὸν τοῦ δημοσίου) μυθώδη καὶ καταπληκτικόν. Μεθ’ ὅλα ταῦτα ἡ ἐλάττωσις τοῦ ποσοστοῦ εἰς 30 ἢ τὸ πολὺ εἰς 35% ἀποβαίνει οὐχ ἧττον ὅρος ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ πρὸς συντήρησιν καὶ εὐδοκίμησιν τῆς ἐπιχειρήσεως. Οὐδεὶς ὁ ἀρνούμενος, ὅτι αἱ ἐκ τῶν οἰκονομικῶν καταστροφῶν πηγάζουσαι κοινωνικαὶ ἀνωμαλίαι ἐξασκοῦσι μεγίστην ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν πολιτικὴν κατάστασιν καὶ τὴν πρόοδον παντὸς κράτους, μάλιστα δὲ καὶ ἰδιαζόντως εἰς τὰ μικρὰ κράτη, ἅτινα ἔχουσιν ἀνάγκην καὶ ὁμαλῆς πορείας τῶν ὀλίγων ἐσωτερικῶν κεφαλαίων καὶ τῆς συνδρομῆς ξένων τοιούτων. Ὡς ἐκ τούτου εἰς τὰ πεπολιτισμένα ἔθνη τὸ δημόσιον προῆλθεν εἰς θυσίας, πρὸς πρόληψιν ἢ μετρίασιν τοῦ ἐπικειμένου κακοῦ εἰς ἐπιχειρήσεις αἵτινες δὲν διετέλουν εἰς ἄμεσον πρὸς τὸ δημόσιον σχέσιν. Ἂν λοιπὸν αἱ θυσίαι αὗται ἐθεωρήθησαν ἀλλαχοῦ δεδικαιολογημέναι ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς πολιτείας, τίς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφιβάλλῃ ὅτι ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους θέλει καὶ ἐπὶ στιγμὴν δυσκολευθῆ νὰ προέλθῃ οὐχὶ εἰς θυσίαν ἀλλ’ εἰς ἀναγνώρισιν τοῦ δικαίου καὶ εἰς ἐπανόρθωσιν παρεισφρυσάσης πλάνης; Οἱ τὰ τῆς πολιτείας διαχειριζόμενοι προέχουσι τῶν διοικουμένων ἐπὶ μιᾷ κυρίως ἀρετῇ, τῇ τῆς προνοίας, ὀφείλουσιν ἑπομένως νὰ προνοῶσι καὶ νὰ μὴν ἀναμένωσιν ἀδιαφόρως τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ὑποβόσκοντος καὶ καταβιβρώσκοντος τὴν κοινωνίαν οἰκονομικοῦ σάλου. Δέον νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς ἔθνος ἀρτιπαγὲς καὶ πλείστων στερούμενον μόνη ἡ τοῦ συνεταιρισμοῦ δύναμις δύναται νὰ ἐπιτελέσῃ τὰ ἐλλείποντα πρὸς ὑλικὴν καὶ πολιτικὴν προαγωγὴν τῆς χώρας. Ἡ δύναμις αὕτη, ἀναφανεῖσα πρό τινος μετὰ ζωηρᾶς θερμότητος, ἐξησθένισεν ἤδη καὶ δύναται ἐπὶ πολὺ νὰ ἐκλείψῃ χρόνον, ἂν οἱ δυνάμενοι δὲν ἔλθωσιν εἰς ἀρωγὴν καὶ εἰς ἀναζωογόνησιν αὐτῆς. Πρωτίστη ἐκ τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐπιχειρήσεων, ἥτις πολλὰ προσείλκυσε κεφάλαια ἐσωτερικά τε καὶ ἐξωτερικὰ καὶ ἥτις πολλὰ ὑπόσχεται τὰ ὠφελήματα καὶ εἰς τὸ δημόσιον καὶ εἰς τὴν ἑλληνικὴν βιομηχανίαν, εἶναι ἡ τῆς ἑταιρίας τῶν μεταλλουργείων, ἥτις συνετέλεσε καὶ εἰς τὸν σχηματισμὸν πολλῶν ἄλλων μεταλλικῶν ἑταιριῶν καὶ οὐκ ὀλίγον συνεβάλετο εἰς τὴν προσέλκυσιν ξένων κεφαλαίων πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμων κλπ. Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ὑποθέτῃ τις, ὅτι ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία δὲν διαβλέπει τὰ ὀλέθρια γενικὰ ἀποτελέσματα, ὅσα θέλουσι προκύψει ἐκ τοῦ ναυαγίου τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης, εὑρισκομένης εἰς καθαρὰς ἑλληνικὰς χεῖρας καὶ μελλούσης ν’ ἀποπνιγῇ ἐν αὐτοῖς τοῖς σπαργάνοις της, ἕνεκα μὴ καλῶς ἐννοουμένου ζήλου ὑπὲρ τοῦ δημοσίου; Μὴ ἀμφιβάλλοντες οὐδὲ πρὸς στιγμήν, ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων θέλει ἀποδεχθῆ αἴτησιν ὑπαγορευομένην ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τοῦ τε δημοσίου καὶ τῆς ἑταιρίας, παρακαλοῦμεν μόνον νὰ μὴ ἀναβληθῇ ἡ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ταύτης ἀπόφασις, καθόσον καὶ ἡ ἐπὶ μίαν ἡμέραν ἀναβολὴ παρασκευάζει καὶ αὐξάνει τὰ τὴν ματαίωσιν τῆς ἐπιχειρήσεως προκαλοῦντα αἴτια. Δὲν προσερχόμεθα σήμερον ἐνώπιον τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους οὐδὲ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τῶν συμβούλων, οὐδὲ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τῶν μετόχων. Προσερχόμεθα ὡς ἰδιῶται ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὴν ὑλικὴν πρόοδον τοῦ τόπου καὶ καλῶς μελετήσαντες τὰς ἐπικειμένας καταστροφὰς, ἐν περιπτώσει ἀδιαφορίας τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐρειδόμενοι ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ὀρθοφροσύνης τοῦ Κοινοβουλίου, διατελοῦμεν μετ’ ἀπείρου σεβασμοῦ καὶ ὑπολήψεως. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 23 Μαρτίου 1874.»

§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνετε λοιπὸν νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν κυβέρνησιν;

§93ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ βιομηχανικῆς ἐπιχειρήσεως, νομίζω ὅτι ὑπάρχει ὑψηλόν τι συμφέρον, περὶ τοῦ ὁποίου ἐκλήθη νὰ μεριμνήσῃ ἡ κυβέρνησις· ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τούτου, πρόκειται καὶ περὶ συμφέροντος τοῦ δημοσίου ταμείου, τὸ ὁποῖον ἐνέχεται. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ Βουλὴ, ἡ ὁποία, καὶ ἐγὼ πείθομαι, δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ ἐξετάσῃ τὴν οὐσίαν τῆς αἰτήσεως, ὀφείλει νὰ πέμψῃ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν κυβέρνησιν· ἔχει ὅμως καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν νὰ τὴν πληροφορήσῃ περὶ τῶν διαπραχθέντων.

§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς, θέλω παραπέμψει τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν κυβέρνησιν.

§95ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν ἐπερώτησιν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κυρίων Μακρῆ καὶ Δηλιγιάννη. Καὶ καθόσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Δηλιγιάννης, παρατηρῶ ὅτι ἔχει πολὺ δίκαιον. Ἡ δημευτικὴ διάταξις, διότι ὡς τοιαύτην τὴν ἐχαρακτήρισεν, ἐμπεριέχεται εἰς τὸ ἄρθρον 6 τοῦ περυσινοῦ περὶ φυτειῶν νόμου· κατ’ αὐτὸ, οἱ δηλώσαντες φυτείας διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐπλήροναν μέχρι τοῦδε φόρον ἐπικαρπίας, ἀπαλλάσσονται τῆς πληρωμῆς τοῦ δικαιώματος τούτου διὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, χωρὶς οἱ ἐνοικιασταὶ νὰ ἔχωσι δικαίωμα ἀναγωγῆς ἢ ἀπαιτήσεως κατὰ τοῦ δημοσίου. Βεβαίως τὸ δημόσιον εἶναι ἐλεύθερον νὰ διαθέτῃ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ περιουσίαν καὶ δύναται νὰ μεταχειρισθῇ τὸ μέσον τοῦτο χαρίζον τρόπον τινὰ εἰς τοὺς κατόχους ἐθνικῶν φυτειῶν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, ἂν οὗτοι ἀντιποιοῦνται αὐτὰς ὡς ἰδιοκτησίαν. Ἀλλὰ τὸ νὰ χαρίσῃ τὸ δημόσιον ξένα δικαιώματα, ὅπως εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6ου τοῦ περυσινοῦ συμπληρωτικοῦ νόμου, θὰ εἰπῇ ὅτι ἠθέλησε νὰ δημεύσῃ ξένην περιουσίαν. Πολλῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων κτημάτων τὴν ἐπικαρπίαν διαθέτει τὸ δημόσιον κατ’ ἔτος· οἱ κάτοχοι, ἀντιποιούμενοι ὡς ἰδιοκτησίαν των αὐτὰ, δὲν ἀποδίδουσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας εἰς τὸν ἐνοικιαστήν· κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ εἰρημένου 6ου ἄρθρου, λαμβάνουσι τὴν εὐκαιρίαν νὰ δηλώσωσι τὰ κτήματα ταῦτα ὡς ἐθνικοϊδιόκτητα, ἵνα συμμετάσχωσι τῶν ὠφελημάτων τοῦ νόμου περὶ ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν, χωρὶς νὰ ἔχωσι φόβον ὅτι θὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὴν ἀπόδοσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας διὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου εἶναι ἀληθῶς αὐθαίρετος, ἰσοδυναμοῦσα μὲ δήμευσιν ἀλλοτρίας περιουσίας, καὶ δεῖται τροποποιήσεώς τινος, καθόσον ἀφορᾷ τὰ ξένα δικαιώματα τοὐλάχιστον, τὰ τῶν ἐνοικιαστῶν· διότι τὸ δημόσιον δύναται νὰ χαρίσῃ μόνον ὅ,τι ἀνήκει εἰς αὐτό. Θὰ σκεφθῶ λοιπὸν ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης καὶ θὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, τροποποιοῦν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 6ου καθόσον ἀφορᾷ τὰ εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς ἀνήκοντα δικαιώματα.

§96Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον 6ον, ἐγεννήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἡ γνώμη ὅτι δύναται νὰ ᾖναι δημευτικὸν, ἀλλ’ ἐγένετο ῥητῶς ἡ παρατήρησις καὶ ἐσημειώθη εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι οἱ κατέχοντες φυτείας ὡς ἰδιοκτήτους δὲν ὑπεχρεοῦντο νὰ πληρώσωσιν εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς τίποτε, διότι τὸ δημόσιον, ἐνοικιάζον τοὺς ἐθνικοϊδιοκτήτους ἀμπελῶνας εἰς ἐνοικιαστὰς, δὲν ἐνόησε πώποτε νὰ ἐνοικιάζῃ καὶ τὰς ἐπιδίκους, τὰς ὁποίας ὡς ἰδιοκτῆται κατεῖχον ἄλλοι. Καὶ ἀληθῶς ὑπάρχουσι φυτεῖαι, τὰς ὁποίας δὲν ἀναγνωρίζουν οἱ κάτοικοι ὅτι εἶναι ἐθνικαὶ, ἐγερθεισῶν περὶ τούτων καὶ δικῶν ἐκκρεμῶν· ὁ νόμος περὶ δημοπρασίας δὲν ἀναγνωρίζει δικαιώματα ἐνοικιαστῶν ἐπὶ τούτων, καὶ πιστεύω, ὅτι ὁ κίνδυνος τοῦ νὰ δοθῇ εἰς τὴν διάταξιν χαρακτὴρ δημευτικὸς δὲν ὑφίσταται μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου τούτου.

§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§98ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. Μακρῆς περὶ λειβαδίων, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε.

§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν βʹ. συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναπληρώσεως τοῦ προέδρου τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου ὡς μέλους τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἐκδικάσεως τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, κατὰ τὰ καθέκαστα καὶ κατὰ τὸ σύνολον, ὡς ὑπεβλήθη ἐν ἀρχῇ, εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν, παρεπεμφθεισῶν τῶν προταθεισῶν τροπολογιῶν ἐπὶ τῶν ἄρθρων αὐτοῦ εἰς τὴν γʹ. ἀνάγνωσιν.

§100ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἵνα βαδίσωμεν ἀπαρεγκλίτως καὶ ἵνα φθάσωμεν εἰς συμπεράσματα ὀρθὰ καὶ εἰς ἀποφάσεις ἀληθεῖς, ἀνάγκη νὰ γυμνώσωμεν τὸ ζήτημα ἀπὸ τὸ τοπικὸν πνεῦμα, μὲ τὸ ὁποῖον περιεκαλύφθη. Δὲν λέγω τοῦτο, διότι θέλω νὰ θυσιασθῶσι τὰ τοπικὰ συμφέροντα χάριν τῶν γενικωτέρων, ἀλλὰ διότι καὶ τὰ μὲν καὶ τὰ δὲ πρέπει νὰ συνυπάρχωσι καὶ νὰ συμπροοδεύωσιν. Ὅταν ἀποκλειστικῶς ἀποδώσωμεν ὑπεροχὴν εἰς τὸ ἓν τῶν δύω, τὸ ἕτερον θέλει ζημιωθῆ. Ὑπ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα θέλω ἐξετάσει σήμερον τὴν σύμβασιν, ἀφοῦ πρότερον ἐγυμνώσατε τὴν συζήτησιν καὶ ἀπὸ πᾶν πνεῦμα πολιτικόν. Ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα συστηθεῖσα, εἶδεν ἀμέσως ὅτι ἐμειονέκτει, δὲν ἠδύνατο νὰ θέσῃ εἰς χρῆσιν τὴν πίστιν της· ἔπρεπε νὰ ἐργασθῇ διὰ χρημάτων καὶ μόνον, ἐνῷ δύω ἄλλαι Τράπεζαι ἄνευ θυσίας οὐδεμιᾶς, ἄνευ καταβολῆς χρημάτων προσθέτων ἠδύναντο νὰ θέσωσιν εἰς κυκλοφορίαν τὴν πίστιν αὑτῶν καὶ νὰ ὠφεληθῶσιν. Ἀδύνατον ἦτο λοιπὸν νὰ ἀνταγωνισθῇ πρὸς τὰς Τραπέζας αὐτὰς, διότι ἠδύναντο ἐκεῖναι νὰ θέσωσιν εἰς κυκλοφορίαν πολλῶν ἑκατομμυρίων γραμμάτια, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνισότητος ἐφάνη ἀμέσως. Ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα ἠναγκάσθη, ὅπως ὑπάρξῃ, νὰ ἀναβιβάσῃ τὸν τόκον· ἄνευ τούτου ἡ ὕπαρξίς της ἴσως ἐκινδύνευεν· ἀλλ’ ἐκ τούτου τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν ἐπίσης βλάπτονται. Διὰ νὰ συντηρηθῇ καλῶς ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα, ἠναγκάσθη λοιπὸν νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ ἀνωτέρω μέσον, τὸ ὁποῖον καὶ δι’ αὐτὴν δὲν εἶναι σπουδαῖον καὶ διὰ τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, ὡς εἴρηται, ἐπιζήμιον, νὰ αὐξήσῃ δηλαδὴ τὸν τόκον τῆς προεξοφλήσεως ἀπὸ 8 εἰς 10%. Τὸ ἐπιζήμιον τοῦτο, τὸ ἐπιβλαβὲς τοῦτο εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ προσελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς κυβερνήσεως, καὶ ἐντεῦθεν ἐπήγασεν, ὡς νομίζω, ἡ πρώτη σύμβασις, δυνάμει τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν νὰ ἐκδίδῃ γραμμάτια καὶ αὐτὴ ὅπου τοῦτο ὁ νόμος ἐπιτρέπει. Ἡ σύμβασις αὕτη καθιέρου ἀρχὴν, τῆς ὁποίας εἶμαι ὀπαδὸς, καὶ νομίζω ἐπιβλαβὲς νὰ ἀπομακρυνθῇ αὐτῆς ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς πληθύος τῶν Τραπεζῶν, διότι εἶμαι ὑπὲρ τοῦ συναγωνισμοῦ. Ὁ συναγωνισμὸς εἶναι προσπάθεια πρὸς τὴν πρόοδον· ἡ ἔλλειψις τοῦ συναγωνισμοῦ εἶναι νέκρωσις, ὀπισθοδρόμησις· καὶ ὅτι ἔχω δίκαιον καὶ δὲν ἔχουν δίκαιον ὅσοι φρονοῦν τοὐναντίον, ἀπέδειξαν τὰ συμβάντα ἐν τῇ ἰδίᾳ ἡμῶν πατρίδι. Μόλις τρίτη Τράπεζα συνεστάθη, καὶ ὁ συναγωνισμὸς ἔφερε τὴν ἔκπτωσιν τοῦ τόκου τῶν δανείων πρὸς τὴν κυβέρνησιν, ὡς ἐπίσης καὶ τῶν δανείων πρὸς τοὺς πολίτας. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἀμφισβήτησις καὶ ἀντιλογία τις κατὰ τῆς πληθύος τῶν Τραπεζῶν; Ὄχι· διότι δὲν ὑπάρχει οὐδείς, ὅστις νὰ ἀποκρούῃ τὰς πολλὰς ἀντὶ τῆς μιᾶς, οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ ἀπολύτως τοῦτο. Ἀλλὰ τί ἀμφισβητεῖται; ἀμφισβητεῖται τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως γραμματίων ὑπὸ πολλῶν Τραπεζῶν· περὶ τούτου ὑπάρχουν ἀμφιβολίαι, καὶ τοῦτο θέλω ἐξετάσει. Ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ σήμερον νὰ συζητήσωμεν ἐν ἐκτάσει τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλὰ πρέπει νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὀλίγα τινά, ἐπειδὴ ἐφέρθη καὶ συνεζητήθη τοῦτο ἄλλοτε. Λέγουσι, δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκδοσις γραμματίων ὑπὸ πολλῶν Τραπεζῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ γραμμάτια ἐκπληροῦν τὴν λειτουργίαν τοῦ νομίσματος, τὶ βλάπτει ἡ ἔκδοσις αὐτῶν; Μήπως βλάπτει ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν κεφαλαίων; Δὲν εἶναι βάσις τῆς προόδου ἡ αὔξησις τῶν κεφαλαίων; Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐπιβλαβὴς ἡ ἔκδοσις τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ὑπὸ πολλῶν Τραπεζῶν ἡ ἔκδοσις τῶν γραμματίων εἶναι κακή, λέγουσι, διότι ὠθεῖ πρὸς τὰς κρίσεις καὶ τὰς χρεωκοπίας. Ἰδοὺ διατὶ ἀποκρούουσι τὴν ἔκδοσιν γραμματίων ὑπὸ πολλῶν Τραπεζῶν καὶ ζητοῦν τὸ ἑνιαῖον. Εἶναι ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος; Ἀποδεικνύεται ἀληθὴς ἀπὸ τὴν στατιστικήν; οὐχί, ὡς καὶ ἀπὸ τὴν θεωρίαν. Ἐκ τῶν πραγμάτων ἀποδεικνύεται, ὅτι αἰτία τῶν οἰκονομικῶν κρίσεων καὶ τῶν χρεωκοπιῶν δὲν εἶναι ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν Τραπεζῶν. Ἐὰν τοῦτο δὲν ᾖναι ἀληθές, ἐὰν ἦτον ἀληθὴς ἡ ἀντίῤῥησις καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος, ἤθελον γείνει χρεωκοπίαι καὶ κρίσεις ἐν τῇ Ἀμερικῇ μόνον. Τί εἶναι οἰκονομικὴ κρίσις; εἶναι στάσις πίστεως. Ὅπου ὑπάρχει πίστις καὶ ὅσον εἶναι ἀνεπτυγμένη περισσότερον, τόσον περισσότερον ἐπέρχονται αἱ κρίσεις. Οἰκονομικαὶ κρίσεις δὲν ἐπέρχονται ὅπου δὲν ὑπάρχει πίστις. Δὲν ἐπήρχοντο κρίσεις, καθ’ ἃς ἐποχὰς αἱ ἀνταλλαγαὶ ἐγίνοντο διὰ προϊὸν των ἢ νομίσματος, ἐνῷ κατόπιν ἐπῆλθον, ἀφοῦ ἡ πίστις ἀνεπτύχθη. Ἑπομένως παραπονούμεθα διὰ τὰς κρίσεις καὶ θέλομεν ταύτας ὡς κακὸν μέγιστον διὰ παντὸς τρόπου νὰ τὰς ἀποφύγωμεν, ἀλλὰ παραπονούμενοι κατὰ τῶν οἰκονομικῶν κρίσεων, παραπονούμεθα διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς πίστεως, ἐκ τῆς ὁποίας προέρχονται αἱ κρίσεις, παραπονούμεθα δηλαδὴ διὰ τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν μέσων ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων ἡ κυκλοφορία καὶ τὸ ἐμπόριον γίνεται ἄνευ χρημάτων. Συμβαίνει, κύριοι, καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ὅ,τι ἐπαναλαμβάνεται καὶ εἰς τὴν πολιτικήν. Τὰ ἔθνη δὲν πρέπει νὰ ἀφίνωνται ἐλεύθερα, λέγουσι, νὰ αὐτοδιοικῶνται, διότι ἐπέρχονται παρεκτροπαί, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε οἱ δεσπόται πρέπει νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν κηδεμονίαν των ἐπ’ αὐτῶν. Τὸ πνεῦμα τοῦ ἀπολυτισμοῦ μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἐλευθερίας εἰς τὰ οἰκονομικὰ συμβαδίζουσιν. Ὅθεν παραδέχονται μὲν τὸ πολλαπλοῦν τῶν Τραπεζῶν, δὲν παραδέχονται δὲ τὸ νὰ ἐκδίδωσι γραμμάτια πολλαὶ Τράπεζαι. Εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅπου τὸ προνόμιον ὑφίσταται, κρίσεις ἐπίσης ἔλαβον χώραν κατὰ τὸ 1811, τὸ 1819, 1825, 1830, 1831, 1837, 1846 καὶ 57 ἐκ λόγων ἀποκλειστικῶς ἐμπορικῶν, καὶ ἀφῆκαν συνεπείας πολὺ ὀδυνηράς. Καὶ ἡ Γαλλία ἐταλαιπωρήθη ἐξ αὐτῶν. Τοῦτο ἐγένετο καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ κατ’ ἀντιστοιχοῦσας ἐποχάς. Τί παρετηρήθη δέ; Πόθεν προῆλθον αἱ κρίσεις αὗται; Προῆλθον ἀπὸ τὴν συσσώρευσιν τῶν γραμματίων πρὸς ἐξαργύρωσιν, διότι οἱ κατέχοντες τὰ γραμμάτια ἔσπευδον πρὸς τοῦτο, αἱ δὲ Τράπεζαι εὑρεθεῖσαι εἰς ἀδυναμίαν ἠναγκάσθησαν νὰ σταματήσωσιν; Ὄχι, κύριοι· τὸ ἐναντίον συνέβη. Κατὰ τὰς ἐποχάς, καθ’ ἃς ἔλαβε χώραν ἰδίως ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ κρίσις τοῦ 1825 πρὸς τὰ 1826, παρετηρήθη ὅτι ἠλαττώθη τὸ νόμισμα τὸ ὁποῖον ἦτον εἰς τὴν Τράπεζαν ὡς παρακαταθήκη ἢ ὡς ἀνοικτὸς λογαριασμός, ηὔξησαν δὲ μεγάλως αἱ προεξοφλήσεις, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ ἔκδοσις τῶν τραπεζικῶν γραμματίων εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 1826. Ἡ κρίσις ἤρξατο ἀπὸ τοῦ 1825 καὶ ἐτελείωσεν εἰς τὰ 1826. Εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ 1826, ὅτε ἡ κρίσις ἦτον εἰς τὴν ἀκμήν της, παρετηρήθη ὅτι τὸ νόμισμα, τὸ εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀγγλίας, παραβαλλόμενον πρὸς τὰ γραμμάτια, ἦτο δυσανάλογον· ἐκεῖνο μὲν, ἀναβαῖνον κατ’ ἀρχὰς εἰς 10 ἑκατομμύρια λίρας, ἠλαττώθη εἰς 4 ἑκατομμύρια, ἐνῷ ἡ κυκλοφορία τῶν γραμματίων ἀνεβιβάσθη ἀπὸ 20 εἰς 24 ἑκατομμύρια λίρας. Ἀποδεικνύει τοῦτο, ὅτι λόγῳ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἐγένετο ἡ κρίσις; Βεβαίως ὄχι, κύριοι. Ἀπεναντίας, εἷς λόγος τῶν κρίσεων τούτων εἶναι τὸ προνόμιον. Τὸ προνόμιον ἀπαγορεύει τὸν συναγωνισμόν, ἑπομένως τῶν Τραπεζῶν τὸν πολλαπλασιασμόν, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ συναγωνισθῇ τὸ κεφάλαιον τὸ πραγματικὸν πρὸς τὴν πίστιν, τὴν ἀναπτυσσομένην ἐπ’ ἄπειρον καὶ ἀνεξόδως. Τὰ κεφάλαια, τὰ χρήματα, μὴ δυνάμενα νὰ διατεθῶσιν εἰς μετοχὰς, διατίθενται εἰς ἀνοικτοὺς λογαριασμοὺς κτλ. Ἐν τούτοις τὰ κεφάλαια αὐξάνουν, διὰ δὲ τῆς ἀναπτύξεως τῆς πίστεως πολλαπλασιάζονται, διότι πᾶσα ἔκδοσις γραμματίων αὐξάνει τὸ κεφάλαιον. Ἡ κατάστασις αὕτη ἐξακολουθεῖ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον· τὰ κεφάλαια συσσωρεύονται καὶ δὲν ἔχουσι ποῦ νὰ διατεθῶσιν, ἢ καὶ διατιθέμενα, ἀρκοῦσαν ἀπολαυήν. Τότε παρουσιάζονται ἐπιχειρήσεις νέαι, μὴ ἀσφαλεῖς, ὅπως εἰς τὴν Ἀγγλίαν συνέβη, καὶ εἰς ἡμᾶς πρὸ ὀλίγου ἐπὶ τῶν ἑταιριῶν τῶν μεταλλείων. Κεφάλαια σπουδαῖα τότε σπεύδουσι πρὸς τοῦτο· ἀφαιρεῖται οὕτω ἀπὸ τὰς Τραπέζας ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὸ χρηματικόν. Ἐνῷ δὲ ἐλαττοῦται τοῦτο, πολλαπλασιάζονται αἱ προεξοφλήσεις, διότι αἱ ἀνάγκαι αὐξάνουν καὶ σπεύδουσι πρὸς ἱκανοποίησιν· αἱ προεξοφλήσεις δὲ ἐλαττόνουν τὸ χρηματικὸν, καθόσον ἡ ἔκδοσις νέων γραμματίων μεταβάλλει τὰς ἀναλογίας. Ἡ ἀνωμαλία αὕτη ἀναγκάζει τὰς Τραπέζας νὰ ἐμποδίζωσι πολλάκις τὴν ἐπὶ πλέον ἐλάττωσιν τοῦ μεταλλικοῦ, ἀρνοῦνται τὰς προεξοφλήσεις, καὶ ἐκ τούτου προέρχονται αἱ κρίσεις καὶ αἱ χρεωκοπίαι. Κατὰ τοῦ κινδύνου τούτου ὁ Πὴλ ἀντέταξεν ὅριον, πέραν τοῦ ὁποίου δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις γραμματίων. Δὲν ἀπηγόρευσε τὴν ἔκδοσιν· εἶπε μόνον, ὅταν τὰ γραμμάτια φθάσουν μέχρι τοσούτων ἑκατομμυρίων, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις νέων ἄνευ καταβολῆς ἴσης ἀξίας μεταλλικοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ γνωστὸς Νόμος τοῦ Πήλ. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἐπίσης ἔχει καὶ ἡ ὕψωσις τοῦ τόκου τῶν προεξοφλήσεων· ὅταν Τράπεζά τις ὑψόνῃ τὴν προεξόφλησιν, τὴν ὑψόνει διὰ νὰ διατηρήσῃ τὸ μεταλλικὸν, τὸ ὁποῖον σπεύδει νὰ ἀποσυρθῇ. Καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν λοιπὸν, κύριοι, καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅπου κυρίως τὰ προνόμια ὑπάρχουν, ἔχομεν κρίσεις προελθούσας, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ οἰκονομικοὺς λόγους ἢ ἀπὸ ἐμπορικοὺς, καὶ τὰς κρίσεις αὐτὰς δὲν ἠδυνήθη νὰ τὰς ἀποφύγῃ τὸ προνόμιον. Ἐπαναλαμβάνω, παρετηρήθη ὅτι τὰ γραμμάτια δὲν ἔσπευσαν πρὸς ἐξαργύρωσιν κατὰ τὴν στιγμὴν τῶν οἰκονομικῶν κρίσεων· ἑπομένως τὰ γραμμάτια δὲν εἶναι ἡ κυρία αἰτία τῆς κρίσεως. Τὸ αὐτὸ παρετηρήθη καὶ ὡς πρὸς τὰς κρίσεις τὰς λαβούσας χώραν καὶ ἐν Ἀμερικῇ. Τί δ’ ἐγένετο καὶ γίνεται καὶ σήμερον εἰς τὴν Ἀμερικήν; ἐκεῖ ἐπιτρέπεται οἱ καταβάλλοντες μέταλλον πεντήκοντα χιλιάδων δολλαρίων εἰς πληθυσμὸν 10,000 νὰ συνιστῶσι Τράπεζαν. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν ὑπάρχουν 1600 Τράπεζαι σήμερον. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν περιώρισαν τὸν ἀριθμὸν τῶν Τραπεζῶν τῶν ἐκδιδουσῶν γραμμάτια; Οὐχί. Ὑπῆρχεν ἐκεῖ ἀρχικῶς μία ἐθνικὴ Τράπεζα, ἀλλ’ αὕτη κατηργήθη καὶ ἀντικατεστάθη ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ μεγίστου ἀριθμοῦ. Τί ἐγένετο καὶ ἐκεῖ; ὅμοιόν τι πρὸς τὸ ὑπὸ τοῦ Πὴλ παραδεχθὲν μέτρον. Ζητοῦσι γενικῶς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ δώσῃ πᾶσα Τράπεζα, ἥτις θέλει νὰ ἐκδίδῃ γραμμάτια. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν ὑπάρχουσι δύω συστήματα· κατὰ τὸ ἓν, ἀπαιτεῖται ἰδιαίτερος νόμος, κατὰ τὸ δὲ, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ εἴς τινας Πολιτείας, ὑπάρχει εἷς νόμος γενικός. Κατ’ αὐτὸν, ἐπιτρέπεται ἕκαστος νὰ συστήσῃ Τράπεζαν, ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ πεντήκοντα ἢ ἑκατὸν χιλιάδας δολλαρίων, ὡς εἴρηται, καὶ κατοίκους μέχρι δέκα χιλιάδων. Ἀλλ’ ὀφείλει ἓν μέρος τῶν κεφαλαίων τῆς Τραπέζης αὐτῆς, τὸ τρίτον, νὰ παρακαταθέσῃ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δὲ κυβέρνησις ἀντὶ τούτου δίδει εἰς τὴν Τράπεζαν αὐτὴν γραμμάτια ἰδικά της, ἓν ἔννατον ὀλιγωτέρας ἀξίας, διὰ νὰ ᾖναι ἐξησφαλισμένη, καὶ τοιουτοτρόπως ὅλαι αὐταὶ αἱ Τράπεζαι ἔχουν δικαίωμα νὰ κυκλοφοροῦν γραμμάτια· μέχρι 300,000,000 δολλαρίων δὲ ἀνέρχεται τὸ ὅλον ποσὸν αὐτῶν. Δὲν δίδεται προνόμιον εἰς οὐδεμίαν· ζητεῖται μόνον τῶν ὅρων τούτων ἡ ἐκπλήρωσις. Κακῶς λοιπὸν σᾶς εἶπον ἄλλοτε, ὅτι περιώρισαν ἐκεῖ τὴν ἔκδοσιν γραμματίων εἰς προνομιούχους Τραπέζας. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν δὲν νομίζουν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ συναγωνισμὸς εἰμὴ ἐν τῇ ἰσότητι καὶ ἐλευθερίᾳ. Ὅταν, κύριοι, σᾶς ὁμιλῶσι περὶ τῶν Ἀγγλικῶν Τραπεζῶν καὶ ἰδίως περὶ τῶν Τραπεζῶν τῆς Σκωτίας, πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν ἡμῶν καὶ τὴν τῶν κοινωνιῶν ἐκείνων. Ἐν Σκωτίᾳ αἱ Τράπεζαι, αἱ ὁποῖαι ἀποκατέστησαν εὐτυχῆ τὸν τόπον τοῦτον, ὑπόκεινται μόνον εἴς τινας ἐγγυήσεις ἀπὸ τὸν παρελθόντα αἰῶνα· διότι ἡ πρώτη Τράπεζα συνεστήθη τὸ 1690, αἱ δὲ ἕτεραι δύω, τὸ 1727 καὶ τὸ 1747. Αὐταί εἰσιν αἱ πρῶται ἐν Σκωτίᾳ συσταθεῖσαι Τράπεζαι, ἡ δὲ ἐγγύησις, ἥτις ζητεῖται, ἀφορᾷ εἰς τὸ ὑπεύθυνον τῶν μετόχων ὄχι μόνον δι’ ὅσον κατέβαλον, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅλης τῆς περιουσίας των· εἶναι ὑπόχρεοι οἱ μέτοχοι μεθ’ ὅλης τῆς περιουσίας των νὰ ἀποζημιώσωσι πᾶσαν ζημίαν.

§101ΤΙΝΕΣ. Σπουδαῖον εἶναι αὐτό.

§102ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐζητήθη λοιπὸν καὶ εἰς τὴν Σκωτίαν ἐγγύησις καὶ οὐδὲν πλέον· οἱ δυνάμενοι νὰ δώσωσιν ἐγγυήσεις τοιαύτας, δύνανται νὰ συστήσωσι Τράπεζαν. Καὶ ἐπειδὴ αἱ Τράπεζαι ἐκεῖναι δίδουν ἐγγυήσεις ἀσφαλεῖς, καὶ διὰ τὴν φρόνησιν τῶν διευθυνόντων αὐτὰς, δὲν ἐκλονίσθησάν ποτε, ἐπανηλειμμένας δ’ ἔδωκαν ὠφελείας. Οὕτω ἐγένοντο τὸ γενικὸν ταμεῖον τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν. Αἱ Τράπεζαι ἐν Σκωτίᾳ ἀποτελοῦσι τὴν ἀποθήκην τῆς χρηματικῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν, ἑπομένως θέτουσιν εἰς κυκλοφορίαν τὰ ἐν τῇ κοινωνίᾳ κεφάλαια· οὕτω δὲ συνετέλεσαν ὥστε τὸ κοινωνικὸν κεφάλαιον νὰ μὴ μένῃ ἀργὸν, νὰ μὴ κρύπτεται. Αἱ δὲ Τράπεζαι οὕτω ὠφελοῦνται καὶ αὐταὶ καὶ ἡ κοινωνία. Διὰ τῆς φρονίμου διευθύνσεως καὶ τῶν ἐγγυήσεων, ἃς χορηγοῦσι, κατώρθωσαν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ διαχειρίζωνται τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν, νὰ ἐνεργῶσι τὴν κυκλοφορίαν ἄνευ ἀνάγκης μεγάλης γραμματίων, δι’ ἁπλῆς μόνον μεταβολῆς τῶν λογαριασμῶν. Ἡ Σκωτία, ἔνθα ἐπίσης τὸ ἐμπόριον εἶναι μέγα, καὶ ἔχει πληθυσμὸν κατὰ ἓξ ὀλιγώτερον τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἀγγλίας, ἐνεργεῖ τὴν κυκλοφορίαν δι’ 20 ἑκατομμυρίων λιρῶν. Τοιαῦτά εἰσι τὰ κατορθώματα τῆς ἀναπτύξεως τῆς πίστεως. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὅπου ἡ πίστις δὲν ἀνεπτύχθη ὅπως εἰς τὴν Σκωτίαν, καὶ ὁ πληθυσμὸς εἶναι ἑξαπλάσιος, τὸ δὲ ἐμπόριον οὐχὶ πλέον ἀνεπτυγμένον, ἡ ἀναλογία τῆς κυκλοφορίας δὲν εἶναι ἑξαπλασία μόνον, εἶναι πολὺ μείζων, καὶ ἐνῷ εἰς τὴν Σκωτίαν σήμερον ἔχει ἀνάγκην ἡ κυκλοφορία ὀγδοήκοντα ἑκατομμυρίων σεληνίων, εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἔχει ἀνάγκην πλέον τοῦ δισεκατομμυρίου καὶ πολλῶν γραμματίων. Ἡ ἀνάπτυξις, ἣν λαμβάνει ἡ πίστις, εὐελπίζει, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῶν γραμματίων, θεωρουμένη ὡς δευτερεύουσα, θὰ ἐκλείψῃ, καὶ ὅτι τὰ γραμμάτια δὲν θέλουν εἶναι ἀναπόφευκτα, ἀφοῦ διὰ τῆς μεταβολῆς εἰς τὰς ἐγγραφὰς κτλ. γίνεται ἡ κυκλοφορία. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν τὴν στιγμὴν ταύτην εἶναι εἰς ἐνέργειαν περὶ τὰς 60 Τραπέζας, ἐχούσας τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδουν τραπεζικὰ γραμμάτια.

§103ΤΙΝΕΣ. Μία, μία. Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος Ν. Τσώκρης.

§104ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὐχί, κύριε Κεχαγιᾶ. Εἰς τὴν Ἰταλίαν, κύριοι, κατ’ αὐτὰς εἶχε λάβει χώραν συζήτησις περὶ κανονισμοῦ τῶν γραμματίων· ὑπῆρχον ἐν χρήσει γραμμάτια ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ γραμμάτια τραπεζικὰ κατ’ ἐπαρχίας· ἐγένετο λοιπὸν συζήτησις, καὶ τὸ ἐπικρατῆσαν πνεῦμα ἐν τῇ Βουλῇ, τὸ ὁποῖον ἀντεπροσώπευεν ὁ Μιγκέτης, εἶναι ὅτι εἰς τὴν Ἰταλίαν δὲν πρέπει ν’ ἀποκλίνωσι πρὸς τὰ ἄκρα· ἄκρα κατ’ ἐμέ, εἶπεν, εἶναι ἀφ’ ἑνὸς ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ ἑνιαῖον· ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ δὲν ὑπάρχει τὸ ἑνιαῖον, οὔτε εἰς τὸ ἑνιαῖον ἡ ἐλευθερία· τὸν μέσον ὅρον πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν, ὅπως καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν, καὶ αὐτὸν παρεδέχθη ἡ Βουλὴ διὰ πλειονοψηφίας καταπληκτικῆς. Εἰς τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα πρὸ πολλοῦ ὑπάρχουν πιστωτικὰ καταστήματα, καὶ ὅπου ἐδοκιμάσθη ἡ ἀξία τῆς πίστεως, καθιέρωσαν τὸ δικαίωμα τοῦ πολλαπλοῦ τῶν Τραπεζῶν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐκδόσεως γραμματίων. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς φέρω περισσότερα παραδείγματα ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀκαίρως συζητεῖται σήμερον. Παύω διὰ τοῦτο καὶ ἐπιλαμβάνομαι τῆς ἐξετάσεως τῶν ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεων. Ἐννοεῖται ὅτι μεθ’ ὅσα σᾶς ἐξήγησα, καὶ κατὰ τὴν πεποίθησίν μου παραδεχόμενος τὴν πρώτην σύμβασιν, τὴν ὁποίαν παρουσίασε τὸ πεσὸν ὑπουργεῖον, τὴν προτιμῶ ἀπέναντι ἄλλης συμβάσεως οἵας δήποτε μετὰ προνομίου, ἤθελον δ’ ἀδιστάκτως ψηφίσει ὑπὲρ τῆς πρώτης, ἥτις περιέχει τὰς ἀρχάς μου, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ χωρισθῇ τῶν ἄλλων.

§105ΤΙΝΕΣ. Τῆς 2 Νοεμβρίου;

§106ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ναὶ.

§107ΖΩΧΙΟΣ. Ἀλλὰ εἶναι μία αἱ τρεῖς· παρουσιάσθησαν ὡς ἓν ὅλον.

§108ΤΙΝΕΣ. Δὲν χωρίζονται αἱ συμβάσεις.

§109ΕΤΕΡΟΙ. Χωρίζονται.

§110ΖΩΧΙΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν;

§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.

§112ΖΩΧΙΟΣ. «Καὶ τὰς τρεῖς δὲ τὰς εἰσάγομεν ὡσεὶ μίαν σύμβασιν.»

§113ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. «Ἐὰν ὅμως..........»

§114ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ κυβερνήσεις χρεωστοῦν φυσικῷ τῷ λόγῳ νὰ εἰσάγουν τὰς συμβάσεις ὅπως τὰς συνομολογοῦν, ἑπομένως τινὰ συμφέροντα ὑπηγόρευσαν νὰ εἰσαχθοῦν αἱ τρεῖς συμβάσεις ὡς μία. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ δὲν τὰς δεχθῇ, ἐπέρχεται τὸ ζήτημα, ἐξοφλοῦνται αἱ ὑποχρεώσεις αἱ προγενέστεραι; Ὑπάρχει λοιπὸν ἓν ἄρθρον 5ον, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς. «Ἡ Γενικὴ Πιστωτικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος συναινεῖ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν ἄρθρων 15 καὶ 16 τῆς ἀπὸ 2 Νοεμβρίου 1872 συμβάσεως, μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς νομοθετικῆς κυρώσεως τῆς παρούσης. Ταύτης ἀποῤῥιφθείσης, διατηρεῖ ὅλον τὸ κῦρος αὐτῆς ἡ εἰρημένη σύμβασις.»

§115ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε Δεληγεώργη..... (θόρυβος)

§116ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριε Ζωχιέ. Παρεκάλεσα τὸν κ. Ζωχιὸν νὰ ἡσυχάσῃ, διότι ἡ ἀντίῤῥησις, τὴν ὁποίαν θὰ προτείνῃ, δὲν μοὶ χρησιμεύει· ἑπομένως δὲν θὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν ὅλως διόλου. Δυνάμεθα ὅμως νὰ ψηφίσωμεν τὰς συμβάσεις αὐτὰς χωριστά;

§117ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα· ὅταν ἀποῤῥίψητε τὰς τρεῖς, δύνασθε νὰ ψηφίσητε τὴν πρώτην.

§118ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ τοῦτο. Τὸ παράπονόν μου εἶναι ἄλλο, κύριοι. Ἔχω ἓν παράπονον καὶ κατὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς, τῆς πρώτης· τὸ παράπονον εἶναι, ὅτι παρεχωρήσαμεν ἓν δικαίωμα μέγιστον ἀντὶ ἀνταλλάγματος πολὺ μικροῦ. Τὸ ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον λαμβάνομεν, εἶναι ἡ ἐλάττωσις καθ’ ἓν τοῖς ἑκατὸν τοῦ τόκου· μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ἰσάξιον τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον παραχωροῦμεν· καὶ δὲν εἶναι ἰσάξιον ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν μέτρα λαμβάνονται ὑπὲρ τοῦ ἐμπορίου, ἐνῷ ἡ γεωργία δεινῶς πάσχει, καὶ ἐν τούτοις οὐδὲν ἐπράχθη ὑπὲρ αὐτῆς. Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι εἰς τὰς παραχωρήσεις τῶν δικαιωμάτων τούτων πρέπει νὰ ἀπαιτῶμεν ὡς ἀντάλλαγμα ὄχι τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου κατὰ 1%, ἀλλ’ ἓν μέρος τοῦ κεφαλαίου νὰ δανείζηται πρὸς τοὺς γεωργούς· ἄνευ τούτου ἂς μὴ παραχωρῶμεν τὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας τὰ γραμμάτια ἀποφέρουν εἰς τὰς Τραπέζας, καὶ τὰς ἀποφέρουν, διότι ἡμεῖς παραχωροῦμεν εἰς αὐτὰς τὸ δικαίωμα νὰ κάμνουν χρῆσιν τῆς πίστεως ἄνευ καταθέσεως κεφαλαίων περισσοτέρων. Ἂς χρησιμεύσωσι λοιπὸν μᾶλλον πρὸς ἀνακούφισιν τῆς γεωργίας. Μόνον τοιουτοτρόπως δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ ἔλθωμεν εἰς ἐπικουρίαν τῆς γεωργίας. Καὶ δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι αἱ ἐμπορικαὶ Τράπεζαι χρησιμεύουν ἐμμέσως ὑπὲρ τῆς γεωργίας, ἀλλ’ ἡ ἔμμεσος αὕτη βοήθεια εἶναι μικρὰ, εἶναι εὐτελὴς, καὶ οὐδὲν σπουδαῖον δύναται νὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα. Παραπονοῦμαι λοιπὸν διὰ τοῦτο, διότι ἡ θυσία, τὴν ὁποίαν κάμνωμεν, δὲν μᾶς φέρει ἄξιον ἀντάλλαγμα· θέλω κάμει, κύριοι, καὶ μίαν ἑτέραν ἔτι παρατήρησιν. Συμβαλλόμενοι μὲ Τραπέζας, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας, δὲν φροντίζομεν εἰμὴ μόνον ὑπὲρ τοῦ ταμείου, καὶ τοῦτο ἕως τώρα ἔβλαψε καὶ θέλει βλάψει. Δὲν δύναμαι νὰ ἰσχυρισθῶ ἤδη, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ σύστημα τοῦτο ἀμέσως ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τείνετε εἰς τὴν ἐγκατάλειψίν του. Ὁ κ. Δεληγεώργης λοιπὸν ἀπορῶ διατί ἐγκατέλιπε τὸ σύστημα τῆς ἐλευθερίας, τὴν ἀρχὴν αὐτὴν τὴν καλὴν, καὶ ἐῤῥίφθη πρὸς τὸ προνόμιον. Τί ἐκερδήσατε ἀπὸ τὴν μεταβολὴν αὐτὴν τῆς συμβάσεως, ἠρώτησεν ὁ κ. Ζωχιός; Τί ἐκερδήσατε; ἐρωτῶ καὶ ἐγώ. Ὄχι μόνον δὲν ἐκερδήσατε, ἀλλ’ ἐζημιώθητε, νομίζω, καὶ ἰδοὺ τίνι τρόπῳ. Ἡ νέα σύμβασις οὐδεμίαν ἐπέφερε μεταβολὴν, διότι τὸν τόκον εἴχομεν ἤδη ἐλαττώσει. Διὰ τῆς πρώτης συμβάσεως ὑποχρεοῦται ἡ Τράπεζα νὰ δανείζῃ πρὸς 7%. Μίαν καὶ μόνην μεταβολὴν ἐπέφερε· προσέθεσεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν πρὸς τὴν κυβέρνησιν δανείων, νομίζω.

§119ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περιώρισε.

§120ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τόσῳ χειρότερον.

§121ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ περιώρισεν ἡ δευτέρα σύμβασις...;

§122ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ οἱ δύω ἔχετε δίκαιον, διότι ἡ Πιστωτικὴ τὸ περιώρισεν, ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ ἐπλήρωσε πολὺ περισσότερα.

§123ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ὅμως ὁ κ. Δεληγεώργης ἀπεμακρύνετο ἀπὸ τὸ σύστημα τῆς ἐλευθερίας καὶ ἐῤῥίπτετο πρὸς τὸ σύστημα τῶν προνομίων, εἶχε δίκαιον τότε ὁ Ἑπτανήσιος βουλευτὴς λέγων· «ἐπειδὴ μεταξὺ προνομίων ἀναγκάζομαι νὰ ἐκλέξω, ἐκλέγω τὸ προνόμιον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον περισσότερον ὠφελεῖ τὸν τόπον·» βεβαίως ἡ Τράπεζα ἐκείνη, ἡ ὁποία οὐ μόνον εἰς τὸ ἐμπόριον, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς γεωργοὺς δανείζει......

§124ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὐδέποτε.

§125ΡΩΜΑΙΟΣ. Τώρα πρόκειται.

§126ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν λοιπὸν τὸ σύστημα τῆς ἐλευθερίας ἐγκαταλείπεται, εἰσερχόμεθα εἰς τὸ σύστημα τοῦ προνομίου, καὶ δικαιῶ τοὺς Ἑπτανησίους νὰ ἐπιμένωσιν εἰς τὴν πρότασιν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑπτανήσου, διότι ἡ πρότασις ἐκείνη, ἐὰν πραγματοποιηθῇ, εἶναι συγκριτικῶς πρότασις καλλιτέρα διὰ τοὺς Ἑπτανησίους. Τί ἄλλο κακὸν ὅμως ἔχει αὐτὴ ἡ μετάβασις καθ’ ἑαυτήν; Κύριοι, ὁ συναγωνισμὸς εἶναι καλὸς, εἶναι ὠφέλιμος, ἀλλ’ ὅταν γίνεται εἰς εὐρὺ πεδίον, ὅταν ἀφίνεται στάδιον ἀνοικτόν· ἀλλ’ ὑμεῖς ἐκλείσατε δύω Τραπέζας ἐντὸς μιᾶς νήσου, ἐντὸς 7 νήσων μικρῶν καὶ εἴπετε «συναγωνισθῆτε». Ἠξεύρετε τί θὰ συμβῇ; ἡ μία θέλει καταστρέψει τὴν ἄλλην. Δὲν ὑπάρχει στάδιον εὐρύχωρον, ὥστε ὁ διαγωνισμὸς νὰ ὠφελήσῃ καὶ νὰ ζήσουν ἀμφότεραι. Ἐπετράπη μὲν ὁ συναγωνισμὸς μεταξὺ 2 Τραπεζῶν, περιωρίσθησαν ὅμως ἐντὸς στενοῦ κύκλου, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἡ μία θὰ ἐξέλθῃ νικητὴς διὰ τῆς καταστροφῆς τῆς ἄλλης, ὡς προεῖπον. Ἰδοὺ, κύριοι, τὸ δεύτερον ἄτοπον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ μετάβασις αὐτὴ, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον λυποῦμαι ὅτι ἐγένετο. Ἀλλ’ ὁ κ. Δεληγεώργης εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἄλλα συμφέροντα· ὁ κ. Δεληγεώργης ὅταν ἐγκατέλειψε τὴν πρώτην σύμβασιν καὶ μετέβη εἰς τὰς ἄλλας, δὲν εἶχε πλέον ὑπ’ ὄψιν τραπεζικὰς ἐργασίας, ἀλλὰ μόνον ταμιακάς. Διὰ τῶν συμβάσεων ὁ κ. Δεληγεώργης δὲν ἐφρόντιζε πλέον νὰ κανονίσῃ τὸ τραπεζικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤδη ἐκανονίσθη· εἶχε σκοπὸν νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ζήτημα τοῦ ταμείου. Νομίζετε, ὅτι διὰ τοῦτο κατηγορῶ τὸν κ. Δεληγεώργην; Παντελῶς. Ἡ κυβέρνησις ἐχρεώστει βεβαίως, φροντίζουσα διὰ τὸ ἓν, νὰ φροντίσῃ καὶ διὰ τὸ ἕτερον· ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι αἱ δύω δεύτεραι συμβάσεις δὲν ἦσαν πλέον συμβάσεις σκοπὸν ἔχουσαι τραπεζικὰ ἀντικείμενα, ἀλλὰ τὴν τακτοποίησιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ ταμείου. Ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς, καὶ εἶναι ἀληθὲς, ἐὰν αἱ δεύτεραι συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνήρεσαν τὰς πρώτας, δὲν ἦσαν εἰμὴ συμβάσεις τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ σκοπὸν εἶχον νὰ ὑπηρετήσουν αὐτὸ, τότε δὲν ἐννοῶ τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. βουλευτὴς Πατρῶν ἀπέτεινεν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τὸν Οἰκονομικῶν, ὅτε ἦλθε καὶ σᾶς εἶπεν, «ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον κανονίζετε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὸ ταμεῖον διὰ τῶν συμβάσεων, δὲν εἶναι καλός· διὰ τοῦτο ζητῶ τὴν ἀπόῤῥιψίν των. Θέλω τὰ κανονίσει ἐγὼ ἄλλως.» Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν τὸ παράπονον καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἦτον ὀρθὸν, διότι ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δικαιοῦται, τὸ ἐπαναλαμβάνω, προκειμένου περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν χρεῶν τοῦ ταμείου καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ φέρῃ τὴν γνώμην του καθαρῶς καὶ ἐλευθέρως. Ἐνταῦθα ἐπαναλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Ζαΐμης. Ἐπεθύμουν καὶ ἐπιθυμῶ νὰ σκεφθῶμεν ἅπαξ διὰ παντὸς καὶ ν’ ἀκολουθήσωμεν ὁριστικῶς καὶ θετικῶς δρόμον ἀντίθετον τοῦ ἐπαναλαμβανομένου διὰ τῶν συμβάσεων. Τὸ καλύπτειν τὰ ἐλλείμματα διὰ δανείων θέλει μᾶς φέρει ἀφεύκτως πρὸς τὴν χρεωκοπίαν, καὶ διὰ δανείων ἐξακολουθοῦμεν νὰ καλύπτωμεν τὰ ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ μας ἀπὸ τὸ 1861 μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης.

§127ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπὸ τὰ 1862.

§128ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὰ 1861 ἔγεινε τὸ πρῶτον δάνειον 3,000,000. Ἔκτοτε ὁ προϋπολογισμός μας κλείεται μὲ ἔλλειμμα. Προσεπαθήσαμεν εἰς δύω ἐποχὰς νὰ φέρωμεν ἰσοζύγιον, διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρων κατὰ τὸ 1867 καὶ διὰ τῆς τακτοποιήσεως τῆς ὑπηρεσίας κατὰ τὸ 1871, καὶ ἐπετύχομεν. Δὲν θέλω ὅμως νὰ ἐπιμείνω, διότι δὲν σκοπεύω ἤδη νὰ κάμω τὸν ἔλεγχον οὐδεμιᾶς διαχειρίσεως· δέχομαι μάλιστα, διὰ νὰ ἀποδείξω τὸν ἰσχυρισμόν μου, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν συνέστη τὸ Ἑλληνικὸν βασίλειον, ὁ προϋπολογισμὸς κλείεται πάντοτε μὲ ἔλλειμμα καὶ ἡ ἐξακολούθησις αὐτοῦ τοῦ ἐλλείμματος καλυπτομένου διὰ δανείων, θὰ μᾶς φέρῃ εἰς ἄφευκτον χρεωκοπίαν.

§129ΤΙΝΕΣ. Ὀρθά.

§130ΕΤΕΡΟΣ. Εἶναι κρίσις.

§131ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀφῆκε περίσσευμα ποτὲ, ἐὰν ὑπολογίσητε ὅτι δὲν ἐπληρώνομεν πρὸς τὰς Δυνάμεις τὰ ὀφειλόμενα. Καὶ δυστυχῶς, κύριοι, ἐφθάσαμεν εἰς σημεῖον, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν τὴν σωτηρίαν μας ἀπὸ οἰκονομίας. Ὁ προϋπολογισμός μας εἶναι ἐπιδεκτικὸς οἰκονομιῶν οὐχὶ μεγάλων, ἀλλὰ γλίσχρων καὶ ἀνικάνων νὰ φέρουν διαρκῆ, ἐντελῆ ἰσοῤῥοπίαν· καὶ εἴμεθα ἐστερημένοι πολλῶν ἀπαραιτήτων, δὲν ἔχομεν οὔτε πλοῖα, οὔτε στρατόν, οὔτε ἐφόδια, οὔτε οὐδὲν τῶν ὅσων ἑκάστη πολιτεία ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην, καὶ ἂν ποτε εὑρεθῶμεν εἰς περιστάσεις δυσκόλους, τότε θὰ ἐννοήσωμεν τὴν κακὴν κατάστασίν μας. Τὴν τοιαύτην κατάστασίν μας δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνορθώσωμεν δι’ οἰκονομιῶν, πρέπει ἄλλην ὁδὸν νὰ λάβωμεν καὶ πρὸς ἄλλο μέρος νὰ στραφῶμεν, δηλαδὴ νὰ ἀναπτύξωμεν τὸν κοινωνικὸν πλοῦτον, νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἀνάπτυξιν τῶν πόρων καὶ τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ ἔθνους, τῆς γεωργίας του, τῆς βιομηχανίας του καὶ τῶν λοιπῶν. Οὕτω μόνον δυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας. Σημειώσατε, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δυστυχῶς ἡ πρόοδος τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἠκολούθησε τὴν πρόοδον τῶν ἐξόδων, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων ἐὰν ἀνεβιβάσθη τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς 39,000,000, δὲν ἀνεβιβάσθη διότι τὰ ἔσοδά μας ηὔξησαν τόσον, ἀλλὰ διότι προσεθέσαμεν 10,000,000 φόρων. Ἡ πρόοδος λοιπὸν τῶν εἰσοδημάτων δὲν ἀκολουθεῖ τὴν πρόοδον τῶν ἐξόδων, καὶ πρέπει πολὺ νὰ προσέχωμεν, ὅταν σκεπτώμεθα περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων. Ἰδοὺ διατὶ παραπονοῦμαι κατὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐξακολουθοῦμεν, καὶ τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν. Πρέπει, κύριοι, τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα λαμβάνομεν ἀπὸ τὰς Τραπέζας δι’ ἀνάγκας τοῦ δημοσίου, νὰ τὰ ἀφήσωμεν εἰς τὸν λαόν· πρέπει τὰ χρήματα, νὰ τὰ ἐπιστρέψωμεν πρὸς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην τούτων, ἡμεῖς δὲ νὰ οἰκονομήσωμεν ἄλλως πως τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου. Εἶμαι διὰ τοῦτο μᾶλλον ὑπὲρ δανείου, τὸ ὁποῖον ἔχει σκοπὸν νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὰς τραπέζας ὅ,τι ὀφείλομεν, διότι ἡ ζημία εἶναι μεγίστη, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν, ὅπως ἀφῃρέσαμεν, 15,000,000 περίπου καὶ τὰ ἐδώκαμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἔχω λοιπὸν, κύριοι, ταῦτα τὰ παράπονα κατὰ τῆς συμβάσεως· μολοντοῦτο δὲν ἤθελον δυσκολευθῆ νὰ ψηφίσω τὴν σύμβασιν αὐτὴν, ἐὰν αἱ τελευταῖαι προτάσεις δὲν μὲ ἐμπόδιζον. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν συμβάσεων ἐπῆλθον προτάσεις ἐκ μέρους τῶν Τραπεζῶν, καὶ δὲν πρόκειται περὶ Τραπεζῶν ξένων, μὲ συγχωρεῖ ὁ κ. βουλευτὴς Πατρῶν, νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν αὐτὴν, δὲν ἀναγνωρίζω ὑπογραφὴν Τραπέζης ὡς ξένης. Ἅμα ἐγκατασταθῇ Τράπεζα ἐδῶ, εἶναι Ἑλληνικὴ καὶ δὲν ἔχει πλέον τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλῆται τὴν βοήθειαν τῶν ξένων.

§132ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνόησα αὐτό.

§133ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ Τράπεζα ἡ Πιστωτικὴ, μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς συμβάσεως, ἐπρότεινεν εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὅτι δύναται νὰ βελτιώσῃ τὰς προτάσεις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἓν μέρος τοῦ κεφαλαίου, καὶ ὑπόσχεται νὰ τὸ δανείσῃ εἰς τοὺς γεωργούς. Κύριοι, ὅταν ἔχω τὴν πρότασιν ταύτην, ἡ ὁποία πιστεύω ὅτι δύναται νὰ συμβιβασθῇ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ πολλαπλοῦ τῶν Τραπεζῶν, καθὼς θὰ σᾶς εἴπω μετ’ ὀλίγον, τότε σταματῶ, προτιμῶ τὰς προτάσεις ταύτας· δὲν θέλω τοὐλάχιστον νὰ τὰς ἀποκλείσω, καὶ ψηφοφορῶν σήμερον ὑπὲρ τῶν συμβάσεων, τὰς ἀποκλείω. Νομίζω, ὅτι ἡ Πιστωτικὴ θὰ ἐπιμείνῃ, θὰ ἐξακολουθήσῃ ὑποστηρίζουσα τὴν πρότασιν μὲ ταύτην μόνην τὴν παραχώρησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἄνευ προνομίου ἐκδόσεως τῶν γραμματίων, καὶ διὰ τῆς παραχωρήσεως ἑνὸς ἄλλου μεγίστου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω τὴν κυβέρνησιν νὰ παραχωρήσῃ εἰς ὅλας τὰς Τραπέζας, ἀπαιτοῦσα παρ’ αὐτῶν μεγαλείτερον ἀντάλλαγμα τοῦ δικαιώματος, δηλ. τοῦ ν’ ἀντιπροσωπεύηται τὸ παθητικὸν διὰ χρεωγράφων. Τοῦτο εἶναι διὰ τὰς Τραπέζας λίαν ὠφέλιμον, καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι αἱ Τράπεζαι, λαμβάνουσαι αὐτὸ τὸ δικαίωμα, θὰ ὑποβληθῶσιν εὐχαρίστως εἰς θυσίας.

§134ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Παντὸς εἴδους ὁμολογιῶν;

§135ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡρισμένων δανείων· ἐννοεῖται χρεωγράφων τοῦ δημοσίου μετὰ τὸ 1862. Τοῦτο παρεδέχθησαν καὶ εἰς Ἀμερικὴν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτου ἐσκοποῦμεν μετὰ τοῦ κ. Ζωχιοῦ νὰ ὑποβάλωμεν προτάσεις.

§136ΖΩΧΙΟΣ. Μάλιστα, καὶ θὰ παρακαλέσωμεν καὶ τὸν κ. Δεληγεώργην.

§137ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ Τραπεζῶν οἱ νόμοι δὲν ἰσχύουν, τὰ χρήματα.

§138ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ Τράπεζα ἡ Πιστωτικὴ θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὰς προτάσεις της, ἐὰν τῇ παραχωρήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκδίδειν γραμμάτια ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ ἐν Ἑλλάδι, ὅπου εἶναι δυνατὸν κατὰ τὸν νόμον. Τὰ δικαιώματα αὐτὰ εἶναι μέγιστα, ἡ δὲ ἀπαιτουμένη θυσία εἶναι μικρὰ, καὶ νομίζω ὅτι θὰ ὑποβληθῇ εἰς αὐτήν. Ἐπειδὴ ἡ σύμβασις, κατὰ τὰς ἰδέας αὐτὰς, καὶ πρὸς τὰς ἀρχάς μας συμβιβάζεται καὶ περισσοτέραν ὠφέλειαν δίδει, θέλω τὴν δεχθῆ, καὶ τὴν ὑποστηρίξει. Πιστεύω λοιπὸν ὅτι σήμερον οὔτε τὸ ὑπουργεῖον, οὔτε ἡ Βουλὴ θὰ ἐπιμείνῃ νὰ ψηφηφορήσωμεν ἐπὶ τῶν συμβάσεων, ἀφοῦ νέα, ὡς εἴρηται, πρότασις ἔγεινεν ἐκ μέρους τῶν Τραπεζῶν, ἤτοι τῶν συμβαλλομένων. Ἀφοῦ δὲ οἱ συμβαλλόμενοι εἶπον εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὅτι προσφέρονται νὰ βελτιώσωσι τοὺς ὅρους τῶν συμβάσεων, νομίζω ὅτι ἡ κυβέρνησις δικαιοῦται νὰ ἔλθῃ εἰς νέας διαπραγματεύσεις, καί τοι ὑπεβλήθησαν αἱ πρῶται συμβάσεις εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς· διότι αὐτοὶ οἱ συμβαλλόμενοι παρῃτήθησαν τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ ἐπιμένουν εἰς τοὺς πρώτους ὅρους, διότι οἱ ἴδιοι προτείνουν βελτιώσεις αὐτῶν. Ἑπομένως οἱ ἴδιοι προτείνοντες δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ παραπονεθῶσιν, ἐὰν ἡ κυβέρνησις ὠφελουμένη ἀπὸ αὐτὴν τὴν πρότασιν, θελήσῃ νὰ διαπραγματευθῇ ἐκ νέου. Οὔτε ἠθικὸς, οὔτε νομικὸς λόγος διὰ τοῦτο ἐμποδίζει τὴν κυβέρνησιν, ἐκκρεμῶν οὐσῶν ἀκόμη τῶν συμβάσεων, νὰ ἐπιληφθῇ νέων προτάσεων, καὶ τοῦτο συμφέρει εἰς τὸν Τόπον καὶ εἰς τὰς Τραπέζας. Ἠξεύρομεν ἐὰν μετὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῶν συμβάσεων θὰ ἔχωμεν καλλιτέρας; Καὶ ἂν δὲν θὰ ἔχωμεν, δὲν εἶναι ζημία; Βεβαίως ναί. Ἐὰν, κύριοι, ἀποῤῥίψωμεν σήμερον τὰς συμβάσεις, τί μένει; Οὐδέν. Ἀλλ’ ὑπάρχει κατ’ ἐμὲ εἷς ἄλλος λόγος πολὺ σπουδαῖος, ὁ ὁποῖος μὲ ἐμποδίζει νὰ ψηφηφορήσω κατὰ τῶν συμβάσεων. Τὰ τελευταῖα συμβεβηκότα, αἱ τελευταῖαι καταστροφαὶ, αἱ ὁποῖαι προῆλθον, νομίζω, διότι δὲν εἶχον ἄλλο νόμιμον καὶ ἐπικερδὲς στάδιον τὰ κεφάλαια νὰ ἀσχοληθῶσι, καὶ διὰ τοῦτο ἔτρεξαν τυφλῶς εἰς ἐπιχειρήσεις, τῶν ὁποίων τὴν ἀξίαν καὶ τὴν στερεότητα δὲν ἐγνώριζον, αἱ τελευταῖαι, λέγω, καταστροφαὶ ἐκλόνισαν ἐκ θεμελίων τὸ πνεῦμα τοῦ συνεταιρισμοῦ ἐν τῇ πατρίδι μας καὶ ἐφόβισαν τὰ κεφάλαια νὰ προσέλθουν. Εἶναι τοῦτο ζημία μεγίστη διὰ τὸν τόπον. Ἐὰν σήμερον ἀποῤῥίψητε τὰς συμβάσεις αὐτὰς, δὲν νομίζετε, ὅτι νέον θὰ φέρετε κλονισμὸν, δὲν νομίζετε, ὅτι θέλετε ἐνσπείρει τὴν δυσπιστίαν εὐθὺς καὶ τὸν φόβον, δὲν νομίζετε, ὅτι τοῦτο θὰ φέρῃ ὑποτίμησιν σπουδαίαν εἰς τὰς μετοχὰς καὶ τὰς ἐργασίας των; Ἐὰν τοῦτο ὑπάρξῃ, δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι μεγίστη βλάβη πρὸς τὸν τόπον, διότι αἱ Τράπεζαι, τὰ καταστήματα ταῦτα, εἶναι κοινῶς ὠφέλιμα εἰς τὸν τόπον καὶ πρέπει ν’ ἀπολαμβάνουν ἴσην τὴν ἀγάπην μας καὶ τὴν προστασίαν μας; Ἡ βλάβη ἑνὸς τούτων, ἐκτὸς τῆς ζημίας τῆς ἀμέσου τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιφέρῃ, θὰ χρησιμεύσῃ καὶ εἰς τὸ νὰ κλονίσῃ πως τὰς πεποιθήσεις, θ’ ἀπομακρύνῃ τὰ κεφάλαια, θὰ δυσκολεύσῃ τὸ πνεῦμα τοῦ συνεταιρισμοῦ, καὶ ἐὰν δὲν εἶχον βέβαιον τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, ἡ ὑποψία μόνον ὅτι ἐδύνατο νὰ συμβῇ, ἤθελε μὲ ἐμποδίσει νὰ ψηφοφορήσω σήμερον τὴν ἀπόῤῥιψιν τῶν συμβάσεων. Δι’ ὁριστικῆς ψηφοφορίας σήμερον ἐμποδίζομεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν βελτίωσιν τῶν προτάσεων ψηφίζοντες τὴν παραδοχὴν, προκαλοῦμεν δ’ ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῆς ἀποῤῥίψεως κινδύνους. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν δυσκολεύεται διόλου, ἀφίνουσα ἐκκρεμεῖς τὰς συμβάσεις, νὰ ἔλθῃ εἰς νέας διαπραγματεύσεις, καὶ τὸ προϊὸν τῶν διαπραγματεύσεων νὰ φέρῃ ἐνώπιόν μας— Τότε, κύριοι, κρίνοντες ἐπὶ δεδομένων γεγονότων καὶ γνωστῶν καὶ ὑπὸ τοὺς ὀφθαλμούς μας τιθεμένων, δυνάμεθα νὰ φέρωμεν ἀπόφασιν καλλιτέραν καὶ διὰ τὸν τόπον καὶ διὰ τὰς Τραπέζας καὶ διὰ τὴν κυβέρνησιν. Ἰδοὺ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἔχω, θέλω δηλαδὴ τὴν ἀναβολήν. Τὴν γνώμην αὐτὴν δὲν τὴν ὑποβάλλω, δὲν τὴν ὑποστηρίζω ὡς πρότασιν, διότι πιστεύω ὅτι θὰ τὴν δεχθῆτε ἅπαντες. Ἐὰν πρὸς τὴν γνώμην αὐτὴν ἀντιταχθῇ ἡ κυβέρνησις, ἐὰν τὴν πολεμήσῃ καὶ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ ἐναντίον, βεβαίως ἐγὼ δὲν θέλω τὴν θέσει ὡς ζήτημα.

§139ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλέττας ἔχει τὸν λόγον.

§141ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὅταν ἤκουσα ἀρχόμενον τοῦ λόγου του τὸν ἐκ Μεσσήνης ἀξιότιμον βουλευτὴν, ὑπέθεσα ὅτι τὸ συμπέρασμά του, σύμφωνον πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου του, θὰ ἦτο σύμφωνον πρὸς τὰ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα. Παραδόξως δέ πως, ἂν καὶ ὑπεστήριξε δι’ ἀκαταμαχήτων ἐπιχειρημάτων τὰς ἀρίστας περὶ τῆς ἐλευθερίας καὶ τοῦ πολλαπλοῦ τῶν Τραπεζῶν γνώμας, οὐχ ἧττον κατέληξεν εἰς διάφορον τῆς ἀρχῆς ταύτης συμπέρασμα· καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὴν παροῦσαν μὲν σύνοδον οὐδεμία ἀντίῤῥησις κατὰ τοῦ πολλαπλοῦ τῶν ἐκδιδουσῶν τραπεζικὰ γραμμάτια Τραπεζῶν ἀνεπτύχθη, τοὐναντίον δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς λίαν ἐκτεταμένως καὶ μετὰ πολλῆς πειστικότητος τὴν ἐλευθερίαν ταύτην ὑπεστήριξε, οὐδὲν περὶ τούτου μένει νὰ εἴπω· θέλω δὲ μόνον περιορισθῇ εἰς τὸ νὰ κρίνω καὶ ἐξετάσω τὸ δεύτερον μέρος τῆς ὁμιλίας του, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὴν γνώμην ἦτον ἀντίθετον πρὸς τὸ πρῶτον. Καί τοι τοῦ συναγωνισμοῦ πρόμαχος, καί τοι ὑπερασπιστὴς τῆς ἐλευθερίας καὶ τοῦ πολλαπλοῦ τῶν Τραπεζῶν, ἐπροτίμησε τὸ ἑνιαῖον τοῦτο, ἀντὶ τοῦ περιωρισμένου συναγωνισμοῦ.

§142ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι.

§143ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Αὐτὸ νομίζω ὅτι εἴπατε, ἀλλ’ ἂν σᾶς παρενόησα, τὸ ἀνακαλῶ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς κατέκρινε τὰς συμβάσεις, διότι ἔθεντο περιορισμοὺς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολλαπλοῦ τῶν Τραπεζῶν· ὡς ἐπιχείρημα ἓν καὶ μόνον προέτεινεν, ὅτι ὁ συναγωνισμὸς μεταξὺ δύω Τραπεζῶν θέλει εἶσθαι ὀλέθριος διὰ τὴν μίαν.

§144ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μόνον ἐν Ἑπτανήσῳ.

§145ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Τὴν ἰδέαν του ταύτην δὲν τὴν ὑπεστήριξεν οὔτε διὰ τῶν ἀρχῶν τῆς ἐπιστήμης, οὔτε διὰ τῶν πορισμάτων τῆς πείρας. Ἐσφαλμένως συμπεραίνων ὅτι τοῦτο θὰ ἀποβῇ ὀλέθριον διὰ τὴν μίαν ἐκ τῶν δύω Τραπεζῶν, ἐστηρίχθη εἰς τὸ ὅτι ὁ μεταξὺ δύω Τραπεζῶν συναγωνισμὸς εἶναι ὀλέθριος. Ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ συναγωνισμὸς φέρει τὰ κάλλιστα ἀποτελέσματα, ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι δι’ αὐτοῦ τὰ πλεῖστα εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ κοινωνικὴν οἰκονομίαν παρήχθησαν εὐεργετήματα ὑπὲρ τῶν κοινωνιῶν, δὲν ἐννοῶ διατί ὁ μερικὸς συναγωνισμὸς καὶ ὄχι ὁ ἀπόλυτος δύναται νὰ βλάψῃ. Δεύτερον κατὰ τῶν συμβάσεων ἐπιχείρημα προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς, ὅτι καὶ ἂν τὴν μίαν ἐξ αὐτῶν ἠθέλαμεν δεχθῇ, ἠθέλαμεν ἀδικήσει τὴν κοινωνίαν παραχωροῦντες ἓν προνόμιον χωρὶς ἀνάλογον ἀντάλλαγμα, διότι τὴν καταβίβασιν τοῦ τόκου εἰς 7% δὲν ἐθεώρησεν ἀρκετὸν ἀντάλλαγμα τῆς παραχωρήσεως τῆς ἐκδόσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων.

§146ΤΙΝΕΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν εἶναι συζήτησις αὐτή· ἂς γείνῃ ἡσυχία.

§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι, σᾶς παρακαλῶ.

§148ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἐὰν ἐκουράσθητε......

§149ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι, ὄχι· προχωρήσατε.

§150ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἀνταλλάγματα τότε μόνον ζητοῦνται παρὰ τῶν Τραπεζῶν, εἰς ἃς παραχωρεῖται τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων, ὅταν τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀποκλειστικῶς παραχωρῆται. Οὐδέποτε εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου, ὅταν συνιστῶνται Τράπεζαι, καὶ ζητοῦν τὴν ἄδειαν τῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων ἐν συναγωνισμῷ μετ’ ἄλλων Τραπεζῶν, οὐδέποτε, ἐπαναλέγω, ἐζητήθησαν ἀνταλλάγματα, καὶ ἐπετεύχθησαν. Καὶ πραγματικῶς ἐὰν ὑπάρχῃ λόγος, ὅστις τὴν σήμερον παρὰ τοῖς οἰκονομολόγοις ὑποστηρίζεται ὑπὲρ τοῦ ἑνιαίου τῶν Τραπεζῶν καὶ τοῦ μονοπωλίου, ὁ λόγος οὗτος στηρίζεται εἰς τὴν ὠφέλειαν τοῦ δημοσίου, στηρίζεται εἰς τὸ ὅτι παραχωροῦσαι αἱ κυβερνήσεις τὸ μονοπώλιον εἰς μίαν Τράπεζαν, ἀνταλλάσσουσι τοῦτο μὲ ὠφέλειαν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Καὶ δὲν ὑπάρχει παράδειγμα εἰς κἀνὲν μέρος οὔτε τῆς Εὐρώπης, οὔτε τῆς Ἀμερικῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις, παραχωρήσασα τὸ μονοπώλλιον, δὲν ἀντήλλαξε τοῦτο μὲ βαρυτάτους ὅρους κατὰ τῶν Τραπεζῶν, εὐνουστάτους δὲ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Ὁ λόγος λοιπὸν, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ὅστις ἔκαμε τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴν νὰ κατενεχθῇ κατὰ τῆς πρώτης τῶν ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεων, ὅτι δηλ. δὲν λαμβάνομεν ἀντάξιον ἀντάλλαγμα τῆς παραχωρήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων, ὁ λόγος οὗτος, κατ’ ἐμὴν γνώμην, δὲν εἶναι βάσιμος, καὶ προσέτι δὲν εἶναι δίκαιος· δὲν εἶναι δίκαιος, διότι καί τοι ὑπερμαχοῦμεν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας ἔν τε τῇ ἀτομικῇ ἐργασίᾳ καὶ τῇ πολιτείᾳ, οὐχ ἧττον διὰ τοιούτου τρόπου ἠθέλομεν καθιερώσει τὴν ἀνισότητα, ἠθέλομεν ἔχει ἐν Ἑπτανήσῳ μὲν δύω Τραπέζας ἄνευ ἀποκλειστικοῦ προνομίου, ἐχούσας περιωρισμένον τόκον, κατώτερον ἐκείνου τὸν ὁποῖον ἔχει ἑτέρα Τράπεζα, ἔχουσα ἀποκλειστικὸν προνόμιον ἐπὶ πολλῷ μείζονι τόκῳ καὶ ὡς ἐκ τούτου πολλῷ πλείονα δυναμένη νὰ ὠφεληθῇ. Ἀντὶ λοιπὸν συναγωνισμοῦ, ἠθέλομεν ἔχει ἀναντιῤῥήτως τὴν καταστροφὴν τῶν μὲν ὑπὲρ τῆς ἑτέρας. Συναγωνισμὸς θὰ εἰπῇ ἰσότης δικαιωμάτων, ἰσότης ὑποχρεώσεων· συναγωνισμὸς δὲν ὑπάρχει ὅπου ὑπὲρ τῶν μὲν καθιεροῦμεν δικαιώματα, ὑπὲρ τῶν ἑτέρων δὲ μόνον ὑποχρεώσεις. Αὐτὸν μόνον τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς προτείνει ὑπὲρ τῆς ἀποῤῥίψεως τῆς πρώτης συμβάσεως, διότι δὲν θεωρῶ σπουδαῖον οὐδὲ ὡς σπουδαίως προταθέντα τὸν ἕτερον λόγον, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ διαπραγματευθῇ μετὰ τῶν Τραπεζῶν καὶ νὰ φέρῃ ἑτέραν σύμβασιν, ἥτις νὰ ᾖναι κρείττων τῶν ἤδη ὑπὸ συζήτησιν· τότε ἐννοῶ τὴν ἀναβολὴν, τότε ἐννοῶ τὸ νὰ μὴ θέλωμεν νὰ ψηφίσωμεν ἐπὶ ἑνὸς δεδομένου ζητήματος, ὅταν ἀναφέρωμεν ῥητῶς τὰ μειονεκτήματα τοῦ ζητήματος τούτου, προτείνωμεν δὲ τὰς βελτιώσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν γνώμην μας πρέπει νὰ ἐπέλθωσιν. Ἐκτὸς τούτου ὅμως ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος, ὅστις κατὰ τὴν κρίσιν μου ἀντίκειται εἰς τὴν πρότασιν ταύτην. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργός, εἰσάγων τὰς προτάσεις εἰς τὴν Βουλὴν, ἐζήτησε τὴν ἀπόῤῥιψιν τούτων καὶ συνάμα προσέθηκεν, ὅτι ἤρξατο διαπραγματευόμενος μετὰ τῆς Ἰονικῆς ὅπως καταρτίσῃ ἑτέραν σύμβασιν· ἐκ τῶν διαμειφθέντων δὲ ἐγγράφων μεταξὺ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ καὶ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἐπείσθημεν, ὅτι περὶ ἑνὸς ζητήματος οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφισβήτησις μεταξὺ τῶν δύω συμβαλλομένων· τὸ δὲ ζήτημα τοῦτο εἶναι τὸ ἑνιαῖον τῶν Τραπεζῶν. Ὄχι μόνον ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ ἐνοήσαμεν ὅτι ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον συζητήσεων ἐγένετο δῆλον, ὅτι τοιαύτην ἀρχὴν τὰ ἄτομα, ἐξ ὧν συνίσταται ἡ σήμερον Κυβέρνησις, ἐξέφρασαν. Ἐὰν λοιπὸν θελήσωμεν εἴτε τὰς συμβάσεις σήμερον νὰ ἀποῤῥίψωμεν, εἴτε νὰ ἀναβάλωμεν ταύτας, θέλομεν ἐκτεθῆ εἰς τοῦτο, εἰς τὸ ὅτι ἂν ἔλθῃ σύμβασις, νὰ ἔλθῃ μόνον ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς, ὑποστηρίζων τὴν ἀναβολὴν, εἶπεν, ὅτι ἂν ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς ἀποῤῥίψεως τῶν συμβάσεων καὶ αὗται ἀποῤῥιφθῶσι, θὰ ἐπέλθῃ μέγα κακὸν, καὶ ἐδικαιολόγησε τὴν μέλλουσαν ψῆφόν του τὴν ἀρνητικὴν, εἰπὼν ὅτι διὰ τῆς ἀποῤῥίψεως μέλλει νὰ κλονισθῇ ἡ πίστις κυρίως τῆς μιᾶς τῶν Τραπεζῶν περὶ ὧν πρόκειται, καὶ ὅτι κατὰ τὰς δεινὰς ταύτας περιστάσεις ἡ ἀπόῤῥιψις τῆς συμβάσεως ἤθελε κλονίσει τὴν πίστιν αὐτῆς· αὐτὸν ὅμως ἴσα ἴσα τὸν λόγον καὶ ἐγὼ ἐπικαλούμενος, φρονῶ ὅτι καὶ ἡ ἀναβολὴ τὰ αὐτὰ περίπου θὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα. Ὥστε ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσήνης βουλευτοῦ ἓν μόνον ζήτημα κυρίως ἀπομένει εἰς τὰς σκέψεις ἡμῶν, τὸ ἐὰν διὰ τῆς πρώτης συμβάσεως, ἐὰν γείνῃ παραδεκτὴ, λαμβάνωμεν τόσα ἀνταλλάγματα ὅσα δικαιούμεθα νὰ λάβωμεν δίδοντες τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν γραμματίων καὶ εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν. Οἱ ἄλλοι λόγοι, τοὺς ὁποίους οἱ ἄλλοτε πολέμιοι τῶν συμβάσεων ἐξήνεγκαν, ἦσαν κατὰ τοῦ πολλαπλοῦ τῶν Τραπεζῶν· καὶ ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου καὶ ἐκ τῆς μὴ ἐπαναλήψεως αὐτῶν κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον, φρονῶ ὅτι ἐγκαταλείφθησαν οὗτοι. Οἱ δὲ ἄλλοι λόγοι, οἱ ἐναντίον τῶν συμβάσεων προταθέντες, εἶναι ὅτι αἱ ὠφέλειαι ἐν Ἑπτανήσῳ κατὰ τῆς συμβάσεως δὲν εἶναι ἀληθεῖς (θόρυβος). Ὥστε κατὰ τὴν κρίσιν μου μένει μόνον τὸ ζήτημα, ἐὰν διὰ τῶν ὑπὸ συζήτησιν προτάσεων ἡ Ἑπτάνησος ὠφελῆται μεῖζον, ἢ κατὰ τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα προτείνει· εἰς τοῦτο κυρίως ὁ ὑπέρμαχος τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ συμφερόντων τῶν γεωργῶν ἐνέμεινε καὶ ὑπεστήριξεν εἰς τὰς τρεῖς αὐτοῦ ὁμιλίας, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι τοῦτο μετὰ τὰς νέας προτάσεις δὲν θέλει πλέον ὑποστηρίξει, διότι ἡ μόνη διαφορὰ ἡ μεταξὺ τῶν προτάσεων τῆς Πιστωτικῆς καὶ τῆς Ἰονικῆς ὑπάρχουσα καὶ ἡ συνισταμένη εἰς τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα μέλλει αὐτὴ πρὸς τοὺς γεωργοὺς νὰ δίδῃ ἐπὶ ἓξ τοῖς ἑκατὸν ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἡ δὲ Ἰονικὴ πρὸς πέντε τοῖς ἑκατὸν ἐξ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου, ἡ διαφορὰ αὕτη ἀντιστρέφεται, διότι τὰς κρείττονας ὑπὲρ τῶν γεωργῶν προτάσεις φέρει ἡ Πιστωτική. Περιωρίσθην μόνον εἰς τὸ νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τὸ ἀποβλέπον τὴν πρώτην σύμβασιν, διότι κυρίως εἰς αὐτὴν ἐνησχολήθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς καὶ κυρίως ταύτην ἐξετάσας ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ ἑαυτὸν διατὶ δὲν δύναται νὰ τὴν παραδεχθῇ, καίτοι ἔχων ὡς ἀρχὴν τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν καὶ τὸ πολλαπλοῦν τῶν Τραπεζῶν· φρονῶ δὲ ὅτι καὶ ἂν ἡ Βουλὴ θεωρήσῃ ὡς ἐναντίας τῆς ἀρχῆς τοῦ πολλαπλοῦ τῶν τραπεζῶν, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου ἐκ Μεσσήνης βουλευτοῦ, τὰς δύω τελευταίας συμβάσεις, καὶ ἑπομένως θελήσῃ νὰ χωρίσῃ ταύτας ἀπὸ τὴν πρώτην, εἴτε παραδεχομένη ὅτι καὶ τῶν δύω Τραπεζῶν ὑπαρχουσῶν ὁ συναγωνισμὸς ὑπάρχει καὶ πρόκειται ὅπως δοθῇ τὸ προνόμιον εἰς τὰς δύω Τραπέζας, φρονῶ, λέγω, ὅτι εἴτε τὸ ἓν εἴτε τὸ ἕτερον παραδεχθῇ, μέλλει πάντοτε νὰ ψηφίσῃ ἐπὶ τῶν συμβάσεων εἴτε καὶ τῶν τριῶν ὁμοῦ εἴτε τῆς μιᾶς. Ἑπομέως καὶ οἱ παραδεχόμενοι τὸ πολλαπλοῦν τῶν Τραπεζῶν καὶ οἱ παραδεχόμενοι τὸν περιορισμὸν αὐτῶν ἐπίσης ἔχουσι ψῆφον ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ καὶ δὲν δύνανται νὰ ἰσχυρισθοῦν ὅτι, ἐὰν ταῦτα τὰ ζητήματα χωρισθῶσι, δὲν δύνανται νὰ εὕρωσι ζήτημα ἐφ’ οὗ νὰ ψηφίσωσι κατὰ τὰς πεποιθήσεις των καὶ τὰς ἰδέας των.

§151ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί....

§152ΤΙΝΕΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἀναβολῆς.

§153Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Περὶ τῆς ἀναβολῆς δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.

§154ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ βουλευτοῦ Μεσσήνης, δὲν πιστεύω νὰ μένῃ ἐνδοιασμός τις περὶ τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως.

§155Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις περὶ τῆς ἀναβολῆς.

§156ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἡ πρότασις διατυποῦται οὕτως «ἡ Βουλὴ ἀναβάλλει τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν συμβάσεων τῶν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς καὶ Πιστωτικῆς Τραπέζης, δυναμένης τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἔλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις.»

§157ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ θέσητε τοῦτο.

§158ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο, νὰ μὴ ἐμποδισθῇ ἡ Κυβέρνησις διόλου, καίτοι ψηφισθεισῶν τῶν συμβάσεων αὐτῶν εἰς δύω ἀναγνώσεις.

§159ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὴν ἐξουσίαν της ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀντλεῖ ἀπὸ τοῦ Συντάγματος. Νομίζετε, ὅτι μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἐμποδίσῃ;

§160ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὄχι, ἀλλὰ νὰ ἐννοηθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ λάβῃ ἐπωφελεστέρους ὅρους.

§161ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου, θὰ τὸ κάμῃ· ἐὰν δὲν τὸ ἔχῃ, μία πρότασις ῥιφθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ δώσῃ.

§162ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὑπῆγε μακρύτερα ὁ κύριος Χαλικιόπουλος, εἰπὼν ὅτι δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐνεστῶσα νὰ ἐκφράσῃ ἐναντίαν γνώμην ἐνόσω ὑπάρχει μία σύμβασις. Τώρα γίνεται ἡ πρότασις ὅτι, ἐὰν ὑπαρχούσης ἐκκρεμοῦς τῆς συζητήσεως τῶν συμβάσεων, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν Τραπεζῶν περὶ νέων συμβάσεων.

§163ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἀγαπᾶτε νὰ σᾶς ἀπαντήσω εἰς αὐτὸ, σᾶς ἀπαντῶ. Τὸ σφάλμα, ὅπερ ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι τοῦτο· ἔσφαλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ τὰς συμβάσεις, τὰς ὁποίας συνωμολόγησαν τρίτοι μετὰ τοῦ ἠθικοῦ προσώπου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ζητήσῃ συγχρόνως τὴν ἀπόῤῥιψίν των.

§164ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Συμμεριζόμεθα λοιπὸν τὴν ἰδέαν....

§165ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ εἶπα προχθές. Ὅταν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε, παρακαλῶ νὰ τεθῶσιν αὔριον εἰς τρίτην συζήτησιν αἱ συμβάσεις περὶ Τραπεζῶν διὰ νὰ ἀποῤῥιφθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τότε ἔκαμα τὴν παρατήρησιν ὅτι αὐτὸ εἶναι ἄδικον, διότι οἱ συμβαλλόμενοι μετά τινος ὑπουργοῦ ἐννοοῦν ὅτι συμβάλλονται μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ ἀλλαγὴ τῶν προσώπων δὲν φέρει κἀμμίαν μεταβολὴν εἰς τὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ εἷς πρὸς τὸν ἄλλον συμβαλλόμενον. Δεύτερον εἶπον καὶ εἶπε καὶ ὁ κύριος Χαλικιόπουλος, ὅτι πρὶν ἡ Βουλὴ, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων συμβάσεων, ἦλθεν εἰς διαπραγματεύσεις μετ’ ἄλλων προσώπων περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος. Τώρα ἡμεῖς τί λέγομεν; ἂς δώσωμεν δι’ ἀμφότερα τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἄτοπον, ἀτοπώτατον· τὸ γενόμενον τέλος πάντων εἶναι ἓν σφάλμα τῶν ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι διαβατικοί· ἀλλὰ ἐὰν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία μετὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἀποκλείσουν τὴν πίστιν, ἣν οἱ τρίτοι πρέπει νὰ παρέχουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ἑλληνικὴν, ἡ Βουλὴ γίνεται συνένοχος τοῦ πράγματος· ἐννοεῖτε δ’ ἄλλως ὅτι καὶ κἀνὲν συμφέρον δὲν ὑπάρχει ὅπως δώσωμεν αὐτὴν τὴν ἄδειαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ θεωρῶ ἀπηγορευμένην ἠθικῶς, ἴσως δὲ καὶ νομικῶς. Ἐνόησα καλῶς τὸν λόγον τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσσήνης· ὁ λόγος του εἶναι ὁ συναγωνισμός. Ἂν θέλετε, εἶπε κἄτι τι, ὅπερ γίνεται χωρὶς οὔτε ὁ κ. Κουμουνδοῦρος νὰ τὸ εἴπῃ, οὔτε ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ἀποφασίσῃ· διότι τί γίνεται μέχρι σήμερον; ἐν πάσῃ συνεδριάσει μᾶς προσφέρεται μία νέα πρότασις. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἠθέλησε νὰ ὑποβοηθήσῃ τὸ δημόσιον συμφέρον, καὶ αὐτῆς τῆς γνώμης εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ὅλοι. Ἡ ἀναβολὴ, ἐνῶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ μίαν βλάβην, ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ ὠφέλειαν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου συμφέροντος, ὥστε παραδεχόμεθα τὴν ἀναβολὴν, ἀλλ’ ὄχι νὰ συνομολογήσωμεν ἐπέκτασιν ἢ συστολὴν τῆς ἐξουσίας τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἀντλεῖ ἀπὸ τὸ Σύνταγμα.

§166ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Μοὶ φαίνεται, κύριοι, παράδοξος ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν διὰ μεγάλης ἐπιμονῆς ὑποστηρίζουσιν οἱ ὑποστηρίζοντες τὰς συμβάσεις, περὶ ὧν ἡ συζήτησις. Κατὰ τὴν γνώμην των, ἡμεῖς οἱ ἀποτελοῦντες τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, καίτοι ἔχοντες ἐναντίαν γνώμην περὶ τῶν συμβάσεων τούτων, καίτοι ἀποκρούσαντες αὐτὰς ἐν τῷ κοινοβουλίῳ κατὰ τὴν περυσινὴν συζήτησιν, ὀφείλομεν μολαταῦτα, διότι συνέπεσε σήμερον νὰ ἤμεθα Κυβέρνησις, νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὰς γνώμας καὶ τὰς ἰδέας μας, νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ὅ,τι ὑπεστηρίξαμεν πέρυσιν ἐναντίον τῶν συμβάσεων ἦτο παράλογον, ἦτο ἄτοπον, ἦτο ἄδικον, καὶ νὰ συνταχθῶμεν μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον, ὑπεστήριξαν καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ ὑποστηρίζουν τὰς συμβάσεις ταύτας. Μοὶ φαίνεται τῇ ἀληθείᾳ αὐτὴ ἡ ἰδέα τόσον παράδοξος, ὥστε δὲν εὑρίσκω καταλλήλους λόγους νὰ τὴν χαρακτηρίσω. Πῶς εἶναι δυνατὸν, κύριοι, νὰ ἔχῃ τις μίαν γνώμην περὶ ἑνὸς πράγματος ὡς πολίτης ἢ βουλευτὴς, ἐρχόμενος δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταβάλῃ αὐτὴν καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἐναντίαν γνώμην; Διότι προκάτοχός τις Κυβέρνησις, ἄλλως πως σκεφθεῖσα, ἄλλην γνώμην ἔχουσα περὶ ἑνὸς πράγματος συνεννοήθη μετὰ μιᾶς ἑταιρίας, μεθ’ ἑνὸς ἀτόμου κατὰ τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον τρόπον, πρέπει νὰ ᾖναι ὑποχρεωμένη ἡ διάδοχος Κυβέρνησις ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν γνώμην ταύτην ἐναντίον τῆς πεποιθήσεώς της; Μὰ τῇ ἀληθείᾳ, θὰ ἦτον ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελε μεταβάλει τὴν γνώμην του τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ὑπεστήριξε, διότι ἔγεινεν ὑπουργὸς, ἄξιος τῆς ἐσχάτης περιφρονήσεως. Καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο, διότι εἶμαι ὑπουργὸς σήμερον, νὰ μεταβάλω τὴν γνώμην μου, ἤθελα θεωρήσει ἐμαυτὸν ὄχι μόνον ἀνάξιον νὰ κατέχω τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ νὰ ὀνομάζωμαι ἄνθρωπος.

§167ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶναι γνώμη αὕτη, δὲν εἶναι ὑποχρέωσις.

§168ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἂς ὑποθέσωμεν, κύριοι, ἓν πρᾶγμα δύσκολον, δύσκολον μὲν ἀλλ’ ὄχι καὶ ἐντελῶς ἀδύνατον· ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, τὴν ὁποίαν θὰ κάμω, καίτοι παράτολμος· ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι Κυβέρνησίς τις συνεβλήθη μέ τινα ξένην ἐπικράτειαν καὶ παρεχώρησεν εἰς τὴν ἐπικράτειαν ταύτην μέρος τι τῆς χώρας της, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς κυρώσεως τῆς περὶ τούτου συνθήκης ὑπὸ τοῦ κοινοβουλίου· ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι συνήφθη τοιαύτη τις συνθήκη μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ξένης τινὸς Κυβερνήσεως, καὶ πρὶν ἢ κυρωθῇ ἡ συνθήκη, ἥτις ἐχαρακτηρίσθη βεβαίως ἀπὸ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος ὡς προδίδουσα τὰ τιμαλφέστερα συμφέροντα τῆς πολιτείας, πίπτει ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη καὶ ἔρχεται μία ἄλλη· εἶναι πρὸς Θεοῦ ὑποχρεωμένη ἡ νέα αὕτη Κυβέρνησις, ἥτις καὶ αὐτὴ ἐχαρακτήρισεν αὐτὴν τὴν συνθήκην πρὶν ἢ ἔλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν ὡς προδοσίαν τοῦ ἔθνους, εἶναι ὑποχρεωμένη, λέγω, ἡ διάδοχος αὕτη Κυβέρνησις νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν συνθήκην ταύτην ἐπὶ μόνῳ τῷ λόγῳ ὅτι ὀφείλει νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν καλὴν πίστιν μὴ ἀναιροῦσα τὰ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως συνομολογηθέντα; Μὰ δὲν πιστεύω κἀνεὶς νὰ τὸ ἰσχυρισθῇ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω εἰς τὴν ἀπόκρουσιν μιᾶς τοιαύτης παραλόγου ἰδέας, τὴν ὁποίαν κατ’ ἐπανάληψιν καὶ μετὰ μεγάλης ἐπιμονῆς ἐξακολουθοῦν οἱ πατέρες τῶν συμβάσεων νὰ ὑποστηρίζουν πρὸ τριῶν καὶ τεσσάρων ἡμερῶν. Ἡμεῖς, κύριοι, ἐζητήσαμεν ν’ ἀποφασίσῃ τέλος πάντων ἡ Βουλὴ τὸ ἐκκρεμὲς τοῦτο ζήτημα περὶ τῶν συμβάσεων ἢ ἐπικυροῦσα ἢ ἀποῤῥίπτουσα αὐτάς· ὡς πρὸς τὴν γνώμην μας, εἴπομεν ὅτι αὕτη ἦτο γνωστὴ ἐκ τῶν προτέρων, διότι ἐξεφράσθη κατὰ τὰς συζητήσεις τῆς παρελθούσης συνόδου, καθ’ ἃς καὶ ἐλαλήσαμεν καὶ ἐψηφοφορήσαμεν κατὰ τῶν συμβάσεων· ἐπρόσθεσα δέ, τὸ κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μεταβάλω τὴν γνώμην, ἣν ὑπεστήριξα, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ἀκόμη, χάριν τῆς προσωπικῆς φιλοτιμίας, ὅτι ἡ γνώμη μου ἐκείνη ἦτον ἐσφαλμένη.

§169ΤΙΝΕΣ. Ὄχι δά.

§170ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Καὶ ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἀκόμη ὑποθέσει, λέγω, χάριν τῆς προσωπικῆς φιλοτιμίας. Βλέπετε μέχρι τίνος προβαίνω· ἀλλ’ εὐτυχῶς δὲν εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον ταύτην θέσιν. Ἀλλά, κύριοι, οὔτε ἔχομεν τὴν διάθεσιν, οὔτε ἴσως ἔχομεν καὶ τὴν δύναμιν, καὶ βεβαίως δὲν τὴν ἔχομεν, τοῦ νὰ ἐπιβάλωμεν τοιαύτην ἢ τοιαύτην γνώμην εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία, ὅπως εἶναι καὶ κυρία, ν’ ἀποφασίσῃ ὅ,τι νομίζει συμφερώτερον διὰ τὸν τόπον καὶ τὴν ἐπικράτειαν, παραδεχομένη ἢ ἀποῤῥίπτουσα τὰς συμβάσεις. Ἦτο λοιπὸν ἐπιθυμητὸν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρὸ δέκα μηνῶν ἀπασχολεῖ καὶ τὸ Κοινοβούλιον καὶ τὴν κοινωνίαν, νὰ λυθῇ ὁριστικῶς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπεβλήθησαν ἤδη νέαι προτάσεις ἐκ μέρους τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἥτις βλέπετε ὅτι ἔχει τὴν ἐλευθερίαν αὐτήν, καίτοι συμβληθεῖσα προσωπικῶς μὲ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ τροποποιῇ ἑκάστοτε τὰς προτάσεις καὶ γνώμας της, ὅπως καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, καίτοι συμβληθεῖσα μετὰ διαφόρων ἑταιριῶν, καίτοι συντάξασα διαφόρους συμβάσεις μετ’ αὐτῶν περὶ σιδηροδρόμων περὶ Τραπεζῶν κλπ., ἐτροποποίησεν ὅμως κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ πολλάκις τὴν γνώμην της, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀρνεῖται εἰς ἡμᾶς, νὰ μὴ δυνάμεθα δηλονότι νὰ θίξωμεν τὰς συμβάσεις τὰς ὁποίας αὕτη συνωμολόγησε, διότι προσβάλλομεν δῆθεν τὴν ἐθνικὴν πίστιν· ἐπειδή, λέγω, τέλος πάντων ὑπεβλήθησαν νέαι προτάσεις ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ἐκ μέρους τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἐφ’ ὧν βεβαίως ὀφείλει νὰ σκεφθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, δὲν θεωρῶ καὶ ἐγὼ κακὸν ν’ ἀναβληθῇ ἡ προκειμένη συζήτησις, ἵνα μελετηθῶσι καὶ αἱ νέαι αὗται προτάσεις, ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη πρότασις, ἡ ὁποία τυχὸν ἤθελεν ὑποβληθῆ.

§171ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§172ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ ὀλίγας λέξεις, κύριε πρόεδρε. Ὁμολογουμένως πρόκειται περὶ ζητήματος ἔχοντος πολλὴν ἀξίαν ἀλλὰ καὶ πολλὴν δυσκολίαν. Ἕνεκα τούτου αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἀπ’ ἀρχῆς ἔκαμα, περιεῖχον τὸν δισταγμόν, καὶ οὔτε ἐνόησα νὰ προκαλέσω μίαν ἐπίτηδες ἐπὶ τούτου συζήτησιν, ὅπως ὑπάρξῃ μία νομολογία περὶ ζητήματος τοσοῦτον ζωτικοῦ. Ἀλλ’ αἱ κυβερνήσεις, κύριοι, εἶναι εἰς κατάστασιν αὐτὰς τὰς δυσκολίας νὰ τὰς κατανικήσωσι χωρὶς νὰ ἀναγκάζωνται νὰ συζητῶσι τί τάχα ἡ καλὴ πίστις εἴθισται νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς ὁμοίας περιστάσεις εἰς τοὺς ὑπουργούς· καὶ ἵνα μὴ μακρηγορήσω περιορίζομαι εἰς τὰ προκείμενα. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μὴ προκειμένου περὶ συζητήσεως τῶν συμβάσεων, ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ πρόεδρος ἐπρόκειτο νὰ συντάξῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς ἐπιούσης, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀντίπαλον ἀπέναντί του, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ θέμα συζητήσεως, ἐξώρμησε μετὰ τοσαύτης παχύτητος πρὸς τὴν ἀπόῤῥιψιν καὶ καταστροφὴν τῶν συμβάσεων, ὥστε ἠκούσαμεν παραδόξως νὰ μᾶς εἴπῃ· «παρακαλῶ τὰς πέρυσιν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν ψηφισθείσας καὶ δεκτὰς γενομένας συμβάσεις περὶ Τραπεζῶν, νὰ τάξωμεν αὔριον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ τὰς συζητήσωμεν ἵνα ἀποῤῥιφθῶσιν.» Ὑπὸ αὐτὰς τὰς ἐντυπώσεις, κύριοι, ἠγέρθην ἐκ τῆς θέσεώς μου καὶ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ἣν ἔκαμον, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν εὐσυνειδησίαν τοῦ ὑπουργοῦ ἤδη, ὅτε τῷ ἀναπολῶ τὰ πράγματα, ἂν δὲν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι ὅσα εἶπε σήμερον οὐδόλως χρησιμεύουσιν ἵνα δικαιολογήσωσι τὴν πρᾶξίν του ἐκείνην. Ἀντὶ τούτων ἤλπιζον καὶ ἐνόμιζον, ὅτι ἦτο κανονικὸν— καὶ εἰς τοῦτο ὑπῆρχε καιρός, — ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις, ὅταν ἤρχετο ἡ ὥρα νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν ἐκκρεμῶν ἐν τῇ Βουλῇ συμβάσεων τῶν Τραπεζῶν, νὰ καλέσῃ τοὺς διευθυντὰς αὐτῶν· καὶ ἐὰν ὡμίλει μετ’ αὐτῶν, ἐὰν τοῖς ὑπέβαλε τὰς ἰδέας του, τὰς ἀντικειμένας πρὸς τὰ συμπεφωνημένα, καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ἔχει ἀντίθετον, ὡς εἶπε, γνώμην, ἐὰν συνεζήτει καὶ ἀπεπειρᾶτο νὰ βελτιώσῃ, εἰ δυνατόν, κατὰ τὰς ἰδέας του τὰς συμφωνίας τὰς περυσινάς, τότε νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, εἴτε λέγων, ἔφερα ταύτην τὴν βελτίωσιν ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν μου, εἴτε λέγων, ἀπέτυχα ἐντελῶς, ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ. Τὸ δὲ παράδειγμα, ὅπερ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔφερε περὶ διεθνῶν σχέσεων, δὲν χρησιμεύει παντάπασι· διότι αἱ διεθνεῖς σχέσεις διέπονται ὑπὸ ἄλλων κανόνων· αἱ συμβάσεις αἱ γινόμεναι μεταξὺ ἐθνῶν ἔχουν ἄλλους κανόνας, καὶ ἂς πιστεύσῃ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς ὅτι τὰς διέπουσιν οὐχὶ τόσον νομικοὶ κανόνες, διότι τοιοῦτοι δὲν ὑπάρχουσι σταθεροὶ εἰς τὰς διεθνεῖς σχέσεις, ὅσον ἄλλοι ἠθικοὶ κανόνες κανονίζουσι τὰ πρακτέα ἑκάστοτε. Ἐπειδὴ δὲ πάντες εἴμεθα σύμφωνοι ὡς πρὸς τὴν ἀναβολὴν, ἀπέχω πάσης συζητήσεως. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἤθελον πολὺ ἀδικηθῇ ἐὰν δὲν μοὶ ἐπετρέπατε νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ ἑνὸς ζητήματος πραγματικοῦ μᾶλλον, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης, ἤτοι τοῦ ζητήματος διατί ἡ Κυβέρνησις πέρυσιν ἔκαμε τὴν μεταβολὴν ἐκείνην, μεταβᾶσα ἀπὸ τῶν συμφωνηθέντων τὴν 2 Νοεμβίρου εἰς ἕτερον σύστημα. Θέλω ἀποδείξει εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Κουμουνδοῦρον, ὅτι οὐδεμία μεταβολὴ ἐπῆλθε, καὶ ὅτι τὴν μεταβολὴν ἀδίκως ὑπέθεσε τοσοῦτον μεγάλην καὶ ἀπότομον, ὡς εἶναι μεγάλη καὶ ἀπότομος ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύω γνωστῶν συστημάτων τῶν Τραπεζῶν. Ἡ πρώτη σύμβασις στηρίζεται εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐκδίδειν τραπεζικὰ γραμμάτια, ἡ δευτέρα καὶ τρίτη σύμβασις καθιεροῖ τὸ προνόμιον· ἡ πρώτη σύμβασις ἂς ἴδωμεν ὁποῖα πρακτικὰ ἀποτελέσματα ἔφερε. Κατ’ αὐτὴν, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἥτις εἶχε πρὸ χρόνων ἓν μονοπώλιον, ἤθελεν ἔχει ἕναν ἀνταγωνιστὴν ἐγκαθιδρυμένον εἰς τὰς ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας εἶχεν ὑποκαταστήματα. Σᾶς εἶπον χθὲς, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ τὸ ἐπαναλάβω καὶ σήμερον, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως κατέλαβε διὰ ὑποκαταστημάτων ὅλας τὰς ἐπαρχίας, καὶ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἂν ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα διὰ μόνης τῆς συνομολογήσεως τῆς συμβάσεως μετὰ τοῦ ὑπουργείου καὶ πρὶν ἐπέλθῃ ἡ νομοθετικὴ κύρωσις αὐτῆς ἀπέκτα τὸ δικαίωμα μετὰ τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεώς της νὰ συστήσῃ ὑποκαταστήματα εἰς τὰς ἐπαρχίας, τὰς ὁποίας πρὸ μικροῦ εἶχε καταλάβει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καὶ νὰ ἐκδίδῃ ἐν αὐταῖς τραπεζικὰ γραμμάτια. Τὸ ζήτημα ἦτον ἀμφίβολον· δίκη τις δὲν ἔγεινεν, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ γείνῃ. Ἴσως ἡ γνώμη ἡ ἔχουσα περισσοτέραν ἀξίαν νὰ ᾖναι ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἀπέκτησεν ἡ Πιστωτική· ἴσως νὰ ᾖναι ἡ ἀντίθετος. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὸ ζήτημα, ἂν θὰ εἴχωμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος νέαν Τράπεζαν ἐκδίδουσαν τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐξηρτᾶτο ἀπὸ μίαν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου. Ἡ σύμβασίς μας καθιέρου τὴν ἀρχὴν, ἀλλ’ ἦτον ἀμφίβολον ἂν ἡ ἀρχὴ αὕτη ἤθελε πραγματοποιηθῇ· διότι, ὡς γνωρίζετε, ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι ἀνεξάρτητος τῆς νομοθετικῆς. Ἐὰν πράγματι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ καταλάβῃ τὰς ἐπαρχίας, τὰς ὁποίας κατέλαβε, τότε ἡ Πιστωτικὴ ἤθελε περιορισθῇ εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Καὶ τί θὰ εἴχαμεν τότε; δύω Τραπέζας ἐν Ἑπτανήσῳ, ἀλλὰ καὶ τὸ δικαίωμα προσέτι εἰς πᾶσαν ἄλλην Τράπεζαν νὰ ἐγκαθιδρυθῇ ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐνῷ ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι οὐδεμία Τράπεζα ἠδύνατο νὰ πλησιάσῃ· διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον ἀπὸ χρόνων πολλῶν· δὲν ἐδημιουργήθη ἤδη. Ἡ δευτέρα καὶ ἡ τρίτη σύμβασις οὐδὲν λοιπὸν ἄλλο ἔπραξαν, ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν τῶν πραγμάτων ἐξεταζομένων, εἰμὴ ὅτι δὲν ἀφῆκαν ἐλεύθερον τὸ στάδιον τοῦ ἐκδίδειν τραπεζικὰ γραμμάτια ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ. Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσσήνης νὰ εἴπῃ ἂν αὐτὴ ἡ ἐλευθερία ᾖναι ἡ ἐλευθερία, τὴν ὁποίαν ἐννοεῖ καὶ ὑπερασπίζεται, καὶ τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιστήμη, κατὰ τὴν μίαν τῶν δύω γνωμῶν, θεωρεῖ ὡς ὑπερτέραν πάσης ἄλλης θεωρίας. Ἐγὼ ἀδιστάκτως δύναμαι νὰ ἀποφανθῶ, ὅτι ἡ Ἐπτάνησος δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ὑποστῇ συναγωνισμὸν πλειόνων τῶν δύω Τραπεζῶν. Σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε τὸ φρόνημά μου. Δὲν νομίζω, ὅτι αἱ ἀπόλυτοι θεωρίαι διέπουσι τὰ τῶν Τραπεζῶν, ἀλλ’ ὅτι αἱ περιστάσεις ἑκάστου τόπου πρέπει νὰ ἐξασκῶσι μεγάλην ἐπ’ αὐτῶν ἐπιῤῥοήν. Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ συναγωνισμοῦ τῶν Τραπεζῶν, ἀλλ’ οὐχὶ ἄνευ ὁρίου τινὸς καὶ περιορισμοῦ. Ἀλλ’ ἀγνοῶ τί δύναται νὰ ὑπαγορεύσῃ τὸ μέλλον· καὶ διὰ τοῦτο ἐπεριωρίσαμεν τὴν ἰσχὺν τῶν συμβάσεων μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς λήξεως τοῦ τῆς Τραπέζης προνομίου. Ἐλθούσης δὲ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ προνόμιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καταργεῖται, τὸ Κράτος ἔχει ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἐνώπιόν του ἐλευθέραν ἀπὸ παντὸς προνομίου, ἀπὸ παντὸς δικαιώματος Τραπέζης, ἐκδιδούσης τραπεζικὰ γραμμάτια· διότι οὔτε ἡ Ἰόνιος Τράπεζα θὰ δύναται νὰ παρουσιάσῃ δικαιώματα, οὔτε ἡ Ἐθνικὴ, οὔτε ἡ Πιστωτική. Καὶ ἴσως εἶναι καλὸν οἱ ἄγαν φιλελεύθεροι νὰ περιμείνωσιν ὀλίγον ἕως ὅτου σκεφθῶσι περὶ εἰσαγωγῆς εὐρυτέρου συστήματος καὶ ἰσχυρωτέρου ἀνταγωνισμοῦ, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἴσως ἡ κοινωνία γείνῃ ἰσχυρὰ, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἀνθέξῃ κατὰ τῶν συνεπειῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθωσιν ἀπὸ τὸν ἄκρατον ἀνταγωνισμὸν, ὃν ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκδίδειν τραπεζικὰ γραμμάτια δημιουργεῖ. Λανθάνεται ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης, ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ τοῦ παρατηρήσω, φρονῶν ὅτι ὁ κύριος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐθεώρησε τὰς συμβάσεις ταύτας ὡς ἐχούσας ἀξίαν, εἶναι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα αἱ Τράπεζαι παρεχώρησαν εἰς τὸ δημόσιον. Ἡμεῖς εἰς οὐδὲν ἐλογίσθημεν τὰς πρὸς τὸ δημόσιον παραχωρήσεις ἀπέναντι τοῦ περιορισμοῦ τοῦ τόκου εἰς 7%, διότι αὐτὸς ὁ περιορισμὸς μετὰ τοῦ συναγωνισμοῦ τριῶν Τραπεζῶν ἤθελον δώσει ἀμέτρους ὠφελείας εἰς τὴν κοινωνίαν· καὶ δι’ αὐτὸ μάλιστα, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ δευτέρα καὶ ἡ τρίτη σύμβασις· καὶ ὅταν ἐφέρθη ἐκ νέου εἰς συζήτησιν τὸ ζήτημα περὶ περιορισμοῦ τοῦ τόκου, ἡ κυβέρνησις εἶπε πρὸς ἀμφοτέρας τὰς Τραπέζας, ὅτι προτιμᾷ μᾶλλον νὰ παραλείψῃ τὰ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου συμφέροντα καὶ πλεονεκτήματα χάριν τοῦ περιορισμοῦ τούτου, ὅπως ὁ συναγωνισμὸς τῶν ἐργασιῶν τῶν Τραπεζῶν γίνεται ὑπὸ τὸ 7 καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τὸ 7%. Τὴν ἐξήγησιν ταύτην ἐνόμισα ἀναγκαίαν νὰ δώσω, ἀφοῦ τὸ ζήτημα πρόκειται ν’ ἀναβληθῇ. Ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῆς γεωργίας καὶ ὅτι ταύτην πρέπει νὰ ὑποστηρίξωμεν μᾶλλον παρὰ τὴν ἐμπορίαν καὶ τὴν βιομηχανίαν, ἔχω δύω παρατηρήσεις ν’ ἀντιτάξω. Ἐν πρώτοις, τότε μόνον δικαιοῦται ν’ ἀποφανθῇ, ὡς ἀπεφάνθη, ὅταν μᾶς προσφέρεται πρὸς ἐπιλογὴν ἢ ἡ συνδρομὴ ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς ἐμπορίας ἢ ἡ συνδρομὴ ὑπὲρ τῆς γεωργίας. Ἀλλ’ εἶναι ζήτημα μέγα ἂν πρέπει νὰ προτιμήσωμεν τὴν μὲν, ἀπὸ τὴν δέ· εἶναι ζήτημα σπουδαῖον, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τροχάδην δὲν λύεται· εἶναι δύσκολον νὰ κηρύξωμεν ἂν ἡ βοήθεια ἡ διδομένη ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς ἐμπορίας δὲν ἀξίζει τὸν κόπον καὶ εἶναι ἥττονος λόγου ἀξία, διότι ἀνάγκη μείζων ὑπάρχει ὑπὲρ τῆς γεωργίας· καὶ ταῦτα νὰ λέγωμεν καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπὲρ τῆς γεωργίας δὲν μᾶς προσφέρεταί τι. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος γνωρίζει κάλλιστα ὅτι αἱ προεξοφλητικαὶ Τράπεζαι, καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ Πιστωτικὴ, δὲν συνιστῶνται ὑπὲρ τῆς γεωργίας, δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἀληθὲς ὅτι δὲν τὴν συντρέχουσιν. Ἔχομεν ὅμως μίαν Τράπεζαν, τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν, ἡ ὁποία ἔλαβε τὸ προνόμιον τοῦ ἐκδίδειν τραπεζικὰ γραμμάτια ἴσα ἴσα χάριν τῆς γεωργίας· ὅσοι ἐνθυμεῖσθε τοὺς ὅρους τοῦ ἀρχικοῦ καταστατικοῦ της, καθὼς καὶ τοὺς ὅρους πολλῶν μετ’ ἔπειτα νόμων μεταβαλόντων τὸ καταστατικὸν ἐκεῖνο, γνωρίζετε ὅτι ὁ κύριος προορισμὸς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἦτο τὸ δανείζειν ἐπὶ ὑποθήκῃ ἀκινήτων. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἐκτελεῖται καὶ ἡ Τράπεζα δὲν τὸ ἀποκρύπτει, ἐνῷ συγχρόνως οἱ ἰσολογισμοί της τὸ μαρτυροῦν. Ἐὰν παρατηρήσετε κατὰ σύγκρισιν τοὺς ἰσολογισμοὺς τῶν τελευταίων ἐτῶν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, θέλετε ἴδει ὅτι ἐλαττοῦται τὸ ποσὸν τῶν ἐπὶ ὑποθήκῃ δανείων ἀντὶ ν’ αὐξάνῃ. Τὸ προνόμιον τοῦ ἐκδίδειν τραπεζικὰ γραμμάτια ἐδόθη τῇ Πιστωτικῇ διὰ τὰς προεξοφλητικὰς ἐργασίας καὶ οὐδαμῶς διὰ τὰ ἐνυπόθηκα δάνεια· ἀλλὰ συγχρόνως ὅτε συνωμολογοῦντο αἱ προκείμεναι συμβάσεις, συνωμολογεῖτο συγχρόνως καὶ σύμβασις περὶ Κτηματικῆς Τραπέζης, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβε μέρος κατὰ 1,000,000 καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα· ἡ σύμβασις αὕτη, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐσυζητήθη ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἀφῃρέθησαν ἐξ αὐτῆς δύω ἢ τρία ἄρθρα, οἱ δὲ ἱδρυταὶ τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης ἀπήντησαν ὅτι ἀπέχουσι τῆς ἱδρύσεως τῆς Τραπέζης ἕνεκα τῆς μεταῤῥυθμίσεως, ἣν ἐπήνεγκεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Δὲν ἠξεύρω ἂν τὸ ῥηθὲν παρὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου θέλῃ πραγματοποιηθῇ, ὅτι οὐδέποτε ἐν Ἑλλάδι θέλει συστηθῆ Τράπεζα κτηματικῆς πίστεως.

§173ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δύσκολον εἶπον.

§174ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἀδύνατον, μοὶ φαίνεται εἴπατε. Τὸ βέβαιον εἶναι, καὶ εἰς τοῦτο πρέπει νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὅτι εἶναι τὸ δυσκολώτερον ὅλων τῶν συστημάτων καὶ ὅλων τῶν μηχανισμῶν τῶν Τραπεζῶν· καὶ διὰ τοῦτο ἀπαντᾶται καὶ σπανιώτατα ἐν Εὐρώπῃ. Χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, καὶ εἰς τοῦτο θὰ ᾖναι σύμφωνος καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτι εἰς ἣν κατάστασιν ὑπάρχει ἀφ’ ἑνὸς τὸ σύστημα τὸ φορολογικὸν τῆς Ἑλλάδος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ ἰδιοκτησία ἡ ἀκίνητος, εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρωμεν Τράπεζαν, ἡ ὁποία νὰ δανείζῃ ἀποκλειστικῶς ἐπὶ ὑποθήκῃ· καὶ ἀπόδειξις εἶναι ἡ Ἐθνικὴ, ἡ ὁποία δὲν τὸ πράττει· διότι καταδιώκει τὴν γεωργίαν; ἄπαγε! ἐξ ἐναντίας μάλιστα καὶ τὴν ἐβοήθησεν εἰς χρόνους, κατὰ τοὺς ὁποίους πρὸς αὐτὴν δὲν προσεφέροντο κεφάλαια.

§175ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ συνδέσωμεν τὰ δύω συστήματα.

§176ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἐπροσπαθήσατε κατὰ τὰ 64· ἐσυνδέσατε τὴν κτηματικὴν μετὰ μιᾶς προεξοφλητικῆς, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ σύστημα· ἤδη ἐπανελήφθη ἡ αὐτὴ ἀπόπειρα μὲ διαφορὰν πολὺ μεγάλην, ὅτι οἱ ἱδρύσαντες τὴν Τράπεζαν αὐτὴν ἦσαν ὅλοι οἱ μεγάλοι οἶκοι τῆς Ἀνατολῆς.

§177ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δύω λέξεις θὰ εἴπω καὶ ἐγώ. Δὲν συμφωνῶ καθόλου τόσον μὲ τὸν χθὲς ἀγορεύσαντα βουλευτὴν Πατρῶν κ. Χαλικιόπουλον, οὔτε μὲ τὸν ἤδη καταβάντα τοῦ βήματος κ. Δεληγεώργην, ὅτι ἓν ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὡρισμένην ἰδέαν ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος ὡς ἀντιπολιτευόμενον πρὶν, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀκολουθήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἡ προηγουμένη κυβέρνησις εἶχε συνωμογήσει. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ πολιτεία ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὸ ἄτομον διὰ τὴν ὑποστήριξιν αὐτῆς καὶ τὴν ζωήν του καὶ τὴν κατάστασίν του· δὲν ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμά ποτε ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν τιμήν του, διότι ὅταν ὁ πολιτευόμενος πολιτεύεται ἐναντίον τῆς τιμῆς του εἶναι ἄχρηστος διὰ τὴν πολιτείαν. Τὸ ἠθικὸν πρόσωπον τῆς κυβερνήσεως βεβαίως εἶναι ἀδιάκοπον καὶ συνεχὲς, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὰς περιστάσεις, ἔχει καὶ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ κρίνετε. Εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη δὲν συμβαίνει ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὰ δεσποτικά· εἰς τὰ δεσποτικὰ, πᾶσα μεταβολὴ ἀτόμων δὲν φέρει κἀμμίαν ἀλλοίωσιν εἰς τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ κυβέρνησις εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη. Σᾶς ἀναφέρω, κύριοι, παραδείγματα προηγούμενα τῆς πατρίδος σας, καὶ θέλει συμφωνήσει ὁ κ. Δεληγεώργης μετ’ ἐμοῦ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἓν ὑπουργεῖον εἶχε δώσει ὑπόσχεσιν εἰς τὸν πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας, ὅτι θέλει συνδράμει τὴν χήραν Λόϋδ διὰ 10,000 λιρῶν στερλινῶν· τὸ διάδοχον δὲ ὑπουργεῖον, φρονίμως ποιοῦν, ἐσεβάσθη τὴν γνώμην τοῦ ἠθικοῦ προσώπου τῆς κυβερνήσεως καὶ ὑπεστήριξε τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε δόσει ἡ κυβέρνησις πρὸς μίαν δύναμιν.

§178ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐννοεῖτε νὰ μᾶς κατηγορήσητε καὶ διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς Λόϋδ;

§179Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὴ θυμώνετε καὶ μὴ μὲ διακόπτετε, κύριε Δεληγεώργη· δὲν σᾶς κατηγορῶ, διότι ἐγὼ σᾶς ὑπεστήριξα ὡς ὑπουργὸς τότε. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐχορήγει τὴν πίστωσιν, ὁ βουλευτὴς Ἑρμιονίδος κ. Μίλησης ὡμίλησε κατά· ἐὰν δὲ τότε ἐπήρχετο μία ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως καὶ ἐκαλεῖτο ὁ κ. Μίλησης ὡς πρωθυπουργὸς, ἦτον ὑποχρεωμένος νὰ εἴπῃ ὅτι τώρα, ὅπου ἔγεινα πρωθυπουργὸς, πληρόνω τὰς 10,000 λίρας; ὄχι, κύριοι· διότι τότε ὁ Ἄγγλος πρέσβυς θὰ ἐσχημάτιζε τὴν πλέον ὀλεθρίαν ἰδέαν περὶ τοῦ προσώπου αὐτοῦ τοῦ πολιτευομένου. Τὸ ζήτημα τὸ θεωρῶ ἐντελῶς ἀναμφίβολον, ὅτι ὅταν τις ἔχῃ μίαν ἰδέαν ὡς ἀντιπολιτευόμενος καὶ τὴν ἰδέαν του αὐτὴν ἐξέφρασε μετὰ πείσματος, δὲν δύναται, ὅταν ἔλθῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἐναντίαν ἰδέαν· διότι τότε δὲν φαίνεται πλέον ὅτι εἶναι ἄνθρωπος ἀρχῶν, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἄνθρωπος ἀκολουθῶν πάντοτε τὴν ἐξουσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν θυσιάζει ὅλας τὰς ἀρχάς του. Δευτέρα ὅμως κατηγορία ἦλθεν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τὸ παρὸν δὲν ἐφρόντισε νὰ ἀποταθῇ εἰς τὰς 2 ἢ 3 Τραπέζας καὶ νὰ ταῖς εἴπῃ ὅτι πρόκειται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰς συμβάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Δεληγεώργης. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ ἐνθυμηθῇ ὅτι οὐδέποτε ἡ κυβέρνησις ἀποτείνεται εἰς τοὺς διευθυντὰς καταστημάτων, ἀλλ’ οὗτοι ἔρχονται πρὸς αὐτήν. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς οὐσίας δὲν λαμβάνω τὸν λόγον, διότι καὶ ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ λόγος.

§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κεχαγιᾶ, εἶσθε ἐγγεγραμμένος.

§181ΠΟΛΛΟΙ. Κύριε Κεχαγιᾶ, ἀφήσατε (θόρυβος).

§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν.

§183ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Λοιπὸν ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν ἐπανάληψιν.

§184ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀναβάλλεται ἀορίστως, κ. πρόεδρε.....

§185ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Οἰκονομ.). Μολονότι ἐλπίζω, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς, θὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τῆς συζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸ τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, μολοντοῦτο διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον, τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύω νὰ συμβῇ καὶ τὸ ὁποῖον ἀπεύχομαι νὰ συμβῇ, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῇ ἡ κυβέρνησις εἰς τὴν ἀμηχανίαν ἐκείνην, εἰς ἣν θὰ εὑρεθῇ βεβαίως ἐὰν δὲν ἐπιψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ὡς πρὸς τὴν πληρωμὴν τῶν δαπανῶν τοῦ παρόντος μηνὸς, νομίζω ὅτι καθῆκον ἔχει ἡ κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ εἰδικῆς πιστώσεως διὰ τὰς δαπάνας τοῦ μηνὸς Μαρτίου.

§186ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§187ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). —Καὶ παρακαλῶ νὰ συζητηθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν σήμερον.

§188ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§189ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ ὅμως τὴν Βουλὴν, καίτοι παραδεχομένη τὴν πίστωσιν ταύτην, νὰ ἐπιληφθῇ καὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ περαιώσῃ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, εἰ δυνατὸν, πρὸ τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, διὰ νὰ παύσῃ ἡ ἀντισυνταγματικὴ ἀνωμαλία, εἰς ἣν πρὸ τριῶν μηνῶν διατελοῦμεν, δαπανῶντες καὶ φορολογοῦντες ἄνευ προϋπολογισμοῦ.

§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν· (ἀνεγνώσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως δι’ ἔξοδα τοῦ μηνὸς Μαρτίου τοῦ 1874 κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον καὶ ἐγένετο δεκτὸν· ἔχει δὲ ὡς ἔπεται)· «Ἄρθρον μόνον. Πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τοῦ μηνὸς Μαρτίου ε. ε. χορηγεῖται εἰς τὴν κυβέρνησιν πίστωσις ἴση μὲ τὸ ἓν δωδεκατημόριον τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1874.»

§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ, κύριοι, δυνατὸν νὰ μὴ γείνῃ συνεδρίασις τὴν Δευτέραν, πρέπει νὰ συνέλθωμεν αὔριον περὶ τὴν 10 αὔριον, διὰ νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Παραδέχεται ἡ Βουλή;

§192ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ νομισματογνώμονος. (Ἀνεγνώσθη καὶ ἐγένετο δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ περὶ ἐθνικῆς βιβλιοθήκης νόμου εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν). Ἔχομεν ἐπίσης εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τοῦ νενομοθετημένου προσωπικοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κτλ. (Ἀνεγνώσθη καὶ ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν).—Αὔριον λοιπὸν, κύριοι, ἔχομεν συνεδρίασιν εἰς τὰς 10 π. μ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 5½ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 28
2Τῆς 23 Μαρτίου 1874.
3(Σάββατον).
4Ὥρα 1 μ. μ.
5Μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης
6ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς
7προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν.
8§1ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Ἡ λογιστικὴ ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει εἰς τὴν
9Βουλὴν τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ μιᾶς αἰτήσεως τοῦ πρώην διευθυν-
10τοῦ τοῦ γραφείου κ. Ἀναστασίου Βαρελίδου.
11«Πρὸς τὴν Βουλήν.
12Εἰς τὸν πρώην Διευθυντὴν τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς Ἀνα-
13στάσιον Βαρελίδην ὀφείλεται μισθὸς ἀπὸ πρώτης Ἰουνίου π. ε.
14μέχρις ἑνδεκάτης Φεβρουαρίου ε. ε. Ὅθεν παρακαλεῖται ἡ Βουλὴ
15νὰ ἐγκρίνῃ, ὅπως συμπεριληφθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν
16ἐξόδων τῆς ἐνεστώσης συνόδου πίστωσις ἐκ δραχμῶν 2,510.
17Ἐν Ἀθήναις, τῇ 21 Μαρτίου 1874.
18Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ Ἐπιτροπή.
19Στέφ. Στεφανόπουλος, Αὐγ. Πετραλιᾶς, Χρ. Α. Χρηστόπου-
20λος, Κ. Κοσσονάκος, Κ. Κρίσπης, Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος.»
21§2ΡΟΥΚΗΣ. Δὲν ἐπληρόνετο ἄλλος διευθυντής;
22§3ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Πέρυσιν εἶχε διαφωνήσει τὸ λοιπὸν προε-
23δρεῖον πρὸς τὸν πρόεδρον κ. Δεληγιάννην. Ὁ κ. Δεληγιάννης
24δὲν συγκατετίθετο εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Βαρελίδου, ἂν καὶ ὅλα
25τὰ λοιπὰ μέλη τοῦ προεδρείου τὸν ὑπεστήριζαν.
26§4ΡΟΥΚΗΣ. Ἐπληρώσαμεν ἄλλον διευθυντήν;
27§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
28§6ΡΟΥΚΗΣ. Διὰ τὴν διαφωνίαν τοῦ γραφείου, πρέπει νὰ πλη-
29ρώσωμεν διπλά;
30§7ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Ὁ κ. Δεληγιάννης ἐπλήρωσε κακῶς, διότι
31κατὰ τὸν κανονισμὸν τὸ προεδρεῖον διορίζει τὸ προσωπικὸν τοῦ
32γραφείου.
33§8ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.
34§9ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Εἶναι ὀφειλόμενοι μισθοὶ καὶ ἑπομένως συμπλή-
35ρωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ.
36§10ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Τὸ δικαίωμα τοῦ κυρίου Βαρελίδου εἶναι
37ἀναμφισβήτητον.
38§11ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης.
39§12ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Τί σχέσιν ἔχει;
40§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῇ ἢ νὰ προβῇ εἰς
41τὴν συζήτησιν;
42§14ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ὑπάγονται εἰς
43τὴν αὐτὴν κατηγορίαν.
44§15ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Ἀφοῦ ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς ἀνεγνώρισεν ὅτι
45εἶναι δίκαιον αὐτὸ, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ συζήτησις.
46§16ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι περιττή.
47§17Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ τύπωσις εἶναι περιττὴ,
48διότι εἶναι συμπλήρωμα μιᾶς προτάσεως, ἣν ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν
49ἤδη.
50§18ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νὰ τυπωθῇ.
51§19ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι ἐναντίος νὰ πληρωθῇ ὑπάλληλος,
52ὁ ὁποῖος εἰργάσθη, ἀλλ’ εἰς τὴν ἰδίαν κατηγορίαν εἶναι καὶ ἄλ-
53λος ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος εἰργάσθη εἰς τὸ γραφεῖον τῶν στενο-
54γράφων ἕως χθὲς καὶ ἔχει πιστοποιητικὰ αὐτῶν.
55§20ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διαφορά. Εἰς τὴν προχθεσινὴν
56ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς δὲν συμπεριελήφθη αὐτὸ τὸ κονδύλιον,
57διότι δὲν ἐθεωρήθη ὡς ἀκαθάριστος ἀπαίτησις· εἶναι ἀπαίτησις
58βεβαιωμένη καὶ ζητεῖται συμπλήρωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ.
59§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντίῤῥησις γίνεται ὡς πρὸς τοῦτο, ὅτι πρέπει
60νὰ τυπωθῇ.
61§22Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κἀνεὶς δὲν ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀδικήσῃ
62κανένα· ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν τὴν πρωτοβουλίαν συνη-
63γοροῦντες ὑπὲρ ὡρισμένων προσώπων, δὲν ὑπηρετοῦν τὸν νόμον
64ἀδικοῦντες τοὺς ἄλλους, καὶ δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς νὰ ἔρχωνται
65καθ’ ἡμέραν μὲ νέαν ἀναφορὰν καὶ νὰ προσθέτουν συμπληρωτι-
66κοὺς προϋπολογισμούς. Προχθὲς παρεδέχθημεν νὰ ἀποσταλοῦν
67ὅλαι αἱ ἀπαιτήσεις τῶν δικαιούχων εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ
68τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ ὑποβάλῃ μίαν γενικὴν ἔκ-
69θεσιν, νὰ ἀποφασίσῃ δὲ ἡ Βουλὴ χορηγοῦσα ἢ οὔ συμπληρω-
70τικὴν πίστωσιν, καὶ νὰ ἱκανοποιηθοῦν ὅσοι εἶναι ἄξιοι. Λοιπὸν
71καὶ αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐκκαθα-
72ρίσῃ ἂν καὶ τί ὀφείλεται, διὰ νὰ τελειώσωμεν διὰ παντὸς ἐκ
73τῶν ἑκάστοτε ὑποβαλλομένων αἰτήσεων.
74§23ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ λογιστικὴ ἐπιτροπὴ δὲν
75συνηγορεῖ ὑπὲρ προσώπων, ἀλλ’ ὑπὲρ δικαίων. Ἡ ἐπιτροπὴ
76ἐμελέτησε τὴν αἴτησιν τοῦ κυρίου Βαρελίδου καὶ εὗρεν ὅτι ἔχει
77δίκαιον· ὑποβάλλει λοιπὸν σήμερον τὴν ἀπόφασίν της εἰς τὴν
78ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς. Τώρα ὁ κύριος Δημητριάδης λέγει, ὅτι ἡ
79Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ σταλῶσιν αἱ αἰτήσεις αὗται εἰς τὴν ἐπι-
80τροπήν. Τοῦτο ἔγεινε καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ζητεῖ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς
81πιστώσεως ταύτης. Δὲν συνηγορεῖ λοιπὸν ὑπὲρ προσώπων, ἀλλ’
82ὑπὲρ δικαίων.
83§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, δύω ἀντιῤῥήσεις ἐγένοντο. Ὁ
84κύριος Δημητριάδης προτείνει νὰ ἀναβληθῇ πᾶσα ἀπόφασις τῆς
85Βουλῆς μέχρις ὅτου ἐκκαθαρισθῶσι καὶ αἱ λοιπαὶ ἀπαιτήσεις.
86Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακα-
87λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν
88παρεδέχθη. Δευτέρα ἀντίῤῥησις εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῇ ἡ
89ἔκθεσις, καὶ τοῦτο τὸ λέγει καὶ ὁ κανονισμὸς (θόρυβος).
90§25ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε καὶ πρέπει νὰ
91πληρωθῇ, εἶναι ὁ κύριος Καλμοῦχος. Ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι αὐτὸς
92ἐργάζεται, πάντοτε καὶ προσπαθεῖ νὰ μᾶς εὐχαριστήσῃ ὅλους.
93Αὔριον εἶναι αἱ ἅγιαι ἡμέραι καὶ ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἀνάγκην ὁ
94ἄνθρωπος τῶν χρημάτων του.
95§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Καλμούχου.
96§27ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὰ περὶ αὐτοῦ λέγω νὰ τελειώσωμεν σήμε-
97ρον, διότι ἔρχονται αἱ ἅγιαι ἡμέραι.
98§28ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Βαρελίδης ἀπελύθη τῆς θέσεώς του
99ἀδίκως καὶ παρὰ τὸν κανονισμὸν, ἀλλ’ εἰς αὐτὸν ἐκλείσθη ἡ
100θύρα τῆς Βουλῆς. Διὰ τὸν Καλμοῦχον ὅμως εἶναι διαφορετικόν·
101αὐτὸς ἀπελύθη ὅπως δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπολυθῇ, ἐξηκολούθησεν
102ὅμως νὰ ἐργάζεται. Ὁ πρόεδρος δὲν εἶπεν ὅτι δὲν ἔχει ἐμπι-
103στοσύνην εἰς αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον καὶ πρέπει νὰ παύσῃ νὰ ἔρ-
104χεται. Αὐτὸς ἤρχετο καὶ εἰργάζετο καὶ ἐξηκολούθει νὰ ἐργά-
105ζεται. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔφερεν ἓν δικαίωμα ἐκκαθαρισμένον, παρέ-
106λειψε δὲ καὶ ἕνα, κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἀν-
107τίῤῥησις.
108§29ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Πολὺ κακῶς ὑπερασπίζεσθε τὸ δίκαιον τοῦ
109φίλου σας κ. Καλμούχου, διότι εἰς τὸν αὐτὸν κανόνα ὑπάγον-
110ται ὅλοι.
111§30Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Χωρὶς νὰ διαφιλονεικήσω ὅσα εἶπεν
112ὁ κύριος Δανόπουλος περὶ Καλμούχου, προσθέτω τὰ ἑξῆς· ὅτι
113ἔχει ἄδικον νὰ πιστεύῃ ὅτι ἡ ὑπόθεσις τοῦ Βαρελίδου εἶναι
114ὀλιγώτερον ἐκκαθαρισμένη καὶ ὀλιγώτερον δικαία. Ὁ κύριος
115Βαρελίδης διωρίσθη νομίμως, ὡρκίσθη, ἀλλ’ ἀπεβλήθη δι’ ἀκύρου
116ἐγγράφου. Ἑπομένως ὅτι δικαιοῦται εἶναι ἀναμφισβήτητον.
117§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν ἐπιτροπὴν νὰ φέρῃ ἔκθεσιν
118καὶ περὶ τοῦ κ. Καλμούχου.
119Ὁ κ. Κατσικογιάννης ὑποβάλλει τροπολογίαν τοῦ περὶ συν-
120τάξεως τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς νόμου.
121§32ΚΑΤΣΙΚΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι τὸ μετοχικὸν ταμεῖον
122βλάπτει κατά τι· κατὰ συνέπειαν φέρω τροπολογίαν καὶ παρα-
123καλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ.
124«Περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ συντάξεως τοῦ στρατοῦ
125τῆς ξηρᾶς Νόμου.
126Ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ὑπὸ στοιχ. ϞΑʹ. Νόμου τῆς 13
127Νοεμβρίου 1864 περὶ συντάξεως τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς ἀμέ-
128σως ἀνώτερος βαθμὸς, καθόσον ἀφορᾷ τὰ πρὸς σύνταξιν ἀπο-
129στρατείας δικαιώματα καὶ τὴν ἐκ τοῦ μετοχικοῦ ταμείου τοῦ
130κατὰ γῆν στρατοῦ ἀπόλαυσιν τῶν ἀπονεμομένων εὐεργετημάτων,
131κανονίζεται μετὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἐπιλοχίου παντὸς ὅπλου, σώ-
132ματος ἢ κλάδου, ὡς ἐπίσης καὶ μετὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἐνωμο-
133τάρχου ἀ. τάξεως τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς ὁ βαθμὸς τοῦ
134ἀνθυπασπιστοῦ.
135Πᾶσα ἄλλη διάταξις, ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα Νόμον,
136καταργεῖται.»
137§33ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἠμποροῦμεν νὰ
138λαλήσωμεν ἐπ’ αὐτῆς τῆς προτάσεως;
139§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, θὰ τυπωθῇ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμε-
140ρησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Μακρῆς ζητεῖ τὸν λόγον δι’ ἐπερώτησίν
141τινα.
142§35ΜΑΚΡΗΣ. Εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις τοῦ πολιτεύματος, τὸ
143102 ἄρθρον λέγει τὰ ἑξῆς. «Δι’ ἰδιαιτέρων νόμων, καὶ ὅσον
144ἔνεστι ταχύτερον, θέλει ληφθῆ πρόνοια περὶ διαθέσεως καὶ δια-
145νομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ περὶ ἐκκαθαρίσεως καὶ ἀποσβέσεως
146τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν δημοσίων χρεῶν.»
147Τὴν ἀνάγκην ταύτην προεῖδον καὶ ἐπεθύμησαν ὅλαι αἱ Συ-
148νελεύσεις ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως, ἦτο δὲ μία γενικὴ ἐπιθυμία
149ὅλου τοῦ λαοῦ. Συνεπῶς λοιπὸν ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
150μικῶν κ. Σωτηρόπουλος ἔφερε νόμον περὶ διανομῆς καὶ διαθέ-
151σεως τῆς ἐθνικῆς γῆς. Ἡ πεποίθησίς μου εἶναι, ὅτι ὁ κύριος
152Σωτηρόπουλος ἔπραξεν ἔργον εὐεργετικώτατον, καὶ, κατὰ τὴν
153ἰδιαιτέραν πεποίθησίν μου, εἶναι ἄξιος ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης.
154Ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι πλήρης, ἔχει ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, καὶ οἱ
155κάτοχοι δυνάμει τοῦ νόμου αὐτοῦ πρὸ δύω ἐτῶν ἐξακολουθοῦν
156νὰ προκαταβάλλουν, νὰ πληρόνουν γαίας, καὶ τὸ δημόσιον ἔχει
157εἰσπράξει πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν, ἴσως περὶ τὰ 2,500,000.
158Ἐπῆλθε μία ἀμφισβήτησις εἰς τὸν νόμον αὐτὸν ἕνεκα τοῦ 17
159ἄρθρου, διότι δὲν εἶχον ἐπικυρωθῆ τὰ πρωτόκολλα τῶν ἐκτι-
160μήσεων ἢ δὲν εἶχον ἐκδοθῆ τὰ παραχωρητήρια, καὶ εἰς ἄλλας
161ἐπαρχίας δὲν εἶχον γείνει ἐκτιμήσεις. Ἐπῆλθε λοιπὸν ἕνας νόμος
162συμπληρωτικός, διὰ τοῦ ὁποίου διατάσσεται τὸ ἑξῆς. (Ἀναγι-
163νώσκει τὸ σχετικὸν μέρος).
164Ὁ νόμος λέγει ῥητῶς, ὅτι ἡ καταβολὴ αὕτη ἡ δευτέρα πρέ-
165πει νὰ γείνῃ πρὸ τῆς πρώτης Ἀπριλίου 1874, καὶ αἱ ἡμέραι
166πλησιάζουν. Τί ὅμως συμβαίνει; Ἐνῷ τὸ δημόσιον ἐγγράφει εἰς
167ὑποθήκην τὸ κτῆμα τὸ ὁποῖον ἐδήλωσεν ὁ γεωργός, ἐνῷ ἐκπλει-
168στηριάζεται τὸ κτῆμα, ἐὰν δὲν πληρώσῃ μίαν ἢ δύο δόσεις καὶ
169ἂν τυχὸν τὸ κτῆμα ἦναι ἔλαττον, ἀναγκάζεται νὰ πληρώσῃ
170μέχρι συμπληρώσεως τοῦ τιμήματος. Ὑπάλληλοί τινες τοῦ ὑ-
171πουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἠξεύρω πόθεν παρακινούμενοι,
172διέταξαν ὥστε ἡ κυριότης, ἡ ὁποία ἀποκτᾶται δυνάμει τοῦ νό-
173μου αὐτοῦ, νὰ ἦναι διπλῆ, ἡ ἐπικαρπία νὰ δίδεται· ὅταν δὲ ὁ
174γεωργὸς ἔχῃ εἰς ἀνάπαυσιν τὸν ἀγρὸν καὶ πρόκειται νὰ τὸν
175βελτιώσῃ, τότε τὸ δημόσιον δικαιοῦται νὰ πωλῇ τὸν χόρτον
176αὐτοῦ καὶ νὰ μὴ ἦναι κύριος ὁ γεωργός, ἐνῷ ἐξακολουθεῖ νὰ πλη-
177ρόνῃ τὰς ἐτησίας δόσεις. Παρακαλῶ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν
178Μεσσήνης κ. Κουμουνδοῦρον, τὸν κ. Σωτηρόπουλον πρὸ πάντων,
179τὸν κ. Δεληγεώργην, ὡς εἰδημονεστέρους τοῦ νόμου αὐτοῦ, νὰ
180λάβουν τὸν λόγον νὰ ἀναπτύξουν τὸ ζήτημα αὐτό. Καὶ ἡ πε-
181ποίθησις καὶ ἡ γνώμη τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι
182τοιαύτη, ὅτι ἡ κυριότης ἀποκτᾶται ἐνόσῳ ἐξακολουθεῖ ὁ δη-
183λώσας νὰ προκαταβάλλῃ τὰς ἐτησίας δόσεις. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν
184ὅτι τὸ χόρτον ἀνήκει εἰς τοὺς δηλώσαντας, ὥστε ἐὰν ἡ Βουλὴ
185πεισθῇ, ἀμέσως νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα· ἄλλως εἶναι καλὸν νὰ ὑπο-
186βληθῇ εἷς ἑρμηνευτικὸς νόμος περὶ αὐτοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν
187κ. ὑπουργὸν νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ἀκολούθως θὰ ἀναπτύξω
188τὴν πρότασιν αὐτήν. Ἐπειδὴ δὲ ἔχει τὸ ζήτημα τοιαύτην σπου-
189δαιότητα, διότι μέχρι τῆς 1 Ἀπριλίου πρόκειται τὸ δημόσιον νὰ
190λάβῃ ἑκατομμύρια δραχμῶν καὶ ἐνδέχεται νὰ ἀδικῶνται οἱ
191γεωργοί, καθόσον ἔχουν ἀτόκως εἰς χεῖρας τοῦ δημοσίου πρὸ
192δύω ἐτῶν χρήματα, πρέπει νὰ τελειώσῃ ταχέως τὸ ζήτημα.
193§36ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἀξιότιμος
194βουλευτὴς Μέσης κ. Ζωχιὸς μοὶ ἀπηύθυνεν ἐπερώτησίν τινα
195προχθές, ὅτε δὲν ἤμην παρών. Ἡ ἐπερώτησίς του, ἐὰν δὲν ἀπα-
196τῶμαι, συνίσταται εἰς τοῦτο, τί ἀπεφασίσθη ἐπὶ τῆς ἀναφυείσης
197κατὰ τὸ παρελθὸν ἔριδος μεταξὺ τοῦ παρ’ ἐφέταις καὶ τοῦ παρὰ
198πρωτοδίκαις εἰσαγγελέως ἐν Κερκύρᾳ· εἶπε δὲ ὅτι πρέπει νὰ προ-
199σάξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα. Ἔρχομαι
200συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης νὰ γνωστοποιήσω ὅ,τι γι-
201νώσκω περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως. Φαίνεται πῶς κάτι τι εἶναι,
202κάποια ἔρις ἔλαβε χώραν μεταξὺ αὐτῶν. Ὁ ἀξιότιμος προκά-
203τοχός μου ἐνόμισε πρέπον, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἀξιοπρεπείας
204τῆς ὑπηρεσίας, νὰ στείλῃ τὸν παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ τότε ἀν-
205τεισαγγελέα κ. Λουριώτην, ὁ ὁποῖος ἐξεπλήρωσε τὴν ἀποστολὴν,
206ἔφερε τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ ὁ ἀξιότιμος προκά-
207τοχός μου κατὰ τὸ καθῆκόν του διεβίβασεν αὐτὰ εἰς τὸν εἰ-
208σαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὅτε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναλάβω
209τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, λόγου γενομένου
210περὶ εἰσαγγελέων, ἐπληροφορήθην ὅτι τὰ ἔγγραφα εὑρίσκονται
211εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Φυσικῶς κατὰ καθῆκον ὑπέμνησα εἰς τὸν
212εἰσαγγελέα νὰ δοθῇ ἓν πέρας ἐπὶ τῆς ἐκκρεμοῦς ταύτης ὑποθέ-
213σεως, ἡ ὁποία δὲν ἔχει παρὰ πειθαρχικὸν χαρακτῆρα. Ἄχρι
214τοῦδε ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἀπεφάσισε, καὶ ἰδοὺ διατί· ὁ παρὰ
215τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ εἰσαγγελεὺς ἐξαιρεῖται εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐ-
216τὴν, διότι εἷς τῶν εἰσαγγελέων τυγχάνει συγγενής του. Ἔμελλε
217λοιπὸν νὰ διεξαγάγῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ὁ παρὰ τῷ Ἀρείῳ
218Πάγῳ ἀντεισαγγελεύς, ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε, οὗτος εἶχε σταλῆ ὡς
219ἐπόπτης καὶ ἐσχάτως ἐπανῆλθεν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ὑπόθεσις ἀφορᾷ
220ἕνα ἀνώτερον ὑπάλληλον, ἐνόμισεν ἡ εἰσαγγελία ὅτι πρέπει νὰ
221ᾖναι πλῆρες τὸ δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου· ἀλλ’ ἀρειοπα-
222γῖται ἔλιπον, εἶχον ἀποσταλῆ ὡς ἐπόπται· ἐντεῦθεν λοιπὸν
223ἐπῆλθεν ἡ βραδύτης. Τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ὁμιλῶ ἴσως τὰ ἔγ-
224γραφα ὑπεβλήθησαν.
225§37ΡΩΜΑΙΟΣ. Προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις.
226§38ΖΩΧΙΟΣ. Ἀφ’ ὅτου ἦλθον ἐδῶ ὅλο ἀκούω ad calendas græ-
227cas· καὶ ὁ προκάτοχός σας μᾶς τὸ ἔῤῥιψε προχθὲς, ὅτι εἶναι ἐ-
228λάττωμα ἑλληνικόν. Τώρα τὸ ζήτημα εἶναι πάλιν ad calendas
229græcas, δηλαδὴ δὲν θὰ ἔλθῃ ποτέ.
230§39ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ σήμερον πρὸ μικροῦ ὑπέμνησα εἰς
231τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἐλπίζω ὄχι ad calendas
232græcas, ἀλλὰ συντόμως.
233§40ΡΩΜΑΙΟΣ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ποτὲ δὲν θὰ τὸ φέρετε.
234§41ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἦσθε βέβαιος, ὅτι ἡ δικαιοσύνη θὰ
235πράξῃ τὸ καθῆκόν της.
236§42ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
237Πρὶν ἀπαντήσω, Κύριοι, εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βου-
238λευτοῦ Μεσολογίου, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου
239περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ
240τοῦ ἔτους 1873, ἐκ δραχμῶν 371,840. Ὡς γνωστὸν, εἰς τὸν
241περυσινὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τὰ δάνεια
242καὶ τὸ χρεώλυτρον δανείων τινῶν ἐσημειώθησαν ἐπὶ τῇ βάσει
243τῶν συμβάσεων, τὰς ὁποίας ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις συνω-
244μολόγησε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν κύρω-
245σιν τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον αὐτῆς. Ἀλλ’
246ἐπειδὴ αἱ συμβάσεις αὗται μέχρι τοῦδε δὲν ἐκυρώθησαν, ἡ κυ-
247βέρνησις ἦτον ὑποχρεωμένη νὰ πληρώσῃ τοὺς τόκους καὶ τὸ
248χρεώλυτρον τῶν δανείων τούτων κατὰ τὰ κείμενα, ἤτοι κατὰ
249τὰς ἰσχυούσας συμφωνίας περὶ αὐτῶν τῶν δανείων. Ὡς συμ-
250πλήρωμα λοιπὸν τοῦ πληρωθέντος ποσοῦ ζητεῖται ἡ πίστω-
251σις αὕτη ἐκ δραχμῶν 371,840, διότι τὸ σημειωθὲν ποσὸν εἰς
252τὸν προϋπολογισμὸν, κατὰ τὰς συμβάσεις περὶ ὧν ὁ λόγος, δὲν
253ἐξήρκεσεν εἰς τὴν ἐξόφλησιν τοῦ τε τόκου καὶ τοῦ χρεωλύτρου
254τῶν περὶ ὧν πρόκειται δανείων.
255§43ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ νομίζω, κύριε ὑπουργὲ, δὲν ἐπιτρέ-
256πεται.
257§44ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Διατί;
258§45ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διότι μόνον ὅταν κυρωθῶσιν αἱ συμβά-
259σεις......
260§46ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου
261τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ εἶπεν ὅτι ἔγεινεν ἤδη ἡ πληρωμὴ αὐτοῦ
262τοῦ ποσοῦ, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ κατεβλήθη, καὶ ἡ πίστωσις ζη-
263τεῖται πρὸς τακτοποίησιν τῆς γενομένης πληρωμῆς.
264§47ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄλλος λόγος.
265§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε ἐπληρώθησαν;
266§49ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Αὐτὰς τὰς πληροφορίας ἔ-
267λαβον τοὐλάχιστον ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν
268Οἰκονομικῶν. Οἱ τόκοι καὶ τὸ χρεώλυτρον ἔπρεπε νὰ πληρω-
269θοῦν εἰς τὴν ὡρισμένην προθεσμίαν· ἡ προθεσμία ἔληξε καὶ
270ἡ πληρωμὴ ἔγεινε, πρᾶγμα ἁπλούστατον καὶ φυσικώτα-
271τον. Ἐὰν αἱ συμβάσεις κυρωθῶσι, θὰ ἰσχύσωσι διὰ τὸ μέλλον·
272ἢ ἐὰν ἰσχύσουν καὶ διὰ τὸ παρελθὸν, τότε ἡ Τράπεζα, ἡ ὁ-
273ποία ἔλαβε τὰ ποσὰ αὐτὰ, ὀφείλει νὰ τὰ ἐπιστρέψῃ βεβαίως,
274καὶ θὰ τὰ ἐπιστρέψῃ.
275§50ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον, μάλιστα.
276§51ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἀπαντῶ εἰς τὴν ἐπερώτη-
277σιν τοῦ κυρίου Μακρῆ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὸ ζήτημα τοῦτο
278ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἀπόφασίν μου ἐκ μέρους τῆς ὑπηρεσίας, ἐγὼ
279δὲ ἀληθῶς ἐξέφρασα εὐθὺς ἀμέσως καὶ ἄνευ ἐπιφυλάξεώς τινος
280τὴν ἰδέαν αὐτήν· ὅτι δηλονότι ἡ διάταξις ἡ σχετικὴ τοῦ
281περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὅταν
282τὶς πληρώσῃ μετὰ διετίαν ἀπὸ τῆς δηλώσεως τὴν πρώτην δό-
283σιν τοῦ δηλωθέντος κτήματος πρὸ τῆς πρώτης Ἀπριλίου, ἀ-
284παλλάσσεται τῆς πληρωμῆς δικαιώματος ἐπικαρπίας· ἐξέφρασα,
285λέγω, τὴν γνώμην, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ
286τῶν λειβαδίων. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία μοῦ ἀντέταξε γνωμοδότη-
287σιν τοῦ παρὰ τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν δικαστικοῦ συμ-
288βούλου, τὴν ὁποίαν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶχε προκαλέσει ὁ ἔντι-
289μος προκάτοχός μου. Κατὰ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ δικαστικοῦ
290Συμβούλου, ἡ διάταξις αὕτη ἡ ἀφορῶσα τὰς ἀσκεπεῖς γαίας
291τὰς σπειρωμένας δημητριακοὺς καρποὺς καὶ ἀποδιδούσας ἑ-
292πομένως δικαίωμα ἐπικαρπίας πρὸ τῆς παραχωρήσεως αὐτῶν
293εἰς τοὺς δηλωτὰς αὐτῶν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἐφαρμόζεται
294καὶ ἐπὶ τῶν λειβαδίων τῶν ὁποίων ὄχι ἡ ἐπικαρπία, δηλαδὴ
295τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, ἀνήκει εἰς τὸ δημόσιον, ἀλλὰ τὸ
296ὁλοκάρπωμα. Ὅταν μοῦ ἐπαρουσιάσθη ἡ γνώμη αὕτη τοῦ
297κυρίου δικαστικοῦ Συμβούλου, βεβαίως ὤφειλον νὰ ὑποχωρήσω
298εἰς αὐτὴν καὶ ὑπεχώρησα, πάντοτε ὅμως ἐξηκολούθουν νὰ ἔχω
299τὴν ἰδέαν, διατί νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς μιᾶς
300κατοχῆς καὶ τῆς ἄλλης. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἀξιότιμος κύριος Μα-
301κρῆς ἐπέμενεν ἰσχυριζόμενος, ὅτι μία καὶ μόνη διάταξις τοῦ νόμου
302πρέπει νὰ διέπῃ ὅλας τὰς ἐθνικὰς γαίας, εἴτε γαῖαι εἶναι εἴτε
303λειβάδια, τὰ ὁποῖα ἐδηλώθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ
3041871, ἐνόμισα καλὸν νὰ προκαλέσω τὴν γνωμοδότησιν καὶ ἑ-
305τέρων, νομομαθῶν. Ἀλλὰ καὶ ἡ γνωμοδότησις αὐτῶν δυστυ-
306χῶς ὡς πρὸς τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὁ ἀξιότιμος
307συνάδελφός μας κύριος Μακρῆς, ἡ γνωμοδότησις τῶν δικηγό-
308ρων, τὴν ὁποίαν χθὲς ἔλαβον, δὲν ὑποστηρίζει παντάπασι τὴν
309γνώμην τοῦ κυρίου Μακρῆ, ἀλλ’ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν γνώ-
310μην τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου τοῦ παρὰ τῷ ὑπουργείῳ τῶν
311οἰκονομικῶν ἐργαζομένου. Καὶ μολοντοῦτο, καίτοι ἔχων ὑπ’ ὄ-
312ψιν τοιαύτην γνώμην ἐκ μέρους διακεκριμένων νομομαθῶν, οὐ-
313δὲν ἧττον δὲν ἔπαυσα νὰ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω ὑπὸ σκέψιν τὸ
314ἀντικείμενον περὶ τοῦ ὁποίου ἐλάλησε πρὸ μικροῦ ὁ κύριος Μα-
315κρῆς, καὶ καλῶς ἔπραξε νὰ προκαλέσῃ καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἑρ-
316μηνεύσῃ τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ νόμου, περὶ διαθέσεως τῆς
317ἐθνικῆς γῆς, τοῦ 1871. Ἐζήτησα πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τὸ ὑπουρ-
318γεῖον, καὶ ἐλπίζω νὰ τὰ λάβω, τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ τῆς ὑ-
319ποθέσεως ταύτης, ἐν οἷς περιέχεται ἡ γνώμη τοῦ δικαστικοῦ
320Συμβούλου καὶ τῶν νομομαθῶν, τῶν ὁποίων τὴν γνώμην, κα-
321θὼς Σᾶς εἶπα, ἐπροκάλεσα χθές. Ἐὰν τὰ ἔγγραφα ταῦτα φθά-
322σουν πρὶν προβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, θέλω τὰ κα-
323θυποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν
324τόσον ἡ Βουλὴ, ὅσον καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι
325θέλουν λάβει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήμα-
326τος. Ἀλλὰ νομίζω καλὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ ζη-
327τήματος τούτου διὰ νὰ ἐξετασθῇ καλλίτερον ἡ ὑπόθεσις,
328μὴ τυχὸν ὑποπέσωμεν εἰς σφάλμα τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ
329βλάψῃ τὰ συμφέροντα οὐ μόνον τῶν δηλωτῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ
330δημοσίου.
331§52ΜΑΚΡΗΣ. Ἡ οἰκονομία, κύριοι, τοῦ νόμου εἶναι πολὺ ῥητή
332Ἀκούσατε, σᾶς παρακαλῶ. Λέγει ὁ συμπληρωτικὸς νόμος
333«ἐντὸς τῶν ἐθνικῶν ἢ ἐκκλησιαστικῶν λειβαδίων».
334Λοιπὸν δὲν παραχωροῦνται μόνον τὰ ποιμνιοστάσια καὶ ὅσα
335μέρη χρησιμεύουν διὰ καλύβας. Συμφώνως πρὸς τὸν νόμον αὐ-
336τὸν τὸν συμπληρωματικὸν ἔρχεται ὁ νόμος ὁ πρῶτος περὶ
337διαθέσεως, ὅστις λέγει εἰς τὸ 3ον Ἄρθρον. «Διανεμητέαι γαῖαι
338εἰσὶν ἅπασαι αἱ καλλιεργούμεναι καὶ καλλιεργήσιμοι ἐθνικαὶ
339γαῖαι.»
340Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ τὸ Β. Διάταγμα «ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ
341ἄρθρον 3,..... ἐξαιροῦνται τῆς διανομῆς, καθὸ χρήσιμοι
342πρὸς δημοσίους καὶ δημοτικοὺς σκοπούς.....»
343Ἔχει ὅλας τὰς γαίας ἐν Ἑλλάδι, αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουν
344πρὸς διάθεσιν, καὶ τὰς ἐξῄρεσε τὸ Β. Διάταγμα, δυνάμει τοῦ
345ἄρθρ. 3 τοῦ Νόμου αὐτοῦ. Τώρα λοιπὸν δὲν εἶναι αὐτὸ ζήτημα,
346δὲν ἐπιδέχεται κατὰ τὴν ἰδέαν μου ἀμφιβολίαν, ὡς λέγει ὁ
347κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καθόσον ἀπὸ πρώτης Ἀπρι-
348λίου ἄρχονται αἱ ἐνοικιάσεις τῶν λειβαδίων, δηλαδὴ αἱ ὑπο-
349χρεώσεις τῶν ἐνοικιαστῶν πρὸς τὸ δημόσιον, καὶ τὰ δικαιώ-
350ματα τῶν καταβαλόντων τὸ τίμημα τῆς δευτέρας δόσεως.
351Ὅταν λοιπὸν ἀρχίσῃ μία προκήρυξις καὶ εἷς οἰκονομικὸς ἔφο-
352ρος εἴπῃ ὅτι δὲν ἐξῄρεσε τὰς γαίας αὐτὰς, ὅσας ἐδήλωσαν
353πρὸ διετίας καὶ δι’ ὅσας προκατέβαλον τὴν ἐτησίαν δόσιν,
354τότε ὁ ἐνοικιαστὴς δικαιοῦται ἀπέναντι τοῦ δημοσίου νὰ ἐ-
355νάξῃ τὸ δημόσιον καὶ νὰ εἴπῃ, ἐγὼ δικαιοῦμαι νὰ ἔχω εἰς
356τὴν ἐξουσίαν μου τὰς γαίας αὐτὰς διότι τοὺς ἐνοικίασα ὅλας, οἱ
357δὲ κάτοχοι θὰ ἐνάξουν τὸ δημόσιον, λέγοντες ὅτι ἔχουν πωλήσει
358τὸ χόρτον τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς αὐτοὺς καὶ ὅτι ὁ νόμος εἶναι
359ῥητὸς καὶ δὲν ὑπόκειται εἰς καμμίαν ἐξαίρεσιν τὸ χόρτον οὔτε
360δυνάμει τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ συμπληρωτικοῦ νόμου, οὔτε τοῦ ἄρθρ.
3613 τοῦ πρώτου νόμου περὶ διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν.
362Παρατηρήσατε ποία ἀδικία γίνεται· πρὸ διετίας τὸ δη-
363μόσιον ἔχει χιλιάδας δραχμὰς εἰς χεῖράς του, πρόκειται
364δὲ ἀπὸ τῆς πρώτης Ἀπριλίου νὰ λάβῃ πολλὰς χιλιά-
365δας δραχμῶν ἐκ μόνων τῶν δηλώσεων. Διατί λοιπὸν νὰ αὐ-
366ξήσῃ τὸ κακὸν αὐτὸ καὶ νὰ καταστραφῇ ὑπόθεσις, ἥτις ἀφορᾷ
367ὅλον τὸ Κράτος; διότι δὲν εἶναι μόνον τὰ ἐθνικὰ λειβάδια. Ὑ-
368ποθέσατε, ὅτι ἐγὼ ἔχω μίαν ἔκτασιν τοιαύτην καὶ τὴν ἔχω
369δηλώσει ἐκτὸς τῶν ἐθνικῶν λειβαδίων. Εἰς τὴν Πελοπόννησον
370ὑπάρχουν τοιαῦται δηλώσεις διὰ νὰ ἔχουν τὸ χόρτον. Κατὰ
371τὴν ὤθησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωσαν οἱ οἰκονομικοὶ ἔφοροι κατὰ τῶν
372ἐνοικιαστῶν, δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄλλως. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι
373εἶναι ἀνάγκη νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ὅσον εἶναι δυνατὸν ταχύτε-
374ρον πρὸ τῆς πρώτης Ἀπριλίου, καὶ ἀπορῶ διατὶ ὁ κύριος Κου-
375μουνδοῦρος καὶ Σωτηρόπουλος δὲν λαμβάνουν τὸν λόγον ἐπ’
376αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, διὰ νὰ ἐξηγήσουν τὸ πνεῦμα τοῦ νό-
377μου. Κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, δὲν ἐξαιροῦνται αἱ γαῖαι αὐταί.
378Διατὶ λοιπὸν πρὸ τῆς πρώτης Ἀπριλίου νὰ μὴ ἀφαιρέσωμεν
379τὴν κυριότητα αὐτὴν ἀπὸ τοὺς κατόχους; Τὸ ζήτημα, κύριοι,
380εἶναι σπουδαιότατον, πρόκειται περὶ μεγάλων συμφερόντων, καὶ
381πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ταχύτερον.
382§53ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ συγχωρεῖτε, κύριε, Μακρῆ, μίαν παρα-
383τήρησιν;
384§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κύριος Καράπαυλος.
385§55ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, δύο λέξεις. Δὲν εἶναι ἀμφιβο-
386λία ὅτι ὅστις ἠγόρασε τοιαύτην γῆν, ὅτι ἀνήκει εἰς αὐτόν. Εἶ-
387μαι σύμφωνος ἕως ἐδῶ μαζύ σας. Ἀλλ’ αὐτὸς ὀφείλει νὰ
388πληρώσῃ ἔγγειον φόρον ἢ ὄχι;
389§56ΜΑΚΡΗΣ. Μάλιστα.
390§57ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως συμβαίνει τὸ
391ἑξῆς· σεῖς ὡς κύριος Μακρῆς ἐπήρατε μίαν ἔκτασιν 50 στρεμ-
392μάτων.
393§58ΜΑΚΡΗΣ. Παρακαλῶ· ἐὰν τὰς ἐνοικίασα, θὰ πληρώσω τὸ
3945%. (θόρυβος). Τὸν ἐνόησα τὸν κύριον Δανόπουλον τί θὰ
395εἰπῇ.
396§59ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς μένετε ἀφορολόγητος αἰώνια.
397§60ΜΑΚΡΗΣ. Πρέπει νὰ γείνῃ δήλωσις καὶ νὰ πληρώσω τὸ 5%.
398§61ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ οὔτε τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτί-
399μου βουλευτοῦ Μεσολογγίου, οὔτε τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους
400ἐπρότεινε, διότι τὰ δικαστήρια πρὸς ἑρμηνείαν τοῦ νόμου δὲν
401ὀφείλουν νὰ ὑποκύψουν παρὰ εἰς νόμον ἑρμηνευτικόν· οἱαδήποτε
402καὶ ἂν ᾖναι ἡ ἐξήγησις τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸν
403νόμον αὐτὸν, πιστεύω ὅτι ἡ ἐξήγησις αὕτη δὲν θὰ ἔχῃ καμ-
404μίαν ἐπιῤῥοήν.
405§62ΜΑΚΡΗΣ. Θὰ ἔχῃ δογματικῶς.
406§63ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δογματικῶς δὲν ἑρμηνεύονται οἱ νόμοι.
407§64ΜΑΚΡΗΣ. Διατί, ἀφοῦ εἶναι κατεπείγουσα ἡ ὑπόθεσις;
408§65ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν ἑρμηνεύονται, κύριε Μακρῆ, οἱ νόμοι
409δογματικῶς· τὸ Σύνταγμα προνοεῖ περὶ νόμων ἑρμηνευτικῶν.
410Ἂν θέλετε νὰ ἑρμηνεύσητε τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ νόμου ὑπὸ τὴν
411ἔννοιαν τὴν ὁποίαν δίδετε, τότε πρέπει νὰ ὑποβληθῇ νόμος ἑρ-
412μηνευτικὸς καὶ αὐτὸς ὁ νόμος νὰ ὑποχρεοῖ τὰ δικαστήρια, ἄλ-
413λως ὅ,τι δήποτε ἀποφανθῶμεν σήμερον, δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν ἐ-
414πιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν δικαστηρίων· καὶ κατὰ μείζονα λόγον, διότι
415καί τοι κατ’ οὐσίαν ἔχει δίκαιον ὁ κύριος Μακρῆς, καὶ εἶναι δί-
416καιον νὰ λάβωμεν ἓν τοιοῦτον νομοθέτημα συνεπῶς πρὸς τὰ
417ῥήματα τοῦ νόμου, δὲν ἔχομεν δίκαιον ἐνώπιον τῶν δικαστη-
418ρίων. Ἠρωτήθην καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομι-
419κῶν καὶ δὲν ἐδίστασα νὰ ἀποφανθῶ, ὅτι τὸ ῥῆμα τοῦ νόμου
420δὲν δίδει δίκαιον εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Μακρῆ· ἴσως ἡ
421πρότασις εἶναι δικαία κατ’ οὐσίαν, ἴσως οἱ ἄνθρωποι καταβάλ-
422λοντες τὸ τίμημα ὀφείλουσι νὰ ὠφεληθῶσιν ὄχι μόνον τὸν φό-
423ρον τῆς ἐπικαρπίας, ἀλλὰ καὶ πᾶν νόμιμον ὠφέλημα. Ὅταν ὁ
424Νόμος λέγῃ, ὅτι μόνον ὁ φόρος χαρίζεται τῆς ἐπικαρπίας, εἶναι
425πασίγνωστον, ὅτι ἡ κυριότης δὲν μεταβάλλεται ποτὲ εἰς γενι-
426κὴν, ἀλλ’ ἀποτελεῖ εἰδικὴν τοιαύτην· τοιοῦτος νόμος οὔτε ἐξ-
427εδόθη οὔτε δύναται νὰ ἐκδοθῇ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀ-
428ναγνωρισθῇ ὅτι μεταβάλλεται ἡ κυριότης διότι χαρίζεται ἡ
429ἐπικαρπία. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην αὐτὴν, θὰ κατα-
430στήσωμεν ὅλον αὐτὸν τὸν κόσμον κυρίους. Τοῦτο θέλει ὁ κύριος
431Μακρῆς. Τώρα ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν ζητοῦν νὰ ἔχῃ ἡ καλλιέρ-
432γεια, δὲν εἶναι παρακολούθημα τῆς κυριότητος· πρέπει νὰ πα-
433ραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ κυριότης περιῆλθε, μετεβιβάσθη, ὅτι ἔγεινεν
434ἀπόλυτος κυριότης, καὶ τότε οἱ κύριοι οὗτοι θὰ ἔχουν τὸ δι-
435καίωμα νὰ ἔχωσιν ὁλόκληρον τὸ κτῆμα καὶ τὴν νομὴν ὁλό-
436κληρον· διότι, ὅπως ἀπεφάσισεν ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος τοῦ
437Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἐντελῶς κύριοι.....
438§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ ἐννοεῖ ὁ νόμος.
439§67ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τότε νὰ τὸ καθαρίσωμεν διὰ νόμου ἑρμη-
440νευτικοῦ, διότι, ὅπως εἶναι τὸ ῥῆμα τοῦ νόμου, δὲν εἶναι δυνα-
441τὸν νὰ εὕρουν δίκαιον ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων· διότι, ἀφοῦ
442λέγει ὅτι μόνον τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας χαρίζεται, πῶς
443εἶναι δυνατόν; ἂς γείνῃ λοιπὸν νόμος ἑρμηνευτικός.
444§68ΜΑΚΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριε, ὑποβάλλω ἓν ἄρθρον ἑρ-
445μηνευτικὸν ὡς ἑξῆς·
446«Οἱ δηλώσαντες πρὸ διετίας ἐθνικὰς γαίας καὶ προκαταβαλόν-
447τες τὴν ἐτησίαν δόσιν πρὸ τῆς αʹ Ἀπριλίου 1874 γίνονται κύ-
448ριοι τοῦ χόρτου καὶ μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῶν παραχωρητηρίων,
449ἐνόσῳ κατ’ ἔτος, συμφώνως μὲ τὸ 8 ἄρθρον τοῦ αὐτοῦ νόμου,
450προκαταβάλλουσι τὰς ἐτησίας δόσεις τοῦ τιμήματος τῶν δη-
451λωθεισῶν γαιῶν.»
452§69ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὸ συμπληρώσετε, κύριε Μακρῆ.
453§70ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤμην, κύριοι, ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ,
454διότι εἰργαζόμην εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ
455δὲν ἤκουσα τὶ ἠγόρευσαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· ἠξεύρω
456ὅμως τὸ ἀντικείμενον, διὰ τὸ ὁποῖον γίνεται λόγος, καὶ δύ-
457ναμαι ἐκ τοῦ προχείρου νὰ εἴπω τὶ φρονῶ περὶ αὐτοῦ. Ὅταν
458συνετάχθη ὁ νόμος, περὶ διαθέσεως καὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς
459γῆς, καθὼς καὶ ὁ περὶ διανομῆς τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν,
460ἡ διάταξις ἐκ τῆς ὁποίας ἠγέρθη ἡ προκειμένη ἀμφισβήτησις
461δὲν συμπεριελήφθη εἰς αὐτόν. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι συνετάξαμεν τοὺς
462νόμους ἐκείνους, εἴχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἤθελεν
463ἐνεργήσει ὅλα τὰ καθήκοντα τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἐπιβάλ-
464λουσι καὶ ἤθελεν ἐφοδιάσει ὅσον ἦτο δυνατὸν ταχύτερον
465τοὺς δικαιούχους μὲ τὰ παραχωρητήρια, δυνάμει τῶν ὁποίων
466ἤθελον θεωρηθῆ ἰδιοκτῆται τῶν φυτειῶν καὶ γαιῶν, τὰς ὁποίας
467κατὰ τὰς διατάξεις τῶν νόμων ἐκείνων ἤθελε διαθέσει. Ἀλλ’
468ἐπειδὴ πάντοτε ἐξεδηλώθη μία δυσπιστία πρὸς τὴν κυβέρνησιν,
469καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων βλέπω καὶ ἐγὼ ὅτι δὲν ἦτο ἄδικος ἡ
470δυσπιστία αὐτὴ, τινὲς τῶν κυρίων βουλευτῶν ἀντέταξαν ὅτι
471ἐὰν ἡ κυβέρνησις περιορισθῇ εἰς τὸ νὰ λαμβάνῃ μόνον τὰς προ-
472καταβολὰς, παραμελήσῃ δὲ νὰ ὁρίσῃ τὴν διευθέτησιν τῶν
473γαιῶν καὶ φυτειῶν, αἱ ὁποῖαι ἤθελον δηλωθῇ, καὶ τὴν ἔκδοσιν
474τῶν παραχωρητηρίων, τί θὰ γείνῃ εἰς τοιαύτην περίστασιν;
475Ἡμεῖς εἴπομεν ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν, διότι καμμία κυ-
476βέρνησις σεβομένη ἑαυτὴν δὲν θέλει κατασταθῆ ἔνοχος μιᾶς
477τοιαύτης ἀδιαφορίας, δὲν θέλει ὑποπέσει εἰς τὸ ἔγκλημα, ἀφοῦ
478εἰσπράξει τὰ χρήματα τῶν προκαταβολῶν, νὰ μὴ κάμῃ μήτε
479καταμέτρησιν, μήτε ἔκδοσιν παραχωρητηρίων. Αὐτοὶ ὅμως ἐπέ-
480μενον καὶ ἔλεγον, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ τὸ τοιοῦτον, οὐχὶ ἀπὸ
481κακὴν πρόθεσιν, ἀλλὰ ἀπὸ ἄλλα αἴτια· ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἔχῃ
482ὑπαλλήλους διὰ νὰ ἐκδώσῃ τὰ παραχωρητήρια. Ἐπρότειναν λοι-
483πὸν τὴν προσθήκην τοῦ ἄρθρου, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται,
484καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον, ἐὰν παρέλθωσι δύω ἔτη ἀπὸ τῆς ἐγκρίσεως
485οἱασδήποτε δηλώσεως καὶ δὲν ἐκδοθῇ τὸ παραχωρητήριον, τό-
486τε ὁ δηλώσας νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ πληρώσῃ τὴν δόσιν
487συμφώνως μὲ τὴν γενομένην ἐκτίμησιν καὶ νὰ ἀπαλλάσσηται
488ἀπὸ τὴν ἐπικαρπίαν· εἶπον δὲ, νὰ ἀπαλλάσσηται ἀπὸ τὴν ἐπι-
489καρπίαν, καθόσον ἐνόμισαν ὅτι πρόκειται περὶ γαιῶν καλλιερ-
490γουμένων· διότι ἂν ἐπρόκειτο περὶ γαιῶν ἀκαλλιεργήτων, δὲν
491θὰ εἶχον κἀνὲν συμφέρον νὰ ἀπαλλαχθοῦν ἀπὸ τὴν πληρωμὴν
492οἱουδήποτε δικαιώματος καὶ νὰ σπεύσουν νὰ πληρώσουν τὴν
493δόσιν. Αὐτοὶ προσφέρονται νὰ πληρώσουν τὴν δόσιν τοῦ τιμή-
494ματος, διὰ νὰ λάβωσιν ἓν συμφέρον· καὶ τὸ συμφέρον αὐτὸ ἦτο,
495νὰ μὴ φορολογηθῇ ὡς ἐθνικὸς ὁ καρπὸς, ὅστις ἔμελλε νὰ παρα-
496χθῇ ἀπὸ τὴν γῆν εἴτε ἀπὸ τὴν φυτείαν, τὴν ὁποίαν ἐδή-
497λωσαν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μὴ παραχθῇ κἀνεὶς καρπὸς,
498ἐννοεῖται, ὅτι αὐτοὶ δὲν εἶχον κἀνὲν συμφέρον νὰ ζητή-
499σωσι νὰ πληρώσωσι τὴν δόσιν, ἀλλ’ ἤθελον περιμένει νὰ ἐκ-
500δοθῇ τὸ παραχωρητήριον. Συναινοῦντος δὲ καὶ τοῦ ὑπουργοῦ,
501ἐγένετο δεκτὴ ἡ προσθήκη αὕτη. Τὸ κατ’ ἐμὲ φρονῶ, ὅτι ἡ διά-
502ταξις αὕτη δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς δηλώσαντας, νὰ κατα-
503σταθοῦν ἰδιοκτῆται τῶν γαιῶν καὶ τῶν φυτειῶν τὰς ὁποίας
504ἐδήλωσαν, καὶ ἄνευ τῆς ἐκδόσεως παραχωρητηρίων· τουτέστι νὰ
505μὴ ὑποβάλλωνται εἰς πληρωμὴν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπι-
506καρπίας.
507Ἀλλ’ ἐνταῦθα παρουσιάζονται καὶ γαῖαι αἱ ὁποῖαι ἐ-
508δόθησαν χωρὶς νὰ ᾖναι σπαρμέναι καὶ φυτευμέναι παρὰ χόρ-
509τον· καὶ τὸ χόρτον αὐτὸ βεβαίως εἶναι ἕνας καρπὸς, μία πρό-
510σοδος· δὲν ἐννοῶ λοιπὸν διατί, ἀφοῦ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι σπείρουν
511τὸν ἀγρὸν καὶ παράγουν μίαν μεγάλην πρόσοδον, ἀφοῦ ἐκεῖνοι
512οἱ ὁποῖοι ἔχουν φυτείας καὶ σταφίδας καὶ ἀμπέλους καὶ ἔχουν
513βεβαίως μίαν μεγάλην πρόσοδον, ἀφοῦ ὅλοι αὐτοὶ δύνανται διὰ
514τῆς πληρωμῆς νὰ ἀπαλλάσσωνται ἀπὸ τὴν πληρωμὴν παντὸς
515δικαιώματος, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐδικαιοῦτο τὸ δημό-
516σιον νὰ λαμβάνῃ ἀπὸ τὰς γαίας ταύτας, δὲν ἐννοῶ λέγω, διατὶ
517ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι παράγουν μόνον χόρτον, νὰ μὴ ἦναι ὑποχρεω-
518μένοι, ὥστε τὸ δημόσιον νὰ λάβῃ τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα
519μέχρι τοῦδε ἐλάμβανε· διότι καὶ τὸ χόρτον εἶναι ἓν εἰσόδη-
520μα. Φρονῶ ὅτι καὶ αὐτοὶ, ἀφοῦ πληρώσουν τὴν δόσιν, ἔχουν τὸ
521δικαίωμα νὰ ζητήσουν νὰ ἦναι ἀπηλλαγμένοι παντὸς δικαιώ-
522ματος τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε τὸ δημόσιον ἐλάμβανεν ἀπὸ τὸ
523χόρτον αὐτὸ, διότι καὶ ἡ ἐνοικίασις τοῦ χόρτου τὴν ὁποίαν
524κάμνει τὸ δημόσιον δὲν εἶναι παρὰ μία ἐπικαρπία. Κατὰ τὴν
525ἰδέαν τὴν ἐδικήν μου, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη οὐδενὸς
526συμπληρωτικοῦ ἢ ἑρμηνευτικοῦ νόμου· φρονῶ ὅτι, ὅστις ἐδήλω-
527σε πρὸ διετίας καὶ δὲν ἔλαβε μὲν παραχωρητήριον, ἀλλὰ
528προσφέρεται νὰ πληρώσῃ τὴν δόσιν τοῦ τιμήματος, αὐτὸς ἔχει
529τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ δημόσιον νὰ θεωρῇ τὴν γῆν
530του ὡς ἐθνικήν. Ἑπομένως τὸ δημόσιον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ
531ἀπαιτήσῃ κᾀμμίαν ἐπικαρπίαν, εἴτε χόρτον εἶναι τοῦτο, εἴτε
532καρπὸς, εἴτε φυτεία, εἴτε ὅ,τι δήποτε· αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα μου.
533§71Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε πρόεδρε, μοὶ συγχωρεῖτε νὰ εἴπω
534δύω λέξεις. Πέρυσιν ἐξεδόθη νόμος περὶ διαθέσεως τῶν ἐθνικοϊ-
535διοκτήτων φυτειῶν. Ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ περιελήφθη διάταξις
536ἥτις ὑπὸ πολλῶν κρίνεται ἄσεμνος, ὑπ’ ἐμοῦ δὲ θεωρεῖται καὶ
537ἀντισυνταγματικὴ, διότι εἶναι δημευτική. Καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι
538κρίνουσι τὴν διάταξιν ἄσεμνον, στηρίζονται εἰς τὴν σκέψιν, ὅτι
539διὰ τῆς διατάξεως ταύτης βραβεύονται ἐκεῖνοι οἵτινες κατεπά-
540τησαν ἐθνικὰς γαίας, ἰδιοποιήθησαν αὐτὰς, καὶ φυτεύσαντες αὐ-
541τὰς ἀπέκρυψαν ἔπειτα καὶ αὐτὴν τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου,
542διατεινόμενοι, ὅτι αἱ γαῖαι ἦσαν ἰδιόκτητοι.
543§72ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν τίποτε, κύριε πρόεδρε.
544§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, εἶναι περίεργον πρᾶγμα! κλείσατε τὰς
545θύρας τῶν δωματίων, διὰ νὰ ἡσυχάσωμεν.
546§74Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διατείνονται ὅτι ἡ
547διάταξις εἶναι ἄσεμνος, στηρίζουν τὰς σκέψεις των εἰς τὸ ὅτι
548διὰ τῆς διατάξεως ταύτης βραβεύονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἰδιο-
549ποιήθησαν δικαιώματα τοῦ δημοσίου, καὶ βραβεύονται διὰ νὰ
550ἀναγνωρισθῶσι τὰ δικαιώματα ταῦτα τοῦ δημοσίου· ἀλλ’ ἐπὶ
551τέλους τὸ δημόσιον εἶναι κύριον νὰ βραβεύσῃ αὐτούς; διαθέτον
552τὴν ἰδίαν αὑτοῦ περιουσίαν. Ἀλλὰ τὸ δημόσιον βραβεύει αὐτοὺς,
553ὄχι μόνον διαθέτον τὰ ἴδια δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ δικαιώμα-
554τα ἰδιωτῶν· διὰ τοῦτο νομίζω, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅτι ἡ
555διάταξις περιέχει τι δημευτικὸν, ἑπομένως ἀντισυνταγματικὸν,
556καὶ ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἀσχολεῖται περὶ τούτου, ἐνόμισα καλὸν νὰ
557τὴν ἐπασχολήσω διὰ τῶν ὀλίγων αὐτῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁ-
558ποίας παρακαλῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὴν
559πεφωτισμένην διάνοιαν τοῦ ὁποίου ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ θαῤῥῶ,
560ὅπως μελετήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ἂν ἔχῃ τὴν αὐτὴν μὲ ἐμὲ
561γνώμην, νὰ φροντίσῃ νὰ ἄρῃ τὸ ἀντισυνταγματικὸν τῆς διατά-
562ξεως ταύτης.
563§75ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστὸν, κύριοι, ὅτι ἡ ἑταιρία τῶν
564Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου εὑρίσκεται εἰς μίαν δυσχερῆ κα-
565τάστασιν.
566§76ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐτελείωσε τὸ ἄλλο ζήτημα.
567§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὑποβάλῃ μίαν ἀναφοράν.
568§78ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἂς κάμῃ μίαν ἀνάπτυξιν· δὲν ἠμπορῶ νὰ
569τὸ καταλάβω.
570§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα κατὰ τὸν κανονισμὸν, νὰ
571ὑποβάλῃ ἀναφοράν· σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν, κάμετε ἡσυχίαν.
572§80ΤΙΝΕΣ. Ἂς ὑποβληθῇ εἰς τὸ προεδρεῖον.
573§81ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι σπουδαῖον τὸ ἀντικείμενον, καὶ ἂς
574τὸ ἀναπτύξῃ.
575§82ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ ἑταιρία τῶν Μεταλ-
576λουργείων τοῦ Λαυρίου εἶναι εἰς κακὴν κατάστασιν· ἕνεκα τού-
577του τὸ διοικητικὸν συμβούλιον τὴν 25 τοῦ παρελθόντος μηνὸς
578ἀπηύθυνε πρὸς τὴν κυβέρνησιν αἴτησιν διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτησε
579παραχωρήσεις τινὰς, τὰς ὁποίας νομίζει ὅτι δύναται καὶ τὸ
580νομοθετικὸν σῶμα νὰ παραδεχθῇ ἄνευ βλάβης τῶν συμφερόντων
581τοῦ δημοσίου. Ἡ κυβέρνησις δὲν ἔφερε μέχρι τοῦδε ὁριστικὴν
582ἀπάντησιν· ἐσχάτως ἐγένετο συμβούλιον ὅλων τῶν μετόχων
583οἵτινες διώρισαν ἐπιτροπὴν, ἥτις μὲ τὸ διοικητικὸν συμβού-
584λιον συσκεφθεῖσα ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ ἀπευθύνῃ αἴτησιν καὶ
585πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ ταύ-
586την πρὸς τὸ ὑπουργεῖον, νὰ παρακαλέσῃ τὴν κυβέρνησιν, ὥστε
587ἐντὸς ταχίστης προθεσμίας νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν καὶ
588νὰ φέρῃ τὰς σκέψεις της ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου.
589§83ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ τυπωθῇ, διὰ νὰ ἴδωμεν τί περιέχει.
590§84ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Πρόκειται μόνον νὰ σταλῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν.
591§85ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀρκετὰ προσεβλήθη τὸ κοινοβούλιον εἰς τὴν
592προηγουμένην Σύνοδον· πρέπει νὰ τυπωθῇ ἡ ἀναφορά.
593§86ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ τὴν συζητήσωμεν.
594§87ΖΩΧΙΟΣ. Τὰ λαυριωτικὰ εἶναι ἄνθρακες καίοντες. Πρὶν γνω-
595ρίσωμεν τί ζητεῖ ἡ ἑταιρία, πῶς νὰ τὴν συστήσωμεν; νὰ τὴν
596ἰδοῦμεν, νὰ τὴν ἐξετάσωμεν, νὰ τὴν μελετήσωμεν, νὰ σκε-
597φθῶμεν.
598§88ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν ζητοῦμεν παρὰ νὰ παραπεμφθῇ.
599§89ΖΩΧΙΟΣ. Κλητῆρες δὲν εἴμεθα.
600§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἰδοὺ κατὰ τί διαφωνῶ· διότι ἐγὼ
601νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν προτέρων οὐδὲν πρέπει νὰ ἐκφρά-
602σῃ. Τὸ ἀντικείμενον εἶναι λίαν σπουδαῖον, διότι συμφέροντα
603πολλὰ ἐμπλέκονται εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, καὶ πρέπει ἡ κυβέρ-
604νησις νὰ σκεφθῇ, νὰ μελετήσῃ τὸ ἀντικείμενον, καὶ νὰ μᾶς φέρῃ
605τὴν γνώμην της. Διὰ τοῦτο νομίζω ἤδη περιττὴν τὴν τύπωσιν,
606περιττὴν τὴν παραπομπὴν εἰς τὴν ἐπιτροπήν· διότι ἡμεῖς δὲν
607θὰ φέρωμεν γνώμην, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ τὴν στείλωμεν εἰς τὴν κυ-
608βέρνησιν, καὶ ἡ κυβέρνησις ἂς σκεφθῇ καὶ ἂς φέρῃ τὸ ἀποτέλε-
609σμα τῶν σκέψεών της. Διότι τὸ νὰ στείλωμεν εἰς τὴν ἐπιτρο-
610πὴν τὴν ἀναφορὰν θὰ εἰπῇ, ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν γνώμην, καὶ
611ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν.
612§91ΖΩΧΙΟΣ. Τὴν ἀναφορὰν σᾶς τὴν ἔστειλαν ἐν φακέλῳ ἢ ἀ-
613νοικτήν; Ἂν σᾶς τὴν ἔστειλαν ἐν φακέλῳ, ἔπρεπε νὰ τὴν ἐπι-
614στρέψητε ὀπίσω· ἐὰν σᾶς τὴν ἔστειλαν ἀνοικτὴν, πρέπει νὰ τὴν
615ἰδοῦμεν. Ἂς ἀναγνωσθῇ τοὐλάχιστον· ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν
616τίποτε.
617Ὁ κύριος Ῥάλλης ἀναγινώσκει τὴν ἀναφοράν.
618«Πρὸς τὴν Βουλὴν.
619Ἡ ἀποθαῤῥυντικὴ θέσις, εἰς ἣν περιέστησαν τὰ τῆς ἑταιρίας
620τῶν Μεταλλουργείων ὡς ἐκ τῶν ἐπιβληθεισῶν εἰς τὴν ἐπιχεί-
621ρησιν τῶν ἐκβολάδων ὑποχρεώσεων διὰ τῆς Συμβάσεως τῆς 29
622Ἀπριλίου 1873 καὶ τοῦ τροποποιήσαντος αὐτὴν Νόμου τῆς
62328 Ἰουλίου 1873, ἐπιβάλλει ἡμῖν τὴν τολμηρὰν ἀνάγκην νὰ
624ἀπευθυνθῶμεν πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους
625καὶ νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν κατεπείγουσαν καὶ σύντονον αὐτῆς
626προσοχὴν ἐπὶ τῆς αἰτουμένης θεραπείας, ἧς ἡ ἀναβολὴ δύναται
627νὰ ὁδηγήσῃ εἰς δυσεπανορθώτους καταστροφάς.
628Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς ἑταιρίας ἀπηύθυνε πρὸς τὴν
629Σεβαστὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τῆς 25 παρελθόντος μηνὸς Φεβρου-
630αρίου τὴν συναπτομένην ὧδε ἔκθεσιν, δι’ ἧς, ἐξηγῆσαν ἐν πάσῃ
631εἰλικρινείᾳ τὰς περιστάσεις τῆς ἑταιρίας, περιωρίσθη νὰ ζητήσῃ
632μόνον τὴν ἄρσιν τοῦ ἐκ τῶν προτέρων προσδιορισμοῦ τῶν ἐξόδων,
633συμπεριλαμβανομένης εἰς ταῦτα καὶ τῆς διὰ μεταλλίτιδα δα-
634πάνης, καὶ τὴν ἐκ τῶν κερδῶν προαφαίρεσιν ἑνὸς μικροῦ
635χρεωλυσίου.
636Ἐνῷ δὲ ἡ κυβέρνησις εἰς οὐδεμίαν εἰσέτι προῆλθεν ἀπόφασιν
637ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ταύτης, τὰ τῆς ἑταιρίας πράγματα, μένοντα
638ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας, ἀναγκάζουσι τοὺς καταβαλόντας τὰ
639κεφάλαιά των διὰ τὴν βιομηχανικὴν ταύτην ἐπιχείρησιν νὰ
640σκεφθῶσιν ὁριστικῶς περὶ τοῦ περαιτέρω πρακτέου πρὸς ἀπο-
641τροπὴν νεωτέρων ζημιῶν, καθόσον οὐδεμία βιομηχανικὴ ἐπιχεί-
642ρησις δύναται νὰ εὐδοκιμήσῃ, ὅταν δὲν προσδίδῃ εἰς τὰ δι’
643αὐτὴν καταβληθέντα κεφάλαια, ἔστω καὶ μικρὰν, ὠφέλειαν.
644Ἡ Συνέλευσις τῶν μετόχων τῆς ἑταιρίας, λαβοῦσα τὸ πρῶ-
645τον γνῶσιν τῶν ἀφορώντων τὴν ἐπιχείρησιν τῶν ἐκβολάδων
646μεθ’ ἃς ὁ ἀπὸ 28 Ἰουλίου 1873 Νόμος ἐπήνεγκεν εἰς τὴν
647Σύμβασιν τροποποιήσεις, ἔκρινεν ἀναγκαῖον ν’ ἀναβάλῃ πᾶσαν
648ὁριστικὴν ἀπόφασιν καὶ νὰ ἐκλέξῃ μίαν ἐκ τῶν ἀποφαινομένων
649μετόχων ἐπιτροπὴν, ὅπως συμπράξῃ μετὰ τοῦ Συμβουλίου
650καὶ προβῇ μετ’ αὐτοῦ εἰς πᾶσαν ἐνέργειαν παρὰ τῇ Κυ-
651βερνήσει καὶ τῇ Βουλῇ καὶ συνεννόησιν πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς
652κατεπειγούσης θεραπείας. Ἡ Συνέλευσις τῶν μετόχων ἀκρά-
653δαντον ἔχουσα τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους
654καὶ ἡ Κυβέρνησις θέλουσι προσενεχθῇ μετὰ Δικαιοσύνης πρὸς ἑ-
655ταιρίαν ὑπηρετοῦσαν πρωτίστως τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου,
656ἐξέφρασε τὴν ζωηρὰν αὑτῆς ἐπιθυμίαν καὶ εὐχὴν ὅπως ἐπέλθῃ
657ὡς τάχιστα ἡ αἰτηθεῖσα θεραπεία πρὸς ἀποτροπὴν τῶν ἄλλως
658ἐπαπειλουσῶν τὴν ἐπιχείρησιν τῶν ἐκβολάδων συνεπειῶν, ἐνε-
659τείλατο δὲ εἴς τε τὸ συμβούλιον καὶ τὴν ἐπιτροπὴν νὰ καλέ-
660σῃ αὐτὴν εἰς νέαν συνεδρίασιν ἅμα κρίνωσι τοῦτο ἀναγκαῖον,
661ὅπως ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ περαιτέρω πρακτέου.
662Ἡ ἑταιρία οὐδεμιᾶς ἐφείσθη οὔτε φείδεται θυσίας, ὅπως ὑπὸ
663ἔποψιν βιομηχανικὴν καὶ τεχνικὴν συντηρήσῃ καὶ προαγάγῃ
664τὴν ἐπιχείρησιν ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ τε Δημοσίου καὶ τῆς χώρας.
665Ἀλλ’ ὅταν, ὡς πρόκειται ἤδη ἀποδεδειγμένον, αἱ ἀπέναντι τοῦ
666Δημοσίου ὑποχρεώσεις ἀφαιρῶσιν ὁλόκληρον σχεδὸν τὸ καθαρὸν
667προϊὸν τῆς ἐπιχειρήσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ εὐδοκι-
668μήσῃ ἡ ἀναλαβοῦσα αὐτὴν ἑταιρία;
669Ἀλλ’ ὅτε πρὸ μηνὸς ὑπέβαλε τὸ συμβούλιον τὴν προκει-
670μένην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν αἴτησιν, δὲν εἶχεν εἰσέτι ἀφιχθῇ ὁ
671διευθύνων τὰ τεχνικὰ ἐν Λαυρίῳ ἔργα διάσημος ὀρυκτολόγος
672κ. Ansted, ἡ δὲ τοῦ συμβουλίου ἔκθεσις ὑπηγορεύθη ὑπὸ τῆς
673κατεπειγούσης ἀνάγκης τοῦ νὰ προληφθῇ ἡ ἐκ τοῦ προσδιορι-
674σμοῦ τῶν ἐξόδων ἐπικειμένη ἄμεσος τῆς ἑταιρίας παράλυσις,
675τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἐφρόνει, ὅτι ἡ αἴτησις αὕτη, στηριζομένη ἐπὶ
676τῶν στοιχειωδεστέρων κανόνων τῆς λογικῆς καὶ τῆς δικαιοσύ-
677νης καὶ ἀφορῶσα τὸν περιορισμὸν τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν καθιε-
678ρωθεῖσαν διὰ τῆς συμβάσεως θεμελιώδη βάσιν τῆς εἰσπράξεως
679τοῦ ποσοστοῦ του ἐπὶ τῆς πράγματι καθαρᾶς προσόδου, ἤθελε
680γείνει ἀποδεκτὴ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν. Αἱ γενόμεναι ὅμως με-
681λέται ἐν τῷ μεσολαβήσαντι ἐμμήνῳ διαστήματι, ἰδίως ὑπὸ τοῦ
682κ. Ansted, ἔπεισαν καὶ τὸ συμβούλιον καὶ τοὺς περισσότερον
683εἰς τὰ τῆς ἐπιχειρήσεως ἐγκύψαντας μετόχους, ὅτι τὸ ποσο-
684στὸν τῶν 53% ἀποβαίνει ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν εὐδο-
685κίμησιν τῆς ἐπιχειρήσεως. — Ὁ κ. Ansted λέγει, ὅτι, ὅτε
686κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος κατὰ πρόσκλησιν τῆς Κυβερνήσεως
687εἶχεν ἐπισκεφθῇ καὶ ἐξετάσει τὰς ἐκβολάδας, ἐξέθηκε
688τὴν γνώμην, ὅτι διὰ τὴν Κυβέρνησιν ἡ εἴσπραξις ἑνὸς
689ποσοστοῦ 30% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ κέρδους ἀποτελεῖ τὴν
690καλλιτέραν τῶν ἐκβολάδων διάθεσιν, ὅταν σοβαρὰ ἑταιρία ἀ-
691ναλάβῃ τὴν ἐκκαμίνευσιν αὐτῶν. Προκληθεὶς δὲ ὑπὸ σοβαρᾶς
692Ἀγγλικῆς ἑταιρίας νὰ γνωμοδοτήσῃ (πρὶν ἢ συνομολογηθῇ ἡ
693μετὰ τῆς ἡμετέρας ἑταιρίας σύμβασις) περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ φό-
694ρου, ὃν δύναται ἄνευ βλάβης τῆς ἐπιχειρήσεως ν’ ἀποτίνῃ πρὸς
695τὸ δημόσιον ἐπὶ τοῦ καθαροῦ προϊόντος τῶν ἐκβολάδων, ἀπε-
696φήνατο, ὅτι κατ’ ἀνώτατον ὅρον δύναται νὰ ὑποσχεθῇ φόρον
697εἰς τὸ δημόσιον μέχρι 35% ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν,
698καθόσον φορολογία ὑπερβαίνουσα τὸν ὅρον τοῦτον συνεπάγεται
699τὸ ναυάγιον τῆς ἐπιχειρήσεως. Μετὰ δὲ τὰς ὁποίας ἐνήργησε
700μελέτας, ἀναλαβὼν τὴν διεύθυνσιν τῶν τεχνικῶν ἔργων καὶ ἐκ
701τοῦ σύνεγγυς τὰς δυσκολίας καὶ τὰς δαπάνας συνειδὼς, ἐκφρά-
702ζεται διὰ τοῦ ἐμφαντικωτέρου τρόπου, ὅτι συζητήσεως μὲν
703δὲν ἐπιδέχεται τὸ γενόμενον λάθος ὡς πρὸς τὸν ἐκ τῶν προ-
704τέρων προσδιορισμὸν τῶν παραγωγικῶν δαπανῶν ἐν ἐπιχειρήσει
705μεταλλουργικῇ καινοφανεῖ, στηριζομένῃ ἐπὶ πρώτων ὑλῶν ἀδο-
706κιμάστων καὶ πολλὰ ἐπιστημονικὰ προβλήματα παρουσιαζου-
707σῶν· οὐδένα δ’ ἔχει νεώτερον λόγον μεταβάλλοντα τὰς πρώ-
708τας πεποιθήσεις του περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς φορολογίας, ὅπερ συμ-
709βιβάζεται πρὸς τὴν ὕπαρξιν καὶ εὐδοκίμησιν μιᾶς ἐπιχειρήσεως
710οὔσης περισσότερον δυσκόλου ἢ ὅσον ἄλλοτε ὑπελόγιζεν. Ἀλλὰ
711πλὴν τοῦ πεπειραμένου καὶ σοφοῦ Ansted, ὁ ἐσχάτως ἐπισκε-
712φθεὶς τὰς ἐκβολάδας καὶ μὴ διατελῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς ἑ-
713ταιρίας Khuet εἰς τὴν ὁποίαν πρὸς τὴν Συνέλευσιν τῶν μετό-
714χων ὑπέβαλεν ἔκθεσιν ὀνομάζει τὸν φόρον τῶν 50%
715(διότι εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο νομίζει οὗτος ὁρισθὲν τὸ ποσοστὸν
716τοῦ δημοσίου) μυθώδη καὶ καταπληκτικόν.
717Μεθ’ ὅλα ταῦτα ἡ ἐλάττωσις τοῦ ποσοστοῦ εἰς 30 ἢ τὸ
718πολὺ εἰς 35% ἀποβαίνει οὐχ ἧττον ὅρος ἐκ τῶν ὧν
719οὐκ ἄνευ πρὸς συντήρησιν καὶ εὐδοκίμησιν τῆς ἐπιχειρήσεως.
720Οὐδεὶς ὁ ἀρνούμενος, ὅτι αἱ ἐκ τῶν οἰκονομικῶν καταστρο-
721φῶν πηγάζουσαι κοινωνικαὶ ἀνωμαλίαι ἐξασκοῦσι μεγίστην ἐ-
722πιῤῥοὴν εἰς τὴν πολιτικὴν κατάστασιν καὶ τὴν πρόοδον παντὸς
723κράτους, μάλιστα δὲ καὶ ἰδιαζόντως εἰς τὰ μικρὰ κράτη, ἅτινα
724ἔχουσιν ἀνάγκην καὶ ὁμαλῆς πορείας τῶν ὀλίγων ἐσωτερικῶν
725κεφαλαίων καὶ τῆς συνδρομῆς ξένων τοιούτων. Ὡς ἐκ τού-
726του εἰς τὰ πεπολιτισμένα ἔθνη τὸ δημόσιον προῆλθεν εἰς
727θυσίας, πρὸς πρόληψιν ἢ μετρίασιν τοῦ ἐπικειμένου κακοῦ
728εἰς ἐπιχειρήσεις αἵτινες δὲν διετέλουν εἰς ἄμεσον πρὸς τὸ
729δημόσιον σχέσιν. Ἂν λοιπὸν αἱ θυσίαι αὗται ἐθεωρήθησαν
730ἀλλαχοῦ δεδικαιολογημέναι ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς πολιτείας, τίς
731εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφιβάλλῃ ὅτι ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους
732θέλει καὶ ἐπὶ στιγμὴν δυσκολευθῆ νὰ προέλθῃ οὐχὶ εἰς θυσίαν
733ἀλλ’ εἰς ἀναγνώρισιν τοῦ δικαίου καὶ εἰς ἐπανόρθωσιν παρεισ-
734φρυσάσης πλάνης;
735Οἱ τὰ τῆς πολιτείας διαχειριζόμενοι προέχουσι τῶν διοι-
736κουμένων ἐπὶ μιᾷ κυρίως ἀρετῇ, τῇ τῆς προνοίας, ὀφείλουσιν
737ἑπομένως νὰ προνοῶσι καὶ νὰ μὴν ἀναμένωσιν ἀδιαφόρως τὰ
738ἀποτελέσματα τοῦ ὑποβόσκοντος καὶ καταβιβρώσκοντος τὴν
739κοινωνίαν οἰκονομικοῦ σάλου. Δέον νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς
740ἔθνος ἀρτιπαγὲς καὶ πλείστων στερούμενον μόνη ἡ τοῦ συνε-
741ταιρισμοῦ δύναμις δύναται νὰ ἐπιτελέσῃ τὰ ἐλλείποντα πρὸς
742ὑλικὴν καὶ πολιτικὴν προαγωγὴν τῆς χώρας. Ἡ δύναμις αὕτη,
743ἀναφανεῖσα πρό τινος μετὰ ζωηρᾶς θερμότητος, ἐξησθένισεν ἤδη
744καὶ δύναται ἐπὶ πολὺ νὰ ἐκλείψῃ χρόνον, ἂν οἱ δυνάμενοι
745δὲν ἔλθωσιν εἰς ἀρωγὴν καὶ εἰς ἀναζωογόνησιν αὐτῆς. Πρωτί-
746στη ἐκ τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐπιχειρήσεων, ἥτις πολλὰ προσείλκυσε
747κεφάλαια ἐσωτερικά τε καὶ ἐξωτερικὰ καὶ ἥτις πολλὰ ὑπόσχε-
748ται τὰ ὠφελήματα καὶ εἰς τὸ δημόσιον καὶ εἰς τὴν ἑλληνικὴν
749βιομηχανίαν, εἶναι ἡ τῆς ἑταιρίας τῶν μεταλλουργείων, ἥτις
750συνετέλεσε καὶ εἰς τὸν σχηματισμὸν πολλῶν ἄλλων μεταλλικῶν
751ἑταιριῶν καὶ οὐκ ὀλίγον συνεβάλετο εἰς τὴν προσέλκυσιν ξένων
752κεφαλαίων πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμων κλπ. Εἶναι λοιπὸν
753δυνατὸν νὰ ὑποθέτῃ τις, ὅτι ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία δὲν δια-
754βλέπει τὰ ὀλέθρια γενικὰ ἀποτελέσματα, ὅσα θέλουσι προκύψει
755ἐκ τοῦ ναυαγίου τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης, εὑρισκομένης εἰς κα-
756θαρὰς ἑλληνικὰς χεῖρας καὶ μελλούσης ν’ ἀποπνιγῇ ἐν αὐτοῖς
757τοῖς σπαργάνοις της, ἕνεκα μὴ καλῶς ἐννοουμένου ζήλου ὑπὲρ
758τοῦ δημοσίου;
759Μὴ ἀμφιβάλλοντες οὐδὲ πρὸς στιγμήν, ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν
760ἀντιπροσώπων θέλει ἀποδεχθῆ αἴτησιν ὑπαγορευομένην ὑπὸ τοῦ
761συμφέροντος τοῦ τε δημοσίου καὶ τῆς ἑταιρίας, παρακαλοῦμεν
762μόνον νὰ μὴ ἀναβληθῇ ἡ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ταύτης ἀπόφασις,
763καθόσον καὶ ἡ ἐπὶ μίαν ἡμέραν ἀναβολὴ παρασκευάζει καὶ αὐξά-
764νει τὰ τὴν ματαίωσιν τῆς ἐπιχειρήσεως προκαλοῦντα αἴτια.
765Δὲν προσερχόμεθα σήμερον ἐνώπιον τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ
766ἔθνους οὐδὲ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τῶν συμβούλων, οὐδὲ ὑπὸ τὴν
767ἰδιότητα τῶν μετόχων. Προσερχόμεθα ὡς ἰδιῶται ἐνδιαφερόμενοι
768διὰ τὴν ὑλικὴν πρόοδον τοῦ τόπου καὶ καλῶς μελετήσαντες
769τὰς ἐπικειμένας καταστροφὰς, ἐν περιπτώσει ἀδιαφορίας τῆς
770Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως.
771Ἐρειδόμενοι ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ὀρθοφροσύνης τοῦ
772Κοινοβουλίου, διατελοῦμεν μετ’ ἀπείρου σεβασμοῦ καὶ ὑπολή-
773ψεως.
774Ἐν Ἀθήναις, τῇ 23 Μαρτίου 1874.»
775§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνετε λοιπὸν νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν
776κυβέρνησιν;
777§93ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ βιομηχανικῆς ἐπιχει-
778ρήσεως, νομίζω ὅτι ὑπάρχει ὑψηλόν τι συμφέρον, περὶ τοῦ ὁποίου
779ἐκλήθη νὰ μεριμνήσῃ ἡ κυβέρνησις· ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον
780περὶ τούτου, πρόκειται καὶ περὶ συμφέροντος τοῦ δημοσίου τα-
781μείου, τὸ ὁποῖον ἐνέχεται. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ Βουλὴ, ἡ ὁ-
782ποία, καὶ ἐγὼ πείθομαι, δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ ἐξετάσῃ
783τὴν οὐσίαν τῆς αἰτήσεως, ὀφείλει νὰ πέμψῃ τὴν ἀναφορὰν εἰς
784τὴν κυβέρνησιν· ἔχει ὅμως καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν
785κυβέρνησιν νὰ τὴν πληροφορήσῃ περὶ τῶν διαπραχθέντων.
786§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς,
787θέλω παραπέμψει τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν κυβέρνησιν.
788§95ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπα-
789νέρχομαι εἰς τὴν ἐπερώτησιν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κυρίων
790Μακρῆ καὶ Δηλιγιάννη. Καὶ καθόσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν
791τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Δηλιγιάννης, παρατη-
792ρῶ ὅτι ἔχει πολὺ δίκαιον. Ἡ δημευτικὴ διάταξις, διότι ὡς
793τοιαύτην τὴν ἐχαρακτήρισεν, ἐμπεριέχεται εἰς τὸ ἄρθρον 6 τοῦ
794περυσινοῦ περὶ φυτειῶν νόμου· κατ’ αὐτὸ, οἱ δηλώσαντες φυτεί-
795ας διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐπλήροναν μέχρι τοῦδε φόρον ἐπικαρ-
796πίας, ἀπαλλάσσονται τῆς πληρωμῆς τοῦ δικαιώματος τούτου
797διὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, χωρὶς οἱ ἐνοικιασταὶ νὰ ἔχωσι δικαίω-
798μα ἀναγωγῆς ἢ ἀπαιτήσεως κατὰ τοῦ δημοσίου. Βεβαίως τὸ
799δημόσιον εἶναι ἐλεύθερον νὰ διαθέτῃ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ περιουσίαν
800καὶ δύναται νὰ μεταχειρισθῇ τὸ μέσον τοῦτο χαρίζον τρόπον
801τινὰ εἰς τοὺς κατόχους ἐθνικῶν φυτειῶν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπι-
802καρπίας, ἂν οὗτοι ἀντιποιοῦνται αὐτὰς ὡς ἰδιοκτησίαν. Ἀλλὰ
803τὸ νὰ χαρίσῃ τὸ δημόσιον ξένα δικαιώματα, ὅπως εἶναι ἡ διά-
804ταξις τοῦ ἄρθρου 6ου τοῦ περυσινοῦ συμπληρωτικοῦ νόμου, θὰ
805εἰπῇ ὅτι ἠθέλησε νὰ δημεύσῃ ξένην περιουσίαν. Πολλῶν ἐθνι-
806κοϊδιοκτήτων κτημάτων τὴν ἐπικαρπίαν διαθέτει τὸ δημό-
807σιον κατ’ ἔτος· οἱ κάτοχοι, ἀντιποιούμενοι ὡς ἰδιοκτησίαν των
808αὐτὰ, δὲν ἀποδίδουσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας εἰς τὸν ἐνοι-
809κιαστήν· κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ εἰρημένου 6ου ἄρθρου,
810λαμβάνουσι τὴν εὐκαιρίαν νὰ δηλώσωσι τὰ κτήματα ταῦτα ὡς
811ἐθνικοϊδιόκτητα, ἵνα συμμετάσχωσι τῶν ὠφελημάτων τοῦ νό-
812μου περὶ ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν, χωρὶς νὰ ἔχωσι φόβον ὅτι
813θὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὴν ἀπόδοσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρ-
814πίας διὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου εἶναι ἀ-
815ληθῶς αὐθαίρετος, ἰσοδυναμοῦσα μὲ δήμευσιν ἀλλοτρίας πε-
816ριουσίας, καὶ δεῖται τροποποιήσεώς τινος, καθόσον ἀφορᾷ τὰ ξέ-
817να δικαιώματα τοὐλάχιστον, τὰ τῶν ἐνοικιαστῶν· διότι τὸ δη-
818μόσιον δύναται νὰ χαρίσῃ μόνον ὅ,τι ἀνήκει εἰς αὐτό. Θὰ σκε-
819φθῶ λοιπὸν ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης καὶ θὰ ὑποβάλω νομο-
820σχέδιον, τροποποιοῦν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 6ου καθόσον ἀ-
821φορᾷ τὰ εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς ἀνήκοντα δικαιώματα.
822§96Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον 6ον, ἐγεννήθη
823εἰς τὴν Βουλὴν ἡ γνώμη ὅτι δύναται νὰ ᾖναι δημευτικὸν, ἀλλ’
824ἐγένετο ῥητῶς ἡ παρατήρησις καὶ ἐσημειώθη εἰς τὰ πρακτικὰ,
825ὅτι οἱ κατέχοντες φυτείας ὡς ἰδιοκτήτους δὲν ὑπεχρεοῦντο νὰ
826πληρώσωσιν εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς τίποτε, διότι τὸ δημόσιον,
827ἐνοικιάζον τοὺς ἐθνικοϊδιοκτήτους ἀμπελῶνας εἰς ἐνοικιαστὰς,
828δὲν ἐνόησε πώποτε νὰ ἐνοικιάζῃ καὶ τὰς ἐπιδίκους, τὰς ὁποίας
829ὡς ἰδιοκτῆται κατεῖχον ἄλλοι. Καὶ ἀληθῶς ὑπάρχουσι φυτεῖαι, τὰς
830ὁποίας δὲν ἀναγνωρίζουν οἱ κάτοικοι ὅτι εἶναι ἐθνικαὶ, ἐγερθει-
831σῶν περὶ τούτων καὶ δικῶν ἐκκρεμῶν· ὁ νόμος περὶ δημοπρα-
832σίας δὲν ἀναγνωρίζει δικαιώματα ἐνοικιαστῶν ἐπὶ τούτων, καὶ
833πιστεύω, ὅτι ὁ κίνδυνος τοῦ νὰ δοθῇ εἰς τὴν διάταξιν χαρακτὴρ
834δημευτικὸς δὲν ὑφίσταται μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγέ-
835νοντο κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου τούτου.
836§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
837§98ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ
838ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. Μακρῆς περὶ λειβαδίων, ἐπιφυλάσσομαι νὰ
839ὁμιλήσω ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον
840ὑπέβαλε.
841§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν βʹ. συζήτησιν τοῦ νομο-
842σχεδίου περὶ ἀναπληρώσεως τοῦ προέδρου τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμ-
843βουλίου ὡς μέλους τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἐκδικάσεως τῶν δη-
844μοτικῶν ἐκλογῶν.
845Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρ-
846χὴν, κατὰ τὰ καθέκαστα καὶ κατὰ τὸ σύνολον, ὡς ὑπεβλήθη
847ἐν ἀρχῇ, εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν, παρεπεμφθεισῶν τῶν προταθει-
848σῶν τροπολογιῶν ἐπὶ τῶν ἄρθρων αὐτοῦ εἰς τὴν γʹ. ἀνάγνωσιν.
849§100ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἵνα βαδίσωμεν ἀπαρεγκλίτως καὶ ἵνα
850φθάσωμεν εἰς συμπεράσματα ὀρθὰ καὶ εἰς ἀποφάσεις ἀληθεῖς,
851ἀνάγκη νὰ γυμνώσωμεν τὸ ζήτημα ἀπὸ τὸ τοπικὸν πνεῦμα, μὲ
852τὸ ὁποῖον περιεκαλύφθη. Δὲν λέγω τοῦτο, διότι θέλω νὰ θυσιασθῶσι
853τὰ τοπικὰ συμφέροντα χάριν τῶν γενικωτέρων, ἀλλὰ διότι καὶ
854τὰ μὲν καὶ τὰ δὲ πρέπει νὰ συνυπάρχωσι καὶ νὰ συμπροοδεύωσιν.
855Ὅταν ἀποκλειστικῶς ἀποδώσωμεν ὑπεροχὴν εἰς τὸ ἓν τῶν δύω,
856τὸ ἕτερον θέλει ζημιωθῆ. Ὑπ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα θέλω ἐξετάσει
857σήμερον τὴν σύμβασιν, ἀφοῦ πρότερον ἐγυμνώσατε τὴν συζή-
858τησιν καὶ ἀπὸ πᾶν πνεῦμα πολιτικόν. Ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα
859συστηθεῖσα, εἶδεν ἀμέσως ὅτι ἐμειονέκτει, δὲν ἠδύνατο νὰ θέσῃ
860εἰς χρῆσιν τὴν πίστιν της· ἔπρεπε νὰ ἐργασθῇ διὰ χρημάτων
861καὶ μόνον, ἐνῷ δύω ἄλλαι Τράπεζαι ἄνευ θυσίας οὐδεμιᾶς, ἄνευ
862καταβολῆς χρημάτων προσθέτων ἠδύναντο νὰ θέσωσιν εἰς κυ-
863κλοφορίαν τὴν πίστιν αὑτῶν καὶ νὰ ὠφεληθῶσιν. Ἀδύνατον ἦτο
864λοιπὸν νὰ ἀνταγωνισθῇ πρὸς τὰς Τραπέζας αὐτὰς, διότι ἠδύ-
865ναντο ἐκεῖναι νὰ θέσωσιν εἰς κυκλοφορίαν πολλῶν ἑκατομμυ-
866ρίων γραμμάτια, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνισότητος ἐφάνη
867ἀμέσως. Ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα ἠναγκάσθη, ὅπως ὑπάρξῃ, νὰ
868ἀναβιβάσῃ τὸν τόκον· ἄνευ τούτου ἡ ὕπαρξίς της ἴσως ἐκινδύ-
869νευεν· ἀλλ’ ἐκ τούτου τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν ἐπίσης βλά-
870πτονται. Διὰ νὰ συντηρηθῇ καλῶς ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα, ἠναγ-
871κάσθη λοιπὸν νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ ἀνωτέρω μέσον, τὸ ὁποῖον
872καὶ δι’ αὐτὴν δὲν εἶναι σπουδαῖον καὶ διὰ τὰ συμφέροντα τῶν
873πολιτῶν, ὡς εἴρηται, ἐπιζήμιον, νὰ αὐξήσῃ δηλαδὴ τὸν τόκον
874τῆς προεξοφλήσεως ἀπὸ 8 εἰς 10%. Τὸ ἐπιζήμιον
875τοῦτο, τὸ ἐπιβλαβὲς τοῦτο εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, δὲν
876ἠδύνατο νὰ μὴ προσελκύσῃ τὴν προσοχὴν τῆς κυβερνήσεως,
877καὶ ἐντεῦθεν ἐπήγασεν, ὡς νομίζω, ἡ πρώτη σύμβασις, δυνάμει
878τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν νὰ ἐκ-
879δίδῃ γραμμάτια καὶ αὐτὴ ὅπου τοῦτο ὁ νόμος ἐπιτρέπει. Ἡ
880σύμβασις αὕτη καθιέρου ἀρχὴν, τῆς ὁποίας εἶμαι ὀπαδὸς, καὶ
881νομίζω ἐπιβλαβὲς νὰ ἀπομακρυνθῇ αὐτῆς ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος.
882Εἶμαι ὑπὲρ τῆς πληθύος τῶν Τραπεζῶν, διότι εἶμαι ὑπὲρ τοῦ
883συναγωνισμοῦ. Ὁ συναγωνισμὸς εἶναι προσπάθεια πρὸς τὴν πρό-
884οδον· ἡ ἔλλειψις τοῦ συναγωνισμοῦ εἶναι νέκρωσις, ὀπισθοδρό-
885μησις· καὶ ὅτι ἔχω δίκαιον καὶ δὲν ἔχουν δίκαιον ὅσοι φρονοῦν
886τοὐναντίον, ἀπέδειξαν τὰ συμβάντα ἐν τῇ ἰδίᾳ ἡμῶν πατρίδι.
887Μόλις τρίτη Τράπεζα συνεστάθη, καὶ ὁ συναγωνισμὸς ἔφερε τὴν
888ἔκπτωσιν τοῦ τόκου τῶν δανείων πρὸς τὴν κυβέρνησιν, ὡς
889ἐπίσης καὶ τῶν δανείων πρὸς τοὺς πολίτας. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἀμ-
890φισβήτησις καὶ ἀντιλογία τις κατὰ τῆς πληθύος τῶν Τραπεζῶν;
891Ὄχι· διότι δὲν ὑπάρχει οὐδείς, ὅστις νὰ ἀποκρούῃ τὰς πολλὰς
892ἀντὶ τῆς μιᾶς, οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ ἀπολύτως τοῦτο. Ἀλλὰ τί
893ἀμφισβητεῖται; ἀμφισβητεῖται τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως
894γραμματίων ὑπὸ πολλῶν Τραπεζῶν· περὶ τούτου ὑπάρχουν ἀμ-
895φιβολίαι, καὶ τοῦτο θέλω ἐξετάσει.
896Ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ σήμερον νὰ συζητήσω-
897μεν ἐν ἐκτάσει τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλὰ πρέπει νὰ μοὶ ἐπι-
898τρέψητε νὰ εἴπω ὀλίγα τινά, ἐπειδὴ ἐφέρθη καὶ συνεζητήθη
899τοῦτο ἄλλοτε. Λέγουσι, δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκδοσις
900γραμματίων ὑπὸ πολλῶν Τραπεζῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ γραμμάτια
901ἐκπληροῦν τὴν λειτουργίαν τοῦ νομίσματος, τὶ βλάπτει ἡ ἔκ-
902δοσις αὐτῶν; Μήπως βλάπτει ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν κεφα-
903λαίων; Δὲν εἶναι βάσις τῆς προόδου ἡ αὔξησις τῶν κεφαλαίων;
904Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐπιβλαβὴς ἡ ἔκδοσις τῶν τραπεζικῶν γραμ-
905ματίων ὑπὸ πολλῶν Τραπεζῶν ἡ ἔκδοσις τῶν γραμματίων εἶ-
906ναι κακή, λέγουσι, διότι ὠθεῖ πρὸς τὰς κρίσεις καὶ τὰς χρεω-
907κοπίας.
908Ἰδοὺ διατὶ ἀποκρούουσι τὴν ἔκδοσιν γραμματίων ὑπὸ πολ-
909λῶν Τραπεζῶν καὶ ζητοῦν τὸ ἑνιαῖον.
910Εἶναι ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος; Ἀποδεικνύεται ἀληθὴς ἀπὸ
911τὴν στατιστικήν; οὐχί, ὡς καὶ ἀπὸ τὴν θεωρίαν. Ἐκ τῶν πραγ-
912μάτων ἀποδεικνύεται, ὅτι αἰτία τῶν οἰκονομικῶν κρίσεων καὶ
913τῶν χρεωκοπιῶν δὲν εἶναι ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν Τραπεζῶν.
914Ἐὰν τοῦτο δὲν ᾖναι ἀληθές, ἐὰν ἦτον ἀληθὴς ἡ ἀντίῤῥησις καὶ
915ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος, ἤθελον γείνει χρεωκοπίαι καὶ κρίσεις ἐν τῇ
916Ἀμερικῇ μόνον. Τί εἶναι οἰκονομικὴ κρίσις; εἶναι στάσις πί-
917στεως. Ὅπου ὑπάρχει πίστις καὶ ὅσον εἶναι ἀνεπτυγμένη πε-
918ρισσότερον, τόσον περισσότερον ἐπέρχονται αἱ κρίσεις. Οἰκονο-
919μικαὶ κρίσεις δὲν ἐπέρχονται ὅπου δὲν ὑπάρχει πίστις. Δὲν ἐπήρ-
920χοντο κρίσεις, καθ’ ἃς ἐποχὰς αἱ ἀνταλλαγαὶ ἐγίνοντο διὰ προϊὸν
921των ἢ νομίσματος, ἐνῷ κατόπιν ἐπῆλθον, ἀφοῦ ἡ πίστις ἀνε-
922πτύχθη. Ἑπομένως παραπονούμεθα διὰ τὰς κρίσεις καὶ θέλο-
923μεν ταύτας ὡς κακὸν μέγιστον διὰ παντὸς τρόπου νὰ τὰς ἀπο-
924φύγωμεν, ἀλλὰ παραπονούμενοι κατὰ τῶν οἰκονομικῶν κρίσεων,
925παραπονούμεθα διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς πίστεως, ἐκ τῆς ὁποίας
926προέρχονται αἱ κρίσεις, παραπονούμεθα δηλαδὴ διὰ τὸν πολλα-
927πλασιασμὸν τῶν μέσων ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων ἡ κυκλοφο-
928ρία καὶ τὸ ἐμπόριον γίνεται ἄνευ χρημάτων.
929Συμβαίνει, κύριοι, καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ὅ,τι ἐπα-
930ναλαμβάνεται καὶ εἰς τὴν πολιτικήν. Τὰ ἔθνη δὲν πρέπει νὰ
931ἀφίνωνται ἐλεύθερα, λέγουσι, νὰ αὐτοδιοικῶνται, διότι ἐπέρ-
932χονται παρεκτροπαί, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε οἱ δεσπόται πρέ-
933πει νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν κηδεμονίαν των ἐπ’ αὐτῶν. Τὸ πνεῦμα
934τοῦ ἀπολυτισμοῦ μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἐλευθερίας
935εἰς τὰ οἰκονομικὰ συμβαδίζουσιν. Ὅθεν παραδέχονται μὲν τὸ
936πολλαπλοῦν τῶν Τραπεζῶν, δὲν παραδέχονται δὲ τὸ νὰ ἐκδί-
937δωσι γραμμάτια πολλαὶ Τράπεζαι.
938Εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅπου τὸ προνόμιον ὑφίσταται, κρίσεις ἐπί-
939σης ἔλαβον χώραν κατὰ τὸ 1811, τὸ 1819, 1825, 1830,
9401831, 1837, 1846 καὶ 57 ἐκ λόγων ἀποκλειστικῶς ἐμπορι-
941κῶν, καὶ ἀφῆκαν συνεπείας πολὺ ὀδυνηράς. Καὶ ἡ Γαλλία ἐτα-
942λαιπωρήθη ἐξ αὐτῶν. Τοῦτο ἐγένετο καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ κατ’ ἀντι-
943στοιχοῦσας ἐποχάς. Τί παρετηρήθη δέ; Πόθεν προῆλθον αἱ κρί-
944σεις αὗται; Προῆλθον ἀπὸ τὴν συσσώρευσιν τῶν γραμματίων
945πρὸς ἐξαργύρωσιν, διότι οἱ κατέχοντες τὰ γραμμάτια ἔσπευδον
946πρὸς τοῦτο, αἱ δὲ Τράπεζαι εὑρεθεῖσαι εἰς ἀδυναμίαν ἠναγκά-
947σθησαν νὰ σταματήσωσιν; Ὄχι, κύριοι· τὸ ἐναντίον συνέβη.
948Κατὰ τὰς ἐποχάς, καθ’ ἃς ἔλαβε χώραν ἰδίως ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ
949κρίσις τοῦ 1825 πρὸς τὰ 1826, παρετηρήθη ὅτι ἠλαττώθη
950τὸ νόμισμα τὸ ὁποῖον ἦτον εἰς τὴν Τράπεζαν ὡς παρακαταθήκη
951ἢ ὡς ἀνοικτὸς λογαριασμός, ηὔξησαν δὲ μεγάλως αἱ προεξοφλή-
952σεις, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ ἔκδοσις τῶν τραπεζικῶν γραμματίων
953εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 1826. Ἡ κρίσις ἤρξατο ἀπὸ τοῦ 1825 καὶ
954ἐτελείωσεν εἰς τὰ 1826. Εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ 1826, ὅτε ἡ κρί-
955σις ἦτον εἰς τὴν ἀκμήν της, παρετηρήθη ὅτι τὸ νόμισμα, τὸ εἰς
956τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀγγλίας, παραβαλλόμενον πρὸς τὰ γραμμά-
957τια, ἦτο δυσανάλογον· ἐκεῖνο μὲν, ἀναβαῖνον κατ’ ἀρ-
958χὰς εἰς 10 ἑκατομμύρια λίρας, ἠλαττώθη εἰς 4 ἑκα-
959τομμύρια, ἐνῷ ἡ κυκλοφορία τῶν γραμματίων ἀνεβιβάσθη ἀπὸ
96020 εἰς 24 ἑκατομμύρια λίρας. Ἀποδεικνύει τοῦτο, ὅτι λόγῳ
961τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἐγένετο ἡ κρίσις; Βεβαίως ὄχι,
962κύριοι. Ἀπεναντίας, εἷς λόγος τῶν κρίσεων τούτων εἶναι τὸ προ-
963νόμιον. Τὸ προνόμιον ἀπαγορεύει τὸν συναγωνισμόν, ἑπομένως
964τῶν Τραπεζῶν τὸν πολλαπλασιασμόν, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ
965συναγωνισθῇ τὸ κεφάλαιον τὸ πραγματικὸν πρὸς τὴν πίστιν,
966τὴν ἀναπτυσσομένην ἐπ’ ἄπειρον καὶ ἀνεξόδως. Τὰ κεφάλαια,
967τὰ χρήματα, μὴ δυνάμενα νὰ διατεθῶσιν εἰς μετοχὰς, διατίθεν-
968ται εἰς ἀνοικτοὺς λογαριασμοὺς κτλ. Ἐν τούτοις τὰ κεφάλαια αὐ-
969ξάνουν, διὰ δὲ τῆς ἀναπτύξεως τῆς πίστεως πολλαπλασιάζον-
970ται, διότι πᾶσα ἔκδοσις γραμματίων αὐξάνει τὸ κεφάλαιον. Ἡ
971κατάστασις αὕτη ἐξακολουθεῖ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον· τὰ κεφάλαια
972συσσωρεύονται καὶ δὲν ἔχουσι ποῦ νὰ διατεθῶσιν, ἢ καὶ διατι-
973θέμενα, ἀρκοῦσαν ἀπολαυήν. Τότε παρουσιάζονται ἐπιχειρήσεις
974νέαι, μὴ ἀσφαλεῖς, ὅπως εἰς τὴν Ἀγγλίαν συνέβη, καὶ εἰς ἡμᾶς
975πρὸ ὀλίγου ἐπὶ τῶν ἑταιριῶν τῶν μεταλλείων. Κεφάλαια σπου-
976δαῖα τότε σπεύδουσι πρὸς τοῦτο· ἀφαιρεῖται οὕτω ἀπὸ τὰς Τρα-
977πέζας ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὸ χρηματικόν. Ἐνῷ δὲ ἐλαττοῦται
978τοῦτο, πολλαπλασιάζονται αἱ προεξοφλήσεις, διότι αἱ ἀνάγκαι
979αὐξάνουν καὶ σπεύδουσι πρὸς ἱκανοποίησιν· αἱ προεξοφλήσεις δὲ
980ἐλαττόνουν τὸ χρηματικὸν, καθόσον ἡ ἔκδοσις νέων γραμματίων
981μεταβάλλει τὰς ἀναλογίας. Ἡ ἀνωμαλία αὕτη ἀναγκάζει τὰς
982Τραπέζας νὰ ἐμποδίζωσι πολλάκις τὴν ἐπὶ πλέον ἐλάττωσιν
983τοῦ μεταλλικοῦ, ἀρνοῦνται τὰς προεξοφλήσεις, καὶ ἐκ τούτου
984προέρχονται αἱ κρίσεις καὶ αἱ χρεωκοπίαι. Κατὰ τοῦ κινδύνου
985τούτου ὁ Πὴλ ἀντέταξεν ὅριον, πέραν τοῦ ὁποίου δὲν ἐπιτρέ-
986πεται ἡ ἔκδοσις γραμματίων. Δὲν ἀπηγόρευσε τὴν ἔκδοσιν· εἶπε
987μόνον, ὅταν τὰ γραμμάτια φθάσουν μέχρι τοσούτων ἑκατομμυ-
988ρίων, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις νέων ἄνευ καταβολῆς ἴσης ἀ-
989ξίας μεταλλικοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ γνωστὸς Νόμος τοῦ Πήλ. Αὐ-
990τὸν τὸν σκοπὸν ἐπίσης ἔχει καὶ ἡ ὕψωσις τοῦ τόκου τῶν προε-
991ξοφλήσεων· ὅταν Τράπεζά τις ὑψόνῃ τὴν προεξόφλησιν, τὴν
992ὑψόνει διὰ νὰ διατηρήσῃ τὸ μεταλλικὸν, τὸ ὁποῖον σπεύδει νὰ
993ἀποσυρθῇ.
994Καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν λοιπὸν, κύριοι, καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν,
995ὅπου κυρίως τὰ προνόμια ὑπάρχουν, ἔχομεν κρίσεις προελθού-
996σας, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ οἰκονομικοὺς λόγους ἢ ἀπὸ ἐμπορικοὺς,
997καὶ τὰς κρίσεις αὐτὰς δὲν ἠδυνήθη νὰ τὰς ἀποφύγῃ τὸ προνόμιον.
998Ἐπαναλαμβάνω, παρετηρήθη ὅτι τὰ γραμμάτια δὲν ἔσπευ-
999σαν πρὸς ἐξαργύρωσιν κατὰ τὴν στιγμὴν τῶν οἰκονομικῶν κρί-
1000σεων· ἑπομένως τὰ γραμμάτια δὲν εἶναι ἡ κυρία αἰτία τῆς
1001κρίσεως. Τὸ αὐτὸ παρετηρήθη καὶ ὡς πρὸς τὰς κρίσεις τὰς λα-
1002βούσας χώραν καὶ ἐν Ἀμερικῇ. Τί δ’ ἐγένετο καὶ γίνεται καὶ
1003σήμερον εἰς τὴν Ἀμερικήν; ἐκεῖ ἐπιτρέπεται οἱ καταβάλλοντες
1004μέταλλον πεντήκοντα χιλιάδων δολλαρίων εἰς πληθυσμὸν 10,
1005000 νὰ συνιστῶσι Τράπεζαν. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν ὑπάρχουν 1600
1006Τράπεζαι σήμερον. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν περιώρισαν τὸν ἀριθμὸν
1007τῶν Τραπεζῶν τῶν ἐκδιδουσῶν γραμμάτια; Οὐχί. Ὑπῆρχεν ἐ-
1008κεῖ ἀρχικῶς μία ἐθνικὴ Τράπεζα, ἀλλ’ αὕτη κατηργήθη καὶ ἀν-
1009τικατεστάθη ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ μεγίστου ἀριθμοῦ. Τί ἐγένετο καὶ
1010ἐκεῖ; ὅμοιόν τι πρὸς τὸ ὑπὸ τοῦ Πὴλ παραδεχθὲν μέτρον. Ζητοῦ-
1011σι γενικῶς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ δώσῃ πᾶσα Τράπε-
1012ζα, ἥτις θέλει νὰ ἐκδίδῃ γραμμάτια. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν ὑπάρ-
1013χουσι δύω συστήματα· κατὰ τὸ ἓν, ἀπαιτεῖται ἰδιαίτερος νόμος,
1014κατὰ τὸ δὲ, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ εἴς τινας Πολιτείας, ὑπάρχει
1015εἷς νόμος γενικός.
1016Κατ’ αὐτὸν, ἐπιτρέπεται ἕκαστος νὰ συστήσῃ Τράπεζαν, ἀρκεῖ
1017νὰ ἔχῃ πεντήκοντα ἢ ἑκατὸν χιλιάδας δολλαρίων, ὡς εἴρηται,
1018καὶ κατοίκους μέχρι δέκα χιλιάδων. Ἀλλ’ ὀφείλει ἓν μέρος τῶν
1019κεφαλαίων τῆς Τραπέζης αὐτῆς, τὸ τρίτον, νὰ παρακαταθέσῃ εἰς
1020τὸ ταμεῖον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δὲ κυβέρνησις ἀντὶ τούτου δίδει
1021εἰς τὴν Τράπεζαν αὐτὴν γραμμάτια ἰδικά της, ἓν ἔννατον ὀλι-
1022γωτέρας ἀξίας, διὰ νὰ ᾖναι ἐξησφαλισμένη, καὶ τοιουτοτρόπως
1023ὅλαι αὐταὶ αἱ Τράπεζαι ἔχουν δικαίωμα νὰ κυκλοφοροῦν γραμ-
1024μάτια· μέχρι 300,000,000 δολλαρίων δὲ ἀνέρχεται τὸ ὅλον
1025ποσὸν αὐτῶν. Δὲν δίδεται προνόμιον εἰς οὐδεμίαν· ζητεῖται μό-
1026νον τῶν ὅρων τούτων ἡ ἐκπλήρωσις. Κακῶς λοιπὸν σᾶς εἶπον
1027ἄλλοτε, ὅτι περιώρισαν ἐκεῖ τὴν ἔκδοσιν γραμματίων εἰς προνο-
1028μιούχους Τραπέζας. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν δὲν νομίζουν ὅτι εἶναι δυ-
1029νατὸν νὰ ὑπάρξῃ συναγωνισμὸς εἰμὴ ἐν τῇ ἰσότητι καὶ ἐλευθερίᾳ.
1030Ὅταν, κύριοι, σᾶς ὁμιλῶσι περὶ τῶν Ἀγγλικῶν Τραπεζῶν καὶ
1031ἰδίως περὶ τῶν Τραπεζῶν τῆς Σκωτίας, πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’
1032ὄψιν τὴν κατάστασιν ἡμῶν καὶ τὴν τῶν κοινωνιῶν ἐκείνων. Ἐν
1033Σκωτίᾳ αἱ Τράπεζαι, αἱ ὁποῖαι ἀποκατέστησαν εὐτυχῆ τὸν τό-
1034πον τοῦτον, ὑπόκεινται μόνον εἴς τινας ἐγγυήσεις ἀπὸ τὸν πα-
1035ρελθόντα αἰῶνα· διότι ἡ πρώτη Τράπεζα συνεστήθη τὸ 1690,
1036αἱ δὲ ἕτεραι δύω, τὸ 1727 καὶ τὸ 1747. Αὐταί εἰσιν αἱ πρῶται ἐν
1037Σκωτίᾳ συσταθεῖσαι Τράπεζαι, ἡ δὲ ἐγγύησις, ἥτις ζητεῖται, ἀ-
1038φορᾷ εἰς τὸ ὑπεύθυνον τῶν μετόχων ὄχι μόνον δι’ ὅσον κατέβαλον,
1039ἀλλὰ καὶ δι’ ὅλης τῆς περιουσίας των· εἶναι ὑπόχρεοι οἱ μέτοχοι
1040μεθ’ ὅλης τῆς περιουσίας των νὰ ἀποζημιώσωσι πᾶσαν ζημίαν.
1041§101ΤΙΝΕΣ. Σπουδαῖον εἶναι αὐτό.
1042§102ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐζητήθη λοιπὸν καὶ εἰς τὴν Σκωτίαν
1043ἐγγύησις καὶ οὐδὲν πλέον· οἱ δυνάμενοι νὰ δώσωσιν ἐγγυήσεις
1044τοιαύτας, δύνανται νὰ συστήσωσι Τράπεζαν. Καὶ ἐπειδὴ αἱ Τρά-
1045πεζαι ἐκεῖναι δίδουν ἐγγυήσεις ἀσφαλεῖς, καὶ διὰ τὴν φρόνησιν
1046τῶν διευθυνόντων αὐτὰς, δὲν ἐκλονίσθησάν ποτε, ἐπανηλειμμένας
1047δ’ ἔδωκαν ὠφελείας. Οὕτω ἐγένοντο τὸ γενικὸν ταμεῖον τῆς πε-
1048ριουσίας τῶν πολιτῶν. Αἱ Τράπεζαι ἐν Σκωτίᾳ ἀποτελοῦσι τὴν
1049ἀποθήκην τῆς χρηματικῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν, ἑπομένως
1050θέτουσιν εἰς κυκλοφορίαν τὰ ἐν τῇ κοινωνίᾳ κεφάλαια· οὕτω δὲ
1051συνετέλεσαν ὥστε τὸ κοινωνικὸν κεφάλαιον νὰ μὴ μένῃ ἀργὸν,
1052νὰ μὴ κρύπτεται. Αἱ δὲ Τράπεζαι οὕτω ὠφελοῦνται καὶ αὐταὶ
1053καὶ ἡ κοινωνία. Διὰ τῆς φρονίμου διευθύνσεως καὶ τῶν ἐγγυή-
1054σεων, ἃς χορηγοῦσι, κατώρθωσαν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ διαχει-
1055ρίζωνται τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν, νὰ ἐνεργῶσι τὴν κυκλο-
1056φορίαν ἄνευ ἀνάγκης μεγάλης γραμματίων, δι’ ἁπλῆς μόνον με-
1057ταβολῆς τῶν λογαριασμῶν. Ἡ Σκωτία, ἔνθα ἐπίσης τὸ ἐμπόριον
1058εἶναι μέγα, καὶ ἔχει πληθυσμὸν κατὰ ἓξ ὀλιγώτερον τοῦ πληθυ-
1059σμοῦ τῆς Ἀγγλίας, ἐνεργεῖ τὴν κυκλοφορίαν δι’ 20 ἑκατομμυρίων
1060λιρῶν. Τοιαῦτά εἰσι τὰ κατορθώματα τῆς ἀναπτύξεως τῆς πίστεως.
1061Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὅπου ἡ πίστις δὲν ἀνεπτύχθη ὅπως εἰς τὴν Σκω-
1062τίαν, καὶ ὁ πληθυσμὸς εἶναι ἑξαπλάσιος, τὸ δὲ ἐμπόριον οὐχὶ πλέον
1063ἀνεπτυγμένον, ἡ ἀναλογία τῆς κυκλοφορίας δὲν εἶναι ἑξαπλασία
1064μόνον, εἶναι πολὺ μείζων, καὶ ἐνῷ εἰς τὴν Σκωτίαν σήμερον ἔχει ἀ-
1065νάγκην ἡ κυκλοφορία ὀγδοήκοντα ἑκατομμυρίων σεληνίων, εἰς τὴν
1066Ἀγγλίαν ἔχει ἀνάγκην πλέον τοῦ δισεκατομμυρίου καὶ πολλῶν
1067γραμματίων. Ἡ ἀνάπτυξις, ἣν λαμβάνει ἡ πίστις, εὐελπίζει,
1068ὅτι ἡ ἀνάγκη τῶν γραμματίων, θεωρουμένη ὡς δευτερεύουσα, θὰ
1069ἐκλείψῃ, καὶ ὅτι τὰ γραμμάτια δὲν θέλουν εἶναι ἀναπόφευκτα,
1070ἀφοῦ διὰ τῆς μεταβολῆς εἰς τὰς ἐγγραφὰς κτλ. γίνεται ἡ κυ-
1071κλοφορία. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν τὴν στιγμὴν ταύτην εἶναι εἰς ἐνέρ-
1072γειαν περὶ τὰς 60 Τραπέζας, ἐχούσας τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδουν
1073τραπεζικὰ γραμμάτια.
1074§103ΤΙΝΕΣ. Μία, μία.
1075Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντι-
1076πρόεδρος Ν. Τσώκρης.
1077§104ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὐχί, κύριε Κεχαγιᾶ. Εἰς τὴν Ἰταλίαν,
1078κύριοι, κατ’ αὐτὰς εἶχε λάβει χώραν συζήτησις περὶ κανονισμοῦ
1079τῶν γραμματίων· ὑπῆρχον ἐν χρήσει γραμμάτια ἀναγκαστικῆς
1080κυκλοφορίας καὶ γραμμάτια τραπεζικὰ κατ’ ἐπαρχίας· ἐγένετο
1081λοιπὸν συζήτησις, καὶ τὸ ἐπικρατῆσαν πνεῦμα ἐν τῇ Βουλῇ, τὸ
1082ὁποῖον ἀντεπροσώπευεν ὁ Μιγκέτης, εἶναι ὅτι εἰς τὴν Ἰταλίαν δὲν
1083πρέπει ν’ ἀποκλίνωσι πρὸς τὰ ἄκρα· ἄκρα κατ’ ἐμέ, εἶπεν, εἶναι
1084ἀφ’ ἑνὸς ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ ἑνιαῖον· ἐν τῇ ἐ-
1085λευθερίᾳ δὲν ὑπάρχει τὸ ἑνιαῖον, οὔτε εἰς τὸ ἑνιαῖον ἡ ἐλευθερία·
1086τὸν μέσον ὅρον πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν, ὅπως καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν
1087καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν, καὶ αὐτὸν παρεδέχθη ἡ Βουλὴ διὰ πλειο-
1088νοψηφίας καταπληκτικῆς. Εἰς τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα πρὸ πολλοῦ
1089ὑπάρχουν πιστωτικὰ καταστήματα, καὶ ὅπου ἐδοκιμάσθη ἡ ἀξία
1090τῆς πίστεως, καθιέρωσαν τὸ δικαίωμα τοῦ πολλαπλοῦ τῶν Τρα-
1091πεζῶν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐκδόσεως γραμματίων. Δὲν εἶναι
1092ἀνάγκη νὰ σᾶς φέρω περισσότερα παραδείγματα ἐπὶ ζητήματος,
1093τὸ ὁποῖον ἀκαίρως συζητεῖται σήμερον. Παύω διὰ τοῦτο καὶ ἐπι-
1094λαμβάνομαι τῆς ἐξετάσεως τῶν ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεων.
1095Ἐννοεῖται ὅτι μεθ’ ὅσα σᾶς ἐξήγησα, καὶ κατὰ τὴν πεποί-
1096θησίν μου παραδεχόμενος τὴν πρώτην σύμβασιν, τὴν ὁποίαν πα-
1097ρουσίασε τὸ πεσὸν ὑπουργεῖον, τὴν προτιμῶ ἀπέναντι ἄλλης συμ-
1098βάσεως οἵας δήποτε μετὰ προνομίου, ἤθελον δ’ ἀδιστάκτως ψη-
1099φίσει ὑπὲρ τῆς πρώτης, ἥτις περιέχει τὰς ἀρχάς μου, ἐὰν ἦναι
1100δυνατὸν νὰ χωρισθῇ τῶν ἄλλων.
1101§105ΤΙΝΕΣ. Τῆς 2 Νοεμβρίου;
1102§106ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ναὶ.
1103§107ΖΩΧΙΟΣ. Ἀλλὰ εἶναι μία αἱ τρεῖς· παρουσιάσθησαν ὡς ἓν ὅλον.
1104§108ΤΙΝΕΣ. Δὲν χωρίζονται αἱ συμβάσεις.
1105§109ΕΤΕΡΟΙ. Χωρίζονται.
1106§110ΖΩΧΙΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν;
1107§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
1108§112ΖΩΧΙΟΣ. «Καὶ τὰς τρεῖς δὲ τὰς εἰσάγομεν ὡσεὶ μίαν σύμ-
1109βασιν.»
1110§113ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. «Ἐὰν ὅμως..........»
1111§114ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ κυβερνήσεις χρεωστοῦν φυσικῷ τῷ λόγῳ
1112νὰ εἰσάγουν τὰς συμβάσεις ὅπως τὰς συνομολογοῦν, ἑπομένως
1113τινὰ συμφέροντα ὑπηγόρευσαν νὰ εἰσαχθοῦν αἱ τρεῖς συμβάσεις ὡς
1114μία. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ δὲν τὰς δεχθῇ, ἐπέρχεται τὸ ζήτημα,
1115ἐξοφλοῦνται αἱ ὑποχρεώσεις αἱ προγενέστεραι; Ὑπάρχει λοιπὸν
1116ἓν ἄρθρον 5ον, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς.
1117«Ἡ Γενικὴ Πιστωτικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος συναινεῖ εἰς
1118τὴν κατάργησιν τῶν ἄρθρων 15 καὶ 16 τῆς ἀπὸ 2 Νοεμβρίου
11191872 συμβάσεως, μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς νομοθετικῆς κυρώσεως
1120τῆς παρούσης. Ταύτης ἀποῤῥιφθείσης, διατηρεῖ ὅλον τὸ κῦρος αὐ-
1121τῆς ἡ εἰρημένη σύμβασις.»
1122§115ΖΩΧΙΟΣ. Κύριε Δεληγεώργη..... (θόρυβος)
1123§116ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριε Ζωχιέ. Παρεκάλεσα
1124τὸν κ. Ζωχιὸν νὰ ἡσυχάσῃ, διότι ἡ ἀντίῤῥησις, τὴν ὁποίαν θὰ
1125προτείνῃ, δὲν μοὶ χρησιμεύει· ἑπομένως δὲν θὰ ἀναμιχθῶ εἰς
1126τὴν συζήτησιν αὐτὴν ὅλως διόλου. Δυνάμεθα ὅμως νὰ ψηφίσωμεν
1127τὰς συμβάσεις αὐτὰς χωριστά;
1128§117ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα· ὅταν ἀποῤῥίψητε τὰς τρεῖς, δύ-
1129νασθε νὰ ψηφίσητε τὴν πρώτην.
1130§118ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ τοῦτο. Τὸ παρά-
1131πονόν μου εἶναι ἄλλο, κύριοι. Ἔχω ἓν παράπονον καὶ κατὰ τῆς
1132συμβάσεως αὐτῆς, τῆς πρώτης· τὸ παράπονον εἶναι, ὅτι παρε-
1133χωρήσαμεν ἓν δικαίωμα μέγιστον ἀντὶ ἀνταλλάγματος πολὺ μι-
1134κροῦ. Τὸ ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον λαμβάνομεν, εἶναι ἡ ἐλάττωσις
1135καθ’ ἓν τοῖς ἑκατὸν τοῦ τόκου· μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ἰσά-
1136ξιον τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον παραχωροῦμεν· καὶ δὲν εἶναι ἰ-
1137σάξιον ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν μέτρα λαμβάνονται ὑπὲρ τοῦ ἐμπο-
1138ρίου, ἐνῷ ἡ γεωργία δεινῶς πάσχει, καὶ ἐν τούτοις οὐδὲν ἐπρά-
1139χθη ὑπὲρ αὐτῆς.
1140Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι εἰς τὰς παραχωρήσεις τῶν δι-
1141καιωμάτων τούτων πρέπει νὰ ἀπαιτῶμεν ὡς ἀντάλλαγμα ὄχι
1142τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου κατὰ 1%, ἀλλ’ ἓν μέρος τοῦ
1143κεφαλαίου νὰ δανείζηται πρὸς τοὺς γεωργούς· ἄνευ τούτου
1144ἂς μὴ παραχωρῶμεν τὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας τὰ γραμμάτια
1145ἀποφέρουν εἰς τὰς Τραπέζας, καὶ τὰς ἀποφέρουν, διότι ἡμεῖς
1146παραχωροῦμεν εἰς αὐτὰς τὸ δικαίωμα νὰ κάμνουν χρῆσιν τῆς πί-
1147στεως ἄνευ καταθέσεως κεφαλαίων περισσοτέρων. Ἂς χρησιμεύ-
1148σωσι λοιπὸν μᾶλλον πρὸς ἀνακούφισιν τῆς γεωργίας. Μόνον τοι-
1149ουτοτρόπως δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ ἔλθωμεν εἰς ἐπικουρίαν τῆς
1150γεωργίας. Καὶ δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι αἱ ἐμπορικαὶ Τράπεζαι χρησι-
1151μεύουν ἐμμέσως ὑπὲρ τῆς γεωργίας, ἀλλ’ ἡ ἔμμεσος αὕτη βοή-
1152θεια εἶναι μικρὰ, εἶναι εὐτελὴς, καὶ οὐδὲν σπουδαῖον δύναται νὰ
1153ἔχῃ ἀποτέλεσμα.
1154Παραπονοῦμαι λοιπὸν διὰ τοῦτο, διότι ἡ θυσία, τὴν ὁποίαν
1155κάμνωμεν, δὲν μᾶς φέρει ἄξιον ἀντάλλαγμα· θέλω κάμει, κύριοι,
1156καὶ μίαν ἑτέραν ἔτι παρατήρησιν. Συμβαλλόμενοι μὲ Τραπέζας,
1157ἀντὶ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας, δὲν φρον-
1158τίζομεν εἰμὴ μόνον ὑπὲρ τοῦ ταμείου, καὶ τοῦτο ἕως τώρα ἔ-
1159βλαψε καὶ θέλει βλάψει. Δὲν δύναμαι νὰ ἰσχυρισθῶ ἤδη, ὅτι δυ-
1160νάμεθα νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ σύστημα τοῦτο ἀμέσως ἀλλὰ
1161θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τείνετε εἰς τὴν ἐγκατάλειψίν του. Ὁ κ.
1162Δεληγεώργης λοιπὸν ἀπορῶ διατί ἐγκατέλιπε τὸ σύστημα τῆς
1163ἐλευθερίας, τὴν ἀρχὴν αὐτὴν τὴν καλὴν, καὶ ἐῤῥίφθη πρὸς τὸ
1164προνόμιον. Τί ἐκερδήσατε ἀπὸ τὴν μεταβολὴν αὐτὴν τῆς συμ-
1165βάσεως, ἠρώτησεν ὁ κ. Ζωχιός; Τί ἐκερδήσατε; ἐρωτῶ καὶ ἐγώ.
1166Ὄχι μόνον δὲν ἐκερδήσατε, ἀλλ’ ἐζημιώθητε, νομίζω, καὶ ἰδοὺ
1167τίνι τρόπῳ. Ἡ νέα σύμβασις οὐδεμίαν ἐπέφερε μεταβολὴν, διότι
1168τὸν τόκον εἴχομεν ἤδη ἐλαττώσει. Διὰ τῆς πρώτης συμβάσεως
1169ὑποχρεοῦται ἡ Τράπεζα νὰ δανείζῃ πρὸς 7%. Μίαν καὶ
1170μόνην μεταβολὴν ἐπέφερε· προσέθεσεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν πρὸς
1171τὴν κυβέρνησιν δανείων, νομίζω.
1172§119ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περιώρισε.
1173§120ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τόσῳ χειρότερον.
1174§121ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ περιώρισεν ἡ δευτέρα σύμβασις...;
1175§122ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ οἱ δύω ἔχετε δίκαιον, διότι ἡ Πι-
1176στωτικὴ τὸ περιώρισεν, ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ ἐπλήρωσε πολὺ περισσότερα.
1177§123ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ὅμως ὁ κ. Δεληγεώργης ἀπεμα-
1178κρύνετο ἀπὸ τὸ σύστημα τῆς ἐλευθερίας καὶ ἐῤῥίπτετο πρὸς τὸ
1179σύστημα τῶν προνομίων, εἶχε δίκαιον τότε ὁ Ἑπτανήσιος βου-
1180λευτὴς λέγων· «ἐπειδὴ μεταξὺ προνομίων ἀναγκάζομαι νὰ ἐκλέ-
1181ξω, ἐκλέγω τὸ προνόμιον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον περισσότερον ὠφελεῖ
1182τὸν τόπον·» βεβαίως ἡ Τράπεζα ἐκείνη, ἡ ὁποία οὐ μόνον εἰς
1183τὸ ἐμπόριον, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς γεωργοὺς δανείζει......
1184§124ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὐδέποτε.
1185§125ΡΩΜΑΙΟΣ. Τώρα πρόκειται.
1186§126ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν λοιπὸν τὸ σύστημα τῆς ἐλευθερίας
1187ἐγκαταλείπεται, εἰσερχόμεθα εἰς τὸ σύστημα τοῦ προνομίου,
1188καὶ δικαιῶ τοὺς Ἑπτανησίους νὰ ἐπιμένωσιν εἰς τὴν πρότασιν
1189τῆς Τραπέζης τῆς Ἑπτανήσου, διότι ἡ πρότασις ἐκείνη, ἐὰν
1190πραγματοποιηθῇ, εἶναι συγκριτικῶς πρότασις καλλιτέρα διὰ τοὺς
1191Ἑπτανησίους. Τί ἄλλο κακὸν ὅμως ἔχει αὐτὴ ἡ μετάβασις καθ’
1192ἑαυτήν; Κύριοι, ὁ συναγωνισμὸς εἶναι καλὸς, εἶναι ὠφέλιμος,
1193ἀλλ’ ὅταν γίνεται εἰς εὐρὺ πεδίον, ὅταν ἀφίνεται στάδιον ἀνοι-
1194κτόν· ἀλλ’ ὑμεῖς ἐκλείσατε δύω Τραπέζας ἐντὸς μιᾶς νήσου, ἐντὸς
11957 νήσων μικρῶν καὶ εἴπετε «συναγωνισθῆτε». Ἠξεύρετε τί θὰ
1196συμβῇ; ἡ μία θέλει καταστρέψει τὴν ἄλλην. Δὲν ὑπάρχει στά-
1197διον εὐρύχωρον, ὥστε ὁ διαγωνισμὸς νὰ ὠφελήσῃ καὶ νὰ ζήσουν
1198ἀμφότεραι. Ἐπετράπη μὲν ὁ συναγωνισμὸς μεταξὺ 2 Τραπεζῶν,
1199περιωρίσθησαν ὅμως ἐντὸς στενοῦ κύκλου, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἡ μία
1200θὰ ἐξέλθῃ νικητὴς διὰ τῆς καταστροφῆς τῆς ἄλλης, ὡς προεῖ-
1201πον. Ἰδοὺ, κύριοι, τὸ δεύτερον ἄτοπον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ μετά-
1202βασις αὐτὴ, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον λυποῦμαι ὅτι ἐγένετο.
1203Ἀλλ’ ὁ κ. Δεληγεώργης εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἄλλα συμφέροντα·
1204ὁ κ. Δεληγεώργης ὅταν ἐγκατέλειψε τὴν πρώτην σύμβασιν καὶ
1205μετέβη εἰς τὰς ἄλλας, δὲν εἶχε πλέον ὑπ’ ὄψιν τραπεζικὰς ἐρ-
1206γασίας, ἀλλὰ μόνον ταμιακάς. Διὰ τῶν συμβάσεων ὁ κ. Δελη-
1207γεώργης δὲν ἐφρόντιζε πλέον νὰ κανονίσῃ τὸ τραπεζικὸν ζή-
1208τημα, τὸ ὁποῖον ἤδη ἐκανονίσθη· εἶχε σκοπὸν νὰ κανονίσῃ τὸ
1209ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ζήτημα τοῦ ταμείου. Νομίζε-
1210τε, ὅτι διὰ τοῦτο κατηγορῶ τὸν κ. Δεληγεώργην; Παντελῶς.
1211Ἡ κυβέρνησις ἐχρεώστει βεβαίως, φροντίζουσα διὰ τὸ ἓν, νὰ
1212φροντίσῃ καὶ διὰ τὸ ἕτερον· ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι
1213αἱ δύω δεύτεραι συμβάσεις δὲν ἦσαν πλέον συμβάσεις σκοπὸν
1214ἔχουσαι τραπεζικὰ ἀντικείμενα, ἀλλὰ τὴν τακτοποίησιν τῶν
1215ἀναγκῶν τοῦ ταμείου. Ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς, καὶ εἶναι ἀλη-
1216θὲς, ἐὰν αἱ δεύτεραι συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνήρεσαν τὰς πρώ-
1217τας, δὲν ἦσαν εἰμὴ συμβάσεις τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν,
1218καὶ σκοπὸν εἶχον νὰ ὑπηρετήσουν αὐτὸ, τότε δὲν ἐννοῶ τὰ πα-
1219ράπονα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. βουλευτὴς Πατρῶν ἀπέτεινεν εἰς τὸν κ.
1220ὑπουργὸν τὸν Οἰκονομικῶν, ὅτε ἦλθε καὶ σᾶς εἶπεν, «ὁ τρόπος,
1221κατὰ τὸν ὁποῖον κανονίζετε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὸ ταμεῖον
1222διὰ τῶν συμβάσεων, δὲν εἶναι καλός· διὰ τοῦτο ζητῶ τὴν ἀπόῤῥι-
1223ψίν των. Θέλω τὰ κανονίσει ἐγὼ ἄλλως.» Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν τὸ πα-
1224ράπονον καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἦτον ὀρθὸν, διότι ὁ κύριος ὑπουρ-
1225γὸς τῶν Οἰκονομικῶν δικαιοῦται, τὸ ἐπαναλαμβάνω, προκειμένου
1226περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν χρεῶν τοῦ ταμείου καὶ τοῦ προϋπο-
1227λογισμοῦ, νὰ φέρῃ τὴν γνώμην του καθαρῶς καὶ ἐλευθέρως.
1228Ἐνταῦθα ἐπαναλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ Πρόε-
1229δρος τῆς Βουλῆς κ. Ζαΐμης.
1230Ἐπεθύμουν καὶ ἐπιθυμῶ νὰ σκεφθῶμεν ἅπαξ διὰ παντὸς καὶ
1231ν’ ἀκολουθήσωμεν ὁριστικῶς καὶ θετικῶς δρόμον ἀντίθετον τοῦ
1232ἐπαναλαμβανομένου διὰ τῶν συμβάσεων. Τὸ καλύπτειν τὰ ἐλ-
1233λείμματα διὰ δανείων θέλει μᾶς φέρει ἀφεύκτως πρὸς τὴν
1234χρεωκοπίαν, καὶ διὰ δανείων ἐξακολουθοῦμεν νὰ καλύπτωμεν
1235τὰ ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ μας ἀπὸ τὸ 1861 μέχρι
1236τῆς στιγμῆς ταύτης.
1237§127ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπὸ τὰ 1862.
1238§128ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὰ 1861 ἔγεινε τὸ πρῶτον δάνειον
12393,000,000. Ἔκτοτε ὁ προϋπολογισμός μας κλείεται μὲ ἔλλειμ-
1240μα. Προσεπαθήσαμεν εἰς δύω ἐποχὰς νὰ φέρωμεν ἰσοζύγιον, διὰ
1241τῆς ἐπιβολῆς φόρων κατὰ τὸ 1867 καὶ διὰ τῆς τακτοποιή-
1242σεως τῆς ὑπηρεσίας κατὰ τὸ 1871, καὶ ἐπετύχομεν. Δὲν θέλω
1243ὅμως νὰ ἐπιμείνω, διότι δὲν σκοπεύω ἤδη νὰ κάμω τὸν ἔλεγ-
1244χον οὐδεμιᾶς διαχειρίσεως· δέχομαι μάλιστα, διὰ νὰ ἀποδείξω
1245τὸν ἰσχυρισμόν μου, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν συνέστη τὸ
1246Ἑλληνικὸν βασίλειον, ὁ προϋπολογισμὸς κλείεται πάντοτε μὲ
1247ἔλλειμμα καὶ ἡ ἐξακολούθησις αὐτοῦ τοῦ ἐλλείμματος καλυπτο-
1248μένου διὰ δανείων, θὰ μᾶς φέρῃ εἰς ἄφευκτον χρεωκοπίαν.
1249§129ΤΙΝΕΣ. Ὀρθά.
1250§130ΕΤΕΡΟΣ. Εἶναι κρίσις.
1251§131ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀφῆκε περίσσευμα ποτὲ, ἐὰν ὑπολο-
1252γίσητε ὅτι δὲν ἐπληρώνομεν πρὸς τὰς Δυνάμεις τὰ ὀφειλόμενα.
1253Καὶ δυστυχῶς, κύριοι, ἐφθάσαμεν εἰς σημεῖον, κατὰ τὸ ὁποῖον
1254δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν τὴν σωτηρίαν μας ἀπὸ οἰκονομίας.
1255Ὁ προϋπολογισμός μας εἶναι ἐπιδεκτικὸς οἰκονομιῶν οὐχὶ με-
1256γάλων, ἀλλὰ γλίσχρων καὶ ἀνικάνων νὰ φέρουν διαρκῆ, ἐντελῆ
1257ἰσοῤῥοπίαν· καὶ εἴμεθα ἐστερημένοι πολλῶν ἀπαραιτήτων, δὲν
1258ἔχομεν οὔτε πλοῖα, οὔτε στρατόν, οὔτε ἐφόδια, οὔτε οὐδὲν τῶν
1259ὅσων ἑκάστη πολιτεία ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην, καὶ ἂν ποτε
1260εὑρεθῶμεν εἰς περιστάσεις δυσκόλους, τότε θὰ ἐννοήσωμεν τὴν
1261κακὴν κατάστασίν μας.
1262Τὴν τοιαύτην κατάστασίν μας δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνορθώσω-
1263μεν δι’ οἰκονομιῶν, πρέπει ἄλλην ὁδὸν νὰ λάβωμεν καὶ πρὸς
1264ἄλλο μέρος νὰ στραφῶμεν, δηλαδὴ νὰ ἀναπτύξωμεν τὸν κοινω-
1265νικὸν πλοῦτον, νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἀνάπτυξιν τῶν πόρων
1266καὶ τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τοῦ ἔθνους, τῆς γεωργίας του,
1267τῆς βιομηχανίας του καὶ τῶν λοιπῶν. Οὕτω μόνον δυνάμεθα νὰ
1268ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας. Σημειώσατε, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δυσ-
1269τυχῶς ἡ πρόοδος τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἠκολού-
1270θησε τὴν πρόοδον τῶν ἐξόδων, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐ-
1271σόδων ἐὰν ἀνεβιβάσθη τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς 39,000,000,
1272δὲν ἀνεβιβάσθη διότι τὰ ἔσοδά μας ηὔξησαν τόσον, ἀλλὰ διότι
1273προσεθέσαμεν 10,000,000 φόρων. Ἡ πρόοδος λοιπὸν τῶν εἰσο-
1274δημάτων δὲν ἀκολουθεῖ τὴν πρόοδον τῶν ἐξόδων, καὶ πρέπει
1275πολὺ νὰ προσέχωμεν, ὅταν σκεπτώμεθα περὶ τῶν κοινῶν πραγ-
1276μάτων. Ἰδοὺ διατὶ παραπονοῦμαι κατὰ τοῦ συστήματος, τὸ
1277ὁποῖον ἐξακολουθοῦμεν, καὶ τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀ-
1278φήσωμεν. Πρέπει, κύριοι, τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα λαμβάνομεν ἀπὸ
1279τὰς Τραπέζας δι’ ἀνάγκας τοῦ δημοσίου, νὰ τὰ ἀφήσωμεν
1280εἰς τὸν λαόν· πρέπει τὰ χρήματα, νὰ τὰ ἐπιστρέψωμεν πρὸς
1281τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην τούτων, ἡμεῖς δὲ νὰ οἰκονομήσωμεν
1282ἄλλως πως τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου. Εἶμαι διὰ τοῦτο μᾶλ-
1283λον ὑπὲρ δανείου, τὸ ὁποῖον ἔχει σκοπὸν νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς
1284τὰς τραπέζας ὅ,τι ὀφείλομεν, διότι ἡ ζημία εἶναι μεγίστη, ἐὰν
1285ἀφαιρέσωμεν, ὅπως ἀφῃρέσαμεν, 15,000,000 περίπου καὶ τὰ
1286ἐδώκαμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου.
1287Ἔχω λοιπὸν, κύριοι, ταῦτα τὰ παράπονα κατὰ τῆς συμβά-
1288σεως· μολοντοῦτο δὲν ἤθελον δυσκολευθῆ νὰ ψηφίσω τὴν σύμ-
1289βασιν αὐτὴν, ἐὰν αἱ τελευταῖαι προτάσεις δὲν μὲ ἐμπόδιζον.
1290Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν συμβάσεων ἐπῆλθον προτάσεις ἐκ μέ-
1291ρους τῶν Τραπεζῶν, καὶ δὲν πρόκειται περὶ Τραπεζῶν ξένων,
1292μὲ συγχωρεῖ ὁ κ. βουλευτὴς Πατρῶν, νὰ κάμω τὴν παρατήρη-
1293σιν αὐτὴν, δὲν ἀναγνωρίζω ὑπογραφὴν Τραπέζης ὡς ξένης. Ἅμα
1294ἐγκατασταθῇ Τράπεζα ἐδῶ, εἶναι Ἑλληνικὴ καὶ δὲν ἔχει
1295πλέον τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλῆται τὴν βοήθειαν τῶν ξένων.
1296§132ΧΑΛΙΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνόησα αὐτό.
1297§133ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ Τράπεζα ἡ Πιστωτικὴ, μετὰ τὴν ὑ-
1298ποβολὴν τῆς συμβάσεως, ἐπρότεινεν εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὅτι δύνα-
1299ται νὰ βελτιώσῃ τὰς προτάσεις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἓν μέρος τοῦ
1300κεφαλαίου, καὶ ὑπόσχεται νὰ τὸ δανείσῃ εἰς τοὺς γεωργούς.
1301Κύριοι, ὅταν ἔχω τὴν πρότασιν ταύτην, ἡ ὁποία πιστεύω ὅτι
1302δύναται νὰ συμβιβασθῇ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ πολλαπλοῦ τῶν
1303Τραπεζῶν, καθὼς θὰ σᾶς εἴπω μετ’ ὀλίγον, τότε σταματῶ,
1304προτιμῶ τὰς προτάσεις ταύτας· δὲν θέλω τοὐλάχιστον νὰ τὰς
1305ἀποκλείσω, καὶ ψηφοφορῶν σήμερον ὑπὲρ τῶν συμβάσεων, τὰς
1306ἀποκλείω. Νομίζω, ὅτι ἡ Πιστωτικὴ θὰ ἐπιμείνῃ, θὰ ἐξακολου-
1307θήσῃ ὑποστηρίζουσα τὴν πρότασιν μὲ ταύτην μόνην τὴν πα-
1308ραχώρησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἄνευ προνομίου ἐκδόσεως τῶν
1309γραμματίων, καὶ διὰ τῆς παραχωρήσεως ἑνὸς ἄλλου μεγίστου
1310δικαιώματος, τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω τὴν κυβέρνησιν νὰ πα-
1311ραχωρήσῃ εἰς ὅλας τὰς Τραπέζας, ἀπαιτοῦσα παρ’ αὐτῶν με-
1312γαλείτερον ἀντάλλαγμα τοῦ δικαιώματος, δηλ. τοῦ ν’ ἀντιπρο-
1313σωπεύηται τὸ παθητικὸν διὰ χρεωγράφων. Τοῦτο εἶναι διὰ
1314τὰς Τραπέζας λίαν ὠφέλιμον, καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι αἱ Τράπεζαι,
1315λαμβάνουσαι αὐτὸ τὸ δικαίωμα, θὰ ὑποβληθῶσιν εὐχαρίστως
1316εἰς θυσίας.
1317§134ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Παντὸς εἴδους ὁμολογιῶν;
1318§135ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡρισμένων δανείων· ἐννοεῖται χρεωγρά-
1319φων τοῦ δημοσίου μετὰ τὸ 1862. Τοῦτο παρεδέχθησαν καὶ
1320εἰς Ἀμερικὴν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτου ἐσκοποῦμεν μετὰ τοῦ
1321κ. Ζωχιοῦ νὰ ὑποβάλωμεν προτάσεις.
1322§136ΖΩΧΙΟΣ. Μάλιστα, καὶ θὰ παρακαλέσωμεν καὶ τὸν κ. Δελη-
1323γεώργην.
1324§137ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ Τραπεζῶν οἱ νόμοι δὲν ἰσχύουν, τὰ
1325χρήματα.
1326§138ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ Τράπεζα ἡ Πι-
1327στωτικὴ θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὰς προτάσεις της, ἐὰν τῇ παραχω-
1328ρήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκδίδειν γραμμάτια ἐν Ἑπτανήσῳ
1329καὶ ἐν Ἑλλάδι, ὅπου εἶναι δυνατὸν κατὰ τὸν νόμον. Τὰ δι-
1330καιώματα αὐτὰ εἶναι μέγιστα, ἡ δὲ ἀπαιτουμένη θυσία εἶναι
1331μικρὰ, καὶ νομίζω ὅτι θὰ ὑποβληθῇ εἰς αὐτήν. Ἐπειδὴ ἡ σύμβασις,
1332κατὰ τὰς ἰδέας αὐτὰς, καὶ πρὸς τὰς ἀρχάς μας συμβιβάζεται
1333καὶ περισσοτέραν ὠφέλειαν δίδει, θέλω τὴν δεχθῆ, καὶ τὴν
1334ὑποστηρίξει. Πιστεύω λοιπὸν ὅτι σήμερον οὔτε τὸ ὑπουργεῖον,
1335οὔτε ἡ Βουλὴ θὰ ἐπιμείνῃ νὰ ψηφηφορήσωμεν ἐπὶ τῶν συμβά-
1336σεων, ἀφοῦ νέα, ὡς εἴρηται, πρότασις ἔγεινεν ἐκ μέρους τῶν
1337Τραπεζῶν, ἤτοι τῶν συμβαλλομένων.
1338Ἀφοῦ δὲ οἱ συμβαλλόμενοι εἶπον εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὅτι
1339προσφέρονται νὰ βελτιώσωσι τοὺς ὅρους τῶν συμβάσεων, νομί-
1340ζω ὅτι ἡ κυβέρνησις δικαιοῦται νὰ ἔλθῃ εἰς νέας διαπραγματεύ-
1341σεις, καί τοι ὑπεβλήθησαν αἱ πρῶται συμβάσεις εἰς τὴν ἐπιψή-
1342φισιν τῆς Βουλῆς· διότι αὐτοὶ οἱ συμβαλλόμενοι παρῃτήθησαν
1343τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ ἐπιμένουν εἰς τοὺς πρώτους ὅρους,
1344διότι οἱ ἴδιοι προτείνουν βελτιώσεις αὐτῶν. Ἑπομένως οἱ ἴδιοι
1345προτείνοντες δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ παραπονεθῶσιν, ἐὰν ἡ κυ-
1346βέρνησις ὠφελουμένη ἀπὸ αὐτὴν τὴν πρότασιν, θελήσῃ νὰ δια-
1347πραγματευθῇ ἐκ νέου. Οὔτε ἠθικὸς, οὔτε νομικὸς λόγος διὰ
1348τοῦτο ἐμποδίζει τὴν κυβέρνησιν, ἐκκρεμῶν οὐσῶν ἀκόμη τῶν
1349συμβάσεων, νὰ ἐπιληφθῇ νέων προτάσεων, καὶ τοῦτο συμφέρει
1350εἰς τὸν Τόπον καὶ εἰς τὰς Τραπέζας. Ἠξεύρομεν ἐὰν μετὰ τὴν
1351ἀπόῤῥιψιν τῶν συμβάσεων θὰ ἔχωμεν καλλιτέρας; Καὶ ἂν δὲν
1352θὰ ἔχωμεν, δὲν εἶναι ζημία; Βεβαίως ναί. Ἐὰν, κύριοι, ἀποῤ-
1353ῥίψωμεν σήμερον τὰς συμβάσεις, τί μένει; Οὐδέν. Ἀλλ’ ὑπάρ-
1354χει κατ’ ἐμὲ εἷς ἄλλος λόγος πολὺ σπουδαῖος, ὁ ὁποῖος μὲ ἐμ-
1355ποδίζει νὰ ψηφηφορήσω κατὰ τῶν συμβάσεων.
1356Τὰ τελευταῖα συμβεβηκότα, αἱ τελευταῖαι καταστροφαὶ, αἱ
1357ὁποῖαι προῆλθον, νομίζω, διότι δὲν εἶχον ἄλλο νόμιμον καὶ ἐπι-
1358κερδὲς στάδιον τὰ κεφάλαια νὰ ἀσχοληθῶσι, καὶ διὰ τοῦτο
1359ἔτρεξαν τυφλῶς εἰς ἐπιχειρήσεις, τῶν ὁποίων τὴν ἀξίαν καὶ
1360τὴν στερεότητα δὲν ἐγνώριζον, αἱ τελευταῖαι, λέγω, καταστρο-
1361φαὶ ἐκλόνισαν ἐκ θεμελίων τὸ πνεῦμα τοῦ συνεταιρισμοῦ ἐν
1362τῇ πατρίδι μας καὶ ἐφόβισαν τὰ κεφάλαια νὰ προσέλθουν.
1363Εἶναι τοῦτο ζημία μεγίστη διὰ τὸν τόπον. Ἐὰν σήμερον
1364ἀποῤῥίψητε τὰς συμβάσεις αὐτὰς, δὲν νομίζετε, ὅτι νέον θὰ φέ-
1365ρετε κλονισμὸν, δὲν νομίζετε, ὅτι θέλετε ἐνσπείρει τὴν δυσπι-
1366στίαν εὐθὺς καὶ τὸν φόβον, δὲν νομίζετε, ὅτι τοῦτο θὰ φέρῃ
1367ὑποτίμησιν σπουδαίαν εἰς τὰς μετοχὰς καὶ τὰς ἐργασίας των;
1368Ἐὰν τοῦτο ὑπάρξῃ, δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι μεγίστη βλάβη πρὸς
1369τὸν τόπον, διότι αἱ Τράπεζαι, τὰ καταστήματα ταῦτα, εἶναι
1370κοινῶς ὠφέλιμα εἰς τὸν τόπον καὶ πρέπει ν’ ἀπολαμβάνουν
1371ἴσην τὴν ἀγάπην μας καὶ τὴν προστασίαν μας; Ἡ βλάβη ἑνὸς
1372τούτων, ἐκτὸς τῆς ζημίας τῆς ἀμέσου τὴν ὁποίαν θὰ ἐπι-
1373φέρῃ, θὰ χρησιμεύσῃ καὶ εἰς τὸ νὰ κλονίσῃ πως τὰς πεποιθή-
1374σεις, θ’ ἀπομακρύνῃ τὰ κεφάλαια, θὰ δυσκολεύσῃ τὸ πνεῦμα
1375τοῦ συνεταιρισμοῦ, καὶ ἐὰν δὲν εἶχον βέβαιον τὸ ἀποτέλεσμα
1376τοῦτο, ἡ ὑποψία μόνον ὅτι ἐδύνατο νὰ συμβῇ, ἤθελε μὲ ἐμ-
1377ποδίσει νὰ ψηφοφορήσω σήμερον τὴν ἀπόῤῥιψιν τῶν συμβάσεων.
1378Δι’ ὁριστικῆς ψηφοφορίας σήμερον ἐμποδίζομεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν
1379βελτίωσιν τῶν προτάσεων ψηφίζοντες τὴν παραδοχὴν, προκα-
1380λοῦμεν δ’ ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῆς ἀποῤῥίψεως κινδύνους. Διὰ τοῦτο
1381νομίζω, ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν δυσκολεύεται διόλου, ἀφίνουσα ἐκ-
1382κρεμεῖς τὰς συμβάσεις, νὰ ἔλθῃ εἰς νέας διαπραγματεύσεις, καὶ τὸ
1383προϊὸν τῶν διαπραγματεύσεων νὰ φέρῃ ἐνώπιόν μας— Τότε, κύ-
1384ριοι, κρίνοντες ἐπὶ δεδομένων γεγονότων καὶ γνωστῶν καὶ ὑπὸ
1385τοὺς ὀφθαλμούς μας τιθεμένων, δυνάμεθα νὰ φέρωμεν ἀπόφα-
1386σιν καλλιτέραν καὶ διὰ τὸν τόπον καὶ διὰ τὰς Τραπέζας καὶ
1387διὰ τὴν κυβέρνησιν. Ἰδοὺ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἔχω, θέλω δη-
1388λαδὴ τὴν ἀναβολήν. Τὴν γνώμην αὐτὴν δὲν τὴν ὑποβάλλω,
1389δὲν τὴν ὑποστηρίζω ὡς πρότασιν, διότι πιστεύω ὅτι θὰ τὴν
1390δεχθῆτε ἅπαντες. Ἐὰν πρὸς τὴν γνώμην αὐτὴν ἀντιταχθῇ ἡ
1391κυβέρνησις, ἐὰν τὴν πολεμήσῃ καὶ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ ἐναντίον, βε-
1392βαίως ἐγὼ δὲν θέλω τὴν θέσει ὡς ζήτημα.
1393§139ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπι-
1394τροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
1395§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλέττας ἔχει τὸν λόγον.
1396§141ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ὅταν ἤκουσα ἀρχόμενον τοῦ λόγου του τὸν ἐκ
1397Μεσσήνης ἀξιότιμον βουλευτὴν, ὑπέθεσα ὅτι τὸ συμπέρασμά του,
1398σύμφωνον πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου του, θὰ ἦτο σύμφωνον
1399πρὸς τὰ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα.
1400Παραδόξως δέ πως, ἂν καὶ ὑπεστήριξε δι’ ἀκαταμαχήτων ἐπι-
1401χειρημάτων τὰς ἀρίστας περὶ τῆς ἐλευθερίας καὶ τοῦ πολλαπλοῦ
1402τῶν Τραπεζῶν γνώμας, οὐχ ἧττον κατέληξεν εἰς διάφορον τῆς
1403ἀρχῆς ταύτης συμπέρασμα· καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὴν παροῦσαν μὲν
1404σύνοδον οὐδεμία ἀντίῤῥησις κατὰ τοῦ πολλαπλοῦ τῶν ἐκδιδου-
1405σῶν τραπεζικὰ γραμμάτια Τραπεζῶν ἀνεπτύχθη, τοὐναντίον
1406δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς λίαν ἐκτεταμένως καὶ
1407μετὰ πολλῆς πειστικότητος τὴν ἐλευθερίαν ταύτην ὑπεστήριξε,
1408οὐδὲν περὶ τούτου μένει νὰ εἴπω· θέλω δὲ μόνον περιορισθῇ εἰς τὸ
1409νὰ κρίνω καὶ ἐξετάσω τὸ δεύτερον μέρος τῆς ὁμιλίας του, τὸ
1410ὁποῖον κατ’ ἐμὴν γνώμην ἦτον ἀντίθετον πρὸς τὸ πρῶτον.
1411Καί τοι τοῦ συναγωνισμοῦ πρόμαχος, καί τοι ὑπερασπιστὴς
1412τῆς ἐλευθερίας καὶ τοῦ πολλαπλοῦ τῶν Τραπεζῶν, ἐπροτίμησε
1413τὸ ἑνιαῖον τοῦτο, ἀντὶ τοῦ περιωρισμένου συναγωνισμοῦ.
1414§142ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι.
1415§143ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Αὐτὸ νομίζω ὅτι εἴπατε, ἀλλ’ ἂν σᾶς παρε-
1416νόησα, τὸ ἀνακαλῶ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς κα-
1417τέκρινε τὰς συμβάσεις, διότι ἔθεντο περιορισμοὺς εἰς τὴν ἐλευ-
1418θερίαν τοῦ πολλαπλοῦ τῶν Τραπεζῶν· ὡς ἐπιχείρημα ἓν καὶ
1419μόνον προέτεινεν, ὅτι ὁ συναγωνισμὸς μεταξὺ δύω Τραπεζῶν
1420θέλει εἶσθαι ὀλέθριος διὰ τὴν μίαν.
1421§144ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μόνον ἐν Ἑπτανήσῳ.
1422§145ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Τὴν ἰδέαν του ταύτην δὲν τὴν ὑπεστήριξεν
1423οὔτε διὰ τῶν ἀρχῶν τῆς ἐπιστήμης, οὔτε διὰ τῶν πορισμάτων
1424τῆς πείρας. Ἐσφαλμένως συμπεραίνων ὅτι τοῦτο θὰ ἀποβῇ
1425ὀλέθριον διὰ τὴν μίαν ἐκ τῶν δύω Τραπεζῶν, ἐστηρίχθη εἰς τὸ
1426ὅτι ὁ μεταξὺ δύω Τραπεζῶν συναγωνισμὸς εἶναι ὀλέθριος. Ἐὰν
1427ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ συναγωνισμὸς φέρει τὰ κάλλιστα ἀποτε-
1428λέσματα, ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι δι’ αὐτοῦ τὰ πλεῖστα εἰς τὴν
1429πολιτικὴν καὶ κοινωνικὴν οἰκονομίαν παρήχθησαν εὐεργετή-
1430ματα ὑπὲρ τῶν κοινωνιῶν, δὲν ἐννοῶ διατί ὁ μερικὸς συναγω-
1431νισμὸς καὶ ὄχι ὁ ἀπόλυτος δύναται νὰ βλάψῃ. Δεύτερον κατὰ
1432τῶν συμβάσεων ἐπιχείρημα προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης
1433βουλευτὴς, ὅτι καὶ ἂν τὴν μίαν ἐξ αὐτῶν ἠθέλαμεν δεχθῇ,
1434ἠθέλαμεν ἀδικήσει τὴν κοινωνίαν παραχωροῦντες ἓν προνόμιον
1435χωρὶς ἀνάλογον ἀντάλλαγμα, διότι τὴν καταβίβασιν τοῦ τόκου
1436εἰς 7% δὲν ἐθεώρησεν ἀρκετὸν ἀντάλλαγμα τῆς παρα-
1437χωρήσεως τῆς ἐκδόσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων.
1438§146ΤΙΝΕΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν εἶναι συζήτησις αὐτή· ἂς γείνῃ
1439ἡσυχία.
1440§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι, σᾶς παρακαλῶ.
1441§148ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἐὰν ἐκουράσθητε......
1442§149ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι, ὄχι· προχωρήσατε.
1443§150ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Ἀνταλλάγματα τότε μόνον ζητοῦνται παρὰ
1444τῶν Τραπεζῶν, εἰς ἃς παραχωρεῖται τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως
1445τραπεζικῶν γραμματίων, ὅταν τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀποκλει-
1446στικῶς παραχωρῆται. Οὐδέποτε εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου,
1447ὅταν συνιστῶνται Τράπεζαι, καὶ ζητοῦν τὴν ἄδειαν τῆς ἐκδό-
1448σεως τραπεζικῶν γραμματίων ἐν συναγωνισμῷ μετ’ ἄλλων
1449Τραπεζῶν, οὐδέποτε, ἐπαναλέγω, ἐζητήθησαν ἀνταλλάγματα,
1450καὶ ἐπετεύχθησαν. Καὶ πραγματικῶς ἐὰν ὑπάρχῃ λόγος, ὅστις
1451τὴν σήμερον παρὰ τοῖς οἰκονομολόγοις ὑποστηρίζεται ὑπὲρ τοῦ
1452ἑνιαίου τῶν Τραπεζῶν καὶ τοῦ μονοπωλίου, ὁ λόγος οὗτος στη-
1453ρίζεται εἰς τὴν ὠφέλειαν τοῦ δημοσίου, στηρίζεται εἰς τὸ ὅτι
1454παραχωροῦσαι αἱ κυβερνήσεις τὸ μονοπώλιον εἰς μίαν Τράπε-
1455ζαν, ἀνταλλάσσουσι τοῦτο μὲ ὠφέλειαν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Καὶ
1456δὲν ὑπάρχει παράδειγμα εἰς κἀνὲν μέρος οὔτε τῆς Εὐρώπης,
1457οὔτε τῆς Ἀμερικῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις, παραχωρή-
1458σασα τὸ μονοπώλλιον, δὲν ἀντήλλαξε τοῦτο μὲ βαρυτάτους ὅρους
1459κατὰ τῶν Τραπεζῶν, εὐνουστάτους δὲ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Ὁ
1460λόγος λοιπὸν, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ὅστις ἔκαμε τὸν ἀξιότιμον
1461ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴν νὰ κατενεχθῇ κατὰ τῆς πρώτης τῶν
1462ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεων, ὅτι δηλ. δὲν λαμβάνομεν ἀντάξιον
1463ἀντάλλαγμα τῆς παραχωρήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκδόσεως
1464τραπεζικῶν γραμματίων, ὁ λόγος οὗτος, κατ’ ἐμὴν γνώμην,
1465δὲν εἶναι βάσιμος, καὶ προσέτι δὲν εἶναι δίκαιος· δὲν εἶναι δί-
1466καιος, διότι καί τοι ὑπερμαχοῦμεν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας ἔν τε
1467τῇ ἀτομικῇ ἐργασίᾳ καὶ τῇ πολιτείᾳ, οὐχ ἧττον διὰ τοιούτου
1468τρόπου ἠθέλομεν καθιερώσει τὴν ἀνισότητα, ἠθέλομεν ἔχει ἐν
1469Ἑπτανήσῳ μὲν δύω Τραπέζας ἄνευ ἀποκλειστικοῦ προνομίου,
1470ἐχούσας περιωρισμένον τόκον, κατώτερον ἐκείνου τὸν ὁποῖον ἔχει
1471ἑτέρα Τράπεζα, ἔχουσα ἀποκλειστικὸν προνόμιον ἐπὶ πολλῷ
1472μείζονι τόκῳ καὶ ὡς ἐκ τούτου πολλῷ πλείονα δυναμένη νὰ
1473ὠφεληθῇ. Ἀντὶ λοιπὸν συναγωνισμοῦ, ἠθέλομεν ἔχει ἀναντιῤῥήτως
1474τὴν καταστροφὴν τῶν μὲν ὑπὲρ τῆς ἑτέρας. Συναγωνισμὸς θὰ
1475εἰπῇ ἰσότης δικαιωμάτων, ἰσότης ὑποχρεώσεων· συναγωνισμὸς
1476δὲν ὑπάρχει ὅπου ὑπὲρ τῶν μὲν καθιεροῦμεν δικαιώματα, ὑπὲρ
1477τῶν ἑτέρων δὲ μόνον ὑποχρεώσεις. Αὐτὸν μόνον τὸν λόγον ὁ
1478ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς προτείνει ὑπὲρ τῆς ἀποῤῥί-
1479ψεως τῆς πρώτης συμβάσεως, διότι δὲν θεωρῶ σπουδαῖον οὐδὲ
1480ὡς σπουδαίως προταθέντα τὸν ἕτερον λόγον, ὅτι δύναται ἡ
1481Κυβέρνησις νὰ διαπραγματευθῇ μετὰ τῶν Τραπεζῶν καὶ νὰ
1482φέρῃ ἑτέραν σύμβασιν, ἥτις νὰ ᾖναι κρείττων τῶν ἤδη ὑπὸ συ-
1483ζήτησιν· τότε ἐννοῶ τὴν ἀναβολὴν, τότε ἐννοῶ τὸ νὰ μὴ θέ-
1484λωμεν νὰ ψηφίσωμεν ἐπὶ ἑνὸς δεδομένου ζητήματος, ὅταν ἀνα-
1485φέρωμεν ῥητῶς τὰ μειονεκτήματα τοῦ ζητήματος τούτου, προ-
1486τείνωμεν δὲ τὰς βελτιώσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν γνώμην μας
1487πρέπει νὰ ἐπέλθωσιν. Ἐκτὸς τούτου ὅμως ὑπάρχει καὶ ἕτερος
1488λόγος, ὅστις κατὰ τὴν κρίσιν μου ἀντίκειται εἰς τὴν πρότασιν
1489ταύτην. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργός, εἰσάγων
1490τὰς προτάσεις εἰς τὴν Βουλὴν, ἐζήτησε τὴν ἀπόῤῥιψιν τούτων
1491καὶ συνάμα προσέθηκεν, ὅτι ἤρξατο διαπραγματευόμενος μετὰ
1492τῆς Ἰονικῆς ὅπως καταρτίσῃ ἑτέραν σύμβασιν· ἐκ τῶν δια-
1493μειφθέντων δὲ ἐγγράφων μεταξὺ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
1494ὑπουργοῦ καὶ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἐπείσθημεν, ὅτι περὶ ἑνὸς
1495ζητήματος οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφισβήτησις μεταξὺ τῶν δύω
1496συμβαλλομένων· τὸ δὲ ζήτημα τοῦτο εἶναι τὸ ἑνιαῖον τῶν
1497Τραπεζῶν. Ὄχι μόνον ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
1498ὑπουργοῦ ἐνοήσαμεν ὅτι ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὑπὲρ
1499τοῦ μονοπωλίου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύ-
1500νοδον συζητήσεων ἐγένετο δῆλον, ὅτι τοιαύτην ἀρχὴν τὰ ἄτομα,
1501ἐξ ὧν συνίσταται ἡ σήμερον Κυβέρνησις, ἐξέφρασαν. Ἐὰν
1502λοιπὸν θελήσωμεν εἴτε τὰς συμβάσεις σήμερον νὰ ἀποῤῥίψωμεν,
1503εἴτε νὰ ἀναβάλωμεν ταύτας, θέλομεν ἐκτεθῆ εἰς τοῦτο, εἰς τὸ
1504ὅτι ἂν ἔλθῃ σύμβασις, νὰ ἔλθῃ μόνον ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου.
1505Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς, ὑποστηρίζων τὴν ἀναβο-
1506λὴν, εἶπεν, ὅτι ἂν ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς ἀποῤῥίψεως τῶν συμβάσεων
1507καὶ αὗται ἀποῤῥιφθῶσι, θὰ ἐπέλθῃ μέγα κακὸν, καὶ ἐδι-
1508καιολόγησε τὴν μέλλουσαν ψῆφόν του τὴν ἀρνητικὴν, εἰπὼν ὅτι
1509διὰ τῆς ἀποῤῥίψεως μέλλει νὰ κλονισθῇ ἡ πίστις κυρίως τῆς
1510μιᾶς τῶν Τραπεζῶν περὶ ὧν πρόκειται, καὶ ὅτι κατὰ τὰς δεινὰς
1511ταύτας περιστάσεις ἡ ἀπόῤῥιψις τῆς συμβάσεως ἤθελε κλονίσει
1512τὴν πίστιν αὐτῆς· αὐτὸν ὅμως ἴσα ἴσα τὸν λόγον καὶ ἐγὼ
1513ἐπικαλούμενος, φρονῶ ὅτι καὶ ἡ ἀναβολὴ τὰ αὐτὰ περίπου θὰ
1514ἔχῃ ἀποτελέσματα. Ὥστε ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ
1515Μεσσήνης βουλευτοῦ ἓν μόνον ζήτημα κυρίως ἀπομένει εἰς τὰς
1516σκέψεις ἡμῶν, τὸ ἐὰν διὰ τῆς πρώτης συμβάσεως, ἐὰν γείνῃ
1517παραδεκτὴ, λαμβάνωμεν τόσα ἀνταλλάγματα ὅσα δικαιούμεθα
1518νὰ λάβωμεν δίδοντες τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως τραπεζικῶν
1519γραμματίων καὶ εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν. Οἱ ἄλλοι λόγοι,
1520τοὺς ὁποίους οἱ ἄλλοτε πολέμιοι τῶν συμβάσεων ἐξήνεγκαν,
1521ἦσαν κατὰ τοῦ πολλαπλοῦ τῶν Τραπεζῶν· καὶ ἐκ τῆς ὁμιλίας
1522τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου καὶ ἐκ τῆς μὴ ἐπαναλήψεως αὐτῶν
1523κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον, φρονῶ ὅτι ἐγκαταλείφθησαν οὗτοι.
1524Οἱ δὲ ἄλλοι λόγοι, οἱ ἐναντίον τῶν συμβάσεων προταθέντες,
1525εἶναι ὅτι αἱ ὠφέλειαι ἐν Ἑπτανήσῳ κατὰ τῆς συμβάσεως δὲν
1526εἶναι ἀληθεῖς (θόρυβος). Ὥστε κατὰ τὴν κρίσιν μου μένει μόνον
1527τὸ ζήτημα, ἐὰν διὰ τῶν ὑπὸ συζήτησιν προτάσεων ἡ Ἑπτά-
1528νησος ὠφελῆται μεῖζον, ἢ κατὰ τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ἡ
1529Ἰονικὴ Τράπεζα προτείνει· εἰς τοῦτο κυρίως ὁ ὑπέρμαχος τῶν
1530ἐν Ἑπτανήσῳ συμφερόντων τῶν γεωργῶν ἐνέμεινε καὶ ὑπεστή-
1531ριξεν εἰς τὰς τρεῖς αὐτοῦ ὁμιλίας, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι τοῦτο μετὰ
1532τὰς νέας προτάσεις δὲν θέλει πλέον ὑποστηρίξει, διότι ἡ
1533μόνη διαφορὰ ἡ μεταξὺ τῶν προτάσεων τῆς Πιστωτικῆς καὶ
1534τῆς Ἰονικῆς ὑπάρχουσα καὶ ἡ συνισταμένη εἰς τὰ δάνεια, τὰ
1535ὁποῖα μέλλει αὐτὴ πρὸς τοὺς γεωργοὺς νὰ δίδῃ ἐπὶ ἓξ τοῖς
1536ἑκατὸν ἐξ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἡ δὲ Ἰονικὴ πρὸς πέντε τοῖς
1537ἑκατὸν ἐξ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου, ἡ διαφορὰ αὕτη
1538ἀντιστρέφεται, διότι τὰς κρείττονας ὑπὲρ τῶν γεωργῶν προ-
1539τάσεις φέρει ἡ Πιστωτική.
1540Περιωρίσθην μόνον εἰς τὸ νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τὸ ἀποβλέ-
1541πον τὴν πρώτην σύμβασιν, διότι κυρίως εἰς αὐτὴν ἐνησχολήθη
1542ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς καὶ κυρίως ταύτην ἐξετάσας
1543ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ ἑαυτὸν διατὶ δὲν δύναται νὰ τὴν παρα-
1544δεχθῇ, καίτοι ἔχων ὡς ἀρχὴν τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν καὶ τὸ
1545πολλαπλοῦν τῶν Τραπεζῶν· φρονῶ δὲ ὅτι καὶ ἂν ἡ Βουλὴ θεω-
1546ρήσῃ ὡς ἐναντίας τῆς ἀρχῆς τοῦ πολλαπλοῦ τῶν τραπεζῶν, κα-
1547τὰ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου ἐκ Μεσσήνης βουλευτοῦ, τὰς δύω τε-
1548λευταίας συμβάσεις, καὶ ἑπομένως θελήσῃ νὰ χωρίσῃ ταύτας
1549ἀπὸ τὴν πρώτην, εἴτε παραδεχομένη ὅτι καὶ τῶν δύω Τραπε-
1550ζῶν ὑπαρχουσῶν ὁ συναγωνισμὸς ὑπάρχει καὶ πρόκειται ὅπως
1551δοθῇ τὸ προνόμιον εἰς τὰς δύω Τραπέζας, φρονῶ, λέγω, ὅτι εἴτε
1552τὸ ἓν εἴτε τὸ ἕτερον παραδεχθῇ, μέλλει πάντοτε νὰ ψηφίσῃ ἐπὶ
1553τῶν συμβάσεων εἴτε καὶ τῶν τριῶν ὁμοῦ εἴτε τῆς μιᾶς. Ἑπομέ-
1554ως καὶ οἱ παραδεχόμενοι τὸ πολλαπλοῦν τῶν Τραπεζῶν καὶ οἱ
1555παραδεχόμενοι τὸν περιορισμὸν αὐτῶν ἐπίσης ἔχουσι ψῆφον ἐν
1556τῷ ζητήματι τούτῳ καὶ δὲν δύνανται νὰ ἰσχυρισθοῦν ὅτι, ἐὰν
1557ταῦτα τὰ ζητήματα χωρισθῶσι, δὲν δύνανται νὰ εὕρωσι ζήτημα
1558ἐφ’ οὗ νὰ ψηφίσωσι κατὰ τὰς πεποιθήσεις των καὶ τὰς ἰδέας των.
1559§151ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί....
1560§152ΤΙΝΕΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἀναβολῆς.
1561§153Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Περὶ τῆς ἀναβολῆς δὲν ὑπάρχει ἀντίῤ-
1562ῥησις.
1563§154ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ βουλευτοῦ Μεσσή-
1564νης, δὲν πιστεύω νὰ μένῃ ἐνδοιασμός τις περὶ τῆς ἀναβολῆς τῆς
1565συζητήσεως.
1566§155Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις περὶ τῆς ἀνα-
1567βολῆς.
1568§156ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἡ πρότασις διατυποῦται οὕτως «ἡ
1569Βουλὴ ἀναβάλλει τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν συμβάσεων τῶν μετὰ
1570τῆς Ἐθνικῆς καὶ Πιστωτικῆς Τραπέζης, δυναμένης τῆς Κυβερνή-
1571σεως νὰ ἔλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις.»
1572§157ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ θέσητε τοῦτο.
1573§158ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο, νὰ μὴ ἐμποδισθῇ
1574ἡ Κυβέρνησις διόλου, καίτοι ψηφισθεισῶν τῶν συμβάσεων αὐτῶν
1575εἰς δύω ἀναγνώσεις.
1576§159ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὴν ἐξουσίαν της ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀντλεῖ
1577ἀπὸ τοῦ Συντάγματος. Νομίζετε, ὅτι μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς
1578ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἐμποδίσῃ;
1579§160ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὄχι, ἀλλὰ νὰ ἐννοηθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύ-
1580ναται νὰ λάβῃ ἐπωφελεστέρους ὅρους.
1581§161ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου, θὰ τὸ
1582κάμῃ· ἐὰν δὲν τὸ ἔχῃ, μία πρότασις ῥιφθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν δὲν
1583ἠμπορεῖ νὰ τὸ δώσῃ.
1584§162ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὑπῆγε μακρύτερα ὁ κύριος Χαλικιόπουλος, εἰπὼν
1585ὅτι δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐνεστῶσα νὰ ἐκφράσῃ ἐναντίαν
1586γνώμην ἐνόσω ὑπάρχει μία σύμβασις. Τώρα γίνεται ἡ πρότασις
1587ὅτι, ἐὰν ὑπαρχούσης ἐκκρεμοῦς τῆς συζητήσεως τῶν συμβάσεων,
1588δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν
1589Τραπεζῶν περὶ νέων συμβάσεων.
1590§163ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἀγαπᾶτε νὰ σᾶς ἀπαντήσω εἰς αὐτὸ,
1591σᾶς ἀπαντῶ. Τὸ σφάλμα, ὅπερ ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι τοῦτο·
1592ἔσφαλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ τὰς συμβάσεις, τὰς ὁποίας
1593συνωμολόγησαν τρίτοι μετὰ τοῦ ἠθικοῦ προσώπου τῆς Κυβερ-
1594νήσεως, καὶ νὰ ζητήσῃ συγχρόνως τὴν ἀπόῤῥιψίν των.
1595§164ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Συμμεριζόμεθα λοιπὸν τὴν ἰδέαν....
1596§165ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ εἶπα προχθές. Ὅταν ὁ κύριος ὑπουργὸς
1597τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε, παρακαλῶ νὰ τεθῶσιν αὔριον εἰς τρίτην
1598συζήτησιν αἱ συμβάσεις περὶ Τραπεζῶν διὰ νὰ ἀποῤῥιφθῶσιν ὑπὸ
1599τῆς Βουλῆς, τότε ἔκαμα τὴν παρατήρησιν ὅτι αὐτὸ εἶναι ἄδικον,
1600διότι οἱ συμβαλλόμενοι μετά τινος ὑπουργοῦ ἐννοοῦν ὅτι συμβάλ-
1601λονται μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ ἀλλαγὴ τῶν προσώπων
1602δὲν φέρει κἀμμίαν μεταβολὴν εἰς τὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ
1603εἷς πρὸς τὸν ἄλλον συμβαλλόμενον. Δεύτερον εἶπον καὶ εἶπε καὶ
1604ὁ κύριος Χαλικιόπουλος, ὅτι πρὶν ἡ Βουλὴ, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία,
1605ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων συμβάσεων, ἦλθεν εἰς διαπραγμα-
1606τεύσεις μετ’ ἄλλων προσώπων περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος.
1607Τώρα ἡμεῖς τί λέγομεν; ἂς δώσωμεν δι’ ἀμφότερα τὴν ἄδειαν
1608εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἄτοπον, ἀτοπώτα-
1609τον· τὸ γενόμενον τέλος πάντων εἶναι ἓν σφάλμα τῶν ὑπουργῶν,
1610οἱ ὁποῖοι εἶναι διαβατικοί· ἀλλὰ ἐὰν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία μετὰ
1611τῆς ἐκτελεστικῆς ἀποκλείσουν τὴν πίστιν, ἣν οἱ τρίτοι πρέπει νὰ
1612παρέχουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ἑλληνικὴν, ἡ Βουλὴ γίνεται
1613συνένοχος τοῦ πράγματος· ἐννοεῖτε δ’ ἄλλως ὅτι καὶ κἀνὲν συμ-
1614φέρον δὲν ὑπάρχει ὅπως δώσωμεν αὐτὴν τὴν ἄδειαν, τὴν ὁποίαν
1615ἐγὼ θεωρῶ ἀπηγορευμένην ἠθικῶς, ἴσως δὲ καὶ νομικῶς. Ἐνόησα
1616καλῶς τὸν λόγον τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσσήνης· ὁ λόγος του
1617εἶναι ὁ συναγωνισμός. Ἂν θέλετε, εἶπε κἄτι τι, ὅπερ γίνεται χωρὶς
1618οὔτε ὁ κ. Κουμουνδοῦρος νὰ τὸ εἴπῃ, οὔτε ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ἀποφασίσῃ·
1619διότι τί γίνεται μέχρι σήμερον; ἐν πάσῃ συνεδριάσει μᾶς προσφέρε-
1620ται μία νέα πρότασις. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἠθέλησε νὰ ὑποβοηθήσῃ
1621τὸ δημόσιον συμφέρον, καὶ αὐτῆς τῆς γνώμης εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ὅλοι.
1622Ἡ ἀναβολὴ, ἐνῶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ μίαν βλάβην, ἠμπορεῖ νὰ φέ-
1623ρῃ ὠφέλειαν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου συμφέροντος, ὥστε παραδεχόμεθα
1624τὴν ἀναβολὴν, ἀλλ’ ὄχι νὰ συνομολογήσωμεν ἐπέκτασιν ἢ συ-
1625στολὴν τῆς ἐξουσίας τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἀντλεῖ ἀπὸ τὸ
1626Σύνταγμα.
1627§166ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Μοὶ φαίνεται, κύριοι, παράδοξος
1628ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν διὰ μεγάλης ἐπιμονῆς ὑποστηρίζουσιν οἱ ὑπο-
1629στηρίζοντες τὰς συμβάσεις, περὶ ὧν ἡ συζήτησις. Κατὰ τὴν γνώμην
1630των, ἡμεῖς οἱ ἀποτελοῦντες τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, καίτοι ἔχον-
1631τες ἐναντίαν γνώμην περὶ τῶν συμβάσεων τούτων, καίτοι ἀπο-
1632κρούσαντες αὐτὰς ἐν τῷ κοινοβουλίῳ κατὰ τὴν περυσινὴν συζή-
1633τησιν, ὀφείλομεν μολαταῦτα, διότι συνέπεσε σήμερον νὰ ἤμεθα
1634Κυβέρνησις, νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὰς γνώμας καὶ τὰς ἰδέας μας,
1635νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ὅ,τι ὑπεστηρίξαμεν πέρυσιν ἐναντίον τῶν
1636συμβάσεων ἦτο παράλογον, ἦτο ἄτοπον, ἦτο ἄδικον, καὶ
1637νὰ συνταχθῶμεν μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον, ὑπε-
1638στήριξαν καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ ὑποστηρίζουν τὰς συμβάσεις ταύ-
1639τας. Μοὶ φαίνεται τῇ ἀληθείᾳ αὐτὴ ἡ ἰδέα τόσον παράδοξος,
1640ὥστε δὲν εὑρίσκω καταλλήλους λόγους νὰ τὴν χαρακτηρίσω. Πῶς
1641εἶναι δυνατὸν, κύριοι, νὰ ἔχῃ τις μίαν γνώμην περὶ ἑνὸς πράγμα-
1642τος ὡς πολίτης ἢ βουλευτὴς, ἐρχόμενος δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ
1643μεταβάλῃ αὐτὴν καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἐναντίαν γνώμην; Διότι
1644προκάτοχός τις Κυβέρνησις, ἄλλως πως σκεφθεῖσα, ἄλλην γνώ-
1645μην ἔχουσα περὶ ἑνὸς πράγματος συνεννοήθη μετὰ μιᾶς ἑταιρίας,
1646μεθ’ ἑνὸς ἀτόμου κατὰ τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον τρόπον, πρέπει νὰ
1647ᾖναι ὑποχρεωμένη ἡ διάδοχος Κυβέρνησις ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν γνώ-
1648μην ταύτην ἐναντίον τῆς πεποιθήσεώς της; Μὰ τῇ ἀληθείᾳ, θὰ
1649ἦτον ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελε μεταβάλει τὴν γνώμην του
1650τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ὑπεστήριξε, διότι ἔγεινεν ὑπουργὸς, ἄξιος τῆς
1651ἐσχάτης περιφρονήσεως. Καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο, διότι εἶμαι ὑπουργὸς
1652σήμερον, νὰ μεταβάλω τὴν γνώμην μου, ἤθελα θεωρήσει ἐμαυτὸν
1653ὄχι μόνον ἀνάξιον νὰ κατέχω τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ
1654νὰ ὀνομάζωμαι ἄνθρωπος.
1655§167ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἶναι γνώμη αὕτη, δὲν εἶναι ὑποχρέωσις.
1656§168ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἂς ὑποθέσωμεν, κύριοι, ἓν πρᾶγμα
1657δύσκολον, δύσκολον μὲν ἀλλ’ ὄχι καὶ ἐντελῶς ἀδύνατον· ἂς μοὶ
1658συγχωρηθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, τὴν ὁποίαν θὰ κάμω, καίτοι παρά-
1659τολμος· ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι Κυβέρνησίς τις συνεβλήθη μέ τινα
1660ξένην ἐπικράτειαν καὶ παρεχώρησεν εἰς τὴν ἐπικράτειαν ταύτην
1661μέρος τι τῆς χώρας της, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς κυρώσεως τῆς περὶ
1662τούτου συνθήκης ὑπὸ τοῦ κοινοβουλίου· ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι συνή-
1663φθη τοιαύτη τις συνθήκη μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως
1664καὶ ξένης τινὸς Κυβερνήσεως, καὶ πρὶν ἢ κυρωθῇ ἡ συνθήκη, ἥτις
1665ἐχαρακτηρίσθη βεβαίως ἀπὸ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος ὡς προδίδουσα
1666τὰ τιμαλφέστερα συμφέροντα τῆς πολιτείας, πίπτει ἡ Κυβέρνη-
1667σις ἐκείνη καὶ ἔρχεται μία ἄλλη· εἶναι πρὸς Θεοῦ ὑποχρεωμένη
1668ἡ νέα αὕτη Κυβέρνησις, ἥτις καὶ αὐτὴ ἐχαρακτήρισεν αὐτὴν τὴν
1669συνθήκην πρὶν ἢ ἔλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν ὡς προδοσίαν τοῦ ἔθνους,
1670εἶναι ὑποχρεωμένη, λέγω, ἡ διάδοχος αὕτη Κυβέρνησις νὰ ὑπο-
1671στηρίξῃ τὴν συνθήκην ταύτην ἐπὶ μόνῳ τῷ λόγῳ ὅτι ὀφείλει
1672νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν καλὴν πίστιν μὴ ἀναιροῦσα τὰ ὑπὸ τῆς προ-
1673κατόχου Κυβερνήσεως συνομολογηθέντα; Μὰ δὲν πιστεύω κἀ-
1674νεὶς νὰ τὸ ἰσχυρισθῇ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω
1675εἰς τὴν ἀπόκρουσιν μιᾶς τοιαύτης παραλόγου ἰδέας, τὴν ὁποίαν
1676κατ’ ἐπανάληψιν καὶ μετὰ μεγάλης ἐπιμονῆς ἐξακολουθοῦν οἱ
1677πατέρες τῶν συμβάσεων νὰ ὑποστηρίζουν πρὸ τριῶν καὶ τεσσά-
1678ρων ἡμερῶν. Ἡμεῖς, κύριοι, ἐζητήσαμεν ν’ ἀποφασίσῃ τέλος πάν-
1679των ἡ Βουλὴ τὸ ἐκκρεμὲς τοῦτο ζήτημα περὶ τῶν συμβάσεων ἢ
1680ἐπικυροῦσα ἢ ἀποῤῥίπτουσα αὐτάς· ὡς πρὸς τὴν γνώμην μας,
1681εἴπομεν ὅτι αὕτη ἦτο γνωστὴ ἐκ τῶν προτέρων, διότι ἐξεφράσθη
1682κατὰ τὰς συζητήσεις τῆς παρελθούσης συνόδου, καθ’ ἃς καὶ ἐλα-
1683λήσαμεν καὶ ἐψηφοφορήσαμεν κατὰ τῶν συμβάσεων· ἐπρόσθεσα
1684δέ, τὸ κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ
1685μεταβάλω τὴν γνώμην, ἣν ὑπεστήριξα, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει
1686ἀκόμη, χάριν τῆς προσωπικῆς φιλοτιμίας, ὅτι ἡ γνώμη μου ἐ-
1687κείνη ἦτον ἐσφαλμένη.
1688§169ΤΙΝΕΣ. Ὄχι δά.
1689§170ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Καὶ ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἀκόμη
1690ὑποθέσει, λέγω, χάριν τῆς προσωπικῆς φιλοτιμίας. Βλέπετε μέ-
1691χρι τίνος προβαίνω· ἀλλ’ εὐτυχῶς δὲν εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσά-
1692ρεστον ταύτην θέσιν. Ἀλλά, κύριοι, οὔτε ἔχομεν τὴν διάθεσιν,
1693οὔτε ἴσως ἔχομεν καὶ τὴν δύναμιν, καὶ βεβαίως δὲν τὴν ἔχο-
1694μεν, τοῦ νὰ ἐπιβάλωμεν τοιαύτην ἢ τοιαύτην γνώμην εἰς τὴν
1695Βουλήν. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία, ὅπως εἶναι καὶ κυρία, ν’ ἀπο-
1696φασίσῃ ὅ,τι νομίζει συμφερώτερον διὰ τὸν τόπον καὶ τὴν ἐπι-
1697κράτειαν, παραδεχομένη ἢ ἀποῤῥίπτουσα τὰς συμβάσεις.
1698Ἦτο λοιπὸν ἐπιθυμητὸν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρὸ δέκα μη-
1699νῶν ἀπασχολεῖ καὶ τὸ Κοινοβούλιον καὶ τὴν κοινωνίαν, νὰ λυθῇ ὁ-
1700ριστικῶς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπεβλήθησαν ἤδη νέαι προτάσεις ἐκ
1701μέρους τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἥτις βλέπετε ὅτι ἔχει τὴν ἐλευ-
1702θερίαν αὐτήν, καίτοι συμβληθεῖσα προσωπικῶς μὲ τὴν Κυβέρ-
1703νησιν, νὰ τροποποιῇ ἑκάστοτε τὰς προτάσεις καὶ γνώμας της,
1704ὅπως καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύ-
1705νοδον, καίτοι συμβληθεῖσα μετὰ διαφόρων ἑταιριῶν, καίτοι συν-
1706τάξασα διαφόρους συμβάσεις μετ’ αὐτῶν περὶ σιδηροδρόμων
1707περὶ Τραπεζῶν κλπ., ἐτροποποίησεν ὅμως κατὰ τὴν συζήτησιν
1708αὐτῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ πολλάκις τὴν γνώμην της, πρᾶγμα
1709τὸ ὁποῖον ἀρνεῖται εἰς ἡμᾶς, νὰ μὴ δυνάμεθα δηλονότι νὰ θί-
1710ξωμεν τὰς συμβάσεις τὰς ὁποίας αὕτη συνωμολόγησε, διότι
1711προσβάλλομεν δῆθεν τὴν ἐθνικὴν πίστιν· ἐπειδή, λέγω, τέλος
1712πάντων ὑπεβλήθησαν νέαι προτάσεις ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου
1713ἐκ μέρους τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἐφ’ ὧν βεβαίως ὀφείλει
1714νὰ σκεφθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, δὲν θεωρῶ καὶ ἐγὼ
1715κακὸν ν’ ἀναβληθῇ ἡ προκειμένη συζήτησις, ἵνα μελετηθῶσι
1716καὶ αἱ νέαι αὗται προτάσεις, ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη πρότασις, ἡ ὁ-
1717ποία τυχὸν ἤθελεν ὑποβληθῆ.
1718§171ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
1719§172ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ ὀλίγας λέξεις, κύριε πρόεδρε.
1720Ὁμολογουμένως πρόκειται περὶ ζητήματος ἔχοντος πολ-
1721λὴν ἀξίαν ἀλλὰ καὶ πολλὴν δυσκολίαν. Ἕνεκα τούτου αἱ
1722παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἀπ’ ἀρχῆς ἔκαμα, περιεῖχον τὸν δισ-
1723ταγμόν, καὶ οὔτε ἐνόησα νὰ προκαλέσω μίαν ἐπίτηδες ἐπὶ
1724τούτου συζήτησιν, ὅπως ὑπάρξῃ μία νομολογία περὶ ζητήμα-
1725τος τοσοῦτον ζωτικοῦ.
1726Ἀλλ’ αἱ κυβερνήσεις, κύριοι, εἶναι εἰς κατάστασιν αὐτὰς τὰς
1727δυσκολίας νὰ τὰς κατανικήσωσι χωρὶς νὰ ἀναγκάζωνται νὰ συζη-
1728τῶσι τί τάχα ἡ καλὴ πίστις εἴθισται νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς ὁμοίας περι-
1729στάσεις εἰς τοὺς ὑπουργούς· καὶ ἵνα μὴ μακρηγορήσω περιορίζο-
1730μαι εἰς τὰ προκείμενα. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
1731νομικῶν, μὴ προκειμένου περὶ συζητήσεως τῶν συμβάσεων, ἀλλὰ
1732καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ πρόεδρος ἐπρόκειτο νὰ συντάξῃ τὴν ἡμερησίαν
1733διάταξιν τῆς ἐπιούσης, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀντίπαλον ἀπέναντί του,
1734χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ θέμα συζητήσεως, ἐξώρμησε μετὰ τοσαύτης
1735παχύτητος πρὸς τὴν ἀπόῤῥιψιν καὶ καταστροφὴν τῶν συμβά-
1736σεων, ὥστε ἠκούσαμεν παραδόξως νὰ μᾶς εἴπῃ· «παρακαλῶ τὰς
1737πέρυσιν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν ψηφισθείσας καὶ δεκτὰς γενομέ-
1738νας συμβάσεις περὶ Τραπεζῶν, νὰ τάξωμεν αὔριον εἰς τὴν ἡμε-
1739ρησίαν διάταξιν καὶ τὰς συζητήσωμεν ἵνα ἀποῤῥιφθῶσιν.» Ὑπὸ
1740αὐτὰς τὰς ἐντυπώσεις, κύριοι, ἠγέρθην ἐκ τῆς θέσεώς μου καὶ ἔ-
1741καμα τὴν παρατήρησιν, ἣν ἔκαμον, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν
1742εὐσυνειδησίαν τοῦ ὑπουργοῦ ἤδη, ὅτε τῷ ἀναπολῶ τὰ
1743πράγματα, ἂν δὲν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι ὅσα εἶπε σήμερον
1744οὐδόλως χρησιμεύουσιν ἵνα δικαιολογήσωσι τὴν πρᾶξίν του
1745ἐκείνην. Ἀντὶ τούτων ἤλπιζον καὶ ἐνόμιζον, ὅτι ἦτο κανονικὸν—
1746καὶ εἰς τοῦτο ὑπῆρχε καιρός, — ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ ὁλό-
1747κληρος ἡ Κυβέρνησις, ὅταν ἤρχετο ἡ ὥρα νὰ σκεφθῇ περὶ τῶν
1748ἐκκρεμῶν ἐν τῇ Βουλῇ συμβάσεων τῶν Τραπεζῶν, νὰ κα-
1749λέσῃ τοὺς διευθυντὰς αὐτῶν· καὶ ἐὰν ὡμίλει μετ’ αὐτῶν,
1750ἐὰν τοῖς ὑπέβαλε τὰς ἰδέας του, τὰς ἀντικειμένας πρὸς
1751τὰ συμπεφωνημένα, καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ἔχει ἀντίθετον, ὡς
1752εἶπε, γνώμην, ἐὰν συνεζήτει καὶ ἀπεπειρᾶτο νὰ βελτιώ-
1753σῃ, εἰ δυνατόν, κατὰ τὰς ἰδέας του τὰς συμφωνίας τὰς
1754περυσινάς, τότε νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, εἴτε λέγων, ἔφερα
1755ταύτην τὴν βελτίωσιν ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν μου, εἴτε λέγων, ἀπέ-
1756τυχα ἐντελῶς, ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ. Τὸ δὲ
1757παράδειγμα, ὅπερ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔφερε
1758περὶ διεθνῶν σχέσεων, δὲν χρησιμεύει παντάπασι· διότι αἱ διε-
1759θνεῖς σχέσεις διέπονται ὑπὸ ἄλλων κανόνων· αἱ συμβάσεις αἱ
1760γινόμεναι μεταξὺ ἐθνῶν ἔχουν ἄλλους κανόνας, καὶ ἂς πι-
1761στεύσῃ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς ὅτι τὰς διέπουσιν οὐχὶ τόσον νομικοὶ
1762κανόνες, διότι τοιοῦτοι δὲν ὑπάρχουσι σταθεροὶ εἰς τὰς διεθνεῖς σχέ-
1763σεις, ὅσον ἄλλοι ἠθικοὶ κανόνες κανονίζουσι τὰ πρακτέα ἑκάστοτε.
1764Ἐπειδὴ δὲ πάντες εἴμεθα σύμφωνοι ὡς πρὸς τὴν ἀναβολὴν, ἀ-
1765πέχω πάσης συζητήσεως. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἤθελον πολὺ ἀδικη-
1766θῇ ἐὰν δὲν μοὶ ἐπετρέπατε νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ ἑνὸς
1767ζητήματος πραγματικοῦ μᾶλλον, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος
1768βουλευτὴς Μεσσήνης, ἤτοι τοῦ ζητήματος διατί ἡ Κυβέρνησις
1769πέρυσιν ἔκαμε τὴν μεταβολὴν ἐκείνην, μεταβᾶσα ἀπὸ τῶν
1770συμφωνηθέντων τὴν 2 Νοεμβίρου εἰς ἕτερον σύστημα. Θέ-
1771λω ἀποδείξει εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Κουμουνδοῦρον,
1772ὅτι οὐδεμία μεταβολὴ ἐπῆλθε, καὶ ὅτι τὴν μεταβολὴν ἀδίκως
1773ὑπέθεσε τοσοῦτον μεγάλην καὶ ἀπότομον, ὡς εἶναι μεγάλη καὶ
1774ἀπότομος ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύω γνωστῶν συστημάτων
1775τῶν Τραπεζῶν.
1776Ἡ πρώτη σύμβασις στηρίζεται εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐκδί-
1777δειν τραπεζικὰ γραμμάτια, ἡ δευτέρα καὶ τρίτη σύμβασις κα-
1778θιεροῖ τὸ προνόμιον· ἡ πρώτη σύμβασις ἂς ἴδωμεν ὁποῖα πρα-
1779κτικὰ ἀποτελέσματα ἔφερε. Κατ’ αὐτὴν, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα,
1780ἥτις εἶχε πρὸ χρόνων ἓν μονοπώλιον, ἤθελεν ἔχει ἕναν ἀντα-
1781γωνιστὴν ἐγκαθιδρυμένον εἰς τὰς ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας εἶ-
1782χεν ὑποκαταστήματα. Σᾶς εἶπον χθὲς, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ τὸ
1783ἐπαναλάβω καὶ σήμερον, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα μετὰ τὴν συ-
1784νομολόγησιν τῆς συμβάσεως κατέλαβε διὰ ὑποκαταστημάτων
1785ὅλας τὰς ἐπαρχίας, καὶ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἂν ἡ Πιστωτικὴ
1786Τράπεζα διὰ μόνης τῆς συνομολογήσεως τῆς συμβάσεως μετὰ
1787τοῦ ὑπουργείου καὶ πρὶν ἐπέλθῃ ἡ νομοθετικὴ κύρωσις αὐτῆς
1788ἀπέκτα τὸ δικαίωμα μετὰ τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεώς της
1789νὰ συστήσῃ ὑποκαταστήματα εἰς τὰς ἐπαρχίας, τὰς ὁποίας πρὸ
1790μικροῦ εἶχε καταλάβει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καὶ νὰ ἐκδίδῃ ἐν
1791αὐταῖς τραπεζικὰ γραμμάτια. Τὸ ζήτημα ἦτον ἀμφίβολον· δί-
1792κη τις δὲν ἔγεινεν, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ γείνῃ. Ἴσως ἡ γνώμη ἡ ἔ-
1793χουσα περισσοτέραν ἀξίαν νὰ ᾖναι ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἀπέ-
1794κτησεν ἡ Πιστωτική· ἴσως νὰ ᾖναι ἡ ἀντίθετος. Τὸ βέβαιον εἶ-
1795ναι ὅτι τὸ ζήτημα, ἂν θὰ εἴχωμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς πα-
1796λαιᾶς Ἑλλάδος νέαν Τράπεζαν ἐκδίδουσαν τραπεζικὰ γραμμάτια,
1797ἐξηρτᾶτο ἀπὸ μίαν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου. Ἡ σύμβασίς
1798μας καθιέρου τὴν ἀρχὴν, ἀλλ’ ἦτον ἀμφίβολον ἂν ἡ ἀρχὴ αὕτη
1799ἤθελε πραγματοποιηθῇ· διότι, ὡς γνωρίζετε, ἡ δικαστικὴ ἐξου-
1800σία εἶναι ἀνεξάρτητος τῆς νομοθετικῆς. Ἐὰν πράγματι ἡ Ἐ-
1801θνικὴ Τράπεζα εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ καταλάβῃ τὰς ἐπαρχίας,
1802τὰς ὁποίας κατέλαβε, τότε ἡ Πιστωτικὴ ἤθελε περιορισθῇ εἰς
1803τὴν Ἑπτάνησον. Καὶ τί θὰ εἴχαμεν τότε; δύω Τραπέζας ἐν
1804Ἑπτανήσῳ, ἀλλὰ καὶ τὸ δικαίωμα προσέτι εἰς πᾶσαν ἄλλην Τρά-
1805πεζαν νὰ ἐγκαθιδρυθῇ ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐνῷ ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι
1806οὐδεμία Τράπεζα ἠδύνατο νὰ πλησιάσῃ· διότι ἡ Ἐθνικὴ Τρά-
1807πεζα ἔχει τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον ἀπὸ χρόνων πολλῶν·
1808δὲν ἐδημιουργήθη ἤδη.
1809Ἡ δευτέρα καὶ ἡ τρίτη σύμβασις οὐδὲν λοιπὸν ἄλλο
1810ἔπραξαν, ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν τῶν πραγμάτων ἐξεταζομένων,
1811εἰμὴ ὅτι δὲν ἀφῆκαν ἐλεύθερον τὸ στάδιον τοῦ ἐκδίδειν τραπεζικὰ
1812γραμμάτια ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ. Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν
1813Μεσσήνης νὰ εἴπῃ ἂν αὐτὴ ἡ ἐλευθερία ᾖναι ἡ ἐλευθερία, τὴν ὁ-
1814ποίαν ἐννοεῖ καὶ ὑπερασπίζεται, καὶ τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιστήμη,
1815κατὰ τὴν μίαν τῶν δύω γνωμῶν, θεωρεῖ ὡς ὑπερτέραν πάσης ἄλ-
1816λης θεωρίας. Ἐγὼ ἀδιστάκτως δύναμαι νὰ ἀποφανθῶ, ὅτι ἡ Ἐ-
1817πτάνησος δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ὑποστῇ συναγωνισμὸν
1818πλειόνων τῶν δύω Τραπεζῶν. Σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε τὸ φρό-
1819νημά μου. Δὲν νομίζω, ὅτι αἱ ἀπόλυτοι θεωρίαι διέπουσι τὰ
1820τῶν Τραπεζῶν, ἀλλ’ ὅτι αἱ περιστάσεις ἑκάστου τόπου πρέπει
1821νὰ ἐξασκῶσι μεγάλην ἐπ’ αὐτῶν ἐπιῤῥοήν. Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ συ-
1822ναγωνισμοῦ τῶν Τραπεζῶν, ἀλλ’ οὐχὶ ἄνευ ὁρίου τινὸς καὶ πε-
1823ριορισμοῦ. Ἀλλ’ ἀγνοῶ τί δύναται νὰ ὑπαγορεύσῃ τὸ μέλλον·
1824καὶ διὰ τοῦτο ἐπεριωρίσαμεν τὴν ἰσχὺν τῶν συμβάσεων μέχρι τῆς ἡ-
1825μέρας τῆς λήξεως τοῦ τῆς Τραπέζης προνομίου. Ἐλθούσης δὲ τῆς
1826ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ προνόμιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
1827καταργεῖται, τὸ Κράτος ἔχει ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἐνώπιόν του ἐ-
1828λευθέραν ἀπὸ παντὸς προνομίου, ἀπὸ παντὸς δικαιώματος Τρα-
1829πέζης, ἐκδιδούσης τραπεζικὰ γραμμάτια· διότι οὔτε ἡ Ἰόνιος
1830Τράπεζα θὰ δύναται νὰ παρουσιάσῃ δικαιώματα, οὔτε ἡ Ἐθνικὴ,
1831οὔτε ἡ Πιστωτική. Καὶ ἴσως εἶναι καλὸν οἱ ἄγαν φιλελεύθεροι νὰ
1832περιμείνωσιν ὀλίγον ἕως ὅτου σκεφθῶσι περὶ εἰσαγωγῆς εὐρυτέρου
1833συστήματος καὶ ἰσχυρωτέρου ἀνταγωνισμοῦ, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι
1834ἴσως ἡ κοινωνία γείνῃ ἰσχυρὰ, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἀνθέξῃ κατὰ
1835τῶν συνεπειῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθωσιν ἀπὸ τὸν
1836ἄκρατον ἀνταγωνισμὸν, ὃν ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία τοῦ δικαιώ-
1837ματος τοῦ ἐκδίδειν τραπεζικὰ γραμμάτια δημιουργεῖ.
1838Λανθάνεται ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης, ἂς μοὶ συγ-
1839χωρήσῃ νὰ τοῦ παρατηρήσω, φρονῶν ὅτι ὁ κύριος λόγος, διὰ
1840τὸν ὁποῖον ἐθεώρησε τὰς συμβάσεις ταύτας ὡς ἐχούσας ἀξίαν,
1841εἶναι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα αἱ Τράπεζαι παρεχώρησαν εἰς
1842τὸ δημόσιον. Ἡμεῖς εἰς οὐδὲν ἐλογίσθημεν τὰς πρὸς τὸ δη-
1843μόσιον παραχωρήσεις ἀπέναντι τοῦ περιορισμοῦ τοῦ τόκου εἰς
18447%, διότι αὐτὸς ὁ περιορισμὸς μετὰ τοῦ συναγωνι-
1845σμοῦ τριῶν Τραπεζῶν ἤθελον δώσει ἀμέτρους ὠφελείας εἰς
1846τὴν κοινωνίαν· καὶ δι’ αὐτὸ μάλιστα, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ
1847ἡ δευτέρα καὶ ἡ τρίτη σύμβασις· καὶ ὅταν ἐφέρθη ἐκ νέου εἰς
1848συζήτησιν τὸ ζήτημα περὶ περιορισμοῦ τοῦ τόκου, ἡ κυβέρνησις
1849εἶπε πρὸς ἀμφοτέρας τὰς Τραπέζας, ὅτι προτιμᾷ μᾶλλον νὰ πα-
1850ραλείψῃ τὰ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου συμφέροντα καὶ πλεο-
1851νεκτήματα χάριν τοῦ περιορισμοῦ τούτου, ὅπως ὁ συναγωνισμὸς
1852τῶν ἐργασιῶν τῶν Τραπεζῶν γίνεται ὑπὸ τὸ 7 καὶ οὐχὶ ὑπὲρ
1853τὸ 7%. Τὴν ἐξήγησιν ταύτην ἐνόμισα ἀναγκαίαν νὰ
1854δώσω, ἀφοῦ τὸ ζήτημα πρόκειται ν’ ἀναβληθῇ.
1855Ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὅτι εἶναι
1856ὑπὲρ τῆς γεωργίας καὶ ὅτι ταύτην πρέπει νὰ ὑποστηρίξωμεν
1857μᾶλλον παρὰ τὴν ἐμπορίαν καὶ τὴν βιομηχανίαν, ἔχω δύω πα-
1858ρατηρήσεις ν’ ἀντιτάξω. Ἐν πρώτοις, τότε μόνον δικαιοῦται ν’
1859ἀποφανθῇ, ὡς ἀπεφάνθη, ὅταν μᾶς προσφέρεται πρὸς ἐπιλογὴν ἢ
1860ἡ συνδρομὴ ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς ἐμπορίας ἢ ἡ συν-
1861δρομὴ ὑπὲρ τῆς γεωργίας. Ἀλλ’ εἶναι ζήτημα μέγα ἂν πρέ-
1862πει νὰ προτιμήσωμεν τὴν μὲν, ἀπὸ τὴν δέ· εἶναι ζήτημα
1863σπουδαῖον, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τροχάδην δὲν λύεται· εἶναι δύσκολον
1864νὰ κηρύξωμεν ἂν ἡ βοήθεια ἡ διδομένη ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας
1865καὶ τῆς ἐμπορίας δὲν ἀξίζει τὸν κόπον καὶ εἶναι ἥττονος λό-
1866γου ἀξία, διότι ἀνάγκη μείζων ὑπάρχει ὑπὲρ τῆς γεωργίας· καὶ
1867ταῦτα νὰ λέγωμεν καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπὲρ τῆς γεωργίας δὲν μᾶς
1868προσφέρεταί τι. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος γνωρίζει κάλλιστα ὅτι αἱ
1869προεξοφλητικαὶ Τράπεζαι, καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ Πιστωτικὴ, δὲν
1870συνιστῶνται ὑπὲρ τῆς γεωργίας, δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἀληθὲς ὅτι
1871δὲν τὴν συντρέχουσιν. Ἔχομεν ὅμως μίαν Τράπεζαν, τὴν Τρά-
1872πεζαν τὴν Ἐθνικὴν, ἡ ὁποία ἔλαβε τὸ προνόμιον τοῦ ἐκδίδειν
1873τραπεζικὰ γραμμάτια ἴσα ἴσα χάριν τῆς γεωργίας· ὅσοι ἐνθυ-
1874μεῖσθε τοὺς ὅρους τοῦ ἀρχικοῦ καταστατικοῦ της, καθὼς καὶ
1875τοὺς ὅρους πολλῶν μετ’ ἔπειτα νόμων μεταβαλόντων τὸ κατα-
1876στατικὸν ἐκεῖνο, γνωρίζετε ὅτι ὁ κύριος προορισμὸς τῆς Ἐθνικῆς
1877Τραπέζης ἦτο τὸ δανείζειν ἐπὶ ὑποθήκῃ ἀκινήτων. Ἀλλ’ ἡ
1878διάταξις αὕτη δὲν ἐκτελεῖται καὶ ἡ Τράπεζα δὲν τὸ ἀποκρύ-
1879πτει, ἐνῷ συγχρόνως οἱ ἰσολογισμοί της τὸ μαρτυροῦν. Ἐὰν
1880παρατηρήσετε κατὰ σύγκρισιν τοὺς ἰσολογισμοὺς τῶν τελευ-
1881ταίων ἐτῶν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, θέλετε ἴδει ὅτι ἐλαττοῦται
1882τὸ ποσὸν τῶν ἐπὶ ὑποθήκῃ δανείων ἀντὶ ν’ αὐξάνῃ. Τὸ προνόμιον
1883τοῦ ἐκδίδειν τραπεζικὰ γραμμάτια ἐδόθη τῇ Πιστωτικῇ διὰ τὰς
1884προεξοφλητικὰς ἐργασίας καὶ οὐδαμῶς διὰ τὰ ἐνυπόθηκα δάνεια·
1885ἀλλὰ συγχρόνως ὅτε συνωμολογοῦντο αἱ προκείμεναι συμβάσεις,
1886συνωμολογεῖτο συγχρόνως καὶ σύμβασις περὶ Κτηματικῆς Τρα-
1887πέζης, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβε μέρος κατὰ 1,000,000 καὶ ἡ Ἐ-
1888θνικὴ Τράπεζα· ἡ σύμβασις αὕτη, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἐσυζητήθη ἐν τῇ
1889Βουλῇ καὶ ἀφῃρέθησαν ἐξ αὐτῆς δύω ἢ τρία ἄρθρα, οἱ δὲ ἱδρυ-
1890ταὶ τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης ἀπήντησαν ὅτι ἀπέχουσι τῆς
1891ἱδρύσεως τῆς Τραπέζης ἕνεκα τῆς μεταῤῥυθμίσεως, ἣν ἐπήνεγ-
1892κεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Δὲν ἠξεύρω ἂν τὸ ῥηθὲν παρὰ τοῦ
1893κ. Κουμουνδούρου θέλῃ πραγματοποιηθῇ, ὅτι οὐδέποτε ἐν Ἑλ-
1894λάδι θέλει συστηθῆ Τράπεζα κτηματικῆς πίστεως.
1895§173ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δύσκολον εἶπον.
1896§174ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ ἀδύνατον, μοὶ φαίνεται εἴπατε. Τὸ βέ-
1897βαιον εἶναι, καὶ εἰς τοῦτο πρέπει νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν κ. Κου-
1898μουνδοῦρον, ὅτι εἶναι τὸ δυσκολώτερον ὅλων τῶν συστημάτων
1899καὶ ὅλων τῶν μηχανισμῶν τῶν Τραπεζῶν· καὶ διὰ τοῦτο ἀ-
1900παντᾶται καὶ σπανιώτατα ἐν Εὐρώπῃ. Χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω,
1901καὶ εἰς τοῦτο θὰ ᾖναι σύμφωνος καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτι εἰς
1902ἣν κατάστασιν ὑπάρχει ἀφ’ ἑνὸς τὸ σύστημα τὸ φορολογικὸν τῆς
1903Ἑλλάδος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ ἰδιοκτησία ἡ ἀκίνητος, εἶναι ἀδύνα-
1904τον νὰ εὕρωμεν Τράπεζαν, ἡ ὁποία νὰ δανείζῃ ἀποκλειστικῶς
1905ἐπὶ ὑποθήκῃ· καὶ ἀπόδειξις εἶναι ἡ Ἐθνικὴ, ἡ ὁποία δὲν τὸ
1906πράττει· διότι καταδιώκει τὴν γεωργίαν; ἄπαγε! ἐξ ἐναν-
1907τίας μάλιστα καὶ τὴν ἐβοήθησεν εἰς χρόνους, κατὰ τοὺς ὁποίους
1908πρὸς αὐτὴν δὲν προσεφέροντο κεφάλαια.
1909§175ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ συνδέσωμεν τὰ δύω συστήματα.
1910§176ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἐπροσπαθήσατε κατὰ τὰ 64· ἐσυνδέ-
1911σατε τὴν κτηματικὴν μετὰ μιᾶς προεξοφλητικῆς, ἀλλὰ δὲν ἠ-
1912δυνήθη νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ σύστημα· ἤδη ἐπανελήφθη ἡ
1913αὐτὴ ἀπόπειρα μὲ διαφορὰν πολὺ μεγάλην, ὅτι οἱ ἱδρύσαντες
1914τὴν Τράπεζαν αὐτὴν ἦσαν ὅλοι οἱ μεγάλοι οἶκοι τῆς Ἀνα-
1915τολῆς.
1916§177ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δύω λέξεις θὰ εἴπω καὶ ἐγώ. Δὲν συμφωνῶ
1917καθόλου τόσον μὲ τὸν χθὲς ἀγορεύσαντα βουλευτὴν Πατρῶν κ.
1918Χαλικιόπουλον, οὔτε μὲ τὸν ἤδη καταβάντα τοῦ βήματος κ.
1919Δεληγεώργην, ὅτι ἓν ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὡρισμένην
1920ἰδέαν ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος ὡς ἀντιπολιτευόμενον πρὶν, ἔχει τὴν
1921ὑποχρέωσιν νὰ ἀκολουθήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἡ προη-
1922γουμένη κυβέρνησις εἶχε συνωμογήσει. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ πο-
1923λιτεία ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὸ ἄτομον διὰ τὴν ὑ-
1924ποστήριξιν αὐτῆς καὶ τὴν ζωήν του καὶ τὴν κατάστασίν του· δὲν
1925ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμά ποτε ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν τιμήν του, διότι
1926ὅταν ὁ πολιτευόμενος πολιτεύεται ἐναντίον τῆς τιμῆς του εἶναι
1927ἄχρηστος διὰ τὴν πολιτείαν. Τὸ ἠθικὸν πρόσωπον τῆς κυβερ-
1928νήσεως βεβαίως εἶναι ἀδιάκοπον καὶ συνεχὲς, ἀλλ’ ἔχει καὶ
1929τὰς περιστάσεις, ἔχει καὶ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους πρέπει
1930νὰ κρίνετε. Εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη δὲν συμβαίνει ὅ,τι
1931συμβαίνει εἰς τὰ δεσποτικά· εἰς τὰ δεσποτικὰ, πᾶσα μεταβολὴ
1932ἀτόμων δὲν φέρει κἀμμίαν ἀλλοίωσιν εἰς τὴν ἠθικὴν ὑποχρέω-
1933σιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ κυβέρνησις εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη.
1934Σᾶς ἀναφέρω, κύριοι, παραδείγματα προηγούμενα τῆς πατρί-
1935δος σας, καὶ θέλει συμφωνήσει ὁ κ. Δεληγεώργης μετ’ ἐμοῦ.
1936Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἓν ὑπουργεῖον εἶχε δώσει ὑπόσχεσιν εἰς τὸν
1937πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας, ὅτι θέλει συνδράμει τὴν χήραν Λόϋδ διὰ
193810,000 λιρῶν στερλινῶν· τὸ διάδοχον δὲ ὑπουργεῖον, φρονίμως
1939ποιοῦν, ἐσεβάσθη τὴν γνώμην τοῦ ἠθικοῦ προσώπου τῆς κυβερ-
1940νήσεως καὶ ὑπεστήριξε τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε δόσει
1941ἡ κυβέρνησις πρὸς μίαν δύναμιν.
1942§178ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐννοεῖτε νὰ μᾶς κατηγορήσητε καὶ διὰ
1943τὴν ὑπόθεσιν τῆς Λόϋδ;
1944§179Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὴ θυμώνετε καὶ μὴ μὲ διακόπτετε,
1945κύριε Δεληγεώργη· δὲν σᾶς κατηγορῶ, διότι ἐγὼ σᾶς ὑπεστή-
1946ριξα ὡς ὑπουργὸς τότε. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου,
1947τὸ ὁποῖον ἐχορήγει τὴν πίστωσιν, ὁ βουλευτὴς Ἑρμιονίδος κ.
1948Μίλησης ὡμίλησε κατά· ἐὰν δὲ τότε ἐπήρχετο μία ἀναβολὴ
1949τῆς συζητήσεως καὶ ἐκαλεῖτο ὁ κ. Μίλησης ὡς πρωθυπουργὸς,
1950ἦτον ὑποχρεωμένος νὰ εἴπῃ ὅτι τώρα, ὅπου ἔγεινα πρωθυπουρ-
1951γὸς, πληρόνω τὰς 10,000 λίρας; ὄχι, κύριοι· διότι τότε ὁ
1952Ἄγγλος πρέσβυς θὰ ἐσχημάτιζε τὴν πλέον ὀλεθρίαν ἰδέαν περὶ
1953τοῦ προσώπου αὐτοῦ τοῦ πολιτευομένου. Τὸ ζήτημα τὸ θεωρῶ
1954ἐντελῶς ἀναμφίβολον, ὅτι ὅταν τις ἔχῃ μίαν ἰδέαν ὡς ἀντιπολι-
1955τευόμενος καὶ τὴν ἰδέαν του αὐτὴν ἐξέφρασε μετὰ πείσματος,
1956δὲν δύναται, ὅταν ἔλθῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἐναν-
1957τίαν ἰδέαν· διότι τότε δὲν φαίνεται πλέον ὅτι εἶναι ἄνθρωπος
1958ἀρχῶν, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἄνθρωπος ἀκολουθῶν πάντοτε τὴν ἐξου-
1959σίαν, εἰς τὴν ὁποίαν θυσιάζει ὅλας τὰς ἀρχάς του. Δευτέρα ὅμως
1960κατηγορία ἦλθεν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τὸ παρὸν δὲν ἐφρόντισε νὰ
1961ἀποταθῇ εἰς τὰς 2 ἢ 3 Τραπέζας καὶ νὰ ταῖς εἴπῃ ὅτι πρόκει-
1962ται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰς συμβάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Δελη-
1963γεώργης. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ ἐνθυμηθῇ ὅτι οὐδέποτε ἡ κυβέρνησις
1964ἀποτείνεται εἰς τοὺς διευθυντὰς καταστημάτων, ἀλλ’ οὗτοι ἔρ-
1965χονται πρὸς αὐτήν. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω.
1966Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς οὐσίας δὲν λαμβάνω τὸν λόγον, διότι
1967καὶ ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ
1968λόγος.
1969§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κεχαγιᾶ, εἶσθε ἐγγεγραμμένος.
1970§181ΠΟΛΛΟΙ. Κύριε Κεχαγιᾶ, ἀφήσατε (θόρυβος).
1971§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος ν’ ἀναβάλῃ τὴν
1972συζήτησιν.
1973§183ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Λοιπὸν ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν ἐπανάληψιν.
1974§184ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀναβάλλεται ἀορίστως, κ. πρόεδρε.....
1975§185ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Οἰκονομ.). Μολονότι ἐλπί-
1976ζω, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογι-
1977σμοῦ ὑπέβαλε πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς, θὰ ἐπιληφθῇ ἡ
1978Βουλὴ τῆς συζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ
1979πρὸ τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα, μολοντοῦτο διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον,
1980τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύω νὰ συμβῇ καὶ τὸ ὁποῖον ἀπεύχομαι νὰ
1981συμβῇ, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῇ ἡ κυβέρνησις εἰς τὴν ἀμηχανίαν ἐκεί-
1982νην, εἰς ἣν θὰ εὑρεθῇ βεβαίως ἐὰν δὲν ἐπιψηφισθῇ ὁ προϋπολογι-
1983σμὸς ὡς πρὸς τὴν πληρωμὴν τῶν δαπανῶν τοῦ παρόντος μηνὸς,
1984νομίζω ὅτι καθῆκον ἔχει ἡ κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βου-
1985λὴν σχέδιον νόμου περὶ εἰδικῆς πιστώσεως διὰ τὰς δαπάνας τοῦ
1986μηνὸς Μαρτίου.
1987§186ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
1988§187ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). —Καὶ πα-
1989ρακαλῶ νὰ συζητηθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν σήμερον.
1990§188ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
1991§189ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ
1992ὅμως τὴν Βουλὴν, καίτοι παραδεχομένη τὴν πίστωσιν ταύτην,
1993νὰ ἐπιληφθῇ καὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ
1994περαιώσῃ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, εἰ δυνατὸν, πρὸ τῶν ἑορτῶν
1995τοῦ Πάσχα, διὰ νὰ παύσῃ ἡ ἀντισυνταγματικὴ ἀνωμαλία, εἰς ἣν
1996πρὸ τριῶν μηνῶν διατελοῦμεν, δαπανῶντες καὶ φορολογοῦντες
1997ἄνευ προϋπολογισμοῦ.
1998§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην
1999ἀνάγνωσιν· (ἀνεγνώσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον
2000περὶ χορηγίας πιστώσεως δι’ ἔξοδα τοῦ μηνὸς Μαρτίου τοῦ
20011874 κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον καὶ ἐγένετο δεκτὸν·
2002ἔχει δὲ ὡς ἔπεται)·
2003«Ἄρθρον μόνον.
2004Πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τοῦ μηνὸς Μαρτίου
2005ε. ε. χορηγεῖται εἰς τὴν κυβέρνησιν πίστωσις ἴση μὲ τὸ ἓν δω-
2006δεκατημόριον τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ
2007τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως 1874.»
2008§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ, κύριοι, δυνατὸν νὰ μὴ γείνῃ συνεδρίασις
2009τὴν Δευτέραν, πρέπει νὰ συνέλθωμεν αὔριον περὶ τὴν 10 αὔριον,
2010διὰ νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν. Παρα-
2011δέχεται ἡ Βουλή;
2012§192ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
2013§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον
2014περὶ νομισματογνώμονος. (Ἀνεγνώσθη καὶ ἐγένετο δεκτὸν τὸ
2015νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ περὶ ἐθνι-
2016κῆς βιβλιοθήκης νόμου εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν). Ἔχομεν
2017ἐπίσης εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τοῦ
2018νενομοθετημένου προσωπικοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστι-
2019κῶν κτλ. (Ἀνεγνώσθη καὶ ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρ-
2020θρον καὶ σύνολον εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν).—Αὔριον λοιπὸν, κύριοι,
2021ἔχομεν συνεδρίασιν εἰς τὰς 10 π. μ.
2022Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 5½ μ. μ.